← Κύπρος

Ο περί Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμος του 2016 - 38(I)/2016

Εν συντομία

Αυτός ο Νόμος του 2016 ρυθμίζει τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές εργασίες και άλλα συναφή θέματα στην Κύπρο, με σκοπό την εναρμόνιση με διάφορες Οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Τι ρυθμίζει

Ποιον αφορά

Βασικά σημεία

Κείμενο νόμου

Ο περί Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμος του 2016 - 38(I)/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | Επικοινωνία Κατάλογος Ενοποιημένης Νομοθεσίας Ο περί Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμος του 2016 (38(I)/2016) Περιεχόμενα Πλήρες Κείμενο Εκτύπωση Ιστορικό Τροποποιήσεων 38(I)/2016 88(I)/2017 155(I)/2018 38(I)/2019 136(I)/2019 19(Ι)/2020 123(I)/2020 30(I)/2021 66(I)/2021 170(I)/2021 79(I)/2022 80(I)/2022 61(I)/2023 124(I)/2023 5(I)/2024 54(I)/2024 17(I)/2025 Προοίμιο Για σκοπούς εναρμόνισης με την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Οδηγία 2009/138/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 25ης Νοεμβρίου 2009, σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση ασφαλιστικών δραστηριοτήτων ασφάλισης και αντασφάλισης (Φερεγγυότητα ΙΙ)˙ και Για σκοπούς ρύθμισης θεμάτων που αφορούν την ανάληψη, άσκηση και εποπτεία ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών εργασιών που δεν εμπίπτουν στο ρυθμιστικό πεδίο της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 25ης Νοεμβρίου 2009, σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση ασφαλιστικών δραστηριοτήτων ασφάλισης και αντασφάλισης (Φερεγγυότητα ΙΙ)˙ και Για σκοπούς μερικής εναρμόνισης με την Οδηγία 2002/87/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2002, σχετικά με τη συμπληρωματική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων, ασφαλιστικών επιχειρήσεων και επιχειρήσεων επενδύσεων χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων˙ και Για σκοπούς μερικής εναρμόνισης με την Οδηγία 2011/89/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Νοεμβρίου 2011 για τροποποίηση των οδηγιών 98/78/ΕΚ, 2002/87/ΕΚ, 2006/48/ΕΚ και 2009/138/ΕΚ όσον αφορά τη συμπληρωματική εποπτεία των χρηματοπιστωτικών οντοτήτων που ανήκουν σε χρηματοπιστωτικούς ομίλους ετερογενών δραστηριοτήτων˙ και Για σκοπούς εναρμόνισης με την Οδηγία 2014/51/EE του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Απριλίου 2014 σχετικά με την τροποποίηση των οδηγιών 2003/71/ΕΚ και 2009/138/ΕΚ, και των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 1060/2009, (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 και (ΕΕ) αριθ. 1095/2010, όσον αφορά τις εξουσίες της Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων) και της Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών)∙ και Για σκοπούς εναρμόνισης με την Οδηγία 91/674/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 19ης Δεκεμβρίου 1991 για τους ετήσιους και τους ενοποιημένους λογαριασμούς των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, όπως αυτή εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται· και Για σκοπούς εναρμόνισης με την Οδηγία 2013/23/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Μαΐου 2013 για την προσαρμογή ορισμένων οδηγιών στον τομέα των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, λόγω της προσχώρησης της Δημοκρατίας της Κροατίας· και Για σκοπούς εναρμόνισης με την Οδηγία 2002/92/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 9ης Δεκεμβρίου 2002 σχετικά με την ασφαλιστική διαμεσολάβηση∙ και Για σκοπούς μερικής εναρμόνισης με την Οδηγία 2014/65/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 15ης Μαΐου 2014 για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και την τροποποίηση της οδηγίας 2002/92/ΕΚ και της οδηγίας 2011/61/ΕΕ (αναδιατύπωση)˙ και Για σκοπούς μερικής εναρμόνισης με την Οδηγία 2013/58/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 11ης Δεκεμβρίου 2013 για την τροποποίηση της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ (Φερεγγυότητα ΙΙ) όσονα φορά την ημερομηνία μεταφοράς της στο εθνικό δίκαιο και την ημερομηνία εφαρμογής της, καθώς και την ημερομηνία κατάργησης ορισμένων οδηγιών (Φερεγγυότητα Ι). Για σκοπούς εφαρμογής οποιωνδήποτε κατ’ εξουσιοδότηση πράξεων ή ρυθμιστικών ή εκτελεστικών τεχνικών προτύπων που εκδίδονται δυνάμει της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ, όπως αυτή εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, Η Βουλή των Αντιπροσώπων ψηφίζει ως ακολούθως: ΜΕΡΟΣ Ι ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΚΑΙ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ Συνοπτικός τίτλος.

  1. Ο παρών Νόμος θα αναφέρεται ως ο περί Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμος του
  2. 38(I)/2016 Ερμηνεία.
  3. Στον παρόντα Νόμο, εκτός εάν από το κείμενο προκύπτει διαφορετική έννοια- «αλληλοασφαλιστική επιχείρηση» σημαίνει επιχείρηση που έχει ως αποκλειστικό σκοπό την αλληλοασφάλιση των μελών της· «αντασφάλιση» σημαίνει μία από τις ακόλουθες δραστηριότητες- (α) Τη δραστηριότητα που συνίσταται στην αποδοχή κινδύνων που εκχωρούνται από ασφαλιστική επιχείρηση ή ασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας ή από μια άλλη αντασφαλιστική επιχείρηση ή αντασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας· (β) στην περίπτωση της ένωσης ασφαλιστών (εφεξής «Lloyd’s»), τη δραστηριότητα που συνίσταται στην αποδοχή κινδύνων τους οποίους εκχωρεί οποιοδήποτε μέλος της Lloyd’s, από πλευράς ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης άλλης από τη Lloyd’s· (γ) την παροχή κάλυψης από αντασφαλιστική επιχείρηση σε Ταμείο Επαγγελματικών Συνταξιοδοτικών Παροχών που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του περί της Ίδρυσης, των Δραστηριοτήτων και της Εποπτείας των Ταμείων Επαγγελματικών Συνταξιοδοτικών Παροχών Νόμου· «αντασφαλιστική επιχείρηση» σημαίνει επιχείρηση η οποία έχει λάβει άδεια για την άσκηση δραστηριοτήτων αντασφάλισης από την αρμόδια προς τούτο εποπτική αρχή κράτους μέλους και περιλαμβάνει κυπριακή αντασφαλιστική επιχείρηση· «αντασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας» σημαίνει αντασφαλιστική επιχείρηση η οποία έχει λάβει άδεια λειτουργίας και εποπτεύεται από αρμόδια αρχή τρίτης χώρας και η οποία, εάν είχε την εταιρική της έδρα εντός τη Ένωσης θα χρειαζόταν άδεια από την εποπτική αρχή του κράτους μέλους καταγωγής· «αντασφαλιστική επιχείρηση κράτους μέλους» σημαίνει επιχείρηση που έχει την εταιρική και την καταστατική της έδρα σε κράτος μέλος άλλο από τη Δημοκρατία και περιβάλλεται μία νομική μορφή από αυτές που καθορίζονται στο Τρίτο Παράρτημα του παρόντος Νόμου· «αντιπρόσωπος» σημαίνει αντιπρόσωπο ασφαλιστικής επιχείρησης κράτους μέλους κατά την έννοια του άρθρου 158 του παρόντος Νόμου ή αντιπρόσωπο ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης τρίτης χώρας κατά την έννοια του άρθρου 177 του παρόντος Νόμου, αναλόγως της περίπτωσης· «αποτελέσματα διαφοροποίησης» σημαίνει τη μείωση της έκθεσης στον κίνδυνο ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων και ομίλων, η οποία συνδέεται με τη διαφοροποίηση των δραστηριοτήτων τους και απορρέει από το γεγονός ότι το δυσμενές αποτέλεσμα από κάποιο κίνδυνο μπορεί να αντισταθμιστεί από το ευνοϊκότερο αποτέλεσμα ενός άλλου κινδύνου, όταν οι κίνδυνοι αυτοί δεν είναι πλήρως συσχετισμένοι· «ασφάλιση Γενικής Φύσεως» ή, κατά ταυτόσημη έννοια, «ασφάλιση ζημιών» σημαίνει την άσκηση ασφαλιστικών εργασιών στους κλάδους που διαλαμβάνονται στο Πρώτο Παράρτημα του παρόντος Νόμου· «ασφάλιση Ζωής» σημαίνει την άσκηση ασφαλιστικών εργασιών στους κλάδους Ζωής που διαλαμβάνονται στο Δεύτερο Παράρτημα του παρόντος Νόμου· «ασφαλιστήριο» σημαίνει το έγγραφο που αποδεικνύει τη σύναψη ασφαλιστικής συμβάσεως και εκδίδεται από ασφαλιστική επιχείρηση ή από ασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας∙ «ασφαλιστική επιχείρηση» σημαίνει επιχείρηση πρωτασφάλισης Ζωής ή Γενικής Φύσεως, η οποία έχει λάβει άδεια για την άσκηση δραστηριοτήτων ασφάλισης από την αρμόδια προς τούτο εποπτική αρχή κράτους μέλους και περιλαμβάνει κυπριακή ασφαλιστική επιχείρηση, και όπου στον παρόντα Νόμο γίνεται μνεία του όρου αυτού, εκτός εάν από το κείμενο προκύπτει διαφορετικά, ο όρος αυτός θα διαλαμβάνει και αλληλοασφαλιστική επιχείρηση· «ασφαλιστική επιχείρηση κράτους μέλους» σημαίνει ασφαλιστική επιχείρηση που έχει την καταστατική και εταιρική της έδρα σε κράτος μέλος άλλο από τη Δημοκρατία, και περιβάλλεται μια νομική μορφή από αυτές που καθορίζονται στο Τρίτο Παράρτημα του παρόντος Νόμου· «ασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας» σημαίνει επιχείρηση πρωτασφάλισης Ζωής ή Γενικής Φύσεως , η οποία έχει λάβει άδεια λειτουργίας και εποπτεύεται από αρμόδια αρχή τρίτης χώρας και η οποία εάν είχε την έδρα της στην Ένωση θα χρειαζόταν άδεια άσκησης ασφαλιστικών εργασιών από το κράτος μέλος καταγωγής· «ασφαλιστική σύμβαση» σημαίνει σύμβαση διεπόμενη από τον περί Συμβάσεων Νόμο, που συνάπτεται μεταξύ της ασφαλιστικής επιχείρησης και ενός ή περισσότερων προσώπων, ανεξάρτητα εάν εκδίδεται ασφαλιστήριο συμβόλαιο ή όχι, αναφορικά με την παροχή ασφαλιστικής κάλυψης σ’ ένα ή περισσότερους κλάδους, από αυτούς που διαλαμβάνονται στο Πρώτο και Δεύτερο Παράρτημα του παρόντος Νόμου· «ασφαλιστικός κίνδυνος» σημαίνει τον κίνδυνο ζημίας ή δυσμενούς μεταβολής στην αξία των ασφαλιστικών υποχρεώσεων λόγω ακατάλληλων παραδοχών κατά την τιμολόγηση και τον σχηματισμό προβλέψεων· «Βοηθός Έφορος Ασφαλίσεων» ή συνοπτικά, κατά ταυτόσημη έννοια, “Βοηθός Έφορος”, σημαίνει το διοριζόμενο κατά τις διατάξεις του εδαφίου

(4)του άρθρου 30 του παρόντος Νόμου δημόσιο λειτουργό που ασκεί καθήκοντα Βοηθού Εφόρου Ασφαλίσεων· «Γενικός Διευθυντής» σημαίνει τον Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Οικονομικών˙ «γνωστοποίηση του Υπουργού» σημαίνει γνωστοποίηση την οποία εκδίδει ο Υπουργός δυνάμει του άρθρου 432Α και η οποία δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας∙ «δέσμια αντασφαλιστική επιχείρηση» σημαίνει την αντασφαλιστική επιχείρηση, η οποία ανήκει είτε σε χρηματοπιστωτική επιχείρηση εκτός των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων ή του ομίλου ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων υπό την έννοια του εδαφίου
(1)του άρθρου 250 του παρόντος Νόμου, ή σε μη χρηματοπιστωτική επιχείρηση, σκοπός της οποίας είναι η παροχή αντασφαλιστικής κάλυψης αποκλειστικά για τους κινδύνους της επιχείρησης ή των επιχειρήσεων στις οποίες ανήκει ή των επιχειρήσεων του ομίλου, του οποίου είναι μέλος η δέσμια ασφαλιστική επιχείρηση· «δέσμια ασφαλιστική επιχείρηση" σημαίνει την ασφαλιστική επιχείρηση, η οποία ανήκει είτε σε χρηματοπιστωτική επιχείρηση εκτός των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων ή του ομίλου ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων υπό την έννοια του εδαφίου
(1)του άρθρου 250 του παρόντος Νόμου, ή σε μη χρηματοπιστωτική επιχείρηση, σκοπός της οποίας είναι η παροχή ασφαλιστικής κάλυψης αποκλειστικά για τους κινδύνους της επιχείρησης ή των επιχειρήσεων στις οποίες ανήκει ή των επιχειρήσεων του ομίλου, του οποίου είναι μέλος η δέσμια ασφαλιστική επιχείρηση· «Δημοκρατία» σημαίνει την Κυπριακή Δημοκρατία· «δικαιούχος» σημαίνει κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που έχει κάποιο δικαίωμα στο πλαίσιο ασφαλιστικής σύμβασης. «Δικαστήριο» σημαίνει το κατά νόμο αρμόδιο Δικαστήριο της Δημοκρατίας· «εγκατάσταση» σημαίνει τα κεντρικά γραφεία ή οποιοδήποτε από τα υποκαταστήματα της επιχείρησης· «εγκεκριμένες επενδύσεις» έχει την έννοια που αποδίδει στον όρο αυτό το άρθρο 353 του παρόντος Νόμου· «εθνικό γραφείο ασφαλίσεως» σημαίνει το εθνικό γραφείο ασφαλίσεως κατά την έννοια του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης έναντι Τρίτων) Νόμου του 2000, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται· «εθνικό γραφείο εγγυήσεως» σημαίνει το Εγγυητικό Ταμείο κατά την έννοια του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης έναντι Τρίτων) Νόμου του 2000, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται· «ειδική συμμετοχή» σημαίνει την άμεση ή έμμεση κατοχή τουλάχιστον του 10 % του κεφαλαίου ή των δικαιωμάτων ψήφου μιας επιχείρησης ή την άσκηση ουσιώδους επιρροής στη διαχείριση της επιχείρησης αυτής· «εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα» σημαίνει πρότυπα που καταρτίζονται από την EIOPA, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 15 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010, κατά περίπτωση, και τα οποία εγκρίνονται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή∙ «εκτίμηση κατανομής πιθανότητας» σημαίνει μια μαθηματική συνάρτηση η οποία αποδίδει μια πιθανότητα επέλευσης σε ένα διεξοδικό σύνολο αμοιβαία αποκλειόμενων μελλοντικών γεγονότων· «έλεγχος» λογίζεται η σχέση που υφίσταται μεταξύ μητρικής και θυγατρικής εταιρείας, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 148 του περί Εταιρειών Νόμου, ή οποιαδήποτε παρεμφερής σχέση μεταξύ οποιουδήποτε φυσικού ή νομικού προσώπου και μιας επιχείρησης· «Ένωση» σημαίνει την Ευρωπαϊκή Ένωση˙ «Ένωση Ασφαλιστών Λλόϋδς Λονδίνου» ή συνοπτικά, κατά ταυτόσημη έννοια, «Λλόϋδς» σημαίνει την Ένωση Ασφαλιστών που λειτουργεί στο Ηνωμένο Βασίλειο· «εξωτερική ανάθεση» ή «εξωπορισμός» σημαίνει συμφωνία, οποιασδήποτε μορφής, μεταξύ μιας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης και ενός παρόχου υπηρεσιών, είτε πρόκειται για εποπτευόμενη οντότητα είτε όχι, με την οποία ο εν λόγω πάροχος υπηρεσιών αναλαμβάνει μια διαδικασία, παρέχει μια υπηρεσία ή εκτελεί μια δραστηριότητα, είτε άμεσα είτε με υπεργολαβική ανάθεση, που διαφορετικά θα είχε αναληφθεί από την ίδια την ασφαλιστική ή την αντασφαλιστική επιχείρηση· «εξωτερικός οργανισμός πιστοληπτικών αξιολογήσεων» ή «ECAI» σημαίνει οργανισμό αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας ο οποίος είναι εγγεγραμμένος ή πιστοποιημένος σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1060/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, ή κεντρική τράπεζα η οποία εκδίδει πιστωτικές διαβαθμίσεις που εξαιρούνται από την εφαρμογή του εν λόγω κανονισμού· «επιλέξιμος κεντρικός αντισυμβαλλόμενος» σημαίνει τον κεντρικό αντισυμβαλλόμενο που είτε έχει εξουσιοδοτηθεί σύμφωνα με το άρθρο 14 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, είτε έχει αναγνωριστεί σύμφωνα με το άρθρο 25 του εν λόγω Κανονισμού· «Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών» ή «Ε.Π.Ε.Υ.» σημαίνει επιχείρηση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών κατά την έννοια του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμου του 2007, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται· «Επίσημος Παραλήπτης» σημαίνει τον Έφορο Εταιρειών και Επίσημο Παραλήπτη, κατά τα οριζόμενα στον περί Εταιρειών Νόμο· «εποπτικές αρχές» σημαίνει τις εθνικές αρχές κρατών μελών οι οποίες είναι αρμόδιες, δυνάμει νόμου ή άλλων κανονιστικών ρυθμίσεων, να εποπτεύουν τις ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις στο κάθε κράτος μέλος· «περί Εταιρειών Νόμος» σημαίνει τον περί Εταιρειών Νόμο, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται∙ «εταιρική έδρα» σημαίνει τα κεντρικά γραφεία της επιχείρησης· «Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων» ή «EIOPA», σημαίνει την Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή που συγκροτείται σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων), την τροποποίηση της απόφασης αριθ. 716/2009/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 2009/79/ΕΚ της Επιτροπής· «Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών» ή «ΕΑΤ» σημαίνει την Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή που συγκροτείται σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου· «Ευρωπαϊκή Επιτροπή» σημαίνει την Επιτροπή της Ευρωπαϊκής Ένωσης· «Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Συστημικού Κινδύνου» ή «ΕΣΣΚ» σημαίνει το όργανο που συστάθηκε δυνάμει του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1092/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 24ης Νοεμβρίου 2010, σχετικά με τη μακροπροληπτική επίβλεψη του χρηματοοικονομικού συστήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τη σύσταση Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Συστημικού Κινδύνου· «Έφορος Ασφαλίσεων» ή συνοπτικά, κατά ταυτόσημη έννοια, “Έφορος” σημαίνει τον κατά τις διατάξεις του άρθρου 30 του παρόντος Νόμου ασκούντα καθήκοντα Εφόρου Ασφαλίσεων δημόσιο λειτουργό· «Έφορος Εταιρειών» σημαίνει τον Έφορο Εταιρειών και Επίσημο Παραλήπτη, όπως αυτός καθορίζεται στο άρθρο 2 του περί Εταιρειών Νόμου· «θυγατρική επιχείρηση» σημαίνει τη θυγατρική επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρου 148 του περί Εταιρειών Νόμου, περιλαμβανομένων των θυγατρικών της. «καθορισμένο τέλος» σημαίνει τέλος καθορισμένο με Κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου και κατατίθενται στη Βουλή των Αντιπροσώπων για έγκριση· «καθορισμένος τύπος» σημαίνει τύπο καθορισμένο με απόφαση του Εφόρου που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας και ισχύει από της δημοσιεύσεώς του· «Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1094/2010» σημαίνει τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων), την τροποποίηση της απόφασης αριθ. 716/2009/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 2009/79/ΕΚ της Επιτροπής· «Κανονισμός (ΕΕ) 2015/2365» σημαίνει την πράξη της Ένωσης με τίτλο «Κανονισμός (ΕΕ) 2015/2365 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 25ης Νοεμβρίου 2015 περί της διαφάνειας των συναλλαγών χρηματοδότησης τίτλων και επαναχρησιμοποίησης, και περί τροποποιήσεως του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012», όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται∙ «Κανονισμός (ΕΕ) 2022/2554» σημαίνει την πράξη της Ένωσης με τίτλο “Κανονισμός (ΕΕ) 2022/2554 με τίτλο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 14ης Δεκεμβρίου 2022 σχετικά με την ψηφιακή επιχειρησιακή ανθεκτικότητα του χρηματοοικονομικού τομέα και την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 1060/2009, (ΕΕ) αριθ. 648/2012, (ΕΕ) αριθ. 600/2014, (ΕΕ) αριθ. 909/2014 και (ΕΕ) 2016/1011”, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται∙ «καταστατική έδρα» σημαίνει το εγγεγραμμένο γραφείο της επιχείρησης· «κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις» σημαίνει πράξεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής που εκδίδονται δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 301α, της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ, όπως αυτή εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται∙ «κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις» σημαίνει κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις που εκδίδονται από την EIOPA δυνάμει του άρθρου 16 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 ή από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Συστημικού Κινδύνου (ΕΣΣΚ), ανάλογα με την περίπτωση∙ «κίνδυνος αγοράς» σημαίνει τον κίνδυνο ζημίας ή δυσμενούς μεταβολής στη χρηματοοικονομική κατάσταση, που απορρέει, άμεσα ή έμμεσα, από τις διακυμάνσεις στο επίπεδο και στη μεταβλητότητα των αγοραίων τιμών των περιουσιακών στοιχείων, των υποχρεώσεων και των χρηματοπιστωτικών μέσων· «κίνδυνος ρευστότητας» σημαίνει τον κίνδυνο αδυναμίας των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων να εκποιήσουν επενδύσεις και άλλα περιουσιακά στοιχεία προκειμένου να προβούν στο διακανονισμό των οικονομικών τους υποχρεώσεων, όταν αυτές καταστούν απαιτητές· «κίνδυνος συγκέντρωσης» σημαίνει όλες τις εκθέσεις στον κίνδυνο με αρκετά σημαντική πιθανότητα ζημίας, σε βαθμό που να απειλούν τη φερεγγυότητα ή τη χρηματοοικονομική κατάσταση ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων· «κλάδος εξαγοράς κεφαλαίου» σημαίνει τον κλάδο που αφορά στη σύναψη και εκτέλεση ασφαλιστικών συμβάσεων που βασίζονται σε αναλογιστικούς υπολογισμούς με βάση τους οποίους αναλαμβάνονται υποχρεώσεις για ορισμένο χρονικό διάστημα και για ορισμένο ποσό, έναντι εφάπαξ ή περιοδικών προκαθορισμένων καταβολών· «κράτος μέλος» σημαίνει κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή άλλο κράτος που είναι συμβαλλόμενο μέρος στη Συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, η οποία υπογράφηκε στο Οπόρτο την 2α Μαΐου 1992 και προσαρμόστηκε από το Πρωτόκολλο το οποίο υπογράφηκε στις Βρυξέλλες την 17η Μαΐου 1993, ως η Συμφωνία αυτή περαιτέρω εκάστοτε τροποποιείται· «κράτος μέλος ασφαλιστικής υποχρέωσης» σημαίνει το κράτος μέλος, στο οποίο βρίσκεται μία εκ των ακόλουθων- (α) η συνήθης διαμονή του αντισυμβαλλομένου· (β) εάν ο αντισυμβαλλόμενος είναι νομικό πρόσωπο, η εγκατάσταση του εν λόγω αντισυμβαλλομένου στην οποία αναφέρεται η σύμβαση· «κράτος μέλος καταγωγής» σημαίνει ένα εκ των ακόλουθων: (α) όσον αφορά την ασφάλιση Γενικής Φύσεως, το κράτος μέλος, στο οποίο βρίσκεται η εταιρική έδρα της ασφαλιστικής επιχείρησης που καλύπτει τον κίνδυνο· (β) όσον αφορά την ασφάλιση Ζωής, το κράτος μέλος, στο οποίο βρίσκεται η εταιρική έδρα της ασφαλιστικής επιχείρησης που αναλαμβάνει την υποχρέωση· (γ) όσον αφορά την αντασφάλιση, το κράτος μέλος, στο οποίο βρίσκεται η εταιρική έδρα της αντασφαλιστικής επιχείρησης· «κράτος μέλος όπου βρίσκεται ο κίνδυνος» σημαίνει: (α) το κράτος μέλος, όπου βρίσκονται τα περιουσιακά στοιχεία, όταν η ασφάλιση αφορά ακίνητα ή ακίνητα και το περιεχόμενό τους, στο μέτρο που το περιεχόμενο καλύπτεται από το ίδιο ασφαλιστήριο· ή (β) το κράτος μέλος εγγραφής, όταν η ασφάλιση αφορά κάθε είδους μεταφορικά μέσα· ή (γ) το κράτος μέλος, όπου ο ασφαλισμένος συνήψε την ασφαλιστική σύμβαση, προκειμένου περί ασφαλιστικής σύμβασης διαρκείας κατώτερης από ή ίσης με τέσσερις μήνες, η οποία αφορά κινδύνους που ανακύπτουν κατά τη διάρκεια ταξιδίου ή διακοπών ανεξαρτήτως κλάδου· ή (δ) σε όλες τις περιπτώσεις που δεν αναφέρονται ρητά στις παραγράφους (α), (β) ή (γ), το κράτος μέλος στο οποίο βρίσκεται μια εκ των ακόλουθων: (
  1. i)η συνήθης διαμονή του αντισυμβαλλόμενου· ή (
  2. ii)εάν ο αντισυμβαλλόμενος είναι νομικό πρόσωπο, η εγκατάσταση του εν λόγω αντισυμβαλλόμενου στην οποία αναφέρεται το ασφαλιστήριο· «κράτος μέλος παροχής υπηρεσιών» αναφορικά με τις ασφαλίσεις Ζωής και Γενικής Φύσεως σημαίνει το κράτος μέλος της ασφαλιστικής υποχρέωσης ή το κράτος μέλος στο οποίο βρίσκεται ο κίνδυνος, αν η υποχρέωση ή ο κίνδυνος καλύπτεται από ασφαλιστική επιχείρηση ή υποκατάστημα που ευρίσκεται σε άλλο κράτος μέλος· «κράτος μέλος υποδοχής» σημαίνει το κράτος μέλος, εκτός του κράτους μέλους καταγωγής, στο οποίο μια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση έχει υποκατάστημα ή παρέχει υπηρεσίες· «κυπριακή αντασφαλιστική επιχείρηση» σημαίνει την αντασφαλιστική επιχείρηση, στην οποία έχει παραχωρηθεί άδεια άσκησης αντασφαλιστικών εργασιών από τον Έφορο δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 14 του παρόντος Νόμου· «κυπριακή ασφαλιστική επιχείρηση» σημαίνει την ασφαλιστική επιχείρηση, στην οποία έχει παραχωρηθεί άδεια άσκησης ασφαλιστικών εργασιών από τον Έφορο δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 14 του παρόντος Νόμου· «λειτουργία» στο πλαίσιο του συστήματος διακυβέρνησης σημαίνει την εσωτερική ικανότητα ανάληψης πρακτικών καθηκόντων, περιλαμβανομένης της λειτουργίας διαχείρισης κινδύνου, της λειτουργίας συμμόρφωσης, της λειτουργίας εσωτερικού λογιστικού ελέγχου και της αναλογιστικής λειτουργίας· «λειτουργικός κίνδυνος» σημαίνει τον κίνδυνο ζημιάς, είτε λόγω ανεπαρκειών ή ελλείψεων στις εσωτερικές διαδικασίες, στα λειτουργικά συστήματα ή στο ανθρώπινο δυναμικό, είτε λόγω εξωτερικών παραγόντων∙ «μεγάλοι κίνδυνοι» σημαίνει- (α) τους κινδύνους που εμπίπτουν στον κλάδο σιδηροδρομικών οχημάτων, στον κλάδο αεροσκαφών, στον κλάδο πλοίων, στον κλάδο μεταφερόμενων εμπορευμάτων, στον κλάδο ευθύνης από αεροσκάφη και στον κλάδο ευθύνης σκαφών· ή (β) τους κινδύνους που εμπίπτουν στον κλάδο πιστώσεων και στον κλάδο εγγυήσεων, όταν ο ασφαλισμένος ασκεί κατ’ επάγγελμα βιομηχανική ή εμπορική δραστηριότητα ή ελεύθερο επάγγελμα και ο κίνδυνος σχετίζεται με τη δραστηριότητα αυτή· ή (γ) τους κινδύνους που εμπίπτουν στον κλάδο χερσαίων οχημάτων, στον κλάδο πυρκαγιάς και στοιχείων της φύσεως, στον κλάδο άλλης ζημιάς σε περιουσιακά στοιχεία, στον κλάδο γενικής ευθύνης και στον κλάδο οικονομικής απώλειας γενικής φύσεως, εφ’ όσον ο ασφαλισμένος υπερβαίνει αριθμητικά τα όρια δύο τουλάχιστον από τα πιο κάτω κριτήρια- (
  3. i)σύνολο ισολογισμού: 6,2 εκατομμύρια Ευρώ· (
  4. ii)καθαρό ποσό κύκλου εργασιών κατά την έννοια του περί Ελεγκτών και Υποχρεωτικών Ελέγχων των Ετήσιων και των Ενοποιημένων Λογαριασμών Νόμου του 2009, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται: 12,8 εκατομμύρια Ευρώ· (iii) μέσο αριθμό απασχολούμενων προσώπων κατά τη διάρκεια του οικονομικού έτους: 250: Νοείται ότι, σε περίπτωση που ο ασφαλισμένος μετέχει σε σύνολο επιχειρήσεων που καταρτίζουν ενοποιημένους λογαριασμούς σύμφωνα με τον περί Ελεγκτών και Υποχρεωτικών Ελέγχων των Ετήσιων και των Ενοποιημένων Λογαριασμών Νόμο του 2009, όπως αυτός εκάστοτε τροποιείται ή αντικαθίσταται, η συνδρομή των πιο πάνω κριτηρίων, ελέγχεται βάσει των ενοποιημένων αυτών λογαριασμών· «μέτρηση κινδύνου» σημαίνει μια μαθηματική συνάρτηση η οποία αποδίδει ένα νομισματικό ποσό σε μια δεδομένη εκτίμηση κατανομής πιθανότητας και αυξάνεται μονοτονικά με το επίπεδο έκθεσης στον κίνδυνο, στον οποίο στηρίζεται η εν λόγω εκτίμηση κατανομής πιθανότητας· «μητρική επιχείρηση» σημαίνει τη μητρική επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρου 148 του περί Εταιρειών Νόμου·ֹ «νόμιμος ελεγκτής» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τον περί Ελεγκτών και Υποχρεωτικών Ελέγχων των Ετήσιων και των Ενοποιημένων Λογαριασμών Νόμο του 2009, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, και περιλαμβάνει και νόμιμο ελεγκτικό γραφείο· «νομισματική αντιστοιχία» σημαίνει ότι οι υποχρεώσεις που απορρέουν από ασφαλιστικές συμβάσεις (underwriting liabilities) αντιπροσωπεύονται από περιουσιακά στοιχεία εκφρασμένα ή ρευστοποιήσιμα στο ίδιο νόμισμα, στο οποίο είναι εκφρασμένες οι υποχρεώσεις αυτές, κατά τα οριζόμενα στο Μέρος ΙΙ του Τέταρτου Παραρτήματος του παρόντος Νόμου· «Οδηγία» σημαίνει οδηγία του Εφόρου που εκδίδεται δυνάμει του παρόντος Νόμου∙ «Οδηγία 2009/138/ΕΚ» σημαίνει την Οδηγία 2009/138/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 25ης Νοεμβρίου 2009, σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση ασφαλιστικών δραστηριοτήτων ασφάλισης και αντασφάλισης (Φερεγγυότητα ΙΙ), όπως αυτή εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται· «Οδηγία2015/849/ΕΕ» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο Επίσημη “Οδηγία (ΕΕ) 2015/849 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της Εφημερίδα της 20ής Μαΐου 2015 σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες, δραστηριότητες ή για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, και την κατάργηση της οδηγίας 2005/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και της οδηγίας 2006/70/ΕΚ της Επιτροπής”· «Οδηγίες χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων» σημαίνει τις Οδηγίες που εκδίδονται από τον Έφορο δυνάμει του άρθρου 306 του παρόντος Νόμου, για σκοπούς ρύθμισης της συμπληρωματικής εποπτείας πιστωτικών ιδρυμάτων, ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων και Ε.Π.Ε.Υ. που ανήκουν σε χρηματοπιστωτικό όμιλο ετερογενών δραστηριοτήτων· «οργανωμένη αγορά» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτόν από τον περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμο του 2007, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται˙ «πιστωτικό ίδρυμα» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τον περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμο του 1997, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, και συνεργατικό πιστωτικό ίδρυμα κατά τα οριζόμενα στον περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο του 1985, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, και περιλαμβάνει πιστωτικό ίδρυμα που λειτουργεί δυνάμει αντίστοιχου νόμου κράτους μέλους˙ «πιστωτικός κίνδυνος» λογίζεται ο κίνδυνος ζημίας ή δυσμενούς μεταβολής στη χρηματοοικονομική κατάσταση, λόγω διακυμάνσεων στην πιστοληπτική κατάσταση των εκδοτών τίτλων, των αντισυμβαλλομένων και οποιωνδήποτε άλλων χρεωστών, στον οποίο οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις είναι εκτεθειμένες, με τη μορφή κινδύνου αθέτησης αντισυμβαλλομένου, κινδύνου πιστωτικών περιθωρίων, ή συγκεντρώσεων κινδύνου αγοράς· «πράξη της Ένωσης» σημαίνει Οδηγία, Κανονισμό ή Απόφαση της Ένωσης, όπως αυτή εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται∙ «ρυθμιζόμενη αγορά» σημαίνει μια από τις πιο κάτω αγορές: (α) στην περίπτωση αγοράς που βρίσκεται σε κράτος μέλος, μια ρυθμιζόμενη αγορά, όπως ορίζεται στον περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμου του 2007, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται· (β) στην περίπτωση αγοράς που ευρίσκεται σε τρίτη χώρα, η χρηματοπιστωτική αγορά, η οποία πληροί τις ακόλουθες προϋποθέσεις: (
  5. i)είναι αναγνωρισμένη από το κράτος μέλος καταγωγής της ασφαλιστικής επιχείρησης και πληροί προϋποθέσεις ανάλογες με εκείνες που ορίζονται στον περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμου του 2007, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται· και (
  6. ii)οι διαπραγματεύσιμοι χρηματοπιστωτικοί τίτλοι είναι ανάλογης ποιότητας προς τους διαπραγματεύσιμους τίτλους στην ή στις ρυθμιζόμενες αγορές του κράτους μέλους καταγωγής· «ρυθμιζόμενη οντότητα» σημαίνει πιστωτικό ίδρυμα, ασφαλιστική επιχείρηση, αντασφαλιστική επιχείρηση, επιχείρηση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, εταιρεία διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων ή διαχειριστή οργανισμών εναλλακτικών επενδύσεων· «ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα» σημαίνει πρότυπα που καταρτίζονται από την EIOPA σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 10 έως 14 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010, κατά περίπτωση, και τα οποία εγκρίνονται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή∙ «στενοί δεσμοί» σημαίνει την κατάσταση κατά την οποία δύο ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα συνδέονται μέσω ελέγχου ή συμμετοχής ή μια κατάσταση κατά την οποία δύο ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα συνδέονται σταθερά με το αυτό πρόσωπο διά δεσμού ελέγχου· «Συμβουλευτική Επιτροπή» σημαίνει την προβλεπόμενη στο άρθρο 412 του παρόντος Νόμου Συμβουλευτική Επιτροπή Ασφαλίσεων· «συμμετοχή» σημαίνει την άμεση ή μέσω δεσμού ελέγχου κατοχή του 20% τουλάχιστον των δικαιωμάτων ψήφου ή του κεφαλαίου μιας επιχείρησης· «συναλλαγή στο πλαίσιο ομίλου» σημαίνει οποιαδήποτε συναλλαγή διά της οποίας μια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση εξαρτάται άμεσα ή έμμεσα από άλλες επιχειρήσεις του ιδίου ομίλου ή από οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που συνδέεται με τις επιχειρήσεις εντός του ομίλου αυτού με στενούς δεσμούς, για την εκπλήρωση μιας υποχρέωσης, συμβατικής ή μη, και έναντι πληρωμής ή μη· «συνδεδεμένη επιχείρηση» σημαίνει τη θυγατρική ή άλλη επιχείρηση, στην οποία υπάρχει συμμετοχή ή επιχείρηση που, χωρίς να συνδέεται με άλλη επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρου 148 του περί Εταιρειών Νόμου, έχει τεθεί με την επιχείρηση αυτή υπό ενιαία διεύθυνση κατόπιν συμβάσεως ή σύμφωνα με όρους των καταστατικών τους ή τα διοικητικά τους όργανα να αποτελούνται κατά πλειοψηφία κατά τη διάρκεια της χρήσης και μέχρι την κατάρτιση των ενοποιημένων λογαριασμών από τα ίδια πρόσωπαֹ «τεχνικές μείωσης του κινδύνου» σημαίνει όλες τις τεχνικές οι οποίες παρέχουν τη δυνατότητα σε ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις να μεταβιβάζουν τμήμα ή όλους τους κινδύνους τους σε άλλο μέρος· «τρίτη χώρα» σημαίνει κράτος άλλο από τη Δημοκρατία ή από κράτος μέλος· «Υπηρεσία» σημαίνει την Υπηρεσία Ελέγχου Ασφαλιστικών Εταιρειών του Υπουργείου Οικονομικών· «υποκατάστημα» σημαίνει κάθε πρακτορείο ή υποκατάστημα ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, το οποίο βρίσκεται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους εκτός του κράτους μέλους καταγωγής. «Υπουργός» σημαίνει τον Υπουργό Οικονομικών της Δημοκρατίας. «φορέας ειδικού σκοπού» σημαίνει οποιαδήποτε επιχείρηση, η οποία δεν είναι ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, αναλαμβάνει κινδύνους από ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις και χρηματοδοτεί πλήρως την έκθεσή της στους ως άνω κινδύνους με τις εισπράξεις από έκδοση χρέους ή με κάθε άλλο χρηματοδοτικό μηχανισμό, όπου τα δικαιώματα επιστροφής των παροχών αυτού του χρέους ή του χρηματοδοτικού μηχανισμού υπόκεινται στις υποχρεώσεις αντασφάλισης αυτής της επιχείρησης· «χρηματοοικονομική επιχείρηση» σημαίνει έναν από τους πιο κάτω οργανισμούς : (α) πιστωτικό ίδρυμα, χρηματοπιστωτικό ίδρυμα ή επιχείρηση επικουρικής τραπεζικής υπηρεσίας κατά την έννοια του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου του 1997 και του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου του 1985, όπως οι Νόμοι αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται∙ (β) ασφαλιστική επιχείρηση, αντασφαλιστική επιχείρηση ή ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου κατά την έννοια του παρόντος Νόμου∙ (γ) εταιρεία επενδύσεων ή χρηματοπιστωτικό ίδρυμα κατά την έννοια του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζομένων Αγορών Νόμου του 2007, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται∙ (δ) ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου μεικτής δραστηριότητας κατά την έννοια του παρόντος Νόμου∙ «χρηματοοικονομικός όμιλος ετερογενών δραστηριοτήτων» σημαίνει όμιλο ή υπο-όμιλο, εφόσον επικεφαλής του ομίλου ή του υπο-ομίλου είναι ρυθμιζόμενη οντότητα κατά την έννοια του παρόντος Νόμου, ή εφόσον τουλάχιστον μια από τις θυγατρικές του ομίλου ή του υπο-ομίλου αποτελεί ρυθμιζόμενη οντότητα και πληροί τις ακόλουθες προϋποθέσεις: (α)εφόσον επικεφαλής του ομίλου ή υπο-ομίλου είναι ρυθμιζόμενη οντότητα: (
  7. i)πρόκειται για μητρική επιχείρηση οντότητας του χρηματοπιστωτικού τομέα, για επιχείρηση που κατέχει συμμετοχή σε επιχείρηση του χρηματοπιστωτικού τομέα ή για επιχείρηση συνδεόμενη με επιχείρηση του χρηματοπιστωτικού τομέα με σχέση κατά την έννοια του άρθρου 12, παράγραφος 1, της Έβδομης Οδηγίας 83/349/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 13ης Ιουνίου 1983 βασιζόμενη στο άρθρο 54 παράγραφος 3 περίπτωση ζ) της συνθήκης για τους ενοποιημένους λογαριασμούς, όπως αυτή εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται· (
  8. ii)μία τουλάχιστον από τις οντότητες του ομίλου ή του υπο-ομίλου υπάγεται στον ασφαλιστικό τομέα και μία τουλάχιστον στον τραπεζικό τομέα ή στον τομέα των επενδυτικών υπηρεσιών˙ και (iii) οι ενοποιημένες ή αθροιστικές δραστηριότητες των οντοτήτων του ομίλου στον ασφαλιστικό τομέα και των οντοτήτων του ομίλου ή του υπο-ομίλου στον τραπεζικό τομέα και στον τομέα των επενδυτικών υπηρεσιών είναι αμφότερες ουσιώδεις κατά την έννοια οδηγίας χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων του Εφόρου, σχετικά με τη συμπληρωματική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων, ασφαλιστικών επιχειρήσεων και επιχειρήσεων επενδύσεων χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων όπως αυτή εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται· ή (β) εφόσον δεν είναι επικεφαλής του ομίλου ή του υπο-ομίλου ρυθμιζόμενη οντότητα: (
  9. i)οι δραστηριότητες του ομίλου ή του υπο-ομίλου ασκούνται κυρίως στο χρηματοπιστωτικό τομέα κατά την έννοια οδηγίας χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων του Εφόρου σχετικά με τη συμπληρωματική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων, ασφαλιστικών επιχειρήσεων και επιχειρήσεων επενδύσεων χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων, όπως αυτή εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται· (
  10. ii)μία τουλάχιστον από τις οντότητες του ομίλου ή του υπο-ομίλου υπάγεται στον ασφαλιστικό τομέα και μία τουλάχιστον στον τραπεζικό τομέα ή στον τομέα των επενδυτικών υπηρεσιών˙ και (iii) οι ενοποιημένες ή αθροιστικές δραστηριότητες των οντοτήτων του ομίλου ή του υπο-ομίλου στον ασφαλιστικό τομέα και των οντοτήτων του ομίλου στον τραπεζικό τομέα και στον τομέα των επενδυτικών υπηρεσιών είναι αμφότερες ουσιώδεις κατά την έννοια οδηγίας χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων του Εφόρου, σχετικά με τη συμπληρωματική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων, ασφαλιστικών επιχειρήσεων και επιχειρήσεων επενδύσεων χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων, όπως αυτή εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται. 38(I)/2016 155(I)/2018 136(I)/2019 30(I)/2021 17(I)/2025 Σκοπός 3. Σκοπός του παρόντος Νόμου είναι η θέσπιση κανόνων αναφορικά με- (α) Την ανάληψη και την άσκηση στη Δημοκρατία των ιδιωτικών δραστηριοτήτων ασφαλίσεως και αντασφαλίσεως∙ (β) την εποπτεία ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων και ομίλων∙ (γ) την εξυγίανση και την εκκαθάριση των επιχειρήσεων πρωτασφάλισης∙ (δ) την ανάληψη και την άσκηση στη Δημοκρατία εργασιών διανομής ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών προϊόντων καθώς και την εποπτεία φυσικών ή νομικών προσώπων που ασκούν εργασίες διανομής ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών προϊόντων. 38(I)/2016 38(I)/2019 ΜΕΡΟΣ ΙΙ ΓΕΝΙΚΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΝΑΛΗΨΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΣΚΗΣΗ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΩΝ ΠΡΩΤΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΚΑΙ ΑΝΤΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΠΡΩΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΚΑΙ ΕΞΑΙΡΕΣΕΙΣ ΤΜΗΜΑ 1 - ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ 4.
(1)Υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος άρθρου και των άρθρων 5 έως και 13, ο παρών Νόμος εφαρμόζεται αναφορικά με- 4.-
(1)Υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος άρθρου και των άρθρων 5 έως και 13, ο παρών Νόμος εφαρμόζεται αναφορικά με- (α) την άσκηση ασφαλιστικών εργασιών από επιχειρήσεις πρωτασφάλισης Ζωής και Γενικής Φύσεως, που είναι εγκατεστημένες στο έδαφος της Δημοκρατίας ή που επιθυμούν να εγκατασταθούν σε αυτό· (β) την άσκηση αφαλιστικών ή αντασφαλιστικών εργασιών από επιχειρήσεις που βρίσκονται εγκατεστημένες σε κράτος μέλος άλλο από τη Δημοκρατία και ασκούν ασφαλιστικές εργασίες στη Δημοκρατία υπό καθεστώς ελεύθερης εγκατάστασης ή ελεύθερης παροχής υπηρεσιών· (γ) την άσκηση ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών εργασιών από ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις τρίτων χωρών οι οποίες εγγράφονται στη Δημοκρατία, δυνάμει του περί Εταιρειών Νόμου, ως αλλοδαπές εταιρείες και λειτουργούν ως υποκαταστήματα ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων τρίτων χωρών και ασκούν ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές εργασίες εντός ή/και εκτός της Δημοκρατίας˙ (δ) την άσκηση αντασφαλιστικών εργασιών, είτε εντός είτε εκτός της Δημοκρατίας, από αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που ασκούν μόνο αντασφαλιστικές δραστηριότητες και που είναι εγκατεστημένες στη Δημοκρατία ή που επιθυμούν να εγκατασταθούν σε αυτή, με την εξαίρεση των διατάξεων του Μέρους V του παρόντος Νόμου.
(2)Όπου στον παρόντα Νόμο γίνεται αναφορά σε ασφαλιστική επιχείρηση ή αντασφαλιστική επιχείρηση νοείται ως αναφορά σε κυπριακή ασφαλιστική επιχείρηση ή κυπριακή αντασφαλιστική επιχείρηση ή σε ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας, ανάλογα με την περίπτωση, εκτός εάν ο Νόμος κάνει διαφορετική αναφορά.
(3)Όσον αφορά ειδικότερα την ασφάλιση Γενικής Φύσεως, ο παρών Νόμος εφαρμόζεται σε δραστηριότητες ασφάλισης Γενικής Φύσεως των κατηγοριών που καθορίζονται στο Μέρος Α του Πρώτου Παραρτήματος του παρόντος Νόμου.
(4)Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, η ασφάλιση Γενικής Φύσεως περιλαμβάνει τη δραστηριότητα που συνίσταται στην παροχή βοήθειας στα πρόσωπα τα οποία περιέρχονται σε δυσχερή θέση κατά τη διάρκεια μετακινήσεων ή απουσίας από την κατοικία ή από τη συνήθη διαμονή τους και στην ανάληψη, έναντι προηγούμενης καταβολής ασφαλίστρου, της υποχρέωσης άμεσης παροχής βοήθειας στο δικαιούχο σύμβασης βοήθειας, όταν αυτός περιέρχεται σε δυσχερή θέση λόγω τυχαίου γεγονότος, στις περιπτώσεις και με τους όρους που προβλέπει η σύμβαση· η βοήθεια δυνατόν να συνίσταται σε παροχές σε χρήμα ή σε είδος, η δεύτερη εκ των οποίων δυνατό να συνίσταται και στη χρησιμοποίηση του προσωπικού και του εξοπλισμού που ανήκουν σε αυτόν που παρέχει τη βοήθεια αλλά δεν καλύπτει τις υπηρεσίες συντήρησης ή διατήρησης, την εξυπηρέτηση μετά την πώληση, ούτε την απλή ένδειξη ή παροχή βοήθειας ως μεσολάβηση.
(5)Όσον αφορά ειδικότερα την ασφάλιση ζωής, ο παρών Νόμος εφαρμόζεται- (α) Στις ακόλουθες δραστηριότητες ασφάλισης ζωής, εφόσον απορρέουν από μια σύμβαση: (
  1. i)του κλάδου ζωής, που περιλαμβάνει την ασφάλιση επιβιώσεως, την ασφάλιση θανάτου, τη μεικτή ασφάλιση, την ασφάλιση Ζωής με επιστροφή ασφαλίστρων, την ασφάλιση γάμου, την ασφάλιση γεννήσεως· (
  2. ii)της ασφάλισης προσόδου∙ (iii) των πρόσθετων ασφαλίσεων που συνάπτονται συμπληρωματικώς προς ασφαλίσεις ζωής, ιδίως των ασφαλίσεων σωματικών βλαβών, περιλαμβανομένης και της ανικανότητας για επαγγελματική εργασία, των ασφαλίσεων θανάτου συνεπεία ατυχήματος, των ασφαλίσεων αναπηρίας συνεπεία ατυχήματος ή ασθενείας. (
  3. iv)των τύπων της διαρκούς ασφάλισης ασθενείας (“permanent health insurance”), μη ακυρώσιμης, που ασκούνται σήμερα στην Ιρλανδία και το Ηνωμένο Βασίλειο· (β) στις ακόλουθες εργασίες, εφόσον απορρέουν από μια σύμβαση και υπόκεινται στον έλεγχο του Εφόρου: (
  4. i)τις εργασίες οι οποίες συνεπάγονται τη δημιουργία ενώσεων, στις οποίες συμμετέχουν τα μέλη με σκοπό την από κοινού κεφαλαιοποίηση των εισφορών τους και τη διανομή του δημιουργούμενου κεφαλαίου, είτε μεταξύ των επιζώντων είτε μεταξύ των ελκόντων δικαίωμα από τους αποθανόντες (τοντίνες)∙ (
  5. ii)τις εργασίες κεφαλαιοποιήσεως που βασίζονται στην τεχνική των αναλογιστικών υπολογισμών και περικλείουν, έναντι εφάπαξ ή περιοδικών εισφορών καθορισμένων εκ των προτέρων, την ανάληψη υποχρεώσεων για ορισμένο χρονικό διάστημα και για ορισμένο ποσό∙ (iii) τις εργασίες διαχειρίσεως συλλογικών κεφαλαίων συνταξιοδοτήσεως, που περιλαμβάνουν τη διαχείριση των τοποθετημένων κεφαλαίων, και ιδίως των στοιχείων του ενεργητικού που αντιπροσωπεύουν τα αποθεματικά οργανισμών, οι οποίοι καταβάλλουν παροχές σε περίπτωση θανάτου, σε περίπτωση επιβιώσεως ή σε περίπτωση διακοπής ή μειώσεως δραστηριοτήτων∙ (
  6. iv)τις εργασίες που προβλέπονται στην υποπαράγραφο (iii), όταν αυτές συνοδεύονται από εγγύηση ασφαλίσεως που καλύπτει είτε τη διατήρηση του κεφαλαίου είτε την εξυπηρέτησή του με έναν ελάχιστο τόκο∙ (
  7. v)τις εργασίες που διενεργούνται από επιχειρήσεις ασφάλισης Ζωής, όπως αυτές που προβλέπονται στο κεφάλαιο 1, τίτλος 4 του βιβλίου IV του γαλλικού ασφαλιστικού κώδικα∙ (γ) στις εργασίες που εξαρτώνται από τη διάρκεια της ανθρώπινης ζωής και καθορίζονται ή προβλέπονται στον περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμο του 2010 όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, εφόσον ο εν λόγω Νόμος προβλέπει ότι αυτές μπορούν να ασκούνται ή διευθύνονται από επιχειρήσεις ασφάλισης Ζωής με δικό τους κίνδυνο. 38(I)/2016 ΤΜΗΜΑ 2 - ΕΞΑΙΡΕΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟ ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ Ενότητα 1 Γενικές διατάξεις Εξαιρέσεις για συστήματα υποχρεωτικής κοινωνικής ασφάλισης 5. Υπό την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου (γ) του εδαφίου
(5)του άρθρου 4, ο παρών Νόμος δεν εφαρμόζεται στις ασφαλίσεις που περιλαμβάνονται σε συστήματα υποχρεωτικής κοινωνικής ασφάλισης. 38(I)/2016 Εξαιρέσεις και ειδικές διατάξεις λόγω μεγέθους των επιχειρήσεων 6.
(1)Υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 5 και των διατάξεων των άρθρων 7 μέχρι 11 του παρόντος Νόμου και τηρουμένων των διατάξεων του Μέρους VII, εξαιρούνται από την υποχρέωση κατοχής άδειας ασκήσεως ασφαλιστικών εργασιών δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 14 του παρόντος Νόμου ασφαλιστικές επιχειρήσεις που πληρούν σωρευτικά τις ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) Τα ακαθάριστα ετήσια έσοδα από ασφάλιστρα της επιχείρησης δεν υπερβαίνουν τα πέντε εκατομμύρια ευρώ· (β) οι συνολικές τεχνικές προβλέψεις της επιχείρησης, συμπεριλαμβανομένων των ανακτήσιμων ποσών από αντασφαλιστικές συμβάσεις και φορείς ειδικού σκοπού, όπως αναφέρεται στο άρθρο 78 του παρόντος Νόμου, δεν υπερβαίνουν τα είκοσι πέντε εκατομμύρια Ευρώ· (γ) αν οι επιχειρήσεις ανήκουν σε όμιλο, οι συνολικές τεχνικές προβλέψεις του ομίλου, συμπεριλαμβανομένων των ανακτήσιμων ποσών από αντασφαλιστικές συμβάσεις και φορείς ειδικού σκοπού, όπως αυτές αναφέρονται στο άρθρο 78 του παρόντος Νόμου, δεν υπερβαίνουν τα είκοσι πέντε εκατομμύρια Ευρώ∙ (δ) οι δραστηριότητες της επιχείρησης δεν περιλαμβάνουν ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές δραστηριότητες που να καλύπτουν κινδύνους ασφάλισης ευθύνης, πιστώσεων και εγγυήσεων, εκτός εάν συνιστούν συμπληρωματικούς κινδύνους κατά την έννοια του εδαφίου
(1)του άρθρου 16 του παρόντος Νόμου∙ και (ε) στην επιχειρηματική δραστηριότητα της επιχείρησης δεν περιλαμβάνονται οι αντασφαλιστικές εργασίες για ποσά πάνω από πεντακόσιες χιλιάδες Ευρώ των ακαθάριστων ετήσιων εσόδων από ασφάλιστρα ή δυόμισυ εκατομμύρια Ευρώ των τεχνικών τους προβλέψεων, συμπεριλαμβανομένων των ανακτήσιμων ποσών από αντασφαλιστικές συμβάσεις και φορείς ειδικού σκοπού, ή πάνω από 10 % των ακαθάριστων εσόδων τους από ασφάλιστρα ή πάνω από το 10% των τεχνικών προβλέψεών τους, συμπεριλαμβανομένων των ανακτήσιμων ποσών από αντασφαλιστικές συμβάσεις και φορείς ειδικού σκοπού.
(2)Σε περίπτωση που οποιοδήποτε από τα ποσά που καθορίζονται στο εδάφιο
(1)υπερκαλυφθεί επί τρία συνεχή έτη, οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις του εδαφίου
(1)υπόκεινται στην υποχρέωση εξασφάλισης άδειας δυνάμει του άρθρου 14 του παρόντος Νόμου από το τέταρτο έτος.
(3)Κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις του εδαφίου
(1), η υποχρέωση εξασφάλισης άδειας δυνάμει του άρθρου 14 του παρόντος Νόμου ισχύει σε σχέση με όλες τις ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που αιτούνται τη χορήγηση άδειας ασκήσεως ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών εργασιών, των οποίων τα ετήσια ακαθάριστα έσοδα από ασφάλιστρα ή οι ακαθάριστες τεχνικές προβλέψεις, συμπεριλαμβανομένων των ανακτήσιμων ποσών από αντασφαλιστικές συμβάσεις και φορείς ειδικού σκοπού, αναμένεται να υπερβούν τα ποσά που ορίζονται στο εδάφιο
(1)εντός των επόμενων πέντε ετών από την ημερομηνία υποβολής της σχετικής αίτησης.
(4)Η υποχρέωση εξασφάλισης άδειας δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 14 παύει να έχει εφαρμογή στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις για τις οποίες ο Έφορος έχει επαληθεύσει ότι πληρούνται όλες οι πιο κάτω προϋποθέσεις, και σε τέτοια περίπτωση οι εν λόγω επιχειρήσεις υποχρεούνται να εξασφαλίσουν άδεια δυνάμει των διατάξεων του Μέρους VII του παρόντος Νόμου: (α) οποιοδήποτε από τα ποσά που ορίζονται στο εδάφιο
(1)δεν υπερκαλύπτονται επί τα τρία τουλάχιστον τελευταία συνεχή έτη∙ και (β) οποιοδήποτε από τα ποσά που ορίζονται στο εδάφιο
(1)δεν αναμένεται να υπερκαλυφθεί εντός των επόμενων πέντε ετών: Νοείται ότι, ενόσω η ενδιαφερόμενη ασφαλιστική επιχείρηση ασκεί δραστηριότητες σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 158 έως 162 του παρόντος Νόμου, το εδάφιο
(1)του παρόντος άρθρου δεν εφαρμόζεται.
(5)Τα εδάφια
(1)μέχρι
(4)δεν εμποδίζουν μια επιχείρηση να υποβάλει αίτηση για την παραχώρηση άδειας δυνάμει του άρθρου 14 ή να συνεχίσει να έχει άδεια σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 425 του παρόντος Νόμου, νοουμένου ότι πληροί όλες τις προϋποθέσεις δυνάμει του παρόντος Νόμου, για παραχώρηση άδειας σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου
  1. Σε αντίθετη περίπτωση με την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου, η ενδιαφερόμενη επιχείρηση θα πρέπει να υποβάλει αίτηση για την παραχώρηση άδειας ασκήσεως ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών εργασιών. σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους VII του παρόντος Νόμου και υπόκειται κατά πάντα στις διατάξεις του εν λόγω Μέρους. 38(I)/2016 Ενότητα 2 Ασφάλιση Γενικής Φύσεως Εξαιρέσεις από το πεδίο εφαρμογής αναφορικά με δραστηριότητες ασφάλισης Γενικής Φύσεως
  2. Όσον αφορά την ασφάλιση Γενικής Φύσεως, ο παρών Νόμος δεν εφαρμόζεται στις ακόλουθες δραστηριότητες: (α) τις εργασίες του κλάδου εξαγοράς κεφαλαίου κατά την έννοια του παρόντος Νόμου. (β) τις εργασίες των ιδρυμάτων πρόνοιας και αλληλοβοήθειας, οι παροχές των οποίων ποικίλουν ανάλογα με τους διαθέσιμους πόρους και στους οποίους η εισφορά των μελών καθορίζεται με βάση σταθερό ποσοστό∙ (γ) τις εργασίες που πραγματοποιούνται από οργανισμό ο οποίος δεν έχει νομική προσωπικότητα και που έχουν ως αντικείμενο την αλληλασφάλιση των μελών του, άνευ πληρωμής ασφαλίστρων και άνευ δημιουργίας τεχνικών αποθεμάτων∙ ή (δ) τις εργασίες ασφαλίσεως εξαγωγικών πιστώσεων για λογαριασμό ή με την εγγύηση της Δημοκρατίας ή όταν η Δημοκρατία είναι ο ασφαλιστής. 38(I)/2016 Εξαιρέσεις από το πεδίο εφαρμογής αναφορικά με τη δραστηριότητα της βοήθειας 8.
(1)Ο παρών Νόμος δεν εφαρμόζεται για τη δραστηριότητα βοήθειας, η οποία πληροί σωρευτικά τις ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) η βοήθεια παρέχεται σε περίπτωση ατυχήματος ή βλάβης οδικού οχήματος, όταν το ατύχημα ή η βλάβη συμβαίνει στο έδαφος της Δημοκρατίας∙ (β) η υποχρέωση για βοήθεια περιορίζεται στις εξής εργασίες: (
  1. i)την επιτόπου επισκευή, για την οποία ο παρέχων την κάλυψη χρησιμοποιεί, στις περισσότερες περιπτώσεις, δικό του προσωπικό και υλικό∙ (
  2. ii)τη μεταφορά του οχήματος μέχρι τον πλησιέστερο ή καταλληλότερο τόπο διενέργειας της επισκευής, ενδεχομένως δε και τη μεταφορά, κατά κανόνα με το ίδιο μέσο βοήθειας, του οδηγού και των επιβατών, μέχρι τον πλησιέστερο τόπο απ’ όπου θα μπορέσουν να συνεχίσουν το ταξίδι τους με άλλα μέσα∙ και (iii) εφόσον προβλέπεται από το κράτος μέλος καταγωγής του παρέχοντος την κάλυψη, μεταφορά του οχήματος, ενδεχομένως μαζί με τον οδηγό και τους επιβάτες, μέχρι την κατοικία τους, το σημείο εκκίνησης ή τον αρχικό τους προορισμό, στο εσωτερικό του ίδιου κράτους μέλους∙ και (γ) η βοήθεια δεν παρέχεται από επιχείρηση που υπάγεται στον παρόντα Νόμο.
(2)Όσον αφορά τις περιπτώσεις των υποπαραγράφων (
  1. i)και (
  2. ii)της παραγράφου (β) του εδαφίου
(1), η προϋπόθεση ότι το ατύχημα ή η βλάβη συνέβη στο έδαφος της Δημοκρατίας δεν ισχύει, εφόσον ο δικαιούχος είναι μέλος του οργανισμού που παρέχει την κάλυψη και η επισκευή ή η μεταφορά του οχήματος πραγματοποιείται με απλή επίδειξη της ταυτότητας μέλους, χωρίς πρόσθετη επιβάρυνση, από ανάλογο οργανισμό στη Δημοκρατία βάσει συμφωνίας αμοιβαιότητας. 38(I)/2016 Εξαιρέσεις σε σχέση με επιχειρήσεις αλληλασφάλισης
  1. Ο παρών Νόμος δεν εφαρμόζεται για τις επιχειρήσεις αλληλασφαλίσεως που ασκούν δραστηριότητες ασφάλισης Γενικής Φύσεως και που έχουν συνάψει με άλλες επιχειρήσεις αλληλασφαλίσεως συμφωνία για συνολική αντασφάλιση των ασφαλιστικών συμβάσεων που συνάπτουν, ή την υποκατάσταση της εκδοχέως επιχειρήσεως στην εκχωρούσα επιχείρηση για την εκτέλεση των υποχρεώσεων που προκύπτουν από τις εν λόγω συμβάσεις: Νοείται ότι στην περίπτωση αυτή, αντασφαλιστής που υπόκειται στην εποπτεία του Εφόρου υπόκειται στις διατάξεις του παρόντος Νόμου και αντασφαλιστής, ο οποίος δεν υπόκειται στην εποπτεία του Εφόρου, υπόκειται στις διατάξεις της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ. 38(I)/2016 88(I)/2017 Ενότητα 3 Ασφάλιση Ζωής Εξαιρέσεις αναφορικά με δραστηριότητες ασφάλισης Ζωής
  2. Όσον αφορά την Ασφάλισης Ζωής, ο παρών Νόμος δεν εφαρμόζεται στις ακόλουθες εργασίες και δραστηριότητες: (α) στις εργασίες των ιδρυμάτων πρόνοιας και αλληλοβοήθειας, οι παροχές των οποίων ποικίλουν ανάλογα με τους διαθέσιμους πόρους, και στους οποίους η εισφορά των μελών καθορίζεται με σταθερό ποσοστό· (β) στις εργασίες που διενεργούνται από άλλους οργανισμούς, εκτός των επιχειρήσεων που προβλέπονται στο άρθρο 4 του παρόντος Νόμου, σκοπός των οποίων είναι η καταβολή παροχών σε εργαζομένους, μισθωτούς ή μη, που ανήκουν σε μια επιχείρηση ή σε ένα όμιλο επιχειρήσεων ή σε ένα επάγγελμα ή σε ομάδα επαγγελμάτων, σε περίπτωση θανάτου, σε περίπτωση επιβιώσεως ή σε περίπτωση διακοπής ή μειώσεως των δραστηριοτήτων, είτε οι υποχρεώσεις που απορρέουν από τις εργασίες αυτές καλύπτονται εξ ολοκλήρου και ανά πάσα στιγμή από τις μαθηματικές προβλέψεις είτε όχι. 38(I)/2016 Εξαιρέσεις αναφορικά με οργανισμούς
  3. Όσον αφορά την ασφάλιση Ζωής, ο παρών Νόμος δεν εφαρμόζεται στους οργανισμούς που εγγυώνται αποκλειστικά την καταβολή παροχών σε περίπτωση θανάτου, εφόσον το ύψος αυτών των παροχών δεν υπερβαίνει τη μέση αξία των εξόδων κηδείας για κάθε θάνατο ή εφόσον αυτές οι παροχές καταβάλλονται σε είδος. 38(I)/2016 Ενότητα 4 Αντασφάλιση Εξαιρέσεις αναφορικά με την αντασφάλιση
  4. Όσον αφορά την αντασφάλιση, ο παρών Νόμος δεν εφαρμόζεται στις δραστηριότητες αντασφάλισης που ασκούνται από, ή τις οποίες εγγυάται πλήρως, η Δημοκρατία όταν αυτή ενεργεί, για λόγους ουσιώδους δημοσίου συμφέροντος, με την ιδιότητα του αντασφαλιστή τελευταίου βαθμού, συμπεριλαμβανομένων των περιπτώσεων όπου ο ρόλος αυτός απαιτείται από τις συνθήκες της αγοράς, εξαιτίας των οποίων καθίσταται ανέφικτη η απόκτηση επαρκούς κάλυψης από επιχειρήσεις της αγοράς. 38(I)/2016 Αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που παύουν να λειτουργούν 13.
(1)Ο παρών Νόμος δεν εφαρμόζεται αναφορικά με αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, οι οποίες έχουν παύσει να συνάπτουν νέες συμβάσεις αντασφάλισης και ασχολούνται αποκλειστικά με τη διαχείριση του υφιστάμενου χαρτοφυλακίου τους, με σκοπό την παύση των δραστηριοτήτων τους από τις 10 Δεκεμβρίου 2007.
(2)Ο Έφορος καταρτίζει κατάλογο των αναφερόμενων στο εδάφιο
(1)επιχειρήσεων, τον οποίο γνωστοποιεί στις εποπτικές αρχές των άλλων κρατών μελών. 38(I)/2016 ΔΕΥΤΕΡΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΝΑΛΗΨΗ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΩΝ ΑΣΚΗΣΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΑΝΤΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΕΡΓΑΣΙΩΝ Άδεια άσκησης ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών εργασιών 14.
(1)Η ανάληψη δραστηριότητας πρωτασφάλισης ή αντασφάλισης καλυπτόμενης από τον παρόντα Νόμο, υπόκειται σε προηγούμενη χορήγηση άδειας.
(2)Η αναφερόμενη στο εδάφιο
(1)άδεια ζητείται από τον Έφορο, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου- (α) από ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση που εγκαθιστά τόσο την καταστατική όσο και την εταιρική της έδρα στη Δημοκρατία και συνιστάται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος και του περί Εταιρειών Νόμου· (β) από ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας που εγγράφεται δυνάμει των διατάξεων του περί Εταιρειών Νόμου στη Δημοκρατία και προτίθεται να ασκεί ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές εργασίες μέσω υποκαταστήματος ή αντιπροσωπείας δυνάμει του παρόντος Νόμου∙ (γ) από ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση ή ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας, η οποία, αφού λάβει άδεια σύμφωνα με τις παραγράφους (α) και (β), ανάλογα με την περίπτωση, επιθυμεί να επεκτείνει τις δραστηριότητες της στο σύνολο ενός ασφαλιστικού Κλάδου ή σε ασφαλιστικούς Κλάδους άλλους από εκείνους για τους οποίους διαθέτει ήδη άδεια. 38(I)/2016 Πεδίο εφαρμογής της άδειας 15.
(1)Η άδεια που παραχωρείται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου ισχύει για το σύνολο της Ένωσης, καλύπτει δε το δικαίωμα ελεύθερης εγκατάστασης και ελεύθερης παροχής υπηρεσιών σε άλλα κράτη μέλη.
(2)Υπό την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου (γ) του εδαφίου
(2)του άρθρου 14 του παρόντος Νόμου, η άδεια χορηγείται ανά κλάδο πρωτασφάλισης, όπως ορίζεται στο Μέρος Α του Πρώτου Παραρτήματος ή στο Δεύτερο Παράρτημα του παρόντος Νόμου και καλύπτει ολόκληρο τον κλάδο, εκτός αν η αιτούσα επιχείρηση επιθυμεί να καλύπτει μόνον ένα Μέρος των κινδύνων που περιλαμβάνει ο κλάδος αυτός.
(3)Οι περιλαμβανόμενοι σ’ έναν κλάδο κίνδυνοι δεν μπορούν να ταξινομούνται σε άλλο κλάδο, εκτός των περιπτώσεων που καθορίζονται στο εδάφιο
(1)του άρθρου 16 του παρόντος Νόμου.
(4)Η άδεια μπορεί να χορηγείται για πολλούς κλάδους και να επιτρέπει την ταυτόχρονη άσκηση δραστηριότητας στους εν λόγω κλάδους.
(5)Όσον αφορά την ασφάλιση Γενικής Φύσεως, ο Έφορος δύναται να χορηγεί άδεια για τις ομάδες κλάδων που αναφέρονται στο Μέρος Β του Πρώτου Παραρτήματος του παρόντος Νόμου και να περιορίζει το πεδίο ισχύος της άδειας, που έχει ζητηθεί για ένα κλάδο, στις δραστηριότητες που περιλαμβάνονται στο πρόγραμμα δραστηριοτήτων που αναφέρεται στο άρθρο 24 του παρόντος Νόμου.
(6)Υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του εδαφίου
(1)του άρθρου 16, οι επιχειρήσεις που υπόκεινται στον παρόντα Νόμο μπορούν να ασκούν δραστηριότητα στον κλάδο βοήθειας, μόνον όταν έχουν πάρει άδεια για τον εν λόγω κλάδο, και σε τέτοια περίπτωση, ο παρών Νόμος εφαρμόζεται στις εν λόγω εργασίες.
(7)Όσον αφορά την αντασφάλιση, η άδεια χορηγείται για δραστηριότητες αντασφάλισης Γενικής Φύσεως, δραστηριότητες αντασφάλισης Ζωής και για όλα τα είδη αντασφαλιστικών δραστηριοτήτων. 38(I)/2016 Συμπληρωματικοί κίνδυνοι 16.
(1)Ασφαλιστική επιχείρηση που έχει λάβει άδεια για έναν κύριο κίνδυνο, ο οποίος υπάγεται σε έναν κλάδο ή σε ομάδα κλάδων, όπως ορίζεται στο Πρώτο Παράρτημα του παρόντος Νόμου, δύναται να καλύπτει επίσης κινδύνους συμπεριλαμβανομένους σε άλλο κλάδο, χωρίς να απαιτείται άδεια για τους κινδύνους αυτούς, εφόσον οι εν λόγω κίνδυνοι πληρούν όλες τις ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) Συνδέονται με τον κυρίως κίνδυνο· (β) αφορούν το αντικείμενο που καλύπτεται κατά του κυρίως κινδύνου· (γ) καλύπτονται με ασφαλιστική σύμβαση, η οποία καλύπτει τον κυρίως κίνδυνο.
(2)Κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις του εδαφίου
(1), οι κίνδυνοι που περιλαμβάνονται στους κλάδους πιστώσεων, εγγυήσεων και νομικής προστασίας (κλάδοι 14, 15 και 17 στο Μέρος Α του Πρώτου Παραρτήματος) δεν θεωρούνται ως συμπληρωματικοί κίνδυνοι άλλων κλάδων: Νοείται ότι η ασφάλιση νομικής προστασίας, όπως ορίζεται στον κλάδο 17 στο Μέρος Α του Πρώτου Παραρτήματος, μπορεί να θεωρηθεί ως συμπληρωματικός κίνδυνος του κλάδου βοήθειας (κλάδος 18 στο Μέρος Α του Πρώτου Παραρτήματος), εφόσον πληρούνται οι όροι της παραγράφου 1 και οποιοσδήποτε από τους ακόλουθους όρους: (α) ο κύριος κίνδυνος αφορά μόνον τη βοήθεια που παρέχεται στα πρόσωπα που αντιμετωπίζουν δυσκολίες κατά τη διάρκεια μετακινήσεων ή απουσιών από την κατοικία ή τη συνήθη διαμονή τους· ή (β) η ασφάλιση αφορά διαφορές ή κινδύνους που προκύπτουν από τη χρήση θαλασσίων πλοίων ή σχετίζονται με τη χρήση αυτή. 38(I)/2016 Νομική μορφή ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης 17.
(1)Η κυπριακή ασφαλιστική επιχείρηση είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, με ή χωρίς μετοχές, που συνιστάται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου και του περί Εταιρειών Νόμου, με αποκλειστικό σκοπό την άσκηση ασφαλιστικών εργασιών ή/και εργασιών αντασφάλισης.
(2)Η κυπριακή αντασφαλιστική επιχείρηση είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με μετοχές, που συνιστάται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου και του περί Εταιρειών Νόμου, με αποκλειστικό σκοπό την άσκηση αντασφαλιστικών εργασιών.
(3)Η κυπριακή αλληλοασφαλιστική επιχείρηση είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με εγγύηση, χωρίς μετοχικό κεφάλαιο, που συνιστάται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος και του περί Εταιρειών Νόμου, με αποκλειστικό σκοπό την άσκηση αλληλασφαλιστικών εργασιών.
(4)Ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας, η οποία ασκεί ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές εργασίες στη Δημοκρατία με τη μορφή υποκαταστήματος ή αντιπροσωπείας, εγγράφεται ως αλλοδαπή εταιρεία δυνάμει των διατέξων του περί Εταιρειών Νόμου, με αποκλειστικό σκοπό την άσκηση εργασιών ασφάλισης ή/και αντασφάλισης.
(5)Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που αναφέρονται στα εδάφια
(1)μέχρι
(3)διέπονται από τις διατάξεις του παρόντος Νόμου και του περί Εταιρειών Νόμου. Οι διατάξεις του παρόντος Νόμου, που αφορούν στις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις θα διαβάζονται σε συνάρτηση με τις διατάξεις του περί Εταιρειών Νόμου, ως εάν να επρόκειτο περί ενιαίου νομοθετήματος, εφόσον όμως προσκρούουν σε αυτές και κατά την έκταση που προσκρούουν, οι διατάξεις του παρόντος Νόμου σε κάθε περίπτωση υπερισχύουν.
(6)Ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση κράτους μέλους, η οποία ασκεί ασφαλιστικές εργασίες στη Δημοκρατία υπό καθεστώς ελεύθερης εγκατάστασης ή ελεύθερης παροχής υπηρεσιών περιβάλλεται μια νομική μορφή από αυτές που καθορίζονται στο Τρίτο Παράρτημα του παρόντος Νόμου.
(7)Η Δημοκρατία δύναται να επιτρέπει τη δημιουργία επιχειρήσεων δημοσίου δικαίου οποιασδήποτε μορφής για να ασκούν ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές εργασίες, υπό την προϋπόθεση ότι οι οντότητες αυτές διεξάγουν ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές εργασίες υπό όρους ισοδύναμους με εκείνους υπό τους οποίους λειτουργούν οι επιχειρήσεις ιδιωτικού δικαίου, και σε τέτοια περίπτωση κοινοποιεί το γεγονός αυτό στην Επιτροπή για επικαιροποίηση του Παραρτήματος III της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ. 38(I)/2016 Επωνυμία ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων. 18.
(1)Στην επωνυμία των κυπριακών ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων περιλαμβάνονται υποχρεωτικά οι λέξεις “ασφαλιστική εταιρεία” ή “αντασφαλιστική εταιρεία”, ανάλογα με την περίπτωση, ή γραμματικές παραλλαγές των όρων αυτών που υποδηλώνουν το σκοπό συστάσεως της εταιρείας προς άσκηση ασφαλιστικών εργασιών ή αντασφαλιστικών ή αλληλοασφαλιστικών εργασιών, με εξαίρεση εκείνες τις επιχειρήσεις οι οποίες έλαβαν άδεια δυνάμει των διατάξεων των περί της Ασκήσεως Ασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμων του 2002 μέχρι 2013, όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται, και δεν φέρουν τέτοια αναφορά στο όνομά τους. Οι λέξεις αυτές δύνανται να διατυπωθούν και σε ξένη γλώσσα, εκτός της ελληνικής, εφόσον η εταιρεία εγγράφεται με επωνυμία διατυπωμένη στη γλώσσα αυτή.
(2)Η επωνυμία των κυπριακών ασφααλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων εγκρίνεται από τον Έφορο, υπό την αίρεση της εγκρίσεώς της, επίσης, από τον Έφορο Εταιρειών, δυνάμει των οικείων διατάξεων του περί Εταιρειών Νόμου. 38(I)/2016 Όροι χορήγησης άδειας ασκήσεως ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών εργασιών και υποβολή αίτησης 19.
(1)Δεν χορηγείται άδεια ασκήσεως ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών εργασιών σε επιχείρηση από τον Έφορο, εκτός εάν συντρέχουν σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) Όσον αφορά τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις, θα πρέπει να περιορίζουν τον σκοπό τους στην ασφαλιστική δραστηριότητα και στις εργασίες που προκύπτουν άμεσα από αυτήν, εξαιρουμένης κάθε άλλης εμπορικής δραστηριότητας· (β) όσον αφορά τις αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, θα πρέπει να περιορίζουν τον σκοπό τους στην αντασφαλιστική δραστηριότητα και στις συναφείς εργασίες, συμπεριλαμβανομένων δραστηριοτήτων και της λειτουργίας εταιρείας συμμετοχών στον χρηματοπιστωτικό τομέα, κατά την έννοια των οδηγιών χρηματοπιστωτικών ομίλων ετερογενών δραστηριοτήτων που εκδίδονται από τον Έφορο Ασφαλίσεων∙ (γ) έχει υποβληθεί πρόγραμμα δραστηριοτήτων σύμφωνα με το άρθρο 24 του παρόντος Νόμου· (δ) η επιχείρηση διαθέτει τα επιλέξιμα βασικά ίδια κεφάλαια ώστε αυτά να καλύπτουν το απόλυτο κατώτατο όριο των ελάχιστων κεφαλαιακών απαιτήσεων, που προβλέπεται στην παράγραφο (δ) του εδαφίου
(1)του άρθρου 136 του παρόντος Νόμου∙ (ε) η επιχείρηση αποδεικνύει ότι θα είναι σε θέση να διαθέτει επιλέξιμα ίδια κεφάλαια, ώστε αυτά να καλύπτουν τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας, όπως προβλέπεται στο Τμήμα 4 του Έκτου Κεφαλαίου του παρόντος Μέρους∙ (στ) η επιχείρηση αποδεικνύει ότι θα είναι σε θέση να διαθέτει επιλέξιμα βασικά ίδια κεφάλαια, ώστε αυτά να καλύπτουν τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις, όπως προβλέπεται στο Τμήμα 5 του Έκτου Κεφαλαίου του παρόντος Μέρους∙ (ζ) η επιχείρηση αποδεικνύει ότι θα είναι σε θέση να συμμορφωθεί προς το σύστημα διακυβέρνησης που αναφέρεται στοΤμήμα 2 του Τέταρτου Κεφαλαίου του παρόντος Μέρους∙ (η) πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 25 του παρόντος Νόμου περί ειδικής συμμετοχής· (θ) η επιχείρηση διατηρεί τόσο την εταιρική όσο και την καταστατική της έδρα στη Δημοκρατία· (ι) όσον αφορά την ασφάλιση Γενικής Φύσεως, η επιχείρηση θα πρέπει να ανακοινώνει το όνομα και τη διεύθυνση όλων των αντιπροσώπων για τον διακανονισμό των ζημιών, οι οποίοι διορίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης έναντι Τρίτου) Νόμου 2000, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, εκτός της Δημοκρατίας, αν οι καλυπτόμενοι κίνδυνοι κατατάσσονται στον κλάδο αστικής ευθύνης από χερσαία οχήματα (κλάδος 10 στο Μέρος Α του Πρώτου Παραρτήματος του παρόντος Νόμου), πλην της ευθύνης του μεταφορέα∙ (ια) όσον αφορά επιχειρήσεις που αιτούνται άδεια για τον κλάδο βοήθειας (κλάδος 18 του Μέρους Α του Πρώτου Παραρτήματος), η επιχείρηση ικανοποιεί τον Έφορο, κατόπιν σχετικού ελέγχου, ότι το προσωπικό, το υλικό και οι μέθοδοι που έχει άμεσα ή έμμεσα στη διάθεσή της, καθώς και τα προσόντα του ιατρικού προσωπικού και η ποιότητα του εξοπλισμού που διαθέτει για να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις που επιβάλλει ο κλάδος αυτός, είναι κατάλληλα.
(2)Η αίτηση για τη χορήγηση άδειας ασκήσεως ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών εργασιών σε επιχείρηση υποβάλλεται στον Έφορο κατά τον καθορισμένο τύπο και περιέχει τα καθορισμένα στο έντυπο της αιτήσεως στοιχεία, τα οποία περιλαμβάνουν και στοιχεία που αφορούν στην ταυτότητα των προσώπων τα οποία περιγράφονται στο άρθρο 44 του παρόντος Νόμου και υπογράφεται από δύο διοικητικούς συμβούλους.
(3)Με την αίτηση που αναφέρεται στο εδάφιο
(2), συνυποβάλλονται το ιδρυτικό έγγραφο και το καταστατικό της επιχείρησης, τα οποία εγκρίνονται από τον Έφορο, καθώς και τα λοιπά έγγραφα που καθορίζονται από Κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει του παρόντος Νόμου και κατατίθενται στη Βουλή των Αντιπροσώπων για έγκριση: Νοείται ότι οποιαδήποτε αλλαγή ή τροποποίηση στο ιδρυτικό έγγραφο ή στο καταστατικό της επιχείρησης κοινοποιείται στον Έφορο.
(4)Ο Έφορος δύναται οποτεδήποτε μετά την υποβολή της αιτήσεως να απαιτήσει την προσκόμιση πρόσθετων στοιχείων, που κρίνει αναγκαία για την εξέταση της αιτήσεως.
(5)Με την υποβολή της αιτήσεως καταβάλλεται το καθορισμένο τέλος προς εξέτασή της.
(6)Η αίτηση εξετάζεται υπό το πρίσμα του προγράμματος δραστηριοτήτων, που υποβάλλεται σύμφωνα με το άρθρο 24 του παρόντος Νόμου, καθώς και της πλήρωσης όλων των όρων που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο για την αδειοδότηση από τον Έφορο. 38(I)/2016 Όροι για τη χορήγηση άδειας για επέκταση των εργασιών ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης σε άλλο ή άλλους κλάδους και υποβολή αίτησης 20.
(1)Δεν επιτρέπεται η επέκταση των εργασιών μιας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης εκτός δυνάμει σχετικής άδειας του Εφόρου, που χορηγείται κατά τα οριζόμενα στο παρόν άρθρο και εφόσον συντρέχουν οι πιο κάτω προϋποθέσεις: (α) Ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, η οποία ζητεί τη χορήγηση άδειας για την επέκταση των δραστηριοτήτων της σε άλλους κλάδους ή για την επέκταση άδειας που καλύπτει μέρος μόνο των κινδύνων ενός κλάδου, υποβάλλει αίτηση κατά τον καθορισμένο τύπο, μαζί με το νενομισμένο τέλος και το πρόγραμμα δραστηριοτήτων σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 24 του παρόντος Νόμου, και αποδεικνύει επίσης ότι διαθέτει τα επιλέξιμα ίδια κεφάλαια για την κάλυψη των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας και των ελάχιστων κεφαλαιακών απαιτήσεων, που προβλέπονται στα άρθρα 107 και 135 του παρόντος Νόμου∙ (β) υπό την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου (α), η ασφαλιστική επιχείρηση που ασκεί δραστηριότητες ασφάλισης Ζωής και ζητεί τη χορήγηση άδειας για την επέκταση των δραστηριοτήτων της στους κινδύνους που ταξινομούνται στους κλάδους ατυχημάτων ή ασθενειών (κλάδοι 1 ή 2 στο Μέρος Α του Πρώτου Παραρτήματος), όπως αναφέρεται στο άρθρο 75 του παρόντος Νόμου, αποδεικνύει ότι: (i) διαθέτει τα επιλέξιμα βασικά ίδια κεφάλαια ώστε να καλύπτει το απόλυτο κατώτατο όριο των ελάχιστων κεφαλαιακών απαιτήσεων για επιχειρήσεις ασφάλισης Ζωής και το απόλυτο κατώτατο όριο των ελάχιστων κεφαλαιακών απαιτήσεων για επιχειρήσεις ασφάλισης Γενικής Φύσεως, όπως αναφέρεται στην παράγραφο (δ) του εδαφίου
(1)του άρθρου 136 του παρόντος Νόμου· (ii) αναλαμβάνει τη δέσμευση να ανταποκρίνεται στα ελάχιστα όρια οικονομικών υποχρεώσεων, που καθορίζονται στο άρθρο 76 του παρόντος Νόμου.
(2)Υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του εδαφίου
(1), η ασφαλιστική επιχείρηση που ασκεί δραστηριότητες ασφάλισης Γενικής Φύσεως αποκλειστικά για τους κινδύνους που ταξινομούνται στους κλάδους ατυχημάτων ή ασθενειών (κλάδοι 1 ή 2 στο Μέρος Α του Πρώτου Παραρτήματος) και ζητεί τη χορήγηση άδειας για την επέκταση των δραστηριοτήτων της σε κινδύνους ασφάλισης Ζωής, όπως αναφέρεται στο άρθρο 75 του παρόντος Νόμου, αποδεικνύει ότι: (i) διαθέτει τα επιλέξιμα βασικά ίδια κεφάλαια ώστε να καλύπτει το απόλυτο κατώτατο όριο των ελάχιστων κεφαλαιακών απαιτήσεων για επιχειρήσεις ασφάλισης Ζωής και το απόλυτο κατώτατο όριο των ελάχιστων κεφαλαιακών απαιτήσεων για επιχειρήσεις ασφάλισης Γενικής Φύσεως, όπως αναφέρεται στην παράγραφο (δ) του εδαφίου
(1)του άρθρου 136 του παρόντος Νόμου. και (ii) αναλαμβάνει τη δέσμευση να ανταποκρίνεται στα ελάχιστα όρια οικονομικών υποχρεώσεων, που αναφέρονται στο άρθρο 76 του παρόντος Νόμου.
(3)Ο Έφορος χορηγεί την άδεια επεκτάσεως των εργασιών στην ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση μόνο εφόσον ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν οι αναγκαίες προϋποθέσεις που αναφέρονται στα εδάφια
(2)και
(3), ανάλογα με την περίπτωση.
(4)Με τη χορήγηση της άδειας επεκτάσεως εργασιών στην ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, ο Έφορος προβαίνει σε τροποποίηση της άδειας ασκήσεως ασφαλιστικών εργασιών που είχε χορηγηθεί στην αιτήτρια επιχείρηση και εκδίδει νέο έντυπο άδειας, κατά τον καθορισμένο τύπο. 38(I)/2016 Στενοί δεσμοί 21.
(1)Όταν υπάρχουν στενοί δεσμοί μεταξύ της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης και άλλων φυσικών ή νομικών προσώπων, ο Έφορος χορηγεί την άδεια λειτουργίας μόνο εφόσον οι δεσμοί αυτοί δεν παρεμποδίζουν την αποτελεσματική άσκηση των εποπτικών του καθηκόντων.
(2)Ο Έφορος αρνείται την παραχώρηση άδειας εφόσον οι νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις τρίτης χώρας, στις οποίες υπάγονται ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, με τα οποία η Κυπριακή ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση έχει στενούς δεσμούς, ή οι δυσχέρειες όσον αφορά την επιβολή της εφαρμογής των μέτρων αυτών παρεμποδίζουν την αποτελεσματική άσκηση των εποπτικών του καθηκόντων.
(3)Ο Έφορος απαιτεί από τις ασφαλιστικές και τις αντασφαλιστικές επιχειρήσεις να του παρέχουν οποιεσδήποτε πληροφορίες ζητά, ώστε να μπορεί να βεβαιώνεται ότι τηρούνται πάντοτε οι όροι που προβλέπονται στο εδάφιο
(1). 38(I)/2016 Όροι ασφαλιστηρίων συμβολαίων και τιμολόγια ασφαλίστρων. 22.
(1)Ο Έφορος δεν απαιτεί την προηγούμενη συγκατάθεση ή τη συστηματική κοινοποίηση των γενικών και ειδικών όρων των ασφαλιστηρίων, των τιμολογίων, των τεχνικής φύσεως στοιχείων που χρησιμοποιούνται ως βάση ιδίως για τον υπολογισμό των τιμολογίων, των τεχνικών προβλέψεων και των υποδειγμάτων και άλλων εντύπων που η επιχείρηση προτίθεται να χρησιμοποιήσει στις σχέσεις της με τους αντισυμβαλλομένους ή τις εκχωρούσες ή αντεκχωρούσες επιχειρήσεις.
(2)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(1), ειδικά για την ασφάλιση Ζωής, και αποκλειστικά και μόνον για να ελέγχεται η τήρηση της εφαρμογής των αναλογιστικών αρχών, ο Έφορος δύναται να απαιτεί τη συστηματική κοινοποίηση των στοιχείων τεχνικής φύσεως που χρησιμοποιούνται ως βάση για τον υπολογισμό των τιμολογίων και των τεχνικών προβλέψεων: Νοείται ότι η τήρηση της απαίτησης αυτής δεν συνιστά απαραίτητη προϋπόθεση για τη χορήγηση άδειας στην επιχείρηση ασφάλισης Ζωής.
(3)Ο Έφορος δεν διατηρεί ούτε καθιερώνει την υποχρέωση προηγούμενης κοινοποίησης ή την έγκριση των προτεινόμενων αυξήσεων τιμολογίων παρά μόνον στο πλαίσιο ενός γενικότερου συστήματος ελέγχου των τιμών. 38(I)/2016 Οικονομικές απαιτήσεις της αγοράς. 23. Ο Έφορος δεν εξετάζει την αίτηση για χορήγηση άδειας υπό το πρίσμα των οικονομικών απαιτήσεων της αγοράς. 38(I)/2016 Πρόγραμμα δραστηριοτήτων 24.
(1)Το πρόγραμμα δραστηριοτήτων που αναφέρεται στην παράγραφο (γ) του εδαφίου
(1)του άρθρου 19 του παρόντος Νόμου, περιλαμβάνει τα λεπτομερή ή ενδεικτικά στοιχεία που αφορούν τα εξής: (α) τη φύση των κινδύνων ή των ασφαλιστικών υποχρεώσεων που προτίθεται να καλύψει η συγκεκριμένη ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση· (β) το είδος των αντασφαλιστικών ρυθμίσεων τις οποίες προτίθεται να πραγματοποιήσει η αντασφαλιστική επιχείρηση με τις εκχωρούσες επιχειρήσεις· (γ) τις κατευθυντήριες αρχές όσον αφορά την αντασφάλιση και την αντεκχώρηση· (δ) τα οικονομικά στοιχεία των βασικών ιδίων κεφαλαίων που συγκροτούν το απόλυτο κατώτατο όριο των ελάχιστων κεφαλαιακών απαιτήσεων· (ε) τις προβλέψεις για τα έξοδα εγκατάστασης των διοικητικών υπηρεσιών και του δικτύου παραγωγής, τα οικονομικά μέσα που προορίζονται για την αντιμετώπισή τους και, εάν οι κίνδυνοι που πρέπει να καλυφθούν κατατάσσονται στον κλάδο βοήθειας (κλάδος 18 στο Μέρος Α του Πρώτου Παραρτήματος), τα μέσα που διαθέτει η ασφαλιστική επιχείρηση για την παροχή της υποσχεθείσας βοήθειας.
(2)Επιπρόσθετα από τις απαιτήσεις που προβλέπονται στο εδάφιο
(1), για τις τρεις πρώτες εταιρικές χρήσεις, το πρόγραμμα περιλαμβάνει τα εξής: (α) τον προβλεπόμενο ισολογισμό· (β) τις προβλέψεις για τις μελλοντικές κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας, όπως προβλέπονται στο Έκτο Κεφάλαιο, Τμήμα 4, Ενότητα 1 του παρόντος Μέρους, βάσει του προβλεπόμενου ισολογισμού, που αναφέρεται στην παράγραφο (α), καθώς και τη μέθοδο υπολογισμού που χρησιμοποιείται για να συναχθούν αυτές οι προβλέψεις· (γ) τις προβλέψεις για τις μελλοντικές ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις, όπως προβλέπονται στα άρθρα 135 και 136 του παρόντος Νόμου, βάσει του προβλεπόμενου ισολογισμού, που αναφέρεται στην παράγραφο (α), καθώς και τη μέθοδο υπολογισμού που χρησιμοποιείται για να παραχθούν αυτές οι προβλέψεις· (δ) τις προβλέψεις σχετικά με τα χρηματοοικονομικά μέσα που προορίζονται να καλύψουν τις τεχνικές προβλέψεις, τις ελάχιστες κεφαλαιακές απαιτήσεις και τις κεφαλαιακές απαιτήσεις φερεγγυότητας· (ε) όσον αφορά την ασφάλιση και την αντασφάλιση Γενικής Φύσεως, επίσης τα εξής: (i) τις προβλέψεις σχετικά με τα έξοδα διαχείρισης, εκτός των εξόδων εγκατάστασης, ιδίως τα τρέχοντα γενικά έξοδα και τις προμήθειες· (ii) τις προβλέψεις σχετικά με τα ασφάλιστρα ή τις εισφορές και τις απαιτήσεις∙ (στ) όσον αφορά την ασφάλιση Ζωής, υποβάλλεται επίσης σχέδιο στο οποίο να εμφανίζονται λεπτομερώς οι προβλέψεις εσόδων και εξόδων, τόσο για τις δραστηριότητες πρωτασφάλισης και τις αποδοχές αντασφάλισης όσο και για τις εκχωρήσεις αντασφάλισης. 38(I)/2016 Μέτοχοι και μέλη με ειδικές συμμετοχές 25.
(1)Ο Έφορος δεν χορηγεί σε επιχείρηση άδεια άσκησης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής δραστηριότητας, εάν- (α) δεν του έχει προηγουμένως ανακοινωθεί η ταυτότητα των μετόχων ή μελών, αμέσων ή εμμέσων, είτε φυσικών είτε νομικών προσώπων, που κατέχουν ειδική συμμετοχή στην επιχείρηση αυτή, καθώς και το ύψος αυτής της συμμετοχής· και (β) λαμβάνοντας υπόψη την ανάγκη εξασφάλισης χρηστής και συνετής διαχείρισης της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, δεν έχει πεισθεί για την καταλληλότητα των εν λόγω μετόχων ή μελών.
(2)Για τους σκοπούς του εδαφίου
(1), ο Έφορος λαμβάνει υπόψη τα δικαιώματα ψήφου που καθορίζονται στον περί των Προϋποθέσεων Διαφάνειας (Κινητές Αξίες προς Διαπραγμάτευση σε Ρυθμιζόμενη Αγορά) Νόμο του 2007, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, καθώς και τους όρους για την άθροισή τους που προβλέπονται στον ίδιο πιο πάνω αναφερόμενο Νόμο.
(3)Ο Έφορος δεν λαμβάνει υπόψη τα δικαιώματα ψήφου ή τις μετοχές τις οποίες τυχόν κατέχουν επιχειρήσεις επενδύσεων ή πιστωτικά ιδρύματα ως αποτέλεσμα αναδοχής και/ή τοποθέτησης χρηματοπιστωτικών μέσων με δέσμευση ανάληψης, σύμφωνα με την παράγραφο 6, του Μέρους Ι, του Τρίτου Παραρτήματος του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμου. υπό τον όρο ότι τα εν λόγω δικαιώματα, αφενός, δεν ασκούνται ούτε χρησιμοποιούνται κατ’ άλλον τρόπο με σκοπό την παρέμβαση στη διαχείριση του εκδότη και, αφετέρου, μεταβιβάζονται εντός ενός έτους από την απόκτηση. 38(I)/2016 Διαδικασία χορήγησης άδειας από τον Έφορο 26.
(1)Ο Έφορος εφόσον ικανοποιηθεί ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του παρόντος Νόμου για τη χορήγηση άδειας, χορηγεί την άδεια ασκήσεως ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών εργασιών, υπό την αίρεση της εγγραφής της εταιρείας δυνάμει των διατάξεων του περί Εταιρειών Νόμου, εάν αυτή δεν είναι ήδη εγγεγραμμένη.
(2)Η απόφαση του Εφόρου προς χορήγηση της άδειας, καθίσταται οριστική μετά την εγγραφή της εταιρείας σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Εταιρειών Νόμου και εφόσον κατά τη στιγμή της οριστικής απόφασης, εξακολουθούν να ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του παρόντος Νόμου για την παραχώρηση άδειας.
(3)Η απόφαση του Εφόρου για παραχώρηση άδειας λειτουργίας δυνάμει του παρόντος Νόμου, δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας και κοινοποιείται συγχρόνως στην επιχείρηση, στον Έφορο Εταιρειών και στην ΕΙΟΡΑ. Η άδεια ασκήσεως ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών εργασιών ισχύει από την καθορισμένη στην άδεια ημερομηνία.
(4)Απαγορεύεται η διαφήμιση ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης ή η άσκηση οποιασδήποτε επαγγελματικής δραστηριότητας από την επιχείρηση αυτή, πριν την παραχώρηση άδειας ασκήσεως ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών εργασιών και την έναρξη ισχύος της κατά τα οριζόμενα στο παρόν άρθρο. 38(I)/2016 Άρνηση χορήγησης άδειας 27.
(1)Ο Έφορος απορρίπτει την αίτηση ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης για χορήγηση άδειας ασκήσεως ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών εργασιών στη Δημοκρατία, ή άδειας για επέκταση των εργασιών σε άλλο ή άλλους κλάδους εάν δεν ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις για χορήγηση ή επέκταση της άδειας, ανάλογα με την περίπτωση, που τίθενται στον παρόντα Νόμο.
(2)Κάθε απόφαση του Εφόρου προς απόρριψη της αιτήσεως και άρνηση χορηγήσεως άδειας ασκήσεως ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών εργασιών ή επέκτασης της άδειας σε άλλους κλάδους, πρέπει να είναι δεόντως αιτιολογημένη και κοινοποιείται στους αιτητές μέσα σε προθεσμία έξι μηνών από την υποβολή έγκυρης κατά τις διατάξεις του παρόντος Νόμου αιτήσεως, μαζί με τα ένδικα μέσα που έχουν στη διάθεσή τους για προσβολή της εν λόγω απόφασης.
(3)Ως απόρριψη της αιτήσεως και άρνηση χορηγήσεως άδειας ασκήσεως ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών εργασιών ή επέκτασης της άδειας σε άλλους κλάδους, ανάλογα με την περίπτωση, λογίζεται και η παράλειψη του Εφόρου να αποφανθεί επί της αιτήσεως εντός έξι μηνών από την παραλαβή πλήρους συμπληρωμένης αίτησης, και σε τέτοια περίπτωση, η επιχείρηση έχει στη διάθεσή της τα ένδικα μέσα του άρθρου 28 του παρόντος Νόμου για να την προσβάλει. 38(I)/2016 Δικαίωμα προσφυγής 28.-
(1)Οποιαδήποτε απόφαση του Εφόρου για μη παραχώρηση άδειας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης δύναται να προσβληθεί ενώπιον του Γενικού Διευθυντή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 347 του παρόντος Νόμου: Νοείται ότι η πιο πάνω απόφαση του Εφόρου δύναται να προσβληθεί και απευθείας με προσφυγή δυνάμει του άρθρου 146 του Συντάγματος. Η απορριπτική απόφαση του Γενικού Διευθυντή επί προσφυγής που ασκείται σύμφωνα με το εδάφιο
(1),
(2)δύναται να προσβληθεί με προσφυγή σύμφωνα με το άρθρο 146 του Συντάγματος: Νοείται ότι εκκρεμούσης της απόφασης του Γενικού Διευθυντή, ουδεμία προσφυγή σύμφωνα με το άρθρο 146 του Συντάγματος μπορεί να ασκηθεί. 38(I)/2016 Εκ των προτέρων διαβουλεύσεις με τις αρχές άλλων κρατών μελών 29.-
(1)Η χορήγηση άδειας σε ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση αποτελεί το αντικείμενο προηγούμενης διαβούλευσης του Εφόρου με τις εποπτικές αρχές κάθε άλλου αφορώμενου κράτους μέλους, προκειμένου για: (α) θυγατρική ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης η οποία έχει λάβει άδεια σε αυτό το άλλο κράτος μέλος· (β) θυγατρική της μητρικής επιχείρησης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης η οποία έχει λάβει άδεια σε αυτό το άλλο κράτος μέλος· ή (γ) επιχείρηση που ελέγχεται από το ίδιο πρόσωπο, είτε φυσικό είτε νομικό, το οποίο ελέγχει ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση η οποία έχει λάβει άδεια σε αυτό το κράτος μέλος.
(2)Η χορήγηση άδειας σε ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση αποτελεί το αντικείμενο προηγούμενης διαβούλευσης του Εφόρου με τις αρχές του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους, οι οποίες είναι υπεύθυνες για την εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων ή των εταιρειών επενδύσεων, εφόσον η επιχείρηση αυτή είναι μια από τις πιο κάτω οντότητες: (α) θυγατρική πιστωτικού ιδρύματος ή εταιρείας επενδύσεων που έχει λάβει άδεια σε άλλο κράτος μέλος· (β) θυγατρική της μητρικής επιχείρησης πιστωτικού ιδρύματος ή εταιρείας επενδύσεων που έχει λάβει άδεια σε άλλο κράτος μέλος· ή (γ) επιχείρηση που ελέγχεται από το ίδιο πρόσωπο, είτε φυσικό είτε νομικό, το οποίο ελέγχει πιστωτικό ίδρυμα ή εταιρεία επενδύσεων που έχει λάβει άδεια σε άλλο κράτος μέλος.
(3)Ο Έφορος διαβουλεύεται με τις αρχές που αναφέρονται στα εδάφια
(1)και
(2), ιδίως όταν αξιολογεί την καταλληλότητα των μετόχων, καθώς και τις απαιτήσεις ικανότητας και ήθους όλων των προσώπων, τα οποία διοικούν ουσιαστικά την επιχείρηση ή ασκούν άλλα βασικά καθήκοντα και τα οποία συμμετέχουν στη διαχείριση άλλης οντότητας του ίδιου ομίλου και για το σκοπό αυτό δύναται να ζητά την παροχή πληροφοριών από τις αρχές των εδαφίων
(1)και
(2).
(4)Ο Έφορος ανταλλάσσει οποιαδήποτε πληροφορία σχετικά με την καταλληλότητα των μετόχων, καθώς και με τις απαιτήσεις ικανότητας και ήθους όλων των προσώπων, τα οποία διοικούν ουσιαστικά την επιχείρηση ή ασκούν άλλα βασικά καθήκοντα, οι οποίες ενδιαφέρουν τις άλλες ενδιαφερόμενες αρμόδιες αρχές, όταν πρόκειται για τη χορήγηση άδειας, καθώς και για το διαρκή έλεγχο της εφαρμογής των όρων λειτουργίας. 38(I)/2016 ΤΡΙΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΠΟΠΤΙΚΗ ΑΡΧΗ ΚΑΙ ΓΕΝΙΚΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ Αρμόδια εποπτική αρχή 30.
(1)Ο Έφορος Ασφαλίσεων αποτελεί την αρμόδια εποπτική αρχή των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων στη Δημοκρατία και ασκεί όλες τις αρμοδιότητες και εξουσίες που του παραχωρούνται από τον παρόντα Νόμο με στόχο την προστασία των αντισυμβαλλομένων και των δικαιούχων ασφαλίσματος.
(2)Ο Έφορος Ασφαλίσεων προΐσταται της Υπηρεσίας, η οποία διαθέτει επί συνεχούς βάσης όλα τα μέσα για την εφαρμογή του παρόντος Νόμου, περιλαμβανομένου του αναγκαίου έμπειρου και ικανού προσωπικού σε όλες τις αναγκαίες βαθμίδες και ειδικότητες. Κατά την άσκηση των καθηκόντων της για σκοπούς εφαρμογής του παρόντος Νόμου, η Υπηρεσία ενεργεί σε κάθε περίπτωση εξ’ ονόματος και κατ’ εντολήν του Εφόρου.
(3)Ο Έφορος Ασφαλίσεων επικουρείται στην άσκηση των αρμοδιοτήτων του από Βοηθούς Εφόρους, οι οποίοι υπάγονται διοικητικά στον Έφορο: Νοείται ότι ο αριθμός των θέσεων Βοηθών Εφόρων καθορίζεται στον εκάστοτε περί Προϋπολογισμού Νόμο, υπό το κεφάλαιο που αφορά την Υπηρεσία.
(4)Μετά την αφυπηρέτηση των υπηρετούντων, κατά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου, Εφόρου και Βοηθών Εφόρων ή την κένωση των συγκεκριμένων θέσεων με οποιοδήποτε άλλο τρόπο, η πλήρωσή τους θα γίνεται από την Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμων του 1990 έως (Αρ.2) του 2014, όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται, με σύμβαση πενταετούς διάρκειας ή μικρότερης, ώστε οι υπηρετούντες να μην υπερβούν την ηλικία υποχρεωτικής αφυπηρέτησης που ισχύει για τους δημόσιους υπαλλήλους: Νοείται ότι η σύμβαση Εφόρου και Βοηθού Εφόρου δύναται να ανανεωθεί, από την Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας, μετά από εισήγηση της αρμόδιας, για τον Έφορο και Βοηθό Έφορο, αρχής, σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμου, για ακόμη μια μόνο πενταετή περίοδο ή μικρότερη, ώστε οι κάτοχοι των θέσεων αυτών να μην υπερβούν την ηλικία υποχρεωτικής αφυπηρέτησης που ισχύει για τους δημόσιους υπαλλήλους.
(5)Σε περίπτωση διορισμού στη θέση Εφόρου ή στη θέση Βοηθού Εφόρου μόνιμου κρατικού υπαλλήλου, ο υπάλληλος θεωρείται ότι απουσιάζει από τα καθήκοντά του με άδεια χωρίς απολαβές για λόγους δημόσιου συμφέροντος για όλη τη διάρκεια της σύμβασης: Νοείται ότι καθ΄ όλη τη διάρκεια της σύμβασης ο Έφορος και Βοηθός Έφορος δεν διεκπεραιώνουν τις αρμοδιότητες, τις εξουσίες και τα καθήκοντα της δημοσιοϋπαλληλικής τους θέσης.
(6)Ο διορισμός Εφόρου και Βοηθού Εφόρου δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας.
(7)Σε περίπτωση απουσίας του Εφόρου ή κένωσης της θέσης και μέχρι την κανονική πλήρωσή της, είναι δυνατό να διοριστεί Βοηθός Έφορος ή Ανώτερος Λειτουργός Ελέγχου Ασφαλιστικών Εταιρειών για να ασκεί αναπληρωτικά τα καθήκοντα του Έφόρου, μετά από πρόταση της αρμόδιας για τον Έφορο αρχής, σύμφωνα με τον περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμο. Ο αναπληρωτικός διορισμός Εφόρου δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας.
(8)Ο Έφορος και Βοηθός Έφορος υπηρετούν υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης και υπόκεινται κατά τα λοιπά στους ίδιους όρους και υποχρεώσεις που ισχύουν για τους δημόσιους υπαλλήλους, σύμφωνα με τον περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμο και τους σχετικούς Κανονισμούς.
(9)Ο Έφορος και Βοηθός Έφορος δεν επιτρέπεται να ασκούν οποιοδήποτε επάγγελμα ή εργασία ή να ασχολούνται ή να κατέχουν αξίωμα σε επιχείρηση οποιασδήποτε φύσης ή να δέχονται με πληρωμή οποιαδήποτε άλλη απασχόληση πέραν των καθηκόντων τους. Η απαγόρευση αυτή συνεχίζει να ισχυεί σε σχέση με ασφαλιστικές/αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος Νόμου και άλλες συνδεδεμένες με αυτές τις επιχειρήσεις οντότητες, μέχρι δυο χρόνια μετά την αφυπηρέτηση ή την αποχώρηση από τη θέση Εφόρου ή Βοηθού Εφόρου.
(10)Ο Έφορος, ο Βοηθός Έφορος και οι λειτουργοί της Υπηρεσίας εφαρμόζουν τον παρόντα Νόμο με πλήρη ανεξαρτησία. 38(I)/2016 61(I)/2023 Γενικές αρμοδιότητες Εφόρου και εποπτικές εξουσίες 31.
(1)Ο Έφορος έχει τις ακόλουθες γενικές αρμοδιότητες και εξουσίες, τις οποίες ασκεί σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου ή των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων Κανονισμών που κατατίθενται στη Βουλή των Αντιπροσώπων για έγκριση ή Οδηγιών ή των κατ’ εξουσιοδότηση εκδιδόμενων πράξεων ή των ρυθμιστικών ή εκτελεστικών τεχνικών προτύπων: (α) Χορηγεί, αναστέλλει ή ανακαλεί άδεια ασκήσεως ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών εργασιών σε ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που εμπίπτουν στη δικαιοδοσία του σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου˙ (β) εποπτεύει τη λειτουργία των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, στις οποίες παραχωρεί άδεια άσκησης ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών εργασιών, μεριμνά για την τήρηση των υποχρεώσεών τους και γενικά για την τήρηση των διατάξεων του παρόντος Νόμου και οποιωνδήποτε κατ΄εξουσιοδότηση πράξεων ή ρυθμιστικών ή εκτελεστικών τεχνικών προτύπων εκδίδονται δυνάμει της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ, ή αποφάσεων Δικαστηρίων σε ό,τι αφορά στις δραστηριότητές τους, προς το συμφέρον των ασφαλισμένων και των δικαιούχων˙ (γ) συνεργάζεται με τις εποπτικές αρχές άλλων κρατών μελών ή τις ανάλογες εποπτικές αρχές τρίτων χωρών για σκοπούς εφαρμογής του παρόντος Νόμου, της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ και οποιωνδήποτε κατ΄εξουσιοδότηση πράξεων ή ρυθμιστικών ή εκτελεστικών τεχνικών προτύπων εκδίδονται δυνάμει της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ· (δ) συμμετέχει στις εργασίες της «Ευρωπαϊκής Αρχής Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων» (EIOPA) καθώς και σε οποιαδήποτε άλλα σώματα ή οργανισμούς που συστήνονται στην Ευρωπαϊκή Ένωση αναφορικά με τα θέματα της ασφάλισης ή της αντασφάλισης ή της διαμεσολάβησης καθώς και σε οποιουσδήποτε άλλους διεθνείς οργανισμούς που ασχολούνται με τα εν λόγω ή άλλα συναφή θέματα· (ε) ασκεί οποιαδήποτε άλλη εξουσία ή αρμοδιότητα του παραχωρείται από τον παρόντα ή οποιοδήποτε άλλο νόμο ή Κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει αυτών και επιβάλλει τις προβλεπόμενες στον παρόντα Νόμο διοικητικές κυρώσεις· (στ) προβαίνει στη λήψη κάθε άλλου μέτρου αναγκαίου προκειμένου - (i) να διασφαλισθεί η συμμόρφωση προς τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που ισχύουν στη Δημοκρατία και στα άλλα κράτη μέλη, όπου αυτό εφαρμόζεται∙ και (ii) να αποφευχθεί ή εξαλειφθεί κάθε ανωμαλία που τυχόν θα έθιγε τα συμφέροντα των ασφαλισμένων∙ (ζ) εκδίδει οδηγίες αναφορικά με γενικά, ειδικά ή συγκεκριμένα θέματα που αφορούν στην εφαρμογή του παρόντος Νόμου, άλλα από αυτά που ρυθμίζονται με κατ΄εξουσιοδότηση πράξεις ή με ρυθμιστικά ή εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα καθώς επίσης και οδηγίες σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις κατά την έννοια του παρόντος Νόμου.
(2)Η δυνάμει της παραγράφου (β) του εδαφίου
(1)εποπτική αρμοδιότητα του Εφόρου περιλαμβάνει ειδικότερα, τις πιο κάτω εξουσίες: (α) Την εξουσία λήψης οποιωνδήποτε προληπτικών και επανορθωτικών μέτρων προβλέπονται στον παρόντα Νόμο, προκειμένου να διασφαλίζει τη συμμόρφωση των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων προς τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που ισχύουν στη Δημοκρατία και στην Ένωση· (β) την εξουσία να λαμβάνει κάθε αναγκαίο μέτρο που προβλέπεται στον παρόντα Νόμο, συμπεριλαμβανομένων μέτρων διοικητικής ή οικονομικής φύσεως, έναντι των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, καθώς και των μελών τους διοικητικού τους συμβουλίου˙ (γ) την εξουσία να απαιτεί όλες τις αναγκαίες πληροφορίες σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου και ειδικότερα τις διατάξεις του άρθρου 38· (δ) την εξουσία να διαμορφώνει, επιπλέον του υπολογισμού των κεφαλαιακών απαιτήσεων φερεγγυότητας και όταν αυτό ενδείκνυται, και τα απαιτούμενα ποσοτικά εργαλεία, στο πλαίσιο της διαδικασίας εποπτικής εξέτασης, προκειμένου να αξιολογεί την ικανότητα των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων να αντιμετωπίζουν πιθανά γεγονότα ή μελλοντικές μεταβολές στις οικονομικές συνθήκες που θα μπορούσαν να έχουν δυσμενείς επιπτώσεις στη συνολική χρηματοοικονομική της κατάσταση καθώς και την εξουσία να απαιτεί να πραγματοποιούνται οι σχετικές δοκιμές από τις επιχειρήσεις· (ε) την εξουσία να διενεργεί επιτόπιες έρευνες στους χώρους των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 37 και 395 του παρόντος Νόμου· (στ) την εξουσία να εξετάζει τις πληροφορίες που υποβλήθηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 38 και, εφόσον κρίνει ότι οι πληροφορίες αυτές περιέχουν ανακριβή ή ελλειπή στοιχεία, να καλεί την ενδιαφερόμενη ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση να παράσχει τις απαιτούμενες εξηγήσεις και να προβεί σε διόρθωση ή συμπλήρωση των στοιχείων αυτών μέσα στην προθεσμία που τάσσεται προς τούτου από τον Έφορο· την εξουσία επιβολής κυρώσεων κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 395 και 399 του παρόντος Νόμου, σε περίπτωση (ζ) που η ενδιαφερόμενη ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση παραλείψει να συμμορφωθεί μέσα στην τακτή προθεσμία που καθορίζεται στην παράγραφο (στ) του εδαφίου
(2).
(3)Οι εποπτικές εξουσίες του Εφόρου ασκούνται σε εύθετο χρόνο και σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας.
(4)Οι εξουσίες έναντι των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, που αναφέρονται στο εδάφιο
(2)ισχύουν επίσης και για τις δραστηριότητες ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων τις οποίες έχουν αναθέσει εξωτερικά. 38(I)/2016 Διατήρηση της χρηματοοικονομικής σταθερότητας και της προκυκλικότητας 32.
(1)Με την επιφύλαξη των γενικών αρμοδιοτήτων του, όπως αυτές καθορίζονται στο άρθρο 31 του παρόντος Νόμου, ο Έφορος κατά την άσκηση των εποπτικών του εξουσιών εξετάζει προσεκτικά τον ενδεχόμενο αντίκτυπο των αποφάσεών του στη σταθερότητα των αντίστοιχων χρηματοοικονομικών συστημάτων στη Δημοκρατία και στην Ένωση, ιδίως σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης, λαμβάνοντας υπόψη τις πληροφορίες που διαθέτει τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή.
(2)Σε περιόδους ασυνήθιστων κινήσεων στις χρηματοοικονομικές αγορές, ο Έφορος λαμβάνει υπόψη τα ενδεχόμενα προκυκλικά αποτελέσματα των ενεργειών τους. 38(I)/2016 Γενικές αρχές της εποπτείας 33.
(1)Η ασκούμενη από τον Έφορο εποπτεία βασίζεται σε προβλεπτική προσέγγιση, επικεντρωμένη στους κινδύνους και περιλαμβάνει την εξακρίβωση, επί συνεχούς βάσεως, της ορθής λειτουργίας των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών δραστηριοτήτων και τη συμμόρφωση των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων προς τις διατάξεις περί εποπτείας.
(2)Η εποπτεία των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων περιλαμβάνει κατάλληλο συνδυασμό δραστηριοτήτων εκτός των χώρων της επιχείρησης και επιτόπιων ελέγχων.
(3)Ο Έφορος εξασφαλίζει την εφαρμογή των απαιτήσεων που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο κατά τρόπο ανάλογο προς τη φύση, την πολυπλοκότητα και την κλίμακα των ενυπαρχόντων κινδύνων στις δραστηριότητες των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων.
(4)Ο Έφορος ασκεί την εποπτική του αρμοδιότητα σύμφωνα με τις κατ΄εξουσιοδότηση πράξεις, τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα και τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα. 38(I)/2016 Πεδίο εφαρμογής της εποπτείας από τον Έφορο 34.
(1)Η χρηματοοικονομική εποπτεία των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων, συμπεριλαμβανομένης της εποπτείας των δραστηριοτήτων που αυτές ασκούν μέσω υποκαταστημάτων ή υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, υπόκειται στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Εφόρου.
(2)Η χρηματοοικονομική εποπτεία δυνάμει του εδαφίου
(1)περιλαμβάνει την εξακρίβωση, για το σύνολο των δραστηριοτήτων της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, της κατάστασης της φερεγγυότητάς της, της σύστασης τεχνικών προβλέψεων, των στοιχείων του ενεργητικού της, των επιλέξιμων ιδίων κεφαλαίων και της άσκησης των εργασιών της σύμφωνα με τις υγιείς ασφαλιστικές αρχές, ως αυτές καθορίζονται στο εδάφιο
(3), και σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου και σύμφωνα με τις διατάξεις που θεσπίζονται σε ενωσιακό επίπεδο δυνάμει της Οδηγίας 2009/138/ΕΚ.
(3)Για τους σκοπούς του εδαφίου
(2), «υγιείς ασφαλιστικές αρχές» σημαίνει τις αρχές εκείνες που έχουν κατ’ έθιμο ή άλλως πως καθιερωθεί σε σχέση με την ασφάλιση ή αντασφάλιση και αφορούν στη συνέπεια και τον επαγγελματισμό που πρέπει να επιδεικνύεται από μία ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση στις συναλλαγές της με τους δικαιούχους, τους συνεργάτες της και εν γένει το κοινό, ιδιαίτερα δε κατά την εκπλήρωση των υποχρεώσεών της και την ικανοποίηση των απαιτήσεων των δικαιούχων.
(4)Σε περίπτωση που οι σχετικές ασφαλιστικές επιχειρήσεις έχουν λάβει την άδεια να καλύπτουν τους κινδύνους που κατατάσσονται στον Κλάδο βοήθειας (κλάδος 18 στο Μέρος Μέρος Α του Πρώτου Παραρτήματος), η εποπτεία επεκτείνεται επίσης στον έλεγχο των τεχνικών μέσων που διαθέτουν οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις αυτές για την καλή εκτέλεση των εργασιών βοήθειας που έχουν δεσμευθεί να πραγματοποιήσουν, στον βαθμό που το δίκαιο του κράτους μέλους καταγωγής προβλέπει τον έλεγχο των εν λόγω μέσων.
(5)Σε περίπτωση κατά την οποία ο κίνδυνος ή η ασφαλιστική υποχρέωση βρίσκεται στη Δημοκρατία ή, στην περίπτωση αντασφαλιστικής επιχείρησης που η Δημοκρατία είναι το κράτος μέλος υποδοχής, εφόσον ο Έφορος έχει λόγους να θεωρεί ότι οι δραστηριότητες μιας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης θα μπορούσαν να αποβούν επιβλαβείς για την οικονομική ευρωστία της επιχείρησης, ενημερώνει τις εποπτικές αρχές του κράτους μέλους καταγωγής της εν λόγω επιχείρησης.
(6)Σε περίπτωση κατά την οποία ο Έφορος ενημερωθεί από τις εποπτικές αρχές άλλου κράτους μέλους ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο, ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του εδαφίου
(3)αναφορικά με ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που υπάγονται στην εποπτεία του, ο Έφορος εξακριβώνει εάν η επιχείρηση τηρεί τις αρχές της συνετής διαχείρισης όπως καθορίζονται στον παρόντα Νόμο. 38(I)/2016 Διαφάνεια και υπευθυνότητα 35.
(1)Ο Έφορος εκτελεί τα καθήκοντά του με διαφάνεια και υπευθυνότητα, με δέουσα μέριμνα για την προστασία των εμπιστευτικών πληροφοριών.
(2)Ο Έφορος διασφαλίζει τη δημοσιοποίηση των ακόλουθων πληροφοριών: (α) των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων, καθώς και των γενικών οδηγιών, στον τομέα των ασφαλιστικών κανονιστικών ρυθμίσεων· (β) των γενικών κριτηρίων και μεθόδων που χρησιμοποιούνται κατά τη διαδικασία εποπτικής εξέτασης, που προβλέπεται στο άρθρο 39 του παρόντος Νόμου, συμπεριλαμβανομένων των μέσων που αναπτύσσονται σύμφωνα με την παράγραφο (β) του εδαφίου
(2)του άρθρου 31 του παρόντος Νόμου˙ (γ) συγκεντρωτικών στατιστικών δεδομένων που αφορούν βασικές πτυχές της εφαρμογής του προληπτικού πλαισίου· (δ) του τρόπου εφαρμογής των εναλλακτικών λύσεων που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο· (ε) των στόχων της εποπτείας, καθώς και των βασικών λειτουργιών και δραστηριοτήτων της.
(3)Η δημοσιοποίηση που προβλέπεται στο εδάφιο
(1)πρέπει να επαρκεί για την πραγματοποίηση σύγκρισης μεταξύ των εποπτικών προσεγγίσεων που ακολουθούν οι εποπτικές αρχές των άλλων κρατών μελών.
(4)Οι πληροφορίες του εδαφίου
(1)πρέπει να επικαιροποιούνται τακτικά, να δημοσιοποιούνται και να διατίθενται συγκεντρωμένες στην ηλεκτρονική διεύθυνση του Εφόρου σύμφωνα με τις βασικές παραμέτρους για τη δημοσιοποίηση συγκεντρωτικών δεδομένων που καθορίζονται με κατ΄εξουσιοδότηση πράξεις και σχετικά εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα για τον καθορισμό των υποδειγμάτων και της δομής των δημοσιοποιήσεων. 38(I)/2016 Απαγόρευση απόρριψης συμβάσεων αντασφάλισης ή αντεκχώρησης 36.
(1)Ο Έφορος δεν απορρίπτει μια αντασφαλιστική σύμβαση που συνάπτεται μεταξύ αντασφαλιστικής επιχείρησης ή άλλης ασφαλιστικής επιχείρησης που υπάγεται στην εποπτεία του και άλλης αντασφαλιστικής ή ασφαλιστικής επιχείρησης η οποία έχει λάβει άδεια σε άλλο κράτος μέλος, για λόγους που συνδέονται άμεσα με την οικονομική ευρωστία της αντισυμβαλλόμενης αντασφαλιστικής ή ασφαλιστικής επιχείρησης.
(2)Ο Έφορος δεν απορρίπτει σύμβαση αντεκχώρησης η οποία συνάπτεται μεταξύ αντασφαλιστικής επιχείρησης που υπάγεται στην εποπτεία του και αντασφαλιστικής επιχείρησης ή ασφαλιστικής επιχείρησης η οποία έχει λάβει άδεια σε άλλο κράτος μέλος, για λόγους συνδεόμενους άμεσα με την οικονομική ευρωστία της αντισυμβαλλόμενης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης. 38(I)/2016 Εποπτεία των υποκαταστημάτων με έδρα σε άλλο κράτος μέλος 37.
(1)Σε περίπτωση ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης που έχει λάβει άδεια σε άλλο κράτος μέλος και η οποία ασκεί τις δραστηριότητές της μέσω υποκαταστήματος στη Δημοκρατία, οι εποπτικές αρχές του κράτους μέλους καταγωγής μπορούν, αφού ενημερώσουν τον Έφορο, να προβαίνουν οι ίδιες ή μέσω εντεταλμένων γι’ αυτό το σκοπό προσώπων, σε επιτόπιες εξακριβώσεις των πληροφοριών που είναι αναγκαίες για να εξασφαλίζεται η χρηματοπιστωτική εποπτεία της επιχείρησης και ο Έφορος μπορεί να συμμετέχει στις εξακριβώσεις αυτές: Νοείται ότι σε τέτοιες από κοινού εξακριβώσεις δύναται να συμμετέχει και η ΕΙΟΡΑ.
(2)Ο Έφορος, αφού ενημερώσει τις εποπτικές αρχές του κράτους μέλους υποδοχής, δύναται να προβαίνει ο ίδιος ή μέσω εντεταλμένων γι’ αυτόν τον σκοπό προσώπων, σε επιτόπιες εξακριβώσεις των πληροφοριών που είναι αναγκαίες για να εξασφαλίζεται η χρηματοπιστωτική εποπτεία των επιχειρήσεων που υπάγονται στην εποπτεία του δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου και οι οποίες ασκούν δραστηριότητες μέσω υποκαταστήματος σε άλλο κράτος μέλος, και σε τέτοια περίπτωση οι εποπτικές αρχές του κράτους μέλους υποδοχής δύνανται να συμμετέχουν στις εξακριβώσεις αυτές: Νοείται ότι σε τέτοιες από κοινού εξακριβώσεις δύναται να συμμετέχει και η EIOPA.
(3)Σε περίπτωση που ο Έφορος έχει ενημερώσει τις εποπτικές αρχές τους κράτους μέλους υποδοχής, σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(2), ότι προτίθεται να διενεργήσει επιτόπιες επαληθεύσεις και του απαγορεύεται να ασκήσει το δικαίωμά του για διενέργεια τέτοιων επιτόπιων επαληθεύσεων, ή σε περίπτωση που οι εποπτικές αρχές του κράτους μέλους υποδοχής αδυνατούν να ασκήσουν στην πράξη το δικαίωμά τους για συμμετοχή σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(2), ο Έφορος μπορεί να παραπέμψει το θέμα στην EIOPA και να ζητήσει τη βοήθειά της σύμφωνα με το άρθρο 19 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010. 38(I)/2016 Παρεχόμενες πληροφορίες για σκοπούς εποπτείας 38.
(1)Ο Έφορος, λαμβάνοντας υπόψη τους στόχους της εποπτείας, όπως αυτοί καθορίζονται στα άρθρα 30 και 32 του παρόντος Νόμου, απαιτεί από τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις όπως του υποβάλλουν τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για τους σκοπούς της εποπτείας, κατά την εφαρμογή της διαδικασίας που καθορίζεται στο άρθρο 39 του παρόντος Νόμου, οι οποίες περιλαμβάνουν τουλάχιστον τα στοιχεία που είναι απαραίτητα για τα πιο κάτω: (α) Την αξιολόγηση του συστήματος διακυβέρνησης που εφαρμόζουν οι επιχειρήσεις, των δραστηριοτήτων που ασκούν, των αρχών αποτίμησης που εφαρμόζουν για σκοπούς φερεγγυότητας, των κινδύνων που αντιμετωπίζουν και των συστημάτων διαχείρισης κινδύνων, καθώς και της κεφαλαιακής τους δομής, των αναγκών τους σε κεφάλαια και της διαχείρισης του κεφαλαίου τους· (β) τη λήψη των όποιων ενδεδειγμένων αποφάσεων επιβάλλονται από την άσκηση των εποπτικών δικαιωμάτων και καθηκόντων τους.
(2)Ο Έφορος έχει εξουσία να - (α) Καθορίζει με οδηγίες του τη φύση, την έκταση και τον μορφότυπο των πληροφοριών που αναφέρονται στο εδάφιο
(1), τις οποίες απαιτεί όπως υποβάλλουν οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις κατά τις ακόλουθες χρονικές στιγμές: (
  1. i)κατά προκαθορισμένες περιόδους· (
  2. ii)σε περίπτωση προκαθορισμένων γεγονότων· (iii) κατά τη διάρκεια ερευνών σχετικά με την κατάσταση μιας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης· (β) να λαμβάνει κάθε πληροφορία σχετικά με τις συμβάσεις που ευρίσκονται στην κατοχή διαμεσολαβητών ή σχετικά με τις συμβάσεις που έχουν συναφθεί με τρίτους· και (γ) να ζητεί πληροφορίες από εξωτερικούς εμπειρογνώμονες, όπως ελεγκτές και αναλογιστές.
(3)Οι πληροφορίες που αναφέρονται στα εδάφια
(1)και
(2)περιλαμβάνουν τα εξής: (α) ποιοτικά ή ποσοτικά στοιχεία, ή κάθε κατάλληλο συνδυασμό τους· (β) στοιχεία που αφορούν το ιστορικό, τη σημερινή κατάσταση ή την προβλεπόμενη κατάσταση, ή κάθε κατάλληλο συνδυασμό τους· και (γ) δεδομένα από εσωτερικές ή εξωτερικές πηγές, ή κάθε κατάλληλο συνδυασμό τους.
(4)Οι πληροφορίες που αναφέρονται στα εδάφια
(1)και
(2)πληρούν τις ακόλουθες αρχές: (α) αντικατοπτρίζουν τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων της συγκεκριμένης επιχείρησης και ιδίως τους κινδύνους που ενυπάρχουν σε αυτές· (β) είναι προσβάσιμες, πλήρεις από κάθε σημαντική άποψη, συγκρίσιμες και να έχουν χρονική συνέπεια· και (γ) είναι σχετικές με το θέμα, αξιόπιστες και κατανοητές.
(5)Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις οφείλουν να διαθέτουν κατάλληλα συστήματα και δομές, προκειμένου να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις των εδαφίων
(1)μέχρι
(4), καθώς και τεκμηριωμένη πολιτική, εγκεκριμένη από το διοικητικό συμβούλιό τους, ώστε να εξασφαλίζεται συνεχώς η καταλληλότητα των πληροφοριών που υποβάλλονται.
(6)O Έφορος απαιτεί από τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις την υποβολή βεβαίωσης ότι έχουν συμμορφωθεί πλήρως με τις διατάξεις του περί Συγκάλυψης, Έρευνας και Δήμευσης Εσόδων από Ορισμένες Εγκληματικές Πράξεις Νόμου του 1996, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, αναφορικά με τον διορισμό λειτουργού συμμόρφωσης και κάθε άλλο μέτρο το οποίο οφείλουν να λαμβάνουν για την εφαρμογή του εν λόγω Νόμου.
(7)Με την επιφύλαξη των διατάξεων του εδαφίου
(5)του άρθρου 136 του παρόντος Νόμου, όταν οι προκαθορισμένες περίοδοι της υποπαραγράφου (i) της παραγράφου (α) του εδαφίου
(2)είναι μικρότερες του ενός έτους, ο Έφορος δύναται να περιορίζει την εποπτική αναφορά, στις ακόλουθες περιπτώσεις: (α) όταν η υποβολή των πληροφοριών αυτών θα ήταν επαχθής σε σχέση με τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των εγγενών κινδύνων της δραστηριότητας της επιχείρησης∙ (β) όταν οι πληροφορίες υποβάλλονται τουλάχιστον σε ετήσια βάση.
(8)Ο Έφορος δεν περιορίζει τη συχνότητα της εποπτικής αναφοράς που γίνεται συχνότερα από μία φορά το έτος για ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που ανήκουν σε ομίλους υπό την έννοια του εδαφίου
(1)του άρθρου 250 του παρόντος Νόμου, εκτός αν η επιχείρηση μπορεί να πείσει τον Έφορο ότι η συχνότερη από μία φορά το έτος εποπτική αναφορά αντενδείκνυται δεδομένων της φύσης, της κλίμακας και της πολυπλοκότητας των εγγενών κινδύνων της δραστηριότητας του ομίλου.
(9)Ο περιορισμός της συχνότητας της εποπτικής αναφοράς προβλέπεται μόνο για επιχειρήσεις που δεν αντιπροσωπεύουν πάνω από το 20% της αγοράς ασφαλίσεων και αντασφαλίσεων Ζωής και Γενικής Φύσεως στη Δημοκρατία, αντίστοιχα, όπου το μερίδιο αγοράς του κλάδου Γενικής Φύσεως βασίζεται σε εγγεγραμμένα μεικτά ασφάλιστρα και το μερίδιο του κλάδου Ζωής βασίζεται σε ακαθάριστες τεχνικές προβλέψεις.
(10)Ο Έφορος δίνει προτεραιότητα στις μικρότερες επιχειρήσεις κατά τον καθορισμό της επιλεξιμότητας των επιχειρήσεων για τους πιο πάνω αναφερόμενους περιορισμούς.
(11)Ο Έφορος δύναται να περιορίζει τη συχνότητα της εποπτικής αναφοράς ή να εξαιρεί ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις από την υποβολή πληροφοριών ανά στοιχείο, στις ακόλουθες περιπτώσεις: (α) η υποβολή των πληροφοριών αυτών θα ήταν επαχθής σε σχέση με τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των εγγενών κινδύνων της δραστηριότητας της επιχείρησης∙ (β) η υποβολή των πληροφοριών αυτών δεν είναι αναγκαία για την αποτελεσματική εποπτεία της επιχείρησης∙ (γ) η εξαίρεση δεν υπονομεύει τη σταθερότητα των αντίστοιχων χρηματοπιστωτικών συστημάτων στην Ένωση∙ και (δ) η επιχείρηση είναι σε θέση να παρέχει τις πληροφορίες όποτε της ζητείται.
(12)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(11), ο Έφορος δεν εξαιρεί από την υποβολή αναλυτικών πληροφοριών ανά στοιχείο ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που ανήκουν σε όμιλο υπό την έννοια του εδαφίου
(1)του άρθρου 250 του παρόντος Νόμου, εκτός αν η επιχείρηση μπορεί να πείσει την εποπτική αρχή ότι η υποβολή πληροφοριών ανά στοιχείο αντενδείκνυται δεδομένων της φύσης, της κλίμακας και της πολυπλοκότητας των εγγενών κινδύνων της δραστηριότητας του ομίλου, και λαμβανομένου υπόψη του στόχου της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας.
(13)Η δυνάμει του εδαφίου
(11)εξαίρεση από την υποβολή αναλυτικών πληροφοριών ανά στοιχείο προβλέπεται μόνο για επιχειρήσεις που δεν αντιπροσωπεύουν πάνω από το 20 % της αγοράς ασφαλίσεων ή αντασφαλίσεων Ζωής και Γενικής Φύσεως της Δημοκρατίας, αντίστοιχα, όπου το μερίδιο αγοράς της ασφάλισης Γενικής Φύσεως βασίζεται σε εγγεγραμμένα μεικτά ασφάλιστρα και το μερίδιο της ασφάλισης Ζωής βασίζεται σε ακαθάριστες τεχνικές προβλέψεις.
(14)Ο Έφορος δίνει προτεραιότητα στις μικρότερες επιχειρήσεις κατά τον καθορισμό της επιλεξιμότητας των επιχειρήσεων για τις εξαιρέσεις αυτές.
(15)Για τους σκοπούς των εδαφίων
(7)μέχρι
(14), στο πλαίσιο της διαδικασίας εποπτικής εξέτασης, ο Έφορος εξετάζει αν η υποβολή πληροφοριών θα ήταν επαχθής σε σχέση με τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των κινδύνων της επιχείρησης, λαμβάνοντας υπόψη τουλάχιστον τα εξής: (α) τον όγκο των ασφαλίστρων, των τεχνικών προβλέψεων και των περιουσιακών στοιχείων της επιχείρησης∙ (β) τη διακύμανση των απαιτήσεων και των παροχών που καλύπτει η επιχείρηση∙ (γ) τους κινδύνους που συνεπάγονται οι επενδύσεις της επιχείρησης∙ (δ) το επίπεδο των συγκεντρώσεων κινδύνου∙ (ε) το συνολικό αριθμό των κατηγοριών ασφαλίσεων Ζωής και Γενικής Φύσεως για τις οποίες έχει δοθεί άδεια λειτουργίας∙ (στ) τις πιθανές επιπτώσεις της διαχείρισης των περιουσιακών στοιχείων της επιχείρησης στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα∙ (ζ) τα συστήματα και τις δομές της επιχείρησης για την παροχή πληροφοριών για σκοπούς εποπτείας και την τεκμηριωμένη πολιτική που αναφέρεται στο εδάφιο
(5)∙ (η) την καταλληλότητα του συστήματος διακυβέρνησης της επιχείρησης∙ (θ) το επίπεδο ιδίων κεφαλαίων που καλύπτουν την κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας και την ελάχιστη κεφαλαιακή απαίτηση∙ (ι) το αν η επιχείρηση είναι εξαρτημένη ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση που καλύπτει μόνο κινδύνους οι οποίοι συνδέονται με τον βιομηχανικό ή εμπορικό όμιλο στον οποίο ανήκει.
(16)Ο Έφορος ασκεί την εποπτική του αρμοδιότητα δυνάμει του παρόντος άρθρου, σύμφωνα με τις κατ΄εξουσιοδότηση πράξεις, τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα εποπτικής αναφοράς σε σχέση με τα υποδείγματα για την υποβολή πληροφοριών στις εποπτικές αρχές και τις κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις για την περαιτέρω διευκρίνιση των μεθόδων που χρησιμοποιούνται στον καθορισμό των μεριδίων αγοράς που αναφέρονται στα εδάφια
(9)και
(13)του παρόντος άρθρου.
(17)Κάθε ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση οφείλει να διατηρεί πλήρη λογιστικά βιβλία και δικαιολογητικά στοιχεία καθώς και μητρώα και άλλες πληροφορίες βάσει των οποίων ετοιμάζονται οι πληροφορίες που προβλέπονται στο παρόν άρθρο για περίοδο τουλάχιστον επτά ετών, τα οποία θα τίθενται στη διάθεση του Εφόρου προς επιθεώρηση και έλεγχο οποτεδήποτε αυτός το απαιτήσει.
(18)Κανονισμοί, οι οποίοι κατατίθενται στη Βουλή των Αντιπροσώπων για έγκριση, καθορίζουν κατά περίπτωση τέλη που καταβάλλονται από τις επιχειρήσεις κατά την υποβολή των στοιχείων του παρόντος άρθρου, για σκοπούς εποπτείας του Εφόρου. 38(I)/2016 Διαδικασία εποπτικής εξέτασης 39.
(1)Ο Έφορος ελέγχει και αξιολογεί τις στρατηγικές, διεργασίες και διαδικασίες πληροφόρησης, που έχουν καθιερωθεί από τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, προκειμένου να συμμορφωθούν προς τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που θεσπίζονται δυνάμει του παρόντος Νόμου.
(2)Ο έλεγχος και η αξιολόγηση του εδαφίου
(1)περιλαμβάνουν την αξιολόγηση των ποιοτικών απαιτήσεων σχετικά με το σύστημα διακυβέρνησης, την αξιολόγηση των κινδύνων που αντιμετωπίζουν ή ενδέχεται να αντιμετωπίσουν οι σχετικές επιχειρήσεις και την αξιολόγηση της ικανότητας των εν λόγω επιχειρήσεων να προβαίνουν σε εκτίμηση αυτών των κινδύνων, λαμβανομένου υπόψη του περιβάλλοντος στο οποίο λειτουργούν οι επιχειρήσεις.
(3)Ο Έφορος ελέγχει και αξιολογεί ιδίως τη συμμόρφωση προς τις απαιτήσεις που αφορούν τα εξής: (α) το σύστημα διακυβέρνησης, συμπεριλαμβανομένης της αποτίμησης του ιδίου κινδύνου και της φερεγγυότητας, που προβλέπεται στο Τέταρτο Κεφάλαιο, Τμήμα 2 του παρόντος Μέρους· (β) τις τεχνικές προβλέψεις, που προβλέπονται στο Έκτο Κεφάλαιο, Τμήμα 2 του παρόντος Μέρους· (γ) τις κεφαλαιακές απαιτήσεις, που προβλέπονται στο Έκτο Κεφάλαιο, Τμήματα 4 και 5 του παρόντος Μέρους· (δ) τους επενδυτικούς κανόνες που προβλέπονται στο Έκτο Κεφάλαιο, Τμήμα 6 του παρόντος Μέρους· (ε) την ποιότητα και την ποσότητα των ιδίων κεφαλαίων, που προβλέπονται στο Έκτο Κεφάλαιο, Τμήμα 3 του παρόντος Μέρους· (στ) σε περίπτωση που η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση χρησιμοποιεί πλήρες ή μερικό εσωτερικό υπόδειγμα, τη συνεχή συμμόρφωση προς τις απαιτήσεις για πλήρη και μερικά εσωτερικά υποδείγματα, που προβλέπονται στο Έκτο Κεφάλαιο, Τμήμα 4, Ενότητα 3 του παρόντος Μέρους.
(4)Ο Έφορος διαθέτει κατάλληλα εργαλεία παρακολούθησης, τα οποία του παρέχουν τη δυνατότητα να επισημαίνει την όποια επιδείνωση της χρηματοοικονομικής κατάστασης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης και να παρακολουθεί τον τρόπο επανόρθωσης αυτής της κατάστασης.
(5)Ο Έφορος ελέγχει και αξιολογεί την επάρκεια των μεθόδων και πρακτικών τις οποίες εφαρμόζουν οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, προκειμένου να επισημαίνουν τα πιθανά γεγονότα ή μελλοντικές μεταβολές στις οικονομικές συνθήκες που θα μπορούσαν να έχουν δυσμενείς επιπτώσεις στη συνολική χρηματοοικονομική κατάσταση των σχετικών επιχειρήσεων καθώς και την ικανότητα των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων να ανταπεξέρχονται στην περίπτωση τέτοιων πιθανών γεγονότων ή μελλοντικών μεταβολών στις οικονομικές συνθήκες.
(6)Ο Έφορος δύναται να απαιτεί από τις ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις να αποκαθιστούν τις αδυναμίες ή τις ελλείψεις που επισημάνθηκαν κατά τη διαδικασία εποπτικής εξέτασης.
(7)Οι έλεγχοι και αξιολογήσεις που διενεργούνται από τον Έφορο δυνάμει των εδαφίων
(1),
(3), και
(4)διεξάγονται σε τακτική βάση και σε συχνότητα που καθορίζεται από τον Έφορο, ανάλογα με την περίπτωση, ο οποίος καθορίζει επίσης το αντικείμενο των εν λόγω εξετάσεων και αξιολογήσεων, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων της συγκεκριμένης ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης. 38(I)/2016 Πρόσθετη κεφαλαιακή απαίτηση 40.
(1)Μετά από τη διαδικασία εποπτικού ελέγχου, ο Έφορος δύναται, σε εξαιρετικές περιστάσεις και με αιτιολογημένη απόφασή του, να επιβάλλει πρόσθετη κεφαλαιακή απαίτηση σε ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση και μόνο στις ακόλουθες περιπτώσεις: (α) Όταν καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το προφίλ κινδύνου της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης , αποκλίνει σημαντικά από τις παραδοχές στις οποίες βασίζεται η κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας, όπως υπολογίζεται με τον κανονικό τύπο, σύμφωνα με το ‘Εκτο Κεφάλαιο, Τμήμα 4, Ενότητα 2 του παρόντος Μέρους και: (
  1. i)η απαίτηση για χρήση εσωτερικού υποδείγματος σύμφωνα με το άρθρο 126 του παρόντος Νόμου είναι ακατάλληλη ή έχει αποδειχτεί αναποτελεσματική· ή (
  2. ii)ενώ καταρτίζεται μερικό ή πλήρες εσωτερικό υπόδειγμα, σύμφωνα με το άρθρο 126· (β) όταν συμπεραίνει ότι το προφίλ κινδύνου της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης αποκλίνει σημαντικά από τις παραδοχές στις οποίες βασίζεται η κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας, όπως υπολογίζεται με εσωτερικό υπόδειγμα ή μερικό εσωτερικό υπόδειγμα σύμφωνα με το Έκτο Κεφάλαιο, Τμήμα 4, Ενότητα 3 του παρόντος Μέρους, διότι ορισμένοι ποσοτικοποιήσιμοι κίνδυνοι δεν λαμβάνονται επαρκώς υπόψη και η προσαρμογή του υποδείγματος ώστε να αντικατοπτρίζει καλύτερα το δεδομένο προφίλ κινδύνου δεν πραγματοποιήθηκε μέσα σε κατάλληλο χρονικό διάστημα· (γ) όταν καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το σύστημα διακυβέρνησης της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης αποκλίνει σημαντικά από τα πρότυπα που καθορίζονται στο Τέταρτο Κεφάλαιο, Τμήμα 2 του παρόντος Μέρους, ότι οι εν λόγω αποκλίσεις την εμποδίζουν να είναι σε θέση να εντοπίσει, να αποτιμήσει, να παρακολουθήσει, να διαχειρισθεί και να αναφέρει ορθά τους κινδύνους, στους οποίους εκτίθεται ή θα μπορούσε να εκτεθεί, και η εφαρμογή, καθ’ αυτήν, άλλων μέτρων δεν φαίνεται πιθανό ότι θα αποκαταστήσει επαρκώς τις ελλείψεις μέσα σε κατάλληλο χρονικό διάστημα˙ (δ) όταν η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση εφαρμόζει την προσαρμογή επιτοκίου λόγω αντιστοίχισης περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων που αναφέρεται στο άρθρο 81, την προσαρμογή λόγω μεταβλητότητας που αναφέρεται στο άρθρο 83 ή τα μεταβατικά μέτρα που αναφέρονται στα άρθρα 422 και 423 του παρόντος Νόμου, και ο Έφορος συμπεραίνει ότι το προφίλ κινδύνου της συγκεκριμένης επιχείρησης αποκλίνει σημαντικά από τις παραδοχές στις οποίες βασίζονται οι ανωτέρω προσαρμογές και μεταβατικά μέτρα.
(2)(α) Στις περιπτώσεις που προβλέπονται στις παραγράφους (α) και (β) του εδαφίου
(1), η πρόσθετη κεφαλαιακή απαίτηση υπολογίζεται κατά τρόπο ώστε να εξασφαλίζεται η συμμόρφωση της επιχείρησης προς τις διατάξεις των παραγράφων (β) και (γ) του εδαφίου
(1)του άρθρου 107 του παρόντος Νόμου. (β) Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στο εδάφιο
(1), η πρόσθετη κεφαλαιακή απαίτηση πρέπει να είναι ανάλογη προς τους σημαντικούς κινδύνους που απορρέουν από τις ελλείψεις οι οποίες προκαλούν τη λήψη απόφασης της αρχής εποπτείας για τον καθορισμό της προσαύξησης. (γ) Στις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο (δ) του εδαφίου
(1), η πρόσθετη κεφαλαιακή απαίτηση είναι ανάλογη προς τους σημαντικούς κινδύνους που απορρέουν από την παρέκκλιση η οποία αναφέρεται στην εν λόγω παράγραφο.
(3)Στις περιπτώσεις που προβλέπονται στις παραγράφους (β) και (γ) του εδαφίου
(1), ο Έφορος μεριμνά ώστε η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια για να αποκαταστήσει τις ελλείψεις που οδήγησαν στην επιβολή της πρόσθετης κεφαλαιακής απαίτησης.
(4)O Έφορος επανεξετάζει τουλάχιστον μία φορά το χρόνο την πρόσθετη κεφαλαιακή απαίτηση, που αναφέρεται στο εδάφιο
(1), και αποφασίζει την άρση της όταν η επιχείρηση έχει αποκαταστήσει τις ελλείψεις που οδήγησαν στην επιβολή της.
(5)H κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας, συμπεριλαμβανομένης της πρόσθετης κεφαλαιακής απαίτησης που επιβλήθηκε, αντικαθιστά την κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας που κρίθηκε ανεπαρκής: Νοείται ότι, ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(1), η κεφαλαιακή απαίτηση φερεγγυότητας δεν περιλαμβάνει τις πρόσθετες κεφαλαιακές απαιτήσεις που επιβάλλονται σύμφωνα με την παράγραφο (γ), του εδαφίου
(1)για τον υπολογισμό του περιθωρίου κινδύνου που αναφέρεται στο εδάφιο
(9)του άρθρου 79 του παρόντος Νόμου.
(6)Ο Έφορος ασκεί την εποπτική του αρμοδιότητα δυνάμει του παρόντος άρθρου σύμφωνα με τις κατ΄εξουσιοδότηση πράξεις αναφορικά με τις λεπτομέρειες σχετικά με τις περιστάσεις υπό τις οποίες μπορεί να επιβληθεί πρόσθετη κεφαλαιακή απαίτηση και μεθοδολογίες υπολογισμού των πρόσθετων κεφαλαιακών απαιτήσεων και τα εκτελεστικά τεχνικά πρότυπα που καθορίζουν τις διαδικασίες για τη λήψη αποφάσεων σχετικά με τον καθορισμό, τον υπολογισμό και την κατάργηση πρόσθετων κεφαλαιακών απαιτήσεων. 38(I)/2016 Εποπτεία των αρμοδιοτήτων και των δραστηριοτήτων με εξωτερική ανάθεση 41.
(1)Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 50 του παρόντος Νόμου, ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις που αναθέτουν εξωτερικά μια αρμοδιότητα ή μια δραστηριότητα ασφάλισης ή αντασφάλισης, οφείλουν να εξασφαλίζουν ότι πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:- (α) ο πάροχος υπηρεσιών συνεργάζεται με τον Έφορο όσον αφορά την αρμοδιότητα ή τη δραστηριότητα που έχει ανατεθεί εξωτερικά· (β) οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις και οι ελεγκτές τους αποδεικνύουν στον Έφορο ότι έχουν ουσιαστική πρόσβαση στα δεδομένα που αφορούν τις αρμοδιότητες και τις δραστηριότητες που έχουν ανατεθεί εξωτερικά στα οποία και ο Έφορος έχει ουσιαστική επίσης πρόσβαση· (γ) Ο Έφορος έχει ουσιαστική πρόσβαση στις εγκαταστάσεις του παρόχου των υπηρεσιών με τον ίδιο τρόπο που έχει πρόσβαση στις εγκαταστάσεις της ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής επιχείρησης σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου.
(2)Σε περίπτωση που ο πάροχος υπηρεσιών βρίσκεται σε άλλο κράτος μέλος, ο Έφορος διενεργεί ο ίδιος, ή μέσω προσώπων τα οποία διορίζει για το σκοπό αυτό, επιτόπιους ελέγχους στις εγκαταστάσεις του παρόχου των υπηρεσιών, αφού πρώτα ενημερώσει την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους του παρόχου υπηρεσιών πριν από τη διεξαγωγή του επιτόπιου ελέγχου: Νοείται ότι, σε περίπτωση οντότητας που δεν υπόκειται σε εποπτεία, αρμόδια αρχή θεωρείται η εποπτική αρχή του κράτους μέλους του παρόχου των υπηρεσιών: Νοείται περαιτέρω ότι, ο Έφορος δύναται να αναθέτει την αρμοδιότητα για τη διενέργεια των εν λόγω επιτόπιων ελέγχων στις εποπτικές αρχές του κράτους μέλους στο οποίο βρίσκεται ο πάροχος υπηρεσιών.
(3)Στις περιπτώσεις επιτόπιων ελέγχων δυνάμει του εδαφίου
(2), εάν ο Έφορος παρά το γεγονός ότι έχει ενημερώσει την κατάλληλη αρχή του κράτους μέλους του παρόχου υπηρεσιών ότι προτίθεται να διενεργήσει επιτόπια επιθεώρηση ή διενεργεί επιτόπια επιθεώρηση και αδυνατεί στην πράξη να ασκήσει το δικαίωμά του για τη διενέργεια αυτής της επιτόπιας επιθεώρησης, δύναται να παραπέμπει το θέμα στην EIOPA και να ζητήσει τη βοήθειά της σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου άρθρο 19 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010.
(4)Σε περίπτωση ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων που υπόκεινται σε εποπτική αρχή άλλου κράτους μέλους και οι οποίες αναθέτουν εξωτερικά μια αρμοδιότητα ή μια δραστηριότητα ασφάλισης ή αντασφάλισης σε πάροχο υπηρεσιών που βρίσκεται στη Δημοκρατία, ο Έφορος δύναται να ασκεί τη διενέργεια των επιτόπιων ελέγχων του παρόχου των υπηρεσιών εφόσον κάτι τέτοιο του ανατεθεί από την εποπτική αρχή του κράτους μέλους καταγωγής της ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής επιχείρησης: Νοείται ότι, σε περίπτωση οντότητας που δεν υπόκειται σε εποπτεία, αρμόδια αρχή θεωρείται ο Έφορος.
(5)Στις περιπτώσεις επιτόπιων ελέγχων που γίνονται από κοινού μεταξύ του Εφόρου και εποπτικής αρχής άλλου κράτους μέλους δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου, δικαιούται να συμμετέχει και η EIOPA. 38(I)/2016 ΤΕΤΑΡΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΟΡΟΙ ΑΣΚΗΣΗΣ ΤΩΝ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΩΝ ΤΜΗΜΑ 1 - ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΚΑΙ ΕΥΘΥΝΗ ΤΟΥ Ευθύνη διοικητικού συμβουλίου 42. Το διοικητικό συμβούλιο της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης υπέχει την τελική ευθύνη για τη συμμόρφωση της σχετικής επιχείρησης με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου και των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων Κανονισμών που κατατίθενται στη Βουλή των Αντιπροσώπων για έγκριση, καθώς και με οποιεσδήποτε άλλες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις εκδίδονται είτε σε εθνικό είτε σε ευρωπαϊκό επίπεδο σε σχέση με την άσκηση ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών εργασιών. 38(I)/2016 ΤΜΗΜΑ 2 - ΣΥΣΤΗΜΑ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ Γενικές απαιτήσεις διακυβέρνησης 43.
(1)Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις οφείλουν να διαθέτουν αποτελεσματικό σύστημα διακυβέρνησης, το οποίο να εγγυάται την ορθή και συνετή διαχείριση των δραστηριοτήτων, να περιλαμβάνει τουλάχιστον μια κατάλληλη διαφανή οργανωτική δομή, με σαφή κατανομή και ορθό διαχωρισμό καθηκόντων, καθώς και έναν αποτελεσματικό μηχανισμό διασφάλισης της μετάδοσης των πληροφοριών, συμπεριλαμβανομένης της συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις που ορίζουν τα άρθρα 44 μέχρι 49 του παρόντος Νόμου, καθώς και τις διαδικασίες που ακολουθούν έτσι ώστε το σύστημα διακυβέρνησης να υπόκειται σε τακτική εσωτερική εξέταση από την επιχείρηση.
(2)Το σύστημα διακυβέρνησης του εδαφίου
(1)θα πρέπει να είναι ανάλογο προς τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των εργασιών της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης.
(3)Οι ασφαλιστικές και αντασφαλιστικές επιχειρήσεις διαθέτουν γραπτώς τεκμηριωμένες πολιτικές, σε σχέση τουλάχιστον με τη διαχείριση του κινδύνου, τον εσωτερικό έλεγχο, τους εσωτερικούς λογιστικούς ελέγχους και, κατά περίπτωση, την εξωτερική ανάθεση και λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα για εφαρμογή των πολιτικών αυτών.
(4)Οι γραπτώς τεκμηριωμένες πολιτικές του εδαφίου
(3)επανεξετάζονται σε ετήσια, τουλάχιστον, βάση ενώ υπόκεινται στην προηγούμενη έγκριση του διοικητικού συμβουλίου και προσαρμόζονται σε κάθε σημαντική αλλαγή του εκάστοτε συστήματος ή τομέα.
(5)Οι ασφαλιστικές και οι αντασφαλιστικές επιχειρήσεις λαμβάνουν εύλογα μέτρα προκειμένου να διασφαλίζουν τη συνέχεια και την κανονικότητα των δραστηριοτήτων τους, συμπεριλαμβανομένης της ανάπτυξης σχεδίων έκτακτης ανάγκης και για τον σκοπό αυτό, οι επιχειρήσεις εφαρμόζουν και χρησιμοποιούν κατάλληλα και αναλογικά συστήματα, μέσα και διαδικασίες και ιδίως δημιουργούν και διαχειρίζονται συστήματα δικτύου και πληροφοριών σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2022/2554.
(6)Ο Έφορος επαληθεύει το σύστημα διακυβέρνησης των ασφαλιστικών και αντασφαλιστικών επιχειρήσεων και αξιολογεί τους αναδυόμενους κινδύνους που επισημαίνονται από τις επιχειρήσεις, οι οποίοι ενδέχεται να επηρεάσουν τη χρηματοοικονομική τους ευρωστία και δύναται να ζητήσει από τις επιχειρήσεις, και αυτές οφείλουν να συμμορφώνονται, την αναθεώρηση ή τροποποίηση του συστήματος διακυβέρνησης έτσι ώστε αυτό να βελτιωθεί και ενδυναμωθεί προκειμένου να εξασφαλισθεί η συμμόρφωση με τις απαιτήσεις που ορίζονται στα άρθρα 51 μέχρι 57 του παρόντος Νόμου.
(7)Ο Έφορος δύναται, όποτε κρίνει αυτό αναγκαίο, να ζητά από τις ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις την υποβολή οποιωνδήποτε στοιχείων που αναφέρονται στα εδάφια
(1)μέχρι
(5)για σκοπούς άσκησης των εξουσιών του δυνάμει του εδαφίου
(6).
(8)Δεν επιτρέπεται οποιαδήποτε παραχώρηση από ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση δανείων ή προσωρινών παροχών, εξαιρουμένων των δανείων που χορηγούνται από ασφαλιστική επιχείρηση σε σχέση με ασφαλιστήρια ζωής μέσα στα πλαίσια της αξίας εξαγοράς τους, έστω και αν αυτά εξασφαλίζονται με υποθήκη, προσωπική εγγύηση ή άλλο τρόπο, σε οποιοδήποτε μέλος του διοικητικού συμβουλίου της επιχείρησης, διευθυντή, αντιπρόσωπο, αναλογιστή, ελεγκτή, ή υπάλληλο της επιχείρησης ή σε οποιοδήποτε πρόσωπο ασκεί ουσιαστικά έλεγχο της επιχείρησης, ή σε οποιοδήποτε γονέα, σύζυγο, παιδί, αδελφό ή αδελφή των πι

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.