28 Μαΐου. 1990 [ΠΙΚΗΣ, ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ, ΧΑΤΖΗΤΣΑΓΓΑΡΗΣ, Δ/στές] ΜΙΧΑΗΛ ΧΑΣΙΚΟΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ, Εφεσείοντες-Εναγόμενοι, ν. ΑΝΔΡΕΑ ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗ, Εφεσίβλητου-Ενάγοντος. (Πολιτική ΈφεσηΑρ.7414). 5 10 Πολιτική Δικονομία — Έφεση — Έξοδα — Οι ΠερίΠολιτικής Δικο νομίαςθεσμοί, Θ.35, Καν. 20— Όταν ηέφεσηστρέφεταιαποκλει στικά εναντίον διαταγής για έξοδα, δεν μπορεί να ασκηθεί χωρίς προηγούμενη άδεια — Κατά πόσο ο κανών παρεμποδίζει την εξέ· τάση λόγω εφέσεωςκατά διαταγής για έξοδα, όταν όλοι οι άλλοι λόγοι εφέσεωςαπερρίφθησαν ως ανεδαφικοί — Αρνητική η απά ντηση στο ερώτημα— Ηδευτεροβάθμια δικαιοδοσία ενεργοποιεί ται με την καταχώρηση της εφέσεως— Η ευχέρειαμη αποδοχής της από το Πρωτοκολλητείο σχετίζεται με την τήρηση τηςπροθεσμίας καταχωρήσεωςτης. Πολιτική Δικονομία — Έφεση — Δεν μπορεί να ασκηθεί κατά του σκεπτικού δικαστικής αποφάσεως, αλλάκατά τουδιατακτικού,δη λαδή του μέρους, με το οποίο καθορίζονται τα δικαιώματα και υποχρεώσεις τωνδιαδίκων. 15 20 Πολιτική Δικονομία — Συνοπτική απόφαση — Απόρριψη αιτήσεως λόγω τον ότι ο ενόρκως δηλών δεν είχεν ιδίαν γνώση των γεγονό των στην ένορκο δήλωση,αλλά προσθήκη παρατηρήσεως ότι, εάν δεν υπήρχε το εν λόγω κώλυμα,ηαίτηση για συνοπτική απόφαση \ θαεγκρίνετο — Ηπαρατήρηση αυτή δεν δημιουργεί estoppel, ούτε ^ καιμπορεί ναπροσβληθείμεέφεση. 25 Πολιτική Δικονομία — Έξοδα — Ακολουθούν το αποτέλεσμα,εκτός αν υπάρχουν λόγοι περί του αντιθέτου —Απόρριψη αιτήσεως για συνοπτική απόφαση, αλλά χωρίς έξοδα, γιατί οι δικηγόροι των εναγομένων δεν απέδειξαν επιμέλειαστοχειρισμό της υπόθεσης— Λανθασμένη νομικά αιτιολογία. Παρά το ότι ηαίτησητουενάγοντος-εφεσίβλητουγια συνοπτι κή απόφαση απερρίφθη, οι εναγόμενοικαταχώρησαν έφεση,ανη συχώνταςγιατον αντίκτυπο πουθαείχε ηπαρατήρηση του Δικα στηρίου, που αναφέρεται στο τρίτο πιο πάνω περιληπτικό 389 Χάσιχοςκ.α.ν.Χαραλαμπίόη
(1990)σημείωμα. Με βάση την νομική αρχή, πουαναφέρεταιστο δεύτεροπιο πάνωπεριληπτικόσημείωμα,ηέφεσηκατάτουσκεπτικούτηςαπο- 5 φάσεως, απερρίφθη, αλλά τούτο δεναποτέλεσε κώλυμα (Βλ.το πρώτο περιληπτικό πιοπάνω σημαωμα) εξετάσεωςτου θέματος των εξόδων,ηδιαταγήγιαταοποία εντέλειανατράπηκε(Βλ.το τελευταίο περιληπτικό σημείωμα). Σχετικάμετοτελευταίοθέμα το Ανώτατο Δικαστήριο παρατήρησεότι καιανακόμα δεν μπο- JQ ρούσεστην έφεσηαυτήναεξετάσει τηνδιαταγήγιαέξοδα λόγω εσφαλμένηςαποδοχήςτηςαπότοΠρωτοκολλητείο,θαπαρείχετην άδεια. Ηέφεσηεπιτρέπεταιενμέρει. Το1/2εξό δωνεφεσίβλητουναεπωμισθείοενάγων. 15 Αναφερόμενεςαποφάσεις: Stavrinides v. Ceskoslovenska ObchondiBanksA.S.
(1972)1 C.L.R. 130· TheoriandAnotherv. DjoniandAnother
(1984)1 CL.R.296Nicolaidesv.Yerolemi
(1984)1CL.R. 742. 'Εφεση. 20 Έφεση από τον εναγόμενο 2 κατά της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας (Χατζηκωνσταντίνου, Α.Ε.Δ.) που δόθηκε στις 11 Ιουνίου, 1987 (Αρ. Αγω γής 218/87) με την οποία απορρίφθηκε αίτηση του ενάγο ντα γιασυνοπτική απόφαση. 25 Κ. Χατζη'ϊαχίννον, για τονς εφεσείοντες. θ. Μόντης, για τον εφεσίβλητο. ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ: Την απόφαση του Δικαστηρίου θα δώσει ο δικαστής κ. Γ.Μ.Πικής. ΠΙΚΗΣ Δ: Ο Πέτρος Μιχαήλ, ο εφεσείων, ένας από τους τρεις εναγομένους, εφεσιβάλλει την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου μετην οποίααπορρίφθηκεαίτη σητου εφεσίβλητου (ενάγοντα)γιασυνοπτική απόφαση.Η απόφαση απορρίφθηκε επειδή δεν είχε θεμελιωθεί τουπό390 30 1 Α.ΑΛ. Χάσικοςκ.α.ν.Χαφαλαμπίύη Πικής,Δ. βάθρογια την εξέταση της.Ταγεγονότα πουπεριέχονταν στην ένορκη δήλωση που υποστήριζε την αίτηση,δεν πή γαζαναπό ίδιαγνώσητουομνείοντακαισυνεπώςκρίθηκε ότι δεν υπήρξε συμμόρφωση με τις πρόνοιες τηςΔ18 κΐ, 5 γεγονός πουκαθιστούσε εκπροοιμίουτηναίτησηυποκεί μενη σε απόρριψη [βλ. Spyros. Stavrinides v. Ceskoslo venska Obchondi Banka A.S.
(1972)1C.LR. 130]. Παρά την κατάληξηαυτήτο Δικαστήριο έκρινε σωστόναεκφέ ρει τις απόψεις τουως προς το ποιαθαήτανητύχητης 10 αίτησης αν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εξέταση της ουσίας της. Προφανώς το Δικαστήριο ακολούθησε αυτήτηνοδόχάριντηςδιεξοδικής εξέτασης όλων τωνθε μάτωνπουείχανεγερθεί κατάτηνακρόασηώστεσεπερί πτωση έφεσης να μηυπάρχει εμπόδιο στην εξέταση τους 15 ανκριθούν αναγκαία.Πρέπειναεπισημάνουμε ότι η πρα κτικήγια εξέταση θεμάτων των οποίων την κρίση ηαπό φασητου Δικαστηρίου καθιστά περιττή, ενδείκνυται κυ ρίως όταν τα θέματα αυτά άπτονται αμφισβητούμενων γεγονότων και ηκρίση τους εξαρτάται απότα ευρήματα 20 τουΔικαστηρίου. Κατάτησυζήτηση της έφεσης υποδείξαμεστον κ. Χατζηϊωάννουότι ηέφεση δεστρέφεται εναντίοναπόφασης ή διαταγήςτου Δικαστηρίου και, συνεπώς, δε μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο έφεσης.Δικαίωμα έφεσηςπαρέχε25 ταιαπό το άρθρο25 τουΠερίΔικαστηρίων Νόμου(Ν14/ 60) εναντίον αποφάσεωντου Δικαστηρίου. Ο όρος "από φασητου δικαστηρίου" χρησιμοποιείται στη νομικήορο λογίαμεδυοέννοιες: Ηπρώτηπεριλαμβάνει την ολότητα του κειμένου της 30 απόφασης του Δικαστηρίου, δηλαδή το σκεπτικό και το δηλωτικό μέροςωςπροςτοαποτέλεσμα.Η δεύτερη περιο ρίζεται σε εκείνο το μέρος που είναι καθοριστικό γιατα δικαιώματακαιτιςυποχρεώσειςτωνδιαδίκων. Είναιμετηδεύτερηέννοιαπουταυτίζεταιοόρος"από35 φάση",έννοιασυνυφασμένη μετηναποστολήτηςδικαστι κής λειτουργίας για την επίλυση των επίδικων θεμάτων. Ούτε οΠερίΔικαστηρίων Νόμος,ούτε οποιοδήποτεάλλο 391 Πικής,Α. Χάσιχοςκ.α.ν. Χαραλαμπίόη
(1990)νομοθέτημα, περιλαμβανομένων και των θεσμών τηςΠο λιτικής Δικονομίας,παρέχειή αναγνωρίζειδικαίωμα έφε σης ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα ή το δηλωτικό ως προςταδικαιώματατωνδιαδίκωνμέροςτηςαπόφασης. Ο κ. Χατζηϊωάννου διατύπωσε ανησυχίες αναφορικά 5 μετις επιπτώσεις στα δικαιώματατουπελάτητουπου θα μπορούσανναπροκύψουναπότηνπροέκτασητουσκεπτι κούτηςαπόφασηςμετησυμπερίληψητηςυποθετικήςκρί σης του Δικαστηρίου στην περίπτωση που θα στοιχειοθετόταν έγκυραη αίτησηγιασυνοπτικήαπόφαση.Ανησυχεί, 10 όπωςανέφερε, απότοενδεχόμενο νακριθείτοουσιαστικό θέμα ως δεδικασμένο ενόψει των θέσεων που εκτίθενται στην απόφαση. Επισημαίνουμε ότι ο εφεσείων (εναγόμε νος) έχειήδηυποβάλει τηνυπεράσπισητου χωρίςοποια δήποτε αμφισβήτηση. Δεδικασμένο μπορεί να προκύψει 15 μόνο απόδεσμευτική απόφασητου Δικαστηρίου, καθορι στικήγιατην επίλυση τηςδιαφοράς,όπωςπροσδιορίζεται από τη δικογραφία (βλ., μεταξύ άλλων, Theoriand Another v. Djoniand Another
(1984)1 CL.R. 296, και Nicolaides v. Yeroiemi
(1984)1CL.R. 742). To μέρος της 20 απόφασηςπουαμφισβητείταιδενήτανκαθοριστικόγιατα δικαιώματα των διαδίκων,ούτε μπορούσε ναδημιουργή σει κώλυμα (estoppel) για την εξέταση του θέματος σε οποιοδήποτεμελλοντικόστάδιοήθελεεγερθεί. Ο άλλος λόγος για τον οποίο ασκήθηκεη έφεση,όπως 25 μας εξήγησεοκ. Χατζηϊωάννου,έγκειται στηνπαράλειψη του πρωτόδικου Δικαστηρίου να δώσει οδηγίες για την καταχώρησητης υπεράσπισης. Οι σχετικές διατάξειςτων Θεσμών ΔΙ8 κ6 παρέχουνδιακριτικήευχέρεια στοΔικα στήριο, έστω και αν κριθεί ότι δε συντρέχουν λόγοι για 30 την έκδοση συνοπτικής απόφασης,να δώσει οδηγίες για την υποβολή της υπεράσπισης με όρους ήάνευ όρων.Η χρήσητηςεξουσίας αυτήςσκοπείκυρίωςστηνένθεση χρο νικών περιορισμών στην άσκηση του δικαιώματος της υπεράσπισης προς αποτροπή κάθε πιθανής κατάχρησης 35 του. Η άσκηση της εξουσίας δεν είναι επιτακτική.Στην προκείμενη υπόθεση,μετηναπόρριψη τηςαίτησηςδεντέ θηκε οποιοσδήποτε περιορισμός στην άσκησητου δικαιώ392 1ΑΛΛ. ΧάσίΜοςΧΛ. ν.Χαραλαμπίόη Πικής, Δ. ματος* το δικαίωμα του εφεσείοντα να υπερασπιστεί αφέθη ανεπηρέαστο που, εν πάση περιπτώσει, άσκησε χωρίςοποιοδήποτεπεριορισμό. Το πρώτο μέρος της έφεσης που στρέφεται εναντίον "απόφασης" του Δικαστηρίου, πρέπει να απορριφθείκαι απορρίπτεται ως στερούμενο αντικειμένου. Το δεύτερο σκέλοςτης έφεσης αφοράτηδιαταγή τουΔικαστηρίουγια τα έξοδα.Παρόλοπουαπορρίφθηκε η αίτησηκαιτο απο10 τέλεσμα ήτανευνοϊκό γιατον εναγόμενο (εφεσείοντα),το Δικαστήριο δεν επεδίκασε έξοδα υπέρ του "... επειδήπι στεύω ότι καιοι τρεις συνήγοροι δεν επέδειξαντηναπαι τούμενη επιμέλεια στον χειρισμό της παρούσαςαίτησης. Διάτούτοδενδίδωδιαταγήαναφορικάμεταέξοδα. ^ Ηαπονομήτων εξόδων ανάγεταιστη διακριτικήευχέ ρεια του Δικαστηρίου. Ηευχέρεια ασκείται δικαστικά με γνώμονα, ως κύριο μέτρο, το αποτέλεσμα της υπόθεσης. Τόσο βαθειάθεμελιωμένηείναι η αρχήαυτήστην αστική διαδικασία,ταέξοδαακολουθούντοαποτέλεσμα,ώστε να 20 μηδίδονται κατά κανόναλόγοι (εξυπακούονται)γιατην άσκησητηςδιακριτικήςευχέρειαςτουΔικαστηρίουότανη διαταγήγιατα έξοδα συνάδει μετην αρχή αυτή. Οιλόγοι για τους οποίους τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα (στην αστική διαδικασία)είναι ευνόητοι: Η δικαίωση δε 25 συνεπάγεταιδαπάνη.Στηνυπόεκδίκασηυπόθεσηοιλόγοι γιατουςοποίουςτοΔικαστήριοπαρέκλινεαπότην καθιε ρωμένη αρχήδεν ευσταθούν. Ηεπιμέλεια τωνδικηγόρων του διαδίκου που επιτυγχάνει δεν αποτελεί προϋπόθεση γιατηναπονομήτωνεξόδων.Αφετέρου,εξέτασητωνπρα30 κτικών δε φανερώνει οποιαδήποτεδιόγκωση των εξόδων λόγωπαραλείψεωντουδικηγόρουτουεφεσείοντα. ~5 Εγείρεται όμως τοερώτημακατάπόσοπαρέχεται ευχέ ρεια στο Εφετείο να επέμβει με τη διαταγήγια τα έξοδα ενόψει της διαπίστωσης ότι η έφεση στερείται αντικειμέ νου. Η Δ.35 κ.20 προβλέπει ότι δε μπορεί να ασκηθεί έφεση ηοποίαστρέφεται αποκλειστικά εναντίον της δια ταγήςγιαταέξοδαχωρίςτηνπροηγούμενηάδειατουΕφε τείου ή μέλους του. Στην προκείμενη περίπτωση η έφεση 393 Πιχης,Δ. Χάσιχοςχ.α.ν.Χαραλαμπίόη
(1990)δε στρεφόταν αποκλειστικά εναντίον της διαταγήςγιατα έξοδα και έγινε δεκτή απότο Πρωτοκολλητείο χωρίς έν σταση. Καιτο ερώτημα πουτίθεταιείναι ανη ύπαρξη της έφεσης, έστω ανεδαφικής, καθιστάδυνατήτηθεώρησηκαι του μέρους εκείνου της έφεσης που στρέφεται εναντίον 5 της διαταγήςγια τα έξοδα. Επισημαίνεται ότι οκ.20 της Δ.35 δε συναρτά αναθεώρηση της διαταγήςγια τα έξοδα μετηνεγκυρότητα τωνάλλων λόγων τηςέφεσης. Οπεριο ρισμός ο οποίος παρεμβάλλεται είναι εκείνος ο οποίος προσδιορίζεται στηΔ.35 κ.15
(2)ότιη ακρόασητηςέφεσης ίο περιορίζεται στους λόγους οι οποίοι εκτίθενται στηνειδο ποίηση της έφεσης. Εξάλλου, ηευχέρεια ηοποίαπαρέχε ται στο Πρωτοκολλητείο να μηαποδεχθεί την καταχώρη ση έφεσης, σχετίζεται με την τήρηση των προβλεπόμενων χρονικών ορίων για την καταχώρηση της και όχι με 15 οποιοδήποτε άλλο λόγο (Δ.35 κ.2). Μετην επιφύλαξη ότι το θέμα δεν έχει συζητηθεί εξαντλητικά, σημειώνουμε ότι αποκλίνουμε υπέρ της άποψης ότι ηαποδοχήτης έφεσης και ο ορισμός της για ακρόαση ενεργοποιεί τη δευτερο βάθμιαδικαιοδοσίατουΔικαστηρίου.Αλλάκαιστηναντί- 20 θετή περίπτωση που θα κρινόταν ότι η καταχώρηση της έφεσης εσφαλμένα έγινε δεκτή από το Πρωτοκολλητείο, θα παραχωρούσαμε άδεια, έστω και καθυστερημένα, για την άσκηση έφεσης εναντίον της διαταγής για τα έξοδα, γεγονός που θα καθιστούσε δυνατή την αναθεώρηση του 25 εκδοθέντοςδιατάγματος. Καταλήγουμε ότι το διάταγμαγιατα έξοδα πρέπεινα παραμεριστεί και να αντικατασταθεί με διαταγή για τα έξοδαυπέρτουεναγομένου (εφεσείοντα). Η έφεση επιτρέπεται εν μέρει. Ηδιαταγήγια τα έξοδα 30 παραμερίζεται και αντικαθίσταται όπως έχει αποφασι σθεί.Ενόψει τηςαπόρριψηςτουκύριου μέρους τηςέφεσης ο εφεσείων θα επωμισθεί το ένα δεύτερο των εξόδων του εφεσίβλητου. Έφεσηεπιτρέπεταιενμέρει. 394