Ο Περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμος - 66(I)/1997 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | Επικοινωνία Κατάλογος Ενοποιημένης Νομοθεσίας Ο Περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμος (66(I)/1997) Περιεχόμενα Πλήρες Κείμενο Εκτύπωση Ιστορικό Τροποποιήσεων 66(I)/1997 ΔΙΟΡΘ/I(I)/317/22.8.97 74(I)/1999 94(I)/2000 119(I)/2003 4(I)/2004 151(I)/2004 231(I)/2004 235(I)/2004 20(I)/2005 80(I)/2008 100(I)/2009 123(I)/2009 27(I)/2011 104(I)/2011 107(I)/2012 14(Ι)/2013 87(Ι)/2013 102(I)/2013 141(I)/2013 5(I)/2015 26(Ι)/2015 35(I)/2015 71(Ι)/2015 93(I)/2015 109(I)/2015 152(I)/2015 168(I)/2015 21(Ι)/2016 5(I)/2017 38(I)/2017 169(I)/2017 28(I)/2018 89(I)/2018 153(I)/2018 80(I)/2019 ΔΙΟΡΘΩΣΗ Ε.Ε. Αρ. 4710, 10.6.2019 149(I)/2019 21(I)/2020 73(I)/2020 28(I)/2021 94(I)/2021 95(I)/2021 162(I)/2021 163(I)/2021 61(I)/2022 62(I)/2022 162(I)/2022 17(I)/2023 59(I)/2024 158(I)/2024 14(I)/2025 84(I)/2026 Προοίμιο Η Βουλή των Αντιπροσώπων ψηφίζει ως ακολούθως: ΜΕΡΟΣ I ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ Συνοπτικός τίτλος 1. Οι περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμοι του 1997 μέχρι 2000 θα αναφέρονται μαζί ως οι περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμοι του 1997 μέχρι 2000. 66(I)/1997 102(I)/2013 Ερμηνεία 2.
(1)Στον παρόντα Νόμο, εκτός αν από το κείμενο προκύπτει διαφορετική έννοια- "άδεια" [Διαγράφηκε]· “αδειοδοτημένο πιστωτικό ίδρυμα” ή “ΑΠΙ” σημαίνει οποιοδήποτε από τα ακόλουθα: (α) πιστωτικό ίδρυμα που συστάθηκε στη Δημοκρατία και στο οποίο χορηγήθηκε άδεια λειτουργίας δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, και περιλαμβάνει τον Οργανισμό Χρηματοδοτήσεως Στέγης ως διέπεται από τον περί Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Στέγης Νόμο, (β) υποκατάστημα ιδρύματος τρίτης χώρας· "ανώτατα διοικητικά στελέχη" σημαίνει τα φυσικά πρόσωπα που ασκούν εκτελεστικά καθήκοντα στο πιστωτικό ίδρυμα και τα οποία είναι υπεύθυνα και λογοδοτούν στο διοικητικό όργανο για την καθημερινή διοίκηση του ιδρύματος. "ανώτερος οικονομικός διευθυντής" σημαίνει πρόσωπο, το οποίο είναι συνολικά αρμόδιο για τη διαχείριση όλων των δραστηριοτήτων του ΑΠΙ που αφορούν τη διαχείριση οικονομικών πόρων, τον οικονομικό προγραμματισμό και τις χρηματοοικονομικές αναφορέςˑ "απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων", για σκοπούς των άρθρων 32Δ και 32Ε του παρόντος Νόμου, σημαίνει τις απαιτήσεις που προβλέπονται στα Άρθρα 92 έως 98 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· "αρμόδια για την ενοποιημένη εποπτεία αρχή" [Διαγράφηκε]∙ "αρμόδια υπουργεία" σημαίνει - (α) αναφορικά με τη Δημοκρατία, το Υπουργείο Οικονομικών, και (β) αναφορικά με άλλα κράτη-μέλη, τα υπουργεία οικονομικών ή άλλα υπουργεία, τα οποία είναι αρμόδια για οικονομικές, χρηματοπιστωτικές και δημοσιονομικές αποφάσεις σε εθνικό επίπεδο σύμφωνα με τις εθνικές αρμοδιότητες · "αρμόδιες εποπτικές αρχές" [Διαγράφηκε]˙ "αρχείο καταγραφής συναλλαγών" σημαίνει νομικό πρόσωπο το οποίο συγκεντρώνει και τηρεί κεντρικά τα αρχεία παραγώγων· “αρχή εξυγίανσης” έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του Νόμου Εξυγίανσης· "αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου" έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 του Νόμου Εξυγίανσης∙ "ασφαλιστική επιχείρηση" [Διαγράφηκε]· "βιβλία ή έγγραφα" σημαίνει λογαριασμούς, αξιόγραφα, συμβόλαια, έντυπα και έγγραφα, σε οποιαδήποτε μορφή και περιλαμβάνει "βιβλία ή έγγραφα" εναποθηκευμένα σε ηλεκτρονικούς υπολογιστές· "γραφείο αντιπροσωπείας" σημαίνει γραφείο από το οποίο προωθούνται ή υποβοηθούνται με οποιοδήποτε τρόπο τα συμφέροντα του ιδρύματος στο οποίο ανήκει αλλά στο οποίο δεν διεξάγονται εργασίες πιστωτικού ιδρύματος στη Δημοκρατία ή στο εξωτερικό από τη Δημοκρατία· "δεσμός ελέγχου" [Διαγράφηκε]˙ "διαδικασία εκκαθάρισης" [Διαγράφηκε]· "διαχειριστής εργασιών καλυμμένων αξιογράφων" έχει την έννοια που του αποδίδει το άρθρο 2 του περί Καλυμμένων Αξιογράφων Νόμου του 2010∙ "διευθυντής" [Διαγράφηκε]· “διευθύνων σύμβουλος” σημαίνει- (α) πρόσωπο, το οποίο είναι αρμόδιο για τη διαχείριση και το συντονισμό του συνόλου των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του ΑΠΙ, ή (β) σε περίπτωση ΑΠΙ που δεν συστάθηκε στη Δημοκρατία, πρόσωπο το οποίο, είτε μόνο του είτε από κοινού με άλλα πρόσωπα, είναι υπεύθυνο για τη διεξαγωγή των εργασιών του ΑΠΙ στην ή από την Δημοκρατίαˑ "διοικητικό όργανο" σημαίνει το όργανο ή τα όργανα ενός πιστωτικού ιδρύματος, τα οποία ορίζονται δυνάμει του περί Εταιρειών Νόμου ή του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου, κατά περίπτωση, τα οποία εξουσιοδοτούνται να καθορίζουν τη στρατηγική, τους στόχους και τη γενική κατεύθυνση του πιστωτικού ιδρύματος και επιβλέπουν και παρακολουθούν τη λήψη αποφάσεων από τη διεύθυνση και περιλαμβάνουν τα πρόσωπα που πράγματι κατευθύνουν την επιχειρηματική δραστηριότητα του πιστωτικού ιδρύματος∙ "διοικητικό όργανο με εποπτική αρμοδιότητα" σημαίνει το διοικητικό όργανο κατά την άσκηση του ρόλου της επίβλεψης και παρακολούθησης της λήψης αποφάσεων από τη διοίκηση∙ "δυνατότητα ανάκαμψης" σημαίνει δυνατότητα ενός ΑΠΙ να αποκαταστήσει την οικονομική του θέση μετά από σημαντική επιδείνωση· "δυνητικός πελάτης" σημαίνει, για σκοπούς του ορισμού του όρου “πελάτης”, φυσικό ή νομικό πρόσωπο, κάτοικο ή μη κάτοικο στη Δημοκρατία, το οποίο- (α) έχει υποβάλει αίτηση ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο αίτημα παροχής διευκόλυνσης, ή/και (β) προτίθεται να παράσχει εγγύηση ή/και εξασφάλιση ως εγγυητής ή/και ως πάροχος εξασφάλισης στο πλαίσιο υφιστάμενης ή επικείμενης σύμβασης παροχής διευκόλυνσης: Νοείται ότι, αναφορά σε “διευκόλυνση” ερμηνεύεται σύμφωνα με τον ορισμό του όρου “πελάτης”∙ "ΕΑΤ" σημαίνει την Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών) που ιδρύθηκε με τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1093/2010∙ "εγκεκριμένος ελεγκτής" σημαίνει το νόμιμο ελεγκτή και νόμιμο ελεγκτικό γραφείο, κατά την έννοια που αποδίδονται στους όρους αυτούς από το άρθρο 2 του περί Ελεγκτών και Υποχρεωτικών Ελέγχων των Ετήσιων και των Ενοποιημένων Λογαριασμών Νόμου· "εκκαθάριση" έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό - (α) σε σχέση με τράπεζα, από το Μέρος V του περί Εταιρειών Νόμου, και (β) σε σχέση με συνεργατικό πιστωτικό ίδρυμα που συστάθηκε στη Δημοκρατία, σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους IX του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου, όπως εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταταιˑ "εκκαθαριστής" έχει την έννοια που αποδίδεται - (α) σε σχέση με τράπεζα, στον όρο "εκκαθαριστής" από το Μέρος V του περί Εταιρειών Νόμου και στους όρους ‘παραλήπτης’ και ‘διαχειριστής’ από το Μέρος VI του περί Εταιρειών Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται· και (β) σε σχέση με συνεργατικό πιστωτικό ίδρυμα που συστάθηκε στη Δημοκρατία, σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους ΙΧ του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται· "έλεγχος" [Διαγράφηκε]· “εναρμονιστικές με την Οδηγία 2013/36/ΕΕ νομοθετικές διατάξεις” περιλαμβάνει τις εναρμονιστικές με την Οδηγία 2013/36/ΕΕ διατάξεις του παρόντος Νόμου, της Οδηγίας Διακυβέρνησης, του περί Μακροπροληπτικής Εποπτείας των Ιδρυμάτων Νόμου, του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμου και του περί Κεφαλαιακής Επάρκειας ΕΠΕΥ Νόμου, οι οποίες διατάξεις εφαρμόζονται επί των προσώπων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος Νόμου· "ενδοομιλική στήριξη" σημαίνει σύμβαση με την οποία μια οντότητα ομίλου εγγυάται για τις υποχρεώσεις άλλης οντότητας του ομίλου προς ένα τρίτο μέρος· "επενδυτής" σημαίνει πρόσωπο που καταθέτει χρήματα ή τίτλους σε μια επιχείρηση επενδύσεων, στο πλαίσιο της διεξαγωγής επενδυτικών εργασιών∙ “επικεφαλής των λειτουργιών του συστήματος εσωτερικού ελέγχου” σημαίνει πρόσωπο στο ανώτατο ιεραρχικό επίπεδο, το οποίο είναι επιφορτισμένο με την αποτελεσματική διαχείριση της καθημερινής λειτουργίας των ανεξάρτητων λειτουργιών διαχείρισης κινδύνου, κανονιστικής συμμόρφωσης και εσωτερικού ελέγχου και ασφάλειας πληροφοριών∙ "επιλέξιμες καταθέσεις" σημαίνει τις καταθέσεις που αναφέρονται στον Κανονισμό 6 των περί Συστήματος Εγγύησης των Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Κανονισμών του 2016· “επιλέξιμες υποχρεώσεις” έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του Νόμου Εξυγίανσης˙ "επιτροπεία" έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται· "Επιτροπή" σημαίνει την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων· "Επίτροπος" [Διαγράφηκε]· "Επίτροπος Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα" σημαίνει τον Επίτροπο Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, ο οποίος διορίζεται δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 19 του περί της Προστασίας των Φυσικών Προσώπων Έναντι της Επεξεργασίας των Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και της Ελεύθερης Κυκλοφορίας των Δεδομένων αυτών Νόμου· "επιχείρηση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών" ή "ΕΠΕΥ" έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο «επιχείρηση επενδύσεων» από το Άρθρο 4
(2)του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013∙ "επιχείρηση παροχής επικουρικών υπηρεσιών" [Διαγράφηκε]· "εργασίες αποδοχής καταθέσεων" [Διαγράφηκε]· "εργασίες πιστωτικού ιδρύματος" σημαίνει τις εργασίες που παρατίθενται στο Παράρτημα IV· "εργάσιμη ημέρα" σημαίνει κάθε ημέρα εκτός Σαββάτου, Κυριακής ή δημόσιας αργίας στη Δημοκρατία ή σε εμπλεκόμενο κράτος μέλος, αναλόγως· "εσωτερικές προσεγγίσεις" σημαίνει τη μέθοδο που βασίζεται στις εσωτερικές αξιολογήσεις η οποία αναφέρεται στο Άρθρο 143, παράγραφος 1, του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, τη μέθοδο των εσωτερικών υποδειγμάτων η οποία αναφέρεται στο Άρθρο 221 του εν λόγω Κανονισμού, τη μέθοδο εσωτερικών διαβαθμίσεων η οποία αναφέρεται στο Άρθρο 225 του εν λόγω Κανονισμού, τις εξελιγμένες μεθόδους μέτρησης που αναφέρονται στο Άρθρο 312, παράγραφος 2, του εν λόγω Κανονισμού, τη μέθοδο εσωτερικών υποδειγμάτων που αναφέρεται στα Άρθρα 283 και 363 του εν λόγω Κανονισμού και τη μέθοδο του εποπτικού υποδείγματος που αναφέρεται στο Άρθρο 259, παράγραφος 3, του εν λόγω Κανονισμού· "εταιρεία διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων" έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο «εταιρεία διαχείρισης» από το ΄Αρθρο 4
(19)του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· "εταιρεία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών" [Διαγράφηκε]˙ "Ευρωπαϊκή Επιτροπή Τραπεζών" σημαίνει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Τραπεζών που ιδρύθηκε με την πράξη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας με τίτλο «Απόφαση της Επιτροπής, της 5ης Νοεμβρίου 2003, για τη σύσταση της ευρωπαϊκής επιτροπής τραπεζών (2004/10/ΕΚ)» όπως εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται∙ "Ευρωπαïκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών)" ή "ΕΑΚΑΑ" σημαίνει την αρχή που συγκροτήθηκε διά του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 "ΕΣΣΚ" σημαίνει το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Συστημικού Κινδύνου που ιδρύθηκε με τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1092/2010∙ "ηλεκτρονικό χρήμα" [Διαγράφηκε]· "ηλεκτρονικός υπολογιστής" σημαίνει οποιαδήποτε ηλεκτρονική συσκευή για την αποθήκευση ή επεξεργασία πληροφοριών· “θυγατρική” σημαίνει θυγατρική επιχείρηση όπως ορίζεται στο Άρθρο 4, παράγραφος 2, σημείο 16) του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και, για σκοπούς εφαρμογής των άρθρων 23Γ, 32Δ, 32Ε, 32ΣΤ, 32Ι και 32ΙΑ στους ομίλους εξυγίανσης που αναφέρονται στην παράγραφο (β) του ορισμού του όρου “όμιλος εξυγίανσης” στο άρθρο 2
(1)του Νόμου Εξυγίανσης, περιλαμβάνει, όπου και όπως αρμόζει, πιστωτικά ιδρύματα που είναι μόνιμα συνδεδεμένα με κεντρικό οργανισμό, τον ίδιο τον κεντρικό οργανισμό και στις αντίστοιχες θυγατρικές τους, λαμβάνοντας υπόψη τον τρόπο με τον οποίο οι εν λόγω όμιλοι εξυγίανσης συμμορφώνονται με το άρθρο 25Δ
(3)του Νόμου Εξυγίανσης· "ίδρυμα" [Διαγράφηκε]· "ίδρυμα ηλεκτρονικού χρήματος" [Διαγράφηκε]· "ίδρυμα με υποχρεώσεις καλυμμένων αξιογράφων" έχει την έννοια που του αποδίδει το άρθρο 2 του περί Καλυμμένων Αξιογράφων Νόμου του 2010∙ "ίδρυμα τρίτης χώρας" σημαίνει οντότητα της οποίας η κεντρική διοίκηση εδρεύει σε τρίτη χώρα και η οποία, εάν ήταν εγκατεστημένη εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, θα ενέπιπτε στον ορισμό του όρου «ίδρυμα»· "κάλυμμα" έχει την έννοια που του αποδίδει το άρθρο 2 του περί Καλυμμένων Αξιογράφων Νόμου του 2010∙ "καλυπτόμενες καταθέσεις" έχουν την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τον Κανονισμό 2 των περί Συστήματος Εγγύησης των Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Κανονισμών του 2016· "κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας" σημαίνει συλλογική διαδικασία αφερεγγυότητας η οποία συνεπάγεται τη μερική ή ολική εκποίηση περιουσιακών στοιχείων του ΑΠΙ και το διορισμό εκκαθαριστή ή ειδικού εκκαθαριστή και η οποία εφαρμόζεται βάσει των άρθρων 33Α έως 33Ξ τα οποία προνοούν για την εκκαθάριση και την ειδική εκκαθάριση ΑΠΙ· "Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 924/2009" σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας με τίτλο «Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 924/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Σεπτεμβρίου 2009 για τις διασυνοριακές πληρωμές στην Κοινότητα και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2560/2001», όπως εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται∙ "Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1092/1010" σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1092/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 24ης Νοεμβρίου 2010 σχετικά με τη μακροπροληπτική επίβλεψη του χρηματοοικονομικού συστήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τη σύσταση Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Συστημικού Κινδύνου», όπως εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται∙ "Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1093/2010» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών), την τροποποίηση της απόφασης αριθ. 716/2009/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 2009/78/ΕΚ της Επιτροπής∙ "Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1094/2010" σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, για τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων), την τροποποίηση της απόφασης αριθ. 716/2009/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 2009/79/ΕΚ της Επιτροπής∙ "Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1095/2010" σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 2010, σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών), την τροποποίηση της απόφασης αριθ. 716/2009/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 2009/77/ΕΚ»∙ "Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 648/2012" σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 4ης Ιουλίου 2012 για τα εξωχρηματιστηριακά παράγωγα, τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους και τα αρχεία καταγραφής συναλλαγών», όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την Οδηγία 2015/89/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 20ης Μαΐου 2015∙ "Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 575/2013" σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Κανονισμός του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012»∙ "Κανονισμός (ΕΕ) αριθ.1024/2013" σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1024/2013 του Συμβουλίου της 15ης Οκτωβρίου 2013 για την ανάθεση ειδικών καθηκόντων στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα σχετικά με τις πολιτικές που αφορούν την προληπτική εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων» ως διορθώθηκε· "Κανονισμός (EE) 2016/679" σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Κανονισμός (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Απριλίου 2016 για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ (Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων)»˙ "Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 806/2014" σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 806/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 15ης Ιουλίου 2014, περί θεσπίσεως ενιαίων κανόνων και διαδικασίας για την εξυγίανση πιστωτικών ιδρυμάτων και ορισμένων επιχειρήσεων επενδύσεων στο πλαίσιο ενός Ενιαίου Μηχανισμού Εξυγίανσης και ενός Ενιαίου Ταμείου Εξυγίανσης και τροποποιήσεως του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010· “Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 600/2014” σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο “Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 600/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 15ης Μαΐου 2014 για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012”, όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον Κανονισμό (ΕΕ) 2019/2175 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 18ης Δεκεμβρίου 2019˙ "Κανονισμός (ΕΕ) 2017/2402" σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο "Κανονισμός (ΕΕ) 2017/2402 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 12ης Δεκεμβρίου 2017 σχετικά με τη θέσπιση γενικού πλαισίου για την τιτλοποίηση και σχετικά με τη δημιουργία ειδικού πλαισίου για απλή, διαφανή και τυποποιημένη τιτλοποίηση και σχετικά με την τροποποίηση των οδηγιών 2009/65/ΕΚ, 2009/138/ΕΚ και 2011/61/ΕΕ και των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 1060/2009 και (ΕΕ) αριθ. 648/2012"˙ "Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 2019/2033" σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο “Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 2019/2033 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Νοεμβρίου 2019 σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας επιχειρήσεων επενδύσεων και την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, (ΕΕ) αριθ. 575/2013, (ΕΕ) αριθ. 600/2014 και (ΕΕ) αριθ. 806/2014” ως διορθώθηκεˑ "Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 600/2014" σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο "Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 600/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 15ης Μαΐου 2014 για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012", ως τροποποιήθηκε από τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 2019/2175 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 18ης Δεκεμβρίου 2019ˑ "Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 2022/2554" σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο “Κανονισμός (ΕΕ) 2022/2554 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 14ης Δεκεμβρίου 2022 σχετικά με την ψηφιακή επιχειρησιακή ανθεκτικότητα του χρηματοοικονομικού τομέα και την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 1060/2009, (ΕΕ) αριθ. 648/2012, (ΕΕ) αριθ. 600/2014, (ΕΕ) αριθ. 909/2014 και (ΕΕ) 2016/1011”· "Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 2023/1114" σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο “Κανονισμός (ΕΕ) 2023/1114 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 31ης Μαΐου 2023 για τις αγορές κρυπτοστοιχείων και για την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 και (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 και των οδηγιών 2013/36/ΕΕ και (ΕΕ) 2019/1937”· "κατάθεση" ο όρος «κατάθεση» έχει την έννοια που αποδίδεται σε αυτόν σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(1)του άρθρου 2 του περί Συστήματος Εγγύησης των Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Νόμου˙ "κάτοχοι καίριων θέσεων" σημαίνει πρόσωπα, τα οποία ασκούν σημαντική επιρροή στη διοίκηση του ΑΠΙ, αλλά δεν είναι ούτε μέλη του διοικητικού οργάνου ούτε ο διευθύνων σύμβουλος, και περιλαμβάνει- (α) τους επικεφαλής των λειτουργιών του συστήματος εσωτερικού ελέγχου, σε περίπτωση που δεν είναι μέλη του διοικητικού οργάνου, (β) τον ανώτερο οικονομικό διευθυντή, σε περίπτωση που δεν είναι μέλος του διοικητικού οργάνου, (γ) σε περίπτωση που προσδιορίζονται από τα ΑΠΙ σύμφωνα με μία προσέγγιση βάσει κινδύνου, άλλα πρόσωπα που κατέχουν καίριες θέσεις και τον επικεφαλής υποκαταστήματος ιδρύματος τρίτης χώρας, (δ) τους επικεφαλής σημαντικών επιχειρηματικών τομέων, τους επικεφαλής των γραφείων αντιπροσωπείας υποκαταστημάτων ιδρύματος εντός και εκτός του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου ή της Ευρωπαϊκής Ζώνης Ελεύθερων Συναλλαγών, θυγατρικών τρίτων χωρών και άλλων εσωτερικών λειτουργιώνˑ "Κεντρική Τράπεζα" σημαίνει την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου· "Κεντρικός Φορέας" έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό στον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 στον όρο “κεντρικός οργανισμός”· “κεφάλαιο κοινών μετοχών της Κατηγορίας 1” έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του Νόμου Εξυγίανσης˙ "κράτος-μέλος" σημαίνει κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή άλλο κράτος που είναι συμβαλλόμενο μέρος στη Συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, η οποία υπογράφηκε στο Οπόρτο στις 2 Μαΐου 1992, και προσαρμόστηκε από το Πρωτόκολλο το οποίο υπογράφηκε στις Βρυξέλλες την 17η Μαΐου 1993, ως η Συμφωνία αυτή περαιτέρω εκάστοτε τροποποιείται˙ "κράτος-μέλος καταγωγής" [Διαγράφηκε]· "κράτος-μέλος υποδοχής" [Διαγράφηκε]· "λειτουργικός κίνδυνος" [Διαγράφηκε]˙ “λήπτες δεδομένων” σημαίνει- (α) τα αδειοδοτημένα πιστωτικά ιδρύματα (ΑΠΙ)∙ (β) τα υποκαταστήματα πιστωτικών ιδρυμάτων τα οποία λειτουργούν στη Δημοκρατία δυνάμει του άρθρου 10Α∙ (γ) τους διαχειριστές ή διαχειριστές πιστωτικών διευκολύνσεων, κατά την έννοια που αποδίδεται στους όρους αυτούς από το άρθρο 2 του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμου ή/και τους διαχειριστές πιστώσεων κατά την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Διαχειριστών Πιστώσεων και Αγοραστών Πιστώσεων και για Συναφή Θέματα Νόμου, ανάλογα με την περίπτωση∙ (δ) τις εταιρείες χρηματοδοτικής μίσθωσης ή τους παρόχους υπηρεσιών χρηματοδοτικής μίσθωσης, κατά την έννοια που αποδίδεται στους όρους αυτούς από το άρθρο 2 του περί Χρηματοδοτικής Μίσθωσης Νόμου∙ (ε) τους πιστωτές, κατά την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Συμβάσεων Πίστωσης για Καταναλωτές σε σχέση με Ακίνητα που προορίζονται για Κατοικία Νόμου, συμπεριλαμβανομένων πιστωτών άλλου κράτους μέλους∙ (στ) τους πιστωτικούς φορείς, κατά την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί των Συμβάσεων Καταναλωτικής Πίστης Νόμου, συμπεριλαμβανομένων πιστωτικών φορέων άλλου κράτους μέλους∙ (ζ) τους διαχειριστές τιτλοποιηµένων ανοιγμάτων, κατά την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Τιτλοποιήσεων Νόμου∙ (η) οποιοδήποτε πρόσωπο, το οποίο έχει δικαίωμα λήψης, πρόσβασης, επεξεργασίας ή/και χρήσης δεδομένων πελατών στον μηχανισμό ανταλλαγής δεδομένων ΑΡΤΕΜΙΣ δυνάμει του ενωσιακού δικαίου, υπό τις προϋποθέσεις που τυχόν καθορίζονται· "μεικτή εταιρεία συμμετοχών" [Διαγράφηκε]˙ “μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών” έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το Άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 21) του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· "μέσα κοινών μετοχών της κατηγορίας 1" σημαίνει κεφαλαιακά μέσα που πληρούν τις προϋποθέσεις που παρατίθενται στα άρθρα 28, 29 και 31 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· "μέτρα αναδιοργάνωσης" σημαίνει τα μέτρα τα οποία έχουν σκοπό να διαφυλάξουν ή να αποκαταστήσουν την οικονομική κατάσταση αδειοδοτημένου πιστωτικού ιδρύματος και είναι δυνατόν να επηρεάσουν προϋπάρχοντα δικαιώματα τρίτων, συμπεριλαμβανομένων των μέτρων που συνεπάγονται τη δυνατότητα αναστολής πληρωμών, αναστολής μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης ή μείωσης των απαιτήσεων, όσο και τα μέτρα που προβλέπονται, σε περίπτωση ΑΠΙ, από τα άρθρα 198 έως 201ΚΔ του περί Εταιρειών Νόμου ως διορθώθηκε και, σε περίπτωση ΣΠΙ, από το άρθρο 49Β του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου, και περιλαμβάνουν την εφαρμογή των μέτρων εξυγίανσης και την άσκηση των εξουσιών εξυγίανσης που προβλέπονται στο Νόμο Εξυγίανσης· "μέτρο πρόληψης κρίσεων" σημαίνει την άσκηση εξουσιών για την αντιμετώπιση των ελλείψεων ή εξάλειψη εμποδίων προς τη δυνατότητα ανάκαμψης σύμφωνα με το άρθρο 23Β
(6)του παρόντος Νόμου, την άσκηση εξουσιών για την αντιμετώπιση ή την εξάλειψη των εμποδίων στη δυνατότητα εξυγίανσης σύμφωνα με το άρθρο 20, 21 ή 22 του Νόμου Εξυγίανσης, την εφαρμογή οποιουδήποτε μέτρου έγκαιρης παρέμβασης σύμφωνα με το άρθρο 30Γ του παρόντος Νόμου και με το άρθρο 24 του Νόμου Εξυγίανσης, το διορισμό προσωρινού διαχειριστή σύμφωνα με το άρθρο 30Ε του παρόντος Νόμου, ή την άσκηση εξουσιών απομείωσης ή μετατροπής σύμφωνα με το άρθρο 32Δ του παρόντος Νόμου και το άρθρο 57 του Νόμου Εξυγίανσης· "μη διαθέσιμη κατάθεση" έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(1)του άρθρου 2 του περί Συστήματος Εγγύησης των Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου· "μητρική επιχείρηση επενδύσεων εγκατεστημένη σε κράτος-μέλος" [Διαγράφηκε]· "μητρική επιχείρηση επενδύσεων εγκατεστημένη στην Ευρωπαϊκή Ένωση" [Διαγράφηκε]· "μητρική επιχείρηση της ΕΕ" σημαίνει μητρικό ίδρυμα εγκατεστημένο στην ΕΕ, μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην ΕΕ ή μητρική μεικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην ΕΕ· "μητρική εταιρεία" και "θυγατρική εταιρεία" [Διαγράφηκε]· "μητρικό πιστωτικό ίδρυμα εγκατεστημένο σε κράτος-μέλος" [Διαγράφηκε]∙ "μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ευρωπαϊκή Ένωση" [Διαγράφηκε]∙ "μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη σε κράτος-μέλος" [Διαγράφηκε]∙ "μητρικό πιστωτικό ίδρυμα εγκατεστημένο στην Ευρωπαϊκή Ένωση" [Διαγράφηκε]∙ "μηχανισμός ανταλλαγής δεδομένων ΑΙΑΝΤΑΣ" [Διαγράφηκε]∙ "μηχανισμός ανταλλαγής δεδομένων ΑΡΤΕΜΙΣ" σημαίνει το σύστημα ή μηχανισμό ανταλλαγής δεδομένων που λειτουργεί στο πλαίσιο του κυπριακού χρηματοπιστωτικού συστήματος∙ "νομικό πρόσωπο" περιλαμβάνει εταιρεία ή οποιαδήποτε ένωση προσώπων, είτε αυτή συστάθηκε στη Δημοκρατία είτε αλλού· "Νόμος Εξυγίανσης" σημαίνει τον περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμο του 2016 όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται· "Οδηγία 2006/48/ΕΚ" [Διαγράφηκε]· "Οδηγία 2002/87/ΕΚ" σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Οδηγία 2002/87/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, σχετικά με τη συμπληρωματική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων, ασφαλιστικών επιχειρήσεων και επιχειρήσεων επενδύσεων χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων και για την τροποποίηση των οδηγιών του Συμβουλίου 73/239/ΕΟΚ, 79/267/ΕΟΚ, 92/49/ΕΟΚ, 92/96/ΕΟΚ 93/6/ΕΟΚ και 93/22/ΕΟΚ και των οδηγιών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου 98/78/ΕΚ και 2000/12/ΕΚ»∙ "Οδηγία 2004/39/ΕΚ" σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Οδηγία 2004/39/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 2004, για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων, για την τροποποίηση των οδηγιών 85/611/ΕΟΚ και 93/6/ΕΟΚ του Συμβουλίου και της οδηγίας 2000/12/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και για την κατάργηση της οδηγίας 93/22/ΕΟΚ του Συμβουλίου»∙ "Οδηγία 2013/36/ΕΕ" σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο "Οδηγία 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013 σχετικά με την πρόσβαση στη δραστηριότητα πιστωτικών ιδρυμάτων και την προληπτική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων, την τροποποίηση της οδηγίας 2002/87/ΕΚ και την κατάργηση των οδηγιών 2006/48/ΕΚ και 2006/49/ΕΚ", ως τροποποιήθηκε από την Οδηγία 2019/2034 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Νοεμβρίου 2019· "Οδηγία 2014/49/ΕΕ" σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Οδηγία 2014/49/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Απριλίου 2014, περί των συστημάτων εγγύησης των καταθέσεων»· "Οδηγία 2014/59/ΕΕ" σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Οδηγία 2014/59/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 15ης Μαΐου 2014 για τη θέσπιση πλαισίου για την ανάκαμψη και την εξυγίανση πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων και για την τροποποίηση της οδηγίας 82/891/ΕΟΚ του Συμβουλίου, και των οδηγιών 2001/24/ΕΚ, 2002/47/ΕΚ, 2004/25/ΕΚ, 2005/56/ΕΚ, 2007/36/ΕΚ, 2011/35/ΕΕ, 2012/30/ΕΕ και 2013/36/ΕΕ, καθώς και των κανονισμών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 και (ΕΕ) αριθ. 648/2012»· "Οδηγία 2015/849/ΕΕ" σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο “Οδηγία (ΕΕ) 2015/849 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 20ής Μαΐου 2015 σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, και την κατάργηση της οδηγίας 2005/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και της οδηγίας 2006/70/ΕΚ της Επιτροπής”· "Οδηγία 2001/24/ΕΚ" σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Οδηγία 2001/24/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 4ης Απριλίου 2001 για την εξυγίανση και την εκκαθάριση των πιστωτικών ιδρυμάτων· “Οδηγία 2009/138/ΕΚ” σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο “Οδηγία 2009/138/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 25ης Νοεμβρίου 2009, σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριοτήτων ασφάλισης και αντασφάλισης (Φερεγγυότητα II)”, όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την Οδηγία (ΕΕ) 2019/2177 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 18ης Δεκεμβρίου 2019˙ “Οδηγία 2014/65/ΕΕ” σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο “Οδηγία 2014/65/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 15ης Μαΐου 2014 για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και την τροποποίηση της οδηγίας 2002/92/ΕΚ και της οδηγίας 2011/61/ΕΕ”, όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον Κανονισμό (ΕΕ) 2019/2115 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Νοεμβρίου 2019˙ “Οδηγία (ΕΕ) 2015/849” σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο “Οδηγία (ΕΕ) 2015/849 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 20ής Μαΐου 2015 σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, και την κατάργηση της οδηγίας 2005/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και της οδηγίας 2006/70/ΕΚ της Επιτροπής”, όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την Οδηγία (ΕΕ) 2019/2177 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 18ης Δεκεμβρίου 2019˙ “Οδηγία 2014/65/ΕΕ” σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Οδηγία 2014/65/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 15ης Μαΐου 2014 για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και την τροποποίηση της οδηγίας 2002/92/ΕΚ και της οδηγίας 2011/61/ΕΕ (αναδιατύπωση)», ως διορθώθηκε και ως τροποποιήθηκε από την Οδηγία (ΕΕ) 2021/338 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Φεβρουαρίου 2021ˑ "Οδηγία (ΕΕ) 2019/2034" σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο "Οδηγία (ΕΕ) 2019/2034 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Νοεμβρίου 2019 σχετικά με την προληπτική εποπτεία επιχειρήσεων επενδύσεων και την τροποποίηση των οδηγιών 2002/87/ΕΚ, 2009/65/ΕΚ, 2011/61/ΕΕ, 2013/36/ΕΕ, 2014/59/ΕΕ και 2014/65/ΕΕ", ως διορθώθηκε· “μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών” έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το Άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 21) του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· "Οδηγία Διακυβέρνησης" σημαίνει την περί Ρυθμίσεων Διακυβέρνησης και Διαχείρισης Οδηγία του 2014. “όμιλος” έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το Άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 138) του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013˙ “όμιλος εξυγίανσης” έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του Νόμου Εξυγίανσης˙ “όμιλος τρίτης χώρας” σημαίνει όμιλο του οποίου η μητρική επιχείρηση έχει την έδρα της σε τρίτη χώρα· “ουδέτερες προς το φύλο”, αναφορικά με πολιτική ή πρακτική αποδοχών, σημαίνει πολιτική ή πρακτική αποδοχών που βασίζεται στην ισότητα αμοιβής μεταξύ γυναικών και ανδρών εργαζομένων για όμοια εργασία ή για εργασία ίσης αξίας· “παγκόσμιο συστημικώς σημαντικό ίδρυμα” ή “G-SII” έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το Άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 133) του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· "παγκόσμιο συστημικώς σημαντικό ίδρυμα εκτός ΕΕ" ή "εκτός ΕΕ G-SII" έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το Άρθρο 4, παραγράφος 1, σημείο 134) του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· "πελάτης" σημαίνει, για τους σκοπούς των ορισμών των όρων "λήπτες δεδομένων", "υποβάλλοντες δεδομένων" και "σύστημα ή μηχανισμός ανταλλαγής δεδομένων" και για τους σκοπούς των άρθρων 28Δ, 28Ε, της παραγράφου (ζiv) του εδαφίου
(2)του άρθρου 29, των εδαφίων
(6)και
(7)του άρθρου 41, φυσικό ή νομικό πρόσωπο που- (α) είναι δυνητικός πελάτης∙ ή (β) έχει συνάψει σύμβαση παροχής διευκόλυνσης, και περιλαμβάνει εξ’ αποφάσεως οφειλέτη ή χρεώστη∙ ή (γ) είναι εγγυητής ή/και πάροχος εξασφάλισης προσώπου που αναφέρεται στην παράγραφο (β), και περιλαμβάνει εξ’ αποφάσεως οφειλέτη ή χρεώστη υπό την ιδιότητα του ως εγγυητής ή/και ως πάροχος εξασφάλισης∙ ή (δ) είναι συνδεδεμένο πρόσωπο οποιουδήποτε προσώπου που αναφέρεται στις παραγράφους (α), (β) ή (γ). Για σκοπούς του ορισμού του όρου “πελάτης”- (α) η αναφορά σε “διευκόλυνση” αναφέρεται σε, και περιλαμβάνει- (
- i)χρηματοδοτικό άνοιγμα ή σύμβαση πίστωσης ή πιστωτικής ή χρηματοδοτικής διευκόλυνσης περιλαμβανομένων, μεταξύ άλλων, δανείου, ορίου υπερανάληψης, ορίου πιστωτικής κάρτας, συμβολαίου πρακτόρευσης χρεών (factoring agreement), συμβολαίου χρηματοδότησης αποθεματικών (stock finance agreement), σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης ή οποιασδήποτε άλλης χρηματοδοτικής διευκόλυνσης, (
- ii)οποιαδήποτε από τις διευκολύνσεις που αναφέρονται στην υποπαράγραφο (i), η οποία εξαγοράσθηκε από ή/και μεταβιβάστηκε σε αγοραστή πιστωτικών διευκολύνσεων δυνάμει των διατάξεων του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμου ή/και σε αγοραστή πιστώσεων δυνάμει των διατάξεων του περί Διαχειριστών Πιστώσεων και Αγοραστών Πιστώσεων και για Συναφή Θέματα Νόμου, (iii) οποιαδήποτε από τις διευκολύνσεις που αναφέρονται στην υποπαράγραφο (i), ανεξαρτήτως εάν η σχετική διευκόλυνση έχει τερματισθεί και/ή έχει παύσει να ισχύει και/ή σε σχέση με αυτή εκκρεμούν οποιεσδήποτε νομικές διαδικασίες, (
- iv)οποιαδήποτε από τις διευκολύνσεις που αναφέρονται στην υποπαράγραφο (i), η οποία τυγχάνει αναδιάρθωσης, τροποποίησης, αναδιατύπωσης, αντικατάστασης ή άλλης αλλαγής ή/και εκχώρησης, επαναθέσπισης ή άλλης μορφής μεταβίβασης∙ και (β) ο ορισμός περιλαμβάνει, ανάλογα με την περίπτωση, τον πελάτη του προσώπου του οποίου τις διευκολύνσεις ή/και εξασφαλίσεις ή/και εγγυήσεις διαχειρίζεται διαχειριστής πιστωτικών διευκολύνσεων δυνάμει των διατάξεων του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμου ή/και διαχειριστής πιστώσεων δυνάμει των διατάξεων του περί Διαχειριστών Πιστώσεων και Αγοραστών Πιστώσεων και για Συναφή Θέματα Νόμου· "πιστωτικό ίδρυμα" [Διαγράφηκε]· "σημαντικό υποκατάστημα" σημαίνει υποκατάστημα που στο κράτος μέλος υποδοχής θα κρινόταν σημαντικό σύμφωνα με το άρθρο 27Ε και μετά την περίοδο που αναφέρεται στο άρθρο 50, σύμφωνα με το άρθρο 56
(1)· "στενοί δεσμοί" [Διαγράφηκε]˙ "στόχοι εξυγίανσης" έχουν την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(1)του άρθρου 2 του Νόμου Εξυγίανσης∙ "συγγενής επιχείρηση" σημαίνει την επιχείρηση στην οποία έχει συμμετοχή άλλη επιχείρηση και επί των λειτουργικών και οικονομικών πολιτικών της οποίας αυτή η άλλη επιχείρηση ασκεί σημαντική επιρροή. τεκμαίρεται ότι μια επιχείρηση ασκεί σημαντική επιρροή σε άλλη επιχείρηση όταν κατέχει τουλάχιστον το 20% των δικαιωμάτων ψήφου των μετόχων ή εταίρων της άλλης επιχείρησης∙ "σύμβουλος" [Διαγράφηκε]· "συμφωνία συμψηφισμού" σημαίνει συμφωνία βάσει της οποίας αριθμός απαιτήσεων ή υποχρεώσεων μπορεί να μετατραπεί σε μια ενιαία καθαρή απαίτηση, συμπεριλαμβανομένων των συμφωνιών εκκαθαριστικού συμψηφισμού (close-out netting), βάσει των οποίων, σε περίπτωση επέλευσης γεγονότος που συνεπάγεται αναγκαστική εκτέλεση, όπως ή όπου ορίζεται, επισπεύδεται η λήξη των υποχρεώσεων των συμβαλλομένων, ούτως ώστε να καθίστανται αμέσως απαιτητές, ή να τερματίζονται και σε κάθε έτερη περίπτωση να μετατρέπονται σε ή να αντικαθίστανται από μια ενιαία καθαρή απαίτηση και περιλαμβάνει τις ρήτρες συμψηφισμού κατά την έννοια του άρθρου 2
(1)του περί των Συμφωνιών Παροχής Χρηματοοικονομικής Εξασφάλισης Νόμου, και το «συμψηφισμό» κατά την έννοια του άρθρου 2
(1)του περί του Αμετάκλητου του Διακανονισμού στα Συστήματα Πληρωμών και στα Συστήματα Διακανονισμού Αξιογράφων Νόμου· "συνδεδεμένα πρόσωπα" σημαίνει τα πρόσωπα τα οποία αποτελούν ομάδα συνδεδεμένων πελατών, κατά την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το Άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο 39 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, συμπεριλαμβανομένων, σε περίπτωση νομικού προσώπου, των πραγματικών δικαιούχων· "συνδυασμένη απαίτηση αποθέματος ασφαλείας" σημαίνει το συνολικό κεφάλαιο κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 το οποίο χρειάζεται για την εκπλήρωση της απαίτησης τήρησης αποθέματος ασφαλείας διατήρησης κεφαλαίου, στο οποίο προστίθενται τα εξής, κατά περίπτωση: (α) ειδικό για κάθε ίδρυμα αντικυκλικό κεφαλαιακό απόθεμα ασφαλείας, (β) απόθεμα ασφαλείας G-SII, (γ) απόθεμα ασφαλείας O-SII, (δ) απόθεμα ασφαλείας συστημικού κινδύνου∙ "συνδεδεμένη εταιρεία" [Διαγράφηκε]· "συνεργατικό πιστωτικό ίδρυμα" ή "ΣΠΙ" σημαίνει αδειοδοτημένο πιστωτικό ίδρυμα το οποίο συστάθηκε είτε δυνάμει του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου είτε δυνάμει ανάλογης νομοθεσίας τρίτης χώρας και διατηρεί υποκατάστημα στη Δημοκρατία· "σύστημα εγγύησης καταθέσεων" ή "ΣΕΚ" έχουν την έννοια που αποδίδει στον όρο «ΣΕΚ» από τις διατάξεις του άρθρου 2
(1)του περί Συστήματος Εγγύησης των Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Νόμου· "σύστημα ή μηχανισμός ανταλλαγής δεδομένων" σημαίνει σύστημα ή μηχανισμό που πληροί όλες τις πιο κάτω προϋποθέσεις: (α) στο σύστημα ή στον μηχανισμό υποβάλλουν, αποθηκεύουν, χρησιμοποιούν, παρέχουν, λαμβάνουν ή/και έχουν πρόσβαση σε ή επεξεργάζονται με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, δεδομένα πελατών, λήπτες δεδομένων και υποβάλλοντες δεδομένων, ανάλογα με την περίπτωση, με σκοπό την αξιολόγηση του αξιόχρεου πελατών για την αποτελεσματικότερη διαχείριση των διευκολύνσεων και του πιστωτικού ή/και άλλων συναφών κινδύνων με στόχο τη διασφάλιση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας στη Δημοκρατία∙ (β) η λειτουργία του αποσκοπεί στην- (βα) παροχή υπηρεσιών αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας πελατών περιλαμβανομένων υπηρεσιών αυτοματοποιημένης εν όλω ή εν μέρει καθώς και μη αυτοματοποιημένης βαθμονόμησης της πιστοληπτικής ικανότητας πελατών∙ ή/και (ββ) συγκέντρωση, υποβολή, αποθήκευση, επεξεργασία από ή/και μετάδοση και παροχή πρόσβασης προς λήπτες δεδομένων και υποβάλλοντες δεδομένων, ανάλογα με την περίπτωση, δεδομένων, στοιχείων ή/και πληροφοριών πελατών, σε κάθε περίπτωση με σκοπό την αξιολόγηση του αξιόχρεου πελατών για την αποτελεσματικότερη διαχείριση των διευκολύνσεων και του πιστωτικού ή και άλλων συναφών κινδύνων με στόχο τη διασφάλιση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας στη Δημοκρατία∙ και (γ) παρέχει πληροφορίες, οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο 28Ε και στις οδηγίες που εκδίδονται δυνάμει του παρόντος Νόμου, στην Κεντρική Τράπεζα για σκοπούς άσκησης των αρμοδιοτήτων της που απορρέουν από τον παρόντα Νόμο, μεταξύ άλλων, για τον υπολογισμό της πιθανότητας αθέτησης και της ζημιάς λόγω αθέτησης, καθώς και για σκοπούς εκπλήρωσης των υποχρεώσεων και καθηκόντων της Κεντρικής Τράπεζας δυνάμει οποιουδήποτε νόμου ή/και του ενωσιακού δικαίου∙ "συστημικά σημαντικό πιστωτικό ίδρυμα" σημαίνει μητρικό πιστωτικό ίδρυμα εγκατεστημένο στην Ευρωπαϊκή Ένωση, μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ευρωπαϊκή Ένωση, μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Ευρωπαϊκή Ένωση ή πιστωτικό ίδρυμα, η αποτυχία ή δυσλειτουργία του οποίου θα μπορούσε να οδηγήσει σε συστημικό κίνδυνο∙ "συστημικός κίνδυνος" σημαίνει τον κίνδυνο αποδιοργάνωσης του χρηματοοικονομικού συστήματος με εν δυνάμει σοβαρές αρνητικές συνέπειες για το χρηματοοικονομικό σύστημα και την πραγματική οικονομία∙ "σχέδιο ανάκαμψης" σημαίνει σχέδιο ανάκαμψης που καταρτίζεται και διατηρείται από ΑΠΙ σύμφωνα με το άρθρο 23Α· "σχέδιο ανάκαμψης ομίλου" σημαίνει σχέδιο ανάκαμψης ομίλου που καταρτίζεται και διατηρείται σύμφωνα με το άρθρο 23Γ· "σχέδιο εξυγίανσης" έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2
(1)του Νόμου Εξυγίανσης∙ "σώμα εποπτείας" σημαίνει σώμα εποπτών που συστήνεται σύμφωνα με το άρθρο 39(11Α) του παρόντος Νόμου και σύμφωνα με το Άρθρο 116 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ· "ταμείο εξυγίανσης" έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2
(1)του περί Συστήματος Εγγύησης των Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου· "τράπεζα" σημαίνει ΑΠΙ που συστάθηκε - (α) δυνάμει του περί Εταιρειών Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται ή (β) δυνάμει ανάλογης νομοθεσίας τρίτης χώρας και που διατηρεί υποκατάστημα στη Δημοκρατία· "τραπεζικές εργασίες" [Διαγράφηκε]· "τρίτη χώρα" σημαίνει κράτος άλλο από κράτος-μέλος· "τρίτος πάροχος υπηρεσιών ΤΠΕ" έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το Άρθρο 3, σημείο 19) του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 2022/2554· "υποκατάστημα" [Διαγράφηκε]· "υποβάλλοντες δεδομένων" σημαίνει- (α) τα αδειοδοτημένα πιστωτικά ιδρύματα (ΑΠΙ)∙ (β) τα υποκαταστήματα πιστωτικών ιδρυμάτων τα οποία λειτουργούν στη Δημοκρατία δυνάμει του άρθρου 10Α∙ (γ) τους αγοραστές ή αγοραστές πιστωτικών διευκολύνσεων, κατά την έννοια που αποδίδεται στους όρους αυτούς από το άρθρο 2 του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμου ή/και αγοραστές πιστώσεων, κατά την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Διαχειριστών Πιστώσεων και Αγοραστών Πιστώσεων και για Συναφή Θέματα Νόμου, ανάλογα με την περίπτωση∙ (δ) τους διαχειριστές ή διαχειριστές πιστωτικών διευκολύνσεων, κατά την έννοια που αποδίδεται στους όρους αυτούς από το άρθρο 2 του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμου ή/και τους διαχειριστές πιστώσεων, κατά την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Διαχειριστών Πιστώσεων και Αγοραστών Πιστώσεων και για Συναφή Θέματα Νόμου, ανάλογα με την περίπτωση∙ (ε) τις εταιρείες χρηματοδοτικής μίσθωσης ή τους παρόχους υπηρεσιών χρηματοδοτικής μίσθωσης, κατά την έννοια που αποδίδεται στους όρους αυτούς από το άρθρο 2 του περί Χρηματοδοτικής Μίσθωσης Νόμου∙ (στ) τα μη πιστωτικά ιδρύματα, κατά την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Συμβάσεων Πίστωσης για Καταναλωτές σε σχέση με Ακίνητα που προορίζονται για Κατοικία Νόμου∙ (ζ) τους διαχειριστές τιτλοποιηµένων ανοιγμάτων, κατά την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Τιτλοποιήσεων Νόμου∙ (η) οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο έχει υποχρέωση υποβολής δεδομένων πελατών στον μηχανισμό ανταλλαγής δεδομένων ΑΡΤΕΜΙΣ δυνάμει του ενωσιακού δικαίου, υπό τις προυποθέσεις που τυχόν καθορίζονται∙ "υποκατάστημα ιδρύματος τρίτης χώρας" σημαίνει υποκατάστημα πιστωτικού ιδρύματος, το οποίο πιστωτικό ίδρυμα συστάθηκε σε τρίτη χώρα και στο οποίο χορηγήθηκε άδεια λειτουργίας δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου για να ασκεί τραπεζικές δραστηριότητες στη Δημοκρατία και στο εξωτερικό από τη Δημοκρατία∙ "Υπουργός" σημαίνει τον Υπουργό Οικονομικών· “υποχρεώσεις υποκείμενες σε διάσωση με ίδια μέσα” έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του Νόμου Εξυγίανσης· "ΥΣΕ" σημαίνει την Υπηρεσία Συνεργατικών Εταιρειών που προβλέπεται στον περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο· "χαρτοφυλάκιο συναλλαγών" [Διαγράφηκε]· "Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου" ή κατά ταυτόσημη έννοια "Χ.Α.Κ.", σημαίνει το χρηματιστήριο που έχει συσταθεί δυνάμει του άρθρου 3 των περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου Νόμων του 1993 έως (Αρ. 4) του 2002· “χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών” έχει την έννοια που του αποδίδεται στον όρο αυτό από το Άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 20) του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· "χρηματοδοτικό ίδρυμα" [Διαγράφηκε]· "χρηματοπιστωτικό μέσο" [Διαγράφηκε].
(2)[Διαγράφηκε].
(3)(α) Στον παρόντα Νόμο και στις δυνάμει αυτού εκδιδόμενες οδηγίες, οποιαδήποτε αναφορά σε Οδηγία, Κανονισμό, Απόφαση ή άλλη νομοθετική πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης σημαίνει την εν λόγω πράξη όπως εκάστοτε διορθώνεται, τροποποιείται ή αντικαθίσταται, εκτός εάν προκύπτει διαφορετική έννοια από το κείμενο. (β) Στον παρόντα Νόμο και στις δυνάμει αυτού εκδιδόμενες οδηγίες, οποιαδήποτε αναφορά σε νόμο ή κανονιστική διοικητική πράξη της Δημοκρατίας, σημαίνει τον εν λόγω νόμο ή κανονιστική διοικητική πράξη όπως εκάστοτε διορθώνεται, τροποποιείται ή αντικαθίσταται, εκτός εάν προκύπτει διαφορετική έννοια από το κείμενο.
(4)Για σκοπούς του παρόντος Νόμου, όροι που δεν ορίζονται σε αυτόν, εκτός αν προκύπτει διαφορετικά από το κείμενο, έχουν την έννοια την οποία αποδίδει σε αυτούς ο Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 575/2013.
(5)Τυχόν όροι που παρατίθενται σε γλώσσα άλλη από την Ελληνική χρησιμοποιούνται, όχι ως μέρος του επίσημου κειμένου του παρόντος Νόμου, αλλά προς καθοδηγητική βοήθεια και για καλύτερη κατανόηση των όρων που χρησιμοποιούνται στο επίσημο κείμενο του παρόντος Νόμου. 66(I)/1997 74(I)/1999 119(I)/2003 151(I)/2004 235(I)/2004 80(I)/2008 27(I)/2011 104(I)/2011 107(I)/2012 102(I)/2013 141(I)/2013 5(I)/2015 21(Ι)/2016 38(I)/2017 153(I)/2018 80(I)/2019 149(I)/2019 28(I)/2021 94(I)/2021 95(I)/2021 162(I)/2021 163(I)/2021 162(I)/2022 14(I)/2025 84(I)/2026 Πεδίο εφαρμογής 2Α.
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(2)και των διατάξεων του άρθρου 28Δ, ο παρών Νόμος εφαρμόζεται: (α) στα ΑΠΙ· και (β) στα πιστωτικά ιδρύματα που λειτουργούν στη Δημοκρατία δυνάμει του άρθρου 10Α.
(2)(α) Τα άρθρα του παρόντος Νόμου που αφορούν την ανάκαμψη και την εξυγίανση εφαρμόζονται από τα ΑΠΙ και όσον αφορά τα ΑΠΙ που είναι υποκαταστήματα ιδρυμάτων τρίτης χώρας, σύμφωνα με τις ειδικές προϋποθέσεις που ορίζονται στο Μέρος ΙΧ του Νόμου Εξυγίανσης, καθώς και από τις ακόλουθες οντότητες: (
- i)Χρηματοδοτικά ιδρύματα που είναι εγκατεστημένα στη Δημοκρατία όταν το χρηματοδοτικό ίδρυμα είναι θυγατρική επιχείρηση πιστωτικού ιδρύματος ή εταιρείας που αναφέρεται στην υποπαράγραφο (
- ii)ή (iii) και καλύπτεται από την εποπτεία της μητρικής επιχείρησης σε ενοποιημένη βάση, σύμφωνα με τα Άρθρα 6 έως 17 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· (
- ii)χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών, μεικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών και μεικτές εταιρείες συμμετοχών, που είναι εγκατεστημένες στη Δημοκρατία· (iii) μητρικές χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών εγκατεστημένες στη Δημοκρατία, μητρικές χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών εγκατεστημένες στην ΕΕ, μητρικές μεικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών εγκατεστημένες στη Δημοκρατία, μητρικές μεικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών εγκατεστημένες στην ΕΕ. (β) Εκτός όπου αναφέρεται διαφορετικά, στις διατάξεις που αφορούν την ανάκαμψη και εξυγίανση, η αναφορά σε ΑΠΙ συμπεριλαμβάνει τις οντότητες που παρατίθενται στις υποπαραγράφους (
- i)έως (iii) της παραγράφου (α). (γ) Η Κεντρική Τράπεζα κατά τον καθορισμό και την εφαρμογή των απαιτήσεων που αφορούν την ανάκαμψη και εξυγίανση και όταν χρησιμοποιεί τα διάφορα μέτρα που έχει στη διάθεσή της όσον αφορά τις οντότητες που αναφέρονται στην παράγραφο (α), καθώς και με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων, λαμβάνει υπόψη τη φύση της επιχειρηματικής δραστηριότητας, τη μετοχική δομή, τη νομική μορφή, το προφίλ κινδύνου, το μέγεθος και το νομικό καθεστώς της οντότητας, τις διασυνδέσεις της με άλλα ιδρύματα ή με το χρηματοπιστωτικό σύστημα γενικότερα, το εύρος και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων της, ή τη συμμετοχή της σε θεσμικό σύστημα προστασίας που πληροί τις απαιτήσεις του Άρθρου 113, παράγραφος 7, του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 ή σε άλλα συνεργατικά συστήματα αμοιβαίας αλληλεγγύης, όπως αναφέρεται στο Άρθρο 113, παράγραφος 6, του εν λόγω Κανονισμού, καθώς και κατά πόσον η υπό αναφορά οντότητα ασκεί οποιεσδήποτε επενδυτικές υπηρεσίες ή επενδυτικές δραστηριότητες όπως ορίζονται στο άρθρο 2
(1)του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμου ως διορθώθηκε. (δ) Η Κεντρική Τράπεζα δύναται να θεσπίζει ή να διατηρεί αυστηρότερους κανόνες ή πρόσθετους κανόνες πέραν αυτών που θεσπίζονται στην Οδηγία 2014/59/ΕΕ και στις κατ’ εξουσιοδότηση ή στις εκτελεστικές πράξεις που εκδίδονται βάσει αυτής της Οδηγίας, υπό τον όρο ότι οι κανόνες αυτοί έχουν γενική ισχύ και δεν αντίκεινται στην εν λόγω Οδηγία και στις κατ’ εξουσιοδότηση και εκτελεστικές πράξεις που εκδόθηκαν δυνάμει της εν λόγω Οδηγίας. (ε) Για σκοπούς εφαρμογής των διατάξεων που αναφέρονται στην ανάκαμψη και εξυγίανση, όροι που δεν ορίζονται στον παρόντα Νόμο ή στον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 έχουν την έννοια την οποία τους αποδίδει το άρθρο 2 του Νόμου Εξυγίανσης.
(3)Οι διατάξεις του παρόντος Νόμου, οι οποίες ενσωματώνουν διατάξεις της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ, δεν εφαρμόζονται ως προς τις περιπτώσεις ή οντότητες που αναφέρονται στο Άρθρο 2, παράγραφος 5, σημεία 2) έως 24) της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ.
(4)Για σκοπούς διασφάλισης ότι οι απαιτήσεις ή εποπτικές εξουσίες που καθορίζονται στις εναρμονιστικές με την Οδηγία 2013/36/ΕΕ νομοθετικές διατάξεις ή στον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 εφαρμόζονται σε ενοποιημένη ή υποενοποιημένη βάση σύμφωνα με τον παρόντα Νόμο και τον εν λόγω Κανονισμό, οι όροι “ίδρυμα”, “μητρικό ίδρυμα εγκατεστημένο σε κράτος μέλος”, “μητρικό ίδρυμα εγκατεστημένο στην ΕΕ” και “μητρική επιχείρηση” περιλαμβάνουν επίσης- (α) χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών και μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών στις οποίες έχει χορηγηθεί έγκριση σύμφωνα με το άρθρο 4Γ, (β) καθορισμένα ιδρύματα ελεγχόμενα από μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην ΕΕ, μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην ΕΕ, μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη σε κράτος μέλος ή μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη σε κράτος μέλος, εφόσον η οικεία μητρική εταιρεία δεν υπόκειται σε έγκριση σύμφωνα με το άρθρο 4Γ
(4)∙ και (γ) χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών, μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών ή ιδρύματα που ορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 4Γ
(6)(β)(iv). 5(I)/2015 21(Ι)/2016 5(I)/2017 38(I)/2017 94(I)/2021 162(I)/2021 163(I)/2021 84(I)/2026 ΜΕΡΟΣ I(Α) ΑΡΜΟΔΙΑ ΑΡΧΗ Γενικές εξουσίες Κεντρικής Τράπεζας 2Β.-
(1)Η Κεντρική Τράπεζα ασκεί τις αρμοδιότητες και τα καθήκοντα που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο και στον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013. Ενημερώνει σχετικά την Επιτροπή και την ΕΑΤ, αναφέροντας κάθε ενδεχόμενο καταμερισμό λειτουργιών και καθηκόντων.
(2)Η Κεντρική Τράπεζα παρακολουθεί τις δραστηριότητες των πιστωτικών ιδρυμάτων, και κατά περίπτωση των χρηματοδοτικών εταιρειών συμμετοχών και των μικτών χρηματοοικονομικών εταιρειών συμμετοχών, προκειμένου να αξιολογεί τη συμμόρφωσή τους προς τις απαιτήσεις του παρόντος Νόμου και του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013.
(3)Η Κεντρική Τράπεζα δύναται να λαμβάνει τις πληροφορίες που χρειάζεται για την αξιολόγηση της συμμόρφωσης των πιστωτικών ιδρυμάτων και κατά περίπτωση των χρηματοδοτικών εταιρειών συμμετοχών και των μικτών χρηματοοικονομικών εταιρειών συμμετοχών, με τις απαιτήσεις του παρόντος Νόμου και του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και να ερευνά πιθανές παραβιάσεις των εν λόγω απαιτήσεων.
(4)Η Κεντρική Τράπεζα διασφαλίζει ότι διαθέτει την εμπειρογνωμοσύνη, τους πόρους, την επιχειρησιακή ικανότητα, τις εξουσίες και την ανεξαρτησία που απαιτούνται για την επιτέλεση των καθηκόντων προληπτικής εποπτείας, έρευνας και επιβολής κυρώσεων που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο και στον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013.
(5)(α) Τα πιστωτικά ιδρύματα παρέχουν στην Κεντρική Τράπεζα όλες τις αναγκαίες πληροφορίες για την αξιολόγηση της συμμόρφωσής τους με τους κανόνες που θεσπίζονται σύμφωνα με τον παρόντα Νόμο και τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013. (β) Οι μηχανισμοί εσωτερικού ελέγχου και οι διοικητικές και λογιστικές διαδικασίες των πιστωτικών ιδρυμάτων επιτρέπουν ανά πάσα στιγμή τον έλεγχο της συμμόρφωσής τους προς τον παρόντα Νόμο, τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 καθώς και τις δυνάμει αυτών εκδιδόμενες οδηγίες.
(6)Τα πιστωτικά ιδρύματα καταχωρούν όλες τις συναλλαγές τους και καταγράφουν τα συστήματα και τις διαδικασίες που διέπονται από τον παρόντα Νόμο και τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013, ώστε η Κεντρική Τράπεζα να μπορεί να ελέγξει ανά πάσα στιγμή τη συμμόρφωση τους με τον παρόντα Νόμο και τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013. 5(I)/2015 Συντονισμός Κεντρικής Τράπεζας με την αρμόδια για την προληπτική εποπτεία των χρηματοδοτικών ιδρυμάτων κυπριακή αρχή 2Γ. Η Κεντρική Τράπεζα λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για συντονισμό με την αρμόδια αρχή που είναι επιφορτισμένη, κατά περίπτωση, με την προληπτική εποπτεία των χρηματοδοτικών ιδρυμάτων. 5(I)/2015 163(I)/2021 ΜΕΡΟΣ II ΟΡΟΙ ΚΑΙ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣΒΑΣΗ ΣΤΗ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΓΚΡΙΣΗ ΤΩΝ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΜΙΚΤΩΝ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΣΥΜΜΕΤΟΧΩΝ Απαγόρευση σε πρόσωπα ή επιχειρήσεις εκτός των πιστωτικών ιδρυμάτων της δραστηριότητας αποδοχής καταθέσεων ή άλλων επιστρεπτέων κεφαλαίων από το κοινό 3.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 10Α, απαγορεύεται σε οποιοδήποτε πρόσωπο που δεν είναι ΑΠΙ να ασκεί κατ’ επάγγελμα τη δραστηριότητα της αποδοχής καταθέσεων ή άλλων επιστρεπτέων κεφαλαίων από το κοινό, στη Δημοκρατία ή στο εξωτερικό από τη Δημοκρατία.
(2)Σε περίπτωση που η Κεντρική Τράπεζα έχει εύλογες υπόνοιες ότι οποιοδήποτε πρόσωπο ασκεί δραστηριότητα που αναφέρεται στο εδάφιο
(1), δύναται, με γραπτή ειδοποίηση προς το πρόσωπο αυτό, να το καλέσει να παρουσιάσει σε αρμόδιο λειτουργό της, εντός της προθεσμίας που ορίζεται στην ειδοποίηση, οποιαδήποτε βιβλία ή έγγραφα που ορίζονται στην ειδοποίηση για να εξακριβωθεί από το λειτουργό αυτό κατά πόσο ασκήθηκε οποιαδήποτε εργασία η οποία απαγορεύεται σύμφωνα με το εδάφιο
(1).
(3)Η Κεντρική Τράπεζα έχει εξουσία να εξαιρεί ορισμένες συναλλαγές από τον ορισμό της , με αναφορά σε οποιουσδήποτε παράγοντες που κρίνει κατάλληλους και, ιδιαίτερα, με αναφορά σε οποιουσδήποτε από τους ακόλουθους όρους - (α) Το ποσό της κατάθεσης· (β) τη συνολική υποχρέωσή του προσώπου που αποδέχεται την κατάθεση προς τους καταθέτες του· (γ) τις συνθήκες, κάτω από τις οποίες ή το σκοπό, για τον οποίο έγινε η κατάθεση· (δ) τον αριθμό ή τα ποσά των συναλλαγών οποιασδήποτε ιδιαίτερης περιγραφής που διενεργούνται από το πρόσωπο που αποδέχεται την κατάθεση ή τη συχνότητα, με την οποία το πρόσωπο αυτό διενεργεί συναλλαγές οποιασδήποτε ιδιαίτερης περιγραφής.
(4)Το εδάφιο
(1)δεν ισχύει για την αποδοχή καταθέσεων ή άλλων κεφαλαίων επιστρεπτέων από κράτος-μέλος, από τις περιφερειακές ή τοπικές αρχές κράτους-μέλους, από δημόσιους διεθνείς οργανισμούς στους οποίους είναι μέλη ένα ή περισσότερα κράτη μέλη ή για τις περιπτώσεις που αναφέρονται ρητά στον παρόντα Νόμο ή στο ενωσιακό δίκαιο, υπό την προϋπόθεση ότι οι δραστηριότητες αυτές υπόκεινται σε κανονισμούς και ελέγχους που αποσκοπούν στην προστασία των καταθετών και των επενδυτών.
(5)(α) ΑΠΙ δεν επιτρέπεται να δέχεται καταθέσεις αν δεν συμμετέχει στο ΣΕΚ που συστάθηκε σύμφωνα με τον περί Συστήματος Εγγύησης των Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμο. (β) ΑΠΙ που αποτελεί υποκατάστημα πιστωτικού ιδρύματος τρίτης χώρας και δεν συμμετέχει στο ΣΕΚ επιτρέπεται να δέχεται καταθέσεις μόνο εάν συμμετέχει σε σύστημα εγγύησης καταθέσεων στην τρίτη χώρα το οποίο, με βάση έλεγχο που διενεργήθηκε σύμφωνα με τον περί Συστήματος Εγγύησης των Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Νόμο και των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων Κανονισμών, διαθέτει προστασία ισοδύναμη με την προστασία που παρέχεται με την Οδηγία 2014/49/ΕΕ.
(6)Η Κεντρική Τράπεζα κοινοποιεί στην Επιτροπή και στην ΕΑΤ τυχόν νομοθεσία της Δημοκρατίας που επιτρέπει ρητά σε επιχειρήσεις πλην των ΑΠΙ να ασκούν τη δραστηριότητα της αποδοχής καταθέσεων και άλλων επιστρεπτέων κεφαλαίων από το κοινό.
(7)Σύμφωνα με το παρόν άρθρο, η Κεντρική Τράπεζα δεν δύναται να απαλλάσσει ΑΠΙ που συστάθηκαν στη Δημοκρατία από την εφαρμογή των εναρμονιστικών με την Οδηγία 2013/36/ΕΕ νομοθετικών διατάξεων και του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013. 66(I)/1997 119(I)/2003 102(I)/2013 5(I)/2015 21(Ι)/2016 94(I)/2021 162(I)/2021 Άδεια λειτουργίας 4.-
(1)(α) Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 10Α, πιστωτικό ίδρυμα οφείλει να λάβει άδεια λειτουργίας από την Κεντρική Τράπεζα πριν την έναρξη των δραστηριοτήτων του στη Δημοκρατία ή στο εξωτερικό από τη Δημοκρατία. (β)(
- i)Τηρουμένων των διατάξεων του Μέρους IV, άδεια λειτουργίας εκδίδεται από την Κεντρική Τράπεζα μόνο σε νομικό πρόσωπο που συστάθηκε στη Δημοκρατία δυνάμει του περί Εταιρειών Νόμου ή του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου, όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται, και σε πιστωτικό ίδρυμα που έχει συσταθεί και έχει λάβει άδεια σε τρίτη χώρα δυνάμει ανάλογης νομοθεσίας της χώρας αυτής, προκειμένου να λειτουργεί στη Δημοκρατία μέσω υποκασταστήματος. (
- ii)Πιστωτικό ίδρυμα που συστάθηκε στη Δημοκρατία οφείλει να έχει την καταστατική του έδρα καθώς και την έδρα της κεντρικής του διοίκησης στη Δημοκρατία· (iii) Πιστωτικά ιδρύματα εκτός εκείνων που αναφέρονται στην υποπαράγραφο (ii), έχουν την έδρα της κεντρικής τους διοίκησης στο κράτος το οποίο χορήγησε την άδεια λειτουργίας τους και στο οποίο διεξάγουν πράγματι τις εργασίες τους. (β1) Η Κεντρική Τράπεζα αρνείται τη χορήγηση άδειας έναρξης δραστηριότητας πιστωτικού ιδρύματος, σε περίπτωση κατά την οποία το πιστωτικό ίδρυμα δεν έχει χωριστά ίδια κεφάλαια ή όταν το αρχικό του κεφάλαιο είναι μικρότερο από πέντε εκατομμύρια ευρώ (€5.000.000). (γ) Η Κεντρική Τράπεζα αρνείται τη χορήγηση άδειας έναρξης δραστηριότητας πιστωτικού ιδρύματος, εκτός εάν το πιστωτικό ίδρυμα της έχει προηγουμένως γνωστοποιήσει την ταυτότητα των μετόχων ή μελών, είτε άμεσων είτε έμμεσων, φυσικών ή νομικών προσώπων, οι οποίοι κατέχουν ειδική συμμετοχή καθώς και το ποσοστό αυτών των συμμετοχών ή σε περίπτωση που δεν υπάρχουν ειδικές συμμετοχές, των είκοσι
(20)μεγαλύτερων μετόχων ή μελών. Για να καθοριστεί εάν πληρούνται τα κριτήρια ειδικής συμμετοχής λαμβάνονται υπόψη τα δικαιώματα ψήφου που προβλέπουν τα άρθρα 28, 29 και 30 του περί των Προϋποθέσεων Διαφάνειας (Κινητές Αξίες προς Διαπραγμάτευση σε Ρυθμιζόμενη Αγορά) Νόμου καθώς και οι όροι για την άθροισή τους που προβλέπονται στα άρθρα 34 και 35 του εν λόγω Νόμου. Η Κεντρική Τράπεζα δε λαμβάνει υπόψη τα δικαιώματα ψήφου ή τις μετοχές τις οποίες τυχόν κατέχουν πιστωτικά ιδρύματα, ως αποτέλεσμα αναδοχής ή τοποθέτησης χρηματοοικονομικών μέσων με δέσμευση ανάληψης, σύμφωνα με την παράγραφο 6 του Μέρους Ι του Τρίτου Παραρτήματος του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμου όπως διορθώθηκε, υπό τον όρο ότι τα δικαιώματα, αφενός, δεν ασκούνται ούτε χρησιμοποιούνται κατ’ άλλον τρόπο με σκοπό την παρέμβαση στη διαχείριση του εκδότη και, αφετέρου, εφόσον μεταβιβάζονται εντός ενός έτους από την απόκτηση. (δ) Η Κεντρική Τράπεζα αρνείται τη χορήγηση άδειας έναρξης δραστηριότητας πιστωτικού ιδρύματος, εφόσον, ενόψει της αναγκαιότητας να διασφαλιστεί η υγιής και συνετή διαχείριση του πιστωτικού ιδρύματος δεν έχει πειστεί για την καταλληλότητα των μετόχων ή εταίρων σύμφωνα με τα κριτήρια που ορίζονται στο άρθρο 17Α
(1)∙ οι διατάξεις του άρθρου 17Α
(3)και
(4)και του άρθρου 17Β εφαρμόζονται κατ’ αναλογίαν. (ε) Όταν υπάρχουν στενοί δεσμοί μεταξύ του πιστωτικού ιδρύματος και άλλων φυσικών ή νομικών προσώπων, η Κεντρική Τράπεζα χορηγεί άδεια λειτουργίας μόνο εάν οι δεσμοί αυτοί δεν παρεμποδίζουν τη σωστή εκπλήρωση της εποπτικής αποστολής της. (στ) Η Κεντρική Τράπεζα αρνείται τη χορήγηση άδειας έναρξης δραστηριότητας πιστωτικού ιδρύματος εάν νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις τρίτης χώρας στις οποίες υπάγονται ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, με τα οποία το πιστωτικό ίδρυμα έχει στενούς δεσμούς ή δυσχέρειες σχετικές με την εφαρμογή των εν λόγω νομοθετικών, κανονιστικών ή διοικητικών διατάξεων, παρεμποδίζουν την αποτελεσματική εκπλήρωση της εποπτικής αποστολής της. (ζ) Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να παρέχουν στην Κεντρική Τράπεζα τις πληροφορίες που ζητεί, ώστε να δύναται να παρακολουθεί σε συνεχή βάση τη συμμόρφωση με τους όρους που προβλέπονται στο παρόν άρθρο.
(2)(α) Αίτηση για χορήγηση άδειας λειτουργίας υποβάλλεται, από ή εκ μέρους του αιτητή, στην Κεντρική Τράπεζα και συνοδεύεται από το πρόγραμμα δραστηριοτήτων το οποίο περιγράφει τα είδη των προβλεπόμενων επιχειρηματικών δραστηριοτήτων και την οργανωτική διάρθρωση του πιστωτικού ιδρύματος συμπεριλαμβανομένης της ένδειξης των μητρικών επιχειρήσεων, των χρηματοδοτικών εταιρειών συμμετοχών και των μικτών χρηματοοικονομικών εταιρειών συμμετοχών εντός του ομίλου, και από περιγραφή των ρυθμίσεων, των διαδικασιών και των μηχανισμών που αναφέρονται στο άρθρο 19
(2)και οποιαδήποτε άλλα έγγραφα και πληροφορίες που δυνατό να απαιτήσει η Κεντρική Τράπεζα. (β) Η Κεντρική Τράπεζα αρνείται τη χορήγηση άδειας έναρξης δραστηριότητας πιστωτικού ιδρύματος, εκτός εάν έχει πειστεί ότι οι ρυθμίσεις, οι διαδικασίες και οι μηχανισμοί που αναφέρονται στο άρθρο 19
(2)καθιστούν δυνατή την ορθή και αποτελεσματική διαχείριση κινδύνων από το εν λόγω ίδρυμα. (γ) Το αρχικό κεφάλαιο αποτελείται από ένα ή περισσότερα από τα στοιχεία που αναφέρονται στο Άρθρο 26, παράγραφος 1, στοιχεία α) έως ε), του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013. (δ) Η Κεντρική Τράπεζα έχει τη δυνατότητα να χορηγεί άδεια σε ειδικές κατηγορίες πιστωτικών ιδρυμάτων το αρχικό κεφάλαιο των οποίων είναι μικρότερο από το προβλεπόμενο στο εδάφιο
(1), εφόσον πληρούνται οι κατωτέρω προϋποθέσεις: (
- i)το αρχικό κεφάλαιο δεν είναι μικρότερο από ένα εκατομμύριο ευρώ (€1.000.000), (
- ii)η Κεντρική Τράπεζα γνωστοποιεί στην Επιτροπή και στην ΕΑΤ τους λόγους για τους οποίους κάνει χρήση της δυνατότητας αυτής. (2Α)(α) Η Κεντρική Τράπεζα χορηγεί άδεια έναρξης δραστηριότητας πιστωτικού ιδρύματος μόνο με την προϋπόθεση ότι δύο τουλάχιστον πρόσωπα κατευθύνουν αποτελεσματικά τις εργασίες του αιτούντος πιστωτικού ιδρύματος. (β) Η Κεντρική Τράπεζα αρνείται τη χορήγηση άδειας έναρξης δραστηριότητας εάν - (
- i)τα μέλη του διοικητικού οργάνου, δεν έχουν καλή φήμη και επαρκείς γνώσεις, προσόντα και εμπειρία για την εκτέλεση των καθηκόντων τους, (
- ii)η συνολική σύνθεση του διοικητικού οργάνου δεν αποτυπώνει ένα αρκούντως ευρύ φάσμα εμπειριών, και (iii) τα μέλη του διοικητικού οργάνου δεν πληρούν τις απαιτήσεις που καθορίζονται στην περί της Αξιολόγησης της Ικανότητας και Καταλληλότητας Μελών του Διοικητικού Οργάνου και των Διευθυντών των Αδειοδοτημένων Πιστωτικών Ιδρυμάτων Οδηγία του 2014.
(3)(α) Σε περίπτωση που η Κεντρική Τράπεζα αρνείται τη χορήγηση άδειας έναρξης δραστηριότητας πιστωτικού ιδρύματος ενημερώνει γραπτώς τον αιτούντα για την απόφασή της καθώς και τους λόγους που οδήγησαν σε αυτή εντός έξι
(6)μηνών από την ημερομηνία παραλαβής της αίτησης ή εάν η αίτηση δεν είναι πλήρης, εντός έξι
(6)μηνών από την παραλαβή όλων των πληροφοριών που απαιτούνται για την λήψη απόφασης. (β) Σε κάθε περίπτωση, εκδίδεται απόφαση χορήγησης ή άρνησης άδειας λειτουργίας εντός δώδεκα
(12)μηνών από την παραλαβή της αίτησης.
(4)(α) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(3)η Κεντρική Τράπεζα δύναται, να τροποποιεί ή να ανακαλεί οποτεδήποτε, είτε μόνιμα είτε προσωρινά, οποιουσδήποτε όρους που έχουν επιβληθεί σε χορηγηθείσα άδεια λειτουργίας, ή να επιβάλλει οποιουσδήποτε νέους όρους σε αυτή. (β) Χωρίς επηρεασμό των διατάξεων των εδαφίων
(1),
(2), (2Α) και
(5), η Κεντρική Τράπεζα καθορίζει με οδηγία της τις προϋποθέσεις για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας τις οποίες κοινοποιεί στην ΕΑΤ.
(5)Η Κεντρική Τράπεζα δεν εξετάζει την αίτηση για άδεια λειτουργίας βάσει των οικονομικών αναγκών της αγοράς.
(6)(α) Πιστωτικό ίδρυμα στο οποίο χορηγήθηκε άδεια λειτουργίας δύναται να παραδώσει την άδεια λειτουργίας του με γραπτή ειδοποίηση προς την Κεντρική Τράπεζα. (β) Η παράδοση ισχύει από την ημερομηνία της ειδοποίησης ή αν σε αυτή καθορίζεται μεταγενέστερη ημερομηνία ισχύει η ημερομηνία εκείνη και όπου καθορίζεται μεταγενέστερη ημερομηνία στην ειδοποίηση, το πιστωτικό ίδρυμα δύναται με νέα γραπτή ειδοποίηση προς την Κεντρική Τράπεζα να καθορίσει ενωρίτερη ημερομηνία παράδοσης, η οποία δεν μπορεί να είναι ενωρίτερα από την ημερομηνία της αρχικής ειδοποίησής της. (γ) Η παράδοση άδειας λειτουργίας είναι ανέκκλητη εκτός εάν ρητά καθορίζεται ότι θα ισχύσει σε μεταγενέστερη ημερομηνία και πριν την ημερομηνία εκείνη η Κεντρική Τράπεζα με γραπτή ειδοποίησή της προς το πιστωτικό ίδρυμα επιστρέψει την ανάκλησή της.
(7)Η πολιτική σε ότι αφορά την αίτηση για χορήγηση άδειας λειτουργίας καθορίζεται από την Κεντρική Τράπεζα με οδηγία που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 41.
(8)Η Κεντρική Τράπεζα ζητεί τη γνώμη της αρμόδιας αρχής άλλου κράτους-μέλους, προτού χορηγήσει άδεια λειτουργίας όταν το πιστωτικό ίδρυμα - (
- i)είναι θυγατρική πιστωτικού ιδρύματος που έχει λάβει άδεια λειτουργίας στο άλλο κράτος-μέλος ή (
- ii)είναι θυγατρική της μητρικής επιχείρησης πιστωτικού ιδρύματος που έχει λάβει άδεια λειτουργίας στο άλλο κράτος-μέλος ή (iii) ελέγχεται από τα ίδια φυσικά ή νομικά πρόσωπα που ελέγχουν πιστωτικό ίδρυμα που έχει λάβει άδεια λειτουργίας στο άλλο κράτος-μέλος.
(9)Η Κεντρική Τράπεζα προτού χορηγήσει άδεια λειτουργίας σε πιστωτικό ίδρυμα, ζητεί τη γνώμη της αρμόδιας αρχής του οικείου κράτους-μέλους, η οποία είναι υπεύθυνη για την εποπτεία ασφαλιστικών επιχειρήσεων ή ΕΠΕΥ, όπου το πιστωτικό ίδρυμα- (α) Είναι θυγατρική ασφαλιστικής επιχείρησης ή Ε.Π.Ε.Υ. με άδεια λειτουργίας στην Ένωση, ή (β) είναι θυγατρική της μητρικής επιχείρησης ασφαλιστικής επιχείρησης ή ΕΠΕΥ με άδεια λειτουργίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση ή (γ) ελέγχεται από τα ίδια φυσικά ή νομικά πρόσωπα που ελέγχουν ασφαλιστική επιχείρηση ή ΕΠΕΥ με άδεια λειτουργίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
(10)Η Κεντρική Τράπεζα και οι σχετικές αρμόδιες αρχές που αναφέρονται στα εδάφια
(8)και
(9)διαβουλεύονται μεταξύ τους, ιδίως κατά την αξιολόγηση της καταλληλότητας των μετόχων, καθώς και της φήμης και της εμπειρίας των μελών του διοικητικού οργάνου που συμμετέχουν στη διαχείριση άλλης οντότητας του ίδιου ομίλου, και ανταλλάσσουν οποιαδήποτε πληροφορία σχετικά με την καταλληλότητα των μετόχων και τη φήμη και εμπειρία των μελών του διοικητικού οργάνου, που είναι σχετική για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας, καθώς και για τη συνεχή αξιολόγηση της συμμόρφωσης με τους όρους λειτουργίας.
(11)(α) Η Κεντρική Τράπεζα κοινοποιεί στην ΕΑΤ κάθε άδεια λειτουργίας την οποία χορηγεί δυνάμει του παρόντος Νόμου, η δε κοινοποίηση περιλαμβάνει τις επωνυμίες των επιχειρήσεων που αναφέρονται στο Άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 1), στοιχείο β) του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και προσδιορίζει τα εν λόγω πιστωτικά ιδρύματα ως τέτοια. (α1) Όταν η Κεντρική Τράπεζα γνωστοποιεί, σύμφωνα με την παράγραφο (α), στην ΕΑΤ τις άδειες λειτουργίας που χορηγεί σύμφωνα με το εδάφιο
(1), δηλώνει το σύστημα εγγύησης καταθέσεων στο οποίο είναι μέλος το ΑΠΙ. (β) Η Κεντρική Τράπεζα, όταν ενεργεί ως η αρμόδια αρχή για την ενοποιημένη εποπτεία, παρέχει στις εμπλεκόμενες αρμόδιες αρχές και στην ΕΑΤ όλες τις πληροφορίες σχετικά με τον όμιλο ΑΠΙ σύμφωνα με τις παραγράφους (ε), (στ) και (ζ) του εδαφίου
(1)του παρόντος άρθρου, τα εδάφια
(2),
(3)και
(5)του άρθρου 19, το άρθρο 19ΣΤ και το άρθρο 30Β του παρόντος Νόμου και την Οδηγία Διακυβέρνησης, ιδίως σχετικά με τη νομική και οργανωτική διάρθρωση του ομίλου καθώς και τη διακυβέρνησή του. (γ) Ο κατάλογος που αναφέρεται στο εδάφιο
(1)περιλαμβάνει τις επωνυμίες των ΑΠΙ που συστάθηκαν στην Δημοκρατία που δεν διαθέτουν το κεφάλαιο που καθορίζεται στην παράγραφο (β) του εδαφίου
(2)και καθορίζει τα εν λόγω ΑΠΙ ως τέτοια.
(12)(α) Η Κεντρική Τράπεζα όταν ενεργεί ως αρμόδια αρχή κράτους-μέλους υποδοχής δεν απαιτεί άδεια λειτουργίας ή προικώο κεφάλαιο για υποκαταστήματα πιστωτικών ιδρυμάτων που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας σε άλλα κράτη-μέλη. (β) Η εγκατάσταση και η εποπτεία των υποκαταστημάτων αυτών διέπονται από τις διατάξεις του εδαφίου
(4)του άρθρου 6, της παραγράφου (δ) του εδαφίου
(2)του άρθρου 10Α, των εδαφίων
(4)και
(5)του άρθρου 10Α, του εδαφίου
(1)και της παραγράφου (α) του εδαφίου
(2)του άρθρου 10Β, των εδαφίων
(1), (1Α),
(2),
(4)και
(7)του άρθρου 10Γ, του εδαφίου
(4)του άρθρου 10Γδις, των άρθρων 10Δ, 10Ε και 10ΣΤ, των εδαφίων
(2),
(3)και
(5)του άρθρου 19, των εδαφίων
(1)και (1Β) του άρθρου 26, του εδαφίου
(2)του άρθρου 26Γ, του εδαφίου
(1)του άρθρου 26Δ και του άρθρου 30Β. 66(I)/1997 119(I)/2003 235(I)/2004 80(I)/2008 100(I)/2009 27(I)/2011 107(I)/2012 102(I)/2013 5(I)/2015 21(Ι)/2016 38(I)/2017 94(I)/2021 162(I)/2021 163(I)/2021 62(I)/2022 Ανάκληση άδειας λειτουργίας 4Α.
(1)Η Κεντρική Τράπεζα δύναται να ανακαλέσει την άδεια ΑΠΙ μόνον όταν το ΑΠΙ – (α) δεν κάνει χρήση της άδειας λειτουργίας εντός έτους, παραιτείται ρητώς απ’ αυτήν ή έπαυσε να ασκεί τη δραστηριότητά του για περίοδο μεγαλύτερη των έξι
(6)μηνών, εκτός αν η Κεντρική Τράπεζα έχει θέσει ως προϋπόθεση ότι στις περιπτώσεις αυτές η άδεια παύει να ισχύει, (α1) χρησιμοποιεί την άδεια λειτουργίας του αποκλειστικά για την άσκηση των δραστηριοτήτων που αναφέρονται στο Άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 1), στοιχείο β) του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και έχει, για περίοδο πέντε
(5)συναπτών ετών, μέσο όρο συνολικών στοιχείων ενεργητικού μικρότερο από τα όρια που καθορίζονται στο εν λόγω άρθρο, (β) απέκτησε την άδεια με ψευδείς δηλώσεις ή με οποιοδήποτε άλλο αντικανονικό τρόπο, (γ) δεν πληροί πλέον τους όρους υπό τους οποίους του χορηγήθηκε η άδεια, (δ) δεν πληροί πλέον τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας που προβλέπονται στο Τρίτο, Τέταρτο ή Έκτο Μέρος του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, εκτός από τις απαιτήσεις που ορίζονται στα Άρθρα 92 α) και 92 β) του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 ή που επιβάλλονται δυνάμει του άρθρου 26Θ ή 30
(1)(β)(vi) του παρόντος Νόμου ή δεν παρέχει πλέον την εγγύηση ότι δύναται να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του έναντι των πιστωτών του και ιδίως δεν παρέχει πλέον την ασφάλεια των κεφαλαίων που του έχουν εμπιστευθεί οι καταθέτες του, (ε) υπάγεται σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση ανάκλησης άδειας λειτουργίας που προβλέπεται στην κυπριακή νομοθεσία, ως το εδάφιο
(9)του άρθρου 45 του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμου, (στ) διαπράττει μία από τις παραβάσεις που αναφέρονται στο εδάφιο
(1)του άρθρου 41Δ.
(2)Η ανάκληση της άδειας λειτουργίας πρέπει να είναι αιτιολογημένη και οι λόγοι να γνωστοποιούνται από την Κεντρική Τράπεζα στους ενδιαφερόμενους.
(3)Η Κεντρική Τράπεζα κοινοποιεί στην ΕΑΤ κάθε ανάκληση άδειας λειτουργίας μαζί με τους λόγους της σχετικής ανάκλησης. 80(I)/2008 107(I)/2012 14(Ι)/2013 102(I)/2013 5(I)/2015 94(I)/2021 162(I)/2021 163(I)/2021 Αδειοδότηση και λειτουργία μεταβατικού ΑΠΙ 4Β.-
(1)Η Κεντρική Τράπεζα δύναται να χορηγήσει άδεια σε μεταβατικό πιστωτικό ίδρυμα που συστήνεται δυνάμει του άρθρου 50 του Νόμου Εξυγίανσης, προκειμένου αυτό να διεκπεραιώσει τις δραστηριότητες που αποκτά δυνάμει της μεταβίβασης που πραγματοποιείται σύμφωνα με το άρθρο 50 του Νόμου Εξυγίανσης.
(2)Το μεταβατικό αδειοδοτημένο πιστωτικό ίδρυμα πληροί τις εποπτικές απαιτήσεις και υπόκειται σε εποπτεία σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013, τον παρόντα Νόμο και τον περί Μακροπροληπτικής Εποπτείας των Ιδρυμάτων Νόμο και τις δυνάμει αυτών εκδιδόμενες οδηγίες.
(3)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις των εδαφίων
(1)και
(2), η Κεντρική Τράπεζα δύναται, κατόπιν αιτήματος της αρχής εξυγίανσης προκειμένου να επιτευχθούν οι στόχοι εξυγίανσης, να χορηγήσει άδεια σε μεταβατικό πιστωτικό ίδρυμα που δεν συμμορφώνεται με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου για σύντομο χρονικό διάστημα κατά την έναρξη της λειτουργίας του, υποδεικνύοντας την περίοδο για την οποία το μεταβατικό πιστωτικό ίδρυμα απαλλάσσεται από τη συμμόρφωση προς τις απαιτήσεις του παρόντος Νόμου. 21(Ι)/2016 Έγκριση των χρηματοδοτικών εταιρειών συμμετοχών και των μικτών χρηματοοικονομικών εταιρειών συμμετοχών 4Γ.-
(1)(α) Οι μητρικές χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών στη Δημοκρατία, οι μητρικές μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών στη Δημοκρατία, οι μητρικές χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών εγκατεστημένες στην ΕΕ και οι μητρικές μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών εγκατεστημένες στην ΕΕ ζητούν έγκριση σύμφωνα με το παρόν άρθρο. (β) Άλλες χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών ή μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών ζητούν έγκριση σύμφωνα με το παρόν άρθρο, όταν απαιτείται συμμόρφωσή τους με τις εναρμονιστικές με την Οδηγία 2013/36/ΕΕ νομοθετικές διατάξεις ή τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013 σε υποενοποιημένη βάση.
(2)(α) Για τους σκοπούς του εδαφίου
(1), οι χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών και οι μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών που αναφέρονται στο εν λόγω εδάφιο, παρέχουν στην Κεντρική Τράπεζα, όταν ενεργεί ως αρχή ενοποιημένης εποπτείας και, εφόσον είναι διαφορετική, στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένες, τις ακόλουθες πληροφορίες: (
- i)Την οργανωτική διάρθρωση του ομίλου του οποίου η χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή η μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών αποτελεί μέρος, με σαφή αναφορά στις οικείες θυγατρικές και, κατά περίπτωση, στις μητρικές επιχειρήσεις, καθώς και τον τόπο και το είδος της δραστηριότητας που ασκείται από καθεμία από τις οντότητες του ομίλου· (
- ii)πληροφορίες σχετικά με τον διορισμό τουλάχιστον δύο προσώπων που πράγματι διευθύνουν τη χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή τη μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών και τη συμμόρφωση προς τις απαιτήσεις του άρθρου 19
(4)περί της επάρκειας των μελών του διοικητικού οργάνου· (iii) πληροφορίες σχετικά με τη συμμόρφωση προς τα κριτήρια του άρθρου 4
(1)(γ) έως (ζ) περί των μετόχων και των μελών, εφόσον η χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή η μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών έχει πιστωτικό ίδρυμα ως θυγατρική της· (
- iv)την εσωτερική οργάνωση και την κατανομή καθηκόντων στο εσωτερικό του ομίλου· (
- v)κάθε άλλη πληροφορία που δυνατό να είναι αναγκαία για τη διενέργεια των αξιολογήσεων που αναφέρονται στα εδάφια
(3)και
(4). (β) Στην περίπτωση κατά την οποία η έγκριση χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών ή μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών συμπίπτει χρονικώς με την αξιολόγηση που αναφέρεται στο άρθρο 17, η Κεντρική Τράπεζα συντονίζεται καταλλήλως με την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους όπου είναι εγκατεστημένη η χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή η μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών∙ στην περίπτωση αυτή, η περίοδος αξιολόγησης που αναφέρεται στο άρθρο 17
(2)(β) αναστέλλεται για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει τις είκοσι
(20)εργάσιμες ημέρες, έως ότου ολοκληρωθεί η διαδικασία που προβλέπεται στο παρόν άρθρο.
(3)Η Κεντρική Τράπεζα, όταν ενεργεί ως αρχή ενοποιημένης εποπτείας, δύναται να χορηγεί σε χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών σύμφωνα με το παρόν άρθρο, μόνο εφόσον πληρούνται όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) Οι εσωτερικές ρυθμίσεις και η κατανομή καθηκόντων στο εσωτερικό του ομίλου επαρκούν για τον σκοπό της συμμόρφωσης προς τις απαιτήσεις που επιβάλλουν οι εναρμονιστικές με την Οδηγία 2013/36/ΕΕ νομοθετικές διατάξεις και ο Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 575/2013 σε ενοποιημένη ή υποενοποιημένη βάση και είναι, ιδίως, κατάλληλες για- (
- i)τον συντονισμό όλων των θυγατρικών της χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών ή της μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών, μεταξύ άλλων, εφόσον απαιτείται, μέσω της κατάλληλης κατανομής καθηκόντων μεταξύ των θυγατρικών ιδρυμάτων, (
- ii)την πρόληψη ή τη διαχείριση συγκρούσεων συμφερόντων στο εσωτερικό του ομίλου, και (iii) την επιβολή πολιτικών, οι οποίες αφορούν ολόκληρο τον όμιλο και καθορίζονται από τη μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή τη μητρική μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών σε ολόκληρο τον όμιλο· (β) η οργανωτική διάρθρωση του ομίλου, μέρος του οποίου αποτελεί η χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή η μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών, δεν εμποδίζει κατ' άλλον τρόπο την αποτελεσματική εποπτεία των θυγατρικών ιδρυμάτων ή των μητρικών ιδρυμάτων όσον αφορά τις ατομικές, τις ενοποιημένες και, κατά περίπτωση, τις υποενοποιημένες υποχρεώσεις στις οποίες υπόκεινται· για την αξιολόγηση του εν λόγω κριτηρίου λαμβάνονται υπόψη ιδίως- (
- i)η θέση της χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών ή της μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών σε πολυεπίπεδο όμιλο, (
- ii)η μετοχική δομή∙ και (iii) ο ρόλος της χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών ή της μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών εντός του ομίλου· (γ) πληρούνται τα κριτήρια που ορίζονται στο άρθρο 4
(1)(γ) έως (ζ) και οι απαιτήσεις που ορίζονται στο άρθρο 19
(4).
(4)(α) Δεν απαιτείται έγκριση της χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών ή της μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών βάσει του παρόντος άρθρου, όταν πληρούνται σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (
- i)Κύρια δραστηριότητα της χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών είναι η απόκτηση συμμετοχών σε θυγατρικές ή, στην περίπτωση μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών, κύρια δραστηριότητά της έναντι ιδρυμάτων ή χρηματοδοτικών ιδρυμάτων είναι η απόκτηση συμμετοχών σε θυγατρικές· (
- ii)η χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή η μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών δεν έχει οριστεί ως οντότητα εξυγίανσης σε οποιονδήποτε από τους ομίλους εξυγίανσης του ομίλου σύμφωνα με τη στρατηγική εξυγίανσης που καθορίζεται από την αρμόδια αρχή εξυγίανσης βάσει του Νόμου Εξυγίανσης ή, κατά περίπτωση, της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ· (iii) ένα θυγατρικό πιστωτικό ίδρυμα έχει οριστεί υπεύθυνο για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης του ομίλου με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας σε ενοποιημένη βάση και του παρέχονται όλα τα αναγκαία μέσα και η νόμιμη εξουσία να εκπληρώνει αποτελεσματικά τις εν λόγω υποχρεώσεις· (
- iv)η χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή η μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών δεν προβαίνει στη λήψη διαχειριστικών, επιχειρησιακών ή οικονομικών αποφάσεων που επηρεάζουν τον όμιλο ή τις θυγατρικές του οι οποίες είναι ιδρύματα ή χρηματοδοτικά ιδρύματα· (
- v)δεν υπάρχει κώλυμα για την αποτελεσματική εποπτεία του ομίλου σε ενοποιημένη βάση. (β) Χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών ή μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών απαλλασσόμενες από τις απαιτήσεις έγκρισης σύμφωνα με το παρόν εδάφιο δεν αποκλείονται από την περίμετρο της ενοποίησης όπως καθορίζεται στις εναρμονιστικές με την Οδηγία 2013/36/ΕΕ νομοθετικές διατάξεις και στον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013.
(5)(α) Η Κεντρική Τράπεζα όταν ενεργεί ως αρχή ενοποιημένης εποπτείας, παρακολουθεί τη συμμόρφωση με τους όρους του εδαφίου
(3)ή, κατά περίπτωση, του εδαφίου
(4)εξακολουθητικά. (β) Οι χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών ή οι μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών παρέχουν στην Κεντρική Τράπεζα, ως αρχή ενοποιημένης εποπτείας, τις πληροφορίες που ζητεί για να παρακολουθεί εξακολουθητικά την οργανωτική διάρθρωση του ομίλου και τη συμμόρφωση προς τους όρους του εδαφίου
(3)ή, κατά περίπτωση, του εδαφίου
(4). (γ) Η Κεντρική Τράπεζα, ως αρχή ενοποιημένης εποπτείας, κοινοποιεί τις εν λόγω πληροφορίες στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένη η χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή η μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών.
(6)(α) Σε περίπτωση που η Κεντρική Τράπεζα, ως αρχή ενοποιημένης εποπτείας, διαπιστώσει ότι δεν πληρούνται ή έχουν παύσει να πληρούνται οι όροι του εδαφίου
(3), η χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή η μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών υπόκειται σε ενδεδειγμένα μέτρα εποπτείας για τη διασφάλιση ή την αποκατάσταση, κατά περίπτωση, της συνέχειας και της ακεραιότητας της ενοποιημένης εποπτείας και της εξασφάλισης της συμμόρφωσης προς τις απαιτήσεις που ορίζονται στις εναρμονιστικές με την Οδηγία 2013/36/ΕΕ νομοθετικές διατάξεις και στον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013, σε ενοποιημένη βάση∙ στην περίπτωση μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών, τα μέτρα εποπτείας λαμβάνουν, ιδίως, υπόψη τις επιπτώσεις στον χρηματοπιστωτικό όμιλο ετερογενών δραστηριοτήτων. (β) Τα μέτρα εποπτείας που αναφέρονται στην παράγραφο (α) δύναται να περιλαμβάνουν- (i) αναστολή της άσκησης των δικαιωμάτων ψήφου που απορρέουν από μετοχές ή μερίδια των θυγατρικών ιδρυμάτων που κατέχει η χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή η μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών· (ii) έκδοση προσωρινών μέτρων ή κυρώσεων κατά της χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών, της μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών ή των μελών του διοικητικού οργάνου και των διευθυντικών στελεχών, τηρουμένων των άρθρων 17
(8)και
(9), 41Α, 41Γ, 41Δ, 41Ε, 42Β, 42Γ και 42Δ· (iii) παροχή εντολών ή οδηγιών στη χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή στη μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών να μεταβιβάσει στους μετόχους της τις συμμετοχές στα θυγατρικά της ιδρύματα· (
- iv)καθορισμό σε προσωρινή βάση άλλης χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών, μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών ή ιδρύματος εντός του ομίλου, ως υπευθύνων για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης προς τις απαιτήσεις που ορίζονται στις εναρμονιστικές με την Οδηγία 2013/36/ΕΕ νομοθετικές διατάξεις και στον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 575/2013, σε ενοποιημένη βάση· (
- v)περιορισμό ή απαγόρευση της διανομής κερδών ή της καταβολής τόκων στους μετόχους· (
- vi)απαίτηση από τις χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών ή τις μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών να προβούν σε εκποίηση ή περιορισμό των συμμετοχών σε ιδρύματα ή άλλες οντότητες του χρηματοπιστωτικού τομέα· (vii) απαίτηση από τις χρηματοδοτικές εταιρείες συμμετοχών ή τις μικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών να υποβάλουν σχέδιο για την αποκατάσταση, χωρίς καθυστέρηση, της συμμόρφωσης.
(7)Εφόσον η Κεντρική Τράπεζα, όταν ενεργεί ως αρχή ενοποιημένης εποπτείας, διαπιστώσει ότι οι όροι του εδαφίου
(4)δεν πληρούνται πλέον, η χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή η μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών ζητεί έγκριση σύμφωνα με το παρόν άρθρο.
(8)Για τη λήψη αποφάσεων σχετικά με την έγκριση και την απαλλαγή από την υποχρέωση έγκρισης κατά τα εδάφια
(3)και
(4), αντίστοιχα, και τα μέτρα εποπτείας κατά τα εδάφια
(6)και
(7), στην περίπτωση που η αρχή ενοποιημένης εποπτεία είναι διαφορετική από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένη η χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή η μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών, η Κεντρική Τράπεζα συμμορφώνεται με το Άρθρο 21α, παράγραφος 8 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ, όταν ενεργεί ως αρχή ενοποιημένης εποπτείας ή ως αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένη η χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή η μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών.
(9)(α) Στην περίπτωση μικτών χρηματοοικονομικών εταιρειών συμμε-τοχών, εάν η Κεντρική Τράπεζα, ως αρχή ενοποιημένης εποπτείας ή ως αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένη η μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών, είναι διαφορετική από τον συντονιστή που καθορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 11 των περί της Συμπληρωματικής Εποπτείας Τραπεζών που ανήκουν σε Χρηματοπιστωτικό Όμιλο Ετερογενών Δραστηριοτήτων Οδηγιών του 2012 και 2016 ή, κατά περίπτωση, με το Άρθρο 10 της Οδηγίας 2002/87/ΕΚ, τότε απαιτείται η συγκατάθεση του συντονιστή για τους σκοπούς των αποφάσεων ή των κοινών αποφάσεων που αναφέρονται στα εδάφια
(3),
(4),
(6)και
(7), κατά περίπτωση. (β) Σε περίπτωση που απαιτείται η συγκατάθεση του συντονιστή, σύμφωνα με την παράγραφο (α), οι διαφωνίες παραπέμπονται στην ΕΑΤ ή την Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή (Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων) (EIOPA), που συστάθηκε με τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1094/2010. (γ) Οποιαδήποτε απόφαση λαμβάνεται σύμφωνα με το παρόν εδάφιο δεν θίγει τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στις περί της Συμπληρωματικής Εποπτείας Τραπεζών που ανήκουν σε Χρηματοπιστωτικό Όμιλο Ετερογενών Δραστηριοτήτων Οδηγίες του 2012 και 2016 ή τον περί Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμο ή, κατά περίπτωση, στην Οδηγία 2002/87/ΕΚ ή την Οδηγία 2009/138/ΕΚ.
(10)(α) Εφόσον η έγκριση χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών ή μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών σύμφωνα με το παρόν άρθρο έχει απορριφθεί, η Κεντρική Τράπεζα, όταν ενεργεί ως αρχή ενοποιημένης εποπτείας, ενημερώνει τον αιτούντα για την απόφαση και το σκεπτικό της εντός τεσσάρων
(4)μηνών από την παραλαβή της αίτησης ή, εφόσον η αίτηση είναι ελλιπής, εντός τεσσάρων
(4)μηνών από την παραλαβή του συνόλου των πληροφοριών που απαιτούνται για την απόφαση. (β) Σε κάθε περίπτωση, η απόφαση χορήγησης ή άρνησης έγκρισης εκδίδεται εντός έξι
(6)μηνών από την παραλαβή της αίτησης. (γ) Η άρνηση δύναται να συνοδεύεται, εφόσον απαιτείται, από οποιοδήποτε εκ των προβλεπόμενων μέτρων στο εδάφιο
(6). 94(I)/2021 Ενδιάμεση ενωσιακή μητρική επιχείρηση 4Δ.-
(1)Δύο ή περισσότερα ιδρύματα εγκατεστημένα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, τα οποία αποτελούν μέρος του ίδιου ομίλου τρίτης χώρας, έχουν μία μόνο ενδιάμεση ενωσιακή μητρική επιχείρηση η οποία είναι εγκατεστημένη στην Ευρωπαϊκή Ένωση: Νοείται ότι, το παρόν εδάφιο εφαρμόζεται σε περίπτωση που οποιοδήποτε από τα προαναφερόμενα ιδρύματα είναι εγκατεστημένο στη Δημοκρατία.
(2)Η Κεντρική Τράπεζα δύναται να επιτρέπει στα ιδρύματα που αναφέρονται στο εδάφιο
(1)να έχουν δύο ενδιάμεσες ενωσιακές μητρικές επιχειρήσεις, εάν διαπιστώσει ότι η εγκατάσταση μίας μόνο ενδιάμεσης ενωσιακής μητρικής επιχείρησης- (α) θα ήταν ασυμβίβαστη με την υποχρεωτική απαίτηση για διαχωρισμό των δραστηριοτήτων που επιβάλλουν οι κανόνες ή οι εποπτικές αρχές της τρίτης χώρας στην οποία έχει την έδρα της η τελική μητρική επιχείρηση του ομίλου τρίτης χώρας∙ ή (β) θα καθιστούσε λιγότερο αποτελεσματική τη δυνατότητα εξυγίανσης από ό,τι στην περίπτωση που υπήρχαν δύο ενδιάμεσες ενωσιακές μητρικές επιχειρήσεις, σύμφωνα με αξιολόγηση που έχει διενεργήσει η αρμόδια αρχή εξυγίανσης της ενδιάμεσης ενωσιακής μητρικής επιχείρησης: Νοείται ότι, το παρόν εδάφιο εφαρμόζεται σε περίπτωση που οποιοδήποτε από τα προαναφερόμενα ιδρύματα είναι εγκατεστημένο στη Δημοκρατία.
(3)(α) Η ενδιάμεση ενωσιακή μητρική επιχείρηση είναι πιστωτικό ίδρυμα που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 4 του παρόντος Νόμου ή, κατά περίπτωση, το Άρθρο 8 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ ή χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών, η οποία έχει λάβει έγκριση σύμφωνα με το άρθρο 4Γ του παρόντος Νόμου ή, κατά περίπτωση, το Άρθρο 21α της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ. (β) Ανεξαρτήτως των διατάξεων της παραγράφου (α), εάν κανένα από τα ιδρύματα που αναφέρονται στο εδάφιο
(1)δεν είναι πιστωτικό ίδρυμα ή εάν η δεύτερη ενδιάμεση ενωσιακή μητρική επιχείρηση πρέπει να συσταθεί σε σχέση με επενδυτικές δραστηριότητες, προκειμένου να συμμορφωθεί με υποχρεωτική απαίτηση, όπως αναφέρεται στο εδάφιο
(2), η ενδιάμεση ενωσιακή μητρική επιχείρηση ή η δεύτερη ενδιάμεση ενωσιακή μητρική επιχείρηση επιτρέπεται να είναι επιχείρηση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 5
(1)του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμου και η οποία υπόκειται στον Νόμο Εξυγίανσης ή, κατά περίπτωση, που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με το Άρθρο 5, παράγραφος 1, της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ και η οποία υπόκειται στο Νόμο Εξυγίανσης, στον περί Συστήματος Εγγύησης των Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμο και στον περί Ανάκαμψης ΚΕΠΕΥ και Λοιπών Οντοτήτων Νόμο, στον Κανονισμό 6 των περί Συστημάτων Εγγύησης Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Κανονισμών ή, κατά περίπτωση, στην Οδηγία 2014/59/ΕΕ.
(4)Τα εδάφια
(1),
(2)και
(3)δεν εφαρμόζονται όταν η συνολική αξία των στοιχείων ενεργητικού του ομίλου τρίτης χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση είναι χαμηλότερη από σαράντα δισεκατομμύρια ευρώ (€40.000.000.000).
(5)Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου - (α) η συνολική αξία των στοιχείων ενεργητικού στην Ευρωπαϊκή Ένωση του ομίλου τρίτης χώρας είναι το άθροισμα των ακόλουθων: (
- i)Της συνολικής αξίας των στοιχείων του ενεργητικού κάθε ιδρύματος του ομίλου τρίτης χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, όπως αυτό προκύπτει από τον ενοποιημένο ισολογισμό του ή όπως προκύπτει από τους χωριστούς ισολογισμούς τους, όταν ο ισολογισμός του ιδρύματος δεν είναι ενοποιημένος και (
- ii)της συνολικής αξίας των στοιχείων ενεργητικού κάθε υποκαταστήματος του ομίλου τρίτης χώρας που έχει λάβει άδεια λειτουργίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση σύμφωνα με την Οδηγία 2013/36/ΕΕ, την Οδηγία 2014/65/ΕΕ ή τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 600/2014· (β) ο όρος “ίδρυμα” περιλαμβάνει και τις επιχειρήσεις επενδύσεων.
(6)Η Κεντρική Τράπεζα γνωστοποιεί στην ΕΑΤ για κάθε όμιλο τρίτης χώρας που λειτουργεί στη δικαιοδοσία της τις ακόλουθες πληροφορίες: (α) Επωνυμίες και συνολική αξία των στοιχείων ενεργητικού των εποπτευόμενων ιδρυμάτων που ανήκουν σε όμιλο τρίτης χώρας· (β) επωνυμίες και συνολική αξία των στοιχείων ενεργητικού που αντιστοιχούν στα υποκαταστήματα στα οποία έχει χορηγηθεί άδεια λειτουργίας στη Δημοκρατία σύμφωνα με τις εναρμονιστικές με την Οδηγία 2013/36/ΕΕ νομοθετικές διατάξεις ή τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 600/2014 και τα είδη δραστηριοτήτων που έχουν λάβει άδεια να εκτελούν· (γ) επωνυμία και είδος, όπως αναφέρεται στο εδάφιο
(3), οποιασδήποτε ενδιάμεσης ενωσιακής μητρικής επιχείρησης που έχει συσταθεί στη Δημοκρατία και επωνυμία του ομίλου τρίτης χώρας στον οποίο ανήκει.
(7)Η Κεντρική Τράπεζα διασφαλίζει ότι κάθε ίδρυμα που υπάγεται στη δικαιοδοσία της και ανήκει σε όμιλο τρίτης χώρας πληροί οποιαδήποτε από τις ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) Έχει ενδιάμεση ενωσιακή μητρική επιχείρηση· (β) είναι ενδιάμεση ενωσιακή μητρική επιχείρηση· (γ) είναι το μόνο ίδρυμα του ομίλου τρίτης χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση· ή (δ) ανήκει σε όμιλο τρίτης χώρας με συνολική αξία στοιχείων ενεργητικού στην Ευρωπαϊκή Ένωση κάτω από σαράντα δισεκατομμύρια ευρώ (€40.000.000.000).
(8)Ανεξαρτήτως των διατάξεων του εδαφίου
(1), οι όμιλοι τρίτης χώρας, που λειτουργούν μέσω περισσότερων του ενός ιδρυμάτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση και με συνολική αξία στοιχείων ενεργητικού στην Ευρωπαϊκή Ένωση ίση ή μεγαλύτερη από σαράντα δισεκατομμύρια ευρώ (€40.000.000.000) κατά την 27η Ιουνίου 2019, επιτρέπεται να έχουν ενδιάμεση ενωσιακή μητρική επιχείρηση ή, σε περίπτωση που εφαρμόζεται το εδάφιο
(2), δύο ενδιάμεσες ενωσιακές μητρικές επιχειρήσεις έως την 30ή Δεκεμβρίου 2023. 94(I)/2021 163(I)/2021 Ειδικές απαιτήσεις για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας πιστωτικού ιδρύματος που αναφέρεται στο Άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 1), στοιχείο β), του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 4Ε.-
(1)Οι επιχειρήσεις που αναφέρονται στο Άρθρο 4 παράγραφος 1, σημείο 1), στοιχείο β), του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και οι οποίες έχουν ήδη λάβει άδεια λειτουργίας, βάσει του Τίτλου II του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμου, υποβάλλουν αίτηση άδειας λειτουργίας, σύμφωνα με το άρθρο 4, το αργότερο την ημέρα κατά την οποία λαμβάνει χώρα οποιοδήποτε από τα ακόλουθα γεγονότα: (α) Ο μέσος όρος του μηνιαίου συνόλου των στοιχείων ενεργητικού, υπολογιζόμενος σε περίοδο δώδεκα
(12)συναπτών μηνών, είναι ίσος ή υπερβαίνει το ποσό των τριάντα δισεκατομμυρίων ευρώ (€30.000.000.000)∙ ή (β) ο μέσος όρος του μηνιαίου συνόλου των στοιχείων ενεργητικού, υπολογιζόμενος σε περίοδο δώδεκα
(12)συναπτών μηνών, είναι χαμηλότερος από τριάντα δισεκατομμύρια ευρώ (€30.000.000.000) και η επιχείρηση αποτελεί μέρος ομίλου στον οποίο η συνολική αξία των ενοποιημένων στοιχείων ενεργητικού όλων των επιχειρήσεων εντός του ομίλου, οι οποίες μεμονωμένα διαθέτουν στοιχεία ενεργητικού συνολικής αξίας χαμηλότερης των τριάντα δισεκατομμυρίων ευρώ (€30.000.000.000) και ασκούν οποιαδήποτε από τις δραστηριότητες που αναφέρονται στο Πρώτο Παράρτημα, Μέρος Ι, σημεία 3) και 6), του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμου, είναι ίση ή υπερβαίνει τα τριάντα δισεκατομμύρια ευρώ (€30.000.000.000), αμφότερα υπολογιζόμενα κατά μέσο όρο σε περίοδο δώδεκα
(12)συναπτών μηνών.
(2)Οι επιχειρήσεις που αναφέρονται στο εδάφιο
(1)δύναται να συνεχίσουν να ασκούν τις δραστηριότητες που αναφέρονται στο Άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 1), στοιχείο β), του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, μέχρι να λάβουν την άδεια λειτουργίας που αναφέρεται στο εδάφιο
(1)του παρόντος άρθρου.
(3)Ανεξαρτήτως των διατάξεων του εδαφίου
(1), οι επιχειρήσεις που αναφέρονται στο Άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 1), στοιχείο β), του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και οι οποίες στις 24 Δεκεμβρίου 2019 ασκούσαν δραστηριότητες ως επιχειρήσεις επενδύσεων που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας βάσει του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμου, υποβάλλουν αίτηση άδειας λειτουργίας σύμφωνα με το άρθρο 4 του παρόντος Νόμου, έως την 27η Δεκεμβρίου 2020.
(4)Όταν η Κεντρική Τράπεζα, αφού λάβει τις πληροφορίες που απαιτούνται, σύμφωνα με τις εναρμονιστικές διατάξεις του κυπριακού νόμου που μεταφέρει το Άρθρο 95α της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ, θεωρεί ότι μια επιχείρηση πρέπει να λάβει άδεια λειτουργίας ως πιστωτικό ίδρυμα, σύμφωνα με το άρθρο 4, ειδοποιεί την επιχείρηση και την αρμόδια αρχή ως ορίζεται στο άρθρο 2
(1)του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμου και αναλαμβάνει τη διαδικασία χορήγησης άδειας λειτουργίας από την ημερομηνία της εν λόγω ειδοποίησης.
(5)Σε περίπτωση χορήγησης νέας άδειας, η Κεντρική Τράπεζα διασφαλίζει ότι η διαδικασία είναι όσο το δυνατόν πιο εξορθολογισμένη και ότι λαμβάνονται υπόψη οι πληροφορίες από τις υφιστάμενες άδειες. 95(I)/2021 Τέλη αδειοδότησης 4ΣΤ.-
(1)Η Κεντρική Τράπεζα δύναται να απαιτεί όπως τα νομικά πρόσωπα, τα οποία υποβάλλουν αίτηση για εξασφάλιση άδειας λειτουργίας πιστωτικού ιδρύματος καταβάλλουν σε αυτή τα έξοδα που σχετίζονται με την εξέταση της αίτησής τους.
(2)Η Κεντρική Τράπεζα δύναται να εκδίδει οδηγίες δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου για τον κοστοστρεφή καθορισμό και την καταβολή των εν λόγω εξόδων. 61(I)/2022 ΜΕΡΟΣ III ΟΝΟΜΑ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΔΙΑΦΗΜΙΣΕΙΣ Περιορισμός της χρήσης των λέξεων “τράπεζα” και “ταμιευτήριο” και των φράσεων “πιστωτικό ίδρυμα” και “συνεργατικό πιστωτικό ίδρυμα” 5.
(1)Απαγορεύεται σε οποιοδήποτε πρόσωπο: (α) εκτός από τράπεζα, να χρησιμοποιεί σε οποιαδήποτε γλώσσα τη λέξη “τράπεζα” και (β) εκτός από ΣΠΙ, να χρησιμοποιεί σε οποιαδήποτε γλώσσα τη φράση “συνεργατικό πιστωτικό ίδρυμα” ή τη λέξη “ταμιευτήριο” ή οποιαδήποτε γραμματική παραλλαγή των λέξεων “τράπεζα” ή “ταμιευτήριο” ή των φράσεων “πιστωτικό ίδρυμα” ή “συνεργατικό πιστωτικό ίδρυμα” αναφορικά με οποιαδήποτε επιχείρηση ή εργασία που διεξάγεται από αυτό, εκτός αν η Κεντρική Τράπεζα χορηγήσει προηγουμένως γραπτή έγκριση για το σκοπό αυτό με οποιουσδήποτε όρους η ίδια κρίνει σκόπιμο να επιβάλει.
(2)Για τους σκοπούς της άσκησης των δραστηριοτήτων τους, τα πιστωτικά ιδρύματα, που λειτουργούν στη Δημοκρατία μέσω υποκαταστήματος, δύνανται να χρησιμοποιούν στη Δημοκρατία την ίδια επωνυμία που χρησιμοποιούν στο κράτος όπου ευρίσκεται η έδρα τους. Σε περίπτωση που υπάρχει κίνδυνος σύγχυσης, η Κεντρική Τράπεζα δύναται να απαιτεί, για λόγους σαφήνειας όπως η επωνυμία συνοδεύεται από ορισμένα επεξηγηματικά στοιχεία.
(3)Τα ΑΠΙ που συστάθηκαν στη Δημοκρατία δύνανται να χρησιμοποιούν σε ολόκληρη την επικράτεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης την ίδια επωνυμία που χρησιμοποιούν στη Δημοκρατία, ανεξαρτήτως των διατάξεων του κράτους-μέλους υποδοχής όσον αφορά τη χρήση των λέξεων "τράπεζα" ή "ταμιευτήριο" ή άλλων παρομοίων τραπεζικών επωνυμιών. Σε περίπτωση που υπάρχει κίνδυνος να δημιουργηθεί σύγχυση, τα υποκαταστήματα των ΑΠΙ οφείλουν εάν το απαιτήσει η αρμόδια αρχή του κράτους-μέλους υποδοχής, για λόγους σαφήνειας, να συνοδεύουν την επωνυμία τους με επεξηγηματικά στοιχεία. 66(I)/1997 80(I)/2008 102(I)/2013 5(I)/2015 162(I)/2021 Διαφήμιση 6.-
(1)Απαγορεύεται σε οποιοδήποτε πρόσωπο να διαφημίζει, να προκαλεί ή να επιτρέπει να διαφημίζεται ή να υποβοηθά στη διαφήμιση ή να εκδίδει, ή να προκαλεί ή να επιτρέπει την έκδοση ή να υποβοηθά οποιαδήποτε διαφήμιση ή να υποβοηθά στην έκδοση οποιασδήποτε διαφήμισης ή να προβαίνει σε οποιαδήποτε δήλωση που αποσκοπεί ή που είναι ενδεχόμενο να ωθήσει το κοινό να επενδύσει χρήματα σε καταθέσεις σε οποιοδήποτε πρόσωπο που δεν είναι ΑΠΙ ή με τον Οργανισμό Χρηματοδοτήσεως Στέγης που συστάθηκε δυνάμει του περί Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Στέγης Νόμου.
(2)Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου ο όρος "διαφήμιση" περιλαμβάνει κάθε μορφή διαφήμισης ή προβολής η οποία γίνεται με δημοσίευση ή έκθεση γνωστοποιήσεων ή με εγκυκλίους ή άλλα έγγραφα ή με έκθεση φωτογραφιών ή κινηματογραφικών ή άλλων ταινιών ή μέσω ραδιοφώνου, τηλεόρασης ή άλλου μέσου μαζικής επικοινωνίας και αναφορά στην έκδοση διαφήμισης θα ερμηνεύεται ανάλογα.
(3)Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δε θα ερμηνεύονται ότι απαγορεύουν την εισαγωγή και συνήθη διανομή στη Δημοκρατία εφημερίδων, περιοδικών και βιβλίων ευρείας κυκλοφορίας στο εξωτερικό για το λόγο και μόνο ότι αυτά περιέχουν διαφημίσεις για προσέλκυση καταθέσεων σε ιδρύματα που λειτουργούν στο εξωτερικό.
(4)Οι διατάξεις των εδαφίων
(1)του άρθρου 10Β και της παραγράφου (α) του εδαφίου
(2)του άρθρου 10Β, και των άρθρων 10Δ, 10Ε, 10ΣΤ, 10Ζ και 26ΙΒ, δεν εμποδίζουν πιστωτικό ίδρυμα που εδρεύει σε κράτος-μέλος άλλο από τη Δημοκρατία και το οποίο παρέχει στη Δημοκρατία υπηρεσίες δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 10Α, να διαφημίζει στη Δημοκρατία τις υπηρεσίες τις οποίες παρέχει με όλα τα διαθέσιμα μέσα επικοινωνίας, τηρουμένων των κανόνων που ενδεχομένως διέπουν τον τύπο και το περιεχόμενο της εν λόγω διαφήμισης που έχουν θεσπιστεί για λόγους γενικού συμφέροντος. 66(I)/1997 80(I)/2008 102(I)/2013 5(I)/2015 ΜΕΡΟΣ IV ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΣΧΕΤΙΚΕΣ ΜΕ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΠΑΡΟΧΗ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ Τόπος εργασίας εκτός της Δημοκρατίας 7.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 10Γ, απαγορεύεται σε ΑΠΙ που συστάθηκε στη Δημοκρατία να εγκαθιστά ή να διατηρεί υποκατάστημα ή γραφείο αντιπροσωπείας εκτός της Δημοκρατίας χωρίς προηγούμενη έγκριση της Κεντρικής Τράπεζας. Τέτοια έγκριση μπορεί να χορηγείται με οποιουσδήποτε όρους τους οποίους η Κεντρική Τράπεζα δυνατό να κρίνει σκόπιμο να επιβάλει.
(2)Η Κεντρική Τράπεζα δύναται οποτεδήποτε, με γραπτή ειδοποίηση, να επιβάλλει σε έγκριση που χορηγείται δυνάμει του εδαφίου
(1)οποιουσδήποτε νέους όρους ή να τροποποιεί ή να ανακαλεί οποιουσδήποτε όρους που έχουν επιβληθεί, όπως αυτή δυνατό να κρίνει σκόπιμο.
(3)Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 41
(2)η Κεντρική Τράπεζα δύναται οποτεδήποτε, με γραπτή ειδοποίηση, να ανακαλεί έγκριση που χορηγήθηκε δυνάμει του εδαφίου
(1)και η λειτουργία του υποκαταστήματος ή γραφείου αντιπροσωπείας, ανάλογα με την περίπτωση, τερματίζεται εντός τακτής χρονικής περιόδου που ορίζεται στην ειδοποίηση. 66(I)/1997 119(I)/2003 102(I)/2013 Γραφεία αντιπροσωπείας αλλοδαπών ιδρυμάτων 8.-
(1)Απαγορεύεται σε ίδρυμα που δυνάμει των νόμων μιας άλλης χώρας δύναται να ασκεί εργασίες πιστωτικού ιδρύματος, να εγκαταστήσει γραφείο αντιπροσωπείας στη Δημοκρατία χωρίς προηγούμενη έγκριση της Κεντρικής Τράπεζας η οποία δύναται να χορηγεί την έγκριση της με οποιουσδήποτε όρους τους οποίους η ίδια κρίνει σκόπιμο να επιβάλει.
(2)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του άρθρου 5, γραφείο αντιπροσωπείας που εγκαθίσταται δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(1)δύναται να χρησιμοποιεί τη λέξη "τράπεζα" ή “ταμιευτήριο” ή “πιστωτικό ίδρυμα” ή “συνεργατικό πιστωτικό ίδρυμα” ή οποιαδήποτε γραμματική της παραλλαγή ως μέρος του ονόματος του, νοουμένου ότι το ίδρυμα στο οποίο ανήκει διεξάγει με το όνομα αυτό τις εργασίες του στη χώρα προέλευσης του και νοουμένου περαιτέρω ότι το όνομα αυτό χρησιμοποιείται στη Δημοκρατία σε συνδυασμό με την περιγραφή "Γραφείο Αντιπροσωπείας Κύπρου".
(3)Στην έγκριση που παραχώρησε με βάση το εδάφιο
(1)η Κεντρική Τράπεζα δύναται οποτεδήποτε με γραπτή ειδοποίηση της να επιβάλλει οποιουσδήποτε νέους όρους ή να τροποποιεί ή να ανακαλεί οποιουσδήποτε όρους που έχουν επιβληθεί όπως αυτή δυνατό να κρίνει σκόπιμο.
(4)Η Κεντρική Τράπεζα δύναται οποτεδήποτε με γραπτή ειδοποίηση να ανακαλεί οποιαδήποτε έγκριση που χορηγήθηκε δυνάμει του εδαφίου
(1)και η λειτουργία του γραφείου αντιπροσωπείας τερματίζεται εντός τακτής χρονικής περιόδου που ορίζεται στην ειδοποίηση. 66(I)/1997 119(I)/2003 80(I)/2008 102(I)/2013 Τερματισμός εργασιών υποκαταστήματος 9. ΑΠΙ που έχει συσταθεί σε τρίτη χώρα που προτίθεται να τερματίσει τις εργασίες του υποκαταστήματός του στη Δημοκρατία ή ΑΠΙ που συστάθηκε στη Δημοκρατία που προτίθεται να τερματίσει τις εργασίες οποιουδήποτε υποκαταστήματός του εκτός της Δημοκρατίας οφείλει να δώσει προηγουμένως προς την Κεντρική Τράπεζα τριών μηνών γραπτή προειδοποίηση για την πρόθεση αυτή ή τέτοια άλλη βραχύτερη γραπτή προειδοποίηση που η Κεντρική Τράπεζα ήθελε εκάστοτε επιτρέψει. 66(I)/1997 119(I)/2003 102(I)/2013 Αλλαγή Ιδρυτικού Εγγράφου και Καταστατικού 10.-
(1)ΑΠΙ που συστάθηκε στη Δημοκρατία υποβάλλει στην Κεντρική Τράπεζα, το συντομότερο δυνατό, και οπωσδήποτε όχι αργότερα από ένα μήνα μετά την αλλαγή του ονόματος της ή την τροποποίηση του ιδρυτικού της Εγγράφου ή του Καταστατικού της ή οποιουδήποτε άλλου εγγράφου που αφορά τη σύσταση της ή που είναι καθοριστικό για τη σύσταση της, τις λεπτομέρειες των εν λόγω αλλαγών ή τροποποιήσεων.
(2)Η Κεντρική Τράπεζα δύναται να φέρει ένσταση στην αλλαγή ή στις τροποποιήσεις που αναφέρονται στο εδάφιο
(1)και σε τέτοια περίπτωση το ΑΠΙ οφείλει να συμμορφωθεί με τις οποιεσδήποτε υποδείξεις της Κεντρικής Τράπεζας στο θέμα αυτό το αργότερο μέσα σε τρεις μήνες.
(3)ΑΠΙ εκτός από ΑΠΙ που συστάθηκε στη Δημοκρατία υποβάλλει στην Κεντρική Τράπεζα, το συντομότερο δυνατό, και οπωσδήποτε όχι αργότερα από τρεις μήνες μετά την αλλαγή του ονόματος της ή τροποποίηση του Ιδρυτικού της Εγγράφου ή του Καταστατικού της ή οποιουδήποτε άλλου εγγράφου που αφορά τη σύσταση της ή που είναι καθοριστικό για τη σύσταση της, τις λεπτομέρειες των εν λόγω αλλαγών ή τροποποιήσεων. 66(I)/1997 102(I)/2013 Ελευθερία εγκατάστασης και παροχή υπηρεσιών από πιστωτικό ίδρυμα, ή χρηματοδοτικό ίδρυμα που είναι θυγατρικό πιστωτικού ιδρύματος, με έδρα άλλο κράτος-μέλος 10Α.-
(1)Οι δραστηριότητες που περιλαμβάνονται στον κατάλογο του Παραρτήματος IV δύναται να ασκούνται στη Δημοκρατία, σύμφωνα με τις διατάξεις του Άρθρου 35 και του Άρθρου 39, παράγραφοι 1 και 2, της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ, καθώς και του εδαφίου
(4)του άρθρου 6, της παραγράφου (δ) του εδαφίου
(2)και των εδαφίων
(4)και
(5)του άρθρου 10Α, του εδαφίου
(4)και της παραγράφου (α) του εδαφίου
(5)του άρθρου 10Δ, του εδαφίου
(1)του άρθρου 10ΣΤ, του άρθρου 51, των εδαφίων
(1)και
(2)του άρθρου 52 και των εδαφίων
(1)έως
(5)του άρθρου 53 του παρόντος Νόμου, είτε μέσω της εγκατάστασης υποκαταστήματος είτε μέσω της παροχής υπηρεσιών, από κάθε πιστωτικό ίδρυμα που έχει λάβει άδεια λειτουργίας και εποπτεύεται από τις αρμόδιες αρχές άλλου κράτους- μέλους, εφόσον οι δραστηριότητες αυτές καλύπτονται από την άδεια λειτουργίας του και εφόσον η αρμόδια αρχή του άλλου κράτους-μέλους γνωστοποιήσει προς την Κεντρική Τράπεζα, σε περίπτωση υποκαταστήματος, τις πληροφορίες που αναφέρονται στο Άρθρο 35, παράγραφος 2, στοιχεία β), γ) και δ), της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ καθώς και την πληροφόρηση που αναφέρεται στο Άρθρο 35, παράγραφος 3, της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ, και σε περίπτωση ελεύθερης παροχής υπηρεσιών τις πληροφορίες που αναφέρονται στο Άρθρο 39, παράγραφος 1, της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ.
(2)(α) [Διαγράφηκε]. (β) [Διαγράφηκε]. (γ) [Διαγράφηκε]. (δ) Πριν το υποκατάστημα πιστωτικού ιδρύματος άλλου κράτους-μέλους αρχίσει να ασκεί τις δραστηριότητές του στη Δημοκρατία, η Κεντρική Τράπεζα ως αρμόδια αρχή κράτους-μέλους υποδοχής, έχει προθεσμία δύο μηνών από την παραλαβή από την αρμόδια αρχή του κράτους-μέλους προέλευσης, των απαραίτητων πληροφοριών που αναφέρονται στο Άρθρο 35, παράγραφος 2, στοιχεία β), γ) και δ), της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ, προκειμένου να οργανώσει την εποπτεία του εν λόγω υποκαταστήματος σύμφωνα με το εδάφιο
(1)του άρθρου 10Β και την παράγραφο (α) του εδαφίου
(2)και του άρθρου 10Β, των άρθρων 10Δ, 10Ε, 10ΣΤ, 10Ζ και 26ΙΒ, και εάν κρίνεται απαραίτητο να κοινοποιήσει, τις προϋποθέσεις, υπό τις οποίες, για λόγους δημοσίου συμφέροντος, αυτές οι δραστηριότητες θα ασκούνται στη Δημοκρατία.
(3)[Διαγράφηκε].
(4)Το πιστωτικό ίδρυμα, μόλις λάβει την κοινοποίηση που αναφέρεται στο εδάφιο
(1)από την Κεντρική Τράπεζα, ως αρμόδια αρχή κράτους-μέλους υποδοχής, ή, σε περίπτωση που λήξει η προθεσμία που προβλέπεται στην παράγραφο (δ) του εδαφίου
(2)χωρίς επικοινωνία από την Κεντρική Τράπεζα, δύναται να εγκατασταθεί και να αρχίσει να ασκεί τις δραστηριότητές του μέσω υποκαταστήματος στη Δημοκρατία.
(5)Σε περίπτωση μεταβολής οποιασδήποτε πληροφορίας που γνωστοποιήθηκε σύμφωνα με το Άρθρο 35, παράγραφος 2, στοιχεία β), γ) και δ), της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ από το πιστωτικό ίδρυμα τόσο στην αρμόδια αρχή κράτους-μέλους προέλευσης όσο και στην Κεντρική Τράπεζα για σκοπούς της ελεύθερης εγκατάστασης, το πιστωτικό ίδρυμα γνωστοποιεί γραπτώς αυτή τη μεταβολή τόσο στις αρμόδιες αρχές του κράτους-μέλους καταγωγής όσο και στην Κεντρική Τράπεζα, τουλάχιστον ένα
(1)μήνα πριν γίνει η μεταβολή αυτή, ώστε η Κεντρική Τράπεζα ως αρμόδια αρχή του κράτους-μέλους υποδοχής να αποφασίσει σε σχέση με τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στην παράγραφο (δ) του εδαφίου
(2). 119(I)/2003 80(I)/2008 27(I)/2011 107(I)/2012 102(I)/2013 5(I)/2015 Απαιτήσεις σχετικά με την υποβολή εκθέσεων υποκαταστημάτων 10Β.-
(1)Η Κεντρική Τράπεζα ως αρμόδια αρχή κράτους-μέλους υποδοχής δύναται να απαιτεί για στατιστικούς σκοπούς από κάθε πιστωτικό ίδρυμα που έχει υποκατάστημα στην Δημοκρατία, να της αποστέλλει κατά περιόδους έκθεση για τις δραστηριότητες που ασκούνται στη Δημοκρατία.
(2)(α) Για την άσκηση της εποπτείας της ρευστότητας υποκαταστήματος πιστωτικού ιδρύματος κράτους-μέλους, βάσει της παραγράφου (β), η Κεντρική Τράπεζα ως αρμόδια αρχή κράτους-μέλους υποδοχής δύναται να απαιτεί από τα υποκαταστήματα πιστωτικών ιδρυμάτων που κατάγονται από άλλα κράτη-μέλη τις ίδιες πληροφορίες με εκείνες που απαιτεί για το σκοπό αυτό από τα ΑΠΙ. (β) Η Κεντρική Τράπεζα, ως αρμόδια αρχή κράτους-μέλους υποδοχής, εξακολουθεί να έχει, σε συνεργασία με την αρμόδια αρχή του κράτους-μέλους προέλευσης, την ευθύνη της εποπτείας της ρευστότητας των υποκαταστημάτων πιστωτικών ιδρυμάτων. (γ) Με την επιφύλαξη των μέτρων που απαιτούνται για την ενίσχυση του Ευρωπαϊκού Νομισματικού Συστήματος, η Κεντρική Τράπεζα ενεργώντας ως αρμόδια αρχή κράτους-μέλους υποδοχής διατηρεί πλήρη ευθύνη των μέτρων που προκύπτουν από την εφαρμογή της νομισματικής πολιτικής της. (δ) Τα εν λόγω μέτρα δεν επιτρέπουν διάκριση ή περιοριστική μεταχείριση, λόγω του γεγονότος ότι πιστωτικό ίδρυμα έχει λάβει άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος-μέλος.
(3)Περισσότερες της μιας έδρες εκμετάλλευσης τις οποίες έχει εγκαταστήσει στο ίδιο κράτος-μέλος ένα πιστωτικό ίδρυμα που εδρεύει σε άλλο κράτος-μέλος θεωρούνται ως ένα μόνον υποκατάστημα. 119(I)/2003 80(I)/2008 107(I)/2012 102(I)/2013 5(I)/2015 Χρηματοδοτικά ιδρύματα 10Βδις.-
(1)Οι δραστηριότητες που περιλαμβάνονται στον κατάλογο του Παραρτήματος IV του παρόντος Νόμου δύναται να ασκούνται στη Δημοκρατία, σύμφωνα με τις διατάξεις των Άρθρων 35, 36, παράγραφοι 1, 2 και 3, 39 παράγραφοι 1 και 2, και 40 έως 46 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ, είτε μέσω της εγκατάστασης υποκαταστήματος ή μέσω της παροχής υπηρεσιών, από κάθε χρηματοδοτικό ίδρυμα άλλου κράτους-μέλους, που είτε είναι θυγατρική πιστωτικού ιδρύματος είτε κοινή θυγατρική δύο ή περισσοτέρων πιστωτικών ιδρυμάτων, του οποίου το καταστατικό και το ιδρυτικό έγγραφο επιτρέπουν την άσκηση αυτών των δραστηριοτήτων και το οποίο πληροί όλες τις παρακάτω προϋποθέσεις- (α) η μητρική επιχείρηση ή οι μητρικές επιχειρήσεις έχουν λάβει άδεια λειτουργίας ως πιστωτικά ιδρύματα στο κράτος-μέλος το δίκαιο του οποίου διέπει το χρηματοδοτικό ίδρυμα, (β) οι εν λόγω δραστηριότητες πράγματι ασκούνται στο ίδιο κράτος μέλος, (γ) η μητρική επιχείρηση ή οι μητρικές επιχειρήσεις κατέχουν τουλάχιστον το 90% των δικαιωμάτων ψήφου που απορρέουν από τις μετοχές του χρηματοδοτικού ιδρύματος, (δ) η μητρική επιχείρηση ή οι μητρικές επιχειρήσεις ικανοποιούν την Κεντρική Τράπεζα ότι η διαχείριση του χρηματοδοτικού ιδρύματος ασκείται με σύνεση και, με τη συγκατάθεση των αρμόδιων αρχών του κράτους-μέλους προέλευσης, δηλώνουν ότι εγγυούνται αλληλεγγύως και κεχωρισμένα τις υποχρεώσεις που αναλαμβάνει το χρηματοδοτικό ίδρυμα, (ε) το χρηματοδοτικό ίδρυμα περιλαμβάνεται αποτελεσματικά, ιδίως ως προς τις εν λόγω δραστηριότητες, στην ενοποιημένη εποπτεία στην οποία υπόκειται η μητρική του επιχείρηση ή καθεμία από τις μητρικές του επιχειρήσεις, σύμφωνα με το εδάφιο
(4)του άρθρου 19, τα εδάφια
(2),
(6), (6δις), (6Α),
(8)και
(9)του άρθρου 27, τα εδάφια
(5),
(7),
(8),
(9),
(10), (10Α),
(11), (11Α),
(12)και
(13)του άρθρου 39, τα άρθρα 39Α, 39Β, 39Γ, 39Δ, 39Ε και 39ΣΤ και το εδάφιο
(4)του άρθρου 42 του παρόντος Νόμου και το Πρώτο Μέρος, Τίτλος II, Κεφάλαιο 2, του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, ιδίως για σκοπούς των απαιτήσεων των ιδίων κεφαλαίων που ορίζονται στο Άρθρο 92 του εν λόγω κανονισμού, για τον έλεγχο των μεγάλων χρηματοδοτικών ανοιγμάτων που προβλέπεται στο Τέταρτο Μέρος του εν λόγω Κανονισμού και για σκοπούς περιορισμού των συμμετοχών που προβλέπεται στα Άρθρα 89 και 90 του εν λόγω Κανονισμού.
(2)Η Κεντρική Τράπεζα ως αρμόδια αρχή του κράτους-μέλους υποδοχής, λαμβάνει πιστοποιητικό συμμόρφωσης του χρηματοδοτικού ιδρύματος με τις προϋποθέσεις που παρατίθενται στο εδάφιο
(1)από την αρμόδια αρχή του κράτους-μέλους προέλευσης του χρηματοδοτικού ιδρύματος, το οποίο πιστοποιητικό αποτελεί μέρος του πακέτου γνωστοποιήσεων που αναφέρονται στα Άρθρα 35 και 39 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ.
(3)Εάν η Κεντρική Τράπεζα, ως αρμόδια αρχή του κράτους-μέλους υποδοχής, ενημερωθεί από τις αρμόδιες αρχές του κράτους-μέλους προέλευσης, ότι το χρηματοδοτικό ίδρυμα, που περιγράφεται στο εδάφιο
(1), παύσει να πληροί οποιαδήποτε από τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις, οι δραστηριότητες που ασκεί το χρηματοδοτικό ίδρυμα στη Δημοκρατία διέπονται πλέον από την κυπριακή νομοθεσία.
(4)Το παρόν άρθρο εφαρμόζεται κατ’ αναλογία στις θυγατρικές χρηματοδοτικού ιδρύματος. 5(I)/2015 Απαίτηση γνωστοποίησης και συνεργασίας Κεντρικής Τράπεζας, ως κράτος-μέλος προέλευσης, με άλλες αρμόδιες αρχές 10Γ.-
(1)ΑΠΙ που συστάθηκε στην Δημοκρατία και που επιθυμεί να ιδρύσει υποκατάστημα στο έδαφος άλλου κράτους-μέλους προβαίνει σε γνωστοποίηση προς την Κεντρική Τράπεζα. (1Α) ΑΠΙ που συστάθηκε στη Δημοκρατία και επιθυμεί την εγκατάσταση υποκαταστήματος σε άλλο κράτος-μέλος, συνοδεύει την γνωστοποίηση που προβλέπει το εδάφιο
(1)με όλες τις ακόλουθες πληροφορίες: (α) το κράτος-μέλος στο έδαφος του οποίου σκοπεύει να ιδρύσει υποκατάστημα, (β) πρόγραμμα δραστηριοτήτων στο οποίο αναγράφονται, μεταξύ άλλων, το είδος των προβλεπόμενων δραστηριοτήτων και η οργανωτική δομή του υποκαταστήματος, (γ) τη διεύθυνση στο εν λόγω κράτος-μέλος υποδοχής, από το οποίο είναι δυνατό να ζητούνται και να λαμβάνονται έγγραφα, (δ) τα ονόματα των ατόμων που θα είναι υπεύθυνα για τη διεύθυνση του υποκαταστήματος·
(2)(α) Εφόσον η Κεντρική Τράπεζα, ως αρμόδια αρχή του κράτους-μέλους προέλευσης, λαμβάνοντας υπόψη τις προβλεπόμενες δραστηριότητες δεν έχει λόγους να αμφιβάλλει για την επάρκεια της διοικητικής οργάνωσης ή της οικονομικής κατάστασης του εν λόγω ΑΠΙ, εντός χρονικού διαστήματος τριών
(3)μηνών από την ημερομηνία υποβολής της γνωστοποίησης και των πληροφοριών που αναφέρονται στο εδάφιο (1Α), κοινοποιεί στις αρμόδιες εποπτικές αρχές του κράτους-μέλους υποδοχής, αυτές τις πληροφορίες και ενημερώνει σχετικά το εν λόγω ΑΠΙ. (β) Η Κεντρική Τράπεζα, ως αρμόδια αρχή του κράτους-μέλους προέλευσης, κοινοποιεί επίσης το ύψος και τη σύνθεση των ιδίων κεφαλαίων καθώς και το σύνολο των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων του ΑΠΙ δυνάμει του Άρθρου 92 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013.
(3)[Διαγράφηκε].
(4)Σε περίπτωση, κατά την οποία η Κεντρική Τράπεζα, ως αρμόδια αρχή του κράτους-μέλους προέλευσης, αρνείται να κοινοποιήσει τα στοιχεία κατά το εδάφιο (1Α) στην αρμόδια εποπτική αρχή του κράτους-μέλους υποδοχής, γνωστοποιεί στο ΑΠΙ τους λόγους της άρνησης της εντός προθεσμίας τριών
(3)μηνών από την ημερομηνία παραλαβής όλων των πληροφοριών. Η άρνηση κοινοποίησης ή η παράλειψη απάντησης αποτελεί λόγο προσφυγής βάσει του Άρθρου 146 του Συντάγματος. (4Α) Σε περίπτωση μεταβολής οποιασδήποτε πληροφορίας που γνωστοποιήθηκε σύμφωνα με τις παραγράφους (β), (γ) και (δ) του εδαφίου (1Α), το ΑΠΙ γνωστοποιεί, γραπτώς, αυτή τη μεταβολή στην Κεντρική Τράπεζα και στην αρμόδια αρχή του κράτους-μέλους υποδοχής, τουλάχιστον ένα μήνα πριν τη μεταβολή, ώστε η Κεντρική Τράπεζα να μπορεί να λάβει απόφαση έπειτα από τη γνωστοποίηση δυνάμει του εδαφίου
(1)και οι αρμόδιες αρχές του κράτους-μέλους υποδοχής να λάβουν απόφαση σε σχέση με τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες για λόγους δημοσίου συμφέροντος αυτές οι δραστηριότητες θα ασκούνται στο κράτος-μέλος υποδοχής.
(5)ΑΠΙ που επιθυμεί να ασκήσει για πρώτη φορά τις δραστηριότητές του στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, στο πλαίσιο της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, γνωστοποιεί στην Κεντρική Τράπεζα τις δραστηριότητες που περιλαμβάνονται στον κατάλογο του Παραρτήματος IV και τις οποίες προτίθεται να ασκήσει.
(6)Η Κεντρική Τράπεζα διαβιβάζει προς τις αρμόδιες αρχές του κράτους-μέλους υποδοχής, τη γνωστοποίηση που προβλέπεται στο εδάφιο
(5), εντός προθεσμίας ενός
(1)μηνός από την ημερομηνία παραλαβής της.
(7)Η Κεντρική Τράπεζα ενημερώνει την Επιτροπή και την ΕΑΤ για τον αριθμό και το είδος των περιπτώσεων για τις οποίες υπήρξαν απορριπτικές αποφάσεις σύμφωνα με τις διατάξεις των εδαφίων
(1)έως (4Α) του παρόντος άρθρου.
(8)Οι διατάξεις των εδαφίων
(5)και
(6)δεν θίγουν τα δικαιώματα που έχουν αποκτηθεί από ΑΠΙ που παρείχαν υπηρεσίες πριν από την 1η Ιανουαρίου 1993. 119(I)/2003 80(I)/2008 27(I)/2011 107(I)/2012 102(I)/2013 5(I)/2015 Χρηματοδοτικά ιδρύματα - εγκατάσταση σε άλλο κράτος-μέλος 10Γδις.-
(1)Η Κεντρική Τράπεζα ως αρμόδια αρχή του κράτους μέλους προέλευσης ΑΠΙ που αποτελεί μητρική χρηματοδοτικού ιδρύματος, ελέγχει την εκπλήρωση όλων των προϋποθέσεων που παρατίθενται στις παραγράφους (α) έως (ε) του εδαφίου
(1)του άρθρου 36 και εφόσον πληρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις του εδαφίου
(1)αυτού χορηγεί στο χρηματοδοτικό ίδρυμα σχετικό πιστοποιητικό συμμόρφωσης που επισυνάπτεται στη γνωστοποίηση που παρέχεται στην αρμόδια αρχή του κράτους-μέλους υποδοχής.
(2)Εάν το χρηματοδοτικό ίδρυμα, παύσει να πληροί μια από τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις, η Κεντρική Τράπεζα ενημερώνει σχετικά τις αρμόδιες αρχές του κράτους-μέλους υποδοχής ώστε η δραστηριότητα που ασκεί το χρηματοδοτικό ίδρυμα στο κράτος-μέλος υποδοχής να διέπεται πλέον από το δίκαιο του κράτους-μέλους υποδοχής.
(3)Τα εδάφια
(1)και
(2)του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται κατ’ αναλογία στις θυγατρικές χρηματοδοτικού ιδρύματος.
(4)Η Κεντρική Τράπεζα, ως αρμόδια αρχή του κράτους-μέλους προέλευσης, κοινοποιεί επίσης, στην αρμόδια αρχή του κράτους-μέλους υποδοχής, το ύψος και τη σύνθεση των ιδίων κεφαλαίων του χρηματοδοτικού ιδρύματος καθώς και το συνολικό ποσό του ανοίγματος σε κίνδυνο που υπολογίζεται κατά το Άρθρο 92, παράγραφοι 3 και 4, του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του ΑΠΙ που αποτελεί τη μητρική του επιχείρηση. 5(I)/2015 Μέτρα που λαμβάνει η Κεντρική Τράπεζα αναφορικά με δραστηριότητες ασκούμενες από υποκατάστημα 10Δ.-
(1)Εάν η Κεντρική Τράπεζα ως αρμόδια αρχή κράτους-μέλους υποδοχής διαπιστώσει ότι πιστωτικό ίδρυμα, το οποίο διαθέτει υποκατάστημα ή παρέχει υπηρεσίες στη Δημοκρατία σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(1)του άρθρου 10Α, δεν τηρεί τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, η Κεντρική Τράπεζα απαιτεί από το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα να επανορθώσει και να συμμορφωθεί με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου.
(2)Εάν το εμπλεκόμενο πιστωτικό ίδρυμα δεν συμμορφωθεί, η Κεντρική Τράπεζα ενημερώνει σχετικά την αρμόδια αρχή του κράτους-μέλους προέλευσης.
(3)Εάν, παρά τη λήψη των μέτρων που λαμβάνει η αρμόδια αρχή του κράτους-μέλους προέλευσης ή λόγω της ανεπάρκειας τους ή επειδή δεν προβλέπονταν μέτρα στο εν λόγω κράτος-μέλος προέλευσης, το πιστωτικό ίδρυμα συνεχίζει να παραβιάζει τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, η Κεντρική Τράπεζα δύναται, αφού ενημερώσει σχετικά την αρμόδια εποπτική αρχή του κράτους-μέλους προέλευσης, να λάβει τα ενδεικνυόμενα μέτρα προκειμένου να προληφθούν ή να κατασταλούν νέες παραβιάσεις και, στο βαθμό που είναι απαραίτητο, μπορεί να εμποδίσει το εν λόγω πιστωτικό ίδρυμα να προβεί σε νέες πράξεις στη Δημοκρατία.
(4)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του άρθρου 10Β και των εδαφίων
(1)έως
(3)του παρόντος άρθρου η Κεντρική Τράπεζα δύναται να λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα για την πρόληψη ή την τιμωρία των διαπραττόμενων στη Δημοκρατία παραβάσεων του παρόντος Νόμου ή των κανόνων που έχει θεσπίσει δυνάμει του παρόντος Νόμου ή για λόγους γενικού συμφέροντος. Η Κεντρική Τράπεζα δύναται, μεταξύ άλλων, να εμποδίζει τα πιστωτικά ιδρύματα που παρατυπούν να προβαίνουν σε νέες πράξεις στη Δημοκρατία. (4Α) Σε περίπτωση που η Κεντρική Τράπεζα ενημερωθεί από την αρμόδια αρχή κράτους-μέλους υποδοχής ότι ΑΠΙ που λειτουργεί στο κράτος-μέλος δεν τηρεί τις διατάξεις της Οδηγίας 2013/36/EE όπως αυτές μεταφέρθηκαν στη νομοθεσία του κράτους-μέλους, η Κεντρική Τράπεζα ως αρμόδια αρχή του κράτους-μέλους προέλευσης λαμβάνει αμελλητί όλα τα κατάλληλα μέτρα προκειμένου να διασφαλίσει ότι το ΑΠΙ θα επανορθώσει και θα συμμορφωθεί και ενημερώνει για τη φύση αυτών των μέτρων την αρμόδια αρχή του κράτους-μέλους υποδοχής.
(5)(α) Η Κεντρική Τράπεζα, ως αρμόδια αρχή του κράτους-μέλους υποδοχής, αιτιολογεί δεόντως και ενημερώνει το υπό αναφορά πιστωτικό ίδρυμα για κάθε μέτρο που λαμβάνει κατ’ εφαρμογή των εδαφίων
(1)και
(4)του παρόντος άρθρου ή του άρθρου 10Ε, και περιλαμβάνει την επιβολή κυρώσεων ή περιορισμών στην άσκηση ελεύθερης παροχής υπηρεσιών ή ελεύθερης εγκατάστασης. (β) Η Κεντρική Τράπεζα, ως αρμόδια αρχή του κράτους-μέλους προέλευσης, αιτιολογεί δεόντως και ενημερώνει τα υπό αναφορά ΑΠΙ για κάθε μέτρο που λαμβάνει κατ’ εφαρμογή των εδαφίων
(1)και
(4)του παρόντος άρθρου ή του άρθρου 10Ε, και περιλαμβάνει την επιβολή κυρώσεων ή περιορισμών στην άσκηση ελεύθερης παροχής υπηρεσιών ή ελεύθερης εγκατάστασης σε άλλο κράτος-μέλος. 80(I)/2008 102(I)/2013 5(I)/2015 Λήψη προληπτικών μέτρων 10Ε.-
(1)Η Κεντρική Τράπεζα, προτού ακολουθήσει τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 10Δ, δύναται ως αρμόδια αρχή του κράτους-μέλους υποδοχής, σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης, να λαμβάνει τα αναγκαία προληπτικά μέτρα για την προστασία των συμφερόντων των καταθετών, των επενδυτών και άλλων προσώπων στα οποία παρέχονται υπηρεσίες και ενημερώνει το συντομότερο δυνατόν την Επιτροπή και τις αρμόδιες αρχές των λοιπών εμπλεκόμενων κρατών-μελών για τα μέτρα αυτά.
(2)Τα μέτρα που λαμβάνει η Κεντρική Τράπεζα δυνάμει του εδαφίου
(1)δύναται να τροποποιηθούν ή να καταργηθούν κατόπιν απόφασης της Επιτροπής η οποία διαβουλεύεται για το σκοπό αυτό με τις άλλες εμπλεκόμενες αρμόδιες αρχές. 80(I)/2008 107(I)/2012 5(I)/2015 Μέτρα μετά την ανάκληση άδειας λειτουργίας 10ΣΤ.-
(1)Η Κεντρική Τράπεζα ως αρμόδια αρχή κράτους-μέλους υποδοχής, μόλις ενημερωθεί για την ανάκληση άδειας πιστωτικού ιδρύματος από την αρμόδια αρχή του κράτους-μέλους προέλευσης λαμβάνει τα απαραίτητα μέτρα ώστε να εμποδίσει το συγκεκριμένο πιστωτικό ίδρυμα να προβεί σε νέες πράξεις στο έδαφος της Δημοκρατίας και να διασφαλίσει τα συμφέροντα των καταθετών.
(2)Η Κεντρική Τράπεζα όταν ενεργεί ως η αρμόδια αρχή κράτους-μέλους προέλευσης ενημερώνει αμελλητί τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής σε περίπτωση ανάκλησης άδειας λειτουργίας ΑΠΙ που συστάθηκε στη Δημοκρατία. 80(I)/2008 102(I)/2013 5(I)/2015 Κοινοποίηση σε σχέση με υποκαταστήματα τρίτων χωρών και όροι πρόσβασης για τα πιστωτικά ιδρύματα στα οποία ανήκουν τα υποκαταστήματα τρίτων χωρών 10Ζ.-
(1)Η Κεντρική Τράπεζα δεν εφαρμόζει επί των υποκαταστημάτων ΑΠΙ που έχουν την έδρα τους σε τρίτη χώρα, κατά την έναρξη ή κατά τη συνέχιση των δραστηριοτήτων τους, διατάξεις που οδηγούν σε ευνοϊκότερο καθεστώς από εκείνο στο οποίο υπόκεινται τα υποκαταστήματα πιστωτικών ιδρυμάτων που έχουν την έδρα τους στην Ένωση. (1Α) Η Κεντρική Τράπεζα απαιτεί από ΑΠΙ, τα οποία συνιστούν υποκαταστήματα ιδρυμάτων που έχουν την έδρα τους σε τρίτη χώρα, να της υποβάλλουν έκθεση, τουλάχιστον ετησίως, με τις ακόλουθες πληροφορίες: (α) Τα συνολικά στοιχεία του ενεργητικού που αντιστοιχούν στις δραστηριότητες του υποκαταστήματος το οποίο έχει λάβει άδεια λειτουργίας στη Δημοκρατία· (β) πληροφορίες σχετικά με τα διαθέσιμα ρευστά στοιχεία του υποκαταστήματος, ιδίως τη διαθεσιμότητα των ρευστών στοιχείων σε νομίσματα των κρατών μελών· (γ) τα ίδια κεφάλαια που είναι στη διάθεση του υποκαταστήματος· (δ) τους μηχανισμούς προστασίας των καταθέσεων που είναι διαθέσιμοι στο