← Κύπρος

clr/1989/1989_1E_204.pdf

(1989)26 ΑπριλΙou. 1989 [ΣΑΒΒΙΔ.ΗΙ. ΚΟΥΡΡΗΣ. ΠΟΠΑΤΖΗΣ, Δ.Δ.] ΕθΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ Ί'ΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε., Εφεσείοντες, ν. ΝΈΣΤΟΡΑ ΧΑΤΖΗΝΕΠΟΡΟΣ, Εφεσ/βλητου. (Πολιτική Έφεση Αρ. Ί2ω). Έφεση-Έφεση στρεφoΜΈVΗ εναντίον αποφάσεως, που εκδόθηκε σε αί τηση για συνοπτική απόφαση, με την οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο παρέσχε άδεια υπερασπίσεως άvευ όρων στον εναγόμενο (εφεσ(βλη­ to)-Hρoσtr/tσY) Εφετείου-Διάκριση της περιπτώσεως, όπου εyεlρo­ νται νομικά ζητήματα ,ιόνο, από την περΙΠΤωση, όπου εyεlρoνται και θέματα YEί"oVΌτων-,Σ'rην πρώπι περίπιωση η εξovσία του εφετείου 5 για παρέμβαση είναι ,πολύ ευρύι:eρη. Πολιτική Δικovoμία-.Σwoπτική απόφαση, Αίτηση Υια-Οι Περί Πολιτικής Δικονομίας θεσμοί θ. 18, Καν. 1-Διαφορετικήπρέπει να είναι η προσtr/ιστι στο θέμα παροχής αδείας για υπεράσπιση, όταν στην t ..,σταση κατά της αιτήσεως για σvvaπτική απόφαση, προβάλλονται νο- 1Ο μικά μόνο ζτrrfjματα. Το 1JΠOΚατάστημα Μόρφου της εφεσεί.σuσας Τράπεζας παρεχώρησε κατά το έτος 1973 ενυπόθηκο δάνειο στον εφεσί.βλητο. Η υποθήκη αφορσόσε πενταώροφη o~κoδoμή τον εφεσίβλητου στην Λευκωσία. 15 Μετά την εισβολή η εφεσεΙΟΟΟα ζήτησε την εκποίηση της υποθήκης, αλλά τοότο εν τέλει δεν έγ~νε 'Κατορθωτό,-γιατΙ η διαδικασΙα ανεστάληκε, ως συνέπεια καταχωρίσεως α~τήσεως από τον εφεσίβλητο με βάση τον Περί Ανακουφίσεως Οφειλετών Νόμο 24Π9. Στο τέλος ρ. εφεσιβλητος κηρύχθηκε πλ11Ύείς oφει.λttης. Με την αγωγή, πον κατεχώρωε η εφεσεΙΟΟΟα στην υπόθεση αυτή, η εφεσείονσα αξι.ώνει, ασφάλι.σrρα, πον 11 ίδια πλήρωσε στην Ασφαλι­ στι'Κή Εταιρεία ΑΣΤΗΡ σχετικά με ασφάλεια πυρός της ενυπόθηκης 204 20 1 Α.Α.Δ. (Ε) Εθνιχή TQάπε~α ν. Xα1'~ηνέ01'oooς οικοδομής για μεταεισβολική περίοδο συνολικής εκτάσεως 11 περίπο'ΙJ ετών. Επί πλέον η εφεσεΙΟ'ΙJσα ζητά και τόκο επί των ποσών των εν λόγω ασφαλίστρων. Ο εφεσίβλτιτος κατεχώρισε εμφάνιστι στην αγωγή. Η εφεσείΟ'ΙJσα 5 ζήττισε σννοπτική απόφαση. Ο εφεσίβλτιτος έφερε ένσταστι και προς uπooτήρι!;η της ενστάσεώς tO'\J προέβαλε 5 βασικά λόγO'lJς. Για ΤO'lJς σκοποuς όμως της περιληπτικής αuτής σημειώσεως σημασία txO'IJV μόνο οι 2 πρώτοι λόγοι. Σuμφωνα με τον πρώτο λόγο τα ποσά των ασφαλίστρων είναι 10 uπερβoλικά. Ο εφεσ'βλητος ΙOΧ'IJQ'ζEtaι ότι δεν έχει 1JΠOχρέωση να πληρώσει ποσά πέραν εκείνων, ΠΟ'ΙJ ήσαν λογικώς αναγκαω για να επιτευχθεί η ασφάλιση tO'IJ κτιρίO'lJ. Σuμφωνα με τον 20ν λόγο ο εφεσίβλητος δεν έχει εν πάση περι­ πτώσει uπoχρέωση να πληρώσει οποιαδήποτε ασφάλιστρα, γιατί δεν 15 τηρήθηκαν οι προ\!ποθέσεις, ΠΟ'ΙJ διαλαμβάνει το έγγραφο 1JΠoθήκης. Σuμφωνα με τον ΙΣΧUQtoμό tO'\J εφεσιβλήτO'lJ και εν τη ορθή ερμηνεία tO'\J OΧEftxoU σuμβατικ.o'ύ όρo'IJ η Τράπεζα δεν έχει η ίδω δικαίωμα να ασφαλίζεΙ. την εν1JΠόθηκO περtO'lJσία, εκτός αν Προη'ΥO'IJμένως ζητήσει από τον εφεσίβλητο να την ασφαλίσει και ο τΕΛΕUΤαίoς παραλείψει να 20 το κάμει. Το Ανώτατο Δικαστήριο, απορρίπτοντας την έφεση, αποφάσισε: 1) Η εξO'lJσία ΤO'lJ εφετείο'ΙJ να επεμβαίνει σε περίπτωση ασκήσεως εφέσεως εναντίον αποφάσεως, με την οποία δίδεται άδεια 1JΠε- 25 ρασπίσεως άνευ όρων στον καθ' O'IJ η αίτηση για συνοπτική από­ φαση, είναι πολ'ύ μεγαλ'ύτερη στην περίπτωση όπO'\J τα ζητήμα­ τα, ΠΟ'ΙJ είχε εγείρει στην ένσταση ο καθ' O'IJ η αίτηση ήταν καθαρά νομικά θέματα από ότι είναι σι:ην περίπτωση, όπο'ΙJ τα ζητήματα, ΠΟ'ΙJ έχει εγείρει ο καθ' O'IJ η α' τηση αφορονν γεγονό- 30 τα. 2) Tαuτόχρoνα η προσέγγιστι ΤO'lJ πρωτόδικO'lJ ΔtκαστtjρίO'lJ, όταν εκδικάζει' αίτηση για σuνoπτική απόφαση, πρέπει να είναι δια­ φορετική Ρτην περίπτωση, MO'IJ ο καθ' O'IJ η αίτηση εγείρει νο­ μικά μόνο θέμάτα από ότι πρέπει να είναι στην περίπτωση, 35 όπO'lJ εγείρονται και πραγματικά θέματα. 3) Στην παρΌύσα 1JΠόθεση ο πρώτος λόγος της ενστάσεως δεν μπο­ ρούσε να οδηγήσει σε παροχή αδείας 1JΠEρ«σπίσεως, γιατί σννι- 205
(1919)στά γενική άρνηση, που είναι ανεπαρκής για τον σκοπό αυτό. Πράγματι, ο εφεσιβλητος παρέλειψε στην ένστασή του να ανα­ φέρει ποιο ποσό θεωρεί ο tδιoς ως εύλογο ασφάλιστρο. 4) Ο 2ος λόγος της ενστάσεως εγείρει και νομικό και πραγματικό θέμα. EγεLρει θέμα ερμηνείας συμβατικού όρου. Αυτό αποτελεί θέμα καθαρά νομικό. Το πρωτόδικο Δικαστήριο ήταν σε θέση να 5 τον ερμηνεύσει. Το Ανώτατο Δικαστήριο δεν διστάζει να προχω­ ρήσει στην ερμηνεία, αφού βρtσκεται στην ίδια καλή θέση, όπως βρισκόταν το πρωτόδικο Δικαστήριο. Η ερμηνεία του εφεσίβλητου είναι νομικά ορθή. 1Ο Ο ίδιος λόγος εγεί.ρει και το πραγματικό θέμα κατά πόσο, προτού προχωρήσει με την ασφάλιση, η εφεσείοοοα Τράπεζα είχε ζητήσει από τον εφεσψλητο να προχωρήσεΙ. εκείνος με την ασφάλιση. Σχετικά με το σημείο αυτό το υλικό, που είχε τεθεί ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, ήταν τέτοιο, που δικαιολογούσε την παροχή 15 αδεi.αςuπερασπίσεως άνευ όρων. Η έφεση' απορρίπτεται με έξοδα σε βάρος της εφεσεΙουσας. Α vαφερ6ΜΕVΕς Αποφάσεις: European Asian Bank Α G Υ. Punjap and Sind Bank (1983] 2 ΑIl E.R. 20 508, Nichimen Corporation Υ. Gatoil Overseas Inc. [1987] 2 L10yds Rep. 46, CY.E.M.S. Co. Ltd v. Central Co-operative Industries Co Ltd.
(1982)1 Α.Α.Δ.897, Wing v. Thurlow (1843] 10 T.LR. 151, Kvπριαvtδης v. Ιωάννου
(1966)1 Α.Α.Δ.265, Woodhouse ει' v. Νίκετίaτι Produce etc
(1971)1 ΑΙΙ E.R. 665, WaΙΙίngjΌrd v. Directors ο/ Mutual Socieιy [1879-80]5 A.C. 685, Ασφαλιστική Bταιρεlα Ερμής Ατδ v. θeoδωρfδης
(1983)1 Α.Α.Δ. 333. 206 .. 25 1 Α.Α.Δ. (Ε) Ε8νιχή ΤQάnεζα v. ΧατζηνέσΤΟQΟ!j Έφεση. Έφεση από τους ενάγοντες εναντίον απόφασης του Επαρ­ χιακού Δικαστηρίου Λευκωσ(.ας (Χ" Κωνσταντίνου, Α.Ε.Δ.) ημερ.2 Ιουλίου; 1986 με την οποία απορρίφθηκε αίτηση για 5 συνοπτικ1ι απόφαση που οι ενάγοντες είχαν καταχωρίσει βάσει των προνοιών της Διάταξης 18, Θ.Ι των περί Πολιτι­ κ1ις Δικονομίας Θεσμών. Α. Δικηγορ6πουλος, για τους εφεσείοντες. Δ. Χατζηνέστορος, για τον εφεσίβλητο. 1Ο ΣΑΒΒΙΔΗΣ. Δ.: Την απόφαση του Δικαστηρίου θα απαγγείλει ο αδελφός Δικαστής Ι Πογιατζ1ις. ΠΟΓΙΑΤΖΗΣ, Δ.: Η παρούσα έφεση στρέφεται εναντίον ενδιάμεσης απόφασης ημερομηνίας 3 Ιουλίου 1986, στην αγωγή αρ. 2472/86, με την οποία δικαστ1ις του Επαρχιακού 15 Δικαστηρίου Λευκωσίας απόρριψε την αίτηση για συνοπτική απόφαση που οι εφεσείοντες είχαν καταχωρίσει εναντίον του εφεσίβλητου με βάση τις πρόνοιες της Διάταξης 18, θ.Ι των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, και παραχώρησε άδεια στον εφεσίβλητο να υπερασπιστεί χωρίς όρους. 20 Οι εφεσείοντες είναι η Εθνικ1ι Τράπεζα της Ελλάδας που για πολλά τώρα χρόνια διεξάγει τραπεζιτικές εργασίες πάνω σε παγκύπρια κλίμακ~. Στις 26 Οκτωβρίου 1973 το υποκατά­ στημα Μόρφου των εφεσειόντων, που στο εξ1ις θα αποκαλώ "η Τράπεζα", με έγγραφη σύμβαση παραχώρησε ενυπόθηκο 25 δάνειο στον εφεσίβλητο για ποσό f:14,OOO πληρωτέο στις 4 Νοεμβρίου 1973 με τόκο 9% ετησίως. Για ασqχiλεια του χρέ­ ους του ο εφεσίβλητος υποθήκευσε προς όφελος της Τράπεζας πενταώροφη οιχοδομή του στη Λευκωσία. Όταν η Τράπεζα κίνησε τη διαδικασ(.α:Υια την, καταναγ- 30 καστικ1ι πώληστι του ενυπόθηκου ακίνητου του εφεσίβλητου από το Κτηματολόγιο για την είσπραξη του πιο πάνω χρέους, 207 ΠΟΥια,;f;ής Δ. Εβνιχή TQάnEf;a ν. Χα,;f;ηνέΟ';ΟQος;
(1989)ο εφεσίβλητος καταχώρισε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευ­ κωσίας την αίτηση με αρ. 14/85 δυνάμει του περί Ανακουφί­ σεως Οφειλετών Νόμου Αρ. 24 του 1979, όπως έχει μεταγενέ­ στερα τροποποιηθεί, για αναστολή της πιο πάνω διαδικασίας, ισχυριζόμενος ότι είναι εκτοπισθείς και/ή πλη­ γείς οφειλέτης. Φαίνεται ότι η διαδικασία εκείνη έχει έκτοτε ανασταλεΙ Εν πάση περιπτώσει, ο ευπαίδευτος συνήγορος του εφεσίβλητου δήλωσε σι:ην αγόρευσή του ότι ο πελάτης του κηρύχθηκε από το αρμόδιο Δικαστήριο εκτοπισθείς και πλη­ γείς οφειλέτης σι:ις 2 Ιουλίου
  1. Στις 21 Μαρτίου 1986, έντεκα περίπου μήνες μετά την καταχώριση της αΙτησης αρ. 14/85, η Τράπεζα καταχώρισε εναντίον του εφεσίβλητου την αγωγή αρ. 2472/
  2. Με την Έκθεση Απαίτησής της πάνω στο ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο της αγωγής η Τράπεζα απαιτεί "Λ.Κ. 1,592-πλέον τόκους προς 9% ετησίως επί Λ.Κ. 5 10 15 1,037.25 σεντ από 12.9.1985". Η απαίτηση αυτή αντιπροσω­ πεύει ασφάλιστρα συνολικού ύψους f:1.031.75 σεντ που ισχυ­ ρίζεται ότι πλήρωσε "μετά την 14.8.1974 μέχρι την 9.10.1984 ", f554.75 σεντ τόκους πάνω στο πιο πάνω ποσό και f:5.50 σεντ έξοδα που έγιναν "μεταξύ της 30.10.1984 και 12.9.1985", Όπως αναφέρεται στην Έκθεση Απαίτησης, 20 χωρίς να παραδέχεται τον ισχυρισμό του εφεσίβλητου ότι είναι εκτοπισθείς ή πληγείς οφειλέτης δικαιούμενος στα ευ­ εργετήματα αρ. 24 του 1979 όπως έχει μεταγενέσι:ερα τροπο­ ποιηθεί, η Τράπεζα προχωρεί την παρούσα αγωγή της με την 25 προϋπόθεση ότι ο εφεσίβλητος δικαιούται στα ευεργετήματα του πιο πάνω Νόμου. Η απαίτηση της Τράπεζας σι:ην αγωγή 2472/86 βασίζεται στην πιο πάνω έγγραφη σύμβαση δανειοδότησης του εφεσί­ βλητου ημερομηνίας 26 Οκτωβρίου 1973 μέρος της οποίας αποτελεί το Έγγραφο Υποθήκης ίδιας ημερομηνίας, Τεκμή­ 30 ριο "Ξ". Η παράγραφος 7 του εγγράφου προνοεί τα ακόλου­ θα: "Μέχρι τελείας εξοφλήσεως του χρέους μου υποχρεού­ μαι να tx.ro ασφαλισμένα τα διά του παρόντος συμβολαί­ ου υποθηκευμένα κτήματά μου διά ποσόν ουχί ολιγώτερον 208 35 1 Α.Α.Δ. (Ε) Ε8vιχή ΤQάπεl;α Υ. Χατl;ηvέσΤΟQOς ΠΟΥιατζής Δ. του χρέους μου εναντίον πυρός και εναντίον οιουδήποτε άλλου κινδύνου, εάν τούτο ήθελεν απαιτηθή υπό της Τρα­ πέζης, προς όφελος της Τραπέζης παρά τη Ανωνύμω 5 Ασφαλιστική Εταιρεία 'ΑΣΤΗΡ'. Εάν παραλείψω να πράξω τούτο θα δικαιούται η Τράπεζα να προβή εις ασφά­ λειαν παρ' οιαδήποτε Ασφαλιστική Eταιρεtα·, η δε προς τούτο δαπάνη θα επιβαρύνη εμέ με τόκον προς 9% κατ' έτος, από της ημέρας της πληρωμής της, της Τραπέζης δι­ καιουμένης να φέρη εις χρέωσι ν του ενυποθήκου δανείου 10 μου τα ούτω πως πληρωνόμενα ασφάλιστρα." Η Τράπεζα ισχυρίζεται ότι οι πληρωμές που έκαμε στην 15 Ασφαλιστική Εταιρεία ΑΣΤΗΡ για λογαριασμό του εφεσί­ βλητου με βάση την πιο πάνω συμβατική πρόνοια αποτελούν μεταπολεμική οφειλή του εφεσίβλητου. Ο σχετικός ισχυρι­ σμός της Τράπεζας εκτίθεται αναλυτικά στις παραγράφους 7
(1)και
(2)της Έκθεσης Απαίτησης στις οποίες εναφέρονται τα εξής: . "
(1)Ο νόμος 24Π9 ανέστειλε το δικαίωμα εισπράξεως 'οφειλής' οφειλομένης υπό εκτοπισθέντων ή πληγέ­ 20 ντων οφειλετών υφισταμένης την 14.8.1974, μελλο­ ντικώς, ήτοι από της ενάρξεως της ισχύος. του Νόμου την 22.3.1979 και όχι αναδρομικώς εκτός εις την περίπτωσιν τόκων επιβαρυνθέντων ή χρεω­ θέντων επί οφειλής υφισταμένης την 14.8.1974. 25
(2)Αι πληρωμαί των ως άνω ασφαλίστρων και εξόδων εγένοντο υπό των Eναγόνtων μετά την 14.8.1974 και είναι 'οφειλή' δημιουργηθείσα μετά την 14.8.1974 εκπίπτουσα των προνοιών του Νόμου." Όταν ο εφεσίβλητος καταχώρισε εμφάνιση στην πιο πάνω . 30 αγωγή, η Τράπεζα καταχώρισε αίτηση για συνοπτική απόφα­ ση σύμφωνα με τη Διάταξη 18, θ.Ι και 2 των Θεσμών Πολιτι­ κής Δικονομίας. Την αίτηση συνόδευε ένορκη δήλωση του εξουσιοδοτημένου υπαλλήλου της Τράπεζας Ανδρέα Παπα­ δόπουλου, ημερομηνίας 14 Απριλίου 1986, με την οποία επι- 209 ΠΟΥLα:r~ή; Δ. ΕΒν,χή TQcinf~CI Υ. Χα'f~ηvέσ'fΟQος
(1989)βεβαιώνει ότι ο εφεσίβλητος οφείλει το ποσό που περιγράφε­ ται στις παραγράφους 2-8 της Έκθεσης Απαίτησης και ισχυ­ ρίζεται ότι δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή και ότι ο εφεσίβλητος καταχώρισε εμφάνιση με μοναδικό σκοπό να καθυστερήσει την έκδοση απόφασης εναντίον του. Ο εφεσίβλητος καταχώρισε ένσταση στην αίτηση της Τρά­ πεζας. Την ένστασή του συνοδεύει δική του ένορκη δήλωση ημερομηνίας 9 Mαtoυ 1986, στην οποία αναφέρονται διάφοροι ισχυρισμοί προς υποστήριξη της θέσης του εφεσίβλητου ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να απορρίψει την αίτηση. Είναι φανερό ότι υπάρχει στο σημείο αυτό κάποια σύγχυση μεταξύ 5 10 των λόγων που δικαιολογούν απόρριψη αίτησης για συνοπτική απόφαση και των λόγων που δικαιολογούν την παροχή άδειας για την καταχώριση Υπεράσπισης. Θα αναφερθώ συ­ νοπτικά μόνο στους ισχυρισμούς εκείνους της ένορκης δήλω­ σης του εφεσίβλητου που, αν ευσταθούν, δικαιολογούν την 15 παροχή τέτοιας άδειας, όχι όμως την απόρριψη της αίτησης. Εφόσο, μετά που εξέτασε τις διάφορες ενστάσεις του εφεσί­ βλητου, το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε με την επίδικη από­ φασή του ότι η αίτηση πληροί τους όρους και τις προϋποθέ- 20 σεις των σχετικών Δικαστικών Θεσμών ώστε να παρέχεται στο Δικαστήριο δικαιοδοσία να προχωρήσει στην εξέταση της αίτησης στην ουσία της, και εφόσο ο εφεσίβλητος δεν έχει εφεσιβάλει το μέρος αυτό της επίδικης απόφασης, δεν συν­ τρέχει κανένας λόγος να εξετάσω ή να αναφερθώ στις ενστά- 25 σεις του εφεσίβλητου που επανέλαβε και ενώπιόν μας και που αναφέρονται στην κατ' αρχή τυπική εγκυρότητα και τη συμμόρφωση της αίτησης με τους σχετικούς Δικαστικούς θε­ σμούς. Στην προσπάθειά του να αποσείσει το βάρος της απόδει- 30 ξης που βρίσκεται στους ώμους του για την παραχώρηση σ' αυτόν της αναγκαίας άδειας να καταχωρίσει Υ περάσπιοη στην αγωγή, ο εφεσίβλητος προβάλλει στην ένορκη δήλωσή του βασικά τους πέντε πιο κάτω λόγους: Ι Στην παράγραφο 7 της ένορκης δήλωσης αναφέρεται 35 1 Α.Α.Δ. (Ε) Ε8νιχή T@~πεζα Υ. Χα-cζηνέΟ-CΟ@ο!ί ΠΟΥια-cζής Δ. ότι, χωρίς βλάβη ή επηρεασμό του ότι δεν οφείλει οποιοδήπο­ τε ποσό στην Τράπεζα, ο εφεσlβλητoς δεν αποδέχεται και αμ­ φισβητά το ύψος των ισχυριζομένων ως πληρωθέντων ασφα­ 5 λίστρων το οποίο δεν είναι εύλογο αλλά είναι υπερβολικό και εξωπραγματικό.
  1. Ένας άλλος λόγος που προβάλλει ο εφεσίβλητος είναι εκείνος που αναφέρεται στις υποπαραγράφους (ε) και (ζ) της παραγράφου 6 της ένορκης δήλωσής του στην οποία λέγει τα εξής: 10 "6(ε) Περαιτέρω οι Ενάγοντες προτού προβούν εις την ισχυριζομένην ασφάλισιν δυνάμει της επικαλούμενης πα­ ραγράφου 7 τ.ου Συμπληρωματικού Εγγράφου δεν συνε­ μορφώθησαν προς ουσιώδη όρον αυτής (FAILED ΤΟ COMPLΥ WIlli Α CONDmON PRECEDENT). Το δικαίω­ 15 μά τους να ασφαλίσουν 0.
  2. ίδιοι (οι Ενάγοντες) το ακίνη­ μου εξηρτάτο από τον όρον ( C Ο Ν D Ι Τ Ι Ο Ν τόν PRECEDENT) ότι θα απήτουν την τοιαύτην ασφάλισιν εκ μέρους μου, πράγμα το οποίον οι Ενάγοντες ουδέποτε απήτησαν κατά τον χρόνον που ισχυρίζονται ότι αύτοι 20 25 προέβησαν εις την ασφάλισιν του ακινήτου μου. Όθεν η ισχυριζομένη ασφάλισις είναι και εξ αυτού του λόγου εξ υπαρχής άκυρος και/ή αντισυμβατική καιΙή ανίσχυρος και/ ή ακυρώσιμος καθ' ότι οι Ενάγοντες επαραβίασαν ουσιώ­ δη όρον (CΟNDΠΙΟΝ PRECEDENT) της μεταξύ μας συμ­ φωνίας. Οι Ενάγοντες πράγματι ουδέποτε απήτησαν από εμέ την εκπλήρωσιν της επιδίκου παραγράφου 7 διότι ρητώς καιΙή σιωπηρώς εγκατέλειψαν και/ή παρητήθησαν της εφαρμογής της καθ' ότΙ. το ακίνητόν μου ως μου εδήλω­ 30 σαν οι εκπρόσωποι των Εναγόντων και ως οι ίδιοι παρα­ δέχονται εις την Ένορκον Δήλωσίν τους εις την αίτησΙν μου 14/85 ημερ. 12.6.1985 τούτο ήτο αξίας Λ.Κ. 72,
  3. - που υπερεκάλυπτε πολλαπλασίως την απαίτησίν τους και ούτω δεν είχον σοβαρόν λόγον και κίνητρα να το ασφαλί­ σουν. Διά πρώτην φορά επληροφορήθην ότι οι Ενάγοντες 35 ησφάλισαν το ακίνητον μου μετά από 11 χρόνια με τας επιστολάς των ημερ. 12.9.1985 και 21.11.
  4. Είναι δε 211 ΠΟΥια'fζής Δ. Εθνική ΤQάπεζα Υ. Χα'fζηνέσ'fΟQος
(1989)αναληθές ότι οι Ενάγον:τες εζήτησαν προφορικώς την πλη­ ρωμήν των ασφαλίστρων της ισχυριζομένης ασφάλειας. 6(ζ) Εν πάση περιπτώσει ως είναι διατυπωμένη η επίδικος παράγραφος 7 η ορθή αυτής ερμηνεία υποχρεοί τους Ενάγοντες εις την κατ' έτος λαμβάνουσαν χώραν ισχυριζο- 5 μένην ανανέωσι ν να απήτουν από εμέ να προβώ εις την σχετικήν ασφάλισιν πράγμα το οποίον κατά την διαρεύ­ σασαν ΙlετΙαν οι Ενάγοντες δεν έπραξαν και ούτως ως αναφέρω εις την υποπαράγραφον (ε) παρέβησαν ουσιώδη όρον (CΟNDΠΙΟΝ PRECEDENT) της μεταξύ μας συμφωνίας και/ή παρητήθησαν και/ή εγκατέλειψαν ρητώς και/ή 10 σιωπηρώς την παράγραφον ταύτην. οι
  1. Ο τρίτος λόγος που προβάλλει ο εφεσίβλητος περιέχεται στην παράγραφο 6(α) της ένορκης δήλωσης στην οποία ανα- φέρονται τα εξής: 15 ΟΙ6(α) Το αληθές νόημα και σκοπός του Ν 24Π9 ως και η ορθή αυτού ερμηνεία είναι ότι και εάν ήθελε υποτεθή ότι επληρώθησαν υπό των Εναγόντων τα ισχυριζόμενα ασφά­ λιστρα ταύτα καλύπτονται από τας διατάξεις του ως άνω 20 νόμου καθ' ότι αποτελούν τόκον 'υπό μορφήν δικαιώματος, επιβαρύνσεως ή εξόδων ή οιανδήποτε άλλην μορφήν πέραν του κεφαλαίου πληρωτέον εις τον δικαιούχον' ως διαλαμβάνει εις τον ορισμόν του τόκου ο ως άνω Νόμος. οι
  2. Ο τέταρτος λόγος περιγράφεται στην παράγραφο 6(δ) της ένορκης δήλωσης του εφεσίβλητου, στην οποία αναφέρο­ 25 νται τα εξής: "6(δ) Άνευ επηρεασμού των ανωτέρω και εάν ήθελεν .αποδειχθή η. ισχυριζομένη ασφάλισις αύτη είναι άκυρος και/ή στερουμένη εννόμου αποτελέσματος και/ή είναι ανί­ σχυρος ελλείψει αντιπαροχής (CONSIDERA ΤΙΟΝ) καθ' ότι δεν υπήρχεν ασφαλίσιμον συμφέρον (lNSURABLE INTEREST) κατά τον ισχυριζόμενον χρόνον συνάψεως της ασφαλίσεως ικανόν να στηρΙζη νομικά τοιούτον συμβό- 30 1 Α.ΑΑ. (Ε) Ε&νιχή ΤQάπεζα Υ. ΧατζηνέcnΟQOς Πογι.ατζής Δ. λαιον και/ή διότι προβλέπει την τέλεσιν πράξεως αδυνάτου."
  3. Ο τελευταίος λόγος περιέχεται στην παράγραφο 6(στ) της ένορκης δήλωσης, που λέγει τα εξής: 5 "6(στ) Άνευ επηρεασμού των ως άνω η υποχρέωσΙς μου διά ασφάλισιν του ακινήτου μου δυνάμει της επιδίκου πα­ 10 ραγράφου 7 διαρκεί εφ' όσον χρόνον διαρκεί και η μη πληρωμή του οφειλομένου δανείου. Αλλά η μη πληρωμή του οφειλομένου δανείου οφείλεται εις την άσκησιν υπ' εμού νομίμων δικαιωμάτων μου αρυομένων εκ του Ν.24/ 79 και τούτο είναι ασυμβίβαστον προς γνωστάς αρχάς δι­ καίου να τιμφρούμαι διά την σύννομον άσκησιν των δι­ καιωμάτων μου." Στην απόφασή του το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρεται 15 σε συντομία στους πιο πάνω λόγους και ευθύς αμέσως λέγει τα εξής στη σελ. 11: "Δεν νομίζω ότι θα έπρεπε να προχωρήσω να απαριθ­ μήσω ένα προς ένα τους ισχυρισμούς του εναγομένου, ή να 20 προχωρήσω να αποφασίσω πάνω στην ουσία όλων αυτων των ισχυρισμών. Πιστεύω ότι το καθήκον του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό είναι να αποφασίσει κατά πόσον υπάρχει 'λογική πιθανότητα για υπεράσπιση' (a fair probabiliry of a defence) (ίδε Ward ν. Plumbley, 6 T.L.R: 198). Μόνον αν φαίνεται καθαρά ότι ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση 25 μπορεί να αποκλεισθεί από τοtJ να υπερασπισθεί (ίδε S;UΨΡαrds ν. Wίlkinson, 6 T.L.R. 13). Έχω εξετάσει με προσοχή όλα όσα ο εναγόμενος ισχυ­ ρίζεται στην ένορκο δήλωσή του και υπό το φως των σχετι­ κών αποφάσεων πάνω στο θέμα είμαι της γνώμης ό-n 30 υπάρχουν σοβαρά θέματα, τόσον αναφερόμενα σε γεγονό­ τα, όσον και σε νομικά θέματα σε συνάρτηση με γεγονότα που θα πρέπει να δικαστούν. 213
(1989)Είμαι πεπεισμένος ότι αυτή δεν είναι η κατάλληλη πε­ ρίπτωση κατά την οποία θα έπρεπε να ασκήσω τη διακρι­ τική μου ευχέρεια και να εκδώσω την αιτούμενη απόφαση προς όφελος της Τράπεζας. Αντίθετα ευρίσκω ορθόν και πρέπον να επιτρέψω ανεπιφύλακτα στον εναγόμενο να υποβάλει την υπεράσπισή του. 5 Για όλους τους πιο πάνω λόγους η αίτηση της Τράπεζας για συνοπτική απόφαση απορρίπτεται με έξοδα προς όφε­ λος του εναγόμενου." Στην Ειδοποίηση Εφέσεως που καταχώρισε η Τράπεζα και 10 που είναι γραμμένη στην Αγγλική γλώσσα προβάλλονται οι εξής τέσσερις λόγοι εφέσεως: "
  1. That the ruling of His Honour the trial judge given οη 3.7.1986 is based υροη a misreading and/or misconception of the meaning, purpose and/or object of 0.18 of the ανΠ Procedure Rules.
  2. His Honour the trial judge exercised his discretion under Order 18 eποneοuslΥ and/or οη the basis of iπelevant considerations and wrong principles upon a misreading of the cases cited by him and/or the ration decidendi thereof. 15 20
  3. His Honour the tria1 judge failed to consider the 'points of Law' raised by the Defendant and equated these to facts and/or particulars to which the Defendant had Ιο condescend.
  4. His Honour misdirected himself and eπed both as to the facts and as Ιο the Law and principles goveming Applications for Summary Judgment and exercised his discretion injudiciously." 25 Το βασικό παράπονο του ευπαίδεmoυ δικηγόρου της Τρά­ πεζας, όπως έχει διαφανεί από την αγόρευσή του, είναι ότι ο πρωτόδικος Δικαστής παρερμήνευσε τις αποφάσεις που αναφέρθηκαν στα επιχειρτιματα των δικηγόρων των δυο πλευ- 214 30 1 Α.Α.Δ. (Ε) Εθνική ΤQάnε~α Υ. Xαι~ηνέσιoooς Πoyιαι~ής Δ. ρών. Ισχυρίστηκε επί του προκειμένου ότι όλοι οι λόγοι που πρόβαλε ο εφεσLβλητoς στην ένορκή του δήλωση, συμπερι­ λαμβανομένου εκείνου της παραγράφου 6(ζ) που αναφέρεται στην ερμηνεία της παραγράφου 7 της επίδικης σύμβασης, 5 Τεκ. "3", είναι λόγοι που εγείρουν αποκλειστικά νομικά θέ­ ματα τα οποία το Δικαστήριο είχε καθήκον να Εζετάσει και να απορρίψει σαν αβάσιμα και ακολούθως να προχωρήσει στην έκδοση απόφασης εναντίον του εφεσLβλητoυ για ολό­ κληρο το ποσό της απαίτησης πλέον έξοδα. Επικαλέστηκε επί 10 15 του ΠΡΟΚΕιμένου, μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις στις Αγγλι­ κές υποθέσεις European Asian Bank AG ν. Punjab and Sind Bank [1983] 2 ΑΗ E.R. 508, και Nichimen Corporation v. Gatoίl Overseαs Inc. (C.A.) [1987] 2 Lloyd's Rep.
  5. Επικαλούμε­ νος, τέλος, την Κυπριακή υπόθεση CY.E.M.S. Co. Ltd. ν. Centrαl Co-Operαtive Industries Co. Ltd.
(1982)1 Α.Α.Δ. 897, ο κ. Δικηγορόπουλος εκάλεσε το Ανώτατο Δικαστήριο να επανεξετάσει τους ισχυρισμούς του Εναγομένου, να τους απορρίψει και να εκδώσει το ίδιο απόφαση υπέρ της Τράπε­ ζας για το απαιτούμενο ποσό. 20 Ο ευπαίδευτος δικηγόρος του εφεσίβλητου υπεραμύνθηκε της πρωτόδικης απόφασης. Ισχυρίστηκε στην αγόρευσή τo~ ότι η έκδοση συνοπτικής απόφασης πρσUπoθέτει άσκηση δια­ κριτικής εξουσίας από το Δικαστήριο' ότι ο εφεσίβλητος εγεί­ ρει στην ένορκη δήλωσή του σωρείαν υπερασπίσεων πραγμα­ 25 τικών και ιδίως νομικών' και ότι ορθά, το Δικαστήριο παραχώρησε στον εφεσLβλητo άδεια να καταχωρίσει Υπερά­ σπιση χωρίς οποιοδήποτε όρο. Οι περιπτώσεις στις οποίες το πρωτόδικο Δικαστήριο πα­ 30 ρόλο που αποφάσισε ότι η αίτηση του ενάγοντα για συνοπτι­ κή απόφαση συνάδει με τις πρόνοιες της Δ.18, θ.Ι των Δικα­ στικών θεσμών, θα πρέπει εντούτοις να παραχωρήσει άδεια στον εναγόμενο να καταχωρίσει Υπεράσπιση, καθορίζονται. στην παράγραφο (α) του θεσμού 1 της Διάταξης 18, των Δι­ καστικών θεσμών που εξακολουθούν δυστυχώς να είναι 35 γραμμένοι μόνο στην Αγγλική γλώσσα. Στο σχετικό μέρος της παραγράφου (α) αναφέρονται τα εξής: 215 ΠΟΥΙQ'fζης Δ.
(1989)''And judgment for the plaintiff may be given thereupon, unless the defendant shall satisfy the Court that he has a good defence Ιο the action ση the meήts, οτ disclose such facts as may be deemed sufficient to enιitle him ιο defend." Το πιο πάνω κείμενο αντιγράφει την αντίστοιχη πρόνοια της Δ. 14, θ.Ι των Αγγλικών Θεσμών που ήταν σε ισχύ μέχρι το 1962. Η αντίστοιχη πρόνοια που ισχύει σήμερα στην Αγ­ γλία βρίσκεται στη Δ.14, θ.3
(1)στην οποία οι λέξεις "that he 5 has a good defence to the action οη the meήιs" αντικαταστάθη­ καν με τις "that there is an issue οτ question ίη dispute which ought to be tήed" και οι λέξεις "shall disclose such facts as may be deemed sufficient ιο entitle him to defend the action generally" αντικαταστάθηκαν με τις λέξεις "that there ought for some other reasons ιο be a trial". Αν και οι λέξεις που χρησιμοποιού­ νται στη νέα Διάταξη έχουν ευρύτερη έννοια από εκείνες της παλιάς Διάταξης, η βασική δομή της παλιάς Διάταξης διατη­ 10 15 ρεί ται και μέχρι σήμερα εξακολουθεί να γίνεται αναφορά και επίκληση αρχών που καθορίστηκαν με αποφάσεις σε υπο­ θέσεις πριν το 1962, όπως φαίνεται από το πιο κάτω από­ σπασμα του βιβλίου Supreme Court Practice 1967, στη σελ. 121: 20 . "Leave ιο Defend - Unconditional Leave.- The Ροwer'Ίο give summary judgment under 0.14 is 'intended οηlΥ to apply to case where there is ηο reasonable doubt that a plainιiff is enιitled ιο judgment, and where therefore ίι is inexpedient to allow a defendant ιο defend for mere purposes of delay' (Jones ν. Stone [~894] A.C. 122). As a general ΡήηcίΡΙe, where a defendant shows that he has a fair case for defence, οτ reasonable grounds for setιing υρ a defence, οτ even a fair probability that he has a bona fide defence, he ought to have leave ιο de.fend (Saw ν. Hakim, 5 T.L:R. 72; Ironclad, etc., Co. ν. Gardner, 4 T.L.R. 18; Ward ν. Plumbley, 6 T.L.R. 198; Yorkshire Banking Co. v. Beat8on, 4 C.P.D. 213; Ray v. Bαrker, 4 Εχ. D. 279). Leave Ιο defend must be given unless ίι is clear that there is 216 25 30 35 1 Α.Α.Δ. (Ε) 5 Jί;θνιxή Τοάπεζα Υ. Χατζηνέστοοο, ΠΟΥιατζή, Δ. ησ real substantial question Ισ be tried (Goddν. Delαp [1905]. 92 L.T. 510, H.L.); that there is ησ dispute as Ισ facts or law which raises a reasonable doubt that the plaintiff is entitled Ισ judgment (Jones v. Stone, [1894] A-C. 122; Thompson v. Mαrshαll, 41 L.T. 720, C.A.; Jαcobs ν. Booth's Distίllery Co. [1901] 85 L.T. 262, H.L.; Lindsαy v. Mαrtin, 5 T.L.R. 322)." Eνδείκvιrrαι στο παρόν στάδιο να εξεταστεί η έκταση '(ων εξουσιών του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην κατ' έφεση δικαιο­ 10 δοσία του, όπως έχει καθοριστεί από τη νομολογία, σε περι­ πτώσεις όπως η παρούσα. Οι αποφάσεις των Αγγλικών Δικα­ στηρίων επί του προκειμένου είναι λιγοστές και είτε πολύ πρόσφατες είτε πολύ παλιές. Και τούτο γιατί δικαίωμα έφε­ σης εναντίον απόφασης σε αίτηση για συνοπτική απόφαση με 15 20 την οποία δίνεται άδεια στον εναγόμενο να καταχωρίσει Υπεράσπιση χωρίς όρους, υπήρχε μόνο μέχρι το 1894. Το δι­ καίωμα καταργήθηκε τότε με Νόμο και επανακτήθηκε το 1981 σαν αποτέλεσμα της ψήφισης του νέου περί Ανωτάτου Δικαστηρίου Νόμου (Supreme Court Act, 1981). Υπάρχει ση­ μαντική διαφορά στη δικαιοδοσία του Αγγλικού Εφετείου όπως ασκείτο σε παρόμοιες περιπτώσεις πριν το 1894 σε σύγ­ κριση με τη δικαιοδοσία που ασκείται μετά το 1981. Λίγο πριν την κατάργηση του δικαιώματος έφεσης το 1894, το Αγ­ γλικό Εφετείο αποφάσισε στην υπόθεση Wing ν. Thurlow 25 [1843] 10 T.L.R. 151, ότι έφεση εναντίον τέτοιας απόφασης δεν πρέπει να επιτυγχάνει εκτός αν αποδειχθεί η ύπαρξη πολύ εξαιρετικών περιστάσεων. Αντίθετα, το 1983 στην υπό­ θεση Europeαn Asiαn Bαnk (ανωτέρω) το Εφετείο απέρριψε ει­ σήγηση περί ανάγκης παρουσίας εξαιρετικών περιστάσεων 30 που είχε σαν βάση την απόφαση στην υπόθεση Wing (ανωτέ­ ρω). Ο Δικαστής Robert Goff, L.J. είπε επί του προκειμένου τα εξής στις σελίδες 514, 515: 35 "We do ησΙ consider that ίι would be right 10 turn the clock back Ισ 1893, after an inteuegnum of nearly ninety years during which the courts haνe ησΙ been able 10 exercise the jurisdiction ίη question ... Ιη all the circumstances ίι would ησι, ίη 217 ΠοΥια"ιζής Δ. ΕOVιΧή TQάπεζα Υ. Χα"ιζηνέσ"ιοιος
(1919)our judgment, be right to regard a statement such as that ίη Wing ν. Thurlow as applicable to the jurisdiction which can now be exercised. Ιη truth, ηο special principles apply 10 an appeal ιο the Coun of Appeal against an order giving unconditionalleave ιο defend. Ιι is ίη [οπη an interlocutory appeal. Ιη the ordinary way, the appeal is by reheaήng". 5 Στη συνέχεια ο ευπαίδευτος ΆΥΥλος Δικαστής είπε τα εξής στις σελίδες 515, 516: "Counsel for the respondents submitted that, ση the appeal, the court would be reviewing the exercise of the judge's discretion; and so should σηΙΥ interfere with that discretion ση the ordinary wel1-established principles. We have ιο confess that we feel some doubt about this proposition. Order 14, r3
(1)provides: 'Unless οη the heaήng of aπ application under Rule 1 either the Court dismisses the application or the defendant satisfies the Coun with respect ιο the claim, or the pan of a claim, ιο which the application relates that there is an issue or question ίη dispute which ought ισ be trίed or that there ought for some other reason ιο be a trίal of that claim or part, the Court may give such judgment for the plaiotiff against that defendant ση that claim or part as may be just having regard ιο the nature of the remedy or relief claίmed.' Now ίι is true that the words used ίη the rule are 'the Court may give such judgment for the plaintiff.. .', and at first sight the word 'may' could be read as indicating that the coun has a discretion. Βυι ίι is to be obserνed that the coun can σηΙΥ give such judgment if
(1)the coun has ηοΙ dismissed rhe plaintiff's application (presumably for some defect ίη the applicarion ίιself, (that there is ησ due verification of the claim) aπd
(2)the defendant has ησΙ satisfied the coun either (
  1. a)that there is an issue or question ίη dispute which ought ισ be trίed or (
  2. b)that 10 15 20 25 30 1 Α.Α.Δ. (Ε) 5 10 15 20 25 30 35 Εθνική TQάπε~α Υ. Χα'f:~ηνέσ'l'ο~ος Πoyια'l'~ής Δ. there ought for some other reason ιο be a trial. Once these three possibilities are eliminated, ίι is νery difficult indeed ιο conceiνe of circumstances where the court should ηοι giνe judgment for the plaintiff, especially when ίι is borne ίη mind that the policy underlying Ord 14 has always been that, οη a proper application, if the judge is satisfied that there is ηο trΪ­ able issue, he should give judgment for the plaintiff (see The Supreme Court Practice 1982 νοl 1, Ρ 165, para 14/3-4/2, and the cases there cited). The use of the word 'may' ίη this context is, we strongly suspect, a surνival from the days when Ord 14 did ηοΙ contain the words Ότ the defendant satisfies the Court ο" that there ought for some other reason ιο be a trial..: If, haνing regard to those words, there remains any discretion ίη the court, once the three possibilities we have refeπed to are eliminated, ιο decline ιο give judgment, ίι can οηlΥ be a discreιίοη of the most residual kind. Ιη practice, this court will simply approach an appeal of this kind as a rehearing. Ιη this respect, an appeal appeal such as the present is to be contrasted with against an order giving leave ιο defend οη terms, pursuant to the power confeued οη the court under Ord 14, r 4
(3): the exercise of that power is plainly discretionary, and this court treats the hearing of an appeal against such an order like any other appeal where the exercise of a discretion is challenged (see, eg, Gordon v. Crαdock [1963] 2 ΑΠ E.R. 121, [1964] 1 Q.B. 503, a decision οη the old Ord 14, r 6, the precursor of the present Ord 14, r4
(3). Ιη the present case, howeνer, the judge has very helpful1y giνen detai1ed reasons of his decision; and, as will appear, ίι is plain from his judgment that ίη cοηsίdeήηg the appellants' arguments οη this appeal we shall ίη any event be concerned with points of law. We wish however ιο conclude with this comment. If the judge had already decided οη the eνidence, that there is a triable issue οη a question of fact, ίι must ίη the very nature of things be unlikely that this court will interfere with his decision and decide that ηο trial shou1d take place; because, where such a conclusion has already been reached by a judge, this court wilI be very reluctant Ιο hold that there is ηο issue οτ question 219 llO"{La'ftIίς Δ. ΕΘνική TQάnεζα Υ. Χα'fζηνέσ'fΟQος
(1989)which ought to be tried. But where the appeal raises a question of law, this COUn may be more ready to interfere. Moreover, at least since Cow v Casey [1949] 1 ΑΙΙ ER 197, [1949] 1 ΚΒ 474, this court has made it ρΙaiη that it will ηοι hesitate, ίη an aΡΡrΟΡήate case, to decide questions of law under Ord 14, even if the question of law is at first blush of some complexity and therefore takes 'a little longer Ιο understand'. Ιι may offend against the whole purpose of Ord 14 ηοι to decide a case which raises a clear-cut issue, when full argument has been addressed ιο the court, and the only result of not deciding it will be that the case will go for tήa1 and the argument will be reheard all over again before a judge, with the possibility of yet another appeal (see Verrall v. Great Yarmouth BC [1980] 1 ΑlΙ E.R. 839 at 843, 845-846, (1981] 1 QB 202 at 215, 218, per Lord Denning MR and Roskill LJ). The polίcy of Ord 14 is ιο prevent delay ίη cases where there is ηο defence; and this policy is, if anything, reinforced ίη a case such as the present, concerned as ίι is with a claim by a negotiating bank under a letter of credit (see Bankjur Gemeinwirt:iahjt v. City ο! London Garages Ltd. [1971] 1 ΑΙΙ E.R. 541 at 547-548, [1971] 1 W.L.R. 149 at 158, per Cairns U, a case concerned wi th a claim 00 a bill of exchange by a holder io due course." 5 10 15 20 Από το απόσπασμα που έχω παραθέσει πιο πάνω φαίνε­ ται ότι διαφορετική είναι η προσέγγιση του Εφετείου σε πε­ ριπτώσεις που με την επίδικη απόφαση παραχωρείται άδεια 25 στον εναγόμενο να καταχωρίσει υπεράσπιση χωρίς όρους, όπως προνοεί η παρούσα πρωτόδικη απόφαΟ1], από την προ­ σέγγιση που ακολουθείται στις περιπτώσεις που με την επίδι­ κη απόφαση παραχωρείται άδεια στον εναγόμενο να κατα­ χωρίσει υπεράσπιση αλλά με όρους. Η δεύτερη αυτή περίπτωση προϋποθέτει την άσκηση ευρείας διακριτικής εξουσίας από το πρωτόδικο Δικαστήριο και σε περίπτωση έφεσης από μια τέτοια απόφαση η προσέγγιση του Εφετείου είναι εκείνη που ακολουθείται σε όλες γενικά τις εφέσεις στις οποίες προσβάλλεται ο τρόπος άσκησης διακριτικής εξουσίας από κατώτερα Δικαστήρια πρωτόδικης δικαιοδοσίας. Στην Κύπρο τα Δικαστήρια προσεγγίζουν το θέμα με τον ίδιο 220 30 35 1 λ.λ.Δ. (Ε) ΕβνΙΜή ΤQάπεζα Ύ. Χα-ςζηνέσ-ςοοος ΠΟΥια-ςζής Δ. ακριβώς τρόπο όπως φαίνεται από την υπόθεση Κύπρος Κυ­ πριανίδης Υ. Συμεού Ιωάννου
(1966)1 Α.Α.Δ. 265, στην οποία ο τότε δικαστης Ιωσηφίδης είπε τα εξης στη σελίδα 269: 5 10 15 20 "It will thus be seen that the burden is οη the defendant Ιο satisfy the Coun that he has a goαl defence, and ίη deciding this matter the Judge has to exercise his discretion. Ιη this case the Judge, having exercised his discretion after hearing counsel and cοηsίdeήηg the mateήaΙ ίη the form of affidavits put before him, granted conditiona11eave to defend. Ιι is well settled that where a Judge has exercised his discretion under Order 18 and imposed conditions as a term of giving a defendant leave to defend, the Coun of Appeal will not interfere with the exercise of his discretion unless there has been some eποr of ΡήηcίΡΙe οτ misapprehension of fact οη his part, οτ unless he has given undue weight to a particu1ar asρect of the facts (Oordon v. Cradock [1963] 2 Al1 E.R. 121)." Απ' όσα tx.ω παραθέσει πιο πάνω συνάγεται επίσης το συμ­ πέρασμα ότι ευρύτερα είναι τα περιθώρια επέμβασης του Εφετείου σε περιπτώσεις όπως η παρούσα, αν τα επίδικα θέ­ ματα που εγείρονται είναι αποκλειστικά νομικά, και πολύ στενότερα σε περιπτώσεις που ο πρωτόδικος Δικαστης απο­ φασίζει ότι από τη μαρτυρία ενώπιόν του εγείρονται επίδικα 25 θέματα αναφορικά με πραγματικά γεγονότα που θα πρέπει να εκδικαστούν. Ένα άλλο συμπέρασμα που εξάγεται είναι ότι στην κατ' έφεση δικαιοδοσία του το Ανώτατο Δικαστηριο δε διστάζει, στις κατάλληλες περιπτώσεις, να αποφασίσει το ίδιο νομικά θέματα κάτω από τη Δ.18 των Δίκαστικών Θε­ σμών ακόμα και όταν εκ πρώτης όψεως τα θέματα αυτά εμ­ 30 φανίζονται πολύπλοκα αν, βεβαίως, συζητηθούν πληρως ενώπιόν του. Αναφορικά με την ορθη προσέγγιση και το καθηκον του πρωτόδικου Δικαστηρίου σε περιπτώσεις όπως η παρούσα, 35 εκτός από το απόσπασμα που παραθέτω πιο πάνω από τις σελίδες 515 και 516 της υπόθεσης European AsίαnBank (ανω- 221 ΠοΥ,α..:ζής Δ. Εθνική τοαεζα Υ. Χα..:ζηνέσ..:οοος (19") τέρω), πολύ διαφωτιστικό είναι και το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση του Άγγλου εφέτη Lord Justice Κeπ στη σε­ λίδα51 της υπόθεσης Nichimen (ανωτέρω): ''However, before coming ιο the issues, Ι feel bound ιο repeat ίη relation ιο this case what has been said ίη this Court οη a number of recent occasions. lη my view the Judge eπed ίη ΡήηcίΡΙe ίη the approach which he adopted 10 this application for summary judgment. Ιι has been said again and again ίη this CoUrt ίη recent years that ίι is not sufficient ιο conclude that the defendants have an arguable case if the issues Ιυτη οη a ροίηι of law, οτ other mateήa1, which enables the Court ιο form a definitive view οη the ήghts ofthe plaintiffs there and then." 5 10 Στη συνέχεια ο Lord Justice Κeπ παραθέτει μέρος από το απόσπασμα της απόφασης του Δικαστή Goff στην υπόθεση European Asian Bank (ανωτέρω) το οποίο παραθέτω πιο πάνω, και προσθέτει τα εξής στις σελίδες 51, 52: "The latest ίη this seήes of cases is the .iudgment of this Court given by Sir John Megaw ίη Forestal Mimosa Ltd.v. Oriental Credit Ltd., [1986] 1 Lloyd's Rep. 329; [1986] 1 W.L.R. 631. Ι do ηοι propose 10 go through any of the other authοήtίes. But, as Ι have said, it is ηοΙ sufficient υροη an application under 0.14 merely 10 conclude, οη a point of law, that it is arguable, οη the side of the defendants. Most points are arguable,perhaps particularly ίη the Commercial Court, as Mr. Pollock's performance ίη this case amply demonstrated. lη a case like the present, the Judge should οηlΥ give leave Ιο defend if, after ful1 consideration of the mateήaΙ before him, he is satisfied that the plaintiff is ηοι entitled 10 judgment there and then." Επανέρχομαι τώρα στους πέντε λόγους που προβάλλει ο εφεσίβλητος στην ένορκή του δήλωση. Πρόθεσή μου είναι να εξετάσω τους λόγους αυτούς με τη σειρά που τους έχω εκθέ­ σει πιο πάνω και στο βαθμό που είναι αναγκαίος για τον κα­ θορισμό της τύχης της παρούσας έφεσης. 222 15 20 25 30 1 Α.Α.Δ. (Ε) Ε8νtχή Tqώcεζα v. XατζηνΙoτOQOς DοΥtαfζή; Δ. Διαφωνώ με την εισήγηση του ευπαίδευτου δικηγόρου της Τράπεζας ότι αυτοί οι λόγοι εγείρουν αποκλειστικά επίδικα θέματα νομικής φύσης. Η εισήγηση είναι ορθή μόνο αναφο­ 5 10 ρικά με τους τρεις τελευταίους λόγους. Ο πρώτος λόγος εγεί­ ρει επίδικο θέμα που αναφέρεται αποκλειστικά σε γεγονότα. Ο δεmερος λόγος εγείρει μεν θέμα ερμηνείας της παραγρά­ φου 7 της επίδικης σύμβασης, που σύμφωνα με την νομολο­ γία (βλέπε Π.χ. την υπόθεση Woodhouse etc. v. Nigeriαn Produce etc [1971] 1 ΑΙΙ E.R. 665), αποτελεί νομικό θέμα, ταυτόχρονα όμως εγείρει και θέμα που αναφέρεται σε πραγ­ ματικά γεγονότα για τα οποία υπάρχει αμφισβήτηση και τα οποία είναι ουσιώδη για την έκβαση της αγωγής. 10; Λόγο;: Ο λόγος αυτός αφορά τη μη αποδοχή και αμφισβήτηση 15 από τον εφεσίβλητο του ύψους των απαιτουμένων ετήσιων ασφαλίστρων. Και αν ακόμα, λέγει ο εφεσίβλητος, η Τράπε­ ζα πλήρωσε στην Ασφαλιστική Εταιρεία ΑΣΤΗΡ έντεκα ετή­ σια ασφάλιστρα συνολικού ύψους ;(1,037.25 σεντ, από τον ίδιο μπορεί να εισπράξει μόνο το τρέχον και/ή εύλογο ύψος 20 των ασφαλίστρων και ότι το απαιτούμενο ποσό είναι υπερ­ βολικό και εξωπραγματικό. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι λε­ πτομερής ανάλυση του ποσού ;(1,037.25 σεντ και αναφορά στο ύψος κάθε ετήσιου ασφάλιστρου δε γίνεται o'ύtε στην Έκ­ 25 30 θεση Άπαί τησης ome στην ένορκη δήλωση του Α. Παπαδό­ πουλου που συνοδεύει την αίτηση. Για πρώτη φορά γίνεται στη συμπληρωματική δήλωση του πιο πάνω υπαλλήλου της Τράπεζας που έκαμε σε απάντηση της ένορκης δήλωσης του εφεσίβλητου. Πουθενά όμως δεν αναφέρει ο 'εφεσίβλητος ποιο είναι το ύψος του ετήσιου ασφάλιστρου που ο ίδιος θεω­ ρεί εύλογο. Η παράλειψη αυτή του εφεσίβλητου αποτελεί από μόνη της αιτία απόρριψης του λόγου αυτού. Απλή άρνη­ ση τόσο γενικής μορφής δεν είναι αρκετή για να δικαιολογή­ σει την παραχώρηση σΙ αυτόν άδειας για την καταχώριση Υπεράσπισης είτε με όρους είτε χωρίς όρους. Επιβάλλεται 35 λεπτομερέστερη αναφορά σε γεγονότα όπως έχει επανειλημ­ μένα τονιστεί σε Αγγλικές και Κυπριακές αποφάσεις. Ενδει- 223 ΠΟΥιατζής Δ. Ε8νι'Κή ΤQάπεζα Υ. Χατζηvέσ":ΟQος κτικά αναφέρω τις υποθέσεις
(1989)John WαllίngjΌrd v. The Directors etc. ofthe Mutuαl Society [1879-80] 5 A.C. (H.L.) 685 και Ασφαλιστική Εταιρεία Ερμής Α τδ. Υ. Ιούλιος Θεοδωρί­ δης
(1983)1 Α.Α.Δ. 333. 20ς Λόγος 5 Ο λόγος αυτός περιέχεται στις υποπαραγράφους (ε) και (ζ) της παραγράφου 6 της ένορκης δήλωσης του εφεσίβλητου τις οποίες έχω ήδη παραθέσει αυτούσιες. Η απάντηση της Τράπεζας στους σχετικούς ισχυρισμούς του εφεσίβλητου πε­ ριέχεται στις παραγράφους 6 και 8 της συμπληρωματικής 10 ένορκης δήλωσης του Α. Παπαδόπουλου στις οποίες αναφέ­ ρονται τα εξής: "
(6)Το ασφαλιστήριον Συμβόλαιον εξεδόθη τη Αιτήσει του Εναγομένου. Αντίγραφον της Αιτήσεως του προς την Ασφαλιστικήν Εταιρείαν ΑΣΤΗΡ ημερο- 15 μηνίας 26.10.1973 επισυνάπτεται και σημειούται ΆΙ.
(8)Οι περί ελλείψεως αντιπαροχής και παραλείψεως συμμορφώσεως προς τους όρους του Συμπληρωμα­ τικού Εγγράφου που αναφέρονται εις τας υποπα- 20 ραγράφους (δ) έως (ζ) της παραγράφου 6 και παρα­ γράφους 7 και 8 της ως άνω Ενόρκου Δηλώσεως ισχυρισμοί δεν ευσταθούν και ο Εναγόμενος εμπο­ δίζεται από του να ισχυρίζεται ως εις τας ρηθείσας παραγράφους από το Συμπληρωματικόν Έγγρα- 25 φον της Υποθήκης, αντίγραφον του οποίου επισυ­ νάπτεται και σημειούται 'ΞΙ και από την έγγραφον Αίτησιν του ημερ. 26.10.1983 (Τεκμήριον Ά')." Είναι φανερό ότι ο λόγος αυτός εγείρει δυο επίδικα θέματα. Το πρώτο αφορά την ορθή ερμηνεία της παραγράφου 7 της επίδικης σύμβασης στην οποία η Τράπεζα βασίζει την απαίτησή της. Σύμφωνα με τη νομολογία που παραθέτω πιο πάνω, το πρωτόδικο Δικαστήριο ήταν σε θέση και είχε καθή- 224 30 Ι Α.Α.Δ. (Ε) Ε8,ιιιή T~ά.πεζα v. Xατζιpέστo~oς ΠοΥιατζής Δ. κον να ερμηνεύσει την πιο πάνω παράγραφο. Όπως έχει ήδη λεχθεί η ερμηνεία συμβολαίου είναι νομικό θέμα και στην 5 κατ' έφεση δικαιοδοσία του και για τους σκοπούς της Δ.18 των Δικαστικών θεσμών το Ανώτατο Δικαστήριο δε διστά­ ζει, αφού βρίσκεται στην ίδια καλή θέση με το πρωτόδικο Δι­ καστήριο, να ερμηνεύσει το ίδιο το συμβόλαιο των διαδίκων. Λαμβανομένου'υπόψη ολόκληρου του κειμένου της σύμβα­ σης, Τεκμήριο "Ξ", η ορθή ερμηνεία της παραγράφου 7 είναι εκείνη που εισηγείται ο ευπαίδευτος δικηγόρος του εφεσίβλη­ 10 15 του. Δεν έχουμε αμφιβολία ότι, τουλάχιστο για το πρώτο ασφαλιστικό συμβόλαιο πυρός Αρ. 9202 που η Ασφαλιστική Εταιρεία ΑΣΤΗΡ εξέδωσε για την περίοδο 26/10Π3 μέχρι 26/ 10Π4 σαν αποτέλεσμα της αίτησης του εφεσίβλητου, Τεκμή­ ριο "Α", την οποία η Τράπεζα επικαλείται, η ορθή ερμηνεία της παραγράφου 7 θέτει σαν προϋπόθεση του δικαιώματος της Τράπεζας να ασφαλίσει η ίδια το ενuπόθηκo ακίνητο του εφεσίβλητου και της αντίστοιχης υποχρέωσης του τελευταίου να καταβάλει στην Τράπεζα τα ασφάλιστρα που η Τράπεζα πλήρωσε για λογαριασμό του εφεσίβλητου, την απόδειξη από 20 την Τράπεζα ότι: (α) πριν η ίδια προβεί στην ασφάλιση του ενuπόθηκoυ ακι­ νήτου, η Τράπεζα είχε απαιτήσει από τον εφεσίβλητο να ασφαλίσει ο ίδιος το ακίνητό του προς όφελός της για ποσό λιγότερο του ενuπόθηκoυ χρέους και 25 (β) ο εφεσίβλητος παράλειψε να συμμορφωθεί με την πιο πάνω απαίτηση της Τράπεζας. Στην ένορκη δήλωσή του ο εφεσίβλητος ισχυρίστηκε ότι η Τράπεζα δε συμμορφώθηκε ποτέ με τις δυο πιο πάνω συμβα­ τικές της υποχρεώσεις ώστε να δικαιούται σήμερα να εγείρει 30 εναντίον του την επίδικη απαίτηση. θα πρέπει να,αναφέρω' στο σημείο αυτό ότι ούτε στην Έκθεση Απαίτησης ούτε σε οποιαδήποτε από τις δυο ένορκες δηλώσεις του Α. Παπαδό­ πουλου υπάρχει ισχυρισμός ότι η Τράπεζα απαίτησε ρητά από τον εφεσίβλητο είτε στις 26/10Π3, είτε για οποιαδήποτε 225 ΠοΥιατζ1j; Δ. Ε8νι,ςή ΤQάπεζα Υ. ΧατζηνέσΤΟQος
(1989)μεταγενέστερη ετήσια περΙΟδο, είτε γραπτά είτε προφορικά να ασφαλίσει το ενυπόθηκο ακίνητό του. Η Τράπεζα ισχυρί­ ζεται μόνο ότι το ασφαλιστήριο συμβόλαιο, και εννοεί ασφα­ λώς το πρώτο συμβόλαιο αρ. 9202 που κάλυπτε την περΙΟδο από 26.10.1973 μέχρι 26.10.1974, εκδόθηκε κατόπιν της αίττι­ σης του εφεσίβλητου, φωτοαντίγραφο της οποίας επισυνά­ 5 πτεται ως Τεκμηριο 'Ά" στην συμπληρωματική ένορκη δήλω­ στι του Α. Παπαδόπουλου. Η αίτηστι αυτή απευθύνεται σττιν ασφαλιστική εταιρεία ΑΣΤΗΡ και υπογράφηκε από τον ίδιο τον εφεσίβλητο. Με αυτή ο εφεσίβλητος ζητά να ασφαλιστεί το ενυπόθηκο ακίνητό του για ποσό f50,OOO αν και το δάνειο ήταν μόνο ί14,ΟΟΟ, και αναφέρει ότι τι Τράπεζα ενδιαφέρε­ ται ως ενuΠόθηκτι δανείστρια. Ελλείψει άλλων πληροφοριών κανένα συμπέρασμα δεν μπορεί να εξαχθεί στο παρόν στά­ διο από το Τεκμήριο "Α". Σίγουρα τι αίττιστι αυτή δεν υπΩβλή­ 10 15 θτικε από ττιν Τράπεζα. Υπογράφηκε από τον εφεσίβλητο την ίδια μέρα που υπόγραψε την επίδικη σύμβαστι δανειοδότη­ σης. Υποβλήθηκε από τον εφεσίβλητο είτε οικειοθελώς είτε συμμορφούμενος σε σχετική απαίτηστι που η Τράπεζα πρόβα­ λε ασκώντας το δικαίωμα που της παρέχει τι παράγραφος 7 ττις έγγραφτις σύμβαστις, Τεκ. "Ξ". Ποιο από τα δυο, όμως, έχει συμβεί; Στο στάδιο αυτό δε γνωρίζομε ούτε πού υπογρά­ φηκε η αίτηση. Πιθανό να υπογράφτικε στα γραφεία της Ασφαλιστικής Εταιρείας ΑΣΤΗΡ. Πιθανόν να υπογράφηκε στα γραφεία της Τράπεζας. Η αίτηστι δεν περιέχει τίποτε που να οδηγεί από μόνη της στην αποδοχή της μιας πιθανότητας 20 25 και σττιν απόρριψη της άλλης. Eίνα~, επομένως, φανερό ότι υπάρχουν ουσιώδη γεγονότα που χρειάζoντα~ να διερευνη­ θούν πρι ν αποφασιστεί το δίκαιο κα~ νόμιμο της απαίτηστις της Τράπεζας. Για να γίνει αυτό, θα πρέπει να επιτραπεί στον εφεσίβλητο να καταχωρίσει ττιν Υπεράσπισή του και 30 ακολούθως να ακουστεί μαρτυρία και από τις δω πλευρές αναφορικά με τα αμφισβητούμενα γεγονότα. Μετά απ' όσα έχω αναφέρει, είναι φανερό ότι ο δεύτερος λόγος που ο εφεσιβλητο.ς προβάλλει στην ένορκτι δήλωσή του εγείρει γεγονότα που είναι ουσιώδη για την τύχτι της απαίτη­ σης και για τα οποία υπάρχει αμφισβήτηση που δικα'ιολογεί, 226 35 Ι Α.Α.Δ. (Ε) με βάση τη νομολογία, την παραχώρηση στον εφεσίβλητο δι­ καιώματος να υπερασπίσει την εναντίον του αγωγή χωρίς όρους, όπως το πρωτόδικο Δικαστήρω αποφάσισε με την επί­ δικη απόφασή του. 5 Περιττεύει, υπό τας περιστάσεις, η εξέταση των τριών τελευταίων λόγων που εγείρει ο εφεσίβλητος στην ένορκη δή­ λωσή του που αφορούν αποκλειστικά νομικά θέματα, μερικά των οποίων, εν πάση περιπτώσει, δεν έχουν συζητηθεί επαρ­ κώς ούτε ενώπιόν μας ούτε και ενώπων του πρωτόδικου Δι- , 10 καστηρίου. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η έφεση απορρίπτεται με έξοδα σε βάρος της Τράπεζας. Επικυρώνεται η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου με την οποία παραχωρείται άδεια στον εφεσιβλητο να υπερασπίσει την εναντίον του αγωγή 15 χωρίς όρους και επιδικάζονται έξοδα προς όφελός του. Έφεση απορρίπτεται με έξοδα. 227

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.