← Κύπρος

clr/1992/1992_4_2582.pdf

(1992)17 Ιουλίου, 1992 [ΑΡΤΕΜΗΣ, Δ/στής] ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕΤΟΑΡΘΡΟ 146ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΝΙΚΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΣ, Αιτητές, ν. ΑΡΧΗΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΚΥΠΡΟΥ, Καθ' ης η αίτηση. (Υποθέσεις Αρ. 716/91 & 881/91). Διοικητική Πράξη — Ανάκληση — Ανάκληση διοικητικής μετά από ακυρωτική απόφαση — Ενέργεια. πράξης Διοικητική Πράξη — Ανάκληση — Συνέπειες — Με την ακύροχτη τελικής διοικητικής πράξης συμπαρασύρονται σε ακυρότητα και οι προπαρασκευαστικές. * Οργανισμοί Δημοσίου Δικαίου — Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου — Προαγωγές — Οι εμπιστευτικές εκθέσεις δεν αποτελούν εκτελεστή πράξη — Ελέγχονται όμως ακυρωτικά παρεμπιπτόντως και 10 μπορούν να επιφέρουν ακυρότητα της τελικής πράξης. Προσφυγή βάσει του Άρθρου 146 του Συντάγματος — Λόγοι ακυρώσεως — Προκατάληψη] Προϊστάμενου — Πρέπει να αποδειχθεί με πραγματικά στοιχεία και ικανοποιητική βεβαιότητα — Νομολογιακά πορίσματα. " Οργανισμοί Δημοσίου Δικαίου — Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου — Προαγωγές — Επαφίεται στην κρίση της διορίζουσας αρχής τόσον η ερμηνεία των σχεδίων υπηρεσίας, όσον και η εκτίμηση περί 2 0 κατοχής των προσόντων από συγκεκριμένο υποψήφιο — Επέμβαση του Δικαστηρίου μόνο αν κρίνει ότι η απόφαση της Αρχής δεν ήταν λογική υπό τις περιστάσεις. Με τις συναφείς προσφυγές οι αιτητές προσέβαλαν την £ '-' προαγωγή ενδιαφερομένων μερών στη θέση Προϊσταμένου Υπηρεσίας Β'/Εκμεταλλεύσεως Χειριστού Προσωπικοί). Τα 2582 4ΑΑ.Δ. Δημητριάδηςκ.α.ν.ΑΤΗΚ ενδιαφερόμενα μέρη προάγονταν για δεύτερη φορά στην επίδικη θέση, αφού οι αρχικές προαγωγές ανακλήθηκαν για να συμμορφωθεί καιηΑρχήΤηλεπικοινωνιών με την κήρυξη,απότο Ανώτατο Δικαστήριο, ως αντισυνταγματικού του Ν.149/88. 5 Το Ανώτατο Δικαστήριο, απορρίπτοντας τις προσφυγές, αποφάσισε ότι: *0 15 20 25 30 35 40 1. Είναι νομολογιακή αρχή ότι η ανάκληση πράξης που εκδίδεται μετά από ακυρωτική απόφαση εξαλείφει ex tunc την προσβαλλόμενη πράξη ή απόφαση και επαναφέρει τα πράγματα στο καθεστώς, πραγματικόκαινομικό, που ίσχυε κατάτο χρόνο της διοικητικής πράξηςπουακυρώθηκε. 2.Σύμφωναμετον Κανονισμό 10
(5)των Περί Προσωπικούτης Αρχής Τηλεπικοινωνιών Κύπρου Γενικών Κανονισμών "προ πάσης προαγωγής η Αρχή ζητεί την συμβουλήν του Συμβουλίου Προσωπικού και τις εισηγήσεις του Γενικού Διευθυντού ή του αναπληρωτού του". Έτσι η Αρχή δεσμευόταν να εφαρμόσει το ισχύον Δίκαιο αναφορικά με τη διαδικασία των προαγωγών, εφόσον η προγενέστερη διαδικασία ενώπιον της ακυρώθηκε ως πάσχουσα. Η Αρχή, η οποία αρχικά ζήτησε την έναρξη διαδικασίας πλήρωσης των θέσεων, ήταν κακά συγκροτημένη και η σύνθεση της είχε κηρυχθεί αντισυνταγματική και το γεγονός τούτο επέφερε και την εξαφάνιση όλων των άλλων προπαρασκευαστικών πράξεων που ακολουθούσαν. Οι προηγούμενες πράξεις ήσαν προπαρασκευαστικές και όχι εκτελεστές διοικητικές πράξεις, οι οποίες, με την ακύρωση εξ υπ' αρχής της τελικής διοικητικής πράξης της προαγωγής, συμπαρασύρθηκαν και κατέστησαν άκυρες. Ως εκ τούτου, η διαδικασίαπου ακολούθησε η Αρχή, κατάτην επανεξέταση των προαγωγών, ήταν η ορθή και δεν παραβίασε τις αρχές που διέπουν την ανάκληση διοικητικών πράξεων. 3. Η προσωπική γνώμη του Διευθυντή, που εκφράζεται στην εισήγηση του, συνάδει απόλυτα με την αξιολόγηση του Συμβουλίου Προσωπικού, που είχε γίνει μετά από προσεκτική μελέτη του περιεχομένου των προσωπικών φακέλων των υποψηφίων. Εφόσον η γνώμη του Διευθυντή είναι σύμφωνη μετην πιοπάνωαξιολόγηση, δενχρειαζόταν οποιαδήποτε περαιτέρω αιτιολόγηση, για την έκφραση της γνώμης αυτής, από το Γενικό Διευθυντή. Η αιτιολογία 2583 Δημητριάδηςκ.α.ν.ΑΤΗΚ
(1992)προκύπτει σαφώςαπότουςπροσωπικούςφακέλουςκαιτην αξιολόγηση που είχε κάμει το Συμβούλιο Προσωπικού, καθώς και απότηντελευταία παράγραφο της εισήγησης του Διευθυντή. 5
  1. Οι ετήσιες εμπιστευτικές εκθέσεις είναι ένα στοιχείο κρίσης, που προβλέπεται από το Νόμο, αλλά που δεν αποτελεί πράξη εκτελεστή και δεν μπορεί να προσβληθεί απευθείας. Επιδέχονται όμως ελέγχου, παρεμπιπτόντως,σε συνδυασμό με άλλες πράξεις και η εξακρίβωση της ακυρότητας τους 10 οδηγεί σε ακυρότητατηςτελικήςπράξης.
  2. Όπως έχει νομολογηθεί, η προκατάληψη και η έλλειψη αντικειμενικότητας έναντι υφισταμένου θα πρέπει να αποδειχθεί με πραγματικά στοιχεία και ικανοποιητική ** βεβαιότητα. Στην υπόθεση Kontemeniotis v. C.B.C. έχει λεχθεί ότι η προκατάληψη, εκ μέρους εκείνων που λαμβάνουν μέρος στηδιαδικασίαλήψης απόφασης, καθιστά την έρευνα τρωτή και ότι η ύπαρξη τεταμένων σχέσεων μεταξύ ανώτερου και υφιστάμενου,που προκύπτει από τις ^0 σχέσεις τους στην εργασία και την γνώμη που μπορεί να έχει ο προϊστάμενος για τον υφιστάμενο, δεν μπορεί ποτέ αφ' εαυτούνααποτελέσει προκατάληψη. Ο αιτητής,ο οποίος απέτυχε να φέρει οποιαδήποτε μαρτυρία, 25 ενώ είχε επιφυλαχθεί να πράξει τούτο, δεν έχει ικανοποιήσει με την αναγκαίαβεβαιότητα για την ύπαρξη προκατάληψηςεναντίοντου.
  3. Υπήρχε η ευχέρεια να επιλέξει η Αρχή το ενδιαφερόμενο ^0 μέρος και δεν έχει καταδειχθεί έκδηλη υπεροχή υπέρ του αιτητή,γιαναεπέμβωστηνκρίσητης Αρχής.
  4. Είναι νομολογημένο πως επαφίεται στην κρίση της διορίζουσας Αρχής τόσον η ερμηνεία των σχεδίων 35 υπηρεσίας, όσον και η εκτίμηση του κατά πόσο συγκεκριμένος υποψήφιος κατέχει τα προσόντα και το Δικαστήριο μπορεί μόνο να επέμβει αν κρίνει ότι η απόφαση της Αρχής δεν ήταν λογική υπό τις περιστάσεις. Στην παρούσα περίπτωση, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι κάτι 40 τέτοιο έχει συμβεί. Οιπροσφυγές απορρίπτονται μεέξοδα. 2584 4ΑΛΛ. Δημητριάδηςκ.α.ν.ΑΤΗΚ Αναφερόμενες υποθέσεις: Ρ.1.Κ, &Άλλοι ν.Καραγιώργηκαι 'Αλλων
(1991)3ΑΛΛ. 159· 5 Δημοκρατία και Άλλοι ν. Στυλιανού και Αλλου
(1990)3 ΑΛΛ. 2427Παπαδόπουλοςν. Δημοκρατίας
(1989)3(B)ΑΛΛ. 973- 1° Χ ρ ι σ τ ο ί ν. Δημοκρατίας
(1989)3(Δ)ΑΛΛ. 2245Δημοκρατία ν.Πιτσιλλίδη και Αλλων
(1990)3ΑΛΛ. 4330· Republic v.Safirides
(1985)3C.L.R. 163Georghiades v. Republic
(1982)3C.L.R. 16Ioannou v.A.H.K.
(1981)3C.LR. 280 20 MichaeloudesandAnotherv.Republic
(1979)3C.L.R.56Christou v.Republic
(1980)3C.L.R. 437Kontemeniotis v.C.B.C.
(1982)3C.LR. 1027Σταύρου & Άλλος v. Δημοκρατίας
(1991)4(A)ΑΛΛ.
  1. Προσφυγές. 30 35 Προσφυγές που προσβάλλουν την προαγωγή των ενδιαφερομένων μερών στη θέση Προϊσταμένου Υπηρεσίας Β'/Εκμεταλλεύσεως Χειριστού Προσωπικού από31.12.
  2. Λ.Σ. Αγγελίδης,γιατουςαιτητές Κ. Χαχζηϊωάννον, γιατουςκαθ'ωνηαίτηση. 4 0 Χριστοδονλον,για το ενδιαφερόμενο μέρος 1 στην υπόθεση 881/
  3. Cur. adv. vult. ΑΡΤΕΜΗΣ Δ.: Ανάγνωσε την ακόλουθηαπόφαση. Οι 45 προσφυγές αυτές συνεκδικάστηκαν, γιατί στρέφονται 2585 Αρτεμης,Α. Δημητριάδης κ.α.ν.ΑΤΗΚ
(1992)εναντίον της ίδιας διοικητικής πράξης και έχουν κοινά νομικά και πραγματικάσημεία. Στηνπροσφυγή 716/91ο αιτητής προσβάλλει την προαγωγή του ενδιαφερόμενου μέρους Άριστου Ενωτιάδη στη θέση Προϊσταμένου Υπηρεσίας Β'/Εκμεταλλεύσεως Χειριστού Προσωπικού, 5 από 31 Δεκεμβρίου 1990, που γνωστοποιήθηκε στο προσωπικό της Αρχής στις 17.7.91 και ο αιτητής στην προσφυγή 881/91 προσβάλλει την προαγωγή των ενδιαφερομένων μερών Ανδρέα Λουκά και Άριστου Ενωτιάδη στην ίδια θέση και πάλιν,από 31 Δεκεμβρίου 10 1990, που γνωστοποιήθηκε στις 17.7.91. Οι δύο αυτές θέσεις κενώθηκαν μετά από την ανάκληση, από την πλευρά της Αρχής, προηγούμενων προαγωγών, που αφορούσαν τα ίδια ενδιαφερόμενα μέρη, για να συμμορφωθεί η Αρχή με αποφάσεις του Ανωτάτου 15 Δικαστηρίου που κήρυξαν το Νόμο 149/88, για τη συγκρότηση των Συμβουλίων των Ημικρατικών Οργανισμών, αντισυνταγματικό και τις πράξεις που εκδόθηκαν δυνάμει αυτούάκυρες (PJ.K. ν. Καραγιώργη και Άλλοι,Α.Ε.αρ. 1163, 1178και 1179,ημερ.14.2.91). 20 Ακολούθως, η Αρχή κάλεσε τοΣυμβούλιοΠροσωπικού να δώσει και πάλιν τη συμβουλή του στην Αρχήγιατην πλήρωση των θέσεων. Αφού τούτο έγινε καιδόθηκαν και οι απόψεις του Γενικού Διευθυντή,ηΑρχή, λαμβάνοντας 25 υπόψη την αξιολόγηση των υποψηφίων από το Συμβούλιο, κατέληξε στο διορισμό και πάλιν των ενδιαφερομένωνμερώνστιςδύοκενές θέσεις. Η πρώτη εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου των 30 αιτητών είναι ότι, το Διοικητικό Συμβούλιο της Αρχής λανθασμένα ζήτησε νέα συμβουλή και εισήγηση από το Συμβούλιο Προσωπικού και το Γενικό Διευθυντή, αντίστοιχα, γιατί το μοναδικό μέρος της σύνθετης διοικητικής ενέργειας, που ακυρώθηκε ως πάσχον από 35 αντισυνταγματικότητα, ήταν η τελική απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου και μόνο τούτο έπρεπε να είχε ανακληθείκαιεπανεξετασθεί. Η επίδικη απόφαση προαγωγής εκδόθηκε, όπως 4 0 ανέφερα πιο πάνω, προς συμμόρφωση με αποφάσειςτου Ανωτάτου Δικαστηρίου. Είναι νομολογιακή αρχή ότι η νέα πράξη που εκδίδεται μετά από ακυρωτικήαπόφαση 2586 4 AAA. Δημητριάδηςκ.α. ν.ΑΤΗΚ Αρτεμης,Δ. εξαλείφει ex tunc την προσβαλλόμενη πράξη ή απόφαση και επαναφέρει τα πράγματα στο καθεστώς, πραγματικό και νομικό, που ίσχυε κατά το χρόνο της διοικητικής πράξης που ακυρώθηκε. {Δημοκρατία ν. Ανδρέα 5 Στυλιανού και Άλλων, Α.Ε. 1028, 1029 και 1034, ημερ. 10.7.90, Παπαδόπουλος v. ΕΑ.Υ., υπ' αρ. 125/86, ημερ. 25.4.89, Χριστοφή ν. ΕΑ.Υ. 343/88 ημερ. 30.9.89, Δημοκρατία ν.ΑλέκουΠιτσιλλίδηκαι Άλλων, Α.Ε. 1086 ημερ.13.12.90). 10 Σύμφωνα με τον Κανονισμό 10
(5), των Περί Προσωπικού της Αρχής Τηλεπικοινωνιών Κύπρου Γενικών Κανονισμών, "προ πάσης προαγωγής η Αρχή ζητεί την συμβουλήν του Συμβουλίου Προσωπικού και 15 τις εισηγήσεις του Γενικού Διευθυντού ή του αναπληρωτού του". Έτσι η Αρχή δεσμευόταν να εφαρμόσει το ισχύον Δίκαιο αναφορικάμε τηδιαδικασία των προαγωγών, εφόσον η προγενέστερη διαδικασία ενώπιον της ακυρώθηκε ως πάσχουσα. Η Αρχή, η οποία 20 αρχικά ζήτησε την έναρξη διαδικασίας πλήρωσης των θέσεων, ήταν κακά συγκροτημένη και η σύνθεση της είχε κηρυχθεί αντισυνταγματική και το γεγονός τούτο επέφερε, κατά την κρίση μου, και την εξαφάνιση όλων των άλλων προπαρασκευαστικών πράξεων που 25 ακολουθούσαν (Κυριακόπουλος, Ελληνικό Διοικητικό Δίκαιο Γ', 1962, σελ.152). Οι προηγούμενες πράξεις ήσαν προπαρασκευαστικές και όχι εκτελεστές διοικητικές πράξεις, οι οποίες με την ακύρωση εξ υπ' αρχής της τελικής διοικητικής πράξης της προαγωγής 30 συμπαρασύρθηκαν καικατέστησαν άκυρες. Ως εκ τούτου, βρίσκω ότι η διαδικασία που ακολούθησε η Αρχή, κατά την επανεξέταση των προαγωγών, ήταν η ορθή και δεν παραβίασε τις αρχές που διέπουν την ανάκληση διοικητικών πράξεων. Κατά συνέπεια, η εισήγηση αυτή 35 των αιτητών απορρίπτεταιωςαβάσιμη. Οι αιτητές παραπονούνται επίσης ότι, στην απόφαση της Αρχής δεν φαίνεται πουθενά ότι οι νέες προαγωγές έγιναν με βάση το πραγματικό και νομικό καθεστώς που 40 ίσχυε κατάτο χρόνο πουλήφθηκε ηακυρωθείσααπόφαση, αρχή που αναφέρεται μεταξύ άλλων στην υπόθεση Repu­ blic v. Safirides
(1985)3C.L.R. 163. Βρίσκω ότι ούτε αυτή η εισήγηση δεν ευσταθεί, καθόσο κάτι τέτοιο δεν φαίνεται 2587 Αρτεμης,Δ. Δημητριάδηςκ,ο. ν.ΑΤΗΚ
(1992)απότα ενώπιον μου στοιχεία. Αντίθετα, σταπρακτικάτου Συμβουλίου Προσωπικού, που επισυνάπτονται στην Ένστασηως τεκμ.2,φαίνεταικαθαράότι οΠρόεδρος του Συμβουλίου κ. Μόδεστου ανέφερε ότι · "η παροχή συμβουλής από το Συμβούλιο Προσωπικού προς την 5 Αρχή, γιατις δύοαυτέςκενές θέσεις, θαπρέπειναγίνει με βάση το νομικό και πραγματικό καθεστώς που επικρατούσε στις 2 Νοεμβρίου 1990, καθεστώς με βάσητο οποίο εξετάστηκε, αρχικά, η υπόθεση αυτή από το Συμβούλιο Προσωπικού". 1° Ένας άλλος λόγος προσβολής των προαγωγών των ενδιαφερομένων μερών είναι το μέρος εκείνο στην εισήγηση του Γενικού Διευθυντή που, μεταξύ άλλων, συστήνει για προαγωγή τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα με ^ βάση και την προσωπική του γνώμη. Το σχετικό κείμενο φαίνεται στο τεκμ. 3 που επισυνάπτεται στην Ένσταση καιπεριέχει ταακόλουθα: "Μεβάσηταπρακτικά τουΣυμβουλίου Προσωπικού, 20 το περιεχόμενο των προσωπικών φακέλων των υποψήφιων υπαλλήλων και την προσωπική μου γνώμη για τον καθένα απόαυτούς,θεωρώ ότι ηκατάταξητων υποψήφιων, από το Συμβούλιο Προσωπικού, είναι σωστή και δικαιολογημένη, γι'αυτό και εισηγούμαι 25 πλήρωση των δυο κενών θέσεων με προαγωγή των πιο κάτω υπαλλήλων: Α. Ανδρέας Λουκά
(1257)για τη θέση στο Κέντρο Ελέγχου Αεροπορικών Πτήσεων Β. Άριστος Ενωτιάδης
(613)για τηθέσηστοΣταθμό Λήψεως Κολοκόσιη. Κατά την άποψη μου οι δύο πιο πάνω υπερέχουν των υπόλοιπων υποψήφιων σε απόδοση, επίδοση και ικανότητες και είμαι πεπεισμένος ότι έχουν τις δυνατότητες να ανταποκριθούν με επιτυχία στα καθήκοντα της θέσεως του Προϊστάμενου Υπηρεσίας "Β" Προσωπικού Εκμεταλλεύσεως/Χειριστικού Προσωπικού." Το παράπονο των αιτητών είναι ότι, η προσωπική 2588 30 4 AAA. Δημητριάδηςκ.α.ν.ΑΤΗ Κ Αρτεμης, Δ. γνώμη του Διευθυντή είναι παντελώς άγνωστο ποιαήταν, καθώςκαιαν λήφθηκε συμπληρωματικά προς τα στοιχεία του φακέλου ήόχι. Ακολούθως, στη γραπτήτου αγόρευση ο συνήγορος τους αναφέρεταισε διάφορες αυθεντίες, που 5 υποβάλλει ως σχετικές με το υπό εξέταση θέμα. Ας σημειωθεί ότι στην αγόρευση του ο συνήγορος των αιτητών αναφέρεται σε "προσωπική γνώση" του Διευθυντή και όχι "γνώμη" για τους αιτητές. Είναι φανερόν από τα ενώπιον μου τεθέντα πρακτικά,καθώς 10 και το περιεχόμενο της εισήγησης του Γενικού Διευθυντή, ότι η προσωπική του γνώμη που εκφράζεται στην εισήγηση του, συνάδει απόλυτα με την αξιολόγηση του Συμβουλίου Προσωπικού, που είχε γίνει μετά από προσεκτική μελέτη του περιεχομένου των προσωπικών 15 φακέλων των υποψηφίων. Εφόσον η γνώμη του Διευθυντή είναι σύμφωνη με την πιό πάνω αξιολόγηση, απορρίπτω τον ισχυρισμό ότι χρειαζόταν οποιαδήποτε περαιτέρω αιτιολόγηση, για την έκφραση της γνώμης αυτής από το Γενικό Διευθυντή. Η αιτιολογία προκύπτει σαφώς από 20 τους προσωπικούς φακέλους και την αξιολόγηση που είχε κάμει το Συμβούλιο Προσωπικού, καθώς και από την τελευταία πιο πάνω παράγραφο της εισήγησης του Διευθυντή. 25 Ένα άλλο βασικό επιχείρημα του αιτητή, στην 716/91, είναι ότι η σύνταξη των εμπιστευτικών του εκθέσεων τα τελευταία χρόνια έγινε με τρόπο που πάσχει απόέλλειψη αντικειμενικότητας από τους αξιολογούντες λειτουργούς, που χρησιμοποιούσαν αλλότρια κίνητρα με σκοπό να 30 προάγουν τα συμφέροντα άλλων υπαλλήλων. Στο θέμα αυτό επισυνάπτεται και επιστολή, με την οποία ηγέρθηκε ένσταση για τις εμπιστευτικές εκθέσεις, στις οποίες πουθενά δεν φαίνεται να είχε εξετασθεί από την Αρχή. Επίσης ο αιτητής επιφυλάχθηκε, στο κατάλληλο στάδιο 35 όπως ανέφερε, να προσαγάγει αναγκαία μαρτυρία για να αποδείξει τον ισχυρισμό αυτό,γεγονός πουδεν έγινε. Όπως υπέβαλε ο ευπαίδευτος συνήγορος, οι ετήσιες εμπιστευτικές εκθέσεις είναι ένα στοιχείο κρίσης, που 40 προβλέπεται από το Νόμο,αλλά που δεν αποτελεί πράξη εκτελεστή και δεν μπορεί να προσβληθεί απευθείας. Επιδέχονται όμως ελέγχου, παρεμπιπτόντως σε συνδυασμό με άλλες πράξεις, και η εξακρίβωση της 2589 Αρτεμης,Δ. Δημητριάδηςκ.α.ν.ΑΤΗΚ
(1992)ακυρότηταςτους οδηγεί σε ακυρότητατηςτελικής πράξης. (Georgbiades v. Republic
(1982)3C.L.R. 16, Ioannou v. Α.Η.Κ.
(1981)3 C.L.R.280 και Michaeloudes and Ano­ ther v.Republic
(1979)3C.L.R. 56). Όπως έχει νομολογηθεί, ηπροκατάληψη και ηέλλειψη αντικειμενικότητας έναντι υφισταμένου θα πρέπει να αποδειχθεί με πραγματικά στοιχεία και ικανοποιητική βεβαιότητα (Christou v. Republic
(1980)3 C.L.R. 437). Επίσης στην υπόθεση Kontemeniotis v. C.B.C.
(1982)3 10 C.L.R. 1027 έχει λεχθεί ότι η προκατάληψη εκ μέρους εκείνων που λαμβάνουν μέρος στη διαδικασία λήψης απόφασης καθιστά την έρευνα τρωτή και ότι η ύπαρξη τεταμένων σχέσεων μεταξύ ανώτερου και υφιστάμενου, που προκύπτει απότις σχέσεις τους στην εργασία και την 15 γνώμη που μπορεί να έχει ο προϊστάμενος για τον υφιστάμενο, δεν μπορεί ποτέ αφ' εαυτού να αποτελέσει προκατάληψη. Παραθέτω επίσης απόσπασμα από τις 20 συνεκδικασθείσες προσφυγές 739/87και 814/87,Σταύρου ν.Δημοκρατία, πρωτόδικηαπόφαση τουκ.Πική,Δ., ημερ. 25.1.91απότησελ.6: "Η εμπιστευτική έκθεση αποτελεί σημαντικό δείκτη 25 της αξίας υποψηφίων για προαγωγή στη Δημόσια Υπηρεσία. Η ύπαρξη στοιχείων ή λόγων, που τείνουν να αποδυναμώσουν τα αντικειμενικά συμπεράσματα από το περιεχόμενο της (έκθεσης), ανάγεται στην εκτίμηση της Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας. Στο ίδιο 30 πεδίο εντάσσονται και λόγοι που τείνουν να καταδείξουν την ύπαρξη αλλότριων κινήτρων στην ετοιμασία της έκθεσης από τους αρμόδιους λειτουργούς. . . . η εκτίμηση της ορθότητας των ισχυρισμών . . . και οι επιπτώσεις τους . . . στις διεκδικήσεις . . . για προαγωγή ανάγονται αποκλειστικά στη διακριτική 40 ευχέρια του διορίζοντος σώματος. Η εκτίμηση τους από το Δικαστήριο θα συνιστούσε παρεμβολή της δικαστικής εξουσίας στο διοικητικό έργο πουδεν είναι 2590 4AAA 5 Δημητριάδηςκ.α.ν.ΑΤΗΚ Αρτεμης, Δ. επιτρεπτή.Η αποκλειστική αρμοδιότητατηςΕπιτροπής στον προσδιορισμό των ουσιωδών γεγονότων, που άπτονται της άσκησης των εξουσιών της, τονίστηκε, από την Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην Ζαβρός ν.Δημοκρατίας, αρ. 779/87, ημερ.26.1.89". Στην παρούσα υπόθεση, εκτός της επιστολής του αιτητή, στην οποία εγείρεται η ένσταση του για την ορθότητα της βαθμολογίας του, επεσυνάφθη στην 10 απαντητικήαγόρευση του συνηγόρου του και χειρόγραφο σημείωμα του κρίνοντα προϊσταμένου του, το οποίο του δόθηκε για χρήση σε συνάρτηση με άλλη προσφυγή, στο οποίο αναφέρεταιότι ο προϊστάμενος του κρίνοντα, που είναι το πρόσωπο για το οποίο παραπονείται ο αιτητής 15 ότι ήτανπροκατειλημμένο εναντίον του,ήτανπαρώνόταν συντάσσονταν οι εμπιστευτικές εκθέσεις του αιτητή και, ως εκ τούτου, δεν ήταν ελεύθερος να αξιολογήσει τον υπάλληλο όπως ο ίδιος ήθελε (ίδε Παράρτημα Ψ). Ας σημειωθεί ότι τα στοιχεία της ένστασης του αιτητή 20 βρίσκονταν στον προσωπικό του φάκελο και ήταν ενώπιον της Αρχής, αποτελώντας έτσι ένα από τα στοιχεία, που πρέπει να ελήφθη υπόψη στη λήψη της επίδικης απόφασης (δέστε Soteriadou v.Republic
(1985)3 C.L.R. 300). Επίσης, όπως προκύπτει από τον 25 προσωπικό φάκελο του αιτητή φαίνεται ότι ο προϊστάμενος του, για του οποίου την προκατάληψη παραπονείται ο αιτητής, πάντοτε τον σύστηνε για προαγωγή.Επιπρόσθετα,απότονπροσωπικό τουφάκελο, φαίνεται ότι η ένσταση του είχε αποτελέσει αντικείμενο 30 συζήτησης από το Συμβούλιο Προσωπικού (Κόκκινο 130). Έτσι,απόταενώπιον μου στοιχεία και εφαρμόζοντας τις πιό πάνω νομικές αρχές, βρίσκω ότι ο αιτητής, ο οποίος όπως ανέφερα και προηγουμένως απέτυχε να φέρει οποιαδήποτε μαρτυρία, ενώ είχε επιφυλαχθεί να πράξει 35 τούτο, δεν με έχει ικανοποιήσει με την αναγκαία βεβαιότηταγιατηνύπαρξηπροκατάληψηςεναντίοντου. Τέλος, αναφορικά με την αξία του αιτητή και του ενδιαφερόμενου μέρους, όσο και την αρχαιότητα τους, 40 αφού εξέτασα με προσοχή τα στοιχεία του καθενός από τους προσωπικούς τους φακέλους, βρίσκω ότι υπήρχε η ευχέρεια να επιλέξει η Αρχήτο ενδιαφερόμενο μέρος και δεν έχει καταδειχθεί έκδηλη υπεροχή υπέρ του αιτητήγια 2591 Αρτεμης,Α. Δημητριάδηςκ,α.ν.ΑΤΗΚ
(1992)ναεπέμβωστηνκρίσητηςΑρχής. Ωςσυνέπειατωνπιόπάνωηπροσφυγήτουαιτητή στην 716/91 πρέπεινα απορριφθεί. Αναφορικά με την προσφυγή του αιτητή στην 881/91, όπουοι λόγοι είναι οι ίδιοι, ισχύουν ταόσαανέφεραπιό πάνω. Επιπρόσθετα, ο αιτητής παραπονείται ότι κακώς θεωρήθηκε ως μη προσοντούχος και ότι δεν πληροί τα σχέδια υπηρεσίας για τη θέση στην οποία προήχθη το ενδιαφερόμενομέροςυπ'αρ.1. Οισχετικοί κανονισμοίκαι τα σχέδια υπηρεσίας'φαίνονται στις σελ.7και8τουτεκμ. 2 και τα προσόντα ενός εκάστου ήταν ενώπιον της 15 Επιτροπής στους προσωπικούς τους φακέλλους. (Ίδε επίσης και συνημμένα στα πρακτικά του Συμβουλίου Προσωπικού με αρ. 34/92 3 και 4). Είναι νομολογημένο πως, επαφίεταιστην κρίση της διορίζουσας Αρχής τόσον η ερμηνεία των σχεδίων υπηρεσίας,όσον και η εκτίμηση 20 του κατά πόσο συγκεκριμένος υποψήφιος κατέχει τα προσόντα και το Δικαστήριο μπορεί μόνο να επέμβειαν κρίνει ότι ηαπόφασητηςΑρχήςδεν ήτανλογικήυπότις περιστάσεις. Στην παρούσα περίπτωση, δεν έχω ικανοποιηθείότι κάτιτέτοιο έχεισυμβεί. Ως εκ τούτου,η 25 προσφυγή του αιτητή εναντίον του ενδιαφερόμενου μέρους 1 πρέπεινααπορριφθεί. Όσον αφοράτο ενδιαφερόμενο μέρος 2 και τηναξία των δύο υποψηφίων, αυτή είναι περίπου η ίδια αν όχι 30 ελαφρώς καλύτερη εκείνη του ενδιαφερόμενου μέρους, όπως και η αρχαιότητατου. Ως εκ τούτου, με βάση τις ίδιες αρχές που ανέφεραπιό πάνω,δεν χωρεί επέμβαση απότοΔικαστήριο. Κάτω απότο φως όλων των πιό πάνω οι προσφυγές τωναιτητώναπορρίπτονταιμεέξοδαειςβάροςτους. Οιπροσφυγέςαπορρίπτονταιμεέξοδα. 2592

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.