(1990)7Φεβρουαρίου, 1990 [Α. Ν.ΛΟΪΖΟΥ, Πρόεδρος,ΜΑΛΑΧΤΟΣ, ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ, ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΗΣ, ΠΙΚΗΣ,ΚΟΥΡΡΗΣ, ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ, ΠΟΠΑΤΖΗΣ,ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΗΣ,ΝΙΚΗΤΑΣ, ΑΡΤΕΜΙΔΗΣ,Δ/στές] ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕΤΟΑΡΘΡΟ 139ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ "ΑΥΤΟΚΕΦΑΑΟΣ ΑΠΩΤΑΤΗ ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΑΙ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ" ΠΟΥ ΕΚΠΡΟΣΩΠΕΙΤΑΙ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕΤΙΣΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΤΟΥ ΚΑΤΑΣΤΑΤΙΚΟΥ ΤΗΣΧΑΡΤΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΔΟ ΜΕ ΟΛΑ ΤΑ ΜΕΛΗΤΗΣ,ΔΗΛΑΔΗ ΤΟΥΣ: (Α) ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΝΝΕΑΣΙΟΥΣΤΙΑΝΗΣ ΚΑΙΠΑΣΗΣ ΚΥΠΡΟΥ κ.κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΝ, (Β) ΜΗΤΡΟΠΟΛΓΓΗΝΠΑΦΟΥ κ.κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΝ, (Γ) ΜΗΤΡΟΠΟΛΓΓΗΝΚΓΓΙΟΥ κ.κ.ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΝ, (Δ) ΜΗΤΡΟΠΟΛΓΓΗΝΚΥΡΗΝΕΙΑΣ κ.κ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΝ, (Ε) ΜΗΤΡΟΠΟΛΓΓΗΝΛΕΜΕΣΟΥ κ.κ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΝ, (ΣΤ)ΜΗΤΡΟΠΟΛΓΓΗΝΜΟΡΦΟΥκ.κ. ΧΡΥΣΑΝΘΟΝ, (Ζ) ΧΩΡΕΠΙΣΚΟΠΟΝΣΑΛΑΜΙΝΟΣ κ.κ.ΒΑΡΝΑΒΑ, Αιτητές, ν. ΒΟΥΛΗΣ ΤΩΝΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΩΝ(ΑΡ.4), Καθ' ων ηαίτηση. (Υπόθεση Αρ. 515/89). Αίτηση Ακυρώσεως — Ενεργητική νομιμοποίηση — Αποτελεί προϋ πόθεση τον παραδεκτού της προσφυγής — Έλλειψη της στερεί το Δικαστήριο τηςδικαιοδοσίας να επιληφθεί τηςουσίας — Ειδικά το ζήτημα της ενεργητικής νομιμοποίησηςβάσει του Άρθρου Ι39.3(δ) του Συντάγματος. Συνταγματικό Δίκαιο — Σύνταγμα — Αρθρο 139— Ερμηνεία — Οι όροι "όργανο της Δημοκρατίας" και "αρχή εν τη Δημοκρατία" — Έννοια — Όρια τηςδικαστικής αρμοδιότητοςπου απονέμεται με το Άρθρο
- Συνταγματικό Δίκαιο — Σύνταγμα — Άρθρο ill — Ερμηνεία— Τοάρ338 3 ΑΛΛ. Αυτοκέφαλος Εκκλησία της Κύπρουν. Βουλής (Αρ. 4) θρο συντηρεί αλλά δεν επεκτείνειτην ιστορική δικαιοδοσίατων χρι στιανικών εκκλησιών — Ιστορική αναδρομήκαι διακρίσεις —Συ μπεράσματα ωςπρος ταδικαιώματα και τις εξουσίεςτης Ελληνικής Ορθοδόξου Εκκλησίας. ΕλληνικήΟρθόδοξος Εκκλησία— Δεν συ\'ΐστάται ούτελειτουργείβάσει του Συντάγματος — Η αρμοδιότητα τηςβάσει του Άρθρου 1ί1του Συντάγματος — Ορια — ΝομικήφύσητηςΕκκλησίας— Συνέπειες. 10 Σιηταγματικό Δίκαιο — Σύ\'ταγμα — Αρθρο 23.9— Εκκλησιαστικός οργανισμός— Η ειδική περί εκκλησιαστικών οργανισμώνπρόνοια του Άρθρου 23.9του Συντάγματος δενμετατρέπει την "αρμόδια εκ κλησιαστική αρχή" σεαρχήδημοσίουδικαίου ούτε τηςπαρέχει πολι τειακή αυθυπαρξία. 15 Συνταγματικό Δίκαιο — Σύνταγμα —Άρθρο 139.3(δ) — Η Ορθόδοξη Εκκλησία της Κύπρου δεν εμπίπτει στην έννοια της αρχής εν τηΔη μοκρατία — Δεν νομιμοποιείταιστην άσκηση προσφυγής βάσει του Άρθρου
- 20 25 30 ΗΑυτοκέφαλος Αγιωτάτη Ορθόδοξος και Αποστολική Εκκλη σία της Κύπρου επεδίωξε διά των εκπροσώπων της, με την προ σφυγή,την ακύρωση του περί της Πρώτης Τροποποίησης τουΣυ ντάγματοςΝόμουτου 1989 (Ν. 95/89). Ηπροσφυγή θεμελιώθηκε στο Αρθρο 139 του Συντάγματοςγε γονός που έδωσε λαβήγια την έγερση προδικαστικής ένστασης ως προς το κατά πόσο ενομιμοποιούντο οι αιτητές να προσφύγουν βάσει του πιό πάνωάρθρουκαι κατάπόσο επληρούντο και οι ου σιαστικές προϋποθέσεις εφαρμογήςτηςρύθμισης τουάρθρου. Η προδικαστική αυτή ένσταση ακούστηκε και αποφασίστηκε κατάπροτεραιότητα. 35 Η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου, κατά πλειοψηφία απορρίπτοντας τηνπροσφυγήως απαράδεκτη, με απόφασητων Γ. Μαλαχτού,Δ. Δημητριάδη,Δ. Στυλιανίδη,Α. Κούρρη, Ι. Παπαδό πουλου, Ι.Πογιατζήκαι Γ. Χρυσοστομή, Δ/στών, αποφάσισε ότι: 40
- Τοπρώτοζήτημααφοράστο κατά πόσο οι αιτητέςνομιμοποιού νται,κάτωαπότηνπαράγραφο(δ)τουεδαφίου 3τουΑρθρου 139 του Συντάγματος,ναασκήσουντηνπροσφυγή. Αν οι αιτητέςδεν είναι "όργανο" ή "αρχή"με την έννοια του Αρθρου 139.3
(6), η προσφυγήείναιαπαράδεκτηκαιτοΔικαστήριοδενέχειδικαιοδο339 Αυτοκέφαλος Εκκλησία της Κύπρου ν. Βουλής (Αρ. 4)
(1990)σίαναεξετάσει ταάλλαεγειρόμεναθέματα.
- Οι όροι "όργανοτηςΔημοκρατίας" και"αρχήεντη Δημοκρατία" ερμηνεύτηκαν από το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο στην υπόθεση Dr. Fuat Celaleddin and Others and The Council of Ministers and Others,^ R.S.C.C.
- 5 Τα χαρακτηριστικάταοποία συνιστούν αρχή, με την έννοια του όρου στοΑρθρο 139,είναι:10 - Ναείναι θεσμοποιημένη αρχή. -Ναασκείκρατικήπολιτειακήεξουσία. - Ναείναι νομικό πρόσωποδημοσίουδικαίου.
- Η αρμοδιότητατουΔικαστηρίου κάτωαπότοΑρθρο 139περιορι15 ζεταισεπροσφυγήαναφορικά μεσύγκρουση ήαμφισβήτησηεξου σίας ήαρμοδιότηταςπουπαρέχονταιαπότο Σύνταγμα. Η προ σφυγή ασκείται από τους κατονομαζόμενους στιςπαραγράφους (α),(β) και(γ)τουεδαφίου3,δηλαδή τονΠρόεδροή Αντιπρόεδρο της Δημοκρατίαςκαιτιςνομοθετικές εξουσίες-Βουλήτων Αντί20 προσώπων και Κοινοτικές Συνελεύσεις -και,με βάσητην παρά γραφο
(6),απόκάθεάλλο όργανοήαρχήεν τηΔημοκρατία, εφό σον είναιαναμεμειγμένοι στησύγκρουση ή αμφισβήτηση.
- Το Αρθρο 111 είναι το τελευταίο Αρθρο του Μέρους V του Συ- 25 ντάγματος - "Περί των Κοινοτικών Συνελεύσεων". Ηουσιαστική τουπρόνοιαείναι OTL, τηρουμένων τωνδιατάξεωντουΣυντάγμα τος,ζητήματαπου έχουν σχέσημε "τον αρραβώνα,τον γάμον,το διαζύγιον,τοκύροςτουγάμου, τονχωρισμόν απόκοίτηςκαιτρα πέζηςήτηνσυνοίκησιν τωνσυζύγων ήταςοικογενειακός σχέσεις, 30 εξαιρουμένης της διά δικαστικής αποφάσεως νομιμοποιήσεως ή υιοθεσίας"διέπονταιαπό τον εκκλησιαστικό νόμο της Ελληνικής Ορθοδόξου Εκκλησίας,ήτονεκκλησιαστικό νόμοκάθεθρησκευτι κήςομάδας,όπωςο όρος αυτόςερμηνεύεται στην τρίτηπαράγρα φοτουΑρθρου2τουΣυντάγματος. Καιότιταζητήματααυτάδια35 γιγνώσκονται από το εκκλησιαστικό δικαστήριο κάθε εκκλησίας. Οι Κοινοτικές Συνελεύσεις απλώςπεριορίζονταιναμηναποφασί ζουν αντίθεταμετις διατάξειςτουεκκλησιαστικού νόμου. Το Αρθρο 111 είχε σκοπό ναδιαφυλάξεικαιόχι ναεπεκτείνει τη δικαιοδοσίατων χριστιανικών εκκλησιών. OLΤούρκοι κατακτητέςήτανμουσουλμάνοι τοθρήσκευμα. Ο ιερός νόμος του Ισλάμ επέτρεπε στο Σουλτάνονααφήσει την ενάσκηση 340 40 3ΑΛΛ. 5 10 15 20 25 30 35 40 Αυτοκέφαλος ΕκκλησίατηςΚύπρουν.Βουλής(Αρ.4) ορισμένων δικαιωμάτωνπου θεωρούνταν εκκλησιαστικά θέματα στιςΧριστιανικές εκκλησίες. ΑυτάταδικαιώματαοΤούρκοςκατα κτητήςάφησεκαιστην ΟρθόδοξηΕκκλησίατης Κύπρου, αναφορι κάμεεκείνους οι οποίοιήθελανναυπαχθούνσ' αυτή. Ταπιό πάνωεπιβεβαιώθηκαναπότοΔιάταγμαGul-Han£της3ηςΝοεμβρίου, 1839καιαπότο Hatti Humaiounτης 18ηςΦεβρουαρίου,
- Ηεκκλησία της Κύπρου, ως και οι άλλες ορθόδοξες εκκλησίες στην ΟθωμανικήΑυτοκρατορία,δενήτανεκκλησίεςτουκράτους. Δεν ήταννομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίουπου επιδίωκεσκο πούςπουσυντελούσαν τους σκοπούςτουκράτουςτοοποίο ήταν μωαμεθανικό. Η Εκκλησία ήταν ιδιάζων οργανισμός ιδιωτικού δικαίουπουείχεευκαιρίαναενεργεί μετουςδικούςτουνόμους. Η Αγγλοκρατία διατήρησετηνίδιασχέσημετηνΟρθόδοξη Εκκλη σίακαιτις άλλες εκκλησίες. Το Αρθρο50 του περί Δικαστηρίων Νόμου, 1935,εξαίρεσε απότηνδικαιοδοσίατωνΔικαστηρίωντης Πολιτείαςταθέματα ταοποίαστηδιάρκειατηςΟθωμανικήςκα τοχήςαφήνοντανστην Ελληνορθόδοξη Εκκλησίακαιτιςάλλεςεκκλησίεςκαιπρόβλεψε ότι οι πρόνοιες του Νόμουδεν καταργούν τις αρχέςτουΟθωμανικούδικαίου,μετις οποίες θέματαοικογε νειακού δικαίουδιέποντο απότο Νόμοκαιυπάγοντανσττιναρ μοδιότητα του εκκλησιαστικού δικαστηρίου της θρησκευτικής κοινότηταςστην οποίαανήκεοδιάδικος. Ηίδιαπρόνοια επαναλήφθηκεσε μεταγενέστερη νομοθεσία. Η Εκκλησία της Κύπρου, τόσο στα χρόνια τηςΤουρκοκρατίας, όσο καιστα χρόνια της Αγγλοκρατίας, γενικά είχε αποκλειστικό δικαίωμαρύθμισηςκαιδιοίκησηςτωνεσωτερικώνυποθέσεωνκαι τηςπεριουσίαςτης. Βλ. υπόθεσηΠλήρους ΕπαρχιακούΔικαστη ρίουΛευκωσίας - 343/48 - ΜανώληςΓ. Μανώληκαι Άλλοι ν. Μα καρίου Β' Αρχιεπισκόπου Κύπρου και Αλλων, στην οποίααπο φασίστηκε ότι η εκλογήΕπισκόπου Πάφου, συμπεριλαμβανομέ νηςκαιτης εκλογής τοπικώνεκλεκτόρων, καιο τρόποςτης εκλογής ήτανθρησκευτικό θέμαεκτός της δικαιοδοσίαςτωνΔικαστη ρίωντηςΠολιτείας. Οσυνταγματικόςνομοθέτηςενσωμάτωσετην αρχήαυτήστο Αρθρο 110.1 του Συντάγματος.
- ΗΕλληνική Ορθόδοθη Εκκλησία,ούτε συνίσταται,ούτε λειτουργεί βάσει του Συντάγματος,παρόλοότι το Αρθρο 111 υπόκειται στις Συνταγματικές πρόνοιες, γιατί το Αρθρο αρχίζει με τις λέ ξεις: 'Τηρουμένων τωνδιατάξεωντου Συντάγματος". Ηαρμοδιότηταπουασκείται,μεβάσητοΑρθρο 111 του Συντάγ341 Αυτοκέφαλος Εκκλησία της Κύπρουν. Βουλής (Αρ.4)
(1990)ματος,απότην Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία καιτις εκκλησίες των Αρμενίων,Λατίνων και Μαρωνιτών,αναφορικά μετογάμο και το διαζύγιοκαιγενικά τις οικογενειακές σχέσεις,δεν μπορεί ναθεωρηθεί άσκησηκρατικήςεξουσίας. 5 Η Εκκλησία δεν είναι θεσμοποιημένη με το ΣύνταγμαήτοΝόμο αρχή.Δεν είναιαρχήδημοσίουδικαίου,ούτεέχεινομοθετικήεξου σία. Οιδιοικητικέςτηςαποφάσειςδενείναιεκτελεστέςδιοικητικές αποφάσεις δημοσίου δικαίου και δεν υπόκεινται στο δικαστικό έλεγχο, με βάσητο Αρθρο 146 του Συντάγματος. Αποφάσεις του εκκλησιαστικού δικαστηρίουεκτελούνται μόνοαπόταόργανατης Πολιτείας, τα οποία δεν είναι εκκλησιαστικά, αλλά έλκουν την εξουσίατουςαπότοΣύνταγμακαιτουςΝόμουςτηςΠολιτείας. Τα Εκκλησιαστικά Δικαστήρια δεν υπάγονται στον έλεγχο του Ανωτάτου Δικαστηρίου με προνομιακά διατάγματα, με βάσητο Αρθρο 155.4 του Συντάγματος,γιατί δεν είναι δικαστήριαόπως προβλέπεταιστο ΜέροςΧ του Συντάγματος. 10 15 ΗΕκκλησίαδενείναι "δημόσιααρχή"στηνέννοιατουΑρθρου 29 20 του Συντάγματος,πουκατοχυρώνει το δικαίωματου"αναφέρεσθαι εις τας αρχάς".
- Ηπρόνοιατου Αρθρου 23.9 του Συντάγματοςότι: "Ουδεμία επι βάλλεταιαποστέρησιςήόρος,περιορισμός ήδέσμευσις ... επίοιασ- 25 δήποτεκινητής ήακινήτου ιδιοκτησίας ανηκούσης ειςοιανδήποτε επισκοπήν, μοναστήριον, ναόν,ήοιονδήποτε άλλον εκκλησιαστικόνοργανισμόν,ήοιουδήποτεδικαιώματοςήσυμφέροντος επίαυ τής,ειμήτηεγγράφωσυναινέσει της αρμοδίας εκκλησιαστικής αρ χής της εχούσης τον έλεγχον της ιδιοκτησίας ταύτης", αναφέρεται 30 στιςοικονομικές αρχέςδιαχείρισηςτηςεκκλησιαστικής περιουσίας πουκαθορίζονταιστοΚαταστατικότηςΕκκλησίαςτου 1914-ίσχυε τοχρόνοτηςίδρυσηςτηςΚυπριακήςΠολιτείας-οιοποίεςείναιορ γανισμοί ιδιωτικούδικαίου,καιδεμετατρέπει"τηναρμόδιαεκκλη σιαστική αρχή"σε αρχήδημοσίου δικαίου,ούτε της παρέχει πολι35 τειακήαυθυπαρξία.
- Μεβάση ταπιόπάνω,ηΟρθόδοξη Εκκλησίατης Κύπρουδενεί ναι δημιούργημα ή/καιδεν έχει υπόστασηθεσμοποιημένη απότο Σύνταγμα ή το Νόμο,αλλά είναι ιδιάζων οργανισμός ιδιωτικού δικαίου. Δεν είναι όργανο κυβερνήσεως, ούτε ενεργεί για τηΔη μοκρατία.Δεν έχει,ούτε ασκείκρατικήπολιτειακήεξουσία,ούτε υπόκειται στον κρατικό έλεγχο. Ως εκ τούτου δεν είναι "αρχήεν τη Δημοκρατία", με την έννοια του όρου στο εδάφιο 3(δ) του 342 40 3ΑΛΛ. Αυτοκέφαλος ΕκκλησίατηςΚύπρου ν. Βουλής(Αρ. 4) Αρθρου 139τουΣυντάγματος,καιδενομιμοποιείται στηνάσκηση προσφυγήςκάτωαπό τοΑρθροαυτό. 5 10 15 Ο Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου Α. Ν.Λοΐζου, εξέδωσε δική του απόφαση και απέρριψε τις προδικαστικές ενστάσεις, αποφασίζονταςότι: ΗΕλληνική Ορθόδοξος Εκκλησίατης Κύπρουσυνιστά αρχή,ότι μετηντροποποίησητου Αρθρου 111 του Συντάγματοςμετο Νόμο95του 1989έχειπροκύψεισύγκρουσηήαμφισβήτησηεξουσίας ήαρμοδιότηταςμεταξύτης Βουλήςτων Αντριπροσώπων καιτης Εκκλησίας και κατ' ακολουθίαν ότι η Εκκλησία νομιμοποιείται στην καταχώρηση της προσφυγής και συντρέχουν οι προϋποθέ σειςγιατησυζήτησητηςουσίαςτηςκαιεπιπλέονότιησυνταγματικότηταενός νόμουπουτροποποιεί το Σύνταγμα υπόκειταιστο δικαστικόέλεγχοτουΔικαστηρίουτούτου. ΟΔικαστήςκ.Πικήςεξέδωσεδικήτουαπόφασηκαιαπέρριψετις προδικαστικέςενστάσεις, αποφασίζονταςότι: 20 Με την προσφυγή προσδιορίζεται επίδικο θέμα η επίλυση του οποίου ανάγεται στην αρμοδιότητα του Ανωτάτου Δικαστηρίου βάσει τουΑρθρου
- 25 30 35 40 Οι αρμοδιότητες και εξουσίες της Εκκλησίας βάσει του άρθρου 111 έχουν νομοθετικό καιδικαστικόχαρακτήρακαι φύση. Στο Αρθρο 111.2 γίνεται πρόβλεψη για τα μέσα εφαρμογής των αποφάσεωντων Εκκλησιαστικών Δικαστηρίων απότις δημόσιες Ο-ΟΧέςτηςΔημοκρατίας.(Αρθρο90.5). Συνοδεύεταιηπαροχή αρ μοδιότηταςσταεκκλησιαστικά δικαστήριαμεταμέσαεφαρμογής τωναποφάσεωντους. Οι εξουσίες και αρμοδιότητες που παρέχονται από το Αρθρο 111-1 ασκούνται"τηρουμένων τωνδιατάξεωντου Συντάγματος", δηλαδήμέσακαιόχι έξωαπότοπλαίσιοτηςδικαακήςτάξηςπου εγκαθιδρύειτο Σύνταγμα. ΗθεσμικήύπαρξητηςΕκκλησίαςαναγνωρίζεταιαπότοίδιοτοΣύνταγμα. Βάσει του Συντάγματοςη Εκκλησία είναι ο πολιτειακός φορέας των εξουσιών καιαρμοδιοτήτων που παρέχονταιαπότο Αρθρο 111.
- Οι εξουσίες και αρμοδιότητες της Εκκλησίας πηγά ζουναπότοίδιοτοΣύνταγμα,γεγονός πουτηςπροσδίδειτιςιδιό τητεςπρωτογενήφορέαεξουσιώνκαιαρμοδιοτήτωντηςΠολιτείας. 343 Αυτοκέφαλος Εκκλησία της Κύπρουν. Βουλής (Αρ. 4)
(1990)Καταλήγωότι ηΕκκλησία έχειόλαταδιακριτικά γνωρίσματααρ χής στη Δημοκρατία βάσει του Αρθρου 139 όπως καθορίστηκαν στην απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου στην Celaleddin, και συνεπώς νομιμοποιείται να προσφύγει βάσει του άρθρουαυτούτουΣυντάγματος. 5 Ο Δικαστής κ. Νικήταςεξέδωσεδικήτου απόφασηκαιαπέρριψε τις προδικαστικές ενστάσεις, αποφασίζονταςότι: Η Εκκλησία είναι "αρχή"κατά την έννοια του Αρθρου 139.
- Το συμπέρασμα ισχυροποιείται έντονα καιαπότην παράγραφο 3(δ) τουίδιουάρθρουπουρητάαναφέρειOTLδικαίωμαπρόσβασηςστο .δικαστήριο έχει καικάθεόργανοή αρχήστη Δημοκρατίαεφόσον είναι ενδιαφερόμενο μέρος στησύγκρουση ή αμφισβήτηση. 10 15 Έχοντας υπόψητακριτήριαπουέθεσεη νομολογία κρίνεταιαπό τοΔικαστήριο, ότι στο προκείμενο υφίσταταιαμφισβήτησηεξου σίαςκατάτην έννοια τουΑρθρου 139.
- Ο Δικαστής κ.Αρτεμίδης εξέδωσεδικήτου απόφασηκαιαπέρριψετις προδικαστικέςενστάσεις, αποφασίζονταςότι; 20 Η αναγκαιότητατης ασφάλειαςτης νομολογίας προϋποθέτει την δέσμευσητουΑνωτάτουΔικαστηρίουαπότιςδικέςτουαποφάσεις. ΕίναιγεγονόςότιτοΑνώτατοΔικαστήριοδικαιούταιναανατρέψει 25 προηγούμενη νομολογία του όταν κρίνει τούτο ορθό. Έναςαπό τους πιο βασικούς λόγους για μιατέτοια ανατροπήήπαρέκκλιση απόπροηγούμενηνομολογίατουείναιημεταβολήτωνκοινωνικών καταστάσεων ήαντιλήψεων που συνέδραμαν στην καθιέρωσητης νομολογιακής αρχής,ήανκριθεί ότι ηπροηγούμενηαπόφασητου 30 βασίστηκεσεέκδηλαεσφαλμένηερμηνείακαιεφαρμογήτουνόμου. Στην προκειμένη όμως περίπτωση ηαπόφαση του Ανωτάτου Συ νταγματικούΔικαστηρίου αφορούσεερμηνείαάρθρουτουσυντάγ ματοςηδεερμηνεία αυτήδεν μεταβάλλεται στην πρόοδοτουχρό νουγιατίδενεξαρτάταιαπότηναλλαγήοποιωνδήποτεκαταστάσε- 35 ων. Δενσυντρέχει επομένωςοποιοσδήποτελόγοςτοΔικαστήριονα μην ακολουθήσει την ειρημένη απόφασηπάνωστην επίδικη ερμη νείαπουκατάτηνάποψητουΔικαστηρίουείναιαπόλυταορθή. Η τροποποίηση του Αρθρου i11 του Συντάγματος αφαιρεί από την Εκκλησία της Κύπρουτην αποκλειστική εξουσία και δικαιο δοσία της πάνωσε θέματαζωτικής σημασίας,που άπτονταιτου προσωπικού θεσμού των Ελλήνων Χριστιανών πολιτών της Κυ πριακής Δημοκρατίας. Και αν ακόμη υιοθετηθεί αυστηράερμη- 344 40 3 Α.Α.Δ. Αυτοκέφαλος Εκκλησία της Κύπρουν. Βουλής(Αρ. 4) νείατου Συντάγματος,ηΕκκλησία είναι "αρχή"μέσα στην έννοια τουΑρθρου 139,καιεπομένως ηπροσφυγήτηςείναι εξεταστέα. 5 Η"αναθεωρητικήεξουσία" της Βουλής, όπωςονομαζότανσεαυτή τη διαδικασία,είναι αυτήπου ρητά ορίζει το Αρθρο 182 τουΣυ ντάγματος.Τοδικαίωματηςδηλαδήνατροποποιεί "διάμεταβολής, προσθήκης,ήκαταργήσεως"κάθεδιάταξητουΣυντάγματοςεφόσον τηρείται ηπροϋπόθεσητηςψήφισης τουνόμου απότηνξεχωριστή πλειοψηφίατων2/3των ΕλλήνωνκαιΤούρκων βουλευτών. 10 15 Αν ηθέση του Γενικού Εισαγγελέα γινόταν δεκτή,και εφόσον συ νεχίζεταιηδιατωνόπλων τηςΤουρκίαςδιαίρεσητης Κύπρου, αυ τό θα σήμαινε πως ο εκάστοτε Πρόεδρος της Δημοκρατίας και ΒουλήτωνΑντιπροσώπων μεκοινήσυμφωνίαθαμπορούσανανεξέλεγκτα να αναθεωρήσουν όλα τα μη θεμελιώδηάρθρατουΣυ ντάγματος.Αυτό όμως θαοδηγούσε, στην ανατροπήτης συνταγ ματικήςτάξηςκαιτουκράτουςδικαίου. Ηπροδικαστικήένστασηγίνεται αποδεκτή και η προσφυγή απορρίπτεται 20 κατάπλειοψηφία. Αναφερόμενες υποθέσεις: 25 CelaleddinandOthersv. Councilof MinistersandOthers5R.S.C.C. 102, PampanoandOthersv. HappazandOthers IIIC.L.R. 69, Tyllirou v.Tyllirou, 3R.S.C.C. 21, 30 Christodoulou v.Christodoulou
(1962)C.L.R. 6S, Tano andAnotherv. TanoandOthers IX C.L.R. 94, 35 Ghandi v.Rajnarain A.I.R. [1975] S.C. 2299, Ghandi v.Rajnarain A.I.R. [1976] 2S.C.R. 347, Attorney-General v.Ibrahim a.o.
(1964)C.L.R. 195, 40 Αθηνής v.Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 71, Republic v.Demetriades
(1977)3 C.L.R. 213, 345 Αυτοκέφαλος ΕκκλησίατηςΚύπρουν. Βουλής(Αρ. 4)
(1990)Policev.Georghiades
(1983)2C.L.R. 33, Attorney-General v.Georghiou
(1984)2 C.L.R. 251, Ministerof HomeAffairsv.Fisher[1979] 1 All E.R.21, 5 Malachtou v.Attorney-General
(1981)ICLR.543, Diagoras Developmentsv. National Bank
(1985)IC.L.R. 581, 10 Republic v.Zacharia, 2R.S.C.C. I, Chokolingo v. Attorney-General of Trinidadand Tobago [1981] 1 All E.R. 244, 15 Papaphilippou v. Repubic, 1R.S.C.C. 62, Policev.Hondrou andAnother, 3R.S.C.C, 82, Pastellopoullos v. Republic
(1985)2 C.L.R. 165, 20 Keramourgia "Aias"Ltd v. Christoforou
(1975)1CLR. 38, Poyiadjis v. PilavakisandAnother
(1986)1C.L.R. 47, 25 Hindsv.TheQueen [1976] 1 All E.R. 353, Kourris v.SupremeCouncilofJudicature
(1972)3C.L.R. 390, Kritiotis v. MunicipalityofPaphosandOthers
(1986)3(A)CLR.322, 30 HellenicBankLtdv. Republic
(1986)3(A) C.L.R. 481, Mudem'soglouandOthers v. CouncilofMinisters5R.S.C.C. 130, 35 PresidentoftheRepublicv.HouseofRepresentatives
(1985)3(B)CLR. 1501, SevegepLtdv.UnitedSeaTransport LtdκαιΆλλος
(1989)Ι Α.Α.Δ. (Ε) 729, 40 Cyprus Grain Commission v. New Vatyli Co-OperativeCredit Society,4R.S.C.C. 91, Petrides v. Greek CommunalChamberandAnother
(1963)2 CLR. 417, 346 3 A.A.A. Αυτοκέφαλος Εκκλησία τηςΚύπρουν. Βουλής(Αρ. 4) Κάγκα ν.Δημοκρατίας
(1989)3(B)Α.Α.Δ.262, Fitzleet Estates Ltdv.Cherry[1977] 3All E.R. 996, 5 Lynall andAnother v. I.R.C. [1971]3All E.R. 314, Police v.EkdotikiEteria
(1982)2C.L.R. 63, Pons Authorityof Cyprus v.Republic
(1983)3(A) C.L.R. 385, 10 Republic v.CyprusPortsAuthority
(1986)3(A) C.L.R. 117, Hadjisymeon v.Georgi, VIC.L.R. 71, 15 Tano v.TanoIX C.L.R. 69, EffandAnother v. Houloussi, IVC.L.R. 40, Nicolaides v. Yerolemi
(1984)IC.L.R. 742, 20 Miliangos v.George Frank (Textiles) Ltd[1975] 3All E.R. 801, Jonesv.SecretaryofState[1972] 1 All E.R. 145, 25 Vesteyv.InlandRevenueCommisioners [1979]3All E.R. 976, O'Brienv.Robinson [1973] IAll E.R. 583, Ladas andOthers
(1985)3(D)C.L.R.
- 30 Προσφυγή. 35 Προσφυγή μεαίτηματηνακύρωσητουΠερί τηςΠρώτης Τροπο ποίησης τουΣυντάγματος Νόμου του1989(Ν.95/89)ο οποίοςθεσπίσθηκεαπότηΒουλήτα>ν Αντιπροσώπαϊν καιδημοσιεύθηκεστις 17Ιουνίου,
- Α. Τριανταφυλλίδης με Κ. Χρυσοστομίδη και Μ. Κλεόπα, για τους Αιτητές. 40 Μ. Παπαπέτρου, γιατους Καθ'ωνη αίτηση. Μ. Τριανταφυλλίδης, Γενικός ΕισαγγελέαςτηςΔημοκρατίας με Λ. Αονκαΐδη, Βοηθό Γενικό Εισαγγελέα,Α. Παπασάββα,Ανώτερο 347 Αυτοκέφαλος Εκκλησία της Κύπρουν. Βουλής (Αρ. 4)
(1990)Δικηγόρο τηςΔημοκρατίαςκαιΤ.Πολνχρονίδον,Δικηγόροτης Δημοκρατίας,amicuscuriae. Cur. adv.vult. ΣΤΎΑΙΑΝΙΔΗΣ, Δ.:ΤοΔικαστήριο,λόγωτηςσοβαρήςκαιεπείγουσας φύσηςτηςυπόθεσης,στις24 Ιανουαρίου,1990,απάγγειλετο αποτέλεσμα της Απόφασης του: Απόρριψε κατά πλειοψηφία την προσφυγή. 5 Η παρούσαείναι ηΑπόφαση της πλειοψηφίας των Μελών του 10 Ανωτάτου Δικαστηρίου (Γ. Μαλαχτού,Δ. Δημητριάδη,Δ. Στυλιανίδη, Α. Κούρρη, Ι. Παπαδόπουλου, Ι. Πογιατζή, Γ. Χρυσοστομή, Δ/στών). Στις 12 Ιουνίου, 1989, ψηφίστηκε απότη Βουλήτων Αντιπρο15 σώπων και εκδόθηκε απότον Πρόεδρο της Δημοκρατίας μεδημο σίευσηστην Επίσημη ΕφημερίδατηςΔημοκρατίαςστις 17Ιουνίου, 1989, ο περί Της Πρώτης Τροποποίησης του ΣυντάγματοςΝόμος του 1989 (Αρ. 95/89), τουοποίουτοκείμενο επισυνάπτεται στοτέ λος τηςΑπόφασης. ΟΝόμοςαυτόςτροποποίησε τοΑρθρο 111του 20 Συντάγματος - (μηθεμελιώδες Αρθρο)- τοοποίο πρόβλεπε:"
- Τηρουμένων τωνδιατάξεωντουΣυντάγματοςπανζήτη μα των ανηκόντων εις την ελληνικήν ορθόδοξον Εκκλησίαν ή εις θρησκευτικήν ομάδα,δι' ην ισχύουσιν αιδιατάξειςτης τρί- 25 τηςπαραγράφουτου άρθρου2,σχέσιν έχον προςτοναρραβώ να,τονγάμον, τοδιαζύγιον,τοκύροςτουγάμου, τον χωρισμόν από κοίτης καιτραπέζηςή την συνοίκησιν των συζύγων ήτας οικογενειακός σχέσεις, εξαιρουμένης της διά δικαστικής απο φάσεωςνομιμοποιήσεως ήτηςυιοθεσίας,διέπεταιαπότηςημε- 30 ρομηνίας της ενάρξεως της ισχύος του Συντάγματος υπό του εκκλησιαστικού νόμου της ελληνικής ορθοδόξου Εκκλησίας ή υπό του εκκλησιαστικού νόμου εκάστης θρησκευτικής ομάδος, αναλόγως της περιπτώσεως, και διαγιγνώσκεται υπό του εκ κλησιαστικού δικαστηρίουεκάστης εκκλησίας,εκατέραδεΚοι- 35 νοτική Συνέλευσις στερείται της αρμοδιότητος, να αποφασίση αντιθέτως προςταςδιατάξειςτουεκκλησιαστικού νόμου.
- Ουδέν εκ των εν τη πρώτη παραγράφωτου παρόντος άρθρου διαλαμβανομένων δύναται να παρεμπόδιση την εφαρμογήν των διατάξεων της πέμπτης παραγράφου τουάρ θρου 90 προκειμένης εκτελέσεως οιασδήποτε αποφάσεως ή διαταγής παντός εκκλησιαστικού δικαστηρίου." 348 40 3 ΑΑΛ. Αυτοκέφαλος Εκκλησία της Κύπρου ν. Βουλής(Αρ. 4) Στυλιανίδης, Δ. Η Ιερά Σύνοδος, ως εκπρόσωπος της "Αυτοκέφαλου Αγιό τατης Ορθοδόξου και Αποστολικής Εκκλησίας της Κύπρου" στις 15 Ιουλίου, 1989, καταχώρισε την παρούσα προσφυγή με την οποίαΐΖητά την πιο κάτωθεραπεία:5 10 15 . "Δήλωσητου Δικαστηρίου ονόμος πουψηφίστηκε την 12η Ιουνίου, και δημοσιεύτηκε την 17η Ιουνίου 1989 με Αριθμό 95/89υπότοντίτλο Ό ΠερίτηςΠρώτηςΤροποποίησης τουΣυ ντάγματος Νόμος του 1989' είναι εν όλω και εξ υπαρχής άκυροςκαιάνευοιουδήποτενομικού αποτελέσματος διότι οενλό γω νόμςο εγένετοκαι/ήεψηφίσθη άνευ εξουσίας ήαρμοδιότη τος και/ήβρίσκεται σε αντίθεση και/ήείναι ασΰμφωνος με τις διατάξεις των Αρθρων 182
(2)
(3)και 111 και/ή και 2 του Συ ντάγματος και είναι αντισυνταγματικός ως αντίθετος και ασύμφωνος μετο άρθρο 179 του Συντάγματοςκαι τοΣυνταγ ματικόΔίκαιο της Κυπριακής Δημοκρατίας γενικότερα." Ηπροσφυγήβασίζεταιπάνωστο Αρθρο 139τουΣυντάγματος. 20 25 30 35 40 Οι δικηγόροι της Βουλής των Αντιπροσώπων με προδικα στική ένσταση πρόβαλανότι ηπροσφυγή δεν ευσταθεί:-, (ι) Οι αιτητές δε νομιμοποιούνται και/ή δε δικαιούνται να ασκήσουν προσφυγήκάτωαπότο Αρθρο 139 τουΣυντάγματος,γιατί δεν είναι μεταξύ εκείνων πουαπαριθμούνται περιοριστικά απότοΣύνταγμαγιαάσκησηπροσφυγής και δεν αποτελούν "όργανο ή αρχή της Δημοκρατίας ή εν τη Δημοκρατία", με την έννοια του Συντάγματος-και (ίΐ)Δεν συντρέχεισύγκρουση ή αμφισβήτησηεξουσίαςήαρμοδιό τητας, όπωςπεριγράφεταιστο Αρθρο 139τουΣυντάγματος. ΤοΔικαστήριο,ενόψειτουγεγονότος ότιηγέρθηζήτημαμηπα ραδεκτού της προσφυγής και νομιμοποίησης των αιτητών στην άσκηση της προσφυγή, αποφάσισε να ακούσει πρώτα την προδι καστική ένσταση. Οι παράγραφοι 1 και 3 του Αρθρου 139 του Συντάγματος προνοούν:"1.ΤοΑνώτατο ΣυνταγματικόνΔικαστήριον κέκτηταιαρμο διότητα να αποφασίζη οριστικώς και αμετακλήτως επί πάσης προσφυγής αφορώσης σύγκρρυσιν ή αμφισβήτησιν εξουσίας ή 349 Στυλιανίόης, Δ. Αυτοκέφαλος Εκκλησία τηςΚύπρουν. Βουλής(Αρ.4)
(1990)αρμοδιότητος εγειρομένης μεταξύ της Βουλήςτων Αντιπροσώ πων και των Κοινοτικών Συνελεύσεων ή εκατέρας αυτών, ως και μεταξύ οιωνδήποτε οργάνων ήαρχών τηςΔημοκρατίας.Η παρούσαόμως διάταξιςδενέχειεφαρμογήνεπίτωνμεταξύτων δικαστηρίων ή δικαστικών αρχώντηςΔημοκρατίαςσυγκρούσεωνήαμφισβητήσεων,αίτινες επιλύοντες υπότουΑνωτάτου Δι καστηρίου. Ο όρος 'δικαστήρια ήδικαστικαίαρχαίτηςΔημοκρατίας' εν τη παρούση παραγράφωδεν περιλαμβάνει το Ανώτατον Συνταγματικόν Δικαστήριον." 5 10 "3. Η κατά την πρώτην παράγραφοντου παρόντος άρ θρου προσφυγήασκείται ενώπιον του Δικαστηρίου: 15 (α)υπότουΠροέδρουήτουΑντιπροέδρου τηςΔημοκρατίας,ή (β)υπό της Βουλήςτων Αντιπροσώπων, ή (γ)υπόεκατέραςήαμφοτέρωντων Κοινοτικών Συνελεύσεων, ή (δ)υπό παντός άλλου οργάνου της Δημοκρατίας ήαρχής εν 20 τη Δημοκρατία, εφ' όσον άπαντεςοι ανωτέρω είναι ενδιαφερόμενα εν τησυ γκρούσει ήτηαμφισβητήσει μέρη." 25 Θα επιληφθούμε πρώτα το ζήτημα αν οι αιτητές νομιμοποι ούνται,κάτωαπότηνπαράγραφο(δ)τουεδαφίου3τουΑρθρου 139 του Συντάγματος, να ασκήσουν την προσφυγή. Αν οι αιτητές δεν είναι "όργανο" ή "αρχή" με την έννοια του Αρθρου 139.3
(6), η προσφυγή είναι απαράδεχτη και το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εξετάσειτα άλλα εγειρόμενα θέματα. 30 Ο δικηγόρος των αιτητών στην αγόρευση του δέχτηκε ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία της Κύπρου δεν είναι "όργανο" της Δημο κρατίας. Ισχυρίστηκε όμως ότι είναι "αρχή εν τη Δημοκρατία"· 35 ότι ταΑρθρα 110 και 111 διατήρησαντο καθεστώς της Ορθοδό ξου Εκκλησίας της Κύπρου επί Τουρκοκρατίας και Αγγλοκρατίας- και ότι είναι θεσμοποιημένο νομικό πρόσωπο δημοσίου δι καίου,το οποίο έχει νομοθετικές, δικαστικές καιδιοικητικέςαρ μοδιότητες. Αναφέρθηκε, περαιτέρω, σε αριθμό άρθρων στα 40 οποία γίνεται χρήση τουόρουήλέξης "αρχή". OLδικηγόροι της Βουλήςυποστήριξανότι ηΕκκλησίαδεν εί ναι θεσμοποιημένη αρχή,δεν ασκούσε, ούτε ασκεί κοσμικήκρα350 3 ΑΑΛ. Αυτοκέφαλος Εκκλησίατης Κύπρουν. Βουλής(Αρ. 4) Στυλιανίδης, Δ. τική εξουσία, δεν είναι όργανοκυβερνήσεως, δεν έχει τοδικαί ωμα καταναγκασμού,πουείναι συστατικό στοιχείο τηςτέτοιας εξουσίας,καιδεν είναι νομικό πρόσωποδημοσίου δικαίου,και ως εκ τούτουδεν είναι αρχή. 5 10 15 ΟΒοηθός Γενικός ΕισαγγελέαςεισηγήθηκεόπωςτοΔικαστήριο ερμηνεύσει τηνπαράγραφο(δ) τουεδαφίου3τουΑρθρου 139του ΣυντάγματοςμετονΚανόναΕρμηνείας"ejusdemgeneris".Είπεότι ηΕκκλησίαδενείναινομικόπρόσωποδημοσίουδικαίου,δενείναι θεσμοποιημένηαπότοΣύνταγμαήτο Νόμο,δενείναικρατική πο λιτειακήεξουσίακαιδενυπόκειταισεκρατικόέλεγχο.Γιατουςλό γουςαυτούςδενείναιούτεάμεσο"όργανο",ούτε"αρχήτης"ή"εν τηΔημοκρατία". Οι όροι "όργανο της Δημοκρατίας" και "αρχή εν τη Δημο κρατία"ερμηνεύτηκαν απότοΑνώτατο ΣυνταγματικόΔικαστή ριο στην υπόθεση Dr. Fuat Celaleddin and Others and the Councilof Ministers and Others5R.S.C.C. 102. Στηνσελ. 108 ηπλειοψηφίατουΔικαστηρίου είπε:- 20 25 "..., an organ or authority in the sense of Article 139, because organ or authorities, in theaforesaid sense, are specificjuridical creations bearingthefeatures of individual and concrete organic institutions of government andfuctioning for andonbehalf of a primary legalentity,suchastheRepublic ofCyprus,of which they areorgansorauthorities intheordinary meaningof such terms." Τα χαρακτηριστικά τα οποίασυνιστούν αρχή, με την έννοια του όρουστο Αρθρο 139,είναι:- 30 - Ναείναι θεσμοποιημένη αρχή. -Ναασκείκρατικήπολιτειακήεξουσία. - Ναείναι νομικό πρόσωποδημοσίουδικαίου. 35 40 Ηαρμοδιότητατου Δικαστηρίου κάτωαπότο Αρθρο 139πε ριορίζεται σεπροσφυγήαναφορικά με σύγκρουση ήαμφισβήτηση εξουσίας ή αρμοδιότητας που παρέχονται από το Σύνταγμα. Η προσφυγή ασκείται από τους κατονομαζόμενους στις παραγρά φους (α),(β)και (γ)του εδαφίου3,δηλαδή τον ΠρόεδροήΑντιπρόεδρο της Δημοκρατίαςκαι τις νομοθετικές εξουσίες - Βουλή τωνΑντιπροσώπων καιΚοινοτικέςΣυνελεύσεις -και,μεβάσητην παράγραφο (δ),από κάθεάλλο όργανοήαρχήεντη Δημοκρατία, εφόσον είναιαναμεμειγμένοι στησύγκρουση ή αμφισβήτηση. 351 Στυλιανίδης, Δ. Αυτοκέφαλος Εκκλησία της Κύπρουν.Βουλής(Αρ. 4)
(1990)Η Κύπρος ήταν αποικίατου Αγγλικού Στέμματος. Η νομική εγκαθίδρυσητης Δημοκρατίαςβασίστηκε στον Αγγλικόπερί Κύ πρου Νόμο του 1960, 8 & 9 Eliz. 2, CH. 52, και το Διάταγμα 1368/60τουΑνακτοσυμβουλίου, πουεκδόθηκεστις 3 Αυγούστου, 1960, ως αποτέλεσμα των Συμφωνιών Ζυρίχης - Λονδίνου. Από τακείμενα των Συμφωνιών - Ζυρίχης της 11ηςΦεβρου αρίου, 1959, και Λονδίνου της 19ης Φεβρουαρίου, 1959 (βλ. Cmnd. 679) -που προβλέπουν τηβασική διάρθρωση της Δημο κρατίας της Κύπρου, τις πρόνοιες του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίαςκαιταπρακτικάτης ΜικτήςΣυνταγματι κής Επιτροπής,είναι πρόδηλο ότι ηΔημοκρατίατης Κύπρου εί ναι λαϊκό - κοσμικό (σε secular) κράτος. Η νομοθετική εξουσία ασκείται απότη Βουλήτων Αντιπροσώπων σε όλαταθέματα,εκτός σε εκείναπου,περιοριστικάκαι ρητά κατά το Σύνταγμα, ασκείται απότις Κοινοτικές Συνελεύ σεις -(βλ. Αρθρα 61 και 87 τουΣυντάγματος). 5 10 15 Τα Μέρη του Συντάγματος IX - "Περί του Ανωτάτου Συ- 20 νταγματικούΔικαστηρίου" -καιΧ - "ΠερίτουΑνωτάτου Δικα στηρίου και των υπό Τούτο Τεταγμένων Δικαστηρίων", προνο ούν για την άσκηση της δικαστικής εξουσίας στηΔημοκρατία. ΤοΑρθρο 152.1 και 2 του Συντάγματοςπρονοεί:- 25 "
- Η δικαστική εξουσία, εξαιρουμένης της ασκούμενης κατά το έννατον μέρος υπό του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου και κατά την δευτέραν παράγραφον του παρό ντος άρθρου υπό των δικαστηρίων των προβλεπομένων υπό κοινοτικού νόμου, ασκείται υπό Ανωτάτου Δικαστηρίου και υπό κατωτέρων δικαστηρίων, τα οποία θα ιδρυθώσι δια νό μου,τηρουμένων των διατάξεωντουΣυντάγματος. 30
- Ηδικαστικήεξουσίαεπίαστικώνδιαφορώναφορωσώνεις τον προσωπικόν θεσμόν καιθρησκευτικά ζητήματα,άτινα υπά γονται κατά το άρθρον 87 εις τας Κοινοτικός Συνελεύσεις, ασκείταιυπότωνδικαστηρίων,περί ωνθέλειπροβλέψει κοινο τικόςνόμοςκατάταςδιατάξειςτου Συντάγματος." 35 40 ("Νόμος" σημαίνει ΝόμοτηςΔημοκρατίας- Αρθρο 186.1(a)). ΤοΑρθρο 111 είναι τοτελευταίο Αρθροτου Μέρους V του Συ ντάγματος -"Περί των Κοινοτικών Συνελεύσεων". Ηουσιαστική 352 3 A.A.A. 5 10 15 20 Αυτοκέφαλος ΕκκλησίατηςΚύπρουν. Βουλής (Αρ.4) Στυλιανίδης,Α. τουπρόνοιαείναιότι,τηρουμένωντωνδιατάξεωντουΣυντάγμα τος,ζητήματα που έχουν σχέσημε"τον αρραβώνα,τον γάμον, το διαζύγιον,τοκύροςτουγάμου,τονχωρισμόν απόκοίτηςκαι τρα πέζηςήτηνσυνοίκησιν τωνσυζύγωνή ταςοικογενειακάςσχέσεις, εξαιρουμένης τηςδιά δικαστικής αποφάσεως νομιμοποιήσεως ή υιοθεσίας"διέπονταιαπότον εκκλησιαστικό νόμο της Ελληνικής ΟρθοδόξουΕκκλησίας,ήτονεκκλησιαστικόνόμοκάθεθρησκευτι κήςομάδας,όπωςοόροςαυτόνερμηνεύεται στην τρίτη παράγρα φοτουΑρθρου2τουΣυντάγματος.Καιότιταζητήματααυτάδιαγιγνώσκονται απότοεκκλησιαστικό δικαστήριο κάθεεκκλησίας. Οι Κοινοτικές Συνελεύσεις απλώςπεριορίζονταιναμην αποφασί ζουν αντίθετα μετις διατάξειςτουεκκλησιαστικούνόμου. Έχει γίνει εισήγηση απότοδικηγόρο των αιτητώνότιη πρόνοιατουΑρθρου 111 διασφαλίζειτηθέση της Εκκλησίας, αναφο ρικά μετα θέματαπου αναφέρονταισ' αυτό.ηοποίαυφίστατο πριν την Ανεξαρτησία στην περίοδο της Τουρκοκρατίαςκαι Αγγλοκρατίας. Έγινε αναφορά στις υποθέσεις Parapano and Others v. Happaz and Others, IIIC.L.R. 69 Myrianthi C.C. Tyllirouand CharalambosC.Tylliros,3R.S.C.C.21 και Phidias Christodoulouv.KaterinaChristodoulou
(1962)C.L.R.
- To Αρθρο 111είχε σκοπό να διαφυλάξεικαιόχινα επεκτεί νει τηδικαιοδοσίατων χριστιανικών εκκλησιών. 25 30 35 40 ΟιΤούρκοικατακτητέςήτανμουσουλμάνοιτοθρήσκευμα. Ο ιε ρός νόμος του Ισλάμ επέτρεπε στο Σουλτάνονα αφήσει τηνενά σκησηορισμένων δικαιωμάτωνπουθεωρούντανεκκλησιαστικάθέ ματα στις χριστιανικές εκκλησίες. Αυτά ταδικαιώματαοΤούρκος κατακτητήςάφησεκαιστην ΟρθόδοξηΕκκλησίατηςΚύπρου, ανα φορικά μεεκείνουςοιοποίοιήθελανναυπαχθούν σ' αυτή.Τα πιο πάνωεπιβεβαιώθηκαναπότοΔιάταγμαGul-Han£της3ης Νοεμβρί ου, 1839καιαπότο HattiHymai'oun της 18ηςΦεβρουαρίου,
- Η εκκλησία της Κύπρου,ωςκαιοιάλλεςορθόδοξεςεκκλησίες στηνΟθωμανικήΑυτοκρατορία,δενήτανεκκλησίεςτουκράτους. Δεν ήταννομικό πρόσωποδημοσίου δικαίουπου επιδίωκεσκο πούςπουσυντελούσαν τουςσκοπούςτουκράτουςτοοποίοήταν μωαμεθανικό. Η Εκκλησία ήταν ιδιάζων οργανισμός ιδιωτικού δικαίου πουείχεευκαιρίαναενεργεί μετουςδικούςτουνόμους(βλ. Μ. Σακελλαροπούλου -"Εκκλησιαστικόν Δίκαιον της Ανα τολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας",Αθήναι 1898, σελ. 24). Ο ΟθωμανικήΠολιτείαπαραχωρούσεταδιάφοραπρονόμια 353 Στυλιανίδης, Δ. Αυτοκέφαλος Εκκλησίατης Κύπρουν.Βουλής(Αρ. 4)
(1990)στην ΚυπριακήΕκκλησία μεταβεράτια,ταοποία εφοδιάζονταν ο Αρχιεπίσκοπος και οι Μητροπολίτες κατά τηνεκλογή τους. Το τελευταίο βεράτιο εκδόθηκε στον Αρχιεπίσκοπο Σωφρόνιο το 1865 - (βλ. Χάκκεττ - "Ιστορίατης Ορθοδόξου Εκκλησίας της Κύπρου", μετάφρασηΧ.Παπαϊωάννου,Τόμος Γ', σελ. 226-232 και Cobham -"Excerpta Cypria", σελ. 470-474).Το σχετικόμέ ρος του βερατίουαυτούείναι οι παράγραφοι (ζ)και(κε). 5 Η Αγγλοκρατία διατήρησε τηνίδια σχέσημετην Ορθόδοξη Εκκλησία και τις άλλες εκκλησίες. Το Αρθρο 50 τουπερί Δικά- 10 στηρίων Νόμου, 1935, εξαίρεσε από τη δικαιοδοσία των Δικα στηρίων της Πολιτείας ταθέματα ταοποία στηδιάρκειατης Οθωμανικής κατοχής αφήνονταν στην Ελληνορθόδοξη Εκκλη σία και τιςάλλες εκκλησίες και πρόβλεψε ότιοι πρόνοιεςτου ΝόμουδενκαταργούντιςαρχέςτουΟθωμανικούδικαίου,μετις 15 οποίεςθέματαοικογενειακού δικαίουδίέποντοαπότοΝόμοκαι υπάγονταν στην αρμοδιότητα του εκκλησιαστικού δικαστηρίου της θρησκευτικής κοινότητας στην οποία ανήκε ο διάδικος. Η ίδια πρόνοια επαναλήφθηκε σε μεταγενέστερη νομοθεσία - (βλ. Κεφ. 11της έκδοσης του 1949, το Νόμο40/53και τοΑρθρο 34 20 του Κεφ.8της έκδοσης των Νόμων της Κύπρουτου 1959). Το κληρονομικό δίκαιορυθμιζόταν,τόσο επίΤουρκοκρατίας, όσο και επί Αγγλοκρατίας, απότοΝόμο της Πολιτείας. OL συγ γένειες και τα ονόματα των κληρονόμων λαμβάνονταν από την 25 Εκκλησιαστική Αρχήτηςκάθεθρησκευτικής ομάδας,χωρίς αυτό να μετατρέπει την Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία,ήτις άλλες εκ κλησίες, ήτα προξενεία που πιστοποιούσαν τη συγγένεια σε πε ρίπτωση ξένων - (βλ. PhokionTanoandAnother v. Georghi Tano andOthersIX C.L.R. 94, σελ. 100-101)- σε κρατικέςπολι- 30 τειακέςαρχές.Το ίδιο ισχύει στην Κυπριακή Δημοκρατία. Κατάτην περίοδοτης Αγγλοκρατίας η Εκκλησία συνέχισενα είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίουκαιδεν ασκούσε κρα τικήήκοσμική εξουσία. 35 ΗΕκκλησίατης Κύπρου,τόσο σταχρόνιατηςΤουρκοκρατίας, όσο καιστα χρόνια της Αγγλοκρατίας, γενικά είχε αποκλειστικό δικαίωμαρύθμισης καιδιοίκησηςτωνεσωτερικών υποθέσεωνκαι τηςπεριουσίαςτης. Βλ. υπόθεσηΠλήρους ΕπαρχιακούΔικαστή- 40 ρίουΛευκωσίας - 343/48-ΜανώληςΓ.ΜανώληκαιΆλλοιν.Μα καρίου Β' Αρχιεπισκόπου Κύπρουκαι Άλλων, στην οποία απο φασίστηκε ότιηεκλογή Επισκόπου Πάφου, συμπεριλαμβανομέ νης καιτης εκλογής τοπικώνεκλεκτόρων, καιοτρόποςτης εκλο354 3 ΑΛΛ. Αυτοκέφαλος ΕκκλησίατηςΚύπρουν.Βουλής(Αρ. 4) Ιτυλιανίδης,Α. γής ήτανθρησκευτικό θέμα εκτός της δικαιοδοσίατων Δικαστη ρίωντηςΠολιτείας. Όσυνταγματικόςνομοθέτηςενσωμάτωσετην αρχήαυτήστο Αρθρο 110.1 τουΣυντάγματος. 5 ΗΕλληνικήΟρθόδοξη Εκκλησία,ούτε συνίσταται,ούτε λει τουργεί βάσειτου Συντάγματος,παρόλοότι το Αρθρο 111υπό κειται στις Συνταγματικές πρόνοιες,γιατί το Αρθρο αρχίζει με τις λέξεις: "Τηρουμένων των διατάξεωντου Συντάγματος". 10 Ηαρμοδιότηταπουασκείται,με βάσητο Αρθρο 111 του Συ ντάγματος, από την Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία και τις εκ κλησίεςτωνΑρμενίων,Λατίνων καιΜαρωνιτών, αναφορικάμε το γάμο και το διαζύγιο και γενικά τις οικογενειακές σχέσεις, δεν μπορεί ναθεωρηθεί άσκησηκρατικήςεξουσίας. 15 20 ΗεκκλησίαδενείναιθεσμοποιημένημετοΣύνταγμαήτο Νόμο αρχή. Δενείναιαρχήδημοσίουδικαίου,ούτεέχεινομοθετικήεξου σία. Οιδιοικητικέςτηςαποφάσειςδενείναιεκτελεστέςδιοικητικές αποφάσεις δημοσίου δικαίου και δεν υπόκεινται στο δικαστικό έλεγχο,μεβάσητοΑρθρο 146τουΣυντάγματος.Αποφάσειςτουεκ κλησιαστικού δικαστηρίου εκτελούνται μόνο από τα όργανατης Πολιτείας, το οποία δεν είναι εκκλησιαστικά, αλλά έλκουν την εξουσία τουςαπότοΣύνταγμακαιτους ΝόμουςτηςΠολιτείας. 25 Τα Εκκλησιαστικά Δικαστήρια δεν υπάγονται στον έλεγχο του Ανωτάτου Δικαστηρίου μεπρονομιακάδιατάγματα, μεβά σητο Αρθρο 155.4 του Συντάγματος,γιατίδενείναιδικαστήρια όπως προβλέπεται στο Μέρος Χ του Συντάγματος. 30 Η εκκλησία δεν είναι "δημόσια αρχή" στην έννοια του Αρθρου29τουΣυντάγματος,πουκατοκυρώνει τοδικαίωματου "αναφέρεσθαι εις τα αρχάς". 35 40 Η πρόνοιατουΑρθρου23.9τουΣυντάγματοςότι:"Ουδεμίαεπιβάλλεταιαποστέρησιςή όρος,περιορισμός ήδέσμευσις...επίοιασ δήποτεκινητής ήακινήτου ιδιοκτησίας ανηκούσης ειςοιανδήποτε επισκοπήν, μοναστήριον, ναόν,ήοιονδήποτε οργανισμόν, ήοιου δήποτεδικαιώματοςήσυμφέροντος επίαυτής,ειμήτη εγγράφωσυ ναινέσει τηςαρμοδίας εκκλησιαστικής αρχήςτηςεχούσης τονέλεγχον της ιδιοκτησίας ταύτης",αναφέρεταιστις οικονομικές αρχές διαχείρισης της εκκλησιαστικής περιουσίαςπουκαθορίζοντανστο Καταστατικότης Εκκλησίαςτου 1914 - ίσχυετοχρόνοτηςίδρυσης της Κυπριακής Πολιτείας - OL οποίες είναι οργανισμοί ιδιωτικού δικαίου, και δε μετατρέπει "την αρμόδιαεκκλησιαστική αρχή" σε 355 Αυτοκέφαλος Εκκλησία της Κύπρου ν. Βουλής(Αρ. 4) •
(1990)αρχήδημοσίου δικαίου, ούτετηςπαρέχειπολιτειακή αυθυπαρξία. Μεβάσηταπ ω πάνω,η Ορθόδοξη Εκκλησία της Κύπρου δεν είναι δημιούργημα ή/καιδεν έχει υπόσταση θεσμοποιημένη από το Σύνταγμα ήτο Νόμο,αλλά είναι ιδιάζων οργανισμός ιδιωτικούδικαίου.Δεν είναι όργανο κυβερνήσεως, ούτε ενεργείγια τη Δημοκρατία. Δεν έχει, ούτε ασκεί κρατική πολιτειακή εξουσία, ούτευπόκειται στον κρατικόέλεγχο.Ωςεκτούτου δενείναι"αρ χή εν τη Δημοκρατία", με την έννοια του όρου στο εδάφιο 3(δ) του Αρθρου 139 του Συντάγματος, και δε νομιμοποιείται στην άσκηση προσφυγής κάτω απότοΑρθροαυτό. 5 10 Η προσφυγή, για το λόγο αυτό, δεν είναι παραδεκτή και το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εξετάσει ταάλλα εγειρόμεναθέματα. 15 Ηπροσφυγή απορρίπτεται. Η παρούσα Απόφαση κοινοποιείται, σύμφωνα με το Αρθρο 139.6 του Συντάγματος,στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Α. Ν.ΛΟΪΖΟΥ,Π.:Τοamrtuco, τα σχετικά γεγονότα, ταεπι χειρήματα των ευπαιδεύτων συνηγόρων των μερών, τα σχετικά Αρθρα τουΣυντάγματοςκαιειδικότερα ταΑρθρα 111και 139πα ραθέτονται σε έκταση στο σκεπτικό των αποφάσεων των αδελφών Δικαστών, Πική,Νικήτακαι Αρτεμίδη, που είχα την ευκαι ρίαναδιαβάσω,καιέτσιγίνεται πιο εύκολο το έργο μουγιατίθα περιοριστώ μόνοναδώσωτηναπάντησημουκαιτοσκεπτικόπου μεοδήγησε σε αυτή στατρίανομικά ερωτήματαπουεγείρονται σε αυτήτηνπροσφυγή στο προκαταρκτικόαυτόστάδιοτηςδιαδικαοίας. Αυτά είναι ταπιοκάτω:- 20 25 30 (α) Κατά πόσο η Ελληνική Ορθόδοξος Εκκλησία, όπως περι γράφεται στο Αρθρο 111 του Συντάγματος αποτελεί "όργανο" ή "αρχήτηςΔημοκρατίας",ή "αρχήεντη Δημοκρατία",μετηνέννοια 35 πουδίδεταιστους όρους αυτούςστοΑρθρο 139τουΣυντάγματος. (β) Σε περίπτωση που ηαπάντηση στο πρώτο ερώτημα είναι καταφατική, κατά πόσο υπάρχει σύγκρουση ή αμφισβήτηση εξουσίας ή αρμοδιότητας, όπως περιγράφεται στο Αρθρο 139 του Συντάγματος,και 40 (γ) Ηεξουσία κάτω απότο Αρθρο 182 του Συντάγματος για τροποποίηση, μεταβολή, προσθήκη,ήκατάργησηδιατάξεων του Συντάγματος που χαρακτηρίστηκε σαν ηαναθεωρητική εξουσία 356 3 ΑΛΛ. Αυτοκέφαλος Εκκλησία της Κύπρουν. Βουλής (Αρ. 4) Αοΐζου, Π. της Βουλήςείναι αποκλειστική δικαιοδοσίατηςκαιμετηνάσκη σητηςδεν προκύπτει θέμα σύγκρουσης εξουσιών, εφόσον μάλι στα δεν έχει κηρυχθεί με οποιαδήποτε άλληδιαδικασία αντισυ νταγματικός,ο Νόμος πουδημοσιεύτηκε ήδη. 5 10 15 20 Είχα καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η Ελληνική Ορθόδοξος Εκκλησία της Κύπρου συνιστά "αρχή" με την έννοια που δίδε ται στον όρο αυτόαπότο Αρθρο 139 του Συντάγματος και πε ραιτέρω ότι έχει προκύψει θέμα "σύγκρουσης ή αμφισβήτησης εξουσίας ήαρμοδιότητας" μεταξύ της Βουλήςτων Αντιπροσώ πωνκαιτης Εκκλησίας καικατ' ακολουθίαν οτι ηΕκκλησία νομιμοποιείτο στην καταχώρησητηςπροσφυγήςκαισυνέτρεχανOL προϋποθέσεις για τησυζήτηση της ουσίας της. Το Αρθρο 111.1 του Συντάγματος δίδει αποκλειστική αρμο διότητα για όσους ανήκουν στη ΕλληνικήΟρθόδοξον Εκκλησία, γιακάθεζήτημαπουέχεισχέση μετοναρραβώνα, τογάμο, τοδια ζύγιο,το κύρος τουγάμου,τοχωρισμό απόκοίτης καιτραπέζης ή την συνοίκηση των συζύγων, τις οικογενειακές σχέσεις, εξαιρουμένης της διαδικαστικής αποφάσεως, νομιμοποιήσεως ή της υιοθεσίας, και αυτάδιέπονται από τον εκκλησιαστικό νόμο και "διαγιγνώσκονται υπό του Εκκλησιαστικού Δικαστηρίου" η δε Ελληνική Κοινοτική Συνέλευση στερείται αρμοδιότητας να απο φασίσει αντίθεταπρος τις διατάξειςτου Εκκλησιαστικού Νόμου. 25 30 35 40 ΕίναιφανερόότιμετοΑρθροαυτόδίδεταιμιαοντότητααπότο ίδιο το Σύνταγμα, σανσυνέχισητου ιστορικού παρελθόντος, στην Ελληνικήν Ορθόδοξον Εκκλησία, με νομοθετικές, διοικητικές και δικαστικές εξουσίεςσχετικάμεθέματαπροσωπικούθεσμούκαιτην επίλυση διαφορώνσχετιζομένων μεταθέματααυτά. Η ύπαρξητης Εκκλησίας ως θεσμού και αρχήςαναγνωρίζεται απότοΣύνταγμα βάσει του οποίου η ΕλληνικήΟρθόδοξος Εκκλησία είναι ο πολι τειακός φορέας των εξουσιών και αρμοδιοτήτων που παρέχονται σεαυτήναπότοΑρθρο 111.1.Οιεξουσίεςκαιαρμοδιότητες τηςΕκκλησίαςπηγάζουναπότοίδιοτοΣύνταγμα,γεγονός πουτηςπροσ δίδει στην έκταση των αρμοδιοτήτων αυτών χαρακτήραπρωτογε νούςφορέαεξουσιών καιαρμοδιοτήτων,καιτιςοποίεςηΕκκλησία ασκεί κατάαποκλειστικότητα ως φορέαςκρατικής εξουσίας. ΣτοΑρθρο 139τουΣυντάγματοςαναμφίβολαπεριλαμβάνονται εκτόςαπόαυτάπουκατονομάζονταιστηνπαράγραφο3(δ)καιόλα τα όργανατης Δημοκρατίας ήαρχές εν τηΔημοκρατία εφόσον εί ναι ενδιαφερόμενα μέρη στη σύγκρουση ή την αμφισβήτηση, θ α έπρεπεναλεχθείεδώότι στην υπόθεση ΤουρκικήΚοινοτικήΣυνέ357 Λοΐζου, Π. Αυτοκέφαλος Εκκλησία της Κύπρουν. Βουλής (Αρ. 4)
(1990)λευση ν. Υπουργικού Συμβουλίου, 5 Α.Α.Σ.Δ.59 αποφασίστηκε, καιδενβλέπωτολόγογιατίναμηακολουθήσωτοδικαστικόαυτό προηγούμενο, ότι ησύγκρουση ήαμφισβήτηση μπορεί ναυπάρχει καιανάμεσαστη ΒουλήήτιςΚοινοτικές Συνελεύσεις αφ' ενόςκαι άλλαόργαναήαρχέςτηςΔημοκρατίαςαφ' ετέρου. Ένας θεσμός που παίρνει,όπως ήδηέχω αναφέρει,τις εξου σίες και αρμοδιότητες του απότο Σύνταγμα,όπως η Εκκλησία στον τομέα αυτό είναι μιατέτοια "αρχή" μέσα στην έννοια του όρου του Αρθρου 139, αφού επιπλέον η Εκκλησία ασκεί κρατικής φύσεως εξουσίες πάνω στους πολίτες της Δημοκρατίας σε θέματα προσωπικού θεσμού. 5 10 Οποιαδήποτε άλληερμηνεία θαήταναντίθετηπρος τησυνή θησημασία της λέξης "αρχή" λαμβάνονταςυπόψη τον ιδιότυπο 15 χαρακτήρα και ξεχωριστή θέση της Ελληνικής Ορθοδόξου Εκ κλησίας μέσα στην διάρθρωση της Κυπριακής Πολιτείας. Μια τέτοιασημασίασυνάδει καιμετονορισμό των όρων"οργάνο"ή "αρχή" που δόθηκε στην υπόθεση Dr. Fuat Celaleddin and Others and the Council of Ministers and Others, 5 R.S.C.C. 20 102. To κριτήριο στην υπόθεση αυτή ήταν ότι "όργανα" ή "αρ χές" με την έννοια που ενέχουν στο Αρθρο 139 συνιστούν συ γκεκριμένες δικαιϊκέςοντότητες πουφέρουνταχαρακτηριστικά ατομικών και συγκεκριμένων οργανικών θεσμών της κυβέρνη σης και λειτουργιών διά και εκ μέρους πρωτογενούς νομικής 25 ύπαρξης,όπως ηΔημοκρατίατης Κύπρουτηςοποίας συνιστούν όργανα ήαρχές με την συνηθισμένη έννοια αυτών των όρων. Ως προς το δεύτερο ερώτημα σχετικά με τηνύπαρξηήμησύ γκρουσης ήαμφισβήτησης αρμοδιοτήτων είναι φανερόότι μετη θέσπιση της τροποποιήσεως τουΣυντάγματοςμετον περίΠρώ τηςΤροποποίησηςτουΣυντάγματοςΝόμοτου 1989, (ΝόμοςΑρ. 95 του 1989) αφαιρούνταιοι εξουσίεςκαι η αποκλειστικήαρμο διότητα της Εκκλησίας που παρέχονται σε αυτήαπότο Αρθρο 111.1 του Συντάγματος και επομένως αποτελεί τούτο σύγκρουση ήαμφισβήτηση εξουσιών μέσα στην έννοια που χρησιμοποι ούνται οι όροι αυτοί στο Αρθρο 139 τουΣυντάγματος. Ωςπροςτοτρίτονομικό ερώτημα,άσχεταμεάλλαεπιχειρήμα ταπουέχουν προβληθείπροςυποστήριξηήαντίκρουσητουκαιμε τα οποίαδεν κρίνω απαραίτητο ναασχοληθώ λόγω τουαποτελέ σματος πουείχεηπροσφυγή,δεν θαήθελανααφήσωασχολίαστο το επιχείρημα ότι ο τροποποιητικός νόμος του Συντάγματοςδια φεύγει ολωσδιόλου τουδικαστικούελέγχουμιακαιέχειδημοσιευ358 30 35 40 3ΑΛΛ. 5 10 15 20 25 30 35 40 Αυτοκέφαλος ΕκκλησίατηςΚύπρουν.Βουλής(Αρ. 4) Αοΐζου,Π. τείη συνταγματικήαυτήτροποποίησηκαιγίνει συνταγματική διά ταξη. Λέχθηκεεπιπλέονότι μιακαιδενυπάρχειρητήπρόνοιαστο Σύνταγμα που να καλύπτει τέτοιες περιπτώσεις δεν μπορεί να υπάρξει κατασταλτικός δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας τέτοιας τροποποίησης όπως υπάρχει στην περίπτωση συνή θουςνόμουπουψηφίζεταιαπότηΒουλή.ΜεάλλαλόγιατοΑρθρο 139δεν μπορεί ναεφαρμοστεί πάνωσετροποποίησητουΣυντάγ ματος μετάπουοΝόμοςτην επέφερε,δημοσιεύτηκε και ισχύει. Η σύντομη απάντησηστην πιοπάνωεπιχειρηματολογία είναι ότι ηοποιαδήποτε τροποποίηση του Συντάγματοςγίνεται σύμ φωνα μετις διατάξειςτουΑρθρου 182 του Συντάγματοςμε Νό μο, και τέτοιος Νόμος δεν μπορεί να έχει διαφορετική έννοια από εκείνη που δίδεται στον όρο "Νόμος" στο Αρθρο 186.1(a) του Συντάγματοςπου"σημαίνει νόμο της Δημοκρατίας,οσάκις ο όρος χρησιμοποιείται ενσχέσειπρος περίοδονχρόνου επομένηντης ενάρξεως της ισχύος τουΣυντάγματος". Γιαόλους τουςπιοπάνωλόγους έχωκαταλήξει στοσυμπέρασμα ότι η Ελληνική Ορθόδοξος Εκκλησία της Κύπρου συνιστά αρχή,ότι μετην τροποποίηση τουΑρθρου 111 τουΣυντάγματος μετοΝόμο95 του 1989 έχειπροκύψει σύγκρουση ήαμφισβήτηση εξουσίας ή αρμοδιότηταςμεταξύτης Βουλής των Αντιπροσώπων και της Εκκλησίας καικατ' ακολουθίαν ότι ηΕκκλησία νομιμοποιείται στην καταχώρηση της προσφυγής και συντρέχουν οι προϋποθέσεις γιατησυζήτηση της ουσίας τηςκαι επιπλέον ότι η συνταγματικότηταενόςνόμουπουτροποποιεί τοΣύνταγμα υπό κειται στο δικαστικό έλεγχο του Δικαστηρίου τούτου. Ίσως δεν θα ήταν άσκοπη μια αναφορά στην απόφαση του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Συνταγματικού Δικαστηρίου με Αριθμό 1 του 1970 στονΤόμο 30τωνΑποφάσεων του,σελ. 1,(BVERFG1/1970 σελ. 1), όπως επίσης και στην Ινδική Απόφαση IndiraNehru Ghandi v.RajnarainA.I.R.
(1975)S.C.2299·
(1976)2 S.C.R. 347 (Βλέπε Annual Survey of Commonwealth Law
(1976)σελ. 34) στις οποίες αποφασίστηκε ότι τροποποιήσεις του Συντάγματοςυπό κεινται στον έλεγχοτου ΣυνταγματικούΔικαστηρίου. Γιατους πιοπάνωλόγους θααπέρριπτα τιςπροκαταρκτικές νομικές ενστάσεις και θαπροχωρούσα στην εκδίκαση της προσφυγής επί της ουσίας. Πριντελειώσω θαήθελαναεκφράσωτην εκτίμηση μου στους συνηγόρους των δύο πλευρών όπως και στο Γενικό Εισαγγελέα και βέβαια τους συνεργάτες του που εμφανίστηκε ως amicus 359 Αυτοκέφαλος Εκκλησία της Κύπρουν. Βουλής (Αρ. 4)
(1990)curiae για την αξιόλογη καιεμβρυθή παρουσίασητων αντιστοί χωνθέσεων καινατονίσω πόσο ευκολότερο έγινε, χάριντωνδι κών τους κόπων, το έργο του Δικαστηρίου. ΠΙΚΗΣ, Δ.: Η Αυτοκέφαλη, Αγιωτάτη, Ορθόδοξος και Αποστολική Εκκλησία της Κύπρου,στην οποία θααναφερόμεθαγια συντομία ως ηΕκκλησία,επιδιώκει μετηνπροσφυγή αυτή (κατα χωρίσθηκε στις 17/7/89)την ακύρωση του Περί ΠρώτηςΤροπο ποίησης του ΣυντάγματοςΝόμουτου 1989 (Ν.95/89) γιατολόγο ότι θεσπίστηκε κατάπαράβασηκαιαντίθεταμετις διατάξειςτου αρθρ. 182.3 του Συντάγματοςπουδιέπει την τροποποίηση μη θε μελιωδών διατάξεωντου. 5 10 Η προσφυγή υποβάλλεται βάσει του αρθρ. 139 (του Συντάγμα τος)καιστρέφεται εναντίοντης ΒουλήςτωνΑντιπροσώπων, στην 15 οποία θααναφερόμεθαγιασυντομία ως η Βουλή,πουθέσπισε τη σχετική νομοθεσία της οποίαςησυνταγματικότηταπροσβάλλεται. Ο Νόμοςεκδόθηκε απότον ΠρόεδροτηςΔημοκρατίας μεδημοσί ευση στην Επίσημη ΕφημερίδατηςΔημοκρατίας.Μετιςτροποποι ήσεις του Συντάγματος που επιφέρει ο Ν.95/89περιορίζονται οι 20 εξουσίεςκαιαρμοδιότητεςπουπαρέχειτοαρθρ. 111.1 τουΣυντάγ ματος στην Εκκλησία σε θέματαπροσωπικού θεσμού "...των ανη κόντων εις την Ελληνικήν Ορδόδοξον Εκκλησίαν ...". Ηθέσητης εκκλησίαςείναιότι μετονεπίμαχονόμοεγείρεταιθέμασύγκρουσης ήαμφισβήτησης εξουσίας ήαρμοδιότηταςκαισυνεπώς νομιμοποι- 25 είται να προσφύγει στο Ανώτατο Δικαστήριο για την επίλυση της διαφοράς. (Βλ. Τον Περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλαι Διατάξεις)Νόμοτου 1964- TheAttorney-Generalof theRepublic v.MustafaIbrahim and Others
(1964)C.L.R. 195,Αθηνήςv.Δη μοκρατίας,ΠοινικήΈφεση4867,δόθηκεστις 7/4/89καιθαδημοσι- 30 ευθεί στους τόμους των αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου
(1989)2Α.Α.Δ.-απόφασηολομέλειας). Η θεραπείαηοποίαεπιζη τείται,ηακύρωσητουΝ. 95/89, αποβλέπειστην αποκατάστασητων συνταγματικών εξουσιών καιαρμοδιοτήτωντης Εκκλησίας. 35 Η Βουλήαμφισβητεί το παραδεκτότης προσφυγής και υπο στηρίζει on δε συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θέτει το αρθρ. 139για τηνομιμοποίηση διαδίκουναπροσφύγει βάσει τωνπρο νοιών του. Αναφορικά μετην ουσία του θέματος,τησυνταγμα τικότητα του Ν.95/89,η θέσητης Βουλής είναι ότι ο νόμος θε- 40 σπίστηκε σύμφωνα με τις διατάξεις και μέσα στα πλαίσια της αναθεωρητικής λειτουργίας που παρέχεται αποκλειστικά στη Βουλήαπότο αρθρ. 182.3 τουΣυντάγματος. 360 3ΑΛΛ. 5 10 15 20 25 30 35 Αυτοκέφαλος ΕκκλησίατηςΚύπρου ν.Βουλής(Αρ. 4) Πικής,Δ. Μεαπόφασητουδικαστηρίουτοπαραδεκτότηςπροσφυγήςεξε τάστηκεωςπρώτοθέμα. Ηδιαπίστωσητηςδιαφοράςπουορίζειτο αρθρ. 139.1 καιοπροσδιορισμός τηςόικαιϊκής ιδιότηταςτωναιτη τώναποτελούνπροϋποθέσειςγιατηνάσκησητηςαρμοδιότηταςπου παρέχεταιστο Ανώτατο Δικαστήριο απότοαρθρ. 139. Τηνπροδικαστικήένσταση της Βουλής στηνομιμοποίηση της Εκκλησίας να προσφύγει κάτωαπότις διατάξειςτου αρθρ. 139 υποστήριξαν μεεκτεταμένη επιχειρηματολογία οιδικηγόροι του Σώματος,οκ. Μ.Χριστοφίδης καιοκ. Μ. Παπαπέτρου. Οιθέ σειςτους μπορεί να συνοψιστούν ως εξής: (α)Η αναθεώρηση μη θεμελιωδών άρθρων του Συντάγματος ανάγεταιαποκλειστικάστηναρμοδιότητατηςΒουλής (αρθρ.182.3). Επομένωςείναιεξαντικειμένουαδύνατηηδημιουργία σύγκρουσης ήαμφισβήτησης ως προς την άσκησητης αναθεωρητικής λειτουρ γίαςτουσώματος. Εφόσον κανέναςάλλος φορέαςκρατικήςεξου σίαςδενέχειπαράλληληήαντίστοιχηαρμοδιότηταστο θέμα, απο κλείεται εκπροοιμίουη ύπαρξησύγκρουσης ήαμφισβήτησης σχετικά με την άσκηση αυτής της λειτουργίας μεταξύ της Βουλής και οποιουδήποτεάλλουοργάνουήαρχήςτηςΠολιτείας. Πολύπερισ σότερο απότην Εκκλησίαπουδεναποτελεί όργανοήαρχή "της"ή "στη"Δημοκρατία. (β)Η Εκκλησία δε συνιστά όργανο ή αρχή της ή στην Δημο κρατία με την έννοια που ενέχουν οι όροι αυτοί στο κείμενο του αρθρ. 139.1 καιγενικότερα στοδημόσιο δίκαιο. Έγινε εκτεταμένη αναφορά σε λεξικά για τον προσδιορισμό της έννοιας της λέξης (όρου) "αρχή".(Βλ. Λεξικόν Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας, Σταματάκου,σελ. 182,The Shorter Oxford English Dictionary, Vol. 1, p. 1225, Μέγα Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσας, Δ. Δημητράκου, ΜεγάληΕλληνική Εγκυκλοπαίδεια,5οςΤόμος,σελ. 730, ΜέγαΛε ξικόντηςΕλληνικής Γλώσσης, Liddell-Scott,ΤοΤέλειοΛεξικότης Δημοτικής Γλώσσας, σελ. 263, ΝέονΟρθογραφικόν Ερμηνευτικόν Λεξικόν,σελ. 563,ΛεξικόντηςΔημοτικής, σελ. 96, Ελληνικόν Λε ξικόν, Α. ΓιανναράκαιBlack's Law Dictionary, 5th Ed.,p. 121). ΗεισήγησητωνδικηγόρωντηςΒουλής είναιότιη Εκκλησίαδεν έχει τασυστατικά στοιχεία πολιτειακής αρχήςούτε με τη συνηθι40 ·. σμένηέννοια που χρησιμοποιείται ο όρος για τον προσδιορισμό θεσμών τουκράτουςγενικά,ούτε μετην έννοιαπουενέχει ο όρος ' στοαρθρ. 139ειδικά. Οιόροι "όργανα"ή "αρχές"στηΔημοκρατία όπωςαπαντούταιστοαρθρ.139ερμηνεύτηκαναπότοΑνώτατο Δι καστήριο στην υπόθεση Dr FuatCelaleddin and Othersand The 361 Πικής, Δ. Αυτοκέφαλος Εκκλησία της Κύπρουν. Βουλής (Αρ. 4)
(1990)Councilof Ministers and Others,5R.S.C.C.
- Τακριτήριαπουτέθηκανστην υπόθεση Celaleddin υιοθετήθη καν ως σωστή έκφραση των προϋποθέσεων που απαιτούνται για το χαρακτηρισμό ατομικών ή συλλογικών οργάνων ως όργανα ή 5 αρχές στη Δημοκρατία βάσει του αρθρ.
- Με την έννοια που έχουν οιόροι στοάρθροαυτότουΣυντάγματοςη Εκκλησίαδεσυ νιστά ούτε όργανο ούτε αρχήτης Δημοκρατίας.Αρχές της Δημο κρατίας συνιστούν μόνο πρωτογενείς φορείς της κρατικής εξου σίας στο νομοθετικό, εκτελεστικό και δικαστικό κλάδο. Οι όροι 10 όργανα και αρχές περιορίζονται, ενπάσηπεριπτώσει, σε οργανι σμούς πουασκούναρμοδιότητεςήεξουσίεςστον τομέατουδημό σιου δικαίου,ενώ ηΕκκλησία βρίσκεται έξωαπότο πεδίοτου. Η απάντησητης Εκκλησίας στο προδικαστικόθέμα είναι ότι η προσφυγήηοποίαεκκρεμεί ενώπιον μαςικανοποιείόλεςτιςπροϋ ποθέσειςπουθέτειτοαρθρ. 139γιατηνεπίλυσητουουσιαστικούθέ ματοςπουεγείρεται. ΤηθέσητηςΕκκλησίαςυποστήριξε μεεκτετα μένηεπιχειρηματολογία ο δικηγόρος κ. Κ. Χρυσοστομίδης. Οι θέ σειςτης Εκκλησίας μπορείνασυνοψιστούν ως εξής: 15 20 (α) ΟΝ.95/89 αφαιρείή περιορίζει τιςαρμοδιότητεςήεξουσίες που εναποθέτει το αρθρ. 111του Συντάγματοςστην Ελληνική Ορ θόδοξο Εκκλησία. Η εκκλησία ωςοφορέαςαυτώντωναρμοδιοτή τωνή εξουσίαϊννομιμοποιείταιναπροσβάλει τη συνταγματικότητα 25 του Νόμου. Θέμα σύγκρουσης ή αμφισβήτησης εγείρεται απότην αντισυνταγματική θέσπιση του Νόμου, την ακύρωση του οποίου επιδιώκουν για αποκατάστασητων συνταγματικών αρμοδιοτήτων και εξουσιών της Εκκλησίας. Δεν αμφισβητείται ηαναθεωρητική λειτουργία τηςΒουλήςβάσειτουαρθρ. 182.3αλλάηεγκυρότητατης 30 άσκησηςτηςμετηθέσπισητουΝ. 95/
- Μετονόμοαυτό,όπωςει σηγείται ηΕκκλησία,τηςαφαιρούνταιήπεριορίζονταιοιαρμοδιό τητεςκαιεξουσίεςπουτηςπαρέχειτοΣύνταγμα. Ηαποστέρησησυνετελέσθη, ισχυρίζονται, αντισυνταγματικάκαι συνεπώς εγείρεται θέμασύγκρουσης καιαμφισβήτησηςεξουσιών καιαρμοδιοτήτων με 35 την έννοια των όρων αυτών στο αρθρ.
- Νομιμοποιείται κατακολουθίαη Εκκλησίαναεπικαλεστεί τιςαρμοδιότητεςπουπαρέχο νται στο Ανώτατο Δικαστήριο γιανααποφασισθείσύμφωναμετις διατάξειςτουαρθρ. 139.5 ανοΝ. 95/89 είναισυνταγματικόςήόχι. 40 Η προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο είναι το μόνο ένδικο μέσο που παρέχεται στην Εκκλησία για τη διασφάλιση τωναρ μοδιοτήτων και εξουσιών πουτης αποδίδειτο Σύνταγμα. Απο κλεισμός του δικαιώματος προσφυγής βάσει του αρθρ. 139 θα 362 3Α.ΑΛ. 5 10 15 20 25 Αυτοκέφαλος ΕκκλησίατηςΚύπρουν.Βουλής (Αρ.4) Πικής,Δ. οδηγούσε στοπαράδοξο αποτέλεσμα αφενός ναεναποτίθενται από το Σύνταγμα εξουσίες και αρμοδιότητες στην Εκκλησία, χωρίς αφετέρου,ναπαρέχονται ταμέσα γιαεξασφάλιση τους· διαπίστωση που θααποτελούσε αντίθεση προς το αξίωμα του δικαίουότιονόμος δεν παρέχει δικαιώματα χωρίς τηνπαράλ ληληπαροχή δικονομικών μέσωνγια τηδιασφάλιση τους. (β) ΗΕκκλησία συνιστά "αρχή" τόσο με τη συνήθη (καθομι λουμένη)έννοια του όρου όσο και μετην έννοια του όρουστο κείμενο του αρθρ.
- Ο δικηγόρος τηςΕκκλησίας υιοθέτησε, όπως και OLδικηγό ροι της Βουλής, την ερμηνεία που αποδόθηκεστους όρους "όρ γανο" ή"αρχή" στην υπόθεση Celaleddin.ΗΕκκλησία πληρεί όλεςτις προϋποθέσεις γιατηνταύτισητης μεαρχήτηςήστηΔη μοκρατία στοαρθρ. 139.ΗΕκκλησία αποτελεί πρωτογενή φο ρέανομοθετικής καιδικαστικής εξουσίας σταθέματαπροσωπι κού θεσμού πουκαθορίζονταιστο αρθρ.
- ΟΓενικός Εισαγγελέας τηςΔημοκρατίαςκ.Μ. Τριανταφυλλίδης πραγματεύτηκεταεπίδικαθέματαωςamicuscuriae.Οιθέσειςτου Γε νικού Εισαγγελέα αναπτύχθηκαναπότον ίδιοωςπροςτοδικαιοδοτικόπλαίσιοτουαρθρ. 139καιεκμέρουςτουαπότον ΓενικόΒοηθό ΕισαγγελέααναφορικάμετιςιδιότητεςτηςΕκκλησίαςσεσυσχετισμό μετασυστατικάστοιχείατωνόρων"όργανο"ή"αρχή"στοαρθρ.
- Οι εισηγήσεις τουΓενικού Εισαγγελέα μπορούν να συνοψι στούν ως εξής: 30 35 40 (α) Νόμοι τροποποιητικοί του Συντάγματοςοι οποίοι εκδίδο νται απότον Πρόεδροτης Δημοκρατίας μεδημοσίευση στην Επί σημηΕφημερίδατηςΔημοκρατίαςδενυπόκεινταισεκατασταλτικό δικαστικό έλεγχο. Φέρουν τη σφραγίδατης έγκρισης του συνόλου τηςπολιτικής εξουσίας καιγιατολόγοαυτόδενυπόκεινταισεδικαστικόέλεγχοτηςσυνταγματικότηταςτους μετάτηνέκδοσητους. (β) Τοδικαιοδοτικόπλαίσιοτουαρθρ. 139καθορίστηκεεσφαλ μένα από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση The Turkish Communal Chamber etc. and The Council of Ministers,5 R.S.C.C.
- Η ερμηνείαπουαποδόθηκεστιςδιατάξειςτηςπάρα. 1 τουαρθρ. 139 στην υπόθεση εκείνηαντίκειταιπρος το περιεχόμε νο τουκειμένου τηςκαιτους ευρύτερους σκοπούςτουσυνταγμα τικού νομοθέτη, καικάλεσε το Ανώτατο Δικαστήριο να αποδεσμευθείαπό την απόφασηεκείνη καιναεπανερμηνεύσει τοάρθρο 363 Πικής,Δ. Αυτοκέφαλος Εκκλησίατης Κύπρουν. Βουλής(Αρ. 4)
(1990)139.1. Το Ανώτατο Δικαστήριο δεδεσμεύεται αυστηράαπόπροη γούμενες αποφάσειςτουήαποφάσειςτουΑνωτάτουΣυνταγματι κού Δικαστηρίου και έχειτην ευχέρεια να αποκλείνει απόαυτές. (Βλ. Republic v.Demetriades
(1977)3C.L.R.213). 5 Είναι ηεισήγησητου Γενικού Εισαγγελέα ότι λεκτικά και θεμα τικά το αρθρ. 139.1 περιορίζει τις συγκρούσεις και αμφισβητήσεις που μπορεί νααποτελέσουν αντικείμενο προσφυγής μεταξύοργά νωνήαρχώντηςΔημοκρατίαςπουασκούνεξουσίαστον ίδιοτομέα αρμοδιοτήτων,συγκεκριμένα μεταξύ (α)φορέων της Νομοθετικής 10 Εξουσίας, (β)φορέων της Εκτελεστικής Εξουσίας,και (γ)φορέων τηςΔικαστικής Εξουσίας. Η νομιμοποίηση του Προέδρουκαιτου Αντιπροέδρου της Δημοκρατίαςνα προσφύγουν και εναντίοναρ χών ήοργάνων που δε λειτουργούν στην ίδιασφαίρα αρμοδιοτή των,βάσειτουαρθρ. 139.3,δενπηγάζειαπότιςδιατάξειςτουαρθρ. 15 139.1 αλλάαπό εκείνεςτουαρθρ.48 (ιβ)και49(ιβ) αντίστοιχα. (γ) Δεν είναι νοητήησύγκρουση μεταξύ Εκκλησίας και Βου λής αναφορικά με την άσκηση της αναθεωρητικής λειτουργίας τουνομοθετικού σώματος. 20 Ο Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας εισηγήθηκε ότι η Εκκλησία δεν αποτελεί όργανο ήαρχήτης Δημοκρατίας ήστην Δημοκρα τία. Οι εισηγήσεις του μπορεί να συνοψιστούν ως εξής: 25 (α) Οόρος όργανοή αρχήόπως απαντάται στο αρθρ. 139πε ριλαμβάνει μόνο οντότητες του δημόσιου δικαίου που ασκούν αρμοδιότητες ήεξουσίεςστοανώτατοεπίπεδοτηςκρατικήςλει τουργίας. (Βλ. Celaleddin,ανωτέρω). Μόνο οργανισμοί δημο σίουδικαίουσυνιστούν όργαναήαρχέςτηςΔημοκρατίας.Η Εκκλησία δεν αποτελεί φορέα του δημόσιου δικαίου και δεν έχει τις θεσμικές ιδιότητες προσώπουή συλλογικούοργάνουπουνο μιμοποιείται να προσφύγει κάτωαπότο αρθρ.
- 30 (β) Η έννοιατωνόρωνόργανοήαρχήπεριορίζεταιαπότιςδια- 35 τάξειςτηςπαραγράφου 3τουαρθρ. 139.Όργαναή αρχέςστηΔημο κρατίαπουπεριλαμβάνονταιστηνυποπαράγραφο(δ)συνιστούνμό νο OLοντότητες δικαίουπουέχουνταχαρακτηριστικάκαιιδιότητες των οργάνων και αρχών της Δημοκρατίας που καθορίζονται στις υποπαραγράφους (α),(β)και(γ)τηςπαραγράφου3τουαρθρ.
- 40 Ο κανόναςερμηνείας τωννόμων,γνωστός μετηλατινικήορο λογία "The ejusdem generis rule" (Maxwell on The Interpretation of Statutes, 12th Ed.,p.297 etc.)τυγχάνει εφαρμογήςκαιπεριορί364 3 ΑΛΑ. Αυτοκέφαλος Εκκλησία της Κύπρουν. Βουλής (Αρ. 4) Πικής,Λ. ζει την έννοια των όρων "όργανα"ή "αρχές" σε πρόσωπαή συλ λογικά όργαναπουέχουντις ιδιότητες (α)τουΠροέδρουτηςΔη μοκρατίας,(β)της Βουλήςτων Αντιπροσώπων, και (γ)των Κοι νοτικών Συνελεύσεων. 5 Τα θέματα που εγείρονται είναι μεγάλης σπουδαιότητας, αφορούν την ερμηνεία και εφαρμογήτου αρθρ. 139 τουΣυντάγ ματοςκαιτον προσδιορισμό τηςθέσης της Εκκλησίας σταπλαί σια του Κυπριακού Συντάγματος. 10 15 20 Μελετήσαμε με μεγάλη προσοχή τις εισηγήσεις, τις παραπο μπέςκαιτηνεπιχειρηματολογίαπουαναπτύχθηκεαπό.όλουςτους δικηγόρους καιγενικότερα ταθέματαπουθίγονται καιπρέπεινα αποφασιστούν απότο Ανώτατο Δικαστήριο σ' αυτήτηνπροσφυγη.Ταθέματαπουανακύπτουνωςπροςτηνομιμοποίηση τηςΕκ κλησίας να προσφύγει βάσει του αρθρ. 139μπορεί ναυποδιαιρε θούνσεδύοενότητες καινααπαντηθούν μετην εξής σειρά:
- (α)Τοδικαιοδοτικόπλαίσιο του αρθρ. 139,και (β)Οιπροϋποθέσεις πουθέτειτοαρθρ. 139γιατηνάσκησηπρο σφυγής- σύγκρουση ήαμφισβήτησηεξουσίας ή αρμοδιότητας. 25 30
- Ηέννοια των όρων όργανο ήαρχήστηΔημοκρατίασε σχέση καισε συνάρτιση με τηδικαιϊκήυπόσταση της Εκκλησίας. Πριν προχωρήσουμε στην εξέταση των επίδικων θεμάτων κρίνεται χρήσιμη και βοηθητική σύντομη αναφοράστις αρχές και κανόνες που διέπουν την ερμηνεία του Συντάγματος, θέμα πουαπασχόλησε όλους τους δικηγόρους στη διατύπωσηκαι ανάπτυξητων θέσεων τους. Η ΕΡΜΗΝΕΙΑΤΩΝ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΩΝΔΙΑΤΑΞΕΩΝ. 35 40 Στις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου - Police ν. Georghiades
(1983)2 C.L.R.33και Att.-General v.Georghiou
(1984)2C.L.R.251 -διαπιστώνεταιότιτοΣύνταγμαδεν αποτελεί κοινό νομοθέτημα αλλάτονθεμέλιονόμο τηςΠολιτείας. Η ερμη νείατων διατάξεωντουδενυπόκειταιστους συνήθεις ερμηνευτικούς κανόνες. Η ερμηνεία του επιδιώκεται μέσα σε ευρύτερο πλαίσιοαλληλένδετο μετουςσκοπούς,τηδομήκαιτις επιδιώξεις του συνταγματικού νομοθέτη. Οιπρόνοιες του Συντάγματοςερ μηνεύονται μεγνώμονα τηδιαχρονική προοπτική χωρίς άμεση συνάρτιση μεταδεδομένα οποιασδήποτε συγκεκριμένης περιό365 Πικής, Δ. Αυτοκέφαλος Εκκλησία της Κύπρουν. Βουλής (Αρ.4)
(1990)δου. Προσδιορίζεται μέσααπότοκείμενο τουτοπνεύμαπουδιέ πειτο Σύνταγμακαιη τάξηπραγμάτωνπουεγκαθιδρύεταικαιτο πλαίσιο τηςλειτουργίας τωνφορέων τηςκρατικής εξουσίας. Ανάλογηπροσέγγιση στην ερμηνεία συνταγματικών διατάξεων υιοθετήθηκε καιαπότηδικαστικήεπιτροπήτουαγγλικού Ανακτοβουλίου(PrivyCouncil)στηνυπόθεσηMinisterofHomeAffairs v. Fisher [1979] 1 All E.R. 21 και από τα Ινδικά Δικαστήρια (Constitutional Lawof India,3rdEd.,H.M.Seervay,Vol. 1, p. 73). 5 10 Στο σύγγραμμα του καθηγητή Μάνεση, Συνταγματικό Δί καιο, σελ. 195 - 204, αναλύονται οι μέθοδοι ερμηνείας του Συ ντάγματοςκαιοιπηγέςαπότις οποίες τοΔικαστήριο μπορείνα αντλήσει βοήθειαστο ερμηνευτικό του έργο. 15 Η ερμηνεία τωννόμων και κατά μείζονα λόγο του Συντάγ ματος.Ουπέρτατοςνόμος τηςΔημοκρατίας,αποτελεί μέροςτης δικαστικής λειτουργίας. (Βλ.μεταξύ άλλων Malachtou v.A-G
(1981)1 C.L.R.543, DiagorasDevelopments v.National Bank
(1985)1 C.L.R.581,Republic and Char. Zacharia, 2R.S.C.C. 1 και Chokolingo v.A-G of Trinidad and TobagoΓ1981] 1 All E.R.244- και αρθρ. 149 τουΣυντάγματος.) 20 Τη δομή του Κυπριακού Συντάγματος χαρακτηρίζει η διά κριση των εξουσιών καιο λεπτομερής καταμερισμός τους. (Βλ. 25 μεταξύ άλλων Papaphilippou and The Repubic, 1R.S.C.C.62, Police v.Hondrou andAnother,3 R.S.C.C. 82, Pastellopoullos v.Republic
(1985)2C.L.R. 165,καιKeramourgia "Aias"Ltd v. Yiannakis Christoforou
(1975)IC.L.R. 38). 30 To Σύνταγματης Κύπρου έχει χαρακτηρισθεί απότον καθη γητή S.A. deSmith στοέργο τουThe New Commonwealth andits Constitutions (σελ. 285)ωςίσωςτοπιοαυστηρόκαιοριστικάτο πιο λεπτομερές στοκόσμο. 35 Αρμοδιότητες καιεξουσίες που δενκατανέμονται από το Σύ νταγμασεσυγκεκριμένους φορείςκρατικήςαρμοδιότηταςασκούνται ανάλογαμετηφύσητουςαπότηνπολιτειακήεξουσίαστηνοποίαφυ σιολογικά ανήκουν.(Βλ. Poyiadjis v. PilavakisandAnother
(1986)1 C.L.R.47 -αναφορικάμετασυστατικά στοιχεία της δικαστικής 40 εξουσίας -καιHindsv.TheQueen [1976] 1 All E.R. 353) Η ταξινόμηση αρμοδιοτήτων και εξουσιών γιασκοπούς ανά ληψης και άσκησης δικαιοδοσίαςγίνεται μεβάσηταεγγενή χαρα366 3 Α.Α.Δ. 5 10 15 Αυτοκέφαλος Εκκλησία της Κύπρουν.Βουλής (Αρ. 4) Πικής, Δ. κτηριστικά τουςκαιτην εσώτερη φύσητους,καιόχι μετα τυπικά τους γνωρίσματα. (Βλ. μεταξύ άλλων DiagorasDevelopments (ανωτέρω), Papaphilippou (ανωτέρω), Antonios Kourris v. The Supreme Council of Judicature
(1972)3 C.L.R. 390, Kritiotis v. M/ty of Paphos and Others
(1986)3 C.L.R. 322, και Hellenic Bank v.Republic
(1986)3C.L.R.481). To αρθρ. 139 εναποθέτει την αρμοδιότητα για επίλυση συ γκρούσεων καιαμφισβητήσεων (εξουσίας καιαρμοδιότητας)μεταξύ των φορέων της κρατικής εξουσίας σε σχέση με νόμους, αποφάσειςκαιπράξεις στο Ανώτατο Δικαστήριο. Μεαυτάυπόψη θα προχωρήσω στην εξέταση των τριών θε μάτων που πρέπει να απαντηθούν για να αποφασιστεί το προδικαστικό θέμα.
(1)Το δικαιοδοτικό πλαίσιο του άοθο.
- Προϋποθέσεις βάσει του άοθοου 139 για την ΑσκησηΠοοσφυγής. 20 25 30 35 40 Στηδιάρκειατηςδίκης διαπιστώθηκανορισμένεςδιαφορέςμε ταξύ των δυο κειμένων του Συντάγματος,του ελληνικούκαι του τουρκικού,αναφορικάμετηνταύτισητων οργάνων καιαρχών με τηΔημοκρατία (πάρα. 1,αρθρ. 139) και τον επηρεασμό τους από τησύγκρουση ήαμφισβήτηση, ο οποίος απαιτείταιαπότην πάρα. 3 του αρθρ. 139 για τη νομιμοποίηση αρχής ή οργάνου να προ σφύγει στο Ανώτατο Δικαστήριο. Οι διαφορές αυτές επιλύονται μεαναφοράστοαγγλικόκείμενο τουΣυντάγματος(αρθρ. 149(α)). Παρόλοπουκαμιάπλευράδενεισηγήθηκε ότιτοουσιαστικόπεριεχόμενο των δυοπαραγράφωντου αρθρ. 139 μεταβάλλεται ανά λογα με τη χρήση του όρου "της Δημοκρατίας" ή"εν τηΔημοκρα τία",επιβάλλεται ηδιασαφήνισητου θέματος πριν προχωρήσουμε στην εξέτασητουδικαιοδοτικούπλαισίουτουαρθρ. 139.Διαπιστώ νουμε ταύτισημεταξύτουτουρκικού καιτουαγγλικούκειμένου ως προς τησχέση αρχών καιοργάνων πουαναφέρονται στην πάρα.1 μετηΔημοκρατίατης Κύπρου.Η αναφοράείναι σεόργαναή αρχές στηΔημοκρατία. Επίσης διαπιστώνουμε ταύτιση μεταξύ του τουρκικού και αγγλικού κειμένου ως προςτοπεριεχόμενο της υποπαραγράφου (δ) της παραγράφου 3 του αρθρ.
- Χωρεί προσφυγή εκ μέ ρους αρχήςήοργάνου το οποίο είναι αναμεμειγμένο στη διαφο ρά (σύγκρουση ήαμφισβήτηση). 367 Πικής,Δ. Αυτοκέφαλος ΕκκλησίατηςΚύπρουν. Βουλής (Αρ.4)
(1990)Το αρθρ. 139 περιέχεται στο μέρος του Συντάγματοςπου προσδιορίζει τις αρμοδιότητες καιδικαιοδοσίες του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου. Αποβλέπει στη δημιουργίαμηχανι σμού γιαεπίλυση διαφορώνμεταξύτων φορέωντηςπολιτειακής εξουσίας πουεγείρονται απόσυγκρούσεις ήαμφισβητήσεις αρμόδιοτήτων ήεξουσίας σεσχέση μενόμους, αποφάσειςή πράξεις. Το αρθρ. 139συνιστά μέρος αλυσίδας διατάξεων στο ΜέροςIX του Συντάγματοςγιατην εξασφάλιση τηςσυνταγματικήςτάξης. 5 Τοδικαιοδοτικόπλαίσιοτου αρθρ. 139 εξετάστηκε διεξοδικά 10 από το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο στην υπόθεση The Turkish CommunalChamberand TheCouncilof Ministers,5 R.S.C.C. 59.Toαντικείμενο τηςπροσφυγής ήτανηεγκυρότητα διατάγματοςτουΥπουργικού Συμβουλίου τοοποίοείχεεκδοθεί βάσει τουαρθρ.4 τουΠερί Χωρίων (Διοίκηση καιΒελτίωση) 15 Νόμου, ΚΕΦ.
- Κρίθηκε ότι οι ααητές νομιμοποιούντο να προσφύγουν ενόψει των εξουσιών ήδικαιωμάτωντους στο θέ μα των Δήμων και τηδιαφωνίατους ωςπρος τιςεξουσίες του Υπουργικού Συμβουλίου κάτωαπότοΚΕΦ.
- 20 ΤοΑνώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η προ σφυγή ήτανπαραδεκτήκαι προχώρησε στην εξέταση τουθέματος πουτέθηκε ενώπιον του.Υπήρξεδιαφωνίαμεταξύτων μελώντου δικαστηρίουαναφορικάμετηνουσίατουθέματος,δηλαδήτηνεγκυ ρότητατουδιατάγματοςπουείχεπροσβληθεί.Όμωςδεσημειώθηκε 25 καμιάδιαφωνίαμεταξύτωνμελώντουδικαστηρίουωςπροςτοπα ραδεκτότηςπροσφυγής.Στηναπόφασητηςπλειοψηφίας(Forsthoff, Ρ.- Munir, J.),αναλύεταισεέκτασητοδικαιοδοτικόπλαίσιοτουαρ θρ.
- Στηναπόφαση της μειοψηφίας (Triantafyllides, J.),δε γίνε ταιειδικήαναφοράστοπαραδεκτότηςπροσφυγής. Τεκμηριώνεται 30 όμως απότην εξέταση της ουσίας του θέματοςότι καιοΔικαστής Τριανταφυλλίδηςέκρινε τηνπροσφυγή παραδεκτή. Σύμφωνα μετην απόφασηστην Turkish Communal Chamber (ανωτέρω),οιόροι "σύγκρουση" ή"αμφισβήτηση" εξουσίας ή αρ- 35 μοδιότητας σκοπούν στον προσδιορισμό τουδικονομικού πλαισί ου, δηλαδήτον ορισμό του επίδικου θέματος.Το αντικείμενοτης προσφυγής είναι ηεγκυρότητα του νόμου, απόφασηςήπράξης η οποία προσβάλλεται. Και απλήδιαφωνία μεταξύ των αρχώνκαι οργάνων πουπεριλαμβάνονταιστο αρθρ. 139.1 σεσχέσημενόμο, 40 απόφαση ήπράξη
(1395),συνιστά σύγκρουση ήαμφισβήτησηαρ μοδιότηταςήεξουσίας. Διευκρινίζεται ότιηέννοια των όρων σύ γκρουσηήαμφισβήτησηεξουσίαςδενείναιεπάλληλημετηνέννοια του όρου παραβίασηεξουσίας ήαρμοδιότηταςηοποίαδεν είναι 368 3 ΑΛΛ. 5 10 15 20 25 30 35 40 Αυτοκέφαλος Εκκλησία της Κύπρουν. Βουλής (Αρ. 4) Πικής,Δ. ανάγκηνασυνυπάρχειγιατηνάσκησηπροσφυγήςβάσειτουαρθρ. 139. Συνάγεταιαπότηνπιόπάνωαπόφασηότι το αρθρ. 139 απο βλέπει στην εγκαθίδρυσηπεριεκτικού μηχανισμού γιατην επίλυση διαφωνιών μεταξύανωτάτωνκρατικώνοργάνων καιαρχών αναφορικά με τις εξουσίες και αρμοδιότητες τους, πουπροκύπτουν από τη θέσπιση νόμων, τη λήψηαποφάσεων ήπράξεων τους. Οι όροι "σύγκρουση" ή "αμφισβήτηση", όπως διαφαίνεται από την απόφασηαυτήέχουν συγγενική έννοια. Συσχετίζονται μετηναμε σότητα τουσυμφέροντος πουαπαιτείταιαπότην πάρα. 3του άρθρ. 139 για τηνάσκησηπροσφυγής.ΌργανοήαρχήτηςΔημοκρα τίαςνομιμοποιείται ναπροσφύγει όταν είναι άμεσα αναμεμειγμέ νηστησύγκρουση ή αμφισβήτηση, που αναφύεται. Καιστησφαίρατηςαστικήςδικαιοδοσίαςτων πολιτικώνδικαστηρίων "ταγεγονόταπουστοιχειοθετούν τηδικαιοδοσίατουδικα στηρίου είναι εκείνα τα οποία συνθέτουν την διαφορά". (Βλ. Sevegepv. UnitedSeaTransportLtdκαι Άλλος
(1989)1 Α.Α.Δ.(Ε) 729) Εκτόςαπότον ορισμό των όρων σύγκρουση ήαμφισβήτησητο δικαστήριοστην Turkish CommunalChamber,εξέτασεδιεξοδικά καιτογενικότερο δικαιοδοτικόπλαίσιοτουαρθρ. 139 μεαφετηρία την ταξινόμηση αρχώνκαι οργάνων που απαντάται στην πάρα.1 του άρθρουαυτούτου Συντάγματος. Αποφασίστηκε ότι ηονομαστικήαναφοράστηΒουλήκαιτις Κοινοτικές Συνελεύσεις πριντην αναφοράσεάλλαόργαναή αρχέςστηΔημοκρατίαστο αρθρ. 139.1 δεναποβλέπειστοδιαχωρισμότωνφορέωντηςκρατικήςεξουσίας μεταξύτωνοποίωνχωρείπροσφυγή.Ούτετοκείμενο,υποδεικνύε ται στην απόφασητουδικαστηρίου,ούτεοι σκοποί τουσυνταγματικούνομοθέτηδεσυμβιβάζονταιμετέτοιοπεριορισμό. Επισημαί νεταιότιηΒουλήκαιοι Κοινοτικές Συνελεύσεις δεν εξαντλούν το πεδίοτης νομοθετικής εξουσίας, συνεπώς δε μπορεί ναυποστηρι χτεί τοεπιχείρημαότιοσυνταγματικόςνομοθέτης επεδίωξε ναπε ριορίσει συγκρούσεις και αμφισβητήσεις που μπορεί να εγερθούν μόνο μεταξύαρχώνήοργάνωνπουασκούντην ίδιαφύσηεξουσίας ή αρμοδιότητας. Βάσει του Συντάγματος, υποδεικνύεται, και ο ΠρόεδροςκαιοΑντιπρόεδρος τηςΔημοκρατίαςκαιτο Υπουργικό Συμβούλιο έχουν σεορισμένους τομείς νομοθετική εξουσία. Απο φασίστηκε ότι προσφυγήχωρεί μεταξύ οργάνων ήαρχών στηΔημοκρατίαανεξάρτητααπότοπεδίολειτουργίας τους. Η ερμηνεία που δόθηκε στο αρθρ. 139 στην Turkish Communal Chamber συνάδει μετολεπτομερή καταμερισμότης κρατικής εξουσίας απότο Σύνταγμα μεταξύ των διαφόρωνορ369 Πικής, Δ. Αυτοκέφαλος Εκκλησίατης Κύπρουν. βουλής(Αρ.4)
(1990)γάνων και αρχών τηςΠολιτείας και την παράλληληπαροχή δι καστικών μέσων γιατην επίλυση διαφορώνσχετικά μετις αρ μοδιότητες και εξουσίεςτους. Η ανάληψη καιάσκησηαρμοδιότηταςατότοΑνώτατο Συνταγ5 ματικόΔικαστήριοστην Dr. Orhan Muderrisoglou & Othersand TheCouncil of Ministers,5R.S.C.C. 130,καιαπότοΑνώτατοΔι καστήριοστηνΠρόεδροςτηςΔημοκρατίαςν. Βουλή τωνΑντιπρο σώπων
(1985)3Α.Α.Δ. 1501,συνάδει μετοδικαιοδοτικό πλαίσιο του αρθρ. 139, όπως προσδιορίστηκε στην Turkish Communal 10 Chamber. ΗνομολογίατουΑνωτάτουΣυνταγμτικούΔικαστηρίουκαιτου ΑνωτάτουΔικαστηρίουωςπροςτοπλαίσιοδικαιοδοσίας που πα ρέχειτοαρθρ. 149(α. επίλυσηδιαφορώνμεταξύτωνδύοκειμένων 15 του Συντάγματος,καιβ.αποσαφήνιση συνταγματικών διατάξεων) αποκαλύπτει όμοια προσέγγιση με την Turkish Communal Chamberσχετικά μετην ερμηνείαπρονοιών πουαποβλέπουν στη δημιουργίαμηχανισμών γιατηνεπίλυση διαφορώνπου ανάγονται στο Σύνταγμα ή την εφαρμογή του. (Βλ. Cyprus Grain 20 Commissionetc. and New Vatyli Co-Operative Credit Society,4 R.S.C.C.91,InreLadasand Others
(1985)3C.L.R.2823- Διαφο ρετική ήταν η προσέγγιση στην PantelisPetrides v. TheGreek CommunalChamberandAnother
(1963)2 C.L.R.417). Η ίδια προσέγγισηυιοθετήθηκεκαιαπότηνπλειοψηφίατουΑνωτάτουΔι- 25 καστηρίουστηνΑίτηση3/89στηναπόφασηπουδόθηκεστις29/8/89. Συνοψίζοντας,ηύπαρξηδιαφωνίας μεταξύεπηρεαζόμενων αρ χώνή οργάνωνως προςτις αρμοδιότητεςκαιεξουσίεςτους, καθο ρίζειτοδικονομικόπλαίσιοτηςπροσφυγής.Η άλλη διαπίστωσηεί- 30 ναι OTL συνταγματικές διατάξεις πουπροβλέπουν καιρυθμίζουν προσφυγήστοδικαστήριοερμηνεύονταιδιασταλτικά,προς εξασφά λισητηςσυνταγματικήςτάξηςμέσοτωνμηχανισμώντουδικαίου. Ο Γενικός Εισαγγελέας εισηγήθηκε ότι η ερμηνείαπουδόθηκε 35 στο αρθρ. 139στην Turkish CommunalChamber είναι εσφαλ μένηκαικάλεσετοδικαστήριονατηναναθεωρήσει. Ηνομολογία αναγνωρίζει (βλ.Republic v.Demetriades
(1977)3 C.L.R. 213, Δικαστική Πρακτική -Δικαστικής Επιτροπήςτης Βουλής των Αόρδων[1966]3All E.R. 77)στοΑνώτατο Δικαστήριο ευχέρεια 40 στην κατάλληλη περίπτωση να μη ακολουθήσει προηγούμενη απόφασητουκαι μάλιστα νααναθεωρήσειτοδεσμευτικό τηςμέ ρος (ratio decidendi -βλ.Αίγλη Ελενθερίον-Κάγκα ν. Δημοκρα τίας,
(1989)3 Α.Α.Δ.262). Απόκλιση απότοδεσμευτικό μέρος 370 3ΑΛΛ. 5 10 15 20 25 30 35 40 Αυτοκέφαλος Εκκλησία της Κύπρουν. Βουλής (Αρ. 4) Πικής, Δ. προηγούμενης απόφασης μπορεί ναδικαιολογηθεί όταν ηαρχή δικαίου ηοποία προκύπτει κρίνεται εσφαλμένη και συντρέχουν οι άλλεςπροϋποθέσεις πουθέτει ηνομολογία για απαγκίστρωση απ' αυτή. [Βλ. Fitzleet EstatesLtd v.Cherry[1977]3All E.R. 996 (HL) and Lynalland Another v.I.R.C[1971]3All E.R. 314 (HL), Vesteyv.I.R.C. [1979]3All E.R. 976(HL)]. Δε θαεπεκταθώστο θέμακαιδε θαασχοληθώ μετιςπροϋπο θέσειςπουπρέπει νασυντρέχουν για αναθεώρησηπροηγούμενων αποφάσεωντου Ανωτάτου Δικαστηρίου, γιατο λόγοότι πριντε θεί θέμα απομάκρυνσης απότην αρχήδικαίου πουδιατυπώθηκε πρέπειπρώταναδιαπιστωθείότιηαρχήείναιεσφαλμένη. Η από φασηστην Turkish Communal Chamberως προςτοδικαιοδοτι κό μέρος του αρθρ. 139 που συζητείται στην προσφυγή αυτή όχι μόνο δενκρίνεται λανθασμένη, αλλά τουναντίον διαπιστώνεται ότι ερμηνεύει σωστά τις σχετικές διατάξειςτουαρθρ.
- Πρέπει επίσης νασημειωθεί ότιτο μέρος τουαρθρ. 139.1 πουαναφέρεται σεσυγκρούσεις αρμοδιότητας μεταξύ της Βουλήςκαιτων Κοινο τικών Συνελεύσεων αποτελεί, σεαντίθεση μετο άλλο μέρος του, θεμελιώδες άρθροτου Συντάγματος(αρθρ. 182 -Παράρτημα III). Ηονομαστική αναφοράσ' αυτά ταόργαναή αρχέςτηςΔημοκρα τίας πιθανόνναοφείλεται καισ'αυτό τοδιαχωρισμό. Το αρθρ. 139 νομιμοποιεί κάθεόργανο ήαρχήστηΔημοκρατία πουασκείπρωτογενώς πολιτειακήεξουσία ναπροσφύγει στοΑνώ τατοΔικαστήριο ότανεγείρεται θέμα σύγκρουσης ήαμφισβήτησης εξουσίαςκαιαρμοδιοτήτων.Η πάρα.3θέτειωςπροϋπόθεσηγιατην άσκησηπροσφυγήςτηνάμεσηανάμειξητουπροσφεύγοντος στησύ γκρουση ήαμφισβήτηση πουδημιουργείται. Διατηρώσοβαρές επιφυλάξεις ανερμηνευτικοί κανόνες όπωςτο"ejusdem generis" μπο ρεί νατύχουν εφαρμογήςστην ερμηνεία του Συντάγματος. Και αν γινόταν δεκτή η σχετική εισήγησηοκοινός παρονομαστής μεταξύ των οργάνων και αρχών που προσδιορίζονται σης υποπαραγρά φους(α),(β)και(γ)τηςπαραγράφου3τουαρθρ. 139,δηλαδήτογένος ήη κατηγορίαπραγμάτωνπουαποκαλύπτουν,ήσυνθέτουν εί ναι ηπρωτογενής άσκησηεξουσιών καιαρμοδιοτήτων απόαρχή ή όργανοστηΔημοκρατία. Τις ίδιες ιδιότητεςπρέπειναέχουνκαιτα όργανακαιαρχέςπουμνημονεύονται στην υποπαράγραφο4,ιδιό τητες άλλωστεπουπρέπει νακατέχει πρόσωπο ήσώμα γιανα χαρακτηριστεί όργανοήαρχήβάσειτηςπάρα. 1 τουαρθρ. 139.
- Όπως προκύπτει απότην Turkish Communal Chamberησύ γκρουσηή αμφισβήτησηστηνοποίαγίνεταιαναφοράσχετίζεται όχι μόνο μετοεξουσιοδοτικό πλαίσιο θέσπισης νομοθεσίας ή λήψης 371 Πικής, Δ. Αυτοκέφαλος Εκκλησία της Κύπρουν. Βουλής(Αρ. 4)
(1990)απόφασηςήπράξηςαλλάκαιμετιςσυνέπειες τουνόμου,απόφασης ήπράξηςπουπροσβάλλεται.Θέμασύγκρουσης ήαμφισβήτησηςμπο ρείναεγερθείκαικατάτηνεφαρμογήτουνόμου. Κρίνωότιείναιγι' αυτότολόγοπουστο αρθρ. 139.4 οχρόνος μέσαστον οποίομπορεί ναασκηθείπροσφυγήέχειωςαφετηρίατηνημερομηνίαπουοιεξου5 σίεςήαρμοδιότητες αμφισβητούνταικαιόχι τηδημοσίευση τουνό μουήτηγνωστοποίηση ήκοινοποίησητηςαπόφασηςήπράξης. Δεν εγείρεται θέμα σύγκρουσης ή αμφισβήτησης εξουσίας αναφορικά με την αρχή στην οποία παρέχεται αναθεωρητική 10 λειτουργία βάσει των διατάξεων του αρθρ. 182.
- Η αρμοδιότη τα ανήκει αποκλειστικά στη Βουλή. Θέμα σύγκρουσης και κυ ρίως αμφισβήτησης των εξουσιών καιαρμοδιοτήτωντης Εκκλη σίας εγείρεται απότηθέσπιση και τις συνέπειες εφαρμογής του Ν.95/
- Με την προσφυγή της η Εκκλησία επιδιώκει την ακύ- 15 ρωση του νόμου ως αντισυνταγματικού προς διασφάλιση των εξουσιών και αρμοδιοτήτων που της παρέχει το Σύνταγμα. Ο Γενικός Εισαγγελέας υπέβαλε, όπως μπορεί νασυνοψιστεί η εισήγησητου, ότι νόμοι τροποποιητικοί τουΣυντάγματοςδενυπό- 20 κείνται σε κατασταλτικό δικαστικό έλεγχο. Μετά την έκδοση τους απότον Πρόεδρο μεδημοσίευση στην Επίσημη ΕφημερίδατηςΔη μοκρατίας, νόμοι τροποποιητικοί του Συντάγματος φέρουν τη σφραγίδατων φορέων της πολιτικής εξουσίας, της Βουλής(μετην πλειοψηφία που προβλέπεται στο αρθρ. 182.3)και του Προέδρου 25 τηςΔημοκρατίαςπουεπίσης εκλέγεται απότολαό.Αν δεγίνειανα φοράαπότον Πρόεδρο της Δημοκρατίας βάσει του αρθρ. 140για την άσκηση προληπτικού ελέγχου της συνταγματικότητας νόμου τροποποιητικού του Συντάγματοςησυνταγματικότητα του νόμου αυτούδενυπόκειταιεκτωνυστέρων σεδικαστικόέλεγχο. 30 Ηεισήγησητου Γενικού Εισαγγελέα δεν μεβρίσκει σύμφωνο. Οι λόγοι είναι:
(1)Οόρος "νόμος" δενορίζεταιστοαρθρ. 139.5 ούτεπεριόριζε- 35 ταιή αναπροσαρμόζεταιηέννοιατου.Οόρος αυτόςενέχειστο αρ θρ. 139,όπωςκαισεκάθεάλλοάρθροτου Συντάγματοςόπουαπα ντάται,τηνέννοιαπουαποδίδεισ' αυτόοίδιοςοσυνταγματικόςνο μοθέτηςστοαρθρ. 186,"...'νόμος' σημαίνεινόμοντηςΔημοκρατίας, οσάκιςοόροςχρησιμοποιείται ενσχεσειπροςπεριοδονχρόνουεπο- 40 μένηντηςενάρξεως της ισχύοςτουΣυντάγματος..." ΟΝ. 95/89συ νιστάνόμο τηςΔημοκρατίαςκαισυνεπώς μπορείνααποτελέσει το αντικείμενο προσφυγήςόπωςκαθορίζεταιστοαρθρ.139.5. 372 3 ΑΛΛ. 5 10 Αυτοκέφαλος Εκκλησία της Κύπρουν. Βουλής(Αρ. 4) Πικής, Α.
(2)"Το Σύνταγμα είναι ο υπέρτατος νόμος της Δημοκρα τίας"' (άρθ. 179.1 του Συντάγματος). Σύμφωνα με τις διατάξεις τουαρθρ. 179.2 κανέναςνόμος,πράξηή απόφασηοργάνουή αρ χήςστηΔημοκρατίαδενμπορείναείναι αντίθετοςήασύμφωνος με το Σύνταγμα.Το Σύνταγμακαι οι διατάξεις του αποτελούν τογνώμονα της συνταγματικότητας των νόμων.
(3)Η εισήγησηπαραγνωρίζειτηδιάκριση μεταξύ των πολι τειακών εξουσιών που στοιχειοθετεί το Σύνταγμα και κατεπέκτασητορόλοτηςδικαστικής εξουσίας ως τουαρμόδιουφορέα στον οποίο το Σύνταγμα έχει εναποθέσει την αρμοδιότητα και την εξουσία για την κρίση της συνταγματικότητας των νόμων και την επίλυση διαφορών ως προς τις αρμοδιότητες και εξου σίεςαρχώνκαι οργάνων της Πολιτείας. 15
(4)Το αρθρ. 182.3 δεν είναι η μόνη συνταγματική διάταξη πουπροβλέπει ειδικήπλειοψηφίαγιατηθέσπιση νόμου.Ανάλο γη πρόνοια (με διαφορετική πλειοψηφία) γίνεται και στοαρθρ. 78 τουΣυντάγματος. 20 Καταλήγω για τους λόγους που έχουν εκτεθεί ότι με τηνπρο σφυγήπροσδιορίζεταιεπίδικοθέμαη επίλυσητουοποίουανάγεται στηναρμοδιότητατουΑνωτάτου Δικαστηρίου βάσειτουαρθρ.
- 25 Το επόμενο θέμαπου θαμας απασχολήσει είναι ηθέσηκαιδικαιικήυπόσταση της Εκκλησίας στο Κυπριακό Σύνταγμακαισυ γκεκριμένα κατάπόσο συνιστά όργανοήαρχήσύμφωνα μετο αρ θρ.
- 30
- ΑΡΧΗ ΣΤΗΝ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ. 35 40 Οι όροι "όργανο" ή "αρχή" στη Δημοκρατία όπως χρησιμο ποιούνταιστοαρθρ. 139έχουνσυγγενικήέννοια. Καιοιδύοόροι αναφέρονται σε φορείς εξουσίας και αρμοδιοτήτων πουσυνταυτίζονταιμετοκράτος. Οκ.Χρυσοστομίδηςδιευκρίνισε ότιη Εκ κλησία προσφεύγει ως αρχήστηΔημοκρατία.Ότιθα εξετάσουμε είναιανηΕκκλησία έχειτις ιδιότητες αρχήςστηΔημοκρατία. Εννοιολογικά η λέξη"αρχή" συμβολίζει την έναρξη ή τηβάση του αντικειμένου που χαρακτηρίζει. Κλασσικά παραδείγματα της χρήσηςτουόρουείναι"Ηαρχήτουχρόνου"-"ηαρχήτουπαντός". Στοδικαιικόχώρο προσδιορίζει φορείς εξουσίας μεαποφασιστική αρμοδιότητασεέναήπερισσότερα πεδίατηςκρατικήςλειτουργίας. 373 Πικής, Δ. Αυτοκέφαλος Εκκλησία της Κύπρουν. Βουλής (Αρ. 4)
(1990)Στα "Πολιτικά", του Αριστοτέλη η αρχή ως έννοια δικαίου στο πολιτειακό στερέωμα προσδιορίζεται ως εξής: Σε μεταγλώττιση απότοαοναίοκείμενο: " ...όμως ναχαρακτηρίσωμεν γενικώς ως αρχάςεκείναςπροπάντων,ειςταςοποίαςέχει 5 δοθήηεξουσίαναλάβουνκάποιανθέσινεπίωρισμένων σημαντικών θεμάτωνκαι νακρίνουν καινααποφασίσουνπερί αυτώνκαι προ σέτι ναδιατάξουντηνεκτέλεσιν τωναποφασισθέντων,καιπροπα ντός όταν έχουν το τελευταίον τούτο δικαίωμα (δηλαδήναδιατά ξουν)διότι πράγματιτοναέχουν τοδικαίωμαναδιατάσσουνείναι 10 περισσότερον χαρακτηρισπκόνγνο')ρισματωναρχών (εξουσιών)..." (Βιβλιοθήκη των Ελλήνων, Αριστοτέλους Πολιτικά,σελ. 55). Όπως ορθά επεσήμανε ο κ. Χριστοφίδης και οι σύγχρονοι με λετητές του δικαίου,στους οποίους έγινε αναφορά, καταλήγουν ουσιαστικά στα ίδια συμπεράσματαγια τις ιδιότητες πουπρέπει ναέχει άτομοήσυλλογικό όργανογιαναχαρακτηριστεί αρχή της Πολιτείας. 15 Η λέξη "αρχή"χρησιμοποιείται σε πολλά άρθρατου Συντάγ- 20 ματος. Όπουο συνταγματικός νομοθέτης επεδίωξε να καθορίσει επακριβώςτοπεδίολειτουργίας τηςαρχήςστοοποίογίνεταιανα φορά το έπραξε. Ηυποχρέωση για απάντησηστα αιτήματαήτα παράπονα πολιτών μέσα σε 30 μέρες δεσμεύει "αρμοδίαν, δημοσίαναρχήν", (αρθρ.29.1). Οόρος "δημοσία αρχή"απαντάταικαι 25 στο αρθρ. 90.5 σε σχέση μετην εκτέλεση αποφάσεωνδικαστηρίου για ζητήματαπου εμπίπτουνστην αποκλειστική αρμοδιότητατης κοινοτικής συνέλευσης. Στοαρθρ. 146.1 καθορίζεται ότι οι απο φάσεις, πράξεις ή παραλείψεις που υπόκεινται σε αναθεωρητικό έλεγχο είναι εκείνες οργάνων,αρχώνήατόμων πουασκούν έκτε- 30 λεσακήήδιοικητικήλειτουργία. Στο αρθρ.23.9 του Συντάγματος γίνεται αναφορά σε αρμόδια εκκλησιαστική αρχή της οποίας η γραπτήσυναίνεση απαιτείταιγιατηναποξένωση ιδιοκτησίας. Οι όροι "όργανα" ή "αρχές" με την έννοια που ενέχουν στο 35 αρθρ. 139 ερμηνεύτηκαν, όπως έχει αναφερθεί απότο Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο, στην Celaleddin (ανωτέρω): "...organs or authorities, in the aforesaid sense,are specific juridical creations bearing the features of individual and concrete organic institutions of government and functioning for and on behalf of aprimary legal entity, such as the Republic of Cyprus, of which they are organs or authorities in the ordinary meaning of such terms". 374 40 3Α.Α.Δ. 5 10 15 20 25 30 35 40 Αυτοκέ<ί«λος Εκκλησία της Κύπρουν. Βουλής (Αρ. 4) Πικής, Δ. Σε μετάφραση:"... όργαναήαρχές,με την προαναφερθείσαέν νοια συνιστούν συγκεκριμένες δικαιικές οντότητες πουφέρουντα χαρακτηριστικά ατομικών και συγκεκριμένων οργανικών θεσμών τηςκυβέρνησηςκαιλειτουργκόν διακαιεκμέρουςπρωτογενούςνομικήςύπαρξης,όπως ηΔημοκρατίατης Κύπρου,της οποίας συνι στούνόργαναήαρχέςμετηνσυνηθισμένη έννοιααυτώντωνόρων". Στην απόφασητης ολομέλειας στην Policev.Ekdotiki Eteria
(1982)2C.L.R. 63,διασαφηνίζεταιότιηπολιτειακήαρχήπροσδιορίζεταιαπρόσωπακαιδεσυνταυτίζεταιη δικαιιικήτης υπόσταση μεταάτομαπουασκούντηνεξουσία πουαποδίδεται σ' αυτή. Ο κ. Χριστοφίδης επέσυρε την προσοχή μας στην υπόθεση The CyprusPorts Authority v. Republic
(1983)3C.L.R. 385 ως καθοδηγητική για τα συστατικά στοιχεία που πρέπει να φέρει πρωτογενής φορέας κρατικής εξουσίας. (Βλ. επίσης την απόφα ση της ολομέλειας στην έφεση Republic v. The Cyprus Ports Authority
(1986)3C.L.R. 117). Δεν έχει αμφισβητηθεί, τουναντίον φαίνεται να υπάρχει σύ μπτωση απόψεων,ότι οορισμός των όρων όργαναή αρχές στην Celaleddin καθορίζει με τρόπο περιεκτικό όλες τις ιδιότητες που πρέπει να έχουν πρόσωπα ή συλλογικά όργαναγια ναχα ρακτηριστούν ως όργανα ή αρχές στη Δημοκρατία. Αυτό είναι το επόμενο θέμαπουθαμαςαπασχολήσει, δηλαδήεάνηΕκκλη σία έχει αυτές τις ιδιότητες. Ο προσδιορισμός των εξουσιών και αρμοδιοτήτων πουπα ρέχονται στην Εκκλησία απότο αρθρ. 111,ηφύσηκαιχαρακτήρας τους, καθώς και το πλαίσιο μέσα στο οποίο ασκούνται, εί ναι πρωταρχικήςσημασίας γιατον προσδιορισμό τηςδικαι'ι'κής υπόστασης των αιτητών. Επισημαίνουμε ότι ηαπόδοσητων εξουσιών καιαρμοδιοτήτων που παρέχονται στην Εκκλησία γίνεται "τηρουμένων των διατάξεων του Συντάγματος ...". Παρόμοιαεπιφύλαξη ήπεριο ρισμός δεν επιβάλλεται στο αρθρ. 110 πουπαρέχει στην Εκκλη σίατοαποκλειστικό δικαίωμαρύθμισης καιδιοίκησης των εσω τερικών της υποθέσεων και της περιουσίας της. Στο σημείο αυτό είναι χρήσιμο ναπαραθέσουμε τις διατάξεις του αρθρ. 111:"Αρθρον 111: 1.ΤηρουμένωντωνδιατάξεωντουΣυντάγματοςπανζήτηματων 375 Πικής,Δ. Αυτοκέφαλος Εκκλησία της Κύπρου ν.Βουλής (Αρ.4)
(1990)ανηκόντων εις της ελληνικήν ορθόδοξον Εκκλησίαν ή εις θρησκευτικήν ομάδα,δι' ην ισχύουσιν αιδιατάξειςτης τρίτης παραγράφου τουάρθρου2,σχέσιν έχον προς τον αρραβώνα,τον γάμον,το διαζύ/Lov, τοκύροςτουγάμου, τονχωρισμόν απόκοίτηςκαιτραπέζης ήτην συνοίκησιν των συζύγων ήτας οικογενειακός σχέσεις, εξαιρουμένης τηςδιαδικαστικής αποφάσεωςνομιμοποιήσεως ή τηςυι οθεσίας,διέπεταιαπότηςημερομηνίας τηςενάρξεως τηςισχύος του Συντάγματος υπό του εκκλησιαστικού νόμου της ελληνικήςορθο δόξου Εκκλησίας ή υπό του εκκλησιαστικού νόμου εκάστης θρη σκευτικής ομάδος, αναλόγως τηςπεριπτώσεως,καιδιαγιγνώσκεται υπό του εκκλησιαστικού δικαστηρίου εκάστης εκκλησίας, εκατέρα δε Κοινοτική Συνέλευσις στερείται τηςαρμοδιότητος, να αποφασίσηαντιθέτως προςταδιατάξειςτουεκκλησιαστικού νόμου. 5 10
- Ουδέν εκ των εν τη πρώτη παραγράφω του παρόντοςάρ θρου διαλαμβανομένων δύναται να παρεμπόδιση την εφαρμογήν των διατάξεων της πέμπτης παραγράφου του αρθρ.90προ κειμένης εκτελέσεως οιασδήποτε αποφάσεωςήδιαταγήςπαντός εκκλησιαστικού δικαστηρίου." 15 20 Το ανήκειν εις την Ελληνικήν Ορδόδοξον Εκκλησίαν αποτελεί ένααπότατρίακριτήρια πουθέτει το αρθρ.2.1 τουΣυντάγματος για τον καθορισμό της ελληνικήςκοινότητας. Τοαρθρ. 186 ορίζει ότι:"'Έλλην' είναιοανήκωνειςτηνελληνικήν κοινότητα, ωςενάρθρω2 ορίζεται". 25 Είναι πρόδηλο ότι με τις διατάξεις του αρθρ. 111 αφαιρείται, στα θέματατου προσωπικού θεσμού ταοποία απαριθμούνται, νο μοθετική αρμοδιότητα από την κοινοτική συνέλευση στην οποία αποδίδεταιβάσει τουαρθρ.87νομοθετική αρμοδιότηταμεταξύάλ- 30 λων καισεθέματαπροσωπικού θεσμού, (αρθρ.87.1 (γ))- Γιατη με ταβίβασητωναρμοδιοτήτων τηςΕλληνικής Κοινοτικής Συνέλευσης -βλ. Ν.12/65). Το γεγονός αυτό διαπιστώνεται στην απόφαση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου στην Myrianthi C.C. Tyllirou and Char.C. Tylliros, 3R.S.C.C.
- Στην ίδιααπόφασηεπιση μαίνεται ότι σκοπός του συνταγματικού νομοθέτη μετη θέσπιση του αρθρ. 111 του Συντάγματοςήτανη διατήρηση καιόχι η επέ κτασητης αρμοδιότηταςτων εκκλησιαστικών δικαστηρίων. Παρόμοια διαπίστωση γίνεται και στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Phidias Christodoulou v.Katerina Chistodoulou
(1962)C.L.R.
- Στην ίδιαυπόθεση γίνεται αναφοράστο δίκαιο που ίσχυε επί αγγλοκρατίας σε θέματα προσωπικού θεσμού. 376 35 40 \ 3A.A.A. Αυτοκέφαλος ΕκκλησίατηςΚύπρουv.Βουλής (Αρ.4) Πικής,Δ. (αρθρ. 34 - Του ΠερίΔικαστηρίων Νόμου-ΚΕΦ. 8). 5 10 Οι αρμοδιότητες και εξουσίες της Εκκλησίας επί αγγλοκρα τίας εξετάστηκαν σε έκταση σε αριθμόδικαστικών αποφάσεων. (Βλ. Parapano v. Happaz, III C.L.R. 69, Haji Arakadi Hadji Symeon v. Papa Christodoulos ΗGeorgi, VI C.L.R. 71,Tano v. Tano, IX C.L.R. 94 and Ahmet Eff Hj Ali Eff and Another v. Behueddin Eff Houloussi,IV C.L.R. 40). Οι σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας πριν και μετά την ανε ξαρτησία εξετάστηκαν σε έκτασηστη μελέτητουπρώην Γενικού Εισαγγελέα κ. Κρ.Τορναρίτη "Αι σχέσεις Εκκλησίας και Πολι τείας κατά τω εν Κύπρω ισχύον Δίκαιον" - Επιθεώρησις Δημο σίου και ΙδιωτικούΔικαίου,Τόμος Α,
- 15 Οκ.Τορναρίτηςπροβαίνειστηδιαπίστωσηότιβάσειτωνδιατά ξεωντουαρθρ. 110.1 ησχέση μεταξύΚράτουςκαιΕκκλησίαςθεμε λιώνεται ως σχέση δημόσιου δικαίου. Ηθέσηαυτή υποστηρίζεται, όπωςδιαπιστώνει,από τις ίδιεςτις διατάξειςτου Συντάγματος. 20 Τοσυμπέρασμαστοοποίοκαταλήγειοκ.Τορναρίτηςμετάτην εξέταση καισυσχετισμό των σχετικών διατάξεωντουαρθρ.2 του Συντάγματος,και εκείνων των αρθρ. 110και 111 είναι ότι:25 "Το σύστημα σχέσεων Εκκλησίας και Πολιτείας εν Κύπρω είναιτοσύστημα της 'νόμω κρατούσης Πολιτείας' έστωκαι αν η εκ μέρους της Πολιτείας εποπτεία είναι συνταγματικώς πε ριορισμένη". 30 Η φύσητων αρμοδιοτήτων καιεξουσιών πουπαρέχονταιστην Εκκλησία για τη ρύθμιση με εκκλησιαστικό νόμο των θεμάτων προσωπικού θεσμού των ανηκόντων στην Ελληνική Ορθόδοξο Εκκλησίααποτελεί νομοθετικήαρμοδιότητα. Αυτόπροκύπτειτό σοαπότηνταξινόμησητηςαρμοδιότηταςαυτήςαπότοίδιοτοΣύνταγμαμετάαπόσυνεκτίμηση τωνπρονοιών τωνάρθρων61,87.1 (γ) και 111, όσο και από την εγγενή φύση της εξουσίας για τον προσδιορισμό δικαιωμάτωνκαιυποχρεώσεων πουσχετίζονται με τονπροσωπικόθεσμό. Η διάρθρωσητουδικαιϊκούπλαισίουανα φορικά με τον προσωπικό θεσμό αποτελεί ευθύνη της Πολιτείας, ηάσκησητηςοποίαςαποδίδεται μετοαρθρ. 111.1 στην Εκκλησία. 35 40 Οι αρμοδιότητεςκαι εξουσίες γιαεπίλυση διαφορώνκαι διακή ρυξηδικαιωμάτωνσεθέματαπροσωπικούθεσμούέχουνδικαστικό χαρακτήρα. Επισημαίνεται ότι αποφάσεις των δικαστηρίων που 377 Πικής, Δ. Αυτοκέφαλος Εκκλησία της Κύπρουν. Βουλής (Αρ. 4)
(1990)αφορούν την υπόσταση(status)του πολίτηδημιουργούν καθολική δέσμευση. (Βλ. μεταξύ άλλων Nicolaides v. Yerolemi
(1984)Ι C.L.R.742). Ηαναφοράστο αρθρ. 139.1 σεδικαστήριακαισεδικαστικέςαρχές,αποβλέπειστησυμπερίληψη τουσυνόλουτωνφορέωνδικαστι κήςεξουσίας,γιατηνεπίλυσησυγκρούσεων ήαμφισβητήσεωνεξου σίαςκαι αρμοδιοτήτωνκαιπεριλαμβάνεικαιταεκκλησιαστικάδι καστήρια.Αρμοδιότητα στοθέμαέχειτοΑνώτατο Δικαστήριο. 5 10 Σεερώτησητουδικαστηρίουοκ.Χρυσοστομίδηςαπάντησε on στην άσκησητων νομοθετικών καιδικαστικών τηςαρμοδιοτήτων και εξουσιών η Εκκλησία υπόκειται στις διατάξεις του αρθρ. 35 του Συντάγματοςπου δεσμεύει τις νομοθετικές, εκτελεστικέςκαι δικαστικές αρχέςτηςΔημοκρατίαςναδιασφαλίζουντηναποτελε- 15 σματική εφαρμογή του μέρους II του Συντάγματοςπουκατοχυ ρώνει ταθεμελιώδηδικαιώματακαιελευθερίεςτουανθρώπου. Σ' απάντησηστο ίδιοερώτημαοκ.Χριστοφίδης ανέφερεότικανένας δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι τα εκκλησιαστικά δικαστήριατήρη σαν μέχρι σήμερα αυτά που επιτάσσονται από το Σύνταγμακαι 20 πρόσθεσε ότι δεν προβλέπεται έφεσηαπόταεκκλησιαστικάδικα στήρια στο Ανώτατο Δικαστήριο, ούτε λειτουργεί επίτροπος του Κράτουςστην Εκκλησία όπωςσυμβαίνει στην Ελλάδα. Τοθέμαδενέχεισυζητηθεί εξαντλητικά,δενεγείρεται άμεσακαι 25 δενθ' αποφασισθείσ' αυτή τηνπροσφυγή.Μ' αυτή τηνεπιφύλαξη μπορεί να λεχθεί ότι τείνω υπέρ της άποψης ότι η Εκκλησία στην άσκηση των νομοθετικών καιδικαστικών (εκκλησιαστικάδικαστή ρια)της αρμοδιοτήτων και εξουσιών υπόκειται στο Μέρος IIτου Συντάγματοςκαιδεσμεύεταιαπότιςδιατάξειςτουαρθρ.35.Ηεξα- 30 σφάλιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων βαρύνει,χωρίςδιάκριση, κάθεφορέανομοθετικής,εκτελεστικής καιδικαστικήςαρμοδιότητας καιεξουσίας. Ηελευθερία σύναψης γάμουκαιδημιουργίαςοικογέ νειαςκατοχυρώνονταιαπότοαρθρ.22.Ηκατοχύρωσητουδικαιώ ματοςαυτούσυναρτάταιμε"...τωεφαρμοστέωδι' έκαστονπρόσω- 35 πονδυνάμειτωνδιατάξεωντουΣυντάγματοςδικαίωπερίγάμου". Συνάγεται απότην ανάλυση στην οποία έχουμε προβεί ότΐ:(α)Οι αρμοδιότητες καιεξουσίεςτης Εκκλησίας βάσειτουαρθρ. 111 έχουν νομοθετικό καιδικαστικό χαρακτήρακαιφύση. (β)Στο αρθρ. 111.2 γίνεται πρόβλεψη για τα μέσα εφαρμογής των αποφάσεωντων Εκκλησιαστικών Δικαστηρίων από τις 378 40 \ v 3 ΑΛΛ. Αυτοκέφαλος Εκκλησία της Κύπρουν. Βουλής (Αρ. 4) δημόσιες αρχέςτηςΔημοκρατίας, (αρθρ. 90.5).Συνοδεύεται η παροχή αρμοδιότητας στα εκκλησιαστικά δικαστήρια με τα μέσα εφαρμογής των αποφάσεων τους. 5 (γ)Οι εξουσίες και αρμοδιότητες που παρέχονται από τοαρθρ. 111.1 ασκούνται "τηρουμένων των διατάξεων τουΣυντάγμα τος",δηλαδήμέσα και όχι έξω απότο πλαίσιο της δικανικής τάξης που εγκαθιδρύει τοΣύνταγμα. 10 (δ)Η θεσμική ύπαρξητης Εκκλησίας αναγνωρίζεται απότο ίδιο το Σύνταγμα.Βάσειτου ΣυντάγματοςηΕκκλησία είναι ο πο λιτειακός φορέας των εξουσιών και αρμοδιοτήτων πουπα ρέχονται από το αρθρ. 111.1. Οι εξουσίες και αρμοδιότητες της Εκκλησίας πηγάζουν από το ίδιο το Σύνταγμα, γεγονός που της προσδίδει τις ιδιότητες πρωτογενή φορέα εξουσιών και αρμοδιοτήτων της Πολιτείας. 15 20 25 30 35 Καταλήγω on η Εκκλησία έχει όλα τα διακριτικά γνωρίσμα τα αρχής στη Δημοκρατία βάσει του αρθρ. 139 όπως καθορίστικαν στην απόφασητου Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου στην Celaleddin, καισυνεπώς νομιμοποιείται ναπροσφύγειβά σει του άρθρουαυτούτου Συντάγματος. ΝΙΚΗΤΑΣ, Δ:ΤοαίτηματηςΑυτοκέφαλης Αγιώτατης, Ορθόδοξης και Αποστολικής Εκκλησίας της Κύπρου στην προσφυγή της αυτή είναιγιαδιακήρυξητουδικαστηρίου ότιονόμος περίΠρώτης Τροποποίησης του Συντάγματος υπ' αρ.95/89,που δημοσιεύθηκε στις 17/6/89, είναι απαρχήςάκυροςστο σύνολοτου. Ηπροσφυγή εδράζεται στις διατάξεις του αρθρ. 139 του συ ντάγματος. Ηπαράγραφος 1 του άρθρου απονέμει δικαιοδοσία στο Ανώτατο ΣυνταγματικόΔικαστήριο (πουαπότο 1964 ασκεί το Ανώτατο Δικαστήριο) να επιλύει οριστικά και αμετάκλητα θέματα σύγκρουσης ή αμφισβήτησης εξουσίας αναφυόμενα μεταξύ των οργάνων ή αρχών που αναφέρει. Η διάταξη εισάγει μια μορφήαπευθείαςδικαστικού ελέγχουτηςαρμοδιότητας των οργάνων αυτώνσυντελώντας έτσι στηδιαφύλαξητης αρχήςτου χωρισμού των εξουσιών που είναι διάχυτη σε ολόκληρο το σύ νταγμα. Η αρχήδιατυπώνεται ως εξής στην παράγραφο 1: 40 'Το Ανώτατον ΣυνταγματικόνΔικαοτήριον κέκτηταιαρμοδιότη τανααποφασίζηοριστικώς καιαμετακλήτωςεπίπάσηςπροσφυ γής αφορώσης σύγκρουσιν ήαμφισβήτησιν εξουσίας ήαρμοδιό τητος εγειρομένης μεταξύ της Βουλής των Αντιπροσώπων και 379 Νικήτας, Δ. Αυτοκέφαλος Εκκλησία της Κύπρουν. Βουλής(Αρ. 4)
(1990)των Κοινοτικών Συνελεύσεων ήεκατέραςαυτών,ως καιμεταξύ οιωνδήποτε οργάνων ή αρχών της Δημοκρατίας. Η παρούσα όμως διάταξιςδεν έχει εφαρμογήνεπί των μεταξύ τωνδικαστη ρίωνήδικαστικώναρχώντηςΔημοκρατίαςσυγκρούσεων ήαμφι σβητήσεων, αίτινες επιλύονταιυπότουΑνωτάτου Δικαστηρίου." 5 Η δικονομική πρόσβαση στο δικαστήριο για άρσηαμφισβή τησης ήεπίλυσησύγκρουσης εξουσιών οροθετείται απότην πα ράγραφο3πουκαθορίζειποιαόργαναήαρχέςνομιμοποιούνται να υποβάλουν αίτηση: 10 "Η κατά την πρώτην παράγραφον του παρόντος άρθρου προσφυγή ασκείται ενώπιον του Δικαστηρίου: (α)υπότουΠροέδρουήτουΑντιπροέδρου τηςΔημοκρατίαςή (β)υπό της Βουλής των Αντιπροσώπων, ή (γ)υπό εκατέραςήαμφοτέρωντων Κοινοτικών Συνελεύσεων ή (δ)υπό παντός άλλου οργάνου της Δημοκρατίας ήαρχής εν τηΔημοκρατία, εφ' όσον άπαντεςοι ανωτέρω είναι ενδιαφερόμενα εν τησυγκρούσεί ήτηαμφισβητήσει μέρη." 15 20 Μετά την απόφασητου δικαστηρίου που έκρινε δύο αιτήσεις OL οποίες αφορούσαν στην εξαίρεση δικαστών από τη σύνθεση του δικαστηρίου συζητήθηκαν προδικαστικά θέματα που έχει 25 εγείρει η Βουλή των Αντιπροσώπων στην ένσταση της από τα οποία καιεξαρτιέται ητύχητης προσφυγής. Συμπτύσσονται στο συγκεκριμένο ερώτημαανηΕκκλησία νομιμοποιείται στηνάσκη ση προσφυγής ως "αρχή της Δημοκρατίας" ή "αρχή εν τη Δημο κρατία".Καισεπερίπτωσηπουηαπάντησηείναικαταφατικήκα- 30 τά πόσον υφίσταται σύγκρουση ήαμφισβήτηση εξουσίας μεταξύ αυτής και της Βουλήςτων Αντιπροσώπων. Τοζήτημαπουανέκυψε, όπως και τανομικά προβλήματαπου θέτειη προσφυγή,αποτελούνπολύλεπτάσυνταγματικάθέματαμε 35 επιπτώσεις ύψιστης σημασίας στην πορεία της συνταγματικήςκαι πολιτειακής τάξηςόπως τηνξέραμε μέχρι σήμερα. Η συζήτηση του προκαταρκτικού θέματος, όπως διατυπώνεται παραπάνω, ήταν στο έπακροδιεξοδική αλλά συνάμα ενδιαφέρουσα όσο και χρήσι μη. Γι' αυτό απαιτήθηκανπέντε συνεχείς συνεδριάσεις του δικά- 40 στηρίουγιαναπερατωθεί.Καιθαήτανπαράλειψη ανδενεπαινού σαμετοέργο τωνδικηγόρων πουμετηνέρευνακαιεπιμέλεια τους έθεσαν μπροστά μαςκάθεστοιχείο,αυθεντίαήνομολογιακό υλικό που θαβοηθούσε τοδικαστήριοναδιαμορφώσει τηγνώμητου. 380 i ΑΛΛ. 5 10 15 20 25 30 35 40 Αυτοκέφαλος Εκκλησία της Κύπρουν. Βουλής(Αρ. 4) Νικήτας, Δ. Δεν θα επιχειρήσω αναλυτική παρουσίαση των επιχειρημά των πουπρόβαλε ηκάθεπλευρά.Θααρκεσθώ σε παράθεσητων ουσιαστικών τοποθετήσεων, διευκρινίζοντας συγχρόνως ότι το δικαστήριο έχει κατά νου ολόκληρο το φάσμα των προβληθέντων ισχυρισμών στις λεπτομέρειες τους. Είναιβασικάηυπόθεσητης Βουλήςότι ηΕκκλησία σανοντό τητα δεν περιβάλλεται μεκανένααπόταχαρακτηριστικά γνωρί σματα,πουκαθόρισε είτεηεπιστήμη ήηνομολογία, πουθαεπέτρεπαντην ένταξητης στην κατηγορίατων κρατικών οργάνωνή τωναρχώντηςΔημοκρατίαςγιατιςοποίες κάμνει μνείατοαρθρ. 139 ως και αρκετές άλλες διατάξεις του συντάγματος. Ακόμηη λέξη"αρχή", όπως ερμηνεύεται απότακυριότερα λεξικά της ελ ληνικής γλώσσας και επίσης αγγλικά λεξικά, ως προς το νόημα τηςαντίστοιχης λέξης"authority", υποσημαίνει άσκησηδημόσιας εξουσίας στοπλαίσιοδιακυβέρνησηςενόςτόπου. Η ερμηνείααυ τήείναι απήχησητου Αριστοτέλειουαφορισμού: "εστίδεουδέτούτοδιορίσαι ράδιον,ποίαςδεικαλείναρχάς μάλίστα δ' ως απλώς ειπείν, αρχάςλεκτέον ταύτας,όσαιςαποδέδοται βουλεύσασθαί τε περί τίνων και κρίναι και επιτάξαι- και μάλιστα τούτο το γάρ επιτάττειν αρχικώτερόν εστίν Πολιτικά. Λ. 15." Έτσι,σύμφωναμετηνεισήγηση, ταστοιχεία πουσυνιστούν το εννοιακό περιεχόμενο της λέξης "αρχή" δεν μπορούν να αποδο θούν στην Εκκλησία καθιστώντας την αρχή, έχοντας υπόψηκαι τηνπεριορισμένη αρμοδιότηταπουτηςπαρέσχετο αρθρ. 111 του συντάγματος σε καθορισμένα απότηδιάταξηαυτήθέματαοικογενειακού δικαίου.Όμως αυτήηαρμοδιότητα δεν περιλαμβάνει νομοθετική λειτουργία, ηδε δικαστική της εξουσία για λύσητου γάμουή πάνωσεάλλασυναφήθέματα,πουόρισετοαρθρ. 111,εί ναι ανέλεγκτη. Μεάλλεςλέξειςδενυποτάσσεταιστον έλεγχοτων τακτικώνδικαστηρίων πουκαθιδρύθηκαναπότοσύνταγμα. Επιπρόσθεταη Εκκλησία δεν έχειαυθυπόστατηεξουσία για εκτέλε ση των αποφάσεων της. Κατ' ακολουθίαν το αρθρ. 35 του συ ντάγματος που επιβάλλει στις νομοθετικές, εκτελεστικές και δι καστικές αρχές της Δημοκρατίας υποχρέωση διασφάλισης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όπως εκτίθενται στο δεύτερο μέρος τουσυντάγματος,δενσυγκαταλέγειήκαλύτερααποκλείει τηνΕκ κλησία σανπολιτειακήαρχήεπιφορτισμένη την εφαρμογήτους. Τοθέμα"αρχή"εξετάστηκε απότουςδικηγόρουςτηςΒουλήςκαι σεάλλησυνάρτησηγιανακαταδειχθείότιηεννοιολογία τηςεξαιρεί 381 Νικήτας, Α. Αυτοκέφαλος Εκκλησία τηςΚύπρουν. Βουλής(Αρ. 4)
(1990)την Εκκλησία,πουδενφέρειτονομικόένδυμααρχής.Αναφέρθηκε, λ.χ., τοαρθρ.29πουμιλάγιαδημόσιααρχήωςκαι OLαρχέςγιατις οποίεςπροβλέπει το 146πουχαρακτηριστικότηςεξουσίας τουςεί ναιηλήψηαποφάσεωνσεεκτελεστικόκαιδιοικητικόεπίπεδο. 5 Η δεύτερη προϋπόθεση νομιμοποίησης -και εξίσου αυστηρήείναι κατά πόσον υφίσταται στην συγκεκριμένη αυτή περίπτωση σύγκρουσηήαμφισβήτησηεξουσιών. Καιανακόμηληφθείσανδε δομένοότιηεκκλησίαείναι"αρχήτηςΔημοκρατίας"- αυτήείναιη εισήγησητης Βουλήςστοπροκείμενο - τοπαραπάνωστοιχείο,που άπτεται του παραδεκτού της προσφυγής, ελλείπει ολωσδιόλου. Γιατίηαναθεωρητικήτηςεξουσία ναμεταβάλλειήκαταργείδιατά ξεις του συντάγματος,πουόπως το αρθρ. 111 είναι αναθεωρήσιμες,πηγάζειαπό το αρθρ. 182 τοοποίο ρητάκαιαποκλειστικά εκ χωρεί στη Βουλή των Αντιπροσώπων τέτοιααρμοδιότητα. Έπεται ότι μετά τη θέσπιση του επίμαχουνόμου,πουβρίσκε ται σε ισχύ εφόσον δεν έχει κηρυχθεί αντισυνταγματικός μεβάση οποιαδήποτε άλλη δικονομική διαδικασία που επιτρέπει το σύ νταγμα,δεν ανακύπτειθέμασύγκρουσης ήαμφισβήτησης. Κι αυτόδιότιηΒουλήάσκησεκυριαρχικότηςδικαίωμαστοοποίοη Εκ κλησία δενμπορεί ναέχειλόγο. Μεταπηδώνταςστοπεδίοτηςφυ σικής οδικηγόρος της Βουλήςπαραλλήλισε το Νόμο95/89μεπύραυλο-φορέαπου,αφούεναπόθεσε τοφορτίο του,δενυφίσταται πλέον, υπονοώντας ότι ο νόμος εγκολπώθηκε στο σύνταγμα σαν αναπόσπαστο μέρος του με επακόλουθο ναμηνμπορεί να αποτε λέσειαντικείμενο της διένεξης πουεισηγείται ηΕκκλησία. 10 15 20 25 Τοαντίπαλονεπιχείρημαείναι-καιαναφέρομαιπεριεκτικότα ταμόνο στην ουσίατου-ότιη Εκκλησία σανπολύπλευρος θεσμός 30 στην ιστορική ζωή,απολάμβανενομικής υπόστασης απότηνεπο χή της Τουρκοκρατίας. Ηαγγλική διοίκηση, που τηνδιαδέχθηκε, διατήρησε τηνομική φυσιογνωμία της Εκκλησίας σε διάφορανο μοθετήματα (π.χ. το αρθρ.50 του νόμου περί Απονομής της Δι καιοσύνης του 1935) μεταοποίαεπιφύλαξεσταεκκλησιαστικά δι- 35 καστήριααποκλειστικήδικαιοδοσίασεγαμικέςδιαφορές.Τοαυτό έπραξε το 1960 ο συνταγματικός νομοθέτης διατηρώντας στον ίδιοχώροκαιστο ίδιοεπίπεδο,μετο αρθρ. 111,αποκλειστικήαρ μοδιότηταπροςόφελος της Εκκλησίας.Τοάρθρο 111 ορίζει: 40 "Ι. Τηρουμένων των διατάξεωντου Συντάγματοςπάνζήτημα των ανηκόντων εις την ελληνικήν ορθόδοξον Εκκλησίαν ήεις θρησκενηκήν ομάδα, διην ισχύουσιν αι διατάξεις της τρίτης παραγράφου του άρθρου 2 σχέσιν έχον προς τοναρραβώνα, 382 3 ΑΛΛ. 5 10 15 20 25 30 35 Αυτοκέφαλος Εκκλησία της Κύπρου ν. Βουλής(Αρ. 4) Νικήτας, Δ. τον γάμον, το διαζύγιον, το κύρος του γάμου, τον χωρισμόν απόκοίτης και τραπέζης ήτην συνοίκησιν των συζύγων ή τας οικογενειακός σχέσεις, εξαιρουμένης της διά δικαστικής απο φάσεωςνομιμοποιήσεως ή τηςυιοθεσίας,διέπεταιαπότηςημερομηνίας της ενάρξεως της ισχύος του Συντάγματος υπό του εκκλησιαστικού νόμου της ελληνικής ορθοδόξου Εκκλησίας ή υπότου εκκλησιαστικού νόμου εκάστης θρησκευτικής ομάδος, αναλόγως της περιπτώσεως, και διαγιγνώσκεται υπό του εκ κλησιαστικού δικαστηρίου εκάστης εκκλησίας, εκατέραδεKOLνοηκή Συνέλευσις στερείται της αρμοδιότητος, να αποφασίση αντιθέτως προςταςδιατάξεις του εκκλησιαστικού νόμου. 2. Ουδέν εκ των εν τη πρώτη παραγράφωτου παρόντοςάρ θρου διαλαμβανομένων δύναται να παρεμπόδιση την εφαρμογήν των διατάξεων της πέμπτης παραγράφουτου άρθρου 90 προκειμένης εκτελέσεως οιασδήποτε αποφάσεως ήδιατα γής παντός εκκλησιαστικού δικαστηρίου." Οι παραπάνω εξουσίες που αναγνωρίζει το σύνταγμα στην Εκκλησία, συνεπάγονται αναπόφευκτα,σύμφωνα με την εισήγη ση,τηνάσκησηνομοθετικής αρμοδιότηταςαπότην Εκκλησία πα ράλληλα μετηδικαστική εξουσία πουτης παρέχει. Και η εκτελεστότητα των αποφάσεων των εκκλησιαστικών δικαστηρίων επι τυγχάνεται ή διασφαλίζεται από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111.2 και 90.5. Υπό το πρίσμα των διατάξεων του αρθρ. 111,όπως καιάλλων συνταγματικών προνοιών, πουερμή νευσε αυθεντικά η νομολογία, η Εκκλησία νομιμοποιείται σαν "αρχήεντηΔημοκρατία",διότι αποτελεί οργανισμό δημοσίου δι καίου.Την άποψηαυτήοκ. Χρυσοστομίδης στήριξεκαι σε μελετήματατου τέως Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Κρ.Τορναρίτη στα οποία διαφωτίζεται, ομολογουμένως, το πρόβλημα των νομικών σχέσεωνκράτουςκαι Εκκλησίας. Ηαπάντησηστο επιχείρημα της Βουλής ότι δεν παρουσιάζεται εδώθέμα σύγκρουσης ήαμφισβήτησης είναι ότι η Εκκλησία δεν προσβάλλει την αναθεωρητική λειτουργία της Βουλής κα θαυτή,αλλά τον τρόπο άσκησης της,ότι, δηλαδή,δεν εξασφάλι σε, όπως υπάρχει ισχυρισμός, την απαιτούμενη από το αρθρ. 182 πλειοψηφία για την τροποποίηση του συντάγματος. 40 Οι δικανικές αυτέςσκέψεις,πουυποστήριξε οκ.Χρυσοστομί δης με το νομολογιακό και άλλο υλικό που παρέθεσε, είναι ότι επειδή η Βουλή στερείται πρωτογενούς συντακτικής εξουσίας οφείλεινακινείται στο πλαίσιοτηςπεριορισμένης εμβέλειας ανα383 Νικήτας,Δ. Αυτοκέφαλος Εκκλησία της Κύπρουν.Βουλής (Αρ. 4)
(1990)θεωρητικής της εξουσίας η οποία, όμως, δεν μπορεί να βγαίνει έξωαπόταόριαπουθέτειτοίδιοτοσύνταγμα,γεγονόςπουη Εκ κλησία εισηγείται ότι συνέβηκε στην περίπτωσητουΝόμου 95/
- Οι απόψειςτου Γενικού Εισαγγελέα τηςΔημοκρατίας,πουκλή5 Θηκε να συμμετάσχει στη διαδικασία σαν φίλος του δικαστηρίου, συνταυτίζονταιμετιςθέσειςπουανέπτυξεοκ. Μ.Χριστοφίδης για τηΒουλή. Συγκεκριμένα-καισεπερίγραμμα-υπέβαλεότιδενπρο κύπτει εδώ σύγκρουση ή αμφισβήτηση. Ο συλλογισμός αυτόςέχει σανυποδομήτηνυπόθεσηότιτο 139πουαποσκοπεί,όπωςείπε,στη 10 διαφύλαξη της αρχής της διάκρισης των εξουσιών, αφορά εξειδικευτικάσυγκρούσεις ήαμφισβητήσεις αρμοδιότητοςομοειδώνλει τουργιών, αλλά ανώτατωνπολιτειακών οργάνων. Με άλλα λόγια συσχετίζονται με διενέξεις μόνο μεταξύ νομοθετικών οργάνων όπως η Βουλή και οι Κοινοτικές Συνελεύσεις ή οργάνων που 15 ασκούν εκτελεστική εξουσία ή μεταξύ των δικαστηρίων τηςΔημο κρατίας.Παρεμβάλλωτηνανάπτυξητου Βοηθού Γενικού Εισαγγε λέαπουπήρετην ίδιαπερίπουθέση,αλλάαπότη σκοπιάτηςεφαρ μογής τουερμηνευτικού κανόναγνωστού σανejusdemgeneris. 20 Συνεχίζοντας ο Γενικός Εισαγγελέας εισηγήθηκε ότι τοάρθρο 139.3απλώςδιευκρινίζει ποιαόργανα,όπωςπροσδιορίζονταιαυ στηρά περιοριστικά στο 139.1, έχουν δικαίωμα προσφυγής.Συγ χρόνως κάλεσε το δικαστήριοναμην ακολουθήσει καιανατρέψει δικαστικό προηγούμενο που καθόρισε από τη μια το νόημα της 25 φράσης "σύγκρουση ή αμφισβήτηση εξουσίας" μέσα στην ακτίνα δικαιοδοσίας του αρθρ. 139και απότην άλλη έδωσε καθοδήγηση αναφορικά με την κατηγορία οργάνων ήαρχών που δυνατόννα εμπλακούνσετέτοιαδιαφορά. Πρόκειταιγιατηναπόφαση Τουρ κικήΚοινοτικήΣυνέλευσην. ΥπουργικούΣυμβουλίου5 Α.Α.ΣΛ. 30 59 γιατηνοποίαθαγίνει λόγος αργότερα. ΟΓενικός Εισαγγελέας ενδιέτριψε στην αναθεωρητικήεξουσία της Βουλής καισυγκεφα λαίωσε ταεπιχειρήματα τουλέγοντας ότι εφόσον δεν είναι νοητό ηΕκκλησίαναέχειτέτοιαεξουσίαδεντίθεταιπρόβλημασύγκρου σης καικατά μείζονα λόγο σύγκρουσης μεταξύ εξουσιών. 35 Ιδιαίτερα αξιοπρόσεκτη είναι ηγνώμη που διατύπωσε ότι η τροποποίηση του συντάγματος, που επέφερε το επίμαχο νομο θέτημα, διαφεύγει ολωσδιόλου του δικαστικού ελέγχου. Παρα θέτω αυτούσιο αυτόπου έχει ειπωθεί: "Απαξ και δημοσιευθεί όμως η συνταγματική τροποποίηση και γίνει συνταγματική διάταξη εφόσον δεν υπάρχει ρητή πρόνοιαδεν μπορεί ναυπάρξεικατασταλτικόςέλεγχος όπως 384 40 $ ΑΛΛ. 5 10 15 20 25 30 35 Αυτοκέφαλος Εκκλησία της Κύπρουν. Βουλής (Αρ. 4) Νικήτας, Δ. υπάρχει στην περίπτωση νόμου που ψηψίστηκε απότη Βου λή και δεν μπορεί ναυπάρξει δυνάμει του 139.το άρθρο 139 με οποιεσδήποτε συνθήκες δεν μπορεί να εφαρμοσθεί επί τροποποιήσει τουσυντάγματος,μετάπουονόμος θαισχύσει διότι αν εφαρμοσθεί θα έχουμε συνέπειες λίγο παράδοξες π.χ. δυνάμει του 139.5 μπορεί να κηρυχθεί άκυρη ητροπο ποίηση. Και δεν υπάρχει καμιά δικαιοδοσία του Ανωτάτου ΣυνταγματικούΔικαστηρίου πουναακυρώνει το Σύνταγμα". Αφετηριακό μακαισυγχρόνως νευραλγικό σημείοστηδιάγνω σητηςοντότητος τηςκυπριακήςΕκκλησίαςστησυνταγματική μας δικαιοσύνηκαιτηδιαμορφωθείσαμετηνπολιτείανομικήτηςσχέ σηαποτελεί πρωταρχικάτο ίδιοτο σύνταγμα. Νομίζωπωςοποι αδήποτεσυγκριτική έρευναπροςτηνκατεύθυνσηαυτήσχετικήμονάχααξίαμπορεί ναέχει. Η τωρινή νομική παρουσίατηςΕκκλη σίαςείναισυνυφασμένη μετοιστορικό παρελθόντουτόπου. Από τα πρώτασχεδόν χρόνια της τουρκικής κατάκτησηςτηςαναγνω ρίστηκε ιδιαίτερος ρόλος που εκτεινόταν έξω απότις θρησκευτι κές στις οικονομικές, κοινωνικές καινομικές εκφάνσεις τηςζωής τουελληνικούχριστιανικού πληθυσμού. Τοθέμαφωτίζει η παλιά απόφασητου Ανακτοβουλίου, Parapanov.Happaz 3Α.Α.Δ.
- Βλέπε επίσης το βιβλίο του Stanley Kyriakides "Constitutionalism andCrisisGovernment", σελ. 4-
- Η Αγγλικήδιακυβέρνηση,μεεξαίρεση τις περιόδους πολιτικής αναταραχής που περιορίστηκε ποικιλοτρόπως η εκκλησιαστική εξουσία, θεσμοθέτησε τη μοναδικάιδιότυπηαυτήσχέση απέναντι στηνπολιτειακήεξουσία. Τηνιστορικήαυτήανέλιξησεόλοτηςτο φάσμα,όπωςσυμπλέκεται μετηνομικήπραγματικότητα, διαγράφεισεδύομονογραφίεςοτέως Γενικός Εισαγγελέας Κρ.Τορναρί της με τεκμηριωμένες αναφορέςτου σε νομικές και άλλες πηγές. "AL σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας κατά το εν Κύπρω ισχύον δίκαιον", Επιθεώρησις Δημοσίου και Ιδιωτικού Δικαίου, 1967, τομ.Α,σελ. 9καιTheLegalPosition of theChurch,especiallyof the Greek Orthodox ChurchintheRepublicof Cyprus,έκδoσητου
- To τελευταίο αγγλικό νομοθέτημα που ενδιαφέρει, ο περί Δικα στηρίων Νόμος, Κεφ. 8, επιφύλασσε τη δικαιοδοσία σεδιαφορές οικογενειακού δικαίουσταεκκλησιαστικά δικαστήρια. 40 '• Οι νομικοί κανόνες πουρύθμιζαντις σχέσειςκράτουςκαιΕκ κλησίας στοπεδίοτουοικογενειακού δικαίουαλλάκαισε άλλους τομείςπήραντημορφήσυνταγματικάκατοχυρωμένης διευθέτησης σταπλαίσιατων άρθρων 110 και 111 του συντάγματος. Ηπρώτη πρόνοιαδιαφυλάσσει τοαυτοκέφαλοτης εκκλησίας καιτοδικαί385 Νικήτας, Α. Αυτοκέφαλος Εκκλησία της Κύπρουν. Βουλής (Αρ. 4)
(1990)ωμα να ρυθμίζει τα της οργάνωσης και λειτουργίας της. Η μόνη αίρεσηπουτίθεται είναι η τήρησητων ιερών κανόνωνκαιτου κα ταστατικούτηςχάρτη.Τοαρθρ. 111 κατοχυρώνει την αποκλειστι κή δικαιοδοσίατηςεκκλησίας στις γαμικές διαφορέςπουαπαριθ μεί. Όπως εύστοχα επισημαίνει ηαπόφασηΜυριάνθη Τύλληρου ν.Χαράλαμπου Τύλληρου3 Α.Α.Σ.Δ.21,25: "In theopinion of theCourtArticle 111 was intended topreserve, and not to extend, the competence of the ecclesiastical tribunals of the Greek Orthodox Church as exercised at the time of the coming into operation of the Constitution." 5 10 Παράλληλα πρέπει να επισημανθεί εδώ ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα της Εκκλησίας,νομικής υφής,πουδεν είναι άσχετο με τησυνταγματική δομή τουκράτους που έχει έκδηλο το δικοινο- 15 τικόχαρακτήρα. Σύμφωναμε τοαρθρ.2.1 κάθεμέλοςτης Ελλη νικής Ορθόδοξης Εκκλησίας είναι, αυτοδικαίως,μέλος της ελ ληνικής κοινότητας χωρίς την ανάγκηναυποβάλει αίτησηόπως προβλέφθηκε για όσους ακολουθούν άλλαδόγματα. 20 Από την ανάπτυξηπουπροηγήθηκεείναι,νομίζω,φανερό όπ η Εκκλησία δεν συνιστά, όπωςυπάρχει εισήγηση, οργανισμόδη μοσίου δικαίου με ταγνωστά εννοιολογικά στοιχεία που συνθέ τουν αυτή την πλασματική οντότητα. Από την άλλη έχει νομική υπόσταση που δεν μπορεί να παραλληλιστεί ως προς την διάρ- 25 θςωση ή τις εξουσίες της με τέτοιο οργανισμό απέναντι στον οποίο,ως έναβαθμό,υπερτερεί. Σαννομικός θεσμός ήΕκκλησία έχειτις καταβολέςτηςστο σύνταγμακαιείναινομικόδημιούργη ματου. Έχειεπιπρόσθεταδικαστικήδικαιοδοσίακαιθεσπίζει το ουσιαστικό καιδικονομικό δίκαιοπουεφαρμόζεταικατάτην εκ- 30 δίκασηγαμικώνδιαφορώνμεταξύπολιτών τηςΔημοκρατίαςπου ανήκουνσ' αυτή. Σημειώνει επί τουπροκειμένου ο Κρ.Τορναρί της στη σελ. 17της μονογραφίαςτουτου
- "Article 111 contains the substantiative law as well as the 35 procedural law applicable to the matrimonial matters provided therein." (Βλέπε περαιτέρω τις παραπομπέςστις υποσημειώσεις 1και 2). Τις παραπάνω εξουσίες, που εκπορεύονται από το αρθρ. 111, 40 ασκείηΕκκλησία εκμέρους τηςπολιτείας. Αλλιώτικα δενθαείχε κανένα νόημα η φροντίδα του συνταγματικού νομοθέτη, όπως υλοποιείται καιπροβάλλεταιρητάαπότααρθρ. 111.1 και90.5,να διασφαλίσειτηνεκτέλεσηοποιασδήποτεαπόφασηςήδιαταγήςκά386 3 Α.Α.Δ. Αυτοκέφαλος Εκκλησία της Κύπρουν. Βουλής (Αρ. 4) Νικήτας,Δ. θεεκκλησιαστικού δικαστηρίου. 5 ^ 10 Έτσι ικανοποιούνται όλα τα προαπαιτούμενα που έθεσε η απόφαση Celaleddin v. The Councilof Ministers, 5 Α.Α.Σ.Δ. 102, 108 όταν προέβη σε σημασιολογική διερεύνηση των λέξεων όργανα ήαρχές που συναντούμε στο αρθρ. 139: "Organs or authorities in the aforesaid sense are specific juridical creations bearing the features of individual and concrete organic institutions of government and functioning for and on behalf of a primary legalentity, such as theRepublic of Cyprus, of whichthey are organs orauthorities in theordinary meaning of such terms." r 15 20 25 30 35 40 Είναι το κατάλληλο σημείο εδώ να απαντηθεί ο ισχυρισμός, πουσυναρτήθηκε μετοπρώτο ερώτημα πουαντιμετωπίζουμε, ότι δηλαδήη Εκκλησία δενέχεισχέσημετις νομοθετικές, εκτελεστικές και δικαστικές αρχές του αρθρ. 35 εφόσον μάλιστα ηεξουσία της δενυπόκειταισεδικαστικόφραγμόή έλεγχο. Η άποψηαυτή αντι κρούεται απότην εισαγωγική φράση του αρθρ. 111 "τηρουμένων των διατάξεων του συντάγματος" που θέτει αναπόφευκτα την εξουσία που αναθέτει το σύνταγμα στην εκκλησία κάτω από τον περιορισμό τήρησης τωνδιατάξεωντου. Καιστομέτροπουτοσύ νταγμα της επιτρέπει την άσκηση νομοθετικής και δικαστικής εξουσίας, η εκκλησιαστική δικαιοσύνη φαίνεται ότι δεσμεύεται απότην επιταγήτου αρθρ.
- Παρεπιμπτόντως,την άποψηαυτή υιοθέτησε καιοκ. Χρυσοστομίδης εκ μέρους της Εκκλησίας. Υπενθυμίζω το επικουρικό επιχείρημα της Βουλής ότι ηλέξη "αρχή", που υπάρχει και σε άλλες πρόνοιες του συντάγματος, ισχυροποιεί τη θέση της, γιατί η χρήση της λέξης σ' αυτές απο κλείεικαθαράτηθεώρηση της Εκκλησίας σαναρχής. Από τησκο πιά αυτήη ίδιαλέξηστη γλώσσα του δικαίου,στο προκείμενο "η αρχή" για την οποία το άρθρο 186 δεν δίνει εννοιολογία όπως συμβαίνει με άλλους όρους, μπορεί να χρησιμοποιηθεί με διαφορετικήή παραλλάσσουσα σημασία. Εις μεντοαρθρ.29 έχειτη ση μασία της δημόσιας αρχής γιατί είναι συμπληρωμένη με την έκ φραση"αρμοδίαςδημοσίας αρχής"στην οποίαδικαιούνταιοιπο λίτες νααπευθύνουνέγγραφεςαιτήσειςή παράπονα.Ενώστηνπε ρίπτωση τουαρθρ. 146έχειτονόημααρχήςπουασκεί εκτελεστική ή διοικητικήλειτουργία γιατίακριβώςσυμπληρώνεται μετηναμέ σως επόμενηφράσηπουπροβάλλει ρητάτηφύσητων εξουσιών τέ τοιας αρχής. Επομένως δεν μπορεί να αντληθεί επιχείρημα υπέρ του προβαλλόμενου ισχυρισμού απότην αντιπαράθεσηή σύγκρι ση της ίδιας έννοιας σε διαφορετικές διατάξεις όταν δεν υπάρχει 387 Νικήτας, Δ. Αυτοκέφαλος Εκκλησία της Κύπρουν. Βουλής(Αρ. 4)
(1990)μεταξύτους,όπως εξήγησα,νοηματική σχετικότητα. ΈχειεπισημανθείσεάλλοσημείοηθέσητουΓενικού Εισαγγελέα ότιηυπόθεση ΤουρκικήΚοινοτικήΣυνέλευση ν. ΥπουργικούΣυμ βουλίου,ανωτέρω,είναιλανθασμένη. Χρειάζεται επομένως μιαδι5 ευκρίνιση πότε μιααπόφασημπορεί ναεγκαταλειφθεί. Το Ανώτα το Δικαστήριο, ενοτερνιζόμενο τη στάση των αγγλικών δικαστη ρίων,πήρετηθέσηότι είναιδυνατόστηνκατάλληληπερίπτωσηνα αγνοήσει προηγούμενες αποφάσειςτου. Τοπλέγματωναρχώνπου διέπουν την δεσμευτικότητα των αποφάσεων και την παρέκκλιση 10 απότις αρχέςαυτέςεξέτασεη ολομέλειατουδικαστηρίουστηνπε ρίπτωσηΔημοκρατία ν.Δ.Δημητριάδης
(1977)3Α.Α.Δ.
- Το γεγονός ότι μια απόφαση πάρθηκε κατά πλειοψηφία δεν αποτελεί λόγο ανατροπής της. Miliangos v. George Frank 15 (Textiles)Ltd [1975] 3All E.R.801,
- Ούτε ηδιάστασηγνώμης αναφορικάμετηνερμηνείανόμουσυνιστά,απόμόνητης, αιτίαγια παρέκκλιση. (Jones v. Secretary of State [1972] 1All E.R. 145), εκτός αν η ερμηνεία που υιοθετήθηκε στο προηγούμενο οδηγεί σε απαράδεκτα αποτελέσματα. Vestey v. Inland Revenue 20 Commissioners[1979]3All E.R. 976 HL. Συμπερασματικά, η επανεξέταση ενός νομικού κανόνααπό το δικαστήριο με σκοπό την επανατοποθέτηση του πρέπει να υπαγορεύεταιαπότηνανάγκηγιατηνάρσημιαςαδικίας.Δεν θα 25 επιφορτίσω το κείμενο μεάλλες παραπομπές. Είναι όμως άξια μνείας η υπόθεση Ο' Brien v. Robinson [1973] i All E.R. 583, 593 όπουο δικαστής Λόρδος Diplock διακήρυξε απλά. " I am not persuaded that this development (εννοώντας τις υφιστάμενες αποφάσεις) was clearly wrong or leads to results which are clearly unjust." Στην παρατήρηση αυτή μπορεί να εντοπίσει κανείς το μίτο της απόκλισης απότην αρχήτου stare decisis. 30 35 Περνώτώραστην απόφασηπουμαςζητήθηκεναανατρέψουμε. Η δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε περιπτώσεις σύ γκρουσης ήαμφισβήτησης εξουσιών ήαρμοδιοτήτων περικλείεται σε δύο εννοιακάζεύγματαπουυπάρχουνστην πρώτην παράγρα- 40 φοτου αρθρ. 139 καιπουπροσδιορίζουν ταόργανα, αρχές,ή αρ χές εν τη Δημοκρατία ανάμεσα στις οποίες εγείρεται. Πρόκειται για σύγκρουση ήαμφισβήτηση "μεταξύ της Βουλήςτων Αντιπρο σώπων καιτων Κοινοτικών Συνελεύσεων ήεκατέραςαυτών" και 388 3 ΑΛΛ. 5 Αυτοκέφαλος ΕκκλησίατηςΚύπρουν.Βουλής(Αρ.4) Νικήτας,Δ. "μεταξύοιωνδήποτεοργάνωνή αρχών τηςΔημοκρατίας". Πρέπει νατονισθείότιυπάρχεισύζευξητωνδύομετοσύνδεσμο"και". Η θεσμοθέτησητουδεύτερουεννοιακούζεύγματοςέγινεγια να ολο κληρωθεί εξειδικευτικά τοπρώτο. Μεάλλαλόγιαγιανα ξεκαθαρίσει ότι ηδιαμάχημπορείναπροκληθείκαιανάμεσα στηΒουλή ή τις Κοινοτικές συνελεύσεις αφενόςκαι άλλα όργαναήαρχές αφετέρου.Τοπρώτοεννοιακόζεύγμαεμπεριέχειαπλώςταπιοφα νερά παραδείγματα ενδιαφερομένωνστη διένεξη,αλλά δεν έχει ανεξάρτητηυπόσταση.Αυτήείναιη πεμπτουσίατηςαπόφασης. 10 Προς αυτήτην κατεύθυνσητο δικαστήριοαπέρριψεεπιχεί ρηματαυτόσημο μεαυτόπου προβλήθηκεαπό το ΓενικόΕισαγ γελέα μετοεξήςβαρυσήμαντο σκεπτικό(σελ. 69και70): 15 20 25 30 35 40 "Suchaninterpretationcannontbecorrect. Firstly,becauseitisnot supportedbythewordingofparagraph 1 ofArticle 139.Haditbeen the intention to make such a provision the drafters of the Constitution,intheopinionof the Court,would have putthetwo relevant phrases in the alternative, using the words "either-or". Secondly,thesaidinterpretationmustberejectedfortheevenmore important reason,thatthereisnoroomfor theassumption ofthe alternative in question,having regard tothevery substance ofthe saidphrases.Thesuggestedalternative would require,thateachof the phrases quoted above would have a definite and specific comprehensive ambit of application.Inparticular,thefirstphrase would be expected,in regulating conflicts andcontests of powers andcompetenceswithinthelegislativefield,toenumerateallorgans endowedwithsuchcompetences,asthereare,besidesthelegislative bodies,theMinisters, intheirfunction of introducingBills(Article 80), and the President and the Vice-President, in respect of the promulgation andpublicationof laws(Article 52). Theabsenceof anyreference totheseorgan'sinthefirstphraseinquestionclearly shows, that the drafters of the Constitution, in combining in paragraph 1 ofArticle 139thetwophrasesreferred toabove,could not have had the intentionof giving to thesaid paragraph 1 the restricted meaning which would be the consequence of the interpretation dealt with in this connection. Otherwise, several important conceivable conflicts and contests of power and competencewouldbeexcludedfrom theapplicationofArticle
- Noreasonableexplanationcanbefoundfor suchanexclusion." Ας σημειωθείότι οδικαστήςΤριανταφυλλίδης,όπωςήταντό τε,είχε τημειοψηφούσα γνώμη,αλλάδενδιαφώνησεστο προκεί μενοοπότεπρέπειναθεωρηθείσανηομόφωνηετυμηγορίατουδι389 Νικήτας, Δ. Αυτοκέ((«λος Εκκλησία της Κύπρουν. Βουλής (Αρ. 4)
(1990)καστηρίου. Ηερμηνεία πουυιοθέτησε τοΑνώτατο ΣυνταγματικόΔικαστή ριοβασίστηκε,όπωςφαίνεταιαπότηνπαραπάνωκαιάλλες περι κοπές,τόσο στη γραμματικήκαι λογική ερμηνεία όσο και την τε5 λολογική, πουερευνά την έννοια μιαςδιάταξης,όπως φυσικάεί ναι εκφρασμένη γλωσσικά, με βάσητον σκοπό της. Ερμηνευτικές μέθοδοι απόλυτα παραδεκτέςστην αποσαφήνιση συνταγματικών διατάξεων. Η προτεινόμενη ερμηνεία δενσυμπίπτει μετη γλωσσι κήδιατύπωση της παραγράφου 1 του αρθρ. 139 και επομένως εί- 10 ναι ανυπόστατηέξω απόαυτότο πλαίσιο. Υπάρχει όμως και το μειονέκτημα ότιοποιαδήποτεάλληερμηνείατουαρθρ. 139θα οδη γούσε σε ατόπημαυπότηνέννοιαότι σημαντικές παραβιάσειςτης αρχήςδιάκρισηςτων εξουσιών θαδιέφευγαντουδικαστικούελέγ χου.Αυτόάλλωστε επισημαίνει καιησυζητούμενηαπόφαση.Έχο- 15 ντας υπόψη τις αρχές που διέπουν τη δεσμευτικότητα τωνδικα στικών αποφάσεωνδεν καταδείχθηκε αποχρών λόγος απόκλισης από τηναπόφαση. Τουλάχιστον ελλείπειολωσδιόλου το στοιχείο πρόκλησης αδικίαςγιατο οποίο μιλά οδικαστής Diplock. 20 Με βάσητα όσα έχω αναπτύξει κατέληξα ότι η Εκκλησία εί ναι "αρχή" κατά την έννοια του αρθρ. 139.1. Το συμπέρασμα ισχυροποιείται έντονα και από την παράγραφο3(δ) του ίδιου άρθρου που ρητά αναφέρει ότι δικαίωμα πρόσβασης στοδικα στήριο έχει και κάθεόργανο ήαρχήστη Δημοκρατία εφόσον εί- 25 ναι ενδιαφερόμενο μέρος στησύγκρουση ήαμφισβήτηση. Έρχομαι τώρα στο δεύτερο σκέλος του ερωτήματος. Το ίδιο ακριβώςπρόβλημα αντιμετώπισε το Ανώτατο ΣυνταγματικόΔι καστήριο στην παραπάνω υπόθεση. Ηαπόφασητου έκρινε ότι 30 σε πρώτηθεώρηση τοθέμαδεν αφορά τοουσιαστικό αλλά τοδι κονομικό δίκαιο.Από την άποψηαυτήκαι ως προϋπόθεση του παραδεκτού προσφυγής κάτω απότο αρθρ. 139, ηαπόφαση δέ χθηκε ότι είναι αρκετό αν καταρχήτο δικαστήριο διαπιστώσει, λαμβάνοντας σαν δεδομένη την ορθότητα των θέσεων του προ- 35 σφεύγοντος, ότι η ενέργεια που αποτελεί αντικείμενο προσφυ γής θασυνιστούσε παραβίασηήυφαρπαγήεξουσιών ή αρμοδιο τήτων στα πλαίσια του αρθρ. 139. Χωρίς ωστόσο να αποφαίνε ται οριστικά ως προς τη βασιμότητα των ισχυρισμών στους οποίους ερείδεται μια προσφυγή, Παραθέτωτο σκεπτικό όπως 40 διατυπώνεται στη σύνοψη της υπόθεσης στη σελίδα 60. "(
- a)in deciding whether or not a recourse related to a "conflict or contest of power or competence" in the senseof Art. 139 it 390 3 ΑΛΛ. Αυτοκέφαλος Εκκλησία της Κύπρουν. Βουλής (Αρ. 4) Νικήτας, Δ. would be sufficient for the Court to come to the conclusion that, assuming the Applicant's submissions in relation to the substantive issuestobe correct, theaction forming thesubjectmatter of such recourse wouldconstitute a violation of powers or competences, without the Court reaching aconclusion as to thecorrectness of such submissions in support of the recourse; 5 (
- b)amere disagreement between organs orauthorities concerned with anaction already doneor about tobe done,wouldconstitute aconflict orcontestof power orcompentencebetween such organs or authorities - to be clearly distinguished from a violation of powers or competence which might not co-exist - the object of An.139beingtoprovide aprocedure for thedetermination ofsuch disagreement;" 10 15 20 Toσύνταγμαμαςείναισύνταγμααυστηρούτύπουυπότηνέννοια ότι ορισμένες του πρόνοιες, όπως το 111,είναι αναθεωρήσιμες με την ειδικήδιαδικασία πουορίζει το αρθρ. 182. Σε μιατέτοιαπερί πτωσηοκοινός νομοθέτηςδενέχειτηνευχέρειαναυπερβείταόρια πουθέτειτοσύνταγμασανοιεραρχικάυπέρτατοςνόμος(αρθρ.179). Τοδικαστήριοασκείτη δικαιοδοσίατουαρθρ. 139 μόνοσεσχέ σημενόμοπουθεσπίστηκε χωρίς εξουσία. Η ύληήτοαντικείμενο τουκαθορίζεταιαπότιςδιατάξειςτηςπαραγράφου5 πουορίζειότι 25 "ΕπίτοιαύτηςπροσφυγήςτοΔικαστήριονδύναταινααποφανθή ότι το αντικείμενον της προσφυγής, νόμος ή απόφασιςή πράξις, είναι άκυρονκαιάνευοιουδήποτε απολύτωςνομικού αποτελέσματος, είτε αφ' ου χρονικού σημείου η σύγκρουσις εγένετο ήηαμφισβήτησις ηγέρθη,είτε εξ υπαρχής, είτε εν όλω είτε εν μέρει,επίτωλόγωόπ οτοιούτος νόμος ήπράξιςεγένε το ήηαπόφασιςελήφθηάνευεξουσίας ήαρμοδιότητοςκαιεν εκατέρα περιπτώσει το Δικαστήριον δύναται να αποφασίση όσον αφοράτηνισχύν οιασδήποτεπράξεωςή παραλείψεωςγενομένηςδυνάμειτουτοιούτουνόμουή αποφάσεωςήπράξεως." 30 35 Στηνκρινόμενη υπόθεση η Εκκλησίαυπό την ιδιότητατηςσαν θχής ισχυρίζεταιότιονόμος95/89τηςαφαίρεσεσυνταγματικάθε μελιωμένες εξουσίες που ίσχυανκατάτηθέσπιση του. Αμφισβητεί την αρμοδιότητατης Βουλής ναψηφίσει τέτοιο νομοθέτημαγιατί παραγνώρισετη διαδικασίαπουαπαιτείτοαρθρ. 182καιπουορο θετείτηναναθεωρητικήτηςεξουσία. Μετονισχυρισμότηςθέτειζή τημααναρμοδιότηταςτης Βουλής καιακυρότητοςτουνόμουγιατί ξεπέρασεταόριαπουτηςθέτειουπέρτατοςνόμος,το σύνταγμα. α 40 391 Αυτοκέφαλος Εκκλησία της Κύπρου ν. Βουλής(Αρ. 4)
(1990)Στέκομαι εδώ στην εισήγησητου Γενικού Εισαγγελέα, πουεπε σήμανα σε άλλο σημείο, ότι εφόσον ο νόμος 95/89 ενσωματώθηκε στο σύνταγμα το δικαστήριο παύει να έχει αρμοδιότητα. Δεν θα συμφωνήσω. Η άποψη αυτήδενμπορεί ναδιεκδικήσει κανέναέρει σμαείτεστο σύνταγμαείτε στηνομολογία. Ενπρώτοις,σύμφωνα μετοσυνταγματικό ορισμό του αρθρ. 186,ηλέξη "νόμος" σημαίνει "νόμο της Δημοκρατίας". Αυτόυποδηλώνει νομοθέτημα πουπρο έρχεται απότηΒουλή των Αντιπροσώπων στηνοποίατοσύνταγμα δίνει, με επιφυλάξεις, τηγενική νομοθετική αρμοδιότητα καιακο λούθως δημοσιεύεται απότονΠρόεδροτηςΔημοκρατίαςσύμφωνα μετο αρθρ.
- Όπως ακριβώς είναι η προκείμενη περίπτωση. 5 10 Πέρα από αυτό το σύνταγμα είναι διάχυτο με διατάξεις που εξισορροπούν την κατανομή των εξουσιών (checks and balances) καιπουαποσκοπούνστην αποτροπήκινδύνων ενδεχόμενης κατά- 15 χρήσης τους. Αν αποκλειόταν ο δικαστικός έλεγχος με το επιχεί ρημα που προβλήθηκε θα τραυματιζόταν ανεπανόρθωτα η αρχή διάκρισης των εξουσιών που αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο του κράτους δικαίου. Οι δε σχετικές συνταγματικές διατάξεις θα πα ρέμεναν γράμμακενό.Έχονταςυπόψητακριτήριαπουέθεσεηνο- 20 μολογία, ταοποίαήδηεπεσήμανα,κρίνω ότι στο προκείμενο υφί σταται αμφισβήτηση εξουσίας κατάτην έννοια του αρθρ. 139.
- Για τους λόγους που έχω εκθέσειαπορρίπτωτηδιττήπροδι καστική ένσταση της Βουλής, όπως διατυπώνεται στην αρχήτης απόφασης και καταλήγω ότι η υπόθεση πρέπει να προχωρήσει επί της ουσίας. 25 ΑΡΤΕΜΙΔΗΣ, Α.: Η Αυτοκέφαλος Ελληνορθόδοξη Εκκλησία τηςΚύπρου,πουεκπροσωπείται σύμφωνα μετιςδιατάξειςτουκα- 30 τασταηκούτηςχάρτηαπότην ΙεράΣύνοδο,προσφεύγει στοΑνώ τατοΔικαστήριο βάσειτωνπρονοιών τουάρθρου 139του συντάγ ματος εναντίον της Βουλήςτων Αντιπροσώπων καιζητάδήλωση ότι ονόμος πουψηφίστηκε απόαυτήστις 12.6.89 και δημοσιεύτη κε στην επίσημη εφημερίδα στις 17.6.89ως "Ο Περί Της Πρώτης 35 Τροποποίησης Του Συντάγματος Νόμος Του 1989" (95/89) είναι στοσύνολοτουκαιεξ' υπαρχήςάκυροςκαιεπομένως δίχως οποι οδήποτε νομικό αποτέλεσμα. KOLτούτο γιατί αντίκειται στις δια τάξεις του συντάγματος, ιδιαίτερατων άρθρων 182
(2)
(3), 111και 179καιείναικατ' ακολουθίααντισυνταγματικός. 40 Οι δικηγόροι της Βουλήςτων αντιπροσώπων ήγειραν προδι καστική ένσταση υποστηρίζοντας πως ηαιτήτρια,που στα επό μενα θααναφέρεται ως ηΕκκλησία, δεννομιμοποιείται ναπρο392 3 ΑΛΛ. Αυτοκέφαλος Εκκλησία της Κύπρουν. Βουλής(Αρ. 4) Αρτεμίδης, Δ. σφεύγει στο Ανώτατο Δικαστήριο κάτω από τις διατάξεις του άρθρου 139 του συντάγματος για δυο λόγους: 5 10 15 20 25 30 35 40 (α)Η Εκκλησία δεν είναι αρχήή όργανο με την έννοια τουάρθρου 139και, (β)δεν υπάρχει σύγκρουση ήαμφισβήτηση εξουσίας ή αρμοδιότη ταςγιατίτοδικαίωματης Βουλήςτων Αντιπροσώπων νατρο ποποιεί το Σύνταγμα,προβλέπεται ρητάστο άρθρο 182
(2),
(3). Ηεξουσία της δε αυτή,αναθεωρητικήτου συντάγματος,όπως αποκαλείταιαπότουςδικηγόρουςτης,είναιαποκλειστική.Εφόσο δε η Εκκλησία δεν έχει τέτοια εξουσία, κατ' ακολουθίαδεν προκύπτειθέμασύγκρουσης εξουσιών. Παραπέρα,ηνομοθετική εξουσία στη Δημοκρατίαασκείταιαπότη Βουλή των Αντιπροσώπων,όπωςπρονοείταιστο άρθρο61 τουσυντάγματος. Οι δικηγόροι της Βουλής εισηγήθηκαν πωςπρέπειναγίνεται διαχωρισμός της εξουσίας της Βουλής να τροποποιεί το Σύ νταγμα, απότο περιεχόμενο του επίδικου Νόμου,95/89. Ημεν δηλαδή αναθεωρητική εξουσία της να τροποποιεί το σύνταγμα δεν μπορεί να αμφισβητηθεί,άλλο όμως αντο περιεχόμενο του νομοθετήματος πουεπιφέρει την τροποποίηση πιθανόνα κρίνε ται ως αντισυνταγματικόγια οποιοδήποτε λόγο. Ονόμος αυτός,ως γνωστό, σκοπεί στην τροποποίησητου άρ θρου 111 τουσυντάγματος έτσιώστεκάθεζήτημαπουαφοράαυ τούς που ανήκουν στην Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία και που έχει σχέσημε τον αρραβώνα,το γάμο,το διαζύγιο, το κύρος του γάμου,τοχωρισμό απόκοίτηςκαιτραπέζηςήτηνσυνοίκηση των συζύγων ή τις οικογενειακές σχέσεις, να διέπεται στο εξής από τους νόμους πουθαθεσμοθετηθούν απότη Βουλή των Αντιπρο σώπων αντί του Εκκλησιαστικού νόμου της Ελληνικής Ορθόδο ξης Εκκλησίας, που μέχρι τώρα διαγιγνωσκόταν και εφαρμοζό ταν απότα Εκκλησιαστικά Δικαστήρια βάσει των προνοιών του πιοπάνωάρθρουτουσυντάγματος. Απαντώντας στην προδικαστική ένσταση οι δικηγόροι της υποστήριξαν ότι αυτή είναι "αρχή" μέσα στην έννοια του άρ θρου 139,ηδεσύγκρουση ή αμφισβήτηση εξουσίας ή αρμοδιότητας υπάρχει από το γεγονός ότι με το Νόμο 95/89 που τροπο ποιεί το άρθρο 111 του συντάγματος, αφαιρείταιη αποκλειστι κή δικαιοδοσία τη