← Κύπρος

ΦΡΟΣΩ ΖΙΤΤΗ ν. ΔΗΜΟΣ ΑΓΙΑΣ ΝΑΠΑΣ, Αρ. Απαίτησης: 528/2023, 15/4/2025

ΦΡΟΣΩ ΖΙΤΤΗ ν. ΔΗΜΟΣ ΑΓΙΑΣ ΝΑΠΑΣ, Αρ. Απαίτησης: 528/2023, 15/4/2025 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ. Κλίμακα: €10.000 - €50.000 Αρ. Απαίτησης: 528/2023 ΦΡΟΣΩ ΖΙΤΤΗ Ενάγουσα και ΔΗΜΟΣ ΑΓΙΑΣ ΝΑΠΑΣ Εναγόμενος Ημερομηνία: 15 Απριλίου 2025 Εμφανίσεις: Για Αιτητή/Εναγόμενο: κ. Κ. Κουκούνης για ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΟΥΚΟΥΝΗΣ Δ.Ε.Π.Ε. Για Καθ' ης η αίτηση/Ενάγουσα: κα. Α. Κλαϊδη ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Αίτηση για διαγραφή της Απαίτησης και μέρους της Απάντησης ημερ. 25.6.2024) ΕΙΣΑΓΩΓΗ Δια της υπό κρίση Αίτησης, ο Εναγόμενος αιτείται τη διαγραφή ολόκληρης της απαίτησης της Ενάγουσας και σε περίπτωση μη έγκρισης του εν λόγω αιτήματός του, μέρους της Απάντησης που καταχωρίστηκε από πλευράς Ενάγουσας. ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ Εν πρώτοις, κρίνω σκόπιμο να παραθέσω με συνοπτικό τρόπο, το περιεχόμενο της δικογραφίας. Η απαίτηση της Ενάγουσας, σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης της, αφορά σε κατ' ισχυρισμό ατύχημα το οποίο επισυνέβη κατά ή περί την 25.6.2023, ενώ αυτή περπατούσε σε πεζοδρόμιο και/ή πλακόστρωτο και/ή οδόστρωμα και/ή δρόμο που βρίσκεται εντός των δημοτικών ορίων του Εναγομένου, όταν γλίστρησε και/ή παγιδεύτηκε το πόδι της σε σχάρες ομβρίων υδάτων και/ή αλλιώς εισχώρησε το αριστερό της πόδι εντός της ραγισμένης σχάρας ομβρίων από την οποία απουσίαζε μία εκ των ράβδων, με αποτέλεσμα να απωλέσει την ισορροπία της και να επέλθει η πτώση της. Η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η πτώση της και/ή η παγίδευση του ποδιού της επί της σχάρας και/ή ραγισμένης μεταλλικής σχάρας, καθώς επίσης και οι σοβαροί τραυματισμοί της, οφείλονται στην αμέλεια και/ή στην παραβίαση των καθηκόντων του Εναγομένου, σε σχέση με τις οποίες δικογραφεί σχετικές λεπτομέρειες, επικαλείται δε εφαρμογή της αρχής res ipsa loquitur. Αφού παραθέτει λεπτομέρειες σε σχέση με τις κατ' ισχυρισμό σωματικές βλάβες της, η Ενάγουσα διεκδικεί από τον Εναγόμενο ειδικές και γενικές αποζημιώσεις. Δια της Υπεράσπισής του ο Εναγόμενος αρνείται τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας και αποτελεί θέση του, ότι ουδεμία ραγισμένη ή προβληματική σχάρα εντοπίστηκε κατά τη διερεύνηση της περιοχής όπου κατά την Ενάγουσα, επισυνέβη το ατύχημά της. Ο Εναγόμενος περαιτέρω ισχυρίζεται ότι η Ενάγουσα δεν συμμορφώθηκε με τους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας αναφορικά με την αποστολή προδικαστηριακού πρωτοκόλλου, δεν παρείχε επαρκείς λεπτομέρειες αναφορικά με το κατ' ισχυρισμό ατύχημά της και δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. Αποτελεί ισχυρισμό του Εναγομένου, με βάση τις περαιτέρω λεπτομέρειες που έλαβε από την Ενάγουσα, ότι το σημείο όπου έλαβε χώρα το κατ' ισχυρισμό ατύχημά της, αποτελεί ιδιωτική ακίνητη περιουσία που κατέχεται και χρησιμοποιείται ως χώρος πρόσβασης από ιδιώτη- επιχείρηση και δεν συνιστά δημόσιο δρόμο ή χώρο ευθύνης του Εναγομένου. Εν πάση περιπτώσει, το συγκεκριμένο σημείο δεν διαθέτει πλακόστρωτο, αλλά πεζοδρόμιο, το οποίο βρίσκεται σε πολύ καλή κατάσταση, ο δε χώρος όπου βρισκόταν η σχάρα αποτελεί χώρο διέλευσης οχημάτων και όχι πεζών. Ως εκ τούτου, κατά τον Εναγόμενο, η ενέργεια της Ενάγουσας να βαδίζει πάνω στη σχάρα συνιστά αμέλεια της ιδίας, καθώς επίσης και μη τήρηση του καθήκοντος αυτοπροστασίας της, με αποτέλεσμα να τυγχάνει εφαρμογής η αρχή volenti non fit injuria. Η δε παράθεση λεπτομερειών σε σχέση με την κατ' ισχυρισμό αμέλεια του Εναγομένου από πλευράς Ενάγουσας, εμποδίζει την τελευταία από το να επικαλείται την εφαρμογή του δόγματος res ipsa loquitur. Δια της Απάντησης της στην Υπεράσπιση, η Ενάγουσα αρνείται και απορρίπτει τους ισχυρισμούς του Εναγομένου και επαναλαμβάνει τα όσα δικογραφεί στην Έκθεση Απαίτησης της. Περαιτέρω η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι συμμορφώθηκε με το προδικαστηριακό πρωτόκολλο αποστέλλοντας σχετική επιστολή και απορρίπτει τον ισχυρισμό περί αοριστίας του περιεχομένου της εν λόγω επιστολής, αποτελεί δε θέση της ότι σε επιτόπια εξέταση του σημείου όπου έλαβε χώρα το κατ' ισχυρισμό ατύχημα, οι υπάλληλοι του Εναγομένου βεβαίωσαν την ύπαρξη ραγισμένης σχάρας και προβλήματα μη συντήρησης του χώρου. Η Ενάγουσα απορρίπτει τον ισχυρισμό του Εναγομένου, ότι δεν παρείχε επαρκείς λεπτομέρειες αναφορικά με το σημείο όπου επισυνέβη το κατ' ισχυρισμό ατύχημά της και περαιτέρω ισχυρίζεται ότι ουδέποτε ο Εναγόμενος ισχυρίστηκε ότι το σημείο όπου έλαβε χώρα το ατύχημα αποτελεί ιδιωτικό χώρο, επομένως κωλύεται από το να προβάλλει τέτοια υπεράσπιση. Αποτελεί περαιτέρω ισχυρισμό της Ενάγουσας, ότι η υπογραφείσα δήλωση αληθείας σε σχέση με το αληθές της Υπεράσπισης περιέχει ψευδή δήλωση, πράγμα το οποίο συνιστά καταφρόνηση του Δικαστηρίου. Επιπρόσθετα, η Ενάγουσα αρνείται ότι η ίδια επέδειξε αμέλεια και απορρίπτει τον ισχυρισμό του Εναγομένου περί εφαρμογής της αρχής volenti non fit injuria, πρόκειται δε, ως ισχυρίζεται, περί καινοφανών και εκ των υστέρων σκέψεων του Εναγομένου. Η ΥΠΟ ΚΡΙΣΗ ΑΙΤΗΣΗ Δια της υπό κρίση Αίτησης, ο Εναγόμενος αιτείται την έκδοση των ακόλουθων διαταγμάτων: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει και διαγράφει (strike out) ή/και παραμερίζει (set aside) ή/και ακυρώνει ή/και κενώνει (vacate) ή/και απορρίπτει την παρούσα αγωγή της ενάγουσας (περιλαμβανόμενου του Εντύπου αρ. 4 - Έντυπο Απαίτησης, της Έκθεσης Απαίτησης, της Απάντησης και του Εντύπου αρ. 39 - Ερωτηματολογίου Οδηγιών), ως άκυρη ή/και εξ' υπαρχής άκυρη ή/και ως μη νομίμως εγερθείσας ή/και καταχωρηθείσας, καθότι αυτή έχει εγερθεί από ανύπαρκτο πρόσωπο ή/και ανύπαρκτο νομικό πρόσωπο ή άλλη οντότητα ή/και από φερόμενο παρουσιαζόμενο πρόσωπο ή/και φερόμενη παρουσιαζόμενη οντότητα ή φερόμενο παρουσιαζόμενο ως δικηγορικό γραφείο που δεν είναι αδειούχο και εγγεγραμμένο ως δικηγόρος ή δικηγορική οντότητα στα μητρώα του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου ουμφώνως του περί Δικηγόρων Νόμο, Κεφ.2, που δεν δικαιούται να ασκεί τη δικηγορία ή/και να προσφέρει δικηγορικές υπηρεσίες ή/και δεν πληροί τα προσόντα του δικηγόρου ή της δικηγορικής εταιρείας ή συνεταιρισμού, κατά παράβαση του περί Δικηγόρων Νόμο, Κεφ.

  1. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει και διαγράφει (strike out) ή/και παραμερίζει (set aside) ή/και ακυρώνει το φερόμενο Έντυπο αρ. 4 - Έντυπο Απαίτησης, την φερόμενη Έκθεση Απαίτησης, την φερόμενη Απάντηση και το φερόμενο Έντυπο αρ, 39 - Ερωτηματολόγιο Οδηγιών ως εξ υπαρχής άκυρα ή/και παράτυπα ή/και αντικανονικά ή/και παράνομα ή/και καταχρηστικά ή/και εκπρόθεσμα. Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει και αναγνωρίζει ότι το φερόμενο παρουσιαζόμενο πρόσωπο ή/και φερόμενη παρουσιαζόμενη οντότητα ή φερόμενο παρουσιαζόμενο ως δικηγορικό γραφείο TTC Temple Court Chambers, το οποίο φέρεται να διορίστηκε βάσει του Εντύπου αρ. 5 - Εντύπου διορισμού Δικηγόρου από την ενάγουσα και να ήγειρε και προώθησε την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, είναι ανύπαρκτο πρόσωπο ή/και ανύπαρκτο νομικό πρόσωπο ή οντότητα, δεν είναι αδειούχο και εγγεγραμμένο ως δικηγόρος ή δικηγορική οντότητα στα σχετικά μητρώα του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου συμφώνως του περί Δικηγόρων Νόμο, Κεφ.2 και δεν δικαιούται να ασκεί τη δικηγορία ή/και να προσφέρει δικηγορικές υπηρεσίες ή/και δεν πληροί τα προσόντα του δικηγόρου ή της δικηγορικής εταιρείας ή συνεταιρισμού, κατά παράβαση του περί Δικηγόρων Νόμο, Κεφ.
  2. Δ. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει και αναγνωρίζει ότι οι τα όποια δικονομικά μέτρα λήφθηκαν προδικαστικά ή/και κατά ή/και μετά την έγερσης της παρούσας αγωγής-απαίτησης ή/και τα όποια δικόγραφα ή αιτήσεις ή ερωτηματολόγιο οδηγιών ή προδικαστικά πρωτόκολλο ή άλλα έγγραφα καταχωρήθηκαν ή/και προωθήθηκαν και οι όποιες εμφανίσεις ή δικονομικές ενέργειες έγιναν εκ μέρους της ενάγουσας ενώπιον του Δικαστηρίου από το ρηθέν ανύπαρκτο πρόσωπο ή ανύπαρκτη νομική οντότητα και μη αδειούχο και μη εγγεγραμμένο στα σχετικά μητρώα φερόμενο παρουσιαζόμενο πρόσωπο ή/και φερόμενη παρουσιαζόμενη οντότητα ή φερόμενο παρουσιαζόμενο ως δικηγορικό γραφείο TTC Temple Court Chambers, αυτά είναι άκυρα ή μη γενόμενα ή παράτυπα ή παράνομα ή ανύπαρκτα (non est factum). Ε. Διαζευκτικά ή/και μόνο σε περίπτωση που το Σεβαστό Δικαστήριο δεν εγκρίνει τα διατάγματα απ' αριθμό A - Δ ανωτέρω, διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει την διαγραφή όλων ή/και έκαστων εκ των ακόλουθων αναφορών ή/και μέρους της Απάντησης στην Υπεράσπιση ημερ. 8/4/2024 που καταχωρήθηκε εκ μέρους της ενάγουσας ως αχρείαστες ή/και σκανδαλώδεις ή/και ότι τείνουν να επηρεάσουν δυσμενώς και ή να προκαλέσουν αμηχανία ή/και ότι συνιστούν κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, ως επίσης και ενδέχεται να παρεμποδίσουν τη δίκαιη διεκπεραίωση της διαδικασίας, και συγκεκριμένα των ακόλουθων αναφορών: (α) Την πρόταση της παραγράφου 11 της Απάντησης στην Υπεράσπιση ημερ. 8/4/2024 η οποία αναφέρει: «Επιπρόσθετα, η Ενάγουσα αναφέρει πως έχει υπογραφεί δήλωση αλήθειας και/ή υπάρχει υπογραφή από τον κ. Χ.Ζ. και/ή υπογραφή από τον κ. Χ.Ζ. - Δήμαρχο του Εναγόμενου περί της αλήθειας του περιεχομένου της Έκθεσης Υπερασπίσεως, εντούτοις όμως υπάρχει καταφρόνηση του Δικαστηρίου και των Νέων Θεσμών αφού υπάρχει ψευδής δήλωση του κ. Χ.Ζ. η οποία δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια και την πραγματικότητα.» (β) Την πρόταση της παραγράφου 13 της Απάντησης στην Υπεράσπιση ημερ. 8/4/2024 η οποία αναφέρει: «Επιπρόσθετα, η Ενάγουσα αναφέρει πως έχει υπογραφεί δήλωση αλήθειας και/ή υπάρχει υπογραφή από τον κ. Χ.Ζ. και/ή υπογραφή από τον κ. Χ.Ζ. - Δήμαρχο του Εναγόμενου περί της αλήθειας του περιεχομένου της Έκθεσης Υπερασπίσεως, εντούτοις όμως υπάρχει καταφρόνηση του Δικαστηρίου και των Νέων Θεσμών αφού υπάρχει ψευδής δήλωση του κ. Χ.Ζ. η οποία δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια και την πραγματικότητα.» Στ. Οποιοδήποτε άλλο διάταγμα το Δικαστήριο ήθελε κρίνει πρέπον να εκδώσει υπό τις περιστάσεις. Ζ. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης, συν ΦΠΑ (αρ. μητρώου 10260151 Β) και το τέλος επίδοσης». Το υπόβαθρο των γεγονότων που υποστηρίζουν την Αίτηση, εμφαίνεται στη γραπτή μαρτυρία της κας Ι.Π., δικηγορικής υπαλλήλου στην εταιρεία που εκπροσωπεί τον Εναγόμενο και η οποία δηλώνει εξουσιοδοτημένη να προβεί στην ένορκη της δήλωση, ενόψει του ότι τα ζητήματα τα οποία αφορά η Αίτηση είναι δικαστικής φύσης και λόγω του ότι δεν ήταν δυνατό κατά τον χρόνο υπογραφής της σχετικής ένορκης δήλωσης να βρίσκεται ενώπιον του Πρωτοκολλητή αρμόδιο πρόσωπο από πλευράς Εναγομένου. Ως αναφέρει η ομνύουσα, γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης και αντλεί πληροφόρηση από τον Εναγόμενο, τους δικηγόρους του και τα έγγραφα που υπάρχουν στον φάκελο της υπόθεσης. Λαμβάνει δε νομική συμβουλή από τους δικηγόρους του Εναγόμενου. Σύμφωνα με την ομνύουσα, στις 27.11.2023 καταχωρίστηκε Έντυπο Απαίτησης και Έκθεση Απαίτησης από τους TTC Temple Court Chambers, οι οποίοι κατά την έγερση της απαίτησης παρουσιάζονται ως δικηγόροι της Ενάγουσας. Ακολούθως, καταχωρίστηκε από τα ίδια πρόσωπα Απάντηση στην Υπεράσπιση και ερωτηματολόγιο οδηγιών. Όπως μάλιστα προκύπτει από διοριστήριο ημερ. 27.11.2023, η Ενάγουσα εξουσιοδότησε και διόρισε ως δικηγόρους της τους TTC Temple Court Chambers. Την 24.4.2024, παράτυπα, αντικανονικά και χωρίς άδεια Δικαστηρίου, καταχωρήθηκε νέο διοριστήριο δικηγόρου, με το οποίο η Ενάγουσα διορίζει την κα Ανδριάνα Κλαϊδη ως δικηγόρο της για να διαχειρίζεται την απαίτηση εκ μέρους της, με τους TTC Temple Court Chambers να παραμένουν στη διαδικασία ως παρουσιαζόμενοι δικηγόροι. Σύμφωνα με πληροφόρηση των δικηγόρων του Εναγομένου και κατόπιν έρευνας στην οποία προέβησαν, η TTC Temple Court Chambers δεν αποτελεί δικηγορική εταιρεία ή συνεταιρισμό ή οντότητα ή δικηγόρο που να είναι δεόντως εγγεγραμμένη στα μητρώα του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου, ενώ μέχρι σήμερα, από τον χρόνο καταχώρησης της παρούσας απαίτησης, δεν φαίνεται η TTC Temple Court Chambers να έχει άδεια ασκήσεως του επαγγέλματος του δικηγόρου, ούτε είναι εγγεγραμμένη στο σχετικό μητρώο του Δικηγορικού Συλλόγου. Η καταχώρηση Εντύπου Απαίτησης, συνεχίζει η ομνύουσα, εμπίπτει στον ορισμό «ασκείν τη δικηγορία», σύμφωνα με τον Περί Δικηγοριών Νόμο, Κεφ. 2, επομένως αυτοί που συνέταξαν και καταχώρησαν το εν λόγω έντυπο θα έπρεπε να ήταν και να είναι εγγεγραμμένη και αδειούχα δικηγορική οντότητα ή εταιρεία ή συνεταιρισμός και σε κάθε περίπτωση δικηγόρος. Ως εκ τούτου, στην ουσία όλη η διαδικασία προωθείται εκ μέρους της Ενάγουσας από ανύπαρκτη οντότητα που δεν εμπίπτει στην έννοια του δικηγόρου, ενώ απαγορεύεται ρητά η άσκηση δικηγορίας από μη δικηγόρο. Συνεπακόλουθα, η παρούσα αγωγή, συμπεριλαμβανομένων των όποιων διαδικασιών έχουν προωθηθεί μέσα στο πλαίσιο αυτής, είναι εξ υπαρχής άκυρη. Άνευ βλάβης των πιο πάνω θέσεων του Εναγομένου και σε περίπτωση που δεν εγκριθούν τα διατάγματα διαγραφής της απαίτησης στο σύνολό της, η ομνύουσα υποστηρίζει ότι θα πρέπει να εκδοθούν τα διατάγματα διαγραφής μέρους της Απάντησης στην Υπεράσπιση που καταχώρισε η Ενάγουσα, καθότι στο εν λόγω δικόγραφο, η Ενάγουσα προβαίνει σε ανεπίτρεπτους και ανεδαφικούς ισχυρισμούς περί καταφρόνησης του Δικαστηρίου λόγω ψευδών δηλώσεων αλήθειας τρίτου προσώπου που δεν είναι διάδικος. Οι ισχυρισμοί αυτοί κατά την ενόρκως δηλούσα δεν αποτελούν γεγονότα τα οποία δύνανται να δικογραφούνται, συνιστούν δε κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και ενδέχεται να παρεμποδίσουν τη δίκαιη διεκπεραίωση της διαδικασίας. Προς υποστήριξη των ισχυρισμών της, η ομνύουσα επεσύναψε ως Τεκμήριο 1 δημοσιεύσεις στον ημερήσιο τύπο αναφορικά με το γεγονός ότι οι TTC Temple Court Chambers δεν αποτελούν δικηγορική εταιρεία ή συνεταιρισμό ή δικηγόρο και ως Τεκμήριο 2 εκτύπωση από την ιστοσελίδα του συστήματος i-Justice σε σχέση με την παρούσα υπόθεση, καθώς επίσης και από το ηλεκτρονικό μητρώο του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου. Η ΕΝΣΤΑΣΗ Η Αίτηση προσέκρουσε στην Ένσταση της άλλης πλευράς, στην οποία παρατίθενται οι κάτωθι λόγοι ένστασης, τους οποίους παραθέτω αυτούσιους: «(Α) Η Αίτηση είναι λανθασμένη και αντίθετη των Νόμων και/ή Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας και η αίτηση υπόκειται σε απόρριψη, αφού δεν βασίζεται σε ορθή Νομική βάση. (Β) Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την απόδοση των αιτούμενων θεραπειών. (Γ) Το Μέρος 8 που δεν περιλαμβάνεται στην Νομική Βάση της Αίτησης προβλέπει την διαδικασία καταχώρησης Έντυπου Απαίτησης, με την οποία η Καθ'ης η αίτηση - Ενάγουσα συμμορφώθηκε πλήρως. (Δ) Το Μέρος 7 επιτρέπει καταχώρηση Έντυπου Απαίτησης από Ενάγων, χωρίς την ανάγκη να καταχωρείται από Δικηγόρο. (Ε) Το Έντυπο Απαίτησης καταχωρήθηκε και φέρει σφραγίδα από το κατά τόπο αρμόδιο Δικαστήριο και/ή Πρωτοκολλητή. (ΣΤ) Η Δήλωση Αλήθειας στα επίδικα δικόγραφα και του Εντύπου Απαίτησης, ως ρητά προνοείται στο Μέρος 22 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, υπογραφθήκαν από την Καθ'ης η αίτηση - Ενάγουσα. (Ζ) Η εξουσία του Δικαστηρίου για διαγραφή των δικογράφων της Ενάγουσας και/ή το Έντυπο Απαίτησης θα αποτελούσε σοβαρή παρεμπόδιση στη δίκαιη διεκπεραίωση της διαδικασίας και της αξίωσης της Καθ' ης η αίτηση - Ενάγουσας, εναντίον των Αιτητών - Εναγόμενων. (Η) Η Καθ'ης η αίτηση - Ενάγουσα προγενέστερα της καταχώρησης της ρηθείσας Αίτησης, διόρισε εγγεγραμμένο δικηγόρο, ως προβλέπεται από τον Περί Δικηγόρων Νόμο Κεφ.2 και/ή αλλιώς υπήρχε διόρθωση του ισχυριζόμενου σφάλματος, με βάση των νέων Θεσμών και με βάση απαίτησης του Πρωτοκολλητείου Αμμοχώστου. (Θ) Οι νέοι Κανονισμοί Πολιτικής Δικονομίας του 2023 δεν απαγορεύουν την καταχώρηση Εντύπου Απαίτησης και/ή Προδικαστηριακές Διαδικασίες να γίνονται από μη εγγεγραμμένο δικηγόρο. (I) Η ρηθείσα Αίτηση έχει έκδηλα καταχωρηθεί καθυστερημένα και/ή μετά την καταχώρηση της Απάντησης στην Υπεράσπιση της Καθ'ης η αίτηση - Ενάγουσας. (Κ) Οι προϋποθέσεις που θέτει ο Νόμος δεν ικανοποιούνται, αφού οι Αιτητές - Εναγόμενοι δεν έχουν εγείρει και δεν τίθεται θέμα διαγραφής κάποιου επιλήψιμου μέρους ή ζητήματος σε δικόγραφο, αλλά ζητείται διαγραφή ολόκληρης της απαίτησης της Καθ'ης η αίτηση - Ενάγουσας. Επιπρόσθετα, οι Αιτητές - Εναγόμενοι δεν έχουν εγείρει ως νομικό υπόβαθρο πως δικαιολογείται η απόρριψη της Απαίτησης της Καθ'ης η αίτηση - Ενάγουσα και τα συναφή δικόγραφα, δηλαδή ότι αυτά είναι καταπιεστικά, ενοχλητικά και/ή αποτελούν κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου (Λ) Δεν είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης η διαγραφή της Απαίτησης της Καθ'ης η αίτησης - Ενάγουσας, λαμβάνοντας υπόψη τον πρωταρχικό σκοπό των νέων Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας. (Μ) Δεν δικαιολογείται η διαγραφή της Απάντησης στην Υπεράσπιση της Καθ'ης η αίτησης - Ενάγουσας, αφού τέτοιο θα αποτελούσε εμπόδιο της Ενάγουσας από το να λάβει δικαστικά μέτρα εναντίον των Αιτητών - Εναγόμενων διά καταφρόνηση Δικαστηρίου ένεκα των ψευδών δηλώσεων του Δημάρχου που υπέγραψε εκ μέρους των Αιτητών την Δήλωση Αλήθειας που συνοδεύει την Έκθεση Υπεράσπισης ημερομηνίας 14/03/2024, περί της αναληθούς αναφοράς του ότι το επίδικο περιστατικό δεν έλαβεν χώρα εντός των δημοτικών ορίων της Αγίας Νάπας. (Ν) Με βάση την Αγγλική Νομολογία, το Δικαστήριο που λαμβάνει Αίτηση Διαγραφής Δικογράφου οφείλει να εντοπίσει και να κατηγοριοποιήσει την σοβαρότητα της παράληψης και/ή παράβασης και μόνο εάν η παράλειψη θεωρείται σοβαρή, μπορεί να εξετάσει το ενδεχόμενο απόρριψης ολόκληρης της Απαίτησης. Περαιτέρω, το Δικαστήριο εξετάζοντας αίτηση διαγραφής, οφείλει να εξετάσει τις συνθήκες που περιβάλλουν την παράλειψη και την έκταση της παραβίασης και τους λόγους αυτούς. (Ξ) Η αίτηση των Αιτητών - Εναγόμενων καταχωρήθηκε από μη αδειούχο δικηγόρο, αφού η φαινομενική εταιρεία ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΟΥΚΟΥΝΗΣ Δ.Ε.Π.Ε. δεν έχει άδεια εξασκήσεως επαγγέλματος δικηγόρου, σύμφωνα με τον Περί Δικηγόρων Νόμο Κεφ.
  3. (Ο) Η παρούσα περίπτωση δεν είναι κατάλληλη για διαγραφή ολόκληρης της Απαίτησης, αφού οι νέοι Θεσμοί και με βάση αρχές που διέπουν την εφαρμογή των Νέων Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, ως έχει τεθεί από Αγγλική Νομολογία, η διαγραφή ολόκληρης της Απαίτησης είναι κατάλληλη μόνο σε περιπτώσεις που είναι απλές, προφανές και ξεκάθαρες. (Π) Δεν είναι παραδεκτά τα εγειρόμενα ζητήματα της ρηθείσας αίτησης, είτε την νομιμοποίηση ή όχι μίας νομικής οντότητας, ως προς το δικαίωμα της Ενάγουσας να καταχωρήσει και να προωθήσει Απαίτηση εναντίον των Αιτητών - Εναγόμενων, κατά πόσο η νομική οντότητα που καταχώρησε το Έντυπο Απαίτησης της Ενάγουσας είναι υπαρκτό νόμιμα ή νομικά ή αλλιώς εάν ασκεί άδεια του επαγγέλματος, είναι νομικά ζητήματα που δεν μπορούν να επιληφθούν στην παρούσα αίτηση». Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η Ένσταση εμφαίνονται στην ένορκη δήλωση της κας Γ.Χ., η οποία αρχικά αναφέρει ότι είναι δικηγορική υπάλληλος στο δικηγορικό γραφείο της κας Ανδριάνας Κλαϊδη & Συνεργάτες και δεόντως εξουσιοδοτημένη να προβεί στην ένορκη της δήλωση, καθώς η Ενάγουσα δεν έχει προσωπική γνώση των εγειρόμενων ζητημάτων, τα οποία είναι εν πάση περιπτώσει δικηγορικής φύσεως. Γνωρίζει δε την παρούσα υπόθεση από προσωπική της γνώση και εμπλοκή και μελέτη του φακέλου της υπόθεσης. Αφού η ενόρκως δηλούσα υιοθετεί τους λόγους ένστασης, αναφέρει ότι η κα Παρασκευά είναι αναρμόδιο πρόσωπο να προβεί σε ένορκη δήλωση, καθώς η ίδια δεν είχε προσωπική γνώση, σχέση ή εμπλοκή με τα εγειρόμενα ζητήματα. Περαιτέρω η ομνύουσα αναφέρει ότι τα δημοσιεύματα στα οποία η κα Π. παρέπεμψε το Δικαστήριο δεν αφορούν τον οίκο TTC Temple Court Chambers ή τους δικηγόρους που εκπροσωπούν την Ενάγουσα και είναι άσχετα με την παρούσα υπόθεση. Η απαίτηση της Ενάγουσας και η σχετική δικογραφία, συνεχίζει η ομνύουσα, καταχωρήθηκε από τον οίκο TTC Temple Court Chambers, εντούτοις εκ παραδρομής και καλόπιστα τα δικόγραφα δεν καταχωρήθηκαν επ' ονόματι της δικηγόρου του συγκεκριμένου οίκου, η οποία κατέχει άδεια ασκήσεως επαγγέλματος δικηγόρου, τόσο στην Κύπρο, όσο και στην Αγγλία. Περαιτέρω, εκ παραδρομής και καλόπιστα, δεν καταχώρησε το ορθό διοριστήριο έγγραφο στο οποίο να φαίνεται το όνομα της συγκεκριμένης δικηγόρου. Όταν αυτό διαπιστώθηκε από το Πρωτοκολλητείο, της ζητήθηκε να προβεί άμεσα σε διόρθωση του διαδικαστικού σφάλματος, με την καταχώρηση του ορθού διοριστηρίου στο ηλεκτρονικό σύστημα i-Justice. Επομένως η παράλειψη αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί σοβαρή παραβίαση που να δικαιολογεί τη διαγραφή της όλης απαίτησης. Επιπρόσθετα, με την παρούσα Αίτηση δεν εγείρεται και δεν τίθεται θέμα ύπαρξης οποιουδήποτε σκανδαλώδους ή αχρείαστου ισχυρισμού στα δικόγραφα της Ενάγουσας, η δε παράλειψη αυτή της Ενάγουσας έχει αποκατασταθεί πριν την καταχώρηση της παρούσας Αίτησης και δεν επηρεάζει τα δικαιώματα του Εναγομένου. Αναφορικά με το αίτημα για διαγραφή μέρους της Απάντησης, η ομνύουσα αναφέρει ότι σύμφωνα με το Μέρος 22 των Κανονισμών, όταν οποιοδήποτε πρόσωπο προβαίνει σε δήλωση αληθείας η οποία είναι ψευδής, επιτρέπεται η έναρξη διαδικασίας για καταφρόνηση του Δικαστηρίου. Στην προκειμένη περίπτωση στις 14.3.2024 καταχωρήθηκε Υπεράσπιση, η οποία συνοδευόταν από δήλωση αληθείας και υπεγράφη από τον Δήμαρχο Αγίας Νάπας, όπου ψευδώς υπάρχει ο ισχυρισμός ότι το επίδικο συμβάν δεν έλαβε χώρα εντός τον δημοτικών ορίων Αγίας Νάπας, ισχυρισμό τον οποίο η Ενάγουσα αμφισβήτησε μέσω της Απάντησής της. Ως εκ τούτου, δεν δικαιολογείται με οποιοδήποτε τρόπο η διαγραφή μέρους του δικογράφου της Απάντησης, ούτε και προσφέρονται οι πρόνοιες του Μέρους 3 των Κανονισμών για προώθηση τέτοιου αιτήματος. Τέλος, αποτελεί θέση της ενόρκως δηλούσας, ότι όλοι οι διάδικοι καταχώρησαν γενική αποκάλυψη εγγράφων μετά την καταχώρηση της υπό κρίσης Αίτησης, επομένως εμποδίζονται να προωθούν την υπό κρίση Αίτηση. Προς υποστήριξη της Ένστασης της Ενάγουσας, καταχωρίστηκε γραπτή μαρτυρία και από την ίδια την Ενάγουσα, στην οποία ουσιαστικά υιοθετείται το περιεχόμενο της γραπτής μαρτυρίας της κας Χ. Συμπληρωματική γραπτή μαρτυρία από πλευράς Εναγομένου Την 21.1.2025 η πλευρά του Εναγομένου καταχώρισε συμπληρωματική γραπτή μαρτυρία στην οποία ορκίζεται η κα Π. Σε αυτήν, η ομνύουσα αναφέρει επιπρόσθετα ότι ο ισχυρισμός της κας Χ. περί εκ παραδρομής καταχώρισης διοριστηρίου της TTC Temple Court Chambers, είναι αναληθής και αντίθετος με τις έγγραφες δηλώσεις και τη δικονομική συμπεριφορά της Ενάγουσας μέχρι και σήμερα. Συγκεκριμένα, ως προκύπτει από τον φάκελο του Δικαστηρίου, όλα τα έγγραφα που καταχωρίστηκαν την 27.11.2024, καταχωρίστηκαν από τους TTC Temple Court Chambers και στον λογαριασμό i-Justice που αυτοί διατηρούσαν και ουδεμία αναφορά έγινε σε άλλο δικηγόρο. Ομοίως, το δικόγραφο της Απάντησης και το ερωτηματολόγιο οδηγιών, υπογράφονται από τους TTC Temple Court Chambers, καθώς επίσης και όλα τα έντυπα και ηλεκτρονικά μηνύματα που στάλθηκαν εκ μέρους της Ενάγουσας πριν την έγερση της παρούσας αγωγής και τα οποία αυτή επικαλείται στην απαίτησή της. Ως εκ των άνω, δεν τίθεται θέμα σφάλματος ή λάθους (clerical mistake), αφού η καταγραφή του ονόματος TTC Temple Court Chambers έγινε κατ' επανάληψη και σε διάφορες ημερομηνίες, είναι δε ξεκάθαρο, ότι πρόθεση της Ενάγουσας ήταν να διορίσει τους TTC Temple Court Chambers. Περαιτέρω η ενόρκως δηλούσα απορρίπτει τον ισχυρισμό περί ψευδούς δήλωσης από πλευράς του Δημάρχου Αγίας Νάπας, ενώ ισχυρίζεται ότι με την Υπεράσπιση του Εναγομένου, δεν τίθεται θέμα που αφορά στα δημοτικά όρια του Δήμου, αλλά στο κατά πόσο επρόκειτο για δημόσιο δρόμο ή δρόμο ευθύνης του Εναγομένου. Αποτελει επίσης θέση της ομνύουσας, ότι η δικηγορική εταιρεία ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΟΥΚΟΥΝΗΣ Δ.Ε.Π.Ε. είναι δεόντως εγγεγραμμένη, όπως επίσης και οι δικηγόροι που εργάζονται σε αυτήν, επισημαίνει δε, ότι το Μέρος 8 δεν τυγχάνει εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση, εν αντιθέσει με τον λόγο ένστασης υπό (Γ). Τέλος, υποστηρίζει ότι η παρούσα απαίτηση καταχωρίστηκε από πλευράς TTC Temple Court Chambers και όχι από την ίδια την Ενάγουσα, επομένως ούτε ο λόγος ένστασης υπό (Δ) ευσταθεί. Το περιεχόμενο της γραπτής μαρτυρίας της κας Π. ημερ. 25.6.2024 και 21.1.2025 υιοθέτησε ο Δημοτικός Γραμματέας του Εναγομένου με γραπτή συμπληρωματική μαρτυρία του ημερ. 23.1.
  4. ΑΚΡΟΑΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ Η ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη στη βάση των γεγονότων και της γραπτής μαρτυρίας τα οποία αναφέρονται στην Αίτηση και την Ένσταση, καθώς επίσης και στις συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις που καταχωρίστηκαν μέσα στο πλαίσιο της παρούσας. Περαιτέρω, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διάδικων περιορίστηκαν στην κατάθεση των γραπτών τους αγορεύσεων και αναφορά στις θέσεις που υποστηρίχθηκαν μέσω αυτών θα γίνει μέσα στο πλαίσιο αξιολόγησης των εκατέρωθεν θέσεων των μερών, όπου αυτό κρίνεται σκόπιμο.[1] ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΣΕ ΣΥΝΑΡΤΗΣΗ ΜΕ ΤΗ ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΤΩΝ ΕΓΕΙΡΟΜΕΝΩΝ ΖΗΤΗΜΑΤΩΝ Αρχικά προχωρώ σε εξέταση των θέσεων αμφότερων των συνηγόρων, ως αυτές προωθούνται στις γραπτές αγορεύσεις τους, αναφορικά με το εκπρόθεσμο καταχώρισης τόσο της Ένστασης της Ενάγουσας, όσο και των συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων από πλευράς Εναγομένου. Διερχόμενη των πρακτικών του φακέλου του Δικαστηρίου, διαπιστώνω ότι την 6.11.2024, κατά τη διεξαγωγή ακρόασης διαδικαστικών οδηγιών, το Δικαστήριο καθόρισε το χρονοδιάγραμμα ακροάσεως της υπό κρίση Αίτησης, δίδοντας οδηγίες, μεταξύ άλλων, για την καταχώριση της Ένστασης μέχρι την 4.12.2024 και ακολούθως, για την καταχώριση τυχόν συμπληρωματικής γραπτής μαρτυρίας από πλευράς Εναγομένου, μέχρι την 8.1.
  5. Έκτοτε, μέχρι και την ημερομηνία ακροάσεως της Αίτησης, κατά την οποία αμφότεροι οι συνήγοροι καταχώρισαν τις γραπτές αγορεύσεις τους στο ηλεκτρονικό σύστημα i-Justice, το Δικαστήριο ουδέποτε επιλήφθηκε της υπό κρίση Αίτησης, ούτε και καταχωρίστηκε από οποιοδήποτε μέρος αίτηση για διαφοροποίηση του χρονοδιαγράμματος ή των οδηγιών του Δικαστηρίου (βλ. Κ. 23.12

(2)(α)). Παρεμβάλλω, ότι οι συνήγοροι της Ενάγουσας επικοινώνησαν μέσω του συστήματος i-Justice σε δύο διαφορετικές ημερομηνίες, καταγράφοντας ότι (α) η Ένστασή τους θα καταχωρίζετο σε μεταγενέστερο στάδιο και όχι εντός της προθεσμίας που έθεσε το Δικαστήριο, πράγμα με το οποίο ο συνήγορος του Εναγομένου συναινούσε και (β) ότι η συμπληρωματική γραπτή μαρτυρία του Εναγομένου καταχωρίστηκε εκπρόθεσμα και θα πρέπει να αγνοηθεί από το Δικαστήριο. Πρόκειται ωστόσο για ηλεκτρονικά μηνύματα της μίας πλευράς, σε ημερομηνίες κατά τις οποίες η υπόθεση δεν ήταν ορισμένη ενώπιον του Δικαστηρίου, δίχως την τοποθέτηση της άλλης πλευράς, τα οποία σε καμία περίπτωση δεν συνιστούν πρακτικό του Δικαστηρίου, ούτε το ενδεδειγμένο διάβημα τροποποίησης του χρονοδιαγράμματος που είχε καθορίσει το Δικαστήριο. Εν τέλει, η Ένσταση της Ενάγουσας καταχωρίστηκε την 10.12.2024 και η συμπληρωματική γραπτή μαρτυρία του Εναγομένου την 21.1.2025 και 23.1.2025. Από πλευράς Εναγομένου δε, επιχειρείται για πρώτη φορά μέσω της γραπτής του αγόρευσης η αιτιολόγηση του γεγονότος ότι η συμπληρωματική του γραπτή μαρτυρία καταχωρίστηκε εκπρόθεσμα, γεγονός το οποίο σύμφωνα με τον ευπαίδευτο συνήγορο που τον εκπροσωπεί, οφείλεται στο εκπρόθεσμο καταχώρισης της Ένστασης της Ενάγουσας. Ως εκ των άνω, παραμένει γεγονός, ότι και οι δύο πλευρές αθέτησαν τις οδηγίες του Δικαστηρίου, εντούτοις η ημερομηνία ακροάσεως δεν επηρεάστηκε από το γεγονός της μη συμμόρφωσής τους αυτής με τις προθεσμίες που έθεσε το Δικαστήριο. Σημειώνω επίσης, ότι δεν διαπιστώνω και δεν έχει προβληθεί οποιοδήποτε επιχείρημα περί δυσμενούς επηρεασμού των δικαιωμάτων της οποιασδήποτε πλευράς, εξαιτίας της μη συμμόρφωσης του άλλου μέρους με τις προθεσμίες που τέθηκαν από το Δικαστήριο. Έχω παράλληλα κατά νου, ότι το Δικαστήριο, με γνώμονα τον πρωταρχικό σκοπό, δύναται να παρατείνει οποιαδήποτε προθεσμία. Ειδικότερα, ο Κ. 3.1
(2)(α) προβλέπει τα εξής: «
(2)Εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά στους παρόντες κανονισμούς, το δικαστήριο δύναται: (α) να παρατείνει ή σμικρύνει προθεσμία συμμόρφωσης με οποιονδήποτε κανονισμό ή δικαστικό διάταγμα (ακόμη και αν αίτηση για παράταση υποβάλλεται μετά τη λήξη της προθεσμίας συμμόρφωσης).» (Η υπογράμμιση και η έμφαση είναι του Δικαστηρίου). Το Δικαστήριο έχει επίσης εξουσία να διατάξει τη διαγραφή δικογράφου, εάν διαπιστώσει ότι υπήρξε παράλειψη συμμόρφωσης με κανονισμό ή δικαστικό διάταγμα (βλ. Μέρος 3, Κ.3.3(γ)). Σε κάθε περίπτωση, το Δικαστήριο κέκτηται ευρείας εξουσίας έκδοσης διατάγματος διόρθωσης διαδικαστικού σφάλματος. Σχετικές είναι οι ακόλουθες πρόνοιες του Μέρους 3: «3.8. Γενική εξουσία του δικαστηρίου για διόρθωση θεμάτων όταν υπήρξε διαδικαστικό σφάλμα
(1)Όταν υπήρξε διαδικαστικό σφάλμα, όπως παράλειψη συμμόρφωσης με κανονισμό: (α) το σφάλμα δεν ακυρώνει οποιοδήποτε βήμα στη διαδικασία εκτός αν κάτι τέτοιο διαταχθεί από το δικαστήριο· και (β) το δικαστήριο δύναται να εκδώσει διάταγμα διόρθωσης του σφάλματος.
(2)Δικαστήριο δεν εκδίδει διάταγμα ακύρωσης οποιουδήποτε βήματος εκτός αν ικανοποιηθεί ότι: (α) το διαδικαστικό σφάλμα ήταν σοβαρό· και (β) τέτοιο διάταγμα είναι αναγκαίο προς το συμφέρον της δικαιοσύνης, λαμβάνοντας υπόψη τον πρωταρχικό σκοπό». Σε σχέση με το τι συνιστά διαδικαστικό σφάλμα, σχετικά είναι τα όσα λέχθηκαν στην απόφαση του Εφετείου ημερ. 5.4.2024, Ελευθέριος Θεοδώρου ν. Κωνσταντίνος Μαλλούπα κ.α., Πολ. Εφ. αρ. 62/18: «Το Μέρος 3.8 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, παρέχει γενική εξουσία στο Δικαστήριο για διόρθωση θεμάτων όταν διαπιστωθεί διαδικαστικό σφάλμα. Καθορίζεται στο Μέρος 3.8
(1)ότι η ύπαρξη διαδικαστικού σφάλματος δεν ακυρώνει οποιοδήποτε βήμα στη διαδικασία εκτός αν διαταχθεί κάτι τέτοιο από το Δικαστήριο και ότι το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει διάταγμα διόρθωσης του σφάλματος. Επιπλέον, όπως προβλέπεται στο Μέρος 3.8
(2), το Δικαστήριο δεν εκδίδει διάταγμα ακύρωσης της διαδικασίας εκτός αν ικανοποιηθεί ότι το εν λόγω διαδικαστικό σφάλμα ήταν σοβαρό και ότι η έκδοση τέτοιου διατάγματος ακύρωσης, είναι αναγκαία προς το συμφέρον της δικαιοσύνης, λαμβάνοντας πάντοτε υπόψη τον πρωταρχικό σκοπό των Κανονισμών του 2023». Περαιτέρω, στην Miltiades Neophytou Civil Engineering Contractors & Developers Ltd ν. Δήμου Πάφου, Πολ. Εφ. αρ. Ε5/2018 ημερ. 16.1.2024, με παραπομπή στις πρόνοιες του Μέρους 3.8, λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω πρόνοιες και παρά την διαπίστωση μας ότι η επιλογή του εφεσίβλητου να προωθήσει το αίτημα του με τον τύπο των παλαιών Θεσμών δεν ήταν η ενδεδειγμένη, κρίνουμε ότι η ως άνω λανθασμένη δικονομική διαδικασία δεν οδηγεί χωρίς άλλο στον αποκλεισμό και την απόρριψη της αίτησης. Η αίτηση περιλαμβάνει όλα τα αναγκαία για την προώθηση και εξέταση της στοιχεία, χωρίς παράλληλα να επηρεάζονται τα δικαιώματα οποιουδήποτε τρίτου. Η διάσωση του διαβήματος κατά τον πιο πάνω τρόπο, συνάδει κατά την κρίση μας με τον Πρωταρχικό Σκοπό των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, ήτοι της διασφάλισης του δικαιώματος πρόσβασης στο Δικαστήριο κατά τρόπο δίκαιο και αποτελεσματικό και της ερμηνείας των Κανονισμών προς αποφυγή αχρείαστων διαδικασιών, σε σχέση με διαδικαστικά θέματα. Συνάδει επίσης με το Μέρος 3.8
(1)όπου υποδεικνύεται ότι η παράλειψη διαδίκου να συμμορφωθεί με τους πιο πάνω Κανονισμούς δεν καθιστά τη διαδικασία άκυρη και ότι το Δικαστήριο, σε περίπτωση τέτοιας μη συμμόρφωσης, μπορεί να εκδώσει διάταγμα διόρθωσης του σφάλματος. Επιπλέον δυνάμει των διατάξεων του Μέρους 3.8.
(2)δεν ακυρώνεται η διαδικασία εκτός αν το σφάλμα είναι σοβαρό και η ακύρωση είναι αναγκαία προς το συμφέρον της δικαιοσύνης, λαμβάνοντας υπόψη και τον Πρωταρχικό Σκοπό. Στην παρούσα περίπτωση για τους λόγους που εξηγήσαμε πιο πάνω, όπως το ότι αίτηση περιλαμβάνει όλα τα αναγκαία για την εξέταση της στοιχεία, χωρίς να επηρεάζονται τα δικαιώματα οποιουδήποτε τρίτου, κρίνουμε ότι το σφάλμα δεν είναι σοβαρό και η ακύρωση της αίτησης δεν είναι αναγκαία για τους σκοπούς απονομής δικαιοσύνης. Αντιθέτως συνυπολογίζοντας όλα τα πιο πάνω και έχοντας υπόψη τον Πρωταρχικό Σκοπό των Κανονισμών, θεωρούμε ότι είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης όπως μην ακυρωθεί η παρούσα διαδικασία, παρά τον λανθασμένο έντυπο αίτησης με το οποίο προωθείται». Παραπέμπω επίσης στο Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας του Γ. Μπαμπινιώτη, Ε' Έκδοση, 2019, όπου η εννοιολογική σημασία που αποδίδεται στη λέξη «διαδικαστικός», είναι η εξής: «αυτός που σχετίζεται με την εφαρμογή συγκεκριμένης διαδικασίας (και όχι λ.χ. με θέματα ουσίας τα οποία η διαδικασία επιλύει)». Επανερχόμενη στα περιστατικά της παρούσας, έχοντας κατά νου όλα τα ανωτέρω και δη το γεγονός ότι αμφότερα τα μέρη δεν συμμορφώθηκαν με το χρονοδιάγραμμα που έθεσε το Δικαστήριο, ότι δεν αιτήθηκαν τροποποίηση των οδηγιών του Δικαστηρίου κατά τον τρόπο που προβλέπουν οι Κανονισμοί Πολιτικής Δικονομίας, ότι ήγειραν ζητήματα εκπροθέσμου για πρώτη φορά στο Δικαστήριο μέσω των γραπτών τους αγορεύσεων και κυρίως ότι δεν έχει αναδειχθεί, από τα όσα τέθηκαν ενώπιόν μου, να πλήττονται με οποιοδήποτε τρόπο τα δικαιώματά των, εξαιτίας της διαπιστωθείσας εκπρόθεσμης καταχώρισης τόσο της Ένστασης, όσο και της συμπληρωματικής γραπτής μαρτυρίας, καταλήγω ότι οι εν λόγω εκπρόθεσμες καταχωρίσεις αποτελούν διαδικαστικά σφάλματα, τα οποία δυνατό να θεραπευθούν με βάση τις εξουσίες που ο Κανονισμός 8 του Μέρους 3 παρέχει στο Δικαστήριο και συνεπώς εκδίδεται ανάλογη διαταγή. Υπενθυμίζεται, ότι ο πρωταρχικός σκοπός των Κανονισμών δεν είναι άλλος, από την παροχή στο Δικαστήριο δυνατότητας χειρισμού των υποθέσεων κατά τρόπο δίκαιο και με αναλογικό κόστος.[2] Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω, προχωρώ σε εξέταση της ουσίας της Αίτησης, σε συνάρτηση με τις θέσεις που προωθούνται στις γραπτές αγορεύσεις των μερών και δεν έχουν εγκαταλειφθεί. Αποτελεί επιχειρηματολογία του ευπαίδευτου συνηγόρου του Εναγομένου, με παραπομπή σε διάφορες αυθεντίες, ότι αφής στιγμής η απαίτηση δεν συντάχθηκε και δεν καταχωρίστηκε από εγγεγραμμένο δικηγόρο, ως ο Περί Δικηγόρων Νόμος, Κεφ. 2, προνοεί, πρόκειται για εξ' υπαρχής άκυρη διαδικασία, την οποία καλεί το Δικαστήριο να διαγράψει, βάσει των εξουσιών που του παρέχει το Μέρος 3, το οποίο περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, στη νομική βάση της υπό κρίση Αίτησης. Από την άλλη, σύμφωνα με τα όσα η ενόρκως δηλούσα ισχυρίζεται στην ένορκη της δήλωση η οποία συνοδεύει την Ένσταση, η καταγραφή «TTC Temple Court Chambers» στα έντυπα που καταχωρίστηκαν μέσα στο πλαίσιο της απαίτησης της Ενάγουσας αποτελεί διαδικαστικό σφάλμα, το οποίο διορθώθηκε με την καταχώριση του ορθού διοριστηρίου, με το οποίο διορίζεται η κα Ανδριάνα Κλαϊδη, δικηγόρος του εν λόγω οίκου, που είναι αδειούχα και δεόντως εγγεγραμμένη δικηγόρος. Η άσκηση του δικηγορικού επαγγέλματος στην Κυπριακή Δημοκρατία διέπεται από τις πρόνοιες του περί Δικηγόρων Νόμου, Κεφ. 2 (στο εξής ο «Νόμος»). Η παρασκευή δικογράφων και η εμφάνιση ενώπιον οποιουδήποτε Δικαστηρίου περιλαμβάνεται στον ορισμό του «ασκείν τη δικηγορία», σύμφωνα με το άρθρο 2 του εν λόγω Νόμου. Επιπρόσθετα, υπάρχει διάκριση συμφώνως των προνοιών του άρθρου 2 του Νόμου, μεταξύ του «δικηγόρου» που είναι εγγεγραμμένος ως δικηγόρος και του «δικηγόρου ο οποίος ασκεί το επάγγελμα». Εξ ου και οι αντίστοιχες διακρίσεις, στα άρθρα 6 και 6Α του Νόμου, σε εγγραφή δικηγόρων στο «Μητρώο των Δικηγόρων» και στο «Μητρώο των Δικηγόρων που Ασκούν το Επάγγελμα». Στο άρθρο 11
(1)του Νόμου, καθορίζονται αυστηρά οι όροι τους οποίους πρέπει να πληροί κάποιος για να δικαιούται να ασκήσει τη δικηγορία. Σύμφωνα με το άρθρο 11
(3), η άσκηση δικηγορίας χωρίς εγγραφή ή κατοχή άδειας, συνιστά ποινικό αδίκημα. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του ιδίου νομοθετήματος, «Εταιρεία Δικηγόρων» σημαίνει ομόρρυθμη ή ετερόρρυθμη εταιρεία ή ιδιωτική εταιρεία περιορισμένης ευθύνης της οποίας η εγγραφή ως Εταιρείας Δικηγόρων εγκρίνεται από το Νομικό Συμβούλιο για σκοπούς άσκησης δικηγορίας από ένα ή περισσότερους δικηγόρους σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(1)του άρθρου 6Γ. Ως δε προβλέπει το άρθρο 6Γ του Νόμου, κάθε εταιρεία Δικηγόρων, της οποίας η εγγραφή στον Έφορο Εταιρειών εγκρίθηκε από το Νομικό Συμβούλιο, καταχωρείται από το Συμβούλιο του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου σε ειδικό μητρώο που τηρείται από αυτό σε ηλεκτρονική μορφή και καλείται «Μητρώο Εταιρειών Δικηγόρων». Διαφωτιστικά είναι τα όσα λέχθηκαν στην Gremona Advertising Ltd κ.α. ν. Εκδοτικού Οίκου Δίας Λτδ ημερ. 6.6.2018, Πολ. Εφ. Αρ. 138/2012, όπου ένας εκ των συνεταίρων του συνεταιρισμού που εκπροσωπούσε την Ενάγουσα, δεν είχε ανανεωμένη άδεια ασκήσεως του επαγγέλματος του δικηγόρου. Ειδικότερα: «Δεν αμφισβητείται ότι η καταχώριση του Ειδικώς Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος στην παρούσα περίπτωση εμπίπτει στον ορισμό «ασκείν τη δικηγορία» οπότε, σύμφωνα με το άρθρο 11
(1)του πιο πάνω Νόμου, οι δικηγόροι που το συνέταξαν και το καταχώρισαν θα έπρεπε να ήταν εγγεγραμμένοι ως δικηγόροι, και να είχε εκδοθεί ετήσια άδεια για τον κάθε δικηγόρο, στον τύπο που το Συμβούλιο του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου ήθελε καθορίσει. Παραθέτουμε αυτούσιο το άρθρο 11
(1)για σκοπούς καλύτερης παρακολούθησης: «Όρoι άσκησης τoυ επαγγέλματoς 11.-
(1)Καvέvας δε δικαιoύται vα ασκεί τη δικηγoρία εκτός αv- [.] Το γεγονός ότι η πρόταση που χρησιμοποιείται στο πιο πάνω άρθρο «κανένας δεν δικαιούται να ασκεί τη δικηγορίαν» που είναι στον ενικό αριθμό σημαίνει ότι αυτό εφαρμόζεται στο κάθε πρόσωπο το οποίο ασκεί το επάγγελμα του δικηγόρου και όχι σε νομικό πρόσωπο που αποτελείται από περισσότερους του ενός δικηγόρου. Αυτό επιβεβαιώνει και το εδάφιο 3 του άρθρου 11 όπου συνιστά ποινικό αδίκημα τιμωρούμενο με ποινή φυλάκισης ή και πρόστιμο για πρόσωπο που ασκεί τη δικηγορία χωρίς να είναι εγγεγραμμένο ή να κατέχει ετήσια άδεια αλλά και το εδάφιο 4 που καθορίζει τα προσόντα για να δικαιούται ένα πρόσωπο σε εγγραφή στο Μητρώο που, μεταξύ άλλων, θα πρέπει να έχει συμπληρωμένο το εικοστό πρώτο έτος της ηλικίας του, να είναι καλού χαρακτήρα, να κατέχει δίπλωμα νομικής, που αναφέρονται σαφώς σε φυσικά πρόσωπα. Συνεπώς η ετήσια άδεια εκδίδεται επ' ονόματι του κάθε φυσικού προσώπου, που ασκεί την δικηγορία. Στην παρούσα περίπτωση όλα τα μέλη του συνεταιρισμού Δήμος & Λία Γεωργιάδη ήσαν εγγεγραμμένοι στο Μητρώο Δικηγόρων και είχαν εξασφαλίσει κατά τον επίδικο χρόνο άδεια άσκησης επαγγέλματος πλην του Δήμου Γεωργιάδη. Το ερώτημα που τέθηκε πρωτόδικα και κατ' έφεση, σ' όσον αφορά τους συγκεκριμένους δικηγόρους, είναι κατά πόσο η παράλειψη εγγραφής του Δήμου Γεωργιάδη στο Μητρώο Δικηγόρων και η μη εξασφάλιση από αυτόν άδειας για το 2006 ενέχει καταλυτικές συνέπειες για την εγκυρότητα της Αγωγής. Στην υπόθεση Μιχαηλίδης και Ζαβαλλής ν. Χ"Ηροδότου
(2003)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1609 αναφέρθηκε ότι κάθε δικηγόρος έχει δικαίωμα να ασκεί το επάγγελμα του μέσω συνεταιρισμού. Αποφασίστηκε περαιτέρω ότι συνεταιρισμός αποτελούμενος από δικηγόρους οι οποίοι έχουν δικαίωμα άσκησης του δικηγορικού επαγγέλματος διατηρεί δυνατότητα σύναψης συμφωνιών παροχής υπηρεσιών σε πελάτες, εμπεριέχουσες το στοιχείο της άσκησης δικηγορίας καθώς και δικαίωμα καθορισμού της πληρωτέας αμοιβής. Και εφόσον οι συγκεκριμένες υπηρεσίες παρέχονται από δικηγόρο ή δικηγόρους μέλη του συνεταιρισμού, εξυπακούεται ότι η συμφωνία πελάτη και συνεταιρισμού είναι νόμιμη. Ένας παράνομος εξ υπαρχής συνεταιρισμός κάτω από αυστηρή θεώρηση δεν υπάρχει, εφόσον η διάλυση του προκύπτει από τη στιγμή της δημιουργίας του έστω και εάν οι συνέταιροι έχουν άγνοια του παράνομου γεγονότος. (βλ. σύγγραμμα Lindley & Banks on Partnership, 19η Έκδ., παραγρ. 8 - 59, σελ. 173). Σε ορισμένες εξαιρετικές περιστάσεις το Δικαστήριο είναι διατεθειμένο να παρακάμψει τις αυστηρές συνέπειες της παρανομίας. Έτσι, στην υπόθεση Hudgell Yeates & Co v. Watson (C.A.)
(1978)QB 451 ένας συνεταιρισμός δικηγόρων καταχώρησε Αγωγή εναντίον πελάτη του για είσπραξη της αμοιβής του, για νομικές εργασίες που εκτέλεσε για λογαριασμό του πελάτη του. Ο πελάτης ήγειρε θέμα παράνομης σύμβασης γιατί ένας εκ των συνεταίρων δικηγόρων δεν ήταν προσοντούχος, για περίοδο περίπου επτά μηνών, για να ασκεί τη δικηγορία, εφόσον δεν είχε ανανεώσει την άδεια του από αβλεψία. Το Αγγλικό Εφετείο θεώρησε ότι η αναφορά σε «μη προσοντούχο πρόσωπο» και «πρόσωπο» στον Αγγλικό περί Δικηγόρων Νόμο του 1957, που ίσχυε τότε, αφορούσε σε άτομο και όχι σε νομικό πρόσωπο. Θεωρήθηκε περαιτέρω ότι μόνο αυτό το συγκεκριμένο άτομο δεν κατείχε άδεια άσκησης του επαγγέλματος του δικηγόρου, γι' αυτό και δεν μπορούσε να καταχωρίσει Αγωγή για τα έξοδα του. Σημειώνεται ότι ο πιο πάνω Νόμος περιείχε ρητή πρόνοια ότι ένας μη προσοντούχος δικηγόρος δεν μπορούσε να αξιώσει την αμοιβή του. Κρίθηκε όμως από το Εφετείο ότι η παράλειψη ανανέωσης της άδειας του συγκεκριμένου δικηγόρου δεν επηρέασε τους υπόλοιπους συνεταίρους στην προώθηση της αξίωσης τους. Αποφασίστηκε περαιτέρω ότι ο παράνομος συνεταιρισμός είχε διαλυθεί και αυτόματα επανασυσταθεί, χωρίς όμως τον συνεταίρο που προκάλεσε την παρανομία. Αυτό διότι σύμφωνα με το 534 του Partnership Act 1890, (ίδιo με το άρθρο 36 του Κεφ. 116 η μη ανανέωση της άδειας ενός των συνεταίρων ήταν γεγονός που επέφερε τη διάλυση του συνεταιρισμού. Το Αγγλικό Εφετείο προσέγγισε την ουσία του θέματος έχοντας υπόψη και τις διατάξεις του 318
(1)και
(2)του Solicitors Act 1957, και έκρινε ότι οι λέξεις «an unqualified person" και «person" είχαν αναφορά στο άτομο και όχι στον ίδιο το συνεταιρισμό και συνεπώς ήταν μόνο ο δικηγόρος που δεν είχε από λάθος, ανανεώσει την άδεια του που αποστερείτο δικαιώματος είσπραξης της αμοιβής του και όχι ο συνεταιρισμός εν συνόλω. Στην Κύπρο, ακολούθησαν μια αυστηρότερη προσέγγιση. Έτσι στην υπόθεση G. M. Platritis & Co and others v. Computer Patent Ammuities and others
(1988)1 CLR 135, στην οποίαν μας παρέπεμψε ο δικηγόρος των εφεσειόντων, αποφασίστηκε ότι ένας συνεταιρισμός δικηγόρων που παρέχει υπηρεσίες που εμπίπτουν στον ορισμό «ασκείν τη δικηγορίαν» θα πρέπει να αποτελείται από αδειούχους δικηγόρους, ανεξάρτητα από το ποιος από τους συνεταίρους δικηγόρους θα παράσχει τις υπηρεσίες στον πελάτη. Σημειώνεται ότι στην υπόθεση αυτή η μία εκ των δύο συνεταίρων ήταν ασκούμενη δικηγόρος και δεν ήταν εγγεγραμμένη στο Μητρώο. Κρίθηκε ότι εφόσον η συμφωνία παροχής υπηρεσιών δεν περιορίστηκε μόνο στον ένα εκ των συνεταίρων που κατείχε άδεια, υπήρξε παραβίαση του άρθρου 2
(1)του περί Δικηγόρων Νόμου. [.] Τόσο η εγγραφή εμπορικών σημάτων που αφορούσε η υπόθεση Platritis όσο και η καταχώρηση Αγωγής που αφορά η παρούσα περίπτωση, συνιστούν υπηρεσίες που εμπίπτουν στον ορισμό «ασκείν τη δικηγορίαν» όπου εφαρμόζονται οι πρόνοιες του άρθρου 11 του περί Δικηγόρων Νόμου. Διαφωνούμε επίσης με την διαπίστωση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι το παραδεκτό γεγονός ότι δηλ. οι Λία, Κίτσα και Κλεάνθης Γεωργιάδη κατέχουν άδεια, καθιστά νόμιμη την καταχώρηση της Αγωγής. Ο Τύπος Διορισμού Δικηγόρου που συνοδεύει το Κλητήριο Ένταλμα αναφέρεται στο συνεταιρισμό Δήμος & Λία Γεωργιάδη & Σία και όχι σε συγκεκριμένα άτομα του συνεταιρισμού οπότε όλοι οι συνεταίροι θα έπρεπε να κατέχουν ετήσια άδεια και να είναι εγγεγραμμένοι στο Μητρώο κατά την καταχώρηση της Αγωγής υποχρέωση που εξακολουθεί να υπάρχει μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας. Ο διορισμός του πιο πάνω συνεταιρισμού δικηγόρων για να προβεί στη λήψη δικαστικών μέτρων είναι παράνομη, λόγω του παράνομου χαρακτήρα του συνεταιρισμού ενόψει της συμμετοχής του Δήμου Γεωργιάδη ως συνεταίρου χωρίς να είναι προσοντούχος». (Η υπογράμμιση και η έμφαση είναι του Δικαστηρίου). Αναφορικά με την εξουσία του Δικαστηρίου να διατάξει τη διαγραφή δικογράφου, σχετικές είναι οι πρόνοιες του Μέρους 3, Κ.3: «
(1)Στον παρόντα κανονισμό και στον κανονισμό 3.4, αναφορά σε δικόγραφο περιλαμβάνει αναφορά και σε μέρος δικογράφου.
(2)Το δικαστήριο δύναται να διαγράψει δικόγραφο αν διαπιστώσει ότι: (α) το δικόγραφο δεν αποκαλύπτει εύλογη αιτία έγερσης απαίτησης ή υπεράσπισης· (β) το δικόγραφο συνιστά κατάχρηση δικαστικής διαδικασίας ή διαφορετικά ενδέχεται να παρεμποδίσει τη δίκαιη διεκπεραίωση της διαδικασίας· ή (γ) υπήρξε παράλειψη συμμόρφωσης με κανονισμό ή δικαστικό διάταγμα.
(3)Όταν το δικαστήριο διαγράφει δικόγραφο, δύναται να εκδώσει οποιοδήποτε παρεπόμενο διάταγμα θεωρεί κατάλληλο.
(4)Όταν: (α) το δικαστήριο έχει διαγράψει δικόγραφο του ενάγοντα· (β) ο ενάγων έχει διαταχθεί να καταβάλει έξοδα στον εναγόμενο· και (γ) προτού ο ενάγων καταβάλει αυτά τα έξοδα, καταχωρίζει νέα απαίτηση εναντίον του ίδιου εναγόμενου, η οποία προκύπτει από γεγονότα τα οποία είναι ταυτόσημα ή ουσιωδώς ταυτόσημα με εκείνα τα οποία σχετίζονται με την απαίτηση στην οποία διαγράφηκε το δικόγραφο, το δικαστήριο δύναται, μετά από αίτηση τού εναγόμενου, να αναστείλει τη νέα αυτή απαίτηση μέχρι να καταβληθούν τα έξοδα της πρώτης απαίτησης.
(5)Η παράγραφος
(2)δεν περιορίζει οποιαδήποτε άλλη εξουσία του δικαστηρίου να διαγράφει δικόγραφο δυνάμει οποιουδήποτε νόμου ή κανονισμού». (Η υπογράμμιση και η έμφαση είναι του Δικαστηρίου). Ως επισήμανε το Δικαστήριο στην Ανδρονίκου κ.α. ν. Επιτροπής του Σχεδίου Ταμείου Συντάξεων και Χορηγημάτων σε υπαλλήλους της Αρχής Ηλεκτρισμού Κυπρίου και εξαρτωμένους τους
(2016)1 ΑΑΔ 600, όπου εξετάστηκε το ζήτημα της νομιμοποίησης της εφεσίβλητης να εξουσιοδοτεί δικηγόρο, στην απόφαση της πλειοψηφίας, όταν εγείρεται θέμα ανικανότητας χορήγησης διορισμού δικηγόρου, το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει το θέμα, ακόμα και αυτεπαγγέλτως και δεν θα πρέπει να επιτρέψει να συνεχίσει η αγωγή. Επιπρόσθετα, στο Μέρος 7 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, Κ. 7.1
(5), προβλέπονται τα ακόλουθα: «
(5)Όταν ο ενάγων διαμένει στην Κύπρο, έντυπο απαίτησης το οποίο παρουσιάζεται από δικηγόρο δεν καταχωρίζεται εκτός αν συνοδεύεται από γραπτό έντυπο διορισμού δικηγόρου σύμφωνα με το Έντυπο αρ.5.
(6)Όταν ο ενάγων είναι αναλφάβητος, το έντυπο διορισμού δικηγόρου δυνάμει της παραγράφου
(5)επιβεβαιώνεται από πρωτοκολλητή, πιστοποιούντα υπάλληλο ή δύο ικανούς μάρτυρες. οι οποίοι δεν είναι δικηγορικοί υπάλληλοι.
(7)Κατά παρέκκλιση από την παράγραφο
(5)πιο πάνω, έντυπο απαίτησης μπορεί να καταχωριστεί κατόπιν άδειας του δικαστηρίου, χωρίς να συνοδεύεται από έντυπο διορισμού δικηγόρου εφόσον αποδειχθεί καλή αιτία». (Η υπογράμμιση και η έμφαση είναι του Δικαστηρίου). Στο Μέρος 22 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, προνοούνται τα εξής: «.
(4)Η δήλωση αληθείας πρέπει να υπογράφεται από: (α) στην περίπτωση δικογράφου, απάντησης ή αίτησης: (
  1. i)τον διάδικο ή αντιπρόσωπο παιδιού ή ανίκανου προσώπου, δυνάμει οποιασδήποτε νομοθεσίας· ή (
  2. ii)τον δικηγόρο εκ μέρους του διαδίκου ή αντιπρόσωπου παιδιού ή ανίκανου προσώπου, δυνάμει οποιασδήποτε νομοθεσίας· και (β) στην περίπτωση δήλωσης μάρτυρα, τον δηλούντα.
(5)Όταν έγγραφο επιβεβαιώνεται εκ μέρους νομικής οντότητας, υπό την επιφύλαξη του κανονισμού 22.1
(8), η δήλωση αληθείας πρέπει να υπογράφεται από πρόσωπο το οποίο κατέχει ανώτερο αξίωμα στη νομική οντότητα. Το πρόσωπο αυτό οφείλει να δηλώσει το αξίωμα ή τη θέση την οποία κατέχει.
(6)Καθένα από τα ακόλουθα πρόσωπα είναι πρόσωπο το οποίο κατέχει ανώτερο αξίωμα: (α) σε σχέση με εγγεγραμμένη νομική οντότητα, διοικητικός σύμβουλος, ταμίας, γραμματέας, ανώτερος εκτελεστικός διευθυντής, διευθυντής ή άλλος αξιωματούχος της νομικής οντότητας.
(7)Όταν το έγγραφο επιβεβαιώνεται εκ μέρους συνεταιρισμού, τα πρόσωπα τα οποία δύνανται να υπογράψουν τη δήλωση αληθείας είναι: (α) οποιοσδήποτε εκ των συνεταίρων· ή (β) πρόσωπο το οποίο έχει τον έλεγχο ή τη διαχείριση των εργασιών του συνεταιρισμού.
(8)Όταν διάδικος εκπροσωπείται από δικηγόρο, ο δικηγόρος δύναται να υπογράψει τη δήλωση αληθείας εκ μέρους του διαδίκου σε σχέση με τα έγγραφα τα οποία αναφέρονται στον κανονισμό 22
(1)(α), (β) και (δ) πιο πάνω. Η υπογεγραμμένη από δικηγόρο δήλωση αληθείας δηλώνει την πεποίθηση του πελάτη του δικηγόρου και όχι του ιδίου του δικηγόρου. Υπογράφοντας, ο δικηγόρος οφείλει να αναφέρει την ιδιότητα με την οποία υπογράφει και το όνομα του δικηγορικού οίκου όπου είναι κατάλληλο.
(9)Δικηγόρος ο οποίος υπογράφει δήλωση αληθείας οφείλει να υπογράφει εξ ονόματός του και όχι εξ ονόματος του δικηγορικού οίκου ή του εργοδότη του». (Η υπογράμμιση και η έμφαση είναι του Δικαστηρίου) Επανερχόμενη στα περιστατικά της παρούσας, σημειώνω, ότι από τον φάκελο του Δικαστηρίου, προκύπτουν τα εξής: - Το έντυπο διορισμού δικηγόρου εκ μέρους της Ενάγουσας που καταχωρίστηκε μαζί με το Έντυπο Απαίτησης, εξουσιοδοτεί το «δικηγορικό γραφείο TTC Temple Court Chambers» να λάβει δικαστικά μέτρα εκ μέρους της Ενάγουσας και εναντίον του Δήμου Αγίας Νάπας. - Η Έκθεση Απαίτησης η οποία καταχωρίστηκε μαζί με το Έντυπο Απαίτησης, φέρει μία χειρόγραφη υπογραφή και από κάτω αναγράφει «TTC Temple Court Chambers, [ ], Λευκωσία». - Στη δήλωση αληθείας η οποία συνοδεύει το Έντυπο Απαίτησης, στο σημείο καταγραφής του ονόματος του δικηγορικού οίκου αναγράφεται «TTC Temple Court Chambers - Ανδριάνα Κλαϊδη». Στη χειρόγραφη υπογραφή της εν λόγω δήλωσης αληθείας, δεν καθορίζεται εάν υπογράφει η Ενάγουσα ή δικηγόρος, πλην όμως στο σημείο όπου αναφέρεται η θέση ή το αξίωμα, αναγράφεται «Δικηγόρος». - Στα στοιχεία επίδοσης Ενάγοντα, στο κάτω μέρος της δήλωσης αληθείας η οποία συνοδεύει το Έντυπο Απαίτησης, ως όνομα δικηγόρου Ενάγοντα, αναγράφεται «TTC Temple Court Chambers». - Το δικόγραφο της Απάντησης καταχωρίστηκε την 8.4.2024 και από κάτω φέρει μία χειρόγραφη υπογραφή με την ένδειξη «αντ' αυτού» και κάτω αναγράφει «TTC Temple Court Chambers, Δικηγόροι Ενάγουσας». - Την δήλωση αληθείας που συνοδεύει το δικόγραφο της Απάντησης υπογράφει η ίδια η Ενάγουσα, ενώ στα στοιχεία του ονόματος του δικηγόρου που την εκπροσωπεί, αναγράφεται «Ανδριάνα Κλαϊδη - TTC Temple Court Chambers» και ως διότητα δηλώνεται «Δικηγόρος». - Στο ερωτηματολόγιο οδηγιών ημερ. 19.4.2024, ως δικηγόρος της Ενάγουσας υπογράφει η κα Ανδριάνα Κλαϊδη. - Την 24.4.2024 καταχωρίστηκε «νέο έντυπο διορισμού δικηγόρου», υπογεγραμμένο από την Ενάγουσα, με το οποίο εξουσιοδοτεί το «Δικηγορικό Γραφείο της κας Ανδριάνας Κλαϊδη εκ Λευκωσία, [ ]». Δεν διαλανθάνει την προσοχή του Δικαστηρίου, ότι η πλευρά της Ενάγουσας δεν αρνείται ότι ο αναγραφόμενος ως «δικηγορικός οίκος» στο Έντυπο Απαίτησης, με την ονομασία «TTC Temple Court Chambers», δεν αποτελεί εγγεγραμμένη δικηγορική οντότητα, ούτε και γίνεται λόγος για την ύπαρξη κάποιου συνεταιρισμού ή έστω κάποιας εγγεγραμμένης επωνυμίας. Παράλληλα, το όνομα «TTC Temple Court Chambers» δεν φέρει το αρκτικόλεξο «Δ.Ε.Π.Ε.» ή «LLC» το οποίο προβλέπεται δια του αρ. 6Γ του Νόμου και παραπέμπει σε εταιρεία δικηγόρων. Επισημαίνω επίσης, ότι δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία ως προς την όποια σχέση τυχόν υπάρχει μεταξύ της κας Κλαϊδη με τον αναφερόμενο οίκο «TTC Temple Court Chambers», ενώ δεν τέθηκε υπό αμφισβήτηση η κατοχή άδειας ασκήσεως του επαγγέλματος του δικηγόρου εκ μέρους της κας Κλαϊδη. Ως επίσης ορθά διατείνεται η πλευρά του Εναγομένου, δεν καταχωρίστηκε έντυπο αλλαγής δικηγόρου με βάση το έντυπο 62 που προβλέπει το Μέρος 40 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας. Ως άλλωστε η πλευρά της Ενάγουσας διατείνεται, επρόκειτο περί διαδικαστικού λάθους, εξ ου και καταχώρισε νέο διοριστήριο. Έχοντας κατά νου όλα τα ανωτέρω και αποτιμώντας τα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, σε συνάρτηση με τη νομική πτυχή που διέπει το θέμα, δεν δύναμαι να καταλήξω σε συμπέρασμα ότι οι καταχωρήσεις που έγιναν στο όνομα «TTC Temple Court Chambers», συνιστούν διαδικαστικό λάθος, το οποίο δυνατό να θεραπευθεί με την έκδοση ανάλογης διαταγής. Όλα τα έντυπα τα οποία καταχωρίστηκαν μέσα στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, σε διάφορες ημερομηνίες, καταχωρίστηκαν από κάποιο οίκο με το όνομα «TTC Temple Court Chambers», η μη ύπαρξη και εγγραφή του οποίου δεν αμφισβητήθηκε. Τούτων λεχθέντων, δεν θεωρώ ότι οι αναφερθείσες καταχωρίσεις συνιστούν σφάλμα το οποίο αφορά στη διαδικασία, οι δε ρητές πρόνοιες των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας οι οποίες σχετίζονται με το συγκεκριμένο θέμα, αντικατοπτρίζουν, κατά την κρίση μου, το κεφαλαιώδες του ζητήματος. Διευκρινίζεται παρά ταύτα, ότι δεν είναι ρόλος του Δικαστηρίου, μέσα στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, η διερεύνηση ζητημάτων που άπτονται της δέουσας εγγραφής και αδειοδότησης των προσώπων που ασκούν τη δικηγορία και της έκδοσης σχετικών αναγνωριστικών διαταγμάτων. Συνεπακόλουθα, τα παρακλητικά υπό (Γ) και (Δ) της υπό κρίση Αίτησης δεν μπορούν να έχουν επιτυχή κατάληξη και απορρίπτονται. Αναφορικά με το εγειρόμενο ζήτημα περί καθυστέρησης στην καταχώριση της υπό κρίση Αίτησης, η θέση αυτή αφενός μεν δεν προωθείται στη γραπτή αγόρευση της Ενάγουσας, αφετέρου δε, δεν βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο. Ειδικότερα, ως αναφέρεται στη γραπτή μαρτυρία η οποία συνοδεύει την Αίτηση, αφού οι δικηγόροι του Εναγομένου πληροφορήθηκαν πρόσφατα από τα ΜΜΕ ότι οι «TTC Temple Court Chambers» δεν αποτελούν δικηγορική εταιρεία ή οντότητα, προέβησαν σε σχετική έρευνα την 12.6.2024 στα μητρώα του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου. Η παρούσα Αίτηση καταχωρίστηκε 13 ημέρες αργότερα, διάστημα το οποίο δεν θεωρώ υπό τις περιστάσεις να συνιστά έκδηλη καθυστέρηση, επομένως ο σχετικός λόγος ένστασης απορρίπτεται. Δεν διαλανθάνει την προσοχή του Δικαστηρίου ο ισχυρισμός από πλευράς Ενάγουσας, ότι δεν έχει καταδειχθεί δυσμενής επηρεασμός του Εναγομένου, από τα όσα αφορούν στην καταχώριση των εντύπων μέσα στο πλαίσιο της παρούσας. Εντούτοις, το εγερθέν ζήτημα σχετίζεται την εκπροσώπηση της Ενάγουσας και την έναρξη και προώθηση της όλης απαίτησης και δεν θεωρώ ότι οι εξουσίες που οι Κανονισμοί του 2023 παρέχουν στο Δικαστήριο αποτελούν πανάκεια, δεδομένης μάλιστα της ύπαρξης ειδικού ρυθμιστικού πλαισίου, σε ότι αφορά σε τέτοιας φύσεως ζητήματα. Διαφορετική προσέγγιση, κατά την κρίση μου, ενδεχομένως να οδηγήσει σε ενθάρρυνση τέτοιων δικονομικών συμπεριφορών. Υπενθυμίζεται, ότι με το αρχικό της διοριστήριο, η Ενάγουσα διόρισε το «δικηγορικό γραφείο TTC Temple Court Chambers» για να την εκπροσωπήσει, παρέμεινε δε αναντίλεκτο γεγονός, από τα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι η εν λόγω ονομασία δεν απαντάται είτε σε δικηγόρο, είτε σε συνεταιρισμό δικηγόρων είτε σε εταιρεία δικηγόρων, που είναι αδειοδοτημένος να ασκεί τη δικηγορία. Τέλος, ως προς την επιχειρηματολογία που προβάλλεται από πλευράς Ενάγουσας στη γραπτή της αγόρευση, ότι η γραπτή μαρτυρία που συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση είναι αντικανονική, καθώς επίσης και σε σχέση με τον χρόνο καταχώρισης της δήλωσης αληθείας που συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση, σημειώνω ότι τέτοιοι λόγοι ένστασης δεν προβάλλονται και συνεπώς οι θέσεις αυτές υπόκεινται σε απόρριψη. Ανεξαρτήτως της πιο πάνω κατάληξης του Δικαστηρίου και σε περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι η καταχώριση των εντύπων που αναφέρονται πιο πάνω αποτελεί διαδικαστικό σφάλμα το οποίο δυνατό να θεραπευθεί, για σκοπούς πληρότητας της παρούσας, παραθέτω την κρίση του Δικαστηρίου και σε σχέση με το διαζευκτικό παρακλητικό της υπό κρίση Αίτησης, ήτοι το παρακλητικό υπό (Ε). Ως αναφέρεται στη γραπτή μαρτυρία η οποία υποστηρίζει την Αίτηση, οι ισχυρισμοί των οποίων ζητείται η διαγραφή, αποτελούν ανυπόστατους και ανεδαφικούς ισχυρισμούς της Ενάγουσας, συνιστούν κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και ενδέχεται να παρεμποδίσουν τη δίκαιη διεκπεραίωση της διαδικασίας. Αποτελεί δε θέση του κ. Κουκούνη, ότι ο ισχυρισμός που δια του δικογράφου της Απάντησης αποδίδεται στον Εναγόμενο, ουδέποτε διατυπώθηκε κατά τον τρόπο που του αποδίδεται. Στον αντίποδα, η συνήγορος της Ενάγουσας επιχειρηματολογεί ότι έχει δικαίωμα να εγείρει εναντίον οποιουδήποτε προσώπου διαδικασία για καταφρόνηση Δικαστηρίου, σύμφωνα με το Μέρος 22 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας. Σύμφωνα με το Μέρος 22, Κ.6: «Διαδικασία για καταφρόνηση δικαστηρίου μπορεί να εγερθεί εναντίον προσώπου αν το πρόσωπο αυτό προβαίνει ή προκαλεί την πραγματοποίηση ψευδούς δήλωσης σε έγγραφο το οποίο επιβεβαιώνεται από δήλωση αληθείας, χωρίς να πιστεύει ειλικρινά στο αληθές του περιεχομένου της, δυνάμει του άρθρου 44 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960». (Η υπογράμμιση και η έμφαση είναι του Δικαστηρίου). Χρήσιμα, είναι τα όσα αναφέρονται επί του θέματος της κατάχρησης, στο σύγγραμμα «The White Book Service, 2022, Civil Procedure, Volume I, Sweet & Maxwell», σελ. 129: «Although the term "abuse of the court's process is not defined in the rules or practice direction, it has been explained in another context as "using that process for a purpose or in a way significantly different from its ordinary and proper use (Attorney General n. Barker [2000] 1 F.L.R., 759, DC per Lord Bingham of Cornhill, Lord Chief Justice). The categories of abuse of process are many and are not closed. The main categories which have been recognized in the case law to date are described in the following paragraphs. The court has power to strike out a prima facie valid claim where there is abuse of process. However there has to be an abuse, and striking out has to be supportive of the overriding objective. It does not follow from this that in all cases of abuse the correct response is to strike out the claim. In a strike-out application the proportionality of the sanction is very much in issue; see Walsham Chalet Park Ltd v Tallington Lakes Ltd [2014] EWCA Civ 1607. In Biguzzi v Rank Leisure Plc [1999] 1 W.L.R. 1926; [1999] 4 All E.R. 934, the Court of Appeal drew attention to several alternatives to a strike out under r.3.4; see 3.4.1 above. The striking out of a valid claim should be the last option. If the abuse can be addressed by a less draconian course, it should be». (Η υπογράμμιση και η έμφαση είναι του Δικαστηρίου) Έχοντας σταθμίσει όλα όσα τέθηκαν ενώπιόν μου, με την επισήμανση ότι το Δικαστήριο δεν θα αποφανθεί στο παρόν στάδιο αναφορικά με το αληθές των ισχυρισμών εκάστης πλευράς και έχοντας κατά νου ότι το Δικαστήριο δύναται να διατάξει τη διαγραφή, από οποιαδήποτε ένορκη δήλωση, οποιουδήποτε θέματος, το οποίο είναι σκανδαλώδες ή άσχετο (βλ. Μέρος 32.15
(20)), καταλήγω ότι το δικόγραφο της Απάντησης δεν μπορεί να χρησιμοποιείται για σκοπό άλλο από αυτόν για τον οποίο προορίζεται, ήτοι για αντίκρουση των ισχυρισμών που έχουν δικογραφηθεί στην Υπεράσπιση.[3] Με άλλα λόγια, δεν θεωρώ ότι ο ισχυρισμός περί καταφρόνησης του Δικαστηρίου έχει θέση στο δικόγραφο της Απάντησης, ασχέτως της όποιας διαφωνίας μεταξύ των μερών για τα περιστατικά της υπόθεσης, οι δε Κανονισμοί Πολιτικής Δικονομίας προβλέπουν συγκεκριμένη διαδικαστική οδό, σε περίπτωση που η Ενάγουσα επιθυμεί να προχωρήσει σε λήψη του συγκεκριμένου νομικού διαβήματος. Αντίθετη προσέγγιση θεωρώ ότι θα εκτροχιάσει τη διαδικασία κατά το ακροαματικό στάδιο, όπου θα ακουστεί η ουσία της υπόθεσης. Ως εκ των άνω, θα εξέδιδα εν πάση περιπτώσει διάταγμα ως το παρακλητικό (Ε) της Αίτησης. ΚΑΤΑΛΗΞΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ Ενόψει όλων των ανωτέρω, η αγωγή απορρίπτεται και η εξέταση οιουδήποτε άλλου ισχυρισμού παρέλκει. Τα έξοδα, τόσο της παρούσας διαδικασίας όσο και τα δημιουργηθέντα, μέσα στο πλαίσιο της όλης απαίτησης, θα ακολουθήσουν το αποτέλεσμα και συνεπώς επιδικάζονται υπέρ του Εναγομένου και εναντίον της Ενάγουσας, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ......... Χρ. Γ. Ππεκρή, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Καλλικάς ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(2010)1 (Β) ΑΑΔ 1238 και Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ.
  1. [2] βλ. Μέρος 1, Κανονισμός
  2. [3] βλ. Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ ν. Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας
(2012)1 ΑΑΔ 745 και Κ.16.9
(4)όπου αναφέρεται ότι «Όταν με την υπεράσπιση εγείρονται νέα ζητήματα, τότε ο ενάγων οφείλει να παραθέσει τη δική του εκδοχή των γεγονότων σε σχέση με αυτά τα νέα ζητήματα». Βλ. επίσης Κ.16.13 και Κ.16.16 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.