← Κύπρος

clr/1992/1992_2_8.pdf

(1992)9 Ιανουαρίου,1992 Π7ΙΚΗΣ, ΚΟΥΡΡΗΣ,ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ, ΧΑΤ2ΗΤΣΑΓΓΑΡΗΣ,ΠΟΠΑΤΖΗΣ, ΝΙΚΗΤΑΣ,ΑΡΤΕΜΙΔΗΣ,Δ/στές] ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Εφεσείων, ν. ΧΡΙΣΤΑΚΗ ΜΙΧΑΗΛ ΛΑΖΑΡΙΔΗ ΚΑΙ ΑΛΛΟΥ, Εφεσίβλητων. (Ποινικές ΕφέσειςΑρ. 5176 &5292.) Ο περί Ποινικής Δικονομίας Νόμος Κεφ. 155άρθρο 137— Δικαίωμα άσκησης έφεσηςυπό του ΓενικούΕισαγγελέαεναντίον αποφάσεων Ποινικών Δικαστηρίων — Δεν καλύπτει την άσκησηεφέσεωνενα­ ντίον αθωωτικών αποφάσεων και ποινών πον επιβάλλονται από το Κακουργιοδικείο — Κατά πόσο ηδιάκριση που δημιουργείται είναι εύλογη. 5 Ο περί Δικαστηρίων Νόμος I960(Ν14/60) άρθρο25
(2)— Δικαίωμα άσκησης έφεσης εναντίον αποφάσεων Ποινικών Δικαστηρίων — Οι εισαγωγικές διατάξεις τουάρθρου 25
(2)συναρτούν τηνύπαρ­ ξη τουδικαιώματος με τοάρθρο137τουΚεφ.
  1. Συνταγματικό Δίκαιο — Σύνταγμα άρθρο 188.1— Διασώζει τονς νόμους οι οποίοι ίσχυαν κατά τον χρόνον της ανακήρυξης τηςΚυ­ πριακής Δημοκρατίας υπό τον όρο ότι αυτοί συνάδουν ήείναιδυ­ νατός ο εναρμονισμός τουςμε το Σύνταγμα,με την τροποποίηση, τημεταβολή ήπροσθήκη στιςδιατάξεις τονς. 10 Νομοθεσία — Τροποποίηση προϋπάρχουσας νομοθεσίας — Αρμοδιό­ τητα για τροποποίηση τηςκαι εναρμονισμό τηςμε τοΣύνταγμα — Σύνταγμα άρθρο 188.4 — Κατά πόσο υπάρχει σύγκρουση μεταξύ του άρθρον αυτού και τουάρθρου 137τον περί Ποινικής Δικονο­ μίας Νόμον Κεφ.
  2. Τεκμήριο συνταγματικότητας τωννόμων —Δεν ισχύει αναφορικάμε τη νομοθεσία πον προϋπήρχε του Συντάγματος. 20 Νομολογία — Τι υποστηρίζει ηπροϋπάρχουσα νομολογία του Ανω­ τάτου Δικαστηρίου αναφορικά με το θέμα αντινομίας μεταξύ του άρθρου 137του Κεφ. 155και τουΣυντάγματος και κατ'επέκταση ,-<με τοδικαίωμα έφεσηςυπό τον Γενικού Εισαγγελέακατάαθωωτικών αποφάσεων και ποινών τον Κακονργιοδικείον. 8 2 AjLA. _ ^ 10 15 Γεν. Εισαγγελέας v. Λαζαρίοη&Αλλου Ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας διεκδικεί νόμιμο δι­ καίωμα να εφεσιβάλει την ποινήκαι την αθωωτικήαπόφασηπου επέβαλε το Κακουργιοδικείο στις ποινικές εφέσεις υπ' αρ. 5176 και5292αντίστοιχα. Σύμφωναμετην εισήγησητου το άρθρο 137 του Κεφ. 155 πρέπει ναεφαρμοσθεί υπότοπρίσματωνδιατάξεων του άρθρου 188 του Συντάγματος,διαδικασίαηοποίαόπως ειση­ γήθηκε,επιβάλλει τηντροποποίηση του άρθρου 137 μετη συμπερί­ ληψηκαιτουΚακουργιοδικεΙουσταΕπαρχιακάΔικαστήρια. Προςυποστήριξη της εισήγησης τουο Γενικός Εισαγγελέας επικαλέσθηκε το πνεύμα του κεφαλαίουΧ καιτις διατάξειςτωνάρ­ θρων 156 και 159 του Συντάγματος και υπέβαλε επίσης ότι δεν υπήρξε δικαστικό προηγούμενο που να ανατρέπει την εισήγηση του. Το Ανώτατο Δικαστήριο αφούέκαμε εκτεταμένη αναφοράστη σχετικήνομολογία απέρριψετηνεισήγησητου Γενικού Εισαγγελέα και απεφάνθηκεότι: Α. Υπό Πική Δ. συμφωνούντων και των Δικαστών Κούρρη, Παπαδόπουλου,Χατζητσαγγάρη,Νικήτακαι Αρτεμίδη: 2Q 25 ;Λ υ
  3. 'Οπως προκύπτει από το άρθρο 188.4 του Συντάγματος και τη νομολογία, η αρμοδιότητα για τροποποίηση για εναρμο­ νισμό των διατάξεων της προϊσχύουσας νομοθεσίας με το Σύνταγμα, καθώς και η ευχέρεια προσαρμογής τους όπου διαπιστώνεται αντίθεση προς το Σύνταγμα, αποδίδεται στην Δικαστική Εξουσία. 2.Το θέμαπουεγείρειοΓενικός Εισαγγελέας μπορεί ναθεωρη­ θεί ως λελυμένοαπότηνομολογία ηοποίαυποστηρίζει ότι το Ανώτατο Δικαστήριο δενδιαπίστωσε οιανδήποτεαντινομία μεταξύ του Συντάγματος και του άρθρου 137 του Κεφ.
  4. Δεν καθιερώνεται υπό του Συντάγματος δικαίωμα έφεσης στο Ανώτατο Δικαστήριο απόαποφάσειςπρωτόδικωνδικα­ στηρίων. Ηθεσμοθέτηση δικαιώματοςέφεσης ανάγεται στη Νομοθετική Εξουσία. 35 40
  5. Το δικαίωμαέφεσης μεβάσητο άρθρο 156 του Συντάγματος περιορίζεται σε αποφάσεις που αφορούν εγκλήματα που προσδιορίζονται στο άρθρο εκείνο του Συντάγματος. Το άρθρο 156 κατέστη ανενεργό ενόψει των γεγονότων που οδήγησαν στην θέσπιση του περί της Απονομής της Δικαιο­ σύνης (Ποικίλοι Διατάξεις)Νόμουτου 1964 (Ν. 33/64).
  6. Οι διατάξειςτου άρθρου 159 του Συντάγματοςπουπραγμα­ τεύονται αποκλειστικά τη σύνθεσητων πρωτόδικων Δικα­ στηρίων σε όλες τις υποθέσεις δεν εξυπακούουν δικαίωμα έφεσης υπότου Γενικού Εισαγγελέα. 9 Γεν. Εισαγγελέας ν.Λαζαρίδη&Άλλον
(1992)
  1. Εφ' όσον το άρθρο 137του Κεφ. 155 δενπροσκρούει σεκαμμιά συνταγματική διάταξη δεν επιβάλλεται τροποποίηση τουβάσειτουάρθρου188του Συντάγματος. Υπό ΠογιατζήΔ.,: 1.Το θέμα που εγείρεται στις παρούσες εφέσεις δεν μπορεί να 5 θεωρηθεί ως λελυμένο απότη νομολογία χωρίς οιανδήποτε περαιτέρω εξέταση,γιατον λόγο ότι ηεισήγηση του Γενικού Εισαγγελέα εμπλέκει πολύ ευρύτερο φάσμασυνταγματικών προνοιών ώστε να είναι αδύνατονα λεχθεί ότι το Ανώτατο I Q Δικαστήριο έχει ποτέ εκδώσει τηνετυμηγορίατουπάνωστο θέμα.
  2. Ενδεχομένη συνέπεια της άρνησης του Δικαστηρίου να εξε­ τάσει την ουσία της εισήγησης του Γενικού Εισαγγελέα για τους λόγους που επικαλούνται οι εφεσίβλητοι θα ήταν η διατήρηση στο κείμενο της επίδικης νομοθετικής διάταξης 15 προνοιών που δυνατόν να μη συνάδουν με το Σύνταγμα κατά παράβασητου άρθου 1S8 του Συντάγματος.Η μορφή και η έκταση της προσαρμογής με τη διαγραφήτης λέξης "Επαρχιακό" από το κείμενο του άρθρου 137
(1)καλύπτε­ ται απότην παράγραφο5 (β)τουπιο πάνωάρθρουτου Συ- ^Q ντάγματος όπως έχει ερμηνευθεί και εφαρμοσθεί απότηνο­ μολογία μας. 3. Η διάκριση που καθιερώνει το άρθρο 137
(1)του Κεφ. 155 αναφορικά με το δικαίωμαέφεσης του Γενικού Εισαγγελέα μεταξύ αποφάσεωνΕπαρχιακώνΔικαστηρίων, εφ'ενός και Κακουργιοδικείων αφ* ετέρου είναι εύλογη ενόψη της δια- 25 φορεηκής σύνθεσης τωνδύοΔικαστηρίων. 4. Εφ' όσον η ερμηνεία του άρθρου25
(2)του Νόμου 14/60 σε συνδυασμό μετοάρθρο 137
(1)τουΚεφ. 155 στις υποθέσεις Πονρής-καιΕρμογένουςδεν αμφισβητήθηκεαπότον Γενικό „„ Εισαγγελέα και εφόσον το Ανώτατο Δικαστήριο δεν επεί- •*" σθηκε ότι επιβάλλεται η προσαρμογή του άρθρου 137
(1)•ώστε να συνάδει προς τις διατάξειςκαι το πνεύμα τουΣυ­ ντάγματος οι υπό εξέταση εφέσεις θεωρούνται ότι έχουν αποτύχει. Οι εφέσεις απορρίπτονται. 35 Υποθέσεις που αναφέρθηκαν: Γενικός Εισαγγελέας ν, Λαζαρίδη &Άλλου
(1991)2Α.Α.Δ. 330· Γενικός Εισαγγελέας ν. Αρτεμίου &Άλλου
(1991)2ΑΛΛ. 150Attorney -General v.PounsandOthers
(1979)2 CL.R. 1540 Δημοκρατία ν,Ερμογένους
(1990)2ΑΛΛ. 459- 10 2Α.Α.Δ. Γεν.Εισαγγελέαςν.Λαζαρίδη&Αλλου Attorney -Generalv.KouppisandOthers
(1961)C.LJi. 188Attorney -General v. Djeredfian andAnother
(1967)2 C.L.R. 158Δημοκρατία v.Κυριάκου <ft άλλον
(1990)2ΑΛΛ. 264· 5 RodosthenousandAnotherv.Republic
(1961)C.LJi. 48' Hinisv. thePolice
(1963)1C.L.R. 14Christofiv.ThePolice
(1970)2C.L.R. 117GeoigadjiandAnotherv. Republic
(1971)2 C.LJi. 229- 10 TheRepublic v. N.P. Loftis,1 R.S.C.C 30Fethiv.TheRepublic
(1962)C.L.R. 15T The United Bible Societies (Gulf)v. Hadjikakou (Πολιτική Έφεση Αρ. 7413, ημερομηνίας28.5.90)· 15 Board for Registration of Architects and CivU Engineers v. Kyriakides
(1966)3C.L.R. 640Improvement Boardof Eylenfiav. Constantinou
(1967)1 C.L.R. 167· ΓενικόςΕισαγγελέας v. Γεωργίον
(1984)2ΑΛΛ. 251• 20 Healeyv.MinistryofHealth[1954] 3All E.R. 449Wandsworth LondonBCv.Winder[1984] 3AllEJi. 83· R v. Spencer[1985] 1 All E.R. 673· 25 Williams v.Fawcett[1985] 1 All E.R. 787TheRepublic v. Samson
(1977)2 C.L.R. V TheRepublic v. Uasis
(1973)2C.L.R. 283TheAttorney General v. KouppisandOthers, 1R.S.C.C. 115· 30 Pelides v. TheRepublicandanother, 3R.S.C.C. 13· Fekkas v.E.A.C
(1967)1C.L.R. 173· Tzirkalli v.Republic, 1R.S.C.C. 36District OfficerofNicosia v. Hadji Yianni, 1 R.S.CC79- 35 Stylianou v. ThePolice, 1962 C.L.R. 152TheRepublic v. Demetriades
(1977)3C.L.R. 213- 11 Γεν. Εισαγγελέαςν.Λαζαρίδη&Αλλου
(1992)Joannides andOthers v. TheRepublic
(1979)3 C.L.R. 295The Holy See of Kitium v. Municipal Council of Limassol,1 R.S.C.C. 15The Mayor etc of Nicosia v. The Cyprus Oil Industries Ltd, 2 R.S.CC 107Έφεση εναντίον αθωωτικής απόφασης. Έφεση από το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας εναντίοντηςαθωωτικήςαπόφασηςτου Κακουργιοδικείου Λευκωσίας (Αρτεμης, Π.Ε.Δ., Γλ. Μιχαηλίδης, Προσ. 10 Α.Ε.Δ. ΝαθανήλΕ.Δ.) (Αριθμός Ποινικής Υπόθεσης 6982/ 90) με την οποίαο κατηγορούμενος αθωώθηκεκαι απαλλάγηκε σε 23 κατηγορίες, 21 από τις οποίες αφορούσαν πλαστογραφία επισήμων εγγράφων κατά παράβασητων άρθρων 331, 333 (α)(δ)(ι),337 και20 του Ποινικού Κώ- 15 δικάΚεφ. 154καιαντίστοιχες κατηγορίεςγια κυκλοφορία των πλαστών αυτών εγγράφων με βάσηκαι τοάρθρο 339 του Ποινικού Κώδικα. Επίσης μια κατηγορίαγια συνο­ μωσία προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση «η των άρθρων371 και20 τουΠοινικού Κώδικα,καθώς και μιακατηγορίαγιακατοχήπλάκαςήοργάνουκατάλληλου γιατηδημιουργίααποτυπώματος κατάπαράβασητου άρ­ θρου359 τουΠοινικούΚώδικαΚεφ.
  1. Ο εφεσείωνπαρουσιάζεται αυτοπροσαχιωςμαζί με τον Σ. Μάτσα, Ανώτερο δικηγόρο της Δημοκρατίας, Τ. Πολνχρονίδον (δ/δα) δικηγόρο της Δημοκρατίας Α' και Λ. Δημητριάδου (δ/δα)δικηγόρο της ΔημοκραΠ. Σολωμονίδης με Ε. Καττιμέρη (κα), για τον εφεσί­ βλητο στηποινικήέφεση
  2. Α. Κληρίδηςκαι Κ. Κακουλλή(δ/δα), γιατονεφεσίβλη­ τοστηποινικήέφεση
  3. Cur. adv. vult. 12 5 2Α.Α.Λ. 5 Γεν. Εισαγγελέαςν.Λαζαρίδη&Άλλου ΠΙΚΗΣ, Δ. Είμεθα ομόφωνοι ως προς το αποτέλεσμα των δύο εφέσεων. Με το σκεπτικό της απόφασης που ακολουθείσυμφωνούνοιΔικαστές Κούρρης,Παπαδόπου­ λος, Χατζητσαγγάρης, Νικήτας και Αρτεμίδης. ΟΔικαστηςΠογιατζήςθαεκδώσει ξεχωριστήαπόφαση. ΠΙΚΗΣ,Δ.: Τοπρώτο,καιστο στάδιοαυτότωνεφέ­ σεων, το μόνο επίδικοθέμαείναι ηνομιμοποίηση του Γε­ νικούΕισαγγελέα ναεφεσιβάλει τηνποινήπουεπιβλήθηκε από το Κακουργιοδικείο (Ποινική ΈφεσηΑρ. 5176),και 10 την αθωωτική απόφαση του ίδιου δικαστηρίου σε άλλη υπόθεση(ΠοινικήΈφεση Αρ.5292).Προηγήθηκαν δυο αι­ τήσεις του Γενικού Εισαγγελέα για τον καθορισμό της σύνθεσης τουδικαστηρίουπου θαεκδίκαζεαυτέςτις εφέ­ σεις:15 (Α) Οι ΕναρκτήριεςΠρωτογενείς Αιτήσεις 1/91 και2/ 91 που απορρίφθηκαν με την απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις 16/4/91, (βλ.
(1991)2 Α.Α.Δ.150),και (Β)ΑίτησηγιατηδιεύρυνσητουΕφετείουπου εγκρίθη20 κε κατά πλειοψηφία και αποτέλεσε το προοίμιο για τον καθορισμό της σημερινής διευρημένης σύνθεσης τουΕφε­ τείου [βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Λαζαρίδη
(1991)2 _ _ Α.Α.Δ. 330και Αρτεμίου
(1991)2Α.Α.Δ.150. Το θέμα που θα εξετάσουμε είναι το παραδεκτότων δυοεφέσεωντουΓενικού Εισαγγελέα. Οι καθ'ων η αίτηση αμφισβήτησαν το δικαίωμα του Γενικού Εισαγγελέα να εφεσιβάλει τις δυο αποφάσεις, με το επιχείρημαότι ούτε το Σύνταγμα ούτεη νομοθεσία πα­ ρέχει δικαίωμαστο Γενικό Εισαγγελέα ναεφεσιβάλει αθω30 ωτικές αποφάσεις του Κακουργιοδικείου, ή αποφάσεις γιατονκαθορισμότηςποινής.Η απουσίατέτοιου δικαιώ­ ματος διαπιστώθηκε ευθέως απότο Ανώτατο Δικαστήριο σε δυο αποφάσεις του Εφετείου, και έμμεσα σε αριθμό 13 Πικής, Δ. Γεν. Εισαγγελέαςν.Ααζαρίδη&Άλλου
(1992)άλλων αποφάσεων. Στην Attorney-General v.Pouris and Others
(1979)2C.L.R.15, τοΕφετείομεδιευρημένησύνθε­ σηαποφάσισε (κατάπλειοψηφία)ότι δε χωρεί έφεση κατ' αθωωτικώναποφάσεωντουΚακουργιοδικείου απότοΓε­ νικό Εισαγγελέα, και στη Δημοκρατία ν. Ερμογένους 5
(1990)2Α.Α.Δ. 459, ότι δενπαρέχεταιδικαίωμαστοΓενι­ κό Εισαγγελέα ναεφεσιβάλει την ποινή που επιβάλλεται απότο Κακουργιοδικείο. ΣτηPourisκρίθηκεότι το δικαί­ ωμα έφεσης εναντίον αποφάσεων των ποινικώνδικαστη­ ρίωνπουπροβλέπεταιστο άρθρο25
(2)τουπερίΔικαστη­ ρίων Νόμουτου 1960 (Ν 14/60) τελεί υπότηναίρεση των 10 εισαγωγικών διατάξεωντου ίδιουάρθρουπουσυναρτούν την ύπαρξητου δικαιώματοςμετον περί ΠοινικήςΔικο­ νομίας Νόμο -Κεφ. 155. Και εφόσοτοΚεφ. 155δεν πα­ ρείχεδικαίωμαστο Γενικό Εισαγγελέα ναεφεσιβάλειαθω­ ωτικές αποφάσεις τουΚακουργιοδικείου, αποφασίστηκε ότι ηέφεση τουήταν ανυπόστατη.Μετο ίδιο σκεπτικό ^ κρίθηκε και η Ερμογένους, αφού διαπιστώθηκε ότιτο Κεφ. 155 δενπαρέχειστο Γενικό Εισαγγελέα δικαίωμα να εφεσιβάλει τηνποινήπουεπιβάλλεται απότοΚακουργιο­ δικείο. Το γεγονός, παρατήρησε το Εφετείο στην τελευ­ ταία απόφαση, ότι σε περιορισμένο αριθμό υποθέσεων 20 [βλ. μεταξύ άλλων, TheAttorney-General v. Koupis and Others
(1961)C.L.R. 188; Attorney-General v.Hagop Michael Djeredjian and Another
(1967)2 C.L.R. 158; και Δημοκρατίαv.Κυριάκου & Άλλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 264, το Εφετείο είχε επιληφθεί εφέσεων του Γενικού Εισαγγε- 25 λέακατάτηςποινήςπουεπιβλήθηκεαπότοΚακουργιοδι­ κείο,δεμετέβαλε τοδικαιοδοτικόπλαίσιοπουπροσδιόρι­ σεηνομοθεσία. Εκτός απότηPourisκαιΕρμογένους, και σειρά προηγούμενων αποφάσεωντου Εφετείουυποστηρί­ ζει ότιτοδικαίωμα έφεσης που παρέχεταιαπότοάρθρο 30 25
(2)τουΝ14/60περιορίζεταιαπότιςδιατάξειςτουΚεφ. 155. [Βλ. μεταξύ άλλων, Rodosthenous and Anotherv. Republic
(1961)C.L.R. 48, Hinisv. ThePolice
(1963)1 C.L.R. 14,Christofi v. The Police
(1970)2 C.L.R. 117,και GeorgadjiandAnotherv. Republic(197Ί) 2 C.L.R. 229].To 35 δικαίωμα τουΓενικού Εισαγγελέα να εφεσιβάλει αποφά­ σειςποινικούδικαστηρίου προσδιορίζεται στο άρθρο137 14 2 Α^Λ. Γεν. Εισαγγελέαςν.Λαζαρίδη&Άλλον Πικής.Δ. τουΚεφ. 155. Ο Γενικός Εισαγγελέας αναγνώρισε στο στάδιο των αγορεύσεων ότι η νομολογία δεν αφήνει περιθώρια για αμφισβήτησητηςερμηνείας πουδόθηκεστιςπρόνοιες του 5 άρθρου25
(2)τουΝ14/60,καιεπίσης ότι το Σύνταγμα δεν καθιερώνει δικαίωμα έφεσης [βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Γεωργίου
(1984)2 Α.Α.Δ. 251]. Εισηγήθηκε όμως ότι οι σχετικές διατάξεις της Ποινικής Δικονομίας, και συγκε­ κριμένα'τοάρθρο137πουθεσπίστηκε πριντηνεγκαθίδρυσ ι τΐ 10 Ί 1ζ ΚυπριακήςΔημοκρατίας,πρέπει νατύχει εφαρμο­ γής υπό το πρίσμα των διατάξεων του άρθρου 188 του Συντάγματος,διαδικασίαπουεπιβάλλει την τροποποίηση του άρθρου 137 ώστεο όρος "ΕπαρχιακόΔικαστήριο" να αναπροσαρμοστεί με την προσθήκη και του "Κακουργιο15 δικείου" στα δικαστήρια οι αποφάσεις των οποίων υπό­ κεινταισεέφεσηβάσειτωνπρονοιών του.Ητροποποίηση του άρθρου 137 μετησυμπερίληψηκαιτου Κακουργιοδι­ κείου επιβάλλεται, όπως ανέφερε,καισημειώνουμε συνο­ πτικά,από20 (α)Τοπνεύματου Κεφ.Χ τουΣυντάγματοςπουστοι­ χειοθετείτις δικαιοδοσίες τουΑνωτάτου Δικαστηρίου, (β)τις διατάξεις του άρθρου 156 πουπροβλέπουν και ρυθμίζουν τη σύνθεση του δικαστηρίου που επιλαμβάνε­ ταικατηγοριών για έσχατηπροδοσίακαιάλλωναδικημά25 τωνκατάτης ασφάλειαςτης Δημοκρατίας,τουΣυντάγμα­ τος και της συνταγματικής τάξης,όπου γίνεταιαναφορά καιστοενδεχόμενοέφεσης,και (γ)τιςδιατάξειςτουάρθρου 159πουκάμνουνπρόνοια για τον ορισμό της σύνθεσης των κατώτερων δικαστη30 ρίων,περιλαμβανομένηςκαιτηςπερίπτωσηςπουοιδιάδι­ κοι ανήκουνσεξεχωριστές κοινότητες. Ο Γενικός Εισαγγελέας υπόβαλε ότι ηανάγκη για,ανα­ προσαρμογή του άρθρου 137, προς το σκοπό εναρμονι­ σμούτου με το Σύνταγμα,δεν εξετάστηκε σε καμιά προη15 Πικής,Δ. Γεν.Εισαγγελέαςν.Λαζαρίδη&Άλλον
(1992)γούμενη απόφαση και, επομένως, δεν παρεμβάλλεται οποιοδήποτε δικαστικό προηγούμενο πουναανατρέπει τηνεισήγησητου.Αντίθετα, οκ. Κληρίδης υπόβαλεότι το εγειρόμενο θέμα έχει επιλυθεί άμεσα ή έμμεσα από τις αποφάσειςστηPourisκαι Ερμογένους. Και στις δυο εφέ- 5 σειςκρίθηκε ότιοιδιατάξειςτου άρθρου 137 αποκλείουν την άσκηση έφεσης απότο Γενικό Εισαγγελέα εναντίον αθωωτικών αποφάσεων καιαποφάσεωντουΚακουργιο­ δικείουπουκαθορίζουντηνποινή. Τοάρθρο188.1διασώζειτουςνόμουςοιοποίοι ίσχυαν 10 κατάτοχρόνοανακήρυξηςτηςΔημοκρατίας, υπότονόρο ότι αυτοίσυνάδουνή είναιδυνατόςοεναρμονισμός τους μετοΣύνταγμα,μετηντροποποίηση,τημεταβολήή προ­ σθήκητωνδιατάξεωντους. Ηπαράγραφος4του άρθρου 188 διασαφηνίζει ότι η εξουσία για τροποποίηση της 15 προϊσχύουσας νομοθεσίας περιλαμβάνει και ευχέρεια προσαρμογής τωνπρονοιών τηςπρος τοσκοπό συμμόρ­ φωσης μετις σχετικές συνταγματικές διατάξεις.Η φύση και έκτασητης αρμοδιότηταςγια τροποποίησηπου παρέ­ χει τοΣύνταγμα,διευκρινίστηκε σεσειρά αποφάσεωντου 20 Ανωτάτου Δικαστηρίου. / Προκύπτει απότοκείμενο τουάρθρου 188.4και τις αποφάσειςστις TheRepublicν.Ν. P.Loftis, 1 R.S.C.C. 30, Fethiv. TheRepublic
(1962)C.L.R. 151,και The United BibleSocieties(Gulf) v. Hadjikakouστην οποίαη απόφαση 25 δόθηκεστις28/5/90 καιθαδημοσιευθεί στους τόμους των αποφάσεων τουΑνωτάτου Δικαστηρίου
(1990)1 Α.Α.Δ.), ότι ηαρμοδιότηταγιατροποποίηση γιατονεναρμονισμό των διατάξεων τηςπροϊσχύουσας νομοθεσίας μετο Σύ­ νταγμα, καθώς καιη ευχέρεια προσαρμογής τους όπου 30 διαπιστώνεται αντίθεση μετοΣύνταγμα,αποδίδεται στη Δικαστική Εξουσία. Τοτεκμήριο της συνταγματικότητας των νόμων (βλ. μεταξύ άλλων, Board forRegistration of Architectsand Civil Engineers v. Kyriakides
(1966)3 C.L.R. 640 και Improvement Boardof Eylenjav. Con- 35 stantinou
(1967)1C.L.R. 167), πουισχύει σεσχέσημε τη νομοθεσία πουθεσπίστηκε μετάτηνεγκαθίδρυση της Δη16 2 Α.ΑΛ. Γεν. Εισαγγελέαςν.Λαζαρίδη&Άλλου Πικής,Δ. μοκρατίας, δεν ισχύει αναφορικά με τη νομοθεσία που προϋπήρχε του Συντάγματος.Αντίθετα, το άρθρο 188κα­ θιστά τον έλεγχο του εναρμονισμού της ισχύουσας κατά το 1960 νομοθεσίας μετο Σύνταγμαπρωτογενή δικαστική αρμοδιότητα.Κατάσυνέπεια οι αποφάσειςστηPourisκαι 5 Ερμογένους, καιπρογενέστερες αποφάσεις,υποστηρίζουν τηθέση ότι τοΑνώτατο Δικαστήριο δεδιαπίστωσεοποια­ δήποτε αντινομία μεταξύ των προνοιών του άρθρου 137 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου και των προνοιών 10 του Συντάγματος. Και με αυτό το σκεπτικό το θέμα το οποίο εγείρεται μπορεί να θεωρηθεί ως λελυμένο απότη νομολογία. Αλλά, καιανεξάρτητααπότις επιπτώσεις της νομολο­ γίας, η εισήγηση του Γενικού Εισαγγελέα δε μπορεί να 15 γίνειαποδεκτή γιατουςεξήςλόγους : (α)Το Σύνταγμα,όπως έχουμε επισημάνει, δενκαθιε­ ρώνει δικαίωμα έφεσης στο Ανώτατο Δικαστήριο από αποφάσειςτων πρωτόδικων δικαστηρίων. Η θεσμοθέτηση δικαιώματος έφεσης ανάγεται στη Νομοθετική Εξουσία 20 (βλ- μεταξύ άλλων, Γενικός Εισαγγελέας ν. Γεωργίου
(1984)2 Α.Α.Δ. 251. Βλ. επίσης, Healeyv. Ministry of Health [1954] 3 All E.R. 449, Wandsworth London BC v. Winder[\9&4] 3All E.R.83, 106,R.v. Spencer[1985]1All E.R.673,και Williamsv. Fawcett[1985]1 All E.R. 787). 25 (β)To άρθρο 156 του Συντάγματος πραγματεύεται ει­ δικάτηδιάρθρωσηκαισύνθεση τουΔικαστηρίου που επι­ λαμβάνεται της εκδίκασης εγκλημάτων έσχατης προδο­ σίας, και εγκλημάτων κατά της ασφάλειας και της συνταγματικής τάξης της Δημοκρατίας. Δεν εγείρεται 30 προςεξέταση σ'αυτήτηδιαδικασίαη σημασίατουόρου "η έφεσις ..." στο εισαγωγικό μέρος της δεύτερηςπαραγρά­ φουτουάρθρου 156,καιγιατο λόγοαυτόδεθαδώσουμε οριστική απάντησηστο θέμα.Όποιες όμως κι' αν είναι οι 35 συνέπειες της αναφοράςσε έφεση στο άρθρο 156, ησημα­ σία και το πλαίσιο άσκησης οποιουδήποτε δικαιώματος που δυνατό να παρέχεται, περιορίζεται σε εφέσεις ενα17 Πικής, Δ. Γεν. Εισαγγελέαςν.Δαξαρίδη&Άλλου
(1992)ντίοντης ετυμηγορίαςτουΔικαστηρίου σεαποφάσεις που αφορούν εγκλήματαταοποίαπροσδιορίζονται στοάρθρο εκείνο του Συντάγματος.Περαιτέρω,εάνκατοχυρώνεται δικαίωμα έφεσης απότοάρθρο 156, τοδικαίωμα πηγάζει ευθέως από το Σύνταγμακαι αναφέρεταιειδικά σε απο- g φάσειςτουδικαστηρίουπουορίζεταιαπότοάρθρο 156. Προς ολοκλήρωσητηςεικόναςσχετικά μετην εφαρμο­ γή του άρθρου 156 του Συντάγματος,επισημαίνεται ότι στην υπόθεση TheRepublic v. Nicolaos Samson
(1977)2 CL.R.283,διαπιστώθηκεότι τοάρθροαυτόκατέστηανε- JQ νεργό ενόψει των γεγονότων τα οποία οδήγησαν στηθέ­ σπισητου περί της Απονομήςτης Δικαιοσύνης (Ποικίλαι Διατάξεις) Νόμου του 1964 (Ν 33/64). [Βλ. επίσης, The Republic v.AndreasLiassis
(1973)2C.L.R. 283]. (γ)Toάρθρο 159τουΣυντάγματοςπραγματεύεται,με- 15 ταξύ άλλων, και ορίζει ότι όπου οι διάδικοι ανήκουν σε διαφορετικές κοινότητες, το δικαστήριο απαρτίζεται από δικαστές πουανήκουνκαιστις δυοκοινότητες. Στην υπό­ θεση The Attorney-General v. KyriakosKouppisand 2 Others, 1 R.S.C.C. 115,119, αποφασίστηκεότιοιπαράγρα- 20 φοι 1- 5 του άρθρου 159αναφέρονται αποκλειστικάστην πρωτόδικη δικαιοδοσία των κατώτερων δικαστηρίων. Ο ΓενικόςΕισαγγελέας υπόβαλεότι οιδιατάξειςτου άρθρου 159, ιδιαίτεραεκείνεςπουαφορούντηνκοινοτική ισορρο­ πία πουτο Σύνταγμασκοπεί ναεξασφαλίσει στην άπονο- 25 μή τηςδικαιοσύνης (παράγραφος3),εξυπακούουνκαιτην παροχή δικαιώματος έφεσης κατ' αποφάσεων όλων των ποινικών δικαστηρίων. Η εξουσία για τροποποίηση της προϊσχύουσας νομοθεσίας γιατον εναρμονισμό της μετο Σύνταγμαείναι,όπωςτόνισε, ευρείακαιπεριλαμβάνεικαι 30 την προσαρμογή της ώστε να συνάδει με το Σύνταγμα (άρθρο 184.4). Στη Nicos Pelides v. The Republic and Another, 3 R.S.C.C. 13, αποφασίστηκε ότι η εξουσία για προσαρμογή περικλείει και την ευχέρεια ανάταξης (recasting)τωνπρονοιώντηςνομοθεσίας. Εφόσοη τρόπο- 35 ποίηση συνάδει μετους σκοπούς και τιςρητές επιδιώξεις της νομοθεσίας,παρέχεταιευρεία ευχέρεια για προσαρμο18 2Α.Α.Δ. Γεν. Εισαγγελέαςν.Λαζαρίδη&Άλλου ΠικήςΔ. γήτων διατάξεωντηςώστενασυνάδουν με τοΣύνταγμα· όχι όμως καιεξουσία γιατην πλήρωση κενών [βλ. μεταξύ άλλων, Yiannakis Fekkas v.E.A.C.
(1967)1C.L.R.173, Tzirkalli v.Republic, 1 R.S.C.C. 36,DistrictOfficerNicosia v.Hadji Yianni, 1R.S.C.C. 79,και Stylianou v.The Police 5
(1962)C.L.R. 152 ].Υπότο φως των ανωτέρω,ο Γενικός Εισαγγελέας εισηγήθηκε ότι δικαιολογείται η αναπροσαρ­ μογήτουάρθρου 137μετηνένθεσηκαιτου "Κακουργιοδι­ κείου" σταδικαστήρια οιαποφάσειςτων οποίων υπόκει10 νταισεέφεσηαπότοΓενικό Εισαγγελέα. Αν γινόταν δεκτήηεισήγησητου Γενικού Εισαγγελέα, ότιοιδιατάξειςτουάρθρου 159 εξυπακούουνκαιδικαίω­ μαέφεσης,τότε θαέπρεπε νακαταλήξουμε ότι τοδικαίω­ μααυτόενυπάρχεισεόλεςτις αποφάσειςτουπρωτόδικου 15 δικαστηρίου,δεδομένου ότιτοάρθρο 159 πραγματεύεται τησύνθεσητωνπρωτόδικωνδικαστηρίωνσεόλεςτιςυπο­ θέσεις. Ηθέση αυτή προσκρούει στην απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν.Γεωργίου, ανωτέρω,καιέρχεταισεαντίθε­ σημετιςδιατάξειςτουίδιουτουάρθρου 159πουπραγμα20 τεύεται αποκλειστικά τησύνθεση των πρωτόδικων δικα­ στηρίων. Καταλήγουμε ότιτοάρθρο 137 του Κεφ. 155δενπρο­ σκρούει σεκαμιά συνταγματική διάταξηηοποία ναεπι­ βάλλει τηντροποποίηση τουβάσει τουάρθρου 188 του 25 Συντάγματος. ΠΟΓΙΑΤΖΗΣ, Δ: Μετις δυουπόσυζήτηση ποινικές εφέσεις, ο Εφεσείων ευπαίδευτος Γενικός Εισαγγελέας διεκδικεί δικαίωμα ναασκεί έφεση εναντίον αθωωτικής απόφασης Κακουργιοδικείου καιεναντίον απόφασηςΚα30 κουργιοδικειου πουαφοράτην επιβολήποινής, δικαίωμα πουτο Ανώτατο Δικαστήριο του έχειστοπαρελθόν αρνη­ θεί κυρίως μετιςαποφάσεις που εξέδωσεστις υποθέσεις Attorney-General v.Pouris andOthers
(1979)2 C.L.R. 15, καιΔημοκρατία ν.Ερμογένουςκαι άλλων
(1990)2Α.Α.Δ. 35 459μετοσκεπτικό ότιδικαίωμα εφέσεως ασκείται μόνο στις περιπτώσεις πουρητά αναγνωρίζεται από το νόμο 19 Πογιάτζής, Δ. Γεν.Εισαγγελέαςν.Ααζαοίοη&Αλλου
(1992)και ότι οι περιοριστικές διατάξειςτου άρθρου137
(1)του περίΠοινικήςΔικονομίας Νόμου,Κεφ. 155,οιοποίεςδεν παρέχουντο αιτούμενοδικαίωμαστο Γενικό Εισαγγελέα, εξακολουθούν να ισχύουν και μετά την ψήφιση τουάρ­ θρου25
(2)του περί Δικαστηρίων Νόμουτου 1960 (Ν. 14/ g 60).Τοπιοπάνω σκεπτικόήταντοαποτέλεσμα ερμηνείας απότοΑνώτατο Δικαστήριο τουάρθρου 25
(2)του Νόμου 14 του 1960, σε συνδυασμό με το άρθρο 137
(1)τουΚεφ. 155 στη μορφήπου είχε θεσπιστεί και ήταν σε ισχύκατά την ημέρα έναρξης της ισχύος του Συντάγματοςτης Κυ- <Q πριακήςΔημοκρατίας. Μεσημαντική δήλωση του ενώπιον μας στηδιάρκεια τηςακρόασηςτων εφέσεων αυτών,οευπαίδευτος Γενικός Εισαγγελέας διευκρίνισε ότι δεν αμφισβητείτηνορθότητα της ερμηνείας των πιοπάνωνομοθετικών διατάξεωντην οποία είχε κάμει το Ανώτατο Δικαστήριο ώστε να αχθεί 15 στοσυμπέρασμα-ετυμηγορίατουστις ενλόγωδυοαποφά­ σειςτου ότι δεν παρέχουνσ' αυτόντο δικαίωμαεφέσεως που σήμερα διεκδικεί εκ νέου. Δέχεται ο Εφεσείων ότι η πρόνοιατουάρθρου137
(1), ωςέχεισήμερα, δεντουπαρέ­ χει τοδικαίωμα ναασκεί έφεσηείτεεναντίοντηςαθωωτι- 20 κής απόφασης του Κακουργιοδικείου που αποτελεί το αντικείμενο τηςΠοινικής Έφεσηςαρ5292,ούτετηςαπό­ φασης με την οποία το Κακουργιοδικείο επέβαλε ποινή στον Εφεσίβλητο Χριστάκη Μιχαήλ Λαζαρίδη, η οποία αποτελεί το αντικείμενο της Ποινικής 'Εφεσης αρ.5176. 25 Επιπρόσθετα, ο Εφεσείων δεν ισχυρίζεται ότι τοδικαίω­ μαπουδιεκδικεί πηγάζειαπ' ευθείαςαπόμιαοποιαδήπο­ τεπρόνοιατουΣυντάγματος. Ως αποτέλεσμα τηςπιοπάνω δήλωσης,ηυπόθεσητου Εφεσείοντα έχει συρρικνωθεί στο εξής ένα και μοναδικό 30 επιχείρημα:-ΛέγειοευπαίδευτοςΓενικός Εισαγγελέας ότι οιπρόνοιες τωνπαραγράφων 1 και2τουάρθρου153, της παραγράφου 1του άρθρου 155,καιτων άρθρων 156, 159 και 28 του Συντάγματος,εξεταζόμενες σε συνδυασμό με­ ταξύ τους και υπό το φως του όλου πνεύματος του Συ- 35 ντάγματος και του συστήματος δικοινοτικής δικαιοσύνης 20 2 ΑΛΛ. 5 10 15 20 25 - - . . . 30 Γεν.Εισαγγελέαςν.ΛαζαοΙΑη&Αλλου Πογιατζής,Δ. πουείναιδιάχυτοστοΜέροςΧ τουΣυντάγματος, επιβάλ­ λουντηνπροσαρμογήτωνπρονοιώντουάρθρου137*του περί ΠοινικήςΔικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, κατά τρόπο ώστε να συνάδουν με τις πιο πάνω συνταγματικέςπρόνοιεςκαιφιλοσοφία, σύμφωναπάντοτεμετοάρθρο 188.4 τουΣυντάγματος.Ημορφή τηςπροσαρμογήςπουεισηγεί­ ται είναι ηδιαγραφήτης λέξης "Επαρχιακού" πουπεριέ­ χεται στις παραγράφους (α)και (β)του εδαφίου
(1)του άρθρου 137 του Κεφ. 155, ώστε να αρθεί ο περιορισμός πουηπαρουσίατηςλέξης αυτήςεπιβάλλει στο δικαίωμα του Γενικού Εισαγγελέα ναασκεί έφεσηεναντίοναπόφα­ σης Κακουργιοδικείου η οποία είναι αθωωτική ή που αφοράτηνεπιβολή ποινής. ΗθέσητωνΕφεσίβλητωνεπίτουπροκειμένουείναιεκ διαμέτρουαντίθετηπρος εκείνητουΕφεσείοντα.ΟιΕφε­ σίβλητοι λέγουν ότι ηεισήγηση του Εφεσείοντα δενμπο­ ρεί να γίνει δεχτή για τους ακόλουθους τρεις λόγους: Πρώτο, γιατί τυχόν αποδοχήτης απότο Δικαστήριοθα σημαίνει την αναγνώρισηστο Γενικό Εισαγγελέα τουδι­ καιώματος να ασκήσει τις υπό εξέταση ποινικές εφέσεις *137
(1)Ο Γενικός Εισαγγελεύς της Δημοκρατίας δύναται: (α) να ασχήση έφεσιν ή να εγχρίνη την άσχησιν εφέσεωςεξ αθωωτικής απο­ φάσεως Επαρχιακού Διχαστηρίον εφ' οιωνδήποτε των ακολούθων λόγων:
(1)ότι δεν υπήρξεν απόδειξις βάσει της οποίας το Διχαστηρίον- ηδύνατο ευλόγως να διαπίστωση πραγματιχόν γεγονός ή γεγονότα αναγκαία δια την θεμελίωσιν τοιαύτης αποφάσεως· (Η) ότι απόδειξις εγένετοπλημμελώς δεχτή ήαπεχλείσθη(Hi) ότι ο νόμος εφηρμόσθη πλημμελώς επί των πραγματικών γε­ γονότων (ιν) ότι υπήρξεν αντιχανονικότηςδιαδικασίας- 35 Φ)να ασκήσηέφεσιν ήνα εγχρίνη τηνάσχησιν εφέσεωςεξ αποφάοεωςΕπαρχιακού Δικαστηρίου επί τωλόγω ότι ηποινή ήτο ανεπαρ­ κής.
(2)
(3)21 Πογιατζής,Δ. Γεν. Εισαγγελέαςν.Ααζαρίοη&Άλλου
(1992)κατά παρέκκλιση απότο δικαστικόπροηγούμενο που κα­ θιερώθηκε κυρίως με τις αποφάσειςτουΑνωτάτου Δικα­ στηρίου στις υποθέσεις Πονρής (ανωτέρω) και Ερμογέ­ νους (ανωτέρω), χωρίς να υφίστανται οι προϋποθέσεις που η νομολογία* έχει καθιερώσει για μιατέτοιαπαρέκ­ κλιση. Δεύτερο,γιατίη εισήγηση τουευπαίδευτουΓενικού ' Εισαγγελέα για προσαρμογή των προνοιών του άρθρου137τουπερίΠοινικήςΔικονομίας Νόμου,κάτω από το άρθρο 188.4 του Συντάγματος,έχειυποβληθεί στο πα­ ρελθόν στηνυπόθεσηPhotiniP. Georghadji andAnotherv. ίο The Republic
(1971)2 C.L.R.229, και το Ανώτατο Δικα­ στήριο την έχει απορρίψει ως αβάσιμη.Εν όψει των δυο αυτώνλόγων,οι Εφεσίβλητοι συμπεραίνουνκαιισχυρίζο­ νταιότιτοθέμαπουεγείρεταιστιςπαρούσεςεφέσειςμπο­ ρεί να θεωρηθεί ως λελυμένο από τη νομολογία χωρίς ** οποιαδήποτε περαιτέρω εξέταση. Με την απόφασηπου έχει μόλις απαγγείλει οαδελφός Δικαστής κ. Γ. Πικήςη πλειοψηφία του Δικαστηρίου δέχεται το συμπέρασμα αυτότων Εφεσίβλητων ωςορθό.Προσωπικάδεντουιοθε­ τώ και το απορρίπτω.Στο μοναδικό αυτόσημείοδιαφω­ νίας μου προς την απόφασητης πλειοψηφίας οφείλεται 20 αποκλειστικάη έκδοσητηςδικήςμουαυτήςαπόφασης. θεωρώ σκόπιμο ναεκφράσωτηδιαφωνίαμουκαινα παραθέσωτουςλόγους γιατους οποίουςαπορρίπτωτοεν λόγω συμπέρασμα των Εφεσίβλητων στο παρόν στάδιο 25 και πριν αναφερθώστον τρίτο λόγο που προβάλλουν οι Εφεσίβλητοι εναντίοντηςεισήγησης τουΕφεσείοντα. Είναι αλήθεια ότι στην υπόθεση Φωτεινή Γιωρχάτζη (ανωτέρω) το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε την εισήγη­ σητης εφεσείουσας ότι υφίσταται αντινομία μεταξύ των 30 προνοιών του άρθρου 137 τουπερί Ποινικής Δικονομίας Νόμουκαι των προνοιών του άρθρου 155.1 τουΣυντάγ­ ματος ώστε να παρίσταται ανάγκη προσαρμογής της εν λόγω νομοθετικής διάταξηςκατάτρόπο που να συνάδει μετην εν λόγω συνταγματικήδιάταξη. * The Republicv. Demetriades
(1977)3 C.LR. 213, Ioannides and Others v. The Republic
(1979)3 C.LR. 295, The Republic v. Sampson (\9T7)2C.LRA. 11 2 ΑΛΛ. Γεν. Εισαγγελέαςν.Ααζαρίοη&Άλλον Πογιατζής, Δ. Όμως είναι φανερό ότι στην παρούσα εισήγηση του Εφεσείοντα εμπλέκεται πολύ ευρύτερο φάσμα συνταγμα­ τικών προνοιών ώστε να είναι αδύνατονα λεχθεί ότι το Ανώτατο Δικαστήριο έχει ποτέ εκδόσει την ετυμηγορία 5 του αναφορικάμε αυτήκαι ότι, με αυτότο σκεπτικό, το θέμαπουεγείρειθαπρέπειναθεωρείταιωςλελυμένο από τη νομολογία. Το επίδικο θέμαδεν έχει ποτέ συζητηθεί ή προβληθεί απόοποιοδήποτεδιάδικοπάνωστη βάσηπου έχειτεθεί ενώπιον μαςαπότονΕφεσείονταστιςπαρούσες 10 εφέσεις. Επιπρόσθετα έχω τηγνώμη ότι ηπαρούσαπερί­ πτωσηδιαφέρειαπότιςσυνηθισμένες περιπτώσειςαποδο­ χής εισήγησης γιαπαρέκκλισηαπόδικαστικόπροηγούμε­ νο, η οποία συμφωνώ ότι πρέπει να γίνεται μόνο στις περιπτώσεις πουυπάρχουνοι προϋποθέσεις πουηνομο15 λογίαέχεικαθιερώσει.Εδώαντιμετωπίζουμεεισήγηση ότι οι πρόνοιες κάποιας νομοθετικής διάταξηςπουθεσπίστη­ κεπριντοΣύνταγμα τεθεί σε ισχύ δεν συνάδουν μεαριθ­ μό συνταγματικών διατάξεων και με το όλο πνεύμα του Συντάγματος. Και καλούμεθα, ως εκ τούτου, να εκτελέ20 σουμετοκαθήκονπουτο ίδιοτοΣύνταγμα μαςεπιβάλλει με το άρθρο 188, προβαίνοντας σε μικρής έκτασης προ­ σαρμογή του κειμένου της νομοθετικής αυτήςδιάταξης κατάτρόποώστενασυνάδει μετοΣύνταγμα.Το γεγονός ότι η ίδιανομοθετική διάταξηέχειερμηνευτεί, ως έχει,σε 25 προηγούμενες δικαστικές αποφάσεις, χωρίς να εγερθεί απόοποιοδήποτεδιάδικοήαπό τοΔικαστήριο θέμα προσαμογής της κάτω από το άρθρο 188 τουΣυντάγματος, δεναποτελείκώλυμαγιαμεταγενέστερη εξέτασητου θέμα­ τος ακόμα και στην περίπτωση που είναι ενδεχόμενο η εξέταση αυτήναοδηγήσει σε ερμηνεία του προσαρμοσμέ­ νου κειμένου της η οποία να είναι διαφορετική απότην ερμηνείαπουτηςείχεδοθείπριντηνπροσαρμογήτης.Εν­ δεχόμενη συνέπεια της άρνησης του Δικαστηρίου ναεξε­ τάσει την ουσία της εισήγησης του Εφεσείοντα για τους λόγους που έχουν προβάλει οι Εφεσίβλητοι, θα ήταν η 3$ διατήρησηστο κείμενο τηςεπίδικηςνομοθετικήςδιάταξης προνοιών οι οποίες δυνατόνναμησυνάδουνπροςτο Σύ­ νταγμα, κατάπαράβασητου άρθρου 188 τουΣυντάγμα­ τος. θα πρέπει επίσης να προσθέσω ότι η μορφή και η 40 έκτασητηςπροσαρμογήςμετηδιαγραφήτηςλέξης"Επαρ23 Πογιατζής, Δ. Γεν. Εισαγγελέαςν.ΑαζαρΙΛη&Αλλον
(1992)χιακό" απότοκείμενο τουάρθρου137
(1)πουεισηγείται ο Εφεσείων, καλύπτεται από τηνπαράγραφο5(β) του άρ­ θρου 188 του Συντάγματος, όπως έχει ερμηνευθεί και εφαρμοσθεί από τηνομολογία μας. Ενδεικτικά αναφέρω επίτουπροκειμένου τις υποθέσεις TheHolySeeofKitium v. MunicipalCouncilof Umassol,1 R.S.C.C. 15,The Republic v.Loftis,1R.S.C.C. 30,Djirkalli v. TheRepublic, 1 R.S.C.C 36,The MayoretcofNicosia v.TheCyprus Oil todustries Ltd, 1 R.S.C.C. 107, και Nicos Pelides v. Republic, 3R.S.C.C. 13. Ενόψειτων ανωτέρωθαπρέπεικατάτηγνώμη μουνα εξεταστεί κατάπόσουφίσταταιή όχιοποιαδήποτεαντινο­ μίαμεταξύτωνπρονοιών τουάρθρου137
(1)τουΚεφ. 155 καιτων συνταγματικών διατάξεωνκαιτουπνεύματοςτου Συντάγματος πουεπικαλείται ο Εφεσείων, ώστε ναεπι­ βάλλεται ηπροτεινόμενη προσαρμογή τους σύμφωνα με το άρθρο 188 τουΣυντάγματος.Μετησημερινήαπόφαση της ηπλειοψηφία του Δικαστηρίου έχει,βέβαια, εξετάσει και αποφασίσει το επίδικο αυτό θέμα κατά τρόπο ο οποίος μεβρίσκει απόλυτασύμφωνο καιτον οποίο,ως εκ τούτου υιοθετώ. Θα ήθελα μόνο ναπροσθέσω ότιηδιά­ κριση πουκαθιερώνει το άρθρο 137
(1)του Κεφ. 155 ανα­ φορικά μετο επίδικο δικαίωμα τουΕφεσείοντα Γενικού Εισαγγελέα μεταξύ αποφάσεων Επαρχιακών Δικαστη­ ρίων, αφ1ενός, και αποφάσεων Κακουργιοδικείων,αφ' ετέρου, είναι,κατάτηγνώμη μου,εύλογηενόψειτηςδια­ φορετικής σύνθεσης τωνδυοΔικαστηρίων. Καμιάαπότις συνταγματικές διατάξεις πουεπικαλείται ο ευπαίδευτος Γενικός Εισαγγελέας δεδικαιολογεί την εισήγησητουγια εφαρμογήτης παραγράφου4του άρθρου 188 του Συντάγ­ ματος. Εφόσο η ορθότητα των αποφάσεων στις υποθέσεις Πονρής(ανωτέρω)καιΕρμογένους(ανωτέρω) αναφορικά με τον τρόπο πουέχουν ερμηνεύσει το άρθρο 25
(2)του περί Δικαστηρίων Νόμου σεσυνδυασμό μετοάρθρο137
(1)τουπερίΠοινικήςΔικονομίας Νόμου, στην μορφήπου 35 ητελευταία αυτή νομοθετική πρόνοια είχε θεσπιστεί,δεν αμφισβητείταιαπότονευπαίδευτοΓενικό Εισαγγελέα,και 24 15 20 25 30 2 ΑΛΛ. 5 Γεν. Εισαγγελέαςν.ΑαζαρΙοη&Άλλον Πογιατζής, Δ. εφόσο έχει αποτύχει προσπάθεια του να μας πείσει ότι επιβάλλεται οποιαδήποτε προσαρμογή των προνοιών του άρθρου 137
(1)του Κεφ. 155, ώστενα συνάδουν προς τις διατάξειςκαιτοπνεύματουΣυντάγματοςπουέχειεπικαλεστεί, οι υπό εξέταση δυο εφέσεις είναι καταδικασμένες σε αποτυχίακαιπροσυπογράφω,ως εκτούτου,τηναπόρ­ ριψητους. Οι εφέσειςαπορρίπτονται. 25

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.