(1989)27 ΙεπτεμβρΙου. 1989 [ΣΑΒΒΊΔ.ΗΣ. XATZllTΣMΓAPHΣ. ΠΟΓΙΑΤΖΗΣ, Δ.Δ.] ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΟΥΤΑΣ, Εφεσείων, ν. ΔΗΜΟΥ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Εφεσ(βλητov. (Πολιτική Έφεση Αρ. 7608). Συμβάσεις-Οικονομικός καταναγκασμός (Economic duress)-Κατά πόσο υπάρχει δόγμα οικονομικού καταναγκασμού-Καταφατική rι απάvτηση στο ερώτημα--Πότε θεωρείται ότι υπάρχει oικoνoμι~ός ~α ταναγκασμός, που oδηΊtί σε ακύρωση της σύμβασης. Ο εφεσείων (ενάγων) ήταν υπάλληλος για 16 χρόνια στην Τράπεζα Κύπρου. Πρoκειμtνσu να τον πεΙσει να δεχθεί την θέση του Δημοτικού 5 Γραμματέα του Δήμου ΛευκωσΙας, ο τότε Δήμαρχος Λευκωσi.ας θεμι στοκλής Δέρβης υποσχέθηκε ότι σε περl.πτωση, που ο ενάγων θα δε χθεί, η υπηρεσία του στην Τράπεζα Κ ύπρσιι θα υπολογισθεί για σκοπούς σuvrάξεως ως χρόνος υπηρεσίας στον Δήμο Λευκωσίας. 1Ο Τούτο επιβεβαιώνεται από τα σχετικά πρακτικά του Δημοτικού Συμβoυλtoυ Λευκωσίας. Ο Δήμος Λευκωσtας ζήτησε την τροποποίηση των σχετικών κανονισμών. έτσι ώστε να μπορεί. να υλοποιήσει την συμφωνία με τον εφεσείοντα. Το Υπουργικό Συμβούλιο δεν ενέκρινε 15 την τροποπotηση. Ο εφεσείων υπηρέτησε 15 χρόνια στον Δήμο Λευκωσίας μέχρι την κανονική αφυπηρέτησή του. Ως αποτέλεσμα της μή τροποποιήσεως των κανονισμών κατεβλήθηκε
(1973)μειωμένο φιλοδώρημα κατά f2,515.375 μίλς και μειωμένη αιτήσια σύνταξη κατά ί603.692 μίλς. Ο εφεσείων δεν ικανοποιήθηκε και συνέχισε να απαιτεί την υλοποίηση της συμφωνίας του, όπως η τελευταία έχει πιο πάνω περ"γραφεί. Ως αποτέλεσμα και κατόπιν γνωμοδοτήσεως προς το Υπουργικό Συμβούλιο από το- ΓραφεΙο του Γεν\.Κού ΕισαΥΥελέα προτάθηκε στο,\, 516 20 1 Α.Α.Δ. (Ε) Κοvτας Υ. Δήμο\! Λε1»Cωσίας εφεσεΙΟντα όπως σε πλήρη και τελική εξόφληση της απαιτήσεώς tO\l δεχθεί εφάπαξ ποσόν f5,000-. Ο εφεσείων δέχθηκε το ποσό αυτό και 'υΠέγραψε εξοφλητικήν απόδειξη. Toύto έγινε στις 1318Π3. Η πάροδος tO\l xρόνO\l απέδειξε ότι η διαφορά στην σύνταξη δεν 5 μπορούσε να καλυφθεί με το πιο πάνω ποσό. Το 1984 ο εφεσείων επα νήλθε στο θέμα και ζήτησε πάλιν να του καταβληθεί σίtνtαξη σύμφω να με την πρώτη συμφωνία to\l. Η σχετική επιστολή τσν εφεσείοντα παρέμεινε αναπάvi:ητη και γι' αυτό ο εφεσεΙων κατεχώρισε αγωγή στο Επαρχι.ακό Δικαστήριο Λευκωσίας. 1Ο Το κύριο θέμα, πo\l εξέτασε το Δικαστήριο, ήταν κατα πόσον η συμ- φωνί.α για την καταβολή tO\l ποσού των fS,OOO - ήταν άκυρη λόγω "οι κονομικού καταναγκασμού", ΠO'U είχε ασκήσει ο Δήμος Λευκωσίας. Ο εφεσεΙων ισχυρΙΟΤηκε ότι ο λόγος, που ΙΙχε δεχθεΙ, ήταν στι βρι.σκόταν σε δεινή οικονομική κατάσταση, ότι είχε εV'UΠόθηκη 'υΠοχρέωση προς 15 την Τράπεζα KύπΡOV, ότι η Τράπεζα τον απειJ.o'ύσε με πώληση της κα τοικί.ας to\l, ότι ο νέος Δημοτικός Γραμματέας tO\l είπεν ότι μπορούσε είτε να δεχθεί το ποσόν για εξόφληση εΙτε να το απωλέσει και να προ χωρήσεΙ. &καστικά. Το Επαρχιακό Δικαστήρω απέρριψε την αγωγή και βρήκε ότι η 20 αποδοχή tO\l ποσού των fS ,000 - ήταν αποτέλεσμα της ελεύθερης βού λησης του εφεσείοντα. Γι' αυτό ο εφεσείων κατεχώρισε την παρούσα έφεση. Ο εφεσlβλητoς Δήμος κατεχώρισε αντέφεση ότι εν πάση περι πτώσει το Επαρχικό Δικαστήριο δεν είχε δικαωδοσία να εκδικάσει την 'υΠόθεση, γιατΙ η διαφορά ήταν θtμα δημοσίου δικαίου, που ανά- 25 γεται στην MoκλELOΤl.KTι δικαιοδοσία tO\l ΆρθΡOV 146 του Συντάγμα τος. ΤΟ Ανώτατο ΔΙ.καστήριο,απορρΙΠτοντας την έφεση, απεφάσισε:
(1)Απαραίτητη ΠΡOUπόθεση για την εφαρμογή tO\l δόγματος tO\l οικονομικού καταγκασμού είναι η άσκηση πιέσεως σε έναν συμβαλλό- 30 μενον ή να εγκαταλείψει ή να τροποποιήσει προ ζημιάν ΠO'U καθορι σμένα συμβατικά δικαιώματά tO\l προς όφελος tO\l συμβαλλόμένου, που ασκεί την πίεση, την οποίαν το δίκαιο θεωρεί ώταράδεκτη και άδικη.
(2)Η συνηθέστερη μορφή οικονομικού καταναγκαμού είναι η 35 απειλή παράβασης συμβολαίου, εκτός εάν ο άλλος συμβαλλόμενος δε χθεί να μειώσει το ποσό, πo\l πρέπει να εισπράξει ή να πληρώσει με γαλύτερο ποσό, απο εκείνο πσν οφείλει. 517 Κούτας Υ. Δήμου Λευκωσίας
(1989)
(3)Η κακόπιστη, άδικη και ασυνεtδητη συμπεριφορά τσu προσώ που που σκόπιμα ασκεΙ την πίεση ή που αποκομίζει όφελος από την πtεσTι. αποτελεί το βασικότερο στοιχείο οικονομικού καταναγκασμού.
(4)Επιπρόσθετα απαιτείτα.. ύπαρξη συνθηκών είτε οικονομικής αδυναμίας του θύματος είτε κινδύνου προκλήσεως μεγαλύτερης ζη- 5 μιάς σ' αυτόν, αν αρνηθεί να υποχωρήσει στις πιέσεις και η ταυτόχρονη αννπαρξΙU λογικής διαζεuτικής λύσεως.
(5)Το δόγμα του οικονομικού καταναγκασμού είναι αποτέλεσμα και έκφανση τσu δικαΙσu της επιείκειας (eqώtΥ), που προστατεύει τον αδύνατο έναντι του δυνατού, τον αγαθό έναντι τσu πονηρού, τσu άδι- 1Ο κσu, του ασυνείδητου και τσu κακ6πιστσu.
(6):Στην συγκεκριμtνη περίπτωση δεν αποδείχθηκε οικονομικός καταναγκασμός. Η εκπλήρωση της συμφωνίας ήταν αντικειμενικά αδύνατη, εκτός αν επΕΤUΓΧάνετo η τροποποίηση των κανονισμών. Η απόπειρα τροποποιήσεως απέΤUΧε λόγω της αρνήσεως του 15 Yπσuργικoύ :Συμβσυλίou. Ο εφεσίβλητος Δήμος καλόπιστα προσπάθη- σε να τιμήσει την υποχρέωσή τσu. Η προσφορά των t5,OOO - έγινε ακριβώς λόγω της αντικειμενικής αδυναμίας υλοποιήσεως της πρώτης σuμιμoνίας·
(7)Ενόψει του αποτελέσματος της εφέσεως δεν υπάρχει λόγος να 20 εξεταστεί η αντέφεση σχετικά με το θέμα της δι.καιοδοσΙας. Η Εφεση απOΡΡfπrεται. Η αντΙφεση απoρρfπrεται. OvδεμΙα διαταγή για Ιξοδα. Αναφερόμενες Αποφάσεις: 25 ΤΜ Siboen aΜ Ihe Sibotre ([916] 1 Lloyds Rep. 293; North Oceαn Shipping Co Ltd v. Hyundai Construction Co. LId. The Atlantic Baron [1918] 3 ΑΗ E.R. 1110; Ρaο Οπ v. Lan fiu [191913 ΑI1 E.R. 65; Universal Tankshίp Inc. ο/ Monroviα v. Internαtionαl Trαnsport Worker's Federαtίon [198212 Α1Ι E.R. 67; 518 30 1 Α.Α.Δ. (Ε) Κο'ώτας Υ. Δήμο\) AE\)xmoLa, Allas Express Lld ν. Κα/νο lmporters and Distributors Ltd [1989] 1 ΑΙΙ E.R.641; D and C Builders Lld ν. Rees [\965] 3 ΑΙΙ E.R.
- Έφεση και αντέφεση. 5 Έφεση και αντέφεση εναντίον της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας (Παπαδόπουλος, Π.Ε.Δ. και Ηλιάδης, Ε.Δ.) ημερομηνίας 10 Μαρτίου, 1988 . (Αριθμός Αγωγής 3507/87) με την οποία η αξίωσή του εναντίον των εναγόμενων για αποζημιώσεις για παράβαση 1Ο ρητών και/ή εξυπακουόμενων όρων συμβολαίου fργοδότησης απορρίφθηκε. Μ Γεωργίου, για τον εφεσείοντα. Α. ΠαVΤελίδης, για τους εφεσίβλητους. 15 ΣΑΒΒΙΔΗΣ Δ: Την απόφαση του Δικαστηρίου θα απαγγείλει ο Δικαστής Ι. Πογιατζής. ΠΟΓΙΑΤΖΗΣ Δ: Η έφεση αυτή στρέφεται εναντίον της απόφασης του Πλήρους Επαρχικού Δικαστηρίου Λευκωσίας στην αγωγή 3507/87, με την οποία η αξίωση του εφεσείοντα, 20 ενάγοντα στην αγωγή, εναντ ίον των εφεσίβλ ητων , εναγόμενων στην αγωγή, απορρίφθηκε στην ολότητά της. Παραθέτουμε πιο κάτω αυτούσια την αξίωση του εφεσείοντα όπως είναι διατυπωμένη στην Οπισθογράφηση Απαιτήσεως: "(Α) Αποζημιώσεις για παράβαση ρητών Και/ή εξυπα 25 κουόμενων όρων συμβολαίου εργοδότησης που περιέχο νται στα πρακτικά των συνεδριάσεων του Δημοτικού Συμ βουλίου των Εναγόμενων ημερ. 15.4.1959, 1/12/1967 και 15112/
- (Β) Δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι Εναγόμενοι ήταν και συνεχίζουν να είναι νομικά και/ή συμβατικά υπεύθυ- 519 ΠοΥιατζης Δ. Κο';'τας Υ. Δήμο" Λεvx(ι)οΙας
(1989)νοι και υποχρεωμένοι να λαμβάνουν υπόψη στον υπολογι σμό για τον καθορισμό της ετήσιας σύνταξης και/ή του Φι λοδωρήματος που ήταν και/ή που εΙναι υποχρεωμένοι οι Εναγόμενοι να καταβάλλουν προς τον Ενάγοντα τα χρόνια και!ή τους μήνες υπηρεσl.ας του στην Τράπεζα Κύπρου 5 επιπρόσθετα με τα χρόνια και/ή τους μήνες υπηρεσίας του στους Εναγόμενους ως οι αποφάσεις του Δημοτικού Συμ βουλίου των Εναγόμενων τιμερ. 15.4.1959, 1.12.1967 και 15.12.
- (Γ) Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει την ει δική εκτέλεση των συμβατικών και/ή νομικών υποχρεώσε 10 ων των εναγόμενων που αναφέρονται πιο πάνω και/ή Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει την καταβο λήν από τους Εναγόμενους προς τον Ενάγοντα όλων των ποσών που είχε και έχει δικαίωμα ο Ενάγων να εισπράτ τει από τους Εναγόμενους ως ετήσια σύνταξη και/ή ως φι 15 λοδώρημα. (Δ) Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η συμφωνία διαφορο ποίησης των πιο πάνω αναφερομένων δικαιωμάτων του Ενάγοντα (WAIVER CONTRACΓ AND/OR COLLA1ΈRAL CONTRACT) που ο Ενάγων εσύναψε με τους Εναγόμε νους κατά ή περί την 14.8.1973 και δυνάμει της οποίας εί 20 σπραξε ως επιπλέον φιλοδώρημα ί5,ΟΟΟ από τους Εναγό μένους είναι άκυρη και στερημένη οποιουδήποτε νομικού αποτελέσματος NULL AND VOID γιατί αυτή είναι παρά νομη και ή είναι ενάντια στη δημόσια πολιτική και/ή γιατί η εφαρμογή της καταστρατηγεί και/ή παραβιάζει την εφαρμογή των Περί Συντάξεων και Φιλοδωρημάτων Κα 25 νονισμών Δήμου Λευκωσίας του 1965-1979 και/ή γιατί ήταν αποτέλεσμα οικονομικού εξαναγκασμού και/ή ψυχι 30 κής πίεσης που ασκήθηκε από τους Εναγόμενους πάνω στον Ενάγοντα. " Ο ισχυρισμός του .εφεσείοντα ήταν ότι υπηρέτησε ως Δημοτικός Γραμματέας του Δήμου Λευκωσίας για δεκαπέντε περίπου χρόνια' προσλήφθηκε την 1/8/1957 και αφυπηρέτησε 520 35 Κούτας Υ. Δήμου Λευκωσί.ας 1 Α.Α.Δ. (Ε) ΠΟΥιατζής Δ. στις 30/9/
- Για τα αμέσως προηγούμενα δεκαέξι περίπου χρόνια ο εφεσείων υπηρετούσε ως υπάλληλος της Τράπεζας Κύπρου. Για να πείσει τον εφεσείοντα να εγκαταλείψει τη συντάξιμη θέση του στην Τράπεζα Κύπρου και να δεχθεί 5 διορισμό στην επίσης συντάξιμη θέση του Δημοτικού Γραμματέα, ο τότε Δήμαρχος Λευκωσίας Θεμιστοκλής Δέρβης διαβεβαίωσε τον εφεσείοντα ότι η δεκαεξάχρονη υπηρεσία του στην Τράπεζα Κύπρου θα συνυπολογιζόταν με 10 την υπηρεσία του στο Δημαρχείο για τον καθορισμό του ύψους της σύνταξης και των άλλων ωφελημάτων αφυπηρέτησής του. Κατόπι και σαν αποτέλεσμα της πιο πάνω διαβεβαίωσης ο εφεσείων εγκατέλειψε τη λαμπρή σταδιοδρομία του στην Τράπεζα Κύπρου και αποδέχτηκε διορισμό ως Δημοτικός Γραμματέας. 15 Στο πρακτικό της συνεδρίας του Δημοτικού Συμβουλίου ημερ. 15 Απριλίου 1959, που υπόγραψε ο τότε Δήμαρχος Λευκωσίας, και που κατατέθηκε σαν Τεκ. 1 αναφέρεται ότι "Αποφασίζεται 20 όπως, λαμβανομένων υπόψη των ικανοποιητικών υπηρεσιών του Δημοτικού Γραμματέα κ. Γ. Κούτα, το Δημοτικό Συμβουλίο βεβαιώσει τον δωρισμόν του, με αναγνώρισιν των υπηρεσιών του παρά τη Τραπέζη Κύπρου δεκαέξ ετών δια σκοπούς συντάξεως." Σε τρείς μεταγενέστερες συνεδρίες του το νέο Δημοτικό 25 Συμβουλίο με Πρόεδρο τον κ. Οδυσσέα Ιωαννίδη ομόφωνα επιβεβαίωσε την απόφαση του προηγούμενου Συμβουλίου ημερομηνίας 15/4/1959, έδωσε δε οδηγίες για την τροποποίηση των σχετικών Κανονισμών του Δήμου κατά τρόπο που θα επιτρέπει την εκπλήρωση της πιο πάνω υποχρέωσης προς τον εφεσείοντα. Τα σχετικά πρακτικά των 30 τριών συνεδριών του Δημοτικού Συμβουλίου υΧόγραψε ο εφεσείων σαν Δημοτικός Γραμματέας. Οι προτεινόμενες τροποποιήσεις των Δημοτικών Κανονισμών ετοιμάστηκαν σύμφωνα με τις οδηγίες του Δημοτικού Συμβουλίου και υποβλήθηκαν στην Κύβερνηση 35 για έγκριση. Η Κυβέρνηση όμως αρνήθηκε να τις εγκρίνει 521 Κούτας v. Δήμου Λεt»CωσΙας ΠΟΥιατζής Δ.
(1989)και ως εκ τούτου, όταν ο εφεσείων αφυπηρέτησε, το Δημοτικό Συμβούλιο παρά την επιθυμία του, αναγκάστηκε να καταβάλει σ' αυτόν φιλοδώρτιμα και ετήσια σύνταξη με βάση τη δεκαπενταετή μόνο υπηρεσία του στο Δήμο Λευκωσίας όπως προνοούσαν οι εν ισχύ'ί Κανονισμοί, δηλαδή f2,384.375 μίλς φιλοδώρημα αντί f4,899.750 μίλς (διαφορά f2,515.375 μίλς) και ετήσια σύνταξη με τα δεδομένα του 1973 f572.248 μίλς αντί f1,175.940 μίλς (διαφορά ;(603.692 μίλς). Με τα δεδομένα των ετών 1975 και εντεύθεν η 5 διαφορά της ετήσιας σύνταξης αυξάνεται σε βάρος του εφεσείοντα. Κατά τους υπολογισμούς του εφεσείοντα για την περίοδο μέχρι 31/12/1986, το συνολικό ποσό που του καταβλήθηκε ως ετήσια σύνταξη περιλαμβανομένου του ποσού αναφερθούμε πιο κάτω, και 10 φιλοδώρημα, ;(5,000 στο οποίο θα ;(20,175.33 σεντ 15 ήταν κατά μικρότερο εκείνου που θα είσπραττε αν συνυπολογιζόταν η υπηρεσία του στην Τράπεζα Κύπρου. Ο εφεσείων εξακολούθησε να απαιτεί καταβολή προσθέτων ποσών με βάση τον συνυπολογισμό της δεκαεξάχρονης υπηρεσίας του στην Τράπεζα Κύπρου. Το 20 θέμα παραπέμφθηκε στο Γενικό Εισαγγελέα η γνωμάτευση του οποίου - Τεκ. 13 - οδήγησε στην απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου με αρ. 12.505 ημερομηνίας 19/7/ 1973 για καταβολή στον εφεσείοντα πρόσθετου συνολικού ποσού Β,αχ>. Με επιστολή του ημερομηνίας 8/8/1973, Τεκ. 7, 25 ο Δήμος Λευκωσίας πρόσφερε στον εφεσείοντα το πιο πάνω ποσό σε εξόφληση όλων των απαιτήσεών του σαν αποτέλεσμα της αναγνώρισης της δεκαεξάχρονης υπηρεσίας του στην Τράπεζα Κύπρου. Στις 13/8/1973 ο εφεσείων είσπραξε το πιο πάνω ποσό και 30 υπόγραψε την απόδειξη, ΤΕΚ. 8, με την οποία αναγνώριζε ότι το έλαβε για πλήρη εξόφληση και ικανοποίηΦΊ οποιασδήποτε απαίτησής του εναντ{,ον του Δτιμου Λευκωσίας ή και των μελών της Δημοτικής Επιτροπής όπως και του Ταμείου Συντάξεως. 522 ~ . 35 Κο\ι'lας Υ. Δήμο" Λευχωσίας 1 Α.Α.Δ. (Ε) ΠΟΥια,lζής Δ. Στις 13/10/1984 ο εφεσείων επανήλθε επί του θέματος με επιστολή του στο νέο Πρόεδρο του Δημοτικού Συμβουλίου κ. Λέλλο Δημητριάδη, παραπονούμενος ότι αδικήθηκε. Η επιστολή αυτή παράμεινε αναπάντητη. 5 Αναφορικά με την είσπραξη του ποσού των fS,OOO και την απόδειξη που υπόγραψε, Τεκ. 8, ο εφεσείων ισχυρίστηκε ότι βρισκόταν σε δεινή οικονομική κατάσταση, ότι είχε ενυπόθηκο χρέος στην Τράπεζα Κύπρου, ότι η Τράπεζα τον πίεζε για πληρωμή και τον απειλούσε με άμεση πώληση της 10 κατοικίας του για ικανοποίηση του ενυπόθηκου χρέους, ότι ο Δημοτικός Γραμματέας του είπε ότι μπορούσε είτε να δεχτεί το ποσό σε πλήρη εξόφληση είτε να το απορρίψει και να προχωρήσει δικαστικά και ότι, κάτω από τις συνθήκες αυτές, ενήργησε 15 χωρίς την ελέυθερη βούλησή του και εξαναγκάστηκε να αποδεχτεί την προσφορά για να πληρώσει την Τράπεζα. Η μαρτυρία του εφεσείοντα ήταν η μόνη που είχε προσαχθεί και το Πρωτόδικο Δικαστήριο την ωτοδέχτηκε ρτο σύνολό της. 20 Στηριζόμενος στα πιο πάνω γεγονότα ο ευπαίδευτος δικηγόρος του εφεσείοντα πρόβαλε στην Έκθεση Απαίτησης τη θέση ότι: (α) η παράλειψη των εφεσίβλητων να συνυπολογίσουν την υπηρεσία του εφεσείοντα στην Τράπεζα Κύπρου στον 25 καθορισμό του ποσού του φιλοδωρήματος και της ετήσιας σύνταξής του ισοδυναμεί με παράβαση των όρων της συμ φωνίας εργοδότησης του εφεσείοντα και/ή των Κανονι σμών αρ. 4 και 13 των περί Συντάξεων και Φιλόδωρημά των Κανονισμών Δήμου Λευκωσίας 1965-1979. 30 (β) ο εφεσείων αποδέχτηκε το ποσό των ί5,ΟΟΟ κάτω από περιστάσεις που συνιστούν οικονομικό καταναγκα σμό και/ή ψυχική πίεση και ως εκ τούτου δε δεσμεύεται από τη δήλωση του, Τεκ. 8. 523 ΠΟΥιατζής Δ. Στην . κοντας Υ. Δήμο\! Λε\!χωοΙας Υπεράσπισή τους οι εφεσίβλητοι
(1919)ήγειραν προδικαστική ένσταση ισχυριζόμενοι ότι, εφόσον ο εφεσεΙων δεν πρόσβαλε κάτω από το άρθρο 146 του Συντάγματος την άρνηση των εφεσίβλητων να ικανοποιήσουν τις απαιτήσεις του, το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν είχε δικαιοδοσία να 5 επιληφθεί της αγωγής. Αναφορικά με την ουσία της απαίτησης, οι εφεσίβλητοι ισχυρίστηκαν ότι: (α) οι υποσχέσεις και/ή διαβεβαιώσεις που δόθηκαν στον εφεσείοντα ήταν παράνομες καΙΙή ultra νires και δεν εΙναι ως εκ τούτου δεσμευτικές για τους εφεσίβλητους 1Ο (β) οι εφεσίβλητοι κατέβαλαν στον εφεσείοντα φιλοδώ ρημα και σύνταξη σύμφωνα με τους εν ισχύ'ί Κανονι σμούς (γ) οι εφεσίβλητοι κατέβαλαν χαριστικώς στον εφεσείο- ντα πρόσθετο ποσό β,ΟΟΟ, το οποίο ο εφεσείων έλαβε για πλήρη εξόφληση των απαιτήσεών του όπως ρητά αναφέρεται στη γραπτή δήλωσή του, Τεκ. 8, και ως εκ τούτου εμπο δίζεται να εγείρει την παρούσα αγωγή' 15 (δ) το Τεκ. 8 είναι έγκυρο και δεσμευτικό και κανένας οικονομικός καταναγκασμός ή ψυχική πίεση δεν ασκήθηκε στον εφεσεΙοντα από τους εφεσίβλητους για την αποδοχή 20 του ποσού των β,ΟΟΟ. Στην απόφασή του που είχε επιφυλάξει και του απάγγειλε στις 10 Μάρτιου 1988, το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν εξέδωσε την ετυμηγορία του πάνω σε όλα τα επίδικα θέματα που είχαν εγερθεί από τις έγγραφες προτάσεις των διαδίκων. Περιορίστηκε μόνο στην εξέταση και λύση του επίδικου 25 θέματος που είχε σχέση με τις νομικές συνέπειες της υπογραφής από τον εφεσείοντα της δήλωσης, Τεκ. 8, σε συσχετισμό με τον ισχυρισμό του για άσκηση οικονομικΟύ καταναγκασμού και αποφάσισε ότι παρόλο που ο εφεσείων αντιμετώπιζε οικονομικές δυσχέρειες, η από μέρους του αποδοχή του ποσού των β,ΟΟΟ και η υπογραφή της δήλωσης, 524 30 1 Α.Α.Δ. (Ε) Κο,,'Cας v. Δήμο" Λε"κ(ι)σΙας ΠΟΥια'Cζής Δ. Τεκ. 8, ήταν αποτέλεσμα της δικής του ελεύθερης βούλησης και όχι οποιουδήποτε οικονομικού καταναγκασμού (economic duress).H διαπίστωση του πρωτόδικου Δικαστηρίου για την εγκυρότητα και δεσμευτικότητα του Τεκ. 8 είχε σαν 5 επακόλουθο το αι.λο εύρημα του Δικαστηρίου, ότι δηλαδή ο εφεσείων εμποδίζεται (is estopped) να εγείρει την παρούσα αγωγή την οποία και απόρριψε χωρίς οποιαδήποτε διαταγή αναφορικά με τα έξοδα. Με την Ειδοποίηση Εφέσεως που καταχώρισε, ο εφεσείων 10 επικαλείται επτά συνολικά λόγους εφέσεως μερικοί από τους οποίους εγκαταλείφθηκαν από το δικηγόρο του είτε ρητά είτε σιωπηρά στη διάρκεια τη αγόρευσής του ενώπιόν μας. Στο τέλος της ημέρας η έφεση περιορίστηκε εναντίον του ευρήματος του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η δήλωση, Τεκ. 8, 15 ήταν προ'ίόν της ελεύθερης βούλησης του εφεσείοντα και όχι οποιουδήποτε οικονομικού καταναγκασμού του. Πολύ ορθά ο ευπαίδευτος δικηγόρος του εφεσείοντα δεν αμφισβήτησε ότι αν το Τεκ. 8 ήταν πράγματι προ'ίόν της ελέυθερης βούλησης του εφεσείοντα, ο τελευταίος εμποδίζεται να εγείρει. την 20 αγωγή του για το μοναδικό αυτό λόγο. Με τους λόγους αντεφέσεως που καταχώρισαν οι εφεσίβλητοι, επαναλαμβάνεται η προδικαστική ένσταση εναντίον της δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου που είχαν εγέίρει στην Υπεράσπισή τους. 25 Θα ασχοληθούμε πρώτα με τα θέματα που εγείρονται στην έφεση και μετά με εκείνα που εγείρονται στην αντέφεση. Οικονομικός Καταναγκασμός (economic duress) . Για να είναι δεσμευτική και δημιουργός έγκυρης νομικής σχέσης, η δήλωβη του εφεσείοντα, Τεκ. 8, πρέπει να είναι 30 αποτέλεσμα της δικής του ελεύθερης βούλησης. Αν είναι προ"ίόν καταναγκασμού (duress) που ασκήθηκε από τους εφεσίβλητους δεν επιφέρει οποιαδήποτε αποτελέσματα, ούτε είναι ή 525 έγκυρη νομικά δεσμευτική. Ο Πoyιατζή~ Δ. 'Ko"τα~ Υ. Δήμο" Λε"ΧfI)O'Ιας (19.9> καταναγκασμός που επικαλείται ο εφεσείων στην παρούσα περίπτωση εί.ναι οικονομικός καταναγκασμός. Η μορφή αυτή του καταναγκασμού έχει αναγνωριστεί από Άγγλους Δικαστές σε αριθμό σχετικά πρόσφατων υποθέσεων ότι επιφέρει τα ίδια ακυρωτικά αποτελέσματα που επιφέρει κάθε άλλη μορφή καταναγκασμού. Παράδειγμα παρέχουν οι υποθέσεις The Siboen and The Sibotre [1976] 1 Uoyds Rep. 293 and NoIth Ocean ShipphJg Co Ltd v. Hyunda1 Construction Co Ltd, The Atlantic Ba.ron [1978] 3 ΑΙΙ E.R. 1170. Μερικά αποσπάσματα από την απόφαση του Λόρδου Scarman στην υπόθεση Pao On v. Lan Yiu [1979] 3 A1l E.R. 65 δείχνουν καθαρά ότι αναγνωρίζεται το 5 10 δόγμα του οικονομικού καταναγκασμού. Στην ίδια υπόθεση ο Άγγλος Δικαστής σκιαγραφεί το δόγμα αυτό ως εξής στις σελ. 78 και 79: 15 "Duress, whatever form ίι takes, is a coercion of the will so as 10 vitiate consent. Their Lordships agree with the observation of Keu J ίπ 'The Siboen and The Sibotre that ίπ a contractual situation commercial pressure is ποΙ enough. There must be present some factor 'which could ίπ law be regarded as a coercion of his wilJ so as to vitiate his consent'. This conception is ίπ line with what was said ίη this Board's decision ίπ Barton v. Armstrong by Lord Wilberforce and Lord Simon of Glaisdale, observations with which the majority judgment appears to be ίη agreement. Ιη determining whether there was a coercion of will such that there was πο true consent, ίι is material to enquire whether the person alleged ιο have been coerced did ποι protest; whether, at the time he was allegedly coerced ίπιο making the contract, he did or did ηοΙ have an altemative course open ιο him such as an adequate legal remedy; whether he was independently advised; and whether after entering the contract he took steps ιο avoid ίι ΑΙΙ these matters are, as was recognised ίη Ma.~kell ν; Horner, relevant ίη determining whether he acted νo}υπιaήly Qr.not. Ιπ' the present case there is unanimity amongst the judges below that there was πο coercion of Lau's will. Ιπ the Court of 526 20 25 30 35 1 Α.Α.Δ. (Ε) 5 10 15 20 25 30 35 Κοv"ας Υ. Δήμο" Λε"χωσΙας ΠΟΥια"ζής Δ. Appeal the trial judge's finding (already quoted) that Lau considered the matter thoroughly, chose to avoid litigation, and formed the ορίηίοη that the risk ίη giving the guarantee was more apparent than real was upheld. Ιη short, there was commercial pressure, but ηο coercion. Even if this Board was disposed, which ίι is not, to take a different view, ίι would ηοι substitute its opinion for that of the judged below οη this quesιίοη of fact. Ιι is, rherefore, unnecessary for the Board to embark οη an enquiry ίη1Ο the question whether English law recognises a category of duress known as 'economic duress'. But, since the question has been ful1y argued ίη this appeal, their Lordships will indicate very bήeflΥ the view which they have formed. Αι common law money paid under economic compulsion could be recovered ίη an action for money had and received: see A.'Itley v. Reynolds. The compulsion has to be such that the party was deprived of 'his freedom of exercising his will" Ιι is doubtful, however, whether at common law any duress other than duress ιο the person sufficed to render a contract voidable; see Blackstone's Commentaήes and Skeate v. Beαle. Αmeήcan law (Wills1One οη Contracts) now recognises that a contract may be avoided οη the ground of economic duress. The commercial pressure alleged 10 constitute such duress must, however, he such that the victim must have entered the contract against his will, must have had ηο alternative course open to him, and must have been confronted with coercive acts by the party exerting the pressure: see Wills10n οη Contracts. Αmeήcan judges pay great attention 10 such evidential matters as the effectiveness of the altemative remedy available, the fact of absence of protest, the availability of independent advice, the benefit received, and the speed with which th~ victim has sought to avoid the contract. Recently two English judges have recognised th~t commercial pressure may constitute duress the pressure of which can render a contract voidable: see Κeπ J ίη The Siboen αnd the Sibotre and Mocatta. J ίη North Oceαn Shipping CfJ Ltd v. Hyundαi Constrution Co Ltd. Both stressed that the pressure must be such that the victim's con- 527 ΠΟΥια'fζήs Δ. • KO;''faS Υ. Δήμο\! Λε\JXcoοi.ας
(1989)sent Ιο the contract was ηοΙ a voluntary act οη his pan. Ιη their Lordship's view, there is nothing contrary Ιο ΡήηcίΡΙe ίη recognising economic duress as a factor which may render a contract voidable, provided always that the basis of such cognition is that it must amount to a coercion of will, which vitiates consent. It must be shown that the payment made or the contract entered ίηto was not a voluntary act. 5 It Στην υπόθεση Universe Tankships Inc of Monroyja Υ. In- temationaJ Transpon: Worker~ Federation [1982] 2 All E.R. 67 ο Λόρδος Diplock αναγνώρισε την αρχή του οικονομικού καταναγκασμού και τόνισε ότι εφαρμόζεται εκεί που η 10 φαινομενική συγκατάθεση της μιας πλευράς είναι προ'ίόν πίεσης που ασκείται από την άλλη πλευρά, την οποία ο νόμος δε θεωρεί νόμιμη. Στην πολύ πρόσφατη υπόθεση Atlas Express Ltd v. Kafco (Importers and Distributors) Ltd [1989] 1 ΑΙΙ E.R. 641 ο Δικαστής Tucher υιοθετεί, αναλύει και εφαρμόζει τις 15 αποφάσεις στις πιο πάνω υπόθεσεις και καταλήγει λέγοντας τα εξής στη σελ. 646: "Reverting to the case before me, Ι find that the defendant's apparent consent to the agreement was induced by pressure which was illegitimate and Ι find that ίι was ποι approbated. Ιη my judgment that pressure can properly be descήbed as economic duress, which is a concept recognised by English law, and which ίη the circumstances of the present case vitiates the defendant's apparent consent 10 the agreement". 20 25 Ο ευπαίδευτος δικηγόρος του εφεσείοντα αναφέρθηκε στην απόφαση του Αγγλικού Εφετεί91' στην υπόθεση D & C BuHders, Ltd Υ. Rees [1965] 3 All E.R. 837 και εισηγήθηκε ότι εφαρμόζεται απόλυτα στα γεγονότα της υπόθεσης τqυ εφεσείοντα. Ιδιαίτερη έμφαση έδwσε στην απόφαση του Λόρδου Denning, M.R. , ο οποίος στη σελ. 841 είπε τα εξής: "So much so that we can now say that, when a creditor and 528 30 1 Α.Α.Δ. (Ε) KO"fa~ v. Δήμο" Λε"x(ι)σία~ ΠΟΎιαfζής Δ. a debtor enter οη a course of negotiation, which leads the debtοτ 10 suppose that, οη payment of the lesser sum, the creditor 5 10 15 20 25 30 35 wil1 ηοΙ enforce payment of the balance, and οη the faith thereof the deb10r pays the lesser sum and the creditpr accepts ίι as satisfaction: then the creditor .wil1 ηοΙ be allowed Ιο enforce payment of the balance when ίι would be inequitable Ιο do so. This was well illustrated during the last war. Tenants went away ΙΟ escape the bombs and left their houses unoccupied. The landlords accepted reduced rent for the time they were empty. Ιι was held that the landlords could ηοΙ afterwards turn round and sue for the balance: see Centrαl London Property Trust, Ltd. ν. High Trees House, Ltd. This caused at the time some eyebrows ιο be raised ίη high places. Βυι they have been lowered since. The solution was so obviously just that no-one could well gainsay ίι Ιη applying this principle,'however, we must note the qualί fication. The creditor is barred from his legal rights οηlΥ when ίι would be inequitable for him Ιο insist οη them. Where there has been a true accord, under which the creditor voluntarily agrees ιο accept a lesser sum ίη satisfaction, and the debtor acts οη that accord by paying the lesser sum and the cred,itor accepts ίι, then ίι is inequitable for the credi10r afterwards 10 insist οη the balance. But he is ηοΙ bound unless there has been ιruly an accord between them. Ιη the present case, οη the facts as found by the judge, ίι seems Ιο me that there was ηο true accord. The debtor's wife held the creditor 10 ransom. The creditor was ίη need of money 10 meet his own commitments, and she knew 11. When the creditor asked for payment of the {480 due 10 him, she said 10 him ίη effect: 'We cannot pay you the {480. Βυι we will pay you {300 if you will accept ίι ίη settlement. If you do ηοι accept ίι οη those terms, you wilI get nothing. {300 is better than nothing.' She had ηο right ιο say any such thing. She could properly have said: 'We cannot pay you more than {300. Please accept ίι οη account. ι Βυι she had ηο right 10 insist οη his taking ίι is setιlement. When she said: 'We will pay you 529 ΠΟΥια'fζήι; Δ. Koiι'faIί Υ. Δήμο" Ar"HmUiaIί
(1989)nothing unless you accept'f300 ίη settlement', she was putting undue pressure οη the creditor. She was making a threat to break the contract (by paying nothing) and she was doing ίι so as 10 compel the creditor to do what he was unwilling 10 do (to accept ί300 ίη settlement): and she succeeded. He complied with her demand. That was οπ recent authority a case of ίηιί midation (see Rooks ν. Bαrnαrd αnd J.T. Strαtford & Son, Ltd v. Lindley). Ιη these circumstances there was πο true accord so as ιο found a defence of accord and satisfaction (see Dαy ν. McLeα). There is also ηο equity ίη the defendant 10 waπaηt any departure from the due course of law. Νο person can ίη sist οη a settlement procured by intimidation. 5 10 Ιη my ορίηίοπ there is πο reason ίπ law οτ equity why the credi10r should ποι enforce the fuH amount of the debt due 10 him. Ι would, therefore, dismiss this appea1." Από τα αποσπάσματα των Αγγλικών αποφάσεων που 15 παραθέτουμε πιο πάνω προκύπτει ότι απαραίτητο στοιχείο του οικονομικού καταναγκασμού είναι η άσκηση πίεσης σε ένα συμβαλλόμενο να εγκαταλείψει ή να τροποποιήσει προς ζημιά του καθορισμένα συμβατικά δικαιώματά του προς όφελος του συμβαλλόμενου που ασκεί την πίεση την οποία ο νόμος θεωρεί απαράδεκτη και άδικη 20 (inquitable ).Η πιο συνηθισμένη μορφή οικονομικού καταναγκασμού εΙ ναι η απειλή παράβασης συμβολαίου από το συμβαλλόμενο που ασκεί την πίεση εκτός εάν ο άλλος συμβαλλόμενος δεχθεί εΙτε να μειώσει το προς αυτόν οφειλόμενο ποσό είτε να αυξήσει 25 το ποσό που οφείλει να πληρώσει βάσει του συμβολαίου. Η κακόπιστη, άδικη και ασυνείδητη συμπεριφορά του προσώπου που εσκεμμένα ασκεί την πίεση ή που κομίζει όφελος από την άσκηση της πίεσης αποτελεί το βασικότερο συστατικό του οικομομικού καταναγκασμού. Απαιτείται 30 επίσης ύπαρξη συνθηκών είτε οικονομικής αδυναμίας του θύματος είτε κινδύνου πρόκλησης μεγαλύτερης ζημιάς σ' αυτόν αν αρνηθεί να υποχωρήσει στις πιέσεις και η ταυτόχρονη ανυπαρξία λογικής διαζευτικής λύσης ή θεραπείας. Το δόγμα του οικονομικού καταναγκασμού είναι 530 35 1 Α.Α.Δ. (Ε) κοντας Υ. Δήμο" Λε"ιcωoΙας fioy~aocr;Iίς Δ. αποτέλεσμα και έκφραση του δικαίου της επιείκειας (equity) οι αρχές του οποίου προστατεύουν τον αδύνατο έναντι του δυνατού και τον αγαθό έναντι του πονηρού, του άδικου, του ασυνείδητου και του κακόπιστου. 5 Τα γεγονότα της υπόθεσης του εφεσείοντα διαφέρουν πολύ από τα γεγονότα των υποθέσεων που αναφέραμε πιο πάνω στις οποίες οι πιέσεις ασκήθηκαν με σκοπό την άδικ.ι ελάττωση ή αύξηση καθορισμένων συμβατικών ποσών ή χρεών. Ο εφεσείων ενήργησε στηριζόμενος σε υποσχέσεις καιι 10 15 ή διαβεβαιώσεις του τότε Δημάρχου Λευκωσίας θ. Δέρβη οι οποίες, όπως μεταγενέστερα διαπίστωσαν τα ενδιαφέρομενα μέρη, ήταν νομικά αδύνατο να εκπληρωθούν χωρίς τη συγκατάθεση της Κυβέρνησης, η οποία ουδέποτε δόθηκε παρά τις επανειλημμένες ειλικρινείς προσπάθειες των εφεσίβλητων των οποίων η καλή πίστη ήταν εμφανής σε όλα τα στάδια. Χωρίς την τροποποίηση των Κανονισμών η καταβολή στον εφεσείοντα ετήσιας σύνταξης και φιλοδωρήματος με βάση 31 αντί 15 χρόνια υπηρεσίας ήταν 20 παντελώς ανέφικτη είτε με δικαστικά μέτρα είτε άλλως πως. Μπροστά σ' αυτή την αντικειμενική αδυναμία η προσφορά των ί5,ΟΟΟ στον εφεσείοντα έγινε με βάση οτι ο τελευταίος δικαιούται σε κάποιο εφ' άπαξ ποσό αποζημιώσεων το οποίο, όπως φαίνεται από τη γνωμάτευση του Βοηθού 25 30 Γενικού Εισαγγελέα στο Υπουργικό Συμβούλιο ημερομηνίας 2915/1973, Τεκ. 13 υπολογίστηκε ως εξής: (α) Ολόκληρη η διαφορά του φιλοδωρήματος ανερχόμενη σε (2,515.375 μίλς (β) (2,414.768 μίλς διαφορά της σννταξης (603.692 μίλς ετησίως πολλαπλασιαζόμενη επί τέσσερα έτη "λαμβανομένων υπόψη των υπό του Δικαστηρίου εφαρμοζόμενων δια παρομοίας αποζημιώσεις σχετικών παραγόντων (βλ. Quantum of Damages Υοι. 1, 3rd edition, by Kemp and Kemp pages 30, 33 10th Cum Supt)". Φαίνεται, λοιπόν, ότι για τον υπολογισμό της ζημιάς του εφεσεΙοντα από 35 την ελλατωμένη μελλοντίκή ετήσια σύνταξη, εφαρμόστηκαν κριτήρια και μέθοδοι που εφαρμόζουν τα Δικαστήρια στον υπολογισμό αποζημιώσεων για απώλεια μελλοντικών εισοδημάτων από εργασία που θα εκτελούσαν 531 Koύτα~ Υ. Δήμον Λενκ(ι)σία~ Πoyιατζή~ Δ.
(1989)πρόσωπα που πληγώθηκαν ή σκοτώθηκαν σε οδικά α τυχήματα. Παρά το γεγονός ότι η εφαρμογή των πιο πάνω κριτηρίων στην περίπτωση του εφεσείοντα δυνατό να μην ήταν πολύ επιτυχής, γιατί ενώ στην περίπτωση τροχαίων ατυχημάτων η ετήσια απώλεια πολλαπλασιάζεται επί του αριθμού των ετών που αντιπροσωπεύουν, θεωρητικά βέβαια, 5 τη χρονική περίοδο στη διάρκεια της οποίας ο παθών λαμβανομένων υπόψη της ηλικίας, της υγείας και του είδους τη απασχόλησής του, θα είχε εισοδήματα από την εργασία του, στον εφεσείοντα η σύνταξη καταβάλλεται στη διάρκεια ολόκληρης της φυσικής του ζωής. Μεταγενέστερα γεγονότα, και συγκεκριμένα η συνεχώς διευρυνόμενη διαφορά στην ετήσια σύνταξη που άρχισε και συνεχίζεται μετά το 1975 και η διάρκεια, βέβαια, της φυσικής ζωής του εφεσείοντα που παρατείνεται μετά το 1973 για περίοδο, ευτυχώς, πολύ πέραν 10 15 των τεσσάρων χρόνων, κατέστησαν το ποσό που είχε τότε προσφερθεί στον εφεσείοντα δυσανάλογα μικρό συγκρινόμενο με εκείνο που θα είσπραττε μέχρι σήμερα αν η Κύβερνηση συμφωνούσε στην τροποποίηση των Κανονισμών που είχαν προτείνει οι εφεσίβλητοι. Παρόλα αυτά, με τα 20 δεδομένα του 1973 κρινόμενη η προσφορά του ποσού των Β,ΟΟΟ από τους εφεσίβλητους στον εφεσείοντα δεν παύει να είναι μια καλόπιστη προσπάθεια καθορισμού κάποιου δίκαιου και λογικού ποσού γενικών αποζημιώσεων, την οποία ο εφεσείων δέχτηκε ελεύθερα χωρίς να ασκηθεί πάνω του οποιαδήποτε άπρεπη ή άδικη πίεση και παρά το γεγονός ότι μπορούσε, αν ήθελε, να διεκδικήσει με αγωγή μεγαλύτερο 25 ποσό. Για τους λόγους που επεξηγούμε πιο πάνω το εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι ο εφεσείων απότυχε να αποδείξει ότι ασκήθηκε εναντίον του 30 οικονομικός καταναγκασμός είναι ορθό. Η έφεση απορρίπτεται. Αν'tέφεση Οι εφεσίβλητοι ισχυρίζονται ότι θέματα συντάξεων και φιλοδωρημάτων υπαλλήλων Νομικών Προσώπων Δημοσίου 532 35 Κο\ι'Cας V. Δήμο\! Λε\!χωσίας 1 Α.Α.Δ. (Ε) ΠΟΥια'Cζής Δ. Δικαίου ανάγονται στη σφαίρα του δημοσίου δικαίου και εμπίπτουν στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου κάτω από το άρθρο 146 του Συντάγματος. Όπως έχουμε ήδη αναφέρει το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν 5 εξέδωσε την ετυμηγορία του πάνω στην πρφδικαστική ένσταση των εφεσίβλητων που αφορούσε τη δικάιοδοσία του να επιληφθεί της ουσίας της αγωγής του εφεσείοντα. Κάτω από τις παρούσες περιστάσεις και εν όψει της απόρριψης της έφεσης, η αντέφεση παραμένει χωρίς αντικείμενο και 10 κανένας χρήσιμος σκοπός για την παρούσα διαδικασία δε θα εξυπηρετηθεί αν ασχοληθούμε με τα θέματα που εγείρονται στην αντέφεση. Αν η απόφαση πάνω στα θέματα αυτά είχε πράγματι τόσο μεγάλη σημασία για τους εφεσίβλητους, 15 διερωτώμαστε εφεσίβλητων γιατί που ο ευπαίδευτος επίμονα μας είχε δικηγόρος καλέσει να των τα αποφασίσουμε, δεν έκαμε χρήση στο Επαρχιακό Δικαστήριο της Δ. 27 των Κανόνων Πολιτικής Δικονομίας για την εκδίκαση της προδικαστικής του ένστασης πριν αρχίσει η εκδίκαση της ουσίας της αγωγής του εφεσείοντα. Η αντέφεση απορρίπτεται. 20 Λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων δεν εκδίδουμε οποιαδήποτε διαταγή αναφορικά με τα έξοδα είτε της έφεσης είτε της αντέφεσης. Έφεση και αντέφεση απορρίπτονται χωρις έξοδα. 533