← Κύπρος

κ. Συμεών Μάτσης (Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ)

Η απόφαση της ΕΚΚ ημ. 26 Σεπτεμβρίου 2016 ΑΚΥΡΩΘΗΚΕ από το Δικαστήριο. Η πράξη εξαφανίζεται και θα πρέπει να θεωρείται ότι ουδέποτε εκδόθηκε. ➢ Η παρούσα ανακοίνωση αποτελεί επανέκδοση λόγω τυπογραφικού λάθους το οποίο παρουσιάζεται διορθωμένο με κίτρινη σκιαγράφηση στις σελ. 20 και 34 – προηγούμενη αναφορά σε Ν.190(Ι)/2007 αντί σε Ν.116(Ι)/2005 17 Οκτωβρίου 2016 Απόφαση Συμβουλίου ΕΚΚ Ημ. Ανακοίνωσης: Αναφορικά με: Νομοθεσία: Θέμα: Καταχώρηση Προσφυγής: 17.10.2016 Ημ. Απόφασης ΕΚΚ: 26.09.2016 Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, κ. Ανδρέα Αρτέμη (ΔΣ), κ. Γιάννη Κυπρή (ΔΣ), κ. Γιάννη Πεχλιβανίδη (ΔΣ), κ. Σταύρο Κωνσταντινίδη (ΔΣ), κ. Κώστα Σεβέρη (ΔΣ), κ. Γιώργο Γεωργιάδη (ΔΣ), κα Ειρήνη Καραμάνου (ΔΣ) και κ. Χρίστη Χατζημιτσή (Αν. ΓΔ) Ο περί τον Προϋποθέσεων Διαφάνειας (Κινητές Αξίες προς Διαπραγμάτευση σε Ρυθμιζόμενη Αγορά) Νόμος, ο περί των Πράξεων Προσώπων που Κατέχουν Εμπιστευτικές Πληροφορίες και των Πράξεων Χειραγώγησης της Αγοράς (Κατάχρηση Αγοράς) Νόμος Διοικητικά πρόστιμα Πατήστε εδώ Αποτέλεσμα Πατήστε εδώ Προσφυγής: Το Συμβούλιο της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου (‘η Επιτροπή’) ενημερώνει το επενδυτικό κοινό ότι έχει εξετάσει θέμα συμμόρφωσης: ➢ της εταιρείας Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, των Διοικητικών της Συμβούλων και του Γενικού Διευθυντή με τον περί τον Προϋποθέσεων Διαφάνειας (Κινητές Αξίες προς Διαπραγμάτευση σε Ρυθμιζόμενη Αγορά) Νόμο του 2007, ως εκάστοτε ισχύει, ➢ της εταιρείας Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (‘η Τράπεζα’) με τον περί των Πράξεων Προσώπων που Κατέχουν Εμπιστευτικές Πληροφορίες και των Πράξεων Χειραγώγησης της Αγοράς (Κατάχρησης της Αγοράς) Νόμο του 2005, ως εκάστοτε ισχύει, αναφορικά με την απεικόνιση της υπεραξίας (Goodwill) της Uniastrum Bank: ➢ στην Εξαμηνιαία Οικονομική Έκθεση της Τράπεζας για την περίοδο που έληξε 30.6.2012, και ➢ στις ενδιάμεσες συνοπτικές ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις της Τράπεζας για το εννιάμηνο που έληξε 30.9.2012, και, στη συνεδρία του ημερομηνίας 26 Σεπτεμβρίου 2016, διαπίστωσε την ύπαρξη παραβάσεων και κατέληξε στην επιβολή διοικητικών προστίμων ως ακολούθως: Α.

  1. Εταιρεία Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, συνολικό διοικητικό πρόστιμο ύψους €25.000 Α.
  2. Μέλη Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ κατά τον ουσιώδη χρόνο: Διοικητικοί Σύμβουλοι Θέση Διοικητικό πρόστιμο 1 κ. Ανδρέας Αρτέμη κ. Γιάννης Κυπρή κ. Γιάννης Πεχλιβανίδης κ. Σταύρος Κωνσταντινίδης κ. Κώστας Σεβέρης κ. Γεώργιος Γεωργιάδης κα Ειρήνη Καραμάνου Μη εκτελεστικός Πρόεδρος Διοικητικού Συμβουλίου • Εκτελεστικός Διοικητικός Σύμβουλος • Διευθύνων Σύμβουλος • Εκτελεστικός Διοικητικός Σύμβουλος • Αναπληρωτής Διευθύνων Σύμβουλος • Μη Εκτελεστικός Διοικητικός Σύμβουλος • Πρόεδρος Επιτροπής Ελέγχου της Τράπεζας • Μη Εκτελεστικός Διοικητικός Σύμβουλος • Μέλος Επιτροπής Ελέγχου της Τράπεζας • Μη Εκτελεστικός Διοικητικός Σύμβουλος • Μέλος Επιτροπής Ελέγχου της Τράπεζας • Μη Εκτελεστική Διοικητική Σύμβουλος • Μέλος Επιτροπής Ελέγχου της Τράπεζας €70.000 €70.000 €70.000 €50.000 €30.000 €30.000 €30.000 Α.
  3. Ανώτερος Γενικός Διευθυντής Συγκροτήματος Οικονομικής Διεύθυνσης και Στρατηγικής, κ. Χρίστης Χατζημιτσής, διοικητικό πρόστιμο ύψους €70.
  4. Η Επιτροπή παραθέτει κατωτέρω αυτούσιο απόσπασμα του πρακτικού της απόφασή της«…… Η Επιτροπή, αφού μελέτησε το θέμα, κατέγραψε τα ακόλουθα σημεία τα οποία προκύπτουν από τις παραστάσεις της εταιρείας Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (‘η Τράπεζα’), των Διοικητικών της Συμβούλων και του κ. Χρίστη Χατζημιτσή: Α. Προκαταρκτικοί υπολογισμοί ερευνώντος λειτουργού Στη σελίδα 15 των γραπτών παραστάσεων της Τράπεζας, γίνονται οι εξής αναφορές: «Ο υπολογισμός που έγινε από τον ερευνώντα λειτουργό για την εξαγωγή πρώτων ενδείξεων για απομείωση φαίνεται να χαρακτηρίζεται από σοβαρά λάθη.» «Ως εκ τούτου, εάν ο υπολογισμός που έγινε από τον ερευνώντα λειτουργό για την εξαγωγή των πρώτων ενδείξεων ήταν ορθός, θα κατέληγε στο συμπέρασμα ότι δεν υπάρχει ένδειξη για απομείωση.» Η Επιτροπή σημείωσε ότι οι κλήσεις σε παραστάσεις αναφέροντο σε συγκεκριμένα σενάρια (Σενάρια 1,2 και 3) πλήρως τεκμηριωμένα και όχι σε αυτές τις πρώτες ενδείξεις ή/και προβληματισμούς του ερευνώντος λειτουργού, που δεν αποτέλεσαν μέρος των κλήσεων σε παραστάσεις. Β. Λήψη διορθωτικών μέτρων 2 Η Τράπεζα, διοικητικοί της σύμβουλοι και ο κ. Χατζημιτσής αναφέρουν στις παραστάσεις τους ότι η Τράπεζα ελάμβανε διορθωτικά μέτρα προς αντιμετώπιση των προβλημάτων της Uniastrum Bank. H Επιτροπή σημείωσε ως γεγονός, ότι λαμβάνονταν αποφάσεις από την Τράπεζα για λήψη διορθωτικών μέτρων. Τα μέτρα αυτά όμως, δεν θεωρούνται ότι έφερναν ουσιαστικά αποτελέσματα. Επίσης, η μη αποτελεσματική εφαρμογή μέτρων για βελτίωση της κατάστασης της Uniastrum Bank, διαπιστώνεται να είχε άμεση σχέση και με την παρουσία των δύο Ρώσων μειοψηφούντων μετόχων οι οποίοι κατείχαν το 20% του μετοχικού της κεφαλαίου. Σχετικά ως προς τούτο είναι τα εξής αποσπάσματα, στα οποία οι αναφορές σχετίζονται με τον ουσιώδη χρόνο της υπόθεσης: Β.1.Απόσπασμα από πρακτικά του Διοικητικού Συμβουλίου της Τράπεζας ημερομηνίας 20.01.2012 «Ρωσία Το Διοικητικό Συμβούλιο συζήτησε την πολιτική παρουσίας του Συγκροτήματος στις χώρες του εξωτερικού, με ιδιαίτερη αναφορά στη Ρωσία. Το Διοικητικό Συμβούλιο εξέφρασε προβληματισμό για το γεγονός ότι η Uniastrum Bank δεν ανταποκρίθηκε επαρκώς στις προσδοκίες του Διοικητικού Συμβουλίου παρά το γεγονός ότι υπήρξε ανάπτυξη στην οικονομία της χώρας. Σημειώθηκε ότι αν και υπήρξε πρόοδος από την ανάληψη των εργασιών της Uniastrum Bank, εντούτοις δεν ήταν στα αναμενόμενα επίπεδα. Σημειώθηκε επίσης ότι συνεχίζουν να παρατηρούνται αδυναμίες στα συστήματα και στις διαδικασίες, ενώ υπάρχει συχνή εναλλαξιμότητα του προσωπικού.» Β.2.Απόσπασμα από Πρακτικά του Διοικητικού Συμβουλίου της Τράπεζας ημερομηνίας 27.7.2012 «Το Διοικητικό Συμβούλιο συζήτησε σε έκταση το θέμα και σημείωσε ότι σε περίπτωση που γίνει αποδεκτό το αίτημα για αναδιάρθρωση των εξασφαλίσεων, τότε θα ακολουθήσουν παρόμοια αιτήματα και για άλλες υποθέσεις. Σημειώθηκε επίσης, ότι στα πλαίσια των προσπαθειών για μείωση των riskweighted assets του Συγκροτήματος, τροχιοδρομείται και η πώληση της Uniastrum Bank. Ως εκ τούτου οποιεσδήποτε ενέργειες πρέπει να λάβουν υπόψη όλες τις επιπτώσεις στην πρόθεση αυτή του Συγκροτήματος. Το Διοικητικό Συμβούλιο εξέφρασε την άποψη ότι θα πρέπει να υπάρχουν εντός της Τράπεζας οι απαραίτητες διαδικασίες [άρα έπασχαν οι διαδικασίες] για να εντοπίζονται έγκαιρα τέτοιου είδους υποθέσεις [προβληματικά δάνεια] από τις υπηρεσίες της Τράπεζας ούτως ώστε να γίνονται ενέργειες εκ των προτέρων. Επίσης, το Διοικητικό Συμβούλιο εξέφρασε την άποψη ότι θα πρέπει να διεξαχθεί έρευνα για εντοπισμό και αξιολόγηση άλλων παρόμοιων περιπτώσεων. Το Διοικητικό Συμβούλιο συζήτησε επίσης το ρόλο των δύο μετόχων (minority shareholders) της Uniastrum Bank και ζήτησε από την Εκτελεστική Διεύθυνση όπως προβεί σε τέτοιες ενέργειες ώστε να σταματήσουν οι ζημιές από παρόμοιας φύσεως υποθέσεις. Το Διοικητικό Συμβούλιο έθεσε επιτακτικά την ανάγκη για επαναδιαπραγμάτευση της συμφωνίας με τους δύο Ρώσους μετόχους συνιδιοκτήτες στη Uniastrum Bank, καθώς επίσης και την εξέταση και λήψη 3 μέτρων για όλα τα θέματα που αφορούν την Uniastrum Bank και προβληματίζουν ή ανησυχούν το Διοικητικό Συμβούλιο.» Β.
  5. Απόσπασμα από Πρακτικά του Διοικητικού Συμβουλίου της Τράπεζας ημερομηνίας 3.8.2012: «Ο Προεδρεύων, κ. Α. Αρτέμης, έκανε αναφορά στην προηγούμενη συνεδρία του Διοικητικού Συμβουλίου ημερομηνίας 26.07.2012 κατά την οποία είχε κατ’ αρχήν θέσει θέμα προς συζήτηση το ενδεχόμενο διεξαγωγής έρευνας σχετικά με την εξαγορά και την πορεία της Uniastrum Bank. O κ. Α. Αρτέμης αναφέρθηκε ειδικά για τα ευρήματα του due diligence που είχε διεξαχθεί πριν την εξαγορά και εξέφρασε απορία για το ότι ενώ όλα τα επισφαλή δάνεια που είχαν εντοπισθεί τότε και τα οποία είχαν τοποθετηθεί σε escrow account εξοφλήθηκαν, στη συνέχεια εμφανίστηκαν αρκετά σημαντικά δάνεια που προϋπήρχαν και που σήμερα δεν εξυπηρετούνται με αποτέλεσμα η τράπεζα να πρέπει να διενεργεί σημαντικές προβλέψεις.» Β.4.Απόσπασμα από Πρακτικά του Διοικητικού Συμβουλίου της Τράπεζας ημερομηνίας 4.9.2012 «Ο κ. Χρ. Μουσκής εξέφρασε προς την Εκτελεστική Διεύθυνση την έντονη απογοήτευση του Διοικητικού Συμβουλίου για την πορεία της Uniastrum Bank και για τα στοιχεία που βγαίνουν τώρα στην επιφάνεια αναφορικά με συγκεκριμένα δάνεια της Uniastrum Bank και σημείωσε ότι το Διοικητικό Συμβούλιο εμπιστεύτηκε πλήρως την Εκτελεστική Διεύθυνση στις αποφάσεις και χειρισμούς που έγιναν για την Uniastrum Bank. Ζήτησε όπως διερευνηθούν οι λόγοι της αποτυχίας ως ένα μάθημα για το μέλλον. Ο κ. Σεβέρης σημείωσε ότι η πολιτική και επιχειρηματική κουλτούρα στη Ρωσία έχει χειροτερεύσει για την Τράπεζα Κύπρου και θα πρέπει ίσως να εξεταστεί η αποχώρηση της Τράπεζας Κύπρου από τη χώρα το συντομότερο δυνατό. Η παρουσία της Τράπεζας Κύπρου στη Ρωσία ήταν ένα λάθος το οποίο έγινε καλή τη πίστη, όμως η κατάσταση χειροτερεύει αντί να βελτιώνεται. Ο Πρώτος Αναπληρωτής Διευθύνων Σύμβουλος, κ. Γ. Πεχλιβανίδης, σημείωσε ότι κατά την εκτίμηση του, θα έπρεπε έγκαιρα να είχε επιδιωχθεί μεγαλύτερη έκταση και βάθος στην παρουσία της Τράπεζας Κύπρου στη στελεχιακή δομή της Uniastrum Bank. Ταυτόχρονα θα έπρεπε μέσα από την πρακτική μας να είχαμε οριοθετήσει ευκρινώς τα όρια της παρουσίας των δύο Ρώσων συνεταίρων.» «Ο κ. Γ. Γεωργιάδης σημείωσε ότι το Διοικητικό Συμβούλιο κατά καιρούς εξέφραζε τους προβληματισμούς του για τη Ρωσία και συντηρείτο μια ασαφής εικόνα ως προς το ποιος διοικούσε την Uniastrum Bank. Ο κ. Γ. Γεωργιάδης ανέφερε ότι υπήρχαν σοβαρά θέματα τα οποία δεν τέθησαν ποτέ ενώπιον του Διοικητικού Συμβουλίου όπως π.χ. το θέμα του Συμβολαίου με την Unistream [εταιρεία ελεγχόμενη από τους μειοψηφούντες μετόχους της Uniastrum] και το θέμα των αμοιβών των δύο Ρώσων συνεταίρων.» «Συνοψίζοντας τη συζήτηση, ο Πρόεδρος, κ. Αρτέμης, σημείωσε τα πιο κάτω: ▪ Το θέμα της Ρωσίας θα πρέπει να διερευνηθεί σε βάθος, αφού γίνει και σχετική ενημέρωση του Διοικητικού Συμβουλίου από τον Πρώτο Αναπληρωτή Διευθύνοντα Σύμβουλο και ενημερωθεί το Διοικητικό Συμβούλιο για το αποτέλεσμα των επαφών που γίνονται με τους δύο Ρώσους συνεταίρους. ▪ Το Διοικητικό Συμβούλιο εξέφρασε την απογοήτευση του για την πορεία της Uniastrum Bank και για το γεγονός ότι η Διεύθυνση απέτυχε στο να διαχειριστεί αυτή την επένδυση. 4 ▪ Το Διοικητικό Συμβούλιο συμφωνεί με την υποβληθείσα εισήγηση ότι θα πρέπει να διερευνηθούν οι λόγοι της αποτυχίας αυτής, ώστε να αποτελέσει μάθημα για το μέλλον.» Β.5.Απόσπασμα από Πρακτικά του Διοικητικού Συμβουλίου της Τράπεζας ημερομηνίας 31.01.2013 «Το Διοικητικό Συμβούλιο επανέλαβε τις έντονες ανησυχίες του για τη UB [Uniastrum Bank], ιδιαίτερα όσον αφορά τη συνεχή αποχώρηση στελεχών, τη μη ικανοποιητική διαχείριση κινδύνων, τον υψηλό κίνδυνο φήμης και τη ενεργό ανάμιξη των δύο Ρώσων μετόχων/συνιδιοκτητών στην εκτελεστική διεύθυνση της Τράπεζας, γεγονός το οποίο αποτελεί τροχοπέδη στην εφαρμογή των αποφάσεων του Διοικητικού Συμβουλίου.» B.6.Απόσπασμα από σημείωμα κ. Νικόλα Καρυδά, Ανώτερου Γενικού Διευθυντή Συγκροτήματος, ημερομηνίας 16 Αυγούστου 2012 προς τον Πρόεδρο και τα Μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της Τράπεζας «Uniastrum Bank Αποτελεί μια σημαντική επένδυση για την Τράπεζα και παρά τη σημαντική επιχορήγηση υπό μορφή χαμηλών επιτοκίων (Transfer Pricing) δεν κατάφερε να αποδώσει τα αναμενόμενα.» «Ενώ είχα τους ενδοιασμούς μου, δεν αντιτάχθηκα στην επένδυση διότι έδωσα βάση στην ικανότητα των άλλων Διευθυντών να εφαρμόσουν αυτά τα οποία είχαν αναφερθεί και προδιέγραψαν ότι θα τα πραγματοποιούσαν. Το ότι τίποτα από όλα εκείνα που προδιέγραψαν ότι θα εκτελούσαν, δεν εφαρμόστηκαν, 3 και 4 χρόνια μετά θα πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο έρευνας την οποία και πάλι δεν βλέπω πως μπορώ εγώ προσωπικά να επηρεάσω τη διεξαγωγή της.» «Εμφανίζεται απροθυμία από την Τράπεζα να διερευνηθεί σε βάθος η πιθανή σχέση των άλλων μετόχων με προβληματικά δάνεια με τη δικαιολογία ότι θα την πουλήσουμε και θα πρέπει να «Ωραιοποιήσουμε τη Νύμφη»». Β.
  6. Αποσπάσματα από επιστολές της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου προς την Τράπεζα Σε επιστολή της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου ημερομηνίας 29 Δεκεμβρίου 2011 προς την Τράπεζα αναφέρονται τα εξής: «Η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου προβληματίζεται έντονα για τις δραστηριότητες του συγκροτήματος στη Ρωσία. Σχετικά μας απασχολούν τα ακόλουθα ζητήματα: • Στελέχωση της τράπεζας και ο βαθμός εκπροσώπησης και ελέγχου από τη μητρική τράπεζα • Επάρκεια και αποτελεσματικότητα του συστήματος εσωτερικού ελέγχου και του πλαισίου διαχείρισης κινδύνων • Ποιότητα του χαρτοφυλακίου χορηγήσεων ενόψει της μεγάλης πιστωτικής επέκτασης κατά το 2010 • Επάρκεια των προβλέψεων για επισφαλείς απαιτήσεις • Προοπτικές ανάπτυξης και άντλησης καταθέσεων • Κερδοφορία». 5 Παρά το γεγονός ότι στις 22.2.2012, η Τράπεζα απέστειλε επιστολή προς την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου προσπαθώντας να την καθησυχάσει ως προς τους προβληματισμούς της, η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, με επιστολή της ημερομηνίας 10.5.2012, σημείωσε τα εξής: «Έχουμε σημειώσει τις θέσεις σας αναφορικά με τους προβληματισμούς που εκφράσαμε για τις δραστηριότητες του συγκροτήματος στην Ρωσία. Παρόλα αυτά, εξακολουθούμε να διατηρούμε τις επιφυλάξεις μας.» Γ. Ισχυρισμός ότι η Τράπεζα δεν ήταν σε διαδικασία πώλησης της Uniastrum Bank Η Τράπεζα, διοικητικοί της σύμβουλοι και ο κ. Χατζημιτσής αναφέρουν στις παραστάσεις τους ότι η Τράπεζα δεν ήταν σε διαδικασία πώλησης της Uniastrum Bank. Η Επιτροπή απορρίπτει τον εν λόγω ισχυρισμό με βάση τα πιο κάτω στοιχεία: Γ.
  7. Απόσπασμα από Πρακτικά του Διοικητικού Συμβουλίου της Τράπεζας ημερομηνίας 27.7.2012 «Το Διοικητικό Συμβούλιο συζήτησε σε έκταση το θέμα και σημείωσε ότι σε περίπτωση που γίνει αποδεκτό το αίτημα για αναδιάρθρωση των εξασφαλίσεων, τότε θα ακολουθήσουν παρόμοια αιτήματα και για άλλες υποθέσεις. Σημειώθηκε επίσης, ότι στα πλαίσια των προσπαθειών για μείωση των riskweighted assets του Συγκροτήματος, τροχιοδρομείται και η πώληση της Uniastrum Bank. Ως εκ τούτου οποιεσδήποτε ενέργειες πρέπει να λάβουν υπόψη όλες τις επιπτώσεις στην πρόθεση αυτή του Συγκροτήματος.» Γ.2.Απόσπασμα από Πρακτικά του Διοικητικού Συμβουλίου της Τράπεζας ημερομηνίας 3.8.2012: «Ο Προεδρεύων, κ. Α. Αρτέμης, έκανε αναφορά στην προηγούμενη συνεδρία του Διοικητικού Συμβουλίου ημερομηνίας 26.07.2012 κατά την οποία είχε κατ’ αρχήν θέσει θέμα προς συζήτηση το ενδεχόμενο διεξαγωγής έρευνας σχετικά με την εξαγορά και την πορεία της Uniastrum Bank. O κ. Α. Αρτέμης αναφέρθηκε ειδικά για τα ευρήματα του due diligence που είχε διεξαχθεί πριν την εξαγορά και εξέφρασε απορία για το ότι ενώ όλα τα επισφαλή δάνεια που είχαν εντοπισθεί τότε και τα οποία είχαν τοποθετηθεί σε escrow account εξοφλήθηκαν, στη συνέχεια εμφανίστηκαν αρκετά σημαντικά δάνεια που προϋπήρχαν και που σήμερα δεν εξυπηρετούνται με αποτέλεσμα η τράπεζα να πρέπει να διενεργεί σημαντικές προβλέψεις.» «Ο κ. Γ. Πεχλιβανίδης ανέφερε ότι έχει ήδη αρχίσει η διαδικασία πώλησης της Uniastrum Bank. Εάν αρχίσει η οποιαδήποτε έρευνα, τότε οι προοπτικές για πώληση της Uniastrum Bank εκμηδενίζονται. Ο Διευθύνων Σύμβουλος, κ. Γ. Κυπρή, ενημέρωσε το Διοικητικό Συμβούλιο για τις τελευταίες εξελίξεις σε σχέση με το θέμα της πώλησης της Uniastrum Bank. Οι πιθανοί αγοραστές οι οποίοι μας προσέγγισαν αρχικά με διάφορες προτάσεις, περιλαμβανομένης και της διατήρησης κάποιου μεριδίου από την Τράπεζα Κύπρου, επανήλθαν πριν 2-3 μέρες και έδωσαν ένδειξη για αγορά του 100% της Uniastrum Bank με price:book value της τάξης του 1,
  8. Βάσει τούτου εγείρονται δύο θέματα:

(1)η αποπληρωμή του funding που έχει παραχωρήσει η Τράπεζα Κύπρου προς την Uniastrum και 6
(2)οι αγοραστές θα καταβάλουν το τίμημα σταδιακά, με τραπεζική εγγύηση. Οι δύο Ρώσοι μέτοχοι είχαν αναφέρει ότι δεν εξετάζουν οποιαδήποτε προσφορά με δείκτη price:book value χαμηλότερη του 2. Οι επαφές με τους ενδιαφερόμενους συνεχίζονται. Παράλληλα, λήφθηκαν quotations και από 3 οίκους του εξωτερικού (Deutsche Bank, Renaissance Capital και J.P. Morgan) για να εξευρεθούν άλλοι πιθανοί ενδιαφερόμενοι. Απόφαση Ενόψει των όσων έχουν αναφέρει ο Διευθύνων Σύμβουλος και ο Πρώτος Αναπληρωτής Διευθύνων Σύμβουλος σε σχέση με τις προσπάθειες πώλησης της Uniastrum, το Διοικητικό Συμβούλιο αποφάσισε όπως αναστείλει προσωρινά την απόφαση για διεξαγωγή έρευνας. Το θέμα θα βρίσκεται σε εκκρεμότητα για επανεξέταση. Εν τω μεταξύ, το Διοικητικό Συμβούλιο να τύχει πλήρους ενημέρωσης για την οικονομική θέση της τράπεζας (μεγέθη, ΜΕΧ, προβλέψεις κλπ) και τις ενέργειες και προοπτικές για σύντομη πώληση της.» Γ.3.Απόσπασμα από σημείωμα κ. Νικόλα Καρυδά, Ανώτερου Γενικού Διευθυντή Συγκροτήματος, ημερομηνίας 16 Αυγούστου 2012 προς τον Πρόεδρο και τα Μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της Τράπεζας Uniastrum Bank «Αποτελεί μια σημαντική επένδυση για την Τράπεζα και παρά τη σημαντική επιχορήγηση υπό μορφή χαμηλών επιτοκίων (Transfer Pricing) δεν κατάφερε να αποδώσει τα αναμενόμενα.» «Ενώ είχα τους ενδοιασμούς μου, δεν αντιτάχθηκα στην επένδυση διότι έδωσα βάση στην ικανότητα των άλλων Διευθυντών να εφαρμόσουν αυτά τα οποία είχαν αναφερθεί και προδιέγραψαν ότι θα τα πραγματοποιούσαν. Το ότι τίποτα από όλα εκείνα που προδιέγραψαν ότι θα εκτελούσαν, δεν εφαρμόστηκαν, 3 και 4 χρόνια μετά θα πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο έρευνας την οποία και πάλι δεν βλέπω πως μπορώ εγώ προσωπικά να επηρεάσω τη διεξαγωγή της.» «Εμφανίζεται απροθυμία από την Τράπεζα να διερευνηθεί σε βάθος η πιθανή σχέση των άλλων μετόχων με προβληματικά δάνεια με τη δικαιολογία ότι θα την πουλήσουμε και θα πρέπει να «Ωραιοποιήσουμε τη Νύμφη»». Δ. Ενδείξεις απομείωσης και Υπολογισμός Εύλογης Αξίας - Fair Value Η Τράπεζα, διοικητικοί της σύμβουλοι και ο κ. Χατζημιτσής ισχυρίζονται στις παραστάσεις τους ότι, κατά τις δύο
(2)υπό εξέταση περιόδους, δεν υπήρχε ένδειξη απομείωσης της υπεραξίας της Uniastrum Bank. H Επιτροπή απορρίπτει τον εν λόγω ισχυρισμό και εκφράζει τη θέση ότι, κατά τις δύο
(2)υπό εξέταση περιόδους, υπήρχαν σοβαρές ενδείξεις απομείωσης της υπεραξίας λαμβάνοντας υπόψη τα ακόλουθα στοιχεία: Δ.
  1. Ενδείξεις απομείωσης 7 Επιστολή εξωτερικών ελεγκτών ημερομηνίας 20.4.2012, προς την Επιτροπή Ελέγχου της Τράπεζας αναφορικά με τα «Key audit issues-Assessment of Goodwill impairment» των οικονομικών καταστάσεων για τις 31.12.2011: «It is observed that the actual results of the preceding three years for Russia and Ukraine continue to be significantly lower than the projected results in their business plans, which form the basis for the goodwill impairment test. If the results do not improve in 2012, this will be a significant indicator of impairment.» Για την περίοδο 30.6.2012, η απόκλιση των πραγματικών αποτελεσμάτων (€500.000) σε σχέση με τα προβλεπόμενα (€10.000.000) ανήλθε στο 95% και ήταν η μεγαλύτερη αρνητική ποσοστιαία απόκλιση μέχρι εκείνη τη στιγμή. Σωρευτικά για την περίοδο 1/2009 μέχρι 6/2012 η πραγματική απόκλιση από τα προβλεπόμενα αποτελέσματα ήταν €81,500,000 ή ποσοστό 75%. Δ.
  2. Σύγκριση Προβλεπόμενων Αποτελεσμάτων με Πραγματικά Κέρδη/(Ζημιές) Προβλεπόμενα Πραγματικά Απόκλιση Ποσοστό Αρνητικής Απόκλισης 2009 σε Εκ. Ευρώ 38 7 31 2010 σε Εκ. Ευρώ 30 16 14 2011 σε Εκ. Ευρώ 30 3 27 6/2012 σε Εκ. Ευρώ 10 0.5 9.5 Σύνολο σε Εκ. Ευρώ 108 26.5 81.5 75% 82% 47% 91% 95% Σχετικές είναι οι αναφορές στο ΔΛΠ 36, παράγραφοι 9, 12f, 12g και
  3. Δ.
  4. Υπολογισμός Εύλογης Αξίας-Fair Value Με βάση το ΔΛΠ 36.21: Στα Ελληνικά: «Αν δεν υπάρχει κανένας λόγος να πιστεύει κανείς ότι η αξία λόγω χρήσης, ενός περιουσιακού στοιχείου ουσιωδώς υπερβαίνει την εύλογη αξία απομειωμένη κατά το κόστος της πώλησης του, η εύλογη αξία του περιουσιακού στοιχείου απομειωμένη κατά το κόστος της πώλησης του μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως το ανακτήσιμο ποσό του. Αυτό συχνά θα συμβαίνει για ένα περιουσιακό στοιχείο που προορίζεται για πώληση. Αυτό, γιατί η αξία λόγω χρήσης ενός περιουσιακού στοιχείου που προορίζεται για διάθεση θα συνίσταται κυρίως από το καθαρό προϊόν της διάθεσης, δεδομένου ότι οι μελλοντικές ταμιακές ροές από τη συνεχή χρήση του περιουσιακού στοιχείου, μέχρι τη διάθεση του, ενδέχεται να είναι αμελητέες.» Στα Αγγλικά: «If there is no reason to believe that an asset’s value in use materially exceeds its fair value less costs of disposal, the asset’s fair value less costs of disposal may be used as its recoverable amount. This will often be the case for an asset held for disposal. This is because the value in use of an asset held for disposal will consist mainly of the net disposal proceeds, as the future cash flows from continuing use of the asset until its disposal are likely to be negligible». 8 Δ.
  5. Υπολογισμός Δίκαιης Αξίας εφόσον η Τράπεζα βρισκόταν σε διαδικασία πώλησης Με βάση το περιεχόμενο των πρακτικών του Διοικητικού Συμβουλίου της Τράπεζας ημερομηνίας 3.8.2012 (πριν από την ανακοίνωση των εξαμηνιαίων αποτελεσμάτων της για τις 30.6.2012), οι πιθανοί αγοραστές της Uniastrum Bank, είχαν δώσει ένδειξη για αγορά του 100% της Uniastrum Bank με price:book value της τάξης του 1,
  6. Αυτό αντιστοιχούσε σε €391 εκ. – €400 εκ. αξία (λόγω της σχετικής ισοτιμίας) για την Uniastrum Bank, έναντι €510 εκ. που παρουσιαζόταν στα βιβλία της Τράπεζας. Δηλαδή, στα βιβλία της Τράπεζας παρουσιαζόταν λογιστική αξία μεγαλύτερη κατά €110 εκ - €119 εκ. Την ίδια περίπου ανάγκη για απομείωση της υπεραξίας, κατέδειξαν και τα τρία
(3)σενάρια που χρησιμοποίησε η Επιτροπή. Σημειώνεται ότι ο οίκος J.P. Morgan, σε παρουσίαση του στο Διοικητικό Συμβούλιο της Τράπεζας, στις 2.11.2012 (δηλαδή πριν την ανακοίνωση της εννιαμηνιαίας οικονομικής έκθεσης για τις 30.9.2012) ανέφερε ότι ο δείκτης P/BV του τραπεζικού τομέα στην Ευρώπη είχε μειωθεί σε κάτω από Χ1 εξαιρουμένων των σκανδιναβικών τραπεζών, ενώ όταν ξεκίνησε η κρίση (δηλαδή το 2008) ο δείκτης ήταν γύρω στο Χ2 ή Χ
  1. Αυτό αποδεικνύει τη σταδιακή επιδείνωση των P/BV multiples. Συνεπώς, το P/BV που καθόρισαν οι ενδιαφερόμενοι αγοραστές για την Uniastrum Bank στις 3.8.2012, ήταν αρκετά ψηλότερο των P/BV multiples που επικρατούσαν στον τραπεζικό τομέα στην Ευρώπη κατά το τελευταίο τρίμηνο του
  2. Σημειώνεται ότι P/BV κάτω από ένα, σήμαινε αξία για την Uniastrum Bank, €250 εκ., δηλαδή μειωμένη αξία κατά €260 εκ. από τη λογιστική της αξία, €510 εκ. στα βιβλία της Τράπεζας κατά τις 30.9.
  3. Μετά την ενημέρωση στις 2.11.2012 (δηλαδή πριν την ανακοίνωση της εννιαμηνιαίας οικονομικής έκθεσης για τις 30.9.2012), ο Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβούλιου κ. Ανδρέας Αρτέμης (βλ. γραπτές παραστάσεις κας Άννας Διογένους), κάλεσε στο γραφείο του, στην παρουσία του Αντιπροέδρου κ. Ευδόκιμου Ξενοφώντος, τον Διευθύνων Σύμβουλο κ. Γ. Κυπρή και τον Γενικό Διευθυντή της Οικονομικής Διεύθυνσης, κ. Χ. Χατζημιτσή, και τους ανέφερε ότι, δεδομένων των όσων λέχθηκαν από τους αξιωματούχους της J.P. Morgan, θα έπρεπε να συνεννοηθούν με τους εξωτερικούς ελεγκτές για το ενδεχόμενο διαγραφής της υπεραξίας (goodwill) στις οικονομικές καταστάσεις της Τράπεζας για τις 31.12.
  4. Δ.5.Αλληλογραφία Εσωτερικού Ελεγκτή της Τράπεζας με τον Πρόεδρο της Επιτροπής Ελέγχου Σε μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ημερομηνίας 28.5.2012 του Εσωτερικού Ελεγκτή, κ. Κωνσταντίνου Τσολάκκη, προς τον κ. Σταύρο Κωνσταντινίδη, Πρόεδρο της Επιτροπής Ελέγχου αναφέρεται το εξής: «I think you have a duty to do it and ask for the matter to be discussed at a meeting of the Board. Management does not understand that Uniastrum cannot compete with large state banks. These banks have a low cost of funding, less than half of Uniastrum’s funding cost. Needless to say that the reason that local management insists on having a large and unprofitable branch network is to serve Unistream [εταιρεία ελεγχόμενη από τους μειοψηφούντες μετόχους της Uniastrum] . Moreover, the goodwill we paid should be written off.» 9 Ο Εσωτερικός Ελεγκτής της Τράπεζας, με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προς τον κ. Σταύρο Κωνσταντινίδη (Πρόεδρο της Επιτροπής Ελέγχου) ημερομηνίας 25.8.2012, τον ενημέρωνε για προβληματικά δάνεια της Uniastrum Bank που είχαν εντοπιστεί, καθώς και για την ανάγκη για αύξηση των προβλέψεων για επισφαλείς χρεώστες. Επιπρόσθετα του ανέφερε το εξής: «Please add to the items the value of goodwill of Uniastrum and if management has carried out any reduction. Please ask Mr Hadjimitsis if Uniastrum goodwill is worth 1 billion and also Ernst & Young as to why they have not ask for a write off of goodwill.» Ε. Χρήση μοντέλου πέντε
(5)χρόνων από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς αντί δεκαετούς μοντέλου ως η θέση της Τράπεζας Η Τράπεζα, διοικητικοί της σύμβουλοι και ο κ. Χατζημιτσής στις παραστάσεις τους ισχυρίζονται ότι η χρήση δεκαετούς μοντέλου αποτίμησης της Uniastrum Bank, ήταν η ενδεδειγμένη. Η Επιτροπή απορρίπτει τον εν λόγω ισχυρισμό και θεωρεί ότι η χρήση μοντέλου πέντε
(5)χρόνων, ως οι δικές της αποτιμήσεις, για τον έλεγχο της απομείωσης της υπεραξίας, επιβαλλόταν από τις πρόνοιες του ΔΛΠ 36.35. Το ΔΛΠ 36.35 θέτει την εξής προϋπόθεση, για την υιοθέτηση μεγαλύτερης περιόδου των πέντε
(5)ετών: «Λεπτομερείς, σαφείς και αξιόπιστοι οικονομικοί προϋπολογισμοί/προβλέψεις μελλοντικών ταμειακών ροών, για περιόδους μεγαλύτερες από πέντε χρόνια γενικώς, συνήθως δεν είναι διαθέσιμοι. Για το λόγο αυτό, οι εκτιμήσεις της διοίκησης των μελλοντικών ταμειακών ροών βασίζονται στους πλέον πρόσφατους προϋπολογισμούς/προβλέψεις για μία μέγιστη περίοδο πέντε ετών. Η διοίκηση μπορεί να χρησιμοποιεί προβλέψεις ταμιακών ροών που βασίζονται σε οικονομικούς προϋπολογισμούς/προγνώσεις κατά τη διάρκεια μιας περιόδου μεγαλύτερης από πέντε χρόνια, αν η διοίκηση είναι πεπεισμένη ότι αυτές οι προβλέψεις είναι αξιόπιστες και μπορεί να αποδείξει την ικανότητα της, βασιζόμενη στην εμπειρία του παρελθόντος, να προβλέπει ταμιακές ροές επακριβώς, κατά τη διάρκεια αυτής της μεγαλύτερης περιόδου.» Συναφώς, στην έκθεση των εμπειρογνωμόνων της Τράπεζας (PWC-Επιστολή 26.3.2015) αναφέρεται το εξής: «Η διεύθυνση μπορεί να υιοθετήσει χρονική περίοδο προβλέψεων μεγαλύτερη από πέντε έτη εάν έχει την πεποίθηση ότι μπορεί να ετοιμάσει αξιόπιστες προβλέψεις και εάν είναι σε θέση να υποστηρίξει, με βάση προηγούμενη εμπειρία, ότι μπορεί να ετοιμάσει ακριβείς προβλέψεις για περίοδο μεγαλύτερη των 5 ετών. Με βάση το ΔΛΠ 36, το πιο σημαντικό κριτήριο για την υιοθέτηση οικονομικού μοντέλου που βασίζεται σε περίοδο προβλέψεων μεγαλύτερη από 5 έτη είναι η δυνατότητα ετοιμασίας ακριβών προβλέψεων για μια τέτοια περίοδο. Η διεύθυνση κατά τον σχηματισμό των προβλέψεων και των παραδοχών πρέπει να λαμβάνει υπόψη την πραγματική απόδοση της εταιρείας στο παρελθόν ή και το κατά πόσο στο παρελθόν η διεύθυνση κατ’εξακολούθηση, υπερεκτιμούσε ή υποεκτιμούσε τις μελλοντικές ταμειακές ροές.» Επίσης, σύμφωνα με το «IFRS Manual of Accounting 2008-Global guide to International Financial Reporting Standards» της PWC: 10 «Management may use a longer period (beyond five years) in exceptional cases, but only where management can demonstrate its ability, based on past experience to forecast cash flows accurately over the longer period.» Η Τράπεζα, κατ’ εξακολούθηση, κατά την περίοδο 2009-2011, αδυνατούσε να προβεί σε ετοιμασία ακριβών προβλέψεων, όπως διαπιστώνεται από τον πιο κάτω πίνακα: Σύγκριση Προβλεπόμενων Αποτελεσμάτων με Πραγματικά Κέρδη/(Ζημιές) Προβλεπόμενα Πραγματικά Απόκλιση Ποσοστό Αρνητικής Απόκλισης 2009 σε Εκ. Ευρώ 38 7 31 2010 σε Εκ. Ευρώ 30 16 14 2011 σε Εκ. Ευρώ 30 3 27 6/2012 σε Εκ. Ευρώ 10 0.5 9.5 Σύνολο σε Εκ. Ευρώ 108 26.5 81.5 75% 82% 47% 91% 95% Ως εκ τούτου, η Τράπεζα δεν πληρούσε, με βάση το ΔΛΠ 36, το πιο σημαντικό κριτήριο για την υιοθέτηση μοντέλου μεγαλύτερης διάρκειας από τα πέντε
(5)έτη, για τον έλεγχο της υπεραξίας, δηλαδή δεν μπορούσε «να αποδείξει την ικανότητα της, βασιζόμενη στην εμπειρία του παρελθόντος, να προβλέπει ταμιακές ροές επακριβώς, κατά τη διάρκεια αυτής της μεγαλύτερης περιόδου.» Ζ. Ισχυρισμός περί ωρίμανσης της επένδυσης με ορίζοντα τα δέκα
(10)χρόνια Η Τράπεζα, διοικητικοί της σύμβουλοι και ο κ. Χατζημιτσής στις παραστάσεις τους ισχυρίζονται ότι, η χρήση δεκαετούς μοντέλου αποτίμησης επιβαλλόταν για λόγους που σχετίζονταν με την ωρίμανση της επένδυσης. Η χρήση δεκαετούς μοντέλου απομείωσης απορρίπτεται από την Επιτροπή για τους λόγους που εξηγούνται στο σημείο (Ε) ανωτέρω. Η Τράπεζα χρησιμοποιούσε τα τριετή επιχειρηματικά πλάνα (Business Plans) τα οποία επεκτείνονταν στα δέκα
(10)χρόνια και χρησιμοποιούνταν στο μοντέλο για τον έλεγχο της απομείωσης. Η Επιτροπή σημείωσε ότι το Μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Τράπεζας, κατά τον ουσιώδη χρόνο, κ. Ευδόκιμος Ξενοφώντος, ο οποίος είχε διατελέσει CEO της Τράπεζας για σειρά ετών, ανέφερε, κατά την κατάθεση του στον ερευνώντα λειτουργό, ότι το επιχειρηματικό πλάνο ήταν «wishful thinking» και «δεν θα έπρεπε να χρησιμοποιείται για τον έλεγχο της απομείωσης.» Η. Ισχυρισμός περί εμπειρογνωμοσύνης Εξωτερικών Ελεγκτών Η Τράπεζα, διοικητικοί της σύμβουλοι και ο κ. Χατζημιτσής στις παραστάσεις τους παραπέμπουν στην εμπειρογνωμοσύνη των εξωτερικών ελεγκτών της Τράπεζας ή/και άλλων ειδικών. 11 Η Επιτροπή θεωρεί ότι η εμπλοκή στις διαδικασίες ελέγχου της απομείωσης της υπεραξίας εξειδικευμένων μονάδων εντός ενός οργανισμού ή/και εξωτερικών ελεγκτών μεγάλων ελεγκτικών οίκων ή/και άλλων ειδικών, δεν αποτελεί από μόνη της απόδειξη ότι δεν υπήρχαν οι σχετικές παραβάσεις της κείμενης νομοθεσίας που διέπει τα υπό εξέταση θέματα. Θ. Έκθεση Εμπειρογνώμονα της Τράπεζας (PWC) σε σχέση με τις γραπτές παραστάσεις της Τράπεζας Η Τράπεζα υποστήριξε τις παραστάσεις της υποβάλλοντας έκθεση εμπειρογνώμονα (PWC). Η Επιτροπή σημείωσε ότι στην έκθεση των εμπειρογνωμόνων της Τράπεζας, αναφέρεται ότι, «Συνεπώς το αντικείμενο της εργασίας μας δεν περιλαμβάνει την έκφραση γνώμης σε σχέση με το αν έπρεπε να είχε αναγνωριστεί απομείωση υπεραξίας κατά τις σχετικές ημερομηνίες.». Ως εκ τούτου η Επιτροπή δεν θεωρεί ότι η έκθεση εμπειρογνωμόνων της Τράπεζας καταθέτει διαφορετική γνώμη από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Ι. Σύγκριση Προβλεπόμενων Αποτελεσμάτων της Τράπεζας με το Σενάριο 1 της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς (στα ίδια περίπου αποτελέσματα καταλήγει και το Σενάριο 2 ) Κέρδη/(Ζημιές) Προβλεπόμενα Τράπεζας Προβλεπόμενα Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Απόκλιση Ποσοστό Προβλεπόμενης Αρνητικής Απόκλισης 2012 σε Εκ. Ευρώ 20 2013 σε Εκ. Ευρώ 38 2014 σε Εκ. Ευρώ 52 2015 σε Εκ. Ευρώ 55 2016 σε Εκ. Ευρώ 72 Σύνολο σε Εκ. Ευρώ 15 26 39 40 56 176 5 12 13 15 16 61 25% 32% 25% 27% 22% 237 26% Η Επιτροπή θεωρεί ότι η Τράπεζα θα μπορούσε να πετύχει το 74% της προβλεπόμενης κερδοφορίας της, παρά το γεγονός ότι με βάση τα προηγούμενα πραγματικά αποτελέσματα, κατά την περίοδο 2009-2012 (30.6.2012), μόνο το 25% της προβλεπόμενης από την Τράπεζα κερδοφορίας, είχε επιτευχθεί. Κατά τις τελευταίες δύο περιόδους, 2011 και 2012 (30.6.2012), οι αποκλίσεις ξεπερνούσαν το 90%, μεσούσης εφαρμογής διορθωτικών μέτρων από την Τράπεζα. ΙΑ. Νομικά σημεία Η Επιτροπή σημείωσε ότι τα νομικά σημεία τα οποία εγείρονται στις παραστάσεις των εμπλεκόμενων προσώπων, θα τύχουν χειρισμού ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το οποίο είναι το πλέον αρμόδιο, εάν και εφόσον καταχωρηθούν προσφυγές και προκύψουν. Στη συνέχεια η Επιτροπή, αφού έλαβε υπόψη της όλα τα στοιχεία, κατέληξε στα ακόλουθα: 12 - Οι διατάξεις των σχετικών Νόμων για τις οποίες γίνεται αναφορά στην απόφαση πιο κάτω παρατίθενται στο Παράρτημα Α και αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των παρόντων πρακτικών. Για σκοπούς της απόφασης: (i) Ο περί των Προϋποθέσεων Διαφάνειας (Κινητές Αξίες προς Διαπραγμάτευση σε Ρυθμιζόμενη Αγορά) Νόμος του 2007, ως εκάστοτε ισχύει, θα αναφέρεται ως «ο Ν.190(Ι)/2007». (ii) Ο περί των Πράξεων Προσώπων που Κατέχουν Εμπιστευτικές Πληροφορίες και των Πράξεων Χειραγώγησης της Αγοράς (Κατάχρησης της Αγοράς) Νόμος του 2005, ως εκάστοτε ισχύει, θα αναφέρεται ως «ο Ν.116(Ι)/2005». (iii) Η εταιρεία Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, θα αναφέρεται ως «η Τράπεζα». (iv) Η εταιρεία Uniastrum Bank, θα αναφέρεται ως «η Uniastrum». ΕΞΑΜΗΝΟ ΠΟΥ ΕΛΗΞΕ ΣΤΙΣ 30.6.2012 (Ι) Παράβαση εκ μέρους της Τράπεζας του άρθρου 10
(4)του Ν.190(Ι)/2007 αναφορικά με την κατάρτιση της εξαμηνιαίας οικονομικής της έκθεσης για την περίοδο που έληξε στις 30.6.2012 η οποία δημοσιοποιήθηκε στις 30.8.2012 Για το άρθρο 10, εδάφια
(3)και
(4), του Ν.190(Ι)/2007 βλέπε Παράρτημα Α των πρακτικών. Η Τράπεζα έχει προβεί σε παράβαση του άρθρου 10
(4)του Ν. 190(Ι)/2007 καθότι, οι ενδιάμεσες συνοπτικές ενοποιημένες οικονομικές της καταστάσεις, οι οποίες περιλαμβάνονται στην εξαμηνιαία οικονομική της έκθεσης για την περίοδο που έληξε στις 30.6.2012, δεν καταρτίστηκαν σύμφωνα με το Διεθνές Πρότυπο Χρηματοοικονομικής Πληροφόρησης 34, που αφορά τις ενδιάμεσες οικονομικές καταστάσεις, καθώς, Το περιεχόμενο των εν λόγω ενδιάμεσων συνοπτικών ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων της Τράπεζας δεν συνάδει με τις πρόνοιες της παραγράφου 104 (a) κάτω από τον τίτλο ‘Impairment loss for a cash generating unit’ του Δ.Λ.Π. 36, καθότι, δεν έγινε απομείωση της υπεραξίας (Goodwill) της Uniastrum Bank για ποσό ύψους €120 εκ. τουλάχιστον. Στο ποσό της ανάγκης για απομείωση ύψους €120 εκ. περίπου κατέληξαν και τα τρία σενάρια που αναλύονται πιο κάτω. Για τον έλεγχο της απομείωσης της υπεραξίας χρησιμοποιήθηκαν δύο βασικοί τρόποι ως ακολούθως:
  1. Διαφοροποίηση των προβλεπόμενων αποτελεσμάτων (Βασικά Σενάρια 1 και 2) και,
  2. Διαφοροποίηση του προεξοφλητικού επιτοκίου (Βασικό Σενάριο 3). ➢ Βασικό Σενάριο 1: Αύξηση των προβλέψεων για επισφαλείς χρεώστες της Uniastrum κατά 20% Αποτέλεσμα: Ανάγκη για απομείωση €121 εκ. από τις 30.6.
  3. Για το 2012, για παράδειγμα, οι προβλέψεις της Τράπεζας για επισφάλειες ως ποσοστό επί των δανείων, από 2.06% αυξήθηκαν στο 2.47%, δηλαδή κατά 20%. Σημειώνεται ότι για τις 31/12/2011, οι προβλέψεις για επισφάλειες είχαν ανέλθει στο 3.4%. Επομένως η αύξηση στο ποσοστό των προβλέψεων για επισφάλειες που έγινε, ήταν αρκετά συντηρητική. Το Σενάριο 1 κατέληγε σε λογικά αποτελέσματα ως ακολούθως: 13 • • • Κέρδη για το 2016 €56 εκ. (Πρόβλεψη Τράπεζας €72 εκ.) Return on Equity 13.5% (Πρόβλεψη Τράπεζας 17.4%) P/BV 1.49 (Πρόβλεψη Τράπεζας 2.19). Η ανάγκη για σημαντική αύξηση των προβλέψεων για επισφάλειες επιβεβαιώνετο από τα στοιχεία που έρχονταν συνεχώς στην επιφάνεια για τα προβληματικά δάνεια της Uniastrum: - Ο Εσωτερικός Ελεγκτής της Τράπεζας, με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προς τον κ. Σταύρο Κωνσταντινίδη (Πρόεδρο της Επιτροπής Ελέγχου) ημερομηνίας 25.8.2012, τον ενημέρωνε για προβληματικά δάνεια της Uniastrum, που είχαν εντοπιστεί, καθώς και για την ανάγκη για αύξηση των προβλέψεων για επισφαλείς χρεώστες. - Στα πρακτικά του Διοικητικού Συμβουλίου ημερομηνίας 29.11.2011 (403/2011 και Παράρτημα IV των πρακτικών) γίνεται αναφορά σε απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Uniastrum να προχωρήσει σε σύσταση ειδικής εταιρείας στη Ρωσία για μεταφορά προβληματικών δανείων για να αποφευχθεί η ενίσχυση κεφαλαίου σύμφωνα με τους νέους κανονισμούς της Κεντρικής Τράπεζας της Ρωσίας. - Στα πρακτικά του Διοικητικού Συμβουλίου ημερομηνίας 27.07.2012 (371/2012-πρώτη παράγραφος), ο κ. Γ. Κυπρή ενημέρωσε το Διοικητικό Συμβούλιο ότι η Κεντρική Τράπεζα της Ρωσίας έχει ζητήσει, για κάποια δάνεια της Uniastrum, όπως εάν δεν ληφθούν ουσιαστικές εγγυήσεις, η Τράπεζα να προχωρήσει σε πρόβλεψη για επισφαλείς χρεώστες. Στη δεύτερη σελίδα του ίδιου πρακτικού, το Διοικητικό Συμβούλιο εξέφρασε την άποψη ότι θα πρέπει να διεξαχθεί έρευνα για εντοπισμό και αξιολόγηση άλλων παρόμοιων περιπτώσεων. Το Διοικητικό Συμβούλιο ζήτησε επίσης από την εκτελεστική διεύθυνση όπως προβεί σε τέτοιες ενέργειες ώστε να σταματήσουν οι ζημιές από παρόμοιας φύσεως υποθέσεις. - Στα πρακτικά του Διοικητικού Συμβουλίου ημερομηνίας 3.8.2012 (382/2012-δεύτερη παράγραφος), ο κ. Α. Αρτέμης αναφέρθηκε ειδικά για τα ευρήματα του due diligence που είχε διεξαχθεί πριν την εξαγορά και εξέφρασε την απορία για το ότι, ενώ όλα τα επισφαλή δάνεια που είχαν εντοπιστεί τότε και τα οποία είχαν τοποθετηθεί σε escrow account εξοφλήθηκαν, στη συνέχεια εμφανίστηκαν αρκετά σημαντικά δάνεια που προϋπήρχαν και που σήμερα δεν εξυπηρετούνται με αποτέλεσμα η Τράπεζα να διενεργεί σημαντικές προβλέψεις. Σε Internal Memorandum της Ernst & Young ημερομηνίας 5.4.2012 (Subject: Bank of Cyprus – Comments on the valuation analysis performed by management for goodwill impairment testing as of December 31, 2011 under IAS 36 Impairment of assets and instructions dated January 05, 2011) γίνεται αναφορά σε έρευνα που διενήργησαν ανάμεσα σε μεγάλες Ρωσικές και Ευρωπαϊκές Τράπεζες που έδειξε ότι ο μέσος όρος του δείκτη «Return on Equity» των τραπεζών, ήταν μεταξύ του 10% και του 15% ενώ το P/BV ήταν μεταξύ 1 και 2 φορές. Αυτό επιβεβαιώνει την ορθότητα των αλλαγών που έγιναν στις προβλέψεις της Τράπεζας, από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Σημειώνεται ότι το μοντέλο της Τράπεζας, έδειχνε περιθώριο (cushion - αξία για την Uniastrum πέραν αυτής που παρουσιαζόταν στα βιβλία) ύψους Ευρώ 253 εκ. κατά τις 30.6.
  4. 14 ➢ Βασικό Σενάριο 2: Μείωση στα εισοδήματα από τόκους δανείων κατά 3% και αύξηση στα καταθετικά επιτόκια κατά 2% Αποτέλεσμα: Ανάγκη για απομείωση €119 εκ. από τις 30.6.
  5. Αποτέλεσμα των πιο πάνω διαφοροποιήσεων ήταν η μείωση των καθαρών κερδών κατά μέσο όρο 26% περίπου από τους υπολογισμούς της Τράπεζας για την περίοδο των 5 χρόνων. Η μείωση των καθαρών κερδών κατά 26% μόνο, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως αρκετά συντηρητική αφού οι αρνητικές αποκλίσεις των πραγματικών αποτελεσμάτων από τα προβλεπόμενα, κυμαίνονταν, στην καλύτερη περίπτωση, στο 47% όπως φαίνεται πιο κάτω: Σύγκριση Προβλεπόμενων Αποτελεσμάτων με Πραγματικά Κέρδη/(Ζημιές) 2009 σε Εκ. Ευρώ 2010 σε Εκ. Ευρώ 2011 σε Εκ. Ευρώ Προβλεπόμενα Πραγματικά Απόκλιση Ποσοστό Αρνητικής Απόκλισης 38 7 31 30 16 14 30 3 27 82% 47% 91% Οι σημαντικές αυτές αποκλίσεις στην κερδοφορία ήταν αποτέλεσμα συνδυασμού άλλων αποκλίσεων σχετικών με τις καταθέσεις, τις χορηγήσεις (όπως οι διαφορές επιτοκίου μεταξύ χορηγητικών και καταθετικών επιτοκίων) και τις επισφάλειες για τα δάνεια. Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω, τα επίπεδα του δείκτη «Return on Equity» που αποτελούν μια από τις σημαντικότερες παραμέτρους του μοντέλου ελέγχου της υπεραξίας στην περίπτωση της Uniastrum, παρουσίαζαν σημαντικές αποκλίσεις από τις προβλέψεις της Τράπεζας, ως ακολούθως: Έτος 2009 2010 2011 Πρόβλεψη Τράπεζας 13.9% 20.4% 13.8% Πραγματικά Απόκλιση 3.7% 4.1% (7.3%) 73% 80% Πέραν του 100% Το Σενάριο 2 κατέληξε σε λογικά αποτελέσματα ως ακολούθως: • • • Κέρδη για το 2016 €56 εκ. (Πρόβλεψη Τράπεζας €72 εκ.) Return on Equity 13.5% (Πρόβλεψη Τράπεζας 17.4%) P/BV 1.50 (Πρόβλεψη Τράπεζας 2.19) Η ανάγκη για πιο ορθολογιστικό υπολογισμό των χορηγητικών και καταθετικών επιτοκίων επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι σε εσωτερικό μήνυμα του, στον Πρόεδρο της Επιτροπής Ελέγχου, στις 28/5/2012, ο Εσωτερικός Ελεγκτής ανέφερε: "Management does not understand that Uniastrum cannot compete with large state banks. These banks have low cost of funding, less than half of Uniastrum's funding cost". 15 ➢ Βασικό Σενάριο 3: Αύξηση του προεξοφλητικού επιτοκίου για να ληφθεί υπόψη ο αυξημένος κίνδυνος υλοποίησης των ιδιαίτερα αισιόδοξων προβλέψεων της Τράπεζας Αποτέλεσμα: Ανάγκη για απομείωση €115 εκ. από τις 30.6.
  6. Σε αυτό το σενάριο έγιναν άλλα τρία
(3)επιμέρους σενάρια αύξησης του προεξοφλητικού επιτοκίου κατά 2%, 2.5%, και 3% ως specific risk premium το οποίο χρησιμοποιήθηκε ως εναλλακτική επιλογή από τη διαφοροποίηση των προβλεπόμενων αποτελεσμάτων όπως έγινε στα προηγούμενα δύο
(2)βασικά σενάρια. Υιοθετήθηκε η διάμεσος των τριών αποτελεσμάτων. H επιλογή των πιο πάνω ποσοστών αύξησης του προεξοφλητικού επιτοκίου ήταν λογική, δεδομένου ότι και σε Internal Memorandum της Ernst & Young ημερομηνίας 5.4.2012 (Subject: Bank of Cyprus – Comments on the valuation analysis performed by management for goodwill impairment testing as of December 31, 2011 under IAS 36 Impairment of assets and instructions dated January 05, 2011), χαρακτηρίζεται ως λογικό το πρόσθετο 4.1% που χρησιμοποιήθηκε από την Ernst & Young για έλεγχο της απομείωσης για το
  1. Συγκεκριμένα γίνεται η αναφορά ότι: "This could be regarded as a reasonable estimate for a specific risk premium that needs to be applied, in order to take into consideration the optimistic, in our view, Business Plan and the increased risk of its materialization". Επίσης στο ίδιο Internal Memorandum, αναφέρονται τα εξής: "though management have utilized a sound valuation methodology, we maintain that the projections used are optimistic. In the event we do not make any changes to the management Business Plan, we believe that an additional Company Specific Risk Premium should be applied of 4.1% and 5.5% to Uniastrum's and Avtovaz's discount rate respectively that will account for the aggressive assumptions & the embedded risk of the BP materializing". Με προέκταση του ίδιου σεναρίου στα 10 χρόνια και χρησιμοποιώντας προεξοφλητικά επιτόκια αυξημένα κατά 2.5%, 3% και 3.5% προέκυπτε ανάγκη για απομείωση μεταξύ €75 εκ. και €151 εκ. Σημειώνεται ότι όσον προεκτείνεται ο ορίζοντας των προβλεπόμενων αποτελεσμάτων θεωρείται λογικό να αυξάνεται το προεξοφλητικό επιτόκιο για κάλυψη του αυξημένου ρίσκου υλοποίησης πιο μακροπρόθεσμων προβλέψεων. Στοιχεία που είχε ενώπιον της η Τράπεζα πριν την ανακοίνωση στις 30.8.2012 της εξαμηνιαίας οικονομικής έκθεσης για την περίοδο που έληξε στις 30.6.2012: ➢ Η Uniastrum αντιμετώπιζε σωρεία προβλημάτων που επιδείνωναν τα αποτελέσματα της και τα οποία ήταν εις γνώση της Τράπεζας, όπως αναλύονται στα σημεία (α) και (β) πιο κάτω: (α) Ψηλές επισφάλειες και λειτουργικά προβλήματα μετά την εξαγορά της από την Τράπεζα (Πρακτικά Διοικητικού Συμβουλίου 20.01.2012-047/2012-πρώτη παράγραφος, Πρακτικά Διοικητικού Συμβουλίου 27.07.2012-371/2012, Πρακτικά Διοικητικού Συμβουλίου 3.08.2012382/2012-δεύτερη παράγραφος), και (β) Προβλήματα κεφαλαιακής επάρκειας με αποτέλεσμα να χρειάζεται τη συνεχή σημαντική οικονομική στήριξη (funding) από την Τράπεζα (Πρακτικά Διοικητικού Συμβουλίου 29.11.2011403/2011 και Παράρτημα IV των πρακτικών). 16 ➢ Η Τράπεζα είχε ενώπιον της, την έκθεση της Ernst & Young ( Half year 2012 Review Results and Communications-Report to the Audit Committee 29.8.2012) για τον έλεγχο της απομείωσης 30.6.2012, η οποία, για πρώτη φορά, έδειχνε χαμηλή αξία για την Uniastrum, μεταξύ €392 εκ. και €578 εκ και με διάμεση αξία (central) τα €476 εκ. Η διαφορά από τη λογιστική αξία της Uniastrum (€510 εκ.) ήταν από αρνητική €118 εκ. σε θετική €68 εκ. H διάμεση αξία (central) ήταν πιο κάτω από τη λογιστική της αξία κατά €34 εκ. ➢ Κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2012, είχε ζητηθεί από την Κεντρική Τράπεζα έρευνα για την Uniastrum (Πρακτικά Διοικητικού Συμβουλίου 26.7.2012-357/2012). Το θέμα διεξαγωγής έρευνας και από την ίδια την Τράπεζα για την εξαγορά και την πορεία της Uniastrum είχε συζητηθεί και στο Διοικητικό Συμβούλιο (Πρακτικά Διοικητικού Συμβουλίου 03.08.2012-382/2012). ➢ Την ίδια περίοδο, η Τράπεζα (Πρακτικά Διοικητικού Συμβουλίου 3.8.2012-382/2012, Πρακτικά Διοικητικού Συμβουλίου 30.8.2012-415/2012) άρχισε να προβαίνει σε ενέργειες για πώληση της Uniastrum Bank. ➢ Την ίδια περίοδο, η Τράπεζα δεν πληρούσε τους ελάχιστους δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας (Σημειώσεις 5.1 και 22 στις Ενδιάμεσες Συνοπτικές Ενοποιημένες Οικονομικές Καταστάσεις 30.6.2012) που απαιτούντο από την Κεντρική Τράπεζα. Σημειώνεται ότι είχε προηγηθεί η απομείωση των Ομολόγων Ελληνικού Δημοσίου (ΟΕΔ). Η Τράπεζα δεν ήταν σε θέση επίσης να καλύψει το δικό της κεφαλαιακό έλλειμμα (και συνεπώς και τις ανάγκες της Uniastrum) όπως αυτό καθορίστηκε από την Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών και ως εκ τούτου αναγκάστηκε να αποταθεί στην Κυβέρνηση για κεφαλαιακή στήριξη. Προβληματισμός και ανησυχία στο Διοικητικό Συμβούλιο της Τράπεζας για την πορεία της Uniastrum: Στα πρακτικά του Διοικητικού Συμβουλίου (20.1.2012-047/2012, 26.7.2012-357/2012, 27.7.2012371/2012, 03.08.2012-382/2012) εκφράζεται μεταξύ άλλων η απογοήτευση για τα αποτελέσματα και την πορεία της Uniastrum καθώς και προβληματισμός για την εμφάνιση πρόσθετων προβληματικών δανείων που είχαν παραχωρηθεί από την προηγούμενη Διεύθυνση/μετόχους και θα έπρεπε να είχαν εντοπιστεί στο Due Diligence που είχε διενεργηθεί το
  2. Οι ιδιαίτερα αισιόδοξες προβλέψεις της Τράπεζας επισημάνθηκαν από τους εξωτερικούς ελεγκτές: Σε όλες τις εκθέσεις των εξωτερικών ελεγκτών προς την Τράπεζα αλλά και τα εσωτερικά σημειώματα που ετοίμαζαν σχετικά με τον έλεγχο της Υπεραξίας (31/12/2010, 30/12/2011, 30/6/2012 και 31/12/2012) γινόταν αναφορά στις ιδιαίτερα αισιόδοξες προβλέψεις της Τράπεζας οι οποίες εμπειρικά είχαν αποκλίσεις από τα πραγματικά αποτελέσματα. Στις συζητήσεις που ακολουθούσαν με τη Διοίκηση της Τράπεζας, η Τράπεζα παρουσιαζόταν σίγουρη για τη μελλοντική υλοποίηση των προβλέψεων της (Σημείωμα 2.2.2011 από Χρίστη Χατζημιτσή και Μαριάννα Παντελίδου προς Ernest&Young με θέμα: “Goodwill impairment testing for Uniastrum Bank and Bank Kipry” σελ. 1-3). • Αναφορικά με τις προβλέψεις της Τράπεζας για το 2011, οι ελεγκτές είχαν αναφέρει (Επιστολή εξωτερικών ελεγκτών ημερομηνίας 20.4.2012, προς την Επιτροπή Ελέγχου της Τράπεζας αναφορικά με τα «Key audit issues-Assessment of Goodwill impairment» των οικονομικών καταστάσεων 31.12.2011) ότι, «It is observed that the actual results of the preceding three years for Russia and 17 Ukraine continue to be significantly lower than the projected results in their business plans which form the basis for the goodwill impairment test. Ιf the results do not improve in 2012, this will be a significant indicator of impairment.» • Για τις αισιόδοξες προβλέψεις της Τράπεζας, έγινε αναφορά από τους ελεγκτές και στην έκθεση τους για τον έλεγχο της Υπεραξίας που έκαναν για τις 30.6.2012 (Half year 2012 Review Results and Communications-Report to the Audit Committee 29.8.2012). • Στην τελευταία τους έκθεση 31.12.2012 (Board Report 2012), όταν έγινε η πλήρης απομείωση της υπεραξίας της Uniastrum Bank, οι ελεγκτές σημείωσαν ότι είχαν αναφέρει στην Επιτροπή Ελέγχου (Audit Committee), τον Αύγουστο του 2012, ότι "we had concerns that the profitability projections are too optimistic, especially having in mind the comparison of actual results to the projections in the preceding 2-3 years". Οι ιδιαίτερα αισιόδοξες προβλέψεις της Τράπεζας επισημάνθηκαν και από τους Εσωτερικούς Ελεγκτές: • Η υπηρεσία εσωτερικού ελέγχου της Τράπεζας, στις 23 Απριλίου του 2012 (μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου από Ανδρέα Κυριάκου προς Μαριάννα Παντελίδου) είχε θέσει ερωτήματα προς την υπηρεσία της Τράπεζας, Group Mergers & Acquisitions and Strategy, για τις παραμέτρους που χρησιμοποιούντο για τον υπολογισμό της υπεραξίας καθώς και για τις σημαντικές αποκλίσεις μεταξύ προβλέψεων και πραγματικών αποτελεσμάτων. • Ο Εσωτερικός Ελεγκτής της Τράπεζας, σε ηλεκτρονικό μήνυμα του προς τον κ. Σταύρο Κωνσταντινίδη (Πρόεδρο της Επιτροπής Ελέγχου), στις 28 Μαΐου του 2012, είχε εκφράσει, μεταξύ άλλων, και την άποψη ότι η υπεραξία της Uniastrum θα έπρεπε να διαγραφεί. • Ο Εσωτερικός Ελεγκτής της Τράπεζας, σε έκθεση του περί το τέλος του 2012 (Έλεγχος απομείωσης των ενσώματων και άυλων στοιχείων ενεργητικού του Συγκροτήματος-17.10.2012), αναφερόμενος στον έλεγχο της απομείωσης για το 2011, κάνει αναφορά στις σημαντικές αποκλίσεις μεταξύ των προβλεπόμενων από τα πραγματικά αποτελέσματα. Επίσης κάνει αναφορά στο ότι δεν διενεργήθηκε ανάλυση ευαισθησίας στις σημαντικές παραμέτρους του μοντέλου και ειδικά στη μεταβολή των Cash Flows. Τονίζει μάλιστα ότι οι αποκλίσεις μεταξύ των προβλέψεων από τα πραγματικά αποτελέσματα επηρεάζουν σημαντικά την αξιοπιστία του υπολογισμού της εύλογης αξίας με συνεπακόλουθο τη λανθασμένη αποτίμηση της αξίας των επενδύσεων. Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω στοιχεία προκύπτει ότι:
  3. Οι αποκλίσεις των προβλέψεων από τα πραγματικά αποτελέσματα ήταν σημαντικές από την περίοδο εξαγοράς της Uniastrum, Η Διεύθυνση της Τράπεζας γνώριζε για τις σημαντικές αποκλίσεις των πραγματικών αποτελεσμάτων από τα προβλεπόμενα στο Business Plan. Παρόλα αυτά εξακολουθούσε να χρησιμοποιεί τις ιδιαίτερα αισιόδοξες προβλέψεις και για σκοπούς ελέγχου της απομείωσης της υπεραξίας με αποτέλεσμα την κατάληξη σε υψηλές αξίες για την Uniastrum. H Τράπεζα θα έπρεπε να προβαίνει σε διαφοροποιήσεις των προβλέψεων αυτών, στη βάση πιο ορθολογιστικών δεδομένων, 18
  4. λαμβάνοντας υπόψη τα πραγματικά αποτελέσματα των προηγούμενων χρόνων σύμφωνα με το ΔΛΠ 36, Δεδομένης της κατ' επανάληψη αδυναμίας της Τράπεζας να προβαίνει σε αξιόπιστες προβλέψεις για την Uniastrum, οι υπολογισμοί για τον έλεγχο της υπεραξίας, δεν θα έπρεπε να επεκτείνονται πέραν των 5 χρόνων (σύμφωνα με το ΔΛΠ 36) αρχίζοντας το αργότερο από τις 31/12/
  5. Σύμφωνα με την παράγραφο 28 του Δ.Λ.Π. 34: «An entity shall apply the same accounting policies in its interim financial statements as are applied in its annual financial statements….» Ως εκ τούτου, υπήρχε υποχρέωση για συμμόρφωση με το Δ.Λ.Π. 36, αφού αυτή ήταν η πολιτική που εφαρμόστηκε για την ετοιμασία των οικονομικών καταστάσεων για το έτος που έληξε στις 31.12.
  6. Σύμφωνα με την παράγραφο 104 (a) του Δ.Λ.Π. 36: Impairment loss for a cash generating unit 104 «An impairment loss shall be recognised for a cash-generated unit (the smallest group of cash generating units to which goodwill or a corporate asset has been allocated) if, and only if, the recoverable amount of a unit (group units) is less than its carrying amount of a unit (group units. The impairment loss shall be allocated to reduce the carrying amount of the asset of the unit (group of units) in the following order: (a) first, to reduce the carrying amount of any goodwill allocated to the cash-generating unit (group of units); and (b) ……………………………». Συνεπεία των πιο πάνω, ποσό ύψους €120.000.000 τουλάχιστον θα έπρεπε να αναγνωριστεί ως απομείωση, το οποίο θα είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση της ζημιάς ύψους €137.605.000 σε ζημιά ύψους €259.605.000 (για την εξαμηνία που έληξε στις 30.6.2012). Η μείωση στα ίδια κεφάλαια της Τράπεζας θα ήταν τουλάχιστον €120.000.
  7. Η Επιτροπή, αφού έλαβε υπόψη της, τις γραπτές και προφορικές παραστάσεις της Τράπεζας, αποφάσισε, δυνάμει του άρθρου 16 του Ν.190(Ι)/2007, να επιβάλει στην Τράπεζα διοικητικό πρόστιμο ύψους €5.000 για παράβαση του άρθρου 10
(4)του Ν.190(Ι)/2007, καθότι, οι ενδιάμεσες συνοπτικές ενοποιημένες οικονομικές της καταστάσεις, οι οποίες περιλαμβάνονται στην εξαμηνιαία οικονομική της έκθεσης για την περίοδο που έληξε στις 30.6.2012, δεν καταρτίστηκαν σύμφωνα με το Διεθνές Πρότυπο Χρηματοοικονομικής Πληροφόρησης 34, που αφορά τις ενδιάμεσες οικονομικές καταστάσεις, καθώς το περιεχόμενο των εν λόγω ενδιάμεσων συνοπτικών ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων της Τράπεζας δεν συνάδει με τις πρόνοιες της παραγράφου 104 (a) κάτω από τον τίτλο ‘Impairment loss for a cash generating unit’ του Δ.Λ.Π. 36, αφού δεν έγινε απομείωση της υπεραξίας (Goodwill) της Uniastrum Bank για ποσό ύψους €120 εκ. τουλάχιστον. Για τον καθορισμό του ύψους του διοικητικού προστίμου, η Επιτροπή έλαβε υπόψη της, τους ακόλουθους παράγοντες: 19 - Τη σοβαρότητα που αποδίδει ο νομοθέτης σε παραβάσεις αυτού του είδους, η οποία αντικατοπτρίζεται από το ύψος του διοικητικού προστίμου που προβλέπεται στο Ν. 190(Ι)/2007 για τέτοιες παραβάσεις. - Τη σοβαρότητα που προσδίδει στην υποχρέωση κατάρτισης των Εξαμηνιαίων Οικονομικών Καταστάσεων με βάση το προβλεπόμενο από το Ν. 190(Ι)/2007 πλαίσιο και συγκεκριμένα σύμφωνα με τις πρόνοιες του ΔΛΠ 34, το οποίο αποσκοπεί στην παροχή πληρέστερης εικόνας της οικονομικής κατάστασης και των αποτελεσμάτων του εκδότη για τη λήψη ενημερωμένων επενδυτικών αποφάσεων. - Την κεντρική σημασία που αποδίδει στην ομαλή λειτουργία της αγοράς και στη δημιουργία συνθηκών πλήρους διαφάνειας. - Το ύψος της απομείωσης των €120 εκ. στην οποία θα έπρεπε, κατ’ ελάχιστον, να προβεί η Τράπεζα. - Το χρονικό διάστημα από τις 30.8.2012 (ανακοίνωση εξαμηνιαίων αποτελεσμάτων) μέχρι και τις 15.3.2013, κατά το οποίο, η επένδυση της Τράπεζας στην Uniastrum εμφανιζόταν στις οικονομικές καταστάσεις χωρίς την απαραίτητη απομείωση. - Ως μετριαστικούς παράγοντες το γεγονός ότι: • Από τον ουσιώδη χρόνο στον οποίο αφορά η παράβαση μέχρι σήμερα, έχουν επέλθει αλλαγές στη διοίκηση της Τράπεζας. • Στην Τράπεζα, μετά τον ουσιώδη χρόνο της παράβασης, προέκυψαν σοβαρές εξελίξεις και συγκεκριμένα, τέθηκε από την Κεντρική Τράπεζα το έτος 2013 υπό καθεστώς εξυγίανσης από το οποίο εξήλθε αφού ανακεφαλαιοποιήθηκε με την πλήρη συμμετοχή των μετόχων και των κατόχων ομολόγων της και μέσω της μερικής μετατροπής των ανασφάλιστων καταθέσεων σε μετοχές. • Η παράβαση από την Τράπεζα αφορά χρόνο πριν των προαναφερόμενων εξελίξεων. • Η επιβολή υψηλού διοικητικού προστίμου στην προκειμένη περίπτωση, δεδομένου των συνθηκών, θα επιβάρυνε τους νέους μετόχους της Τράπεζας οι οποίοι προέκυψαν συνέπεια της ανακεφαλαιοποίησής της. (II) Παράβαση εκ μέρους της Τράπεζας του άρθρου 40
(1)του Ν.190(Ι)/2007 αναφορικά με τη δημοσιοποίηση της εξαμηνιαίας οικονομικής της έκθεσης για την περίοδο που έληξε στις 30.6.2012 Για τα άρθρα 10
(1), 10
(3), 10
(4), 10
(6), 10
(7)και 40
(1)του Ν.190(Ι)/2007 βλέπε Παράρτημα Α των πρακτικών. Η Τράπεζα έχει προβεί σε παράβαση του άρθρου 40
(1)του Ν.190(Ι)/2007 καθότι, προέβηκε σε δημοσιοποίηση στις 30.8.2012 της εξαμηνιαίας οικονομικής της έκθεσης για την περίοδο που έληξε στις 30.6.2012, την οποία είχε υποχρέωση να δημοσιοποιεί δυνάμει του άρθρου 10
(1)του Ν.190(Ι)/2007, παρέχοντας παραπλανητικά στοιχεία σε αυτήν, καθώς, Οι ενδιάμεσες συνοπτικές ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις της, οι οποίες αποτελούν μέρος της εξαμηνιαίας οικονομικής της έκθεσης για την περίοδο που έληξε στις 30.6.2012, δεν συνάδουν με τις πρόνοιες της παραγράφου 104 (a) κάτω από τον τίτλο ‘Impairment loss for a cash generating unit’ του Δ.Λ.Π. 36, καθότι δεν έγινε απομείωση της υπεραξίας (Goodwill) της Uniastrum Bank. - Για τη σχετική ανάλυση βλέπε Μέρος (Ι). Συνεπεία των πιο πάνω, ποσό ύψους €120.000.000 τουλάχιστον θα έπρεπε να αναγνωριστεί ως απομείωση, το οποίο θα είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση της ζημιάς ύψους €137.605.000 σε ζημιά ύψους 20 €259.605.000 (για την εξαμηνία που έληξε στις 30.6.2012). Η μείωση στα ίδια κεφάλαια θα ήταν τουλάχιστον €120.000.000. Η Επιτροπή, αφού έλαβε υπόψη της, τις γραπτές και προφορικές παραστάσεις της Τράπεζας, αποφάσισε, δυνάμει του άρθρου 40
(2)του Ν.190(Ι)/2007, να επιβάλει στην Τράπεζα διοικητικό πρόστιμο ύψους €5.000 για παράβαση του άρθρου 40
(1)του Ν.190(Ι)/2007, καθότι, προέβηκε σε δημοσιοποίηση στις 30.8.2012, της εξαμηνιαίας οικονομικής της έκθεσης για την περίοδο που έληξε στις 30.6.2012, την οποία είχε υποχρέωση να δημοσιοποιεί δυνάμει του άρθρου 10
(1)του Ν.190(Ι)/2007, παρέχοντας παραπλανητικά στοιχεία σε αυτήν, καθότι, οι ενδιάμεσες συνοπτικές ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις της, οι οποίες αποτελούν μέρος της εξαμηνιαίας οικονομικής της έκθεσης για την περίοδο που έληξε στις 30.6.2012, δεν συνάδουν με τις πρόνοιες της παραγράφου 104(a) κάτω από τον τίτλο ‘Impairment loss for a cash generating unit’ του Δ.Λ.Π. 36, καθότι δεν έγινε απομείωση της υπεραξίας (Goodwill) της Uniastrum Bank για ποσό ύψους €120 εκ. τουλάχιστον. Για τον καθορισμό του ύψους του διοικητικού προστίμου, η Επιτροπή έλαβε υπόψη της, τους ακόλουθους παράγοντες: - Τη σοβαρότητα που αποδίδει ο νομοθέτης σε παραβάσεις αυτού του είδους, η οποία αντικατοπτρίζεται από το ύψος του διοικητικού προστίμου που προβλέπεται στο Ν. 190(Ι)/2007 για τέτοιες παραβάσεις. - Τη σοβαρότητα που προσδίδει στην υποχρέωση ορθής και έγκυρης δημοσιοποίησης των οικονομικών εκθέσεων, η οποία προάγει τη διαφάνεια και συμβάλλει στην ομαλή λειτουργία της χρηματιστηριακής αγοράς, αφού παρέχει την απαιτούμενη ενημέρωση στους επενδυτές για την οικονομική κατάσταση και τη χρηματοοικονομική επίδοση του εκδότη για την εκάστοτε οικονομική περίοδο στην οποία αναφέρονται. - Παραπλανητικές ενδείξεις στις οικονομικές καταστάσεις μιας εισηγμένης εταιρείας δεν προάγουν τη διαφάνεια αλλά αντίθετα κλονίζουν την εμπιστοσύνη του επενδυτικού κοινού στο θεσμό της κεφαλαιαγοράς. - Την αναγκαιότητα για πλήρη και συνεχή συμμόρφωση με τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα, η τήρηση των οποίων προσδίδει αξιοπιστία στις οικονομικές καταστάσεις των εκδοτών. - Το ύψος της απομείωσης των €120 εκ. στην οποία θα έπρεπε, κατ’ ελάχιστον, να προβεί η Τράπεζα. - Το χρονικό διάστημα από τις 30.8.2012 (ανακοίνωση εξαμηνιαίων αποτελεσμάτων) μέχρι και τις 15.3.2013, κατά το οποίο η επένδυση της Τράπεζας στην Uniastrum εμφανιζόταν στις οικονομικές καταστάσεις χωρίς την απαραίτητη απομείωση. - Ως μετριαστικούς παράγοντες το γεγονός ότι: • Από τον ουσιώδη χρόνο στον οποίο αφορά η παράβαση μέχρι σήμερα, έχουν επέλθει αλλαγές στη διοίκηση της Τράπεζας. • Στην Τράπεζα, μετά τον ουσιώδη χρόνο της παράβασης, προέκυψαν σοβαρές εξελίξεις και συγκεκριμένα, τέθηκε από την Κεντρική Τράπεζα το έτος 2013 υπό καθεστώς εξυγίανσης από το οποίο εξήλθε αφού ανακεφαλαιοποιήθηκε με την πλήρη συμμετοχή των μετόχων και των κατόχων ομολόγων της και μέσω της μερικής μετατροπής των ανασφάλιστων καταθέσεων σε μετοχές. • Η παράβαση από την Τράπεζα αφορά χρόνο πριν των προαναφερόμενων εξελίξεων. 21 • (ΙΙΙ) Η επιβολή υψηλού διοικητικού προστίμου στην προκειμένη περίπτωση, δεδομένου των συνθηκών, θα επιβάρυνε τους νέους μετόχους της Τράπεζας οι οποίοι προέκυψαν συνέπεια της ανακεφαλαιοποίησής της. Παράβαση εκ μέρους της Τράπεζας του άρθρου 19, ως εξειδικεύεται στο άρθρο 20
(1)(γ), του Ν.116(Ι)/2005 αναφορικά με την ανακοίνωση στις 30.8.2012 των ενδιάμεσων συνοπτικών ενοποιημένων οικονομικών της καταστάσεων για την περίοδο που έληξε στις 30.6.2012 Για τα άρθρα 19 και 20
(1)(γ) του Ν.116(Ι)/2005 βλέπε Παράρτημα Α των πρακτικών. Η Τράπεζα έχει προβεί σε παράβαση του άρθρου 19, ως εξειδικεύεται στο άρθρο 20
(1)(γ), του Ν.116(Ι)/2005, καθότι προχώρησε σε ανακοίνωση στις 30.8.2012 των ενδιάμεσων συνοπτικών ενοποιημένων οικονομικών της καταστάσεων, οι οποίες αποτελούν μέρος της εξαμηνιαίας οικονομικής της έκθεσης για την περίοδο που έληξε στις 30.6.2012, δίνοντας παραπλανητικές ενδείξεις σχετικά με τους τίτλους της Τράπεζας καθώς, Οι ενδιάμεσες συνοπτικές ενοποιημένες οικονομικές της καταστάσεις, οι οποίες αποτελούν μέρος της εξαμηνιαίας οικονομικής της έκθεσης για την περίοδο που έληξε στις 30.6.2012, δεν συνάδουν με τις πρόνοιες της παραγράφου 104 (α) κάτω από τον τίτλο ‘Impairment loss for a cash generating unit’ του Δ.Λ.Π. 36, καθότι δεν έγινε απομείωση της υπεραξίας (Goodwill) της Uniastrum Bank. - Για τη σχετική ανάλυση βλέπε Μέρος (Ι). Συνεπεία των πιο πάνω, ποσό ύψους €120.000.000 τουλάχιστον, θα έπρεπε να αναγνωριστεί ως απομείωση, το οποίο θα είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση της ζημιάς ύψους €137.605.000 σε ζημιά ύψους €259.605.000 (για την εξαμηνία που έληξε στις 30.6.2012). Η μείωση στα ίδια κεφάλαια της Τράπεζας θα ήταν τουλάχιστον €120.000.000. Η Επιτροπή, αφού έλαβε υπόψη της, τις γραπτές και προφορικές παραστάσεις της Τράπεζας, αποφάσισε, δυνάμει του άρθρου 23 του Ν.116(Ι)/2005, να επιβάλει στην Τράπεζα διοικητικό πρόστιμο ύψους €5.000 για παράβαση του άρθρου 19 ως εξειδικεύεται στο άρθρο 20
(1)(γ), του Ν.116(Ι)/2005, καθότι, προχώρησε σε ανακοίνωση στις 30.8.2012, των ενδιάμεσων συνοπτικών ενοποιημένων οικονομικών της καταστάσεων, οι οποίες αποτελούν μέρος της εξαμηνιαίας οικονομικής της έκθεσης για την περίοδο που έληξε στις 30.6.2012, δίνοντας παραπλανητικές ενδείξεις σχετικά με τους τίτλους της Τράπεζας καθώς, οι ενδιάμεσες συνοπτικές ενοποιημένες οικονομικές της καταστάσεις, οι οποίες αποτελούν μέρος της εξαμηνιαίας οικονομικής της έκθεσης για την περίοδο που έληξε στις 30.6.2012, δεν συνάδουν με τις πρόνοιες της παραγράφου 104(a) κάτω από τον τίτλο ‘Impairment loss for a cash generating unit’ του Δ.Λ.Π. 36, καθότι δεν έγινε απομείωση της υπεραξίας (Goodwill) της Uniastrum Bank για ποσό ύψους €120 εκ. τουλάχιστον. Για τον καθορισμό του ύψους του διοικητικού προστίμου, η Επιτροπή έλαβε υπόψη της, τους ακόλουθους παράγοντες: - Τη σοβαρότητα που αποδίδει ο νομοθέτης σε παραβάσεις αυτού του είδους, η οποία αντικατοπτρίζεται από το ύψος του διοικητικού προστίμου που προβλέπεται στο Ν. 116(Ι)/2005 για τέτοιες παραβάσεις. 22 - Πράξεις χειραγώγησης μέσω της ανακοίνωσης παραπλανητικών στοιχείων στις οικονομικές εκθέσεις πλήττουν την ακεραιότητα της αγοράς χρηματοπιστωτικών μέσων αφού εμποδίζουν την ομαλή λειτουργία της και τη δημιουργία συνθηκών πλήρους διαφάνειας. - Την κεντρική σημασία που αποδίδει στη διασφάλιση ότι η αγορά δεν χειραγωγείται με οποιοδήποτε τρόπο, γεγονός που συμβάλλει στην ενίσχυση της εμπιστοσύνης των επενδυτών προς αυτήν. - Το ύψος της απομείωσης των €120 εκ. στην οποία θα έπρεπε, κατ’ελάχιστον, να προβεί η Τράπεζα. - Το χρονικό διάστημα από τις 30.8.2012 (ανακοίνωση εξαμηνιαίων αποτελεσμάτων) μέχρι και τις 15.3.2013, κατά το οποίο η επένδυση της Τράπεζας στην Uniastrum εμφανιζόταν στις οικονομικές καταστάσεις χωρίς την απαραίτητη απομείωση. - Ως μετριαστικούς παράγοντες το γεγονός ότι: • Από τον ουσιώδη χρόνο στον οποίο αφορά η παράβαση μέχρι σήμερα, έχουν επέλθει αλλαγές στη διοίκηση της Τράπεζας. • Στην Τράπεζα, μετά τον ουσιώδη χρόνο της παράβασης, προέκυψαν σοβαρές εξελίξεις και συγκεκριμένα, τέθηκε από την Κεντρική Τράπεζα το έτος 2013 υπό καθεστώς εξυγίανσης από το οποίο εξήλθε αφού ανακεφαλαιοποιήθηκε με την πλήρη συμμετοχή των μετόχων και των κατόχων ομολόγων της και μέσω της μερικής μετατροπής των ανασφάλιστων καταθέσεων σε μετοχές. • Η παράβαση από την Τράπεζα αφορά χρόνο πριν των προαναφερόμενων εξελίξεων. • Η επιβολή υψηλού διοικητικού προστίμου στην προκειμένη περίπτωση, δεδομένου των συνθηκών, θα επιβάρυνε τους νέους μετόχους της Τράπεζας οι οποίοι προέκυψαν συνέπεια της ανακεφαλαιοποίησής της. (IV) Παράβαση εκ μέρους των Μελών του Διοικητικού Συμβουλίου της Τράπεζας και του κ. Χρίστη Χατζημιτσή, Ανώτερου Γενικού Διευθυντή Συγκροτήματος, του άρθρου 40
(1)του Ν. 190(Ι)/2007 αναφορικά με τη δήλωση η οποία περιλαμβάνεται στην εξαμηνιαία οικονομική έκθεση της Τράπεζας για την περίοδο που έληξε στις 30.6.2012 Για τα άρθρα 10
(3)(γ), 10
(7)και 40
(1)του Ν.190(Ι/2007 βλέπε Παράρτημα Α των πρακτικών. Στην εξαμηνιαία οικονομική έκθεση της Τράπεζας για την περίοδο που έληξε 30.6.2012, η οποία δημοσιοποιήθηκε στις 30.8.2012, περιλαμβάνεται δήλωση των Μελών του Διοικητικού Συμβουλίου και των υπευθύνων της Τράπεζας η οποία αναφέρει τα ακόλουθα: 23 24 Τα Μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της Τράπεζας τα οποία αναφέρονται ανωτέρω και ο κ. Χατζημιτσής, έχουν προβεί σε παράβαση του άρθρου 40
(1)του Ν. 190(Ι)/2007 καθότι προέβηκαν στη δήλωση η οποία αποτελεί μέρος της εξαμηνιαίας οικονομικής έκθεσης της Τράπεζας για την περίοδο που έληξε 30.6.2012, επιβεβαιώνοντας παραπλανητικές πληροφορίες αφού: Με βάση την ανάλυση, στο Μέρος (Ι), οι ενδιάμεσες συνοπτικές ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις της Τράπεζας για το εξάμηνο που έληξε στις 30.6.2012: i. Δεν καταρτίστηκαν σύμφωνα με το Δ.Λ.Π. 34, διότι σύμφωνα με την παράγραφο 28 του Δ.Λ.Π. 34 «An entity shall apply the same accounting policies in its interim financial statements as are applied in its annual financial statements ….» - άρα υπήρχε υποχρέωση για συμμόρφωση και με το Δ.Λ.Π. 36, αφού 25 αυτή ήταν η πολιτική που εφαρμόστηκε και για την ετοιμασία των οικονομικών καταστάσεων για το έτος που έληξε στις 31.12.2011. ii. Δεν παρέχουν αληθινή και δίκαιη εικόνα της οικονομικής κατάστασης και της ζημιάς της Τράπεζας. Με βάση την εξουσία που της παρέχεται από το άρθρο 40
(2)του Ν.190(Ι)/2007, η Επιτροπή αποφάσισε όπως επιβάλει διοικητικό πρόστιμο στα ακόλουθα πρόσωπα για τη δήλωση τους που περιλήφθηκε στην εξαμηνιαία οικονομική έκθεση της Τράπεζας για την περίοδο που έληξε στις 30.6.2012: κ. Ανδρέας Αρτέμη, διοικητικό πρόστιμο ύψους €70.000 κ. Γιάννης Κυπρή, διοικητικό πρόστιμο ύψους €70.000 κ. Γιάννης Πεχλιβανίδης, διοικητικό πρόστιμο ύψους €70.000 κ. Σταύρος Κωνσταντινίδης, διοικητικό πρόστιμο ύψους €50.000 κ. Κώστας Σεβέρης, διοικητικό πρόστιμο ύψους€30.000 κ. Γιώργος Γεωργιάδης, διοικητικό πρόστιμο ύψους €30.000 κα Ειρήνη Καραμάνου, διοικητικό πρόστιμο ύψους €30.000 κ.Χρίστης Χατζημιτσής, διοικητικό πρόστιμο ύψους €70.000 Αναλυτικά, κ. Ανδρέας Αρτέμη- Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου Η Επιτροπή, αφού έλαβε υπόψη της τις γραπτές και προφορικές παραστάσεις του κ. Αρτέμη, αποφάσισε, δυνάμει του άρθρου 40
(2)του Ν.190(Ι)/2007, να του επιβάλει διοικητικό πρόστιμο ύψους €70.000 για παράβαση του άρθρου 40
(1)του Ν.190(Ι)/2007 καθότι προέβηκε στη δήλωση η οποία αποτελεί μέρος της εξαμηνιαίας οικονομικής έκθεσης της Τράπεζας για την περίοδο που έληξε 30.6.2012, επιβεβαιώνοντας παραπλανητικές πληροφορίες. Για το καθορισμό του ύψους του διοικητικού προστίμου, η Επιτροπή έλαβε υπόψη της τους ακόλουθους παράγοντες: - Τη σοβαρότητα που αποδίδει ο νομοθέτης σε παραβάσεις αυτού του είδους, η οποία αντικατοπτρίζεται από το ύψος της διοικητικής κύρωσης που προβλέπεται στο Ν.190(Ι)/2007 για τέτοιες παραβάσεις. - Την κεντρική σημασία της δήλωσης που περιλαμβάνεται στις οικονομικές εκθέσεις από τα Μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου του εκδότη, το γενικό διευθυντή και τον οικονομικό διευθυντή, με την οποία αναλαμβάνουν προσωπική ευθύνη για την κατάρτιση της χρηματοοικονομικής πληροφόρησης που αφορά τον εκδότη. Η ενέργεια τους ενισχύει την εμπιστοσύνη των επενδυτών στον εκδότη για την ύπαρξη διαφάνειας σχετικά με τις πληροφορίες που τον αφορούν. - Ο κ. Αρτέμη, από τις 30.8.2012, κατείχε τη θέση του μη εκτελεστικού Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου της Τράπεζας. Πριν τις 30.8.2012, κατείχε τη θέση του μη εκτελεστικού Αντιπροέδρου και ασκούσε καθήκοντα Προεδρεύοντος του Διοικητικού Συμβουλίου, ενόψει της απουσίας του κ. Θεόδωρου Αριστοδήμου, σε κρίσιμες για την υπόθεση της Uniastrum συνεδρίες του Διοικητικού Συμβουλίου. - Λόγω της θέσεως που κατείχε, ο κ. Αρτέμη ήταν καθοριστικό πρόσωπο για την εύρυθμη λειτουργία της Τράπεζας και του Διοικητικού Συμβουλίου. Είχε τη δυνατότητα πρόσβασης σε όλες τις σχετικές πληροφορίες που αφορούσαν την Uniastrum Bank και όφειλε να μεριμνήσει ώστε η Τράπεζα να 26 προβεί σε απομείωση της αξίας της Uniastrum Bank στην οικονομική έκθεση της Τράπεζας για την περίοδο που έληξε 30.6.2012. κ. Γιάννης Κυπρή-Εκτελεστικός Σύμβουλος Η Επιτροπή, αφού έλαβε υπόψη της τις γραπτές παραστάσεις του κ. Κυπρή, αποφάσισε, δυνάμει του άρθρου 40
(2)του Ν.190(Ι)/2007, να του επιβάλει διοικητικό πρόστιμο ύψους €70.000 για παράβαση του άρθρου 40
(1)του Ν.190(Ι)/2007 καθότι προέβηκε στη δήλωση η οποία αποτελεί μέρος της εξαμηνιαίας οικονομικής έκθεσης της Τράπεζας για την περίοδο που έληξε 30.6.2012, επιβεβαιώνοντας παραπλανητικές πληροφορίες. Για το καθορισμό του ύψους του διοικητικού προστίμου, η Επιτροπή έλαβε υπόψη της τους ακόλουθους παράγοντες: - Τη σοβαρότητα που αποδίδει ο νομοθέτης σε παραβάσεις αυτού του είδους, η οποία αντικατοπτρίζεται από το ύψος της διοικητικής κύρωσης που προβλέπεται στο Ν.190(Ι)/2007 για τέτοιες παραβάσεις. - Την κεντρική σημασία της δήλωσης που περιλαμβάνεται στις οικονομικές εκθέσεις από τα Μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου του εκδότη, το γενικό διευθυντή και τον οικονομικό διευθυντή, με την οποία αναλαμβάνουν προσωπική ευθύνη για την κατάρτιση της χρηματοοικονομικής πληροφόρησης που αφορά τον εκδότη. Η ενέργεια τους ενισχύει την εμπιστοσύνη των επενδυτών στον εκδότη για την ύπαρξη διαφάνειας σχετικά με τις πληροφορίες που τον αφορούν. - Ο κ. Κυπρή, από τις 12.7.2012, κατείχε τη θέση του Εκτελεστικού Συμβούλου και του Διευθύνοντος Συμβούλου της Τράπεζας. Πριν τις 12.7.2012, κατείχε τη θέση του Εκτελεστικού Συμβούλου και του Αναπληρωτή Διευθύνοντος Συμβούλου. - Λόγω της θέσης του ως Εκτελεστικός Σύμβουλος και Διευθύνων Σύμβουλος της Τράπεζας, ο κ. Κυπρή είχε τη δυνατότητα να έχει πρόσβαση σε όλες τις σχετικές πληροφορίες που αφορούσαν την Uniastrum Bank και όφειλε να μεριμνήσει ώστε η Τράπεζα να προβεί σε απομείωση της αξίας της Uniastrum Bank στην οικονομική έκθεση της Τράπεζας για την περίοδο που έληξε 30.6.2012. κ. Γιάννης Πεχλιβανίδης – Εκτελεστικός Σύμβουλος Η Επιτροπή, αφού έλαβε υπόψη της τις γραπτές και προφορικές παραστάσεις του κ. Πεχλιβανίδη, αποφάσισε, δυνάμει του άρθρου 40
(2)του Ν.190(Ι)/2007, να του επιβάλει διοικητικό πρόστιμο ύψους €70.000 για παράβαση του άρθρου 40
(1)του Ν.190(Ι)/2007 καθότι προέβηκε στη δήλωση η οποία αποτελεί μέρος της εξαμηνιαίας οικονομικής έκθεσης της Τράπεζας για την περίοδο που έληξε 30.6.2012, επιβεβαιώνοντας παραπλανητικές πληροφορίες. Για το καθορισμό του ύψους του διοικητικού προστίμου, η Επιτροπή έλαβε υπόψη της τους ακόλουθους παράγοντες: - Τη σοβαρότητα που αποδίδει ο νομοθέτης σε παραβάσεις αυτού του είδους, η οποία αντικατοπτρίζεται από το ύψος της διοικητικής κύρωσης που προβλέπεται στο Ν.190(Ι)/2007 για τέτοιες παραβάσεις. - Την κεντρική σημασία της δήλωσης που περιλαμβάνεται στις οικονομικές εκθέσεις από τα Μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου του εκδότη, το γενικό διευθυντή και τον οικονομικό διευθυντή, με την οποία αναλαμβάνουν προσωπική ευθύνη για την κατάρτιση της χρηματοοικονομικής πληροφόρησης που αφορά τον εκδότη. Η ενέργεια τους ενισχύει την εμπιστοσύνη των επενδυτών στον εκδότη για την ύπαρξη διαφάνειας σχετικά με τις πληροφορίες που τον αφορούν. 27 - Ο κ. Πεχλιβανίδης κατείχε τη θέση του Εκτελεστικού Συμβούλου και του Αναπληρωτή Διευθύνοντος Συμβούλου και ως εκ τούτου αποτελούσε μέρος της ηγετικής πυραμίδας της Τράπεζας. - Λόγω της θέσης του ως Εκτελεστικός Σύμβουλος και Αναπληρωτής Διευθύνων Σύμβουλος της Τράπεζας είχε τη δυνατότητα να έχει πρόσβαση σε όλες τις σχετικές πληροφορίες που αφορούσαν την Uniastrum Bank και όφειλε να μεριμνήσει ώστε η Τράπεζα να προβεί σε απομείωση της αξίας της Uniastrum Bank στην οικονομική έκθεση της Τράπεζας για την περίοδο που έληξε 30.6.2012. κ. Σταύρος Κωνσταντινίδης - Μη Εκτελεστικός Σύμβουλος Η Επιτροπή, αφού έλαβε υπόψη της τις γραπτές και προφορικές παραστάσεις του κ. Κωνσταντινίδη, αποφάσισε, δυνάμει του άρθρου 40
(2)του Ν.190(Ι)/2007, να του επιβάλει διοικητικό πρόστιμο ύψους €50.000 για παράβαση του άρθρου 40
(1)του Ν.190(Ι)/2007 καθότι προέβηκε στη δήλωση η οποία αποτελεί μέρος της εξαμηνιαίας οικονομικής έκθεσης της Τράπεζας για την περίοδο που έληξε 30.6.2012, επιβεβαιώνοντας παραπλανητικές πληροφορίες. Για το καθορισμό του ύψους του διοικητικού προστίμου, η Επιτροπή έλαβε υπόψη της τους ακόλουθους παράγοντες: - Τη σοβαρότητα που αποδίδει ο νομοθέτης σε παραβάσεις αυτού του είδους, η οποία αντικατοπτρίζεται από το ύψος της διοικητικής κύρωσης που προβλέπεται στο Ν.190(Ι)/2007 για τέτοιες παραβάσεις. - Την κεντρική σημασία της δήλωσης που περιλαμβάνεται στις οικονομικές εκθέσεις από τα Μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου του εκδότη, το γενικό διευθυντή και τον οικονομικό διευθυντή, με την οποία αναλαμβάνουν προσωπική ευθύνη για την κατάρτιση της χρηματοοικονομικής πληροφόρησης που αφορά τον εκδότη. Η ενέργεια τους ενισχύει την εμπιστοσύνη των επενδυτών στον εκδότη για την ύπαρξη διαφάνειας σχετικά με τις πληροφορίες που τον αφορούν. - Ο κ. Κωνσταντινίδης ήταν Πρόεδρος της Επιτροπής Ελέγχου η οποία ήταν επιφορτισμένη με το καθήκον της συμμόρφωσης της Τράπεζας με τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα και υποβολής σχετικής εισήγησης ως προς τούτο προς το Διοικητικό Συμβούλιο της Τράπεζας. - Ο κ. Κωνσταντινίδης ήταν παραλήπτης παραστάσεων (28.5.2012 και 25.8.2012) από τον Εσωτερικό Ελεγκτή της Τράπεζας που υποδείκνυαν την ανάγκη απομείωσης της αξίας της Uniastrum. - Ως μετριαστικό παράγοντα τη μη εκτελεστική ιδιότητα του κ. Κωνσταντινίδη. κ. Κώστας Σεβέρης - Μη Εκτελεστικός Σύμβουλος Η Επιτροπή, αφού έλαβε υπόψη της τις γραπτές και προφορικές παραστάσεις του κ. Σεβέρη, αποφάσισε, δυνάμει του άρθρου 40
(2)του Ν.190(Ι)/2007, να του επιβάλει διοικητικό πρόστιμο ύψους €30.000 για παράβαση του άρθρου 40
(1)του Ν.190(Ι)/2007 καθότι προέβηκε στη δήλωση η οποία αποτελεί μέρος της εξαμηνιαίας οικονομικής έκθεσης της Τράπεζας για την περίοδο που έληξε 30.6.2012, επιβεβαιώνοντας παραπλανητικές πληροφορίες. Για το καθορισμό του ύψους του διοικητικού προστίμου, η Επιτροπή έλαβε υπόψη της τους ακόλουθους παράγοντες: - Τη σοβαρότητα που αποδίδει ο νομοθέτης σε παραβάσεις αυτού του είδους, η οποία αντικατοπτρίζεται από το ύψος της διοικητικής κύρωσης που προβλέπεται στο Ν.190(Ι)/2007 για τέτοιες παραβάσεις. - Την κεντρική σημασία της δήλωσης που περιλαμβάνεται στις οικονομικές εκθέσεις από τα Μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου του εκδότη, το γενικό διευθυντή και τον οικονομικό διευθυντή, με την οποία 28 αναλαμβάνουν προσωπική ευθύνη για την κατάρτιση της χρηματοοικονομικής πληροφόρησης που αφορά τον εκδότη. Η ενέργεια τους ενισχύει την εμπιστοσύνη των επενδυτών στον εκδότη για την ύπαρξη διαφάνειας σχετικά με τις πληροφορίες που τον αφορούν. - Ο κ. Σεβέρης ήταν Μέλος της Επιτροπής Ελέγχου η οποία ήταν επιφορτισμένη με το καθήκον της συμμόρφωσης της Τράπεζας με τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα και υποβολής σχετικής εισήγησης ως προς τούτο προς το Διοικητικό Συμβούλιο της Τράπεζας. - Ως μετριαστικό παράγοντα τη μη εκτελεστική ιδιότητα του κ. Σεβέρη. - Ως μετριαστικό παράγοντα ότι ο κ. Σεβέρης συμμετείχε στην Επιτροπή Ελέγχου της Τράπεζας ως Μέλος και δεν κατείχε την ιδιότητα του Προέδρου αυτής. κ. Γιώργος Γεωργιάδης - Μη Εκτελεστικός Σύμβουλος Η Επιτροπή, αφού έλαβε υπόψη της τις γραπτές και προφορικές παραστάσεις του κ. Γεωργιάδη, αποφάσισε, δυνάμει του άρθρου 40
(2)του Ν.190(Ι)/2007, να του επιβάλει διοικητικό πρόστιμο ύψους €30.000 για παράβαση του άρθρου 40
(1)του Ν.190(Ι)/2007 καθότι προέβηκε στη δήλωση η οποία αποτελεί μέρος της εξαμηνιαίας οικονομικής έκθεσης της Τράπεζας για την περίοδο που έληξε 30.6.2012, επιβεβαιώνοντας παραπλανητικές πληροφορίες. Για το καθορισμό του ύψους του διοικητικού προστίμου, η Επιτροπή έλαβε υπόψη της τους ακόλουθους παράγοντες: - Τη σοβαρότητα που αποδίδει ο νομοθέτης σε παραβάσεις αυτού του είδους, η οποία αντικατοπτρίζεται από το ύψος της διοικητικής κύρωσης που προβλέπεται στο Ν.190(Ι)/2007 για τέτοιες παραβάσεις. - Την κεντρική σημασία της δήλωσης που περιλαμβάνεται στις οικονομικές εκθέσεις από τα Μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου του εκδότη, το γενικό διευθυντή και τον οικονομικό διευθυντή, με την οποία αναλαμβάνουν προσωπική ευθύνη για την κατάρτιση της χρηματοοικονομικής πληροφόρησης που αφορά τον εκδότη. Η ενέργεια τους ενισχύει την εμπιστοσύνη των επενδυτών στον εκδότη για την ύπαρξη διαφάνειας σχετικά με τις πληροφορίες που τον αφορούν. - Ο κ. Γεωργιάδης ήταν Μέλος της Επιτροπής Ελέγχου η οποία ήταν επιφορτισμένη με το καθήκον της συμμόρφωσης της Τράπεζας με τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα και υποβολής σχετικής εισήγησης ως προς τούτο προς το Διοικητικό Συμβούλιο της Τράπεζας. - Ως μετριαστικό παράγοντα τη μη εκτελεστική ιδιότητα του κ. Γεωργιάδη. - Ως μετριαστικό παράγοντα ότι ο κ. Γεωργιάδης συμμετείχε στην Επιτροπή Ελέγχου της Τράπεζας ως Μέλος και δεν κατείχε την ιδιότητα του Προέδρου αυτής. κα Ειρήνη Καραμάνου - Μη Εκτελεστική Σύμβουλος Η Επιτροπή, αφού έλαβε υπόψη της τις γραπτές παραστάσεις της κας Καραμάνου, αποφάσισε, δυνάμει του άρθρου 40
(2)του Ν.190(Ι)/2007, να της επιβάλει διοικητικό πρόστιμο ύψους €30.000 για παράβαση του άρθρου 40
(1)του Ν.190(Ι)/2007 καθότι προέβηκε στη δήλωση η οποία αποτελεί μέρος της εξαμηνιαίας οικονομικής έκθεσης της Τράπεζας για την περίοδο που έληξε 30.6.2012, επιβεβαιώνοντας παραπλανητικές πληροφορίες. Για το καθορισμό του ύψους του διοικητικού προστίμου, η Επιτροπή έλαβε υπόψη της τους ακόλουθους παράγοντες: 29 - Τη σοβαρότητα που αποδίδει ο νομοθέτης σε παραβάσεις αυτού του είδους, η οποία αντικατοπτρίζεται από το ύψος της διοικητικής κύρωσης που προβλέπεται στο Ν.190(Ι)/2007 για τέτοιες παραβάσεις. - Την κεντρική σημασία της δήλωσης που περιλαμβάνεται στις οικονομικές εκθέσεις από τα Μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου του εκδότη, το γενικό διευθυντή και τον οικονομικό διευθυντή, με την οποία αναλαμβάνουν προσωπική ευθύνη για την κατάρτιση της χρηματοοικονομικής πληροφόρησης που αφορά τον εκδότη. Η ενέργεια τους ενισχύει την εμπιστοσύνη των επενδυτών στον εκδότη για την ύπαρξη διαφάνειας σχετικά με τις πληροφορίες που τον αφορούν. - Η κα Καραμάνου ήταν Μέλος της Επιτροπής Ελέγχου η οποία ήταν επιφορτισμένη με το καθήκον της συμμόρφωσης της Τράπεζας με τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα και υποβολής σχετικής εισήγησης ως προς τούτο προς το Διοικητικό Συμβούλιο της Τράπεζας. - Ως μετριαστικό παράγοντα τη μη εκτελεστική ιδιότητα της κας Καραμάνου. - Ως μετριαστικό παράγοντα ότι η κα Καραμάνου συμμετείχε στην Επιτροπή Ελέγχου της Τράπεζας ως Μέλος και δεν κατείχε την ιδιότητα του Προέδρου αυτής. κ. Χρίστης Χατζημιτσής – Ανώτερος Γενικός Διευθυντής Συγκροτήματος Η Επιτροπή, αφού έλαβε υπόψη της τις γραπτές παραστάσεις του κ. Χατζημιτσή, αποφάσισε δυνάμει του άρθρου 40
(2)του Ν.190(Ι)/2007, να του επιβάλει διοικητικό πρόστιμο ύψους €70.000 για παράβαση του άρθρου 40
(1)του Ν.190(Ι)/2007 καθότι προέβηκε στη δήλωση η οποία αποτελεί μέρος της εξαμηνιαίας οικονομικής έκθεσης της Τράπεζας για την περίοδο που έληξε 30.6.2012, επιβεβαιώνοντας παραπλανητικές πληροφορίες. Για τον καθορισμό του ύψους του διοικητικού προστίμου, η Επιτροπή έλαβε υπόψη της τους ακόλουθους παράγοντες: - Τη σοβαρότητα που αποδίδει ο νομοθέτης σε παραβάσεις αυτού του είδους, η οποία αντικατοπτρίζεται από το ύψος της διοικητικής κύρωσης που προβλέπεται στο Ν.190(Ι)/2007 για τέτοιες παραβάσεις. - Την κεντρική σημασία της δήλωσης που περιλαμβάνεται στις οικονομικές εκθέσεις από τα Μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου του εκδότη, το γενικό διευθυντή και τον οικονομικό διευθυντή, με την οποία αναλαμβάνουν προσωπική ευθύνη για την κατάρτιση της χρηματοοικονομικής πληροφόρησης που αφορά τον εκδότη. Η ενέργεια τους ενισχύει την εμπιστοσύνη των μετόχων στον εκδότη για την ύπαρξη διαφάνειας σχετικά με τις πληροφορίες που τον αφορούν. - Ο κ. Χατζημιτσής κατείχε τη θέση του Ανώτερου Γενικού Διευθυντή και του Οικονομικού Διευθυντή στην Τράπεζα. - Λόγω της θέσης του ως μέλος της ανώτερης εκτελεστικής διεύθυνσης της Τράπεζας και θεσμικά υπεύθυνος του εσωτερικού τμήματός της που ήταν επιφορτισμένο με την κατάρτιση και παρουσίαση των εν λόγω οικονομικών καταστάσεων, είχε τη δυνατότητα να έχει πρόσβαση σε όλες τις σχετικές πληροφορίες που αφορούσαν την Uniastrum Bank και όφειλε να μεριμνήσει ώστε η Τράπεζα να προβεί σε απομείωση της αξίας της Uniastrum Bank στην οικονομική έκθεση της Τράπεζας για την περίοδο που έληξε 30.6.2012. Η Επιτροπή αποφάσισε να μην επιβάλει διοικητικό πρόστιμο στους ακόλουθους μη εκτελεστικούς Διοικητικούς Συμβούλους της Τράπεζας: κ. Βασίλη Γ. Ρολόγη, κ. Χρίστο Μουσκή, κ. Κώστα Χατζήπαπα, 30 κ. Νικόλαο Τσάκο, κ. Συμεών Μάτση, κα Άννα Διογένους, κ. Ευδόκιμο Ξενοφώντος, και κ. Ηλίας Νεοκλέους, για την παράβαση εκ μέρους τους του άρθρου 40
(1)του Ν. 190(Ι)/2007 αλλά να τους επισύρει την προσοχή στις πρόνοιες της νομοθεσίας και στις υποχρεώσεις τους, καλώντας τους όπως κατά πάντα χρόνο συμμορφώνονται με αυτές προς αποφυγή επιβολής διοικητικών κυρώσεων. Η Επιτροπή αποφάσισε να μην επιβάλει στα ανωτέρω πρόσωπα διοικητικό πρόστιμο για την παράβαση του 40
(1)του Ν. 190(Ι)/2007, λαμβάνοντας υπόψη τα ακόλουθα:
  1. Τα εν λόγω πρόσωπα κατείχαν θέση Μη Εκτελεστικού Μέλους στο Διοικητικό Συμβούλιο της Τράπεζας.
  2. Τα εν λόγω πρόσωπα δεν συμμετείχαν στην Επιτροπή Ελέγχου της Τράπεζας, οι εργασίες της οποίας είχαν σχετική συνάφεια με τις παραβάσεις.
  3. Λόγω του ότι δεν συμμετείχαν στην Επιτροπή Ελέγχου και /ή δεν ασκούσαν οποιοδήποτε εξειδικευμένο καθήκον, οι εν λόγω μη εκτελεστικοί διοικητικοί σύμβουλοι, με βάση τα γεγονότα, δεν ήταν σε θέση να επηρεάσουν το περιεχόμενο της εξαμηνιαίας οικονομικής έκθεσης στο βαθμό που μπορούσαν να έχουν και/ή να το πράξουν οι εκτελεστικοί διοικητικοί σύμβουλοι και οι ανώτεροι διευθυντές της Τράπεζας καθώς και οι μη εκτελεστικοί διοικητικοί σύμβουλοι που συμμετείχαν στην Επιτροπή Ελέγχου της Τράπεζας.
  4. Ο βαθμός εμπλοκής των εν λόγω μη εκτελεστικών διοικητικών συμβούλων, σε σχέση με τους εκτελεστικούς διοικητικούς συμβούλους/ανώτερους διευθυντές της Τράπεζας/συμμετέχοντες στην Επιτροπή Ελέγχου, που οδήγησε στην υποβολή παραπλανητικής δήλωσης εκ μέρους τους κατά παράβαση του άρθρου 40
(1)του Ν.190(Ι)/2007 ήταν τέτοιος που δεν δικαιολογείται η επιβολή χρηματικής ποινής σε αυτούς. ΕΝΝΙΑΜΗΝΟ ΠΟΥ ΕΛΗΞΕ ΣΤΙΣ 30.9.2012 (V) Παράβαση εκ μέρους της Τράπεζας του άρθρου 19, ως εξειδικεύεται στο άρθρο 20
(1)(γ), του Ν.116(Ι)/2005 αναφορικά με την ανακοίνωση στις 28.11.2012, των οικονομικών της αποτελεσμάτων για το εννιάμηνο που έληξε στις 30.9.2012 Για τα άρθρα 19 και 20
(1)(γ) του Ν.116(Ι)/2005 βλέπε Παράρτημα Α των πρακτικών. Η Τράπεζα έχει προβεί σε παράβαση του άρθρου 19, ως εξειδικεύεται στο άρθρο 20
(1)(γ), του Ν.116(Ι)/2005 καθότι προχώρησε σε ανακοίνωση στις 28.11.2012 των οικονομικών της αποτελεσμάτων για το εννιάμηνο που έληξε στις 30.9.2012, δίδοντας παραπλανητικές ενδείξεις σχετικά με τους τίτλους της Τράπεζας αφού: Το περιεχόμενο των ενδιάμεσων συνοπτικών ενοποιημένων οικονομικών της καταστάσεων για το εννιάμηνο που έληξε 30.9.2012, το οποίο περιλαμβάνεται στην ανακοίνωση ημερομηνίας 28.11.2012, δεν συνάδει με τις πρόνοιες της παραγράφου 104 (a) κάτω από τον τίτλο ‘Impairment loss for a cash generating unit’ του Δ.Λ.Π. 36, καθότι, δεν έγινε απομείωση της υπεραξίας (Goodwill) της Uniastrum Bank για ποσό ύψους €120 εκ. τουλάχιστον. Στο ποσό της ανάγκης για απομείωση ύψους €120 εκ. περίπου κατέληξαν και τα τρία
(3)σενάρια που αναλύονται πιο κάτω. 31 Για τον έλεγχο της απομείωσης της υπεραξίας χρησιμοποιήθηκαν δύο βασικοί τρόποι ως ακολούθως:
  1. Διαφοροποίηση των προβλεπόμενων αποτελεσμάτων (Βασικά Σενάρια 1 και 2) και,
  2. Διαφοροποίηση του προεξοφλητικού επιτοκίου (Βασικό Σενάριο 3). ➢ Βασικό Σενάριο 1: Αύξηση των προβλέψεων για επισφαλείς χρεώστες της Uniastrum κατά 20% Αποτέλεσμα: Ανάγκη για απομείωση €121 εκ. από τις 30.6.
  3. Για το 2012, για παράδειγμα, οι προβλέψεις της Τράπεζας για επισφάλειες ως ποσοστό επί των δανείων, από 2.06% αυξήθηκαν στο 2.47%, δηλαδή κατά 20%. Σημειώνεται ότι για τις 31.12.2011 οι προβλέψεις για επισφάλειες είχαν ανέλθει στο 3.4%. Επομένως η αύξηση στο ποσοστό των προβλέψεων για επισφάλειες που έγινε, ήταν αρκετά συντηρητική. Το Σενάριο 1 κατέληγε σε λογικά αποτελέσματα ως ακολούθως: • • • Κέρδη για το 2016 €56 εκ. (Πρόβλεψη Τράπεζας €72 εκ.) Return on Equity 13.5% (Πρόβλεψη Τράπεζας 17.4%) P/BV 1.49 (Πρόβλεψη Τράπεζας 2.19) Η ανάγκη για σημαντική αύξηση των προβλέψεων για επισφάλειες επιβεβαιώνετο από τα στοιχεία που έρχονταν συνεχώς στην επιφάνεια για τα προβληματικά δάνεια της Uniastrum: - Ο Εσωτερικός Ελεγκτής της Τράπεζας, με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προς τον κ. Σταύρο Κωνσταντινίδη (Πρόεδρο της Επιτροπής Ελέγχου) ημερομηνίας 25.8.2012, τον ενημέρωνε για προβληματικά δάνεια της Uniastrum, που είχαν εντοπιστεί, καθώς και για την ανάγκη για αύξηση των προβλέψεων για επισφαλείς χρεώστες. - Στα πρακτικά του Διοικητικού Συμβουλίου ημερομηνίας 29.11.2011 γίνεται αναφορά σε απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Uniastrum να προχωρήσει σε σύσταση ειδικής εταιρείας στη Ρωσία για μεταφορά προβληματικών δανείων για να αποφευχθεί η ενίσχυση Κεφαλαίου σύμφωνα με τους νέους κανονισμούς της Κεντρικής Τράπεζας της Ρωσίας. - Στα πρακτικά του Διοικητικού Συμβουλίου ημερομηνίας 27.07.2012, στην πρώτη παράγραφο, ο κ. Γ. Κυπρή ενημέρωσε το Διοικητικό Συμβούλιο ότι η Κεντρική Τράπεζα της Ρωσίας έχει ζητήσει, για κάποια δάνεια της Uniastrum, όπως εάν δεν ληφθούν ουσιαστικές εγγυήσεις, η Τράπεζα να προχωρήσει σε πρόβλεψη για επισφαλείς χρεώστες. Στη δεύτερη σελίδα του ίδιου πρακτικού, το Διοικητικό Συμβούλιο εξέφρασε την άποψη ότι θα πρέπει να διεξαχθεί έρευνα για εντοπισμό και αξιολόγηση άλλων παρόμοιων περιπτώσεων. Το Διοικητικό Συμβούλιο ζήτησε επίσης από την εκτελεστική διεύθυνση όπως προβεί σε τέτοιες ενέργειες ώστε να σταματήσουν οι ζημιές από παρόμοιας φύσεως υποθέσεις. - Στα πρακτικά του Διοικητικού Συμβουλίου ημερομηνίας 03.08.2012, στη δεύτερη παράγραφο, ο κ. Α. Αρτέμης αναφέρθηκε ειδικά για τα ευρήματα του due diligence που είχε διεξαχθεί πριν την εξαγορά και εξέφρασε την απορία για το ότι, ενώ όλα τα επισφαλή δάνεια που είχαν εντοπιστεί τότε και τα οποία είχαν τοποθετηθεί σε escrow account εξοφλήθηκαν, στη συνέχεια εμφανίστηκαν 32 αρκετά σημαντικά δάνεια που προϋπήρχαν και που σήμερα δεν εξυπηρετούνται με αποτέλεσμα η Τράπεζα να διενεργεί σημαντικές προβλέψεις. Σε Internal Memorandum της Ernst & Young ημερομηνίας 5.4.2012 ( Subject: Bank of Cyprus – Comments on the valuation analysis performed by management for goodwill impairment testing as of December 31, 2011 under IAS 36 Impairment of assets and instructions dated January 05, 2011) γίνεται αναφορά σε έρευνα που διενήργησαν ανάμεσα σε μεγάλες Ρωσικές και Ευρωπαϊκές Τράπεζες που έδειξε ότι ο μέσος όρος του δείκτη «Return on Equity» των τραπεζών, ήταν μεταξύ του 10% και του 15% ενώ το P/BV ήταν μεταξύ 1 και 2 φορές. Αυτό επιβεβαιώνει την ορθότητα των αλλαγών που έγιναν στις προβλέψεις της Τράπεζας, από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Σημειώνεται ότι το μοντέλο της Τράπεζας, έδειχνε περιθώριο (cushion - αξία για την Uniastrum πέραν αυτής που παρουσιαζόταν στα βιβλία) ύψους Ευρώ 253 εκ. κατά τις 30.6.
  4. ➢ Βασικό Σενάριο 2: Μείωση στα εισοδήματα από τόκους δανείων κατά 3% και αύξηση στα καταθετικά επιτόκια κατά 2% Αποτέλεσμα: Ανάγκη για απομείωση €119 εκ. από τις 30.6.
  5. Αποτέλεσμα των πιο πάνω διαφοροποιήσεων ήταν η μείωση των καθαρών κερδών κατά μέσο όρο 26% περίπου από τους υπολογισμούς της Τράπεζας για την περίοδο των 5 χρόνων. Η μείωση των καθαρών κερδών κατά 26% μόνο, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως αρκετά συντηρητική αφού οι αρνητικές αποκλίσεις των πραγματικών αποτελεσμάτων από τα προβλεπόμενα, κυμαίνονταν, στην καλύτερη περίπτωση, στο 47% όπως φαίνεται πιο κάτω: Σύγκριση Προβλεπόμενων Αποτελεσμάτων με Πραγματικά Κέρδη/(Ζημιές) Προβλεπόμενα Πραγματικά Απόκλιση Ποσοστό Αρνητικής Απόκλισης 2009 σε Εκ. Ευρώ 38 7 31 2010 σε Εκ.Ευρώ 30 16 14 2011 σε Εκ. Ευρώ 30 3 27 6/2012 σε Εκ. Ευρώ 10 0.5 9.5 82% 47% 91% 95% Οι σημαντικές αυτές αποκλίσεις στην κερδοφορία ήταν αποτέλεσμα συνδυασμού άλλων αποκλίσεων σχετικών με τις καταθέσεις, τις χορηγήσεις (όπως οι διαφορές επιτοκίου μεταξύ χορηγητικών και καταθετικών επιτοκίων) και τις επισφάλειες για τα δάνεια. Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω, τα επίπεδα του δείκτη «Return on Equity» που αποτελούν μια από τις σημαντικότερες παραμέτρους του μοντέλου ελέγχου της Υπεραξίας στην περίπτωση της Uniastrum, παρουσιάζουν σημαντικές αποκλίσεις από τις προβλέψεις της Τράπεζας ως ακολούθως: Έτος Πρόβλεψη Τράπεζας Πραγματικά Απόκλιση 33 2009 2010 2011 13.9% 20.4% 13.8% 3.7% 4.1% (7.3%) 73% 80% Πέραν του 100% Το Σενάριο 2 κατέληγε σε λογικά αποτελέσματα ως ακολούθως: • • • Κέρδη για το 2016 €56 εκ. (Πρόβλεψη Τράπεζας €72 εκ.) Return on Equity 13.5% (Πρόβλεψη Τράπεζας 17.4% ) P/BV 1.50 (Πρόβλεψη Τράπεζας 2.19) Η ανάγκη για πιο ορθολογιστικό υπολογισμό των χορηγητικών και καταθετικών επιτοκίων επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι σε εσωτερικό μήνυμα του, στο Πρόεδρο της Επιτροπής Ελέγχου, στις 28/5/2012, ο Εσωτερικός Ελεγκτής ανέφερε: «Management does not understand that Uniastrum cannot compete with large state banks. These banks have low cost of funding, less than half of Uniastrum's funding cost». ➢ Βασικό Σενάριο Τρία
(3): Αύξηση του προεξοφλητικού επιτοκίου για να ληφθεί υπόψη ο αυξημένος κίνδυνος υλοποίησης των ιδιαίτερα αισιόδοξων προβλέψεων της Τράπεζας Αποτέλεσμα: Ανάγκη για απομείωση €115 εκ. από τις 30.6.2012. Σε αυτό το σενάριο έγιναν άλλα τρία
(3)επιμέρους σενάρια αύξησης του προεξοφλητικού επιτοκίου κατά 2%, 2.5%, και 3% ως specific risk premium το οποίο χρησιμοποιήθηκε ως εναλλακτική επιλογή από τη διαφοροποίηση των προβλεπόμενων αποτελεσμάτων όπως έγινε στα προηγούμενα δύο
(2)βασικά σενάρια. Υιοθετήθηκε η διάμεσος των τριών αποτελεσμάτων. H επιλογή των πιο πάνω ποσοστών αύξησης του προεξοφλητικού επιτοκίου ήταν λογική δεδομένου ότι και σε Internal Memorandum της Ernst&Young ημερομηνίας 5.4.2012, (Subject: Bank of Cyprus – Comments on the valuation analysis performed by management for goodwill impairment testing as of December 31, 2011 under IAS 36 Impairment of assets and instructions dated January 05, 2011), χαρακτηρίζεται ως λογικό το πρόσθετο 4.1% που χρησιμοποιήθηκε από την ομάδα της Ernst&Young για έλεγχο της απομείωσης για το
  1. Συγκεκριμένα γίνεται αναφορά ότι: "This could be regarded as a reasonable estimate for a specific risk premium that needs to be applied, in order to take into consideration the optimistic, in our view, Business Plan and the increased risk of its materialization". Επίσης στο ίδιο Internal Memorandum, αναφέρονται τα εξής: "though management have utilized a sound valuation methodology, we maintain that the projections used are optimistic. In the event we do not make any changes to the management Business Plan, we believe that an additional Company Specific Risk Premium should be applied of 4.1% and 5.5% to Uniastrum's and Avtovaz's discount rate respectively that will account for the aggressive assumptions & the embedded risk of the BP materializing". Με προέκταση του ίδιου σεναρίου στα 10 χρόνια και χρησιμοποιώντας προεξοφλητικά επιτόκια αυξημένα κατά 2.5%, 3% και 3.5% προέκυπτε ανάγκη για απομείωση μεταξύ €75 εκ. και €151 εκ. Σημειώνεται ότι, όσο προεκτείνεται ο ορίζοντας των προβλεπόμενων αποτελεσμάτων, θεωρείται λογικό να αυξάνεται το προεξοφλητικό επιτόκιο για κάλυψη του αυξημένου ρίσκου υλοποίησης πιο μακροπρόθεσμων προβλέψεων. 34 Στοιχεία που είχε η Τράπεζα ενώπιον της, πριν την ανακοίνωση στις 28.11.2012, της οικονομικής της έκθεσης για την περίοδο που έληξε στις 30.9.2012 ➢ Η Uniastrum αντιμετώπιζε σωρεία προβλημάτων που επιδείνωναν τα αποτελέσματα της και τα οποία ήταν εις γνώση της Τράπεζας, όπως αναλύονται στα σημεία (α) και (β) πιο κάτω: (α) Ψηλές επισφάλειες και λειτουργικά προβλήματα μετά την εξαγορά της από την Τράπεζα (Πρακτικά Διοικητικού Συμβουλίου 20.01.2012-047/2012-πρώτη παράγραφος, Πρακτικά Διοικητικού Συμβουλίου 27.07.2012-371/2012, Πρακτικά Διοικητικού Συμβουλίου 03.08.2012382/2012-δεύτερη παράγραφος), και (β) Προβλήματα κεφαλαιακής επάρκειας με αποτέλεσμα να χρειάζεται τη συνεχή σημαντική οικονομική στήριξη (funding) από την Τράπεζα (Πρακτικά Διοικητικού Συμβουλίου 29.11.2011403/2011 και Παράρτημα IV των πρακτικών). ➢ Η Τράπεζα είχε ενώπιον της την έκθεση της Ernst &Young (Half year 2012 Review Results and Communications-Report to the Audit Committee 29.8.2012) για τον έλεγχο της απομείωσης για τις 30.6.2012, η οποία, για πρώτη φορά, έδειχνε χαμηλή αξία για την Uniastrum, μεταξύ €392 εκ. και €578 εκ και με διάμεση αξία (central) τα €476 εκ. Η διαφορά από τη λογιστική αξία της Uniastrum (€510 εκ.) ήταν από αρνητική €118 εκ. σε θετική €68 εκ. Η διάμεση αξία (central) ήταν πιο κάτω από τη λογιστική της αξία κατά €34 εκ. ➢ Kατά το δεύτερο εξάμηνο του 2012, είχε ζητηθεί από την Κεντρική Τράπεζα έρευνα για την Uniastrum (Πρακτικά Διοικητικού Συμβουλίου 26.7.2012-357/2012). Το θέμα διεξαγωγής έρευνας και από την ίδια την Τράπεζα για την εξαγορά και την πορεία της Uniastrum είχε συζητηθεί και στο Διοικητικό Συμβούλιο (Πρακτικά Διοικητικού Συμβουλίου 3.8.2012-382/2012, Πρακτικά Διοικητικού Συμβουλίου 4.9.2012-433/2012). ➢ Την ίδια περίοδο η Τράπεζα, (Πρακτικά συνεδρίας Διοικητικού Συμβουλίου 30.08.2012-415/2012), άρχισε να προβαίνει σε ενέργειες για πώληση της Uniastrum Bank. Ζητούσε ως τιμή πώλησης 1.5 φορές το Book Value (Πρακτικά συνεδρίας Διοικητικού Συμβουλίου ημερομηνίας 13.9.2012460/2012) το οποίο ανερχόταν σε €267 εκ. (RUR 9.8 δις – Statement of financial position of Uniastrum Bank LLC as at 31.12.2011-Total net assets attributable to participant). Αυτό αντιστοιχούσε σε €391 εκ. περίπου, δηλαδή λιγότερη αξία κατά €119 εκ., από τη λογιστική αξία που παρουσιαζόταν στα βιβλία της Τράπεζας (€510 εκ.). Σε περίπτωση Due Diligence από ενδιαφερόμενους αγοραστές το τελικό ποσό της πώλησης κατά πάσα πιθανότητα θα ήταν ακόμη χαμηλότερο. ➢ Την ίδια περίοδο η Τράπεζα δεν πληρούσε τους ελάχιστους δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας (Σημειώσεις 5.1 και 22 στις Ενδιάμεσες Συνοπτικές Ενοποιημένες Οικονομικές Καταστάσεις 30.6.2012) που απαιτούντο από την Κεντρική Τράπεζα. Σημειώνεται ότι είχε προηγηθεί η απομείωση των Ομολόγων Ελληνικού Δημοσίου (ΟΕΔ). Η Τράπεζα δεν ήταν σε θέση επίσης, να καλύψει το δικό της κεφαλαιακό έλλειμμα (και συνεπώς και τις ανάγκες της Uniastrum) όπως αυτό καθορίστηκε από την Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών και ως εκ τούτου αναγκάστηκε να αποταθεί στην Κυβέρνηση για κεφαλαιακή στήριξη. 35 Προβληματισμός και ανησυχία στο Διοικητικό Συμβούλιο της Τράπεζας για την πορεία της Uniastrum: Στα πρακτικά του Διοικητικού Συμβουλίου (20.1.2012-047/2012, 26.7.2012-357/2012, 27.7.2012371/2012, 03.08.2012-382/2012) εκφράζεται, μεταξύ άλλων, η απογοήτευση για τα αποτελέσματα και την πορεία της Uniastrum καθώς και προβληματισμός για την εμφάνιση πρόσθετων προβληματικών δανείων που είχαν παραχωρηθεί από την προηγούμενη Διεύθυνση/μετόχους και θα έπρεπε να είχαν εντοπιστεί στο Due Diligence που είχε διενεργηθεί το
  2. Η Τράπεζα, επιπρόσθετα, πριν την ανακοίνωση των εννιαμηνιαίων της αποτελεσμάτων, διαπίστωνε ότι το εγχείρημα επέκτασης στη Ρωσία απέτυχε. Συγκεκριμένα στα πρακτικά του Διοικητικού Συμβουλίου ημερομηνίας 4.9.2012 (433/2012), ο κ. Χρ. Μουσκής ζήτησε όπως διερευνηθούν οι λόγοι της αποτυχίας ως ένα μάθημα για το μέλλον. Στην ίδια συνεδρία, ο κ. Κ. Σεβέρης είχε αναφέρει ότι "η παρουσία της Τράπεζας Κύπρου στη Ρωσία ήταν ένα λάθος το οποίο έγινε καλόπιστα όμως η κατάσταση χειροτερεύει αντί να βελτιώνεται". Οι ιδιαίτερα Αισιόδοξες Προβλέψεις της Τράπεζας επισημάνθηκαν από τους Εξωτερικούς Ελεγκτές Σε όλες τις εκθέσεις των εξωτερικών ελεγκτών προς την Τράπεζα αλλά και τα εσωτερικά σημειώματα που ετοίμαζαν σχετικά με τον έλεγχο της υπεραξίας (31/12/2010, 30/12/2011, 30/6/2012 και 31/12/2012) γινόταν αναφορά στις ιδιαίτερα αισιόδοξες προβλέψεις της Τράπεζας, οι οποίες εμπειρικά είχαν αποκλίσεις από τα πραγματικά αποτελέσματα. Στις συζητήσεις που ακολουθούσαν με τη Διοίκηση της Τράπεζας, η Τράπεζα παρουσιαζόταν σίγουρη για τη μελλοντική υλοποίηση των προβλέψεων της (Σημείωμα 2.2.2011 από Χρίστη Χατζημιτσή και Μαριάννα Παντελίδου προς EY με θέμα: “Goodwill impairment testing for Uniastrum Bank and Bank Kipry” σελ. 1-3). • Αναφορικά με τις προβλέψεις της Τράπεζας για το 2011, οι ελεγκτές είχαν αναφέρει (Επιστολή εξωτερικών ελεγκτών ημερομηνίας 20.4.2012 προς την Επιτροπή Ελέγχου της Τράπεζας αναφορικά με τα «Key audit issues-Assessment of Goodwill impairment» των οικονομικών καταστάσεων 31.12.2011) ότι, «It is observed that the actual results of the preceding three years for Russia and Ukraine continue to be significantly lower than the projected results in their business plans which form the basis for the goodwill impairment test. If the results do not improve in 2012, this will be a significant indicator of impairment.» • Για τις αισιόδοξες προβλέψεις της Τράπεζας έγινε αναφορά από τους ελεγκτές και στην έκθεση τους για τον έλεγχο της υπεραξίας που έκαναν για τις 30/6/2012 (Half year 2012 Review Results and Communications-Report to the Audit Committee 29.8.2012). • Στην τελευταία τους έκθεση 31.12.2012 (Board Report 2012), όταν έγινε η πλήρης απομείωση της υπεραξίας, οι ελεγκτές σημείωσαν ότι είχαν αναφέρει στο Audit Committee τον Αύγουστο του 2012, ότι "we had concerns that the profitability projections are too optimistic, especially having in mind the comparison of actual results to the projections in the preceding 2-3 years". Οι ιδιαίτερα αισιόδοξες προβλέψεις της Τράπεζας επισημάνθηκαν και από τους Εσωτερικούς Ελεγκτές: 36 • Η υπηρεσία εσωτερικού ελέγχου της Τράπεζας, στις 23 Απριλίου του 2012 (μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου από Ανδρέα Κυριάκου προς Μαριάννα Παντελίδου) είχε θέσει ερωτήματα προς την υπηρεσία της Τράπεζας, «Group Mergers & Acquisitions and Strategy», για τις παραμέτρους που χρησιμοποιούντο για τον υπολογισμό της υπεραξίας καθώς και για τις σημαντικές αποκλίσεις μεταξύ προβλέψεων και πραγματικών αποτελεσμάτων. • Ο Εσωτερικός Ελεγκτής της Τράπεζας, σε ηλεκτρονικό μήνυμα του προς τον κ. Σταύρο Κωνσταντινίδη (Πρόεδρο της Επιτροπής Ελέγχου), στις 28 Μαΐου του 2012, είχε εκφράσει, μεταξύ άλλων, και την άποψη ότι η Υπεραξία της Uniastrum θα έπρεπε να διαγραφεί. • Ο Εσωτερικός Ελεγκτής της Τράπεζας, σε έκθεση του περί το τέλος του 2012 (Έλεγχος απομείωσης των ενσώματων και άυλων στοιχείων ενεργητικού του Συγκροτήματος-17.10.2012), αναφερόμενος στον έλεγχο της απομείωσης για το 2011, αναφέρθηκε στις σημαντικές αποκλίσεις μεταξύ των προβλεπόμενων και των πραγματικών αποτελεσμάτων. Επίσης σημείωσε ότι δεν διενεργήθηκε ανάλυση ευαισθησίας στις σημαντικές παραμέτρους του μοντέλου και ειδικά στη μεταβολή των Cash Flows. Τόνισε μάλιστα ότι οι αποκλίσεις μεταξύ των προβλέψεων από τα πραγματικά αποτελέσματα επηρεάζουν σημαντικά την αξιοπιστία του υπολογισμού της εύλογης αξίας με συνεπακόλουθο τη λανθασμένη αποτίμηση της αξίας των επενδύσεων. Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω προκύπτει ότι:
  3. Οι αποκλίσεις των προβλέψεων από τα πραγματικά αποτελέσματα ήταν σημαντικές από την περίοδο εξαγοράς της Uniastrum,
  4. Η Τράπεζα γνώριζε για τις σημαντικές αποκλίσεις των πραγματικών αποτελεσμάτων από τα προβλεπόμενα στο Business Plan. Παρόλα αυτά, εξακολουθούσε να χρησιμοποιεί τις ιδιαίτερα αισιόδοξες προβλέψεις και για σκοπούς ελέγχου της απομείωσης της υπεραξίας με αποτέλεσμα την κατάληξη σε υψηλές αξίες για την Uniastrum. H Τράπεζα θα έπρεπε να προβαίνει σε διαφοροποιήσεις των προβλέψεων αυτών, στη βάση πιο ορθολογιστικών δεδομένων, λαμβάνοντας υπόψη τα πραγματικά αποτελέσματα των προηγούμενων χρόνων σύμφωνα με το ΔΛΠ 36,
  5. Δεδομένης της κατ' επανάληψη αδυναμίας της Τράπεζας να προβαίνει σε αξιόπιστες προβλέψεις για την Uniastrum, οι υπολογισμοί για τον έλεγχο της υπεραξίας της, δεν θα έπρεπε να επεκτείνονται πέραν των 5 χρόνων (σύμφωνα με το ΔΛΠ 36) αρχίζοντας το αργότερο από τις 31/12/
  6. Σύμφωνα με την παράγραφο 28 του Δ.Λ.Π. 34: «An entity shall apply the same accounting policies in its interim financial statements as are applied in its annual financial statements….» Ως εκ τούτου, υπήρχε υποχρέωση για συμμόρφωση με το Δ.Λ.Π. 36, αφού αυτή ήταν η πολιτική που εφαρμόστηκε για την ετοιμασία των οικονομικών καταστάσεων για το έτος που έληξε στις 31.12.
  7. Σύμφωνα με την παράγραφο 104 (a) του Δ.Λ.Π. 36: 37 «An impairment loss shall be recognised for a cash-generated unit (the smallest group of cash generating units to which goodwill or a corporate asset has been allocated) if, and only if, the recoverable amount of a unit (group units) is less than its carrying amount of a unit (group units. The impairment loss shall be allocated to reduce the carrying amount of the asset of the unit (group of units) in the following order: (a) first, to reduce the carrying amount of any goodwill allocated to the cash-generating unit (group of units); and (b) ……………………………». Συνεπεία των πιο πάνω, ποσό ύψους €120.000.000 τουλάχιστον θα έπρεπε να αναγνωριστεί ως απομείωση, το οποίο θα είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση της ζημιάς ύψους €216.718.000 σε ζημιά ύψους €336.718.000 (για την εννιαμηνία που έληξε στις 30.9.2012). Η μείωση στα ίδια κεφάλαια της Τράπεζας θα ήταν τουλάχιστον €120.000.
  8. Η Επιτροπή, αφού έλαβε υπόψη της τις γραπτές και προφορικές παραστάσεις της Τράπεζας, αποφάσισε, δυνάμει του άρθρου 23 του 116(Ι)/2005, να επιβάλει στην Τράπεζα διοικητικό πρόστιμο ύψους €5.000 για παράβαση του άρθρου 19, ως εξειδικεύεται στο άρθρο 20
(1)(γ), του Ν.116(Ι)/2005, καθότι, προχώρησε σε ανακοίνωση στις 28.11.2012, των οικονομικών της αποτελεσμάτων για το εννιάμηνο που έληξε στις 30.9.2012, δίνοντας παραπλανητικές ενδείξεις σχετικά με τους τίτλους της Τράπεζας καθώς, το περιεχόμενο των ενδιάμεσων συνοπτικών ενοποιημένων οικονομικών της καταστάσεων, για το εννιάμηνο που έληξε 30.9.2012, το οποίο περιλαμβάνεται στην ανακοίνωση ημερομηνίας 28.11.2012, δεν συνάδει με τις πρόνοιες της παραγράφου 104(a) κάτω από τον τίτλο ‘Impairment loss for a cash generating unit’ του Δ.Λ.Π. 36, καθότι, δεν έγινε απομείωση της υπεραξίας (Goodwill) της Uniastrum Bank για ποσό ύψους €120 εκ. τουλάχιστον. Για τον καθορισμό του ύψους του διοικητικού προστίμου, η Επιτροπή έλαβε υπόψη της, τους ακόλουθους παράγοντες: - Τη σοβαρότητα που αποδίδει ο νομοθέτης σε παραβάσεις αυτού του είδους, η οποία αντικατοπτρίζεται από το ύψος του διοικητικού προστίμου που προβλέπεται στο Ν. 116(Ι)/2005 για τέτοιες παραβάσεις. - Πράξεις χειραγώγησης μέσω της ανακοίνωσης παραπλανητικών στοιχείων στις οικονομικές εκθέσεις πλήττουν την ακεραιότητα της αγοράς χρηματοπιστωτικών μέσων αφού εμποδίζουν την ομαλή λειτουργία της και τη δημιουργία συνθηκών πλήρους διαφάνειας. - Την κεντρική σημασία που αποδίδει στη διασφάλιση ότι η αγορά δεν χειραγωγείται με οποιοδήποτε τρόπο, γεγονός που συμβάλλει στην ενίσχυση της εμπιστοσύνης των επενδυτών προς αυτήν. - Το ύψος της απομείωσης των €120 εκ. στην οποία θα έπρεπε, κατ’ ελάχιστον, να προβεί η Τράπεζα. - Το χρονικό διάστημα από τις 28.11.2012 (ανακοίνωση εννιαμηνιαίων αποτελεσμάτων) μέχρι και τις 15.3.2013, κατά το οποίο η επένδυση της Τράπεζας στην Uniastrum εμφανιζόταν στις οικονομικές καταστάσεις χωρίς την απαραίτητη απομείωση. - Ως μετριαστικούς παράγοντες το γεγονός ότι: • Από τον ουσιώδη χρόνο στον οποίο αφορά η παράβαση μέχρι σήμερα, έχουν επέλθει αλλαγές στη διοίκηση της Τράπεζας. 38 • • • (VΙ) Στην Τράπεζα, μετά τον ουσιώδη χρόνο της παράβασης, προέκυψαν σοβαρές εξελίξεις και συγκεκριμένα, τέθηκε από την Κεντρική Τράπεζα το έτος 2013 υπό καθεστώς εξυγίανσης από το οποίο εξήλθε αφού ανακεφαλαιοποιήθηκε με την πλήρη συμμετοχή των μετόχων και των κατόχων ομολόγων της και μέσω της μερικής μετατροπής των ανασφάλιστων καταθέσεων σε μετοχές. Η παράβαση από την Τράπεζα αφορά χρόνο πριν των προαναφερόμενων εξελίξεων. Η επιβολή υψηλού διοικητικού προστίμου στην προκειμένη περίπτωση, δεδομένου των συνθηκών, θα επιβάρυνε τους νέους μετόχους της Τράπεζας οι οποίοι προέκυψαν συνέπεια της ανακεφαλαιοποίησής της. Παράβαση εκ μέρους της Τράπεζας του άρθρου 40
(1)του Ν.190(Ι)/2007 αναφορικά με τη δημοσιοποίηση στις 28.11.2012, της εννιαμηνιαίας οικονομικής της έκθεσης για την περίοδο που έληξε 30.9.2012 Για τα άρθρα 12 και 40
(1)του Ν.190(Ι)/2007 βλέπε Παράρτημα Α των πρακτικών. Η Τράπεζα έχει προβεί σε παράβαση του άρθρου 40
(1)του Ν.190(Ι)/2007 καθότι προέβηκε σε δημοσιοποίηση στις 28.11.2012 της εννιαμηνιαίας οικονομικής της έκθεσης για την περίοδο που έληξε στις 30.9.2012, την οποία έχει υποχρέωση να δημοσιοποιεί δυνάμει του άρθρου 12
(2)του Ν.190(Ι)/2007, παρέχοντας παραπλανητικά στοιχεία σε αυτήν καθώς, Οι ενδιάμεσες συνοπτικές ενοποιημένες οικονομικές της καταστάσεις, οι οποίες περιλαμβάνονταν στην εννιαμηνιαία οικονομική της έκθεση για την περίοδο που έληξε στις 30.9.2012, δεν συνάδουν με τις πρόνοιες της παραγράφου 104 (a) κάτω από τον τίτλο ‘Impairment loss for a cash generating unit’ του Δ.Λ.Π. 36, καθότι δεν έγινε απομείωση της υπεραξίας (Goodwill) της Uniastrum Bank για ποσό ύψους €120 εκ. τουλάχιστον. - Για σχετική ανάλυση βλέπε Μέρος (V). Συνεπεία των πιο πάνω, ποσό ύψους €120.000.000 τουλάχιστον θα έπρεπε να αναγνωριστεί ως απομείωση, το οποίο θα είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση της ζημιάς ύψους €216.718.000 σε ζημιά ύψους €336.718.000 (για την εννιαμηνία που έληξε στις 30.9.2012). Η μείωση στα ίδια κεφάλαια της Τράπεζας θα ήταν τουλάχιστον €120.000.000. Η Επιτροπή, αφού έλαβε υπόψη της τις γραπτές και προφορικές παραστάσεις της Τράπεζας, αποφάσισε, δυνάμει του άρθρου 40
(2)του Ν.190(Ι)/2007, να επιβάλει στην Τράπεζα διοικητικό πρόστιμο ύψους €5.000 για παράβαση του άρθρου 40
(1)του Ν.190(Ι)/2007, καθότι, προέβηκε σε δημοσιοποίηση στις 28.11.2012, της εννιαμηνιαίας οικονομικής της έκθεσης για την περίοδο που έληξε στις 30.9.2012, την οποία είχε υποχρέωση να δημοσιοποιεί δυνάμει του άρθρου 12
(2)του Ν.190(Ι)/2007, παρέχοντας παραπλανητικά στοιχεία σε αυτήν, καθώς, οι ενδιάμεσες συνοπτικές ενοποιημένες οικονομικές της καταστάσεις, οι οποίες περιλαμβάνονται στην εννιαμηνιαία οικονομική έκθεση για την περίοδο που έληξε στις 30.9.2012, δεν συνάδουν με τις πρόνοιες της παραγράφου 104(a) κάτω από τον τίτλο ‘Impairment loss for a cash generating unit’ του Δ.Λ.Π. 36, καθότι δεν έγινε απομείωση της υπεραξίας (Goodwill) της Uniastrum Bank για ποσό ύψους €120 εκ. τουλάχιστον. 39 Για τον καθορισμό του ύψους του διοικητικού προστίμου, η Επιτροπή έλαβε υπόψη της, τους ακόλουθους παράγοντες: - Τη σοβαρότητα που αποδίδει ο νομοθέτης σε παραβάσεις αυτού του είδους, η οποία αντικατοπτρίζεται από το ύψος του διοικητικού προστίμου που προβλέπεται στο Ν. 190(Ι)/2007 για τέτοιες παραβάσεις. - Τη σοβαρότητα που προσδίδει στην υποχρέωση ορθής και έγκυρης δημοσιοποίησης των οικονομικών εκθέσεων, η οποία προάγει τη διαφάνεια και συμβάλλει στην ομαλή λειτουργία της χρηματιστηριακής αγοράς, αφού παρέχει την απαιτούμενη ενημέρωση στους επενδυτές για την οικονομική κατάσταση και τη χρηματοοικονομική επίδοση του εκδότη για την εκάστοτε οικονομική περίοδο στην οποία αναφέρονται. - Παραπλανητικές ενδείξεις στις οικονομικές καταστάσεις μιας εισηγμένης εταιρείας δεν προάγουν τη διαφάνεια αλλά αντίθετα κλονίζουν την εμπιστοσύνη του επενδυτικού κοινού στο θεσμό της κεφαλαιαγοράς. - Την αναγκαιότητα για πλήρη και συνεχή συμμόρφωση με τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα, η τήρηση των οποίων προσδίδει αξιοπιστία στις οικονομικές καταστάσεις των εκδοτών. - Το ύψος της απομείωσης των €120 εκ. στην οποία θα έπρεπε, κατ’ ελάχιστον, να προβεί η Τράπεζα. - Το χρονικό διάστημα από τις 28.11.2012 (ανακοίνωση εννιαμηνιαίων αποτελεσμάτων) μέχρι και τις 15.3.2013, κατά το οποίο η επένδυση της Τράπεζας στην Uniastrum εμφανιζόταν στις οικονομικές καταστάσεις χωρίς την απαραίτητη απομείωση. - Ως μετριαστικούς παράγοντες το γεγονός ότι: • Από τον ουσιώδη χρόνο στον οποίο αφορά η παράβαση μέχρι σήμερα, έχουν επέλθει αλλαγές στη διοίκηση της Τράπεζας. • Στην Τράπεζα, μετά τον ουσιώδη χρόνο της παράβασης, προέκυψαν σοβαρές εξελίξεις και συγκεκριμένα, τέθηκε από την Κεντρική Τράπεζα το έτος 2013 υπό καθεστώς εξυγίανσης από το οποίο εξήλθε αφού ανακεφαλαιοποιήθηκε με την πλήρη συμμετοχή των μετόχων και των κατόχων ομολόγων της και μέσω της μερικής μετατροπής των ανασφάλιστων καταθέσεων σε μετοχές. • Η παράβαση από την Τράπεζα αφορά χρόνο πριν των προαναφερόμενων εξελίξεων. • Η επιβολή υψηλού διοικητικού προστίμου στην προκειμένη περίπτωση, δεδομένου των συνθηκών, θα επιβάρυνε τους νέους μετόχους της Τράπεζας οι οποίοι προέκυψαν συνέπεια της ανακεφαλαιοποίησής της. ********** ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Α – Πρόνοιες Νομοθεσίας Α. Ο περί των Πράξεων Προσώπων που Κατέχουν Εμπιστευτικές Πληροφορίες και των Πράξεων Χειραγώγησης της Αγοράς (Κατάχρησης της Αγοράς) Νόμος – Ν.116(Ι)/2005 Άρθρο 19 του Ν.116(Ι)/2005: «Απαγορεύεται σε κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο να χειραγωγεί την αγορά». Άρθρο 20
(1)του Ν.116(Ι)/2005: «20.-
(1)Ως πράξεις χειραγώγησης της αγοράς νοούνται: (α)….. 40 (β)….. (γ) η διάδοση πληροφοριών μέσω των μέσων μαζικής ενημέρωσης, περιλαμβανομένου του διαδικτύου ή κάθε άλλου ηλεκτρονικού μέσου, ή που διαδίδονται με οποιοδήποτε άλλο τρόπο, οι οποίες δίνουν ή έχουν σκοπό να δώσουν ψευδείς ή παραπλανητικές ενδείξεις σχετικά με τα χρηματοοικονομικά μέσα, περιλαμβανομένης της διάδοσης φημών ή παραπλανητικών ειδήσεων, εάν το πρόσωπο που διέδωσε τις πληροφορίες γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι οι πληροφορίες ήταν ψευδείς ή παραπλανητικές: Νοείται ότι όσον αφορά τους δημοσιογράφους όταν ενεργούν στο πλαίσιο της επαγγελματικής τους ιδιότητας, η διάδοση πληροφοριών κρίνεται λαμβάνοντας υπόψη τους κανόνες του επαγγέλματος, εκτός εάν οι δημοσιογράφοι, κατά την κρίση της Επιτροπής, αντλούν, άμεσα ή έμμεσα, όφελος ή κέρδη από τη διάδοση των εν λόγω πληροφοριών.» Β. Ο περί των Προϋποθέσεων Διαφάνειας (Κινητές Αξίες προς Διαπραγμάτευση σε Ρυθμιζόμενη Αγορά) Νόμος – Ν.190(Ι)/2007 Άρθρο 10 του Ν.190(Ι)/2007: «10.-
(1)Κάθε εκδότης μετοχών ή χρεωστικών τίτλων δημοσιοποιεί, το συντομότερο δυνατό και το αργότερο εντός δύο μηνών μετά τη λήξη του πρώτου εξαμήνου του οικονομικού έτους, εξαμηνιαία οικονομική έκθεση, που αφορά το πρώτο εξάμηνο του οικονομικού έτους.
(2)Ο εκδότης που αναφέρεται στο εδάφιο
(1), διασφαλίζει ότι η εξαμηνιαία οικονομική του έκθεση παραμένει διαθέσιμη προς το κοινό για περίοδο πέντε
(5)τουλάχιστον ετών
(3)Η εξαμηνιαία οικονομική έκθεση περιλαμβάνει – (α) τις ενδιάμεσες οικονομικές καταστάσεις· (β) την ενδιάμεση έκθεση διαχείρισης· και (γ) δηλώσεις των μελών του διοικητικού συμβουλίου του εκδότη, του γενικού διευθυντή ή του προσώπου που ασκεί αντίστοιχα καθήκοντα, και του οικονομικού διευθυντή, εφόσον δεν είναι μέλη του διοικητικού συμβουλίου του εκδότη, των οποίων το ονοματεπώνυμο και η ιδιότητα αναγράφονται σαφώς, σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(7).
(4)Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 58, οι ενδιάμεσες οικονομικές καταστάσεις του εκδότη καταρτίζονται σύμφωνα με το Διεθνές Πρότυπο Χρηματοοικονομικής Πληροφόρησης, που αφορά τις ενδιάμεσες οικονομικές καταστάσεις.
(5)(α) Στην περίπτωση που η εξαμηνιαία οικονομική έκθεση έχει υποβληθεί σε λογιστικό έλεγχο ή σε επισκόπηση από ελεγκτή (auditor’s review), η έκθεση ελεγκτή ή η έκθεση επισκόπησης, αντίστοιχα, περιλαμβάνονται εξ ολοκλήρου στην εξαμηνιαία οικονομική έκθεση. (β) Στην περίπτωση που η εξαμηνιαία οικονομική έκθεση δεν έχει υποβληθεί σε λογιστικό έλεγχο ή σε επισκόπηση από ελεγκτή ή εάν αυτός έχει αρνηθεί να εκδώσει σχετική έκθεση, το γεγονός αυτό αναφέρεται από τον εκδότη στην εξαμηνιαία οικονομική έκθεση.
(6)H ενδιάμεση έκθεση διαχείρισης περιλαμβάνει τουλάχιστον – 41 (α) Oικονομική ανάλυση των αποτελεσμάτων, η οποία πρέπει να είναι επαρκής και εκτενής, ώστε οι χρήστες της έκθεσης να μπορούν να εκτιμήσουν και να αξιολογήσουν τη διαμόρφωση των αποτελεσμάτων κατά τη διάρκεια της περιόδου· (β) επισήμανση τυχόν εισοδημάτων από μη επαναλαμβανόμενες ή έκτακτες δραστηριότητες του εκδότη· (γ) συγκριτική οικονομική ανάλυση των αριθμών που παρουσιάζονται για την περίοδο, σε σχέση με την αντίστοιχη προηγούμενη περίοδο, η οποία πρέπει να είναι επαρκής και εκτενής, ώστε να εντοπίζει και να επεξηγεί τις μεταβολές και τις διαφορές που παρουσιάζονται μεταξύ των αποτελεσμάτων των δύο περιόδων· (δ) αναφορά στα σημαντικά γεγονότα που συνέβησαν κατά το πρώτο εξάμηνο του οικονομικού έτους και τις συνέπειές τους στις ενδιάμεσες οικονομικές καταστάσεις· (ε) περιγραφή των κυριοτέρων κινδύνων και αβεβαιοτήτων για το δεύτερο εξάμηνο του οικονομικού έτους· (στ) κάθε άλλη ουσιώδη πληροφορία, η οποία επηρεάζει ή θα μπορούσε να επηρεάσει την εκτίμηση ή την αξιολόγηση εκ με ρους των χρηστών της έκθεσης, όπως των κερδοζημιών για την περίοδο ή για μελλοντικές περιόδους, των προοπτικών και τάσεων των δραστηριοτήτων και την εξασφάλιση ή απώλεια σημαντικών συμβολαίων ή συνεργασιών· (ζ) στην περίπτωση εκδότη μετοχών, τις συναλλαγές συνδεδεμένων προσώπων κατά το πρώτο εξάμηνο του οικονομικού έτους, σύμφωνα με το Διεθνές Πρότυπο Χρηματοοικονομικής Πληροφόρησης, που αφορά τις συναλλαγές συνδεδεμένων προσώπων.
(7)Tα πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο (γ), του εδαφίου
(3), προβαίνουν σε δηλώσεις, με τις οποίες επιβεβαιώνουν ότι, εξ’ όσων γνωρίζουν(α) οι ενδιάμεσες οικονομικές καταστάσεις – (i) καταρτίσθηκαν σύμφωνα με το εφαρμοστέο λογιστικό πρότυπο και σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(4), και (ii) παρέχουν αληθινή και δίκαιη εικόνα των στοιχείων του ενεργητικού και του παθητικού, της οικονομικής κατάστασης και του κέρδους ή ζημιών του εκδότη και των επιχειρήσεων που περιλαμβάνονται στους ενοποιημένους λογαριασμούς ως σύνολο· και (β) η ενδιάμεση έκθεση διαχείρισης παρέχει δίκαιη ανασκόπηση (fair review) των πληροφοριών που απαιτούνται από το εδάφιο
(6).
(8)…….» Άρθρο 12 του Ν. 190(Ι)/2007: «12.-
(1)Εκδότης μετοχών, ο οποίος δημοσιεύει τριμηνιαίες οικονομικές εκθέσεις (α) Δυνάμει της απόφασης του Συμβουλίου του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου που δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας ως Κ.Δ.Π. 596/2005, όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την απόφαση του Συμβουλίου του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου που δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας ως Κ.Δ.Π. 209/2007 ή αντίστοιχης νομοθεσίας άλλου κράτους μέλους, ή (β) δυνάμει υποχρέωσης που επιβάλλεται από τη ρυθμιζόμενη αγορά, ή (γ) με δική του πρωτοβουλία, οι οποίες περιλαμβάνουν τριμηνιαίες ενδιάμεσες οικονομικές καταστάσεις, δεν έχει την προβλεπόμενη στο άρθρο 11 υποχρέωση κατάρτισης και δημοσιοποίησης ενδιάμεσων καταστάσεων διαχείρισης για την αντίστοιχη περίοδο.
(2)Εφόσον ο εκδότης καταρτίζει τριμηνιαίες οικονομικές εκθέσεις, οι οποίες περιλαμβάνουν τριμηνιαίες ενδιάμεσες οικονομικές καταστάσεις, τις δημοσιοποιεί, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 37, εντός δύο
(2)μηνών από τη λήξη του πρώτου και τρίτου τριμήνου κάθε έτους.» 42 Άρθρο 40
(1)του Ν. 190(Ι)/2007: «40.-
(1)Απαγορεύεται όπως οποιοδήποτε πρόσωπο, το οποίο προβαίνει σε ανακοίνωση ή δημοσιοποίηση ή κοινοποίηση ή υποβολή στοιχείων ή πληροφοριών, τις οποίες είναι υπόχρεος να ανακοινώνει, δημοσιοποιεί, κοινοποιεί ή υποβάλλει δυνάμει του παρόντος Νόμου ή των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων Οδηγιών, να παρέχει και/ή να επιβεβαιώνει ψευδή ή παραπλανητικά στοιχεία ή πληροφορίες και/ή να αποκρύπτει στοιχεία και πληροφορίες.» …..» Εμ/ 43

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.