← Κύπρος

clr/1993/1993_2_82.pdf

(1993)8Απριλίου, 1993 [Α.ΛΟΙΖΟΥ, Π.,ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ, ΧΑΤΖΗΤΣΑΓΓΑΡΗΣ, Δ/σχές] ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Εφεσείων, ν. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΚΟΥΝΝΙΔΗ, Εφεσίβλητου. (Ποινική ΈφεσηΑρ. 5662). Ποινική Δικονομία — Ο περί Ποινικής Δικονομίας Νόμος Κεφ. 155 άρθρο 74
(1)0) — Υποβολή για μη από<5εί£ηεκπρώτης όψεωςυπό­ θεσης εναντίον του κατηγορουμένου — Εφαρμογή εσφαλμένου κριτηρίου από το Δικαστήριο ως προ την κλήση του κατηγορουμέ­ νου σε απολογία μετά το κλείσιμο της υπόθεσης για την Κατηγο- ^ ρούσα Αρχή — Ωδήγησε σε ακύρωση της απόφασης ytaαθώωση του και σεδιαταγή για επανεκδίκαση — Αρχές που εφαρμόζονται. Ύστερα από ακροαματική διαδικασίαο κατηγορούμενος που αντιμετώπιζε κατηγορία για κλοπή κατά παράβασητων άρθρων 255 και 262 του Ποινικού Κώδικα,Κεφ. 154, δεν κλήθηκε σε απο- ™ λογία λόγω μηαπόδειξηςεκπρώτηςόψεως υπόθεσης εναντίον του από την Κατηγορούσα Αρχή. Το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι με βάση τα περιστατικά της υπόθεσης δεν υπήρχε το τεκμήριο της ενοχής αλλά μόνο η υποψία με αποτέλε- *-* σμα την αθώωσηκαιαπαλλαγήτουκατηγορουμένου. Ηαπόφασηαυτήεφεσιβλήθηκε απότον Γενικό Εισαγγελέα με βάσητο άρθρο 137 του Κεφ. 155 ο οποίος εισηγήθηκε ότι οπρωτό­ δικος Δικαστής στηρίχθηκε πάνωσε εσφαλμένα κριτήρια στο στάδιο αυτότης δίκης. Το Ανώτατο Δικαστήριο αποδέκτηκετην έφεσηκαι αποφάνθη­ κε ότι:
  1. Για τους σκοπούς της εκ πρώτηςόψεως υπόθεσης ηκαταφυ­ γήστο ψεύδος και στην αδιαφορία συνιστούν κάτωαπό ορισμένες περιστάσεις τεκμήριο ενοχής. Από τη μαρτυρίαφαίνεται ότι ο κα- 25 τηγορούμενος κατέφυγε τόσο στο ψεύδος όσο και στην αδιαφορία σε δύο περιπτώσεις.
  2. Ο πρωτόδικοςΔικαστήςδεν καθοδήγησεορθάτον εαυτότου ως προς το κριτήριο κλήσεως ενός κατηγορουμένου σε απολογία μετά το κλείσιμο της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή. Το 30 82 20 2ΑΛΛ. Γεν.Εισαγγελέαςν.Κουννίδη ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αναποδειχθεί η ενοχήτου κατηγορουμένου στο στάδιο αυτό της δίκης,αλλά κατά πόσοσεπερίπτωσηπουοκατηγορούμενοςδενδώσει ικανοποιητι­ κή εξήγηση,τοΔικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο τηςκατηγορίας. 5
  3. Λόγωεφαρμογήςτουεσφαλμένουκριτηρίου,ηέφεση επιτρέ­ πεται. Ηυπόθεσηστέλλεται για επανεκδίκασηαπόάλλον Δικαστή. Ηέφεσηεπιτρέπεται. Διαταγή γιαεπανεκδίκαση. 1ο Υποθέσεις που αναφέρθηκαν: Φιλώτας ν. Δημοκρατίας
(1967)2ΑΛΛ. 13· 5 Fourmdes v.TheRepublic
(1986)2 C.LA. 73· Michaelidesv.TheRepublic
(1989)2C.L.R. 172Γεν.Εισαγγελέας v. Χριστοδούλου
(1990)2ΑΛΛ. 133. 20 Εφεσηεναντίον Καταδίκηςκαι Ποινής. ΈφεσηεναντίοντηςκαταδίκηςκαιτηςποινήςαπόΧα­ ράλαμποΑντώνη Αεροπόρο καιάλλους οι οποίοι βρέθη­ καν ένοχοι στις 8Φεβρουαρίου, 1993, απότο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού (Αριθμός Ποινικής Υπόθεσης 5719/ 92) στην κατηγορίακλεπταποδοχής, κατάπαράβασητων άρθρων 294 (α)και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και καταδικάστηκαν απόΚορφιώτη,Α.Ε.Δ. σε ποινή φυ­ λάκισηςδύοετώνέκαστος. 30 Μιχ.Κυπριανού μεΤ. Πούλον καιΜ.Κυρμίζη (Δ/νίς), γιατουςεφεσείοντες. Μ. Παμπαλή (κα)και Ε. Κλεόπα (κα),Δικηγόροιτης Δημοκρατίας, γιατουςεφεσίβλητους. Cur. adv. vult. 35 Α. ΛΟΙΖΟΥ, Π. ανάγνωσε την ακόλουθη απόφαση. Ύστερα απόακροαματικήδιαδικασία,οεφεσίβλητοςπου κατηγορείτο για κλοπή κατάπαράβαση των άρθρων 255 και262 τουΠοινικού Κώδικα,Κεφ. 154,και συγκεκριμέ83 Α. Λοΐζου, Πβ. Γεν. Εισαγγελέαςν.Κουννίόη
(1993)να ότι μεταξύ της 1 Σεπτεμβρίου 1991 και22 Δεκεμβρίου 1991 έκλεψεένασφραγισμένο δέμαπουπεριείχε £9,000σε μετρητά, περιουσία του Μιχαήλ Ιωάννου απότη Λάρνα­ κα, δεν κλήθηκε σε απολογία γιατί όπως αποφάνθηκε ο πρωτόδικος Δικαστής στην απόφασητου,ηΚατηγορούσα ^ Αρχή απέτυχε να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου και κατά συνέπεια οκατη­ γορούμενος αθωώθηκε και απαλλάγηκε από τις κατηγο­ ρίες. Αφού ανάλυσε σε έκταση την προσαχθείσα μαρτυρία, τοπρωτόδικοΔικαστήριο κατέληξε μεταπιοκάτω: 10 "Τα περιστατικά της παρούσαςυπόθεσης δεν συμβι­ βάζονται με την εκδοχή ότι ο κατηγορούμενος είναι εκείνος πουδιέπραξετηνκλοπή.Δεν υπάρχειτοτεκμή­ ριο της ενοχής αλλά μόνο ηυποψία.Τα γεγονότα και 15 περιστατικά της υπόθεσης είναι τέτοια που καθόλου δεν αποκλείουν το ενδεχόμενο ότι το αδίκημα μπορεί να διαπράχθηκεαπόκάποιο άλλο πρόσωπο (βλ. Penal Law of Indian 1473, 1474 και Φιλώτας ν. Δημοκρατίας
(1967)2 Α.Α.Δ. 13). Όπως έχειήδηαναφερθείταπερί- 2 Q στατικά της υπόθεσης δεν συμβιβάζονται καθόλου με την εκδοχή ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε την κλοπή αλλά έστωκαιεάνσυμβιβάζονται θαέπρεπεπέραν από αυτά ναικανοποιηθώκαιδεν ικανοποιήθηκαότι ταγε­ γονότα είναι τέτοια που να μην συμβιβάζονται με οποιοδήποτε άλλο λογικό συμπέρασμα εκτός από το 25 συμπέρασμα της ενοχής του κατηγορουμένου (βλ. Hodge(ανωτέρω)." Ο Γενικός Εισαγγελέας καταχώρησεέφεσηδυνάμειτου άρθρου 137 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 εναντίον της πρωτόδικης απόφασηςτου Επαρχιακού 30 Δικαστηρίου. Οι λόγοι πάνω στους οποίους βασίζεται η έφεση είναιοι πιοκάτω:
(1)Οιαρχέςδικαίουπου ισχύουν σχετικά μετηνεφαρ­ μογήτου άρθρου 74
(1)(β)του περί Ποινικής Δικό- 35 84 2ΑΑ^\. Γεν. Εισαγγελέαςν.Κουννίδη Α. Λοΐζου, Πρ. νομίας Νόμου, Κεφ. 155, εφαρμόστηκαν πλημμε­ λώς σταπραγματικάγεγονότα τηςυπόθεσηςκαιγι' αυτό η αθώωση του κατηγορουμένου εφεσίβλητου είναι εσφαλμένη. 5 !0
(2)Το Δικαστήριο απάλλαξε τον κατηγορούμενο με τηνεσφαλμένηαιτιολογία ότιδενυπήρχεαπόδειξη βάσει της οποίας να μπορούσε εύλογα να διαπι­ στώσει πραγματικό γεγονός ενώ τέτοια απόδειξη υπήρχε.
(3)Το Δικαστήριο εσφαλμένα αποφάσισε ότι από τη μαρτυρία δεν υπήρχαν στοιχεία που να δημιουρ­ γούν τεκμήριο ενοχής είτε από μόνα τους είτε σε συνάρτηση μεάλλα,ενώτέτοιαστοιχείαυπήρχαν. 15 Θαπρέπει νατονιστεί στο στάδιοαυτόότι οπρωτόδι­ κος Δικαστής κατέληξε στα συμπεράσματα αυτά όταν έκλεισε ηυπόθεση της Κατηγορούσας Αρχήςκαιυποβλή­ θηκεαπόμέρους τηςυπεράσπισης δυνάμει του άρθρου74
(1)(β)του Κεφ. 155 ότι δεναποδείχθηκε εκπρώτης όψεως -„ υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου επαρκώςώστενα υποχρεούται να προβάλει υπεράσπιση. Το Δικαστήριο αποδέχθηκετηνεισήγηση αυτήκαιδενκάλεσετον εφεσείοντασευπεράσπιση. Είναι ηθέσητου Γενικού Εισαγγελέα ότι ο πρωτόδι25 κος Δικαστής στηρίχθηκε πάνω σε εσφαλμένα κριτήρια στο στάδιοαυτότηςδίκης. Προςυποστήριξητηςθέσηςτουεπικαλέσθητιςαποφά­ σεις του Δικαστηρίου τούτου στις υποθέσεις Fournides ν. TheRepublic
(1986)2 C.L.R. 73στη σελ. 94, Michaelides ν. 30 TheRepublic
(1989)2 C.L.R. 172 στησελ. 201 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Σ. Χριστοδονλον
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, όπως επίσης και στο Practice Note of the D.C. of the Q.B.D. [1962]1 All E.R.448. 35 Σύμφωνα με τη μαρτυρίατης Κατηγορούσας Αρχής ο 85 Α. Λοΐζου, Πρ. Γεν. Εισαγγελέαςν.Κουννίδη
(1993)εφεσίβλητος φέρεται να λέγει ότι στις 24 και 25 Σεπτεμ­ βρίου 1991 είχεπαραδώσειτοπακέτο στοΒλίττη καιόταν επανήλθεστην εργασίατοπαρέλαβεπίσω.Ο Βλίττης είπε ότι δεν παρέλαβε ούτεπαρέδωσεπακέτο. Ημαρτυρίατης Κατηγορούσας Αρχής και εκείνητου Βλίττη έγινε δεκτή. Επομένως ο εφεσίβλητος φέρεταινακαταφεύγειστοψεύ­ δοςπάνωστοζήτηματηςτύχηςτουεπίδικουπακέτου. s Επιπλέον υπήρχε μαρτυρίαότι ο εφεσίβλητος σύμφω­ να μετηδικήτουεκδοχήφρόντισε ναπαραδώσειτοπακέ­ το ειδικά στο μάρτυρα Βλίττη και να το παραλάβει ο *0 ίδιος. Αυτό αποτελεί τουλάχιστο μαρτυρίαότι γνώριζε ή υποψιάζετο ότι πρόκειτο για κάτι το πολύτιμο. Επίσης απότημαρτυρίαφαίνεταιότιοεφεσίβλητος ήταναδιάφο­ ρος πάνωστο ζήτημα της περαιτέρω έρευνας για τηδια­ κρίβωση της τύχης του πακέτου.Οι πιο πάνωπτυχές της 15 μαρτυρίας δεν σχολιάζονται καθόλου απότο πρωτόδικο Δικαστήριο. Είναι αρκετό για τους σκοπούς της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης ν' αναφέρουμε ότι καταφυγή στο ψεύδος και αδιαφορία συνιστούν κάτω από ορισμένες περιστάσεις 2 Q τεκμήριο ενοχής(Φονρνίδηςκαι Μιχαηλίδηςανωτέρω). Είναι φανερόαπότοπιοπάνωαπόσπασμαπουπαρα­ τέθηκε στην απόφασηαυτή, ότι ο πρωτόδικος Δικαστής δεν καθοδήγησε ορθάτον εαυτότου ως προς τοκριτήριο της κλήσεως ενός κατηγορουμένου εις απολογία μετά το κλείσιμο της υπόθεσης για την Κατηγορούσα Αρχή. Ομι­ λεί όπως φαίνεται για το τεκμήριο της ενοχής, ότι δεν υπάρχει στην υπόθεση αυτή και ότι υπήρχε μόνο η υπο­ ψία. Όπως επίσης και εσφαλμένα καθοδήγησε τον εαυτό του ότι στο στάδιοεκείνο έπρεπενα ικανοποιηθεί "ότιτα γεγονότα είναι τέτοια που να μην συμβιβάζονται με 30 οποιοδήποτε άλλο λογικό συμβιβασμό, εκτός απότο συ­ μπέρασμα της ενοχής τουκατηγορουμένου".Το ορθόκρι­ τήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορουμένου εις το στάδιο που κλειεί η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, αλλά κατά πόσο σε 35 86 2Α.Α.Δ. Γεν. Εισαγγελέας ν. Κουννίδη Α. Λοΐζον,Πρ. περίπτωσηπουοκατηγορούμενος δενδώσει ικανοποιητι­ κή εξήγηση, το Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρειένοχοτηςκατηγορίας. Επομένως εφόσον το Δικαστήριο εφάρμοσετοεσφαλ5 μένο κριτήριο,ηΈφεσηεπιτρέπεταικαιστέλλεται η υπό­ θεσηγιαεπανεκδίκαση απόάλλοΔικαστή. Ηέφεσηεπιτρέπεται. Δια­ ταγήγιαεπανεκδίκαση. 87

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.