1Α.Α.Δ. 31 Δεκεμβρίου,1992 [ΠΙΚΗΣ,ΝΙΚΗΤΑΣ. ΚΩΝΣΤΑΝΠΝΙΔΗΣ,ΔΑπές] i ΕΙΡΗΝΗ ΚΑΚΟΥΛΛΟΥ, Εφεσείονσα. ν. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΠΟΧΟΥΖΟΥΡΗ ΚΑΙ ΑΛΛΗΣ, (Αρ.2) Εφεσφλήτων. (Πολιτική ΈφεσηΑρ. 8378). 5 Εφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο εναντίον απόφασης του Διευθυντή τον Κτηματολογίου — Υποβλήθηκε κατά παρέκκλιση τωνΚ.5
(1)και 7
(1)των περί Ακινήτον Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησις) Κανονισμών, 1956 — Δεν είναι άκνρη αλλά απλώς αντικανονική. Πολιτική Δικονομία — Δικονομικό μέτρο — Διάκριση μεταξύ άκνρον και αντικανονικού δικονομικού μέτρου. 10 J5 «Q Ηεφεσείουσα καταχώρησε σύμφωνα με το άρθρο 80 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησις) Νόμου, Κεφ. 224. αίτηση-έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευ κωσίας εναντίον απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου, Κατά παρέκκλιση απότους ομώνυμους κανονισμούς του 1956, Κ. 5
(1)και7
(1),ταγεγονότα στα οποία εδραζότανηαίτησηδεν στοι χειοθετούνταν με ένορκο δήλωση αλλά με έκθεση απαίτησης,δεν επισυνάπτετο η απόφασητου Διευθυντή και επίσης οι λόγοι της έφεσης δεν είχαν εκτεθεί σε ξεχωριστή παράγραφο. Η έφεση είχε υποβληθεί εμπρόθεσμα και σύμφωνα μετονκαθορισμένο τύπο. Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι, ενόψει της επιτακτικήςδιατύ πωσης των πιο πάνω κανονισμών, η μή συμμόρφωση με αυτούς καθιστούσε την έφεσηάκυρτ/,και την απέρριψε. Αποφασίσθηκε ότι: 25 (α)Δικονομικό μέτρο είναι άκυροότανδενκοινοποιείται στην άλλη πλευρά, όταν η γένεση του είναι ακροσφαλής και όταν δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος για την έκδοση του. Παρέκκλιση από τους θεσμούς της δικονομίας δεν συνεπάγε ται αφ'εαυτής,ούτε καθιστάάκυρο το διαδικαστικόδιάβημαπου λαμβάνεται. (β)Στηνπροκειμένη περίπτωση η μήσυμμόρφωση με τιςπρό νοιες των Κ.5 και 7 των περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας(Διακατοχή, 1503 Κάκονλονν.Ποχουζούρηκαιάλλης(Αφ.2)
(1992)Εγγραφή και Εκτίμησις) Κανονισμών, 1956, δεν συνεπαγόταν αφ'εαντής την ακυρότητα της διαδικασίας, διότι η τήρηση των προνοιών των κανονισμών εκείνων δεν αποτελούσεπροϋπόθεση για τηγένεσητης έφεσης, ούτεπαρέκκλισηαπόαυτέςκαθιστούσε το μέτρο άκυρολόγωρητήςνομικήςήθεσμικήςδιάταξης. Ηέφεσηεπιτράπηκεμεέξοδα Υποθέσειςποναναφέρθηκαν: SpyropouUas v.Traasavia
(1979)1 C.LR. 42ϊ Evagorou v.Christodoulou
(1982)1 C.L.R. 771Demetriou v. Prodromou
(1983)1 CLR. 30V HjiGiambis v.Attorney-General
(1986)1 C.LR. 386Tradax v.TerminalNavigation
(1988)1 C.LJi.450 Μαχλονζαρίόηςv. Ιωαννίδη, Π.Ε. 7684, απόφαση21.11.90Αθανασιάδη ν.Αλεξάνδρον
(1991)1 Α.Α.Δ. 945. RePntchard[1963] 1 All E.R. 873Lysandrou v. Schiza
(1979)1 C.L.R, 267. Έφεση. Έφεση από την ενάγουσα κατά της διαταγήςτου Επαρ χιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας (Σ. Νικολαΐδης, Α.Ε.Δ.) που δόθηκε στις 12 Φεβρουαρίου 1991 (Αρ. Αίτησης 49/89 20 με την οποία διετάχθη όπως τα προδικαστικά θέματα που εγέρθηκαν με την ένσταση στην κυρίως αίτηση επιδικα στούν πρώτα κατά προτεραιότητα και προτού ακουστεί οποιαδήποτε μαρτυρία. Α. Μάγος, για την εφεσείουσα. 25 Ε. Ενθυμίου, για τους εφεσίβλητους. Cur. adv. vult. ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ: Την απόφαση του Δικαστηρίου θα δώσει ο Δικαστής Γ. Μ. Πικής. 1504 1 ΑΛΛ, Κάκουλονν.Ποχονζονρη και άλλης(Αρ. 2) ΠΙΚΗΣ, Δ.: Μεαπόφαση τουΔιευθυντή τουΚτηματο λογίου παραχωρήθηκε δικαίωμα διαβάσεως υπέρ των ιδιοκτητών και κατόχων του κτήματος των εφεσίβλητων (δεσπόζον κτήμα) μέσο του κτήματος της εφεσείουσας 5 (δουλεΰον κτήμα)προς το δημόσιο δρόμο. Η εφεσείουσα εφεσίβαλε την απόφαση ενώπιον του ΕπαρχιακούΔικα στηρίου Λευκωσίας. "Έφεση" είναι ο όρος ο οποίοςχρη σιμοποιείται γιαναχαρακτηρίσει αίτησηη οποίαυποβάλ λεται στο ΕπαρχιακόΔικαστήριο βάσειτουάρθρου80του 10 περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησις) Νόμου -ΚΕΦ.224 για την αναθεώρηση από φασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου με την οποία επηρεάζονται τα περιουσιακά δικαιώματα του προσφεύ γοντος. 25 Η αίτηση υποβλήθηκε μέσα στα προβλεπόμενα από τους περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή,Εγγραφή και Εκτίμησις) Κανονισμούς του 1956 (Cyprus Gazette No. 3956of 5th July, 1956, Supplement No.3)χρονικά όριαγια τηνάσκησηέφεσης ενώπιον του ΕπαρχιακούΔικαστηρίου 20 και το αίτημα για παροχή θεραπείας διατυπώνεται στον τύπο που προβλέπεται από τους Κανονισμούς. Η έφεση υποβλήθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στο οποίο παρέχεται αρμοδιότητα να επιλαμβάνεται διαφο ρώνπουαφορούνσεαποφάσειςτουΔιευθυντή (Κτηματο25 λογίου), σχετιζόμενες με κτήματα εντός της διοικητικής περιφέρειας Λευκωσίας. Η δικαιοδοσίααφοράτην αναθε ώρηση απόφασης διοικητικού οργάνου που επενεργεί στοντομέατουιδιωτικούδικαίου. L Στην αίτηση καθορίζονται οι θεραπείες οι οποίες επι30 διώκονται σε συσχετισμό μετην απόφασηηοποία εφεσιβάλλεται καιγίνεται αναφοράστις νομοθετικές διατάξεις πουτηθεμελιώνουν. Κατά παρέκκλιση των προνοιών του Κ.5
(1)των Κανονισμών, (α)ταγεγονότα σταοποία εδρά ζεται η αίτηση δε στοιχειοθετούνται με ένορκη δήλωση 35 αλλά με έκθεση απαίτησης και (β) δεν επισυνάπτεται η απόφασητου Διευθυντή. Επίσης οι λόγοι της έφεσης δεν εκτίθενται σε ξεχωριστή παράγραφο,όπως προβλέπει ο καθιερωθείς τύπος (έφεσης) αλλά στις ίδιεςπαραγράφους 1505 Πιχής,Λ. Κάχουλουν.Ποχουζούρη καιάλλης(Αρ. 2)
(1992)πουδιατυπώνονταιοιθεραπείες. Οι καθ'ων η έφεση υπέβαλαν ένσταση συνοδευομένη από ένορκες δηλώσεις. Στην ένσταση εγείρεται προδικα στική ένσταση με την οποία αμφισβητείται ηεγκυρότητα της έφεσης ενόψει της παράλειψης της εφεσείουσας να 5 επισυνάψει στην αίτησητηςτηνειδοποίησητης απόφασης του Διευθυντή και ναεκθέσει ταγεγονότα,σταοποία βα σίζεται, σε ένορκη δήλωση. Στο μεταξύ, μετά την έγερση της έφεσης καταχωρήθηκεστοΔικαστήριο ηαπόφαση του Διευθυντή όπου παρέχονται οι λόγοι για την απόφαση 10 του,σύμφωναμετον Κ.6
(2). Οι ενστάσεις των εφεσίβλητων στην εγκυρότητα της έφεσης εξετάστηκαν προδικαστικά. Εκτός από τις δυοεν στάσεις πουμνημονεύονται στην ένσταση,προβλήθηκεκαι τρίτη σχετιζόμενη με την παράλειψη της εφεσείουσας να 15 εξειδικεύσει τουςλόγους τηςέφεσης. Το Δικαστήριο, αφού άκουσε τους διαδίκους, έκρινε ότι ημησυμμόρφωση ήπαρέκκλισηαπότις πρόνοιεςτου Κ.5
(1)(στον οποίο έχουμε αναφερθεί)καιτου Κ.7
(1)που επιβάλλει τον προσδιορισμό των λόγων της έφεσης,καθι- 20 στούσε την έφεσηάκυρη ενόψει του επιτακτικού χαρακτή ρα με τον οποίο διατυπώνεταιηυποχρέωση για συμμόρ φωση με τις διατάξεις τους. Στο κείμενο τους που είναι διατυπωμένο στα αγγλικά, η υποχρέωση επιβάλλεται με τον όρο "shall" που υποδηλώνει κατά κανόναανελαστική 25 υποχρέωση για συμμόρφωση. Οόρος "shall" είναι εκείνος πουκατάκανόναυιοθετείται τόσο απότους Κανονισμούς του 1956, όσο και απότους Θεσμούς Πολιτικής Δικονο μίας (οι οποίοι ενσωματώνονται, Κ.17, στους Κανονι σμούς του 1956 για τη ρύθμιση διαδικαστικών θεμάτων 30 πουδελύονται απότις πρόνοιεςτους)γιατονπροσδιορι σμό των υποχρεώσεων των διαδίκων για τη λήψη των προβλεπόμενων δικονομικών μέτρων και διατύπωσητων αιτημάτων τους. Παρέκκλιση απότους θεσμούς δε συνε πάγεται αφεαυτής,ούτε καθιστά άκυρο το διαδικαστικό 35 διάβημα το οποίο λαμβάνεται. Αυτό προβλέπεται ρητά από τη Δ.64 θ.1 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που 1506 1ΑΛΛ. Κάχονλονν.Ποχουζούρηκαι άλλης(Αρ. 2) Πιχής,Δ. τυγχάνειεφαρμογήςκαιστηνπερίπτωσητων Κανονισμών του 1956.·Μόνο όπουτο θεμέλιοτουδικονομικού μέτρου είναιδιαβρωμένο, τοδιάβημαείναιεξ'υπαρχήςάκυροκαι δε μπορεί ναπροκύψει καμιάσυνέπεια απόαυτό. Η διά5 κρίση μεταξύ άκυρου και αντικανονικούδιαδικαστικού μέτρου εξηγείται σε σειρά αποφάσεωνσε πολλές απότις οποίες γίνεται αναφορά στην πρωτόδικη απόφαση [βλ. Spyropoutios v. Transavia
(1979)1 C.L.R. 421;Evagowu v. Chnstodoulou andAnother
(1982)1C.L.R.771; Demetriou 10 andOthers v.Prodromou
(1983)1 C.L.R.301;HjiChambis v. Attorney-General
(1986)1 C.L.R. 386. Στον κατάλογο των σχετικών κυπριακών αυθεντιών μπορεί να προστε θούν και η Tradax v. TerminalNavigation
(1988)1 C.L.R. 450; Μαχλουζαρίδης ν. Ιαχχννίδη και Άλλων (Πολιτική 15 Έφεση 7684, εκδόθηκε στις 21/11/90και θα δημοσιευθεί στους τόμους
(1990)1 Α.Α.Δ.καιΑθανασιάδη ν. Αλεξάν δρου
(1991)1Α:Α.Δ.945)]. Η διάκριση μεταξύ άκυρου (void) και αντικανονικού (irregular)δικονομικού μέτρου,ηοποίαγίνεται δεκτή από 2Q την κυπριακήνομολογία, είναι εκείνηηοποία οριοθετεί ταιστηRePrichard(deceased)
(1963)1 All E.R.873. Δικονομικό μέτροείναιάκυρο σετρειςπεριπτώσεις:(α)Ότανδενκοινοποιείταιστηνάλληπλευρά, (β) ότανη γένεση τουείναιακροσφαλήςκαι 25 (γ) όταν δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει ο νόμοςγιατηνέκδοσητου. Οι πιο κάτω αποφάσειςτου Εφετείουχαρακτηρίζουν την εφαρμογήστην πράξητων τριών κατηγοριών άκυρων δικονομικών μέτρων. Στη Tradax v. Terminal Navigation 30 (ανωτέρω),αποφασίστηκε ότι ηέκδοσηκλητηρίου εντάλ ματοςστο οποίοδενπροβλέπεταιη επίδοση τουστονενα γόμενο, είναι εκ προοιμίου επισφαλής και άκυρη. Στη Demetriou and Others v.Prodromou (ανωτέρω), αποφασί1507 Πιχής,Δ. Κάκουλουν.Ποχουζοΰρη καιάλλης(Αρ. 2)
(1992)στηκε ότι ηέγερσηαγωγής(σφράγισηκλητηρίουεντάλμα τος) αναφορικά με διαχείρηση περιουσίας (probate action),χωρίς την τήρηση των προϋποθέσεων που θέτει η Δ.2 θ.13,δηλαδήτην προγενέστερη ένορκη βεβαίωση της οπισθογράφησης του κλητηρίου, είναι άκυρηκαι θεωρεί- 5 ται ως μη γενομένη. Τέλος, στη Lysandrou v. Schiza and Another
(1979)1C.L.R.267, κρίθηκε ότι η τροποποίηση δικογράφου έξω απόταχρονικά περιθώριαταοποία κα θορίζονται απότη διαταγήγια τροποποίηση,είναιάκυρη ενόψει των ρητών προνοιών τηςΔ.25 Θ.2.Όπως τονίστη- JQ κε στην Evagorou v. Christodoulou andAnother (ανωτέ ρω), ακυρότηταπροκύπτειο,ποτεδήποτε τοσφάλμαείναι κεφαλαιώδες ώστε να πλήττεται το θεμέλιο της διαδικα σίας. Ηπαρέκκλισηαπότιςπρόνοιες των Κ.5και7των Κα- 15 νονισμών του 1956, δε συνεπάγεται αφεαυτήςτην ακυρό τητα της διαδικασίας. Άλλωστε στον ίδιο τον Κ.7 ανα γνωρίζεται διακριτική ευχέρεια έγκρισης τροποποίησηςή μεταβολής των λόγων της έφεσης. Η τήρηση των προ νοιών των Κ.5 και7δεναποτελείπροϋπόθεσηγιατηγενε- 20 ση της έφεσης, ούτε παρέκκλιση από αυτές καθιστά το μέτρο άκυρο λόγω ρητής νομικής ή θεσμικής διάταξης, όπωςστηνπερίπτωσητηςΔ.25 Θ.2των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Δικονομικό μέτρο είναι θνησιγενές μόνο όταν πλήττεται το θεμέλιοτης δικαιοσύνης που στοιχείο- 25 θετούν οι κανόνες της φυσικήςδικαιοσύνης ή τοσυμβατι κό θεμέλιο που θέτει ο νομοθέτης. Στηνπροκείμενη περί πτωση η έφεση υποβλήθηκε στα πλαίσια του τύπου που προβλέπεται και μέσα στα χρονικά όρια πουκαθορίζουν οι Θεσμοίτου 1956 καιεπιδόθηκεσταεπηρεαζόμεναπρό- 30 σωπα. Το αντικείμενο της έφεσης, δηλαδήησχετική από φασητου Διευθυντή του Κτηματολογίου, κατατέθηκεστο Δικαστήριο, οπόταν η αναθεώρηση της καθίσταται ευχε ρής με αναφορά στους λόγους πουπροβάλλονται γιατην ακύρωσητης. 35 Υπό το φως των ανωτέρω διαπιστώσεων, η έφεση η οποία υποβλήθηκε έθεσε το θεμέλιο της διαδικασίας.Οι ατέλειες στον καταρτισμό της έφεσης και παρεκκλίσεις 1508 1ΑΛΛ. Κάχονλον ν.Ποχουζρνρηκαιάλλης Πιχής»Δ. από το θεσμικό πλαίσιο,τηνκαθιστούναντικανονική και υποκείμενη στον έλεγχοτου Δικαστηρίου βάσει τηςΔ.64· όχι όμως άκυρη.Οι συνέπειες πουσυνεπάγεταιηαντικανονικότηταδικονομικούμέτρουκαιοτρόποςαντιμετώπι5 σής τους, εξηγούνται μ« μεγάλη σαφήνεια στηναπόφαση του Εφετείουπουδόθηκεαπό τοΔικαστή Κωνσταντινίδη στην Αθανασιάδη ν.Αλεξάνδρου(ανωτέρω).Οδικηγόρος της εφεσείουσας δήλωσε ότι αν η έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριοκριθείέγκυρη,ηεφεσείουσα θαμεριμνήσει για 10 τηδιόρθωσητουλάθουςκαιεναρμονισμό της (έφεσης)με τουςθεσμούς.Δε θαπροδιαγράψουμετημορφήπου μπο ρεί ναπάρειηάσκησητων εξουσιών τουπρωτόδικουΔι καστηρίουβάσειτηςΔ.64. Τοθέμαανάγεταιστηνάσκηση τηςδιακριτικήςευχέρειαςτουαρμόδιουΔικαστηρίου. 15 Στηνπαρούσα έφεσητοεπίδικοθέμαδενείναιηάσκη σητων εξουσιών τουπρωτόδικουΔικαστηρίου βάσειτης Δ.64 και η εκτίμηση των συνεπειών τηςαντικανονικότητας αλλά η κρίση της εγκυρότητας της έφεσης. ΣτηΜαχλουζαρίδης ν. Ιωαννίδηκαι Άλλων [Πολιτική Έφεση 20 7684, αποφασίστηκε στις 21/11/90 και θα δημοσιευθεί στους τόμους
(1990)1 Α.Α.Δ.], εξηγείται ότι έφεση που υποβάλλεταιβάσειτουΆρθρου 80του ΚΕΦ. 224 συνιστά εναρκτήρια διαδικασία και όχι ενδιάμεση διαδικασία η οποίαδιέπεται από τηΔ.48 των Θεσμών ΠολιτικήςΔικο25 νομίας. Συνεπώς, μπορεί νακηρυχθεί άκυρημόνο εφόσο το θεμέλιο της έφεσης κρίνεται ακροσφαλές και όχι η στοιχειοθέτηση τηςαντικανονική. Η έφεση επιτρέπεται.Ταέξοδατης έφεσηςεπιδικάζο νταιυπέρτης εφεσείουσας. Ηέφεσηεπιτρέπεταιμεέξοδα. 1509