SΜαίου 1988 (A. AOIZOV, ΠΡ., ΜΑΛΑΧΤΟΣ, ΣΑΒΒΙΔΗΣ, ΣΤΥΛΙΛΝΙΔΗΣ, ΚΟΥΡΡΗΣ, Δ.Δ.» ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΥΠΗΡΕΣΙΩΝΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ, ΚΑΙ ΘΡΑΣΥΒΟΥΛΟΥΓΕΩΡΠΑΔΗ, Κατήγορουμένου. (ΕπιφυλαχθένΝομικόΣημείοΑρ. 251). ΣυνταγματικόΔίκαιο — Επιπρόσθετοτέλοςγια παράλειψηέγκαι ρης πληρωμής Κοινωνικών Ασφαλίσεων — Άρθρα73(ι)(θ), 80
(1)
(2)
(4), 81, 84 και 90
(1)των περίΚοινωνικώνΑσφαλίσεων Νόμων 1980-1984 και Κανονισμοί22και 24 των ΠερίΚοινωνι κών ΑσφαλίσεωνΚανονισμών 1980 έως 1984 — Δεναντίκειν- 5 ται στα Άρθρα 12 ή24.1 ή24.4 τουΣυντάγματος. Το ερώτημα,ττουυποβλήθηκε στην υπόθεση αυτή,γιαγνω μοδότηση από το Ανώτατο Δικαστήριο, είναι κατά πόσο, το επιπρόσθετο τέλος, που σύμφωνα με τα άρθρα 13
(1)(θ), 80
(1)
(2)
(4)81, 84 και 90
(1)των περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων 10 Νόμων 1980έως 1984και Κανονισμών 22και 24 των Περί Κοι νωνικών Ασφαλίσεων (Εισφοραί) Κανονισμών 1980 έως 1984 καταβάλλεται σεπερίπτωση παραλείψεως έγκαιρης πληρω μής εισφορών κοινωνικών ασφαλίσεων,αντίκειται προς το 'Αρθρο 12
(1)
(2)
(3)και το Άρθρο 24
(1)
(4)του Συντάγματος. 15 ΓοΑνώτατο Δικαστήριοαποφάνθηκε:
(1)Τοθέμαεπιβολής επιπρόσθετου τέλους για παράλειψη έγκαιρης πληρωμήςι υποχρεώσεως φορολογουμένου αναλύθηκε στην υπόθεση Λοίζου ν. Συμβουλίου Αποχετεύσεως Λευκωσία
(1988)1 Α.Α.Δ. 122. Υιοθετώντας το σκεπτικό της, το Δικαστήριο1 20 κατάληξε στο συμπέρασμα ότι το τέλος δεν αντίκειται στο Άρθρο12.
(2)Το Άρθρο 24.1 δεν έχει εφαρμογή καθότι το επιπρό σθετοτέλοςδενείναι συνεισφορά στα δημόσια βάρη.
(3)Το Άρθρο 24.4 δεν εφαρμόζεταιγιατί το επιπρόσθετο 25 τέλος αποτελεί απλώς διοικητική επιβάρυνση προνοουμένη από τονόμο γιανα ενθαρρύνειτον φορολογούμενοναπληρώ(Note:AnEnglishtranslationoithisjudgmentappearsatpp. 79S2posL) 74 2 C.L.H. Dir. of Social Insurance v. Georghiades νει έγκαιρα,πράγμα, που συμβάλλειστη καλήδιοίκηση. Αναφερόμενες αποφάσεις: Λοίζου ν. Συμβουλίου Αποχετεύσεως Λευκωσίας
(1988)1 Α.Α.Δ. 122 5 ΕπιφυλαχθένΝομικόΣημείο. Ετπφυλαχθέν νομικό σημείο από τ ο Επαρχιακό Δικαστή ριο Λεμεσού (Χ" Χαμπής Ε.Δ.) για γνωμοδότηση από τ ο Ανώτατο Δικαστήριο σύμφωνα μετις διατάξεις τ ο υάρθρου 148τ ο υ Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155 αναφοIQ ρικά με απόφαση τ ο υ πιο πάνω Δικαστηρίου κ α τ ά την ακρόαση της Ποινικής Υπόθεσης Αρ. 18171/84που καταχω ρήθηκε από τον Διευθυντή Υπηρεσιών ΚοινωνικώνΑσφαλί σεων εναντίον τ ο υ κατηγορουμένου για τ ο αδίκημα της παράλειψης να πληρώσει τ ο επιπρόσθετο τέλος κ α τ ά παράβαση των άρθρων 73
(1)(θ), 80
(1)
(2)
(4), 81, 84 και 90
(1)1 5 των περί ΚοινωνικώνΑσφαλίσεων Νόμων τ ο υ 1980έως1984 και των Κανονισμών 22και 24των περί Κοινωνικών Ασφαλί σεων (Εισφοραί)Κανονισμών τ ο υ 1980.έως1984 20 Χρ. Ιωαννίδης, για τ ο Διευθυντή Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Ο κατηγορούμενοςπαρουσιάσθη αυτοπροσώπως. Cur. adv vult. Α. ΛΟΙΖΟΥ Πρ. ανέγνωσε την απόφαση τ ο υ Δικαστη ρίου: Αυτή είναι η απάντηση μας στα νομικά ερωτήματα 25 π ο υ επεφυλάχθηκαν για γνωμοδότηση από τ ο Ανώτατο Δικαστήριο κάτω από τις διατάξεις τ ο υ άρθρου 148 τ ο υ περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155. Ο κατηγορούμενος κατηγορήθηκεενώπιο τ ο υ Επαρχια κού Δικαστηρίου Λεμεσού με τρεις κατηγορίες. Η πρώτη 30 Π τ α ν Υ ι α τταράλειψη να πληρώσει τις συνεισφορές των.Κοι νωνικών Ασφαλίσεων ως αυτοεργοδοτούμενο πρόσωπο κατά παράβαση των άρθρων 3
(6), 10, 12
(1), 13, 14
(2), 21 73
(1)(β)(δ)(ε)(στ)(οτ1)(η)(ια), 80
(1)
(2)
(4)
(5),81, 84 και 90
(1)των περί Κοινωνι κών Ασφαλίσεων Νόμων τ ο υ 1980έως1984 35 και-των Κανονισμών 9,18, 19, 21 και 22 των περί Κοινωνι- 75 A- LoSscKi P. HWtr. wflSocSot Draooiroacov. ©οοπαΜοώαο (Q900) κών Ασφαλίσεων (Εισφοραί)Κανονισμώντου1980έως1984. Η τρίτη κατηγορίαήτοότι ο κατηγορούμενοςπαρέλειψενα πληρώσει έκτακτη εισφοράγια την άμυνα της Δημοκρα τίας κατά παράβαση των άρθρων 2<1)<β), 3
(2)(γ),
(3)
(4)
(8), 5(1X2), 13
(1)<2)<4)<6), 14,15,16τουπερί Εκτάκτου Εισφοράς 5 για την Άμυνα της Δημοκρατίας Νόμου του 1984. Η δεύ τερη κατηγορία ηοποία προκάλεσε καιτα ερωτήματα που έχουν επιφυλαχθή και την οποία ο κατηγορούμενος δεν παρεδέχθη, κατηγορούσε τον κατηγορούμενο για το αδί κημα της παράλειψης να πληρώσει το επιπρόσθετο τέλος 10 κατά παράβαση των άρθρων 73<1)(θ), 80<1)
(2)
(4), 81,84και 90
(1)των περί ΚοινωνικώνΑσφαλίσεων Νόμωντου1980έως 1984 και των Κανονισμών 22 και 24 των περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Εισφοραί)Κανονισμώντου 1980έως1984. Ο κατηγορούμενος εγείρει το ζήτημα της συνταγματικό- 15 τητας των σχετικών Νόμων και Κανονισμών πάνω στους οποίους στηριζόταν η κατηγορία με το επιχείρημα ότι η επιβολή επιπρόσθετου τέλους για παράλειψη πληρωμής έγκαιρα των συνεισφορών Κοινωνικής Ασφάλισης είναι αντίθετηπρος τα Άρθρα12
(1)
(2)
(3)και24
(1)
(4)τουΣυντάγ- 20 ματός. Τα εγειρόμεναερωτήματα είναιτ αακόλουθα: Κατάπόσοντα άρθρα73
(1)<θ), 80<1)
(2)<4), 81,84και90
(1)των περί ΚοινωνικώνΑσφαλίσεων Νόμων1980έως1984και Κανονισμοί 22και24των περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Ει- 25 σφοραί)Κανονισμών1980έως1984,είναιαντίθετα πρόςτο: 1. Άρθρο 12
(1)
(2)
(3)τουΣυντάγματος, και 2. Άρθρο24
(1)
(4)του Συντάγματος. Η απάντηση και στα δυο πιο πάνω ερωτήματα είναι αρνητική. Το θέμα της επιβολής επιπρόσθετου τέλους σε 30 περιπτώσεις παράλειψης του φορολογουμένου να πλη ρώσει έγκαιρο, εξετάστηκεαπό τοΔικαστήριο πρόσφατα, μεταξύάλλων, στην υπόθεση τηςΜερόπης Μιχαήλ Λοίζου υ.Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λευκ<οσίας098&)1Α.Α.Δ. 122 στις σελίδες128-129.Στην υπόθεση εκείνηανασκοπήθηκε η 35 νομολογία και ο Δικαστής Στυλιανίδης, που εξέδωσε την ομόφωνη απόφαση τουΔικαστηρίου, είπε ταακόλουθα: 76 2CL.B. IMr.of Social b w a n w c · v. GtoigUwIc· A. L o b o u P. «To επιπρόσθετο τέλος καθορίζεται από την αμφι σβητούμενη νομοθεσία σε 20% σεπερίπτωσημηκατα βολής κατάτον καθορισθέντα χρόνο. 5 10 15 20 25 30 Το επιπρόσθετο ποσό πληρώνεται στο Ταμείο του Συμβουλίου για να χρησιμοποιηθή για τουςσκοπούς του Συμβουλίου.Η καταβολή αυτήτου επιπρόσθετου τέλουςεξαρτάται από τοαντικειμενικό κριτήριο τηςμή καταβολής και όχι από το υποκειμενικό κριτήριο ή τη μή καταβολή χωρίς εύλογο αιτία. Ο φορολογούμενος επιβαρύνεται με το επιπρόσθετο βάρος για το μόνο λόγοτηςμήπληρωμήςστονκαθορισθένταχρόνο. Αυτό δεν καταστρατηγεί τις διατάξειςτου Άρθρου 24.4του Συντάγματος,ούτεαποτελεί ποινή υπό την έννοιατου άρθρου 12.3 του Συντάγματος. Είναι, κατά κάποιο τρόπο, μόνο μια επιβάρυνση προνοουμένη από το Νόμογιαναενθαρρύνειτοφορολογούμενοναπληρώσει έγκαιρα ένα θέμα που συμβάλλει στην καλή διοίκηση λαμβάνοντας υπόψη όλεςτις επιβαρύνσεις των δημο σίωνεσόδωνένεκατης μηακριβούςπληρωμής.» Και πιο κάτω ελέχθη: «Η εξουσία της Φορολογούσης Αρχής να επιβάλει επιπρόσθετο τέλοςσεπερίπτωσηπαράλειψηςκαταβο λής ενός φόρου είναι καλά καθορισμένη. Ο φορολο γούμενος συνήθως επιβαρύνεται όχι μόνο μετόκο για το μή πληρωθέντα φόρο του, αλλάεπίσης με επιπρό σθετοτέλος.Αυτάταεπιπρόσθετα τέλη συμπεριλαμβα νομένου του τόκου είναι το αποτέλεσμα της παράλει ψης του πολίτου να εκπληρώσει τα καθήκοντα του προς την Πολιτεία ή προς ένα Οργανισμό Δημοσίου Δικαίου. (Ίδε Κυριακοπούλου Ελληνικό Διοικητικό Δίκαιο 4ηέκδοση ΜέροςΤρίτο,σελίδα353). Παρόμοια προσέγγιση υπάρχει και στις Μελέτες επί της Δημόσιας Οικονομίας του Στασινόπουλου, Τρίτη Έκδοση, 1966σελ. 292. 35 Είναι με αυτό το τρόπο σκέψης που βλέπει έναςτην προσέγγιση του Δικαστηρίου στην υπόθεση ktambouh Bros., v. DirectorDepartmentofCustoms& Excise
(1986)1 C.L.R.465, στην οποία η κατάσχεση των εμπόρευμα· των που εισήχθησαν στηνΔημοκρατία κατάπαράβαση * 77 A. Loizoo P. Dir.ofSocialInsurance v. Georghlades '1988) τ η ς σχετικής Νομοθεσίας περί Τελωνείων εθεωρήθη διοικητικό μέτρο και όχι ποινή που παραβιάζει τ ο Ά ρ θρο 12.3 τ ο υ Συντάγματος.» Υιοθετούμε πλήρως το σκεπτικό α υ τ ό που καθορίζει τις αρχές π ο υ διέπουν τ α επίδικα θέματα ενώπιο μας. 5 Είναι π ε ρ ι τ τ ό να πούμε ό τ ι η π α ρ ά γ ρ α φ ο ς 1 τ ο υ Ά ρ θ ρ ο υ 24 δεν έχει εφαρμογή καθόλου καθότι τ ο επιπρόσθετο τέλος δεν είναι συνεισφορά στα δημόσια βάρη και η παρά γ ρ α φ ο ς 4τ ο υ ίδιου Ά ρ θ ρ ο υ επίσης δεν έχει εφαρμογή διότι τ ο επιπρόσθετο τέλος είναι, όπως έχει ήδη βρεθεί, μια διοι- 10 κητική επιβάρυνση προνοούμενη από τ ο Νόμο για να ενθαρρύνει τον φορολογούμενο να πληρώνει έγκαιρα, ένα θέμα π ο υ συμβάλλει στη καλή διοίκηση. Η υπόθεση, ως εκ τ ο ύ τ ο υ , με τις απαντήσεις που δόθησαν πιο π ά ν ω , επιστρέφεται στο Πρωτόδικο Δικαστήριο. Γνωμάτευση 78 ως 15 ανωτέρω.