3 Α.Α.Δ. 19Μαΐου, 1995 [ΠΙΚΗΣ, Π.,ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ, ΝΙΚΗΤΑΣ, ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ, ΝΙΚΟΛΑΟΥ, Δ/στές] ΣΤΑΥΡΟΣΛΟΪΖΙΔΗΣ, Εψεσείων- Αιτητής, ν. ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ, Εφεσίβλητου - Καθ' ου ηαίτηση. (ΑναθεωρητικήΈφεσηΑρ.2041) Διπλωματική Υπηρεσία — Τοποθέτηση στη θέση Γραμματέα Α' ή Προξένου στο εξωτερικό— Ηαρμοδιότητα ανήκειστον Υπουργό Εξωτερικών — Ο περί Εξωτερικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας Νόμος του 1965 (όπως τροποποιήθηκε), Άρθρο 5
(4). 5 Διπλωματική Υπηρεσία — Διπλωματικές και Προξενικές αποστολές — Διάκριση — Σύνταγμα Άρθρο 54(β) και ο περί Εξωτερικής Υπηρεσίας τηςΔημοκρατίας Νόμος του i960, Άρθρο3
(2)(β). Διοικητικό Δίκαιο — Αρμοδιότητα διοικητικού οργάνου — Αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση γιαέκδοσηέγκυρης διοικητικής πράξης. 10 15 Διοικητική Πράξη — Παράβασητύπον — Καθιστά άκυρη την πράξη μόνο εφόσον ο τύπος κριθείουσιώδηςαπό τοΔικαστήριο — Διά κρισημεταξύ ουσιώδουςκαιεπουσιώδους τύπου — Ποίο το εφαρ μοστέο κριτήριο. Αιτιολογία διοικητικής πράξης — Συμπληρώνεται από τον προσωπικό φάκελλο της υπόθεσης — Στοιχεία μεταγενέστερα της πράξης δεν αναπληρώνουν ελλείπουσα αιτιολογία. Παρεμπίπτοντα διατάγματα — Εφαρμοστέες νομικές αρχές για έκδο ση τους — Διαδικαστικός Κανονισμός του Ανωτάτου Συνταγμα τικού Δικαστηρίου Καν. 13(όπως τροποποιήθηκε). 20 Τεκμήριοαθωότητας—Η μετάθεσηυπαλλήλου ήητοποθέτησητον σε διαθεσιμότητα, δεν επάγεται στίγμα που θαανέτρεπετο τεκμήριο. 233 Λο'ιζίδης ν. Υπ. Εξωτεριχών
(1995)Λέξεις και Φράσεις — "Διπλωματική αποστολή" στον Καν. 2
(1)των περί Εξωτερικής Υπηρεσίας τηςΔημοκρατίας (Απαιτούμενα Προ σόντα Διορισμού ή Προαγωγής, Καθήκοντα και Αρμοδιότητες Εκάστης Θέσεως), Κανονισμών του 1966, όπως τροποποιήθηκε απότηνΚΛ,Π. 151/
- 5 Λέξεις και Φράσεις — "Εξωτερικοί Υποθέσεις" στο Άρθρο 50 του Συ ντάγματος. Λέξεις και Φράσεις — "Έκδηλη παρανομία" στην σχετική νομολογία. Ο εφεσείων διορίστηκε στη θέσηΓραμματέαΑ' ήΠροξένουαπό 1.4.1994 στο Γενικό Προξενείο στο Γιοχάνεσπουργκ της Νότιας Αφρικής,τοοποίο ιδρύθηκεκατάτον Ιανουάριο του 1994,θέσητην οποία σύμφωνα μετους υφιστάμενους κανονισμούς θακατείχεγια διάστημα τεσσάρων χρόνων. 10 Τον Νοέμβριοτου 1994 ηΕλληνική ΚυπριακήΑδελφότης Νοτί ου Αφρικής απέστειλε επιστολή στο Υπουργείο Εξωτερικών της Δημοκρατίας, με την οποία το πληροφορούσε για ισχυριζόμενο επεισόδιο άσεμνης επίθεσης απότον εφεσείοντα εναντίονκατονομασθείσας υπαλλήλου του Γενικού Προξενείου. Ηεπιστολή μαζί με ένορκη δήλωση καταγγελίας της υπαλλήλου καταχωρήθηκαν στον προσωπικό φάκελλο του εφεσείοντα. Το Υπουργείο Εξωτερικών με επιστολή του ημερ. 20.12.1994 πληροφόρησε τον εφεσείοντα ότι αποφασίστηκεαπότον Υπουργό Εξωτερικών η μετάθεση του στο Κέντρο απότην 1.2.
- Οι λό γοι για τη μετάθεση περιέχονταν σε επιστολή ημερ. 22.12.
- Στην επιστολή αυτήαναφέρετοεπίσης ο διορισμός ερευνώντα λειτουργού το πόρισμα του οποίου θαήταν καθοριστικό για την πε ραιτέρωεξέλιξητης υπόθεσης αναφορικά μετηλήψηήόχιπειθαρ χικών μέτρων. Ο εφεσείων καταχώρησεπροσφυγήεναντίον της μετάθεσηςκαι αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος αναστολής της με τους πιο κάτω λόγους: Ημετάθεσηήτανέκδηλαπαράνομη(α)ως ληφθείσα απόαναρ μόδιο όργανο δηλ. από τον Υπουργό Εξωτερικών αντί από το Υπουργικό Συμβούλιο,(β)ως ανύπαρκτηεφόσο δενκαταρτίστηκε κείμενο πράξηςτης και (γ)ως αναιτιολόγητη. ' 234 15 20 25 30 35 3 ΑΛΛ. Λοϊζίδης ν. Υη. Εξωτερικών Επίσης προβλήθηκε ότι ημετάθεση αποτελούσε τιμωρητικό μέ τρο και ότι θαεπέφερε ανεπανόρθωτηβλάβηεκθέτοντας τον εφε σείοντα και την οικογένεια του σε ανυποληψία καιδιακόπτοντας την εκεί σχολικήπορείατων παιδιών του. 5 10 15 20 25 30 35 Ηαίτησηαπορρίφθηκε απότο πρωτόδικο Δικαστήριο. Στην έφεση, η οποία βασιζόταν ουσιαστικά στους λόγους που προβλήθηκαν πρωτόδικα,εξετάστηκε η έννοια της έκδηλης παρα νομίας μεαναφορά στησχετικήνομολογία καιεπανατονίστηκε ότι έκδηλη παρανομία είναι εκείνη που αν δεν αναδύεται αυτόματα, ανακύπτεικατόπιναναλογισμού ωςπροςτις επιπτώσεις στοιχείων ενυπαρχόντων στο διαθέσιμο υλικό εφόσον ότι απορρέειπαραμέ νει αντικειμενικά αναντίλεκτο και μηυποκείμενο σε στάθμιση για έκφρασηκρίσης. Η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου απέρριψε την έφεση και αποφάνθηκεότι:
- Υπάρχει εγγενής διάκρισηστο Αρθρο54(β) τουΣυντάγματος μεταξύδιπλωματικήςκαιπροξενικήςαποστολήςηοποία απα ντάται επίσης και στο Αρθρο 3
(2)(β) του περί Εξωτερικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας Νόμου του 1960, όπως τροποποιήθηκε, όπουεπίσης γίνεταιαναφοράκατ' αντιδιαστολήμε ταξύ των δύοαποστολών. Ηεξειδίκευση στο άρθρο5
(2)του Νόμουότι "οδιορισμός καιητοποθέτησις αρχηγώνδιπλωμα τικών αποστολών", διενεργείται από το Υπουργικό Συμβού λιο, αφήνειγιατις λοιπές τοποθετήσεις με τη μηαναφορά σε προξενικές αποστολές,ανοικτότοθέμαγιατηλειτουργία του εδαφίου4τοοποίοπροβλέπειως αρμόδιααρχήτον Υπουργό Εξωτερικών. Ο εφεσείων ήταν αρχηγός προξενικής αποστο λής. Συνεπώςδυνάμει του άρθρου5
(4)αρμοδιότηταγιατην τοποθέτηση και κατ' επέκταση για τη μετάθεση του είχε ο Υπουργός Εξωτερικών. 2. Η διοικητικήπράξη,σύμφωνα μετηνομολογία τουΣυμβουλί ου Επικρατείαςπρέπει κατάκανόνανα είναι γραπτή. Όμως δεν αποκλείεται να είναι καιπροφορικήκάτωαπό ορισμένες περιστάσεις. Ηπράξηείναι άκυρηλόγω παραβάσεως τύπου μόνοεφόσοοπαραβιασθείςτύποςκριθεί ουσιώδης απότοΔι καστήριο. Κατάκανόναοι τύποι είναι ουσιώδεις. Τοαποφα σιστικό κριτήριο του διαχωρισμού των τύπων σε ουσιώδεις καιεπουσιώδεις είναι σύμφωναμετη νομολογία η ενδεχόμενη επίδρασητης μητήρησης τους στοπεριεχόμενο της πράξης. 235 Λοϊζίδηςν.Υπ. Εξωτερικών
(1995)- Δεν καταδεικνύεταιέκδηληπαρανομίαλόγω έλλειψης επαρ κούς αιτιολογίας σύμφωνα με τον ισχυρισμό του εφεσείο ντα. Ηαιτιολογία μπορούσε ναπροκύψει απότο υλικό του προσωπικού φακέλλου του εφεσείοντα.
- Ηύπαρξη του προβλήματος που ανέκυψε άφηνε περιθώρια γιατηνάσκησηκρίσης απότηναρμόδιααρχήσχετικά μετην μετάθεση του εφεσείοντα.
- Επί έκδηλης παρανομίας προσωρινό διάταγμα εκδίδεται όποιες και αν είναι οι επιπτώσεις και κατάκανόνα, η ίδιαη προσφυγήδιεκπεραιώνεται επί της ουσίας. Τοδημόσιο συμφέρον ποτέ δεν ταυτίζεται με την υποστύλωση της έκδηλης παρανομίας. Το πρωτόδικο Δικαστήριο εξειδίκευσε τοδη μόσιο συμφέρον με αναφοράπρος αιτιολογία στο φάκελλο του εφεσείοντα που ήταν επιτρεπτή και σε ανεπίτρεπτη αι τιολογία που βασιζόταν σε στοιχεία μεταγενέστερα της επίδίκηςπράξης. 5 10 15
- Σύμφωνα με τη νομολογία μας προσωρινά διατάγματα δυ νάμει του Καν. 13τουΔιαδικαστικού Κανονισμού τουΑνω τάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου όπως τροποποιήθηκε, εκδίδονται (α)όπουπροκύπτειέκδηληπαρανομίαή (β)όπου 20 καταφαίνεταιηέλευσηανεπανόρθωτηςζημίας εφόσο δενδη μιουργούνται ανυπέρβλητα εμπόδιαστηΔιοίκηση οπότε λό γοι δημόσιου συμφέροντος κωλύουν την προσωρινή θερα πεία. Η μεταχείριση του εφεσείοντα και οι δυσχέρειες που επικαλέσθηκε αναφορικάμετην οικογένεια καιταπαιδιά του λόγωδιακο πήςτης σχολικής χρονιάς στημέσημετηνεπιστροφήτουςστην Κύ προκαιεπίσης ότι ενοικίασε σπίτι δενκαλύπτονταιαπότην έννοια της ανεπανόρθωτηςζημίας. Η έφεσηαποτυγχάνει και απορρίπτεται. Δεν εκδίδεται διαταγή για έξοδα. Υποθέσεις που αναφέρθηκαν: Economidesv. TheRepublic,
(1982)3 C.L.R. 837 Moyo &Another v. TheRepublic,
(1988)3 C.L.R. 1203· 236 25 30 3Α.Α.Δ. Λοϊζίδηςν.Υπ.Εξωτερικών Κροκίδον &.Άλλων ν.Δημοκρατίας. Απόφαση ημερ. 29.5.1990 Frangos &Others v. TheRepublic,
(1982)3 C.L.R. 53Νικολάου v.Ε.Δ.Υ. Απόφαση ημερ. 22.10.1992- 5 Κυριάκου Λτδ ν.Αρχής ΤηλεπικοινωνιώνΚύπρου. Απόφαση ημερ. 18.4.1995TheImprovementBoard of Eylenja v. Constantinou,
(1967)1 C.L.R. 167 Ηλιάδης &Άλλοι v.Χριστοφή,
(1991)3Α.Α.Δ. 25· Παναγιώτου v.Δημοκρατίας. Απόφαση ημερ. 23.2.1994- 10 Dome Investments Ltd v. Συμβουλίου Βελτιώσεως Αγ. Νάπας κ.α. Απόφαση ημερ. 7.4.1989 Πιπερίδης &Άλλοι ν.Δημοκρατίας,
(1995)3Α.Α.Δ. 21Sofocleous v. TheRepublic,
(1971)3 C.L.R. 345Αποφάσεις Σ.τ.Ε. υπ'αρ. 1288/1978,2963/1983, 1288/1992. 15 Έφεση. 20 Έφεση εναντίον της ενδιάμεσης απόφασης Δικαστήτου Ανω τάτου Δικαστηρίου Κύπρου (Χ'Τσαγγάρης, Δ.) που δόθηκε στις 3/2/95 σε αίτηση ημερομηνίας 9/1/95 (Προσφ. αρ.22/95) με την οποία απορρίφθηκεη πιο πάνω αίτηση για προσωρινό διάταγμα αναστολής της μετάθεσης του εφεσείοντα. Α. Σ. Αγγελίδης, για τον εφεσείοντα - αιτητή. Α. Βασιλειάδης, Ανωτ. Δικηγόρος της Δημοκρατίας,για τον εφεσίβλητο -καθ'ουηαίτηση. Cur. adv. wit. 25 Γ. Μ. ΠΙΚΗΣ, Π.: Την ομόφωνη απόφασητου Δικαστηρίου θα δώσει ο Δικαστής κ. Γ. Κ.Νικολάου. 237 Λοϊζίδης ν. Υπ. Εξωτερικών
(1995)ΝΙΚΟΛΑΟΥ, Δ.: Κατά τον Ιανουάριοτου 1994, ηΚυπρια κή Δημοκρατίααποφάσισε την ίδρυση Γενικού Προξενείου στο Γιοχάνεσμπουργκ τηςΝότιαςΑφρικής. Οεφεσείων υπηρετούσε τότε στην Πρεσβεία της Δημοκρατίας στη Μόσχα, όντας μέλος της Εξωτερικής Υπηρεσίας. Επέδειξε ενδιαφέρονγιατοποθέτη- 5 ση του ως Γενικού Προξένου στηνέα υπό ίδρυση αποστολήκαι επελέγη. Κατ' ακολουθίανμετατέθηκεστο Γιοχάνεσπουργκ,με τοικώντας εκεί με την οικογένεια του, ήτοι, τη σύζυγο και τα παιδιά του και ανέλαβε καθήκοντααπό 1Απριλίου 1994. Κα τείχε κατά εκείνο τον χρόνο τη θέση "Γραμματέα Α', ήΠρόξε- 10 νου". Αναμενόταν ότι,όπως ορίζεται σευφιστάμενουςκανονι σμούς, η θητεία του θα διαρκούσε, εκτός απρόοπτου, για διά στημα τεσσάρων ετών. Αυτήόμως ηπροσδοκίαδενεκπληρώθηκε. Με επιστολή,ημερομηνίας 9 Νοεμβρίου 1994, την οποία η Ελληνική Κυπριακή 15 Αδελφότης ΝοτίουΑφρικής απέστειλε στο Υπουργείο Εξωτερι κών τηςΔημοκρατίας,το Υπουργείο πληροφορήθηκεπερί ισχυ ριζόμενου επεισοδίου άσεμνης επίθεσηςδιενεργηθείσας από τον εφεσείοντα εναντίον κατονομασθεισας υπαλλήλου του Γενικού Προξενείου. Η επιστολή συνοδευόταν, καθώς αναφερότανσε 20 αυτή, απόκαταγγελίατηςυπαλλήλουυπόμορφήένορκηςδήλω σης και απόδύο μαγνητοταινίες. Υστερόγραφο στην επιστολή ανέφερεότι το ενλόγω υλικό είχεήδηδιατεθείκαιστον ίδιοτον εφεσείοντα. Η επιστολή και ηένορκη δήλωση καταγγελίας κα ταχωρήθηκαν τότε στον προσωπικό φάκελο του εφεσείοντα. 25 Ακολούθησαν κατά τον ίδιο μήνα, ήτοι,τον Νοέμβριοτου 1994, παραστάσεις τόσο από τον εφεσείοντα, ο οποίος απέκρουε τα όσα του καταλογίζονταν,όσο και από διάφορουςπαράγοντες στο Γιοχάνεσπουργκ, OL οποίοι εξέφραζαν εμπιστοσύνη προς αυτόν. 30 Ενόψει της δημιουργηθείσαςκατάστασης,ο Υπουργός Εξω τερικών διόρισε, καθώς φαίνεταιαπό έγγραφο ημερομηνίας 19 Δεκεμβρίου 1994, ερευνώντα λειτουργό. Και αμέσως μετά, με επιστολή του Γενικού Διευθυντή του Υπουργείου Εξωτερικών προς τον εφεσείοντα, ημερομηνίας 20 Δεκεμβρίου 1994, εκτίθεντο τα εξής προςγνώση του: "Πληροφορείσθε ότι αποφασίστη κε από τον Υπουργό Εξωτερικών όπως μετατεθείτε και με την επιστολή αυτή μετατίθεσθε απότο Γενικό Προξενείο Τζιοχάνεσπουργκ στο Κέντρο απότην 1/2/95". Ο εφεσείων, μόλις έλαβετηνεπιστολή,απέστειλε τηλεμήνυμα με το οποίοζητούσεναπληροφορηθείτους λόγους γιατηνπρό238 35 40 3 Α.Λ.Δ. 5 10 Λοϊζί&ης ν. Υπ. Εξωτερικών Νικολάου, Δ. ωρη,καθώςτηνχαρακτήριζε,μετάθεση του. ΤοΥπουργείο Εξω τερικών απάντησε με επιστολή, ημερομηνίας 22 Δεκεμβρίου 1994, στην οποία η μετάθεση απεδίδετο σε "υπηρεσιακούς λό γους"καιπροστίθετο ότι δεν μπορούσε ημετάθεση να θεωρηθεί τιμωρητικό μέτρο δεδομένου ότι είχε διοριστεί ερευνών λει τουργός το πόρισμα του οποίου θακαθόριζεκαι τηνπεραιτέρω εξέλιξηαπόαπόψητης λήψης ήόχι πειθαρχικών μέτρων. Ο εφεσείων καταχώρησε προσφυγή εναντίον της μετάθεσης και ταυτόχρονα,με αίτηση ημερομηνίας 9 Ιανουαρίου 1995,ζήτησε από το Δικαστήριο την έκδοση προσωρινού διατάγματος αναστολής. Για προώθηση της εν λόγω αίτησης προβλήθηκαν από τον εφεσείοντα οι εξής λόγοι τους οποίους παραθέτουμεμε ό,τι θεωρούμε ορθολογική σειρά.
(1)Ημετάθεση ήτανέκδηλαπαράνομη 15 20 (α)ως ληφθείσα απόαναρμόδιοόργανοεφόσον σύμφωνα με τον εφεσείοντα - τότε αιτητή - αρμόδιο ήταν το Υπουργικό Συμβούλιο και όχι ο Υπουργός Εξωτερι κών (β) ως ανύπαρκτη,εφόσον δεν είχε καταρτιστεί κείμενο της πράξηςκαθεαυτήν,αλλά μόνο ηκοινοποίηση της, ημερομηνίας 21 Δεκεμβρίου 1994- και (γ) ως αναιτιολόγητη. 25
(2)Η μετάθεσηαποτελούσε τιμωρητικό μέτροπουλήφθηκεχω ρίς δέουσα απόφανση ως προς οποιαδήποτε ενοχή τουαιτητήαναφορικά μεταόσα, κατάτον ίδιο,συκοφαντικάτου είχαν καταλογιστεί.
(3)Ημετάθεσηθα επέφερεανεπανόρθωτηβλάβηως εκθέτουσα τον ίδιοκαιτην οικογένεια τουσε ανυποληψίακαιως δια κόπτουσατην εκεί σχολική πορείατων παιδιώντου. 30 35 ΗΔημοκρατία έφερε ένσταση. Με απόφαση, ημερομηνίας 3 Φεβρουαρίου 1995, οΔικαστής πουεπιλήφθηκε τηςαίτησης,την απέρριψε. Ηασκηθείσα έφεση εκθέτει μεπολυπλοκότητα λόγους καιαι τίες αλλά και συλλογισμούς. Στηνουσία επαναλαμβάνονται τα όσατέθηκανκαιπρωτόδικα. 239 Νικολάου, Δ. Λοϊζίδηςν.Υπ. Εξωτερικών
(1995)Προτού ασχοληθούμε με τους επί μέρους λόγους που συνθέ τουν την πρώτη ενότητα,προτάσσουμε συντομογραφικά,την έν νοια της έκδηλης παρανομίας. Εξετάστηκε από την Ολομέλεια στις υποθέσεις Economides v. Republic
(1982)3 C.L.R. 837, Moyo and Another v.Republic
(1988)3 C.L.R. 1203 και Κροχί- 5 δον και Άλλων ν. Δημοκρατίας υπ' αρ. 741/89,ημερομηνίας 29 Μαΐου 1990, όπου επιδοκιμάστηκε οακόλουθοςγενικός ορισμός που δόθηκεαπότον νύν Πρόεδροτου Ανωτάτου Δικαστηρίουκ. Γ. Πική, στην υπόθεση Frangos and Others v. The Republic
(1982)3C.L.R. 53 (στησελ. 57): 10 "Although what amounts to flagrant illegality is nowhere exhaustively defined, it appears to meto involveaclear violation of theprocedure envisagedbythelaw orunquestionable disregard ofthefundamental precepts ofadministrative law. Thenotiondoes not encompass any defective exercise of discretionary powers vestedinan organ of public administration." 15 Είχε πιο πριν στην ίδια απόφασηδηλωθεί ότι έκδηλη παρα νομία είναι παρανομία"palpably identifiable without having to probe into disputed facts". Έπειτα, η προσέγγιση από τον νυν Πρόεδρο στην υπόθεση Πολύβιος Νικολάου ν. Ε.Δ.Υ.υπ' αρ. 20 692/92,ημερομηνίας 22 Οκτωβρίου 1992, προσφέρεικαθοδήγη ση ως προς τα όρια της έννοιας. Τη συνοψίζουμε με τα εξής. Έκδηληπαρανομία είναι εκείνη που,ανδεν αναδύεται αυτόμα τα, ανακύπτει κατόπιν αναλογισμού ως προς τις επιπτώσεις στοιχείων ενυπαρχόντων στο διαθέσιμο υλικό εφόσον βέβαια 25 ό,τι απορρέειπαραμένειαντικειμενικάαναντίλεκτοκαιμηυπο κείμενο σε στάθμισηγια έκφρασηκρίσης. Αναφορικά πρώτα με το θέμααρμοδιότητας, στο οποίο άλ λωστε επικέντρωσε την προσοχή του κατά την έφεση ο συνήγο ρος του εφεσείοντα, ηεπιχειρηματολογία που ανέπτυξε είχε ως αφετηρία τα άρθρα54(β) και 50 του Συντάγματος.Δυνάμει του Αρθρου 54(β): 30 "Η παρά τουΥπουργικού Συμβουλίουασκούμενη εκτελεστι κή εξουσία περιλαμβάνει μεταξύάλλων καιταεξήςθέματα: (α) 35 (β) Τας εξωτερικός υποθέσεις περί ων γίνεται μνεία εν άρθρα>50. 240 3Α.Α.Δ. Λοϊζίδηςν.Υπ. Εξωτερικών Νικολάου, Δ. (γ) " Το άρθρο50 διαλαμβάνει ότι οόρος "εξωτερικαί υποθέσεις" περιλαμβάνει ανάμεσασε άλλακαι 5 10 15 "(α)....τηντοποθέτησιν διπλωματικώναντιπροσώπωνκαιπροξενικών αντιπροσώπωνεκτωνυπηρετούντων εντηδιπλω ματικήυπηρεσίαειςθέσειςεντωεξωτερικώ " Ο συνδυασμός αυτών των συνταγματικών διατάξεων απέ κτησε, κατά τον συνήγορο του εφεσείοντα, εξειδικευμένη έννοια με το εδάφιο
(2)του άρθρου5 του περί Εξωτερικής Υπηρεσίας της ΔημοκρατίαςΝόμουτου 1965, όπως τροποποιήθηκε (βλ. σε τούτο τον Ν.35/66),τοοποίο,σύμφωνα πάντοτε μετον συνήγο ρο, διέπει την προκείμενη περίπτωση ως περίπτωση τοποθέτη σης αρχηγού αποστολής, ενώ το εδάφιο
(4)του ίδιου άρθρου, που επικαλείτο η άλλη πλευρά, αφορούσε μόνο περιπτώσεις προσωπικού άλλου απόαρχηγόαποστολής. Παραθέτουμετις εν λόγωνομοθετικές πρόνοιες. "5
(1)20
(2)Ο διορισμός και η τοποθέτησις αρχηγών διπλωματι κών αποστολών εκ των υπηρετούντων εν τη Διπλω ματική Υπηρεσία, εις θέσεις εν τω εξωτερικώ και η ανάθεσις καθηκόντων εν τω εξωτερικώ, ως ειδικών απεσταλμένων εις υπηρεσίαν εν τη Διπλωματική Υπηρεσία εις ήδηυπηρετούντας εις αυτήν, διενεργεί ται υπό του Υπουργικού Συμβουλίου. 25
(3)30
(4)Τηρουμένων των διατάξεωντων εδαφίων
(2)και
(3)η τοποθέτησις εις οιανδήποτε θέσιν εν τω εξωτερικώ ή εν τωΥπουργείω των Εξωτερικών προσώπωνυπηρε τούντων εν τη εξωτερική Υπηρεσία διενεργείται υπό του Υπουργού των Εξωτερικών." 35 Ο συνήγορος του εφεσείοντα παρέπεμψε επικουρικά και σε άλλες πρόνοιες. Δεν παρίσταταιόμως ανάγκηνααναφερθούμε παρά μόνο σε δύοαπό αυτές. Κατ'αρχήναπέδωσε σημασία στο άρθρο 9 του περί της Συμβάσεως της Βιέννης περί Προξενικών Σχέσεων (Κυρωτικού) Νόμου του 1976, στο οποίο αναφέρεται ότι οι αρχηγοί προξενικών αρχών κατατάσσονται σε τέσερεις 241 Νικολάου, Δ. Δοϊζίδηςν. Υπ. Εξωτερικών
(1995)τάξεις, ήτοι, σε Γενικούς Πρόξενους, Πρόξενους, Υποπρόξενους, και Προξενικούς Πράκτορες. Ηπροοπτική με την οποία εισήγαγε ο συνήγορος στην επιχειρηματολογία τουκαιαυτήτην πρόνοια, ήταν η εμπέδωση της άποψης ότι ηοργανική θέση την οποία ο εφεσείων κατείχε τουπαρείχε,αντίθετα με ό,τι εισηγεί5 το η άλλη πλευρά, τη δυνατότητα να υπηρετήσει ως αρχηγός αποστολής. Έπειτα, ο συνήγορος στάθηκε ιδιαίτεραστον Καν. 2
(1)των περί Εξωτερικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας (Απαι τούμενα Προσόντα Διορισμού ή Προαγωγής, Καθήκοντα και Αρμοδιότητες Εκάστης Θέσεως), Κανονισμών του 1966, όπως 10 τροποποιήθηκαν σε τούτο απότην Κ.Δ.Π. 151/80, όπουη φράση "διπλωματική αποστολή" ερμηνεύεται να περιλαμβάνει "Πρεσβείαν,Υπάτην Αρμοστείαν και Μόνιμον Αντιπροσωπείαν". Ο συνήγορος επεκτάθηκε, καθώς αναφέραμε, και σε άλλες διατά ξεις αλλά παρέλκει η ρητή αναφοράσε εκείνες γιατί, κατά την 15 αντίληψη μας, δεν προωθούν περαιτέρω τη συλλογιστική στην οποία εδράζεταιηθέση του εφεσείοντα σε αυτήτηνπτυχή. Ο συνήγορος των καθ' ων η αίτηση, από δικής του πλευράς,υπέδειξε ότι, σύμφωνα με τους σχετικούς κανονισμούς στους οποίους εκτίθενται τα σχέδια υπηρεσίας των υπηρετού- 20 ντων στην Εξωτερική Υπηρεσία τηςΔημοκρατίας,ηθέση Γραμ ματέα Α* ή Πρόξενου δεν περιλαμβάνει δυνατότητατοποθέτη σης κατόχουτηςως αρχηγούδιπλωματικήςαποστολής αλλάμό νο ως αναπληρωτή:βλ. τον Καν. 8 των ήδηαναφερθέντων Κα νονισμών. Ο συνήγορος των καθ' ων κατέληξε, ως εκ τούτου, 25 ότι ο εφεσείων δενθαμπορούσε ναείχετοποθετηθεί ωςαρχηγός διπλωματικής αποστολής δυνάμει τουεδαφίου
(2)τουάρθρου5 του ρηθέντος Νόμου,αλλά μόνο σε κατώτερηθέση οπότε εφαρ μογής τύγχανε το εδάφιο
(4), με αποτέλεσμα αρμοδιότητα να έχει σε τούτο ο Υπουργός Εξωτερικών και όχι το Υπουργικό 30 Συμβούλιο. Στην πρωτόδικη απόφαση διατυπώνεται ως κατά ληξηότι εφαρμογήείχεενπροκειμένω το εδάφιο
(4)τουάρθρου 5, χωρίς ωστόσο να εκτίθεται οποιαδήποτε αιτιολόγηση. Βέβαια, ηαρμοδιότηταδιοικητικούοργάνουαποτελεί απαραί τητηπροϋπόθεσηγιαέκδοση έγκυρηςδιοικητικήςπράξης: βλ.την 35 απόφαση στην υπόθεση ΧρύσανθοςΚυριάκουΑτό., ν.ΑρχήςΤη λεπικοινωνιών Κύπρου, Α.Ε. 1116, ημερομηνίας 18 Απριλίου 1995. Τοανάκυψανθέμααρμοδιότηταςεπιδέχεταισύντομης απά ντησης. Ηοποία είναι ότι ηθέση του εφεσείοντα επί τούτου πα ραγνωρίζει την προφανήδιάκριση,όπως το ίδιο την παραγνωρι- 40 ζει και ηθέση της άλλη πλευράς -ανεξάρτητααπότο πού κατα λήγει μεταξύ διπλωματικής αποστολής αφενός και προξενικής 242 3 Α.Α.Δ. 5 10 15 20 25 30 35 40 Αοϊζίοης v. Υπ. Εξωτερικών Νικολάου,Α. αποστολής αφετέρου. Πρόκειται γιαδιάκριση εγγενήστο Αρθρο 54(β) του Συντάγματος παρά την εκεί ταύτιση τωνδύοαυτών προσδιορισμών σεό,τι αφοράτηναρμοδιότητατοποθέτησης αντι προσώπων. Πάντως τηνεννοιολογική τους ετεροσημία.τη θεωρούμε αυτονόητη. Η ίδια διάκριση απαντάται και στο άρθρο 3
(2)(β) τόυ περί Εξωτερικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας Νόμου του 1960 (όπως τροποποιήθηκε), όπου επίσης γίνεται αναφορά, κατ' αντιδιαστολή, μεταξύ διπλωματικής και προξενικής υπηρε σίας. Ηεξειδίκευσηλοιπόν στο εδάφιο
(2)του άρθρου5ότι" ο διορισμός και ητοποθέτησις αρχηγών διπλωματικών αποστο λών "διενεργείται απότοΥπουργικό Συμβούλιο, αφήνειγια τις λοιπές τοποθετήσεις, μετημήαναφοράσεπροξενικές αποστο λές, ανοιχτό τοθέμα για τη λειτουργία του εδαφίου
(4)τοοποίο προβλέπει ως αρμόδιααρχήτονΥπουργό Εξωτερικών. Ο εφεσείωνήταν,καθώς φαίνεται,αρχηγός αποστολής, αλλά προξενικής, όχι διπλωματικής. Συνεπώς, αρμοδιότητα για την τοποθέτηση του,κατ' επέκτασηκαιγιατημετάθεσητου,είχεοΥπουργόςΕξω τερικών δυνάμει τουάρθρου5
(4). Η συνταγματικότητα τηςενλό γω διάταξης δεν τέθηκε για εξέταση - βλ. The improvement Boardof Eylenja v.Constantinou
(1967)1 C.L.R. 167 - αλλάού τε καιαμφισβητήθηκε ενώπιον μας. Αυτή η κατάληξη παρέχει απάντησηστο θέμα.Προσθέτουμε ωστόσογιαπληρότητα,μιακαι συζητήθηκε,ότι η ευρύτητατης ερμηνείας τουόρου "διπλωματική αποστολή" στον Καν. 2
(1)τωνπροαναφερθέντων Κανονισμών, δεν επιδράεπί αυτήςτης κατάληξης καθότιο ενλόγωόρος, στον τομέα στον οποίο ανάγεται, δεναποβλέπει παρά μόνο στον προσ διορισμό τηςδυνατότηταςτοποθέτησης αντιπροσώπων σε συνάρ τηση μετιςπροδιαγραφόμενες οργανικές θέσεις και όχιστονκα θορισμό του οργάνου που κέκτηται αρμοδιότητα για την τοποθέτηση στην όποιαπερίπτωση. Προχωρούμε τώραστην εισήγησητουσυνηγόρου του εφεσείο ντα ότιημετάθεση πρέπει ναθεωρείται ανύπαρκτηεξαιτίας της έλλειψης αυτοτελούς κειμένου ωςπροϋπόθεσης για την ενσυνε χεία γνωστοποίηση που επήλθε μετηνεπιστολή, ημερομηνίας 21 Δεκεμβρίου 1994. Εδώεγείρεται θέμαγια εξέταση τοοποίο στην πρωτόδικη απόφαση δεν φαίνεταινααπασχόλησε. Πρόκειταιβέ βαιαγιαθέμαπουαφοράτον τύπο τηςδιοικητικής πράξης,δηλα δήτον τύπο μετην έννοια εδώτης μορφής πουπροσέλαβε ηδιοι κητική πράξη. Καθώς αναφέρεται σεσυγγράμματα με αναφορά προς νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείαςτης Ελλάδος,η διοικητική πράξη πρέπει κατάκανόνα ναείναι έγγραφος ακόμα και αναυτό δεν προβλέπεται ρητώς. KaL τούτο για λόγους που δεν είναι ανάγκηνα εκθέσουμε. Δεν αποκλείεται όμως,κάτω από 243 Νικολάου,Δ. Αοϊζίόηςν.Υπ. Εξωτερικών
(1995)ορισμένες περιστάσεις, να είναι η διοικητική πράξηκαιάτυπος, ήτοι, προφορική:βλ. τασυγγράμματα,"Διοικητικό Ελληνικό Δί καιο" 4η Έκδοση,Β' Τόμος, (Γενικό Μέρος) του Η. Γ.Κυριακό πουλου σελ. 380-1· "Δίκαιο Διοικητικών Πράξεων"του Μ.Στα σινόπουλου, σελ. 210-211· όπως και τις αποφάσεις του Σ.Ε. 1288/1978,2963/1983, 1288/1992. Εκεί πάντως όπου συνάγεται παράβασητύπου,ηπράξηεπάγεταιακυρότηταμόνο εφόσον ο τύ πος κριθεί απότοΔικαστήριο ουσιώδης. Καθώςπαρατηρείοκα θηγητής Κυριακόπουλος στο σύγγραμμα του (ανωτέρω),στη σελ. 380: 5 10 "Λόγωπαραβάσεωςτύπουηπράξιςείναι άκυρος,ουχί εν πά σηπεριπτώσει, αλλ' εναμφιβολίαμόνον, εφ'όσον οπαραβια σθείς τύποςτυγχάνει ουσιώδης." Ως προς τη διαστολή μεταξύ ουσιώδους και επουσιώδους τύ που,συνεχίζει παρακάτωμεταεξής: 15 "Επειδήδεδυσχερής αποβαίνειηεξεύρεσιςασφαλούςκριτηρί ουδιακρίσεως μεταξύουσιώδους και επουσιώδους τύπου,δέ ον ναγίνη δεκτόν,ότι,κατάκανόνα,οι τύποι είναι ουσιώδεις, ηδεπερί τούτωνκρίσις ανήκειπάντωςειςτον δικαστήν. Μό νον γενικώς δύναταινα λεχθή,ότι ουσιώδης είναι οτύπος εφ' 20 όσονητήρησιςαυτού,ενδεχομένως, ασκήεπιρροήνεπίτουπε ριεχομένου της πράξεως, ή η μη τήρησης αυτού καθιστά την πραξινανεφάρμοστονήαμφιβόλου περιεχομένου." Με αυτάασχολήθηκε, απότην σκοπιά που εδώ ενδιαφέρει,η Ολομέλεια σε αριθμό υποθέσεων σε σχέση, ανάμεσα σε άλλα, με 25 ττλειοδοτικούς διαγωνισμούς, εμπιστευτικές εκθέσειςκαι δημοσι εύσεις. Περιεκτικάταεξέθεσε, μεαναφοράσεπροηγούμενηνομο λογία,οκ.Σ.Νικήτας,Δ.,πουέδωσετην απόφασητηςΟλομέλει ας στην υπόθεση ΗλιάδηςκαιΆλλοι ν.Χριστοφή
(1991)3Α.Α.Δ. 25. Η περικοπήπουακολουθεί είναι απότις σελ. 36-37: 30 "Η διάκρισητωντύπων σεουσιώδεις και μήαντανακλάάμεσα στοκύρος τηςδιοικητικήςπράξης. Οουσιαστικός τύποςαπο τελείεγγύησηκαισυνάμακατοχυρώνει τηνουσίαδικαιώματος στη δοσμένη περίπτωση. Γι' αυτό η παράβασηδιατυπώσεων κατάτην έκδοση τηςδιοικητικής πράξηςή κατάτην προπαρα- 35 σκευαστική διαδικασία(όπως είναι ηυπηρεσιακήέκθεση) που οδηγεί στην έκδοση της, αποτελεί λόγο ακυρότητας. Το απο φασιστικό κριτήριο του διαχωρισμού των τύπων σε ουσιώ δεις και επουσιώδεις, πουέγινεδεκτόκαιεφαρμόζειηνομο244 3Α.Α.Δ. Λοϊζίδηςν.Υπ. Εξωτερικών Νικολάου,Δ. λογία μας,είναι ηενδεχόμενη επίδρασητης μητήρησης τους στο περιεχόμενο της πράξης." 5 10 15 20 25 30 35 40 Το αποτέλεσμα στην υπόθεση Α. Παναγιώχον ν. Δημοκρα τίας, υπ' αρ.412/92,ημερομηνίας23/2/94,στην οποία παρέπεμψε ο συνήγορος του εφεσείοντα όπως και εκείνο στην υπόθεση DomeInvestments Ltd ν. ΣυμβουλίουΒελτιώσεωςΑγ.Νάπας, χ.α. υπ' αρ.551/87,ημερομηνίας 7 Απριλίου 1989, όπουη ανυ παρξία κειμένου απόφασης, απέβηκρίσιμη ως υποδηλούσατην έλλειψη απόφασης, θα πρέπει να αποδοθεί σε αξιολόγηση στη βάση των ανωτέρω εκτεθέντων αρχών. Θα ήταν,βέβαια,μέσα στο πλαίσιοτηςεξέτασης μιαςαίτησηςγιαπροσωρινόδιάταγμα εντελώς άτοπο να διεισδύσει κανείς στο υπό αναφορά ζήτημα για την επίλυση είτε της μιας πτυχής που αφορά το γραπτόάτυπο,είτε τηςάλλης πουαφοράτο ουσκόδες -επουσιώδες του' τύπου.Είναιαρκετήεδώηκατάληξηότι ηύπαρξη συζητήσιμου θέματοςπροςστάθμιση,εξ ορισμού αντιστρατεύεταιτην έννοια της έκδηλης παρανομίας τηνοποίαεπιχείρησε σετούτονα προ ωθήσει ο συνήγορος του εφεσείοντα. Όσον αφοράτοπαράπονοτουεφεσείονταγιαέλλειψη αιτιολογίας,τοοποίοοσυνήγορος συνάρτησε μετοάτυπο τηςεπίδι κης πράξης,διαπιστώνουμε πως παρόλον που στην πρωτόδικη απόφασηγίνεται,εσφαλμένα βέβαια,χρήσηυλικού μεταγενέστε ρου της πράξης, εν τούτοις,καθώςαναφέραμε στη σύνοψη των γεγονότων, προϋπήρχεστον προσωπικόφάκελοτου εφεσείοντα υλικό απότοοποίοθαμπορούσε εύλογαναπροκύψει ηύπαρξη προβλήματος, υλικό το οποίο θα μπορούσε ενδεχομένως να αποτελέσει έρεισμα από άποψηαιτιολογίας. Αλλά και σε αυτό θαήτανανεπίτρεπτη,στοπλαίσιοτηςπαρούσας διαδικασίας,η περαιτέρω ενασχόληση. Εκείνο που έχει σημασία και σε αυτή την πτυχήείναι ότι δεν καταδεικνύεταιέκδηληπαρανομία. Η αναφορά μαςστουπάρχονυλικό ωςεπιτρεπτόέρεισμαγια την εκδήλωση της επίδικηςπράξης,μαςοδηγεί στην εξέταση της άποψης τουεφεσείοντα ότι ημετάθεσητουαποτελούσετιμωρη τικό μέτρο που λήφθηκε χωρίς δέουσα έρευνα. Κατάτη γνώμη μας,τίποτεδενυπάρχειπουναοδηγεί προςτηνκατεύθυνσημό νο της εξαγωγής συμπεράσματοςείτεότι ημετάθεσηπροοριζό ταν ναπλήξει τον εφεσείοντα ή ότι εν πάσηπεριπτώσει αυτή θα έπρεπε εξ αντικειμένου να θεωρηθεί ότι ενείχε τέτοιο αποτέλε σμα. Θαμπορούσε ίσως εύλογα ναυποστηριχθεί,όπως ενπροκειμένω υποστήριξε ηΔημοκρατία,ότι από μόνη της ηύπαρξη του προβλήματοςπουανέκυψε,άφηνεπεριθώριαγια την άσκη245 Νικολάου,Δ. Αοιζίδης ν.Υπ. Εξωτερικών
(1995)ση κρίσης από την αρμόδια αρχή σχετικά με τη μετάθεση του εφεσείοντα. Προσθέτουμε συναφώςότι δεδομένης τηςαπουσίας σχετικής πρόνοιας,δυνάμει της οποίας να απαιτείτο εξειδίκευ ση της αιτιολογίας στο σώμα της πράξης,καθίσταται δυνατήη αναζήτηση αιτιολογίας από στοιχεία που ήδη βρίσκονταν στο 5 σχετικό φάκελο:βλ. την απόφασηστις υποθέσεις Παύλου Πιπερίδη και Άλλων ν.Δημοκρατίας
(1995)3Α.Α.Δ.21 όπως καιτα Πορίσματα Νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας 1929 - 1959 σελ. 185 - 190. Τονίζουμε ότι προβαίνουμε σε αυτές τις παρατηρήσεις μόνο για να εξηγήσουμε πληρέστερα το γιατί δεν 10 συμφωνούμε με τα όσα συναφώς προώθησε ο εφεσείων χωρίς, όπως και πριν,να εκφράζουμεάποψηως προϊόν αξιολόγησης. Απομένει να εξετάσουμε τον λόγο που σχετίζεται με τον ισχυ ρισμό έλευσης ανεπανόρθωτης ζημίας. Πρωτόδικα,ο Δικαστής αναφέρθηκε σε νομολογία πουκατέδειχνε ότι προσωρινό διάταγ- 15 μα δύναταινα εκδοθεί είτε όπου ηπράξηπάσχει απόέκδηλη πα ρανομία,είτε όπου αναμένεταινα ακολουθήσει την πράξηη πρό κληση ανεπανόρθωτης ζημίας. Και προχώρησε ακολούθως στη διατύπωση γενικής άποψης ότι και στη μια και στην άλλη περί πτωση τέτοιο διάταγμαδεν θαέπρεπε να εκδίδεται όταν συντρέ- 20 χουν λόγοι δημοσίου συμφέροντος κωλύοντος την αναστολή της πράξης. Στηγενικότητα τηςαυτή ηάποψηείναιβέβαια εσφαλμέ νη. Επίέκδηληςπαρανομίαςπροσωρινό διάταγμαεκδίδεταιόποι ες και αν είναι οι επιπτώσεις και μάλιστα κατάκανόνα η ιδίαη προσφυγή διεκπεραιώνεται επί της ουσίας: (βλ. Sofocleous ν. 25 Republic
(1971)3C.L.R. 345 καιFrangosand Others v.Republic (ανωτέρω). Toδημόσιο συμφέρον ποτέδενταυτίζεται μετηνυπο στύλωσητηςέκδηλης παρανομίας. ΟπρωτόδικοςΔικαστήςκατέ ληξε επί του προκειμένου, δίχως προηγουμένως να διατυπώσει απόφανση επί των εναλλακτικών προϋποθέσεων για την έκδοση 30 προσωρινού διατάγματος ότι "συγκεκριμένοι λόγοι δημοσίου συμφέροντος υπαγορεύουν την απόρριψη της αίτησης". Εξειδί κευσετοδημόσιο συμφέρον πουείχευπόψητου μεαναφοράπρος αιτιολογία ανάμεικταεπιτρεπτή,ήτοι,τηνκαταγγελίαστοφάκελο του εφεσείοντα, αλλά και ανεπίτρεπτη, ήτοι, στοιχεία μεταγενέ- 35 στερα της επίδικης πράξης,όπως ήδηεπισημάναμε. Έπειτα από την αναφερθείσακατάληξη δηλώνεται στην πρωτόδικηαπόφαση ότι "εκ πρώτης όψεως καμιάπαρανομία δεν τεκμηριώνεται" - έκ δηληήάλλη- αφαιρώνταςέτσικαιαλλιώς τηδυνατότητα έκδοσης προσωρινού διατάγματος. 40 Σύμφωνα με τις αρχές που ανέπτυξε η νομολογία μας - βλ. ενδεικτικά την απόφαση της Ολομέλειας στην Moyo and 246 3 Α.Α.Δ. 5 Λοίζίδης ν. Υπ.Εξωτερικών Νικολάου, Δ. Another v.Republic(ανωτέρω) - προσωρινάδιατάγματαδυνά μει του Καν. 13 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου (όπως ο Κανονισμός αυτός έχει τροποποιηθεί), δύνανται ναεκδοθούν στις εξής δύο περιπτώσεις: (α)Όπου προκύπτει έκδηληπαρανομία· ή 10 (β)Όπου καταφαίνεται ηέλευσηανεπανόρθωτηςζημίαςεφό σον σε αυτή τηδεύτερη περίπτωση δεν δημιουργούνται ανυπέρβληταεμπόδιαστηΔιοίκηση οπότελόγοι δημόσιου συμφέροντος κωλύουν τηνπροσωρινήθεραπεία. Παρίσταται επομένως ανάγκη να εξετάσουμε το κατά πόσο υπάρχει εδώηπροϋπόθεση ανεπανόρθωτηςζημίας. 15 20 Μπορούμε σετούτονα είμαστε σύντομοι. Ό,τισυναφώςπρο ωθήθηκε ενώπιον μας εκμέρους του εφεσείοντα δενεξικνείται παρά μόνο σεπαράπονογια τη μεταχείριση του, όπως ο ίδιος την αντίκρυζε, συνάμα και τιςδυσχέρειες που ωςεκτούτουεί χαν να αντιμετωπίσουν ο ίδιος και ηοικογένεια του. Αυτόεί ναιπουκατάτηγνώμη μαςσυνάγεται απότηναγόρευση τουσυ νηγόρου. Παραθέτουμε ταδύο σχετικά αποσπάσματα. Ανέφερε πρώταότι: "Η άμεση μετάθεση,του έθεσεστίγμα. Καταδείχνει τομέγε θος της βλάβηςτην οποία υφίσταται." 25 30 35 Δεν συμμεριζόμαστε την άποψηότιηενλόγω μετάθεσηεπά γεται στίγμα που θασήμαινε ανατροπήτου τεκμηρίου αθωότητας όπως άλλωστε δεν το ανατρέπειτο ότι- που είναι νομίζου με βαρύτερο - υπάλληλος τίθεται σε διαθεσιμότητα,καθώς υπο δείχθηκε,σεσχέσημε τοδεύτερο,στην υπόθεσηΠολύβιουΝικο λάου ν.Δημοκρατίας (ανωτέρω). Και έπειτα οσυνήγορος πρό σθεσε: "Είναι οικογενειάρχης με παιδιά, μαθητέςκαι δεν μπορεί να τα φέρει στη μέση της σχολικής χρονιάς. Ενοικίασε σπίτι. Καταδεικνύεται έκδηλακακή μεταχείριση." Με τοθέμα της μεταχείρισης του εφεσείοντα ασχοληθήκαμε ενωρίτερα. Ωςπρος τιςαναφερθείσες δυσχέρειες, αυτές πολύ απέχουναπό ό,τι,κατάτηναντίληψη μας,καλύπτειη έννοια της ανεπανόρθωτης ζημίας. Δεν υπάρχει μεταξύ των δύοταυτοση247 Νικολάου,Δ. Λοϊζίδηςν.Υπ. Εξωτερικών
(1995)μία. Δεν παρίσταται·όμως ανάγκηνα επεκταθούμε εφόσον δεν θεωρούμε ότι πρόκειται για οριακή περίπτωση έτσιώστενακα θίσταται επιβεβλημένη η συζήτηση. Η έφεσηαποτυγχάνει και απορρίπτεται. Καμιά διαταγήγια έξοδα. Η έφεση απορρίπτεται χωρίς έξοδα. 248 5