← Κύπρος

clr/1992/1992_1_529.pdf

1ΑΑΛ. 27Μαρτίου. 1992 [ΓΓΥΛΙΑΝΙΔΗΣ,ΠΟΠΑΤΖΗΣ,ΑΡΤΕΜΗΣ.Α/σχες] ΑΡΙΣΤΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΜΑΤΘΑΙΟΥ ΚΑΙ ΑΛΛΟΣ, Εφεσείοντες-Βναγόμενοι, ν. ΑΝΔΡΕΑ Α.ΝΙΚΟΛΗ,ΑΛΛΟΣ ΑΝΙΦΤΟΥ, Εφεσίβλητου-Ενάγοντα. (Πολιτική ΈφεσηΑρ.8219). 5 10 15 Πολιτική Δικονομία—Αίτηση με τηνοποίαεξητείτο νασυνεχισθεί η ακρόαση αγαθής απότονΔικαστήπου τηνείχε αρχίσει αποκλειό­ μενηςτηςεκδικάσεως τηςαπό οποιοδήποτε άλλο Δικαστή — Δεν υπάρχειπρόνοιαστονςθεσμούςΠολιτικήςΔικονομίαςγιατηνέκ- δόσητέτοιου διατάγματος και κατάσυνέπειατο Δικαστήριο δεν έχειδικαιοδοσίαναεπιληφθείτέτοιαςαιτήσεως. ΣεαγωγήγιαδικαίωμαδιαβάσεωςοπρωτόδικοςΔικαστής,με τη συμφωνία των διαδίκων, διενήργησε αυτοψία των επίδικων κτημάτων στις 6.5.87.Αργότερα ηυπόθεση τέθηκε ενώπιον άλλης Δικαστού για εκδίκαση,διότι ο προηγούμενος Δικαστής είχεστο μεταξύμετατεθεί σεΔικαστήριο άλλης επαρχίας.Όταν έγινεαυτό, οι εφεσείοντες καταχώρησαν αίτηση με την οποία ζητούσαν να εξακολουθήσει η ακρόασηναγίνεται ενώπιον τουαρχικούΔικα­ στού, αποκλειόμενης της εκδικάσεως τηςαπό οποιοδήποτε άλλο Δικαστή.ΤοπρωτόδικοΔικαστήριο απέρριψετηναίτηση. Αποφασίσθηκε ότι: 20 Σύμφωνα μετηνΔ.31τωνθεσμών Πολιτικής Δικονομίαςαρ­ μόδιος γιαναορίζει τιςυποθέσεις γιαεκδίκαση ενώπιον των Δι­ καστών είναι οΠρωτοκολλητής κάθεεπαρχιακούδικαστηρίου. Οι εφεσείοντες μετοναζητούν απότοΔικαστή ενώπιον τουοποίου είχε ορισθεί η υπόθεση να αρνηθεί να την εκδικάσει καινα την αφήσει ναεκδικασθεί απότοναρχικόΔικαστή,ουσιαστικάζητού­ σαν απότοΔικαστήριο ναπροβεί σεενέργεια που κανένα νομικό έρεισμα είχεμεβάσητηννομοθεσίακαιτους κανονισμούς. 25 Η έφεσηαπορρίφθηκεμεέξοδα. Υπόθεσηπουαναφέρθηκε: Μαχλουζαρίδηςν. Ιωαννίδης, ΠΕ. 7684,11.1190. 529 Ματθαίου κ.α,ν.Άνιφτου

(1992)ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΗΣ, Δ.: Την απόφαση τουΔικαστηρίου θα δώσει ο Π.Αρτεμης, Δ. ΑΡΤΕΜΗΣ, Δ.: Η αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού μεταξύ των διαδίκων αφορούσε δικαίωμα δια­ βάσεως και με τη συμφωνία όλων τωνδιαδίκωνο πρωτό- 5 δικός Δικαστής κ. Σ. Σταυρινίδης αποφάσισε όπως διε­ νεργήσει αυτοψία των επίδικων κτημάτων και έπραξε τούτο στις 6 Μαΐου, 1987. Η υπόθεση αργότερα τέθηκε ενώπιον άλλης Δικαστού για εκδίκαση,εφόσον ο κ. Σταυ­ ρινίδης είχε εν τω μεταξύ μετατεθεί σε Δικαστήριο άλλης ίο επαρχίας. Όταν έγινε τούτο, οι εφεσείοντες-εναγόμενοι καταχώρησαν αίτηση στις 23.8.89 με την οποία ζητούσαν ταακόλουθα: "1.Η ακρόασις της παρούσης αγωγής η οποία ήρχισε ενώπιον του Ανωτέρου Επαρχιακού Δικαστού κ. Σ. 15 Σταυρινίδη, όστις ήδη διεξήγαγεν εν σχέσει με την εν λόγω αγωγήν επιτόπιον έρευναν εις Λιμνάτι επί πα­ ρουσία των διαδίκων, των αρμοδίων κτηματολογικών υπαλλήλων και των δικηγόρων των, δέον να αφεθήνα εξακολούθηση να γίνεται ενώπιον του ιδίου ως άνω 20 Δικαστού, αποκλειόμενης της εκδικάσεως της εν λόγω αγωγής υπό οιουδήποτε ετέρου Δικαστού είτεκατά την 16ην Σεπτεμβρίου 1989 ή καθ' οιανδήποτε άλλην ημερομηνίαν." Το πρωτόδικο Δικαστήριο αφού άκουσε τις αγορεύ- 25 σειςκαι την επιχειρηματολογία των ευπαίδευτων συνηγό­ ρων των διαδίκων απέρριψε την αίτηση βρίσκοντας πως ηδιενέργεια της αυτοψίας από διαφορετικό Δικαστή δεν αποτελούσε κώλυμα στην εκδίκαση της υπόθεσης από άλλο Δικαστή. Εναντίον της απορριπτικήςαυτής απόφα- 3 0 σης κατεχωρήθηηπαρούσαέφεση. Η επιχειρηματολογία του ευπαίδευτουσυνηγόρου των εφεσειόντων κ. Αναστασιάδη συνίσταται βασικά στα^ακόλουθα: (α) Η αυτοψία αποτελεί μέρος της μαρτυρίας σε μία 3 5 530 1 AAA. Ματθαίου κ.α.ν.Άνιφτου •ΣτνλιανΙΑης,Δ. δίκη καιως εκτούτου θαέπρεπε ναείχεθεωρηθεί ότι η δίκηάρχισε ενώπιον άλλουΔικαστή,οοποίος μπορούσε καιθαέπρεπενα συνεχίσειτηνεκδίκασητηςυπόθεσης. (β) Ο Δικαστής ενώπιον του οποίον είχε αρχίσει η -„ 5 δίκηκαι οοποίος είχεκάμειτηναυτοψίαήτανοφυσικός Δικαστής της υπόθεσης που θαέπρεπε να συνεχίσει'την εκδίκασητης. (γ) Ηαπόρριψητης αίτησης θακαταλήξει σε αδικία για τους εφεσείοντες, γιατί, εν όψει του γεγονότος ότι 10 έχει αλλάξει έκτοτε η μορφολογία του εδάφους,μίανέα αυτοψία δεν θα βοηθήσει το Δικαστήριο να σχηματίσει εντύπωσηγιατην κατάστασητωνκτημάτων. Από την πλευρά του ο ευπαίδευτος συνήγορος των εφεσίβλητων κ. Κακογιάννηςπρόβαλεταακόλουθαεπι15 χειρήμ«τα. (α) Οπρωτόδικος Δικαστής δεν είχεκανένανομικό. δικαίωμα ναεπιληφθεί τέτοιαςαίτησης,γιατίκαμμιάνο­ μοθετικήη διαδικαστικήπρόνοιαδεντουέδιδετοδικαί­ ωμανααρνηθείτην εκδίκασητηςυπόθεσηςή ναδιατάξει 20 τηνεκδίκασητηςαπόάλλο Δικαστή. (β) Ασχέτωςτουπροηγούμενου επιχειρήματος,φυσι­ κός Δικαστής κάθευπόθεσης είναι οεκάστοτε διοριζόμε­ νος για εκδίκασητης υπόθεσης,αναυτή εμπίπτει στηδι­ καιοδοσία και το πρόγραμμα εργασίας του στο ' 25 ΕπαρχιακόΔικαστήριο,στοοποίο υπηρετεί. (γ) Ηαλλαγή στη μορφολογία του εδάφουςδεν έχει γίνει στο μέρος των κτημάτων απ' όπουυπάρχει ισχυρι-. σμόςότιυφίστατοτο δικαίωμα διαβάσεωςκαιωςεκτού­ του καμμιά αδικία δεν ήταν δυνατό να προκύψει σε 30 βάροςτων εφεσειόντων. t. ΤοθέματουανείχεοπρωτόδικοςΔικαστής δικαίωμα να εκδώσει τοαιτούμενοδιάταγμα,είχεεγείρειπροςτους διάδικουςκαι το ίδιοτοΔικαστήριο πουζήτησε και από 531 &π&&βνΙδτ&Δ. Ματθαίον κ.ο.v.Άνισου
(1992)τον η. Αναστασιάδη νααναφερθείστη νομοθετικήήδια­ δικαστικήπρόνοια στηνοποίαβάσισετηναίτησηταυγια να ζητήσει τηθεραπεία πουαναφέραμεπιό πάνω. Οκ. Αναστασιάδης όμως απέτυχε να υποδείξει οποιαδήποτε τέτοιαπρόνοια. 5 Έχονταςεξετάσει μεπροσοχήτιςαγορεύσειςτωνδια­ δίκων έχουμε καταλήξει στο συμπέρασμα πως η έφεση αυτή μπορεί ν'αποφασισθεί αποκλειστικά πάνω στο τε­ λευταίο αυτό σημείο. 'Οπως προκύπτει από τους θε­ σμούς Πολιτικής Δικονομίας και συγκεκριμένα τηΔ.31, ίο εκείνος που ορίζει τις υποθέσεις για εκδίκαση ενώπιον τωνΔικαστών είναι οΠρωτοκολλητής κάθε Επαρχιακού Δικαστηρίου. Οι εφεσείοντες, μετοναζητήσουναπό το Δικαστήενώπιοντουοποίουορίστηκεηυπόθεσηνααρνη­ θεί να την εκδικάσει και νατην αφήσει ναδικαστεί από 15 τον αρχικό Δικαστή πουέκαμετην αυτοψίακαινααπο­ κλείσειτηνεκδίκαση τηςαπόοποιοδήποτεάλλοΔικαστή, ουσιαστικάζητούν απότο Δικαστήριο ναπροβείσεενέρ­ γεια που κατά τη κρίση μας κανένα νομικό έρεισμα δεν έχει με βάσητη νομοθεσία καιτους κανονισμούς. Ηέλ- 20 λειψή τέτοιουνομικού ερείσματος είναι εμφανήςκαι από τογεγονός ότι οι εφεσείοντες δεν είχαν βασίσει τηναίτη­ σηαυτήσεσυγκεκριμένο νόμοηδιαδικαστικό κανονισμό, που να δίνει τέτοια δικαιοδοσίαστον Επαρχιακό Δικάστή. Η αναφορά στην αίτηση στη Δ.33 και στα αα. 29(γ) ^ και 56τουΝόμου14/60 είναιάσχετη μετοθέμα Επιπρό­ σθετα,η παράλειψητωνεφεσειόντων ναβασίσουντηναί­ τηση τους σε συγκεκριμένη νομοθετική ή διαδικαστική πρόνοια που να δίδει τέτοια δικαιοδοσία στον Δικαστή, και στην περίπτωση ακόμηπου θα υπήρχε τέτοια πρό- 30 νοια, έπρεπε ίσως και πάλι να είχε αποβεί μοιραίαγια τηναίτησητους. (Δέστε, μεταξύάλλων,και Μαχλουζαρζ6ης ν. Ιωαννίδης κ.α., Πολιτική Έφεση 7684, ημερ. 11.11.90) Κάτω από το φως των πιό πάνωβρίσκουμε πως το 35 πρωτόδικο Δικαστήριο θαέπρεπε ναείχεαπορρίψειτην αίτηση μετο δικαιολογητικό ότι δεν είχεδικαιοδοσία να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμαχωρίς ως εκ τούτουνα 532 1 AAA. Ματθαίου χ.α.ν.Άνιφτον ΣτυλιανΙΑης,Δ. υπεισέλθει στηνουσία της αίτησης. Έχοντας καταλήξει σε αυτό τοσυμπέρασμαδενθεω­ ρούμε αναγκαίοστην έφεση αυτήναυπεισέλθουμε στην επιχειρηματολογία και να αποφασίσουμε την ουσία της 5 όσον αφορά το κατάπόσο ηαυτοψίακαι οι εντυπώσεις τουΔικαστήαποτελούν μαρτυρίακαιωςεκτούτουαν θα έπρεπεναθεωρηθείότι η εκδίκασητηςυπόθεσης είχε αρ­ χίσει, ούτεκαιτοποιοςθα έπρεπεναθεωρηθεί ότιήτανο φυσικόςΔικαστής στην υπόθεση αυτή. Ίσωςημόνη δια10 δικασίαπουθαέπρεπεναείχαν ακολουθήσει οι εφεσείο­ ντες θαήτανη αίτησηγιαάδειαέκδοσης σχετικώνπρονο­ μιούχων ενταλμάτων. Κατάσυνέπεια, με βάσητη Δ.35 θ.8,πουδίδειστοΔικαστήριοτούτοτοδικαίωμανακάμει τέτοιαδιαταγή,τηνοποίαμπορούσε νακάμειτο πρωτόδι15 κο Δικαστήριο,απορρίπτουμετηναίτησηγιατολόγο που αναφέραμε πιό πάνω, δηλαδήγιατίτο πρωτόδικοΔικα­ στήριο δεν είχε δικαίωμαναεκδώσει διάταγμαόπωςτου εζητείτο. Επιδικάζουμε έξοδα υπέρ των εφεσίβλητων καιενα20 ντίοντων εφεσειόντων. Ηέφεσηαπορρίπτεταιμεέξοδα. 533

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.