(1993)8Απριλίου, 1993 [ΛΟΐΖΟΥ, Π.,ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ, ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ, ΧΑΤίΗΤΣΑΓΓΑΡΗΣ, ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΗΣ, ΑΡΤΕΜΙΔΗΣ,ΑΡΤΕ/ ΜΗΣ, Δ/στές] ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΑΡΘΡΟ 17
(4)ΤΟΥ ΠΕΡΙ ΔΙΚΗΓΟΡΩΝ ΝΟΜΟΥ.ΚΕΦ.2, ν. ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕΘ.Κ. ΚΑΙ ΑΛλΩΝ,ΔΙΚΗΓΟΡΩΝ, (ΕφέσειςΑρ.1/91, 2/91 1/92, 2/92, 3/92) Δικηγόροι— Πειθαρχική δικαιοδοσία—Αναθεώρηση αποφάσεων τον Πειθαρχικού Συμβουλίου σύμφωνα με το άρθρο 17
(4)τον Περί Δι κηγόρων Νόμου Κεφ.2— Κατά πόσο εξακολουθεί να αποτελεί το ορθό πλαίσιο άσκησηςτηςδικαιοδοσίαςαναθεώρησης των αποφά σεωντου Πειθαρχικού Συμβουλίου τωνδικηγόρωνήκατάπόσο τέ- 5 τοια αναθεώρησηπρέπει να γίνεται μέσω τον άρθρου 146τον Συ ντάγματος, ενόψει της τροποποίησης στην περιγραφή τον δικηγό ρου σαν λειτουργού τηςδικαιοσύνηςαντί λειτουργού του Δικαστη ρίου. Πριν από την έναρξη της ακρόασης των εφέσεων αυτών ενα- 10 ντίον αποφάσεωντου ΠειθαρχικούΣυμβουλίου τωνδικηγόρων,το Ανώτατο Δικαστήριο εξέτασε προδικαστικάτοζήτηματουπλαισί ου δικαιοδοσίας μέσα στο οποίο γίνεται ηαναθεώρησηαπότο Δι καστήριο των αποφάσεωντου ΠειθαρχικούΣυμβουλίου των δικη γόρων. Ειδικότερατέθηκεθέμα,ενόψει τηςτροποποίησηςτηςπρό- 15 νοιας στον περί Δικηγόρων Νόμο,Κεφ.2, που προέβλεπε ότι οδι κηγόρος είναι λειτουργός του Δικαστηρίου καιτηναντικατάσταση της μετηνπρόνοιαότι οδικηγόρος είναι λειτουργός τηςΔικαιοσύ νης,κατά πόσο ητροποποίησηαυτήείχε ανατρέψει την μέχρι τότε πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ότι οι αποφάσεις 20 του ΠειθαρχικούΣυμβουλίου των δικηγόρων ήσανοιονεί δικαστι κέςκαιόχιδιοικητικές,και,κατάσυνέπεια,έξω απότοπλαίσιοτης δικαιοδοσίας δυνάμειτουάρθρου 146 τουΣυντάγματος. Αποφασίσθηκε ότι: Η τροποποίηση του περί Δικηγόρων Νόμου με την αντικατά- 25 στάση τηςφράσης ότι ο δικηγόρος είναι "λειτουργός τουΔικαστη186 1 ΑΛ.Δ. 5 Θ.Κ. κ. ά. ρίου"μετηνφράση ότι είναι"λειτουργός τηςδικαιοσύνης"δενείχε αλλοιώσει τηνφύσητουλειτουργήματοςπουασκείοδικηγόρος,που είναιαπόλυτα συνδεδεμένο μετηναπονομήτηςδικαιοσύνηςκαι,γι' αυτόδενυπήρχεοποιοσδήποτελόγος γιαναανατρέψειτοΔικαοτήριοτηνπάγιανομολογία τουσύμφωναμετηνοποίαηφύσητων κα θηκόντωντουΠειθαρχικούΣυμβουλίουτωνδικηγόρωνείναιοιονεί δικαστικήκαικατάσυνέπειαηαναθεώρησητωναποφάσεωντουβρί σκεταιέξωαπότοπλαίσιοτηςδικαιοδοσίαςδυνάμειτουάρθρου146 του Συντάγματος. 10 Ηπροδικαστική ένσταση απορρίφθη κε. Υπόθεσΐ)ποναναφέρθηκε: InreC.H. AnAdvocate
(1969)1 C.L.R.561. Προδικαστική ένσταση. 15 20 Προδικαστική ένσταση στις εφέσεις που καταχωρήθηκανενα ντίον των αποφάσεωντουΠειθαρχικούΣυμβουλίουκάτωαπότο άρθρο 17
(4)τουπερίΔικηγόρωνΝόμου, Κεφ.2σχετικάμετοπλαί σιο δικαιοδοσίας μέσα στο οποίο αναθεωρούνται αποφάσειςτου ΠειθαρχικούΣυμβουλίου. Οι εφεσείοντες στις Εφέσεις αρ. 1/91,2/91 και2/92παρουσιάζο νταιαυτοπροσώπως. Λ. Κληρίδηςκαι Μ.Εκτ(ορίδου(δ/νις), γιατον εφεσείοντα στην έφεσηαρ. 1/92 και 3/92. 25 Μ. Τριανταφυλλίδης, Πρόεδρος Πειθαρχικού Συμβουλίου, Λ. Παπαφιλίππον και Α. Δανός, ΜέλητουΠειθαρχικού Συμβου λίου,ωςφίλοι τουΔικαστηρίου,γιατον εφεσίβλητο. Cur. adv. wit. ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ: Την απόφαση του Δικαστηρίου θα δώσει ο ΠρόεδροςΑ.Ν. Λοΐζου. 30 Α. Ν.ΛΟΪΖΟΥ, Π.: ΑυτήείναιηομόφωνηαπόφασητουΔικα στηρίου,αλλάοιΔικαστέςκ.κ. Αρτεμίδης καιΑρτεμηςθαπροβούν σεορισμένες δικέςτουςπαρατηρήσεις. Στιςεφέσεις αυτέςπουκαταχωρήθηκανεναντίοντωναποφάσε187 Λοΐζου, Π. Θ.Κ. χ. ά.
(1993)ωντουΠειθαρχικούΣυμβουλίουκάτωαπότοάρθρο17
(4)τουπε ρίΔικηγόρων Νόμου,Κεφ. 2όπωςτροποποιήθηκε (στησυνέχεια ο Νόμος)τοΔικαστήριο τούτοαποφάσισεναακούσειπροδικαστικά τοεγειρόμενο νομικό θέμααναφορικάμετοπλαίσιοδικαιοδοσίας μέσα στο οποίοαναθεωρούνταιαποφάσειςτουΠειθαρχικούΣυμ- 5 βουλίου, δηλαδήκατά πόσο μια τέτοια προσβαλλόμενη απόφαση είναι διοικητικήπράξηκαιθαπρέπει νααναθεωρείται μεβάση το άρθρο 146 του Συντάγματος ήως απόφασηπου μπορεί να είναι αντικείμενο έφεσης όπωςπροβλέπουν οΝόμοςκαιοπερί Δικηγό ρων (Εφέσεις σε Πειθαρχικές Υποθέσεις) Κανονισμός του 1980 10 που δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδατης Δημοκρατίας της 14 Νοεμβρίου 1980, Παράρτημα Δεύτερο, σελ. 23,όπως έγινεστις εφέσεις αυτές. Αφού ακούσαμε τα σχετικά επιχειρήματα καταλήξαμε στο συ μπέρασμα ότι δεν έχουν προβληθεί λόγοι πουθα μας έκαμναν να 15 αποστούμε από την πάγια νομολογία μας σύμφωνα με την οποία έχει αποφασιστεί ότι η φύση των καθηκόντων του Πειθαρχικού Συμβουλίου είναι οιονεί δικαστική τα οποία ασκούνται από ένα υπεύθυνοκαιειδικάπροσοντούχο σώμα. Είναιγιατοσκοπό άσκη σηςπειθαρχικήςεξουσίας σταμέλη ενόςεπαγγέλματοςστηνέντιμο- 20 τητα του οποίου το δημόσιο έχει ένα σημαντικό συμφέρον και το Ανώτατο Δικαστήριο έχειμιαυπέρτατηεποπτική δικαιοδοσία. Έχει καθοριστικά αποφασιστεί ότι θέματαπουσχετίζονται με την απονομήτης Δικαιοσύνης είναι έξω απότο περιθώριο τηςδι καιοδοσίας κάτωαπότο Αρθρο 146 του Συντάγματος. "Οι δίκη- 25 γόροΓ, όπως λέχθηκε στην υπόθεση In Re CM. An Advocate
(1969)1 C.L.R., p.561,"είναι λειτουργοί τουΔικαστηρίου καιπει θαρχικά θέματαπου αναφέρονταισε αυτούς θεωρούνται ότι σχε τίζονται μετηναπονομήτηςΔικαιοσύνης". Προςυποστήριξη της θέσης αυτήςέγινεπαραπομπήστις αποφάσειςτουΕλληνικού Συμ- 30 βουλίου της Επικρατείαςστις υποθέσεις 1042
(51),1633
(51), όπως αναφέρονται στο Συμπλήρωμα της Νομολογίας τουΖαχαρόπου λου, 1935-1952, σελ. 300, παράγραφοι 46^7. Το ερώτημα που εγείρεται στην προκειμένη περίπτωση είναι κατάπόσο ητροποποίηση τουάρθρου 15τουΝόμουαπότον τρο- 35 ποποιητικόΝόμο αρ.40 του 1975, έχειφέρει τέτοιααλλοίωσηστη (ρύσητης δικηγορίας ώστεναδικαιολογείται μίανέα προσέγγιση στον τομέα των εφέσεων από αποφάσεις του Πειθαρχικού Συμ βουλίου των Δικηγόρων. Με το Νόμοεπροβλεπετο ότι οιδικηγό ροι ήτανλειτουργοί τουΔικαστηρίου ενώ τώρα μετην τροποποί- 40 ηση αυτή, "πας δικηγόρος είναι λειτουργός της Δικαιοσύνης και υπέχει πειθαρχικήν ευθύνην και υπόκειται εις την πειθαρχικήν 188 1Α.Α.Λ. Θ.Κ. χ. ά. διαδικασίαντηνπρονοουμένην εντωπαρόντι Μέρει." 15 Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η τροποποίηση αυτήκαι η αλλαγήτης περιγραφής της θέσεωςκαι των σχέσεωντων δικηγό ρων έναντι τουΔικαστηρίου ήτης Δικαιοσύνης δεν αλλοιώνει τη φύσητουλειτουργήματος τοοποίοασκούνοιδικηγόροι. Είναιως αποτέλεσμα τηςφύσεως αυτήςπουείναι απόλυτασυνδεδεμένη με την απονομή της Δικαιοσύνης και σχετιζόμενη με αυτή που οι αποφάσειςτουΠειθαρχικούΣυμβουλίουτωνΔικηγόρων θεωρού νταιωςοιονείδικαστικέςκαιδενεμπίπτουν,όπωςείναιπάγιανομολογημενο καιμεβάσητις ΓενικέςΑρχέςτουΔιοικητικούΔικαί ουόπως αυτέςκαθιερώθηκανστο ΗπειρωτικόΔίκαιο,όπως στις περιπτώσεις των άλλων επαγγελμάτων, όπως ιατροί,αρχιτέκτο νες κλπ, στον έλεγχο του Διοικητικού Δικαστηρίου, αλλά στον έλεγχοτουΔικαστηρίου τούτουστην άσκησητηςσυνήθουςδικαιοδοσίαςτου. 20 Γιαόλους τουςπιοπάνωλόγους έχουμεκαταλήξειστο συμπέ ρασμαότι ορθάκαταχωρήθηκανοιπαρούσεςεφέσειςκάτωαπότο άρθρο 17
(4)τουΝόμουκαιτουσχετικού Διαδικαστικού Κανονι σμού. θαπροχωρήσουμε επομένως ναακούσουμετιςεφέσειςπάνωσταυπόλοιπανομικάσημεία. 5 10 25 30 35 40 ΑΡΤΕΜΙΔΗΣ, Δ.: Νομίζωότι ορθάδίδεται δικαιοδοσία στο Ανώτατο Δικαστήριο απότονπερίΔικηγόρων Νόμο,Κεφ.2,όπως έχειτροποποιηθεί,ναεπανεξετάζεικατ' έφεση τιςαποφάσειςτου Πειθαρχικού Συμβουλίου του δικηγορικού σώματος. Ηαιτιολόγησητης εξαίρεσης αυτήςαπότηγενικά εφαρμοζόμενη αρχή, ότι αποφάσεις πειθαρχικών συμβουλίων διοικητικών οργάνων ελέγ χονται απόταδιοικητικάΔικαστήρια,δίδεται απότη νομολογία πουπαρατίθεται στην απόφασητουεντίμου ΠροέδρουτουΔικα στηρίου,πουμόλιςέχειδιαβαστεί. Κατάτηδιάρκειατηςσυζήτησηςτουεπίδικουπροκαταρκτικού θέματος ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας εισηγήθηκε, με κάποια επιφυλακτικότητα,πωςη ισχύουσα νομολογία πρέπει να αλλάξει ώστεκαιοι αποφάσειςτουΠειθαρχικούΣυμβουλίουτων δικηγόρων να ανάγονται στη σφαίρα του διοικητικού δικαίου, οπόταντο Ανώτατο Δικαστήριο θαασκεί δικαιοδοσία αναθεωρή σεωςτουςσύμφωνα μετοάρθρο 146τουΣυντάγματος,όπωςσυμ βαίνει μετηνπειθαρχική διαδικασία στηδημόσιαυπηρεσία,οργα νισμούς δημοσίουδικαίουήεπαγγελματικώνοργανώσεωντουίδι ουχαρακτήρα. Στηνεπιχειρηματολογία προςτηνυποστήριξητης εισήγησης προβάλλονται οι αλλαγές που έχουν, επέλθει με την πάροδο του χρόνου στο δικηγορικό επάγγελμα, που τώρα είναι 189 Θ.Κ. χ. ά.
(1993)πολυπληθές, καθώς και στην αναγκαιότητα ανεξαρτητοποίησης του,στοιχείαπουσυνάδουνμετοφιλελεύθερο πνεύμαπουεπικρα τεί στους καινούς μας. Μεαυτάσχϊμ^ρώνησε καιοκ.Λ. Κληρίδης, πρύτανης τουδικηγορικού σώματος καισυνήγορος ενός τωνεφεσειόντων, αφήνονταςόμως το ζήτημαστην απόλυτηκρίση τουΔι- 5 καστηρίουδεδομένης τηςξεκάθαρηςνομολογίας πάνωστοζήτημα, όπωςο ίδιοςχαρακτηριστικάείπε. Το σχόλιο, στο οποίοθέλω ναπροβώ, καικαθιστώαμέσωςσα φές πως τοθέμαδεν υπήρξε αντικείμενο συζήτησης στην υπόθεση, καιδέχομαι μάλισταπωςαντιμάχεταιτηνομολογία τουΑνωτάτου 10 Δικαστηρίου, είναι το εξής: Τοπιοκαίριοκαιουσιαστικό στοιχείο της πειθαρχικής διαδικασίας και του αποτελέσματος της είναι ο ποινικόςχαρακτήραςτης. Αυτόφαίνεταιιδιαίτερααπότιςαρνητι κέςεπιπτώσεις πουπιθανόναέχειμιααπόφασηπειθαρχικούοργά νου σε κάποιοενδιαφερόμενο πρόσωπο. Οι επιπτώσεις αυτέςδυ- 15 νατό να επηρεάζουν μόνιμα την επαγγελματική του σταδιοδρομία π.χ.απόλυσητου,μείωσητωναπολαβώντουή ναέχουναντίκτυπο στην εντιμότητα καιηθικήτουυπόσταση. Μεαυτάυπόψη προβάλ λεται το ερώτημα γιατί το θεσμικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου ναισχύειμόνο σε ότι αφοράτο Πειθαρχΐ- 20 κόΣυμβούλιο τουδικηγορικούσώματοςκαιόχισεόλεςτιςπειθαρ χικές διαδικασίες. Η αρχήτης ισότητας, ιδιαίτερα στην απονομή τηςδικαιοσύνης,δυνατόνασυνηγορεί υπέρτηςθέσεωςπωςοιαπο φάσειςόλων τωνπειθαρχικώνσυμβουλίων πρέπειναέχουντοπλε ονέκτημα τηςουσιαστικά αναψηλάφησηςτουςαπότοΑνώτατο Δι- 25 καστήριο στην κατ' έφεσηδικαιοδοσία-του παρά την ακυρωτική. Επισημαίνω επίσης πως οι συνταγματικές και άλλες νομοθετικές ρυθμίσεις που ισχύουν στην Ελλάδακαι Γαλλία,απόόπουαντλή θηκεκαιησχετικήνομολογία μας,είναιδιαφορετικέςαπόαυτέςτης χώραςμας,μεαποτέλεσμα οαναθεωρητικόςέλεγχοςτωναποφάσε- 30 ων των πειθαρχικών συμβουλίων σ' αυτέςτις χώρες ναείναι απο τελεσματικός. Τελειώνοντας, επαναλαμβάνωπως εκφράζωαπλές σκέψειςπάνωσε έναζήτημαπουείναι λυμένονομολογιακά,αλλά, όπωςκαιπλείστα ζητήματα,ελεύθερογιαμελλοντική επανεξέταση, ανκριθεί βέβαια νομικάεπιτρεπτό. 35 ΑΡΤΕΜΗΣ, Δ.: Συμφωνώ απόλυτα με την απόφασηπου έχει μόλις απαγγελθεί από τον Έντιμο Πρόεδρο του Δικαστηρίου και ταυτόχρονα συμμερίζομαι και υιοθετώ τα σχόλια και τις απόψεις πουεκφράζονταιστην απόφαση πουέχειδιαβάσειοΈντιμοςΔικα στήςκ.Αρτεμίδης. . Η προδικαστική ένστασηαπορρί πτεται. 190 40