← Κύπρος

clr/1992/1992_4_2390.pdf

(1992)30 Ιουνίου, 1992 [ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ,Δ/στής] ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕΤΟ ΑΡΘΡΟ 146ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΛΑΟΥΤΑΡΗΣ, Αιτητής, ν. ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΟΔΟΝΤΙΑΤΡΩΝ, Καθ'ων η αίτηση. (Υπόθεση Αρ. 432/92). Ο περί Οδοντιάτρων (Σύλλογοι, Πειθαρχία και Ταμείον Συντάξεων) Νόμος τον 1968 (Νόμος 29/68) — Άρθρο 4
(1)όπως έχει μετά τον Νόμο 18/88— Επιπτώσεις τον επί των βάσει τον Άρθρου 13
(1)(β) εκδοθέντων κανονισμών δεοντολογίας — Η παλαιά ρύθμιση (Άρθρο 15
(1)τον Κεφ. 249 — Το περιεχόμενο τον Άρθρου 13
(4)* (Νόμος 29/68) και Κανονισμών 1(a), 1
(6), 20(a) και 22 — Το γενικό ερμηνευτικό συμπέρασμα και η εφαρμογή του στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ερμηνεία — Άρθρο 11 τον περί Ερμηνείας Νόμου, Κεφ. 1 — 10 Κανονισμοί που εκδόθηκαν δυνάμει καταργούμενου Νόμον παραμένουν σε ισχύ και είναι έγκυροι μέχρις ότον ακυρωθούν ή αντικατασταθούν — Στο βαθμό όμως που δεν είναι ασυμβίβαστοι προς τις νέες νομοθετικές πρόνοιες. ΛC Προσβλήθηκε με τηνπροσφυγήη εγκυρότητα της απόφασης του Πειθαρχικού Συμβουλίου Οδοντιάτρων, με την οποία ο αιτητής βρέθηκε ένοχος διάπραξης πειθαρχικών παραπτωμάτων και τιμωρήθηκε με στέρησητουδικαιώματος άσκησηςτου επαγγέλματος του για περίοδο τριών εβδομάδωνκαθώς και καταδίκη του αιτητή στα έξοδα της πειθαρχικής δίωξης εκ Λ.Κ. 714. Προκρίθηκε στα πλαίσια της διαδικασίας ως ενδεδειγμένη η εκδίκαση, σε πρώτο στάδιο, εκείνων απότα σημεία που εγέρθηκαν,η κατάληξηεπί των οποίων θα ήταν ενδεχόμενο να σφραγίσει την τύχη τηςπροσφυγής, χωρίς εμπλοκήσταγεγονότα. 2390 4 ΑΛΛ. 5 10 15 20 25 30 35 40 Λαουτόρης ν.Πειθαρχ.Συμβ.Οδοντιάτρων Τα σημεία αυτά περιστρέφονταν γύρω από την έννοια του Αρθρου 4
(1)του περί Οδοντιάτρων (Σύλλογοι, Πειθαρχία και Ταμείο Συντάξεων) Νόμου του 1968 (Νόμος 29/68), όπως τροποποιήθηκε με το Νόμο 18/88, και τις επιπτώσεις από τη θέσπιση αυτού του άρθρου πάνω στους περί Δεοντολογίας Κανονισμούς, που εκδόθηκαν από το Συμβούλιο του Οδοντιατρικού Σώματος, κατά την ενάσκηση των εξουσιών του δυνάμειτου Αρθρου 13
(1)(β)τουΝόμου29/
  1. Το Ανώτατο Δικαστήριο, ακυρώνοντας την Επίδικη απόφαση, αποφάσισε ότι:
  2. Ηπροσέγγιση του Πειθαρχικού Συμβουλίου, εν προκειμένω, και η αντίληψη του Νόμου και των Κανονισμών που υποδηλώνει, είναι λανθασμένη. Σύμφωνα με το Νόμο 29/68, με βάση τον οποίο θεσπίστηκαν οι Κανονισμοί, η διαπίστωση διαγωγής, μεταξύ άλλων, ασυμβίβαστης προς το ιατρικό επάγγελμα, επέσυρε, χωρίς άλλο, πειθαρχικές κυρώσεις. Οι Κανονισμοί που εκδόθηκαν το 1970 δεν αποσκοπούσαν στο να δημιουργήσουν ξεχωριστές περιπτώσεις πειθαρχικών παραπτωμάτων σε σχέση με τις οποίες θα μπορούσε να ασκηθεί πειθαρχική δίωξη, ανεξάρτητα απότο Αρθρο4
(1)του Νόμου29/68.Σύμφωνα με το Αρθρο 13
(4)του Νόμου, η παράβαση κάποιου από τους Κανονισμούς θεωρείται ότι αποτελεί διαγωγή ασυμβίβαστη προς το ιατρικό επάγγελμα, όρος που πρέπει να εκλάβουμε ότι καλύπτει και το οδοντιατρικό επάγγελμα. Επομένως, η διαπίστωση τέτοιας παράβασης θα επέσυρε κυρώσεις κατά το Αρθρο 4
(1)του Νόμου 29/68, αφού το άρθρο εκείνο θεωρούσε αρκετή την επίδειξη διαγωγής ασυμβίβαστης προς το οδοντιατρικό επάγγελμα, για τη στοιχειοθέτηση πειθαρχικούπαραπτώματος. 2. Είναι φανερόν πως δεν αρκεί πια η διαπίστωση τέτοιας διαγωγής. Απαιτείται επιπρόσθετα να φανεί ότι αυτή η διαγωγή επιδείχθηκε κατά την άσκηση του επαγγέλματος. Θα μπορούσε, βέβαια,να υποστηριχτεί ότι αυτό προέκυπτε και από τις πρόνοιες του Νόμου 29/68.Το Συμβούλιο του Οδοντιατρικού Σώματος, σύμφωνα με το Αρθρο 13(β) του Νόμου29/68,είχε εξουσία να ρυθμίζει με Κανονισμούς την αφορώσα στην άσκηση του οδοντιατρικού επαγγέλματος δεοντολογία. Όμως, η εξέταση του αν OL Κανονισμοί, στο βαθμό που δεν αναφέρονται στην άσκηση του οδοντιατρικού επαγγέλματος, μπορούν αν θεωρηθούν ότι 2391 Λαουτάρηςν.Πειθαρχ.Συμβ.Οδοντιάτρων
(1992)είναι ultra vires σε σχέση με το Νόμο, παρέλκει, έχοντας υπόψητηρητήπια διάταξητουΑρθρου 4
(1). 3.Στηνπαρούσαυπόθεση,παίρνονταςγιατους σκοπούςαυτής της διαδικασίας ως δεδομένο ότι, πράγματι ο αιτητής 5 εγκατέλειψε την αίθουσα συνεδρίασης του Πειθαρχικού Συμβουλίου καιακόμαπαίρνονταςως δεδομένο ότι αυτήη ενέργεια του συνιστά παράβαση των Κανονισμών περί Δεοντολογίας, για να ήταν δυνατό να θεωρηθεί ότι στοιχειοθετήθηκε διώξιμο πειθαρχικό παράπτωμα, θα 10 έπρεπε να φανεί, επιπρόσθετα, πως η ενέργεια του αιτητή έγινε κατά την άσκηση του επαγγέλματος του. Οι Κανονισμοί, μέσα στο όλο πλέγμα των προνοιών που διέπουν το θέμα, δεν είναι δυνατό να θεωρηθούν ως επιβάλλοντες υποχρεώσεις, η μη εκπλήρωση των οποίων 15 συνιστά πειθαρχικόπαράπτωμα,χωρίς άλλο. Σεό,τι αφορά τις πειθαρχικές επιπτώσεις,δεν μπορούν παρά να έχουν τη σημασίαπουτουςαποδίδειοΝόμος. 4. Ο Κανονισμός 22 δεν μπορεί ούτε να προσθέσει ούτε να 20 αφαιρέσει ό,τιδήποτε από τις πρόνοιες του Νόμου. Δεν μπορείναδιαφοροποιήσειήναδιευρύνει το Νόμο.Κατάτο Αρθρο 11τουπερί Ερμηνείας Νόμου Κεφ. 1,μεταξύ άλλων, Κανονισμοί που εκδόθηκανδυνάμει καταργούμενουΝόμου παραμένουν σε ισχύ και είναι έγκυροι μέχρις ότου 25 ακυρωθούν ή αντικατασταθούν.Αυτό όμως στο βαθμόπου δενείναιασυμβίβαστοιπροςτιςνέεςνομοθετικές πρόνοιες. Ο Κανονισμός 22 ήταν πλεονασματικός από την αρχή έχοντας υπόψη τις πρόνοιες του Αρθρου 13
(4). Τώρα είναι 30 και ασυμβίβαστοςπρος τονέο Αρθρο4
(1)τουΝόμου18/88, που πήρε τη θέση των αντίστοιχων προνοιών του Νόμου 29/68 που καταργήθηκαν. Κατά τον Κανονισμό, η παράβαση και μόνο κάποιου από τους προηγούμενους κανονισμούς επισύρει κυρώσεις και μάλιστα, όπως 35 αναφέρεται, αυστηρές, ενώ κατά τον ισχύοντα νόμο αυτό δενείναιπιααρκετό.
  1. Στην παρούσα υπόθεση, η ενέργεια σε σχέση με την οποία βρέθηκε ένοχος και τιμωρήθηκε ο αιτητής είναι εντελώς 40 ασύνδετη με ό,τι θα μπορούσε να συσχετισθεί προς την άσκηση του επαγγέλματος του οδοντιάτρου, με όση ευρύτητα και αν ερμηνευόταν αυτός ο όρος, και επομένως δεν ήταν διαγωγή που επιδείχθηκε κατά την άσκηση του 2392 4 ΑΛΛ. Λαοντάρηςν.Πειθαρχ. Συμβ. Οδοντιάτρων επαγγέλματος. 5 10 15 20
  2. Δεν νομίζω ότι η μη παρουσία ενώπιον του Πειθαρχικού Συμβουλίου μπορεί να θεωρηθεί ως παράβασηκαθήκοντος κατά το Νόμο. Το Αρθρο 5Α
(1)του Νόμου παρέχει στο Πειθαρχικό Συμβούλιο την εξουσία έκδοσης κλήσης προς τον καταγγελόμενο. Ο τύπος της κλήσης, πουπαρατίθεται σε πίνακα του Νόμου, περιέχει παράγραφο, σύμφωνα με την οποία αν ο καταγγελθείς παραλείψει να εμφανιστεί, το Πειθαρχικό Συμβούλιο μπορεί είτε να απαιτήσει την προσωπική προσέλευση του είτε να "χωρήσει εις την ακρόαση της υποθέσεως εις την απουσίαν του". Σύμφωνα με το Αρθρο 5Α
(3)το Πειθαρχικό Συμβούλιο μπορεί να απαιτεί την προσέλευση του καταγγελθέντα "ως εις συνοπτικώς διεξαγωμένας δίκας". Η δυνατότητα προσαγωγής του καταγγελόμενου, ώστε να παρευρίσκεται στην πειθαρχική διαδικασία, δεν σημαίνει και ότι η μη παρουσία του κατά ανταπόκριση προς την αρχική κλήση συνιστά κάποιας μορφής παράβαση του Νόμου. Εν πάση περιπτώσει, στην παρούσα υπόθεση το Πειθαρχικό Συμβούλιο δεν είχε απαιτήσει την παρουσία του αιτητή, ούτε προέβη σε οποιαδήποτε ενέργεια προς αυτή την κατεύθυνση. 25 7.Το ΠειθαρχικόΣυμβούλιο πλανήθηκε ωςπρος το Νόμοκαιη απόφασητουθαπρέπει,γι'αυτότολόγο, ναακυρωθεί. Ηπροσφυγή επιτυγχάνει χωρίς έξοδα. 30 Αναφερόμενες υποθέσεις: 35 Allinsonv.General MedicalCouncil[1891 -1894]All E.R. Rep.768· Πορίσματα Νομολογίας του Σνμβονλίον της Επικρατείας 19291959, σελ.367. Προσφυγή. Προσφυγή κατά της απόφασης του καθ' ου η αίτηση 40 Συμβουλίου, με την οποία ο αιτητής βρέθηκε ένοχος διάπραξης πειθαρχικών παραπτωμάτων και τιμωρήθηκε με στέρησητου δικαιώματος άσκησης του επαγγέλματος, γιαπερίοδοτριώνεβδομάδων. 2393 Λαουτάρηςν.Πειθαρχ. Συμβ.Οδοντιάτρων
(1992)Λ. Κληρίδης,γιατοναιτητή. Μ. Κυριακίδης, γιατους καθ*ωνηαίτηση. Cur. adv. vult. 5 ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ, Δ.: Ανάγνωσε την ακόλουθη απόφαση. Προσβάλλεται η εγκυρότητα της απόφασης του Πειθαρχικού Συμβουλίου Οδοντιάτρων με την οποία ο αιτητής βρέθηκε ένοχος διάπραξης πειθαρχικών 10 παραπτω-μάτων και τιμωρήθηκε με στέρηση του δικαιώματος άσκησης του επαγγέλματος, για περίοδο τριών βδομάδων,από 15η Ιουνίου μέχρι 4η Ιουλίου
  1. Προσβάλλεται, επίσης, το μέρος της απόφασης, με το οποίο ο αιτητής καταδικάστηκε στην πληρωμή £714 ως 15 έξοδα τηςπειθαρχικήςδίωξης. Η απόφαση εκδόθηκε στην απουσία του αιτητή την 8η Απριλίου 1992, αλλά του γνωστοποιήθηκε την 25η Μαΐου
  2. Η προσφυγή καταχωρίστηκε την 2α Ιουνίου 1992 20 και έτσιταχρονικά περιθώρια περιορίστηκαν. Μαζί με την προσφυγή, υποβλήθηκε αίτηση για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης, που χρειάστηκε να αναβληθεί για την 10η Ιουνίου 1992 έπειτα από αίτημα 25 του αιτητή για άδεια καταχώρισης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Την 10η Ιουνίου 1992, μπροστά στις επιπλοκές που, ενδεχομένως, θα συνεπαγόταν το ότι η πειθαρχική ποινή ήταν ημερολογιακά προσδιορισμένη, η αίτησηγιααναστολήαποσύρθηκεκαιδόθηκανοδηγίες για 30 την επείγουσα καταχώριση των γραπτών αγορεύσεων, προκειμένου να συμπληρωθεί η διαδικασία το συντομότερο δυνατό. Ήταν αδύνατο για τις δύο πλευρές να ετοιμαστούν πριν από την ημερομηνία έναρξης της ποινής και η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση την 23η 35 Ιουνίου
  3. Είχε μέχρι τότε καταχωριστεί η γραπτή αγόρευση για τον αιτητή που συνοδεύτηκε με ένορκη δήλωση αναφορικά με ορισμένα γεγονότα και η γραπτή αγόρευση για τους καθ' ων η αίτηση. Επειδή τέθηκε θέμα απαντητικής ένορκης δήλωσης, και ενόψει της ανάγκης 40 για αφιέρωση χρόνου γι' αυτό όπως και για επακόλουθη αντεξέταση, προκρίθηκε ως ενδεδειγμένη η εκδίκαση, σε πρώτο στάδιο, εκείνων από τα σημεία που εγέρθηκαν, η 2394 4 ΑΛΛ. Λαουτάρηςν.Πειθαρχ. Συμβ.Οδοντιάτρων Κων/νίδης,Δ. κατάληξη των οποίων θα ήταν ενδεχόμενο να σφραγίσει την τύχητης προσφυγής,χωρίς εμπλοκή στα γεγονότα. Τα σημεία αυτά περιστρέφονται γύρω από την έννοια 5 του άρθρου 4
(1)του περί Οδοντιάτρων (Σύλλογοι, Πειθαρχία και Ταμείο Συντάξεων) Νόμου του 1968 (Ν.29/68),όπως τροποποιήθηκε με το Νόμο 18/88 και τις επιπτώσεις από τη θέσπιση αυτού του άρθρου πάνω στους περί Δεοντολογίας Κανονισμούς που εκδόθηκαν 10 απότο Συμβούλιο του Οδοντιατρικού Σώματος κατά την ενάσκηση των εξουσιών του,δυνάμει του άρθρου 13
(1)(β) τουΝόμου29/68. Ερωτάται αν για να στοιχειοθετηθεί οποιοδήποτε 15 πειθαρχικό παράπτωμαοδοντιάτρου είναι απαραίτητο η καταγγελλόμενη συμπεριφορά να εκδηλώνεται κατά την άσκηση του επαγγέλματος του οδοντιάτρου και εφόσον η απάντηση σ' αυτό θα είναι καταφατική, αν η καταγγελθείσα συμπεριφορά του αιτητή εκδηλώθηκε κατά 20 χην άσκηση του επαγγέλματος του. Ερωτάται, συναφώς, αν είναι δυνατό να στηριχθεί κατηγορία για πειθαρχικό παράπτωμα όχι στο άρθρο 4
(1)του Νόμου, αλλά στους ίδιους τους Κανονισμούς περί Δεοντολογίας και μόνο. 25 Χρειάζεται κάποια αναδρομή για να προσεγγιστεί το ζήτημα στην ορθή του διάσταση. Μεβάσητο άρθρο 15
(1), του περί Εγγραφής Οδοντιάτρων Νόμου Κεφ. 249, η καταδίκη εγγεγραμμένου οδοντιάτρου για αδίκημα, που κατά τη γνώμη του Ιατρικού Συμβουλίου ενείχε ηθική 30 αισχρότητα, ήτο εύρηματου ίδιου Συμβουλίου, μετάαπό δέουσα έρευνα, ότι ήταν ένοχος ατιμωτικής η επονείδιστης διαγωγής, από οποιαδήποτε επαγγελματική άποψη (in any profession respect), ή ότι είχε πετύχει την εγγραφή του ως οδοντίατρος με ψευδείς ή δόλιες 35 παραστάσεις, επέσυρε την πειθαρχική κύρωση της διαγραφής από το μητρώο ή της αναστολής άσκησης του επαγγέλματοςτου. Το άρθρο 4
(1)του Νόμου 29/68 που ακολούθησε, 40 εμφανίζεται ταυτόσημο ως προς τον προσδιορισμό της διαγωγής που επέσυρε τις διευρυμένες πια πειθαρχικές κυρώσεις, που αναφέρονται σ' αυτό. Επισημαίνω μόνο την αναφορά του σε ατιμωτική ή επονείδιστη διαγωγή ή 2395 Κων/νίδης,Δ. Λαουτάρης ν.Πειθαρχ. Συμβ.Οδοντιάτρων
(1992)διαγωγή ασυμβίβαστη προς το οδοντιατρικό επάγγελμα, που θα μπορούσε ίσως να θεωρηθεί ότι αποσκοπούσε στο να αποδώσει, στα ελληνικά, το νόημα του αντίστοιχου μέρους του άρθρου 15
(1)του Κεφ. 249. Το άρθρο 13
(1)(β) του Νόμου 29/68, παρέχει στο Συμβούλιο του Οδοντιατρικού Σώματος, μεταξύ άλλων, την εξουσία για τη ρύθμιση με κανονισμούς, "την αφορώσαν εις την άσκησιν του οδοντιατρικού επαγγέλματος δεοντολογίαν". Το άρθρο 13
(4)του Νόμου 10 29/68προβλέπει πως 5 "πας οδοντίατρος, όστις παραβαίνει ή δεν τηρεί Κανονισμούς εκδοθέντας συμφώνως τω παρόντι άρθρω, θεωρείται ένοχος ασυμβιβάστου προς το 15 ιατρικόν επάγγελμαδιαγωγής." Το Συμβούλιο εξέδωσε τους περί Δεοντολογίας Κανονισμούς, που δημοσιεύτηκαν στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας της 30ής Ιανουαρίου 1970 20 (Ε.Ε. Παρ. III, Αρ. 774). Ο Νόμος 18/88 κατάργησε τις πειθαρχικές διατάξεις του Νόμου 29/68. Μας ενδιαφέρει το νέο άρθρο 4
(1)του Νόμου 18/88, που είναι και το ισχύον. Προβλέπει ταακόλουθα: 25 "Οδοντίατρος υπόκειται εις πειθαρχικήν δίωξιν: (α) εάν καταδικασθή υπό Δικαστηρίου δι' αδίκημα ενέχον έλλειψιντιμιότητος ή ηθικήαισχρότητα(β)εάν επέδειξε κατά την άσκησιν του επαγγέλματος του διαγωγήν επονείδιστον ή ασυμβίβαστον προς το οδοντιατρικόν επάγγελμα(γ) εάν επέτυχε την εγγραφήν του ως Οδοντιάτρου, 35 δυνάμει του περί Εγγραφής Οδοντιάτρων Νόμου, διά ψευδών ή δολίων παραστάσεων." Ηκαταγγελθείσα διαγωγή του αιτητήήτανηακόλουθη: Την 10η Ιουλίου 1991, κατά τη διάρκεια διαδικασίας 40 ενώπιον του Πειθαρχικού Συμβουλίου, σε σχέση με πειθαρχικά παραπτώματα που του καταλογίζονταν, 2396 4Α.Α.Δ. Δαουτάρηςν.Πειθαρχ.Συμβ.Οδοντιάτρων Κων/νίδης, Δ. εγκατέλειψε την αίθουσα όταν το Πειθαρχικό Συμβούλιο αρνήθηκε να του επιτρέψει να προβάλει προδικαστικές ενστάσεις πριν από την απαγγελία των κατηγοριών. Διεξάχθηκε έρευνα από ερευνώντα λειτουργό που 5 διορίστηκε και η υπόθεση ακούστηκε την 8η Απριλίου 1992 στην απουσία του αιτητή,για λόγους στους οποίους δεν είναι ανάγκηνααναφερθώ.ΤοΠειθαρχικό Συμβούλιο βρήκε ότι ηπιο πάνωενέργεια του αιτητήστοιχειοθετούσε ταπιο κάτωπειθαρχικάπαραπτώματα: 10 (α) Συμπεριφορά ανάξια προς το ψηλό λειτούργημα του οποίου ο αιτητής ήταν θεματοφύλακας κατά παράβαση του Κανονισμού 1(α). Ο Κανονισμός 1(α) προβλέπει ταακόλουθα: 15 "Έκαστος Οδοντίατρος ασκών το έργον αυτού, συμφώνως προς τους κείμενους Νόμους και εν τω πνεύματι των ηθών και εθίμων της σύγχρονου Κυπριακής κοινωνίας, δέον όπως, κατά την 'άσκησιν 20 του επαγγέλματος του, αποφεύγη πάσαν πράξιν ή παράλειψιν, δυναμένην να παραβλάψη την τιμήν και αξιοπρέπειαν του κοινού προς αυτό,. εν γένει δε, οφείλει να αποτελή υπόδειγμα εντίμου και ανεπιλήπτου ατόμου καθ' όλας τας εκδηλώσεις του 25 ιδιωτικού και δημοσίου αυτού βίου, και να συμπεριφέρηται κατάτρόπον αντάξιονπροςτο υψηλόν λειτούργημα του οποίου είναι θεματοφύλαξ'". (β) Συμπεριφορά κατά τρόπο ο οποίος έπληξε την 30 ατομική τιμή και αξιοπρέπεια του αιτητή, όπως και την τιμή και αξιοπρέπεια του Οδοντιατρικού Σώματος, κατά παράβασητου Κανονισμού 1(δ). 35 40 Ο Κανονισμός 1(δ)προβλέπει ταακόλουθα. "Διάτης συμπεριφοράς,της εμφανίσεως, των λόγων, των έργων καιτουυποδειγματικούτρόπουζωήςαυτού, οφείλει να επισύρη τον σεβασμόν προς την ατομικήν τιμήν και αξιοπρέπειαν αυτού, την τιμήν και αξιοπρέπειαν του οδοντιατρικού σώματος και της ιατρικής ενγένει,ηςτυγχάνει λειτουργός." (γ) Προσβολή και περιφρόνηση προς το Πειθαρχικό 2397 Κων/νίδης,Δ. Δαουτάρηςν.Πειθαρχ.Συμβ. Οδοντιάτρων
(1992)Συμβούλιο των Οδοντιάτρων, τον Πρόεδρο και τα μέλη του, κατά παράβαση του Κανονισμού 20(a). Ο Κανονισμός 20(a) προβλέπει ταακόλουθα: "Ο Οδοντίατρος οφείλει να διατηρή μετά των 5 συναδέλφων αυτού σχέσεις αβρότητος και μετριοφροσύνης." (δ) Επίδειξη επονείδιστης συμπεριφοράς παράβασητουάρθρου4
(1)(β) τουΝόμου 18/88. κατά ^ Κρίνω ότι η πιο πάνω προσέγγιση του Πειθαρχικού Συμβουλίου και η αντίληψη του Νόμου και των Κανονισμών, που υποδηλώνει, είναι λανθασμένη. Σύμφωνα με το Νόμο 29/68, με βάση τον οποίο 15 θεσπίστηκαν οι Κανονισμοί, η διαπίστωση διαγωγής, μεταξύ άλλων, ασυμβίβαστης προς το ιατρικό επάγγελμα επέσυρε, χωρίς άλλο, πειθαρχικές κυρώσεις. Οι Κανονισμοί που εκδόθηκαντο 1970 δεναποσκοπούσαν στο να δημιουργήσουν ξεχωριστές περιπτώσεις πειθαρχικών 20 παραπτωμάτων, σε σχέση με τις οποίες θα μπορούσε να ασκηθεί πειθαρχική δίωξη, ανεξάρτητα από το άρθρο 4
(1)τουΝόμου29/68.Σύμφωναμετοάρθρο 13
(4)του Νόμου, η παράβαση κάποιου από τους Κανονισμούς θεωρείται ότι αποτελεί διαγωγήασυμβίβαστη προς το ιατρικόεπάγγελμα, 25 όρος που πρέπει να εκλάβουμε ότι καλύπτει και το οδοντιατρικό επάγγελμα. Επομένως, ηδιαπίστωση τέτοιας παράβασης θα επέσυρε κυρώσεις κατά το άρθρο 4
(1)του Νόμου 29/68, αφού το άρθρο εκείνο θεωρούσε αρκετή την επίδειξη διαγωγής ασυμβίβαστης προς το οδοντιατρικό 30 επάγγελμα, για τη στοιχειοθέτηση πειθαρχικού παραπτώματος. Είναι φανερόν πως δεναρκεί πιαηδιαπίστωση τέτοιας διαγωγής. Απαιτείται επιπρόσθετα να φανεί ότι αυτή η 35 διαγωγή επιδείχθηκε κατά την άσκηση του επαγγέλματος. Θαμπορούσε, βέβαια,ναυποστηριχτεί ότι αυτόπροέκυπτε και απότις πρόνοιες του Νόμου29/68.Το Συμβούλιο του Οδοντιατρικού Σώματος, σύμφωνα με το άρθρο 13(β) του Νόμου29/68,είχεεξουσία ναρυθμίζει μεΚανονισμούς την 40 αφορώσα στην άσκηση του οδοντιατρικού επαγγέλματος δεοντολογία. Όμως, η εξέτασητου αν οι Κανονισμοί, στο βαθμό που δεν αναφέρονται στην άσκηση του 2398 4 Α.Α.Δ. Λαουτάρης ν.Πειθαρχ.Συμβ. Οδοντιάτρων Κων/νίδης,Δ. οδοντιατρικού επαγγέλματος, μπορούν να θεωρηθούν ότι είναι ultra vires σε σχέση με το Νόμο παρέλκει, έχοντας υπόψη τη ρητή πια διάταξητου άρθρου 4
(1), στην οποία έχωαναφερθεί. 5 Στην παρούσα υπόθεση, παίρνοντας για τους σκοπούς αυτής της διαδικασίας ως δεδομένο ότι πράγματι ο αιτητής εγκατέλειψε την αίθουσα συνεδρίασης του Πειθαρχικού Συμβουλίου με τον τρόπο που αναφέρθηκε 10 και ακόμαπαίρνονταςτο ως δεδομένο ότι αυτήη ενέργεια του συνιστά παράβαση των Κανονισμών περί Δεοντολογίας, για να ήταν δυνατό να θεωρηθεί ότι στοιχειοθετήθηκε διώξιμο πειθαρχικό παράπτωμα θα * έπρεπε να φανεί επιπρόσθετα πως η ενέργεια του αιτητή 15 έγινε κατά την άσκηση του επαγγέλματος του. Οι Κανονισμοί, μέσα στο όλο πλέγμα των προνοιών που διέπουν το θέμα, δεν είναι δυνατό να θεωρηθούν ως επιβάλλοντες υποχρεώσεις, η μή εκπλήρωση των οποίων συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα, χωρίς άλλο. Σε ό,τι 20 αφοράτις πειθαρχικές επιπτώσεις, δεν μπορούν παρά να έχουν τη σημασία που τους αποδίδει ο Νόμος. Ο Κανονισμός 22 προβλέπει ταακόλουθα: 25 30 "Οιαδήποτε παράβασις, καταφρόνησις ή και καταστρατήγησις των Κανόνων Δεοντολογίας, ως και των εις έτερα νομοθετήματα προνοουμένων τοιούτων, θέλει επισύρει, κατά του τοιούτου παραβάτου, αυστηρός " κυρώσεις, τοιαύτας ας το Πειθαρχικόν Συμβούλων ήθελενεπιβάλει συμφώνως τωΝόμω." Ο Κανονισμός αυτός, δεν μπορεί ούτε να προσθέσει, ούτε να αφαιρέσει ο,τιδήποτε από τις πρόνοιες του Νόμου. Δεν μπορεί να διαφοροποιήσει ή να διευρύνει το Νόμο. Κατάτο άρθρο 11του περί Ερμηνείας Νόμου Κεφ. 35 ι, μεταξύ άλλων, Κανονισμοί που εκδόθηκαν δυνάμει καταργούμενου Νόμου παραμένουν- σε ισχύ και είναι έγκυροι μέχρις ότου ακυρωθούν ήαντικατασταθούν. Αυτό όμως στο βαθμόπουδεν είναι ασυμβίβαστοι προς τις νέες νομοθετικές πρόνοιες. 40 Ο Κανονισμός 22 ήταν πλεονασματικός από την αρχή, έχοντας υπόψητις πρόνοιες του άρθρου 13
(4)στις οποίες έχω αναφερθεί. Τώρα είναι και ασυμβίβαστος προς το νέο 2399 Κων/νίδης,Δ. Δσουτόρηςν.Πειθαρχ. Συμβ. Οδοντιάτρων
(1992)άρθρο 4
(1)του Νόμου 18/88 που πήρε τη θέσητων αντίστοιχων προνοιών του Νόμου 29/68 που καταργήθηκαν. Κατά τον Κανονισμό η παράβασηκαι μόνο κάποιου από τους προηγούμενους κανονισμούς επισύρει κυρώσεις και μάλιστα, όπως αναφέρεται, 5 αυστηρές, ενώ κατάτον ισχύοντα νόμο αυτόδεν είναι πια αρκετό,γιατους λόγους που εξήγησα. Θα παρακάμψω το γεγονός ότι, αντίθετα από όσα προκύπτουν απότιςπρόνοιες του Νόμου,τοΠειθαρχικό 10 Συμβούλιο θεώρησε την αναφερθείσα ενέργεια του αιτητή ως επονείδιστη διαγωγή, που δενείναι ο χαρακτηρισμός που υιοθετεί το άρθρο 13
(4).Δεν θα επεκταθώακόμα στο γεγονός ότι, όπως προκύπτει απότην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, λήφθηκε υπόψη, κατά την 15 κρίσηως προς την ενοχήτου αιτητή,ηστάσητου μετάτην ισχυρισθείσα εγκατάλειψη τηςαίθουσας καιιδιαίτερα η αναφερθείσα ως συμπεριφορά του κατάτηδιαδικασίατης διερεύνησης τουθέματος, από τονερευνώντα λειτουργό πουορίστηκε. 20 Εφόσο θεωρηθεί ότι ηενέργεια που καταλογίζεται στον αιτητήδεν έγινεκατάτηνάσκηση του επαγγέλματος του,η προσβαλλόμενη απόφασηθαπρέπειναακυρωθεί. 25 Εισηγήθηκε ο δικηγόρος των καθ'ωνηαίτηση πωςμε τον όρο "άσκηση του επαγγέλματος" δεν πρέπει να εννοείται μόνο η προσφορά οδοντιατρικών υπηρεσιών. Με παρέπεμψε σχετικά στην αγγλική υπόθεση Allinson ν. General Medical Council (1891 -1894) All E.R. Rep. 768. 30 στην οποία αποφασίστηκε ότι η δημοσίευση ανακοινώσεων, με τις οποίες προσάπτονταν σοβαρές κατηγορίες εναντίον συναδέλφων του πειθαρχικά διωκόμενου γιατρού και διαφημίζονταν οι ικανότητες του, ενέπιπτε στις πρόνοιες του άρθρου 29 του Medical 35 Act του 1858. Αντί να παραθέσω το άρθρο εκείνο περιορίζομαι στο ναεπισημάνω την ομοιότητα του με το άρθρο 15
(1)του Κεφ. 249 και ακόματου άρθρου4
(1)του Νόμου29/68,στα οποίαέχω αναφερθεί.Σεκανένααπό τα πιο πάνω νομοθετήματα δενήταν ξεχωριστό συστατικό 40 του πειθαρχικού παραπτώματος, ρητά προσδιορισμένο, η επίδειξη της προβλεπόμενης συμπεριφοράς κατά την άσκησητου επαγγέλματος. Επομένως,ηυπόθεση Allinson 2400 4Δ.Α.Δ. Δαουτάρηςν.Πειθαρχ.Συμβ.Οδοντιάτρων Κων/νίδης, Δ. διακρίνεται και αυτό ανεξάρτητα από το αν δημοσιεύματα, όπως εκείνα που εξετάστηκαν εκεί, θα μπορούσαν ενδεχομένως να θεωρηθούν ως διαγωγή κατά τηνάσκηση του επαγγέλματος. 5 Στην παρούσα υπόθεση, η ενέργεια, σε σχέση με την οποία βρέθηκε ένοχος και τιμωρήθηκε ο αιτητής, είναι εντελώς ασύνδετη με ό,τι θα μπορούσε να συσχετισθεί προς την άσκηση του επαγγέλματος του οδοντιάτρου, με 10 όση ευρύτητα και αν ερμηνευόταν αυτός ο όρος, και επομένως κρίνω πως δεν ήταν διαγωγή που επιδείχθηκε κατάτην άσκησητου επαγγέλματος του. Ο δικηγόρος των Καθ' ων η αίτηση επικαλέστηκε 15 νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας (βλ. Πορίσματα Νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας 1929 - 1959 σελ. 367), σύμφωνα με την οποία αποτελεί πειθαρχικό αδίκημα κάθε παράβαση των γενικών ή ιδιαίτερων καθηκόντων του υπαλλήλου που του 20 επιβάλλονται από το Νόμο. Εισηγήθηκε συναφώς ότι, ακριβώς ήταν καθήκον του αιτητή, κατά το Νόμο, να εμφανιστεί και να συνεχίσει να είναι παρών στη πειθαρχική διαδικασία. 25 Δε νομίζω ότι διαφοροποιείται η κατάσταση, ενόψει του ότι το ζητούμενο είναι αν η κρινόμενη διαγωγή εκδηλώθηκε κατά την άσκηση του επαγγέλματος του αιτητή. Εν πάσηπεριπτώσει, δενομίζω ότι ημήπαρουσία ενώπιον του Πειθαρχικού Συμβουλίου μπορεί να 30 θεωρηθεί ως παράβασηκαθήκοντος κατά το Νόμο, με την έννοια που προσεγγίζει το ζήτημα ο δικηγόρος των καθ' ων η αίτηση. Το άρθρο 5Α
(1)του Νόμου παρέχει στο Πειθαρχικό Συμβούλιο την εξουσία έκδοσης κλήσης προς τον καταγγελόμενο. Οτύπος της κλήσης, που παρατίθεται 35 σε πίνακα του Νόμου, περιέχει παράγραφο σύμφωνα με την οποία αν ο καταγγελθείς παραλείψει να εμφανιστεί, το Πειθαρχικό Συμβούλιο μπορεί είτε να απαιτήσει την προσωπική προσέλευση του είτε να "χωρήσει εις την ακρόασιν τηςυποθέσεως εις την απουσίαντου".Σύμφωνα 40 με το άρθρο 5Α
(3), το Πειθαρχικό Συμβούλιο μπορεί να απαιτεί την προσέλευση του καταγγελθέντα "ως εις συνοπτικώς διεξαγομένας δίκας". Η δυνατότητα προσαγωγής του καταγγελόμενου, ώστε να παρευρίσκεται 2401 Κων/νίδης,Α. Λαουτάρης ν. Πειθαρχ.Συμβ.Οδοντιάτρων
(1992)στην πειθαρχική διαδικασία, δεν σημαίνει και ότι η μή παρουσία του, κατά ανταπόκριση προς την αρχική κλήση, συνιστά κάποιας μορφής παράβαση του Νόμου, με την έννοια που προσδίδει στον όρο ο δικηγόρος των Καθ' ων η αίτηση. Εν πάση περιπτώσει, στην παρούσα υπόθεση το 5 Πειθαρχικό Συμβούλιο δεν είχε απαιτήσει την παρουσία του αιτητή ούτε προέβη σε οποιαδήποτε ενέργεια προς αυτή την κατεύθυνση. Προχώρησε στην εκδίκαση της πειθαρχικής υπόθεσης που εκκρεμούσε εναντίον του στην απουσία του, τον βρήκε ένοχο και του επέβαλε την ποινή 10 της αναστολής άσκησης του επαγγέλματος του για περίοδο τριών εβδομάδων, από την από την 1η μέχρι την 21η Μαρτίου 1992. Όπως έχει αναφερθεί, κατά του κύρους της απόφασηςαυτής εκκρεμείάλληπροσφυγή. Καταλήγω ότι το Πειθαρχικό Συμβούλιο πλανήθηκε ως προς το Νόμο και ότι ηαπόφασητου θα πρέπει, γι' αυτό το λόγο, να ακυρωθεί. Η προσφυγή πετυχαίνει και η προσβαλλόμενη απόφασηακυρώνεται. Καμιά διαταγήγια έξοδα. Η προσφυγή επιτυγχάνει χωρίς έξοδα. 2402 2 0

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.