4 ΑΛΛ. 21 Οκτωβρίου, 1992 ΙΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ,Δ/στής] ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕΤΟΑΡΘΡΟ146ΤΟΥΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ ΙΩΑΝΝΑ ΠΟΥΛΛΗ, Αιτήτρια, ν. ΑΡΧΗΣ ΛΙΜΕΝΩΝ ΚΥΠΡΟΥ, 1 Καθ'ων ηαίτηση. (Υπόθεση Αρ. 750/91). 5 10 Ο περί Αρχής Λιμένων Κύπρου Νόμος του 1973(Ν. 38/73), όπως τροποποιήθηκε— Σκελετόςρυθμίσεως καισυσχέτιση με τηνπερί Δημοσίας Υπηρεσίας Νομοθεσία — Πορίσματα ως προς τη δυνατότητα αναγωγών στο δημοσιοϋπαλληλικό δίκαιο και ως προς τηνενέργειατης αναλογίας. Προσφυγή βάσει του Άρθρου 146 τον Σνντάγματος — Λόγοι ακνρώσεως — Προκατάληψη — Ισχυρισμοί για προκατάληψη πρέπει νααποδεικνύονται. Οργανισμοί Δημοσίου Δικαίου — Αρχή Λιμένων — Υπάλληλοι — Διορισμοί/Προαγωγές — Συστάσεις Προϊσταμένου — Όταν δεν προσθέτουν τίποτε σε όσα το ίδιο το διορίζον όργανο μπορεί να εξαγάγει από τα αντικειμενικά στοιχεία ενώπιον τον, δεν είναι 15 δυνατόν ναπροσεγγίζονται ωςξεχωριστό στοιχείο κρίσεως. Οργανισμοί Δημοσίου Δίκαιον — Αρχή Λιμένων — Υπάλληλοι — Διορισμοί/Προαγωγές — Συνεντεύξεις — Οι αρχέςπου συνόψισε η Χρύσανθος Κωνσταντίνου ν. Συμβουλίου Αμπελουργικών 20 Προϊόντων. 25 Η αιτήτρια επεζήτησε με την προσφυγή την ακύρωση της προαγωγής των δύο ενδιαφερομένων μερών στη θέση Γραμματειακού Λειτουργού, Αρχή Λιμένων. Εκτός των επί της ουσίαςισχυρισμών,κεντρικήήταν σταπλαίσια τηςδιαδικασίαςη αμφισβήτηση ως προς τη διαπλοκή των περί προαγωγής 3885 Πουλλήν. Αρχής ΛιμένωνΚύπρου
(1992)υπαλλήλων ρυθμίσεων του δημοσιοϋπαλληλικού Νόμου 1/90 αφενός και του περί Αρχής Λιμένων Κύπρου Νόμου 38/73 αφετέρου. Το Ανώτατο Δικαστήριο, απορρίπτοντας την προσφυγή, αποφάσισεότι: 5
(1)Η Αρχή καθιδρύθηκε και διέπεται από τον περί Αρχής Λιμένων Κύπρου Νόμο του 1973 (Ν. 38/73) όπως τροποποιήθηκε.Η νομικήτης φύσηκαιοι αρμοδιότητεςτης 10 έχουν εξηγηθεί απότην νομολογία. Είναι Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου στο οποίο ανατέθηκε ηδιαχείριση και εκμετάλλευση των Λιμένων στη Δημοκρατία. Για την ενάσκηση των αρμοδιοτήτων της 15 μπορεί, κατά το Αρθρο 19
(1)του Νόμου,να προσλαμβάνει τους αναγκαίουςυπαλλήλους. Το Αρθρο 19
(2)του Νόμου εξουσιοδοτεί την Αρχή όπως, με την έγκριση του Υπουργικού Συμβουλίου, εκδίδει κανονισμούς διέποντες γενικώς τους όρους υπηρεσίας των υπαλλήλων της και 20 ιδιαίτερα,μεταξύάλλων,τατηςπροαγωγήςτους. Σύμφωνα με τον Κανονισμό 3 του Μέρους IV της ΚΔΠ 317/82,"ηπροαγωγήτων υπαλλήλων αποφασίζεται μ€βάση την αξία, προσόντα και την αρχαιότητα τους, η οποία 25 κρίνεται αφούεφαρμοστούνκατ' αναλογίαοι διατάξειςτου Αρθρου 46 των περίΔημόσιας Υπηρεσίας Νόμων του 19671981." Η πρώτη παρατήρηση μου αναφέρεται στην καθόλου 30 ανάμειξητου Νόμου 1/90. Κρίνω πως δεν έχει τη θέση της. Η Αρχή, ασκώντας τις εξουσίες της, ενσωμάτωσε στους Κανονισμούς που εκδόθηκαν ορισμένη διάταξη της ισχύουσας τότε νομοθεσίας αναφορικά με τη δημόσια υπηρεσία. Η κατάργηση της Νομοθεσίας εκείνης και η 35 θέσπιση νέας στη θέση της, δεν σημαίνει και αυτόματη διαφοροποίηση των Κανονισμών ώστε να διαβάζονταιως αν αναφέρονται στη νέα Νομοθεσία. Δεν παραπέμπουν οι Κανονισμοί στην εκάστοτε ισχύουσα Νομοθεσία περί Δημόσιας Υπηρεσίας καιτο Αρθρο 3τουΝόμου 1/90 ορίζει 40 πως ο Νόμος αυτός εφαρμόζεται για όλα τα μέλη της Δημόσιας Υπηρεσίας εκτός από εκείνα που δεν εμπίπτουν στη δικαιοδοσίατης ΕπιτροπήςΔημόσιας Υπηρεσίας ήγια τα οποία γίνεται διαφορετική πρόνοια δυνάμει 3886 Πουλλήν.Αρχής ΛιμένωνΚύπρου οποιουδήποτεάλλουΝόμου. Το γεγονός της κατάργησης του Νόμου 33/67 δεν σημαίνει και αφαίρεση από τον Κανονισμό 3του περιεχομένου του. Ο Κανονισμός 3 θα πρέπει να συνεχίσει να διαβάζεταιως αν η διάταξη στην οποία αναφέρεται εξακολουθεί να αποτελεί μέροςτου. Περιείχε όμως και ο Νόμος 33/67πρόνοιαγια λήψη υπόψη των συστάσεων του Προϊσταμένου του Τμήματος "εν τω οποίω η κενή θέσις" [Βλ. Αρθρο 44
(3)] και, παρά τα πιο πάνω, πρέπει να απαντηθεί το ερώτημα αναφορικά με το αν, όπως υποστήριξαν και οι δύο πλευρές, η Αρχή είχε υποχρέωση εκ του Νόμου και των Κανονισμών, να την εφαρμόσει κατ'αναλογία. Η απάντηση πρέπει να είναι αρνητική. Ο Κανονισμός 3 ενσωματώνει μόνο το Αρθρο 46 του Νόμου 33/67και αυτό, βέβαια, σε αποκλειστική σχέση με το πως κρίνεται η αρχαιότητα των υπαλλήλων ως ένα από τα κριτήρια με βάσηταοποία θαπρέπει να αποφασίζεται ηπροαγωγήτων υπαλλήλων της Αρχής- και, πράγματι, το Αρθρο 46 του Νόμου 33/67καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο κρίνεται η αρχαιότητα των δημοσίων υπαλλήλων. Αυτή είναι η σχέση του περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμου που ίσχυε κατά την έκδοση των Κανονισμών προς ο,τιδήποτε σχετίζεται μετην προαγωγή υπαλλήλων της Αρχής, και καμιά άλλη. Ο Κανονισμός 1του Μέρους IV της ΚΔΠ 317/82 προβλέπει πως οι όροι υπηρεσίας που ισχύουν για τους δημόσιους υπαλλήλους ισχύουν και για τους υπαλλήλους της Αρχής. Είναι,όμως,σαφέςότι αυτόςο Κανονισμός δεν αναφέρεται και στις προαγωγές των υπαλλήλων σε σχέση με τις οποίες ακολουθεί ήειδικήπρόνοιατου Κανονισμού 3.Άλλωστε,ο ίδιος ο Κανονισμός 1, που αναφέρεται ιδιαίτερα στα σχετικά "με απολύσεις, άδειες, ιατρική και κοινωνική πρόνοια, ωφελήματα για την αφυπηρέτηση λόγω ορίου ηλικίας ή για άλλους λόγους και χορηγήματα", παρέχει ένδειξητηςεξίσωσης που θεσμοθετήθηκε. Το Αρθρο 35 τουΝόμου38/73 πουεπικαλέστηκε η αιτήτρια, είναι, εν πάσηπεριπτώσει, εντελώς άσχετο. Ρυθμίζει τατης μεταφοράς στην υπηρεσία της Αρχής των δημοσίων υπαλλήλων που αμέσως πριν απότην ημερομηνία έναρξης της ισχύος του Νόμου υπηρετούσαν στο Τμήμα Λιμένων 3887 Πουλλή ν.ΑρχήςΛιμένωνΚύπρου
(1992)του Υπουργείου Συγκοινωνιών και Έργων και ρυθμίζει τα των όρων υπηρεσίας τους. (Βλ. συναφώς και τη σχετική τροποποίησητουΝόμου28/79). Επομένως δεν μπορεί να τίθεται ζήτημα παράβασης * οποιουδήποτε άρθρου του Νόμου περί Δημόσιας Υπηρεσίας στην παρούσα υπόθεση. Η Αρχή, προφανώς ενεργώντας με πρόθεση ανάλογης εφαρμογής του περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμου, ζήτησε και άκουσε τις συστάσεις του Προϊσταμένου του Τμήματος Προσωπικού 1" και Διοίκησης στο οποίουπαγότανηκενήθέση.Όσοκαιαν δεν υπήρχενομοθετική υποχρέωση για την υιοθέτηση αυτής της διαδικασίας, η αναζήτηση συστάσεων, κατά το πνεύμα των προνοιών του Νόμου περί Δημόσιας Υπηρεσίας, δεν αποτελεί οποιασδήποτε μορφής πλημμέλεια, θα έλεγα πως 15 αποτελούσε ενδεδειγμένη ενέργεια στα πλαίσια του καθήκοντοςγιατη διεξαγωγήδέουσας έρευνας.
(2)Ισχυρισμοί για προκατάληψηπρέπει να αποδεικνύονται.Ο σχετικός ισχυρισμός της αιτήτριας παρέμεινε 20 αναπόδεικτος.
(3)Είναι νομολογημένο πως συστάσεις που δεν προσθέτουν ο,τιδήποτε σε όσαμπορείκαιτο ίδιοτο διορίζον όργανονα εξάξει από τα αντικειμενικά στοιχεία που περιέχονται 25 στους φακέλους και που, εν πάση περιπτώσει, βρίσκονται ενώπιον του, δεν είναι δυνατό να προσεγγίζονται ως ξεχωριστό στοιχείο κρίσης, αυτοτελές και αυθύπαρκτο. Η σύσταση του Προϊσταμένου του Τμήματος στηρίχτηκε μόνο στο περιεχόμενο των φακέλων και γενικά σε όσα 30 βρίσκονταν ήδη ενώπιον της Αρχής. Στηπραγματικότητα ήταν το αποτέλεσμα της αξιολόγησης από τον προϊστάμενο, των στοιχείων των φακέλων. Ηαποδοχήτέτοιας σύστασης ως στοιχείου το οποίο, μαζί με τα άλλα, εμφανίζει υποψήφιο πιο άξιο από εκείνους που δεν συστήθηκαν, θα 35 καθιστούσε τηντελικήεπιλογήτρωτή. Όμως,όπως προκύπτειαπότον τρόπο μετον οποίοηΑρχή προσέγγισε τη σύσταση του Προϊσταμένου,δεν προσδόθηκε τέτοιαήοποιαδήποτεβαρύτητασ'αυτήν.
(4)Από το σύνολο των δεδομένων δεν προκύπτει έκδηλη υπεροχήτης αιτήτριαςέναντι των ενδιαφερομένων μερών. 3888 40 4ΑΛ.Δ. 5 10 Πουλλή ν.ΑρχήςΛιμένωνΚύπρου
(5)Οι αιτιάσειςτηςαιτήτριας,ωςπρος τηνπροφορική εξέταση που έγινε, είναι αβάσιμες.Οι αρχές που διέπουν τοθέμα έχουν συνοψισθεί πρόσφατα από την Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Χρύσανθος Κωνσταντίνουν. ΣυμβουλίουΑμπελουργικών Προϊόντων, Α.Ε. 964. Στην παρούσα υπόθεση έχει καταγραφεί στα πρακτικά η γενική εντύπωσητου Διοικητικού Συμβουλίου της Αρχής ως προς την απόδοσητης κάθε μιας από τις υποψήφιες, που,όπως προκύπτει,ήταν ομόφωνηκαι δεν είναι ορθό πως χρειαζόταν κάποιας μορφής ιδιαίτερη αιτιολόγησηαυτήςτηςεντύπωσης. Ηπροσφυγή απορρίπτεται χωρίς έξοδα. 15 Αναφερόμενες Υποθέσεις: PortsAuthorityv. Republic
(1983)3C.L.R. 385Republic v.CyprusPortsAuthority
(1986)3C.L.R. 1Π ΙΟ Νικολάου v.Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1990)3Α.Α.Δ. 2374· Παναγήν. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1991)4(A)Α.Α.Δ. 328225 Ναντικός Όμιλος Πάφουν. Αρχής Λιμένων Κύπρου,
(1992)1(B) Α.Α.Δ. 882· Kontemeniotisv.C.R.C.
(1982)3C.L.R. 1027- 3 0 Demetriou andOthers v.Republic
(1988)3(A)C.L.R. 91• IoannidouandOthers v.Republic
(1984)3C.L.R. 1283Δημοσθένους καιάλλοι v. Δημοκρατίας
(1990)3Α.Α.Δ. 153- 35 /7απαΐ"ωίίννουκαιΑλλοι ν. Δημοκρατίας
(1991)3Α.Α.Δ. 713Γενακρίτου καιΆλλοι ν. Δημοκρατίας
(1992)4Α.Α.Δ.2346· 40 Κωνσταντίνου ν. Συμβουλίου Αμπελουργικών Προϊόντων
(1992)3 Α.Α.Δ. 228. Προσφυγή. Προσφυγή με την οποία προσβάλλεται ηαπόφασητων καθ' ων ηαίτησηημερομηνίας 13/5/1991,να προάξουν.τα 3889 Πουλλήν.ΑρχήςΛιμένων Κύπρου ενδιαφερόμενα μέρη στη θέση Λειτουργού, αντί τηςαιτήτριας.
(1992)Γραμματειακού Κ. Ευσταθίου για Ε. Ευσταθίου, γιατηναιτήτρια. Ν. Παπαενσταθίου για Τ. Παπαδόπουλο, για τουςκαθ' ων η αίτηση. 5 Cur. adv. wit. 10 ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΪΔΗΣ, Δ.: Ανάγνωσε την ακόλουθη απόφαση. Αντικείμενο της προσφυγής είναι η απόφαση της Αρχής Λιμένων Κύπρου (η Αρχή) ημερομηνίας 13 Μαΐου 1991, με την οποία τα ενδιαφερόμενα μέρη Σωτηρούλλα Δημητρίου και Έλενα Μακρίδου 15 προάχθηκαν στη θέση Γραμματειακού Λειτουργού. Το πρώτο από τα επιχειρήματα της αιτήτριας αναφέρεται στη διαδικασία επιλογής που ακολουθήθηκε. Ισχυρίζεται η αιτήτρια πως η διαδικασία αυτή ήταν 20 αντίθετη προς τις πρόνοιες του Περί Αρχής Λιμένων Κύπρου Νόμου του 1973 (Ν.38/73)όπως τροποποιήθηκε, (οΝόμος),καιπρος τους σχετικούς Κανονισμούς. Η Αρχή, στα πλαίσια της διαδικασίας επιλογής ζήτησε 25 και πήρε τις απόψεις του Διευθυντή Προσωπικού και Διοίκησης ως του υπεύθυνου του Τμήματος στο οποίο ανήκε η κενή θέση. Ισχυρίζεται η αιτήτρια πως η ανάμειξη αυτού του Διευθυντή στη διαδικασία ήταν παράνομη. Υποστηρίζει πως αρμόδιος για την υποβολή 30 συστάσεων ήταν ο ίδιος ο Γενικός Διευθυντής της Αρχής και κανένας άλλος. Προσθέτει πως η παράλειψη της Αρχής να ζητήσει και να λάβει υπόψη τις συστάσεις του Γενικού Διευθυντή συνιστά παρανομία, ηδιαπίστωση της οποία πρέπει να οδηγήσει στην ακύρωση της 35 προσβαλλόμενης απόφασης. Ο συλλογισμός της αιτήτριας στηρίζεται στην υπόθεση ότι το άρθρο 35
(4)του Περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμου του 1990 (Νόμος 1/90), ισχύει και στην περίπτωση 40 προαγωγής υπαλλήλων στην Αρχή Λιμένων Κύπρου. Αυτό, σύμφωνα με τηθέσητης,ενόψει του άρθρου 35 του 3890 4 Α.ΑΛ. Πουλλήν.ΑρχήςΛιμένων Κύπρου Κων/νίδης, Α. Νόμου και του μέρους IV των Κανονισμών του 1982 για την Αρχή Λιμένων Κύπρου (Σχέδια και Λοιποί Όροι Υπηρεσίας Υπαλλήλων) ΚΔΠ317/82. 5 Με βάση το άρθρο 35
(4)του Νόμου 1/90, κατά την προαγωγή λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων, αιτιολογημένες συστάσεις του Προϊσταμένου του Τμήματος στο οποίο υφίσταται η κενή θέση. Λέγει η αιτήτρια ότι η Αρχή, λαμ]βάνοντας υπόψη τον αντίστοιχο 10 ορισμό στο Νόμο 1/90, θα πρέπει να θεωρηθεί πως είναι αδιαίρετο τμήμακαιπως ωςΠροϊστάμενος του,καιπάλιν κατά τις ερμηνευτικές διατάξεις του ίδιου Νόμου, θα πρέπει να θεωρηθεί ότι είναι ο Γενικός Διευθυντής της. Κατά την εισήγηση, ταδιάφορατμήματαπου προκύπτουν 15 από την εσωτερική διάρθρωση της Αρχής δεν έχουν το χαρακτήρα τμήματος με την έννοια που δίδεται στον όρο μετοΝόμο 1/90. Η Αρχή, συμφώνησε πως από το συνδυασμό των 20 προνοιών του Νόμουκαιτου Μέρους IV της ΚΔΠ 317/82, οι διατάξειςπου ισχύουν γιατους δημόσιους υπαλλήλους ισχύουν και εφαρμόζονται κατ' αναλογία και στην περίπτωση των υπαλλήλων της Αρχής. Δέχεται, επομένως, πως ισχύει στηνπερίπτωση τοάρθρο35
(4)τουΝόμου 1/90 25 το οποίο, όμως, κατά τον ισχυρισμό της, τηρήθηκε. Υποστηρίζει ότι η λήψη των απόψεων του Διευθυντή Προσωπικού και Διοίκησης αποτελούσε ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 35
(4). Εξηγεί ότι η Αρχή, ως Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με ξεχωριστή νομική 30 οντότητα και με δικές της αρμοδιότητες και εξουσίες, δεν αποτελεί ούτε κυβερνητικό τμήμα ούτε μέρος του κυβερνητικού μηχανισμού. Διαθέτει τις δικές της ανεξάρτητες υπηρεσίες και τα δικά της ξεχωριστά τμήματα. Η ύπαρξη αυτών των τμημάτων είναι 35 αναγνωρισμένη και νομοθετικά από τον περί Προϋπολογισμού Νόμο της Αρχής Λιμένων Κύπρου του 1991 (92/91) στον οποίο αναφέρονται τα διάφορα τμήματα της Αρχής και οι αποδοχές του προσωπικού κατά τμήμα. Ένα από τα τμήματα είναι το Τμήμα 40 Προσωπικού και Διοίκησης στο οποίο υπάγεται και η θέση Γραμματειακού Λειτουργού που πληρώθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση. 3891 Κων/νίδης,Δ. Πουλλήν.ΑρχήςΛιμένων Κύπρου
(1992)Κατά τη δική μου κρίση το δεδομένο που στήριξε τις αντίστοιχες θέσεις των δυο πλευρών είναι ανύπαρκτο. Η Αρχή καθιδρύθηκε και διέπεται από τον περί Αρχής Λιμένων Κύπρου Νόμο του 1973 (Ν. 38/73) όπως τροποποποιήθηκε. Η νομική της φύση και οι 5 αρμοδιότητες της έχουν εξηγηθεί στις υποθέσεις Ports Authority v. Republic
(1983)3 C.L.R. 385, Republic v. Cyprus Ports Authority
(1986)3 C.L.R. 117, Ζαχαρίας Νικολάου v.ΑρχήΛιμένωνΚύπρου,Προσφυγή355/88 της 5 Ιουλίου 1990, Σωτήρης Λ. Παναγή ν. Αρχής Λιμένων 10 Κύπρου, Προσφυγή 3/89 της 11 Οκτωβρίου 1991 και Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχή Λιμένων Κύπρου, Πολιτική Εφεση 8469 της 18 Ιουνίου 1992. Είναι Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου στο οποίο ανατέθηκε η διαχείριση και εκμετάλλευση των Λιμένων στη 15 Δημοκρατία. Για την ενάσκηση των αρμοδιοτήτων της μπορεί, κατά το άρθρο 19
(1)του Νόμου,να προσλαμβάνει τους αναγκαίους υπαλλήλους. Το άρθρο 19
(2)του Νόμου εξουσιοδοτεί την Αρχή όπως, με την έγκριση του Υπουργικού Συμβουλίου, εκδίδει κανονισμούς διέποντες 20 γενικώς τους όρους υπηρεσίας των υπαλλήλων της και ιδιαίτερα,μεταξύάλλων, τατηςπροαγωγήςτους. Σύμφωνα με τον Κανονισμό 3του Μέρους IV της ΚΔΠ 317/82, "η προαγωγή των υπαλλήλων αποφασίζεται με 25 βάση την αξία, προσόντα και την αρχαιότητα τους, η οποία κρίνεται αφού εφαρμοστούν κατ' αναλογία οι διατάξεις του άρθρου 46 των περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμωντου 1967- 1981." 30 Η πρώτη παρατήρηση μου αναφέρεται στην καθόλου ανάμειξη του Νόμου 1/90. Κρίνω πως δεν έχει τηθέση της. Η Αρχή, ασκώντας τις εξουσίες της, ενσωμάτωσε, στους Κανονισμούς που εκδόθηκαν, ορισμένη διάταξη της ισχύουσας τότε νομοθεσίας αναφορικά με τη δημόσια 35 υπηρεσία. Η κατάργηση της Νομοθεσίας εκείνης και η θέσπιση νέας στη θέση της, δεν σημαίνει και αυτόματη διαφοροποίηση των Κανονισμών ώστε να διαβάζονταιως αν να αναφέρονται στη νέαΝομοθεσία.Δενπαραπέμπουν οι Κανονισμοί στην εκάστοτε ισχύουσα Νομοθεσία περί 40 Δημόσιας Υπηρεσίας και το άρθρο 3 του Νόμου 1/90 ορίζει πως ο Νόμος αυτός εφαρμόζεται για όλα τα μέλη της Δημόσιας Υπηρεσίας εκτός από εκείνα που δεν 3892 4 Α.Α.Δ. Πουλλήν.ΑρχήςΛιμένων Κύπρου Κων/νίδης,Δ. εμπίπτουν στη δικαιοδοσία της Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας ή για τα οποία γίνεται διαφορετική πρόνοια δυνάμει οποιουδήποτε άλλου Νόμου. 5 Το γεγονός της κατάργησης του Νόμου 33/67 δεν σημαίνει και αφαίρεση από τον Κανονισμό 3 του περιεχομένου του.Ο Κανονισμός 3θαπρέπεινασυνεχίσει να διαβάζεται ως αν η διάταξη στην οποία αναφέρεται εξακολουθεί νααποτελεί μέροςτου. 10 Περιείχε όμως και ο Νόμος 33/67 πρόνοια για λήψη υπόψη των συστάσεων του Προϊσταμένου του Τμήματος "εν τω οποίω ηκενή θέσις" [Βλ. άρθρο44
(3)]και,παράτα πιο πάνω,πρέπει να απαντηθείτο ερώτημα αναφορικάμε 15 το αν,όπως υποστήριξαν και οι δυο πλευρές, ηΑρχήείχε υποχρέωση εκ του Νόμου και των Κανονισμών, να την εφαρμόσει κατ'αναλογία. Ηαπάντησηπρέπει να είναι αρνητική.Ο Κανονισμός 3 20 ενσωματώνει μόνο το άρθρο46 τουΝόμου33/67 καιαυτό, βέβαια, σε αποκλειστική σχέση με το πώς κρίνεται η αρχαιότητα των υπαλλήλων ως ένα από τα κριτήρια με βάση τα οποία θα πρέπει να αποφασίζεται η προαγωγή των υπαλλήλων της Αρχής· και, πράγματι, το άρθρο 46 25 του Νόμου 33/67 καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο κρίνεται η αρχαιότητα των δημοσίων υπαλλήλων. Αυτή είναι η σχέση του περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμου που ίσχυε κατά την έκδοση των Κανονισμών προς ο,τιδήποτε σχετίζεται με την προαγωγή υπαλλήλων της Αρχής, και 30 καμιά άλλη. Ο Κανονισμός 1 του Μέρους IV της ΚΔΠ 317/82προβλέπει πως οι όροι υπηρεσίας που ισχύουν για τους δημόσιους υπαλλήλους ισχύουν και για τους υπαλλήλους της Αρχής. Είναι, όμως, σαφές ότι αυτός ο Κανονισμός δεν αναφέρεται και στις προαγωγές των 35 υπαλλήλων σε σχέση με τις οποίες ακολουθεί η ειδική πρόνοια του Κανονισμού 3. Αλλωστε, ο ίδιος ο Κανονισμός 1,που αναφέρεται ιδιαίτερα στα σχετικά "με απολύσεις, άδειες, ιατρική και κοινωνική πρόνοια, ωφελήματα για την αφυπηρέτηση λόγω ορίου ηλικίας ή 40 για άλλους λόγους και χορηγήματα", παρέχει ένδειξη της εξίσωσης που θεσμοθετήθηκε. Το άρθρο 35 του Νόμου 38/73 που επικαλέστηκε η 3893 Κων/νίδης, Δ. Πουλλήν.ΑρχήςΛιμένωνΚύπρου
(1992)αιτήτρια, είναι, εν πάση περιπτώσει, εντελώς άσχετο. Ρυθμίζει τατης μεταφοράςστην υπηρεσίατης Αρχήςτων δημοσίων υπαλλήλων που αμέσως πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του Νόμουυπηρετούσαν στο Τμήμα Λιμένων του Υπουργείου Συγκοινωνιών και 5 Έργων και ρυθμίζει τα των όρων υπηρεσίας τους. (Βλ. συναφώςκαιτη σχετικήτροποποίησητουΝόμου28/79). Επομένως, δεν μπορεί να τίθεται ζήτημαπαράβασης. οποιουδήποτε άρθρου του Νόμου περί Δημόσιας 10 Υπηρεσίας στην παρούσα υπόθεση. Η Αρχή, προφανώς ενεργώντας με πρόθεση ανάλογης εφαρμογής του περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμου, ζήτησε και άκουσε τις συστάσεις του Προϊσταμένου τουΤμήματοςΠροσωπικού και Διοίκησης στο οποίουπαγότανη κενήθέση. Όσοκαι 15 αν δεν υπήρχε νομοθετική υποχρέωση για την υιοθέτηση αυτής της διαδικασίας,ηαναζήτησησυστάσεων, κατά το πνεύμα των προνοιών του Νόμου περί Δημόσιας Υπηρεσίας, δεν αποτελεί οποιασδήποτε μορφής πλημμέλεια. Θα έλεγα πως αποτελούσε ενδεδειγμένη 20 ενέργεια στα πλαίσια του καθήκοντος της για τη διεξαγωγή δέουσας έρευνας με στόχο τη διαπίστωση της αξίας των υποψηφίων. Θα μπορούσε εύλογα να καθοδηγήσει την Αρχή η κατευθυντήρια σκέψη που οδήγησε στη θέσπιση, απότον περί Δημόσιας Υπηρεσίας 25 Νόμο, τηςυποχρέωσης γιατη λήψη υπόψη των συστάσεων του Προϊσταμένου του Τμήματος στο οποίο υφίσταταιη κενήθέση. Το διαζευκτικό επιχείρημα της αιτήτριας, σύμφωνα με 30 το οποίο καιανδεν γινότανδεκτήηθέσητης ωςπροςτο ότι τοΤμήμαΠροσωπικούτηςΑρχήςδεν είναιΤμήμα για τους σκοπούς των συστάσεων, θα έπρεπε, εν πάση περιπτώσει, να ζητηθούν οι απόψεις και του ΠροϊσταμένουτουΤμήματοςΟικονομικών τηςΑρχήςστο 35 οποίο υπηρετούσε ηαιτήτριακαι άλλες τρεις υποψήφιες, είναι αντιφατικόπροςτηβασική τηςθέση καιτηδομή του συλλογισμού ως προς την ανάγκηεφαρμογής τουΝόμου 1/90. Όπως σημείωσα, ο Νόμος 1/90 (αλλά και ο Νόμος 33/67), αναφέρεται στη σύσταση του Προϊσταμένου του 40 Τμήματοςστοοποίουφίσταταιηκενήθέση. Γύρω απο τις συστάσεις επικεντρώνονται και τα 3894 4 Α.Α.Δ. Πουλλήν.ΑρχήςΛιμένων Κύπρου Κων/νίδης,Δ. επόμενα επιχειρήματα της αιτήτριας. Καταλογίζει ουσιαστικά στο Προϊστάμενο του Τμήματος Προσωπικού και Διοίκησης προκατάληψη, υποσυνείδητη έστω, σε βάρος των υποψηφίων που δεν υπηρετούσαν στο Τμήμα 5 του. Κατά την εισήγηση της αιτήτριας, το γεγονός ότι συστήθηκαν μόνο υπάλληλοι του Τμήματος Προσωπικού και Διοίκησης καταδεικνύει την επίδειξη εύνοιας προς αυτούς. 10 Ισχυρισμοί για προκατάληψη πρέπει να αποδεικνύονται. (Βλ. μεταξύ άλλων Kontemeniotis ν. CBC
(1982)3 C.L.R. 1027, Lavrentios Α. Demetriou & Others v.Republic, A.E. 593 και 594 της 28 Ιανουαρίου 1988). Ο ισχυρισμός της αιτήτριας παρέμεινε 15 αναπόδεικτος.Οι υποψίες της αιτήτριας ήηαντίληψη της αναφορικά με το ότι η ίδιακαι ενδεχομένως και άλλοι θα έπρεπε να συστηθούν με βάση τα δεδομένα πουυπήρχαν, δεν είναι δυνατό να αναπληρώσει τήν έλλειψη οποιουδήποτε απτούστοιχείου που θαδικαιολογούσε την 20 προβολήτου ισχυρισμού για προκατάληψη. Ο τελευταίος από τους προβληθέντες λόγους ακυρότητας που σχετίζεται με τις συστάσεις, αναφέρεται στο ίδιο το περιεχόμενο τους και στη βαρύτητα που θα 25 μπορούσε να τους προσδοθεί. Το παίρνει ως δεδομένο η αιτήτρια ότι προσδόθηκε βαρύτητα στις συστάσεις, αλλά σ' αυτό το ζήτημα θα επανέλθω. Πρέπει να παραθέσω πρώτα την ίδια τη σύσταση αλλά και την αναφορά που έκαμε σ' αυτή η Αρχή. Τις βρίσκουμε στο πρακτικό της 30 Αρχήςημερομηνίας 13Μαΐου 1991. Το απόσπασμα που αναφέρεται στη σύσταση είναι το ακόλουθο: 35 "Στη συνέχεια το Συμβούλιο ζήτησε από τον κ. Μ. Βασιλειάδη, Διευθυντή Προσωπικού και Διοίκησης, ο οποίος ήταν παρών, να προβεί σε σύσταση για προαγωγήστην πιοπάνωθέση. 40 ο κ. Μ. Βασιλειάδης ανέφερεν ότι, έχοντας υπόψη τους προσωπικούς φακέλους και τους φακέλους με τις ετήσιες εμπιστευτικές εκθέσεις των υποψηφίων,καθώς επίσης τις πρόνοιες του σχεδίου υπηρεσίας της θέσης 3895 Κων/νίδης,Δ. Πουλλή ν.Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1992)του Γραμματειακού Λειτουργού και με βάση τα νόμιμα κριτήρια στο σύνολο τους (αξία, προσόντα, αρχαιότητα) συστήνει για προαγωγή στην πιο πάνω θέση τις υποψήφιες Κούλλα Αρέστη, Σωτηρούλλα Δημητρίου και Πόλα Κοφτερού, τις οποίες θεωρεί ως 5 τις καταλληλότερες". Η αιτιολόγηση της σύστασης που έγινε παραπέμπει σε όσα, κατά τον ίδιο το συστήνοντα, οδήγησαν στη διαμόρφωση της. Αυτοί είναι οι προσωπικοί φάκελλοι 10 και οι φάκελλοι με τις εμπιστευτικές εκθέσεις των υποψηφίων σε συνδυασμό με τις πρόνοιες του Σχεδίου Υπηρεσίας της θέσης. Ο Προϊστάμενος κατέληξε στη- γνώμη του ως προς τους καταλληλότερους στηριγμένος σ' αυτά τα στοιχεία και με βάση, όπως σημειώνει, τα 15 κριτήρια της αξίας, των προσόντων και της αρχαιότητας των υποψηφίων. Είναι νομολογημένο πως συστάσεις που δεν προσθέτουν ο,τιδήποτε σε όσα μπορεί και το ίδιο το 20 διορίζον όργανο να εξάξει από τα αντικειμενικά στοιχεία που περιέχονται στους φακέλους και που, εν πάση περιπτώσει, βρίσκονται ενώπιον του,δεν είναι δυνατόνα προσεγγίζονται ως ξεχωριστό στοιχείο κρίσης, αυτοτελές και αυθύπαρκτο. (loannidou and Others v. Republic 25
(1984)3 C.L.R. 1283, Κύρος Δημοσθένους και άλλοι v. Δημοκρατία Υποθέσεις Αρ. 780/87,791/87,και 847/87της 23 Ιανουαρίου 1990, Νιόβη Παπαϊωάννου και άλλοι ν. Δημοκρατίας Α.Ε. 891 της 19 Δεκεμβρίου 1991, Χαρά Γενακρίτου και άλλοι ν.Δημοκρατίας, Προσφυγές 717/86 30 και άλλες της 29 Ιουνίου 1992). Η σύσταση του Προϊσταμένου του Τμήματος στηρίχτηκε μόνο στο περιεχόμενο των φακέλλων και γενικά σε όσα βρίσκονταν ήδη ενώπιον της Αρχής. Στην πραγματικότητα ήταν το αποτέλεσμα της αξιολόγησης από τον προϊστάμενο, των 35 στοιχείων των φακέλλων. Η αποδοχή τέτοιας σύστασης ως στοιχείου το οποίο, μαζί με τα άλλα, εμφανίζει υποψήφιο πιο άξιο από εκείνους που δεν συστήθηκαν, θα καθιστούσε τητελική επιλογή τρωτή. 40 Όμως, όπως προκύπτει απότον τρόπο με τον οποίο η Αρχή προσέγγισε τη σύσταση του Προϊσταμένου, δεν προσδόθηκε τέτοια ή οποιαδήποτε βαρύτητα σ' αυτήν. 3896 4 Α.Α.Δ. Πουλλή ν. ΑρχήςΛιμένων Κύπρου Κων/νίδης, Δ. Επομένως, δεν μπορεί να λεχθεί ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει για το λόγο αυτό. Το απόσπασμα που περιέχει την προσέγγιση της Αρχήςείναι το ακόλουθο: 5 10 15 20 25 "Από την εξέταση όλων των στοιχείων που είχε ενώπιον του, το Συμβούλιο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, ενώ δέχεται την σύσταση του Διευθυντή Προσωπικού και Διοίκησης, όσον αφορά τις δύο πρώτες υποψήφιες κ. Κούλλα Αρέστηκαι Σωτηρούλλα Δημητρίου, δεν μπορεί να δεχθεί τη σύσταση του Διευθυντή Προσωπικού και Διοίκησης για προαγωγή της κ. Π. Κοφτερού στην πιο πάνωθέση.Το Συμβούλιο έκρινε ότι το κριτήριο των εμπιστευτικών εκθέσεων στην προκειμένη περίπτωση, πάνω στο οποίο βασίστηκε κυρίως ο Διευθυντής Προσωπικού και Διοίκησης, δεν μπορούσε να είναι το μόνο ή το ουσιαστικό κριτήριο. Το Συμβούλιο λαμβάνοντας υπόψη όλα ταενώπιον του ουσιώδη στοιχεία έκρινε, με βάση τα καθιερωμένα κριτήρια στο σύνολο τους (αξία, προσόντα, αρχαιότητα),ότι η κ. Έλενα Μακρίδου είναι πιο κατάλληλη για προαγωγή στη θέση του ΓραμματειακούΛειτουργού απότηνκ.Πόλα Κοφτερού και αποφάσισε ναπροαγάγει στην πιο πάνωθέσητις κ. Κούλλα Αρέστη, Σωτηρούλλα Δημητρίου και Έλενα Μακρίδου." Η Αρχή δεν αποδέχθηκε τη σύσταση ως ξεχωριστό στοιχείο συντελεστικό στο καθορισμό της αξίας των υποψηφίων. Επισήμανε το γεγονός ότι ο Προϊστάμενος 30 βασίστηκε κυρίως στις εμπιστευτικές εκθέσεις και είναι φανερόν ότι διαμόρφωσε τη δική της άποψη ως προς το ποιοι ήταν οι καταλληλότεροι υποψήφιοι με βάση το σύνολο των στοιχείων. Είδε,δηλαδή, τησύσταση ως κρίση που έγινε με βάση μέρος των στοιχείων που υπήρχαν ήδη 35 ενώπιον της και διαφώνησε με αυτή τη κρίση στην περίπτωση της υποψήφιας Π. Κοφτερού. Το γεγονός ότι δεν εκδήλωσε την ίδια διαφωνία στην περίπτωση των άλλων δυο που συστήθηκαν, δεν σημαίνει ότι η Αρχή δέχθηκε ότι αυτοί υπερείχαν, μεταξύ άλλων, και επειδή 40 είχαν υπέρ τους τη σύσταση του Προϊσταμένου. Εκείνο που προκύπτει είναι πως, στην περίπτωση τους, η Αρχή απλώς δέχθηκε ότι ήταν ορθή η κρίση ότι από τα αντικειμενικά στοιχεία πουυπήρχανήταν δικαιολογημένη 3897 Κων/νίδης,Δ. Πουλλήν.ΑρχήςΛιμένων Κύπρου
(1992)ηεπιλογή τους. Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω, δεν είναι νοητό να προσβάλλεται το κύρος της προαγωγής της Έλενας Μακρίδου για λόγους που σχετίζονται με τη βαρύτητα 5 που θα μπορούσε να προσδοθεί στις συστάσεις του Προϊσταμένου, αφού αυτή η υποψήφια δεν περιλήφθηκε στις τρεις που, κατά τον Προϊστάμενο, ήταν οι πιο κατάλληλες γιαπροαγωγή. 10 Απομένει να ασχοληθώ με την άποψη της αιτήτριας πως ήταν έκδηλα υπέρτερη, κυρίως έναντι της Έλενας Μακρίδου και με το συναφές επιχείρημάτης ως προς την -αξία της κρίσης της Αρχής αναφορικά με την απόδοση των υποψηφίων στις συνεντεύξεις που έγιναν. Τα 15 ενδιαφερόμενα μέρη και η αιτήτρια πληρούσαν τις απαιτήσεις του σχεδίου υπηρεσίας. Από τη μελέτη των στοιχείων που περιέχονται στους φακέλλους δεν μπορεί να λεχθεί πως θα εδικαιολογείτο κάποιας μορφής διαφοροποίηση μεταξύ τους με γνώμονα τα ακαδημαϊκά 20 τους προσόντα. Η αιτήτρια και τα ενδιαφερόμενα μέρη είχαν προσληφθεί στη θέση του Γραφέα Δεύτερης Τάξης την 1 Αυγούστου
- Ταενδιαφερόμενα μέρηπροάχθηκανστη 25 θέση Γραφέα Πρώτης Τάξης την 1Αυγούστου 1988 ενώ η αιτήτρια την 1 Μαρτίου
- Επομένως, κατά τους Κανονισμούς και βέβαια το άρθρο 46 του Νόμου 33/67 που ενσωμάτωσαν, τα ενδιαφερόμενα μέρη ήταν αρχαιότερα της αιτήτριας. 30 Η βαθμολογία της αιτήτριας και των ενδιαφερομένων μερών στις εμπιστευτικές εκθέσεις των δύο τελευταίων χρόνων, ήτανηακόλουθη: 35 Αιτήτρια: 4 για το 1988 και 4 για το
- Σωτηρούλλα Δημητρίου: 5 για το 1988 και 5 για το
- Έλενα Μακρίδου: 3 για το 1988 και 4 για το
- 3898 40 4Α.Α.Δ. Πουλλήν.ΑρχήςΛιμένωνΚύπρου Κων/νίδης,Δ. Το 1988 ο Διευθυντής Προσωπικού και Διοίκησης επέβαλεστο ενδιαφερόμενο μέροςΑ. Μακρίδουτην ποινή της αυστηρής επίπληξης σχετικά με το παράπτωματης καθυστέρησης στην προσέλευση στο τόπο εργασίας,όπως 5 αναφέρεται στη σχετική απόφαση, κατά την περίοδο 1 Οκτωβρίου 1984 - 30 Νοεμβρίου
- Κατά τη διαδικασία πλήρωσης αριθμού θέσεων Γραφέων Πρώτης Τάξης η υπηρεσιακή Επιτροπή που συστήθηκε αναφέρθηκε σε γνωμάτευση του Νομικού Συμβούλου της 10 Αρχής σύμφωνα με την οποία το πιο πάνω πειθαρχικό παράπτωμα δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως σοβαρής μορφήςώστενα είναι δυνατόναλειτουργήσει ως κώλυμα για τους σκοπούς της προαγωγής της. Το ενδιαφερόμενο μέρος Ε. Μακρίδου με απόφαση της Αρχής προάχθηκε 15 τότε στηθέσητου ΓραφέαΠρώτηςΤάξηςαναδρομικάαπό την 1 Αυγούστου
- Προκύπτει ότι στα πλαίσια της ίδιας διαδικασίας, μεταξύ των άλλων, προάχθηκε και η αιτήτρια στην ίδιαθέσηκαιπάλιν αναδρομικά,αλλάαπό την 1 Μαρτίου
- 20 Το Διοικητικό Συμβούλιο της Αρχής υπέβαλε τις υποψηφίους για τη θέση σε προφορική εξέταση. Αναφέρεται στα πρακτικά η γενική εντύπωση του Διοικητικού Συμβουλίου ως προς την επίδοση της κάθε 25 μιας από τις υποψήφιες. Τα ενδιαφερόμενα μέρη αξιολογήθηκανωςπολύκαλέςκαιηαιτήτριαωςκαλή. Από το σύνολοτων πιο πάνωδεδομένων δεν συμφωνώ ότι προκύπτει έκδηλη υπεροχή της αιτήτριας έναντι των 30 ενδιαφερομένων μερών. Το ενδιαφερόμενο μέρος Σ. Δημητρίου ήταν αρχαιότερο, είχε γενικά καλύτερες εμπιστευτικές εκθέσεις καιη απόδοση τηςστηνπροφορική εξέταση ήταν καλύτερη συγκριτικά με την αιτήτρια. Το ενδιαφερόμενο μέρος Ε. Μακρίδου ήταν αρχαιότερηαπό 35 την αιτήτριακαι είχεκαλύτερη απόδοσηαπό εκείνη στην προφορική εξέταση. Η κατά μια μονάδα χαμηλότερη βαθμολογία της στις εμπιστευτικές εκθέσεις του 1988 και ηπειθαρχικήποινήπουτης επιβλήθηκετον ίδιοχρόνο για πειθαρχικό παράπτωμα που τοποθετείται στηδιετία 1984 40 - 1986, δεν θεωρώ ότι αποκαλύπτουνέκδηλη υπεροχή της αιτήτριας ή ότι καθιστούν μή εύλογα επιτρεπτή την επιλογή που έγινε. Αλλωστε, η εμπιστευτική έκθεση του 1988, όπως βέβαια και οι προηγούμενες, αλλά και το 3899 Κων/νίδης, Δ. Πουλλήν.ΑρχήςΛιμένωνΚύπρου
(1992)γεγονός της επιβολής της πειθαρχικής ποινής ήταν ενώπιον της Αρχής και κατά την λήψη της απόφασης το 1990 που οδήγησε στην προηγούμενη αναδρομική προαγωγή των ενδιαφερομένων μερών και της αιτήτριας, στις οποίες έχω αναφερθεί. 5 Τελικά, δεν συμφωνώ ότι οι αιτιάσεις της αιτήτριας,ως προς την προφορική εξέταση που έγινε, είναι βάσιμες. Οι αρχές που διέπουν το θέμα έχουν συνοψισθεί πρόσφατα από την Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην ίο υπόθεση Χρύσανθος Κωνσταντίνου ν. Συμβουλίου Αμπελουργικών Προϊόντων, Α.Ε. 964 της 25 Ιουνίου
- Παραθέτω το σχετικό απόσπασμααπότηναπόφαση τουΔικαστήΣόλωναΝικήτα. 15 "Από την πλούσια νομολογία που έχει ως σήμερα διαμορφωθεί, προκύπτει ότι το διορίζον όργανο έχει καθήκον να καταγράψει τις εντυπώσεις από τη συνέντευξη του κάθε υποψηφίου. Μόνο έτσι είναι εφικτός ο ακυρωτικός έλεγχος. Δεν ικανοποιεί η 20 γενικευμένη κρίσηπωςλήφθηκευπόψηηαπόδοσητους. Αρκείναπαραπέμψουμεστηναπόφασητης Ολομέλειας Α.Ε. 689, Φειδίας Εκτωρίδης ν. Δημοκρατίας ημερ. 15/3/
- ΗυπόθεσηΑνδρόνικουν.Δημοκρατίας
(1987)3 Α.Α.Δ. 123, στην οποία βασίζεται η πρωτόδικη 25 απόφαση, απλώς διέγνωσε πως δεν είναι απαραίτητηη τήρηση πρακτικού και αναφορικά με τις εντυπώσεις που σχηματίζει στη διάρκεια της συνέντευξης κάθεένα από τα μέλη του διορίζοντος οργάνου. Φτάνει, όπως παρατηρεί η υπόθεση Εκτωρίόη, ανωτέρω, 'να 30 μεταδίδει την κρίση της (Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας) αναφορικά με τη γενική εντύπωση που άφησαν οι υποψήφιοι κατά τη διάρκεια της προφορικής αυτής εξέτασης, και αν υπήρχε διαφωνία μεταξύτων μερών της,αυτήνακαταγραφεί'". 35 Στην παρούσα υπόθεση έχει καταγραφεί σταπρακτικά η γενική εντύπωση του Διοικητικού Συμβουλίου της Αρχής ως προς την απόδοση της κάθε μιας από τις υποψήφιες, που, όπως προκύπτει, ήταν ομόφωνη και δεν 40 είναι ορθό πως χρειαζόταν κάποιας μορφής ιδιαίτερη αιτιολόγηση αυτήςτης εντύπωσης. 3900 4ΑΛΛ. Πουλλήν. ΑρχήςΛιμένων Κύπρου Κων/νίδης, Δ. Καταλήγω ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ήταν δεόντως αιτιολογημένη,λήφθηκε μετάαπό δέουσαέρευνα και δεν πάσχει γι' οποιοδήποτε από τους προβληθέντες λόγουςακυρότητας. Η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.Καμιάδιαταγήγια έξοδα. Ηπροσφυγήαπορρίπτεταιχωρίςέξοδα. 3901