← Κύπρος

clr/1989/1989_1E_132.pdf

(1989)11 Aπριλίou. 1989 [ΙΑΒΒ1ΔΗΣ. ΚΟΥΡΡΗΣ. ΠΟΠΑΤΖΗΣ. Δ.Δ.) ΕΤΑΙΡΕΙΑ:Σ. & r. KOΛOΚA:ΣJΔH, ΛΤΔ., Εφεσείουσα, . ν .ANI'QNH ΚlMΩNH, Εφεσίβλητου. (Πολιτική Έφεστι Αρ. '1285). Συvταyματικό Δίκαιο-ΑιτιολΟΥία δικαστικής απόφασης-ΣύνταΥμα, Ά.ρθρο 30.2-Πότε η αιτιολογία θεωρείται επαρκής-Η απάVΤηση εξαρτάται από τα περιστατικά και τα επίδικα θέματα της συγκεκριμέ- νης υπόθεστις-Είναι, όμως, απαραίτητο για τον Δικαστή αστικής δια­ φοράς να προβεί σε ανάλυση της μαρτυρίας ε'Wδπι6ν του υπό το φως των επιδίκων θεμάτων, όπως αυτά καθoρίζOVΤαι από τις iγyραφες 5 προτάσεις, να προχωρήσει σε ευρήματα αναφορικά με τα ovσιώδη γε­ γονότα για τα οποία υπάρχει αμφισ{Jήτηστι και να προ{38ί σε δικαστική απαΥΥελία για το τελικό αποτέλεσμα της δίκης. Έφεση-Αξιοπιστία μαρτύρωΎ-Πρoσiγyιση Εφετείου σχετικά με ευρή- 1Ο ματα αξιοπιστίας μαρτύρων από το Πρωτόδικο Δικαστήριο-Πότε το εφετεΙο επεμβαΙνει. Αποφάσεις-Αστική διαφορά-Καθήκοντα πρωτόδικου Δικαστή­ Οφείλει vα διατυπώσει καθαρά τα πραγματικά επίδικα θέματα και να αναφέρει τα ευρήματά του αVΑφoρικά με το κάθε ένα από αυτά χωρι- 15 σrά. Στην υπόθεση αυτή το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση εναντίον της εφεσείουσας εταιρείας για ποσό 1:2,200 ενώ ταυτόχρονα απέρριψε την αγωγή του εφεσίβλητου εναντίον της εναγομένης 2 στην αγωγή. Η έφεση αυτή δεν εγείρει οποιοδήποτε θέμα σχετικό με τηναπόρριψη της αγωγής .εναντίον της εναγομένης
  1. Τα γεγονότα της υπόθεσης πολύ σύντομα μπορούν να περιγραφούν 132 20 1 Α.Α.Δ. (Ε) Κο).οχασίδης Λ'Ιδ. ν. Kιμorνή ως εξt]ς: Η εφεσείουσα πώλ1]σε και παρέδωσε το αuτoκίvητo όχημα ΝΙ 252 στον εφεσίβλητο έναντι ί8,
  2. Αντί προκαταβολ'ής ο εφεσίβλητος παρέδωσε και μεταβίβασε στην εφεσείουσα το αuτoκίvητo ΚΥ 479, πράγμα για το οποίο πιστώθηκε ί2,
  3. Ο εφεσίβλητος παρέλειψε να 5 πληρώσει εμπρόθεσμα το υπόλοιπο ποσό. Αργότερα ο εφεσίβλητος, η εφεσεΙOUσα και η εναγόμενη 2 εταιρεία συνήψαν ΣUΜφων(.α για ακύρωση της πιο πάνω πωλήσεως του αuτoκι­ νήτου ΝΙ 252, και για την πώληση του τελε'lJtαf.oυ στην εναγομένη 2 10 από την εφεσείουσα για ποσό ί8,
  4. Η τελεuταία πώληση χρηματοδοτήθ'lJΚε από χρηματοδοτικό οργανισμό. Την ίδια ημέρα ο εφεσίβλητος υπέγραψε απόδειξTl ότι εισέπραξε από την εφεσείουσα f,6,732 πιστωτι. κό υπόλοιπο της ακυρωθείσας αρχικής πώλησης τσιl αuτoκινήτoυ. Με την αγo:ιytrι του ο εφεσίβλητος ζητούσε ί2,200 δηλ. την αξία του δικού του αuτoκινήτoυ, που είχε πιστωθεί, σύμφωνα με tTlV αρχικt'ι 15 πώλTlση ως πληρωμt'ι της Ο'Ι.ιμφωνηθείσας πρoκαταβoλt'ις. Το Πρωτόδικο Δικαστt]ριο βρt'ικε ότι ο εφεσίβλητος δεν είχε συμμε­ τάσχει και συνεπώς δεν δεσμευόταν από την νέα πώλ1]ση του αuτoκι­ νήτου από την εφεσείουσα στην εναγομένη
  5. Όμως, στο στιμεω αuτό θα πρέπει να παρατηρηθεί ότι το ζήτημα αuτό δεν t'ιταν επίδικο γιατί 20 στην ίδια την Έκθεση Άπαι τήσεως υπt'ιρχε ισχυρισμός σχετικά με την τριμερή πιο πάνω συμφωνία μεταξύ εφεσείουσας, εφεσίβλητου, και εναγομένης 2, και ο εν λόγω ισχυρισμός είχε γίνει αντικείμενο παρα­ δoχiις στην Υπεράσπιση. Έτσι δεν t]tav δυνατό για το πρωτόδικο Δι­ καστt'ιριo να πρoχωρfισει με το εύρημα, που πιο πάνω 25 txa αναφερθει. Εν όψει των πιο πάνω γεγονότων και των νομικών αρχών, που εκτίθενται στα πιο πάνω περιληπτικά σημειώματα, το Ανώτατο Δικα­ στήριο διέταξε επανεκδίκαση της υπόθεσης. Η Ιφεση επιτρtπεται με Ιξοδα εvαvτΙoν του εφεσίβλητου. Aναψερ6μεvες Αποφάσεις: 30 Παπαvεoκλή και άλλοι 'Υ. Σολωμού και άλλων
(1981)1 Α.Α-Δ. 203, ΒοωΙαπί v. Linmαre Shipping Compαny Ltd
(1984)1 ΑΛΔ 354, ΠαπαΙλλτινα v. EPCO (Cyprus) Lld και Lion ProdUCIS Ltd
(1967)1 Α.Α.Δ.338, 133 Κολοχασί.δης Λτδ. v. Κιμωνή
(1989)Χρίστου και άλλος v. ΑΥΥΕλίδου και άλλου
(1984)1 Α.Α.Δ. 492 Ιωαννίδ )υ v. Δικαίου
(1969)1 Α.Α.Δ. 235, Χάμπου και άλλοι Υ. Μιχαήλ και άλλου
(1981)1 Α.Α.Δ. 618, Pioneer Cαndy Lld Υ. Στfλιoυ Τρύφωνα και Υιών Ατδ
(1981)1 Α.Α.Δ. 5~. 5 Έφεση. Έφεση από τον εναγόμενο εναντίον απόφασης του Επαρ­ χιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας (Αν. Επ. Δικ. Λάουτας) τιμερ. 4 Νοεμβρίου, 1986 (Αριθμός Αγωγής 6096/83j με την οποία το Δικαστήριο επεδίκαΌ'Ε στον ενάγοντα το ποσό 10 ί2,
  1. Ρ. Σταυράκης, για την εφεσείουσα εταιρεία. Α. Δράκος, για τον εφεσίβλητο. ΣΑΒΒΙΔΗΣ Δ.: Την ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα απαγγείλει ο Δικαστής Ι. Πογιατζής. 15 ΠΟΓΙΑΤΖΗΣ Δ.: Η παρούσα έφεση στρέφεται εναντίον της απόφασης Δικαστή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκω- σίας που εξέδωσε στην αγωγή 6096/83 την οποία ο εφεσίβλη- τος είχε καταχωρίσει εναντίον δυο εναγομένων αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως, δηλαδή της εφεσείουσας Εταιρείας ως 20 εναγόμενης 1 και της Εταιρείας Κόνσορτ Εστέιτς Λτδ., ως εναγόμενης
  2. Με την προσβαλλόμενη απόφαση το Πρωτόδικο Δικαστήριο (α) επεδίκασε στον εφεσίβλητο ποσό ί2,200 με νόμιμο τόκο και έξοδα σε βάρος μόνο της εφεσείουσας και (β) απέρριψε τις απαιτήσεις που ο εφεσίβλητος ήγειρε στην ίδια αγωγή εναντίον της Κόνσορτ Εστέιτς Λτδ. "αλληλεγ­ γύως και/ή κεχωρισμένως" με την εφεσείουσα. Η Εταιρεία Κόνσορτ Εστέιτς Λτδ. δεν εμφανίστηκε στην αγωγή ούτε και έλαβε οποιοδήποτε· μέρος στην πρωτόδικη διαδικασία. 134 25 1 Α.Α.Δ. (Ε) Κο10χασίδης Λ"δ. Υ. Κιμαινή ΠΟΥια"tής Δ. Με δήλωση που έκαμε στη διάρκεια της ακρόασης της έφε­ σης, ο ευπαΙδευτος δικηγόρος της εφεσεΙουσας τόνισε ότι η έφεση στρέφεται μόνον εναντίον εκείνου του μέρους της από­ φασης του πρωτόδικου Δικαστηρίου με το οποίο επιδικάστη­ 5 κε εναντίον της εφεσείουσας το ποσό που ανάφερα προηγου­ μένως. Συμπληρωματικά και με αφορμή την πιο πάνω δήλωση, ο ευπαίδευτος δικηγόρος του εφεσίβλητου δήλωσε ότι έληξε προ πολλού η προθεσμία για την από μέρους του 10 πελάτη του καταχώριση έφεσης εναντίον του μέρους της πρω­ τόδικης απόφασης με το οποίο απορρίφθηκε η απαίτηση του. εναντίον της δεύτερης εναγόμενης Εταιρείας η οποία έχει στο μεταξύ διαλυθεί. Εν πάση περιπτώσει, ο κ. Δράκος πρό­ σθεσε ότι αποσύρει ανεπιφύλακτα οποιαδήποτε απαίτηση 15 είχε εγείρει στην παρούσα αγωγή εναντίον της δεύτερης ενα­ γόμενης Εταιρείας η οποία δεν ειδοποιήθηκε για την παρού­ σα έφεση. Τα παραδεκτά γεγονότα είναι σε συντομία τα εξής: Ο εφεσίβλητος ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο ο ιδιοκτήτης μεταχειρισμένου αυτοκινήτου με αριθμό εγγραφής ΚΥ
  3. 20 Η εφεσείουσα Εταιρεία αντιπροσωπεύει και εισάγει τα αυτο­ κίνητα Φορντ στην Κύπρο. Το αυτοκίνητο μάρκας Φορντ Έσκορτ XR3 με αριθμό εγ­ γραφής Ν] 252 ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο περιουσία της εφεσείουσας. Κατά ή περί 17/6/1982 η εφεσείουσα πώλησε 25 και παράδωσε το αυτοκίνητό της αρ. Ν] 252 στον εφεσίβλητο, στο όνομα του οποίου έγινε και σχετική εγγραφή του ως ενοι­ κιαγοραστή. Με βάση το σχετικό συμβόλαιο που υπογράφτη­ κε σαν τιμή πώλησης του αυτοκινήτου συμφωνήθηκε το ποσό 30 f8,
  4. Αντί προκαταβολής σε μετρητά, ο εφεσίβλητος παρά­ δωσε και μεταβ(.βασε στην εφεσεΙουσα το δικό του αυτοκίνη­ το αρ. ΚΥ 479 και πιστώθηκε με ποσό f:2,200 που ανtΙΠΡOσώ-­ πευε τη συμφωνηθείσα αξία του. Μεταγενέστερα η εφεσεΙουσα διάθεσε σε τρίτο πρόσωπο το αυτοκίνητο αυτό. 35 Αναφορικά με το υπόλοιπο ποσό ί6,463, συμφωνήθηκε να πληρωθεί ολόκληρο από τον εφεσίβλητο στις 15Π/
  5. Στις 135 .κο10"ασί.6ης; A'f
  6. Υ • .κιμmvή
(1989)5/8/1982 η δεύτερη εναγόμενη εταιρεία Κόνσορτ Εστέιτς Λτδ., που ργοδοτούσε τον εφεσίβλητο, εξέδωσε και παράδω­ σε στην εφ~~σείoυσα επιταγή για ί5,070 μέρος της οποίας, δη­ λαδή f.270, ζήτησε να λογιστεί σε εξόφληση δικού της χρέους και το υπόλοιπο ;[4,800 ζήτησε να λογιστεί έναντι του ποσού ;[6,463 που εξακολουθούσε να οφείλει ο εφεσίβλητος υπάλλη­ 5 λόςτης. Ένεκα αδυναμίας του εφεσίβλητου να καταβάλει στην εφεσείουσα οποιοδήποτε άλλο ποσό για την αξία του αυτοκι­ νήτου Ν] 252, κατά ή περί την 51811982, ο εφεσίβλητος, η εφε­ σείουσα και η εταιρεία Κόνσορτ Εστέιτς Λτδ. προσήλθαν σε συμφωνία με βάση την οποία (α) η πώληση και/ή ενοικιαγο- 10 ρά του αυτοκινήτου Ν] 252 από την εφεσείουσα στον εφεσί­ βλητο ακυρώθηκε, (β) το αυτοκίνητο, του οποίου η τότε αξία συμφωνήθηκε σε ±:8,395, επανακτήθηκε από την εφεσείουσα, και (γ) το αυτοκίνητο αυτό πωλήθηκε από την εφεσείουσα και παραδόθηκε στην εταιρεία Κόνσορτ Εστέιτς Λτδ. αντί 15 ποσού ;[8,395 που είχε συμφωνηθεί με τον εφεσίβλητο, πλέον ;[20 διάφορα έξοδα, δηλαδή, συνολικά ;[8,
  1. Η υπογραφή του συμβολαίου ενοικιαγοράς μεταξύ του Οργανισμού Χρη­ ματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ., που χρηματοδότησε 20 την πώληση, και Κόνσορτ Εστέιτς Λτδ, έγινε στις 10/8/
  2. Την ίδια ημέρα ο εφεσίβλητος εξέδωσε και υπόγραψε απόδει- ξη παραλαβής από την εφεσείουσα ποσού ;[6,732 πιστωτικό υπόλοιπο από την πώληση του αυτοκινήτου ΝΙ 252 που της 25 επιστράφηκε. Η απόδειξη αυτή ήταν σε έντυπο της εφεσείου­ σας, τυπωμένο στα Αγγλικά και συμπληρώθηκε με μελάνι επίσης στα Αγγλικά. Κατατέθηκε στο πρωτόδικο Δικαστήριο ως Τεκμ.
  3. Επειδή ούτε η Κόνσορτ Εστέιτς Λτδ. πλήρωσε τις δόσεις 30 της σύμφωνα με το συμβόλαιο που υπογράφηκε, η εφεσείουσα ζήτησε και παράλαβε το αυτοκίνητο Ν] 252 και το πώλησε η ίδια με δημόσιο πλειστηριασμό για ποσό :(6,
  4. Στην Έκθεση Απαίτησης, ο ισχυρισμός του εφεσίβλητου ήταν ότι και μετά την παραλαβή από την εφεσείουσα του 136 35 1 Α.Α.Δ. (Ε) Κολοκασίδης Λτδ. 'f. Κιμωνή ΠΟΥιατζής Δ. ποσού f-6,732 που αναφέρεται στο Τεκμ. 3, εξακολουθούσε να είναι πιστωμένος στα βιβλία της εφεσείουσας και να δικαι­ ούται στην πληρωμή ποσού f-1,663, ενώ ο ισχυρισμός της εφε­ σείουσας ήταν ότι με την υπογραφή του Τεκμ. 3 εξόφλησε 5 πλήρως τον εφεσίβλητο και τερματίστηκε εκ συμφώνου κάθε συμβατική σχέση μεταξύ της και του εφεσίβλητου που πήγαζε είτε από τη συμφωνία πώλησης σ' αυτόν του αυτοκινήτου αρ. NJ 252 είτε από την ακύρωση της συμφωνίας αυτής. Με την αγωγή του ο εφεσίβλητος ζητούσε από την εφε­ 10 σείουσα και την Κόνσορτ Εστέιτς Λτδ. αλληλεnύως και/ή κε­ χωρισμένως: (Α) n,663 χρεωστικό υπόλοιπο' (Β) διαζευτι­ κώς f-2,200 αξία του αυτοκινήτου ΚΥ 479 "ληφθείσαν υπό συνθήκας αδίκου ή και αθέμιτου πλουτισμού." Στην αρχή της απόφασής του ο ευπαίδευτος πρωτόδικος 15 Δικαστής αναφέρθηκε περιληπτικά στη μαρτυρία που δόθηκε από όλους τους μάρτυρες που είχαν καταθέσει ενώπιόν του, δηλαδή από τον εφεσίβλητο και τους δυο υπαλλήλους της εφεσείουσας. Αμέσως μετά την περίληψη της μαρτυρίας, ο Δικαστής είπε τα εξής: 20 "Πρέπει να ομολογήσω ότι η παρούσα είναι μία πολύ συγχυσμένη υπόθεση. Τα επίδικα θέματα δεν έχουν ξεκα­ θαρίσει και η μαρτυρία, ιδιαίτερα του Μ.Υ. 2, τα έχει πε­ ριπλέξει ακόμη περισσότερο. Έχουν λάβει χώρα τόσα γε­ γονότα σε μικρό χρονικό διάστημα, έχουν εκδοθεί τόσες 25 αποδείξεις και έχουν γΙ νει τόσες λογιστικές πράξεις, που καθιστούν το έργο του Δικαστηρίου πολύ δύσκολο. Δεν είναι η συνηθισμένη διάρρηξη ενός συμβολαίου ή μιας ενοικιαγοράς κατά την οποία θα εξετασθεί η τυχόν ζημία 30 στο ένα ή στο άλλο συμβαλλόμενο μέρος. Στην παρούσα υπόθεση υπάρχουν δύο ενοικιαγορές. Δύο πωλήσεις, χρεώ­ σεις και πιστώσεις. Έκδοση επιταγής χωρίς αντίκρυσμα. Το Δικαστήριο θα προσπαθήσει μέσα σ' αυτό το κυκεώνα των γεγονότων και της μαρτυρίας, να εξάξει τα δικά του συμπεράσματα βασιζόμενο στην ενώπιόν του μαρτυρία. 137 ΠΟΥιαιζής Δ. Κολοχασίδης Λ'Ι'δ. Υ. Κιμωνή
(1989)Εξέτασα τη μαρτυρία που έχω ενώπιόν μου και προτι­ μώ εκεί.νη του ενάγοντα. Βρίσκω και αποδέχομαι ότι ο ενάγων δυνάμει συμβολαίου ενοικιαγοράς αγόρασε από την εναγόμενη
(1)το αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής NJ 252 για ί8,663.-. Σαν προκαταβολή δόθηκε το δικό του με­ ταχειρισμένο αυτοκίνητο με αριθμό ΚΥ 479, που υπολογί­ 5 στηκε σε ί2,200.-. Το υπόλοιπο θα πληρώνετο σε μία δόση στις 15Π/82. Η υποχρέωση αυτή δεν εκπληρώθηκε από τον ενάγοντα και κατόπι ν συνεννοήσεως με τους εργοδότες του εναγόμενου 2, επέστρεψε το αυτοκίνητο το οποίο στη συνέχεια πωλήθηκε πάλιν με ενοικιαγορά στην εναγόμενη
(2). Κατά τη διαδικασία που ακολουθήθηκε για την πώλη­ ση του οχήματος, έγιναν διάφορες λογιστικές πράξεις που φέρουν τον ενάγοντα άλλοτε να πιστώνεται με διάφορα ποσά και άλλοτε να χρεώνεται. Είμαι ικανοποιημένος ότι 10 15 ο ενάγων δεν συμετέσχε σε καμιά πράξη μετά που το αυ­ τοκίνητο περιήλθε στη κατοχή της εναγόμενης
(1). Ούτε δέχομαι ότι ο ίδιος ενεργούσε εκ μέρους της εταιρείας, εναγόμενης
(2).' Υπήρξε μία άλλη ξεχωριστή συμφωνία μεταξύ των εναγομένων 1 και 2 που κατάληξε στην υπο­ 20 γραφή της δεύτερης ενοικιαγοράς (τεκμήριο 6), στην οποία ο ενάγων δεν έχει καμιά ανάμειξη. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να δεχθεί προφορική μαρτυρία που να ανατρέπει το περιεχόμενο του τεκμηρίου αυτού. Οι λογιστικές πρά­ ξεις που ακολούθησαν δεν προσκόμισαν κανένα κέρδος 25 στον ενάγοντα. Βρίσκω επίσης ότι το αυτοκίνητο πωλήθη­ κε σε δημόσιο πλειστηριασμό αντί του ποσού των ί6,500.-. Με την υπογραφή της δεύτερης ενοικιαγοράς ο ενάγων αποδεσμεύθηκε των υποχρεώσεών του και οποιαδήποτε μεταγενέστερη πράξη μεταξύ των εναγομένων δεν τον δε­ 30 σμεύει γιατί έγινε χωρίς τη συγκατάθεσή του, η οποία, εν πάση περιπτώσει, θα έπρεπε να είναι έγγραφη, αν υπήρξε τέτοια, που δεν βρίσκω ότι στην πραγματικότητα υπήρξε. Από τη στιγμή κατά την οποίάη εναγόμενη
(1)αποδέΧΤ11- κε και παράλαβε το αιποκί νητο χωρίς όρους, πιστεύω ότι ο εν~γων δεν είχε καμιά νομική υποχρέωση απέναντί των. Παρόλο που η επιστροφή του οχήματος και η αγορά του από την εναγόμενη
(2)μπορεί να φαίνονται αλληλένδετα 138 35 1 Α.Λ.Δ. (Ε) Κο10χασί6ης Λτ6. Υ. Κιμωνή ΠΟΥιατζής Δ. γεγονότα, εν τούτοις δεν μπορώ να αντιληφθώ ποια είναι η απαίτηση του ενάγοντα εναντίον της εταιρείας αυτής. 5 Έχω καταλήξει στο συμπέρασμα αυτό αφού έχω αποφασί­ σει ότι ο ενάγων δικαιούται στο ποσό της αξίας του οχή­ ματος που δέχθηκε η εναγόμενη
(1)σαν προκαταβολή. Η πράξη αυτή έγινε μεταξύ του ενάγοντα και της εναγομέ­ νης
(1)και ως εκ τούτου, δεν προεκτείνεται και εναντίον της εναγομένης
(2). Σύμφωνα με τη μαρτυρία ότι το αυτο­ κίνητο του ενάγοντα ΚΥ 479 πωλήθηκε από την εναγόμε­ 10 νη
(1)χωρίς να δοθεί κανένα ποσό στον ενάγοντα, τα χρή­ ματα αυτά τα καρπώθηκε η εναγόμενη
(1)παράνομα και αδικαιολόγητα. Η μόνη μαρτυρία που έχω είναι ότι η αξία του αυτοκινήτου αυτού υπολογίστηκε στις i2,200.-. Αυτό είναι το ποσό που κρίνω ότι δικαιούται ο ενάγων. 15 Πιστεύω ότι η εναγόμενη
(1)μετά την πώληση του οχήμα­ τος NJ 252 θα έχει υποστεί ζημιά. Η ζημιά όμως αυτή προ­ κλήθηκε από την εναγόμενη
(2)και όχι από τον ενάγοντα. Σαν αποτέλεσμα εκδίδεται απόφαση εναντίον της ενα­ γόμενης
(1)μόνο για i2,200.- μέ έξοδα και να υπολογι­ 20 σθούν από το Πρωτοκολλητή. Η αγωγή εναντίον της ενα­ γόμενης
(2)απορρίπτεται χωρίς έξοδα." Όπως αναφέρεται στην Ειδοποίηση Εφέσεως που καταχώ­ ρισε η εφεσείουσα, η πρωτόδικη απόφαση εφεσιβάλλεται για τους λόγους που παραθέτω πιο κάτω: 25 "
  1. Το δικαστήριΟν απέτυχε να προσδιορίση ή κατανοή­ ση τα υπό κρίσιν πραγματικά και νομικά θέματα.
  2. Το δικαστήριον απέτυχε να κατανοήση ή/και εκτιμή­ ση ή/και αξιολογήση την μαρτυρίαν η οποία εδόθη υπό του μάρτυρος υπερασπίσεως
  3. 30
  4. Το δικαστήριον απέτυχε να δώση. αιτιολογημένην απόφαQΙ ν ως απαιτείται υπό του άρθρου 30.2 του Συντάγματος. 139 Πoyuιτζής Δ. Κο1αχασίδης Λτδ. v. Kι.μιιwή
(1989)
  1. Η απόφασις του δικασtηρίoυ δεν δύναται να θεωρη­ θή ως ικανοποιητική δικασtική εξέτασις ή κρίσις του επιδίκου θέματος.
  2. Το δικαστήριον δεν ηδύνατο να προτιμήση την μαρ­ τυρίαν του ενάγοντος άνευ πλήρους αιτιολογίας ή 5 δεν έδωσε αιτιολογίαν διά την εν λόγω προτίμησιν.
  3. Το Δικασtήριoν δεν ηδυνήθη να αντιληφθή την σημα­ σίαν του τεκμηρίου 1 ήτοι credit memorandum και λανθασμένως εθεώρησε τούτο ως πισtωτικόν σημείω­ μα (credit note). 10
  4. Ήτο παράλογον διά το δικαστήριον να καταλήξη επί της μαρτυρίας ότι ο ενάγων - εφεσίβλητος δεν απο­ ζημιώθη διά την αξίαν του αυτοκινήτου ΚΥ 479 το οποίον έδωσε ως προκαταβολήν εν όψει μάλιστα του τεκμηρίου 3 το οποίον είναι aπόδειξις παραλαβής 15 υπό του ί::νάΥοντος - εφεσίβλητου του ποσού των Λ.Κ. 6,732 . το οποίον περιελάμβανε και την αξία του εν λόγω rιυτoκι νήτου.
  5. Ήτο παράλογον διά το δικαστήριον να καταλήξη εις τα συμεράσματα (α) ότι ο ενάγων εφεσίβλητος δεν είχε καμιά ανάμειξη εις τη συμφωνία η οποία κατέ­ 20 ληξε εις την ενΟLκιαγοράν των εναγομένων 2 (τεκμή­ ριον 6) και (β) ότι η ενοικιαγορά τεκμήριον 6 δεν εγένετο με την συγκατάθεσι ν του ενάγοντος - εφεσι­ βλήτου εν όψει
(1)των ισχυρισμών του ενάγοντος­ εφεσιβλήτου εις την παράγραφον 6 της Εκθέσεως 25 Απαιτήσεως οι οποίοι έγιναν παραδεκΤΟί εις την υπεράσπισι ν των εναγομένων 1 - εφεσειόντων και (1,1,) της μαρτυρίας του Μ.Υ. 2 ο οποίος ετόνισε ότι αι εν λόγω διευθετήσεις εγένοντο πάντοτε κατόπι ν οδη­ γιών του ενάγοντος - εφεσίβλητου και ότι η εν λόγω ενοικιαγορά (τεκμήριον 6) εγένετο με την έγκρισιν και συμμετοχήν του ενάγοντος - εφεσίβλητου." 140 30 1 Α.Α.Δ. (Ε) ΚοΑοχασίδης Λ'Ι'δ. Υ. Κ&μωΥή ΠΟΥ,α-rζής Δ. Στην επιχειρηματολογία του ενώπιόν μας ο ευπαίδεmος δικηγόρος της εφεσείουσας ασχολήθηκε με όλους τους πιο πάνω λόγους, έδωσε όμως ιδιαίτερη έμφαση στους ισχυρι­ σμούς του ότι το Πρωτόδικο Δικαστήριο: (α) δεν κατανόησε 5 ούτε προσδιόρισε τα επίδικα θέματα' (β) δεν αιτιολόγησε τα ευρήματα του σχετικά με την αξιοπιστία του εφεσίβλητου σαν μάρτυρα' (γ) επροτίμησε τη μαρτυρία του εφεσίβλητου και απέρριψε εκείνη του Μ.Υ. 2, διευθυντή πωλήσεων της εφεσείουσας, χωρίς να αξιολογήσει και συγκρίνει τις αντί­ 10 στοιχες εκδοχές τους με το περιεχόμενο της ωτόδειξης, τεκ­ μήριο 3, και αγνοώντας το γεγονός ότι στην Υπεράσπιση γί­ νεται παραδοχή του ισχυρισμού που ο ίδιος ο εφεσίβλητος προβάλλει στην Έκθεση Απαίτησής του, παράγραφοι 6, 7 και 8, ότι η πώληση του αυτοκινήτου αρ. Ν] 252 ωτό την Εφε­ 15 σείουσα στην Κόνσορτ Εστέιτς Λτδ. ωτοτελούσε μέρος της συμφωνίας που έγινε μεταξύ των δυο αmών εταιρειών και του εφεσίβλητου. Ο ευπαίδευτος δικηγόρος της εφεσείουσας εκάλεσε, τέλος, το Δικαστήριο να ακυρώσει την πρωτόδικη 20 απόφαση και να απορρίψει την απαίτηση του εφεσίβλητου εναντίον της εφεσείουσας ή, τουλάχιστον, να διατάξει την επανεκδίκαση της αγωγής. Απαντώντας στα πιο πάνω επιχειρΥlματα ο ευπαίδευτος δικηγόρος του εφεσίβλητου ισχυρίστηκε ότι συνηθίζεται να λέγουν στην ωτόφασή τους οι δικαστές ότι μια υπόθεση είναι 25 είτε δύσκολη είτε περιπλεγμένη, χωρίς αmό να σημαίνει ότι δεν έχουν κατανοήσει τα επίδικα θέματα' ότι το Δικαστήριο είχε κάθε δικαίωμα να προτιμήσει, όπως έπραξε, τη μαρτυ­ ρία του ενάγοντα-εφεσίβλητου' ότι τα ευρήματα που το Δικα­ στήριο έκαμε δικαιολογούνται ωτό το σύνολο της μαρτυρίας 30 ενώπιόν του' και ότι δεν συντρέχουν στην παρούσα περίπτω­ ση οι εξαιρετικοί εκείνοι λόγοι που επιτρέπουν, σύμφωνα με τις αρχές που έχουν νομολογιακά καθιερωθεί, την επέμβαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ως Εφετείου στα ευρήματα του Πρωτόδικου Δικαστηρίου αναφορικά με πραγματικά γεγονό­ 35 τα. Από πολ,) παλιά και με απόλυτη συνέπεια έχει νομολο141 ΠΟΥια'tζήι; Δ. Κολοχασίδης A'tb. Υ. Κ,μωνή (19.') γιακά καθιερωθεί ότι το Ανώτατο Δικαστήριο με πολλή φειδώ επεμβαίνει στα ευρήματα του Πρωτόδικου Δικαστη­ ρίου αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα που στηρίζο­ νται στην .αξιοπιστία των μαρτύρων όπως αυτή εκτιμάται από το πρωτόδικο Δικαστήριο. Επεμβαίνει μόνο στις περι­ πτώσεις που ικανοποιείται ότι τα ευρήματα αυτά είναι απα­ 5 ράδεκτα και δε δικαιολογούνται από την προσαχθείσα μαρ­ τυρία όταν εξεταστεί στην ολότητά της. Ενδεικτικά αναφέρω επί του προκειμένου την υπόθεση Kατερίvα Παπαvεoκλή και άλλων ν. Σoφρώvη Σολωμού και άλλου
(1981)1 Α.Α.Δ. 203, στην οποία τα ευρήματα του πρωτόδικου Δικαστηρίου κρίθη­ καν απαράδεκτα και διατάχτηκε επανεκδίκαση της αγωγής 10 ενώπιον άλλου δικαστή. Στην υπόθεση Mounir Boustani v. Linmare Shipping Company Limited
(1984)1 Α.Α.Δ. 354, η ολομέλεια του Ανω­ 15 τάτου Δικαστηρίου ακύρωσε πρωτόδικη απόφαση που εξέδω­ σε Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε αγωγή δικαιοδο­ σίας Ναυτοδικείου και διάταξε την επανεκδίκαση της αγωγής για να εξεταστεί εκ νέου και ενώπιον άλλου Δικαστή η απαί­ τηση των εφεσιβλήτων μέσα στα πλαίσια των εγγράφων προ­ 20 τάσεών τους και για να αποφανθεί, μετά από ορθή εκτίμηση των γεγονότων στο σύνολό τους, αν οι εφεσίβλητοι δικαιού­ νται στις θεραπείες που ζητούσαν, όλες ή μερικές, ή όχι, πράγμα που δεν είχε γίνει με την επίδικη πρωτόδικη απόφα­ 25 ση. Στις υποθέσεις Παπαέλληνα ν. EPCO (Cyprus) Ltd. και Lion Products Ltd.
(1967)1 Α.Α.Δ. 338, και Μιχαήλ Χρίστου και άλλου ν. Μαρίας ΑΥΥελίδου και άλλου
(1984)1 Α.Α.Δ. 492, τονίστηκε με ιδιαίτερη έμφαση το καθήκον του πρωτόδι­ κου Δικαστή αστικών διαφορών να διατυπώσει καθαρά μέσα στην απόφασή του τα πραγματικά επίδικα θέματα και να 30 αναφέρει τα ευρήματά του αναφορικά με κάθε ένα από τα θέματα αυτά ξεχωριστά. Η παράλειψη του πρωτόδικου Δικα­ στή να ,εκτελέσει το πιο πάνω καθήκον στις δύο αυτές υποθέ­ σεις οδήγησε το Ανώτατο Δικαστήριο στην ακύρωση των δυο πρωτόδικων αποφάσεων και στην έκδοση διαταγής για επα- 142 35 1 Λ.Λ.Δ. (Ε) Κολοκασί6ηι; Λτ6. v. Κιμωνή ΠΟΥιατζήι; Δ. νεκδίκαση των αντίστοιχων αγωγών από άλλο Δικαστή. Το πιο πάνω καθήκον του πρωτόδικου Δικαστή αστικών διαφο­ ρών πηγάζει από τη βασική αρχή που έχει καθολική εφαρμο­ γή, και η οποία απαιτεί κάθε δικαστική απόφαση να αποτε­ 5 λεί επαρκή δικαστική κρίση όλων των διαφορών μεταξύ των διαδίκων. Βλέπε επί του προκειμένου τις υποθέσεις Θεοδώρα Ιωαννίδου Υ. Χαρίλαου Δίκαιου
(1969)1 Α.Α.Δ. 235, Αν­ δρούλλα Χάμπου και άλλων Υ. Μαρίας ΑΥΥελίδου (ανωτέ­ ρω). 10 Ένα άλλο βασικό καθήκον κάθε Δικαστή, που είναι συνυ­ φασμένο με το δικαστικό λειτούργημα και αναφορικά με το οποίο το άρθρο 30.2 του Συντάγματος μας έχει δημιουργήσει 15 20 αντίστοιχο θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα των διαδίκων σε κάθε αστική ή ποινική διαδικασία, εΙ ναι το καθήκον που πηγάζει από την ανάγκη οι δικαστικές αποφάσεις να είναι αιτιολογημένες. Η έκταση της αιτιολογίας που απαιτείται εξαρτάται από τα περιστατικά και τα επίδικα θέματα της κάθε υπόθεσης. Όμως σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να λε­ χθεί ότι ο δικαστής αστικής διαφοράς έχει συμμορφωθεί με το πιο πάνω καθήκον αν με την απόφασή του: (α) δεν έχει προβεί σε ανάλυση της μαρτυρίας ενώπιόν του υπό το φως των επίδικων θεμάτων όπως καθορίζονται από τις έγγραφες προτάσεις, (β) δεν έχει κάμει συγκεκριμένα ευρήματα ανα­ φορικά με τα ουσιώδη γεγονότα για τα οποία υπάρχει αμφι­ 25 σβήτηση, και (γ) δεν προβεί σε δικαστική απαγγελία για το τελικό αποτέλεσμα της δίκης. Η περίμετρος της έκτασης της απαραΙτητης αιτιολογίας των δικαστικών αποφάσεων σε αστικές διαφορές καθορίστηκε με τον πιο πάνω τρόπο στην υπόθεση Pioneer Cαndy Ltd. και άλλου Υ. Στέλιου Τρύφωνα 30 και Υιών Ατδ.
(1981)1 Α.Α.Δ. 540 και έχει υιοθετηθεί σε με­ ταγενέστερες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ενδει­ κτικά αναφέρω την υπόθεση Μιχαήλ Χρίστου Υ. Μαρίας ΑΥ": Υελίδου (ανωΤ,έρω). Δικαστική απόφαση που δεν περιέχει επαρκή αιτιολογία, όπως αναφέρεται πιο πάνω, υπόκειται σε 35 ακύρωση και η υπόθεση στην οποία έχει εκδοθεί επανεκδικά­ ζεται. 143 Πoyια~ζι}ς Δ. Κοlοχασίδης Λ~δ. Υ. Κ,μωνι}
(1989)Εξετάσαμε με προσοχή κάτω από το φως των πιο πάνω νομικών αρχών την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου στην παρούσα υπόθεση σε συσχετισμό με τις έγγραφες προτά­ σεις και τα τεκμήρια που κατατέθηκαν στη δίκη και ομόφωνα καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι: 5
(1)Δεν περιέχει επαρκή αιτιολογία όπως προνοείται στο άρθρο 30.2 του Συντάγματος, ιδιαίτερα αναφορικά με την αποδοχή της μαρτυρίας του εφεσίβλητου σαν αξιόπιστης και την επακόλουθη απόρριψη της μαρτυρίας του Μ.Υ. 2 σαν αναξιόπιστης. 10
(2)Δεν περιέχει τα απαραίτητα ευρήματα αναφορικά με τα πραγματικά επίδικα θέματα όπως καθορίζονται στις έγ­ γραφες προτάσεις. Εφόσο στην Έκθεση Απαίτησής του ο εφε­ σίβλητος-ενάγων στην αγωγή, ισχυρίστηκε την ύπαρξη τριμε­ ρούς συμφωνίας μεταξύ του ιδίου, της εφεσείουσας και της Κόνσορτ Εστέιτς Λτδ., όχι μόνο για την ακύρωση της συμφω­ 15 νίας ενοικιαγοράς μεταξύ του ιδίου και της εφεσείουσας και την ανάκτηση του αυτοκινήτου NJ 252 από την εφεσείουσα αλλά και για την ταυτόχρονη πώλησή του στην Κόνσορτ Εστέιτς Λτδ., και εφόσο η εφεσείουσα-Εναγόμενη 1 στην αγωγή, παραδέκτηκε στην Υπεράσπισή της τον πιο πάνω 20 ισχυρισμό και πρόσθεσε διάφορους ισχυρισμούς αναφορικά με μερικούς όρους της συμφωνίας αυτής, ο δε εφεσίβλητος δεν καταχώρισε Απάντηση στην Υπεράσπιση αυτή, ώς όφειλε να πράξει σε περίπτωση που τους αμφισβητούσε, η ύπαρξη 25 της συμφωνίας δεν αποτελούσε επίδικο θέμα στη διαδικασία και, επομένως, το εύρημα του Πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι ο εφεσίβλητος δε συμμετέσχε στην πώληση του αυτοκινήτου NJ 252 στην Κόνσορτ Εστέιτς Λτδ., η οποία πραγματοποιήθηκε με ξεχωριστή συμφωνία μεταξύ τ.ης εφεσείουσας και της Κόνσορτ Εστέιτς Λτδ., δεν ευσταθεί. Βασικά επίδικα θέματα ήταν το περιεχόμενο των όρων της πιο πάνω συμφωνίας και 30 οι επιπτώσεις στην απαίτηση του εφεσίβλητου από το παρα­ δεκτό γεγονός της υπογραφής από μέρους του της απόδειξης, τεκμήριο
  1. . 144 35 1 Α.Α.Δ. (Ε) Κολοχασίδηι; ΛτΔ. v. Κιμ(ι)νή ΠΟΥιατζήι; Δ. Με κανένα από τα δυο αmά επίδικα θέματα δεν ασχολή­ θηκε το Πρωτόδικο Δικαστήριο. Για να είμαστε όμως δίκαιοι έναντι του πρωτόδικου Δικαστή πρέπει να πούμε ότι στη σύΥ­ 5 χυση που προκλήθηκε και στην ελλιπή κατανόηση των επίδικων θεμάτων εκ μέρους του πρωτόδικου Δικαστή; συνέτειναν σε μεγάλο βαθμό: (α) η ασάφεια των εγγράφων προτάσεων, ιδιαίτερα της Έκθεσης Απαίτησης αναφορικά με τους όρους της συμφω­ νίας των διαδίκων που ήταν απαραίτητοι για τον σαφή κα- 1Ο θορισμό των επίδικων θεμάτων και την αποτελεσματική εκ­ δίκασή της, (β) η περίληψη στην Υπεράσπιση ισχυρισμών, όπως Π.χ. η μεταγενέστερη πώληση του αυτοκινήτου NJ 252 σε δημόσιο πλειστηριασμό, οι οποίοι εξεταζόμενοι υπό το φως των θέσε- 15 ων που ο ευπαίδευτος δικηγόρος της εφεσείσυσας υποστήριξε ενώπιόν μας, αποδεικνύονται άσχετοι με τα επίδικα θέματα, και (γ) η προσαγωγή μαρτυρίας για άσχετα γεγονότα.
  2. Με την πρωτόδικη απόφαση δεν έχει επιτευχθεί επαρ20 κής και ικανοποιητική δικαστική κρίση όλων των διαφορών μεταξύ των διαδίκων. Εν όψει των ανωτέρω, επιβάλλεται η ακύρωση της πρωτ6 δικης απόφασης. Η ωτόρριΨτι όμως της αγωγής δεν ενδείκνυ­ ται. Εκείνο που είναι δίκαιο να γίνει κάτω ωτό τις παρούσες 25 συνθήκες είναι η έΚδοση διαταγής, σύμφωνα με το άρθρο 25
(3)του περί Δικαστηρίων Νόμου, 1960, για την επανεκδίκαση της αγωγής μεταξύ του εφεσίβλητου και της εφεσείουσας πάνω σε όλα τα επίδικα θέματα, ωτό άλλο, βέβαια, Δικαστή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. 30 Τα έξοδα της πρωτόδικης διαδικασίας να ακολουθήσουν το ωτοτέλεσμα της νέας δίκης. Τα έξοδα της έφεσης να ακο­ λουθήσουν επίσης το αποτέλεσμα της νέας δ(,κης, σε καμιά ΠΟΥια1:ζής Δ. Κολοχασίδης Λτδ. Υ. Κιμωνή
(1989)όμως περίπτωση δε θα είναι σε βάρος της εφεσείουσας. Η έφεση, επομένως, επιτυγχάνει. Η επίδικη απόφαση ακυρώνεται. Εκδίδεται διαταγή για επανεκδίκαση της αγω­ γής και για τα έξοδα ως ανωτέρω. Έφεση επι τυγχάνει. Διαταγή για επανεκδίκααη. 146 5

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.