(1992)9Ιανουαρίου,1992 [ΧΑΤΖΗΤΣΑΓΓΑΡΗΣ, Δ/στής] ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕΤΟΑΡΘΡΟ 146ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Αιτητής, ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΟΥ, Καθ'ων ηαίτηση. (Υπόθεση Αρ. 709/90). Οι περί Πολιτικής Αμυνας Γενικοί Κανονισμοί τον 1966-1982 — Κανονισμός 20
(1)(β) — Υποχρέωση μελών να απέχωσιν οποιασδήποτε ενέργειας ήσυμπεριφοράς ασυμβιβάστου προς την πειθαρχία και την τάξη — Κανονισμός 20
(3)— Παράλειψη συμμόρφωσης με τον Καν. 20
(1)(β)συνιστώ πειθαρχικό αδίκημα — Μόνη ορθή διαδικασία για τιμωρία της πιο πάνω παράβασης ήταν ηπειθαρχική διαδικασία και όχι ηακύρωση τον διορισμού. Με την προσφυγή αυτή προσβλήθηκε απόφασητου Διοικητή της Πολιτικής Άμυνας με την οποία ακυρώθηκανοι διοικητικές πράξεις με τις οποίες ο αιτητής διορίστηκε στην Πολιτική Άμυνα. 5 ^ Ο κύριος ισχυρισμός του δικηγόρου του αιτητή ήταν ότι οι διατάξεις των Κανονισμών 8
(2)και 10
(3)των περί Πολιτικής 15 Άμυνας Γενικών Κανονισμών του 1966-1982καθώςκαιτο Άρθρο 19 του περί Ερμηνείας Νόμου, Κεφ. 1 που επικαλέστηκε ο Διοικητής για να εκδώσει την απόφαση του, δεν του έδιδαν οποιαδήποτε εξουσία να ανακαλείδιορισμούς. Ημόνηδε εξουσία που του παρέχετο ήταν η πειθαρχική διαδικασία. Περαιτέρω ο 20 δικηγόρος του αιτητή ισχυρίστηκε πως η επίδικη απόφασηήταν αυθαίρετη, αναιτιολόγητη και λήφθηκε κατά παράβαση των κανόνων της φυσικής δικαιοσύνης γιατίδεν δόθηκεστον αιτητήτο 14 4Α.Α.Λ. Στυλιανού ν.Δημοκρατίαςκ.α. δικαίωμα ακροάσεως. 5 Οι καν. 8
(2)και 10
(3)δίδουν την εξουσία στο Διοικητή να διορίζει αξιωματικούς της δύναμης πολιτικής άμυνας.Το Αρθρο 19 του Κεφ. 1 προνοεί πως όπου σε Νόμο δίδεται εξουσία σε πρόσωπο ή Δημόσια Αρχήνα προβαίνει σε διορισμούς θεωρείται ότι η εξουσία περιλαμβάνει και την εξουσία τερματισμού των διορισμών αυτών. 10 Οκαν.21 προβλέπει γιατιςπειθαρχικές τιμωρίες που μπορούν να επιβληθούν στην περίπτωση διάπραξης πειθαρχικού αδικήματος που προβλέπονται στον καν.20. Στις τιμωρίες δε του καν.21δεν περιλαμβάνεται οτερματισμός της απασχόλησης. 15 Το Ανώτατο Δικαστήριο, ακυρώνοντας την επίδικηαπόφαση, αποφάσισεότι: 20 Το ερώτημα που τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου είναι κατά πόσο στην παρούσα περίπτωση έχει εφαρμογή το Άρθρο 19 ή οι σχετικές πρόνοιες των κανονισμών για έναρξη πειθαρχικής διαδικασίας. Από το σύνολο των στοιχείων και προσεκτική μελέτη της πιο πάνωνομοθεσίας καταλήγωσταακόλουθασυμπεράσματα: 25 (α)Στουςπερί Πολιτικής Αμύνης Γενικούς Κανονισμούς 19661982 υπάρχει ειδική πρόνοια για την έναρξη πειθαρχικής διαδικασίας σε περίπτωση που μέλος της Δύναμης παραβαίνει οποιοδήποτεκαθήκονπουτου επιβάλλεται. 30 35 40 (β) Στην υπό εκδίκαση υπόθεση ο λόγος ακύρωσης του διορισμού του αιτητή ήτο, σύμφωνα με την επιστολή του Διοικητική ημερ. 19.7.1990, η συμπεριφορά του που χαρακτηρίστηκε ως "ασυμβίβαστη προς την πειθαρχία και την τάξη". Σύμφωνα με τον καν. 20
(1)(β> υποχρέωση των μελών είναι να "απέχωσιν οιασδήποτε ενεργείας ή συμπεριφοράς ασυμβιβάστου προς την πειθαρχίαν και την τάξιν", και σύμφωνα με την παράγραφο
(3)του ιδίου κανονισμού παράλειψη συμμόρφωσης με το πιο πάνω καθήκον συνιστά πειθαρχικό αδίκημα μεόλες τις συνέπειες πουεπιβάλλει οκαν.21. (γ) Επομένως, η μόνη ορθή διαδικασία που έπρεπε ν α ' 15 Στυλιανούν.Δημοκρατίαςκ.α.
(1992)ακολουθηθεί ήτο η πειθαρχική διαδικασία, εφόσον προβλέπεται ειδικά στους Κανονισμούς. Ο Διοικητής δεν ακολούθησε την κατά νόμο διαδικασία. Επισημαίνεται ότι σύμφωνα με τον Καν. 21
(3)δίδεται το δικαίωμα στον κατηγορούμενο ναπροβάλει τις θέσεις του. 5 Η επίδικη απόφαση ακυρώνεται χωρίς έξοδα. Προσφυγή. 10 Προσφυγή εναντίον της απόφασης του Διοικητή της Πολιτικής Άμυνας με την οποία ακυρώθηκαν οι διοικητικές πράξεις με τις οποίες ο αιτητής διορίστηκε στην Πολιτική Άμυνα. 15 Α.Σ. Αγγελίδης, για τοναιτητή. Μ. Ευαγγέλου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για τους καθ' ων ηαίτηση. 20 Cur.adv. vult. Ο Δικαστής' κ. Χατζητσαγγάρης ανάγνωσε την ακόλουθη απόφαση. ^5 ΧΑΤΖΗΤΣΑΓΓΑΡΗΣ, Δ.: Ο αιτητής κατατάγηκε σαν εθελοντής στη Δύναμη της Πολιτικής Αμυνας καικατόπιν διορίστηκε από το Διοικητή της Πολιτικής Άμυνας (που στη συνέχεια θα αναφέρεται ως ο Διοικητής) σύμφωνα με 30 τον Κανονισμό 10
(2)των περί Πολιτικής Αμύνης Γενικών Κανονισμών του 1966-1982 στο βαθμό του Βοηθού Προϊσταμένου (29.1.79), Προϊσταμένου (27.3.79) και Διευθυντή (31.2.82). 35 Όπως προκύπτει απόταστοιχεία πουκατατέθηκανστο Δικαστήριο, εξελίχθηκε ένα είδος προσωπικής αντιδικίας μεταξύ του αιτητή και του Διοικητή που κατέληξε στην επίδικη απόφαση,ημερ. 19.7.90 σύμφωνα με την οποία ο τελευταίος ακύρωσε τις διοικητικές πράξεις με τις οποίες 40 ο πρώτος διορίστηκε στηΔύναμη. 16 4Λ.Α.Δ. Στυλιανούν.Δημοκρατίαςκ.α. Χατζητσαγγάρης, Δ. Η όλη κατάσταση άρχισε με την απουσία του αιτητή από τη συνεδρίαση του σώματος ημερομηνίας 16.2.90. Ακολούθησε επιστολή του αιτητή ημερ. 1.3.90 με την οποία ζητούσε μεταξύ άλλων, όπως γραφτεί στο πρακτικό 5 της σύσκεψης ημερ. 16.2.90 ότι η απουσία του ήταν δικαιολογημένη. Κατά τη συνεδρίαση ημερ. 15.3.90, ο Διοικητής ανάγνωσε την επιστολή, το ύφος της οποίας θεωρήθηκε προσβλητικό και ανάρμοστο από αξιωματικό προς το Διοικητή του και ως εκ τούτου ο αιτητής 10 ενοχλημένος απεχώρησε απότη συνεδρίαση. Στη συνέχεια ο αιτητής με σημείωμα του ημερ. 18.6.90επέρριψε ευθύνες στον Διοικητή σύμφωνα με τις οποίες, κατά τον ισχυρισμό, ο Διοικητής δεν εξασφάλισε τις απόψεις της Δύναμης αναφορικά με" προσχέδιο Κανονισμών που 15 απέστειλε ηΚυβέρνηση. Μετην ίδια επιστολή ζητούσε την ακύρωση πράξεων "που έθεσαν σε δυσμενή διάκριση αξιωματικούς της Δύναμης". Σε απαντητικήεπιστολή του ημερ. 7.7.90ο Διοικητής προειδοποίησε τον αιτητή ότι αν συνέχιζε την ίδια συμπεριφορά, θαπροχωρούσε στη λήψη 20 συγκεκριμένων μέτρων εναντίον του. Η απόφαση που προσβάλλεται περιέχεται στην επιστολή του Διοικητή ημερ. 19.7.90, απόσπασμα της οποίας παραθέτω: 25 30 35 40 Ο ρόλος και τα καθήκοντα των αξιωματικών της Δύναμης που διορίζονται από το Διοικητή, ιδιαίτερα των ανώτατων στη ΓΕΔΠΑ, είναι να τον βοηθούν στην όλη λειτουργία της και όχι να απειθαρχούν ή να συμπεριφέρονται απρεπώς απέναντι του. Δυστυχώς μαζί σας συμβαίνει το αντίθετο. Τέτοια στάση και τέτοιες ενέργειες είναι παντελώς ασυμβίβαστες και δεν είναι δυνατό να επιτραπούν σε μέλοςτηςΔύναμης μεβαθμό αξιωματικού. Είμαι συνεπώς υποχρεωμένος προςχάριντου καλώς νοουμένου συμφέροντος της Δύναμης, ασκώντας τις εξουσίες μου δυνάμει των Κανονισμών 8
(2)και 10
(3)των περί Πολιτικής Αμυνας Γενικών Κανονισμών του 17 Χατζητσαγγάρης,Δ. Στυλιανού ν.Δημοκρατίας κ.α.
(1992)1966-1982, καθώς και του Αρθρου 19 του περί Ερμηνείας Νόμου,Κεφ. 1, ναακυρώσω, καιαπόσήμερα ακυρώνω, τις Διοικητικές Πράξεις με τις οποίες διοριστήκατε σεθέσεις αξιωματικούτηςΔύναμης". Κύριος ισχυρισμός του δικηγόρου του αιτητή είναι ότι οι διατάξεις των Καν. 8
(2)και 10
(3), και το Αρθρο 19 του Κεφ. 1 που επικαλείται ο Διοικητής, δε δίνουν οποιαδήποτε εξουσία σ' αυτόν να ανακαλεί διορισμούς. Πουθενά στο νόμο δεν προβλέφθηκε εξουσία άλλη απότην 10 πειθαρχική διαδικασία η οποία ενδέχετο να οδηγήσει σε αθώωση ή πειθαρχική ποινή. Με δεύτερο επιχείρημα του, ισχυρίστηκε ότι η απόφασητου Διοικητή είναι μονομερής, αυθαίρετη και αναιτιολόγητη εφόσον δε δόθηκε το δικαίωμα στον αιτητή ναακουστεί καιναθέσει τις απόψεις 15 του, σ'αντίθεση μετουςκανόνες τηςφυσικήςδικαιοσύνης. Οι καν. 8
(2)και 10
(3)δίδουν στο Διοικητή την εξουσία να διορίζει τους αξιωματικούς της δύναμης πολιτικής άμυνας, εκτός από τον Υποδιοικητή. Πουθενά στους 20 σχετικούς κανονισμούς δε δίδεται παράλληλη εξουσία τερματισμού αυτών των διορισμών. Ο καν.21 προνοεί τις πειθαρχικές τιμωρίες οι οποίες μπορούν να επιβληθούν σε περίπτωση πουκάποιοςδιαπράττειένααπότα πειθαρχικά αδικήματα που προβλέπονταιστον καν.20. Οι πειθαρχικές 25 αυτές τιμωρίες δεν περιλαμβάνουν τον τερματισμό της απασχόλησης. Το Αρθρο 19του περί ΕρμηνείαςΝόμουΚεφ. 1προνοεί τα ακόλουθα: "Where any Law confers upon any person or publicau thority power to make appointments to any office or place the power shall be construed as including the power to determine any such appointment " To ερώτημα που τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου είναι κατά πόσο στην παρούσαπερίπτωση έχει εφαρμογήτο πιο πάνω Αρθρο 19ήοι σχετικές πρόνοιες τωνκανονισμώνγια έναρξηπειθαρχικήςδιαδικασίας. Από το σύνολο των στοιχείων και προσεκτική μελέτη 18 30 35 4 0 4 Α.Α.Δ. Στυλιανούν.Δημοκρατίαςκ.α. Χατζητσαγγάρης,Δ. της πιο πάνω νομοθεσίας καταλήγω στα ακόλουθα συμπεράσματα: 5 10 15 20 25 (α) Στους περί Πολιτικής Αμύνης Γενικούς Κανονισμούς 1966-1982 υπάρχει ειδική πρόνοια για την έναρξη πειθαρχικής διαδικασίαςσε περίπτωση που μέλος της Δύναμης παραβαίνει οποιοδήποτε καθήκον που του επιβάλλεται. (β) Στην υπό εκδίκαση υπόθεση ο λόγος ακύρωσης του διορισμού του αιτητή ήτο, σύμφωνα με την επιστολή του Διοικητή ημερ. 19.7.1990,η συμπεριφορά του που χαρακτηρίστηκε ως "ασυμβίβαστη προς την πειθαρχία καιτην τάξη". Σύμφωνα με τον καν. 20
(1)(β) υποχρέωση των μελών είναι να "απέχωσιν οιασδήποτε ενεργείας ή συμπεριφοράς ασυμβιβάστου προς την πειθαρχίαν και την τάξιν", και σύμφωνα με την παράγραφο
(3)του ιδίου κανονισμού παράλειψη συμμόρφωσης με το πιο πάνω καθήκον συνιστά πειθαρχικό αδίκημα με όλες τις συνέπειες που επιβάλλει οκαν.21. (γ) Επομένως, η μόνη ορθή διαδικασία που έπρεπε να ακολουθηθεί ήτο η πειθαρχική διαδικασία, εφόσον προβλέπεται ειδικά στους Κανονισμούς. Ο Διοικητής δεν ακολούθησε την κατά νόμο διαδικασία. Επισημαίνεται ότι σύμφωνα με τον Καν. 21
(3)δίδεται το δικαίωμα στον κατηγορούμενο να προβάλει τις θέσεις του. 30 Για τους πιο πάνωλόγους ηπροσφυγή επιτυγχάνει και ηεπίδικηαπόφαση ακυρώνεται. 35 Δεν εκδίδεταιδιαταγήγιαέξοδα. Η επίδικη απόφαση ακυρώνεται χωρίς διαταγή για έξοδα. 19