← Κύπρος

clr/1991/1991_3_611.pdf

3 ΑΛΛ. 22Νοεμβρίου 1991 [Α.ΛΟΙΖΟΥ, ΠΡ..ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ, ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΗΣ.ΠΙΚΗΣ, ΚΟΥΡΡΗΣ, ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ.Χ"ΤΣΑΓΓΑΡΗΣ, ΠΟΓΙΑΤΖΗΣ, ΝΙΚΗΤΑΣ.ΑΡΤΕΜΙΔΗΣ.ΑΡΤΕΜΗΣ. ΚΩΝΣΤΑΝΉΝΙΔΗΣ,Δ/στές] ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕΤΟΑΡΘΡΟ 140ΤΟΥΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΠΡΟΕΔΡΟΣΤΗΣΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Αιτητής, ν. ΒΟΥΛΗΣ ΤΩΝΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΩΝ, Καθ'ων ηαίτηση. (Αναφορά Αρ. 2/91). c 1Q 15 20 Ο Περί Δημοσίας Υπηρεσίας (Τροποποιητικός) Νόμος τον 1991 — Τροποποίηση τον άρθρον 71τον περί Δημοσίας Υπηρεσίας Νόμον τον 1990 (Νόμος 1/90) — Η τροποποίηση δεν είναι ασύμφωνη προς τοάρθρο21.2τονΣνντάγματος — Αντίθετα, ηάρση τον σχε­ τικού περιορισμού εμπεδώνειτο συνταγματικά κατοχνρωμένο δι­ καίωμα τον συνεταιρίζεσθαι για όλονς τονς δημοσίονς νπαλλήλονς. Ο Περί Δημοσίας Υπηρεσίας (Τροποποιητικός) Νόμος τον 1991 — Λεν βρίσκεται σε αντίθεση ούτε και είναι ασύμφωνος προς το άρθρο 28 τον Σνντάγματος — Αν προκύψει ζήτημα παραβίασης των διατάξεων τον άρθρον 28 τον Συντάγματος, τούτο δεν θα οφείλεται στις διατάξεις τονΝόμον αλλά στην παράβαση τονς. Σννταγματιχό Δίκαιο — Η κρίση περί της συνταγματικότητας ή μη των διατάξεων νόμον — Βασίζεται στο περιεχόμενο τον νόμον σε συνάρτησημε τοάρθροτον Σνντάγματος σχετικάμε τοοποίο προ­ βάλλεται ο ισχυρισμός ότι βρίσκεται σε αντίθεση ήείναι ασύμφω­ νος — Ηπαράβασηκαι ημεροληπτική άσκησηκαθηκόντων εκμέρονς ατόμων δεν μπορεί να λαμβάνεται νπόψη σαν στοιχείο κήρνξης ενός νόμον ως αντισυνταγματικού — Η περίπτωση τον περί Δημοσίας Υπηρεσίας (Τροποποιητικού) Νόμον τον1991. Σννταγματιχό Δίκαιο — Σύνταγμα — Τοδικαίωμα τον συνεταιρίζε­ σθαι — Η άσκηση τον από ημικρατικούς νπαλλήλονς — Τοσκε­ πτικό τηςαπόφασηςεπί τωνΑ.Ε. 1163.1178,1179(Ρ.Ι.Κ. ν.Καραγιώργη)δεν τηναποκλείει ούτεσκοπεί να την αποκλείσει. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, με την αναφορά αυτή,ζήτησε 611 Πρ.Δημοκρατίαςν.ΒουλήςΑντιπροσώπων

(1991)απότοΑνώτατοΔικαστήριο Γνωμάτευση κατάπόσοοπερίΔημο­ σίαςΥπηρεσίας (Τροποποιητικός)Νόμοςτου 1991 ευρισκόταν σε αντίθεση και ήταν ασύμφωνος προς τις διατάξεις των άρθρων 212,28,35,46,54,58,61και 179του Συντάγματος. Το Ανώτατο Δικαστήριο,κρίνονταςως συνταγματικότον επίδικόνόμο,αποφάσισεότι: 5 1.Ο επίδικοςΝόμοςο οποίος αίρει τον περιορισμό, ο οποίος -υπάρχειστο άρθρο71
(2)τουπερίΔημοσίαςΥπηρεσίαςΝόμουτου 1990 (Νόμοςαρ. 1 του 1990),σύμφωναμετονοποίοαπαγορεύεται στουςκατέχονταςθέσημε μισθοδοτικήκλίμακαΑ.13και άνω,να *ν είναι απλά μέληπολιτικού κόμματος της εκλογής των,δεν είναι ασΰμφωνος προς τοάρθρο21.2 τουΣυντάγματος γιατί,δενσυνε­ πάγεται,όπωςπροβλήθηκε ισχυρισμός, οποιοδήποτεεξαναγκασμό δημοσίωνυπαλλήλων ναπροσχωρήσουν ή νασυνεχίσουνναμετέ- ^ χουν σε πολιτικά κόμματα των οποίων οι προϊστάμενοι είναι μέλη,έστωκαιαντυγχάνειναείναιοιπροϊστάμενοι τουςκάτοχοι θέσεωνμεμισθοδοτικέςκλίμακεςΑ.13 καιάνω. Αντίθετα, η άρση αυτού του περιορισμού, που υπάρχει στις προαναφερθείσες διατάξεις του Νόμου, εμπεδώνει την ισότητα τωνατομικώνδικαιωμάτωνόλωντωνδημοσίωνυπαλλήλων άσχε- 20 τα απόιεραρχικήβαθμίδα,δηλαδήτο συνταγματικάκατοχυρωμέ­ νοδικαίωματουσυνεταιρίζεσθαι. (Αρθρο21.2). Οιπρόνοιεςμά­ λιστα του άρθρου αυτού προβλέπουν πως κανένας άλλος περιορισμός δεν μπορεί ναεπιβληθεί στην άσκησητου δικαιώμα­ τος αυτού,ει μη μόνο με νόμο, με διατάξεις απόλυτα αναγκαίες προςτο συμφέρον της ασφάλειαςτηςΔημοκρατίαςήτηςσυνταγ­ ματικήςτάξεωςήτηςδημόσιαςασφάλειαςή τηςδημόσιαςτάξεως, 25 ή της δημόσιας υγείας, ήτων δημοσίων ηθών,ή της προστασίας τωνδικαιωμάτωνκαιελευθεριώντωνεγγυημένωναπότο Σύνταγ­ μα.
  1. Επιπλέον ο επίδικος Νόμοςδενβρίσκεται σε αντίθεσηούτε και είναι ασύμφωνοςπροςτοάρθρο28τουΣυντάγματος,γιατίοι πρόνοιες του Νόμου αφ' εαυτών δεν δημιουργούν προϋποθέσεις ^fj για άμεση ή έμμεσηδυσμενήδιάκριση είς βάρος των δημοσίων υπαλλήλων, πουδε ανήκουνσε πολιτικάκόμματατων οποίων οι προϊστάμενοι είναι μέλη. Ηπολιτική ουδετερότητα τωνυπαλλή­ λωνστηνάσκησητωνκαθηκόντωντων διασφαλίζεται μετουςπε­ ριορισμούς πουτίθενται σταυπόλοιπαεδάφιατουάρθρου71του Νόμου. Αν προκύψει ζήτημα παραβίασης τωνδιατάξεωντου άρ- 35 θρου28 του Συντάγματος,τούτο δεν θαοφείλεται στις διατάξας τουεπίδικουΝόμου,αλλάστηνπαράβασητωνπρονοιώντωνυπό­ λοιπων εδαφίωντσυ άρθρου71του Νόμουκαιστην εσφαλμένη ή μεροληπτικήεκτέλεσητουκαθήκοντοςαπόδημόσιουπάλληλο. 3.Ησυνταγματικότηταενόςνόμου κρίνεται μεβάσητοπεριε­ χόμενο του σε συνάρτηση με το άρθρο του Συντάγματοςγια το 40 οποίο προβάλλεται ο ισχυρισμός πως βρίσκεται σε αντίθεση ή 612 3 ΑΛΛ* 5 10 jg 20 25 ™ • 35 40 Πρ.Δημοκρατίαςν. Βουλής Αντιπροσώπων είναι ασύμφωνος. Η δυνατόν συμπεριφορά ενός ατόμου κατά τρόπο αντίθετο προς την πιστή και νόμιμη εκπλήρωση των καθη­ κόντων του και η δυνατόν,μεροληπτική άσκηση των καθηκόντων του δεν μπορεί να λαμβάνεται υπόψη σαν στοιχείο κήρυξης ενός νόμου ως αντισυνταγματικού,που στην κρινόμενη μάλιστα περί­ πτωση,αίρει τονπεριορισμό πουτέθηκεστην άσκηση ενόςκατοχυ­ ρωμένου συνταγματικάδικαιώματος. Ούτε και μπορεί ναθεωρη­ θεί ότι ηάρσητουπεριορισμού εγγραφήςενός ανώτερου δημόσιου υπαλλήλου ως απλού μέλους πολιτικού κόμματος, καθιστά τον επίδικο Νόμοαντίθετοκαιασύμφωνο προςταάρθρα46,54 και 58 του Συντάγματος. Ο επίδικος Νόμος δεν δημιουργεί τις προϋποθέσεις ώστεδιευ­ θυντικά στελέχη της δημόσιας υπηρεσίας, λόγω της κομματικής τους ιδιότητας να παρεμποδίζουν άμεσα ή έμμεσα την αποτελε­ σματική άσκηση των εξουσιών και αρμοδιοτήτων των Υπουργών, ως μελώντου Υπουργικού Συμβουλίου, μέσωτου οποίου ο Πρόε­ δρος της Δημοκρατίας διασφαλίζει την Εκτελεστική Εξουσία, ή την άσκηση των εξουσιών και αρμοδιοτήτων του Υπουργικού Συμβουλίου δυνάμειτου άρθρου
  2. Ο επίδικος Νόμος δεν βρίσκεται σε αντίθεση και ούτε είναι ασύμφωνος προς την αρχή του διαχωρισμού των εξουσιών που διέπει το Σύνταγματης ΚυπριακήςΔημοκρατίας,γιατί από μόνος του δεν συνεπάγεται επέμβαση στην άσκηση αποκλειστικών εξου­ σιών και αρμοδιοτήτων της εκτελεστικής εξουσίας καθ'υπέρβαση των εξουσιών της Βουλής όπως καθορίζονται στο άρθρο 61 του Συντάγματος.
  3. Το σκεπτικό της απόφασης του Δικαστηρίου στιςαναθεωρη­ τικές Εφέσεις αρ. 1163,1178,1179,Ρ.Ι.Κ. ν.Καραγιώργης
(1991)3 ΑΛΛ. 159, δεναποκλείει ήσκοπεί νααποκλείσει, την άσκησηαπό ημικρατικούς υπαλλήλους του δικαιώματοςτου συνεταιρίζεσθαι. Ηαπόφασηδιαπίστωσε νομολογιακά,στην περίπτωσηεκείνη,ταύ­ τιση μεταξύ των κομμάτων που εκπροσωπούνται στη Βουλήαφε­ νός και της Βουλής, ως νομοθετικού σώματος αφετέρου. Γι* αυτό και οι επίδικες διατάξεις του Νόμου,που ήταν αντικείμενο συζήτησης κηρύχθηκαν ως αντισυνταγματικές, γιατί παραβίαζαν την αρχή της διάκρισης τωνεξουσιών. Τέσσερα μέλη του Δικαστηρίου εξέδωσαν χωριστή διάφορο απόφαση και έκριναν τον επίδικο νόμο αντισυνταγματικό ως αντί­ θετο στις διατάξεις τουάρθρου 28 του Συντάγματος καιστην συνταγματική αρχή της διάκρισης της πολιτικής εξουσίας από την διοικητική λειτουργία. Επίδικος νόμοςκρίνεται κατά πλειοψηφία συνταγματικός. 613 Πρ.Δημοκρατίας ν.ΒουλήςΑντιπροσώπων
(1991)Αναφερόμενες υποθέσεις: Ρ.Ι.Κ. ν.Καραγιώργη
(1991)3ΑΛΛ. 159Frangoulides (Νο.2) v. Republic
(1966)3CLJi. 676· Papapetrou v.Republic, 2RS.C.C 6V 5 Ishinv.Republic, 2R.S.C.C 16· Χατζηπαύλον v.Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου
(1991)3ΑΛΛ. 11· Policev. Ekdotiki Eteria
(1982)2 C.L.R. 63· Πίγγονρας v.Αστυνομίας
(1987)2 ΑΛΛ. 2* iDTeEfthymiou
(1987)1C.L.R.
  1. 1 Q Αναφορά. Αναφορά απότον ΠρόεδροτηςΔημοκρατίας στοΑνώ­ τατο Δικαστήριο για γνωμάτευση κατά πόσο ο "Περί Δη­ μοσίας Υπηρεσίας (Τροποποιητικός) Νόμοςτου 1991" ευ­ ρίσκεται σε αντίθεση και είναι ασυμφωνος προς τις 15 διατάξεις των άρθρων 21.2, 28, 35, 46, 54, 58, 61 και 179 του ΣυντάγματοςτηςΚυπριακήςΔημοκρατίας. Μ. Τριανταφυλλίδης, Γενικός Εισαγγελέας, της Δημο­ κρατίας, Α. Λονκαΐδης, Βοηθός Γενικός Εισαγγελέ­ ας της Δημοκρατίας,Ε. Ρωσσίδον-Παπακνριακον 20 (Κα.)και Μ. Τσαγγαρίδης, Δικηγόροιτης Δημοκρα­ τίας, για τονΑιτητή. Μ.Χριστοφίδης, για τηνκαθ'ηςηαίτηση. Cur. adv. vult. Α. ΛΟΙΖΟΥ Πρ.ανάγνωσε την απόφασητου Δικαστη­ ρίου. ΟΠρόεδρος τηςΔημοκρατίας στις 7 Μαρτίου 1991 25 καταχώρησε στο Ανώτατο Δικαστήριο, δυνάμει του Άρ­ θρου 140 του Συντάγματος, Αναφορά για Γνωμάτευση κατά πόσο ο "Περί Δημοσίας Υπηρεσίας (Τροποποιητι­ κός) Νόμος του 1991" ευρίσκεται σε αντίθεση και είναι ~Q ασυμφωνος προς τις διατάξεις των 'Αρθρων 21.2, 28, 35, 614 3Α.Α.Δ. Πρ.Δημοκρατίαςν. ΒουλήςΑντυιρ. Α. Λοΐζον, Πρ. 46,54,58,61και 179τουΣυντάγματοςτηςΚυπριακής Δη­ μοκρατίας. 5 | 0 ** Ο Βουλευτής κ. Ε. Ευσταθίουκατέθεσε,εκ μέρους της Κοινοβουλευτικής Ομάδας της ΕΔΕΚ, Πρόταση Νόμου τιτλοφορουμενη ως "Νόμοςπου τροποποιεί τον περίΔη­ μοσίας Υπηρεσίας Νόμοτου 1990", ηοποία δημοσιεύτηκε στο ΈκτοΠαράρτημα της Επίσημης ΕφημερίδαςτηςΔη­ μοκρατίαςστις 8Ιουνίου
  2. Μετηνπρότασηαυτήσκοπείταιη τροποποίησητουάρθρου71τουπιοπάνωνόμου, τοοποίο,σεόσηέκτασηείναισχετικό,προβλέπει: "71
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του Νόμου αυτού,κάθεδημόσιος υπάλληλος δικαιούταινα εκφρά­ σει ελεύθερα ταπολιτικά του φρονήματακαι τις πολιτικές απόψεις και πεποιθήσεις του, είτε δημόσια είτε κατ' ιδίανόχι όμως κατάτηδιάρκειατων ωρών εργα­ σίαςτου.
(2)Επιτρέπεταισεδημόσιουπάλληλοναείναιαπλό μέλοςπολιτικούκόμματοςτηςεκλογής του, νοουμένου ότι δενκατέχειθέση πουέχειμισθοδοτικήκλίμακα του­ λάχιστον Α13 ή τηναντίστοιχητηςστομέλλον. 25 30 35
(3)Κάθεδημόσιος υπάλληλος δικαιούταινα παρευ­ ρίσκεται σε πολιτικές συγκεντρώσεις ή άλλες παρόμοιες εκδηλώσεις.
(4)Απαγορεύεται σε δημόσιο υπάλληλο νααναμει­ γνύεται στην οργάνωση συγκεντρώσεων ήάλλωνεκδη­ λώσεων κομματικού χαρακτήρα ή που αποβλέπουν στην προώθηση των πολιτικών επιδιώξεων οποιουδήπ οτε προσώπου ή κόμματος ή να εκφωνεί λόγους σ' αυτές.
(5)Απαγορεύεται σε δημόσιο υπάλληλο όπως, χρη­ σιμοποιώνταςτηθέσητουήασκώνταςτηνεπιρροήτου, προβαίνει σε οποιεσδήποτε ενέργειες πουαποσκοπούν στην προσχώρηση οποιουδήποτε προσώπου σε πολιτι­ κό κόμμα ή οργάνωση κομματικού χαρακτήραή στον 615 Α. Λοΐζου, Πρ. Πρ.Δημοκρατίας ν. ΒουλήςΑντιπρ.
(1991)επηρεασμό οποιουδήποτε προσώπου υπέρ πολιτικού κόμματοςήπολιτικού προσώπου.
(6)". Η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Νομικών μελέτησε την πιο πάνωΠρότασηΝόμου σε συνεδρίες της που πράγμα- 5 τοποιήθηκαν στο χρονικό διάστημα από τον Ιούνιο του 1990 μέχρι και τον Ιανουάριο του 1991 και αποφάσισε, κατά πλειοψηφία, να εισηγηθεί στη Βουλήτων Αντιπρο­ σώπων τηψήφιση σεΝόμομόνο μέρους της ενλόγωΠρό­ τασηςΝόμου. 10 Η Βουλή των Αντιπροσώπων, βάσει της πιο πάνω Πρότασης Νόμου, ψήφισε, στις 24 Ιανουαρίου 1991, τον επίδικο "Περί Δημόσιας Υπηρεσίας (Τροποποιητικό) Νόμοτου 1991". (Τοκείμενο τουΝόμου επισυνάπτεται). Η Βουλή των Αντιπροσώπων κοινοποίησε τον πιο 15 πάνω Νόμο στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας για έκδοση, σύμφωνα μετοΆρθρο 52του Συντάγματος. Στις5Φεβρουαρίου 1991 οΠρόεδροςτηςΔημοκρατίας ανέπεμψε τον εν λόγω Νόμο στη Βουλήτων Αντιπροσώ­ πων για επανεξέταση, δυνάμει του Άρθρου 51.1 του Συ- 20 ντάγματος. Στις 14 και 15 Φεβρουαρίου 1991 η Κοινοβουλευτική ΕπιτροπήΝομικών επανεξέτασε τον πιο πάνωΝόμοενό­ ψει της Αναπομπής. Στις 21 Φεβρουαρίου 1991 η Βουλήτων Αντιπροσώ- 2 5 πων επανεξέτασε τον πιο πάνωΝόμο και αποφάσισε να εμμείνει στην απόφασητης για τη ψήφιση του. ΗΒουλή των Αντιπροσώπων, πληροφόρησε τον Πρόεδρο της Δη­ μοκρατίαςγιατηνενλόγωαπόφαση της. Ο ΠρόεδροςτηςΔημοκρατίας,κατόπινσυμβουλής του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, αποφάσισε να κα- 30 ταχωρήσει την παρούσαΑναφορά στο Ανώτατο Δικαστή616 3 ΑΛΛ. Πρ.Δημοκρατίαςν.ΒουλήςΑντιπρ. Α. Λοΐζου,Πρ. ριο,δυνάμειτουΆρθρου 140του Συντάγματος. 5 Το Ανώτατο Δικαστήριο αφού άκουσε τις απόψεις τουΠροέδρουτηςΔημοκρατίαςκαιτηςΒουλήςτωνΑντι­ προσώπων, σύμφωνα με το Άρθρο 140.2 του Συντάγματος, ερεύνησετοθέμαπουτέθηκευπότηνκρίσητου και ηΓνωμάτευση τηςπλειοψηφίαςτωνμελώντου,Α. Ν. Λοΐ­ ζου, Προέδρου, Δ. Δημητριάδη, Δ. Στυλιανίδη, Χρ. Χ'Τσαγγάρη, Ι.Πογιατζή,Χρ. Αρτεμίδη, Π.Αρτεμη καιΙ. Κωνσταντινίδη,Δικαστών, είναιηακόλουθη. 10 Ο επίδικος Νόμος ο οποίος αίρει τον περιορισμό, ο οποίος υπάρχει στο άρθρο71
(2)του περί Δημόσιας Υπη­ ρεσίας Νόμουτου 1990 (ΝόμοςΑρ. 1 του 1990),σύμφωνα με τον οποίο απαγορεύεται στους κατέχοντας θέσημε μι­ σθοδοτική κλίμακα Α.13καιάνω,να είναι απλά μέλη πο15 λιτικού κόμματος της εκλογής των, δεν είναι ασύμφωνος προς το Άρθρο21.2 του Συντάγματοςγιατί,δεν συνεπά­ γεται, όπως προβλήθηκε ισχυρισμός, οποιοδήποτε εξανα­ γκασμό δημοσίων υπαλλήλων ναπροσχωρήσουν ήνασυ­ νεχίσουν ναμετέχουν σεπολιτικάκόμματατων οποίων οι προϊστάμενοι είναι μέλη,έστωκαιαντυγχάνει ναείναι οι προϊστάμενοι τους κάτοχοι θέσεων με μισθοδοτικές κλί­ μακεςΑ.13 καιάνω. Αντίθετα, έχουμε τηγνώμη πως ηάρση αυτούτουπε_ ριορισμού, που υπάρχει στις προαναφερθείσες διατάξεις του Νόμου,εμπεδώνει την ισότητα των ατομικώνδικαιω­ μάτωνόλων τωνδημοσίων υπαλλήλων άσχετααπόιεραρ­ χική βαθμίδα,δηλαδήτο συνταγματικά κατοχυρωμένο δι­ καίωμα του συνεταιρίζεσθαι. (Άρθρο 21.2) Οι πρόνοιες μάλιστα του Άρθρου αυτού προβλέπουν πως κανένας 30 άλλος περιορισμός δεν μπορεί να επιβληθεί στην άσκηση του δικαιώματοςαυτού,ει μημόνο με νόμο, μεδιατάξεις απόλυτα αναγκαίεςπρος το συμφέρον της ασφάλειας της Δημοκρατίας ή τηςσυνταγματικής τάξεως ή της δημόσιας ασφάλειας ή της δημόσιας τάξεως,ή της δημόσιας υγείας, 35 ή των δημοσίων ηθών, ήτης προστασίας των δικαιωμά­ τωνκαιελευθεριών τωνεγγυημένων απότο Σύνταγμα. 617 Α. Λοΐζου, Πρ. Πρ.Δημοκρατίαςν. ΒουλήςΑντιπρ.
(1991)Επιπλέον ο επίδικος Νόμος δεν βρίσκεται σε αντίθεση ούτεκαι είναι ασύμφωνος προςτοΆρθρο28 τουΣυντάγ­ ματος, γιατί οι πρόνοιες του Νόμου αφ' εαυτών δενδη­ μιουργούν όπως έγινε εκτίμηση, προϋποθέσεις για άμεση ήέμμεσηδυσμενή διάκρισηεις βάροςτων δημοσίων υπαλ- 5 λήλων, πουδενανήκουνσεπολιτικάκόμματατωνοποίων οι προϊστάμενοι είναι μέλη. Ηπολιτική ουδετερότητα των υπαλλήλων στην άσκησητων καθηκόντων των,διασφαλί­ ζεται με τους περιορισμούς που τίθενται στα υπόλοιπα εδάφια του άρθρου 71 του Νόμου. Αν προκύψει ζήτημα 10 παραβίασης των διατάξεων του Άρθρου 28 του Συντάγ­ ματος,τούτο δενθαοφείλεται στις διατάξειςτουεπίδικου Νόμου, αλλά στην παράβασητων προνοιών των υπόλοι­ πωνεδαφίωντουάρθρου71 τουΝόμουκαιστην εσφαλμέ­ νη ή μεροληπτική εκτέλεσητου καθήκοντος από δημόσιο ^ υπάλληλο. Η συνταγματικότητα ενός νόμου κρίνεται με βάσητο περιεχόμενο του σε συνάρτηση με το Άρθρο τουΣυντάγ­ ματος για το οποίο προβάλλεται ο ισχυρισμός πως βρί­ σκεται σε αντίθεση ήείναι ασύμφωνος. Ηδυνατόνσυμπε- 20 ριφορά ενός ατόμουκατάτρόπο αντίθετο προς την πιστή και νόμιμη εκπλήρωση των καθηκόντων του και ηδυνα­ τόν, μεροληπτική άσκησητωνκαθηκόντωντου δεν μπορεί να λαμβάνεται υπόψη σαν στοιχείο κήρυξης ενός νόμου ως αντισυνταγματικού,πουστηνκρινόμενη μάλισταπερί- 25 πτώση,αίρειτον περιορισμό πουτέθηκεστην άσκησηενός κατοχυρωμένου συνταγματικά δικαιώματος. Ούτε και μπορεί ναθεωρηθεί ότιηάρσητουπεριορισμού εγγραφής ενός ανώτερουδημόσιου υπαλλήλου ωςαπλούμέλουςπο­ λιτικού κόμματος,καθιστάτονεπίδικοΝόμοαντίθετοκαι 30 ασύμφωνο προς τα Άρθρα 46, 54 και 58 του Συντάγμα­ τος. Έχουμε επίσηςτηγνώμηπωςοεπίδικοςΝόμοςδενδη­ μιουργεί τις προϋποθέσεις ώστε διευθυντικά στελέχητης δημόσιας υπηρεσίας,λόγω τηςκομματικής τους ιδιότητας 35 να παρεμποδίζουν άμεσα ή έμμεσα την αποτελεσματική άσκηση των εξουσιών και αρμοδιοτήτων των Υπουργών, ως μελώντου Υπουργικού Συμβουλίου, μέσωτου οποίου 618 3ΑΛΛ. Πρ.Δημοκρατίας ν. ΒουλήςΑντιπρ. Α. Λοΐζου,Πρ. ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας διασφαλίζει την Εκτελεστι­ κή Εξουσία, ή την άσκηση των εξουσιών και αρμοδιοτή­ των του Υπουργικού Συμβουλίου δυνάμει του Άρθρου 54. 5 Ο επίδικος Νόμος δεν βρίσκεται σε αντίθεση και ούτε είναι ασύμφωνος προς την αρχή του διαχωρισμού των εξουσιών που διέπει το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημο­ κρατίας, γιατί από μόνος του δεν συνεπάγεται επέμβαση στην άσκηση αποκλειστικών εξουσιών και αρμοδιοτήτων 10 χης εκτελεστικής εξουσίας καθ' υπέρβαση των εξουσιών της Βουλής όπως καθορίζονται στο Άρθρο 61 του Συ­ ντάγματος. Η Βουλή των Αντιπροσώπων νομοθέτησε την επίδικη διάταξη ενεργώντας μέσα στα πλαίσια της αρμοδιότητας !5 χης που της παρέχεται απότο Αρθρο 61 του Συντάγματος και προς συμμόρφωση στη συνταγματική επιταγήτου Άρ­ θρου 35, σύμφωνα με το οποίο οι αρχές και εξουσίες της Δημοκρατίας υποχρεούνται να διασφαλίζουν την αποτε20 λεσματική εφαρμογή των διατάξεων του Μέρους II του Συντάγματος που αναφέρεται στα θεμελιώδη δικαιώματα και ελευθερίες των ατόμων. Κρίνουμε πως το σκεπτικό της απόφασης του Δικα­ στηρίου στις Αναθεωρητικές Εφέσεις αρ. 1163,1178, 1179, 25 ΡΙΚ ν. Καραγκΰργης,
(1991)3 Α.Α.Δ.159, δεν αποκλείει ή σκοπεί να αποκλείσει, την άσκηση από ημικρατικούς υπαλλήλους του δικαιώματος του συνεταιρίζεσθαι. Η απόφαση διαπίστωσε νομολογιακά, στην περίπτωση εκεί­ νη, ταύτιση μεταξύ των κομμάτων που εκπροσωπούνταν 3 0 οτη Βουλήαφενός και της Βουλής, ως νομοθετικού σώμα­ τος αφετέρου. Γι αυτό και οι επίδικες διατάξεις του Νόμου, που ήταν αντικείμενο συζήτησης κηρύχθηκαν ως αντισυνταγματικές, γιατί παραβίαζαν την αρχή της διά­ κρισης των εξουσιών. 35 Για τους πιο πάνωλόγους ο υπό κρίση Νόμος δεν βρί­ σκεται σε αντίθεση και ούτε είναι ασύμφωνος προς τις διατάξεις των Άρθρων 21.2, 28, 35,46, 54, 58, 61 του Συ619 Α. Λοΐζου, Πρ. Πρ.Δημοκρατίας ν. ΒουλήςΑντιπρ.
(1991)ντάγματος,και εφόσο δεν βρίσκεται σε αντίθεση και ούτε είναι ασύμφωνος με τα πιο πάνω Άρθρα, των οποίων έγινε επίκληση, δεν είναι αντισυνταγματικός ωςαντίθετος ήασύμφωνος προςτοΆρθρο 179 τουΣυντάγματος. ΗπαρούσαΓνωμάτευση κοινοποιείται,σύμφωνα μετο Άρθρο 140.2 του Συντάγματος στον Πρόεδρο της Δημο­ κρατίαςκαιστηΒουλήτων Αντιπροσώπων. ΝΟΜΟΣ ΠΟΥ ΤΡΟΠΟΠΟΙΕΙ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΔΗΜΟΣΙΑΣΥΠΗΡΕΣΙΑΣΝΟΜΟ ΤΟΥ
  1. ΗΒουλή τωνΑντιπροσώπων ψηφίζειωςακο­ λούθως.ΠερίΔημοσίας Υπηρεσίας (ΤροποΣυνοπτικός τίτλος. 1του
  2. Ο Νόμος αυτός θα αναφέρεται ως ο περί Δημόσιας Υπηρεσίας (Τροποποιητικός) Νόμος του 1991 και θαδιαβάζεται μαζί με τον περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμο (που στο εξήςθααναφέρεταιως "οβασι­ κός νόμος") καιοπαρώνΝόμοςκαι ο βασικός νόμος θα αναφέρονται μαζί ως οι περί Δημόσιας Υπηρε­ σίαςΝόμοιτου 1990 και
  3. 10 15 2.Το εδάφιο
(2)τουάρθρου 71 του βασικούνόμου τροποποιείται μετη διαγραφή από αυτό της φράσης "νοουμένου ότι δεν κατέχει θέση που έχει μισθοδοτική κλίμακα του­ λάχιστον Α13 ήτην αντίστοιχη της στο μέλλον". (Δεύτερη, τρίτη και τέταρτη γραμμή) και με την προ­ σθήκη του σημείου της τελείας στο τέλος του. 20 ΠΙΚΗΣ,Δ.: Ο Πρόεδρος της Δημκρατίας με ιην Ανα­ φορά αυτή, βάσει του Αρθρου 140 του Συντάγματος, έθεσε υπό τηνκρίση τουΑνωτάτου Δικαστηρίου τη 30 Τροποποίηση τουάρθρου71 τουβασικού νόμου. 620 25 3 ΑΛΛ, Πρ.Δημοκρατίαςν.ΒουλήςΑντιπρ. Πιχής, Δ. συνταγματικότητατουΠερίΔημοσίας Υπηρεσίας (Τροπο­ ποιητικού) Νόμουτου 1991. Με το νόμο αυτόδιαγράφε­ ται ηεπιφύλαξη του εδαφίου2 του Άρθρου 71 του βασι­ κού Περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμου του 1990 (Ν. 1/90) 5 καιωςαποτέλεσμα αίρεταιηαπαγόρευσηένταξης τουδιε­ υθυντικού προσωπικού της δημόσιας υπηρεσίας (τωνλει­ τουργών που κατέχουν μισθοδοτική κλίμακα Α13 και άνω)σεπολιτικάκόμματα.Μετηναπάλειψητηςεπιφύλα­ ξης, οι διατάξεις του άρθρου 71
(2)καθίστανταιεφαρμοJQ στέεςσ' όλαταμέλη τηςδημόσιαςυπηρεσίας.Τοάρθρο71
(2)προβλέπει: "Επιτρέπεται σε δημόσιο υπάλληλο να είναιαπλόμέλοςπολιτικού κόμματοςτηςεκλογής του". Το ιστορικό της θέσπισης του νόμου, τηςαναπομπής του απότον ΠρόεδροτηςΔημοκρατίας και επαναβεβαίω­ σης του από τη Βουλή, μνημονεύεται στην απόφασητης 15 πλειοψηφίας καιδεθατο επαναλάβουμε.Μετάαπόμελέ­ τητου εγερθέντος θέματοςκαταλήγουμε ότι ονόμος είναι αντισυνταγματικός. Τηγνώμη αυτήενστερνίζονται, εκτός από εμένα,και οι Δικαστές Κούρρης, Παπαδόπουλος και Νικήτας, γιατους λόγους πουεκτίθενται σ' αυτή την από­ φαση. Κρίνουμε αναγκαία εισαγωγή στο θέμα που εξετάζου­ μετηθεώρηση τουπλαισίου μέσαστο οποίοδιαμορφώσα­ μετηγνώμη μας,σεσυσχετισμόμε τασυνταγματικά εχέγ-_ γυα για τη θέση της δημόσιας υπηρεσίας στη λειτουργία του Κυπριακούκράτους. (α) Ο Περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμος του 1967 (Ν. 33/67), ο πρώτος οργανικός νόμος που θεσπίστηκε μετά την ανεξαρτησία για τη λειτουργία της δημόσιας υπηρε*Q σίας, απαγόρευε την ένταξη των δημοσίων υπαλλήλων σε πολιτικά κόμματα ήοργανώσεις με πολιτικές επιδιώξεις. (Άρθρο 71
(2)(γ)).Επισημαίνεται ότι ο νόμος εκείνος θε­ σπίστηκε μετά τ.ην απόφασητης ολομέλειας του Ανωτά­ του Δικαστηρίου στην Frangoulides (No. 2) v. Republic 35
(1966)3C.L.R. 676όπουκρίθηκε ότι τοκυπριακόσύνταγ­ μα θεσμοθετεί την πολιτική ουδετερότητα της δημόσιας υπηρεσίας καιτηλειτουργία της μακριάαπό κάθε πολιτι621 Πικής, Δ. Πρ. Δημοκρατίαςν. Βουλής Αντιπρ.
(1991)κή επιρροή.ΟΝ.33/67 καταργήθηκεκαι αντικαταστάθηκε από τον Περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμο του 1990(Ν.1/ 90). Ησυνταγματικότητα του άρθρου 71
(2)(γ)του Ν. 33/ 67δεναμφισβητήθηκε στα23 χρόνιαζωήςτου. (β)Το άρθρο71 του ΠερίΔημόσιας Υπηρεσίας Νόμου 5 του 1990 περιλαμβάνεται στο Μέρος VI του νόμου στον οποίο καθορίζονται τα καθήκοντα, υποχρεώσεις και δι­ καιώματα των δημοσίων υπαλλήλων. Συνισταμένη των καθηκόντων των δημοσίων υπαλλήλων είναι ηαπρόσωπη καιπολιτικά ουδέτερη εξυπηρέτηση τουδημοσίου. ίο (γ)Τοάρθρο71 του Ν. 1/90 σκοπεί στην εμπέδωσητης πολιτικής ουδετερότητας τηςδημόσιας υπηρεσίας καιτην αποσαφήνιση εκείνων των πολιτικών δραστηριοτήτων δη­ μοσίων υπαλλήλων πουσυμβιβάζονται μετηνουδετερότη­ τα της υπηρεσίας. Με τις διατάξεις των εδαφίων 4 και 5 15 του Άρθρου 71 απαγορεύεται η ανάμειξη των δημοσίων υπαλλήλων σε οποιαδήποτε κομματική δραστηριότητα ή άσκηση επιρροής υπέρ οποιουδήποτε κόμματος ή πολιτι­ κού προσώπου. Προκύπτει από το κείμενο της εισηγητι­ κής έκθεσης της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Νομικών 20 και κατ' επέκταση από τη θέσπιση του Ν. 1/90 από τη Βουλήότι ηένταξητων διευθυντικών στελεχώντηςδημό­ σιας υπηρεσίαςσεπολιτικάκόμματαως "απλά μέλη"κρί­ θηκε ότι θαπροσέκρουε στην αρχήτης πολιτικής ουδετε­ ρότητας και αμεροληψίας της δημόσιας υπηρεσίας, και 25 επομένως θα ήταν αντινομική προς τη συνταγματική της θέση.Η διάκριση μεταξύ τωνκατόχωνδιευθυντικώνθέσε­ ων και του υφιστάμενου προσωπικού ανευρίσκει έρεισμα στις διαφορετικές αρμοδιότητες τωνδύοκλάδωντουπρο­ σωπικού και ιδιαίτερα το σημαίνοντα ρόλο που διαδρα- 30 ματίζουν τα διευθυντικά στελέχη στην αξιολόγηση του υφιστάμενου προσωπικού αφενός,καιστηναποφασιστική αρμοδιότητα τους στη ρύθμιση των δικαιωμάτωντουπο­ λίτηστη σφαίρατου δημοσίου δικαίου, αφετέρου. Μετον υπό κρίση τροποποιητικό νόμο καταργείται η διάκριση 35 και όπωςδιαφαίνεταιδιαφορίζεταιηθέση της Βουλήςως προς τις επιπτώσεις τουκομματισμού των ανώτερωνστε­ λεχών της στη διασφάλιση της "πολιτικής ουδετερότητας 622 3 ΑΛΛ. Πρ.Δημοκρατίαςν.ΒουλήςΑντιπρ. Πιχής,Δ. καιαμεροληψίας" τηςδημόσιαςυπηρεσίας. Παρά τις διατάξεις του τροποποιητικού νόμου παρέ­ μειναν αμετάβλητες οι υποχρεώσεις του διευθυντικού προσωπικού όπως και όλων των άλλων δημοσίων υπαλ5 λήλων για αποφυγήανάμειξης σε κομματικές δραστηριό­ τητες που επιβάλλονται από τις πρόνοιες του ιδίου άρ­ θρου του νόμου,συγκεκριμένα εκείνες των εδαφίων4και
  1. Το κρίσιμο ερώτημα,και απότην απάντησηεξαρτάται και η γνωμάτευση μας για την συνταγματικότητα του Κ) νόμου, είναι ανηένταξη των ανώτερων στελεχών της δη­ μόσιας υπηρεσίας σε πολιτικά κόμματα συνάδει με την πολιτικήουδετερότητα καιαμεροληψία τηςδημόσιαςυπη­ ρεσίας,ή είναιαντίθετημετηναρχή αυτή. Ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας κατάθεσε τις 15 σχετικές πρόνοιες των καταστατικών των πέντε πολιτι­ κών κομμάτων πουεκπροσωπούνται στη Βουλή(ΔΗ.ΣΥ., Α.Κ.Ε.Λ.,ΔΗ.ΚΟ., Ε.Δ.Ε.Κ., Κόμμα των Φιλελευθέρων), καθώςκαιτουΑ.ΔΗ.ΣΟ.Κ., ωςπροςτις υποχρεώσεις που επιβάλλονται στα μέλητων κομμάτων για να επισημάνει 20 τις επιπτώσεις από την ένταξη των ανώτερων στελεχών τηςδημόσιαςυπηρεσίαςστηλειτουργικότητα της. Ησυνταγματικότητα τουδικαιώματοςένταξηςδιευθυ­ ντικών στελεχώνδενκρίνεται βέβαιαβάσει των υποχρεώ­ σεωνπου επιβάλλει ηένταξητους σε οποιοδήποτεκόμμα. Ησυνταγματικότητα νόμου κρίνεται απρόσωπακαιαφη­ ρημένα με βάσητις επιπτώσεις πουενέχειηαρχήδικαίου η οποίαθεσμοθετείται στησυνταγματικήτάξη καιανείναι αντίθετηή ασύμφωνη μεμιαή περισσότερες διατάξειςτου Συντάγματος. Η αναφορά του Γενικού Εισαγγελία στις 30 υποχρεώσεις των μελών που επιβάλλει η ένταξη τους σε οποιοδήποτε απόταυφιστάμενα πολιτικά κόμματα είναι χρήσιμη για ένα άλλο λόγο- φέρνει σε φως τηναδυναμία στην πράξη συμβιβασμού της ένταξης των στελεχών που επηρεάζει ο νόμος με τις υποχρεώσεις που επιβάλλουν οι 35 πρόνοιες των εδαφίων 4 και 5 του άρθρου
  2. Κανένα από τα έξι κόμματα δεν προσδιορίζει κατηγορία "απλού μέλους" του κόμματος, ούτε διαφοροποιεί τις υποχρεώ623 Πικής,Δ. Πρ.Δημοκρατίαςν.ΒουλήςΑντιπρ.
(1991)σεις των μελών των κομμάτων που κατέχουν το αξίωμα τού δημοσίουυπαλλήλου.Αντίθετα, οι υποχρεώσεις όλων των μελώνείναι ομοιόμορφες. Χωρίςνα πραγματευόμεθα τις επιπτώσεις πουεπιβάλλει τοκάθεκόμμασταμέλητου, όλα τα κόμματα, μερικά ομολογουμένως σε μεγαλύτερο 5 βαθμό,δεσμεύουν ταμέλητουςναεργάζονταιγιατηνεπί­ τευξη των.επιδιώξεων του κόμματος και την προώθηση τουπολιτικούτουςπρογράμματος.Ηδέσμευση πουσυνε­ πάγεται ηένταξησε οποιοδήποτεαπόταέξι αυτά κόμμα­ τα είναι αδύνατο,κατά τηνκρίση μας,νασυμβιβαστεί με *0 τις διατάξεις των εδαφίων 4 και 5 του άρθρου 71 του νόμου. Αυτόόμως, επαναλαμβάνουμε,δεν είναι το κριτή­ ριο για τη θεώρηση της συνταγματικότητας του νόμου, αλλά η ευχέρεια εναρμονισμού των διατάξεωντου μετην πολιτικήουδετερότητακαιαμεροληψίατηςδημόσιαςυπη- 15 ρεσίας που κατά κοινή ομολογία θεσμοθετείται από το Σύνταγμα. Ο Γενικός Εισαγγελέας καιοΒοηθός Γενικός Εισαγγε­ λέας υπέβαλαν ότι ο νόμος είναι αντισυνταγματικός για τρειςξεχωριστούς λόγουςπουσυνοψίζονται ωςεξής:- 20
(1)Παραβίασητης αρχήςτηςδιάκρισηςτων εξουσιών που οριοθετεί το πλαίσιο αρμοδιότητας και λειτουργίας των τριών εξουσιών του κράτους. Ηδιάκριση των εξου­ σιών, όπωςέχεικατ' επανάληψηδιακηρυχθείαπότοΑνώ- 25 τατο Δικαστήριο, επιβάλλει τον περιορισμό της λειτουρ­ γίας κάθε μιας από αυτές στη σφαίρα των οριζομένων αρμοδιοτήτων της και μέσω της σύννομης άσκησης τους την εξασφάλιση της ισόρροπης διακυβέρνησηςτηςχώρας.. Η οργανική ρύθμιση του πλαισίου λειτουργίας'της δημό- 30 σιας υπηρεσίας συνιστά νομοθετική αρμοδιότητα - (Βλ. Theodhoros G.Papapetrou v.Republic, 2R.S.C.C., 61, liter hhin v. Republic, 2 R.S.C.C, 16και επίσης Χατζηπαύλον v. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου
(1991)3Α.Α.Δ.11. Οκρι­ νόμενος νόμος σκοπεί στηδιαμόρφωσητουπλαισίου λει- ~<τουργίαςτης δημόσιας υπηρεσίας,θέματος ηρύθμισητου οποίου εντάσσεται στα πλαίσιατης νομοθετικής λειτουρ­ γίας. Συνεπώς δεδιαπιστώνεταιμε τηθέσπιση τουνόμου οποιαδήποτευπέρβασητων εξουσιών της Βουλήςήδιείσ624 3ΑΛΛ. Πρ.Δημοκρατίαςν.ΒουλήςΑντιπρ. Πικής,Δ. δύσηστηλειτουργία οποιασδήποτεάλλης εξουσίας.
(2)Παράβαση των διατάξεων του άρθρου 54 που προσδιορίζει τις αρμοδιότητες του Υπουργικού Συμβου­ λίου, συγκεκριμένα εκείνων που περιέχονται στην παρά1 5 γράφο(α) και(δ), πουαποδίδουνστοΥπουργικό Συμβού­ λιο τηγενικήδιεύθυνση,τον έλεγχοδιακυβέρνησηςκαιτο συντονισμό και εποπτεία των δημοσίων υπηρεσιών. Ο νόμος δεν περιορίζει ούτε αλλοιώνει τις αρμοδιότητες πουπαρέχειτοάρθρο 54 στοΥπουργικό Συμβούλιο. ΕξίJQ σου ανέπαφεςαφήνει ο νόμος τις εξουσίες πουπαρέχο­ νται στους Υπουργούς της Πολιτείας απότο άρθρο58.1 του Συντάγματοςοι οποίες, όπως έγινε εισήγηση, επίσης θίγονταιαπότιςδιατάξειςτου νόμου. Η πολιτικήουδετε­ ρότητακαι αμεροληψία της δημόσιας υπηρεσίας δεσυνά. γεται απότο άρθρο54 καιπαρεμφερείς προςαυτόδιατά­ ξεις, αλλά από άλλες πρόνοιες του Συντάγματος στις οποίεςθααναφερθούμεπιόκάτω.
(3)Παραβίασητουδιαχωρισμού μεταξύπολιτικήςκαι διοικητικής λειτουργίας που καθιερώνει το Σύνταγμα, καθώςκαι των διατάξεων του άρθρου28 που κατοχυρώ20 νει- την ισότητα ενώπιον της Διοίκησης. Διασφάλιση της ισότητας που κατοχυρώνει το άρθρο28 προϋποθέτει την πολιτικήουδετερότητακαιαμεροληψίατηςδημόσιαςυπη­ ρεσίας.Οιαποφάσειςτηςολομέλειας τουΑνωτάτουΔικα­ στηρίου στις υποθέσεις Frangoulides (No. 2) v. Republic (αναηέρω)και Ρ.Ι.Κ.και Αλλοι ν. Καραγιώργη και 25 Αλλον
(1991)3 Α.Α.Δ. 159, προοιωνίζουν, όπως εισηγή­ θηκαν ο Γενικός Εισαγγελέας και ο Βοηθός Γενικός Ει­ σαγγελέας,τηναπόρριψη τουυπόεξέτασηνόμου ωςαντι­ συνταγματικού. Ο κ. Χριστοφίδης υπέβαλε εκ μέρους της Βουλής, 30 όπως μπορεί νασυνοψισθούν οι θέσεις του,ότι ο νόμος όχι μόνο δενπροσκρούει σεκαμιά διάταξητου Συντάγμα­ τος αλλάαντίθεταβρίσκεται σεαρμονίαμετις ρητέςπρό­ νοιες τουάρθρου21.2 του Συντάγματος πουκατοχυρώνει . το δικαίωματου "συνεταιρίζεσθαι" και περιλαμβάνει την ένταξησεπολιτικόκόμμα.Τοδικαίωμα του "συνεταιρίζε625 Πικής,Δ. Πρ.Δημοκρατίαςν.ΒουλήςΑντιπρ.
(1991)σθαι", επεσήμανε, δεν μπορεί να περιοριστεί, εκτός βάσει νόμου ,(Police v.EkdodikiEteria
(1982)2 C.L.R. 63), και μόνο για τους σκοπούς πουκαθορίζονταιστηνπαράγρα-* φο 3 του Άρθρου 21 οι οποίοι δέον ναερμηνεύονται περιοριστικά.(Άρθρο 33.2 του Συντάγματος). Αναπτύσσοντας τις θέσειςτου,υποστήριξε ότι ηπολι­ τική ουδετερότητα κρίνεται από τους αρχαίους χρόνους ως ανεπιθύμητη διότι απομονώνει τον άνθρωπο απότα κοινάκαι τον στεγανοποιεί μακριάαπότις δημοκρατικές 1 Q διεργασίες πουαποτελούντοστήριγματουδημοκρατικού πολιτεύματος. Ηεισήγηση αυτήέχειως βάθροτηθέση ότι μόνο μέσωτηςκομματικήςένταξηςμπορείναενεργοποιη­ θεί το άτομοστακοινά καιότι ηδημόσια υπηρεσία ευρί­ σκεται μακριά από τοχώροαυτό.Ηεισήγηση παραγνωρί- 15 ζει ότι οι δημόσιοι λειτουργοί βρίσκονται στο επίκεντρο της Πολιτειακής λειτουργίας και έχουν, λόγω της θέσης τους,άμεσηανάμειξηστις κοινές υποθέσεις του κράτους. Ο κίνδυνος για τη δημιουργία ασυδοσίας των δημοσίων υπαλλήλων,λόγωτηςαπομόνωσηςτουςαπότιςπολιτικές 20 διεργασίες, αποκλείεται στην Κύπρο ως αποτέλεσμα των συνταγματικώνδιατάξεωνπουκατοχυρώνουν, όπωςυπο­ δεικνύεται στην Ρ.Ι.Κ. (ανωτέρω), μέσω του δικαστικού ελέγχου, τηδιαφάνεια στηδιοικητικήλειτουργία. (Άρθρο 146 τουΣυντάγματος). Πρέπει ναπαρατηρήσουμεότι ησυμμετοχή στακοινά εξασφαλίζεται με την αναγνώριση στον κάθε πολίτη του δικαιώματος της ψήφου, δικαίωμα που στη Κύπρο είναι επάλληλο με την υποχρέωση που επιβάλλει ο νόμος για 30 την άσκηση του. (Πίγγουρας ν. Αστυνομίας
(1987)2 Α.Α.Λ.1). Εάν γίνει δεκτή ηεισήγησητου κ. Χριστοφίδη ότι το άρθρο21.2 του Συντάγματοςεξασφαλίζει απεριόριστοδι­ καίωμα ένταξης των μελών της δημόσιας υπηρεσίας σε 35 πολιτικά κόμματατότε ουπόκρίση νόμος αποτελείπλεο­ νασμό. Κάθε δημόσιος υπάλληλος πρέπει να αφήνεται ελεύθερος ναεντάσσεται χωρίςπεριορισμό σε οποιοδήπο­ τε κόμμα και να αναλαμβάνει οποιοδήποτε κομματικό 626 3 ΑΛΛ. Πρ.Δημοκρατίαςν. ΒουλήςΑντιπρ. Πικής, Δ. αξίωμα. Μετά από προσεκτική εξέταση κάθε πτυχής του υπό εξέτασηθέματος,καταλήγουμεσταεξήςσυμπεράσματα:5 10 15 20 30 35 (i)ΤοΣύνταγμα επιβάλλει τοδιαχωρισμότηςδημόσιαςυπηρεσίαςαπότηνπολιτικήεξουσίακαι καθιερώ­ νει θεσμικά τηνπολιτική ουδετερότητατηςδιοικητικής λειτουργίας. Το λειτούργημα του δημοσίου υπαλλήλου είναιασυμβίβαστο μετοαξίωματουΠροέδρουή Αντι­ προέδρουτης Δημοκρατίας,του Υπουργού ήτου Βουλευτή.(Βλ. Άρθρα 41.1,59.2 και 70του Συντάγματος). Η στελέχωση της δημόσιας υπηρεσίας ανατίθεται σε σώμαανεξάρτητοαπότηνπολιτική εξουσία προςαπο­ κλεισμό κάθε πολιτικής επιρροής τόσο στους διορι­ σμούς και προαγωγές όσο καιστον καθορισμό των δι­ καιωμάτων του πολίτη στον τομέα του δημοσίου δικαίου.(Βλ. Μέρος VII του Συντάγματος).Ησυνταγ­ ματικήθέσητου δημοσίου υπαλλήλου είναι εκείνητου απρόσωπου υπηρέτη του δημοσίου. Η αποστολή του είναι διαχρονική,απόρροιατης μονιμότητας της θέσης του. Οδημόσιος υπάλληλος είναιυπόλογος έναντι του νόμου για την εκπλήρωση των καθηκόντωντου καιδε φέρει καμιά πολιτική ευθύνη για την υλοποίηση του προγράμματος της εκάστοτε κυβέρνησης. Ο κομματι­ σμός των διευθυντικών στελεχώντης δημόσιαςυπηρε­ σίας αντιστρατεύεται και είναι αντινομικός προς την πολιτική ουδετερότητα και αμεροληψία της δημόσιας υπηρεσίας. Ηθεσμοθέτηση τηςπολιτικής ουδετερότηταςτης δη­ μόσιας υπηρεσίαςαπότο Σύνταγμα αναγνωρίστηκεδι­ καστικάαπότηνολομέλεια τουΑνωτάτου Δικαστηρίου στην Frangoulides (ανωτέρω).Το Ανώτατο Δικαστήριο επεσήμανε ότι δεν είναι δυνατή ηαξιολόγηση δημοσίου υπαλλήλου από Υπουργό, κάτοχο πολιτικού αξιώμα­ τος, λόγω του θεσμικού διαχωρισμού της διοικητικής λειτουργίας από την πολιτική εξουσία. Η αξιολόγηση επομένως ήταν τρωτή, όχι διότι στη σύνταξη της ο Υπουργός ήτανπροκατειλημμένος, αλλάδιότι δενεξα627 Πικής,Δ. Πρ.Δημοκρατίας ν.ΒουλήςΑντιπρ.
(1991)σφαλίζονταν ταθεσμικάεχέγγυατης πολιτικήςουδετε­ ρότητας της δημόσιας υπηρεσίας. Το απόσπασμαπου, ακολουθεί κατοπτρίζει το διαχωρισμό της δημόσιας υπηρεσίαςαπότηνπολιτικήεξουσία:"The one is anoffice of apolitical nature;the other is 5 the office of a specially qualified and well experienced permanent officer in the public service. The very structure of the Public Service Commission in our Constitution (Articles 122-125 inclusive) is to keep the two apart, and independent of each other. To keep \Q moreover, all matters pertaining to the competence of the Commission (appointment, promotion, transfer etc.) outside the influence of the political Government, of whichthe Minister is animportant part." Σεμετάφραση:- 15 "To ένα είναι αξίωμα πολιτικής φύσης, το αξίωμα του Υπουργού, το άλλο (του δημόσιου υπαλλήλου) είναι το αξίωμα ενός ειδικά καταρτισμένου και πολύ πεπειραμένουμόνιμου λειτουργού τηςδημόσιαςυπηρε- 20 σίας.Αυτήτούτηη δομήτης ΕπιτροπήςΔημόσιας Υπη­ ρεσίας κάτω από το Σύνταγμα (Άρθρα 122-125 περι­ λαμβανομένου) είναι η τήρηση των δύο αξιωμάτων μακριάκαιανεξάρτητατο ένααπότοάλλο. Γιατη δια­ σφάλισηόλων τωνθεμάτωνταοποίααφορούνστις αρ- 25 μοδιότητες τις Επιτροπής(διορισμός,προαγωγή,μετά­ θεση κλπ.) μακριά από την επιρροή της πολιτικής κυβέρνησης της οποίαςο Υπουργός αποτελεί σημαντι­ κόμέρος." 30 Ηπολιτική ουδετερότητα της δημόσιαςυπηρεσίαςεπί­ σης αναγνωρίζεται ως θεσμικά κατοχυρωμένη στην από­ φασηΡ.Ι.Κ. (ανωτέρω). (ϋ) Το άρθρο 28.1 του Συντάγματος κατοχυρώνει την ισότητα έναντι τηςΔιοίκησης η οποία,σύμφωνα με 35 τις ρητές διατάξεις της παραγράφου2 του ιδίουάρ­ θρου,εξασφαλίζεταικαιέναντικάθεδυσμενούςδιάκρι628 3 ΑΛΛ. 5 10 Πρ.Δημοκρατίαςν.ΒουλήςΑντιπρ. Πικής,Δ. σης,άμεσης ήέμμεσης, ένεκα "των πολιτικών ήάλλων πεποιθήσεων" του ατόμου.Ηδιασφάλισητης ισοπολι­ τείας έναντι της Διοίκησης επιβάλλει, όπως συνάγεται από τηναπόφασηστηΡ.Ι.Κ. (ανωτέρω),και συνοψίζεται στο απόσπασμα πουακολουθεί,τηνστελέχωση και λειτουργία της δημόσιας υπηρεσίας μακριά απόκάθε πολιτική επιρροή: "Ηφιλοσοφίαπίσωαπότη διάκρισημεταξύτης πο­ λιτικής εξουσίας καιτηςδιοικητικήςλειτουργίας έγκειταιστηναναγνώρισητηςσυνταγματικάκατοχυρωμένης αρχής για παροχή ίσων ευκαιριών στους πολίτες της Δημοκρατίαςγι« συμμετοχή καιυπηρεσία στο δημόσιο τομέα." Ο φορέας των θεμελιωδών δικαιωμάτωνπου κατοχυ15 ρώνει το Σύνταγμαείναι το άτομο. Όπωςεπισημαίνεται στην πιό πάνω απόφαση της ολομέλειας, υιοθετώντας απόσπασμααπότηνπρωτόδικηαπόφαση:"...ταανθρώπι­ να δικαιώματα, αναφέρονταιστο άτομο σαν το κύτταρο τηςσυγκροτημένης κοινωνίαςκαιόχιστις οργανώσειςκαι 20 κόμματα".Ηπολιτική ουδετερότητα της δημόσιαςυπηρε­ σίας πρέπει να διασφαλίζεταιθεσμικά ώστετοδιαβρωτι­ κό στοιχείο της υπόνοιαςγια την πολιτική ουδετερότητα καιαμεροληψίατηςδημόσιαςυπηρεσίαςνα εξαφανίζεται. 25 30 35 (iii)Δεν είναι τυχαίοότι τοάρθρο 28.1 του Συντάγματοςκατοχυρώνει παράλληλατην ισότητα έναντι της Διοίκησης καιτηςΔικαιοσύνης. Ισχύουν ισχυροί λόγοι για την πολιτικήουδετερότητα τόσο του φορέατης δη­ μόσιαςδιοίκησης,όσοκαιτηςδικαστικήςεξουσίας. (ίν) Τα θεμελιώδη δικαιώματα,περιλαμβανομένου και του δικαιώματοςτου "συνεταιρίζεσθαι", ταοποία κατοχυρώνει το Σύνταγμα,δεν μπορεί να εξεταστούν σε απομόνωση απότους σκοπούς που αποβλέπουννα εξυπηρετήσουν ήνα διαζευχθούν απότο νομικό πλαίσιο μέσα στο οποίο ασκούνται. (Βλ. In re Efthymiou
(1987)1C.L.R., 329, 333). Όπουταθεμελιώδηδικαιώ­ ματα είναι συνυφασμένα με τη συνταγματική τάξη, 629 Πικής,Δ. Πρ.Δημοκρατίας ν. Βουλής Αντιπρ.
(1991)αυτά πρέπει να εφαρμόζονταικαι ασκούνται μετρόπο που ναδιασφαλίζονταιοι παράλληλοι σκοποί τουΣυ­ ντάγματος. Στην προκείμενη περίπτωση, άσκηση του δικαιώματος το οποίο παρέχεται στους ανώτερους δη­ μοσίους υπαλλήλους θα αποστερούσε τα άτομα τα 5 οποία επηρεάζονται από τις αποφάσεις τους απότην ισοπολιτεία που κατοχυρώνει το άρθρο28 και θα πα­ ραβίαζε την συνταγματικήτάξηπου επιβάλλει τηνπο­ λιτική ουδετερότητα της δημόσιας υπηρεσίας. Για την εξασφάλιση της συνταγματικής τάξης στη λειτουργία ^ τηςδημόσιαςυπηρεσίαςεπιβάλλεταιη πολιτικήουδετε­ ρότητα και αμεροληψία των διευθυντικών της στελε­ χών και αντίστοιχο καθήκοντων φορέων της εξουσίας αυτής να απέχουναπόκάθεκομματικήσυμμετοχήγια όσοχρόνοδιαρκείη υπηρεσίατους. Καταλήγουμε ότι ουπόκρίση νόμος είναιαντισυνταγ­ ματικός διότι προσκρούει στις διατάξεις του άρθρου 28 και την αρχή της διάκρισης της πολιτικής εξουσίας από την διοικητική λειτουργία που κατοχυρώνεται στο Σύ­ νταγματηςκυπριακήςπολιτείας. Επίδικοςνόμοςκρίνεται κατά πλειοψηφίασυνταγματικός. 630

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.