← Κύπρος

clr/1994/1994_3_543.pdf

3 ΑΛΛ. 17Νοεμβρίου, 1994 [ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΗΣ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ, ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ, ΑΡΤΕΜΙΔΗΣ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ, Δ/οτές] ROSLA LTD., Εφεσείοντες - Αιτητές, ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩΤΟΥ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΤΕΛΩΝΕΙΩΝ, Εφεσίβλητων -Καθ' ων η αίτηση. (Αναθεωρητική Έφεση Αρ. 1126). 5 Τελωνειακοί Δασμοί και ΦόροιΚαταναλώσεως — Εξεύρεση αξίας ει­ σαγομένων εμπορευμάτων για σκοπό εξακρίβωσης και επιβολής εισαγωγικού δασμού — Ο περί Τελωνείων και Φόρων Καταναλώ­ σεωςΝόμος τον 1967(Ν.82/67) Άρθρο 159

(1), (οΝόμος) — Εφαρμοστέες νομικές αρχές. Διεθνής Σύμβαση των Βρυξελλών, περί Εκτιμήσεως της Αξίας Εμπο­ ρευμάτων διά Τελωνειακούς Σκοπούς (Convention on the Valuation of Goodsfor CustomsPurposes). 10 Λέξεις και Φράσεις— "Ελευθέρα αγορά "στο Πρώτο Παράρτημα του περί Τελωνείων και ΦόρωνΚαταναλώσεως Νόμου, Ν. 82/67. Απόδειξη — Εξ ακοής μαρτυρία — Δεν υπάρχει στη σφαίρα τηςδιοί­ κησης ηέννοια της εξ ακοής μαρτυρίας. 15 20 25 Τα εμπορεύματα ίων αιτητών είχαν εισαχθεί δυνάμει σύμβα­ σης πώλησης και δηλώθηκαν ότι προορίζονταν για εσωτερική κα, τανάλωση. Ο αρμόδιος λειτουργός του Τελωνείου δεν δέχτηκε ότι η συμβατική τιμή των εμπορευμάτων που αναφέρετο στο τιμολό­ γιο αντιπροσώπευε την αξία τους. Για επαλήθευση της αξίας των εμπορευμάτων που θεωρήθηκε ως χαμηλή,κρατήθηκε δείγμα από αυτά.Το ποσό πουπληρώθηκε απότους εφεσείοντες με βάσητη τιμολογιακή τιμή ουδέποτε έγινε αποδεκτό. Την 21/8/87 λήφθηκε η απόφασηγια την επιβολή του συζητούμενου δασμού μετάαπόδιε­ ξαγωγή έρευνας και με γνώμονα τις τιμές που θα απεκόμιζαν τα εμπορεύματα "στην ελεύθερη αγορά μεταξύ πωλητή και αγοραστή που είναι ανεξάρτητοι μεταξύ τους", δηλαδή με βάση το άρθρο 159
(1)του Νόμουκαι του Πρώτου Παραρτήματος. Στην προσφυγήτους οι αιτηυέςζητούσαν ακύρωσητης αποφα- I 543 ROSLA Ltd v.Δημοκρατίας
(1994)σης των καθ* ων η αίτηση λόγω ανατίμησης της τιμολογιακής αξίας των εμπορευμάτων πουεισήγαγαν και λόγω επιβολής επι­ πρόσθετουδασμούσεσχέση μεαυτά. ΗπροσφυγήαπορρίφθηκεαπότοπρωτόδικοΔικαστήριο. Τόσοστην προσφυγήόσο και στην έφεσηπουακολούθησε,οι 5 εφεσείοντες εισηγήθηκαν ότι η επιβολή φορολογίας με βάση τη συμβατικήτιμή ήτανυποχρεωτική εφόσον ηπερίπτωση καλυπτό­ ταν απότηνεπιφύλαξηστο άρθρο 159
(1)τουΝόμου.Επίσηςυπο­ στήριξαν ότι η απόφασηστηρίχτηκε πάνωσε εξ ακοήςμαρτυρία και οκαθορισμός τηςαξίαςτων εμπορευμάτων έγινε μεβάσητις 10 συνθήκες τηςαγοράςτηςΚύπρουκαιόχι τηςΕλλάδαςπουήτανη χώραπροέλευσηςτους. Η ΟλομέλειατουΑνωτάτου Δικαστηρίου απέρριψετηνέφεση και αποφάνθηκεότι: 1.Μεβάση ταδεδομένατηςπαρούσαςυπόθεσηςδενέγινεούτε 15 ανατίμησητηςτιμολογιακήςαξίαςτωνεμπορευμάτωνστοπλαίσιο εφαρμογήςτηςεπιφύλαξηςστοάρθρο159
(1)ούτεεπιβλήθηκεπρό­ σθετος δασμός. Ένας δασμός επιβλήθηκε με την απόφαση της 21.8.1987και ησυζήτηση πουέγινεαναφορικά μετο ανσυνέτρε­ χαν οιπροϋποθέσειςγιανόμιμηανάκληση,στερείται πραγματικού 20 υπόβαθρου. 2. Η βάση γιατηνεξεύρεση τηςαξίαςτων εμπορευμάτωνείναι μία,και αυτή είναι ησυνήθης τιμή των εμπορευμάτων,δηλαδήη τιμήτην οποίαδυνατόννααποκομίσουνκατάτον χρόνο πουκα­ τατίθεται ηδιασάφηση γι' αυτάπροςεσωτερικήκατανάλωσηήαν 25 δεν κατατέθηκε τέτοιαδιασάφησηκατάτηνεισαγωγήτους,ητιμή πώλησης στην ελεύθερη αγορά μεταξύ αγοραστού και πωλητού ανεξαρτήτων μεταξύτους,όπωςπρονοεί το άρθρο 159
(1)σε συν­ δυασμό μετο ΠρώτοΠαράρτημα.ΟΝόμοςδενεπιβάλλειυποχρέ­ ωση χρησιμοποίησης της μεθόδου πουκαθορίζεταιστην επιφύλα- 30 ξη. Ο δασμός που προσφέρεται πάνω στη βάσητης επιφύλαξης λογίζεταιπληρωθείςεφόσονγίνειαποδεκτός. 3.Τοάρθρο 159τουΝόμουαντιστοιχεί προςτοάρθρο258του αγγλικού Customs andExciseAct του
  1. Σκοπόςτουαγγλικού Νόμουήτανηθεσμοθέτηση τωνπρονοιών τηςΔιεθνούς Σύμβασης 35 των Βρυξελλών,περί Εκτιμήσεως της Αξίας Εμπορευμάτωνδιά Τελωνειακούς Σκοπούς.ΗΚύπροςπροσχώρησε στη Σύμβαση την 10.12.
  2. ΟιπρόνοιεςτηςΣύμβασηςχρησιμοποιήθηκανστην Αγ­ γλίαωςσχετικέςπροςτηνερμηνείατουΝόμου.
  3. Η διοίκησηδενδιεξάγει δίκη κατάτηνάσκησητωνεξουσιών 40 πουτηςδίνει οΝόμος,αλλάέρευναυπόμορφήπερισυλλογήςπλη­ ροφοριών,γι' αυτόκαιδενυπάρχει ηέννοια της εξ ακοής μαρτυ­ ρίας στηδιοικητικήσφαίρα. Ητήρησητωνκανόνων περίαποδεί­ ξεωςδενείναιούτεθαμπορούσεναήτανπροϋπόθεσηόσοναφορά 544 3ΑΛΛ. ROSLALtdv.Δημοκρατίας διοικητικέςρυθμίσεις. 5 10
  4. Η"ελευθέρα αγορά"του ΠρώτουΠαραρτήματοςδεν είναιη εσωτερικήαγοράτηςΚύπρουάλλαεκείνητηςχώραςεισαγωγής. Η απόφασητης 21.8.1987σαφώς παραπέμπειστην ελληνική αγορά μετηναναφοράσεέγγραφοτωνΤελωνειακών Αρχώνθεσσαλονί­ κης, σύμφωνα μετο οποίο οι τιμές στο τιμολόγιο των αιτητών ήτανκατώτερεςτων πραγματικών.Η γραπτήβεβαίωσητηςπωλή­ τριας εταιρείαςπως δενέγινε υποτιμολόγηση και ηεπιστολή της ΠρεσβείαςτηςΕλλάδαςγιααπαγόρευσηυποτιμολόγησηςεμπορευμάτων προς εξαγωγή, από τηννομοθεσία της Ελλάδας και της ΕΟΚ,δενθαμπορούσανεύλογαναανατρέψουντααποτελέσματα τηςειδικήςέρευναςπου διεξάχθηκε. Ηέφεσηαπορρίπτεταιμεέξοδα εναντίοντωνεφεσειόντων. 15 Υποθέσειςποναναφέρθηκαν: ΚυπριακήΔημοκρατία νΓ. Μανρομμάτη&Σία
(1994)3 Α.ΑΑΛ7· Salomon νCommissioners ofCustoms[1966]3AllΕ. R. 871· PhediasKyriaMdes νTheRepublic, 1R.S.C.C. 66. 'Εφεση. 20 Έφεσηεναντίον της απόφασηςΔικαστήτου Ανώτατου Δικαστηρίου Κύπρου (Σαββίδης, Δ.)πουδόθηκε στις 30 Απριλίου, 1992 (Προσφυγή Αρ. 795/87) με την οποία απορρίφθηκε ηπροσφυγή τωνεφεσειόντων εναντίοντης απόφασηςτων εφεσίβλητωνναανεβάσουντο τιμολογιακό 25 τίμημα τωνεμπορευμάτων που εισήγαγαν οι εφεσείοντες καισυγχρόνωςναεπιβάλουνεπιπρόσθετο δασμόσεσχέση μεταίδια εμπορεύματα. Α. Λεμονάρης, γιατουςεφεσείοντες. 3 0 Γ.Λαζάρου,Δικηγόροςτης Δημοκρατίας Α\ γιατους εφεσίβλητους. Cur. adv. vult. ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΗΣ,Π: Τηναπόφαση τουΔικαστηρίουθα δώσειοΔικαστής Γ. Κωνσταντινίδης. 545 ROSLA Ltd v. Δημοκρατίας
(1994)ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ, Δ.: Ο δικηγόρος των εφεσειό­ ντων ετοίμασε σύνοψη αγόρευσης την οποία παρέδωσε στην άλληπλευρά καικατέθεσε στο Δικαστήριο πριναπό τηνημερομηνία πουορίστηκε γιατηνακρόασητης έφεσης. Εξαίρουμε την πρωτοβουλία. Ο εκ των προτέρων προσ- 5 διορισμός του αντικειμένου της συζήτησης και η παράθε­ ση του σκελετού των επιχειρημάτων που θααναπτύσσο­ νταν,συνέτεινεστηνταχείασυμπλήρωση της διαδικασίας. Είναισημαντικόναανατρέξουμε εξαρχήςστοακριβές . αντικείμενο της προσφυγής. Η πρώτη θεραπεία θέλει 10 άκυρη την απόφασητων καθ'ων ηαίτηση να ανεβάσουν (uplift) το τιμολογιακό τίμηματων εμπορευμάτων που ει­ σήγαγαν. Η δεύτερη θεραπεία θέλει άκυρη την απόφαση των καθ'ων ηαίτησηναεπιβάλουν επιπρόσθετο δασμόσε σχέσημεταίδιαεμπορεύματα. 15 Ήταν ηθέσητων εφεσειόντων, πρωτοδίκως αλλάκαι ενώπιον μας, πως οιεφεσίβλητοι δενείχαν εξουσία να κά­ μουν είτετο ένα είτετοάλλο. Εφόσον η περίπτωσηκαλυ­ πτόταν απότην επιφύλαξηστο άρθρο 159
(1)τουπερίΤε• λωνείων και Φόρων Καταναλώσεως Νόμου του 1967 (Ν. 20 82/67), ήταν υποχρεωτική, όπως εισηγούνται, η επιβολή φορολογίας πάνω στη βάσητης συμβατικής τιμής που οι ίδιοι δήλωσαν. Επομένως, η μεταγενέστερη ανάκληση, όπως την χαρακτήρισαν, της πρώτης απόφασης τους με την οποία προσδιορίστηκε η δασμολογητέα αξία των 25 εμπορευμάτων και οκαθορισμός νέας αξίας,με αποτέλε­ σμα την επιβολή επιπρόσθετου δασμού, λήφθηκε καθ' υπέρβαση εξουσίας. Εντοπίζουμε θεμελιακό σφάλμα ως προς την επενέρ­ γεια των νομοθετικών διατάξεωνπου ρυθμίζουν το ζήτη- 30 μα. Πρώτα, μια απαραίτητη διευκρίνηση ως προς το άρθρο 159τουΝ.82/67 πουείναιτο σχετικό. Στις 3/11/88, με απόφαση του Υπουργικού Συμβου­ λίου, η Κυπριακή Δημοκρατία προσχώρησε στη Γενική • Συμφωνία Δασμών και Εμπορίου (GATT). Με το Νόμο 35 98/89 τοάρθρο 159 τουΝ.82/67 αντικαταστάθηκε προκει546 3ΑΛΛ. ROSLA Ltdv.Δημοκρατίας Κωνσταντινίδης, Δ. μένου ηαξία εισαγόμενων εμπορευμάτων νακαθορίζεται βάσει των διατάξεων της πιο πάνω Συμφωνίας. Αυτή η αλλαγήδενεπιδράστηνπαρούσαυπόθεση. Ταεπίδικαζη­ τήματα πρέπει ναεπιλυθούν στο πλαίσιο του άρθρου 159 5 όπως αυτό ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, πριν δηλαδή αντικατασταθείκαιείναι σεαυτόπουθααναφερόμαστε. Ηεισήγηση των αιτητώνστηρίζεται πάνωστηναντίλη­ ψηότι τοάρθρο 159εισάγει δύο ξεχωριστέςκαι ανεξάρτη­ τες μεταξύ τους βάσεις για εξεύρεσητης αξίας εισαγόμε10 νων εμπορευμάτων. Η πρώτη (άρθρο 159
(1)), είναι η "συνήθης" τιμήτους πουεξακριβώνεται μετον τρόποπου καθορίζειτοΠρώτοΠαράρτηματουΝόμουστο οποίοπα­ ραπέμπειτοάρθρο. Ηδεύτερησυναρτάταιπροςτη "δεδη­ λωμένηαξία" των εμπορευμάτων ηοποία εδράζεται "επί 15 της εν τη συμβάσει τιμής" όπως ορίζει η επιφύλαξη στο άρθρο 159
(1)-αυτό, νοουμένου ότι τα εμπορεύματα εισά­ γονται δυνάμει σύμβασης πώλησης και δηλώνονται στη διασάφηση ως προοριζόμενα προς εσωτερική κατανάλω­ ση.Τα εμπορεύματα των αιτητών είχαν εισαχθεί δυνάμει 20 σύμβασης πώλησης, δηλώθηκαν ότι προορίζονταν για εσωτερική κατανάλωση και, επομένως, όπως προτείνουν οι εφεσείοντες, ήτανυποχρεωτικό για τους εφεσίβλητους να επιβάλουν δασμό πάνω στη βάσητης δηλωμένης συμ­ βατικής αξίας τους όπως αυτή φαινόταν στο τιμολόγιο 25 πουείχανκαταθέσει. Είναι λανθασμένη η εισήγηση. Εμφανίζει το Νόμονα υποβιβάζει το δημοσίου συμφέροντος θέματης εξακρίβω­ σης του οφειλομένου κατά το Νόμο δασμού σε ιδιωτικό ζήτημα, εξαρτώμενο αποκλειστικά απότον τρόπο με τον 30 οποίο οι οφειλέτεςτουδασμούκαι οι αντισυμβαλλόμενοι τουςθα παρουσιάσουντησύμβασητους.Μίαείναι ηβάση για τηνεξεύρεση τηςαξίαςτων εμπορευμάτων.Αυτή είναι η"συνήθης αυτώντιμή,ήτοι ητιμή,ηνδυνατόννα αποκομίσωσι,καθ' ον χρόνον κατατίθεται ηπερί τούτωνδιασά35 φησις προς εσωτερικήν κατανάλωσιν (ήεάνδενκατατεθή τοιαύτηδιασάφησιςκατάτον χρόνον της εισαγωγής των), πωλούμενα εν τη ελευθέρα αγορά,μεταξύ αγοραστούκαι πωλητού ανεξαρτήτων αλλήλων", όπως διαλαμβάνει το 547 Κωνστανγινίόης,Δ. ROSLA Ltd ν.Δημοκρατίας
(1994)άρθρο 159
(1)σε συνδυασμό με το Πρώτο Παράρτημα.Η επιφύλαξηπροσφέρει μόνο εναλλακτική μέθοδο προσδιο­ ρισμούαυτήςτηςτιμής. Όπωςορθάεισηγήθηκανοι εφεσί­ βλητοι, δεν επιβάλλει ο Νόμος υποχρέωση χρησιμοποίη­ σης αυτήςτης μεθόδου.Αλλάκαι εφόσον χρησιμοποιηθεί 5 δενείναικαθόλουυποχρεωτικήη αποδοχήτης"δεδηλωμέ­ νης αξίας" χωρίς προσαρμογή (βλέπε σχετικά το άρθρο 159
(2)). Η υιοθέτηση της μεθόδου που καθορίζεται στην επιφύλαξη είναι δυνητική. Όπως έχει ήδη νομολογηθεί, λογίζεται πληρωθείς ο δασμός που προσφέρεται πάνω 10 στην αναφερόμενη στην επιφύλαξη βάση εφόσον γίνει αποδεκτός. (Βλέπε Κυπριακή Δημοκρατία ν.Γ. Μαυρομμάτ??άΧ^
(1994)3Α.ΑΑΙ7). ΟΝόμος82/67αποτελείουσιαστικάαντιγραφήτου αγ­ γλικού Customs and Excise Act του
  1. To άρθρο 159 15 αντιστοιχεί προς το άρθρο 258 και ο ΠρώτοςΠίνακας στον Έκτο Πίνακα του αγγλικού Νόμου. Ο αγγλικός Νόμοςαπέβλεπε στη θεσμοθέτηση των προνοιών της Διε­ θνούς Σύμβασηςτων Βρυξελλών, ημερομηνίας15/12/1950, περί Εκτιμήσεως τηςΑξίας ΕμπορευμάτωνδιαΤελωνεία- 2 0 κούς Σκοπούς(Convention on the Valuation of Goods for Customs Purposes). ΗΚύπρος προσχώρησε στηΣύμβαση με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου ημερομηνίας 10/12/
  2. (Βλ. την Επίσημη Εφημερίδα αρ. 970 της 27/10/72). Οι πρόνοιες της Σύμβασης χρησιμοποιήθη- 25 καν στην Αγγλία ως σχετικές προς την ερμηνεία του Νόμου αφού αναγνωρίζεται εκ πρώτης όψεως τεκμήριο ότι ο Νομοθέτης δεν έχει πρόθεση να ενεργήσει κατά πα­ ράβαση του Διεθνούς Δικαίου, στο οποίο περιλαμβάνο­ νται και ειδικές συμβατικές υποχρεώσεις. Στην υπόθεση 30 Salomon v. Comrs. of Customs [1966] 3 All E.R. 871, το Αγγλικό Εφετείο ασχολήθηκε με το άρθρο
  3. Τα απο­ σπάσματα πουπαραθέτουμεαπότις αποφάσεις του Lord Denning M.R. και Diplock L.J. από τις σελίδες 874 και 878-879αντίστοιχα,καλύπτουν το ζήτημαπου εξετάζου- 35 με: "When the statute speaks of a normal price, it is referring to the normal price of imported goods. It is 548 3ΑΛΛ. 5 10 15 20 25 30 35 ROSLA Ltd v. Δημοκρατίας Κωνσταντινίδης, Δ. determinedby taking thepricepayable by animporterto an overseas seller on the basis that the price is for delivery c.i.f.totheplace of importation,the buyer and seller being independent of each other. Thus far both buyer and seller are hypothetical; but insome cases the statute permits theCommissioners to leave thehypo­ thetical andcome down to theactual case. It permits them to have regard tothe actual contract price. That appears from the proviso tos. 258
(1). It applies when goods are imported under acontract ofsale and entered for homeuse herein England. Insuchacase, inlieu ofa hypothetical contract, the Commissioners areat liberty to accept the actual contract and take theprice stated in it, i.e.,theinvoice price, anduse itto ascertain the value forduty.Ifthe actual invoice priceisfordelivery onci.f. terms,itmay needvery littleadjustment; butiftheactual invoice price ison f.o.b. terms, itwill need considerable adjustment so as to make it equivalent to c.i.f. terms. Once the necessary adjustments have been made,thenif the Commissioners are satisfied that itisbona fide, they can accept the actual invoice price as the proper value for duty." 'The ' normal price' based on this notional c.i.f. contract is to be taken to be thevalue of the goods whether they areimported under a contract of saleor not, and, where this method of valuation is applied to goods which are in fact imported underacontractof sale, the terms oftheactual contract are,in theory, irrelevant. If they are imported,however, inthe ordinary courseof trade between traders independentofone another,if the actual contract is in similar terms to the notional c.i.f. contract,the actual contractprice willbe thesame as the ' normal price', and, even if the terms of the actual contract are different from those of thenotional c.i.f. contract(e.g., acontractf.o.b., f.o.r.orfranco),theactual price will probably provide a useful starting point from which the equivalent price under the notional c.i.f. contract can be calculated. This methodofderiving from the actual contract price of goods imported under a 549 Κώνσταντινίδης,Δ. ROSLA Ltd ν.Δημοκρατίας
(1994)contract of saleavaluation of thegoodsequivalenttothe 'normal price' under the notional c.i.f. contract contemplated by Sch. 6 is quick and easy forgoods imported intheordinary course of tradeandis authorised by theproviso tos. 258
(1)andby s. 258
(2).... The 5 purpose of theproviso ...is toprovide aneasy and expeditiousprocedure for assessingthepricewhichwould be payable forthegoods under anotional c.i.f.contract on the terms contemplated bySch. 6, when there isan actual contract pricewhich canconveniently beused, asa 10 startingpoint atleast, for thatassessment." Οι εφεσείοντες, κατάτηνεισαγωγήτωνεμπορευμάτων, παρουσίασαντιμολόγιο ωςπεριέχοντησυμβατική τιμή. Ο αρμόδιος λειτουργός τουΤελωνείου δενδέχθηκεότιαυτή ητιμή αντιπροσώπευε τηναξίατους. Υπάρχει σαφήςχει- ^ ρόγραφησημείωση αμφισβήτησηςτηςγνησιότητας τουτι­ μολογίου. Αναφέρεται ou κρατήθηκε δείγματωνεμπορευ­ μάτων για επαλήθευση της αξίαςηοποία θεωρήθηκε ως χαμηλή.Πληρώθηκεαπότους εφεσείοντες ποσόπάνωστη βάσητης τιμολογιακής τιμής αλλάουδέποτε έγινε αποδε- 2 " κτό αυτότο ποσό. Ζητήθηκεαπότους εφεσείοντες να κα­ ταθέσουν και κατέθεσαν ορισμένο ποσό ως εγγύηση για καταβολήτου δασμούπουθαπροέκυπτε ως οφειλόμενος μετάτηνεξακρίβωσητηςπραγματικήςαξίαςτωνεμπορευ­ μάτων.Διεξάχθηκε έρευνακαιεπιβλήθηκεοσυζητούμενος 2 5 φόρος με γνώμονα τις τιμές πουθααπεκόμιζανταεμπο­ ρεύματα "σε πώλησηστην ελεύθερη αγοράμεταξύπωλητή καιαγοραστήπουείναιανεξάρτητοιμεταξύτους". Σαφώς δηλαδή δυνάμει του άρθρου 159
(1)και του Πρώτου Πα­ ραρτήματος. 30 Μεαυτά ταδεδομέναταδύοαιτήματατηςπροσφυγής παραμένουν μετέωρααφούούτεέγινεανατίμηση τηςτιμο­ λογιακής αξίας στο πλαίσιο εφαρμογής της επιφύλαξης στο άρθρο 159
(1)ούτε επιβλήθηκε επιπρόσθετος δασμός. Ένας δασμός επιβλήθηκε με την απόφασητης21/8/87και ^5 η συζήτηση που έγινε αναφορικά με το ανσυνέτρεχαν οι προϋποθέσειςγιανόμιμηανάκληση,όπωςορθά επισημάν­ θηκε στην πρωτόδικη απόφαση,στερείται πραγματικού 550 3ΑΛΛ. ROSLA Ltdv.Δημοκρατίας ΚωνσταντινΙ&ης, Δ, υπόβαθρου. Επειδή το πρώτο αίτημα, έστω κατά επιεική κρίση, μπορεί ναθεωρηθεί ότι εγείρειτοζήτηματης ενγένεινο­ μιμότητας της απόφασηςπουλήφθηκεστις21/8/87, εξετά5 σαμετους ισχυρισμούς πουπροβλήθηκανκαιαπό αυτή τη σκοπιά.Υποστηρίζουν οι εφεσείοντεςπωςδεν ήταννόμι­ μο να στηριχθεί η απόφασηπάνω σε εξ ακοήςμαρτυρία και πως, εν πάσηπεριπτώσει, κακώςκαθορίστηκε ηαξία των εμπορευμάτων με βάση τις τιμές και τις συνθήκες • -' .10 αγοράςτηςΚύπρουκαιόχι τηςΕλλάδαςπουήτανηχώρα προέλευσης τους.Είναικαιοιδύοισχυρισμοίαβάσιμοι. Δεν υπάρχει στη διοικητική σφαίρα η έννοια της εξ ακοής μαρτυρίας.Δεν διεξάγει δίκη η διοίκηση κατά την άσκηση των.εξουσιών που της δίνει ο Νόμος. Διεξάγει 15 έρευναπου αναποφεύκτωςπαίρνεικαι τημορφήτηςπερι­ συλλογής πληροφοριών. Μπορεί κατά τον έλεγχοτηςνο­ μιμότητας διοικητικής πράξηςήαπόφασηςνατίθεται ζή­ τημα επάρκειας ή τελικά αξιοπιστίας της έρευνας στο πλαίσιο των ορίων που έχουν καθιερωθεί ως προς τη 20 φύση και την έκταση του αναθεωρητικού ελέγχου, αλλά δεν είναι,ούτεθαμπορούσε ναήταν,προϋπόθεσηγιατην όποια διοικητική ρύθμιση ή τήρηση των κανόνων περί αποδείξεως. ΗυπόθεσηPhediasKyriakides v. TheRepublic 1 R.S.C.C. 66, στην οποία εξετάστηκε η δυνατότηταπρο25 σαγωγής ενώπιον τουΔικαστηρίου μαρτυρίας κατ' αντίθε­ σηπροςτο δίκαιοτηςαπόδειξης καιειδικότερα προς τον περί Αποδείξεως Νόμο Κεφ. 9, είναι σχετική. Ο ισχυρι­ σμόςτων εφεσειόντων ορθάαπορρίφθηκεαπότοΠρωτό­ δικοΔικαστήριο. 30 Είναι ορθό πως η "ελευθέρα αγορά"του Πρώτου Πα­ ραρτήματος δεν είναι η εσωτερική αγορά της Κύπρου αλλάεκείνη τηςχώραςεισαγωγής. (Βλ. Salomon v. Comrs. of Customs(ανωτέρω)). Ηέρευναστράφηκεπροςτρειςκατευθύνσεις· προςτην 35 κατεύθυνση της κυπριακής αγοράς, προς εκείνη χωρών της ΕΟΚ και,τελικά, προς εκείνητης Ελλάδας.Ταστοι551 Κωνστσντινίδης,Δ. ROSLA Ltd ν.Δημοκρατίας
(1994)χείαδείχνουν πωςτοαποτέλεσμα θαήταντοίδιο,ανεξάρ­ τητα από το ποια αγορά θαχρησιμοποιείτο ως βάση.Εν πάσηπεριπτώσει, είναι λανθασμένη ηαντίληψητων αιτη­ τών πως χρησιμοποιήθηκε ως βάσηηκυπριακήαγορά. Η απόφαση της 21/8/87 σαφώς παραπέμπει στην ελληνική 5 αγορά. Αναφέρεται σε έγγραφο των Τελωνειακών Αρχών θεσσαλονίκης σύμφωνα με το οποίο οι τιμές στο τιμολό­ γιο που παρουσίασαν οι αιτητές ήταν κατώτερες των πραγματικών, σε βαθμό που ενδεχομένως δεν κάλυπταν ούτε το πραγματικό κόστος κατασκευής τους. Επισυνά- 10 φθηκε συναφώς επίσημος κατάλογος της πωλήτριας εται­ ρείας και δεν υπάρχει εισήγηση πως, πάνω στη βάση αυτών των στοιχείων, δεν ήταν εύλογα επιτρεπτή η από­ φαση. Η γραπτή βεβαίωση αυτής της εταιρείας πως δεν έγινε υποτιμολόγηση και η επιστολή της Πρεσβείας της 15 Ελλάδας πως ηυποτιμολόγηση εμπορευμάτων προς εξα­ γωγή απαγορεύεται απότην Ελλαδική και την ΈΟΚική" νομοθεσία, δεν ήτανστοιχεία πουευλόγως θαμπορούσαν να ανατρέψουν τααποτελέσματα της ειδικής έρευνας που 2 0 διεξάχθηκε. Ηέφεσηαπορρίπτεταιμεέξοδαεναντίον των εφεσειό­ ντων. Η έφεσηαπορρίπτεταιμεέξοδα. 552

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.