(1989)2Νοεμβρίου, 1989 [Α.ΛΟΪΖΟΥ, Π., ΜΑΛΑΧΤΟΣ,ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ,ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΗΣ, ΠΙΚΗΣ,ΚΟΥΡΡΗΣ, ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ, ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΗΣ,ΝΙΚΗΤΑΣ,Δ/στές] ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕΤΟ ΑΡΘΡΟ 149(Β)ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΑΙΤΗΣΗ ΕΡΜΗΝΕΙΑΣΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΝΟΜΟΥ ΠΟΥ ΨΗΦΙΣΤΗΚΕ ΑΠΟ ΤΗ ΒΟΥΛΗ ΤΩΝ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΩΝΤΗΝ 12 ΙΟΥΝΙΟΥ 19S9 ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ ΤΗΝ 17Η ΙΟΥΝΙΟΥ 1989 ΜΕΤΟΝ ΟΠΟΙΟ ΤΡΟΠΟΠΟΙΕΙΤΑΙ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 111ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ. Η "ΑΥΤΟΚΕΦΑΛΟΣ ΑΠΩΤΑΤΗ ΚΑΙ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ" ΠΟΥ ΕΚΠΡΟΣΩΠΕΙΤΑΙ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕΤΙΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΤΟΥ ΚΑΤΑΣΤΑΤΙΚΟΥ ΤΗΣ ΧΑΡΤΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΔΟ ΜΕ ΟΛΑ ΤΑ ΜΕΛΗ ΤΗΣΔΗΛ. ΤΟΥΣ: (Α) ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟ ΝΕΑΣ ΙΟΥΣΤΙΝΙΑΝΗΣ ΚΑΙ ΠΑΣΗΣ ΚΥΠΡΟΥ Κ.Κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ. (Β) ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΠΑΦΟΥ Κ.Κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ. (Γ) ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΚΠΊΟΥ Κ.Κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ. (Δ) ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΚΥΡΗΝΕΙΑΣ Κ.Κ. ΓΡΗΓΟΡΙΟ. (Ε) ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΛΕΜΕΣΟΥ Κ.Κ. ΧΡΥΣΑΝΘΟ. (ΣΤ) ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΜΟΡΦΟΥ Κ.Κ. ΧΡΥΣΑΝΘΟ. (Ζ) ΧΩΡΕΠ1ΣΚΟΠΟ ΣΑΛΑΜΙΝΟΣ Κ.Κ. ΒΑΡΝΑΒΑ. ΚΑΙ/Ή ΤΩΝ ΩΣ ΑΝΩ ΑΝΑΦΕΡΟΜΕΝΩΝ ΑΡΧΙΕΡΕΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΏς. Αιτητές, 1.ΒΟΥΛΗΣ ΤΩΝ ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΩΝ, 2.ΠΡΟΕΔΡΟΥΤΗΣΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ (ΑΡ.1) Καθ'ωνηαίτηση. (ΑίτησηΑρ. 3/S9) 2590 3 ΧΛΛ. 5 10 15 20 ΕκκλησίατηςΚύπρουν.Βουλήςκ.ά. (Αρ.1) ΑίτησηΑκυρώσεως—Ερμηνεία Συντάγματος—Σύνταγμα, Άρθρο 149 — Κατάπόσοοαιτώνέχειδικαίωμαδευτερολογίας—Καταφατική ηαπά ντησηστο ερώτημα υπό τηνεπιφύλαξητηςεξουσίας τουΔικαστηρίου να"ορίσειάλ),ως"ή\xxεκδώσειάλλεςοδηγίες—Σύνταγμα,Άρθρο 135, Κανονισμοί18και 19 τωνΔιαδικαστικώνΚανονισμώντου Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962,όπως έχουν τροποποιηθεί, Διαταγή 33, Θεσμός 7
(1)των περί Πολιτικής Δικονομίας ΔιαδικαστικώνΚανονισμών. Τονομικόζήτημα, πουτέθηκεενώπιοντουΔικαστηρίουπροςαπό φαση,προκύπτειαπότηνανωτέρωπεριληπτικήσημείωση. ΤοΑνώτατο Δικαστήριοαποφάσισεότιοιαιτούντεςέχουνδικαίωμαδευτερολογίας, βασιζόμενο στο ότι,εφόσον στο Αρθρο 149τουΣυντάγματος δενανα φέρεταιοτιδήποτεπερίδιαδικασίας,τοθέμαυπόκειταιστηρύθμισητου Αρθρου 135 του Συντάγματος,μεσυνέπειατηναναγκαιότητα εφαρμο γής των Διαδικαστικών Κανονισμών του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962, όπως έχουν τροποποιηθεί. Ο Κανονισμό; IS παραπέμπει στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς,επομένωςτοθέμαδιέπεταικαιλύεταιβάσειτηςΔιαταγής 33,θεσμού 7
(1). Η παρούσααπόφασηδενπρέπειναεκληφθείότιάπτε ταιτηςεξουσίαςτουΔικαστηρίουβάσειτουΚανονισμού 18να "ορίσει άλλως"ήτουΚανονισμού 19,πουπαρέχειδυνατότηταστοΔικαστήριο να εκδώσει "τοιαύταςοδηγίας,αι οποίαιαπαιτούνται προςτοσυμφέ ροντηςΔικαιοσύνης". 25 Ηαίπ/σηεπιτρέπεται. Αίτηση. 30 Αίτησηαπό το δικηγόρο των αιτητών για άδεια να αγορεύ 35 σει σε απάντηση των αγορεύσεων των δικηγόρων της Βουλής των Αντιπροσώπων και του Προέδρουτης Δημοκρατίας. Α. Τριανταφυλλίδης και Κ. Χρυσοστομίδης, για τους Αιτητές. Μ. Χριστοφίδης, Α. Μαρκίδης και Μ. Παπαπέτρον, Βουλήτων Αντιπροσώπων. 40 για τη Μ· Τριανταφυλ)^ίδης, ΓενικόςΕισαγγελέαςτης Δημοκρατίας, Α. Αονκαΐδης, Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, Α. Παπασάββας, Ανώτερος Δικηγόρος της 2591 Εκκλησία της Κύπρουν. Βουλής κ.ό_(Αρ.1)
(1989)Δημοκρατίας και Τ.Πολνχρονίδον (δ/νίς), Δικηγόρος της Δημοκρατίας Β', γιατονΠρόεδροτηςΔημοκρατίας. Α. ΛΟΪΖΟΥ,Π.:Ανάγνωσετηνακόλουθηαπόφαση. Μετά τη συμπλήρωση των αγορεύσεων των Δικηγόρων της Βουλής των Αντιπροσώπων και του Προέδρου της Δημοκρατίας, ο δικηγόρος των αιτητών ζήτησε να αγορεύσει σε απάντηση, τονίζοντας ότι αντουδινόταν αυτότοδικαίωμαθαπεριόριζε τηναγόρευση τουστασημεία εκείναταοποίαδενήτανδυνατό ναπροβληθούν στην έκτασηπουείχανεκτεθεί απότους ευπαιδεΰτους δικηγόρους τωνδύοάλλων πλευρών. 5 10 Στηναίτηση έφεραν ένσταση οιδικηγόροι της Βουλής καιο Γενικός Εισαγγελέας εκ μέρους του Προέδρου της Δημοκρατίας πουβασίστηκε κυρίωςσεπροηγούμενη πρακτική 15 επί του θέματος. Ο Γενικός Εισαγγελέας εισηγήθηκε ότι σε περίπτωση που το Δικαστήριο εγκρίνει το αίτημα πρέπει να δοθεί δικαίωμα ανταπάντησης τόσο στον ίδιο όσο και τους δικηγόρους της Βουλής, έτσιώστεναδιασφαλισθεί η ισότητα όπλων. Αλλιώς θα έχουμε παραβίαση του άρθρου 30.2 του 20 Συντάγματος που καθιερώνει το δικαίωμα σε ακριβοδίκαιη απόφαση. Είναι γεγονός ότι σεπροηγούμενες διαδικασίες βάσει του Αρθρου 140 τουΣυντάγματοςτοΔικαστήριο τούτο ερμηνεύ- 25 οντάς τη φράση "και αφού ακούσει τις απόψεις του Προέδρου και του Αντιπροέδρου της Δημοκρατίας και της Βουλής των Αντιπροσώπων εκδίδει τη Γνωμάτευση του", που περιέχεται στο άρθρο αυτό,καθιέρωσε τη διαδικαστική πρακτική να μη δίνει το δικαίωμα δευτερολογίας στον επι- 30 καλούμενο την άσκηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου κάτωαπότοπιοπάνωάρθρο. Παρόμοιαφράσηυπάρχεικαι στα Αρθρα 141, παράγραφος
(2)και 142 παράγραφος
(2), αλλά δεν υπάρχει στα Αρθρα 137, 138, 139, 143 και 149 του Συντάγματος τα οποία απονέμουν δικαιοδοσία στο 35 Δικαστήριο τούτο να επιλαμβάνεται θεμάτων σχετικών με την ερμηνεία ή την εφαρμογήτου Συντάγματος.Επομένως ο καθορισμός της διαδικασίας σε υποθέσεις στις οποίες γίνε ται επίκληση του Αρθρου 149ήτωνυπόλοιπων Αρθρων που αναφερθήκαμεπιο πάνωαφέθηκεστο Δικαστήριο κάτωαπό 40 το Αρθρο 135 του Συντάγματος να "ρυθμίζει" την ενώπιον αυτού ακολουθητέαν διαδικασίανκαι την ενάσκησιν της εις 2592 3 ΑΑΛ. Εκκλησία της Κύπρουν. Βουλής κ.ά.(Αρ.1) Α. Λοΐζου, Π. αυτόυπότου Συντάγματοςανατεθειμένης δικαιοδοσίας"με την έκδοσηΔιαδικαστικών Κανονισμών. 5 10 15 Γιαναβρεθεί λοιπόν ηαπάντηση στο ερώτημαπουτέθηκε σήμερα ενώπιον μας θα πρέπει να προσφύγουμε στους Διαδικαστικούς Κανονισμούς του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίουτου 1962,όπωςτροποποιήθηκαν, οιοποίοιεκδό θηκαν με βάση το Αρθρο 135 και απότους οποίους σχετική αναφορά μπορεί ναγίνει στον Κανονισμό 18,ο οποίοςπροβλέπει ou: "18. Ο κατά την ημέραν της εκδόσεως του παρόντος Κανονισμού ισχύων εν τη Δημοκρατία περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικός Κανονισμός θα εφαρμόζεται τηρουμένων των αναλογιών και εφ' όσον αι περιστάσεις επιτρέπουν τούτο, εις πάσαν διαδικασίαν ενώπιον του Δικαστηρίου, εκτός εάν άλλως προβλέπεται εις τον παρό ντα Κανονισμόν ή εκτός εάν το Δικαστήριον ή Δικαστής άλλως ήθελενορίσει." 20 25 30 35 Στην προκειμένη περίπτωση η σχετική διάταξη των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών είναι η Διαταγή33, θεσμός 7
(1)πουκαθορίζειτη διαδικασίακατάτην ακρόασηυποθέσεων καιπουμετις σχετικέςαναπροσαρμογές υιοθετήθηκε από το Δικαστήριο τούτο στην περίπτωση των προσφυγώνκάτωαπότοΑρθρο 146 του Συντάγματος,όπως καιάλλων διαδικασιών,απότης εγκαθίδρυσηςτουΑνωτάτου ΣυνταγματικούΔικαστηρίου. Ως εκ τούτου, έχουμε καταλήξει στο συμπέρασμα, ότι οι αιτητές έχουν δικαίωμαδευτερολογίας. Δεν θαθέλαμε όμως ναθεωρηθείότιηπιοπάνωπροσέγγιση μαςάπτεταιμε οποιο δήποτε τρόπο των εξουσιών του Δικαστηρίου κάτω απότον Κανονισμό 18 που παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο ή σε Δικαστή του Δικαστηρίου αυτού να "ορίσει άλλως" ή του Κανονισμού 19 που προβλέπει ότι "Καθ'οιονδήποτεστάδιο τηςδιαδικασίαςτοΔικαστήριοήΔικαστήςδύναταιναεκδώσει τοιαύτας οδηγίας,αι οποίαι απαιτούνταιπρος το συμφέρον τηςδικαιοσύνης." 40 Μετηνπροσέγγιση μαςαυτή δενβρίσκουμε ότιπαραβιάζε ται οποιαδήποτεπρόνοιατου Αρθρου 30.2 τουΣυντάγματος 2593 Α. Λοΐζου, Π. Εκκλησία τηςΚύπρουν. Βουλής κ.ά.(Αρ.1)
(1989)για αμεροληψία καικατ' επέκταση γιαπαραβίασητηςαρχής της ισότηταςτωνόπλων. Η αίτηση επιτρέπεται. 2594