Ο περί Εμπορικής Ναυτιλίας (Κανόνες και Πρότυπα Ασφάλειας Επιβατηγών Πλοίων) Νόμος του 2002 - 58(I)/2002 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | Επικοινωνία Κατάλογος Ενοποιημένης Νομοθεσίας Ο περί Εμπορικής Ναυτιλίας (Κανόνες και Πρότυπα Ασφάλειας Επιβατηγών Πλοίων) Νόμος του 2002 (58(I)/2002) Περιεχόμενα Πλήρες Κείμενο Εκτύπωση Ιστορικό Τροποποιήσεων 58(I)/2002 47(I)/2004 Προοίμιο Για σκοπούς εναρμόνισης με την πράξη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας με τίτλο "Οδηγία 98/18/ΕΚ του Συμβουλίου της 17ης Μαρτίου 1998 για τους κανόνες και τά πρότυπα ασφαλείας για τα επιβατηγά πλοία" (EE L 144 της 15.5.1998, σ. 1), Η Βουλή των Αντιπροσώπων ψηφίζει ως ακολούθως: Συνοπτικός τίτλος 1. Ο παρών Νόμος θα αναφέρεται ως ο περί Εμπορικής Ναυτιλίας (Κανόνες και Πρότυπα Ασφάλειας Επιβατηγών Πλοίων) Νόμος του 2002. 58(I)/2002 Ερμηνεία 2.
(1)Στον παρόντα Νόμο, εκτός αν από το κείμενο προκύπτει διαφορετική έννοια- "αναγνωρισμένος οργανισμός" σημαίνει κάθε οργανισμό, ο οποίος είναι αναγνωρισμένος σύμφωνα με το άρθρο 6 του περί Εμπορικής Ναυτιλίας (Αναγνώριση και Εξουσιοδότηση Οργανισμών) Νόμου του 2001· "Αρμόδια Αρχή" σημαίνει τον Υπουργό Συγκοινωνιών και Έργων και οποιοδήποτε άλλο γενικά ή ειδικά προς τούτο εξουσιοδοτημένο από τον Υπουργό πρόσωπο- "αρχή του κράτους της σημαίας" σημαίνει τις αρμόδιες αρχές του κράτους του οποίου τη σημαία δικαιούται να φέρει το πλοίο ή το σκάφος· "άτομο μειωμένης κινητικότητας" σημαίνει κάθε άτομο που έχει ιδιαίτερη δυσκολία όταν χρησιμοποιεί τις δημόσιες συγκοινωνίες, και περιλαμβάνει τους ηλικιωμένους , τα άτομα με ειδικές ανάγκες, τα άτομα με προβλήματα αισθητηριακής φύσεως, τα άτομα που χρησιμοποιούν αναπηρικές πολυθρόνες, τις έγκυες γυναίκες και τα άτομα που συνοδεύουν παιδιά μικρής ηλικίας· "διεθνείς συμβάσεις" σημαίνει τη Σύμβαση SOLAS και τη Σύμβαση LL· "διεθνές δρομολόγιο" σημαίνει κάθε θαλάσσιο πλου από ένα λιμένα κράτους μέλους προς λιμένα εκτός αυτού του κράτους μέλους ή αντιστρόφως· "επιβατηγό οχηματαγωγό πλοίο (ro-ro)" σημαίνει κάθε πλοίο που μεταφέρει περισσότερους από δώδεκα επιβάτες και διαθέτει χώρους στους οποίους εισέρχονται και εξέρχονται απ’ ευθείας τα μεταφερόμενα οχήματα ή χώρους ειδικής κατηγορίας όπως ορίζονται στο Κεφάλαιο ΙΙ-2/Α/2 του Παραρτήματος Α· "επιβατηγό πλοίο" σημαίνει κάθε πλοίο το οποίο μεταφέρει περισσότερους από δώδεκα επιβάτες· "επιβατηγό ταχύπλοο σκάφος" σημαίνει ταχύπλοο σκάφος που ορίζεται στον Κανονισμό Χ/1 της Σύμβασης SOLAS και το οποίο μεταφέρει περισσότερους από δώδεκα επιβάτες, αλλά δεν περιλαμβάνει επιβατηγά ταχύπλοα σκάφη τα οποία εκτελούν εσωτερικά δρομολόγια σε θαλάσσιες περιοχές κατηγορίας Β, Γ ή Δ, όταν - (α) το εκτόπισμά τους που αντιστοιχεί με τη σχεδιασθείσα ισαλογραμμή είναι μικρότερο των 500m3· και (β) η ανώτατη ταχύτητά τους, όπως ορίζεται στην παράγραφο 1.4.30 του Κώδικα Ταχύπλοων Σκαφών, είναι μικρότερη των 20 κόμβων· "επιβάτης" σημαίνει κάθε άτομο, εκτός από- (α) τον πλοίαρχο και τα μέλη του πληρώματος ή άλλα άτομα που απασχολούνται ή έχουν προσληφθεί υπό οποιαδήποτε ιδιότητα στο πλοίο για τις ανάγκες του εν λόγω πλοίου· και (β) τα παιδιά ηλικίας κάτω του ενός έτους· "Επιτροπή" σημαίνει την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων "εσωτερικό δρομολόγιο" σημαίνει κάθε πλου σε θαλάσσιες περιοχές από ένα λιμένα κράτους μέλους στον ίδιο ή άλλο λιμένα του ίδιου κράτους μέλους· "GMDSS" (General Maritime Distress and Safety System) σημαίνει το Παγκόσμιο Ναυτιλιακό Σύστημα για την Παροχή Βοήθειας και την Ασφάλεια, που ορίζεται στο Κεφάλαιο IV της Σύμβασης SOLAS· "ηλικία" σημαίνει την ηλικία του πλοίου, η οποία εκφράζεται σε αριθμό ετών μετά την ημερομηνία παράδοσής του· "θαλάσσια περιοχή" σημαίνει την περιοχή που καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 5
(2), εκτός από την περίπτωση εφαρμογής των διατάξεων σχετικά με τις ραδιοεπικοινωνίες, οπόταν οι ορισμοί των θαλάσσιων περιοχών είναι εκείνοι που δίδονται στον Κανονισμό 2, Κεφάλαιο IV της Σύμβασης SOLAS· "IMO" (International Maritime Organization) σημαίνει το Διεθνή Ναυτιλιακό Οργανισμό· "καταφύγιο" σημαίνει οποιαδήποτε φυσικά ή τεχνητά προφυλαγμένη περιοχή, η οποία μπορεί να χρησιμοποιείται ως καταφύγιο από πλοίο ή σκάφος σε συνθήκες που ενδέχεται να θέσουν σε κίνδυνο την ασφάλεια· "κράτος μέλος" σημαίνει κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή άλλο κράτος που είναι συμβαλλόμενο μέρος στη Σύμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο· "Κώδικας Ασφαλείας για τα Δυναμικώς Υποστηριζόμενα Σκάφη" ή "Κώδικας DSC" σημαίνει τον Κώδικα Ασφαλείας για τα Δυναμικώς Υποστηριζόμενα Σκάφη (Code ofSafety for Dynamically Supported Craft), ο οποίος περιέχεται στην υπ’ αριθμό Α.373 (Χ) Απόφαση της Συνέλευσης του ΙΜΟ της 14ης Νοεμβρίου 1977, όπως τροποποιήθηκε από την υπ’ αριθμό MSC 37
(63)Απόφαση της Επιτροπής Ναυτιλιακής Ασφάλειας της 19ης Μαΐου 1994, τα κείμενα των οποίων είναι κατατεθειμένα στο Τμήμα Εμπορικής Ναυτιλίας και στα οποία θα έχει πρόσβαση το κοινό· "Κώδικας Ευστάθειας σε Άθικτη Κατάσταση" σημαίνει το Διεθνή Κώδικα για την Ευστάθεια σε ΄Αθικτη Κατάσταση όλων των τύπων πλοίων που καλύπτονται από τις διατάξεις του ΙΜΟ, ο οποίος περιέχεται στην υπ’ αριθμό Α.749
(18)Απόφαση της Συνέλευσης του ΙΜΟ της 4ης Νοεμβρίου 1993, ως έχει στην ενημερωμένη έκδοσή του, το κείμενο του οποίου είναι κατατεθειμένο στο Τμήμα Εμπορικής Ναυτιλίας και στο οποίο θα έχει πρόσβαση το κοινό· "Κώδικας Ταχύπλοων Σκαφών" ή "Κώδικας HSC" σημαίνει το Διεθνή Κώδικα Ασφαλείας Ταχύπλοων Σκαφών (International Code for Safety of High Speed Craft), ο οποίος περιέχεται στην υπ’ αριθμό MSC 36
(63)Απόφαση της Επιτροπής Ναυτιλιακής Ασφαλείας του ΙΜΟ της 20ης Μαΐου 1994, ως έχει στην ενημερωμένη έκδοσή του, το κείμενο του οποίου είναι κατατεθειμένο στο Τμήμα Εμπορικής Ναυτιλίας και στο οποίο θα έχει πρόσβαση το κοινό· "λιμενική περιοχή" σημαίνει κάθε περιοχή, πλην της θαλάσσιας περιοχής, που καθορίζεται από τα κράτη μέλη και εκτείνεται μέχρι τις ακραίες μόνιμες λιμενικές εγκαταστάσεις, οι οποίες αποτελούν αναπόσπαστο μέρος ενός λιμενικού συστήματος, ή μέχρι τα όρια που ορίζονται από τα φυσικά γεωγραφικά χαρακτηριστικά που προστατεύουν τις εκβολές ενός ποταμού ή άλλη προστατευμένη περιοχή· "μήκος του πλοίου" σημαίνει το 96% του συνολικού μήκους επί της ισάλου γραμμής στο 85% του ελάχιστου βυθίσματος, όπως μετράται από την άνω όψη της τρόπιδος, ή το μήκος από την πρωραία όψη της στείρας μέχρι τον άξονα του κορμού του πηδαλίου στην εν λόγω ίσαλο γραμμή, εάν το μέγεθος αυτό είναι μεγαλύτερο. Νοείται ότι στα πλοία που έχουν σχεδιασθεί με επικλινή τρόπιδα, η ίσαλος γραμμή επί της οποίας μετράται το μήκος είναι παράλληλη προς τη σχεδιασθείσα ίσαλο "μίλι" σημαίνει ναυτικό μίλι, δηλαδή μονάδα μήκους ίση προς 1 852 μέτρα- "νέο πλοίο" σημαίνει κάθε πλοίο του οποίου έχει τεθεί η τρόπιδα ή το οποίο ευρίσκεται σε παρεμφερές στάδιο ναυπήγησης κατά ή μετά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος Νόμου· "ο έχων την εκμετάλλευση του επιβατηγού πλοίου ή του επιβατηγού ταχύπλοου σκάφους" σημαίνει τον πλοιοκτήτη ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, όπως το διαχειριστή ή το ναυλωτή γυμνού σκάφους (bareboat charterer), ο οποίος έχει αναλάβει την ευθύνη του πλοίου ή του σκάφους από τον πλοιοκτήτη και ο οποίος αναλαμβάνοντας τέτοια ευθύνη έχει συμφωνήσει να αναλάβει όλα τά καθήκοντα και υποχρεώσεις που επιβάλλονται για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου· "παρεμφερές στάδιο ναυπήγησης", σημαίνει το στάδιο κατά το οποίο- (α) αρχίζει η ναυπήγηση που προσδιορίζει ένα συγκεκριμένο πλοίο- και (β) έχει αρχίσει η συναρμολόγηση του εν λόγω πλοίου, που αντιστοιχεί σε τουλάχιστο 50 τόνους ή στο 1% της εκτιμώμενης μάζας όλου του δομικού υλικού, εάν το μέγεθος αυτό είναι μικρότερο- "πλοίο με πλήρες κατάστρωμα" σημαίνει κάθε πλοίο που διαθέτει ολοκληρωμένο κατάστρωμα, εκτεθειμένο στον καιρό και στη θάλασσα, το οποίο διαθέτει μόνιμα μέσα κλεισίματος όλων των ανοιγμάτων στο εκτεθειμένο στον καιρό τμήμα και κάτω από το οποίο όλα τα ανοίγματα στις πλευρές του πλοίου είναι εφοδιασμένα με μόνιμα μέσα τουλάχιστο καιροστεγούς κλεισίματος- το ολοκληρωμένο κατάστρωμα μπορεί να είναι υδατοστεγές κατάστρωμα ή ισοδύναμη κατασκευή, αποτελούμενη από ένα μη υδατοστεγές κατάστρωμα καλυμμένο τελείως από μια καιροστεγή κατασκευή επαρκούς αντοχής, ώστε να διατηρείται η καιροστεγής ακεραιότητα, και εφοδιασμένο με καιροστεγείς συσκευές κλεισίματος· "πλοιοκτήτης" σημαίνει φυσικό ή νομικό πρόσωπο που έχει την κυριότητα του πλοίου- "σημαντικό ύψος κύματος" σημαίνει το μέσο όρο του υψηλότερου ενός τρίτου των υψών κύματος που παρατηρούνται σε μια δεδομένη χρονική περίοδο· "Σύμβαση LL" σημαίνει την Διεθνή Σύμβαση επί των Γραμμών Φορτώσεως 1966(LL), που κυρώθηκε δια των περί της Διεθνούς Συμβάσεως επί των Γραμμών Φορτώσεως του 1966 (Κυρωτικών) και περί Συναφών Θεμάτων Νόμων του 1969 έως 1997, μετά των τροποποιήσεων και Πρωτοκόλλων της εν λόγω Σύμβασης ως έχουν στην ενημερωμένη έκδοσή τους, το κείμενο των οποίων είναι κατατεθειμένο στο Τμήμα Εμπορικής Ναυτιλίας και στο οποίο θα έχει πρόσβαση το κοινό· "Σύμβαση SOLAS" σημαίνει τη Διεθνή Σύμβαση για την Ασφάλεια της Ανθρώπινης Ζωής στη Θάλασσα του 1974 (SOLAS), που κυρώθηκε δια των περί της Διεθνούς Συμβάσεως περί Ασφάλειας της Ανθρώπινης Ζωής στη Θάλασσα (Κυρωτικών) και περί Συναφών Θεμάτων Νόμων του 1985 έως 2001, μετά των τροποποιήσεων και Πρωτοκόλλων της εν λόγω Σύμβασης ως έχουν στην ενημερωμένη έκδοσή τους, το κείμενο των οποίων είναι κατατεθειμένο στο Τμήμα Εμπορικής Ναυτιλίας και στο οποίο θα έχει πρόσβαση το κοινό· "Συμβούλιο" σημαίνει το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης- "Συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο" σημαίνει τη Συμφωνία η οποία υπογράφτηκε στο Οπόρτο την 2α Μαϊου 1992, ως εκάστοτε τροποποιείται· "Τμήμα Εμπορικής Ναυτιλίας" σημαίνει το Τμήμα Εμπορικής Ναυτιλίας του Υπουργείου Συγκοινωνιών και Έργων- "υπάρχον πλοίο" σημαίνει κάθε πλοίο που δεν είναι νέο- "Υπουργός" σημαίνει τον Υπουργό Συγκοινωνιών και Έργων- "ύψος πρώρας" σημαίνει το ύψος που ορίζεται στον Κανονισμό 39 της Σύμβασης LL ως η κατακόρυφη απόσταση στον πρωραίο νομέα μεταξύ της ισάλου γραμμής που αντιστοιχεί στο προσδιορισθέν ύψος εξάλων θέρους και στη σχεδιασθείσα διαγωγή και του άνω μέρους του ίχνους του εκτεθειμένου καταστρώματος- "φιλοξενούν κράτος" σημαίνει το κράτος μέλος, προς ή από τον ή τους λιμένες του οποίου εκτελεί εσωτερικά δρομολόγια ένα πλοίο ή σκάφος που φέρει άλλη σημαία από τη σημαία του εν λόγω κράτους μέλους.
(2)Στους ορισμούς των όρων «Κώδικας Ευστάθειας σε ‘Αθικτη Κατάσταση», «Κώδικας Ταχύπλοων Σκαφών», «Σύμβαση LL» και «Σύμβαση SOLAS» δεν περιλαμβάνονται οι τροποποιήσεις των εκεί αναφερόμενων διεθνών νομοθετημάτων, οι οποίες, κατ’ εφαρμογή του ΄Αρθρου 5 της πράξης της Ευρωπαϊκής Κοινότητας με τίτλο «Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 2099/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Νοεμβρίου 2002, για την επιτροπή ασφαλείας στη ναυτιλία και πρόληψης της ρύπανσης από τα πλοία (COSS)» (EE L 324 της 29.11.2002, σ. 1) ως αυτή η πράξη εκάστοτε τροποποιείται, αποκλείονται από το πεδίο εφαρμογής της πράξης της Ευρωπαϊκής Κοινότητας με τίτλο «Οδηγία 98/18/ΕΚ του Συμβουλίου της 17ης Μαϊου 1998, για τους κανόνες και τα πρότυπα ασφαλείας για τα επιβατηγά πλοία» (ΕΕ L144 της 15.5.1998, σ.1), ως αυτή η πράξη εκάστοτε τροποποιείται. Το κείμενο των εν λόγωδιεθνών νομοθετημάτων, το οποίο είναι κατατεθειμένο στο Τμήμα Εμπορικής Ναυτιλίας και στο οποίο θα έχει πρόσβαση το κοινό, συνοδεύεται από αντίγραφα των σχετικών πράξεων της Ευρωπαϊκής Κοινότητας δια των οποίων διενεργείται ο προαναφερόμενος αποκλεισμός. 58(I)/2002 47(I)/2004 Σκοπός 3. Σκοπός του παρόντος Νόμου είναι η θέσπιση ενιαίου επιπέδου ασφάλειας της ανθρώπινης ζωής και της περιουσίας καθώς και ενιαίου επιπέδου προστασίας του περιβάλλοντος όσον αφορά στα νέα και στα υπάρχοντα επιβατηγά πλοία και στα ταχύπλοα επιβατηγά σκάφη, όταν και οι δύο κατηγορίες πλοίων και σκαφών εκτελούν εσωτερικά δρομολόγια και η θέσπιση διαδικασιών διαπραγμάτευσης σε διεθνές επίπεδο για την εναρμόνιση των κανόνων που ισχύουν για τα επιβατηγά πλοία τα οποία εκτελούν διεθνή δρομολόγια. 58(I)/2002 Πεδίο εφαρμογής 4.-
(1)Ο παρών Νόμος εφαρμόζεται, ανεξαρτήτως σημαίας- (α) Στα νέα επιβατηγά πλοία· (β) στα υπάρχοντα επιβατηγά πλοία μήκους 24 μέτρων και άνω· (γ) στα επιβατηγά ταχύπλοα σκάφη, όταν αυτά εκτελούν εσωτερικά δρομολόγια.
(2)Η Αρμόδια Αρχή εξασφαλίζει ότι τα επιβατηγά πλοία και τα επιβατηγά ταχύπλοα σκάφη που φέρουν σημαία κράτους μη κράτους μέλους, πριν αρχίσουν να εκτελούν εσωτερικά δρομολόγια στη Δημοκρατία πληρούν στο ακέραιο τις απαιτήσεις του παρόντος Νόμου.
(3)Ο παρών Νόμος δεν εφαρμόζεται- (α) Στα επιβατηγά πλοία που είναι- (
- i)Πολεμικά και οπλιταγωγά πλοία· (
- ii)μη μηχανοκίνητα πλοία· (iii) πλοία που δεν είναι κατασκευασμένα από χάλυβα ή ισοδύναμο υλικό και δεν καλύπτονται από τα πρότυπα που αφορούν στα ταχύπλοα σκάφη (Απόφαση MSC 36
(63), το κείμενο της οποίας είναι κατατεθειμένο στο Τμήμα Εμπορικής Ναυτιλίας και στο οποίο θα έχει πρόσβαση το κοινό) ή τα δυναμικώς υποστηριζόμενα σκάφη [Απόφαση Α.373 (Χ), το κείμενο της οποίας είναι κατατεθειμένο στο Τμήμα Εμπορικής Ναυτιλίας και στο οποίο θα έχει πρόσβαση το κοινό]. (
- iv)ξύλινα πλοία πρωτόγονης κατασκευής· (ν) αυθεντικά ιστορικά επιβατηγά πλοία και τα εξατομικευμένα αντίγραφά τους, σχεδιασμένα πριν από το 1965, κατασκευασμένα κατά το μεγαλύτερο μέρος από τα αρχικά υλικά· (
- vi)θαλαμηγοί, εκτός εάν έχουν ή πρόκειται να έχουν πλήρωμα και μεταφέρουν περισσότερους από 12 επιβάτες για εμπορικούς σκοπούς· (vii) πλοία που χρησιμοποιούνται αποκλειστικά σε λιμενικές περιοχές· (β) στα επιβατηγά ταχύπλοα σκάφη που είναι- (
- i)πολεμικά και οπλιταγωγά σκάφη· (
- ii)σκάφη αναψυχής, εκτός εάν έχουν ή πρόκειται να έχουν πλήρωμα και μεταφέρουν περισσότερους από 12 επιβάτες για εμπορικούς σκοπούς· (iii) σκάφη που χρησιμοποιούνται αποκλειστικά σε λιμενικές περιοχές. 58(I)/2002 Κατηγορίες επιβατηγών πλοίων 5.-
(1)Τα επιβατηγά πλοία κατατάσσονται στις ακόλουθες κατηγορίες, ανάλογα με τη θαλάσσια περιοχή στην οποία εκτελούν δρομολόγια: (α) "κατηγορία Α": επιβατηγά πλοία που εκτελούν εσωτερικά δρομολόγια, πλην των πλόων που καλύπτονται από τις κατηγορίες Β, Γ και Δ· (β) "κατηγορία Β": επιβατηγά πλοία που εκτελούν εσωτερικά δρομολόγια, κατά την πορεία των οποίων ουδέποτε απομακρύνονται περισσότερο από 20 μίλια από την ακτογραμμή, στην οποία μπορούν να αποβιβασθούν ναυαγοί και η οποία αντιστοιχεί στο μέσο ύψος της παλίρροιας· (γ) "κατηγορία Γ": επιβατηγά πλοία που εκτελούν εσωτερικά δρομολόγια σε θαλάσσιες περιοχές όπου η πιθανότητα υπέρβασης των 2,5 μέτρων σημαντικού ύψους κύματος είναι μικρότερη από 10% σε περίοδο ενός έτους, προκειμένου για εκτέλεση δρομολογίων καθ' όλη τη διάρκεια του έτους ή σε περιορισμένη περίοδο του έτους, προκειμένου για εκτέλεση δρομολογίων αποκλειστικά κατά την περίοδο αυτή (π.χ. δρομολόγια κατά τους θερινούς μήνες), κατά τη διάρκεια των οποίων ουδέποτε απομακρύνονται περισσότερο από 15 μίλια από καταφύγιο ούτε περισσότερο από 5 μίλια από την ακτογραμμή, στην οποία μπορούν να αποβιβασθούν ναυαγοί και η οποία αντιστοιχεί στο μέσο ύψος της παλίρροιας- (δ) "κατηγορία Δ": επιβατηγά πλοία που εκτελούν εσωτερικά δρομολόγια σε θαλάσσιες περιοχές όπου η πιθανότητα υπέρβασης των 1,5 μέτρων σημαντικού ύψους κύματος είναι μικρότερη από 10% σε περίοδο ενός έτους, προκειμένου για εκτέλεση δρομολογίων καθ' όλη τη διάρκεια του έτους ή σε περιορισμένη περίοδο του έτους, προκειμένου για εκτέλεση δρομολογίων αποκλειστικά κατά την περίοδο αυτή (π.χ. δρομολόγια κατά τους θερινούς μήνες), κατά τη διάρκεια των οποίων ουδέποτε απομακρύνονται περισσότερο από 6 μίλια από καταφύγιο ούτε περισσότερο από 3 μίλια από την ακτογραμμή, στην οποία μπορούν να αποβιβασθούν ναυαγοί και η οποία αντιστοιχεί στο μέσο ύψος της παλίρροιας.
(2)Η Αρμόδια Αρχή - (α) καταρτίζει και ενημερώνει, όταν είναι αναγκαίο, κατάλογο των θαλάσσιων περιοχών υπό τη δικαιοδοσία της Δημοκρατίας, οριοθετώντας τις ζώνες για εκτέλεση δρομολογίων καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους και , όπου χρειάζεται, για περιορισμένη περιοδική εκτέλεση δρομολογίων, για τις διάφορες κατηγορίες πλοίων, βάσει των κατάταξης του εδαφίου
(1)· (β) δημοσιεύει τον καταλόγο αυτόν σε δημόσια βάση δεδομένων, διαθέσιμη στην ιστοσελίδα του Τμήματος Εμπορικής Ναυτιλίας στο Διαδίκτυο· (γ) κοινοποιεί στην Επιτροπή την τοποθεσία των πληροφοριών αυτών και την ενημερώνει όταν γίνονται τροποποιήσεις του καταλόγου.
(3)Για τα επιβατηγά ταχύπλοα σκάφη, ισχύουν οι κατηγορίες του Κεφαλαίου 1 παράγραφοι 1.4.10 και 1.4.11 του Κώδικα HSC. 58(I)/2002 47(I)/2004 Εφαρμογή 6.-
(1)Τόσο τα νέα όσο και τα υπάρχοντα επιβατηγά πλοία και επιβατηγά ταχύπλοα σκάφη, όταν εκτελούν εσωτερικά δρομολόγια, πρέπει να πληρούν τους σχετικούς κανόνες ασφαλείας που καθορίζει ο παρών Νόμος.
(2)Η Αρμόδια Αρχή δεν εμποδίζει, για λόγους που απορρέουν από τον παρόντα Νόμο, την εκτέλεση εσωτερικών δρομολογίων από επιβατηγά πλοία ή επιβατηγά ταχύπλοα σκάφη που πληρούν τις απαιτήσεις του παρόντος Νόμου, συμπεριλαμβανομένων των τυχόν πρόσθετων απαιτήσεων που επιβάλλει άλλο κράτος μέλος σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(1)του άρθρου 8.
(3)Η Δημοκρατία, υπό την ιδιότητα της ως φιλοξενούντος κράτους, αναγνωρίζει μέσω της Αρμόδιας Αρχής, το πιστοποιητικό ασφαλείας ταχύπλοου σκάφους και την άδεια λειτουργίας, τα οποία εκδίδονται από άλλο κράτος μέλος για επιβατηγά ταχύπλοα σκάφη που εκτελούν εσωτερικά δρομολόγια ή το αναφερόμενο στο άρθρο 10 πιστοποιητικό ασφαλείας επιβατηγού πλοίου, το οποίο εκδίδεται από άλλο κράτος μέλος για επιβατηγά πλοία που εκτελούν εσωτερικά δρομολόγια.
(4)Η Δημοκρατία, υπό την ιδιότητά της ως φιλοξενούντος κράτους, μέσω της Αρμόδιας Αρχής μπορεί να επιθεωρεί ένα επιβατηγό πλοίο, ή αντιστοίχως ένα επιβατηγό ταχύπλοο σκάφος, που εκτελεί εσωτερικό δρομολόγιο και να ελέγχει τα έγγραφά του, σύμφωνα με τον περί Εμπορικής Ναυτιλίας (Κρατικός Έλεγχος Λιμένα) Νόμο του 2001.
(5)Κάθε ναυτιλιακός εξοπλισμός επί του πλοίου, ο οποίος καθορίζεται στο Μέρος 1 του Παραρτήματος Α του περί Εμπορικής Ναυτιλίας (Εξοπλισμός Πλοίων) Νόμου του 2002 και είναι σύμφωνος με τις διατάξεις του τελευταίου, θεωρείται σύμφωνος με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, ανεξαρτήτως του εάν το Παράρτημα Α, απαιτεί να εγκρίνεται ο εξοπλισμός αυτός και να υποβάλλεται σε δοκιμές οι οποίες κρίνονται ικανοποιητικές από την αρχή του κράτους της σημαίας. 58(I)/2002 Απαιτήσεις ασφαλείας 7.-
(1)Όσον αφορά τόσο στα νέα όσο και στα υπάρχοντα επιβατηγά πλοία των κατηγοριών Α, Β, Γ και Δ - (α) Η κατασκευή και η συντήρηση της γάστρας, των κύριων και των βοηθητικών μηχανών και των ηλεκτρικών και αυτόματων εγκαταστάσεων, πρέπει να πληρούν τα πρότυπα κατάταξης, τα οποία καθορίζονται στους κανόνες αναγνωρισμένου οργανισμού ή σε ισοδύναμους κανόνες που χρησιμοποιούνται από μια αρχή σύμφωνα με το εδάφιο
(3)του άρθρου 13 του περί Εμπορικής Ναυτιλίας (Αναγνώριση και Εξουσιοδότηση Οργανισμών) Νόμου του 2001· (β) εφαρμόζονται οι διατάξεις του Κεφαλαίου IV, συμπεριλαμβανομένων των τροποποιήσεων GMDSS του 1988, και των Κεφαλαίων V και VI της Σύμβασης SOLAS· (γ) εφαρμόζονται οι διατάξεις για τον εξοπλισμό ναυσιπλοΐας επί του πλοίου που προβλέπεται από τον Κανονισμό 12 του Κεφαλαίου V της Σύμβασης SOLAS: Νοείται ότι ο εξοπλισμός ναυσιπλοΐας επί του πλοίου που αναφέρεται στο Μέρος 1 του Παραρτήματος Α του περί Εμπορικής Ναυτιλίας (Εξοπλισμός Πλοίων) Νόμου του 2002 και είναι σύμφωνος προς τις διατάξεις του τελευταίου, θεωρείται ότι ανταποκρίνεται στις σχετικές με την έγκριση τύπου απαιτήσεις του Κανονισμού V/12 (r) της Σύμβασης SOLAS.
(2)Όσον αφορά στα νέα επιβατηγά πλοία- (α) Γενικές απαιτήσεις- (
- i)Τα νέα επιβατηγά πλοία της κατηγορίας Α πρέπει να πληρούν εξ ολοκλήρου τις απαιτήσεις της Σύμβασης SOLAS και τις σχετικές ειδικές απαιτήσεις του παρόντος Νόμου και του Παραρτήματος Α αυτού. Ως προς τους κανονισμούς των οποίων η ερμηνεία επαφίεται, κατά τη Σύμβαση SOLAS, στη διακριτική ευχέρεια της αρχής κάθε κράτους, η Αρμόδια Αρχή εφαρμόζει τις ερμηνείες που περιλαμβάνονται στο Παράρτημα Α· (
- ii)τα νέα επιβατηγά πλοία των κατηγοριών Β, Γ και Δ πρέπει να πληρούν τις σχετικές ειδικές απαιτήσεις του Παραρτήματος Α· (β) απαιτήσεις σχετικά με τη γραμμή φορτώσεως:. (
- i)όλα τα νέα επιβατηγά πλοία μήκους 24 μέτρων και άνω, πρέπει να είναι σύμφωνα με τη Σύμβαση LL· (
- ii)σχετικά με το μήκος και την κατηγορία των νέων επιβατηγών πλοίων μήκους κάτω των 24 μέτρων, εφαρμόζονται κριτήρια με επίπεδο ασφαλείας ισοδύναμο προς το επίπεδο της Σύμβασης LL· (iii) κατά παρέκκλιση από τις υποπαραγράφους (
- i)και (ii), τα νέα επιβατηγά πλοία της κατηγορίας Δ εξαιρούνται από την απαίτηση ελάχιστου ύψους πρώρας που καθορίζεται στη Σύμβαση LL· · (
- iv)τα νέα επιβατηγά πλοία των κατηγοριών Α, Β, Γ και Δ πρέπει να διαθέτουν πλήρες κατάστρωμα.
(3)Όσον αφορά στα υπάρχοντα επιβατηγά πλοία- (α) Τα υπάρχοντα επιβατηγά πλοία της κατηγορίας Α πρέπει να είναι σύμφωνα με τους κανονισμούς για τα υπάρχοντα επιβατηγά πλοία που καθορίζονται στη Σύμβαση SOLAS και με τις σχετικές ειδικές απαιτήσεις του παρόντος Νόμου και του Παραρτήματος Α αυτού. Ως προς τους κανονισμούς εκείνους, των οποίων η ερμηνεία επαφίεται, κατά τη Σύμβαση SOLAS, στη διακριτική ευχέρεια του κάθε κράτους, η Αρμόδια Αρχή εφαρμόζει τις ερμηνείες που περιλαμβάνονται στο Παράρτημα Α- (β) τα υπάρχοντα επιβατηγά πλοία της κατηγορίας Β πρέπει να πληρούν τις σχετικές ειδικές απαιτήσεις του παρόντος Νόμου και του Παραρτήματος Α αυτού· (γ) τα υπάρχοντα επιβατηγά πλοία των κατηγοριών Γ και Δ πρέπει να ανταποκρίνονται στις σχετικές ειδικές απαιτήσεις του παρόντος Νόμου και του Κεφαλαίου III του Παραρτήματος Α και, στους τομείς που δεν καλύπτονται από τις εν λόγω απαιτήσεις, στους κανόνες της αρχής του κράτους της σημαίας, οι οποίοι πρέπει να παρέχουν επίπεδο ασφαλείας ισοδύναμο προς το επίπεδο των Κεφαλαίων II-1 και ΙΙ-2 του Παραρτήματος Α, λαμβανομένων υπόψη των ειδικών τοπικών συνθηκών λειτουργίας στις θαλάσσιες περιοχές στις οποίες τα πλοία αυτών των κατηγοριών μπορούν να εκτελούν δρομολόγια: Νοείται ότι προτού επιτραπεί η τακτική εκτέλεση εσωτερικών δρομολογίων από υπάρχοντα επιβατηγά πλοία των κατηγοριών Γ και Δ στη Δημοκρατία, η αρχή του κράτους της σημαίας, οφείλει να εξασφαλίσει τη συναίνεση της Δημοκρατίας υπό την ιδιότητά της ως φιλοξενούντος κράτους, μέσω της Αρμόδιας Αρχής, ως προς αυτούς τους κανόνες· (δ) όταν η Αρμόδια Αρχή, ως αρχή του κράτους της σημαίας πλοίου το οποίο εκτελεί δρομολόγια σε φιλοξενούν κράτος, θεωρεί ότι είναι παράλογοι οι κανόνες που απαιτεί η αρχή του φιλοξενούντος κράτους, βάσει του ΄Αρθρου 6
(3)(δ) της πράξης της Ευρωπαϊκής Κοινότητας με τίτλο «Οδηγία 98/18/ΕΚ του Συμβουλίου της 17ης Μαΐου 1998, για τους κανόνες και τα πρότυπα ασφαλείας για τα επιβατηγά πλοία» (ΕΕ L144 της 15.5.1998, σ.1), ως αυτή η πράξη εκάστοτε τροποποιείται, το γνωστοποιεί αμέσως στην Επιτροπή για να προβεί η τελευταία στις ενέργειες που αναφέρονται στο εν λόγω ΄Αρθρο 6
(3)(δ)· (ε) οι μεγάλης έκτασης επισκευές, μετατροπές και μετασκευές καθώς και ο σχετικός με τις εργασίες αυτές εξοπλισμός, πρέπει να συνάδουν προς τις απαιτήσεις του εδαφίου
(2)(α) για τα νέα πλοία. Οι μετατροπές υπάρχοντος πλοίου με αποκλειστικό σκοπό να ενισχυθεί η συνέχιση της λειτουργίας του, δε θεωρούνται ως μετασκευές μεγάλης έκτασης· (στ) οι διατάξεις - (
- i)της παραγράφου (α), εκτός αν ορίζονται ενωρίτερες ημερομηνίες στη Σύμβαση SOLAS, και (
- ii)των παραγράφων (β) και (γ), εκτός αν ορίζονται ενωρίτερες ημερομηνίες στο Παράρτημα Α, δεν εφαρμόζονται σε πλοίο που περιγράφεται στη Στήλη 1 του ακόλουθου Πίνακα, πριν από την ημερομηνία που αναφέρεται, αναφορικά με έκαστο τέτοιο πλοίο, στη Στήλη 2 του ακόλουθου Πίνακα: Αύξων αριθμός Στήλη 1 Περιγραφή πλοίου Στήλη 2 Ημερομηνία εφαρμογής διατάξεων 1. Πλοίο του οποίου η τρόπιδα ετέθη, ή το οποίο ευρίσκεται σε παρεμφερές στάδιο ναυπήγησης, πριν την 1η Ιανουαρίου 1940 1η Ιουλίου 2006 2. Πλοίο του οποίου η τρόπιδα ετέθη, ή το οποίο ευρίσκεται σε παρεμφερές στάδιο ναυπήγησης, κατά ή μετά την 1η Ιανουαρίου 1940 αλλά πριν την 31η Δεκεμβρίου 1962 1η Ιουλίου 2007 3. Πλοίο του οποίου η τρόπιδα ετέθη, ή το οποίο ευρίσκεται σε παρεμφερές στάδιο ναυπήγησης, κατά ή μετά την 31η Δεκεμβρίου 1962 αλλά πριν την 31η Δεκεμβρίου 1974 1η Ιουλίου 2008 4. Πλοίο του οποίου η τρόπιδα ετέθη, ή το οποίο ευρίσκεται σε παρεμφερές στάδιο ναυπήγησης, κατά ή μετά την 31η Δεκεμβρίου 1974 αλλά πρίν την 31η Δεκεμβρίου 1984 1η Ιουλίου 2009 5. Πλοίο του οποίου η τρόπιδα ετέθη, ή το οποίο ευρίσκεται σε παρεμφερές στάδιο ναυπήγησης, κατά ή μετά την 31η Δεκεμβρίου 1984 αλλά πρίν την 31η Ιουλίου 1998 1η Ιουλίου 2010
(4)Όσον αφορά στα επιβατηγά ταχύπλοα σκάφη- (α) Τα επιβατηγά ταχύπλοα σκάφη, τα οποία ναυπηγούνται ή υφίστανται επισκευές, μετασκευές ή μετατροπές μεγάλης κλίμακας από την 1η Ιανουαρίου 1996 και εξής πρέπει να πληρούν τις απαιτήσεις του Κανονισμού Χ/3 της Σύμβασης SOLAS, εκτός εάν- (
- i)Η τρόπιδά τους είχε ήδη τεθεί ή ευρίσκετο σε παρεμφερές στάδιο ναυπήγησης όχι αργότερα από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος Νόμου· (
- ii)πληρούν στο ακέραιο τις απαιτήσεις του Κώδικα DSC· (β) τα επιβατηγά ταχύπλοα σκάφη που έχουν ναυπηγηθεί πριν την 1η Ιανουαρίου 1996 και πληρούν τις απαιτήσεις του Κώδικα HSC εξακολουθούν να λειτουργούν σύμφωνα με τα πιστοποιητικά που τους έχουν δοθεί βάσει αυτού του Κώδικα· (γ) τα επιβατηγά ταχύπλοα σκάφη που έχουν ναυπηγηθεί πριν την 1η Ιανουαρίου 1996 και δεν πληρούν τις απαιτήσεις του Κώδικα HSC απαγορεύεται να εκτέλουν εσωτερικά δρομολόγια στη Δημοκρατία, εκτός αν εκτελούσαν ήδη εσωτερικά δρομολόγια στη Δημοκρατία κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος Νόμου. Τα σκάφη αυτά οφείλουν να πληρούν τις απαιτήσεις του Κώδικα DSC· (δ) η ναυπήγηση και η συντήρηση των επιβατηγών ταχύπλοων σκαφών και του εξοπλισμού τους πρέπει να είναι σύμφωνες με τους κανόνες αναγνωρισμένου οργανισμού για την κατάταξη ταχύπλοων σκαφών ή με ισοδύναμους κανόνες που χρησιμοποιούνται από μια αρχή σύμφωνα με το εδάφιο
(3)του άρθρου 13 του περί Εμπορικής Ναυτιλίας (Αναγνώριση και Εξουσιοδότηση Οργανισμών) Νόμου του 2001. 58(I)/2002 47(I)/2004 Απαιτήσεις ευστάθειας 7Α.-
(1)Τα επιβατηγά οχηματαγωγά πλοία (ro-ro) της κατηγορίας Α, Β ή Γ, των οποίων έχει τεθεί η τρόπιδα ή τα οποία ευρίσκονται σε παρεμφερές στάδιο ναυπήγησης κατά ή μετά την 1η Οκτωβρίου 2004, πρέπει να πληρούν, τηρουμένων των αναλογιών, τις διατάξεις της νομοθεσίας που ενσωματώνουν στο Κυπριακό δίκαιο τα Άρθρα 6,8 και 9 της πράξης της Ευρωπαϊκής Κοινότητας με τίτλο «Οδηγία 2003/25/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 14ης Απριλίου 2003 σχετικά με ειδικές απαιτήσεις ευστάθειας για επιβατηγά οχηματαγωγά πλοία ( ro-ro)» (ΕΕ L 123 της 17.5.2003, σ.22) ως εκάστοτε τροποποιείται.
(2)Τα επιβατηγά οχηματαγωγά πλοία (ro-ro) της κατηγορίας Α ή Β, των οποίων έχει τεθεί η τρόπιδα ή τα οποία ευρίσκονται σε παρεμφερές στάδιο ναυπήγησης πριν την 1η Οκτωβρίου 2004, πρέπει να πληρούν, κατά την 1η Οκτωβρίου 2010 και τηρουμένων των αναλογιών, τις διατάξεις της νομοθεσίας που ενσωματώνουν στο Κυπριακό δίκαιο τα Άρθρα 6,8 και 9 της αναφερόμενης στο εδάφιο
(1)πράξης της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, εκτός αν έχουν παροπλιστεί - (α) μέχρι και την 1η Οκτωβρίου 2010· ή (β) μέχρι και μεταγενέστερη ημερομηνία κατά την οποία θα φθάσουν σε ηλικία 30 ετών, αλλά σε κάθε περίπτωση μέχρι και την 1η Οκτωβρίου 2015. 47(I)/2004 Απαιτήσεις ασφαλείας για άτομα μειωμένης κινητικότητας 7Β-
(1)Τα επιβατηγά πλοία της κατηγορίας Α,Β ή Δ και τα επιβατηγά ταχύπλοα σκάφη, τα οποία χρησιμοποιούνται για δημόσιες συγκοινωνίες και των οποίων η τρόπιδα έχει τεθεί ή ευρίσκεται σε παρεμφερες στάδιο ναυπήγησης κατά ή μέτα την 1η Οκτωβρίου 2004, παρέχουν στα άτομα μειωμένης κινητικότητας ασφαλή πρόσβαση σε αυτά, με βάση,εφόσον είναι εφικτό, τις κατευθυντήριες γραμμές του Παραρτήματος Γ.
(2)Τα επιβατηγά πλοία της κατηγορίας Α,Β ή Δ και τα επιβατηγά ταχύπλοα σκάφη, τα οποία χρησιμοποιούνται για δημόσιες συγκοινωνίες και των οποίων η τρόπιδα έχει τεθεί ή ευρίσκεται σε παρεμφερές στάδιο ναυπήγησης πριν την 1η Οκτωβρίου 2004, παρέχουν στα άτομα μειωμένης κινητικότητας ασφαλή πρόσβαση σε αυτά, με βάση τις κατευθυντήριες γραμμές του Παραρτήματος Γ, εφόσον είναι εφικτό και λογικό από οικονομική άποψη όσον αφορά στην μετασκευή των εν λόγω πλοίων και σκαφών.
(3)Η Αρμόδια Αρχή συμμορφώνεται με τα Άρθρα 6Β
(2),
(3)(δεύτερη πρόταση) και
(4)της πράξης της Ευρωπαϊκής Κοινότητας με τίτλο «Οδηγία 98/18/ΕΚ του Συμβουλίου της 17ης Μαΐου 1998 για τους κανόνες και τα πρότυπα ασφαλείας για τα επιβατηγά πλοία» (ΕΕ L144 της 15.5.1998, σ.1), ως αυτή η πράξη εκάστοτε τροποποιείται. 47(I)/2004 Πρόσθετες και ισοδύναμες απαιτήσεις ασφαλείας, εξαιρέσεις και διασφαλιστικά μέτρα 8.-
(1)Εάν η Αρμόδια Αρχή ή μια ομάδα κρατών μελών συμπεριλαμβανομένης της Δημοκρατίας κρίνει ότι οι ισχύουσες απαιτήσεις ασφαλείας πρέπει να βελτιωθούν σε ορισμένες περιπτώσεις, λόγω ειδικών τοπικών συνθηκών, και εάν έχει αποδειχθεί η ανάγκη αυτή, τότε μπορεί να ληφθούν μέτρα για τη βελτίωση των απαιτήσεων ασφαλείας με τη διαδικασία του εδαφίου
(4).
(2)Η Αρμόδια Αρχή μπορεί, με τη διαδικασία του εδαφίου
(4), να θεσπίζει μέτρα που επιτρέπουν την εφαρμογή απαιτήσεων ισοδύναμων προς τους κανονισμούς του Παραρτήματος Α, υπό τον όρο ότι οι εν λόγω ισοδύναμες απαιτήσεις είναι τουλάχιστον εξίσου αποτελεσματικές με τους κανονισμούς αυτούς.
(3)Εφόσον δεν υποβαθμίζεται το επίπεδο ασφαλείας, η Αρμόδια Αρχή μπορεί, με τη διαδικασία του εδαφίου
(4), να θεσπίσει μέτρα για να εξαιρεί πλοία από ορισμένες ειδικές απαιτήσεις του παρόντος Νόμου, προκειμένου για την εκτέλεση εσωτερικών δρομολογίων στη Δημοκρατία, συμπεριλαμβανομένων των αρχιπελαγικών περιοχών των προφυλαγμένων από τις συνθήκες της ανοιχτής θάλασσας, υπό ορισμένες προϋποθέσεις λειτουργίας, όπως μικρότερο σημαντικό ύψος κύματος, περιορισμένη χρονική περίοδος του έτους, δρομολόγιο μόνο κατά τη διάρκεια της ημέρας ή με κατάλληλες κλιματικές ή καιρικές συνθήκες ή περιορισμένη διάρκεια πλου ή εγγύτητα προς υπηρεσίες διάσωσης.
(4)Κατά την εφαρμογή των εδαφίων
(1),
(2)και
(3)η Αρμόδια Αρχή ακολουθεί την εξής διαδικασία: (α) Η Αρμόδια Αρχή κοινοποιεί στην Επιτροπή τα μέτρα που προτίθεται να θεσπίσει, με τις διευκρινίσεις που απαιτούνται ώστε να αποδεικνύεται ότι διατηρείται επαρκώς το επίπεδο ασφαλείας· (β) εάν, εντός έξι μηνών από την κοινοποίηση, αποφασιστεί από την Επιτροπή, με τη διαδικασία του άρθρου 9 της αναφερόμενης στο προοίμιο του παρόντος Νόμου πράξης της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, ότι τα προτεινόμενα μέτρα δε δικαιολογούνται, η Αρμόδια Αρχή θα τροποποιήσει ή δε θα θεσπίσει τα προτεινόμενα μέτρα, όταν της ζητηθεί από την Επιτροπή· (γ) τα θεσπιζόμενα μέτρα καθορίζονται σε Κανονισμούς δυνάμει του παρόντος Νόμου και ανακοινώνονται με όλες τις σχετικές διευκρινίσεις στην Επιτροπή για σκοπούς ενημέρωσης των άλλων κρατών μελών· (δ) κάθε μέτρο αυτού του είδους εφαρμόζεται σε όλα τα επιβατηγά πλοία της ίδιας κατηγορίας ή στα σκάφη που εκτελούν δρομολόγια υπό τους ίδιους καθοριζόμενους όρους, χωρίς διακρίσεις λόγω της σημαίας τους ή της εθνικότητας ή της έδρας του έχοντος την εκμετάλλευσή τους· (ε) τα μέτρα του εδαφίου
(3)ισχύουν μόνο για όσο χρόνο το πλοίο ή το σκάφος εκτελεί δρομολόγια υπό τους καθοριζόμενους όρους.
(5)(α) Όταν η Αρμόδια Αρχή κρίνει ότι ένα επιβατηγό πλοίο ή σκάφος που εκτελεί εσωτερικό δρομολόγιο στη Δημοκρατία, παρά το ότι πληροί τις διατάξεις του παρόντος Νόμου δημιουργεί σοβαρό κίνδυνο για την ασφάλεια της ζωής, της περιουσίας ή του περιβάλλοντος, η λειτουργία του εν λόγω πλοίου ή σκάφους μπορεί να ανασταλεί, ή να επιβληθούν περαιτέρω μέτρα ασφαλείας, μέχρις ότου εκλείψει ο κίνδυνος. (β) Στις ανωτέρω περιστάσεις η Αρμόδια Αρχή ενημερώνει χωρίς καθυστέρηση, την Επιτροπή και τα λοιπά κράτη μέλη για την απόφασή της, εκθέτοντας τεκμηριωμένα τους σχετικούς λόγους. (γ) Εάν η Επιτροπή- (
- i)Εξετάσει κατά πόσο η απόφαση της Αρμόδιας Αρχής να αναστείλει τη λειτουργία του εν λόγω πλοίου ή σκάφους ή να επιβάλλει τα πρόσθετα μέτρα ασφαλείας είναι ή όχι δικαιολογημένη λόγω σοβαρού κινδύνου για την ασφάλεια της ζωής ή της περιουσίας ή του περιβάλλοντος· και (
- ii)αποφασίσει, με τη διαδικασία του άρθρου 9 της αναφερόμενης στο προοίμιο του παρόντος Νόμου πράξης της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, ότι η αναστολή ή τα μέτρα δε δικαιολογούνται, η Αρμόδια Αρχή οφείλει να ανακαλέσει την αναστολή ή τα μέτρα. 58(I)/2002 Επιθεωρήσεις 9.-
(1)Κάθε νέο επιβατηγό πλοίο με κυπριακή σημαία υποβάλλεται από την Αρμόδια Αρχή στις εξής επιθεωρήσεις: (α) Επιθεώρηση πριν το πλοίο τεθεί σε υπηρεσία· (β) περιοδική επιθεώρηση ανά δωδεκάμηνο· (γ) επιπλέον επιθεωρήσεις, όταν προκύπτει ανάγκη.
(2)Κάθε υπάρχον επιβατηγό πλοίο με κυπριακή σημαία υποβάλλεται από την Αρμόδια Αρχή στις εξής επιθεωρήσεις: (α) Αρχική επιθεώρηση πριν το πλοίο τεθεί σε υπηρεσία σε εσωτερικά δρομολόγια σε φιλοξενούν κράτος, ή, προκειμένου για υπάρχοντα πλοία με κυπριακή σημαία που εκτελούν εσωτερικά δρομολόγια μεταξύ λιμένων της Δημοκρατίας. (β) περιοδική επιθεώρηση ανά δωδεκάμηνο· (γ) επιπλέον επιθεωρήσεις, όταν προκύπτει ανάγκη.
(3)(α) Κάθε επιβατηγό ταχύπλοο σκάφος με κυπριακή σημαία το οποίο, σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(4)του άρθρου 7, οφείλει να πληροί τις απαιτήσεις του Κώδικα HSC, υποβάλλεται από την Αρμόδια Αρχή στις επιθεωρήσεις που απαιτούνται βάσει του Κώδικα HSC. (β) Κάθε επιβατηγό ταχύπλοο σκάφος με κυπριακή σημαία το οποίο, σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(4)του άρθρου 7, οφείλει να πληροί τις απαιτήσεις του Κώδικα DSC, όπως τροποποιήθηκε, υποβάλλεται, από την Αρμόδια Αρχή στις επιθεωρήσεις που απαιτούνται βάσει του Κώδικα DSC.
(4)Ακολουθούνται οι διαδικασίες και κατευθυντήριες γραμμές επιθεωρήσεων για την έκδοση του πιστοποιητικού ασφαλείας επιβατηγού πλοίου, που καθορίζονται στην υπ' αριθμό Α.746
(18)Απόφαση της Συνέλευσης του ΙΜΟ, της 4ης Νοεμβρίου 1993, το κείμενο της οποίας είναι κατατεθειμένο στο Τμήμα Εμπορικής Ναυτιλίας και στο οποίο θα έχει πρόσβαση το κοινό, σχετικά με τις κατευθυντήριες γραμμές επιθεώρησης σύμφωνα με το εναρμονισμένο σύστημα επιθεώρησης και πιστοποίησης, ως έχουν κατά τη 17η Μαρτίου 1998, ή οι διαδικασίες που αποσκοπούν στην επίτευξη του ίδιου στόχου.
(5)Οι επιθεωρήσεις που προβλέπονται στα εδάφια
(1),
(2)και
(3)διενεργούνται από επιθεωρητές πλοίων της ίδιας της Αρμόδιας Αρχής ή από αποκλειστικούς επιθεωρητές αναγνωρισμένου οργανισμού ή από επιθεωρητές του κράτους μέλους που έχει εξουσιοδοτηθεί από την Αρμόδια Αρχή να διενεργεί επιθεωρήσεις, για να εξασφαλίζεται η συμμόρφωση προς όλες τις ισχύουσες απαιτήσεις του παρόντος Νόμου. 58(I)/2002 Πιστοποιητικά 10.-
(1)Όλα τα νέα και όλα τα υπάρχοντα επιβατηγά πλοία με κυπριακή σημαία πρέπει να είναι εφοδιασμένα με πιστοποιητικό ασφαλείας επιβατηγού πλοίου σύμφωνα με τον παρόντα Νόμο. Το πιστοποιητικό ασφαλείας καταρτίζεται σύμφωνα προς το υπόδειγμα του Παραρτήματος Β και εκδίδεται από την Αρμόδια Αρχή, μετά την αρχική επιθεώρηση που αναφέρεται στο άρθρο 9
(1)(α) και 9
(2)(α).
(2)(α) Το πιστοποιητικό ασφαλείας επιβατηγού πλοίου εκδίδεται για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τους δώδεκα μήνες. (β) Η Αρμόδια Αρχή μπορεί να παρατείνει τη διάρκεια ισχύος του πιστοποιητικού για περίοδο χάριτος διάρκειας έως ενός μηνός από την ημερομηνία λήξεως που αναγράφεται σ' αυτό. (γ) Όταν χορηγείται παράταση, η νέα περίοδος ισχύος του πιστοποιητικού αρχίζει από την ημερομηνία λήξεως του υπάρχοντος πιστοποιητικού πριν από την παράτασή του. (δ) Το πιστοποιητικό ασφαλείας επιβατηγού πλοίου ανανεώνεται, αφού διενεργηθεί περιοδική επιθεώρηση, κατά την έννοια του άρθρου 9
(1)(β) και 9
(2)(β).
(3)(α) Τα επιβατηγά ταχύπλοα σκάφη με κυπριακή σημαία και τα οποία πληρούν τις απαιτήσεις του Κώδικα HSC οφείλουν να είναι εφοδιασμένα με πιστοποιητικό ασφαλείας ταχύπλοου σκάφους και με άδεια εκτέλεσης πλόων ταχύπλοου σκάφους, εκδιδομένων από την Αρμόδια Αρχή σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα HSC. (β) Η Αρμόδια Αρχή χορηγεί σε κάθε επιβατηγό ταχύπλοο σκάφος με κυπριακή σημαία, το οποίο πληροί τις προϋποθέσεις του Κώδικα DSC, όπως τροποποιήθηκε, ένα πιστοποιητικό κατασκευής και εξοπλισμού DSC καθώς και μία άδεια λειτουργίας DSC σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα DSC. (γ) Πριν εκδώσει την άδεια λειτουργίας για επιβατηγό ταχύπλοο σκάφος που εκτελεί εσωτερικά δρομολόγια σε φιλοξενούν κράτος, η Αρμόδια Αρχή πρέπει να συνεννοηθεί με το φιλοξενούν κράτος, σχετικά με τις προϋποθέσεις λειτουργίας του σκάφους στο κράτος αυτό. (δ) Η Αρμόδια Αρχή πρέπει να αναγράφει όλους αυτούς τους όρους στην άδεια λειτουργίας του ταχύπλοου σκάφους.
(4)Οι εξαιρέσεις που χορηγούνται σε πλοία ή σκάφη, δυνάμει και σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 8
(3), αναγράφονται στο πιστοποιητικό του πλοίου ή του σκάφους. 58(I)/2002 Απαγόρευση απόπλου 11.-
(1)Από την έναρξη ισχύος του παρόντος Νόμου, η Αρμόδια Αρχή δύναται να απαγορεύει τον απόπλου των επιβατηγών πλοίων και των επιβατηγών ταχύπλοων σκαφών επί των οποίων έχει εφαρμογή ο παρών Νόμος- (α) Εάν δεν τηρούν τις απαιτήσεις των άρθρων 6
(1), 7
(1)(α), 7
(1)(β), 7
(1)(γ), 7
(2)(α), 7
(2)(β), 7
(3)(α), 7
(3)(β), 7
(3)(γ), 7
(3)(ε), 7
(4)(α), 7
(4)(β), 7
(4)(γ), 10
(1)και 10
(3)(α) του παρόντος Νόμου και των δυνάμει του παρόντος Νόμου εκδιδόμενων Κανονισμών (β) εάν αρνούνται να υποβληθούν στις προβλεπόμενες από το άρθρο 9 επιθεωρήσεις.
(2)Εφόσον κατά την επιθεώρηση η Αρμόδια Αρχή διαπιστώσει παράβαση των διατάξεων που καθορίζονται στο εδάφιο
(1), προβαίνει σε βεβαίωση της παράβασης, συντάσσει σχετική έκθεση, καλεί τον πλοίαρχο σε απολογία και δύναται να απαγορεύσει τον απόπλου του επιβατηγού πλοίου ή επιβατηγού ταχύπλοου σκάφους μέχρις ότου βεβαιωθεί ότι έχει αποκατασταθεί η αιτία της μη συμμόρφωσής του και, εφόσον συντρέχει περίπτωση, καταβληθεί οποιοδήποτε διοικητικό πρόστιμο ήθελε επιβληθεί κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 12.
(3)Τα έξοδα επιθεώρησης του επιβατηγού πλοίου ή του επιβατηγού ταχύπλοου σκάφους για βεβαίωση της αποκατάστασης της παράβασης βαρύνουν το επιβατηγό πλοίο ή το επιβατηγό ταχύπλοο σκάφος και καταβάλλονται προ της άρσης της απαγόρευσης απόπλου.
(4)Κατά την άσκηση του ελέγχου από τη Δημοκρατία σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, πρέπει να καταβάλλεται κάθε δυνατή προσπάθεια ώστε να αποφεύγεται η αδικαιολόγητη απαγόρευση απόπλου ή η καθυστέρηση επιβατηγού πλοίου ή επιβατηγού ταχύπλοου σκάφους.
(5)Σε περίπτωση αδικαιολόγητης απαγόρευσης απόπλου ή καθυστέρησης, ο έχων την εκμετάλλευση του επιβατηγού πλοίου ή του επιβατηγού ταχύπλοου σκάφους δικαιούται αποζημίωση για τις τυχόν απώλειες ή ζημιά που έχει υποστεί: Νοείται ότι σε περίπτωση, που προβάλλεται ο ισχυρισμός της αδικαιολόγητης απαγόρευσης απόπλου ή καθυστέρησης, το βάρος της απόδειξης φέρει ο έχων την εκμετάλλευση του επιβατηγού πλοίου ή του επιβατηγού ταχύπλοου σκάφους. 58(I)/2002 Διοικητικό πρόστιμο 12.-
(1)Η παράβαση των διατάξεων του παρόντος Νόμου και των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων Κανονισμών τιμωρείται, ανεξάρτητα από το αν συντρέχει περίπτωση ποινικής ή πειθαρχικής ευθύνης δυνάμει του παρόντος ή άλλου Νόμου, με διοικητικό πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες λίρες, ανάλογα με τη βαρύτητα της παράβασης.
(2)Το διοικητικό πρόστιμο επιβάλλεται στον έχοντα την εκμετάλλευση του επιβατηγού πλοίου ή του επιβατηγού ταχύπλοου σκάφους ή στον πλοίαρχο, με αιτιολογημένη απόφαση της Αρμόδιας Αρχής που βεβαιώνει την παράβαση.
(3)Τα κριτήρια υπολογισμού του ύψους του κατά περίπτωση επιβαλλόμενου δυνάμει του εδαφίου
(2)προστίμου θα καθορίζονται ενδεικτικά σε οδηγίες του Υπουργού, χωρίς τούτο να περιορίζει, μέσα στα πλαίσια των οδηγιών, τη διακριτική ευχέρεια της Αρμόδιας Αρχής, που βεβαιώνει τη συγκεκριμένη παράβαση, να αποφασίζει ελεύθερα με βάση τα κατά περίπτωση πραγματικά περιστατικά.
(4)Η Αρμόδια Αρχή κοινοποιεί στον έχοντα την εκμετάλλευση του επιβατηγού πλοίου ή του επιβατηγού ταχύπλοου σκάφους ή στον πλοίαρχο την περί επιβολής διοικητικού προστίμου απόφασή της και δεν επιτρέπει άρση της κατά το άρθρο 11 απαγόρευσης απόπλου, μέχρις ότου καταβληθεί το διοικητικό πρόστιμο ή κατατεθεί τραπεζική εγγύηση αναγνωρισμένης τράπεζας για ίσο ποσό, και με όρους που ικανοποιούν την Αρμόδια Αρχή. 58(I)/2002 Ιεραρχική προσφυγή 13.-
(1)Ο έχων την εκμετάλλευση του επιβατηγού πλοίου ή του επιβατηγού ταχύπλοου σκάφους ή ο εκπρόσωπος του στη Δημοκρατία, έχει δικαίωμα ιεραρχικής προσφυγής ενώπιον του Υπουργού κατά απόφασης απαγόρευσης απόπλου ή επιβολής διοικητικού προστίμου, μέσα σε προθεσμία τριάντα ημερών από την κοινοποίηση της απόφασης, προκειμένου περί παράβασης που βεβαιώνεται σε λιμάνι της Δημοκρατίας ή εξήντα ημερών, προκειμένου περί παράβασης που βεβαιώνεται σε λιμάνι της αλλοδαπής.
(2)Η κατά το προηγούμενο εδάφιο προσφυγή δεν αναστέλλει την εκτέλεση της απόφασης.
(3)Ο Υπουργός εξετάζει την προσφυγή και, αφού ακούσει τους ενδιαφερόμενους ή δώσει την ευκαιρία σ' αυτούς να εκθέσουν τις απόψεις τους γραπτώς, αποφασίζει για την τύχη της σύμφωνα με το εδάφιο
(4)το αργότερο εντός προθεσμίας δέκα ημερών.
(4)Ο Υπουργός δύναται να εκδώσει μία από τις ακόλουθες αποφάσεις: (α) Να επικυρώσει την προσβληθείσα απόφαση· (β) να ακυρώσει την προσβληθείσα απόφαση· (γ) να τροποποιήσει την προσβληθείσα απόφαση· (δ) να προβεί σε έκδοση νέας απόφασης σε αντικατάσταση της προσβληθείσας.
(5)Οι επιθεωρητές πλοίων ενημερώνουν δεόντως τον πλοίαρχο του επιβατηγού πλοίου ή του επιβατηγού ταχύπλοου σκάφους για το κατά το εδάφιο
(1)δικαίωμα προσφυγής.
(6)Το ποσό του διοικητικού προστίμου ή η τραπεζική εγγύηση καταπίπτει και περιέρχεται οριστικά στη Δημοκρατία, αν περάσει άπρακτη η προς άσκηση προσφυγής ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου προθεσμία των εβδομήντα πέντε ημερών, είτε από την κοινοποίηση της απόφασης για την επιβολή διοικητικού προστίμου είτε, σε περίπτωση που ασκείται προσφυγή ενώπιον του Υπουργού, από την κοινοποίηση της επί της προσφυγής απορριπτικής απόφασης του Υπουργού. 58(I)/2002 Ποινικά αδικήματα 14.-
(1)Διαπράττει αδίκημα, τιμωρούμενο, σε περίπτωση καταδίκης, με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή μέχρι πέντε χιλιάδων λιρών ή και με τις δύο αυτές ποινές, ο πλοίαρχος, ο οποίος, επιχειρεί τον απόπλου επιβατηγού πλοίου ή επιβατηγού ταχύπλοου σκάφους κατά παράβαση απαγόρευσης απόπλου που επεβλήθη στο επιβατηγό πλοίο ή επιβατηγό ταχύπλοο σκάφος σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 11.
(2)Το ίδιο πιο πάνω αδίκημα διαπράττει ο έχων την εκμετάλλευση του επιβατηγού πλοίου ή του επιβατηγού ταχύπλοου σκάφους ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, το οποίο, εν γνώσει του, συμπράττει ή συντρέχει στην τέλεση του κατά το εδάφιο
(1)αδικήματος. 58(I)/2002 Κανονισμοί 15.-
(1)Το Υπουργικό Συμβούλιο έχει εξουσία να εκδίδει Κανονισμούς δημοσιευομένους στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας για την καλύτερη εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Νόμου.
(2)Οι κατά τον παρόντα Νόμο εκδιδόμενοι Κανονισμοί κατατίθενται στη Βουλή των Αντιπροσώπων, η οποία έχει εξουσία προς έγκριση ή απόρριψή τους μέσα σε προθεσμία εξήντα ημερών από την κατάθεσή τους. Αν η Βουλή των Αντιπροσώπων εγκρίνει τους Κανονισμούς ή η προθεσμία των εξήντα ημερών παρέλθει άπρακτη, οι Κανονισμοί δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας και, εκτός αν προβλέπεται σε αυτούς διαφορετικά, τίθενται σε ισχύ από την ημέρα της δημοσίευσής τους. 58(I)/2002 47(I)/2004 Τροποποίηση Παραρτημάτων του παρόντος Νόμου και Παραρτημάτων Κανονισμών 16.
(1)Ο Υπουργός έχει εξουσία να τροποποιεί με διάταγμα οποιοδήποτε Παράρτημα του παρόντος Νόμου και οποιοδήποτε Παράρτημα των δυνάμει του παρόντος Νόμου εκδιδόμενων Κανονισμών.
(2)΄Εκαστο διάταγμα, το οποίο εκδίδεται από τον Υπουργό δυνάμει του εδαφίου
(1), δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας και, εκτός αν προβλέπεται σε αυτό διαφορετικά, τίθεται σε ισχύ από την ημέρα της δημοσίευσής του. 58(I)/2002 47(I)/2004 Έναρξη της ισχύος του παρόντος Νόμου
- Ο παρών Νόμος τίθεται σε ισχύ με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας. 58(I)/2002 ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΑ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ A ΠΡΩΤΟΣ ΠΙΝΑΚΑΣ (άρθρο 8) «ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ A (΄Αρθρα 6, 7, 8 και 16) ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ ΓΙΑ ΝΕΑ ΚΑΙ ΥΠΑΡΧΟΝΤΑ ΕΠΙΒΑΤΗΓΑ ΠΛΟΙΑ ΤΑ ΟΠΟΙΑ ΕΚΤΕΛΟΥΝ ΕΣΩΤΕΡΙΚΑ ΔΡΟΜΟΛΟΓΙΑ Περιεχόμενα ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι - ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟ II-1 - ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ - ΥΠΟΔΙΑΙΡΕΣΗ ΚΑΙ ΕΥΣΤΑΘΕΙΑ, ΜΗΧΑΝΟΛΟΓΙΚΕΣ ΚΑΙ ΗΛΕΚΤΡΟΛΟΓΙΚΕΣ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ Μέρος Α - Γενικά
- Ορισμοί που αφορούν το μέρος Β (R 2)
- Ορισμοί που αφορούν τα μέρη Γ, Δ και Ε (R3) Μέρος Β - Ευστάθεια σε άθικτη κατάσταση, υποδιαίρεση και ευστάθεια σε περίπτωση βλάβης
- Απόφαση για την ευστάθεια σε άθικτη κατάσταση Α. 749
(18)- Στεγανή υποδιαίρεση
- Κατακλύσιμο μήκος διαμερισμάτων (R 4)
- Επιτρεπόμενο μήκος διαμερισμάτων (R 6)
- Διαχωρητότητα (R 5)
- Συντελεστής υποδιαιρέσεως
- Ειδικοί κανόνες που αφορούν την υποδιαίρεση πλοίων (R 7)
- Ευστάθεια πλοίων σε περίπτωση βλάβης (R 8) 8-
- Ευστάθεια των επιβατηγών πλοίων Ro-Ro σε περίπτωση βλάβης (R 8-1) 8-
- Ειδικές απαιτήσεις για τα επιβατηγά πλοία Ro-Ro που μεταφέρουν 400 και πλέον άτομα (R 8-2) 8-
- Ειδικές απαιτήσεις για τα επιβατηγά πλοία, πλην των επιβατηγών πλοίων Ro-Ro, που μεταφέρουν 400 άτομα και άνω
- Ακραία διαφράγματα και διαφράγματα χώρου μηχανοστασίου (R 10)
- Διπύθμενα (R12)
- Προσδιορισμός, χάραξη και εγγραφή εμφόρτων ίσαλων γραμμών υποδιαιρέσεως (R 13)
- Κατασκευή και αρχική δοκιμή στεγανών διαφραγμάτων, κ.λπ. (R 14)
- Ανοίγματα σε στεγανά διαφράγματα (R 15)
- Πλοία που μεταφέρουν φορτηγά οχήματα και προσωπικό συνοδείας (R 16)
- Ανοίγματα στο εξωτερικό περίβλημα του πλοίου κάτωθεν της γραμμής ορίου βυθίσεως (R 17)
- Στεγανότητα επιβατηγών πλοίων άνωθεν της γραμμής ορίου βυθίσεως (R 20)
- Κλείσιμο των θυρών φορτώσεως φορτίου (R 20-1) 17-
- Στεγανότητα από το κατάστρωμα Ro-Ro (κατάστρωμα στεγανών) έως τους κάτω χώρους (R 20-2) 17-
- Πρόσβαση στα καταστρώματα Ro-Ro (R 20-3) 17-
- Κλείσιμο των διαφραγμάτων στο κατάστρωμα Ro-Ro (R 20-4)
- Στοιχεία ευστάθειας (R 22)
- Σχεδιαγράμματα ελέγχου βλαβών (R 23)
- Ακεραιότητα του κύτους και της υπερκατασκευής, πρόληψη και έλεγχος βλαβών (R 23-2)
- Σήμανση, περιοδική λειτουργία και επιθεώρηση των υδατοστεγών θυρών, κ.λπ. (R 24)
- Καταχωρήσεις στο ημερολόγιο (R 25)
- Ανυψώσιμες εξέδρες και κεκλιμένα επίπεδα αυτοκινήτων
- Κιγκλιδώματα Μέρος Γ - Μηχανολογικές εγκαταστάσεις
- Γενικά (R 26)
- Μηχανές εσωτερικής καύσεως (R 27)
- Ρύθμιση αντλήσεως υδροσυλλεκτών (R 21)
- Αριθμός και τύπος αντλιών υδροσυλλεκτών (R 21)
- Μέσα αναποδίσεως πλοίου (R 28)
- Μηχανισμός κινήσεως πηδαλίου (R 29)
- Πρόσθετες απαιτήσεις για τους ηλεκτρικούς και ηλεκτροϋδραυλικούς μηχανισμούς κινήσεως πηδαλίου (R30)
- Συστήματα εξαερισμού μηχανοστασίου (R 35)
- Επικοινωνία μεταξύ της γέφυρας και του μηχανοστασίου (R 37)
- Συναγερμός μηχανικών (R 38)
- Θέση των εγκαταστάσεων έκτακτης ανάγκης (R 39)
- Συστήματα ελέγχου μηχανολογικού εξοπλισμού (R 31)
- Συστήματα ατμαγωγών σωλήνων (R 33)
- Συστήματα συμπιεσμένου αέρα (R 34)
- Προστασία κατά του θορύβου (R 36)
- Ανελκυστήρες Μέρος Δ - Ηλεκτρολογικές εγκαταστάσεις
- Γενικά (R 40)
- Κύρια πηγή ηλεκτρικής ενέργειας και φωτισμού (R 41)
- Πηγή ηλεκτρικής ενέργειας κινδύνου (R 42)
- Συμπληρωματικός φωτισμός κινδύνου για πλοία Ro-Ro (R 42-1)
- Προφυλάξεις από ηλεκτροπληξία, πυρκαϊά και λοιπούς κινδύνους ηλεκτρικής προελεύσεως (R 45) Μέρος Ε - Πρόσθετες απαιτήσεις για περιοδικά αφύλακτους χώρους μηχανοστασίων Ειδική εξέταση (R 54)
- Γενικά (R 46)
- Προφυλάξεις κατά της πυρκαϊάς (R 47)
- Προστασία από κατάκλυση (R 48)
- Έλεγχος της μηχανής προώσεως από τη γέφυρα (R 49)
- Επικοινωνία (R 50)
- Σύστημα συναγερμού (R 51)
- Συστήματα ασφαλείας (R 52)
- Ειδικές απαιτήσεις για τις μηχανές, το λέβητα και τις ηλεκτρολογικές εγκαταστάσεις (R 53)
- Αυτόματο σύστημα ελέγχου και συναγερμού (R 5 3.4) ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙ-2 - ΠΥΡΟΠΡΟΣΤΑΣΙΑ, ΑΝΙΧΝΕΥΣΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑΣΒΕΣΗ ΠΥΡΚΑΪΑΣ Μέρος Α - Γενικά
- Βασικές αρχές (R 2)
- Ορισμοί (R 3)
- Πυροσβεστικές αντλίες, σωληνώσεις, πυροσβεστικοί κρουνοί, εύκαμπτοι σωλήνες και ακροφύσια (R 4)
- Μόνιμα συστήματα κατασβέσεως πυρκαϊάς (R 5 + 8 + 9 + 10)
- Φορητοί πυροσβεστήρες (R 6)
- Διατάξεις κατασβέσεως πυρκαϊάς στα μηχανοστάσια (R 7)
- Ειδικές διατάξεις στα μηχανοστάσια (R 11)
- Αυτόματα συστήματα καταιωνιστήρων και ανιχνεύσεως και συναγερμού πυρκαϊάς (R 12)
- Μόνιμα συστήματα ανιχνεύσεως και συναγερμού πυρκαϊάς (R 1 3)
- Διατάξεις για καύσιμο πετρέλαιο, λιπαντέλαιο και λοιπά εύφλεκτα πετρελαιοειδή (R 15)
- Εξάρτιση πυροσβέστη (R 17)
- Διάφορα (R 18)
- Σχέδια ετοιμότητας (R 20)
- Επιχειρησιακή ετοιμότητα και συντήρηση
- Οδηγίες, εκπαίδευση και ασκήσεις επί του πλοίου
- Λειτουργίες Μέρος Β - Μέτρα πυρασφάλειας
- Φέρων σκελετός (R 23)
- Κύριες κατακόρυφες ζώνες και οριζόντιες ζώνες (R 24)
- Διαφράγματα εντός των κυρίων κατακόρυφων ζωνών (R 25)
- Πυροστεγανότητα των διαφραγμάτων και των καταστρωμάτων στα νέα πλοία που μεταφέρουν περισσότερους από 36 επιβάτες (R 26)
- Πυροστεγανότητα των διαφραγμάτων και των καταστρωμάτων στα νέα πλοία που μεταφέρουν έως 36 επιβάτες και στα υπάρχοντα πλοία της κατηγορίας Β που μεταφέρουν περισσότερους από 36 επιβάτες (R 27)
- Μέσα διαφυγής (R 28) 6-
- Οδοί διαφυγής στα επιβατηγά πλοία Ro-Ro (R 28-1)
- Δίοδοι και ανοίγματα σε τμήματα κλάσεως «Α» και «Β» (R 30, 31)
- Προστασία κλιμάκων και ανελκυστήρων στους χώρους ενδιαιτήσεως και υπηρεσίας (R 29)
- Συστήματα εξαερισμού (R 32)
- Παράθυρα και παραφωτίδες (R 3 3)
- Περιορισμένη χρήση καύσιμων υλικών (R 34)
- Λεπτομέρειες κατασκευής (R 35)
- Μόνιμα συστήματα ανιχνεύσεως και συναγερμού πυρκαϊάς και αυτόματα συστήματα καταιωνιστήρων και ανιχνεύσεως και συναγερμού πυρκαϊάς (R 14) (R 36)
- Προστασία χώρων ειδικής κατηγορίας (R 37)
- Συστήματα περιπολιών, ανίχνευσης και συναγερμού πυρκαϊάς και μεγαφωνική εγκατάσταση αναγγελιών (R 40)
- Αναβάθμιση των υπαρχόντων πλοίων της κατηγορίας Β που μεταφέρουν περισσότερους από 36 επιβάτες (R 41-1)
- Ειδικές απαιτήσεις για πλοία που μεταφέρουν επικίνδυνα φορτία (R 41)
- Ειδικές απαιτήσεις για την προσγείωση ελικοπτέρων ΚΕΦΑΛΑΙΟ III - ΣΩΣΤΙΚΑ ΜΕΣΑ
- Ορισμοί (R 3)
- Επικοινωνίες, σωστικά σκάφη και λέμβοι περισυλλογής, ατομικά σωστικά μέσα (R 6+7+18+21+22)
- Συναγερμός κινδύνου, επιχειρησιακές οδηγίες, εγχειρίδιο εκπαιδεύσεως, καταστάσεις σταθμών συγκέντρωσης και οδηγίες έκτακτης ανάγκης (R 6 +8+9+19+20)
- Επάνδρωση σωστικών σκαφών και επίβλεψη (R 10)
- Ρυθμίσεις συγκέντρωσης και επιβίβασης σε σωστικά σκάφη (R 11 + 23 + 25) 5-
- Απαιτήσεις για τα επιβατηγά πλοία Ro-Ro (R 26) 5-
- Χώρος προσγείωσης ελικοπτέρων και παραλαβής επιβαινόντων (R 28) 5-
- Σύστημα υποστήριξης αποφάσεων για τους πλοιάρχους (R 29)
- Σταθμοί καθαιρέσεως (R 12)
- Στοιβασία σωστικού σκάφους (R 13 + 24)
- Στοιβασία λέμβων περισυλλογής (R 14) 8α. Στοιβασία ναυτικών συστημάτων εκκένωσης (R 15)
- Ρυθμίσεις καθαιρέσεως και ανελκύσεως σωστικού σκάφους (R 16)
- Ρυθμίσεις επιβιβάσεως, καθαιρέσεως και ανελκύσεως λέμβου περισυλλογής (R 17)
- Οδηγίες έκτακτης ανάγκης (R 19)
- Επιχειρησιακή ετοιμότητα, συντήρηση και επιθεωρήσεις (R 20)
- Εκπαίδευση και ασκήσεις εγκατάλειψης του πλοίου (R 19 + R 30) ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ Όταν προβλέπεται ρητά, οι κανονισμοί του παρόντος Παραρτήματος εφαρμόζονται στα νέα και υπάρχοντα επιβατηγά πλοία των κατηγοριών Α, Β, Γ και Δ, τα οποία εκτελούν εσωτερικά δρομολόγια. Τα νέα πλοία των κατηγοριών Β, Γ και Δ, μήκους μικρότερου των 24 μέτρων, πρέπει να συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις των κανονισμών ΙΙ-1/Β/2 έως ΙΙ-1/Β/8 και ΙΙ-1/Β/10 του παρόντος παραρτήματος, εκτός αν η αρχή ενός κράτους, του οποίου έχουν δικαίωμα να φέρουν τη σημαία, εγγυάται τη συμμόρφωση τους με τους εθνικούς κανόνες του εν λόγω κράτους και ότι οι κανόνες αυτοί εξασφαλίζουν αντίστοιχο επίπεδο ασφάλειας. Σε περίπτωση που οι κανονισμοί του παρόντος παραρτήματος δεν ισχύουν για νέα πλοία μήκους κάτω των 24 μέτρων, η αρχή του κράτους της σημαίας εξασφαλίζει την παροχή αντίστοιχου επιπέδου ασφαλείας για τα εν λόγω πλοία, μέσω της συμμόρφωσης προς την εθνική νομοθεσία. Τα υπάρχοντα πλοία των κατηγοριών Γ και Δ δεν χρειάζεται να συμμορφώνονται με τους κανονισμούς των κεφαλαίων ΙΙ-1 και ΙΙ-2 του παρόντος παραρτήματος, με την προϋπόθεση ότι η αρχή ενός κράτους, του οποίου έχουν δικαίωμα να φέρουν τη σημαία, εγγυάται τη συμμόρφωση τους με τους εθνικούς κανόνες του εν λόγω κράτους και ότι οι κανόνες αυτοί εξασφαλίζουν αντίστοιχο επίπεδο ασφάλειας. Στις περιπτώσεις όπου στο παρόν παράρτημα απαιτείται η εφαρμογή μιας απόφασης του ΙΜΟ για τα υπάρχοντα πλοία, τα πλοία που κατασκευάστηκαν μέχρι δύο χρόνια μετά την ημερομηνία έκδοσης από τον ΙΜΟ της εν λόγω απόφασης, δεν χρειάζεται να συμμορφώνονται με την απόφαση αυτή εφόσον συμμορφώνονται με την ή τις τυχόν προηγούμενες σχετικές αποφάσεις. Ως «σημαντικές» επισκευές, μετασκευές και τροποποιήσεις νοούνται π.χ.: - Κάθε αλλαγή που μεταβάλλει ουσιωδώς τις διαστάσεις του πλοίου, Παράδειγμα: επιμήκυνση με την προσθήκη νέου τμήματος, - Κάθε αλλαγή που μεταβάλλει ουσιωδώς την ικανότητα μεταφοράς επιβατών του πλοίου, Παράδειγμα: Μετασκευή του καταστρώματος οχημάτων σε ενδιαιτήματα επιβατών, - Κάθε αλλαγή που παρατείνει ουσιωδώς την ωφέλιμη διάρκεια ζωής του πλοίου, Παράδειγμα: Ανακαίνιση των ενδιαιτημάτων των επιβατών σ' ένα ολόκληρο κατάστρωμα. Η ένδειξη «(R...)» η οποία ακολουθεί ορισμένους τίτλους κανονισμών του παρόντος παραρτήματος αναφέρεται στους κανονισμούς της Σύμβασης SOLAS, επί των οποίων βασίζονται οι κανονισμοί του παρόντος Παραρτήματος. ΚΕΦΑΛΑΙΟ II-1 ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ - ΥΠΟΔΙΑΙΡΕΣΗ ΚΑΙ ΕΥΣΤΑΘΕΙΑ, ΜΗΧΑΝΟΛΟΓΙΚΕΣ ΚΑΙ ΗΛΕΚΤΡΟΛΟΓΙΚΕΣ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ ΜΕΡΟΣ Α ΓΕΝΙΚΑ 1 Ορισμοί που αφορούν το μέρος Β (R 2) ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ ΚΑΙ ΤΑ ΥΠΑΡΧΟΝΤΑ ΠΛΟΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ Β: .1.1.1 «εμφορτος ίσαλος γραμμή υποδιαιρέσεως» σημαίνει ίσαλο γραμμή που λαμβάνεται υπόψη κατά τον προσδιορισμό της υποδιαιρέσεως του πλοίου. 2 «ανωτάτη έμφορτος ίσαλος γραμμή υποδιαρέσεως» σημαίνει ίσαλο γραμμή που αντιστοιχεί στο μέγιστο βύθισμα που επιτρέπεται από τους εφαρμοζόμενους κανόνες υποδιαιρέσεως. .2«μήκος του πλοίου» σημαίνει μήκος που μετράται μεταξύ των καθέτων που φέρονται στα άκρα της ανωτάτης εμφόρτου ισάλου γραμμής υποδιαιρέσεως. .3«πλάτος του πλοίου» σημαίνει μέγιστο πλάτος εσωτερικώς μεταξύ των νομέων, μετρούμενο επί ή κάτωθεν της ανωτάτης εμφόρτου ισάλου γραμμής υποδιαιρέσεως. .4 «βύθισμα» σημαίνει κατακόρυφο απόσταση στο μέσο του πλοίου, από τη γραμμή βάσεως σχεδιάσεως μέχρι της εμφόρτου ισάλου γραμμής υποδιαιρέσεως. .5 «νεκρό βάρος» σημαίνει διαφορά σε τόνους μεταξύ του εκτοπίσματος του πλοίου σε νερό ειδικού βάρους 1,025 στην έμφορτο ίσαλο γραμμή που αντιστοιχεί στο ύψος των εξάλων θέρους και του άφορτου εκτοπίσματος. .6 «αφορτο εκτόπισμα» σημαίνει εκτόπισμα πλοίου σε τόνους άνευ φορτίου, καυσίμων, λιπαντελαίων, θαλασσέρματος, ποσίμου και τροφοδοτικού ύδατος στις δεξαμενές, αναλώσιμων υλικών και επιβατών και πληρώματος με τις αποσκευές τους. .7 «κατάστρωμα στεγανών διαφραγμάτων» σημαίνει ανώτατο κατάστρωμα μέχρι του οποίου φέρονται τα εγκάρσια στεγανά διαφράγματα. .8«γραμμή ορίου βυθίσεως» σημαίνει γραμμή που χαράσσεται τουλάχιστον 76 χιλιοστόμετρα κάτωθεν της άνω επιφάνειας του καταστρώματος στεγανών στην πλευρά του πλοίου. .9 «διαχωρητότης χώρου» σημαίνει ποσοστό επί τοις εκατό του κάθε χώρου, ο οποίος δύναται να πληρωθεί δι' ύδατος. Ο όγκος ενός χώρου, ο οποίος εκτείνεται άνωθεν της γραμμής ορίου βυθίσεως, θα μετράται μόνο μέχρι του ύψους της γραμμής αυτής. .10 «μηχανοστάσιο» σημαίνει χώρο που εκτείνεται από της άνω όψεως της τρόπιδος μέχρι της γραμμής ορίου βυθίσεως και μεταξύ των κυρίων εγκάρσιων στεγανών διαφραγμάτων τα οποία ορίζουν τους χώρους που καταλαμβάνονται από τις κύριες και βοηθητικές μηχανές προώσεως και τους λέβητες που χρησιμοποιούνται για την πρόωση. .11 «χώροι επιβατών» σημαίνει χώρους που προορίζονται για την ενδιαίτηση και χρήση των επιβατών, με εξαίρεση τους χώρους αποσκευών, αποθηκών, τροφαποθηκών και χώρων ταχυδρομείου. .12 «στεγανό», όσον αφορά την κατασκευή, σημαίνει ικανό να προλαμβάνει την εισροή ύδατος δια μέσου της δομής προς οποιαδήποτε κατεύθυνση κάτωθεν της στήλης ύδατος που δύναται να προκύψει στην άθικτη κατάσταση ή σε συνθήκες βλάβης. .13 «καιροστεγές» σημαίνει ότι το νερό δεν εισέρχεται στο πλοίο υπό οποιεσδήποτε συνθήκες ανέμου και κυμάτων. .14 «επιβατηγό πλοίο Ro-Ro» σημαίνει επιβατηγό πλοίο με χώρους φορτίου RoRo ή με χώρους ειδικής κατηγορίας όπως ορίζεται στον κανονισμό ΙΙ-2/Α/
- 2 Ορισμοί που αφορούν τα μέρη Γ, Δ και Ε (R 3) ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ ΚΑΙ ΥΠΑΡΧΟΝΤΑ ΠΛΟΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ Β: .1 .1 «σύστημα ελέγχου του μηχανισμού κινήσεως πηδαλίου» σημαίνει εξοπλισμό μέσω του οποίου μεταδίδονται εντολές από τη γέφυρα στις κινητήριες μονάδες του μηχανισμού κινήσεως. Τα εν λόγω συστήματα ελέγχου του μηχανισμού κινήσεως περιλαμβάνουν πομπούς, δέκτες, υδραυλικές αντλίες και του σχετικούς κινητήρες, μηχανικές διατάξεις ελέγχου, σωληνώσεις και καλώδια. .2 «κύριος μηχανισμός κινήσεως πηδαλίου» σημαίνει τα μηχανήματα, τις μονάδες θέσεως σε κίνηση του πηδαλίου, τις μονάδες ισχύος για την κίνηση του πηδαλίου, εάν υπάρχουν, και τον βοηθητικό εξοπλισμό και τα μέσα εφαρμογής ροπής στρέψεως στον κορμό του πηδαλίου (π.χ. οίαξ ή τετραγωνικό) που απαιτούνται για την αποτελεσματική κίνηση του πηδαλίου για τους σκοπούς της πηδαλιουχήσεως του πλοίου υπό κανονικές συνθήκες υπηρεσίας. .2 «μονάδα ισχύος του μηχανισμού κινήσεως πηδαλίου» σημαίνει - .1 στην περίπτωση του ηλεκτρικού μηχανισμού κινήσεως πηδαλίου, ηλεκτροκινητήρα μετά του σχετικού ηλεκτρικού εξοπλισμού· .2 στην περίπτωση του ηλεκτρο-υδραυλικού μηχανισμού κινήσεως πηδαλίου, ηλεκτρονικητήρα μετά του σχετικού ηλεκτρικού εξοπλισμού και συνδεδεμένης αντλίας· .3 στην περίπτωση άλλων υδραυλικών μηχανισμών κινήσεως πηδαλίου, κινητήρια μηχανή και συνδεδεμένη αντλία. .3 βοηθητικός μηχανισμός κινήσεως πηδαλίου» σημαίνει εξοπλισμό εκτός των στοιχείων του κύριου μηχανισμού του πηδαλίου που απαιτείται για την πηδαλιούχηση του πλοίου σε περίπτωση βλάβης του κύριου μηχανισμού κινήσεως πηδαλίου, εξαιρουμένου του οίακα, του τετραγωνικού ή εξαρτημάτων που εξυπηρετούν τον ίδιο σκοπό. .4 «κανονική κατάσταση λειτουργίας και ενδιαιτήσεως» σημαίνει κατάσταση κατά την οποία το πλοίο ως σύνολο, οι μηχανές, οι υπηρεσίες, τα μέσα και ταβοηθήματα που εξασφαλίζουν την πρόωση, την ικανότητα πηδαλιουχήσεως, την ασφαλή ναυσιπλοΐα, την ασφάλεια από πυρκαϊά και κατάκλυση, τις εσωτερικές και εξωτερικές επικοινωνίες και σήματα, τα μέσα διαφυγής και τα βίντσια λέμβων κινδύνου καθώς και οι σχεδιασθείσες άνετες συνθήκες ενδιαιτήσεως είναι σε λειτουργία και λειτουργούν κανονικά. 5 «κατάσταση έκτακτης ανάγκης» σημαίνει κατάσταση κατά την οποία υπηρεσίες που απαιτούνται για την κανονική κατάσταση λειτουργίας και ενδιαιτήσεως δεν λειτουργούν λόγω βλάβης της κύριας πηγής ηλεκτρικής ενέργειας. .6 «κύρια πηγή ηλεκτρικής ενέργειας» σημαίνει πηγή που αποσκοπεί στην παροχή ηλεκτρικής ενέργειας στον κύριο πίνακα διανομής προς διανομή σε όλες τις υπηρεσίες που απαιτούνται για τη διατήρηση του σκάφους υπό κανονικές συνθήκες λειτουργίας και ενδιαιτήσεως. .7 «νεκρή κατάσταση πλοίου» σημαίνει κατάσταση κατά την οποία το κύριο σύστημα προώσεως, οι λέβητες και τα βοηθητικά μηχανήματα δεν είναι σε λειτουργία λόγω απουσίας ενέργειας. .8 «κύριος σταθμός ηλεκτρικής ενέργειας» σημαίνει χώρο στον οποίο ευρίσκεται η κύρια πηγή ηλεκτρικής ενέργειας. .9 «κύριος πίνακας διανομής» σημαίνει πίνακα διανομής που τροφοδοτείται από την κύρια πηγή ηλεκτρικής ενέργειας και αποσκοπεί στη διανομή ηλεκτρικής ενέργειας στις υπηρεσίες του πλοίου. .10 «πίνακας διανομής έκτακτης ανάγκης» σημαίνει πίνακα διανομής, ο οποίος, σε περίπτωση βλάβης του κύριου συστήματος ηλεκτρικής ενέργειας, τροφοδοτείται απευθείας από την πηγή ηλεκτρικής ενέργειας κινδύνου ή από την προσωρινή πηγή ηλεκτρικής ενέργειας έκτακτης ανάγκης και αποσκοπεί στη διανομή ηλεκτρικής ενέργειας στις υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης. .11 «πηγή ηλεκτρικής ενέργειας κινδύνου» σημαίνει πηγή ηλεκτρικής ενέργειας που αποσκοπεί στην τροφοδότηση του πίνακα διανομής ανάγκης σε περίπτωση βλάβης της τροφοδοσίας από την κύρια πηγή ηλεκτρικής ενέργειας. .12 «μέγιστη πρόσω υπηρεσιακή ταχύτητα» σημαίνει μέγιστη ταχύτητα, την οποία το πλοίο έχει σχεδιαστεί να διατηρεί κατά την υπηρεσία στη θάλασσα με το μέγιστο βύθισμα. .13 «μέγιστη ταχύτητα ανάποδα» σημαίνει ταχύτητα που εκτιμάται ότι δύναται να επιτύχει το πλοίο στη σχεδιασθείσα μέγιστη ισχύ αναποδίσεως με το μέγιστο βύθισμα. .14α «μηχανοστάσια» σημαίνει όλα τα μηχανοστάσια κατηγορίας Α και όλους τους άλλους χώρους που περιλαμβάνουν τα μηχανήματα προώσεως, τους λέβητες, τις μονάδες καυσίμου πετρελαίου, τις ατμομηχανές και τις μηχανές εσωτερικής καύσεως, τις γεννήτριες και τις κύριες ηλεκτρικές μηχανές, τους σταθμούς ανεφοδιασμού, τα μηχανήματα ψύξεως, σταθεροποιήσεως, εξαερισμού και κλιματισμού καθώς και χώρους παρεμφερείς προς τους ανωτέρω και τις δίοδους που οδηγούν στους χώρους αυτούς. .14β μηχανοστάσια κατηγορίας Α» σημαίνει τους χώρους εκείνους και τις προσβάσεις προς αυτούς, που περιέχουν: .1 μηχανές εσωτερικής καύσεως που χρησιμοποιούνται για την κύρια πρόωση· ή .2 μηχανές εσωτερικής καύσεως που χρησιμοποιούνται για σκοπούς άλλους από την κύρια πρόωση, αν αυτές αποδίδουν αθροιστικά συνολική ισχύ τουλάχιστον 375 kW· ή .3 λέβητα που καίει πετρέλαιο ή μονάδα προετοιμασίας πετρελαίου για καύση. .15 «σύστημα κινητήριας δύναμης» σημαίνει υδραυλικό εξοπλισμό που έχει στόχο την παροχή κινητήριας δύναμης για τη στροφή του άξονα του πηδαλίου, και περιλαμβάνει κινητήρια(-ες) μονάδα ή μονάδες του μηχανισμού κινήσεως του πηδαλίου, μαζί με τις σχετικές σωληνώσεις και τα βοηθητικά εξαρτήματα και ένα σύστημα ενεργοποίησης (γρύλο) του άξονα πηδαλίου. Τα συστήματα κινητήριας δύναμης ενδεχομένως βασίζονται σε κοινά μηχανικά στοιχεία, δηλαδή μοχλός περιστροφής του σώματος του πηδαλίου (λαγουδέρα), τόξο πηδαλίου και άξονα πηδαλίου, ή σε στοιχεία που εξυπηρετούν τον ίδιο σκοπό. .16 «σταθμοί ελέγχου» σημαίνει τους χώρους όπου βρίσκεται ο ραδιοεξοπλισμός του πλοίου ή ο κύριος εξοπλισμός ναυσιπλοΐας ή η πηγή ηλεκτρικής ενέργειας κινδύνου ή οι χώροι όπου συγκεντρώνεται ο εξοπλισμός πυρανίχνευσης ή πυροπροστασίας. ΜΕΡΟΣ Β ΕΥΣΤΑΘΕΙΑ ΣΕ ΑΘΙΚΤΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ, ΥΠΟΔΙΑΙΡΕΣΗ ΚΑΙ ΕΥΣΤΑΘΕΙΑ ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΒΛΑΒΗΣ 1 Απόφαση για την ευστάθεια σε άθικτη κατάσταση Α.749
(18)ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Α, Β, Γ ΚΑΙ Δ ΜΗΚΟΥΣ 24 ΜΕΤΡΩΝ ΚΑΙ ΑΝΩ: Όλες οι κατηγορίες νέων πλοίων μήκους 24 μέτρων και άνω θα συμμορφώνονται προς τις σχετικές διατάξεις που αφορούν τα επιβατηγά πλοία του κώδικα για την ευστάθεια σε άθικτη κατάσταση, ο οποίος θεσπίσθηκε στις 4 Νοεμβρίου 1993 από τον ΙΜΟ, κατά την 18η συνέλευση της ολομέλειας του με την Απόφαση Α.749
(18). Σε περίπτωση που τα κράτη μέλη κρίνουν ότι η εφαρμογή του κριτηρίου δριμύ ανέμου και διατοίχησης της Απόφασης Α.749
(18)του ΙΜΟ δεν είναι κατάλληλη, είναι δυνατό να εφαρμοστεί μια εναλλακτική προσέγγιση που να εξασφαλίζει ικανοποιητική ευστάθεια. Αυτή η προσέγγιση θα πρέπει να υποστηρίζεται από αποδεικτικά στοιχεία προς την Επιτροπή, τα οποία επιβεβαιώνουν ότι επιτυγχάνεται ένα αντίστοιχο επίπεδο ασφάλειας. ΥΠΑΡΧΟΝΤΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Α ΚΑΙ Β ΜΗΚΟΥΣ 24 ΜΕΤΡΩΝ ΚΑΙ ΑΝΩ: Όλα τα υπάρχοντα πλοία των κατηγοριών Α και Β θα πρέπει, σε όλες τις συνθήκες φορτώσεως, να ικανοποιούν τα κατωτέρω κριτήρια ευστάθειας, ύστερα από διόρθωση εξαιτίας της επιδράσεως της ελεύθερης επιφανείας των υγρών σε δεξαμενές σύμφωνα με τις παραδοχές της παραγράφου .3.3 της Απόφασης Α. 749
(18)του ΙΜΟ ή ισοδύναμες παραδοχές. (α) Η περιοχή κάτωθεν της καμπύλης του μοχλοβραχίονα ανόρθωσης (καμπύλη GZ) δεν πρέπει να είναι κατώτερη των: (
- i)0,055 μέτρων-ακτινίων μέχρι γωνία κλίσης 30°, (
- ii)0,09 μέτρων-ακτινίων μέχρι γωνία κλίσης 40° ή υπό τη γωνία κατάκλυσης, δηλαδή τη γωνία κλίσης στην οποία βυθίζονται τα κατώτερα άκρα τυχόν ανοιγμάτων κύτους, υπερκατασκευών ή υπερστεγασμάτων, έστω και εάν πρόκειται περί ανοιγμάτων που δεν κλείονται στεγανώς, εάν η γωνία αυτή είναι μικρότερη από 40°, (iii) 0,03 μέτρων-ακτινίων μεταξύ γωνιών κλίσεως 30° και 40° ή 30° και της γωνίας κατακλύσεως εάν είναι μικρότερη από 40°. (β) Ο μοχλοβραχίονας ανόρθωσης GZ δεν πρέπει να είναι μικρότερος των 0,2 μέτρων σε γωνία κλίσεως ίση ή μεγαλύτερη των 30°. (γ) Ο μέγιστος μοχλοβραχίονας ανόρθωσης GZ πρέπει να προκύπτει σε γωνία κλίσεως κατά προτίμηση μεγαλύτερη των 30°, τουλάχιστον όμως 25°. (δ) Το αρχικό εγκάρσιο κάθετο μετακεντρικό ύψος δεν πρέπει να είναι μικρότερο των 0,15 μέτρων. Οι συνθήκες φορτώσεως που πρέπει να εξετάζονται προκειμένου να διαπιστώνεται η συμμόρφωση προς τις ανωτέρω προϋποθέσεις ευστάθειας πρέπει να περιλαμβάνουν τουλάχιστον εκείνες που αναφέρονται στην παράγραφο 3.5.1.1 της Απόφασης Α. 749
(18)του ΙΜΟ. Επίσης, όλα τα υπάρχοντα πλοία των κατηγοριών Α και Β, μήκους 24 μέτρων και άνω, πρέπει να συμμορφώνονται προς τα πρόσθετα κριτήρια που καθορίζονται στην Απόφαση Α.749
(18)του ΙΜΟ, παράγραφος 3.1.2.6 (πρόσθετα κριτήρια για τα επιβατηγά πλοία) και παράγραφος 3.2 (κριτήριο δριμύ ανέμου και διατοίχησης). Σε περίπτωση που τα κράτη μέλη κρίνουν ότι δεν πρέπει να τύχει εφαρμογής το κριτήριο δριμύ ανέμου και διατοίχησης της Απόφασης Α.749
(18)του ΙΜΟ, είναι δυνατό να εφαρμοστεί μια εναλλακτική προσέγγιση που να εξασφαλίζει ικανοποιητική ευστάθεια. Αυτή η προσέγγιση θα πρέπει να υποστηρίζεται από αποδεικτικά στοιχεία προς την Επιτροπή, τα οποία επιβεβαιώνουν ότι επιτυγχάνεται ένα αντίστοιχο επίπεδο ασφάλειας. 2 Στεγανή υποδιαίρεση ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ ΚΑΙ ΤΑ ΥΠΑΡΧΟΝΤΑ ΠΛΟΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ Β: Κάθε πλοίο πρέπει να υποδιαιρείται μέσω διαφραγμάτων, τα οποία είναι στεγανοποιημένα μέχρι του καταστρώματος στεγανών, σε στεγανά διαμερίσματα, το μέγιστο μήκος των οποίων υπολογίζεται σύμφωνα με τις ειδικές απαιτήσεις που παρέχονται κατωτέρω. Αντί για αυτές τις απαιτήσεις, είναι δυνατό να χρησιμοποιηθούν οι κανονισμοί για την υποδιαίρεση και την ευστάθεια των επιβατηγών πλοίων ως ισοδύναμο του Μέρους Β του κεφαλαίου II της διεθνούς σύμβασης περί ασφαλείας της ανθρώπινης ζωής εν θαλάσση, του 1960, όπως περιέχονται στην Απόφαση Α. 265 (VIII) του ΙΜΟ, εφόσον ισχύουν στο σύνολο τους. Κάθε άλλο τμήμα της εσωτερικής δομής που επηρεάζει την αποτελεσματικότητα της υποδιαιρέσεως του πλοίου πρέπει να είναι στεγανό. 3 Κατακλύσιμο μήκος διαμερισμάτων (R 4) ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ ΚΑΙ ΤΑ ΥΠΑΡΧΟΝΤΑ ΠΛΟΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ Β: .1 Το κατακλύσιμο μήκος σε δεδομένο σημείο είναι το μέγιστο τμήμα του μήκους του πλοίου το οποίο έχει το κέντρο του στο εν λόγω σημείο και δύναται να κατακλυσθεί υπό τις συνθήκες διαχωρητότητας που παρέχονται κατωτέρω χωρίς το πλοίο να βυθισθεί πέραν της γραμμής ορίου βυθίσεως. .2 Σε περίπτωση πλοίου που δεν έχει συνεχές κατάστρωμα στεγανών διαφραγμάτων, το κατακλύσιμο μήκος σε οποιοδήποτε σημείο δύναται να προσδιοριστεί δι' υποθετικής συνεχούς γραμμής ορίου βυθίσεως, η οποία σε κανένα σημείο δεν είναι χαμηλότερα των 76 χιλιοστομέτρων κάτωθεν της άνω επιφάνειας του καταστρώματος στην πλευρά, μέχρι του οποίου τα εν λόγω στεγανά διαφράγματα και το εξωτερικό περίβλημα διατηρούνται στεγανά. .3 Όταν τμήμα της υποθετικής γραμμής ορίου βυθίσεως είναι αισθητώς κάτωθεν του καταστρώματος μέχρι του οποίου εκτείνονται τα στεγανά διαφράγματα, η αρχή του κράτους της σημαίας του πλοίου δύναται να επιτρέπει περιορισμένη μείωση της στεγανότητας των τμημάτων των διαφραγμάτων, που βρίσκονται άνωθεν της γραμμής ορίου βυθίσεως και αμέσως κάτωθεν του ανωτέρου καταστρώματος. 4 Επιτρεπόμενο μήκος διαμερισμάτων (R 6) ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ ΚΑΙ ΤΑ ΥΠΑΡΧΟΝΤΑ ΠΛΟΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ Β: Το μέγιστο επιτρεπόμενο μήκος διαμερίσματος, το οποίο έχει το κέντρο του σε οποιοδήποτε σημείο του μήκους του πλοίου, ευρίσκεται από το κατακλύσιμο μήκος πολλαπλασιαζόμενο επί κατάλληλο συντελεστή που καλείται συντελεστής υποδιαιρέσεως. 5 Διαχωρητότητα (R 5) ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ ΚΑΙ ΤΑ ΥΠΑΡΧΟΝΤΑ ΠΛΟΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ Β: Οι παραδοχές που αναφέρονται στον κανονισμό 3 αφορούν τη διαχωρητότητα των χώρων κάτωθεν της γραμμής ορίου βυθίσεως. Για τον προσδιορισμό του κατακλύσιμου μήκους, η υποθετική μέση διαχωρητότητα των χώρων κάτωθεν της γραμμής ορίου βυθίσεως παρέχεται από τον πίνακα του κανονισμού 8.
- 6 Συντελεστής υποδιαιρέσεως Ο συντελεστής υποδιαιρέσεως έχει ως εξής: ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ ΚΑΙ ΤΑ ΥΠΑΡΧΟΝΤΑ ΕΠΙΒΑΤΗΓΑ ΠΛΟΙΑ Ro-Ro ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ Β 1,0 όταν έχει πιστοποιηθεί η δυνατότητα μεταφοράς λιγότερων από 400 ατόμων από το πλοίο και 0,5 όταν έχει πιστοποιηθεί η δυνατότητα μεταφοράς περισσότερων από 400 ατόμων από το πλοίο. Τα υπάρχοντα πλοία Ro-Ro κατηγορίας Β πρέπει να συμμορφωθούν με τον παρόντα κανόνα το αργότερο έως την ημερομηνία συμμόρφωσης που ορίζεται στον κανονισμό ΙΙ-1/Β/8-2, παράγραφος
- ΥΠΑΡΧΟΝΤΑ ΕΠΙΒΑΤΗΓΑ ΠΛΟΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ Β, ΠΛΗΝ ΤΩΝ ΠΛΟΙΩΝ RORO: 1,0 7 Ειδικοί κανόνες που αφορούν την υποδιαίρεση πλοίων (R 7) ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ ΚΑΙ ΤΑ ΥΠΑΡΧΟΝΤΑ ΠΛΟΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ Β: .1 Όταν σε ένα ή περισσότερα τμήματα του πλοίου, τα στεγανά διαφράγματα εκτείνονται μέχρις ενός υψηλότερου καταστρώματος απ' ό,τι στο υπόλοιπο τμήμα του πλοίου και επιδιώκεται να αξιοποιηθεί αυτή η σε ύψος επέκταση των διαφραγμάτων κατά τον υπολογισμό του κατακλύσιμου μήκους, είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθούν χωριστές γραμμές ορίου βυθίσεως για κάθε τμήμα του πλοίου, υπό τον όρο ότι: .1 οι πλευρές του πλοίου εκτείνονται καθ' όλο το μήκος του πλοίου μέχρι του καταστρώματος που αντιστοιχεί στην ανώτερη γραμμή βυθίσεως και όλα τα ανοίγματα επί του εξωτερικού περιβλήματος που βρίσκονται κάτωθεν αυτού του καταστρώματος καθ' όλο το μήκος του πλοίου θεωρούνται, για τους σκοπούς του κανονισμού 15, ότι βρίσκονται κάτωθεν της γραμμής ορίου βυθίσεως, και .2 έκαστο από τα δύο που είναι παρακείμενα στη «βαθμίδα» του καταστρώματος στεγανών διαφραγμάτων διαμερίσματα είναι εντός των ορίων του επιτρεπόμενου μήκους που ανταποκρίνεται στις αντίστοιχες γραμμές ορίου βυθίσεως και επιπλέον το συνδυασμένο μήκος τους δεν είναι υπερδιπλάσιο του επιτρεπόμενου μήκους που υπολογίζεται επί της κατωτέρας γραμμής ορίου βυθίσεως. .2 Ένα διαμέρισμα δύναται να υπερβαίνει το επιτρεπόμενο μήκος που ορίζεται από τις διατάξεις του κανονισμού 4, υπό τον όρο ότι το συνδυασμένο μήκος του κάθε ζεύγους παρακείμενων διαμερισμάτων, προς τα οποία το εν λόγω διαμέρισμα είναι κοινό, δεν υπερβαίνει το κατακλύσιμο μήκος ή το διπλάσιο του επιτρεπόμενου μήκους, όποιο από τα δύο είναι το μικρότερο. .3 Ένα κύριο εγκάρσιο διάφραγμα δύναται να έχει εσοχή, υπό τον όρο ότι όλα τα τμήματα της εσοχής ευρίσκονται εσωτερικώς κατακόρυφων επιφανειών σε αμφότερες τις πλευρές του πλοίου και σε απόσταση από τα ελάσματα του εξωτερικού περιβλήματος ίση με το ένα πέμπτο του πλάτους του πλοίου, μετρώμενη καθέτως προς τον άξονα του πλοίου στο ύψος της ανωτάτης εμφόρτου ισάλου γραμμής της υποδιαιρέσεως. Κάθε τμήμα της εσοχής που ευρίσκεται εκτός των εν λόγω ορίων πρέπει να θεωρείται βαθμίδα, σύμφωνα με την παράγραφο
- .4 Όταν ένα κύριο εγκάρσιο διάφραγμα έχει εσοχή ή σχηματίζει βαθμίδα, για τον υπολογισμό της υποδιαιρέσεως πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ένα ισοδύναμο επίπεδο διάφραγμα. .5 Όταν ένα κύριο εγκάρσιο στεγανό διαμέρισμα περιέχει τοπική υποδιαίρεση και η αρχή του κράτους της σημαίας πεισθεί ότι, ύστερα από υποθετική βλάβη της πλευράς του πλοίου που εκτείνεται σε μήκος 3 μέτρων συν 3 % του μήκους του πλοίου ή 11 μέτρων ή 10 % του μήκους του πλοίου, όποιο είναι μικρότερο, ολόκληρος ο όγκος του κυρίου διαμερίσματος δεν θα κατακλυσθεί, δύναται να επιτρέπει αναλογική επαύξηση του επιτρεπόμενου μήκους, το οποίο διαφορετικά θα απαιτείτο για το εν λόγω διαμέρισμα. Στην περίπτωση αυτή ο όγκος της υποθετικής ενεργού πλευστότητας στην άθικτη πλευρά δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερος του όγκου που λαμβάνεται επί της πλευράς που υπέστη βλάβη. Η επαύξηση δυνάμει αυτού του εδαφίου πραγματοποιείται μόνον όταν δεν ενδέχεται να παρεμποδίσει τη συμμόρφωση προς τον κανονισμό
- ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ και Δ: .6 Ένα κύριο εγκάρσιο διάφραγμα δύναται να σχηματίζει βαθμίδα, εφόσον τηρείται τουλάχιστον μια από τις ακόλουθες προϋποθέσεις: .1 το συνδυασμένο μήκος των δύο διαμερισμάτων που χωρίζονται από το εν λόγω διάφραγμα δεν υπερβαίνει είτε το 90 % του κατακλύσιμου μήκους είτε το διπλάσιο του επιτρεπόμενου μήκους, με εξαίρεση την περίπτωση πλοίων με συντελεστή διαχωρισμού ίσο με 1, όπου το συνδυασμένο μήκος των δύο εν λόγω διαμερισμάτων δεν θα υπερβαίνει το επιτρεπόμενο μήκος· .2 προβλέπεται επιπλέον υποδιαίρεση μέχρι τη βαθμίδα προκειμένου να διατηρηθεί το ίδιο επίπεδο ασφάλειας με εκείνο που παρέχει το επίπεδο διαφράγματος· .3 το διαμέρισμα πάνω από το οποίο εκτείνεται η βαθμίδα δεν υπερβαίνει το επιτρεπόμενο μήκος που αντιστοιχεί στη γραμμή ορίου βυθίσεως, η οποία βρίσκεται 76 χιλιοστόμετρα κάτω από τη βαθμίδα. .7 Σε πλοία μήκους 100 μέτρων και άνω, ένα από τα κύρια εγκάρσια διαφράγματα πίσω από την πρωραία δεξαμενή τοποθετείται σε απόσταση από την κατακόρυφη της πλώρης όχι μεγαλύτερη από το επιτρεπόμενο μήκος. .8 Σε περίπτωση που η απόσταση μεταξύ δύο παρακείμενων κύριων εγκάρσιων διαφραγμάτων ή των ισοδυνάμων επιπέδων διαφραγμάτων ή η απόσταση μεταξύ των εγκάρσιων επιπέδων που διέρχονται από τις πλησιέστερες βαθμίδες των διαφραγμάτων είναι μικρότερη από 3 μέτρα συν 3 % του μήκους του πλοίου ή 11 μέτρα ή 10 % του μήκους του πλοίου, όποιο είναι το μικρότερο, μόνον ένα από τα εν λόγω διαφράγματα θεωρείται ότι αποτελεί μέρος της υποδιαίρεσης του πλοίου. .9 Όταν ο απαιτούμενος συντελεστής υποδιαίρεσης είναι 0,5, το συνδυασμένο μήκος δύο οποιωνδήποτε παρακείμενων διαμερισμάτων δεν θα υπερβαίνει το κατακλύσιμο μήκος. 8 Ευστάθεια πλοίων σε περίπτωση βλάβης (R 8) ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ ΚΑΙ ΤΑ ΥΠΑΡΧΟΝΤΑ ΠΛΟΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ Β: .1.1 Πρέπει να προβλέπεται επαρκής ευστάθεια στην άθικτη κατάσταση, ώστε για όλες τις συνθήκες υπηρεσίας το πλοίο να μπορεί να αντέχει το τελικό στάδιο κατακλύσεως οποιουδήποτε κυρίου διαμερίσματος που απαιτείται να είναι εντός του κατακλύσιμου μήκους. .1.2 Όταν δύο παρακείμενα κύρια διαμερίσματα χωρίζονται από διάφραγμα το οποίο σχηματίζει βαθμίδα, κάτω από τις προϋποθέσεις του κανονισμού 7.6.1, η ευστάθεια στην άθικτη κατάσταση είναι τέτοια ώστε το πλοίο να μπορεί να αντέχει την κατάκλυση αυτών των δύο παρακείμενων διαμερισμάτων. .1.3 Όταν ο απαιτούμενος συντελεστής υποδιαιρέσεως είναι 0,50, η ευστάθεια στην άθικτη κατάσταση πρέπει να είναι τέτοια ώστε το πλοίο να μπορεί να αντέχει την κατάκλυση δύο οποιωνδήποτε παρακείμενων διαμερισμάτων. .2.1 Οι απαιτήσεις της υποπαραγράφου .1 πρέπει να προσδιορίζονται με υπολογισμούς σύμφωνα με τις παραγράφους .3, .4 και .6, οι οποίοι λαμβάνουν υπόψη τις αναλογίες και τα χαρακτηριστικά του σχεδίου του πλοίου καθώς και τη διάταξη και διαμόρφωση των διαμερισμάτων που υπέστησαν βλάβη. Κατά την εκτέλεση των υπολογισμών αυτών, το πλοίο πρέπει να θεωρείται ότι ευρίσκεται υπό τις χείριστες προσδοκώμενες συνθήκες υπηρεσίας από άποψη ευστάθειας. .2.2 Όταν προτείνεται να τοποθετηθούν καταστρώματα, εσωτερικά περιβλήματα, ή διαμήκη διαφράγματα επαρκούς στεγανότητας προκειμένου να περιορίζουν σημαντικώς την εισροή ύδατος, οι περιορισμοί αυτοί πρέπει να λαμβάνονται επαρκώς υπόψη κατά τους υπολογισμούς. ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ ΚΑΙ ΤΑ ΥΠΑΡΧΟΝΤΑ ΕΠΙΒΑΤΗΓΑ ΠΛΟΙΑ RO-RO ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ Β ΚΑΙ ΤΑ ΥΠΑΡΧΟΝΤΑ ΕΠΙΒΑΤΗΓΑ ΠΛΟΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ Β ΠΛΗΝ ΤΩΝ ΠΛΟΙΩΝ RO-RO, ME ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗΣ ΤΗΝ Ή ΜΕΤΑ ΤΗΝ 29Η ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1990: .2.3 Η ευστάθεια που απαιτείται στην τελική κατάσταση μετά τη βλάβη και μετά από εξισορρόπηση, όπου προβλέπεται, πρέπει να προσδιορίζεται ως εξής: .2.3.1 Η καμπύλη του απομένοντα θετικού μοχλοβραχίονα ανόρθωσης πρέπει να έχει μία ελάχιστη περιοχή τιμών 15° πέραν της γωνίας ισορροπίας. Η περιοχή αυτή δύναται να μειούται σε 10° κατ' ελάχιστο όριο σε περίπτωση κατά την οποία η επιφάνεια κάτωθεν του θετικού μοχλοβραχίονα είναι εκείνη που προσδιορίζεται στο εδάφιο .2.3.2 πολλαπλασιασμένη επί τον λόγο 15/περιοχή, όπου η περιοχή εκφράζεται σε μοίρες..2.3.2 Η επιφάνεια κάτωθεν της καμπύλης του μοχλοβραχίονα ανόρθωσης πρέπει να είναι τουλάχιστον 0,015 m-rad, μετρούμενα από τη γωνία ισορροπίας έως τη μικρότερη μεταξύ: .1 της γωνίας στην οποία σημειώνεται προοδευτική κατάκλυση· .2 των 22° (που μετρούνται από την όρθια θέση) στην περίπτωση που κατακλύζεται ένα διαμέρισμα· ή των 27° (που μετρούνται από την όρθια θέση) σε περίπτωση ταυτόχρονης κατακλύσεως δύο παρακείμενων διαμερισμάτων. .2.3.3 Πρέπει να επιτυγχάνεται ένας απομένων μοχλοβραχίονας ανόρθωσης εντός της περιοχής σωστικών σκαφών ευστάθειας, λαμβανομένης υπόψη της μέγιστης των κατωτέρω ροπών κλίσεως που προκύπτει: .1 όταν υπάρξει συγκέντρωση όλων των επιβατών προς τη μία πλευρά· .2 όταν γίνει καθαίρεση από τη μία πλευρά όλων των επωτίδιων σωστικών σκαφών πλήρως φορτωμένων .3 λόγω της πιέσεως του ανέμου· όπως υπολογίζεται βάσει του τύπου: ροπή κλίσης GZ(μέτρα) =______________ + 0,04 εκτόπισμα ενώ, σε καμία περίπτωση, ο θετικός μοχλοβραχίονας ανόρθωσης δεν πρέπει να είναι μικρότερος των 0,10 μέτρων. .2.3.4 Για τον σκοπό του υπολογισμού των ροπών κλίσεως σύμφωνα με την παράγραφο .2.3.3 πρέπει να γίνονται οι κατωτέρω παραδοχές: .1 Ροπή που οφείλεται στη συγκέντρωση των επιβατών: .1.1 τέσσερα άτομα ανά τετραγωνικό μέτρο· .1.2 μάζα 75 kg ανά επιβάτη· .1.3 οι επιβάτες να κατανέμονται στις διατιθέμενες επιφάνειες καταστρωμάτων προς τη μία πλευρά του πλοίου επί των καταστρωμάτων όπου υπάρχουν σταθμοί συγκέντρωσης και κατά τρόπο ώστε να δημιουργούν την πλέον δυσμενή ροπή κλίσεως. .2 Ροπή που οφείλεται στην καθαίρεση όλων των επωτίδιων σωσίβιων λέμβων από τη μία πλευρά πλήρως φορτωμένων: .2.1 όλες οι σωσίβιες λέμβοι και λέμβοι περισυλλογής που είναι τοποθετημένες στην πλευρά προς την οποία έχει κλίση το πλοίο που έχει υποστεί βλάβη υποτίθεται ότι αιωρούνται πλήρως φορτωμένες και έτοιμες να καθαιρεθούν· .2.2 για σωσίβιες λέμβους που διευθετούνται έτσι ώστε να καθαιρούνται πλήρως φορτωμένες από τη θέση στοιβασίας, λαμβάνεται υπόψη η μέγιστη ροπή κλίσεως κατά τη διάρκεια της καθαιρέσεως· .2.3 μία πλήρως φορτωμένη επωτίδια σωσίβια σχεδία προσδεδεμένη σε κάθε επωτίδα στην πλευρά προς την οποία κλίνει το πλοίο που έχει υποστεί βλάβη, υποτίθεται ότι αιωρείται έτοιμη για καθαίρεση· .2.4 τα άτομα που δεν έχουν επιβιβασθεί σε σωστικά μέσα τα οποία αιωρούνται, δεν δίδουν ούτε επιπρόσθετη κλίση ούτε ροπή κλίσεως· .2.5 τα σωστικά μέσα στην αντίθετη πλευρά του πλοίου από εκείνη προς την οποία κλίνει το πλοίο, υποτίθεται ότι ευρίσκονται στη θέση στοιβασίας. .3 Ροπή που οφείλεται στην πίεση του ανέμου, .3.1 Κατηγορία Β: εφαρμόζεται πίεση ανέμου ίση με 1 20 N/m2·Κατηγορίες Γ και Δ: εφαρμόζεται πίεση ανέμου ίση με 80 N/m2· .3.2 η επιφάνεια εφαρμογής πρέπει να είναι η προβολή της πλευρικής επιφάνειας του πλοίου άνωθεν της ισάλου γραμμής που αντιστοιχεί στην άθικτη κατάσταση· .3.3 ο μοχλοβραχίονας ροπής είναι η κατακόρυφη απόσταση από ένα σημείο στο ήμισυ του μέσου βυθίσματος που αντιστοιχεί στην άθικτη κατάσταση έως το κέντρο βάρους της πλευρικής επιφάνειας. .2.4 Σε περίπτωση σημαντικής προοδευτικής κατακλύσεως, η οποία προκαλεί ταχεία μείωση του μοχλοβραχίονα ανόρθωσης κατά 0,04 μέτρα ή περισσότερο, η καμπύλη του μοχλοβραχίονα ανόρθωσης πρέπει να θεωρείται ότι τελειώνει στη γωνία προοδευτικής κατάκλυσης ενώ η περιοχή τιμών και η επιφάνεια που αναφέρονται στα σημεία .2.3.1 και .2.3.2 πρέπει να μετρώνται στη γωνία αυτή. .2.5 Όταν η προοδευτική κατάκλυση είναι περιορισμένη και δεν βαίνει αμείωτη και προκαλεί βραδεία μείωση του μοχλοβραχίονα ανόρθωσης μικρότερη των 0,04 μέτρων, το υπόλοιπο της καμπύλης πρέπει να μειούται με βάση την υπόθεση ότι ο προοδευτικά κατακλυζόμενος χώρος κατακλύζεται εξ αρχής κατά τον τρόπο αυτό. .2.6 Σε ενδιάμεσα στάδια κατακλύσεως, ο μέγιστος μοχλοβραχίονας ανόρθωσης πρέπει να είναι τουλάχιστον 0,05 μέτρα και η περιοχή τιμών των θετικών μοχλοβραχιόνων ανόρθωσης πρέπει να είναι τουλάχιστον 7°. Σε όλες τις περιπτώσεις, πρέπει να υποτίθεται ένα μόνο ρήγμα στο κύτος και μία μόνο ελεύθερη επιφάνεια. ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ ΚΑΙ ΤΑ ΥΠΑΡΧΟΝΤΑ ΠΛΟΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ Β: .3 Για την εκτέλεση των υπολογισμών ευστάθειας σε κατάσταση βλάβης, οι διαχωρητότητες όγκου και επιφάνειας έχουν ως εξής: Χώροι Διαχωρητότητα (σε%) Χρησιμοποιούνται για φορτίο ή εφόδια Χρησιμοποιούνται ως χώροι ενδιαιτήσεως Καταλαμβάνονται από μηχανοστάσια Προορίζονται για υγρά 60 95 85 0 or 95 (*) (*) Το ποσοστό που οδηγεί σε αυστηρότερες απαιτήσεις. Μεγαλύτερες διαχωρητότητες επιφάνειας πρέπει να λαμβάνονται για τους χώρους οι οποίοι γειτνιάζουν με το επίπεδο ισάλου που έπαθε βλάβη και δεν περιέχουν σημαντική ποσότητα ενδιαιτήσεως ή μηχανών καθώς και χώροι που γενικά δεν καταλαμβάνονται από σημαντική ποσότητα φορτίου ή εφοδίων. .4 Η υποτιθέμενη έκταση ζημίας είναι η εξής: . 1 διαμήκης έκταση: 3,0 μέτρα συν 3 % του μήκους του πλοίου ή 11 μέτρα ή 10 % του μήκους του πλοίου, όποια είναι η μικρότερη· .2 εγκάρσια έκταση (μετρώμενη από το εσωτερικό της πλευράς του πλοίου καθέτως προς τον άξονα συμμετρίας στο ύψος της ανώτατης εμφόρτου ισάλου γραμμής της υποδιαιρέσεως): το εν πέμπτο του πλάτους του πλοίου· και .3 κάθετη έκταση: από την άνω ακμή της τρόπιδος προς τα άνω απεριορίστως· .4 εάν βλάβη μικρότερης έκτασης από εκείνη που αναφέρεται στις παραγράφους .4.1,.4.2,. 4.3 μπορεί να συντελέσει στη δημιουργία σοβαρότερων συνθηκών από άποψη κλίσεως ή μειώσεως του μετακεντρικού ύψους, η βλάβη αυτή πρέπει να ληφθεί υπόψη κατά τους υπολογισμούς. .5 Η ασύμμετρη κατάκλυση πρέπει να περιορίζεται στο ελάχιστο μέσω ικανοποιητικών διαρρυθμίσεων. Όταν απαιτείται η διόρθωση μεγάλων γωνιών κλίσεως, τα χρησιμοποιούμενα μέσα πρέπει να είναι αυτόματα, εφόσον είναι πρακτικώς δυνατόν. Σε όλες όμως τις περιπτώσεις που προβλέπονται χειριστήρια των εξαρτημάτων για την αντίρροπη κατάκλυση, πρέπει να υπάρχει δυνατότητα χειρισμού άνωθεν του καταστρώματος στεγανών. Για τα νέα πλοία των κατηγοριών Β, Γ και Δ, η μέγιστη γωνία κλίσης του πλοίου μετά την κατάκλυση και πριν από την εξισορρόπηση δεν πρέπει να υπερβαίνει τις 15°. Όταν απαιτούνται εξαρτήματα για την αντίρροπη κατάκλυση, ο χρόνος εξισορρόπησης δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 15 λεπτά. Στον πλοίαρχο του πλοίου πρέπει να δίδονται κατάλληλες οδηγίες σχετικά με τη χρήση των εξαρτημάτων αντίρροπης κατακλύσεως. .6 Η τελική κατάσταση μετά τη βλάβη και, στην περίπτωση ασύμμετρης κατακλύσεως, μετά τη λήψη μέτρων επισορρόπησης πρέπει να πληροί τους ακόλουθους όρους: .1 στην περίπτωση συμμετρικής κατακλύσεως, το απομένον μετακεντρικό ύψος πρέπει να είναι θετικό και τουλάχιστον ίσο προς 50 χιλιοστόμετρα, όπως υπολογίζεται με τη μέθοδο σταθερού εκτοπίσματος· .2α Εάν δεν ορίζεται διαφορετικά στην παράγραφο 6.2β, στην περίπτωση ασύμμετρης κατακλύσεως, η γωνία κλίσης για την κατάκλυση ενός διαμερίσματος πρέπει να μην υπερβαίνει τις 7° για τα πλοία κατηγορίας Β (νέα και υπάρχοντα) και τις 12° για τα πλοία κατηγορίας Γ και Δ (νέα). Σε περίπτωση ταυτόχρονης κατακλύσεως δύο παρακείμενων διαμερισμάτων, επιτρέπεται κλίση 12° για τα νέα και υπάρχοντα πλοία της κατηγορίας Β, με την προϋπόθεση ότι ο συντελεστής υποδιαίρεσης δεν θα υπερβαίνει το 0,50 σε κανένα σημείο του κατακλυσμένου μέρους του πλοίου· .2β Για υπάρχοντα επιβατηγά πλοία κατηγορίας Β, πλην των πλοίων RoRo, με ημερομηνία κατασκευής πριν από την 29η Απριλίου 1990, σε περίπτωση ασύμμετρης κατάκλυσης, η γωνία δεν θα πρέπει να είναι μεγαλύτερη από 7 μοίρες, εκτός από εξαιρετικές περιπτώσεις, στις οποίες η αρχή μπορεί να επιτρέψει κλίση λόγω ασύμμετρης ροπής, σε καμία περίπτωση, όμως, η τελική ροπή δεν μπορεί να υπερβαίνει τις 15° .3 Σε καμία περίπτωση η γραμμή ορίου βυθίσεως δεν μπορεί να βυθίζεται κατά το τελικό στάδιο κατακλύσεως. Εάν θεωρηθεί ότι η γραμμή ορίου βυθίσεως είναι δυνατόν να βυθισθεί σε ενδιάμεσο στάδιο κατακλύσεως, η αρχή του κράτους της σημαίας του πλοίου δύναται να απαιτήσει να γίνουν οι έρευνες και διαρρυθμίσεις που κρίνει αναγκαίες για την ασφάλεια του πλοίου. .7 Ο πλοίαρχος του πλοίου πρέπει να εφοδιάζεται με τα αναγκαία δεδομένα, προκειμένου να εξασφαλίζει στις συνθήκες υπηρεσίας επαρκή ευστάθεια στην άθικτη κατάσταση, ώστε το πλοίο να μπορεί να αντέξει σε περίπτωση σοβαρής ζημίας. Προκειμένου περί πλοίων που χρειάζονται αντίρροπη κατάκλυση, ο πλοίαρχος πρέπει να είναι ενήμερος των συνθηκών ευστάθειας στις οποίες βασίζονται οι υπολογισμοί κλίσεως και να έχει προειδοποιηθεί ότι το πλοίο ενδέχεται να λάβει υπερβολική κλίση, εάν υποστεί βλάβη σε χειρότερες συνθήκες ευστάθειας. .8 Τα στοιχεία που αναφέρονται στην παράγραφο .7 προκειμένου να δύναται ο πλοίαρχος να διατηρεί επαρκή ευστάθεια στην άθικτη κατάσταση, πρέπει να περιλαμβάνουν πληροφορίες όσον αφορά το μέγιστο επιτρεπόμενο ύψος του κέντρου βάρους του πλοίου άνωθεν της τρόπιδος (KG) ή, εναλλακτικά, το ελάχιστο επιτρεπόμενο μετακεντρικό ύψος (GM), για επαρκή περιοχή τιμών βυθισμάτων ή εκτοπισμάτων ώστε να περιλαμβάνονται όλες οι συνθήκες υπηρεσίας. Οι πληροφορίες πρέπει να δείχνουν την επίδραση διαφόρων τιμών διαγωγής του πλοίου λαμβάνοντας υπόψη τα όρια λειτουργίας. .9 Κάθε πλοίο πρέπει να έχει κλίμακες βυθισμάτων καθαρά χαραγμένες στην πρώρα και την πρύμνη. Στην περίπτωση που τα σημεία των βυθισμάτων δεν ευρίσκονται σε εύκολα ορατό σημείο, ή επιχειρησιακοί περιορισμοί για μία ειδική μεταφορά καθιστούν δυσανάγνωστα τα σημεία βυθισμάτων, τότε το πλοίο πρέπει να είναι εξοπλισμένο και με αξιόπιστο σύστημα ένδειξης βυθισμάτων, με το οποίο δύνανται να προσδιορίζονται τα βυθίσματα της πρώρας και της πρύμνης. .10 Μετά το πέρας της φόρτωσης του πλοίου και πριν την αναχώρηση του, ο πλοίαρχος προσδιορίζει την διαγωγή και την ευστάθεια του πλοίου, ενώ επίσης διαπιστώνει και καταγράφει αν το σκάφος πληροί τα κριτήρια ευστάθειας που προβλέπονται στους σχετικούς κανονισμούς. Η εξακρίβωση της ευστάθειας του πλοίου πραγματοποιείται πάντοτε βάσει υπολογισμού. Για το σκοπό αυτό είναι δυνατό να χρησιμοποιείται ηλεκτρονικός υπολογιστής φόρτωσης και ευστάθειας ή άλλο ανάλογο μέσο. .11 Η αρχή του κράτους της σημαίας του πλοίου δεν δύναται να φανεί ελαστική ως προς τις απαιτήσεις σχετικά με την ευστάθεια σε περίπτωση βλάβης, εκτός εάν αποδειχθεί ότι το μετακεντρικό ύψος του πλοίου σε άθικτη κατάσταση σε οποιεσδήποτε συνθήκες υπηρεσίας, που απαιτείται για να αντιμετωπίσει τις ανωτέρω απαιτήσεις, είναι υπεραρκετό για την προβλεπόμενη υπηρεσία. .12 Ελαστικότητα όσον αφορά τις απαιτήσεις σχετικά με την ευστάθεια σε περίπτωση βλάβης επιτρέπεται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις και με την προϋπόθεση ότι η αρχή του κράτους της σημαίας κρίνει ότι οι αναλογίες, οι ρυθμίσεις και τα λοιπά χαρακτηριστικά του πλοίου είναι τα πλέον ενδεδειγμένα για την ευστάθεια σε περίπτωση βλάβης που θα ήταν εφικτό και εύλογο να επιλεγούν κάτω από τις ειδικές αυτές περιστάσεις. 8-1 Ευστάθεια των επιβατηγών πλοίων Ro-Ro σε περίπτωση βλάβης (R 8-1) ΥΠΑΡΧΟΝΤΑ ΕΠΙΒΑΤΗΓΑ ΠΛΟΙΑ RO-RO ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ Β: .1 Τα υπάρχοντα επιβατηγά πλοία Ro-Ro συμμορφώνονται με τις διατάξεις του κανονισμού 8 το αργότερο κατά την ημερομηνία συμμόρφωσης που καθορίζεται παρακάτω, ανάλογα με την τιμή της A/Amax, όπως αυτή ορίζεται στο παράρτημα της διαδικασίας υπολογισμού για την εκτίμηση των χαρακτηριστικών επιβίωσης των υφιστάμενων επιβατηγών πλοίων Ro-Ro όταν χρησιμοποιείται απλουστευμένη μέθοδος βάσει του ψηφίσματος Α.265 (VIII), το οποίο εκπόνησε η Επιτροπή Θαλάσσιας Ασφάλειας κατά την 59η συνοδό της του Ιουνίου 1991 (MSC/Circ. 574). Τιμή της A/Amax: μικρότερη του 85% Ημερομηνία συμμόρφωσης: ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος Νόμου 85% και άνω, μικρότερη όμως του 90% ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος Νόμου 90 και άνω, μικρότερη όμως του 95% ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος Νόμου 95% και άνω, μικρότερη όμως του 97,5% ημερομηνία της πρώτης περιοδικής επιθεώρησης μετά την 1 Οκτωβρίου 2004 97,5 και άνω ημερομηνία της πρώτης περιοδικής επιθεώρησης μετά την 1 Οκτωβρίου 2005 8-2 Ειδικές απαιτήσεις για τα επιβατηγά πλοία Ro-Ro που μεταφέρουν 400 και πλέον άτομα (R 8-2) ΝΕΑ ΕΠΙΒΑΤΗΓΑ ΠΛΟΙΑ RO-RO ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ ΚΑΙ ΥΠΑΡΧΟΝΤΑ ΕΠΙΒΑΤΗΓΑ ΠΛΟΙΑ RO-RO ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ Β: Κατά παρέκκλιση των διατάξεων των κανονισμών ΙΙ-1/Β/8 και ΙΙ-1/Β/8-1: .1 Τα νέα επιβατηγά πλοία Ro-Ro, των οποίων έχει πιστοποιηθεί η δυνατότητα μεταφοράς 400 ή πλέον ατόμων, θα συμμορφώνονται προς τις διατάξεις της παραγράφου .2.3 του κανονισμού ΙΙ-Ι/Β/8, με την παραδοχή ότι η βλάβη έπληξε το πλοίο σε οποιοδήποτε σημείο καθ' όλο το μήκος του L, και .2 τα υπάρχοντα επιβατηγά Ro-Ro των οποίων έχει πιστοποιηθεί η δυνατότητα μεταφοράς 400 ή πλέον ατόμων, συμμορφώνονται προς τις απαιτήσεις της παραγράφου 1 το αργότερο κατά την τελευταία μεταξύ των ημερομηνιών συμμόρφωσης που καθορίζονται στις υποπαραγράφους .2.1, .2.2 ή. 2.
- .2.1 Τιμή της A/Amax: Ημερομηνία συμμόρφωσης: μικρότερη του 85% ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος Νόμου 85% και άνω, μικρότερη όμως του 90% ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος Νόμου 90% και ανω, μικρότερη όμως του 95% ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος Νόμου 95 % και άνω, μικρότερη όμως του 97,5 ημερομηνία της πρώτης περιοδικής επιθεώρησης μετά την 1 Οκτωβρίου 2004 97,5 % και άνω ημερομηνία της πρώτης περιοδικής επιθεώρησης μετά την 1 Οκτωβρίου 2010 .2.2 Επιτρεπόμενος αριθμός μεταφερόμενων ατόμων: 1 500 και άνω ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος Νόμου 1 000 και άνω, λιγότερα όμως από 1 500 ημερομηνία της πρώτης περιοδικής επιθεώρησης μετά την 1 Οκτωβρίου 2006 600 και άνω, λιγότερα όμως από 1 000 ημερομηνία της πρώτης περιοδικής επιθεώρησης μετά την 1 Οκτωβρίου 2008 400 και άνω, λιγότερα όμως από 600 ημερομηνία της πρώτης περιοδικής επιθεώρησης μετά την 1 Οκτωβρίου 2010 .2.3 Ηλικία του πλοίου ίση ή μεγαλύτερη των 20 ετών: όπου ο όρος «ηλικία του πλοίου» σημαίνει το χρόνο από την ημερομηνία τοποθέτησης της τρόπιδας ή την ημερομηνία όπου η κατασκευή είχε φτάσει σε ανάλογη φάση ή από την ημερομηνία κατά την οποία το πλοίο μετετράπη σε επιβατηγό πλοίο Ro-Ro. 8-3 Ειδικές απαιτήσεις για τα επιβατηγά πλοία, πλην των επιβατηγών πλοίων Ro-Ro, που μεταφέρουν 400 άτομα και άνω ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ, ΠΛΗΝ ΤΩΝ ΕΠΙΒΑΤΗΓΩΝ ΠΛΟΙΩΝ RO-RO Κατά παρέκκλιση των διατάξεων του κανονισμού ΙΙ-Ι/Β/8, τα επιβατηγά πλοία, με την εξαίρεση των επιβατηγών πλοίων Ro-Ro, των οποίων έχει πιστοποιηθεί η δυνατότητα μεταφοράς 400 ή πλέον ατόμων θα συμμορφώνονται προς τις διατάξεις των παραγράφων 2.3 και 2.6 του κανονισμού ΙΙ-Ι/Β/8, με την παραδοχή ότι η βλάβη έπληξε το πλοίο σε οποιοδήποτε σημείο καθ' όλο το μήκος του L. 9 Ακραία διαφράγματα και διαφράγματα χώρου μηχανοστασίου (R 10) ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ ΚΑΙ ΤΑ ΥΠΑΡΧΟΝΤΑ ΠΛΟΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ Β: .1 Πρέπει να τοποθετείται ένα διάφραγμα πρωραίας δεξαμενής ζυγοσταθμίσεως ή διάφραγμα συγκρούσεως, στεγανό μέχρι του καταστρώματος στεγανών διαφραγμάτων. Αυτό το διάφραγμα πρέπει να τοποθετείται σε απόσταση από την πρωραία κάθετο όχι μικρότερη του 5 % του μήκους του πλοίου και όχι μεγαλύτερη των 3 μέτρων συν 5 % του μήκους του πλοίου. .2 Εάν οποιοδήποτε τμήμα του πλοίου κάτωθεν της ισάλου γραμμής εκτείνεται πρώραθεν της πρωραίας καθέτου, π.χ. ο πρωραίος βολβός, οι αποστάσεις που καθορίζονται στην παράγραφο 1 μετρώνται από ένα σημείο που ευρίσκεται: .1 στο μέσο του μήκους της εν λόγω προεκτάσεως· ή .2 σε απόσταση 1,5% του μήκους του πλοίου πρώραθεν της πρωραίας καθέτου·ή .3 σε απόσταση 3 μέτρων πρώραθεν της πρωραίας καθέτου, και δη από όποιο από αυτά οδηγεί στη μικρότερη μέτρηση. .3 Όταν υπάρχει μία μακρά πρωραία υπερκατασκευή, το διάφραγμα πρωραίας δεξαμενής ζυγοσταθμίσεως ή το διάφραγμα συγκρούσεως εκτείνεται καιροστεγώς μέχρι το επόμενο πλήρες κατάστρωμα άνωθεν του καταστρώματος στεγανών. Η προέκταση αυτή είναι σχεδιασμένη κατά τρόπο ώστε να αποκλείεται το ενδεχόμενο πρόκλησης ζημίας στο εν λόγω κατάστρωμα λόγω βλάβης ή αποκόλλησης της θύρας πλώρης. .4 Η προέκταση που απαιτείται στην παράγραφο 3 δεν είναι απαραίτητο να ευρίσκεται απευθείας άνωθεν του υποκείμενου διαφράγματος, υπό την προϋπόθεση ότι όλα τα μέρη της δεν υπερβαίνουν το όριο που αναφέρεται στην παράγραφο 1 ή στην παράγραφο
- Ωστόσο, στα υπάρχοντα πλοία της κατηγορίας Β: .1 όπου ένα κεκλιμένο επίπεδο (καταπέλτης) φορτώσεως σχηματίζει τμήμα της προεκτάσεως του διαφράγματος συγκρούσεως άνωθεν του καταστρώματος στεγανών, το τμήμα του κεκλιμένου επιπέδου άνω των 2,3 μέτρων άνωθεν του καταστρώματος στεγανών δεν μπορεί να εκτείνεται πέραν του 1,0 μέτρου εμπρός από τα πρωριαία όρια που καθορίζονται στις παραγράφους .1 και.
- .2 σε περίπτωση που το υφιστάμενο κεκλιμένο επίπεδο φορτώσεως δεν πληροί τις απαιτήσεις για να γίνει δεκτό ως προέκταση του διαφράγματος συγκρούσεως και η θέση του εμποδίζει την τοποθέτηση μιας τέτοιας προέκτασης στα όρια που προβλέπονται στην παράγραφο .1 ή στην παράγραφο .2, η προέκταση δύναται να τοποθετηθεί σε περιορισμένη απόσταση πίσω από το πρυμνιαίο όριο που καθορίζεται στην παράγραφο .1 ή στην παράγραφο .
- Η περιορισμένη πρυμναία απόσταση δεν υπερβαίνει την απόσταση που απαιτείται προκειμένου να αποφεύγονται οι αλληλεπιδράσεις με τον καταπέλτη φορτώσεως. Η προέκταση προς το διάφραγμα συγκρούσεως ανοίγει προς τα εμπρός και πληροί τις απαιτήσεις της παραγράφου .3, είναι δε διαρρυθμισμένη κατά τρόπον ώστε να αποκλείεται η πρόκληση ζημίας σε περίπτωση βλάβης ή αποκόλλησης του καταπέλτη φορτώσεως. .5 Τα κεκλιμένα επίπεδα φορτώσεως που δεν συμμορφώνονται με τις προαναφερόμενες απαιτήσεις δεν θεωρούνται προέκταση του διαφράγματος συγκρούσεως. .6 Για τα υπάρχοντα πλοία της κατηγορίας Β, οι απαιτήσεις των παραγράφων .3 και .4 θα ισχύσουν το αργότερο κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος Νόμου. .7 Επίσης, κάθε πλοίο πρέπει να διαθέτει διάφραγμα πρυμναίας δεξαμενής ζυγοσταθμίσεως καθώς και διαφράγματα που χωρίζουν το μηχανοστάσιο από τους χώρους φορτίου και επιβατών πρώραθεν και πρύμνηθεν. Τα διαφράγματα αυτά πρέπει να είναι στεγανά μέχρι του καταστρώματος στεγανών. Εντούτοις, το διάφραγμα πρυμναίας δεξαμενής ζυγοσταθμίσεως μπορεί να σχηματίζει βαθμίδα κάτω από το κατάστρωμα στεγανών, εφ' όσον ο βαθμός ασφαλείας του πλοίου, όσον αφορά την υποδιαίρεση, δεν μειούται κατά συνέπεια. .8 Σε όλες τις περιπτώσεις, οι χοάνες των ελικοφόρων ατράκτων πρέπει να κλείονται εντός στεγανών χώρων. Ο στυθιοθλίπτης πρέπει να βρίσκεται σε στεγανή σήραγγα ελικοφόρου άξονα ή σε άλλο στεγανό χώρο χωριστό από το διαμέρισμα της χοάνης των ελικοφόρων ατράκτων και τέτοιου όγκου ώστε, εάν κατακλυσθεί λόγω διαρροής μέσω του στυθιοθλίπτη, η γραμμή ορίου βυθίσεως να μη κατέλθει κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας. 10 Διπύθμενα (R 12) ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΜΗΚΟΥΣ 24 ΜΕΤΡΩΝ ΚΑΙ ΑΝΩ ΚΑΙ ΥΠΑΡΧΟΝΤΑ ΠΛΟΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ Β ΜΗΚΟΥΣ ΑΝΩ ΤΩΝ 50 ΜΕΤΡΩΝ: .1 Στα νέα πλοία μήκους 24 μέτρων και άνω και στα υπάρχοντα πλοία κατηγορίας Β μήκους άνω των 50 μέτρων, πρέπει να υπάρχει ένα διπύθμενο εκτεινόμενο από το διάφραγμα της πρωραίας δεξαμενής ζυγοσταθμίσεως μέχρι του διαφράγματος της πρυμναίας δεξαμενής ζυγοσταθμίσεως, στο μέτρο που τούτο είναι πρακτικά εφικτό και συμβιβάζεται προς τα χαρακτηριστικά και την κανονική λειτουργία του πλοίου. .1 Σε πλοία μήκους μικρότερου των 61 μέτρων πρέπει να υπάρχει διπύθμενο τουλάχιστον από το μηχανοστάσιο μέχρι του διαφράγματος της πρωραίας δεξαμενής ζυγοσταθμίσεως ή όσο πλησιέστερα προς αυτό είναι πρακτικώς δυνατό. .2 Σε πλοία μήκους ίσου ή μεγαλύτερου των 61 μέτρων και μικρότερου των 76 μέτρων πρέπει να υπάρχει διπύθμενο τουλάχιστον εκτός του μηχανοστασίου και να εκτείνεται μέχρι των διαφραγμάτων της πρωραίας και της πρυμναίας δεξαμενής ζυγοσταθμίσεως ή όσο πλησιέστερα προς αυτά είναι πρακτικώς δυνατό. .3 Σε πλοία μήκους 76 μέτρων και άνω πρέπει να υπάρχει διπύθμενο στο μέσο του πλοίου και να εκτείνεται μέχρι τα διαφράγματα της πρωραίας και πρυμναίας δεξαμενής ζυγοσταθμίσεως, ή όσο πλησιέστερα προς αυτά είναι πρακτικώς δυνατό. .2 Όπου απαιτείται η ύπαρξη διπύθμενου, το ύψος του πρέπει να συμμορφώνεται προς τις προδιαγραφές αναγνωρισμένου οργανισμού και ο εσωτερικός πυθμένας να συνεχίζεται μέχρι των πλευρών του πλοίου έτσι ώστε ο πυθμένας να προστατεύεται μέχρι το κυρτό του κύτους. Η προστασία αυτή θεωρείται επαρκής εάν η γραμμή τομής της εξωτερικής ακμής του ελάσματος του ορίου βυθίσεως με τα ελάσματα του κυρτού του κύτους δεν ευρίσκεται σε κανένα σημείο χαμηλότερα ενός οριζόντιου επιπέδου που διέρχεται από το σημείο τομής του μέσου νομέα με εγκάρσια διαγώνιο γραμμή κεκλιμένη κατά 25° ως προς το οριζόντιο επίπεδο που διέρχεται από την άνω όψη της τρόπιδος, η οποία τέμνει το επίπεδο αυτό σε σημείο που ευρίσκεται σε απόσταση, από τον άξονα του πλοίου ίση προς το ήμισυ του πλάτους του πλοίου. .3 Μικρά φρεάτια που κατασκευάζονται εντός του διπύθμενου και συνδέονται με τις διατάξεις αντλήσεως των κυτών, κ.λπ. πρέπει να μην είναι βαθύτερα απ' όσο είναι απαραίτητο. Το βάθος του φρεατίου σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να είναι μεγαλύτερο από το βάθος του διπύθμενου στον άξονα συμμετρίας του πλοίου μειωμένο κατά 460 χιλιοστόμετρα, το δε φρεάτιο δεν πρέπει να εκτείνεται κάτωθεν του οριζόντιου επιπέδου που αναφέρεται στην παράγραφο .
- Εντούτοις, στο πρυμναίο άκρο της σήραγγας του ελικοφόρου άξονα, επιτρέπεται η ύπαρξη φρεατίου που εκτείνεται μέχρι του εξωτερικού πυθμένα. Η αρχή του κράτους της σημαίας του πλοίου δύναται να επιτρέπει άλλα φρεάτια (π.χ. για λιπαντέλαια κάτωθεν των κυρίων μηχανών), εάν πεισθεί ότι οι συνολικές διαρρυθμίσεις παρέχουν ισοδύναμη προστασία προς εκείνη που παρέχεται από διπύθμενο που συμμορφώνεται με τον παρόντα κανονισμό. .4 Δεν είναι αναγκαία η εγκατάσταση διπύθμενου κατά μήκος στεγανών διαμερισμάτων μετρίου μεγέθους, που χρησιμοποιούνται αποκλειστικώς για τη μεταφορά υγρών, υπό τον όρο ότι, κατά τη γνώμη της αρχής του κράτους της σημαίας του πλοίου, η ασφάλεια του πλοίου σε περίπτωση βλάβης του πυθμένος ή των πλευρών δεν θα μειωθεί εξαιτίας αυτού. .5 Με την επιφύλαξη της παραγράφου 1 του κανονισμού αυτού 10, η αρχή του κράτους της σημαίας του πλοίου δύναται να επιτρέψει να μην υπάρχει διπύθμενο σε τμήμα του πλοίου το οποίο υποδιαιρείται με συντελεστή που δεν υπερβαίνει το 0,5, εάν πεισθεί ότι η εγκατάσταση διπύθμενου στο τμήμα αυτό δεν συμβιβάζεται προς τα χαρακτηριστικά και την καλή λειτουργία του πλοίου. 11 Προσδιορισμός, χάραξη και εγγραφή εμφόρτων ίσαλων γραμμών υποδιαιρέσεως (R 13) ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ ΚΑΙ ΤΑ ΥΠΑΡΧΟΝΤΑ ΠΛΟΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ Β: .1 Προκειμένου να τηρείται ο απαιτούμενος βαθμός υποδιαιρέσεως, πρέπει να προσδιορίζεται και να χαράσσεται στις πλευρές του πλοίου, στο μέσο του, έμφορτος ίσαλος γραμμή που αντιστοιχεί στο εγκεκριμένο βύθισμα υποδιαιρέσεως. Ένα πλοίο που διαθέτει χώρους ειδικώς διασκευασμένους για την εναλλάξ μεταφορά επιβατών και φορτίου μπορεί, κατόπιν επιθυμίας του πλοιοκτήτη, να σημανθεί με μία ή περισσότερες πρόσθετες εμφόρτους ίσαλους γραμμές που να αντιστοιχούν στα βυθίσματα υποδιαιρέσεως που δύναται να εγκρίνει η αρχή του κράτους της σημαίας του πλοίου για τις περιπτώσεις εναλλάξ υπηρεσίας του πλοίου. .2 Οι προσδιοριζόμενες και χαρασσόμενες έμφορτοι ίσαλοι γραμμές υποδιαιρέσεως καταγράφονται στο Πιστοποιητικό Ασφαλείας Επιβατηγού Πλοίου και διακρίνονται από την ένδειξη C.1, εάν υπάρχει μόνο μία έμφορτος ίσαλος γραμμή υποδιαιρέσεως. Εάν υπάρχουν περισσότερες από μία έμφορτοι ίσαλοι γραμμές υποδιαιρέσεως, οι εναλλακτικές συνθήκες εμφαίνονται ως C.2, C.3, C.4, κλπ.
(1).3 Το ύψος εξάλων που αντιστοιχεί σε κάθε μία από αυτές τις εμφόρτους ίσαλους γραμμές πρέπει να μετράται στην ίδια θέση και από την ίδια γραμμή καταστρώματος, όπως προσδιορίζεται το ύψος εξάλων σύμφωνα με την Σύμβαση LL. .4 Το ύψος εξάλων που αντιστοιχεί σε κάθε εγκεκριμένη έμφορτο ίσαλο γραμμή υποδιαιρέσεως καθώς και οι συνθήκες υπηρεσίας για τις οποίες έχει εγκριθεί πρέπει να αναγράφονται σαφώς στο Πιστοποιητικό Ασφαλείας Επιβατηγού Πλοίου. .5 Σε καμία περίπτωση, η χάραξη οποιασδήποτε εμφόρτου ισάλου γραμμής υποδιαιρέσεως δεν πρέπει να γίνεται άνωθεν της ανωτάτης εμφόρτου ισάλου γραμμής σε θαλάσσιο νερό, όπως προσδιορίζεται συναρτήσει της αντοχής του πλοίου ή βάσει της Σύμβασης LL. .6 Ανεξάρτητα από τη θέση χαράξεως των έμφορτων ισάλων γραμμών υποδιαιρέσεως, το πλοίο σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να φορτώνεται κατά τρόπον ώστε να βυθίζεται η έμφορτος ίσαλος γραμμή που αντιστοιχεί στην εποχή του έτους και στην περιοχή, όπως προσδιορίζεται στην Σύμβαση LL. .7 Ένα πλοίο δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να φορτώνεται κατά τρόπον ώστε να βυθίζεται η έμφορτος ίσαλος γραμμή υποδιαιρέσεως που αντιστοιχεί στο συγκεκριμένο δρομολόγιο και στις συνθήκες υπηρεσίας του πλοίου. 12 Κατασκευή και αρχική δοκιμή στεγανών διαφραγμάτων, κλπ. (R 14) ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ ΚΑΙ ΤΑ ΥΠΑΡΧΟΝΤΑ ΠΛΟΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ Β: .1 Κάθε στεγανό διάφραγμα υποδιαιρέσεως, είτε εγκάρσιο είτε διάμηκες, πρέπει να κατασκευάζεται κατά τρόπο ώστε να είναι ικανό να υφίσταται, με το κατάλληλο περιθώριο αντοχής, την πίεση που οφείλεται στη μέγιστη στήλη ύδατος που είναι δυνατόν να φέρει σε περίπτωση βλάβης του πλοίου, τουλάχιστον δε, την πίεση που οφείλεται σε στήλη ύδατος ύψους έως τη γραμμή ορίου βυθίσεως. Η κατασκευή των διαφραγμάτων τούτων πρέπει να συμμορφώνεται με τα πρότυπα αναγνωρισμένου οργανισμού. .2.1 Οι βαθμίδες και οι εσοχές των διαφραγμάτων πρέπει να είναι στεγανές και ίσης αντοχής προς τα διαφράγματα στα σημεία στα οποία ευρίσκεται κάθε μία. .2.2 Εάν νομείς ή ζυγά διέρχονται διαμέσου στεγανού καταστρώματος ή διαφράγματος, το κατάστρωμα ή διάφραγμα πρέπει να είναι στεγανό εκ κατασκευής χωρίς τη χρήση ξύλου ή τσιμέντου. .3 Η δοκιμή στεγανότητας των κυρίων διαμερισμάτων με πλήρωση αυτών δι' ύδατος δεν είναι υποχρεωτική. Όταν δεν εκτελείται η δοκιμή πληρώσεως δι' ύδατος, η δοκιμή με εκτόξευση ύδατος με εύκαμπτο σωλήνα είναι υποχρεωτική. Η δοκιμή αυτή πρέπει να εκτελείται κατά το πλέον προχωρημένο στάδιο του εξοπλισμού του πλοίου. Σε περίπτωση που η δοκιμή με εκτόξευση ύδατος δεν είναι εφικτή λόγω πιθανής ζημίας στον μηχανολογικό εξοπλισμό, τη μόνωση ηλεκτρολογικού εξοπλισμού ή εξωτερικά στοιχεία εξοπλισμού, μπορεί να αντικατασταθεί από προσεκτική οπτική επιθεώρηση των συγκολλήσεων, με τη βοήθεια, όπου κρίνεται απαραίτητο, μέσων όπως δοκιμή διαπερατότητας βαφής ή δοκιμή διαρροής με υπερήχους ή άλλη αντίστοιχη δοκιμή. Εν πάση περιπτώσει, πρέπει να εκτελείται λεπτομερής επιθεώρηση των στεγανών διαφραγμάτων. .4 Η πρωραία δεξαμενή ζυγοσταθμίσεως, τα διπύθμενα (συμπεριλαμβανομένων των τροπίδων αγωγών) και οι εσωτερικοί πυθμένες πρέπει να δοκιμάζονται με στήλη ύδατος που αντιστοιχεί στις απαιτήσεις της παραγράφου .
- .5 Οι δεξαμενές που προορίζονται για υγρά και αποτελούν μέρος της υποδιαιρέσεως του πλοίου πρέπει να δοκιμάζονται ως προς τη στεγανότηταμε στήλη ύδατος ύψους μέχρι την ανώτατη έμφορτο ίσαλο γραμμή υποδιαιρέσεως ή δύο τρίτων του ύψους από της άνω όψεως της τρόπιδος μέχρι της γραμμής ορίου βυθίσεως στην περιοχή των δεξαμενών, όποιο είναι μεγαλύτερο. Εν πάση, όμως, περιπτώσει, το ύψος της στήλης δεν πρέπει να είναι κατώτερο των 0,9 μέτρων άνωθεν της οροφής της δεξαμενής· εάν η δοκιμή με νερό δεν είναι πρακτικώς δυνατή, είναι αποδεκτή η δοκιμή διαφυγής αέρα ενώ οι δεξαμενές υφίστανται πίεση αέρα όχι μεγαλύτερη των 0,14 bar. .6 Οι δοκιμές που αναφέρονται στις παραγράφους .4 και .5 έχουν ως σκοπό την εξακρίβωση της στεγανότητας της κατασκευαστικής διατάξεως της υποδιαιρέσεως και δεν πρέπει να θεωρούνται ως δοκιμές της καταλληλότητας διαμερίσματος για την εναποθήκευση υγρών καυσίμων ή για άλλους ειδικούς σκοπούς, για τους οποίους ενδέχεται να απαιτείται δοκιμή αυστηρότερου χαρακτήρα ανάλογα με το ύψος στο οποίο δύναται να ανέλθει το υγρό στη δεξαμενή ή στις συνδέσεις της. 13 Ανοίγματα σε στεγανά διαφράγματα (R 15) ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ ΚΑΙ ΤΑ ΥΠΑΡΧΟΝΤΑ ΠΛΟΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ Β: .1 Ο αριθμός των ανοιγμάτων στα στεγανά διαφράγματα πρέπει να περιορίζεται στο ελάχιστο που συμβιβάζεται με τα χαρακτηριστικά και την καλή λειτουργία του πλοίου. Για το κλείσιμο των ανοιγμάτων αυτών πρέπει να προβλέπονται ικανοποιητικά μέσα. .2.1 Στα σημεία διελεύσεως σωλήνων, ευδιαίων (μπούνια), ηλεκτρικών καλωδίων κ.λπ. από στεγανά διαφράγματα υποδιαιρέσεως, πρέπει να λαμβάνονται κατάλληλα μέτρα για την εξασφάλιση της στεγανής ακεραιότητας των διαφραγμάτων. .2.2 Βαλβίδες που δεν αποτελούν μέρος συστήματος σωληνώσεων δεν επιτρέπεται να υπάρχουν στα στεγανά διαφράγματα υποδιαιρέσεως. .2.3 Στα συστήματα που διαπερνούν στεγανά διαφράγματα υποδιαιρέσεως δεν πρέπει να χρησιμοποιείται μόλυβδος ή άλλο θερμοευαίσθητο υλικό, εάν η φθορά αυτών των συστημάτων σε περίπτωση πυρκαϊάς μπορεί να μειώσει τη στεγανή ακεραιότητα των διαφραγμάτων. .3.1 Δεν επιτρέπονται θύρες, ανθρωποθυρίδες ή ανοίγματα επικοινωνίας: .1 στο διάφραγμα συγκρούσεως κάτωθεν της γραμμής ορίου βυθίσεως· .2 σε εγκάρσια στεγανά διαφράγματα που χωρίζουν ένα χώρο φορτίου από παρακείμενο χώρο φορτίου, εκτός από εκείνα που προβλέπονται στην παράγραφο .10.1 και στον κανονισμό
- .3.2 Με εξαίρεση τα προβλεπόμενα στην παράγραφο .3.3, το διάφραγμα συγκρούσεως επιτρέπεται να διαπεράται κάτωθεν της γραμμής ορίου βυθίσεως από έναν το πολύ σωλήνα για την εξυπηρέτηση του υγρού στην πρωραία δεξαμενή ζυγοσταθμίσεως, υπό τον όρο ότι ο σωλήνας αυτός είναι εφοδιασμένος με κοχλιωτή βαλβίδα με δυνατότητα χειρισμού από σημείο άνωθεν του καταστρώματος στεγανών. Το σώμα της βαλβίδας πρέπει να είναι στερεωμένο εντός της πρωραίας δεξαμενής ζυγοσταθμίσεως επί του διαφράγματος συγκρούσεως. Εντούτοις, επιτρέπεται η τοποθέτηση αυτής της βαλβίδας στην πρυμναία πλευρά του διαφράγματος συγκρούσεως, υπό την προϋπόθεση ότι η βαλβίδα είναι άμεσα προσπελάσιμη υπό όλες τις συνθήκες εργασίας και ο χώρος στον οποίο τοποθετείται δεν είναι χώρος φορτίου. .3.3 Εάν η πρωραία δεξαμενή ζυγοσταθμίσεως είναι διαιρεμένη κατά τρόπον ώστε να περιέχει δύο διαφορετικά είδη υγρών, το διάφραγμα συγκρούσεως μπορεί να διαπεράται κάτωθεν της γραμμής ορίου βυθίσεως από δύο σωλήνες, κάθε ένας από τους οποίους έχει τοποθετηθεί σύμφωνα με την παράγραφο .3.1, υπό τον όρο ότι δεν υπάρχει άλλη λύση εκτός της εγκαταστάσεως τέτοιου δεύτερου σωλήνα και ότι, λαμβανομένης υπόψη της προβλεπόμενης πρόσθετης υποδιαιρέσεως στην πρωραία δεξαμενή ζυγοσταθμίσεως, η ασφάλεια του πλοίου διατηρείται. .4 Εντός των χώρων που περιλαμβάνουν τις κύριες και βοηθητικές μηχανές προώσεως, συμπεριλαμβανομένων των λεβήτων που χρησιμοποιούνται για την πρόωση, δεν επιτρέπεται η ύπαρξη περισσότερων από μία θύρα σε κάθε κύριο εγκάρσιο στεγανό διάφραγμα, με εξαίρεση τις θύρες των σηράγγων ελικοφόρου άξονα. Εάν υπάρχουν δύο ή περισσότεροι ελικοφόροι άξονες πρέπει να συνδέονται με διάδρομο εσωτερικής επικοινωνίας. Εάν υπάρχουν δύο άτρακτοι, πρέπει να τοποθετείται μόνο μία θύρα μεταξύ του μηχανοστασίου και του χώρου των σηράγγων, όταν δε υπάρχουν περισσότεροι από δύο ελικοφόροι άξονες πρέπει να τοποθετούνται μόνο δύο θύρες. Οι θύρες αυτές πρέπει να είναι ολισθαίνουσες και να τοποθετούνται κατά τρόπο ώστε τα κατώφλια τους να είναι όσο το δυνατόν υψηλότερα. Ο χειροκίνητος μοχλός για το χειρισμό των θυρών αυτών άνωθεν του καταστρώματος στεγανών πρέπει να τοποθετείται έξω από τους χώρους που περιλαμβάνουν τις μηχανές. .5.1 ΥΠΑΡΧΟΝΤΑ ΠΛΟΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ Β ΚΑΙ ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ ΠΛΟΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ ΜΗΚΟΥΣ ΚΑΤΩ ΤΩΝ 24 ΜΕΤΡΩΝ: οι στεγανές θύρες πρέπει να είναι ολισθαίνουσες ή γιγγλυμωτές ή ισοδύναμου τύπου. Ελασμάτινες θύρες που στερεώνονται απλώς με κοχλίες καθώς και θύρες που κλείνουν με τη βαρύτητα ή με την ενέργεια πίπτοντος βάρους δεν επιτρέπονται. ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ ΜΗΚΟΥΣ 24 ΜΕΤΡΩΝ ΚΑΙ ΑΝΩ: Οι στεγανές θύρες, εκτός από τις περιπτώσεις που προβλέπονται στην παράγραφο .10.1 ή στον κανονισμό 14, είναι μηχανοκίνητες ολισθαίνουσες θύρες που πληρούν τους όρους της παραγράφου 7, με δυνατότητα ταυτόχρονου κλεισίματος από την κεντρική κονσόλα στη γέφυρα του πλοίου σε χρόνο μικρότερο από 60 δευτερόλεπτα, όταν το πλοίο είναι σε όρθια θέση. .5.2 ΥΠΑΡΧΟΝΤΑ ΠΛΟΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ Β ΚΑΙ ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ ΠΛΟΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ ΜΗΚΟΥΣ ΚΑΤΩ ΤΩΝ 24 ΜΕΤΡΩΝ: Οι ολισθαίνουσες θύρες μπορούν να είναι: - χειροκίνητες μόνο ή - μηχανοκίνητες και χειροκίνητες. ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ ΜΗΚΟΥΣ 24 ΜΕΤΡΩΝ ΚΑΙ ΑΝΩ: Στα πλοία των οποίων ο συνολικός αριθμός στεγανών θυρών δεν υπερβαίνει τις δύο και οι εν λόγω θύρες βρίσκονται στο μηχανοστάσιο ή στα πέριξ διαφράγματα, η αρχή του κράτους της σημαίας δύναται να επιτρέπει τη χειροκίνητη και μόνο λειτουργία των δύο αυτών θυρών. Όταν υπάρχουν χειροκίνητες ολισθαίνουσες θύρες, πρέπει να κλείνονται προ του απόπλου του πλοίου για δρομολόγιο μεταφοράς επιβατών και να παραμένουν κλειστές κατά τη διάρκεια του πλου. ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ ΚΑΙ ΤΑ ΥΠΑΡΧΟΝΤΑ ΠΛΟΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ Β: .5.3 Τα μέσα χειρισμού, χειροκίνητα ή μηχανοκίνητα, οποιασδήποτε ολισθαίνουσας στεγανής θύρας, μηχανοκίνητης ή χειροκίνητης, πρέπει να είναι ικανά να κλείνουν τη θύρα και όταν το πλοίο λαμβάνει κλίση 15° από οποιαδήποτε πλευρά. Λαμβάνονται επίσης υπόψη οι δυνάμεις που ενδεχομένως επενεργούν και στις δύο πλευρές των θυρών σε περίπτωση που σημειώνεται ροή ύδατος δια μέσου του ανοίγματος η οποία αντιστοιχεί σε φορτίο στατικής ενέργειας ισοδύναμο με στήλη ύδατος ύψους τουλάχιστον 1 μέτρου πάνω από το κατώφλι στον άξονα συμμετρίας της θύρας. ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ, ΜΗΚΟΥΣ 24 ΜΕΤΡΩΝ ΚΑΙ ΑΝΩ: .5.4 Τα όργανα ελέγχου των στεγανών θυρών, συμπεριλαμβανομένων των υδραυλικών σωληνώσεων και των ηλεκτρικών καλωδίων, πρέπει να τοποθετούνται όσο πλησιέστερα είναι πρακτικά δυνατό στο διάφραγμα στο οποίο ευρίσκονται οι θύρες, προκειμένου να ελαχιστοποιείται η πιθανότητα να επηρεαστούν από οποιαδήποτε ζημία, την οποία μπορεί να υποστεί το πλοίο. Η θέση εγκαταστάσεως των στεγανών θυρών και οργάνων του ελέγχου τους πρέπει να είναι τέτοια ώστε, εάν το πλοίο υποστεί βλάβη εντός του ενός πέμπτου του πλάτους του, μετρώμενης της αποστάσεως αυτής καθέτως προς τον άξονα συμμετρίας και στο επίπεδο της ανώτατης ισάλου γραμμής υποδιαιρέσεως, να μην βλάπτεται η λειτουργία των στεγανών θυρών μακράν του τμήματος του πλοίου που υπέστη βλάβη. .5.5 Όλες οι μηχανοκίνητες και χειροκίνητες ολισθαίνουσες στεγανές θύρες εφοδιάζονται με δείκτες που δείχνουν, σε όλες τις θέσεις χειρισμού εξ αποστάσεως, εάν οι θύρες είναι ανοικτές ή κλειστές. Οι θέσεις χειρισμού εξ αποστάσεως, βρίσκονται μόνο στη γέφυρα του πλοίου, όπως αυτό απαιτείται στην παράγραφο .7.1.5 ενώ η θέση της χειροκίνητης λειτουργίας βρίσκεται άνωθεν του καταστρώματος στεγανών διαφραγμάτων, όπως απαιτείται στην παράγραφο .7.1.
- ΥΠΑΡΧΟΝΤΑ ΠΛΟΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ Β ΚΑΙ ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ ΠΛΟΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ ΜΗΚΟΥΣ ΚΑΤΩ ΤΩΝ 24 ΜΕΤΡΩΝ: .5.6 Οι στεγανές θύρες που δεν συμμορφώνονται προς τις παραγράφους .5.1 έως .5.5 πρέπει να κλείνονται πριν την αναχώρηση και να παραμένουν κλειστές κατά τη διάρκεια του πλου. Η χρονική περίοδος για το άνοιγμα των θυρών αυτών στο λιμάνι και το κλείσιμο τους πριν τον απόπλου του πλοίου αναγράφεται στο ημερολόγιο του πλοίου. ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ ΠΛΟΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ, ΜΗΚΟΥΣ ΚΑΤΩ ΤΩΝ 24 ΜΕΤΡΩΝ ΚΑΙ ΤΑ ΥΠΑΡΧΟΝΤΑ ΠΛΟΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ Β: .6.1 Οι χειροκίνητες ολισθαίνουσες θύρες δύνανται να έχουν οριζόντια ή κατακόρυφη κίνηση. Ο μηχανισμός της θύρας πρέπει να μπορεί να τεθεί σε λειτουργία επιτοπίως από αμφότερες τις πλευρές της θύρας και επιπροσθέτως από προσιτή θέση άνωθεν του καταστρώματος στεγανών με πλήρη περιστροφή στροφάλου ή με άλλη κίνηση, η οποία παρέχει τα ίδια εχέγγυα ασφάλειας και είναι εγκεκριμένου τύπου. Στην περίπτωση του χειροκίνητου μοχλού, ο απαιτούμενος χρόνος για το πλήρες κλείσιμο της θύρας, όταν το πλοίο είναι σε όρθια θέση, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 90 δευτερόλεπτα. ΥΠΑΡΧΟΝΤΑ ΠΛΟΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ Β: .6.2 Οι μηχανοκίνητες ολισθαίνουσες θύρες μπορούν να έχουν κατακόρυφη ή οριζόντια κίνηση. Εάν μία θύρα λειτουργεί με μηχανική ενέργεια από κεντρικό σταθμό, ο μηχανισμός πρέπει να είναι διατεταγμένος κατά τρόπον ώστε η θύρα να μπορεί να τεθεί σε λειτουργία με μηχανική ενέργεια και επιτοπίως και από αμφότερες τις πλευρές. Σε κάθε πλευρά του διαφράγματος πρέπει να προβλέπονται λαβές τοπικού χειρισμού που συνδέονται με το μηχανισμό που κινείται με μηχανική ενέργεια και να είναι διατεταγμένες έτσι ώστε πρόσωπα που διέρχονται δια του ανοίγματος της θύρας να δύνανται να κρατήσουν και τις δύο λαβές στη θέση του ανοίγματος και να μη δύνανται να θέσουν ακούσια σε λειτουργία το μηχανισμό κλεισίματος. Οι μηχανοκίνητες ολισθαίνουσες θύρες πρέπει επιπλέον να είναι εφοδιασμένες με χειροκίνητο μηχανισμό που λειτουργεί τόσο και από τις δύο πλευρές των θυρών όσο και από προσιτό σημείο άνωθεν του καταστρώματος στεγανών, με πλήρη περιστροφή στροφάλου ή με άλλη κίνηση, η οποία παρέχει τα ίδια εχέγγυα ασφάλειας και είναι εγκεκριμένου τύπου. Πρέπει να λαμβάνονται μέτρα ώστε να δίνεται προειδοποίηση με ηχητικό σήμα ότι η θύρα άρχισε να κλείνει, η οποία πρέπει να συνεχίζεται μέχρι του πλήρους κλεισίματος. Επιπλέον, σε περιοχές με θόρυβο απαιτείται το ηχητικό προειδοποιητικό σήμα να συμπληρώνεται από ένα διακοπτόμενο οπτικό σήμα επί της θύρας. ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ ΜΗΚΟΥΣ 24 ΜΕΤΡΩΝ ΚΑΙ ΑΝΩ: .7.1 Κάθε μηχανοκίνητη ολισθαίνουσα στεγανή θύρα πρέπει: .1 να εφοδιάζεται με κατακόρυφη ή οριζόντια κίνηση· .2 να έχει, με την επιφύλαξη της παραγράφου .11, ανώτατο καθαρό πλάτος 1,2 μέτρων. Η αρχή του κράτους της σημαίας δύναται να επιτρέπει πλατύτερες θύρες, μόνο σε περίπτωση που αυτό θεωρείται απαραίτητο για την αποτελεσματική λειτουργία του πλοίου, με την προϋπόθεση ότι λαμβάνονται υπόψη τα άλλα μέτρα ασφάλειας, συμπεριλαμβανομένων των ακολούθων: .2.1 δίδεται ιδιαίτερη σημασία στην αντοχή της θύρας και στους μηχανισμούς κλεισίματος προκειμένου να αποφεύγονται οι διαρροές· .2.2 η θύρα βρίσκεται εκτός της ζώνης ζημίας Β/5· .2.3 η θύρα είναι κλειστή όταν το πλοίο πλέει στη θάλασσα, εκτός από περιορισμένα χρονικά διαστήματα, όταν αυτό είναι άκρως απαραίτητο κατά την κρίση της αρχής του κράτους της σημαίας· .3 να εφοδιάζεται με τον κατάλληλο εξοπλισμό για να ανοίγει και να κλείνει ηλεκτρικά, υδραυλικά ή με οποιοδήποτε άλλο μηχανικό τρόπο που εγκρίνεται από την αρχή του κράτους της σημαίας· .4 να εφοδιάζεται με χειροκίνητο μηχανισμό. Η θύρα είναι δυνατό να ανοίγεται και κλείνεται χειροκίνητα από κάθε πλευρά της και, επιπλέον, να κλείνεται από ένα προσιτό σημείο άνωθεν του καταστρώματος στεγανών, με πλήρη περιστροφή στροφάλου ή με άλλη κίνηση, η οποία παρέχει την ίδια εγγύηση ασφάλειας και εγκρίνεται από την αρχή του κράτους της σημαίας. Προβλέπονται ενδείξεις όσον αφορά την κατεύθυνση περιστροφής ή τις άλλες κινήσεις σε όλες τις θέσεις λειτουργίας. Η χρονική περίοδος που απαιτείται για το πλήρες κλείσιμο της θύρας, όταν αυτό πραγματοποιείται με χειροκίνητο μοχλό δεν υπερβαίνει τα 90 δευτερόλεπτα με το πλοίο σε όρθια θέση· .5 εφοδιάζεται με όργανα ελέγχου για το μηχανοκίνητο άνοιγμα και κλείσιμο της θύρας και από τις δύο πλευρές της θύρας καθώς επίσης και για το μηχανοκίνητο κλείσιμο της θύρας από την κεντρική κονσόλα στη γέφυρα του πλοίου· .6 να εφοδιάζεται με ηχητικό προειδοποιητικό σήμα, χωριστό από κάθε άλλο ηχητικό σήμα στην περιοχή, το οποίο θα ηχεί κάθε φορά που κλείνει μηχανοκίνητα η θύρα εξ αποστάσεως και το οποίο θα ηχεί τουλάχιστον για 5 δευτερόλεπτα αλλά όχι πάνω από 10 δευτερόλεπτα πριν να αρχίσει να κινείται η θύρα και θα συνεχίζει να ηχεί μέχρι το οριστικό κλείσιμο της θύρας. Σε περίπτωση χειροκίνητου εξ αποστάσεως χειρισμού της θύρας είναι αρκετό το προειδοποιητικό σήμα να ηχεί μόνο κατά τη στιγμή που κινείται η θύρα. Επιπλέον, σε χώρους επιβατών και σε χώρους με θόρυβο, η αρχή του κράτους της σημαίας δύναται να απαιτεί το ηχητικό προειδοποιητικό σήμα να συμπληρώνεται από ένα διακοπτόμενο οπτικό σήμα επί της θύρας και .7 να έχει σχεδόν σταθερό ρυθμό μηχανοκίνητου κλεισίματος. Η χρονική περίοδος κλεισίματος, από τη στιγμή που η θύρα αρχίζει να κινείται έως τη στιγμή που κλείνει εντελώς, δεν είναι σε καμία περίπτωση μικρότερη από 20 δευτερόλεπτα και δεν υπερβαίνει τα 40 δευτερόλεπτα όταν το πλοίο βρίσκεται σε όρθια θέση. .7.2 Η ηλεκτρική ενέργεια που απαιτείται για τη λειτουργία των μηχανοκίνητων στεγανών θυρών ολισθαίνοντος τύπου πρέπει να παρέχεται από τον ηλεκτρικό πίνακα έκτακτης ανάγκης, είτε απ' ευθείας είτε μέσω ενός πίνακα διανομής ειδικά για το σκοπό αυτό, ο οποίος τοποθετείται άνωθεν του καταστρώματος στεγανών. Τα σχετικά κυκλώματα ελέγχου, ενδείξεως και προειδοποιήσεως πρέπει να τροφοδοτούνται από τον ηλεκτρικό πίνακα έκτακτης ανάγκης, είτε απ' ευθείας είτε μέσω ενός πίνακα διανομής ειδικά για το σκοπό αυτό που είναι τοποθετημένος άνωθεν του καταστρώματος στεγανών και να μπορούν να τροφοδοτούνται από την προσωρινή πηγή ενέργειας κινδύνου, σε περίπτωση αστοχίας της κύριας πηγής ηλεκτρικής ενέργειας ή της πηγής ενέργειας έκτακτης ανάγκης. .7.3 Οι μηχανοκίνητες ολισθαίνουσες στεγανές θύρες πρέπει να έχουν: .1 είτε ένα κεντρικό υδραυλικό σύστημα με δύο ανεξάρτητες πηγές ενέργειας, έκαστη των οποίων πρέπει να αποτελείται από έναν κινητήρα και μία αντλία ικανή να κλείνει ταυτόχρονα όλες τις θύρες. Επιπλέον, για όλη την εγκατάσταση πρέπει να υπάρχουν υδραυλικοί συσσωρευτές επαρκούς δυναμικότητας, προκειμένου να λειτουργούν όλες οι θύρες τουλάχιστον τρεις φορές, δηλαδή κλείσιμο-άνοιγμα-κλείσιμο, έναντι αντίθετης κλίσεως 15°. Ο ανωτέρω κύκλος λειτουργίας πρέπει να πραγματοποιείται και όταν έχει διακοπεί η πίεση από την αντλία προς το συσσωρευτή. Το ρευστό που χρησιμοποιείται πρέπει να επιλέγεται λαμβανομένων υπόψη των θερμοκρασιών που αναπτύσσονται στην εγκατάσταση κατά τη διάρκεια της λειτουργίας της. Το μηχανοκίνητο σύστημα πρέπει να σχεδιάζεται κατά τρόπον ώστε να ελαχιστοποιείται η πιθανότητα μία απλή βλάβη των υδραυλικών σωληνώσεων να έχει δυσμενή επίδραση στη λειτουργία περισσότερων της μίας θυρών. Το υδραυλικό σύστημα πρέπει να εφοδιάζεται με ένα συναγερμό χαμηλής στάθμης για τα δοχεία του υδραυλικού ρευστού, τα οποία εξυπηρετούν το μηχανοκίνητο σύστημα και με ένα συναγερμό χαμηλής πιέσεως αερίου ή άλλο αποτελεσματικό μέσο παρακολουθήσεως των απωλειών της ενέργειας που είναι αποθηκευμένη στους υδραυλικούς συσσωρευτές. Οι ανωτέρω συναγερμοί πρέπει να είναι ηχητικοί και οπτικοί και να τοποθετούνται στην κεντρική κονσόλα στη γέφυρα του πλοίου· ή .2 είτε ένα ανεξάρτητο υδραυλικό σύστημα για κάθε θύρα, όπου κάθε πηγή ενέργειας αποτελείται από έναν κινητήρα και μία αντλία ικανή να ανοίγει και να κλείνει τη θύρα. Επιπλέον, πρέπει να υπάρχει ένας υδραυλικός συσσωρευτής επαρκούς δυναμικότητας προκειμένου να λειτουργεί η θύρα τουλάχιστον τρεις φορές, δηλαδή κλείσιμο-άνοιγμα-κλείσιμο, έναντι αντίθετης κλίσεως 15°. Αυτός ο κύκλος λειτουργίας πρέπει να είναι δυνατόν να εκτελείται και όταν έχει διακοπεί η πίεση της αντλίας προς το συσσωρευτή. Το ρευστό που χρησιμοποιείται πρέπει να επιλέγεται λαμβανομένων υπόψη των θερμοκρασιών που ενδέχεται να αναπτυχθούν στην εγκατάσταση κατά τη διάρκεια της λειτουργίας της. Πρέπει να διατίθεται στην κεντρική κονσόλα λειτουργίας στη γέφυρα του πλοίου ένα ομαδοποιημένο σύστημα συναγερμού χαμηλής πιέσεως αερίου ή άλλο αποτελεσματικό μέσο παρακολουθήσεως των απωλειών ενέργειας που είναι αποθηκευμένη στους υδραυλικούς συσσωρευτές. Επίσης, σε κάθε θέση λειτουργίας πρέπει να προβλέπεται δείκτης απωλειών της συσσωρευμένης ενέργειας· .3 είτε ένα ανεξάρτητο ηλεκτρικό σύστημα και κινητήρα για κάθε θύρα, όπου κάθε πηγή ενέργειας αποτελείται από κινητήρα ικανό να ανοίγει και να κλείνει τη θύρα. Η πηγή ενέργειας πρέπει να μπορεί να τροφοδοτείται αυτόματα από την προσωρινή πηγή ηλεκτρικής ενέργειας ανάγκης, σε περίπτωση αστοχίας της κύριας πηγής ηλεκτρικής ενέργειας ή της πηγής κινδύνου και με επαρκή δυναμικότητα, προκειμένου να λειτουργεί η θύρα τουλάχιστον τρεις φορές, δηλαδή κλείσιμο-άνοιγμα-κλείσιμο, έναντι αντίθετης κλίσεως 15°. Για τα συστήματα που προδιαγράφονται στις παραγράφους .7.3.1, .7.3.2 και .7.3.3 πρέπει να προβλέπονται τα εξής: Τα συστήματα τροφοδότησης για τις μηχανοκίνητες ολισθαίνουσες στεγανές θύρες πρέπει να διαχωρίζονται από οποιοδήποτε άλλο σύστημα ισχύος. Μία απλή αστοχία των ηλεκτρικών ή υδραυλικών μηχανοκίνητων συστημάτων, με εξαίρεση τον υδραυλικό ενεργοποιητή, δεν πρέπει να παρεμποδίζει τη χειροκίνητη λειτουργία οποιασδήποτε θύρας. .7.4 Πρέπει να προβλέπονται σε κάθε πλευρά του διαφράγματος χειρολαβές ελέγχου σε ελάχιστο ύψος 1,6 μέτρου άνωθεν του δαπέδου και να διευθετούνται κατά τρόπον ώστε άτομα που διέρχονται δια της θύρας να δύνανται να κρατούν και τις δύο χειρολαβές με ανοικτή τη θύρα χωρίς να θέτουν ακούσια σε λειτουργία τον μηχανισμό κλεισίματος της θύρας. Η διεύθυνση κινήσεως των χειρολαβών στο άνοιγμα και στο κλείσιμο της θύρας πρέπει να είναι στην κατεύθυνση της κινήσεως της θύρας και να δεικνύεται ευκρινώς. Εάν αρκεί μία ενέργεια για να αρχίσει η κίνηση κλεισίματος των στεγανών θυρών στους χώρους ενδιαιτήσεως, οι χειρολαβές υδραυλικού ελέγχου των θυρών αυτών πρέπει να είναι τοποθετημένες κατά τρόπον ώστε να μη μπορούν να ενεργοποιηθούν από μικρά παιδιά, π.χ. πίσω από φατνωματικές θύρες με τους σύρτες σε ύψος τουλάχιστον 1,70 μέτρου πάνω από το επίπεδο του καταστρώματος. ΝΕΑ ΠΛΟΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Β, Γ ΚΑΙ Δ ΚΑΙ ΥΠΑΡΧΟΝΤΑ ΠΛΟΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ Β ΜΗΚΟΥΣ 24 ΜΕΤΡΩΝ ΚΑΙ ΑΝΩ: Και από τις δύο πλευρές των θυρών πρέπει να