← Κύπρος

clr/1990/1990_2_459.pdf

2Α.Α.Δ. 19Οκτωβρίου,1990 [ΣΑΒΒΙΔΗΣ,ΚΟΥΡΡΙΙΣ,ΠΟΠΑΤΖΙΙΣ, Δ/σιές) ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, Εφεσείονσα, ν. ςΤΕΦΑΝΟΥ ΕΡΜΟΓΈΝΟΥς ΚΑΙΆΛΛΩΝ, Εφεσίβλητων. (ΠοινικέςΕφέσειςΑρ.5063, 5065,5066,5067). Έφεση κατά δικαστικής αποφάσεως — Κοινοδίκαιο (Common Law) — Βασικήαρχήότι όικαίω^α εφέσεωςυφίσταται μόνο όπον παρέ­ χεται ρητά από νομοθετικήδιάταξη. 5 10 15 20 25 30 ΙΙοινική Δικονομία — Έφεση — Ο περί Ποινικής Δικονομίας Νόμος, Κεφ. 155,άρθρο 131

(1)— Ενσωμάτωση αρχής κοινοδικαίυν (Common Law)ότι δεννπάρχει δικαίωμα εφέσεως, ειμήόπον ρητά νόμος το παρέχει. Ποινική Δικονομία — Έφεση— Οπερί Δικαστηρίων Νόμος, 1960(Ν. 14/1960), άρθρο 25
(2)— Εξαιρουμένων των περιπτώσεων, που μνημονεύονται ρητά ο' αυτό δενΊΐροσδίδει δικαίωμα εφέσεως πέραν τον προβλεπομένου από την Ποινική Δικονομία, γιατί εφαρμόζεται "τηρονμένων των διατάξεων" της Ποινικής Δικονο­ μίας — Ανάλυση νομολογίας — Το σκεπτικό αποφάσεων, γιατί ο Γενικός Εισαγγελέας δεν έχειδικαίωμα εφέσεωςκατά αθωωτικής αποφάσεως Κακονργιοδικείον εφαρμόζεται και επί του ερωτήμα­ τος, αν έχει δικαίωμα εφέσεως κατά ποινής Κακονργιοδικείον λόγω ανεπαρκείαςτης. Ποινική Δικονομία — Έφεση από Γενικό Εισαγγελέα— Κατά πόσο ο Γενικός Εισαγγελέαςέχει δικαίωμα ναπροσβάλει ποινήν Κακουργιοδικείον επί ανεπάρκεια — Αρνητική η απάντηση στο ερώτημα — Ο περί Ποινικής Δικονομίας Νόμος, Κεφ. 155, άρθρο 137(ι) Φ),ο Περί Δικαστηρίων Νόμος, 1960 (Ν. 14/60), άρθρο 25
(2)και Σύνταγμα,Άρθρο155.1. Συνταγματικό Δίκαιο — Έφεση κατά δικαστικής αποφάσεως — Σύ­ νταγμα, Άρθρο 155.1 — Επιτρέπει τηνμε νόμο ρύθμιση τουδικαι­ ώματος τηςεφέσεως— Ηφράση "τηρουμένων τωνδιατάξεων της ποινικής δικονομίας" στο άρθρο 25
(2)του περί Δικαστηρίων Νόμου, 1960 (Ν.14/60), με αποτέλεσμα ο Γενικός Εισαγγελέας να μην έχειδυνατότητα εφέσεωςκατ'αθωωτικήςαποφάσεως Κακονρ­ γιοδικείον ή κατά ποινής Κακονργιοδικείου επί ανεπάρκεια, δεν 459 Δημοκρατία ν. Ερμογένους &άλλων
(1990)καθιστά το εν λόγω άρθρο αντισυνταγματικό ΠοινικήΔικονομία — Έφεση— Δικαστική πρακτική — Άσκησηεφέ­ σεως κατά ποινής Κακονργιοδικείον λόγω ανεπάρκειας από τον Γεχικο Εισαγγελέα σε 4 περιπτώσεις από της εγκαθιδρύσεως της Κυπριακής Δημοκρατίας — Δεν δικαιολογεί ισχυρισμό περί δη­ μιουργίας δικαιώματος εφέσεως 5 Οι υποθέσεις αυτές αφορούν προδικαστικές ενστάσεις, που έχουν εγερθεί απότους εφεσίβλητους σε εφέσεις, πουάσκησεο Γε­ νικός Εισαγγελέας κατά ποινών Κακουργιοδικειου λόγωανεπάρ­ κειας Ηνομική βάσητων ενστάσεων είναι ότι ο Γενικός Εισαγγε­ λέας δεν έχει τέτοιο δικαίωμα Η θέση του ίδιου του Γενικού 10 Εισαγγελέα είναι οτι, καίτοι δεν υφίσταταιτέτοιο δικαίωμα δυνά μει της ΙΙοινικης Δικονομίας, υφίσταται δυνάμει του άρθρου 25
(2)του ΙΙερι Δικαστηρίων Νόμου, 1960 (Ν 14/60), ότι έχει επανει­ λημμένα ασκηθεί χωρίς αμφισβήτηση και ότι, αν η ορθή ερμηνεία του άρθρου 25
(2)είναι ότι ο Γενικός Εισαγγελέας δεν έχει τέτοιο 15 δικαίωμα, τότε το άρθρο αυτό είναι αντισυνταγματικό,ως μησυναδον με το άρθρο 155 1 τουΣυντάγματος Οι νομικές αρχές,πουτο Ανώτατο Δικαστήριο εφάρμοσε,απο­ δεχόμενο τις προδικαστικές ενστάσεις καιαπορρίπτονταςτις εφέ σεις του Γενικού Εισαγγελέα, προκύπτουν σαφώς από τα πιο πάνω περιληπτικάσημειώματα 20 Οι εφέσεις απορρίπτονται Αναφερόμενες αποφάσεις Attorney • General ν Pouns andOthers
(1979)2 CLR 15, GiorkdUi andAnother ν TheRepublic
(1971)2 C LR 229, 25 Hcalcyv Ministryof Health{1954} 3All ΕR 449, Xcnophontos ν Charalambous, 1961CLR 122, Chnstoftν Police
(1970)2 CLR 117, Savva andAnother (No 1)ν Police
(1977)2 C LR 289 Προδικαστικήένσταση. 30 Προδικαστικήένστασηκατάπόσο ο Γενικός Εισαγγελέ­ ας της Δημοκρατίας έχει δικαίωμανα ασκήσει έφεση ενα­ ντίον της ποινής που επέβαλε το Κακουργιοδικείο Λάρνα­ κας στους εφεσίβλητους για το λόγο ότι η ποινή είναι ανεπαρκής. 35 460 2 A *A. Δημοκρατίαv. Ερμογένους &άλλων Μ. Τριανταφυλλίδης, Γενικός Εισαγγελέας με Τ. Πολνχρονίδον, Δικηγόρο της Δημοκρατίας Α και Λ. Χρι­ στόφορου, Δικηγόρο της Δημοκρατίας, για την εφεσείουσα. 5 Γ. Κακογιάννης με Γ Γεωργίου και Μ. Κουκκίδου (Δ/ νις), για τους εφεσίβλητους στις εφέσεις 5063 και
  1. Α. Κληρίδης,γιατονεφεσίβλητο στην έφεση
  2. Α. Σαβεριάδης, γιατον εφεσίβλητο στην έφεση
  3. 1 0 Cur. adv. vult. Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ ΣΑΒΒΙΔΗΣ: Την απόφασητουΔικαστη­ ρίου θαδώσει οΔικαστής Ι. Πογιατζής. Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ ΠΟΓΙΑΤΖΗΣ: Στις εφέσεις αυτές το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο ο Γενικός Εισαγγε15 λέας της Δημοκρατίας,έχει δικαίωμα να ασκήσει έφεση εναντίον της ποινής που το Κακουργιοδικείο Λάρνακας επέβαλεστους εφεσίβλητους, γιατο λόγο ότι ηποινή είναι ανεπαρκής. Ταγεγονότα είναι σε συντομία ταεξής: 2 0 Στις 4 Νοεμβρίου 1988 το Κακουργιοδικείο Λάρνακας βρήκε ένοχους και καταδίκασε τους τέσσερις εφεσίβλη­ τους για το αδίκηματης ανθρωποκτονίαςκατάπαράβαση των άρθρων 205
(1)
(3), 20 και 21 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο αρ. 3 του 1962, και στις 5 Νοεμβρίου 1988 επέβαλε στον εφεσίβλητο στην Έφεση Αρ. 5063 ποινή φυλάκισης τριών χρόνων και στους άλλους εφεσίβλητους ποινή φυλάκισης τεσσάρων χρόνων. Με το αιτιολογικό ότι οι mo πάνω ποινές είναι ανε­ παρκείς "έχοντας υπόψη τη σοβαρότητα του αδικήματος 30 και τις ειδικές περιστάσεις της υπόθεσης" ο ευπαίδευτος Γενικός Εισαγγελέας καταχώρισε τις παρούσες τέσσερις εφέσεις με τις οποίες επιδιώκεται η αύξηση της περιόδου 461 Πογιατζής, Δ. Δημοκρατία ν. Ερμογένους & άλλων (Χ990) φυλάκισηςτων εφεσίβλητων. Οι ευπαίδευτοι δικηγόροι των εφεσίβλητων ήγειραν κοινή προδικαστική ένσταση ισχυριζόμενοι ότι ο Γενικός Εισαγγελέας δε νομιμοποιείται στην καταχώριση έφεσης εναντίον ποινής που τα Κακουργιοδικεία της Δημοκρα- 5 τίας επιβάλλουν σεκαταδικασθέντα πρόσωπα. Μετησύμφωνηγνώμη όλων των πλευρών και λαμβα­ νομένου υπόψη ότι η προδικαστική ένσταση ήταν κοινή και ταεπίδικαθέματαπουεγείρονται ταυτόσημα, δώσαμε οδηγίες όπως η ένσταση των εφεσίβλητων αποφασιστεί προκαταρκτικά και όπως οι παρούσες τέσσερις εφέσεις συνεκδικαστούν γιατοσκοπό αυτό. ^ Οι ευπαίδευτοι δικηγόροι των εφεσίβλητων υποστήρι­ ξαν τηνπροδικαστικήτουςένσταση μεαναφοράστις πρό­ νοιες των εδαφίων
(1)και
(2)τουάρθρου 131 καιτηςπα- 15 ραγράφου (β) του εδαφίου
(1)του άρθρου 137 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, και κυρίως στην απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση ΓενικόςΕισαγγελέας ν. ΑνδρέαΠουρή και άλλων,
(1979)2Α.Α.Δ. 15.τοσκεπτικότης οποίαςεισηγή- 20 θηκαν ότι εφαρμόζεταικαι σε εφέσεις εναντίον της επάρ­ κειαςποινών πουεπιβάλλουν ταΚακουργιοδικεία. Απαντώντας στην ένσταση των εφεσίβλητων ο ευπαίδευτος Γενικός Εισαγγελέας συμφώνησε ότι οπερί Ποινι­ κήςΔικονομίας Νόμος,Κεφ. 155,δενπαρέχεισ'αυτόν,ως 25 εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής, δικαίωμα έφεσης εναντίον ποινών που επιβάλλουν Κακουργιοδικείασε κα­ ταδικασθέντα πρόσωπα, ισχυρίστηκε όμως ότι τέτοιο δι­ καίωμα υφίσταταικάτωαπότο άρθρο25
(2)του περί Δι­ καστηρίων Νόμου (Νόμος αρ. 14/1960) και ότι έχει 30 επανειλημμένα ασκηθεί χωρίς αμφισβήτηση σε διάφορες υποθέσεις μερικές των οποίων κατονόμασε. Αναφερόμε­ νος στην υπόθεση Πουρή (ανωτέρω) ο ευπαίδευτοςΓενι­ κός Εισαγγελέας ισχυρίστηκε ότι δεν εφαρμόζεται ούτε αποτελεί εμπόδιο στην απόρριψητηςένστασης των εφεσι- 35 βλήτων καιμαςκάλεσεναερμηνεύσουμε τις πρόνοιες του 462 2 Α.Λ.Δ. J0 r ]t «β „ 30 Δημοκρατία ν. Ερμογένους & άλλων Πογιατζής,Δ. άρθρου 25
(2)του Νόμου 14/60 κατά τρόπο σύμφωνο με την παράγραφο 1 του άρθρου 155 του Συντάγματος, οι πρόνοιες της οποίας ούτε εξετάστηκαν ούτεαναφέρθηκαν στην υπόθεση Πουρή (ανωτέρω) και οι οποίες, κατά την εισήγηση του, παρέχουν απεριόριστο δικαίωμα εφέσεως εναντίον οποιασδήποτε απόφασης οποιουδήποτε Δικα­ στηρίου της Δημοκρατίας που ασκεί ποινική δικαιοδοσία. Αν, πρόσθεσε ο κ. Τριανταφυλλίδης, το άρθρο 25
(2)μπο­ ρεί να ερμηνευθεί μόνο κατά τρόπο που του στερεί το δι­ καίωμα να υποβάλει έφεση εναντίον της επάρκειας της ποινής που επιβάλλουν τα Κακουργιοδικεία τηςΔημοκρα­ τίας, όπως έχει ερμηνευθεί αναφορικάμε το δικαίωματου να υποβάλει έφεση εναντίον αθωωτικής απόφασης των Κακουργιοδικείων, τότε θα πρέπει να κηρυχθεί αντισυ­ νταγματικό γιατί θα αντίκειται στο άρθρο 155.1 του Συ­ ντάγματος. Τέλος ο κ. Τριανταφυλλίδης εισηγήθηκε ότι η φράση "Τηρουμένων των διατάξεων του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου" στο κείμενο του εδαφίου
(2)τουάρθρου 25 θα πρέπει να ερμηνευθεί ότι αναφέρεται μόνο σε εκεί­ νες τις διατάξεις του Κεφ. 155 πουκαθορίζουν το χρόνο ή τον τύπο υποβολής της έφεσης, και όχι σε εκείνες που πε­ ριορίζουν το δικαίωμα του Γενικού Εισαγγελέα ναυποβάλει έφεση εναντίον όλων ανεξαίρετα των αποφάσεων,πε­ ριλαμβανομένων αθωωτικών καθώς και εκείνων με τις οποίες επιβάλλεται ποινή,όλων των Δικαστηρίων της Δη­ μοκρατίας που ασκούν ποινική δικαιοδοσία, περιλαμβα­ νομένων των Κακουργιοδικείων. Ό,τι προβλέπεται στο άρθρο 25
(2), τόνισε ο ευπαίδευτος Γενικός Εισαγγελέας, υπερισχύει των προνοιών του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155. Η θέσητων εφεσίβλητων αναφορικάμε τη συνταγματι­ κότητα του άρθρου 25
(2)του Νόμου αρ. 14/60 είναι ότι ισχυρισμός για δήθεν αντισυνταγματικότητα του απορρίφθηκε στην υπόθεση Φωτεινή Πολυκάρπου Γιωρκάτζη και άλλου ν. Δημοκρατίας,
(1971)2 Α.Α.Δ. 229 και ότι, εν πάση περιπτώσει, το άρθρο 155 του Συντάγματος, ορθά ερμηνευόμενο, δεν παρέχει απεριόριστο δικαίωμα εφέσε­ ως που δεν μπορεί να ρυθμιστεί με νομοθεσία, όπως ειση­ γήθηκε ο έντιμος Γενικός Εισαγγελέας. 463 Πογιατζής,Δ. Δημοκρατίαν. Ερμογένους &άλλων
(1990)Εκτός αν η συνταγματικήδιάταξητου άρθρου 155.1 του Συντάγματοςεπιβάλλει διαφορετικήαντιμετώπισητουθέ­ ματος,πράγμα πουθαεξετάσουμε αργότερα,είναιβασική αρχή του Κοινοδικαίου ότι δικαίωμα εφέσεως υφίσταται μόνο εκεί που ρητά παρέχεται με νομοθετική διάταξη. 5 Στην υπόθεση HeaJey v. Ministry of Health [1954] 3 All E.R. 449, ο Δικαστής του Εφετείου της Αγγλίας Λόρδος Μόρρις τόνισε ότι τα Δικαστήρια δεν έχουν εξουσία να δημιουργούν δικαίωμα εφέσεως εκεί όπου τέτοιοδικαίω­ μα δεν παρέχεται νομοθετικά και δεν σφετερίζονται κατ' IQ έφεση δικαιοδοσία σε περιπτώσεις που τέτοιαδικαιοδο­ σία δεν παρέχεται σ' αυτά. Στην ίδια υπόθεση ο Λόρδος Πάρκερ υπέδειξε ότι για τηδημιουργία δικαιώματοςεφέ­ σεως απαιτείταινομοθετική πρόνοια.Ταλόγια αυτάτων Λόρδων Μόρρις και Πάρκερέχουν υιοθετηθεί και επανα- ^ ληφθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο της Δημοκρατίας σε αριθμό υποθέσεων περιλαμβανομένων εκείνων της Φωτει­ νής Πολυκάρπου Γιωρκάτζη (ανωτέρω) και του Γενικού Εισαγγελέα τηςΔημοκρατίας ν.Ανδρέα Πουρήκαι άλλων (ανωτέρω). Αναφορικά' με αποφάσεις των Δικαστηρίων 20 της Δημοκρατίαςπουασκούνποινικήδικαιοδοσίαη αρχή αυτήτου Κοινοδικαίου έχει λάβεινομοθετική μορφήμέσα στις πρόνοιες του άρθρου 131
(1)τουπερί ΠοινικήςΔικο­ νομίαςΝόμου,Κεφ. 155,στοοποίοαναφέρονται ταεξής: "131
(1)Subject ίο the provisions of any other 25 enactment in force for the time being,no appeal shall lie from any judgment or order of a Court exercising criminal jurisdiction except as provided for by this Law." Η μετάφρασηστην Ελληνική της Υπηρεσίας Αναθεω­ ρήσεως και Ενοποιήσεως της ΚυπριακήςΝομοθεσίας έχει 30 ως εξής: "131
(1)Τηρουμένων των διατάξεωνοιουδήποτε ετέ­ ρου εκάστοτε εν ισχύϊ νομοθετήματος,δενχωρεί έφεσις εξ αποφάσεως ή διατάγματοςΔικαστηρίου ασκούντος ποινικήν δικαιοδοσίαν πλην ως προβλέπεται υπό του 35 παρόντος Νόμου." 464 2Α.Α.Δ. Δημοκρατία ν. Ερμογένους &άλλων Πογιατζής,Δ. Στην εξέτασητουδικαιώματοςτου Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας να ασκήσει τις παρούσες εφέσεις από την απόφαση του Κακουργιοδικείου Λάρνακας για το λόγο ότι η ποινήπουεπιβλήθηκε στους εφεσίβλητουςήταν 5 ανεπαρκής, λαμβάνουμε υπόψη μαςαφ' ενός ότι στοεδά­ φιο
(2)του άρθρου25 του περί Δικαστηρίων Νόμουτου 1960 απότο οποίοπηγάζει,κατάτην εισήγηση τουευπαίδευτου Γενικού Εισαγγελέα, το επίδικο δικαίωμα που διεκδικεί,γίνεται ρητή αναφοράστιςδιατάξειςτου Νόμου 10 περί Ποινικής Δικονομίας μετηφράση'Τηρουμένων των διατάξεων" τουΝόμουαυτού,καιότι ημόνηδιάταξη του Κεφ. 155 πουπαρέχειστο Γενικό Εισαγγελέα δικαίωμα να ασκεί έφεσηγιατολόγο ότι ηποινήείναιανεπαρκήςείναι εκείνη της παραγράφου(β) του εδαφίου
(1)του άρθρου 15 137 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, το οποίο όμως ρητά περιορίζεται σε περιπτώσεις ποινών που επιβάλλονται με αποφάσεις των ΕπαρχιακώνΔικα­ στηρίων. Το άρθρο 137
(1)(β) προνοεί συγκεκριμένα τα εξής: 20 "137
(1)TheAttorney-General may(
  1. a)(
  2. b)appeal or sanction an appeal from any judgment of a District Court on the ground that the sentence was insufficient." 25 Ημετάφρασηστην Ελληνική της Υπηρεσίας Αναθεω­ ρήσεως και Ενοποιήσεως της ΚυπριακήςΝομοθεσίαςέχει ωςεξής: "137
(1)ΟΓενικός Εισαγγελεύς τηςΔημοκρατίας δύ­ ναται:- 30 (α) (β)ναασκήσηέφεσιν ή ναεγκρίνητην άσκησινεφέ­ σεως εξ αποφάσεως Επαρχιακού Δικαστηρίου επί τω λόγωότιηποινήήτοανεπαρκής." 465 Πογιατζής,Δ. Δημοκρατίαν. Ερμογένους &άλλων
(1990)Για την ορθή ερμηνεία τουάρθρου25
(2)τουπερίΔικα­ στηρίων Νόμου του 1960 για τους σκοπούς της επίδικης προκαταρκτικής ένστασης των εφεσίβλητων επιβάλλεται επίσης αναφορά στις πρόνοιες της παραγράφου(α) του εδαφίου
(1)του άρθρου 137 του Κεφ. 155, σε συσχετισμό 5 με τις οποίες έχει ερμηνευθεί το επίδικο άρθρο 25
(2)σε αριθμό αποφάσεων οι οποίες αναφέρθηκανκαι σχολιά­ στηκαν ενώπιον μας.Τοάρθρο 137
(1)(α)προνοεί ταεξής: "137
(1)The Attorney-Genera! may (
  1. a)appeal or sanction an appeal from any judgment of acquittal by a District Court on any of the following grounds:- 10 (
  2. i)(
  3. ii)<iU> 15 (
  4. iv)Η μετάφραση στην Ελληνική της Υπηρεσίας Αναθεω­ ρήσεως και Ενοποιήσεως της ΚυπριακήςΝομοθεσίας έχει ως εξής: "137
(1)Ο Γενικός Εισαγγελεύς της Δημοκρατίαςδύ- 20 ναται:(α)να ασκήση έφεσιν ήνα εγκρίνη τηνάσκησιν εφέ­ σεως εξ αθωωτικής αποφάσεως Επαρχιακού Δικαστη­ ρίου εφ'οιωδήποτετωνακολούθων λόγων:- (ιι). (Hi) (IV) 466 2 Α.Α.Δ. Δημοκρατία ν. Ερμογένους & άλλων Πογιατζής,Δ. Όπως προκύπτει από τη νομολογία που παραθέτουμε πιο κάτω, σε όλες ανεξαίρετα τις περιπτώσεις που το Ανώτατο Δικαστήριο κλήθηκε να ερμηνεύσει τις πρόνοιες του άρθρου 25
(2)του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, 5 ηερμηνεία που έδωσε ήταν ότι δεν παρέχουν απεριόριστο δικαίωμα εφέσεως εναντίον όλων των αποφάσεων όλων των Δικαστηρίων της Δημοκρατίας που ασκούν ποινική δικαιοδοσία, ούτε και καταργούν σιωπηρά τις πρόνοιες ,Q του Μέρους "V" του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου οι οποίες εξακολουθούν να ισχύουν εκτός των περιπτώσεων για τις οποίες γίνεται ρητά διαφορετική πρόνοια στο άρθρο25
(2)το οποίοπρονοεί τα εξής: !5 20 "25
(2)Τηρουμένων των διατάξεων του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου πλην ως άλλως προβλέπεται εις το εδάφιον τούτο, πάσα απόφασις δικαστηρίου ασκού­ ντος ποι,νικήν δικαιοδοσίαν θαυπόκειται εις έφεσιν εις το Ανώτατον Δικαστήριον. Πάσα τοιαύτη έφεσις δύναται να ασκηθή κατά της καταδικαστικήςαποφάσεως ήτης επιβαλλούσης ποινήν τοιαύτηςδι'οιονδήποτε λόγον." Στην ποινική έφεση Μαρούλλα Ξενοφώ\η;ος ν. Πανα­ γιώτας Χαραλάμπους, 1961 Α.Α.Δ. 122, που αφορούσε ιδιωτική ποινική υπόθεση για δημόσια εξύβριση, το επίδι25 χο θέμα ήταν ηερμηνεία του άρθρου 25
(2)του περί Δικα­ στηρίων Νόμου για να εξακριβωθεί η έκταση του δικαιώ­ ματος άσκησης εφέσεως από ιδιώτη κατήγορο εναντίον αθωωτικής απόφασης Επαρχιακού Δικαστηρίου, και το ερώτημα που τέθηκε ήταν κατά πόσο το δικαίωμα άσκη30 σης τέτοιας εφέσεως κάτω απότο άρθρο25
(2)προϋποθέ­ τει την εξασφάλιση από τον κατήγορο της γραπτής έγκρι­ σης του Γενικού Εισαγγελέα σύμφωνα με ταάρθρα 131
(2)και 137
(1)(α)του Κεφ. 155 ήόχι. Ηεισήγηση επί τουπρο­ κειμένου του κ. Άντη Παντελίδη,δικηγόρου της εφεσείου35 αας,ήταν ότι οι πρόνοιες του άρθρου 25 του περί Δικα­ στηρίων Νόμου παρέχουν απεριόριστο δικαίωμα εφέσεως στο Ανώτατο Δικαστήριο εναντίον όλων των αποφάσεων όλων των Δικαστηρίων που ασκούν ποινική δικαιοδοσία, .467 Πογιατζής,Δ. Δημοκρατία ν. Ερμογένους &άλλων
(1990)περιλαμβανομένων αθωωτικών αποφάσεων, και ισχυρί­ στηκε ότι απότης "ψήφισης του άρθρουαυτού η πρόνοια του άρθρου 137
(1)(α) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου για έγκριση του Γενικού Εισαγγελέα έπαυσε να ισχύει στις περιπτώσεις εφέσεων απόαθωωτικές αποφά- 5 σεις των ΕπαρχιακώνΔικαστηρίων. Αξίζει να σημειωθεί ιδιαίτερα το γεγονός ότι ο κ. Παντελίδης, όπως ο εφεσείων Γενικός Εισαγγελέας στις παρούσες εφέσεις, είχε περαιτέρω ισχυριστεί ότι η φράση"τηρουμένων των δια­ τάξεων του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου"στο κειμε- \Q νο του άρθρου 25
(2)του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 θα πρέπει να ερμηνευθεί ότι αναφέρεται μόνο στις καθαρά διαδικαστικές πρόνοιες του Κεφ. 155 και ότι το δικαίωμα εφέσεως καθώςκαιη κατ' έφεση δικαιοδοσίασε ποινικές υποθέσεις παρέχονται και προσδιορίζονται από 15 τις λέξεις "πάσα απόφασιςδικαστηρίου ασκούντοςποινικήν δικαιοδοσίαν θαυπόκειται εις έφεσιν εις το ΑνώτατονΔικαστήριον" στο κείμενο τουάρθρου25
(2). Αντίθετηήτανη εισήγηση τουτότε Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας που κλήθηκε να εκφράσει τις δικές του 20 απόψεις επί του προκειμένου ενόψει τουγεγονότος ότιη απόφασητου Ανωτάτου Δικαστηρίου δυνατόναεπηρέαζε και δικά του δικαιώματα και προνόμια κάτω από το άρθρο 137
(1)(α). Ο Γενικός Εισαγγελέας υποστήριξε την προδικαστική ένσταση της εφεσίβλητης που στηριζόταν 25 στην παράλειψη της εφεσείουσας να εξασφαλίσει την έγ­ κριση τουπριν ασκήσει την έφεσητηςκαι ισχυρίστηκε ότι εφόσο το άρθρο25
(2)ρητάαναφέρει ότι οι πρόνοιες του εφαρμόζονται "τηρουμένων των διατάξεων τουπερίΠοι­ νικής Δικονομίας Νόμου", οι πρόνοιες τωνάρθρων 131
(2)30 και 137
(1)(α) που καθιστούν τη δική του προηγούμενη γραπτήέγκριση ως προϋπόθεσητης έγκυρης άσκησηςεφέ­ σεως εναντίον αθωωτικής απόφασης ΕπαρχιακώνΔικα­ στηρίων εξακολουθούν ναισχύουν. Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε τις πιο πάνωειση- 35 γήσεις του δικηγόρου της εφεσείουσας, αποδέχτηκε την προδικαστική ένσταση της εφεσίβλητης και απέρριψε την έφεσηχωρίςναεξετάσει τηνουσίατης. 468 2 Α.Α.Δ. Δημοκρατίαν. Ερμογένονς &άλλων Πογιατζής,Δ. Στην ποινική έφεση Ευάγγελος Χριστοφή ν. της Αστυ­ νομίας
(1970)2 Α.Α.Δ. 117, επίδικο θέμα ήτανκαι πάλι η ερμηνεία του άρθρου 25
(2)του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 καιτο συγκεκριμένο ερώτημαπου είχε τότε τεθεί 5 ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου ήτανκατά πόσο ηει­ σήγηση του εφεσείοντα ότι η απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού για διεξαγωγή προανάκρισης ενα­ ντίον του ήταν "απόφαση" Δικαστηρίου που ασκούσε ποι­ νικήδικαιοδοσίαώστε να υπόκειταισε έφεση ενώπιον του 10 Ανωτάτου Δικαστηρίου, ήταν ορθή η όχι. Ηεισήγηση του εφεσείοντα απορρίφθηκε με το αιτιολογικό ότι το άρθρο 25
(2)του περί Δικαστηρίων Νόμουπαρέχει δικαίωμαεφέ­ σεως μόνο εναντίοντων αποφάσεωνεκείνων πουμπορού­ σαν να εφεσιβληθούν κάτω από τις πρόνοιες του Κεφ. 15 155. Ο τότε πρόεδρος του Δικαστηρίου Βασιλειάδης είπε συγκεκριμένα ταεξής στη σελ. 119: 20 25 30 35 "We find ourselves unable to accept this submission. The section provides that an appeal lies under subsection
(2)' subject to the provisions of the Criminal Procedure Law', save as' otherwise provided' in the subsection. The provisions in the Criminal Procedure Law, Cap. 155, governing appeals in criminal cases,are contained in Part V of the statute, section 131 to 153 inclusive. The opening section 131
(1)reads: '131
(1). Subject to the provisions of any other enactment in force for the time being, no appeal shall lie from any. judgment or order of a Court exercising criminal jurisdiction except as provided for by this Law.' It is clear, we think, that when sub- section
(2)of section 25 of the Courts of Justice Law, refers to 'every decision' this must be read 'subject to the provisions of the Criminal Procedure Law'; and, therefore, it can only refer to 'decisions' which are subject to an appeal under the Criminal Procedure Law. The ruling against which the present appeal is taken, is not,as far as we can see on the basis of the argument that we have heard, such a decision." 469 Πογιατζής,Δ. Δημοκρατίαν. Ερμογένους&άλλων
(1990)Ενα περίπου χρόνο αργότερατο Ανώτατο Δικαστήριο εξεδίκασε τις ποινικέςεφέσεις της Φωτεινής Πολυκάρπου Γιωρκάτζη και άλλου (ανωτέρω)με τις οποίεςοι εφεσείοντες είχαν εφεσιβάλει απόφαση του Κακουργιοδικείου Λευκωσίας με την οποία είχε απορριφθεί αίτημα που είχαν υποβάλει να εμφανιστούν, να καλέσουν μάρτυρες ,. και να ακουστούν σε ποινική υπόθεση στην οποία δεν ήταν κατηγορούμενοικαι η εκδίκασητης οποίας είχε ήδη αρχίσει ενώπιον του. Το ερώτημα που τέθηκε ήταν κατά πόσο η απόφασηαυτή του Κακουργιοδικείου μπορούσε να εφεσιβληθεί ή όχι. Η εισήγηση των εφεσειόντων ήταν ότι μπορούσε να εφεσιβληθεί κάτω από το άρθρο 25
(2)του περί ΔικαστηρίωνΝόμου. Ηαπάντηση του Ανωτάτου 10 Δικαστηρίου ήταν αρνητική. Εκδίδοντας την ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου ο τότε Πρόεδρος του κ.Τρια­ νταφυλλίδης είπεταεξής στις σελίδες 233και234: "As has been stated in the judgment delivered by Vassiliades, P. in the case of Christofis v. ThePolice
(1970)2 C.L.R. 117 the effect of section 25
(2)of the Courts of Justice Law, 1960 (14/60) is that, save as otherwise provided by the said section (in relation to « 0 conviction or sentence), an appeal from a decision of a Court exercising criminal jurisdiction lies only subject to the provisions of the Criminal Procedure Law (Cap. 155). ' Sub-section
(1)of section 131 of Cap. 155 lays down ^ that 'Subject to the provisions of any other enactmentin force for the time being, no appeal shall lie from any judgment or order of a Court exercising criminal jurisdiction except as provided for by this Law'. Having not been referred, by learned counsel for the Appellants, to any provision in Cap. 155,or in any other enactment, enabling an appeal to be made against the ruling of theAssizeCourt,which is the subject- matterof these appeals, we reached the conclusion that the Supreme Court has no jurisdiction to deal on appeal with such ruling." 470 2 Α.Α. Δ. 5 Δημοκρατίαν. Ερμογένους&άλλων Πογιατζής, Δ. Από το πιο πάνωσκεπτικό της απόφασηςτου Ανωτάτου Δικαστηρίουπροκύπτειπολύκαθαράότι απόμόνοτουτο άρθρο25
(2)τουπερί Δικαστηρίων Νόμουδενπαρέχειδι­ καίωμα έφεσης στις περιπτώσεις πουτέτοιο δικαίωμα δεν παρέχεται είτε από τον περί Ποινικής Δικονομίας Νόμο είτεαπόοποιοδήποτεάλλοΝόμο. Η ερμηνεία του άρθρου 25
(2)του περί Δικαστηρίων Νόμου αποτέλεσε το αντικείμενο λεπτομερούς συζήτησης ενώπιον τηςΟλομέλειας τουΑνωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση ΓενικόςΕισαγγελέαςν. Α. Πουρρή (ανωτέρω). 10 Με πλειοψηφία 6 προς 1 (διαφωνούτος μόνο του τότε Προέδρου του κ. Τριανταφυλλίδη) το Ανώτατο Δικαστή­ ριο υιοθέτησε τις προηγούμενες αποφάσειςτου στις υπο­ θέσεις πουπαραθέσαμεπιο πάνωκαι επαναβεβαίωσετην επανειλημμένα διακηρυχθείσα θέση του σχετικά με την 15 έκταση της κατ'έφεση δικαιοδοσίαςτου σε ποινικές υπο­ θέσειςσε συσχετισμόμετοάρθρο 25
(2). ΟΓενικός Εισαγ­ γελέας είχε ασκήσει έφεση εναντίον απόφασης του Κα­ κουργιοδικείου Λευκωσίας μετηνοποίαείχαναθωωθείοι εφεσίβλητοι στην κατηγορίατουκατηγορητηρίου.Οιδικη20 Y°Q0L τ ω ν εφεσίβλητων ήγειραν προδικαστική ένσταση παρόμοια μεαυτήτων παρόντων εφεσίβλητων. Ο Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας υποστήριξε ότι χωρίς αμφιβολίατο άρθρο25
(2)τουπερίΔικαστηρίων Νόμουπαρέχειστο Γε­ νικό Εισαγγελέα δικαίωμα να ασκήσει έφεση εναντίον 25 αθωωτικών αποφάσεων των Επαρχιακών Δικαστηρίων καθώς και των Κακουργιοδικείων, ότι οι πρόνοιες του περίΠοινικήςΔικονομίας Νόμου,Κεφ. 155,καιιδιαίτερα εκείνες του άρθρου 137 μετις οποίες τοδικαίωμα τουΓε­ νικού Εισαγγελέα να ασκήσει έφεση εναντίον αθωωτικών 3Q αποφάσεων,περιορίζεται σε αποφάσειςτωνΕπαρχιακών Δικαστηρίων γιακαθορισμένους μόνο λόγους, έχουν σιω­ πηρά καταργηθείκαι ότι μετάτην ψήφιση του περίΔικα­ στηρίων Νόμου του 1960 και σαν αποτέλεσμα των προ­ νοιών του άρθρου 25
(2)το δικαίωμα του Γενικού 35 Εισαγγελέα να εφεσιβάλει αθωωτική απόφαση ποινικού Δικαστηρίου έχει επεκταθεί ώστε νακαλύπτει αθωωτικές αποφάσειςΚακουργιοδικείου. 471 Πογιατζής,Δ. Δημοκρατίαν. Ερμογένους&άλλων
(1990)Το ΑνώτατοΔικαστήριοαπέρριψεταπιο πάνωεπιχειρή­ ματα του Βοηθού Γενικού Εισαγγελέακαιαποδέχτηκετην προκαταρκτική ένσταση των εφεσίβλητων. Στην απόφαση του ο Δικαστής Α. Λοΐζου αναφέρει τα εξής στις σελίδες 40-42: "Turningnow to s.25
(2)it is to my mind quite clearthat the scope of this subsection was to abolish the requirement, for which provision is made in sections 132 (l)(
  1. b)and (
  2. c)and 133(l)(
  3. b)of the Criminal Procedure Law, for leave to appeal against conviction or sentence \Q by any person convicted and sentenced either by a District Court or anAssize Court.If the sentence 'every decision of a Court exercising criminal jurisdiction shall be subject to appeal to the High Court'were to be taken in isolation and unqualified it might certainly appear that 15 it did confer a right of appeal from a judgment of acquittal by an Assize Court. But thewhole subsection is expressly made ' subject to' the provisions of the Criminal Procedure Law; andthese opening words arein my view equivalent to ' without prejudice to' the 20 provisions of the Criminal Procedure Law and that the only reasonable explanation why it was thought necessary to introducethemwas tokeep in force the pro­ visions of theCriminal ProcedureLaw relating to appeals 'save as otherwise in the subsection provided' and cannot reasonably be construed as ousting such provisions by implied repeal. If it were to be held that the right to 25 appeal from ajudgment of acquittal by every Court were no longer subject to the provisions of the Criminal Procedure Law it seems to me that this would also mean that the Attorney-General's written sanction, for which provision is made in sections 131
(2)and 137
(1)of the 30 Criminal Procedure Law, would no longer be a prerequisite to thefiling of anappeal against anacquittal by a District Court contrary to the decision in the Xenophontos case(supra). On the other hand the sentence ' every decision of a 35 Court exercising criminal jurisdiction shall be subject to 472 5 2Α.Α. Δ. 5 5 20 Δημοκρατίαν. Ερμογένους&άλλων Πογιατζής,Δ. appeal to the High Court'occurring in the first paragraph of the subsection, upon which the main force of the argument that the Attorney- General's right of appeal from anacquittal is extended tojudgments of acquittal by an Assize Court was based, is qualified and explained by the second paragraph of the subsection which provides that' any such appeal' -that is to say any such appeal as in the preceding paragraph provided - ' may be made as ofrightagainst conviction orsentence onanyground.' In the light of theabove Iam not inclined toholdthat the provisions of subsection
(2)of section 25 can be relied upon in support of the view that they give aright of appeal against an acquittal by an Assize Court in words clear, express and free from ambiguity. On the contrary it seems to me that if the intention of the Legislature was ιο give an unqualified right of, appeal from any judgment of acquittal both by a District Court and an Assize Court such intention could have been expressed in clear and unequivocal terms free from any doubt or ambiguity." Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφασητουΔικαστήΧατζηαναστασίου,στις σελίδες 61-63: 25 3Q „ "Counsel, in trying to construe the provisions of that section, said that thewords' but save as otherwise in this subsection provided' have one true meaning only, and that is that whatever it follows prevails over any procedural or other limitation or restriction of Cap. 155; andthatwhere thereis aconflict, section 25 of theCourts of Justice Law prevails. Ihave considered very carefully all thecontentionsof counsel for the appellant, andin giving the words of this section their ordinary meaning, I have reached the conclusion that his arguments fail for the following reasons: 473 Πογιατζής,Δ. Δημοκρατία ν.Ερμογένους&άλλων
(1990)
(1)The Supreme Court in dealing with the interpretation of s. 25
(2), in a series of decisions established that that section does not confer an unqualified right of appeal,but alimited one,qualified by the opening words ' subject to the provisions of the 5 Criminal Procedure Law'. In my view,these introductory words are intendedto save the provisions of the Criminal Procedure Law both as to the form that a criminal appeal may be made, as well as in substance. InRodosthenous &Another (supra), JQ it was expressly heldthattheintroductoryparts ofs.25
(2)require that an appeal should be made in the form envisaged by Cap. 155. But obiter dicta in-the same judgment suggested that s.25
(2)must be read, except to whatever extent thereis express departure,subject to the 15 provisions of Cap. 155.This was supported by adecision of the High Court delivered shortly afterwards, viz., Xenophontos v. Charalambous (supra), where it was expressly decided that s. 25
(2)does not confer an unqualified right of appeal against every decision of the 90 Criminal Court, but a limited one conferred by the express provisions of Cap. 155. Two subsequent decisions of the Supreme Court establish firmly that a rightof appeal exists only where it is expressly conferred either by the provisions of Cap. 155,or by the provisions of s. 25
(2)of Law 14/60. See Christofi (supra) and Georghadji andAnother (supra). Inthe latter case, it was pointed out that the limitation of the right of appeal in the manner indicated in no way conflicts with the provisions of Article 155.1 of the Constitution because the Constitution does not provide for a right of appeal -*0 against all decisions of the Courts of the Republic, but only for such rights as may be conferred by law. IthinkI have said enough in order toshow thattherightof appeal is acreation of the legislature. 35
(2)That the only express right of appeal conferred by s. 25
(2)is a right of appeal against conviction or sentence; 474 2Α.Α.Δ. 5 10 15 20 25 30 Δημοκρατίαν. Ερμογένους&άλλων Πογιατζής, Δ.
(3)The expression in s. 25
(2)' but save as otherwise provided' would be superfluous if the legislature intended to establish a right of appeal against every decision of a Court exercising criminal jurisdiction. Equally, I think it would be superfluous to express reference to a right of appeal against conviction or sentence.
(4)Ithink a comparison of the provisions of s. 25
(1)with tho.sc of s. 25
(2)is again suggestive of legislative intent. In the former case the right of appeal is made subject to the rules of Court without qualification, and in the latter it is extended in the way expressly referred to therein." Η οπόφαπητης πλειοψηφίας 6 Δικαστών του Ανωτά­ του Δικαστηρίου στην υπόθεση Πουρή (ανωτέρω) πέραν του ότι μας βρίσκει απόλυτα σύμφωνους, ενέχει μεγάλη βαρύτητα για την παρούσατριμελή σύνθεση του Εφετείου. Η απόφαση αυτή αναμφίβολα περιέχει την απάντηση σε όλους τους ισχυρισμούς του ευπαίδευτου Γενικού Εισαγ­ γελέα που αφορούν το σκοπό του άρθρου25
(2)του περί Δικαστηρίων Νόμου και το δικαίωμα του να ασκήσει έφεση εναντίον αθωωτικής απόφασης Κακουργιοδικείου. Όμως η προσβαλλόμενη απόφασητου Κακουργιοδικείου Λάρνακας στις παρούσες εφέσεις δεν είναι αθωωτική αλλά είναι απός>αση με την οποία είχε επιβληθεί ποινή στους εφεσίβλητους. Κατάτηγνώμη μας το σκεπτικό των αποφάσεων της πλειοψηφίας στην υπόθεση Πουρή (ανω­ τέρω) όπως και των ομόφωνων αποφάσεων στις άλλες υποθέσεις πουπαραθέσαμεπιο πάνωεφαρμόζεται απόλυ­ τα στην επίδικηπροδικαστικήένστασητων παρόντωνεφε­ σίβλητων. Εφόσο το δικαίωμα εφέσεως που παρέχει το άρθρο 25
(2)ασκείται μόνο με βάση τις πρόνοιες του Μέ­ ρους "V" τουπερί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, και εφόσο ούτε το Κεφ. 155 ούτε οποιοσδήποτε άλλος Νόμος παρέχει στο Γενικό Εισαγγελέα δικαίωμα εφέσεως εναντίον της επάρκειας της ποινής που επιβάλλουν Κα­ κουργιοδικεία,ούτε ο Γενικός Εισαγγελέας έχειδικαίωμα να ασκήσει τις παρούσες εφέσεις ούτε το Ανώτατο Δικα­ στήριο έχει δικαιοδοσία να επιληφθεί τέτοιων εφέσεων, 475 Πογιατζής,Δ. Δημοκρατία ν. Ερμογένους &άλλων
(1990)εκτός βέβαια ανγίνει αποδεκτό το επιχείρημα τουευπαίδευτου Γενικού Εισαγγελέα που βασίζεται είτεστο άρθρο 155.1 του Συντάγματος,είτε στη δικαστική πρακτική που έχειτηρηθεί μέχρι σήμερα,τοοποίοθαεξετάσουμε στησυ­ νέχεια. Τοάρθρο 155.1 του Συντάγματοςπρονοεί ταεξής: "Το Ανώτατον Δικαστήριον είναι το ανώτατονδευτεροβάθμιον δικαστήριον εν τη Δημοκρατία καικέκτη­ ταιδικαιοδοσίαννακρίνηκαιαποφασίζηκατάτας δια­ τάξεις του Συντάγματος και τον δυνάμει τούτου 10 συντασσόμενον διαδικαστικόν κανονισμόν επί πάσης εφέσεως κατ' αποφάσεως οιουδήποτε άλλου δικαστη­ ρίου, πλην του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστη­ ρίου." Ηεισήγηση του ευπαίδευτου Γενικού Εισαγγελέα είναι 15 ότι η συνταγματική αυτή πρόνοια η οποία αναντίλεκτα υπερισχύει οποιουδήποτε προγενέστερου ή μεταγενέστε­ ρου Νόμου, παρέχει σ' όλους τους διάδικους δικαίωμα εφέσεως εναντίον όλων των αποφάσεων όλων των Δικα­ στηρίων τηςΔημοκρατίας εκτός τουΑνωτάτου Σύνταγμα- 20 τικού Δικαστηρίου ότι το δικαίωμα εφέσεως σε ποινικές υποθέσεις και η αντίστοιχη κατ' έφεση δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου κάτω από το άρθρο 155.1 ούτε ασκείται ούτε περιορίζεται μεβάσητις διατάξειςτουπερί Ποινικής Δικονομίας Νόμου και ότι στο βαθμόπου πρό- 25 νοιες του άρθρου25
(2)του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, ορθά ερμηνευόμενες, καταργούν ή περιορίζουν το αναφαίρετο δικαίωμα εφέσεως που παρέχεται από το άρθρο 155.1 του Συντάγματος,οι πρόνοιες αυτές θαπρέ­ πεινακηρυχθούν αντισυνταγματικές καιανεφάρμοστες. 30 Ισχυρισμός για αντισυνταγματικότητα του άρθρου 25
(2)είχε προβληθεί και απορριφθεί στην υπόθεση Φωτεινή Γιωρκάτζη(ανωτέρω), στην οποία η εισήγηση των εφεσειόντων ήταν ότι το άρθρο ήταναντισυνταγματικό γιατί αντίκειται προς τις πρόνοιες των άρθρων 155.1 και 30.1 35 του Συντάγματος. ΤοΑνώτατο Δικαστήριο ομόφωνα απο-\ 476 ^ 2Α.Α.Δ. 5 Δημοκρατίαν. Ερμογένους &άλλων Πογιατζής,Δ. φάσισε ότι το άρθρο 155.1 του Συντάγματοςεπιτρέπει τη ρύθμιση του δικαιώματοςεφέσεως με νομοθεσία και ότι η φράση "τηρουμένων των διατάξεωντουπερί Ποινικής Δι­ κονομίας Νόμου" στο κείμενο του άρθρου25
(2)του περί Δικαστηρίων Νόμου,δεν καθιστά το άρθρο αυτό αντισυ­ νταγματικό.Οτότε Πρόεδροςτου Ανωτάτου Δικαστηρίου κ.Τριανταφυλλίδηςείπε επί τουπροκειμένου τα εξής στις σελ. 236,237: "Counsel for the Appellants has argued that section 10 ' 25
(2)of Law 14/60 is, as framed, unconstitutional, because it is contrary to Articles 155.1 and 30.1 of the ..· Constitution. 15 Article 155.1 provides that thehighest appellate Court in the Republic shall have jurisdiction to hear and determine, subject to the provisions of the Constitution and of any Rules of Court made thereunder, all appeals; and Article 30.1 provides that no person shall be denied access to the Court assigned to him by or under the Constitution. 20 it appears to us, bearing also in mind the purpose intended to be served, in the constitutional framework, by Article 155.1, that it does not exclude the possibility that the right of appeal may be regulated,by statutory provision. 25 As stressed in the case of TheAttorney- General of theRepublic v.Ibrahim, 1964 C.L.R. 195, at p.232, it is a basic principle of Constitutional Law that the utmost restraint should be exercised by Courts in approaching the issue of the alleged unconstitutionality of a state and that,incase of doubt,a Court should lean in favour of the validity of such statute, because a statue is presumed to be constitutional until the contrary is proved beyond all reasonable doubt (see, also, on this point, the case of The Boardof Registration of Architects and Civil Engineers y. Kyriakides
(1966)3 C.L.R. 640, at p.654). We have not been satisfied to that extent that the inclusion of the 3 0 35 477 Πογιαΐζής, Δ. Δημοκρατίαν.Ερμογένους&άλλων
(1990)phrase subject to the provisions of the Criminal Procedure Law' in section 25
(2)of Law 14/60 has rendered it unconstitutional." Είναι γεγονός ότι στην υπόθεση Πουρή και άλλων (ανωτέρω) δεν περιέχεται τίποτε στις αποφάσεις που 5 έχουν εκδοθεί πουναδείχνει ότι εγέρθηκεποτέθέμα αντι­ συνταγματικότητας οποιασδήποτε πρόνοιας τουάρθρου 25
(2)καιμπορεί,επομένως,ναλεχθείότιη Ολομέλειατου Ανωτάτου Δικαστηρίου δεν έχει εκφράσει οποιαδήποτε ετυμηγορίαπάνωστοθέμααυτό.Είναιόμωςεξ ίσουγεγο- *0 νός ότι στο απόσπασμα της απόφασηςτου Δικαστή Χατζηαναστασίου που παραθέσαμε πιο πάνω γίνεται ρητή αναφορά στην υπόθεσηΦωτεινή Γιωρκάτζη(ανωτέρω)με τρόπο που μαρτυρεί ανεπιφύλακτηυιοθέτηση τηςετυμη­ γορίας του Εφετείου στην υπόθεση εκείνη ότι το άρθρο 25
(2)τουπερίΔικαστηρίωνΝόμουδεναντίκειται προςτο *5 άρθρο 155.1 τουΣυντάγματος. Εξετάσαμεμεόλητηναπαιτούμενη προσοχήταεπιχει­ ρήματα του ευπαίδευτου Γενικού Εισαγγελέα πάνω στο επίδικοαυτόθέμακαιέχουμε φθάσειστοσυμπέρασμαότι 20 δεν συντρέχει κανέναςλόγος πουναδικαιολογείαπόκλι­ ση μας από τη γνώμη ότι το άρθρο25
(2)του περίΔικα­ στηρίων Νόμουδεν αντίκειταιπροςτις πρόνοιεςτουάρ­ θρου 155.1 του Συντάγματος,την οποίαείχε εκφράσειτο Εφετείοστην υπόθεση Φωτεινή Γιωρκάτζη(ανωτέρω)και 25 την οποία έχουν υιοθετήσει τρεις τουλάχιστον Δικαστές που μετείχανστην Ολομέλεια πουεξεδίκασε τηνυπόθεση Πουρή και άλλων, (ανωτέρω).Δεν έχουμε πεισθεί ότι το άρθρο 25
(2)του περί Δικαστηρίων Νόμουτου 1960 είναι αντισυνταγματικόγιατολόγοπουέχειπροτείνει οευπαί- 30 δευτοςΓενικός Εισαγγελέαςτης Δημοκρατίας. Παραμένειναεξετάσουμε κατάπόσοο ΓενικόςΕισαγ­ γελέας νομιμοποιείται στην άσκησητων παρόντωνεφέσε­ ων μετο αιτιολογικό ότι ασκήθηκανσύμφωνα μετη δικα­ στική πρακτική που ακολουθείται μέχρι σήμερα. Ο 35 Γενικός Εισαγγελέας έχει αναφέρει επί του προκειμένου τέσσερις ποινικές υποθέσειςστις οποίες έχει ασκήσειεφέ478 2Α.Α.Δ. 5 Δημοκρατίαν. Ερμογένους &άλλων Πογιατζής,Δ. σεις παρόμοιες με τις παρούσες, οι οποίες συζητήθηκαν στην ουσίατους καιαποφασίστηκαν απότο Ανώτατο Δι­ καστήριο χωρίς να εγερθεί ποτέ ισχυρισμός είτε από το ίδιο το Δικαστήριο είτε απότους εφεσίβλητους εναντίον της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να επιληφθεί τέτοιων εφέσεων κάτωαπό τοάρθρο 25
(2). Οιτέσσερις αυτέςεφέ­ σειςασκήθηκανστηνπερίοδομεταξύ 1961 και 1990. Έχουμε προσεγγίσει το παρόν επίδικο θέμα έχοντας υπόψητην προσέγγιση του Ανωτάτου Δικαστηρίουπάνω 10 σεπαρόμοιαθέματαπουείχανεγερθεί στις υποθέσεις Φω­ τεινή Γιωρκάτζη (ανωτέρω) καιΑοΐζος Σάββακαιάλλος (No.1)ν.Αστυνομίας,
(1977)2 Α.Α.Δ.289. Η γνώμημας είναι ότι ημορφήκαι ηέκτασητηςπρακτικήςπουμαρτυρείται απότηνάσκησητεσσάρων εφέσεων σε διάστημα29 15 χρόνων δενείναιτέτοιαπουείτε νααποκλείει τους εφεσί­ βλητους να εγείρουν τις επίδικες προδικαστικές ενστά­ σεις, είτε ναδικαιολογεί ισχυρισμό ότι δικαίωμα εφέσεως σε περιπτώσεις όμοιες με τηνπαρούσαέχει δημιουργηθεί και μπορεί να ασκηθεί παρά το γεγονός ότι ούτε ο περί 20 Ποινικής Δικονομίας Νόμος ούτε οποιοσδήποτε άλλος Νόμοςπαρέχειτέτοιο δικαίωμα. Για όλους τους πιο πάνωλόγους η προδικαστικήέν­ σταση των εφεσίβλητων επιτυγχάνει και οι εφέσεις εκμέ­ ρουςτουΓενικού Εισαγγελέααπορρίπτονται.. 2$ Οιεφέσειςαπορρίπτονται. 479

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.