← Κύπρος

Ο περί της Ασκήσεως Ασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμος του 2002 - 35(I)/2002

Εν συντομία

Αυτός ο νόμος, γνωστός ως ο περί της Ασκήσεως Ασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμος του 2002, ρυθμίζει τις ασφαλιστικές εργασίες και συναφή θέματα στην Κύπρο. Σκοπός του είναι η εναρμόνιση με τις Οδηγίες της Ευρωπαϊκής Κοινότητας σχετικά με την ασφάλιση.

Τι ρυθμίζει

Ποιον αφορά

Βασικά σημεία

Κείμενο νόμου

Ο περί της Ασκήσεως Ασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμος του 2002 - 35(I)/2002 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | Επικοινωνία Κατάλογος Ενοποιημένης Νομοθεσίας Ο περί της Ασκήσεως Ασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμος του 2002 (35(I)/2002) Περιεχόμενα Πλήρες Κείμενο Εκτύπωση Ιστορικό Τροποποιήσεων 35(I)/2002 141(I)/2003 165(I)/2003 69(I)/2004 70(I)/2004 136(I)/2004 152(I)/2004 153(I)/2004 240(I)/2004 17(I)/2005 26(I)/2008 105(I)/2009 50(I)/2011 132(I)/2013 38(Ι)/2016 Προοίμιο Για σκοπούς εναρμόνισης με τις Πράξεις της Ευρωπαϊκής Κοινότητας με τίτλο— (α) «Πρώτη οδηγία 73/239/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 24ης Ιουλίου 1973 περί συντονισμού των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την ανάληψη δραστηριότητας πρωτασφάλισης, εκτός της ασφαλίσεως ζωής, και την άσκηση αυτής» (EEL 228 της 16.08.1973, σ. 003), όπως αυτή τροποποιήθηκε μέχρι και με την «Οδηγία 95/26/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 29ης Ιουνίου 1995 για την τροποποίηση των Οδηγιών 77/ 780/ΕΟΚ και 89/646/ΕΟΚ στον τομέα των πιστωτικών ιδρυμάτων, των Οδηγιών 73/239/ΕΟΚ και 92/49/ΕΟΚ στον τομέα της ασφάλισης ζημιών, των Οδηγιών 79/267/ΕΟΚ και 92/96/ΕΟΚ στον τομέα της ασφάλισης ζωής, της Οδηγίας 93/22/ΕΟΚ στον τομέα των επιχειρήσεων επενδύσεων και της Οδηγίας 85/611/ΕΟΚ στον τομέα των οργανισμών συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (ΟΣΕΚΑ), με σκοπό την ενίσχυση της προληπτικής εποπτείας» (EEL 168 της 18.07.1995, σ. 0007), (β) «Δεύτερη οδηγία 88/357/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 22ας Ιουνίου 1988 για το συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με την πρωτασφάλιση, εκτός της ασφάλειας ζωής και τη θέσπιση των διατάξεων που σκοπό έχουν να διευκολύνουν την πραγματική άσκηση της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών καθώς και για την τροποποίηση της Οδηγίας 73/239/ ΕΟΚ» (EEL 172 της 04.7.1998 σ. 001), όπως αυτή τροποποιήθηκε μέχρι και με την «Οδηγία 92/49/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 18ης Ιουνίου 1992 για το συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την πρωτασφάλιση, εκτός της ασφάλειας ζωής και για την τροποποίηση των Οδηγιών 73/239/ΕΟΚ και 88/357/ΕΟΚ (τρίτη οδηγία για την πρωτασφάλιση εκτός της ασφάλειας ζωής)» (EEL 228 της 11.08.1992, σ. 001), (γ) «Οδηγία 92/49/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 18ης Ιουνίου 1992 για το συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την πρωτασφάλιση, εκτός της ασφάλειας ζωής και για την τροποποίηση των Οδηγιών 73/239/ΕΟΚ και 88/357/ΕΟΚ (τρίτη οδηγία για την πρωτασφάλιση εκτός της ασφάλειας ζωή (EEL 228 της 11.08.1992, σ. 001), όπως αυτή τροποποιήθηκε μέχρι και με την «Οδηγία 95/26/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 29ης Ιουνίου 1995, για την τροποποίηση των Οδηγιών 77/780/ΕΟΚ και 89/646/ΕΟΚ στον τομέα των πιστωτικών ιδρυμάτων, των Οδηγιών 73/ 239/ΕΟΚ και 92/49/ΕΟΚ στον τομέα της ασφάλισης ζημιών, των Οδηγιών 79/267/ΕΟΚ και 92/96/ΕΟΚ στον τομέα της ασφάλισης ζωής, της Οδηγίας 93/22/ΕΟΚ στον τομέα των επιχειρήσεων επενδύσεων και της Οδηγίας 85/611/ΕΟΚ στον τομέα του οργανισμού συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (ΟΣΕΚΑ), με σκοπό την ενίσχυση της προληπτικής εποπτείας» (EEL 168 της 18.07.1995, σ. 0007), (δ) «Πρώτη Οδηγία 79/267/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5ης Μαρτίου 1979 περί συντονισμού των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την ανάληψη της δραστηριότητας της πρωτασφαλίσεως ζωής και την άσκηση αυτής» (EEL 063 της 13.03.1979, σ. 001), όπως αυτή τροποποιήθηκε μέχρι και με την «Οδηγία 95/26/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 29ης Ιουνίου 1995 για την τροποποίηση των οδηγιών 77/780/ΕΟΚ και 89/646/ΕΟΚ στον τομέα των πιστωτικών ιδρυμάτων, των Οδηγιών 73/239/ΕΟΚ και 92/49/ΕΟΚ στον τομέα της ασφάλισης ζημιών, των Οδηγιών 79/267/ ΕΟΚ και 92/96/ΕΟΚ στον τομέα της ασφάλισης ζωής, της Οδηγίας 93/ 22/ΕΟΚ στον τομέα των επιχειρήσεων επενδύσεων και της Οδηγίας 85/ 611/ΕΟΚ στον τομέα των οργανισμών συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (ΟΣΕΚΑ), με σκοπό την ενίσχυση της προληπτικής εποπτείας» (EEL 168 της 18.07.1995, σ. 0007), (ε) «Δεύτερη Οδηγία 90/619/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 8ης Νοεμβρίου 1990 για το συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με την πρωτασφάλιση ζωής και τη θέσπιση διατάξεων που σκοπό έχουν να διευκολύνουν την πραγματική άσκηση της ελεύθερης παροχής των υπηρεσιών καθώς και για την τροποποίηση της Οδηγίας 79/267/ΕΟΚ» (EEL 330 της 29.11.1990, σ. 0050), όπως αυτή τροποποιήθηκε μέχρι και με την «Οδηγία 92/96/ ΕΟΚ του Συμβουλίου της 10ης Νοεμβρίου 1992 για το συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την πρωτασφάλιση ζωής και για την τροποποίηση των Οδηγιών 79/267/ΕΟΚ και 90/619/ΕΟΚ (τρίτη οδηγία σχετική με την ασφάλεια ζωής)» (EEL 360 της 09.12.1992, σ. 0001), (στ) «Οδηγία 92/96/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 10ης Νοεμβρίου 1992 για το συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν των πρωτασφάλιση ζωής, και για την τροποποίηση των Οδηγιών 79/267/ΕΟΚ και 90/619/ΕΟΚ (τρίτη οδηγία σχετικά με την ασφάλεια ζωής) (EEL Ε360 της 09.12.1992, σ. 0001) όπως αυτή τροποποιήθηκε μέχρι και με την Οδηγία 95/26 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 29ης Ιουνίου 1995 για την τροποποίηση των Οδηγιών 77/780/ΕΟΚ και 89/646/ΕΟΚ στον τομέα των πιστωτικών ιδρυμάτων, των Οδηγιών 73/239/ΕΟΚ και 92/49/ΕΟΚ στον τομέα της ασφάλισης ζημιών, των Οδηγιών 79/ 267/ΕΟΚ και 92/96/ΕΟΚ στον τομέα της ασφάλισης ζωής, της Οδηγίας 93/22/ΕΟΚ στον τομέα των επιχειρήσεων επενδύσεων και της Οδηγίας 85/611/ΕΟΚ στον τομέα των οργανισμών συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (ΟΣΕΚΑ), με σκοπό την ενίσχυση της προληπτικής εποπτείας» (EEL 168 της 18.07.1995, σ. 0007), (ζ) «Οδηγία 77/92/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 13ης Δεκεμβρίου 1976 περί των μέτρων που αποσκοπούν στη διευκόλυνση της πραγματικής ασκήσεως του δικαιώματος εγκαταστάσεως και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών όσον αφορά τις δραστηριότητες πράκτορα και μεσίτη ασφαλειών (ex ομάδα 630 ΔΤΤΒ), και ιδίως περί των μεταβατικών μέτρων όσον αφορά τις δραστηριότητες αυτές» (EEL 026 της 31.01.1997, σ. 0014), (η) «Οδηγία 84/641/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 10ης Δεκεμβρίου 1984 για την τροποποίηση, όσον αφορά ιδίως την τουριστική βοήθεια, της πρώτης οδηγίας (73/239/ΕΟΚ), περί συντονισμού των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την ανάληψη δραστηριότητας πρωτασφάλισης, εκτός της ασφάλισης ζωής, και την άσκηση αυτής» (EEL 339 της 27.12.1984, σ. 0021), (θ) «Οδηγία 87/343/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 22ας Ιουνίου 1987 για την τροποποίηση, όσον αφορά την ασφάλιση πιστώσεων και εγγυήσεων, της Οδηγίας 73/239/ΕΟΚ περί συντονισμού των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την ανάληψη και την άσκηση δραστηριότητας πρωτασφάλισης εκτός της ασφάλισης ζωής» (EEL 185 της 04.07.1987, σ. 0072), (κ) «Απόφαση 91/370/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 20ής Ιουνίου 1991 σχετικά με την εφαρμογή της συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και της Ελβετικής Συνομοσπονδίας σχετικά με την πρωτασφάλιση εκτός από την ασφάλιση ζωής» (EEL205 της 27.07.1991, σ. 0048), (λ) «Οδηγία 91/674/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 19ης Δεκεμβρίου 1991 για τους ετήσιους και τους ενοποιημένους λογαριασμούς των ασφαλιστικών επιχειρήσεων» (EEL 374 της 31.12.1991, σ. 0007), (μ) «Οδηγία 95/26/ΕΟΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 29ης Ιουνίου 1995 για την τροποποίηση των Οδηγιών 77/780/ΕΟΚ και 89/646/ΕΟΚ στον τομέα των πιστωτικών ιδρυμάτων, των Οδηγιών 73/239/ΕΟΚ και 92/49/ΕΟΚ στον τομέα της ασφάλισης ζημιών, των Οδηγιών 79/267/ΕΟΚ και 92/96/ΕΟΚ στον τομέα της ασφάλισης ζωής, της Οδηγίας 93/22/ΕΟΚ στον τομέα των επιχειρήσεων επενδύσεων και της Οδηγίας 85/611/ΕΟΚ στον τομέα των οργανισμών συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (ΟΣΕΚΑ), με σκοπό την ενίσχυση της προληπτικής εποπτείας» (EEL 168 της 18.07.1995, σ. 0007), (ν) «Οδηγία 87/344/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 22ας Ιουνίου 1987 για το συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με την ασφάλιση νομικής προστασίας» (EEL 185 της 04.07.1987, σ. 0077), Η Βουλή των Αντιπροσώπων ψηφίζει ως ακολούθως: ΜΕΡΟΣ Ι ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ Συνοπτικός τίτλος 1. Ο παρών Νόμος θα αναφέρεται ως ο περί της Ασκήσεως Ασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμος του 2002. 35(I)/2002 Ερμηνεία 2.

(1)Στον παρόντα Νόμο, εκτός εάν από το κείμενο προκύπτει διαφορετική έννοια— «αλληλοασφαλιστικός οργανισμός» έχει την έννοια που αποδίδει στον όρο αυτό το εδάφιο
(2)του άρθρου 15 του παρόντος Νόμου· «αλλοδαπή ασφαλιστική επιχείρηση», σημαίνει ασφαλιστική επιχείρηση που έχει την έδρα της στην αλλοδαπή και ασκεί ασφαλιστικές εργασίες στη Δημοκρατία κατόπιν άδειας ασκήσεως ασφαλιστικών εργασιών, που της χορηγείται κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 25, ή άρθρο 29 του παρόντος Νόμου, εφόσον ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που τίθενται στο άρθρο 26 του παρόντος Νόμου· σε περίπτωση εν τούτοις προσχώρησης της Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και από την ημερομηνία προσχώρησης, ο όρος «αλλοδαπή ασφαλιστική επιχείρηση» θα σημαίνει μόνον ασφαλιστική επιχείρηση που έχει την έδρα της σε τρίτα Κράτη, εκτός από τα Κράτη Μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου ή προκειμένου περί ασφαλιστικών εργασιών στον Κλάδο Γενικής Φύσεως την Ελβετική Συνομοσπονδία, και ασκεί ασφαλιστικές εργασίες στη Δημοκρατία κατά τα οριζόμενα στα πιο πάνω άρθρα 25 και 26 του παρόντος Νόμου· «αλλοδαπή επιχείρηση εργασιών διαμεσολάβησης» σημαίνει επιχείρηση με έδρα σε τρίτο κράτος, που έχει ως αντικείμενο την άσκηση εργασιών διαμεσολάβησης ανεξάρτητα από την νομική μορφή την οποία περιβάλλεται· «ανεξάρτητος αναλογιστής» σημαίνει αναλογιστή που ικανοποιεί τις προϋποθέσεις που τίθενται στις παραγράφους (α) και (β) του εδαφίου
(2)του άρθρου 97 του παρόντος Νόμου και προκειμένου περί εντεταλμένου αναλογιστή, ο οποίος δεν έχει οποιοδήποτε συμφέρον στις επηρεαζόμενες επιχειρήσεις· «αντασφάλιση» σημαίνει τη δραστηριότητα που συνίσταται στην ανάληψη κινδύνων που εκχωρούνται από ασφαλιστική επιχείρηση ή από μια άλλη αντασφαλιστική επιχείρηση: Στην περίπτωση της ένωσης ασφαλιστών, που είναι γνωστή ως Λλόυδς, ως αντασφάλιση νοείται και η δραστηριότητα που συνίσταται στην ανάληψη κινδύνων εκ μέρους ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης άλλης από την ένωση ασφαλιστών που είναι γνωστή ως Λλόυδς, τους οποίους εκχωρεί οποιοδήποτε μέλος της Λλόυδς. Στην έννοια της αντασφάλισης περιλαμβάνεται και η παροχή κάλυψης από αντασφαλιστική επιχείρηση σε ίδρυμα επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών, εφόσον κάτι τέτοιο επιτρέπεται από το κράτος μέλος καταγωγής του ιδρύματος· «αντασφάλιση πεπερασμένου κινδύνου» σημαίνει την αντασφάλιση βάσει της οποίας η ρητή μέγιστη πιθανότητα ζημιάς, εκπεφρασμένη ως ο μέγιστος μεταβιβαζόμενος οικονομικός κίνδυνος, ο οποίος προέρχεται τόσο από σημαντικό ασφαλιστικό κίνδυνο όσο και από τον κίνδυνο της χρονικής διάρκειας της μεταβίβασης, υπερβαίνει το ασφάλιστρο καθ' όλη τη διάρκεια ισχύος του ασφαλιστηρίου κατά περιορισμένο αλλά σημαντικό ποσό, από κοινού με ένα τουλάχιστον εκ των εξής δύο χαρακτηριστικών: (i) τη λήψη υπόψη, ρητώς και υλικώς, της αξίας του χρήματος διαχρονικώς· (ii) την πρόβλεψη συμβατικών διατάξεων προς συγκράτηση της ισορροπίας της οικονομικής εμπειρίας μεταξύ των συμβαλλομένων διαχρονικώς για να επιτευχθεί η μεταβίβαση στοχευμένου κινδύνου. «αντασφαλιστική επιχείρηση» σημαίνει την αντασφαλιστική επιχείρηση η οποία ασκεί μόνο αντασφαλιστικές εργασίες και έχει αδειοδοτηθεί σύμφωνα με το εδάφιο
(7)του άρθρου 19 και την παράγραφο (α) του εδαφίου
(3)του άρθρου 23 του παρόντος Νόμου· «αντασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας» σημαίνει κάθε επιχείρηση η οποία, αν είχε καταστατική έδρα εντός της Δημοκρατία, θα χρειαζόταν άδεια σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στον παρόντα Νόμο. «αντασφαλιστική επιχείρηση Κράτους Μέλους της Ε.Ε. ή του Ε.Ο.Χ.» σημαίνει αντασφαλιστική επιχείρηση που έχει την έδρα της σε Κράτος Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου, περιβάλλεται μία νομική μορφή από αυτές που καθορίζονται στο Τρίτο Παράρτημα και ασκεί αντασφαλιστικές εργασίες στη Δημοκρατία είτε υπό καθεστώς ελεύθερης εγκατάστασης είτε και υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 32 και 35 του παρόντος Νόμου· «αντασφαλιστική εταιρεία» [Διαγράφηκε]· «αντιπρόσωπος για διακανονισμό απαιτήσεων» έχει την έννοια που αποδίδεται σ’ αυτό τον όρο από τους περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης έναντι Τρίτου) Νόμους του 2000 έως (Αρ. 2) του 2003· «ασφάλιση» σημαίνει την άσκηση ασφαλιστικών εργασιών «ασφάλιση Κλάδου Γενικής Φύσεως» ή, κατά ταυτόσημη έννοια «ασφαλιστικές εργασίες Κλάδου Γενικής Φύσεως» ή «Κλάδος Γενικής Φύσεως» σημαίνει την άσκηση ασφαλιστικών εργασιών στους κλάδους που διαλαμβάνονται στο συνημμένο στον παρόντα Νόμο Πρώτο Παράρτημα· «ασφάλιση Κλάδου Ζωής» ή, κατά ταυτόσημη έννοια, «ασφαλιστικές εργασίες Κλάδου Ζωής» ή «Κλάδος Ζωής» σημαίνει την άσκηση ασφαλιστικών εργασιών στους κλάδους που διαλαμβάνονται στο συνημμένο στον παρόντα Νόμο Δεύτερο Παράρτημα· «ασφάλισμα», σε συνάρτηση με ασφάλιση του Κλάδου Γενικής Φύσεως, σημαίνει το ποσό που καθίσταται πληρωτέο στον ασφαλισμένο ή άλλο δικαιούχο, και σε συνάρτηση με ασφάλιση του Κλάδου Ζωής σημαίνει το ποσό που καθίσταται πληρωτέο στον κάτοχο ασφαλιστηρίου ή άλλο δικαιούχο δυνάμει των όρων της συναφθείσας ασφαλιστικής· συμβάσεως· «ασφαλιστήριο» σημαίνει το ασφαλιστήριο έγγραφο που αποδεικνύει τη σύναψη ασφαλιστικής συμβάσεως και εκδίδεται από κυπριακή ασφαλιστική εταιρεία ή από αλλοδαπή ασφαλιστική επιχείρηση που κατέχει άδεια ασκήσεως ασφαλιστικών εργασιών στη Δημοκρατία ή, σε περίπτωση προσχώρησης της Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και από την ημερομηνία προσχώρησης, το ασφαλιστήριο έγγραφο που εκδίδεται από ασφαλιστική επιχείρηση Κράτους Μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου, που ασκεί ασφαλιστικές εργασίες στη Δημοκρατία υπό καθεστώς ελεύθερης εγκατάστασης ή και υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών «ασφαλιστική απαίτηση» σημαίνει κάθε ποσό που οφείλει η ασφαλιστική επιχείρηση σε ασφαλισμένους, κατόχους ασφαλιστηρίων συμβολαίων, δικαιούχους ή σε κάθε ζημιωθέντα, οι οποίοι έχουν αγώγιμο δικαίωμα κατά της ασφαλιστικής επιχείρησης που απορρέει από ασφαλιστήριο συμβόλαιο ή από ασφαλιστική πράξη στους κλάδους διαχείρισης ομαδικών συνταξιοδοτικών κεφαλαίων ή ταμείων, εξαγοράς κεφαλαίου, παρόμοιων εργασιών με την κοινωνική ασφάλιση και τοντίνας, με αντικείμενο πρωτασφάλιση, περιλαμβανομένων των ποσών που αποθεματοποιούνται για τα προαναφερόμενα πρόσωπα, όταν δεν έχουν ακόμη καταστεί γνωστά ορισμένα στοιχεία της οφειλής και των ασφαλίστρων που οφείλονται από ασφαλιστική επιχείρηση ως αποτέλεσμα μη κατάρτισης ή ακύρωσης αυτών των ασφαλιστηρίων συμβολαίων και ασφαλιστικών πράξεων· «ασφαλιστική επιχείρηση» ή, κατά ταυτόσημη έννοια, «ασφαλιστής», σημαίνει την κυπριακή ασφαλιστική εταιρεία καθώς και κάθε άλλη επιχείρηση που έχει ως αντικείμενο την άσκηση ασφαλιστικών εργασιών, ανεξάρτητα από τη νομική μορφή που περιβάλλεται κατά το δίκαιο που ισχύει στο Κράτος όπου έχει την έδρα της, και περιλαμβάνει και την Ένωση Ασφαλιστών Λλόϋδς Λονδίνου καθώς και την ασφαλιστική επιχείρηση μεικτών δραστηριοτήτων· «ασφαλιστική επιχείρηση Κράτους Μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου» ή, συνοπτικά, κατά ταυτόσημη έννοια, «ασφαλιστική επιχείρηση Κράτους Μέλους της Ε.Ε. ή του Ε.Ο.Χ.» σημαίνει ασφαλιστική επιχείρηση που έχει την έδρα της σε Κράτος Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου, περιβάλλεται μια νομική μορφή από αυτές που καθορίζονται στο συνημμένο στον παρόντα Νόμο Τρίτο Παράρτημα και ασκεί ασφαλιστικές εργασίες στη Δημοκρατία υπό καθεστώς ελεύθερης εγκατάστασης ή και ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 32 και 35 του παρόντος Νόμου· «ασφαλιστική επιχείρηση μεικτών δραστηριοτήτων» σημαίνει την ασφαλιστική επιχείρηση που ασκεί εργασίες ασφάλισης και αντασφάλισης και η οποία πληροί μια από τις πιο κάτω προϋποθέσεις: (α) τα εισπραττόμενα αντασφάλιστρα υπερβαίνουν το 10% των συνολικών ασφαλίστρων της ή∙ (β) τα εισπραττόμενα αντασφάλιστρα υπερβαίνουν τα 50.000.000 Ευρώ ή∙ (γ) οι τεχνικές προβλέψεις που απορρέουν από την εκ μέρους της ανάληψη αντασφαλίσεων υπερβαίνουν το 10% των συνολικών τεχνικών προβλέψεων της· «ασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας» σημαίνει κάθε επιχείρηση η οποία, αν είχε καταστατική έδρα εντός της Δημοκρατίας, θα χρειαζόταν άδεια σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στον παρόντα Νόμο· «ασφαλιστικές εργασίες» σημαίνει εργασίες ασφάλισης σε οποιοδήποτε από τους κλάδους που διαλαμβάνονται στο συνημμένο στον παρόντα Νόμο Πρώτο ή Δεύτερο Παράρτημα και περιλαμβάνει και τις εργασίες αντασφάλισης και αλληλοασφάλισης στους κλάδους αυτούς· ο όρος αυτός περιλαμβάνει επίσης και τις ακόλουθες εργασίες— (α) Τη σύναψη και εκτέλεση από μια ασφαλιστική επιχείρηση συμβάσεων σε σχέση με ομόλογα εγγυήσεως πίστεως, ομόλογα εκτελέσεως συμβάσεως, ομόλογα διαχειρίσεως, ομόλογα εγγυήσεως αποφυλακίσεως, ομόλογα εκτελώνισης ή παρόμοιας φύσεως συμβάσεων εγγυήσεως, εφόσον αυτές συνάπτονται στα πλαίσια των εργασιών της ασφαλιστικής επιχείρησης με αντάλλαγμα την καταβολή ασφαλίστρου και όχι περιστασιακά σε σχέση με άλλη εργασία που ασκείται από το πρόσωπο που τις συνάπτει· (β) τη σύναψη και εκτέλεση συμβολαίων για την καταβολή ετήσιων προσόδων, επί της ανθρώπινης ζωής· «ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου» σημαίνει τη μητρική επιχείρηση, η οποία, ενώ δεν είναι εταιρεία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών, έχει ως κύρια δραστηριότητα την απόκτηση και κατοχή συμμετοχών σε θυγατρικές επιχειρήσεις, εφόσον οι εν λόγω θυγατρικές είναι αποκλειστικά ή κυρίως ασφαλιστικές επιχειρήσεις ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις ή ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις τρίτων χωρών και μια τουλάχιστον από αυτές τις θυγατρικές επιχειρήσεις είναι ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση· «ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου μεικτής δραστηριότητας» σημαίνει τη μητρική επιχείρηση, η οποία δεν είναι ασφαλιστική επιχείρηση, ασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας, αντασφαλιστική επιχείρηση, αντασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας, ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου ή εταιρεία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών, η οποία περιλαμβάνει τουλάχιστον μια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση μεταξύ των θυγατρικών της· «ασφαλιστική υποχρέωση», σε συνάρτηση με τις ασφαλίσεις του Κλάδου Ζωής, λογίζεται η υποχρέωση η οποία συγκεκριμενοποιείται σε ένα από τους κλάδους ασφαλίσεων που διαλαμβάνονται στο συνημμένο στον παρόντα Νόμο Δεύτερο Παράρτημα ή σε ένα από τα είδη εργασιών, που αναφέρονται στους ορισμούς των κλάδων αυτών, όπως οι ορισμοί αυτοί καθορίζονται στο παρόν άρθρο· «ασφαλιστική σύμβαση» σημαίνει σύμβαση διεπόμενη από τον περί Συμβάσεων Νόμο, που συνάπτεται μεταξύ της ασφαλιστικής επιχείρησης και ενός ή περισσότερων ασφαλισμένων, ανεξάρτητα εάν εκδίδεται ασφαλιστήριο έγγραφο ή όχι, αναφορικά με την παροχή ασφαλιστικής κάλυψης σε ένα ή περισσότερους κλάδους, από αυτούς που διαλαμβάνονται στα δύο Παραρτήματα, Πρώτο και Δεύτερο, που συνάπτονται στον παρόντα Νόμο· «ασφαλιστικός κίνδυνος» λογίζεται ο κίνδυνος ο οποίος συγκεκριμενοποιείται σε έναν από τους κλάδους ασφαλίσεων που διαλαμβάνονται στο συνημμένο στον παρόντα Νόμο Πρώτο Παράρτημα ή σε ένα από τα είδη εργασιών, που αναφέρονται στους ορισμούς των κλάδων αυτών, όπως οι ορισμοί αυτοί καθορίζονται στο παρόν άρθρο· «Βοηθός Έφορος Ασφαλίσεων» ή συνοπτικά, κατά ταυτόσημη έννοια, «Βοηθός Έφορος», σημαίνει τον κατά τις διατάξεις του άρθρου 4 του παρόντος Νόμου ασκούντα καθήκοντα Βοηθού Εφόρου Ασφαλίσεων δημόσιο λειτουργό· «γενικός αντιπρόσωπος» σημαίνει γενικό αντιπρόσωπο αλλοδαπής ασφαλιστικής επιχείρησης, που ορίζεται κατά τις διατάξεις του άρθρου 56, γενικό αντιπρόσωπο της Ένωσης Ασφαλιστών Λλόϋδς Λονδίνου, που ορίζεται κατά τις διατάξεις του άρθρου 57, γενικό αντιπρόσωπο κυπριακής ασφαλιστικής εταιρείας σε Κράτος Μέλος της Ε.Ε. ή του Ε.Ο.Χ. ή γενικό αντιπρόσωπο ασφαλιστικής επιχείρησης Κράτους Μέλους της Ε.Ε. ή του Ε.Ο.Χ. στη Δημοκρατία, που ορίζονται κατά τις διατάξεις του εδαφίου
(2)ή
(3)του άρθρου 58 του παρόντος Νόμου· «δέσμια αντασφαλιστική επιχείρηση» σημαίνει αντασφαλιστική επιχείρηση που ανήκει είτε σε χρηματοπιστωτική επιχείρηση εκτός των ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων ή των ομίλων ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων οι οποίοι υπάγονται στην συμπληρωματική εποπτεία των εδαφίων
(2),
(3),
(4)και
(5)του άρθρου 5 του παρόντος Νόμου, είτε σε μη χρηματοπιστωτική επιχείρηση με σκοπό την παροχή αντασφαλιστικής κάλυψης αποκλειστικά για τους κινδύνους της επιχείρησης ή των επιχειρήσεων στις οποίες ανήκει, ή της επιχείρησης ή των επιχειρήσεων του ομίλου του οποίου η δέσμια επιχείρηση είναι μέλος· «Δημοκρατία» σημαίνει την Κυπριακή Δημοκρατία· «διαδικασία εκκαθάρισης» ή κατά ταυτόσημη έννοια “εκκαθάριση”, σημαίνει τη διαδικασία εκκαθάρισης κατά τα οριζόμενα στο Μέρος V του περί Εταιρειών Νόμου, και περιλαμβάνει τις συλλογικές διαδικασίες που αναφέρονται στο Μέρος ΧΙ. «διαμεσολαβητής» σημαίνει το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που ασκεί έναντι προμηθείας ή αμοιβής εργασίες διαμεσολάβησης και έχει εγγραφεί σε ένα από τα Μητρώα του άρθρου 170 του Νόμου· «διαχειριστής» σημαίνει τον Έφορο Ασφαλίσεων, καθώς και κάθε άλλο πρόσωπο, στην αρμοδιότητα του οποίου εμπίπτει η διαχείριση μέτρων εξυγίανσης. «διευθύνοντες» σημαίνει τα καθοριζόμενα στα άρθρα 53, 54 και 55 του παρόντος Νόμου πρόσωπα· «Δικαστήριο» σημαίνει το κατά νόμο αρμόδιο Δικαστήριο της Δημοκρατίας- «εγγυητικό κεφάλαιο» σημαίνει το προβλεπόμενο στο άρθρο 69 του παρόντος Νόμου εγγυητικό κεφάλαιο- «εγκατάσταση» λογίζεται η έδρα, καθώς και κάθε υποκατάστημα ή αντιπροσωπεία μιας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης· σε περίπτωση προσχώρησης της Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και από την ημερομηνία προσχώρησής της, προς υποκατάστημα ή αντιπροσωπεία θα εξομοιώνεται κάθε μόνιμη παρουσία μιας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης στο έδαφος Κράτους Μέλους της Ε.Ε. ή του Ε.Ο.Χ., έστω και αν αυτή η παρουσία δεν έχει λάβει τη μορφή υποκαταστήματος ή αντιπροσωπείας αλλά ασκείται μέσω απλού γραφείου, το οποίο διευθύνεται από προσωπικό της ίδιας της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης ή από ανεξάρτητο πρόσωπο εντεταλμένο να ενεργεί μονίμως για την επιχείρηση αυτή, όπως θα ενεργούσε ένα υποκατάστημα ή μια αντιπροσωπεία- «εγκεκριμένος ελεγκτής» σημαίνει πρόσωπο το οποίο κατέχει τα προσόντα για διορισμό ως ελεγκτής εταιρείας δυνάμει των άρθρων 155 έως 155ΣΤ του περί Εταιρειών Νόμου. «εγκεκριμένες επενδύσεις» έχει την έννοια που αποδίδει στον όρο αυτό το άρθρο 79 του παρόντος Νόμου· «ειδική συμμετοχή» σημαίνει την κατοχή, άμεσα ή έμμεσα, τουλάχιστο δέκα τοις εκατό (10%) του κεφαλαίου ή των δικαιωμάτων ψήφου μιας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης ή κάθε άλλη δυνατότητα άσκησης ουσιώδους επιρροής στη διαχείριση της επιχείρησης, στην οποία υπάρχει συμμετοχή- για το σκοπό εφαρμογής του ορισμού «ειδική συμμετοχή», λαμβάνονται υπόψη και τα δικαιώματα που αναγράφονται στο άρθρο 142 του παρόντος Νόμου- «εκκαθαριστής» σημαίνει το πρόσωπο που διορίζεται από το Δικαστήριο κατά το άρθρο 158 ή, σε περίπτωση προσωρινού εκκαθαριστή από τον Έφορο Ασφαλίσεων κατά το εδάφιο
(1)του άρθρου 157, για να διαχειρίζεται τις διαδικασίες εκκαθάρισης και περιλαμβάνει εκκαθαριστή κατά τις διατάξεις του περί Εταιρειών Νόμου. «ελάχιστο περιθώριο φερεγγυότητας» ή κατά ταυτόσημη έννοια, «απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας σημαίνει το κατά νόμο απαιτούμενο ελάχιστο περιθώριο φερεγγυότητας μιας ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, όπως αυτό καθορίζεται στα άρθρα 67, 68, 68 Α και 73 του παρόντος Νόμου- «έλεγχος» λογίζεται η σχέση που υφίσταται μεταξύ μητρικής και θυγατρικής εταιρείας, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 148 του περί Εταιρειών Νόμου, ή οποιαδήποτε παρεμφερής σχέση μεταξύ οποιουδήποτε φυσικού ή νομικού προσώπου και μιας επιχείρησης· «εμπιστευτικές πληροφορίες» σημαίνει κάθε πληροφορία που δεν περιέχεται σε μητρώο ή αρχείο στο οποίο κατά νόμο έχει πρόσβαση το κοινό ή κάθε άλλη πληροφορία που δεν είναι άλλωσπως δημόσια γνωστή· «εντεταλμένος αναλογιστής» σημαίνει αναλογιστή που ασκεί καθήκοντα κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 97 ή στο άρθρο 98 του παρόντος Νόμου· «Ένωση Ασφαλιστών Λλόυδς Λονδίνου» ή συνοπτικά, κατά ταυτόσημη έννοια, «Λλόυδς» σημαίνει την Ένωση Ασφαλιστών που λειτουργεί στο Ηνωμένο Βασίλειο· «Επίσημος Παραλήπτης» σημαίνει τον Έφορο Εταιρειών και Επίσημο Παραλήπτη κατά τα οριζόμενα στον περί Εταιρειών Νόμο. «Επιτροπή» σημαίνει την προβλεπόμενη στο άρθρο 9 του παρόντος Νόμου Συμβουλευτική Επιτροπή Ασφαλίσεων· «εργασίες διαμεσολάβησης» σημαίνει τις δραστηριότητες οι οποίες συνίστανται είτε στην παρουσίαση, πρόταση προπαρασκευή σύμβασης ασφάλισης ή αντασφάλισης, είτε στην σύναψη σύμβασης ασφάλισης ή αντασφάλισης, είτε στην παροχή βοήθειας κατά τη διαχείριση και εκτέλεση σύμβασης ασφάλισης ή αντασφάλισης, ιδίως σε περίπτωση επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου. «εσωτερικός αναλογιστής» σημαίνει τον προβλεπόμενο στο άρθρο 59 του παρόντος Νόμου αναλογιστή· «εταιρεία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών» σημαίνει τη μητρική επιχείρηση, εκτός από την κυπριακή ασφαλιστική ή αντασφαλιστική εταιρεία, η οποία, μαζί με τις θυγατρικές της, από τις οποίες μία τουλάχιστον είναι ασφαλιστική επιχείρηση, Ε.Π.Ε.Υ. ή πιστωτικό ίδρυμα, κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και άλλες οντότητες, συνιστά χρηματοπιστωτικό όμιλο ετερογενών δραστηριοτήτων· «Ευρωπαϊκή Επιτροπή» σημαίνει την Επιτροπή της Ευρωπαϊκής Ένωσης· «Έφορος Ασφαλίσεων» ή συνοπτικά, κατά ταυτόσημη έννοια, «Έφορος» σημαίνει τον κατά τις διατάξεις του άρθρου 4 του παρόντος Νόμου ασκούντα καθήκοντα Εφόρου Ασφαλίσεων δημόσιο λειτουργό· «Έφορος Εταιρειών» σημαίνει τον Επίσημο Παραλήπτη και Έφορο, όπως αυτός καθορίζεται στο άρθρο 2 του περί Εταιρειών Νόμου· «Ε.Ο.Χ.» σημαίνει τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο· «Ε.Π.Ε.Υ.» σημαίνει επιχείρηση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών με την έννοια που ο όρος αυτός χρησιμοποιείται στους περί των Επιχειρήσεων Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (Ε.Π.Ε.Υ.) Νόμους του 2002 έως (Αρ. 2) του 2003· «Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων» σημαίνει την Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή που συγκροτήθηκε με τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 24ης Νοεμβρίου 2010 για τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων), την τροποποίηση της απόφασης αριθ. 716/2009/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 2009/79/ΕΚ της Επιτροπής, όπως εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται· «Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών» σημαίνει την Ευρωπαϊκή Εποπτική Αρχή που συγκροτήθηκε με τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 24ης Νοεμβρίου 2010 σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών), την τροποποίηση της απόφασης αριθ. 716/2009/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 2009/78/ΕΚ της Επιτροπής, όπως εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται· «Eurostat» σημαίνει τη Στατιστική Υπηρεσία της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων που είναι αρμόδια για την εκτέλεση των καθηκόντων που ανατίθενται στην Επιτροπή σχετικά με την παραγωγή κοινοτικών στατιστικών· «θυγατρική επιχείρηση» σημαίνει τη θυγατρική επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρου 148 του περί Εταιρειών Νόμου, καθώς και επιχείρηση επί της οποίας, σύμφωνα με τη γνώμη του Εφόρου, η μητρική επιχείρηση ασκεί πραγματικά δεσπόζουσα επιρροή. Όλες οι θυγατρικές άλλων θυγατρικών επιχειρήσεων θεωρούνται επίσης θυγατρικές της αρχικής μητρικής επιχείρησης· «ισοτιμία λίρας Κύπρου Ευρώ» σημαίνει τη συναλλαγματική ισοτιμία μεταξύ λίρας Κύπρου και Ευρώ κατά την 31η Οκτωβρίου έκαστου έτους όπως αυτή εκδίδεται από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου και αφορά τη μέση τιμή και όταν η ημέρα αυτή είναι τραπεζική αργία, λαμβάνεται υπόψη η συναλλαγματική ισοτιμία της αμέσως προηγούμενης εργάσιμης ημέρας· «καθορισμένο τέλος» σημαίνει τέλος καθορισμένο με Κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει του παρόντος Νόμου· «καθορισμένος τύπος» σημαίνει τύπος καθορισμένος με απόφαση του Εφόρου που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας και ισχύει από της δημοσιεύσεώς της· «κεφάλαιο κινδύνου» σημαίνει το ποσό το οποίο καθίσταται πληρωτέο σε περίπτωση θανάτου μείον το μαθηματικό απόθεμα του βασικού κινδύνου και αφορά ασφαλίσεις που εμπίπτουν στον Κλάδο Ζωής· «κλάδος αεροσκαφών» σημαίνει τον κλάδο που αφορά στη σύναψη και εκτέλεση ασφαλιστικών συμβάσεων σε σχέση με ζημιά ή απώλεια που υφίστανται αεροσκάφη ή τα μηχανήματα, εξαρτήματα, έπιπλα ή ο εξοπλισμός τους· «κλάδος άλλης ζημιάς σε περιουσιακά στοιχεία» σημαίνει τον κλάδο που αφορά στη σύναψη και εκτέλεση ασφαλιστικών συμβάσεων σε σχέση με οποιαδήποτε ζημιά σε περιουσιακά στοιχεία, με εξαίρεση των περιουσιακών στοιχείων για τα οποία προσφέρεται κάλυψη κάτω από τους κλάδους 3 έως 7 που αναφέρονται στο Πρώτο Παράρτημα, η οποία προκλήθηκε από χαλάζι ή παγετό ή άλλη αιτία και που δεν υπάγεται στον κλάδο 8 που αναφέρεται στο συνημμένο στον παρόντα Νόμο Πρώτο Παράρτημα· «κλάδος ασθενειών» σημαίνει τον κλάδο που αφορά στη σύναψη και εκτέλεση ασφαλιστικών συμβάσεων σε σχέση με παροχές κατ' αποκοπή, περιοδικές παροχές αποζημιώσεων, ή συνδυασμό τους, έναντι κινδύνων ή απωλειών προς τους ασφαλισμένους, που αποδίδονται σε ασθένεια ή ανικανότητα, εξαιρουμένων όμως ασφαλιστηρίων που εμπίπτουν στον κλάδο ασφάλισης υγείας, που αναφέρεται στο συνημμένο στον παρόντα Νόμο Δεύτερο Παράρτημα· «κλάδος ασφάλισης ζωής» σημαίνει τον κλάδο που αφορά στη σύναψη και εκτέλεση των ασφαλιστικών συμβάσεων σε σχέση με— (α) Ασφαλίσεις επί της ανθρώπινης ζωής που περιλαμβάνει ασφαλίσεις επιβίωσης μέχρι ορισμένης ηλικίας, θανάτου, μικτές, θανάτου και επιβίωσης μέχρι ορισμένης ηλικίας, καθώς και ασφάλιση ζωής με επιστροφή του ασφαλίστρου· (β) ασφαλίσεις ετήσιων προσόδων· και (γ) ασφαλίσεις σωματικών βλαβών (στις οποίες περιλαμβάνεται και η ανικανότητα για επαγγελματική εργασία), θανάτου από ατύχημα, αναπηρίας από ατύχημα και ασθένειας, εφόσον οι ασφαλίσεις αυτές συνάπτονται συμπληρωματικά υπό τύπο προσαρτήματος στις ασφαλίσεις ζωής που αναφέρονται στο (α) και (β) πιο πάνω· «κλάδος ασφαλίσεων ζωής συνδεδεμένων με επενδύσεις» σημαίνει τον κλάδο που αφορά στη σύναψη και εκτέλεση ασφαλιστικών συμβάσεων σε σχέση με τον κλάδο ασφάλισης ζωής (εκτός της περίπτωσης (γ) του ορισμού του κλάδου) και ασφαλιστικών συμβάσεων σε σχέση με τον κλάδο γάμου και γεννήσεως, που είναι συνδεδεμένες με επενδύσεις· «κλάδος ασφάλισης υγείας» σημαίνει τον κλάδο που αφορά στη σύναψη και εκτέλεση ασφαλιστικών συμβάσεων για προσφορά καθορισμένων ωφελημάτων σε σχέση με κινδύνους που διατρέχουν πρόσωπα να καταστούν ανίκανα από τραυματισμό ως αποτέλεσμα ατυχήματος ή ως αποτέλεσμα ατυχήματος συγκεκριμένης φύσεως ή ασθένειας ή αναπηρίας οι οποίες συμβάσεις— (α) έχουν χρονική διάρκεια όχι μικρότερη των πέντε ετών ή μέχρι την κανονική ηλικία αφυπηρέτησης των προσώπων στα οποία αφορούν ή που δεν καθορίζουν χρονική διάρκεια· και (β) είτε δε δύνανται να τερματισθούν μονομερώς από την ασφαλιστική επιχείρηση είτε δύνανται να τερματισθούν μονομερώς μόνο σε ειδικές περιπτώσεις που καθορίζονται στα ασφαλιστήρια· «κλάδος ατυχημάτων» σημαίνει τον κλάδο που αφορά στη σύναψη και εκτέλεση ασφαλιστικών συμβάσεων σε σχέση με παροχές κατ' αποκοπή, περιοδικές παροχές αποζημιώσεων, ή συνδυασμό τους, έναντι κινδύνων του ιδίου του ασφαλισμένου ή των προσώπων προς όφελος των οποίων η ασφαλιστική σύμβαση έχει συναφθεί, και περιλαμβάνει ασφαλιστικές συμβάσεις που αφορούν επαγγελματικές ασθένειες και τραυματισμό από εργατικά ατυχήματα, εξαιρουμένων των ασφαλιστικών συμβάσεων που εμπίπτουν στον κλάδο ασθενειών που αναφέρεται στο Πρώτο Παράρτημα και στον κλάδο ασφάλισης υγείας που αναφέρεται στο Δεύτερο Παράρτημα· «κλάδος βοήθειας» σημαίνει τον κλάδο που αφορά στη σύναψη και εκτέλεση ασφαλιστικών συμβάσεων σε σχέση με πρόσωπα που περιέρχονται σε δυσχερή θέση κατά τη διάρκεια μετακινήσεων ή απουσίας από την κατοικία ή από τον τόπο διαμονής τους, όπως ο κλάδος αυτός περιγράφεται στο συνημμένο στον παρόντα Νόμο Πρώτο Παράρτημα, Μέρος Γ· «κλάδος γάμου και γεννήσεως» σημαίνει τον κλάδο που αφορά στη σύναψη και εκτέλεση ασφαλιστικών συμβάσεων διάρκειας μεγαλύτερης του ενός έτους που προβλέπουν την καταβολή ενός χρηματικού ποσού κατά το γάμο ή κατά τη γέννηση παιδιού· «κλάδος γενικής ευθύνης» σημαίνει τον κλάδο που αφορά στη σύναψη και εκτέλεση ασφαλιστικών συμβάσεων σε σχέση με όλες τις υπόλοιπες περιπτώσεις ασφάλισης κινδύνων που αφορούν στην ευθύνη των ασφαλισμένων προσώπων έναντι τρίτων και για τις οποίες δεν προσφέρεται κάλυψη κάτω από τους κλάδους 10, 11 και 12, που διαλαμβάνονται στο συνημμένο στον παρόντα Νόμο Πρώτο Παράρτημα· «κλάδος διαχείρισης ομαδικών συνταξιοδοτικών κεφαλαίων ή ταμείων» σημαίνει τον κλάδο που αφορά στη σύναψη και εκτέλεση ασφαλιστικών συμβάσεων— (α) σε σχέση με τη διαχείριση επενδύσεων και ειδικότερα των περιουσιακών στοιχείων που αντιπροσωπεύουν τα αποθέματα οργανισμών τα οποία καταβάλλουν πληρωμές σε περίπτωση θανάτου, επιβίωσης, διακοπής ή περιορισμού της επαγγελματικής δραστηριότητας των συμμετεχόντων και (β) του τύπου που αναφέρεται στην περίπτωση (α), όταν αυτό συνδέεται με ασφαλιστικές συμβάσεις που καλύπτουν είτε τη διατήρηση κεφαλαίου είτε την πληρωμή ελάχιστου επιτοκίου· «κλάδος εγγυήσεων» σημαίνει τον κλάδο που αφορά στη σύναψη και εκτέλεση ασφαλιστικών συμβάσεων σε σχέση με κάλυψη που παρέχεται από την ασφαλιστική επιχείρηση για τον κίνδυνο μη εκπλήρωσης συμβατικής υποχρέωσης του ασφαλισμένου η οποία παρέχεται υπό μορφή— (α) άμεσων εγγυήσεων (β) έμμεσων εγγυήσεων (όπως τα συμβόλαια πιστωτικών ομολόγων, ομόλογα εκτέλεσης, διαχειριστικά ομόλογα, ομόλογα αποφυλάκισης)· «κλάδος εξαγοράς κεφαλαίου» σημαίνει τον κλάδο που αφορά στη σύναψη και εκτέλεση ασφαλιστικών συμβάσεων που βασίζονται σε αναλογιστικούς υπολογισμούς με βάση τους οποίους αναλαμβάνονται υποχρεώσεις για ορισμένο χρονικό διάστημα και για ορισμένο ποσό, έναντι εφάπαξ ή περιοδικών προκαθορισμένων καταβολών «κλάδος ευθύνης από αεροσκάφη» σημαίνει τον κλάδο που αφορά στη σύναψη και εκτέλεση ασφαλιστικών συμβάσεων σε σχέση με ζημιά που προκαλείται από ή σε σχέση με τη χρήση αεροσκαφών, συμπεριλαμβανομένων και των κινδύνων έναντι τρίτων και της ευθύνης του μεταφορέα· «κλάδος ευθύνης από μηχανοκίνητα οχήματα» σημαίνει τον κλάδο που αφορά στη σύναψη και εκτέλεση ασφαλιστικών συμβάσεων σε σχέση με ζημιά που προκαλείται από ή σε σχέση με τη χρήση μηχανοκίνητου οχήματος στο έδαφος, συμπεριλαμβανομένων και των κινδύνων έναντι τρίτων και της ευθύνης του μεταφορέα· «κλάδος ευθύνης από σκάφη» σημαίνει τον κλάδο που αφορά στη σύναψη και εκτέλεση ασφαλιστικών συμβάσεων σε σχέση με ζημιά που προκαλείται από ή σε σχέση με τη χρήση σκαφών που διακινούνται σε θάλασσες ή λίμνες ή ποταμούς ή και κανάλια, συμπεριλαμβανομένων και των κινδύνων έναντι τρίτων και της ευθύνης του μεταφορέα· «κλάδος νομικής προστασίας» σημαίνει τον κλάδο που αφορά στη σύναψη και εκτέλεση ασφαλιστικών συμβάσεων σε σχέση με την ανάληψη δικαστικών και άλλων νομικών εξόδων, όπως ο κλάδος αυτός περιγράφεται στο συνημμένο στον παρόντα Νόμο Πρώτο Παράρτημα, Μέρος Δ· «κλάδος οικονομικής απώλειας ποικίλης φύσεως» σημαίνει τον κλάδο που αφορά στη σύναψη και εκτέλεση ασφαλιστικών συμβάσεων σε σχέση με ζημιά ή κίνδυνο που προκύπτει από επαγγελματική απασχόληση, γενική ανεπάρκεια εισοδήματος, κακοκαιρία, απώλεια ωφελημάτων, τρέχοντα γενικά έξοδα, απρόβλεπτες εμπορικές δαπάνες και άλλες έμμεσες εμπορικές ζημιές, απώλεια αγοραίας αξίας, απώλεια μισθωμάτων ή εισοδημάτων, μη εμπορικές οικονομικές απώλειες και λοιπές οικονομικές απώλειες· «κλάδος ομαδικών προγραμμάτων πρόνοιας» σημαίνει τον κλάδο που αφορά στη σύναψη και εκτέλεση ασφαλιστικών συμβάσεων σε σχέση με καλύψεις που προσφέρονται σύμφωνα με το Κεφάλαιο I, τίτλος IV του βιβλίου IV του «Γαλλικού Κώδικα Ασφαλίσεων»· «κλάδος μεταφερόμενων εμπορευμάτων» σημαίνει τον κλάδο που αφορά στη σύναψη και εκτέλεση ασφαλιστικών συμβάσεων σε σχέση με ζημιά ή απώλεια που υφίστανται εμπορεύματα ή αποσκευές ή άλλα αγαθά κατά τη διαμετακόμισή τους, ανεξάρτητα από το μεταφορικό μέσο που χρησιμοποιείται για τη μεταφορά· «κλάδος παρόμοιων εργασιών με την κοινωνική ασφάλιση» σημαίνει τον κλάδο που αφορά στη σύναψη και εκτέλεση ασφαλιστικών συμβάσεων σε σχέση με εργασίες που συνδέονται με τη διάρκεια της ανθρώπινης ζωής και οι οποίες καθορίζονται ή προβλέπονται από τη νομοθεσία περί κοινωνικής ασφάλισης, εφόσον οι εργασίες αυτές βασίζονται σε ιδιωτική σύμβαση, γίνονται με ευθύνη της ασφαλιστικής επιχείρησης και δεν προσκρούουν σε άλλες διατάξεις της κειμένης νομοθεσίας· «κλάδος πιστώσεων» σημαίνει τον κλάδο που αφορά στη σύναψη και εκτέλεση ασφαλιστικών συμβάσεων σε σχέση με κινδύνους απώλειας ή ζημιάς που υφίσταται ασφαλισμένος ως αποτέλεσμα της αποτυχίας ενός ή περισσότερων χρεωστών του να εξοφλήσουν τα χρέη τους όταν καταστούν πληρωτέα και περιλαμβάνει γενική αφερεγγυότητα, πωλήσεις με δόσεις, εξαγωγικές, ενυπόθηκες και αγροτικές πιστώσεις· «κλάδος πλοίων» σημαίνει τον κλάδο που αφορά στη σύναψη και εκτέλεση ασφαλιστικών συμβάσεων σε σχέση με ζημιά ή απώλεια που υφίστανται πλοία που διακινούνται σε θάλασσες ή λίμνες ή ποταμούς ή και κανάλια καθώς και ζημιά ή απώλεια που υφίστανται τα μηχανήματα, τα εξαρτήματα, τα έπιπλα ή ο εξοπλισμός τέτοιου είδους σκαφών· «κλάδος πυρκαγιάς και στοιχείων της φύσεως» σημαίνει τον κλάδο που αφορά στη σύναψη και εκτέλεση ασφαλιστικών συμβάσεων σε σχέση με ζημιά ή απώλεια που υφίστανται περιουσιακά στοιχεία, (με εξαίρεση τα περιουσιακά στοιχεία για τα οποία προσφέρεται κάλυψη κάτω από τους κλάδους 3 έως 7 που αναφέρονται στο Πρώτο Παράρτημα) εφόσον προξενήθηκε από πυρκαγιά, έκρηξη, θύελλα , άλλα στοιχεία της φύσεως εκτός από τη θύελλα, πυρηνική ενέργεια ή καθίζηση εδάφους· «κλάδος σιδηροδρομικών οχημάτων» σημαίνει τον κλάδο που αφορά στη σύναψη και εκτέλεση ασφαλιστικών συμβάσεων σε σχέση με ζημιά ή απώλεια που υφίστανται σιδηροδρομικά οχήματα ή τα μηχανήματα, εξαρτήματα, έπιπλα ή ο εξοπλισμός τους· «κλάδος τοντίνας» σημαίνει τον κλάδο που αφορά στη σύναψη και εκτέλεση ασφαλιστικών συμβάσεων δυνάμει των οποίων ένας αριθμός ατόμων καταβάλλει συνεισφορές για την από κοινού κεφαλαιοποίησή τους και τη διανομή του δημιουργούμενου κεφαλαίου στο τέλος μιας προκαθορισμένης από το σχέδιο περιόδου μεταξύ των επιζώντων ή άλλων δικαιούχων, όπως ο κλάδος αυτός περιγράφεται στο συνημμένο στον παρόντα Νόμο Δεύτερο Παράρτημα, Μέρος Β· «κλάδος χερσαίων οχημάτων» σημαίνει τον κλάδο που αφορά στη σύναψη και εκτέλεση ασφαλιστικών συμβάσεων σε σχέση με ζημιά ή απώλεια που υφίστανται χερσαία οχήματα, αυτοκινούμενα ή μη, εξαιρουμένων των σιδηροδρομικών· «κράτος μέλος» σημαίνει κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης ή συμβαλλόμενο μέρος του Ε.Ο.Χ. «Κράτος Μέλος εγκατάστασης» λογίζεται το Κράτος Μέλος της Ε.Ε. ή του Ε.Ο.Χ., όπου έχει εγκατάσταση η ασφαλιστική επιχείρηση, η οποία καλύπτει ασφαλιστικούς κινδύνους ή ασφαλιστικές υποχρεώσεις ή η αντασφαλιστική επιχείρηση· «Κράτος Μέλος καταγωγής» λογίζεται το Κράτος Μέλος της Ε.Ε. ή του Ε.Ο.Χ., όπου έχει την έδρα της η ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, η οποία καλύπτει ασφαλιστικούς κινδύνους ή ασφαλιστικές υποχρεώσεις και, το οποίο έχει χορηγήσει την άδεια λειτουργίας της ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης σύμφωνα με τις ισχύουσες σε αυτό νομοθετικές διατάξεις· «κράτος μέλος καταγωγής διαμεσολαβητή» λογίζεται (α) Εάν ο διαμεσολαβητής είναι νομικό πρόσωπο, το κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου όπου, σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο του εν λόγω κράτους, βρίσκεται η καταστατική έδρα του νομικού προσώπου ή η κεντρική του διοίκηση, ή (β) εάν ο διαμεσολαβητής είναι φυσικό πρόσωπο, το κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου στο οποίο κατοικεί το φυσικό πρόσωπο και στο οποίο ασκεί τις επιχειρηματικές του δραστηριότητες. «Κράτος Μέλος όπου βρίσκεται ο κίνδυνος» λογίζεται— (α) Το Κράτος Μέλος της Ε.Ε. ή του Ε.Ο.Χ., όπου βρίσκονται τα περιουσιακά στοιχεία, όταν η ασφάλιση αφορά ακίνητα ή ακίνητα και το περιεχόμενο τους, όταν το περιεχόμενο αυτό καλύπτεται από το ίδιο ασφαλιστήριο· ή (β) το Κράτος Μέλος της Ε.Ε. ή του Ε.Ο.Χ., όπου εγγράφεται μηχανοκίνητο όχημα οποιουδήποτε τύπου, όταν η ασφάλιση αφορά τέτοιο όχημα· ή Νοείται ότι όταν το μηχανοκίνητο όχημα αποστέλλεται από ένα Κράτος Μέλος σε άλλο, αμέσως μετά την αποδοχή της παράδοσης από τον αγοραστή και για χρονικό διάστημα τριάντα ημερών, Κράτος Μέλος όπου βρίσκεται ο κίνδυνος θεωρείται το Κράτος Μέλος προορισμού, ακόμη και αν το όχημα δεν έχει ταξινομηθεί επισήμως στο Κράτος αυτό· (γ) το Κράτος Μέλος της Ε.Ε. ή του Ε.Ο.Χ., όπου ο ασφαλισμένος συνήψε ασφαλιστήριο διάρκειας μικρότερης από ή ίσης με τέσσερις μήνες, το οποίο παρέχει κάλυψη κινδύνων που αφορούν ταξίδια ή διακοπές ανεξαρτήτως κλάδου· ή (δ) το Κράτος Μέλος της Ε.Ε. ή του Ε.Ο.Χ., όπου ο ασφαλισμένος έχει τη συνήθη διαμονή του ή, προκειμένου περί νομικού προσώπου, το Κράτος όπου το νομικό αυτό πρόσωπο έχει εγκατάσταση, στην οποία αφορά το ασφαλιστήριο, εφόσον στο ασφαλιστήριο δεν γίνεται ρητή αναφορά σε μια από τις προηγούμενες περιπτώσεις· «Κράτος Μέλος παροχής υπηρεσιών» λογίζεται, σε ότι αφορά τις ασφαλίσεις του Κλάδου Γενικής Φύσεως, το Κράτος Μέλος της Ε.Ε. ή του Ε.Ο.Χ. στο οποίο ευρίσκεται ο κίνδυνος, εφόσον ο κίνδυνος αυτός καλύπτεται από ασφαλιστική επιχείρηση που δεν έχει εγκατάσταση στο κράτος αυτό και σε ότι αφορά τις ασφαλίσεις του Κλάδου Ζωής, το Κράτος της ασφαλιστικής υποχρέωσης, εφόσον η υποχρέωση αυτή αναλαμβάνεται από ασφαλιστική επιχείρηση που δεν έχει εγκατάσταση στο κράτος αυτό· «Κράτος Μέλος της ασφαλιστικής υποχρέωσης» λογίζεται το Κράτος Μέλος της Ε.Ε. ή του Ε.Ο.Χ. στο οποίο ο ασφαλισμένος έχει τη συνήθη διαμονή του ή, προκειμένου περί νομικού προσώπου, το κράτος στο οποίο ευρίσκεται η εγκατάσταση του νομικού προσώπου, στην οποία αναφέρεται το ασφαλιστήριο· «κράτος μέλος υποδοχής διαμεσολαβητή» λογίζεται το κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. ή του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου όπου ο διαμεσολαβητής ιδρύει υποκατάστημα ή παρέχει υπηρεσίες. «Κράτος Μέλος υποκαταστήματος ή αντιπροσωπείας ή Κράτος Μέλος υποδοχής» σημαίνει το Κράτος Μέλος της Ε.Ε. ή το Κράτος Μέλος του Ε.Ο.Χ. στο οποίο μια ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση έχει υποκατάστημα ή αντιπροσωπεία ή παρέχει υπηρεσίες· «κυπριακή ασφαλιστική εταιρεία» ή, συνοπτικά, κατά ταυτόσημη έννοια, «ασφαλιστική εταιρεία» σημαίνει την ασφαλιστική επιχείρηση που έχει την έδρα της στη Δημοκρατία, συνιστάται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος και του περί Εταιρειών Νόμου, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 15, και κατέχει άδεια ασκήσεως ασφαλιστικών εργασιών, κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 18 έως 22 του παρόντος Νόμου· «μεγάλοι κίνδυνοι» σημαίνει— (α) τους κινδύνους που εμπίπτουν στον κλάδο σιδηροδρομικών οχημάτων, στον κλάδο αεροσκαφών, στον κλάδο πλοίων, στον κλάδο μεταφερόμενων εμπορευμάτων, στον κλάδο ευθύνης από αεροσκάφη και στον κλάδο ευθύνης σκαφών· ή (β) τους κινδύνους που εμπίπτουν στον κλάδο πιστώσεων και στον κλάδο εγγυήσεων, όταν ο ασφαλισμένος ασκεί κατ' επάγγελμα βιομηχανική ή εμπορική δραστηριότητα ή ελεύθερο επάγγελμα και ο κίνδυνος σχετίζεται με τη δραστηριότητα αυτή· ή (γ) τους κινδύνους που εμπίπτουν στον κλάδο χερσαίων οχημάτων, στον κλάδο πυρκαγιάς και στοιχείων της φύσεως, στον κλάδο άλλης ζημιάς σε περιουσιακά στοιχεία, στον κλάδο γενικής ευθύνης και στον κλάδο οικονομικής απώλειας γενικής φύσεως, εφόσον ο ασφαλισμένος υπερβαίνει αριθμητικά τα όρια δύο τουλάχιστον από τα πιο κάτω κριτήρια: (i) σύνολο ισολογισμού: το ισότιμο σε λίρες Κύπρου των 6.2 εκατομμυρίων Ευρώ· (ii) καθαρό ποσό κύκλου εργασιών: το ισότιμο σε λίρες Κύπρου των 12.8 εκατομμυρίων Ευρώ· (iii) μέσος αριθμός απασχολούμενων προσώπων κατά τη διάρκεια του οικονομικού έτους: 250· η συνδρομή των πιο πάνω κριτηρίων, εάν ο ασφαλισμένος μετέχει σε σύνολο επιχειρήσεων που καταρτίζουν ενοποιημένους λογαριασμούς σύμφωνα με τον παρόντα Νόμο, ελέγχεται βάσει των ενοποιημένων αυτών λογαριασμών «μέθοδος Zillmer» σημαίνει τη διαδικασία που ακολουθείται σε μια αναλογιστική εκτίμηση με βάση την οποία έξοδα πρόσκτησης εργασίας του Κλάδου Ζωής δύνανται να μειώσουν το μαθηματικό απόθεμα ασφαλιστικής συμβάσεως κατά την πρώτη αναλογιστική εκτίμησή του· «μέτρα εξυγίανσης» σημαίνει μέτρα που συνεπάγονται οποιαδήποτε παρέμβαση του Εφόρου Ασφαλίσεων ή του δικαστηρίου και που έχουν σκοπό να διαφυλάξουν ή να αποκαταστήσουν την οικονομική κατάσταση ασφαλιστικής επιχείρησης και, τα οποία είναι δυνατόν να θίξουν προϋπάρχοντα δικαιώματα άλλων συμβαλλομένων μερών και όχι αυτής καθ’αυτής της ασφαλιστικής επιχείρησης, περιλαμβανομένων των μέτρων που συνεπάγονται τη δυνατότητα αναστολής πληρωμών, αναστολής εκτελεστικών μέτρων ή μείωσης των απαιτήσεων και των μέτρων που προβλέπονται στο εδάφιο
(1)του άρθρου 65 και στα εδάφια
(1),
(2)και
(3)του άρθρου 71. «μητρική επιχείρηση» σημαίνει τη μητρική επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρου 148 του περί Εταιρειών Νόμου, καθώς και οποιαδήποτε επιχείρηση η οποία, κατά τη γνώμη του Εφόρου, ασκεί πραγματικά δεσπόζουσα επιρροή επί άλλης επιχείρησης· «νομισματική αντιστοιχία» σημαίνει ότι οι υποχρεώσεις που απορρέουν από ασφαλιστικές συμβάσεις (underwriting liabilities) αντιπροσωπεύονται από περιουσιακά στοιχεία εκφρασμένα ή ρευστοποιήσιμα στο ίδιο νόμισμα, στο οποίο είναι εκφρασμένες οι υποχρεώσεις αυτές, κατά τα οριζόμενα στο Μέρος II του Τέταρτου Παραρτήματος, που συνάπτεται στον παρόντα Νόμο· «Οδηγίες χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων» σημαίνει τις Οδηγίες που εκδίδονται από τον ΄Εφορο δυνάμει του εδαφίου
(5)του άρθρου 5, για σκοπούς ρύθμισης της συμπληρωματικής εποπτείας πιστωτικών ιδρυμάτων, ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών επιχειρήσεων και Ε.Π.Ε.Υ. που ανήκουν σε χρηματοπιστωτικό όμιλο ετερογενών δραστηριοτήτων· «όμιλος» σημαίνει τον όμιλο επιχειρήσεων, ο οποίος αποτελείται από μητρική επιχείρηση, τις θυγατρικές της και τις οντότητες, στις οποίες η μητρική επιχείρηση ή οι θυγατρικές της κατέχουν συμμετοχή, καθώς και οι επιχειρήσεις που, χωρίς να συνδέονται μεταξύ τους με σχέση κατά την έννοια του άρθρου 148 του περί Εταιρειών Νόμου, έχουν τεθεί με την επιχείρηση αυτή υπό ενιαία διεύθυνση, κατόπιν σύμβασης ή σύμφωνα με όρους των καταστατικών τους ή τα διοικητικά τους όργανα αποτελούνται κατά πλειοψηφία, κατά τη διάρκεια της χρήσης και μέχρι την κατάρτιση των ενοποιημένων λογαριασμών, από τα ίδια πρόσωπα· «οργανωμένη αγορά» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτόν από τους περί των Επιχειρήσεων Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (Ε.Π.Ε.Υ.) Νόμων του 2002 έως (Αρ.4) του 2003. «πιστωτικό ίδρυμα» σημαίνει τράπεζα με την έννοια που ο όρος αυτός χρησιμοποιείται στους περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμους του 1997 μέχρι 2004, και συνεργατικό πιστωτικό ίδρυμα κατά τα οριζόμενα στους περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμους του 1985 μέχρι 2004, και περιλαμβάνει πιστωτικό ίδρυμα που λειτουργεί δυνάμει αντίστοιχου νόμου κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης· «σταθερό υπόθεμα» σημαίνει κάθε μέσο που παρέχει στον ασφαλισμένο ή στον ενδιαφερόμενο για την σύναψη ασφαλιστικής σύμβασης τη δυνατότητα να αποθηκεύει πληροφορίες, που απευθύνονται προσωπικά σε αυτόν, κατά τρόπο ώστε να μπορεί να ανατρέχει σε αυτές μελλοντικά, για το απαιτούμενο από τους σκοπούς των πληροφοριών χρονικό διάστημα και που επιτρέπει την αμετάβλητη αναπαραγωγή των αποθηκευμένων πληροφοριών. Σταθερό υπόθεμα συνιστούν, εκτός των άλλων, δισκέτες, CD-ROM, DVD και ο σκληρός δίσκος του ηλεκτρονικού υπολογιστή του ασφαλισμένου ή του ενδιαφερόμενου για την σύναψη ασφαλιστικής σύμβασης όπου αποθηκεύεται το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, ενώ δεν συμπεριλαμβάνονται οι ιστοσελίδες του Διαδικτύου, εκτός εάν μια τέτοια ιστοσελίδα πληροί τα κριτήρια της προηγουμένης πρότασης. «στενοί δεσμοί» έχει την έννοια που αποδίδει στον όρο αυτό το εδάφιο
(4)του άρθρου 39 του παρόντος Νόμου· «συμμετέχουσα επιχείρηση» σημαίνει την επιχείρηση, η οποία είναι, είτε μητρική επιχείρηση ή άλλη επιχείρηση που διαθέτει συμμετοχή, είτε επιχείρηση που, χωρίς να συνδέεται με άλλη επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρου 148 του περί Εταιρειών Νόμου, έχει τεθεί με την επιχείρηση αυτή υπό ενιαία διεύθυνση κατόπιν συμβάσεως ή σύμφωνα με όρους των καταστατικών τους ή τα διοικητικά τους όργανα να αποτελούνται κατά πλειοψηφία κατά τη διάρκεια της χρήσης και μέχρι την κατάρτιση των ενοποιημένων λογαριασμών από τα ίδια πρόσωπα· «συμμετοχή» σημαίνει την κατοχή δικαιωμάτων στο κεφάλαιο άλλων επιχειρήσεων, ενσωματωμένα σε τίτλους ή όχι, τα οποία, δημιουργώντας διαρκή δεσμό ανάμεσα σε δύο επιχειρήσεις, προορίζονται να συμβάλουν στις δραστηριότητες της επιχείρησης αυτής ή την άμεση ή έμμεση κατοχή ποσοστού μεγαλύτερου ή ίσου του είκοσι τοις εκατόν (20%) των δικαιωμάτων ψήφου ή του κεφαλαίου μίας επιχείρησης· «συνδεδεμένη επιχείρηση» σημαίνει τη θυγατρική ή άλλη επιχείρηση, στην οποία υπάρχει συμμετοχή ή επιχείρηση που, χωρίς να συνδέεται με άλλη επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρου 148 του περί Εταιρειών Νόμου, έχει τεθεί με την επιχείρηση αυτή υπό ενιαία διεύθυνση κατόπιν συμβάσεως ή σύμφωνα με όρους των καταστατικών τους ή τα διοικητικά τους όργανα να αποτελούνται κατά πλειοψηφία κατά τη διάρκεια της χρήσης και μέχρι την κατάρτιση των ενοποιημένων λογαριασμών από τα ίδια πρόσωπα· «τεχνικά αποθέματα» έχει την έννοια που αποδίδουν στον όρο αυτό τα άρθρα 61, 62 και 72 του παρόντος Νόμου, αναλόγως της περιπτώσεως· «τρίτη χώρα» σημαίνει κράτος άλλο από τη Δημοκρατία ή κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή κράτος μέλος του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου· «υγιείς ασφαλιστικές αρχές» έχει την έννοια που αποδίδουν στον όρο αυτό τα εδάφια
(2)έως
(4)του άρθρου 21 του παρόντος Νόμου· «Υπηρεσία» σημαίνει την Υπηρεσία Ελέγχου Ασφαλιστικών Εταιρειών του Υπουργείου Οικονομικών «υποκατάστημα» σημαίνει κάθε πρακτορείο ή υποκατάστημα ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης· «Υπουργός» σημαίνει τον Υπουργό Οικονομικών της Δημοκρατίας. «φορέας ειδικού σκοπού» σημαίνει οποιαδήποτε επιχείρηση, η οποία δεν είναι ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, αναλαμβάνει κινδύνους από ασφαλιστικές ή αντασφαλιστικές επιχειρήσεις και χρηματοδοτεί πλήρως την έκθεσή της στους ως άνω κινδύνους με τις εισπράξεις από ασφάλιση χρέους ή κάποιον άλλον χρηματοδοτικό μηχανισμό όπου τα δικαιώματα επιστροφής των παροχών αυτού του χρέους ή άλλου χρηματοδοτικού μηχανισμού υπόκεινται στις υποχρεώσεις αντασφάλισης αυτού του φορέα· «χρηματοπιστωτική επιχείρηση» σημαίνει έναν εκ των κάτωθι οργανισμών: (
  1. i)πιστωτικό ίδρυμα, χρηματοπιστωτικό ίδρυμα ή επιχείρηση επικουρικής τραπεζικής υπηρεσίας κατά την έννοια των περί των Τραπεζικών Εργασιών Νόμων του 1997 μέχρι 2005 και των περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμων του 1985 μέχρι 2007, (
  2. ii)ασφαλιστική επιχείρηση, αντασφαλιστική επιχείρηση ή ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου κατά την έννοια του παρόντος Νόμου, (iii) εταιρεία επενδύσεων ή χρηματοπιστωτικό ίδρυμα κατά την έννοια του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμου του 2007, (
  3. iv)ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου μεικτής δραστηριότητας κατά την έννοια του παρόντος Νόμου· «χρηματοπιστωτικός όμιλος ετερογενών δραστηριοτήτων» σημαίνει, τηρουμένων των Οδηγιών του ομίλου χρηματοπιστωτικού ετερογενών δραστηριοτήτων και που αναφέρονται, μεταξύ άλλων, στα κατώτατα όρια προσδιορισμού ενός χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων, τον όμιλο ή τον υπόλοιπο ομίλου που πληροί τις ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) Επικεφαλής του ομίλου είναι τράπεζα, ασφαλιστική επιχείρηση, Ε.Π.Ε.Υ. και αναγνωρισμένη Ε.Π.Ε.Υ. τρίτης χώρας ή τουλάχιστον μία από τις θυγατρικές του ομίλου είναι τέτοια οντότητα· (β) εφόσον επικεφαλής του ομίλου είναι τράπεζα, ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, Ε.Π.Ε.Υ. ή αναγνωρισμένη Ε.Π.Ε.Υ. τρίτης χώρας και πρόκειται, είτε για μητρική επιχείρηση επιχειρήσεως του χρηματοπιστωτικού τομέα, είτε για επιχείρηση που κατέχει συμμετοχή σε επιχείρηση του χρηματοπιστωτικού τομέα, είτε για επιχείρηση που, χωρίς να συνδέεται με επιχείρηση του χρηματοπιστωτικού τομέα με σχέση κατά την έννοια του άρθρου 148 του περί Εταιρειών Νόμου, έχει τεθεί με την επιχείρηση αυτή υπό ενιαία διεύθυνση, κατόπιν σύμβασης ή σύμφωνα με όρους των καταστατικών τους ή τα διοικητικά τους όργανα αποτελούνται κατά πλειοψηφία, κατά τη διάρκεια της χρήσης και μέχρι την κατάρτιση των ενοποιημένων λογαριασμών, από τα ίδια πρόσωπα· (γ) εφόσον δεν είναι επικεφαλής του ομίλου τράπεζα, ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, Ε.Π.Ε.Υ. ή αναγνωρισμένη Ε.Π.Ε.Υ. τρίτης χώρας, οι δραστηριότητες του ομίλου ασκούνται κυρίως στον χρηματοπιστωτικό τομέα κατά την έννοια των Οδηγιών χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων· (δ) μία τουλάχιστον από τις οντότητες του ομίλου υπάγεται στον ασφαλιστικό ή αντασφαλιστικό τομέα και μία τουλάχιστον στον τραπεζικό τομέα ή στον τομέα των επενδυτικών υπηρεσιών· και (ε) τόσο οι ενοποιημένες ή/και αθροιστικές δραστηριότητες των οντοτήτων του ομίλου στον ασφαλιστικό ή αντασφαλιστικό τομέα, όσο και οι ενοποιημένες ή/και αθροιστικές δραστηριότητες των οντοτήτων του ομίλου στον τραπεζικό τομέα και στον τομέα των επενδυτικών υπηρεσιών, είναι ουσιώδεις κατά την έννοια των Οδηγιών χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων.
(2)Όπου γίνεται αναφορά στο παρόντα Νόμο σε ασφαλιστική εταιρεία ή επιχείρηση η αναφορά αυτή περιλαμβάνει και την αντασφαλιστική επιχείρηση και όπου γίνεται αναφορά σε ασφαλιστικές εργασίες, η αναφορά αυτή περιλαμβάνει και αντασφαλιστικές εργασίες: Νοείται ότι η διάταξη του παρόντος εδαφίου δεν εφαρμόζεται στα άρθρα 2, 21, 38Α, 67, 68, 86, 91,100,102,103,104,105, 106,112, 113,113Α, 113Β, 122 Α, 134 και 210· 35(I)/2002 141(I)/2003 165(I)/2003 69(I)/2004 70(I)/2004 136(I)/2004 153(I)/2004 240(I)/2004 26(I)/2008 132(I)/2013 Πεδίο εφαρμογής 3.—
(1)Υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του εδαφίου
(3)του άρθρου αυτού, οι διατάξεις του παρόντος Νόμου διέπουν— (α) Την άσκηση ασφαλιστικών εργασιών εντός και εκτός της Δημοκρατίας από κυπριακές ασφαλιστικές εταιρείες, περιλαμβανομένων και των αλληλοασφαλιστικών οργανισμών και των αντασφαλιστικών εταιρειών (β) την άσκηση ασφαλιστικών εργασιών εντός της Δημοκρατίας από αλλοδαπές ασφαλιστικές επιχειρήσεις· (γ) την άσκηση ασφαλιστικών εργασιών από ασφαλιστικές επιχειρήσεις οι οποίες εγγράφονται στη Δημοκρατία δυνάμει του περί Εταιρειών Νόμου, είτε ως κυπριακές είτε ως αλλοδαπές, αλλά ασκούν ασφαλιστικές εργασίες αποκλειστικά εκτός της Δημοκρατίας· (δ) σε περίπτωση προσχώρησης της Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και από την ημερομηνία προσχώρησής της, την άσκηση ασφαλιστικών εργασιών εντός της Δημοκρατίας από ασφαλιστικές επιχειρήσεις με έδρα σε Κράτος Μέλος της Ε.Ε. ή του Ε.Ο.Χ., υπό καθεστώς ελεύθερης εγκατάστασης ή και ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, ή από ασφαλιστικές επιχειρήσεις με έδρα την Ελβετική Συνομοσπονδία, υπό καθεστώς ελεύθερης εγκατάστασης μόνο για ασφαλιστικές εργασίες του Κλάδου Γενικής Φύσεως· και (ε) την άσκηση εργασιών διαμεσολάβησης.
(2)Οι προβλεπόμενες στην παράγραφο (γ) του προηγούμενου εδαφίου ασφαλιστικές επιχειρήσεις υπόκεινται, εκτός αν άλλωσπως προκύπτει από το κείμενο, κατά πάντα στις διατάξεις του παρόντος Νόμου.
(3)Από τις διατάξεις του παρόντος Νόμου εξαιρούνται— (α) Η ασφάλιση που ασκείται από τη Δημοκρατία ή για λογαριασμό της Δημοκρατίας, καθώς και η ασφάλιση εξαγωγών για λογαριασμό της Δημοκρατίας ή με την εγγύηση της Δημοκρατίας· (β) η άσκηση εργασιών από εταιρείες ή επιχειρήσεις που πληρούν σωρευτικά τις ακόλουθες προϋποθέσεις: (
  1. i)ασκούν μόνον εργασίες του κλάδου βοηθείας, όπως αυτές καθορίζονται στο συνημμένο στον παρόντα Νόμο Πρώτο Παράρτημα· (
  2. ii)η δραστηριότητά τους αυτή ασκείται σε καθαρά τοπικά πλαίσια επαρχίας και παρέχουν τις υπηρεσίες τους σε είδος μόνο· και (iii) τα ετήσια έσοδά τους από την παροχή των υπηρεσιών βοηθείας δεν υπερβαίνουν το ισότιμο σε λίρες Κύπρου των 200.000 Ευρώ· και (γ) οι προβλεπόμενοι στα εδάφια
(2)και
(3)του άρθρου 22 αλληλοασφαλιστικοί οργανισμοί· (δ) η αντασφάλιση που ασκείται από τη Δημοκρατία ή την οποία εγγυάται πλήρως η Δημοκρατία, όταν η τελευταία ενεργεί, για λόγους δημοσίου συμφέροντος, με την ιδιότητα του αντασφαλιστή τελευταίου βαθμού, περιλαμβανομένων των περιπτώσεων που ο ρόλος αυτός απαιτείται από τις συνθήκες της αγοράς, λόγω των οποίων καθίσταται ανέφικτη η απόκτηση επαρκούς κάλυψης από επιχειρήσεις της αγοράς. 35(I)/2002 26(I)/2008 ΜΕΡΟΣ ΙΙ ΕΠΟΠΤΙΚΗ ΑΡΧΗ - ΕΦΟΡΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ - ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΕΛΕΓΧΟΥ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ - ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ Αρμόδια εποπτική αρχή. Έφορος Ασφαλίσεων 4.—
(1)Υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος Νόμου, που αφορούν στην εξουσία του Υπουργού προς εξέταση προσφυγών κατ' αποφάσεων του Εφόρου και του άρθρου 79 του παρόντος Νόμου, που αφορά στην εξουσία του Υπουργού προς έκδοση οδηγιών για εγκεκριμένες επενδύσεις, η διοικητική εποπτεία της εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος Νόμου ανατίθεται στον Έφορο Ασφαλίσεων.
(2)Ως Έφορος Ασφαλίσεων διορίζεται δημόσιος λειτουργός, με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου.
(3)Με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου διορίζονται ένας ή δύο δημόσιοι λειτουργοί ως Βοηθός ή Βοηθοί Έφοροι Ασφαλίσεων που αναπληρώνουν τον Έφορο στην άσκηση των αρμοδιοτήτων του, σε περίπτωση απουσίας ή άλλου προσωρινού κωλύματος αυτού.
(4)Η Υπηρεσία σε κάθε περίπτωση ενεργεί εξ' ονόματος και κατ' εντολή του Εφόρου. 35(I)/2002 Αρμοδιότητες Εφόρου 5.—
(1)Ο Έφορος εποπτεύει τη λειτουργία των κυπριακών ασφαλιστικών εταιρειών και των αλλοδαπών ασφαλιστικών επιχειρήσεων που λειτουργούν στη Δημοκρατία, καθώς και τις δραστηριότητες των προσώπων που ασκούν εργασίες διαμεσολάβησης, μεριμνά για την εξασφάλιση της τήρησης των υποχρεώσεών τους και γενικά φέρει την ευθύνη της παρακολούθησης της νομιμότητας των δραστηριοτήτων τους, προς το συμφέρον των ασφαλισμένων καθώς και προσώπων τα οποία δικαιούνται αποζημίωση δυνάμει του ασφαλιστηρίου.
(2)Ο Έφορος έχει την αρμοδιότητα να ασκεί συμπληρωματική εποπτεία επί των κυπριακών ασφαλιστικών εταιρειών, οι οποίες είναι συμμετέχουσες επιχειρήσεις μιας τουλάχιστον ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης ή ασφαλιστικής επιχείρησης τρίτης χώρας σύμφωνα με τα όσα προβλέπονται στα άρθρα 70Α και 195Β, στο εδάφιο
(10)του άρθρου 196, καθώς και στο άρθρο 198.
(3)Κάθε κυπριακή ασφαλιστική εταιρεία, της οποίας η μητρική επιχείρηση είναι ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου, εταιρεία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών, ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας, υπόκειται σε συμπληρωματική εποπτεία σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 70Β, στα εδάφια
(1)και
(2)του άρθρου 195Β, στα εδάφια
(9)και
(10)του άρθρου 196, καθώς και στο άρθρο 198: Νοείται ότι, σε περίπτωση που εταιρεία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών υπόκειται σε ισοδύναμες διατάξεις δυνάμει του παρόντος Νόμου και των Οδηγιών χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων που εκδίδονται από τον Έφορο Ασφαλίσεων, δυνάμει του εδαφίου
(6)του παρόντος άρθρου, ειδικότερα όσον αφορά την εποπτεία με βάση τους κινδύνους, ο Έφορος, εφόσον είναι η αρμόδια αρχή που είναι υπεύθυνη να ασκεί τη συμπληρωματική εποπτεία, δύναται, μετά από διαβουλεύσεις με τις άλλες ενδιαφερόμενες εποπτικές αρχές, να εφαρμόσει στην εν λόγω εταιρεία μόνο τη σχετική διάταξη των εν λόγων Οδηγιών χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων: Νοείται περαιτέρω ότι, σε περίπτωση που εταιρεία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών υπόκειται σε ισοδύναμες διατάξεις δυνάμει του παρόντος Νόμου και του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου καθώς και του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου, όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται, ειδικότερα όσον αφορά την εποπτεία με βάση τους κινδύνους, ο Έφορος, εφόσον είναι η αρμόδια αρχή που ασκεί τη συμπληρωματική εποπτεία, δύναται, κατόπιν συμφωνίας με την αρχή ενοποιημένης εποπτείας του τραπεζικού τομέα και του τομέα των επενδυτικών υπηρεσιών, να εφαρμόσει μόνο τη διάταξη των εν λόγω Οδηγιών χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων που αφορά τον πλέον σημαντικό τομέα, όπως καθορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 3
(2)των Οδηγιών αυτών.
(4)Κάθε κυπριακή ασφαλιστική εταιρεία, της οποίας η μητρική επιχείρηση είναι ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου μεικτής δραστηριότητας, υπόκειται σε συμπληρωματική εποπτεία σύμφωνα με τα όσα προβλέπονται στα εδάφια
(1)και
(2)του άρθρου 195Β, στο εδάφιο
(10)του άρθρου 196 και στο άρθρο 198. (4Α) Ο Έφορος, εφόσον είναι η αρμόδια εποπτική αρχή να ασκεί την συμπληρωματική εποπτεία, ενημερώνει την Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών και την Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων για τις αποφάσεις που έχουν ληφθεί δυνάμει του εδαφίου
(4).
(5)Ο ´Έφορος έχει την αρμοδιότητα να ασκεί συμπληρωματική εποπτεία επί χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων κατά τα οριζόμενα στις Οδηγίες χρηματοπιστωτικού ομίλου ετερογενών δραστηριοτήτων που εκδίδονται από τον ΄Εφορο.
(6)Ο Έφορος έχει την αρμοδιότητα για τη χορήγηση και την ανάκληση άδειας ασκήσεως ασφαλιστικών εργασιών, για τη λήψη των προβλεπόμενων από τον παρόντα Νόμο μέτρων σε περίπτωση παράβασης της κειμένης νομοθεσίας και για την άσκηση άλλων εξουσιών προληπτικού ή κατασταλτικού ελέγχου, κατά τα ειδικότερα στο Μέρος XIII του παρόντος Νόμου οριζόμενα.
(7)Ο ‘Εφορος, κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων του, λαμβάνει υπόψη τη σύγκλιση σε σχέση με τα εποπτικά εργαλεία και τις εποπτικές πρακτικές κατά την εφαρμογή των νομοθεσιών, κανονισμών και οδηγιών που υιοθετούνται δυνάμει των Οδηγιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Προς το σκοπό αυτό, ο Έφορος Ασφαλίσεων συμμετέχει στις δραστηριότητες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Εποπτικών Αρχών των Ασφαλειών και των Επαγγελματικών Συντάξεων και αξιολογεί δεόντως τις μη δεσμευτικές κατευθυντήριες γραμμές και συστάσεις της.
(8)Ο ‘Εφορος κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων του, εξετάζει δεόντως την ενδεχόμενη επίδραση των αποφάσεών του επί της σταθερότητας του χρηματοοικονομικού συστήματος σε όλα τα άλλα εμπλεκόμενα κράτη μέλη, ειδικότερα σε περιπτώσεις εκτάκτου ανάγκης, βασιζόμενος στις διαθέσιμες πληροφορίες κατά τη σχετική χρονική στιγμή. 35(I)/2002 69(I)/2004 240(I)/2004 105(I)/2009 132(I)/2013 Συνεργασία με αρμόδιες εποπτικές αρχές της αλλοδαπής και ανακοίνωση πληροφοριών εμπιστευτικής φύσεως 6.—
(1)Κατά την άσκηση των κατά τον παρόντα Νόμο αρμοδιοτήτων του, ο Έφορος δύναται να συνεργάζεται με άλλες αρμόδιες εποπτικές αρχές, επιφορτισμένες με την άσκηση ανάλογων αρμοδιοτήτων στην αλλοδαπή και να ανταλλάσσει με αυτές τις αναγκαίες προς άσκηση των αρμοδιοτήτων τους πληροφορίες.
(2)Ο Έφορος δύναται να συνάπτει με άλλες αρμόδιες εποπτικές αρχές της αλλοδαπής συμφωνίες συνεργασίας, που να προβλέπουν την ανταλλαγή πληροφοριών, μόνο εφόσον οι κοινοποιούμενες πληροφορίες καλύπτονται, στο κράτος που εδρεύουν οι αρχές αυτές, από εγγυήσεις τήρησης του επαγγελματικού απορρήτου τουλάχιστον ισοδύναμες με τις προβλεπόμενες στον παρόντα Νόμο.
(3)Ο Έφορος δύναται, στις περιπτώσεις στις οποίες κυπριακή ασφαλιστική εταιρεία και ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση που έχει λάβει αντίστοιχη άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος μέλος, έχουν ως μητρική επιχείρηση την ίδια ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου, ασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας, αντασφαλιστική επιχείρηση τρίτης χώρας, εταιρεία χρηματοπιστωτικών συμμετοχών, ή ασφαλιστική εταιρεία χαρτοφυλακίου μικτής δραστηριότητας, να συμφωνεί με τις αρμόδιες αρχές του εν λόγω κράτους μέλους, εάν θα ασκεί ο ίδιος ή η αρμόδια αρχή του εν λόγω κράτους μέλους τη συμπληρωματική εποπτεία κατά τα οριζόμενα στα εδάφια
(2),
(3)και
(4)του άρθρου 5.
(4)Όταν κυπριακή ασφαλιστική εταιρεία συνδέεται απευθείας ή εμμέσως ή έχει κοινή συμμετέχουσα επιχείρηση με ασφαλιστική επιχείρηση εγκατεστημένη σε άλλα κράτη μέλη, ο Έφορος υποχρεούται να κοινοποιεί στις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών μελών - (α) Κατ' αίτησή τους, όλες τις πληροφορίες οι οποίες θα επιτρέψουν ή θα διευκολύνουν την άσκηση της συμπληρωματικής εποπτείας. (β) με δική του πρωτοβουλία, κάθε πληροφορία που κρίνει ότι είναι απαραίτητη για τις αρμόδιες αρχές των άλλων κρατών μελών.
(5)Όταν κυπριακή ασφαλιστική εταιρεία συνδέεται απευθείας ή εμμέσως ή έχει κοινή συμμετέχουσα επιχείρηση με αντίστοιχη ασφαλιστική επιχείρηση κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή του ΕΟΧ, πιστωτικό ίδρυμα, ή Ε.Π.Ε.Υ., ο Έφορος συνεργάζεται στενά με τις αντίστοιχες αρμόδιες εποπτικές αρχές τόσο στη Δημοκρατία, όσο και σε άλλο κράτος μέλος και, με την επιφύλαξη των αντίστοιχων αρμοδιοτήτων τους, κοινοποιεί αμοιβαίαόλα τα στοιχεία που μπορούν να διευκολύνουν την αποστολή τους, ιδίως ως προς την άσκηση της συμπληρωματικής εποπτείας.
(6)Οι ανταλλασσόμενες κατά τις διατάξεις του άρθρου αυτού πληροφορίες είναι εμπιστευτικής φύσεως και δεν επιτρέπεται να κοινοποιηθούν χωρίς τη ρητή συγκατάθεση της αρμόδιας εποπτικής αρχής που τις ανακοίνωσε και στην περίπτωση αυτή μόνο για τους σκοπούς για τους οποίους η αρχή αυτή έδωσε τη συγκατάθεσή της.
(7)Η ανακοίνωση από τον Έφορο πληροφοριών εμπιστευτικής φύσεως σε αρμόδιες εποπτικές αρχές της αλλοδαπής δυνάμει των διατάξεων του άρθρου αυτού δε συνιστά παραβίαση του επαγγελματικού απορρήτου, που προβλέπεται στο επόμενο άρθρο του παρόντος Νόμου. 35(I)/2002 69(I)/2004 132(I)/2013 Επαγγελματικό απόρρητο 7.—
(1)Ο Υπουργός, ο Έφορος, οι υπάλληλοι της Υπηρεσίας καθώς και κάθε άλλο πρόσωπο το οποίο ασκεί ή έχει ασκήσει δραστηριότητα στην Υπηρεσία σχετικά με την εποπτεία των ασκούντων ασφαλιστικές εργασίες ή εργασίες διαμεσολάβησης κατά τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, καθώς και οι εγκεκριμένοι ελεγκτές και οι εμπειρογνώμονες που ενεργούν κατ' εντολή της Υπηρεσίας, και τα μέλη της Συμβουλευτικής Επιτροπής Ασφαλίσεων, έχουν υποχρέωση προς εχεμύθεια και τήρηση του επαγγελματικού απορρήτου. Το απόρρητο αυτό συνεπάγεται ότι οι εμπιστευτικής φύσεως πληροφορίες που λαμβάνουν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, δεν επιτρέπεται να ανακοινώνονται σε άλλο πρόσωπο ή αρχή εκτός κατά τα οριζόμενα σε επόμενες διατάξεις του άρθρου αυτού.
(2)Επιτρέπεται η ανακοίνωση εμπιστευτικών πληροφοριών από τα μνημονευόμενα στο εδάφιο
(1)πρόσωπα— (α) Εφόσον η ανακοίνωση γίνεται υπό συνοπτική μορφή και κατά τρόπο που να μην μπορεί να διακριβωθεί η ταυτότητα της ασφαλιστικής επιχείρησης, στην οποία αφορούν οι παρεχόμενες πληροφορίες εκτός εάν συντρέχει περίπτωση ποινικής ευθύνης· (β) στα πλαίσια αστικής διαδικασίας σε περίπτωση πτώχευσης ή αναγκαστικής εκκαθάρισης ασφαλιστικής επιχείρησης, νοουμένου ότι οι πληροφορίες αυτές δεν αφορούν τρίτους, που λαμβάνουν μέτρα διάσωσης της.
(3)Ο Έφορος, όταν λαμβάνει εμπιστευτικής φύσεως πληροφορίες δύναται να τις χρησιμοποιεί μόνο κατά την άσκηση των πιο κάτω καθηκόντων του: (α) Για τον έλεγχο της τήρησης των όρων υπό τους οποίους χορηγήθηκε στην ασφαλιστική επιχείρηση η άδεια ασκήσεως ασφαλιστικών εργασιών και για τη διευκόλυνση της εποπτείας της ασκήσεως των εργασιών αυτών, ιδιαίτερα όσον αφορά τον έλεγχο και την παρακολούθηση των τεχνικών αποθεμάτων, του περιθωρίου φερεγγυότητας, της διοικητικής και λογιστικής οργάνωσης και του εσωτερικού ελέγχου· ή (β) για την επιβολή κυρώσεων δυνάμει του παρόντος Νόμου· ή (γ) στα πλαίσια διοικητικών προσφυγών κατ' αποφάσεων που λαμβάνονται δυνάμει του παρόντος Νόμου· ή (δ) στα πλαίσια άλλων δικαστικών διαδικασιών.
(4)Οι διατάξεις των προηγούμενων εδαφίων του άρθρου αυτού, δε συνιστούν κώλυμα για την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ του Εφόρου ή μεταξύ των αρμόδιων εποπτικών αρχών Κρατών-Μελών της Ε.Ε. ή του Ε.Ο.Χ., και— (α) Των αρχών οι οποίες έχουν επίσημη εξουσία για την εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων και των άλλων χρηματοπιστωτικών οργανισμών, καθώς και των αρχών στις οποίες έχει ανατεθεί η εποπτεία των χρηματοπιστωτικών αγορών, (β) των σωμάτων ή προσώπων που μετέχουν στην εκκαθάριση και την πτώχευση των ασφαλιστικών επιχειρήσεων και σε άλλες παρόμοιες διαδικασίες, και (γ) των προσώπων στα οποία έχει ανατεθεί κατά νόμο ο έλεγχος των λογαριασμών των ασφαλιστικών επιχειρήσεων και των άλλων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, κατά την εκπλήρωση των εποπτικών καθηκόντων τους καθώς και κατά την κοινοποίηση, προς τα σώματα στα οποία έχει ανατεθεί η διαχείριση εγγυητικών κεφαλαίων ή αναγκαστικής εκκαθάρισης, των απαραίτητων πληροφοριών για την εκπλήρωση του έργου τους. Οι πληροφορίες που λαμβάνονται από τις πιο πάνω αναφερόμενες αρχές, σώματα και πρόσωπα, υπάγονται στο επαγγελματικό απόρρητο που αναφέρεται στο εδάφιο
(1)του άρθρου αυτού.
(5)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις των εδαφίων
(1)έως
(3)του άρθρου αυτού, ο Έφορος δύναται να ανταλλάσσει πληροφορίες με— (α) Τις αρχές που είναι αρμόδιες για την επιτήρηση των σωμάτων ή προσώπων που ασχολούνται με την εκκαθάριση και την πτώχευση ασφαλιστικών επιχειρήσεων και σε άλλες παρεμφερείς διαδικασίες, ή (β) τις αρχές που είναι αρμόδιες για την επιτήρηση των προσώπων τα οποία είναι υπεύθυνα για τον κατά νόμο έλεγχο των λογαριασμών των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, των πιστωτικών ιδρυμάτων, των επενδυτικών εταιρειών και άλλων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, ή (γ) τους εντεταλμένους αναλογιστές των ασφαλιστικών επιχειρήσεων που ασκούν έλεγχο σε αυτές με βάση τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, καθώς και με τα σώματα που είναι αρμόδια για την επιτήρηση των αναλογιστών αυτών.
(6)Ο Έφορος δύναται να εφαρμόσει τις διατάξεις των παραγράφων (α), (β) και (γ) του προηγούμενου εδαφίου όταν συντρέχουν οι ακόλουθες τουλάχιστο προϋποθέσεις: (α) Οι πληροφορίες θα χρησιμοποιηθούν μέσα στα πλαίσια της επιτήρησης ή της εποπτείας, όπως αυτές αναφέρονται στις παραγράφους (α), (β) και (γ) του εδαφίου
(5)πιο πάνω, (β) οι πληροφορίες που λαμβάνονται μέσα α' αυτό το πλαίσιο υπάγονται στο επαγγελματικό απόρρητο που αναφέρεται στο εδάφιο
(1)του άρθρου αυτού, (γ) όταν οι πληροφορίες προέρχονται από κράτος, οι πληροφορίες αυτές δεν κοινοποιούνται χωρίς τη ρητή συγκατάθεση της αρμόδιας εποπτικής αρχής που τις κοινοποίησε, και στην περίπτωση αυτή, μόνο για τους σκοπούς για τους οποίους η αρχή αυτή έδωσε τη συγκατάθεσή της.
(7)Σε περίπτωση προσχώρησης της Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και από την ημερομηνία προσχώρησής της, ο Έφορος θα ανακοινώνει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή και στα λοιπά Κράτη Μέλη της Ε.Ε. ή του Ε.Ο.Χ., τις αρχές ή άλλα σώματα, τα οποία δύνανται να δέχονται πληροφορίες δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(5)του άρθρου αυτού.
(8)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις των εδαφίων
(1)έως
(3)του άρθρου αυτού, προς το σκοπό ενίσχυσης της σταθερότητας και του αδιάβλητου του χρηματοπιστωτικού συστήματος, ο Έφορος δύναται να επιτρέπει την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των αρμόδιων εποπτικών αρχών άλλων κρατών και των αρχών ή των σωμάτων που είναι κατά νόμο αρμόδια για τον εντοπισμό των παραβάσεων του δικαίου των εταιρειών και για τη διερεύνηση των παραβάσεων αυτών.
(9)Ο Έφορος δύναται να εφαρμόσει τις διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου, εφόσον συντρέχουν οι ακόλουθες τουλάχιστον προϋποθέσεις: (α) Οι πληροφορίες προορίζονται να χρησιμοποιηθούν προς εξυπηρέτηση του σκοπού που αναφέρεται στο προηγούμενο εδάφιο· (β) οι πληροφορίες που κοινοποιούνται μέσα εις αυτό το πλαίσιο, υπάγονται στο επαγγελματικό απόρρητο, που αναφέρεται στο εδάφιο
(1)του άρθρου αυτού· (γ) οι πληροφορίες που προέρχονται από κράτος, δεν κοινοποιούνται χωρίς τη ρητή συγκατάθεση της αρμόδιας εποπτικής αρχής που τις κοινοποίησε, και στην περίπτωση αυτή, μόνο για τους σκοπούς, για τους οποίους η αρχή αυτή έδωσε τη συγκατάθεσή της.
(10)Σε περίπτωση κατά την οποία ο Έφορος, προς το σκοπό εντοπισμού ή διερεύνησης παραβάσεων, χρησιμοποιεί, δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, λόγω ειδικών προσόντων, τις υπηρεσίες εντεταλμένων προσώπων που δεν ανήκουν στη δημόσια υπηρεσία, η δυνατότητα ανταλλαγής πληροφοριών δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(8), δύναται να επεκταθεί και στα πρόσωπα αυτά, υπό τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο εδάφιο
(9). Για την εφαρμογή της παραγράφου (γ) του εδαφίου
(9), ο Έφορος ανακοινώνει στις αρμόδιες εποπτικές αρχές, οι οποίες κοινοποίησαν τις πληροφορίες, τα ονόματα και το ακριβές περιεχόμενο της εντολής των προσώπων, στα οποία θα διαβιβάζονται οι εν λόγω πληροφορίες. Επί πλέον, σε περίπτωση προσχώρησης της Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και από την ημερομηνία προσχώρησής της, ο Έφορος θα ανακοινώνει στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή και στα λοιπά Κράτη Μέλη τις αρχές ή τα σώματα στα οποία δύνανται να κοινοποιούνται πληροφορίες, σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(8).
(11)Ο Έφορος δύναται να διαβιβάζει— (α) Στην Κεντρική Τράπεζα και σε άλλους οργανισμούς με ανάλογη αποστολή, όταν ενεργούν υπό την ιδιότητα της νομισματικής αρχής· και, (β) ενδεχομένως, σε άλλες δημόσιες αρχές που είναι υπεύθυνες για την εποπτεία των συστημάτων πληρωμών, πληροφορίες που προορίζονται για την εκπλήρωση της αποστολής τους, ενώ δεν εμποδίζει τις εν λόγω αρχές ή οργανισμούς να ανακοινώνουν στις αρμόδιες αρχές τις πληροφορίες που αυτές χρειάζονται για τους σκοπούς του εδαφίου
(3): Νοείται ότι, οι πληροφορίες που λαμβάνονται στο πλαίσιο αυτό, υπόκεινται στο επαγγελματικό απόρρητο που επιβάλλεται με το παρόν άρθρο.
(12)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(1)και του εδαφίου
(3)του άρθρου αυτού, επιτρέπεται η κοινοποίηση πληροφοριών στην Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, στο Υπουργείο Οικονομικών, στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και στους επιθεωρητές τους οποίους έχουν εξουσιοδοτήσει οι οργανισμοί αυτοί, μόνον εφόσον οι κοινοποιούμενες πληροφορίες θα χρησιμοποιηθούν για σκοπούς προληπτικού ελέγχου.
(13)Οι πληροφορίες που λαμβάνονται δυνάμει των διατάξεων του άρθρου αυτού, καθώς και εκείνες που εξασφαλίζονται κατά τους επιτόπιους ελέγχους που προβλέπονται στις διατάξεις του παρόντος Νόμου, δεν επιτρέπεται να κοινοποιούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου αν δεν υπάρχει ρητή συγκατάθεση της αρμόδιας εποπτικής αρχής που κοινοποίησε τις πληροφορίες, ή της αρμόδιας εποπτικής αρχής του κράτους, όπου πραγματοποιήθηκε ο επιτόπιος έλεγχος. 35(I)/2002 240(I)/2004 Ποινικό αδίκημα παραβίασης επαγγελματικού απορρήτου 8. Όποιος, εν γνώσει παραβιάζει την υποχρέωση του προς τήρηση του επαγγελματικού απορρήτου που προβλέπεται στο προηγούμενο άρθρο, διαπράττει ποινικό αδίκημα τιμωρούμενο με φυλάκιση μέχρι πέντε ετών ή με χρηματική ποινή μέχρι είκοσι χιλιάδων λιρών ή και με τις δύο αυτές ποινές. 35(I)/2002 Συμβουλευτική Επιτροπή Ασφαλίσεων 9.—
(1)Με Γνωστοποίηση του Υπουργού, που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, συνιστάται Συμβουλευτική Επιτροπή Ασφαλίσεων, εφεξής καλούμενη συνοπτικά η «Επιτροπή», που απαρτίζεται από τους ακόλουθους— (α) Τον Έφορο και το Βοηθό ή τους Βοηθούς Εφόρους· και (β) τέσσερα άλλα μέλη, που διορίζονται από τον Υπουργό, κατόπιν διαβουλεύσεως με το Σύνδεσμο Ασφαλιστικών Εταιρειών Κύπρου.
(2)Μέλη της Επιτροπής διορίζονται πρόσωπα εγνωσμένης πείρας και κατάρτισης στον τομέα της ασφάλισης, ικανά να παρέχουν έγκυρη γνώμη στα θέματα που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της Επιτροπής.
(3)Η θητεία των διοριζόμενων μελών της Επιτροπής είναι τετραετής. Επιτρέπεται ο επαναδιορισμός των μελών αυτών μετά τη λήξη της θητείας τους.
(4)Πρόεδρος της Επιτροπής ορίζεται ο Έφορος. Χρέη Γραμματέα της Επιτροπής ασκεί ένας Βοηθός Έφορος που μεριμνά για την τήρηση των πρακτικών.
(5)Η Επιτροπή συγκαλείται σε συνεδρία από τον Έφορο, που καθορίζει και τα προς συζήτηση θέματα. Ο Έφορος οφείλει να συγκαλέσει συνεδρία της Επιτροπής κατόπιν σχετικής οδηγίας του Υπουργού ή κατ' αίτηση δύο τουλάχιστον από τα διοριζόμενα μέλη, που εισηγούνται και τα προς συζήτηση θέματα.
(6)Ο Έφορος, ή σε περίπτωση κωλύματος του Εφόρου ένας Βοηθός Έφορος και δύο τουλάχιστο διοριζόμενα μέλη παριστάμενα στη συνεδρία συνιστούν απαρτία. Οι αποφάσεις λαμβάνονται κατά πλειοψηφία, σε περίπτωση δε ισοψηφίας επικρατεί η ψήφος του προεδρεύσαντος της συνεδρίας.
(7)Η Επιτροπή, με απόφασή της, καθορίζει την ενώπιον της διαδικασία, δύναται δε να καλεί, εφόσον το κρίνει σκόπιμο, οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο να παραστεί στη συνεδρία ως παρατηρητής. 35(I)/2002 Χηρεία θέσεως. Παραίτηση, ανάκληση διορισμού 10.—
(1)Η θέση μέλους της Επιτροπής κενούται στις ακόλουθες περιπτώσεις: (α) Σε περίπτωση θανάτου· (β) σε περίπτωση παραιτήσεως διοριζόμενου μέλους· και (γ) σε περίπτωση ανακλήσεως του διορισμού διοριζόμενου μέλους.
(2)Σε περίπτωση που η θέση διοριζόμενου μέλους κενούται πριν από τη λήξη της θητείας του, διορίζεται από τον Υπουργό άλλο πρόσωπο, που έχει τα αναγκαία προσόντα, κατά τα οριζόμενα στο εδάφιο
(2)του άρθρου 9, για τον υπόλοιπο χρόνο της θητείας του απερχόμενου μέλους.
(3)Η παραίτηση των διοριζόμενων μελών ενεργείται με έγγραφο παραιτήσεως απευθυνόμενο προς τον Υπουργό.
(4)Ο διορισμός των μελών δύναται να ανακληθεί από τον Υπουργό στις ακόλουθες περιπτώσεις: (α) Σε περίπτωση καταδίκης για ποινικό αδίκημα ατιμωτικό ή που ενέχει ηθική αισχρότητα ή επιβολή της ποινής της φυλακίσεως για την τέλεση οποιουδήποτε άλλου αδικήματος· (β) ύστερα από εισήγηση της Επιτροπής, που υποβάλλεται με τη σύμφωνη γνώμη του Εφόρου και δύο τουλάχιστον άλλων μελών, σε περίπτωση αναιτιολόγητης επανειλημμένης αποχής του μέλους από τις συνεδρίες της Επιτροπής. 35(I)/2002 Έργο της Επιτροπής 11.—
(1)Έργο της Επιτροπής είναι— (α) Η παροχή γνώμης, για ειδικά θέματα που αφορούν την ασφάλιση, μετά από σχετικό ερώτημα του Υπουργού· (β) η υποβολή προτάσεων, μετά από αντίστοιχο ερώτημα του Υπουργού ή μετά από απόφαση της πλειοψηφίας των μελών της Επιτροπής, σχετικά με τη λήψη ειδικών νομοθετικών ή άλλων μέτρων, που αφορούν στη βελτίωση της λειτουργίας της ασφαλιστικής αγοράς, τη δημιουργία συστημάτων εκπαίδευσης των απασχολουμένων στην ασφαλιστική αγορά, τη σύνταξη Κώδικα Δεοντολογίας των ασκούντων ασφαλιστικές εργασίες ή εργασίες διαμεσολάβησης, την ενημέρωση του καταναλωτή για θέματα ασφαλίσεων και γενικά σχετικά με οποιοδήποτε άλλο θέμα που αφορά άμεσα ή έμμεσα την ασφάλιση. 35(I)/2002 ΜΕΡΟΣ ΙΙΙ ΑΣΚΗΣΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΕΡΓΑΣΙΩΝ ΠΡΩΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ - ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΑΣΚΗΣΕΙΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΕΡΓΑΣΙΩΝ - ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΗ ΑΣΚΗΣΕΩΝ ΑΛΛΩΝ ΕΡΓΑΣΙΩΝ Άσκηση ασφαλιστικών εργασιών. Ποινικό αδίκημα 12.—
(1)Επιτρέπεται η άσκηση ασφαλιστικών εργασιών στη Δημοκρατία μόνο από— (α) Κυπριακή ασφαλιστική εταιρεία που κατέχει άδεια ασκήσεως ασφαλιστικών εργασιών, κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 18 έως 22 του παρόντος Νόμου· (β) αλλοδαπή ασφαλιστική επιχείρηση που εγγράφεται δυνάμει του περί Εταιρειών Νόμου και κατέχει άδεια ασκήσεως ασφαλιστικών εργασιών κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 25 και 26 του παρόντος Νόμου· (γ) την Ένωση Ασφαλιστών Λλόυδς Λονδίνου, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 29 του παρόντος Νόμου· και (δ) σε περίπτωση προσχώρησης της Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και από την ημερομηνία προσχώρησής της— (i) ασφαλιστική επιχείρηση Κράτους Μέλους της Ε.Ε. ή του Ε.Ο.Χ., είτε υπό καθεστώς ελεύθερης εγκατάστασης είτε και υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 32, 34, 35 και 37 του παρόντος Νόμου, εφόσον η επιχείρηση αυτή περιβάλλεται μία νομική μορφή από αυτές που καθορίζονται στο άρθρο 8
(1)(α) της Πρώτης Οδηγίας 73/239/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 24ης Ιουλίου 1973 περί συντονισμού των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την ανάληψη δραστηριότητας πρωτασφαλίσεως, εκτός των ασφαλίσεων ζωής, και την άσκηση αυτής, όπως τροποποιείται εκάστοτε, και στο άρθρο 8 της Πρώτης Οδηγίας 79/267/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5ης Μαρτίου 1979 περί συντονισμού των νομοθετικών κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την ανάληψη της δραστηριότητας της πρωτασφαλίσεως ζωής και την άσκηση αυτής, όπως τροποποιείται εκάστοτε, και διαλαμβάνεται στο συνημμένο στον παρόντα Νόμο Τρίτο Παράρτημα· (ii) ασφαλιστική επιχείρηση με έδρα στην Ελβετική Συνομοσπονδία, υπό καθεστώς ελεύθερης εγκατάστασης, για ασφαλίσεις μόνο του Κλάδου Γενικής Φύσεως, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 37 του παρόντος Νόμου· (iii) από την προβλεπόμενη στο άρθρο 8 της Πρώτης Οδηγίας 73/239/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 24ης Ιουλίου 1973 περί συντονισμού των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την ανάληψη δραστηριότητας πρωτασφαλίσεως, εκτός των ασφαλίσεων ζωής, και την άσκηση αυτής, όπως τροποποιείται εκάστοτε και στο άρθρο 8 της Πρώτης Οδηγίας 79/267/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5ης Μαρτίου 1979 περί συντονισμού των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων που αφορούν την ανάληψη της δραστηριότητας των πρωτασφαλίσεων ζωής και την άσκηση αυτής, όπως τροποποιείται εκάστοτε, ευρωπαϊκή εταιρεία, όταν αυτή δημιουργηθεί· (iν) αντασφαλιστική επιχείρηση Κράτους Μέλους της Ε.Ε. ή του Ε.Ο.Χ., είτε υπό καθεστώς ελεύθερης εγκατάστασης είτε και υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, εφ’ όσον η επιχείρηση αυτή περιβάλλεται μία νομική μορφή από αυτές που καθορίζονται στο Τρίτο Παράρτημα. (ν) ευρωπαϊκή δημόσια εταιρεία περιορισμένης ευθύνης (SE) όπως αυτή προβλέπεται στο άρθρο 1 του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2157/2001 του Συμβουλίου της 8ης Οκτωβρίου 2001 περί του καταστατικού της ευρωπαϊκής εταιρείας (SE), και συμπεριλαμβάνει SE η οποία εγγράφηκε ή θα εγγραφεί στη Δημοκρατία σύμφωνα με τον περί Εταιρειών Νόμο.
(2)Παράβαση των διατάξεων του άρθρου αυτού συνιστά ποινικό αδίκημα τιμωρούμενο με ποινή φυλακίσεως μέχρι πέντε ετών ή με χρηματική ποινή μέχρις εκατό χιλιάδων λιρών ή και με τις δύο αυτές ποινές. Νοείται ότι σε περίπτωση που έχει συναφθεί ασφαλιστικήσύμβαση ή έχει εκδοθεί ασφαλιστήριο από ασφαλιστικήεπιχείρηση που δεν κατέχει άδεια ασκήσεως ασφαλιστικώνεργασιών, η σύμβαση ή το ασφαλιστήριο δεν καθίσταταιάκυρο και η εν λόγω ασφαλιστική επιχείρηση δεναπαλλάττεται από τυχόν υποχρεώσεις της που απορρέουναπό αυτά. 35(I)/2002 165(I)/2003 26(I)/2008 Απαγόρευση ασκήσεως εργασιών άλλων από τις ασφαλιστικές και επιβολή διοικητικού προστίμου 13.—
(1)Απαγορεύεται στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις, που μνημονεύονται στο προηγούμενο άρθρο, να ασκούν εντός της Δημοκρατίας εργασίες άλλες από τις ασφαλιστικές. Σε ότι αφορά τις κυπριακές ασφαλιστικές εταιρείες, η απαγόρευση αυτή ισχύει και για τις εκτός της Δημοκρατίας εργασίες τους.
(2)Απαγορεύεται στις αντασφαλιστικές επιχειρήσεις να ασκούν εργασίες άλλες από τις αντασφαλιστικές και τις συναφείς με αυτές πράξεις: Νοείται ότι, στην έννοια των συναφών πράξεων περιλαμβάνονται: (
  1. i)η παροχή αναλογιστικών και στατιστικών συμβουλών, η ανάλυση κινδύνων και η έρευνα προς εξυπηρέτηση των πελατών της αντασφαλιστικής επιχείρησης. και (
  2. ii)οι δραστηριότητες εταιρειών που συμμετέχουν στον χρηματοπιστωτικό τομέα όπως αυτός ορίζεται στο άρθρο 2 του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμο του 2007.
(3)Παράβαση των διατάξεων του άρθρου αυτού συνεπάγεται την επιβολή διοικητικού προστίμου, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 201 του παρόντος Νόμου. 35(I)/2002 26(I)/2008 Σύσταση άλλων εταιρειών από ασφαλιστικές επιχειρήσεις. Συμμετοχή σε άλλες εταιρείες 14.—
(1)Επιτρέπεται σε ασφαλιστικές επιχειρήσεις να προβαίνουν στη σύσταση άλλων εταιρειών, δυνάμει του περί Εταιρειών Νόμου ή να μετέχουν σε τέτοιες εταιρείες έστω και αν οι εταιρείες αυτές δεν έχουν ως σκοπό τους την άσκηση ασφαλιστικών εργασιών.
(2)Προς το σκοπό συστάσεως των εταιρειών αυτών ή συμμετοχής τους στις εταιρείες αυτές, οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις δύνανται να διαθέτουν μέρος των στοιχείων του ενεργητικού τους που υπερβαίνει τα τεχνικά τους αποθέματα και το περιθώριο φερεγγυότητάς τους, αφού προηγουμένως γνωστοποιήσουν στον Έφορο το ύψος των κεφαλαίων που προτίθενται να χρησιμοποιήσουν για τη σύσταση ή τη συμμετοχή τους σε άλλη εταιρεία: Νοείται ότι, προκειμένου να συσταθεί από ασφαλιστική επιχείρηση θυγατρική εταιρεία ή η ασφαλιστική επιχείρηση να συμμετάσχει σε άλλη εταιρεία σε ποσοστό που υπερβαίνει το 50%, με την προβλεπόμενη στο εδάφιο αυτό γνωστοποίηση, θα συνυποβάλλεται βεβαίωση από τον εγκεκριμένο ελεγκτή της ασφαλιστικής επιχείρησης καθώς και από εγκεκριμένο ελεγκτή, άλλον από τον ελεγκτή της επιχείρησης που θα πιστοποιεί ότι η σκοπούμενη σύσταση ή συμμετοχή δε θα επηρεάσει με οποιοδήποτε τρόπο τα τεχνικά της αποθέματα και το περιθώριο φερεγγυότητάς της. Σε περίπτωση εντούτοις που δεν υποβάλλεται η βεβαίωση αυτή, δεν επιτρέπεται η σύσταση της θυγατρικής εταιρείας ή η συμμετοχή αυτή, εκτός κατόπιν σχετικής εγκρίσεως του Εφόρου. 35(I)/2002 ΔΕΥΤΕΡΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ - ΝΟΜΙΚΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ ΚΥΠΡΙΑΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ - ΟΡΟΙ ΚΑΙ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΠΡΟΣ ΧΟΡΗΓΗΣΗ ΑΔΕΙΑΣ ΑΣΚΗΣΕΩΣ Ή ΕΠΕΚΤΑΣΕΩΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΕΡΓΑΣΙΩΝ Νομικό καθεστώς κυπριακών ασφαλιστικών εταιρειών 15.—
(1)Η κυπριακή ασφαλιστική εταιρεία είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με μετοχές, που συνιστάται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου και του περί Εταιρειών Νόμου, με αποκλειστικό σκοπό την άσκηση ασφαλιστικών εργασιών ή/κ αι εργασιών αντασφάλισης και κατέχει άδεια ασκήσεως των εργασιών αυτών, που της χορηγήθηκε, κατά τα οριζόμενα σε επόμενες διατάξεις του Κεφαλαίου αυτού.
(2)Ο αλληλοασφαλιστικός οργανισμός είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με εγγύηση, χωρίς μετοχικό κεφάλαιο, που συνιστάται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος και του περί Εταιρειών Νόμου, έχει ως αποκλειστικό σκοπό την αλληλοασφάλιση των μελών του, και κατέχει άδεια ασκήσεως των εργασιών αυτών κατά τα οριζόμενα σε επόμενες διατάξεις του Κεφαλαίου αυτού.
(3)Όπου στον παρόντα Νόμο, γίνεται μνεία του όρου κυπριακή ασφαλιστική εταιρεία, εκτός εάν από το κείμενο προκύπτει άλλωσπως, ο όρος αυτός θα διαλαμβάνει και τον αλληλοασφαλιστικό οργανισμό.
(4)Οι κυπριακές ασφαλιστικές εταιρείες διέπονται από τις διατάξεις του παρόντος και του περί Εταιρειών Νόμου. Οι διατάξεις του παρόντος Νόμου, που αφορούν στις ασφαλιστικές εταιρείες θα διαβάζονται σε συνάρτηση με τις διατάξεις του περί Εταιρειών Νόμου, ως εάν επρόκειτο περί ενιαίου νομοθετήματος, εφόσον όμως προσκρούουν εις αυτές και κατά την έκταση που προσκρούουν, οι διατάξεις του παρόντος Νόμου υπερισχύουν. 35(I)/2002 Επωνυμία κυπριακών ασφαλιστικών εταιρειών 16.—
(1)Στην επωνυμία των κυπριακών ασφαλιστικών εταιρειών περιλαμβάνονται υποχρεωτικά οι λέξεις «ασφαλιστική εταιρεία» ή «αντασφαλιστική εταιρεία» ή «αλληλοασφαλιστικός οργανισμός», ανάλογα με την περίπτωση, ή γραμματικές παραλλαγές των όρων αυτών που υποδηλώνουν το σκοπό συστάσεως της εταιρείας προς άσκηση ασφαλιστικών εργασιών, αντασφαλιστικών ή αλληλοασφαλιστικών εργασιών. Οι λέξεις αυτές δύνανται να διατυπωθούν και σε ξένη γλώσσα, εκτός της ελληνικής, εφόσον η εταιρεία εγγράφεται με επωνυμία διατυπωμένη στη γλώσσα αυτή.
(2)Η επωνυμία των κυπριακών ασφαλιστικών εταιρειών εγκρίνεται από τον Έφορο υπό την αίρεση της εγκρίσεώς της από τον Έφορο Εταιρειών, δυνάμει των οικείων διατάξεων του περί Εταιρειών Νόμου. 35(I)/2002 Σύσταση και λειτουργία κυπριακής ασφαλιστικής εταιρείας 17.—
(1)Για τη σύσταση και εγγραφή κυπριακής ασφαλιστικής εταιρείας κατά τις οικείες διατάξεις του περί Εταιρειών Νόμου απαιτείται άδεια ασκήσεως ασφαλιστικών εργασιών, που χορηγείται από τον Έφορο, εφόσον ικανοποιηθούν οι προβλεπόμενες στο άρθρο 21 του παρόντος Νόμου προϋποθέσεις. Η άδεια ασκήσεως ασφαλιστικών εργασιών χορηγείται υπό την αίρεση της εγγραφής της εταιρείας δυνάμει των διατάξεων του περί Εταιρειών Νόμου.
(2)Η απόφαση του Εφόρου προς χορήγηση της άδειας, όταν καταστεί οριστική μετά την εγγραφή της εταιρείας κατά τα ανωτέρω, δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας και κοινοποιείται συγχρόνως στον Έφορο Εταιρειών. Η άδεια ασκήσεως ασφαλιστικών εργασιών ισχύει από την καθορισμένη στην άδεια ημερομηνία.
(3)Απαγορεύεται η διαφήμιση της ασφαλιστικής εταιρείας ή η άσκηση οποιασδήποτε επαγγελματικής δραστηριότητας από την εταιρεία αυτή, πριν την εγγραφή της εταιρείας από τον Έφορο Εταιρειών και την ημερομηνία έναρξης της ισχύος της άδειας ασκήσεως ασφαλιστικών εργασιών, κατά τα οριζόμενα στο προηγούμενο εδάφιο. 35(I)/2002 ΤΡΙΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ - ΑΔΕΙΑ ΑΣΚΗΣΕΩΝ ΚΑΙ ΕΠΕΚΤΑΣΕΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΕΡΓΑΣΙΩΝ - ΠΡΟΎΠΟΘΕΣΕΙΣ ΠΡΟΣ ΧΟΡΗΓΗΣΗ ΤΗΣ Αίτηση για χορήγηση άδειας ασκήσεως ασφαλιστικών εργασιών από κυπριακή ασφαλιστική εταιρεία 18.—
(1)Η αίτηση προς χορήγηση άδειας ασκήσεως ασφαλιστικών εργασιών σε κυπριακή ασφαλιστική εταιρεία υποβάλλεται στον Έφορο κατά τον καθορισμένο τύπο και περιέχει τα καθορισμένα στο έντυπο της αιτήσεως στοιχεία, τα οποία περιλαμβάνουν και στοιχεία που αφορούν στην ταυτότητα των προσώπων που κατονομάζονται στην αίτηση ως διευθύνοντες την εταιρεία, τα οποία και υπογράφουν την υποβληθείσα αίτηση.
(2)Με την αίτηση συνυποβάλλονται το ιδρυτικό έγγραφο και το καταστατικό των αιτητών καθώς και τα λοιπά έγγραφα που καθορίζονται από Κανονισμούς, που εκδίδονται δυνάμει του παρόντος Νόμου.
(3)Ο Έφορος δύναται οποτεδήποτε μετά την υποβολή της αιτήσεως να απαιτήσει την προσκόμιση πρόσθετων στοιχείων, που κρίνει αναγκαία για την εξέταση της αιτήσεως.
(4)Για την εξέταση της αιτήσεως καταβάλλεται το καθορισμένο τέλος. 35(I)/2002 Άδειας ασκήσεως ασφαλιστικών εργασιών σε κυπριακή ασφαλιστική εταιρεία 19.—
(1)Υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 24 του παρόντος Νόμου, που αφορά στην άσκηση ασφαλιστικών εργασιών από ασφαλιστικές εταιρείες υφιστάμενες κατά την έναρξη της ισχύος του παρόντος Νόμου, η άδεια ασκήσεως ασφαλιστικών εργασιών χορηγείται αποκλειστικά για την άσκηση είτε εργασιών στον Κλάδο Γενικής Φύσεως, είτε εργασιών στον Κλάδο Ζωής όπως οι Κλάδοι αυτοί καθορίζονται στα δύο Παραρτήματα, Πρώτο και Δεύτερο, που συνάπτονται στον παρόντα Νόμο: Νοείται ότι, κατ' εξαίρεση από την προηγούμενη διάταξη του εδαφίου αυτού, η άδεια ασκήσεως ασφαλιστικών εργασιών— (α) Στον Κλάδο Ζωής, δύναται να περιλαμβάνει τόσο τον κλάδο ατυχημάτων όσο και τον κλάδο ασθενειών, που εμπίπτουν στον Κλάδο Γενικής Φύσεως· ή (β) στον κλάδο ατυχημάτων ή και στον κλάδο ασθενειών, που εμπίπτουν στον Κλάδο Γενικής Φύσεως δύναται να περιλαμβάνει και τον Κλάδο Ζωής.
(2)Η άδεια ασκήσεως ασφαλιστικών εργασιών εκδίδεται κατά τον καθορισμένο τύπο και προσδιορίζει επακριβώς τον κλάδο ή την ομάδα κλάδων στους οποίους η ασφαλιστική εταιρεία εξουσιοδοτείται να ασκεί ασφαλιστικές εργασίες. Η άδεια δύναται να καλύπτει όλους ή μερικούς από τους κινδύνους που υπάγονται σε συγκεκριμένο κλάδο καθώς και σε ομάδα κλάδων, σύμφωνα με την κατάταξη που προβλέπεται στα δύο Παραρτήματα, Πρώτο και Δεύτερο, που συνάπτονται στον παρόντα Νόμο.
(3)Σε περίπτωση άδειας ασκήσεως ασφαλιστικών εργασιών στον Κλάδο Γενικής Φύσεως, η άδεια θα φέρει τη συνοπτική ονομασία που καθορίζεται στο Μέρος Β του συνημμένου στον παρόντα Νόμο Πρώτου Παραρτήματος, ανάλογα με τους κλάδους, των οποίων εξουσιοδοτείται η άσκηση.
(4)Υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του επόμενου εδαφίου του άρθρου αυτού, η άδεια ασκήσεως ασφαλιστικών εργασιών που χορηγείται για συγκεκριμένο κλάδο ή συγκεκριμένη ομάδα κλάδων γενικής φύσεως δύναται να καλύπτει και δευτερεύοντες ή συναφείς κινδύνους, που περιλαμβάνονται σε άλλο κλάδο γενικής φύσεως, χωρίς να απαιτείται χωριστή άδεια και για τον κλάδο στον οποίο υπάγονται οι δευτερεύοντες ή συναφείς κίνδυνοι, εφόσον οι κίνδυνοι αυτοί— (α) Συνδέονται με τον κυρίως κίνδυνο· (β) αφορούν το αντικείμενο που είναι ασφαλισμένο έναντι του κυρίως κινδύνου· και (γ) ασφαλίζονται με το ασφαλιστήριο έναντι του κυρίως κινδύνου.
(5)Για την άσκηση εργασιών στον κλάδο πιστώσεων, στον κλάδο εγγυήσεων και στον κλάδο νομικής προστασίας απαιτείται πάντοτε χωριστή άδεια: Νοείται ότι, υπό την επιφύλαξη των διατάξεων των παραγράφων (α), (β) και (γ) του προηγούμενου εδαφίου, στον κλάδο νομικής προστασίας δεν απαιτείται χωριστή άδεια— (α) Όταν ο κυρίως κίνδυνος συνδέεται αποκλειστικά με τον κλάδο βοηθείας· και (β) για διαφορές που απορρέουν από τη χρήση θαλασσοπλοούντων πλοίων ή σχετίζονται με τη χρήση αυτή.
(6)Ο Έφορος δύναται να περιορίζει την ισχύ της άδειας ασκήσεως ασφαλιστικών εργασιών που χορηγείται για τον Κλάδο Ζωής, στις δραστηριότητες που αναφέρονται στο πρόγραμμα δραστηριοτήτων, που συνυποβάλλεται με την αίτηση για χορήγηση άδειας ασκήσεως ασφαλιστικών εργασιών, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 21 του παρόντος Νόμου.
(7)Σε περίπτωση άδειας ασκήσεως αντασφαλιστικών εργασιών για αντασφαλιστικές δραστηριότητες του Κλάδου Γενικής Φύσεως ή για αντασφαλιστικές δραστηριότητες του Κλάδου Ζωής ή για αντασφαλιστικές δραστηριότητες και των δύο Κλάδων, η άδεια χορηγείται, αφού ληφθούν υπ’ όψιν: (α) οι σχετικές προϋποθέσεις για τη χορήγηση της άδειας όπως αυτές καθορίζονται στο εδάφιο
(1)του άρθρου 21· και (β) το πρόγραμμα δραστηριοτήτων που συνυποβάλλεται με την αίτηση για χορήγηση άδειας άσκησης αντασφαλιστικών εργασιών βάσει της παραγράφου (δ) του εδαφίου
(1)του άρθρου 21. 35(I)/2002 26(I)/2008 Ισχύς της άδειας 20.—
(1)Η χορηγούμενη από τον Έφορο άδεια ασκήσεως ασφαλιστικών εργασιών σε κυπριακή ασφαλιστική εταιρεία, ισχύει μόνο για την άσκηση των προβλεπόμενων στην άδεια ασφαλιστικών εργασιών εντός της Δημοκρατίας και κατόπιν εγκρίσεως του Εφόρου για σκοπούς εγκατάστασης της εταιρείας στο εξωτερικό.
(2)Σε περίπτωση εν τούτοις προσχώρησης της Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και από την ημερομηνία προσχώρησής της, η χορηγούμενη άδεια θα ισχύει σε όλα τα Κράτη Μέλη της Ε.Ε. ή του Ε.Ο.Χ., όπου η κυπριακή ασφαλιστική εταιρεία θα δικαιούται να ασκεί εργασίες είτε υπό καθεστώς ελεύθερης εγκατάστασης είτε και υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών καθώς και στην Ελβετική Συνομοσπονδία, υπό καθεστώς ελεύθερης εγκατάστασης, μόνο για εργασίες του Κλάδου Γενικής Φύσεως.
(3)Η άδεια ασκήσεως αντασφαλιστικών εργασιών που χορηγείται από τον Έφορο ισχύει σε όλα τα Κράτη Μέλη της Ε.Ε. ή του Ε.Ο.Χ., όπου η κυπριακή αντασφαλιστική επιχείρηση θα δικαιούται να ασκεί εργασίες είτε υπό καθεστώς ελεύθερης εγκατάστασης είτε υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών. 35(I)/2002 26(I)/2008 Ανταλλαγή πληροφοριών με αρμόδιες αρχές στην Ε.Ε. 20Α.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 21, πριν από τη χορήγηση άδειας άσκησης ασφαλιστικών εργασιών σε ασφαλιστική επιχείρηση, ο ΄Εφορος ζητά τη γνώμη των αρμοδίων εποπτικών αρχών του άλλου κράτους μέλους που εμπλέκεται, όταν ασφαλιστική επιχείρηση - (α) Είναι θυγατρική ασφαλιστικής επιχείρησης με άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος μέλος· (β) είναι θυγατρική της μητρικής επιχείρησης ασφαλιστικής επιχείρησης με άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος μέλος· ή (γ) ελέγχεται από το ίδιο φυσικό ή νομικό πρόσωπο που ελέγχει ασφαλιστική επιχείρηση με άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος μέλος.
(2)Ο ΄Εφορος, πριν από τη χορήγηση άδειας άσκησης ασφαλιστικών εργασιών σε ασφαλιστική επιχείρηση, ζητά τη γνώμη της αρμόδιας εποπτικής αρχής του εμπλεκόμενου κράτους μέλους, η οποία είναι υπεύθυνη για την εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων ή E.Π.E.Y., όταν ασφαλιστική επιχείρηση- (α) Είναι θυγατρική πιστωτικού ιδρύματος ή επιχείρησης επενδύσεων με άδεια λειτουργίας σε κράτος μέλος, (β) είναι θυγατρική της μητρικής επιχείρησης πιστωτικού ιδρύματος ή επιχείρησης επενδύσεων με άδεια λειτουργίας σε κράτος μέλος, ή (γ) ελέγχεται από το ίδιο φυσικό ή νομικό πρόσωπο που ελέγχει πιστωτικό ίδρυμα ή επιχείρηση επενδύσεων με άδεια λειτουργίας σε κράτος μέλος.
(3)Ο ΄Εφορος διαβουλεύεται με τις αρμόδιες εποπτικές αρχές, που αναφέρονται στα εδάφια
(1)και
(2), ιδίως όταν αξιολογεί την ποιότητα των μετόχων και την εντιμότητα και την ικανότητα των διευθυντικών στελεχών που συμμετέχουν στη διαχείριση άλλης οντότητας του ίδιου ομίλου: Νοείται ότι, ο ΄Εφορος, μαζί με τις εν λόγω αρμόδιες εποπτικές αρχές, ανταλλάσσουν οποιαδήποτε πληροφορία σχετικά με την ποιότητα των μετόχων και την εντιμότητα και την ικανότητα των διευθυντικών στελεχών που ενδιαφέρει τις αρμόδιες εποπτικές αρχές που εμπλέκονται, όταν πρόκειται για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας, καθώς και για τον έλεγχο της εφαρμογής των όρων λειτουργίας. 240(I)/2004 Προϋποθέσεις για τη χορήγηση άδειας ασκήσεως ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών εργασιών σε κυπριακή ασφαλιστική εταιρεία 21.—
(1)Η άδεια ασκήσεως ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών εργασιών δε χορηγείται από τον Έφορο σε κυπριακή ασφαλιστική ή αντασφαλιστική εταιρεία εκτός εάν συντρέχουν σωρευτικά όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) Έχει υποβληθεί έγκυρη κατά νόμο αίτηση για τη χορήγηση της άδειας, συνυποβλήθηκαν τα αναγκαία έγγραφα και καταβλήθηκε το καθορισμένο τέλος, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 18 του παρόντος Νόμου- (β) η εταιρεία έχει καταβεβλημένο μετοχικό κεφάλαιο ύψους τουλάχιστο τετρακοσίων χιλιάδων λιρών Κύπρου (Λ.Κ. 400.000) σε σχέση με τον Κλάδο Γενικής Φύσεως και τουλάχιστον εξακοσίων χιλιάδων λιρών Κύπρου (Λ.Κ. 600.000) σε σχέση με τον Κλάδο Ζωής, ή προκειμένου περί αντασφαλιστικής εταιρείας, ύψους ενός τουλάχιστον εκατομμυρίου λιρών Κύπρου (Λ.Κ. 1.000.000)· (γ) Η εταιρεία κατέχει ελάχιστο όριο εγγυητικού κεφαλαίου, το οποίο καθορίζεται ως ακολούθως: (
  1. i)Τηρουμένων των διατάξεων της υποπαραγράφου (iv), το ισότιμο σε λίρες Κύπρου των τριών εκατομμυρίων Ευρώ (Є3.000.000) προκειμένου περί εταιρείας που ασκεί ασφαλίσεις του Κλάδου Γενικής Φύσεως και παρέχει κάλυψη σε έναν ή περισσότερους κινδύνους που περιλαμβάνονται στους κλάδους 10 έως 15 που αναφέρονται στο Μέρος Α του Πρώτου Παραρτήματος· (
  2. ii)τηρουμένων των διατάξεων της παραγράφου (iv), το ισότιμο σε λίρες Κύπρου των δύο εκατομμυρίων Ευρώ (Є2.000.000) προκειμένου περί εταιρείας που ασκεί ασφαλίσεις του Κλάδου Γενικής Φύσεως και παρέχει κάλυψη σε έναν ή περισσότερους κινδύνους που περιλαμβάνονται στους κλάδους 1 έως 9 ή στους κλάδους 16 έως 18 που αναφέρονται στο Μέρος Α του Πρώτου Παραρτήματος: Νοείται ότι, στην περίπτωση ταυτόχρονης άσκησης ασφαλιστικών εργασιών στους κλάδους ή κινδύνους που αναφέρονται στις υποπαραγράφους (
  3. i)και (ii), τότε, ως ελάχιστο όριο εγγυητικού κεφαλαίου της ασφαλιστικής εταιρείας, όπως το εγγυητικό αυτό κεφάλαιο προβλέπεται στο άρθρο 69, καθορίζεται το μεγαλύτερο από τα προβλεπόμενα στις υποπαραγράφους αυτές ποσά˙ (iii) τηρουμένων των διατάξεων της υποπαραγράφου (iv), το ισότιμο σε λίρες Κύπρου των τριών εκατομμυρίων Ευρώ (Є3.000.000) προκειμένου περί εταιρείας που ασκεί ασφαλίσεις του Κλάδου Ζωής: Νοείται ότι για ασφαλιστική επιχείρηση μεικτών δραστηριοτήτων η οποία δραστηριοποιείται στον Κλάδο Γενικής Φύσης και στον Κλάδο Ζωής, το εγγυητικό της κεφάλαιο καθορίζεται ως το άθροισμα των υποπαραγράφων (
  4. i)ή (
  5. ii)με την υποπαράγραφο (iii) ανάλογα˙ (iiiA) τηρουμένων των διατάξεων της υποπαραγράφου (iv), το ισότιμο σε λίρες Κύπρου των τριών εκατομμυρίων Ευρώ (€ 3.000.000) προκειμένου περί αντασφαλιστικής επιχείρησης· (iiiB) τηρουμένων των διατάξεων της υποπαραγράφου (iv), το ισότιμο σε λίρες Κύπρου του ενός εκατομμυρίου Ευρώ (€1.000.000) προκειμένου περί δέσμιας αντασφαλιστικής επιχείρησης∙ (
  6. iv)τα ποσά που καθορίζονται στις υποπαραγράφους (i), (ii), (iii) , (iiiA) και (iiiB) αναθεωρούνται κάθε έτος, σύμφωνα με τις μεταβολές του ευρωπαϊκού δείκτη τιμών καταναλωτή που περιλαμβάνει όλα τα κράτη μέλη και δημοσιεύεται από την Eurostat, προσαρμόζονται αυτομάτως, στις 20 Σεπτεμβρίου κάθε έτους, αυξάνοντας το βασικό ποσό σε Ευρώ κατά το ποσοστό μεταβολής του δείκτη, από την 20η Μαρτίου 2002 μέχρι την ημερομηνία αναθεώρησης, και στρογγυλοποιούνται στο ανώτερο πολλαπλάσιο του ισότιμου σε λίρες Κύπρου των εκατό χιλιάδων Ευρώ (Є100.000), νοουμένου ότι η προσαρμογή αυτή δεν λαμβάνει χώρα εάν το ποσοστό μεταβολής είναι μικρότερο του πέντε τοις εκατόν από την τελευταία αναπροσαρμογή· (δ) η ασφαλιστική εταιρεία ή αντασφαλιστική επιχείρηση έχει υποβάλει τριετές πρόγραμμα δραστηριοτήτων, που διαλαμβάνει τα στοιχεία που καθορίζονται από Κανονισμούς, που εκδίδονται δυνάμει του παρόντος Νόμου· (ε) η εταιρεία παρέχει εχέγγυα ότι θα ασκεί τις εργασίες της σύμφωνα με υγιείς ασφαλιστικές αρχές και κατά τρόπο που να διαφυλάσσει τα συμφέροντα των ασφαλισμένων και να μη προσκρούει στα χρηστά ήθη ή τη δημόσια τάξη· (στ) η εταιρεία έχει γνωστοποιήσει στον Έφορο κατά τον καθορισμένο τύπο, την ταυτότητα κάθε φυσικού ή νομικού προσώπου, που άμεσα ή έμμεσα, κατέχει ειδική συμμετοχή εις αυτή καθώς και το ποσοστό κάθε τέτοιας συμμετοχής· (ζ) ο Έφορος έχει ικανοποιηθεί ότι τα πρόσωπα που κατά τα ανωτέρω έχουν ειδική συμμετοχή είναι πρόσωπα ικανά και κατάλληλα, κατά τα οριζόμενα στο εδάφιο
(5)του άρθρου 53 του παρόντος Νόμου, να διασφαλίζουν την υγιή και συνετή διαχείριση της εταιρείας· (η) η επωνυμία της εταιρείας συνάδει με τις διατάξεις του άρθρου 16 του παρόντος και τις οικείες διατάξεις του περί Εταιρειών Νόμου. Η επωνυμία αυτή δε δύναται να είναι η ίδια ή παρόμοια ή να προσομοιάζει κατά τρόπο δυνάμενο να παραπλανήσει ή να προκαλέσει σύγχυση, με την επωνυμία άλλης υφιστάμενης κυπριακής ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής εταιρείας ή εταιρείας που κατέχει άδεια ασκήσεως εργασιών διαμεσολάβησης, εκτός εάν— (
  1. i)η εταιρεία αυτή τελεί υπό διάλυση ή έπαυσε να ασκεί ασφαλιστικές εργασίες στη Δημοκρατία ή επίκειται η διάλυση ή η παύση των εργασιών της· και (
  2. ii)συγκατατίθεται στη χρήση της επωνυμίας αυτής από τους αιτητές. Δε χορηγείται άδεια ασκήσεως ασφαλιστικών ή αντασφαλιστικών εργασιών εάν η επωνυμία της αιτήτριας ενδέχεται να παραπλανήσει ή να προκαλέσει σύγχυση ως προς το είδος ή και τη φύση των προσφερόμενων υπηρεσιών· (θ) η εταιρεία διατηρεί την κεντρική της διοίκηση και το εγγεγραμμένο της γραφείο στη Δημοκρατία· (ι) οι διευθύνοντες την εταιρεία είναι πρόσωπα ικανά και κατάλληλα, κατά τα οριζόμενα στο εδάφιο
(5)του άρθρου 53 του παρόντος Νόμου και δύνανται να διασφαλίσουν την κατάλληλη διοικητική και λογιστική οργάνωση της εταιρείας· (ια) προκειμένου περί ασφαλιστικής εταιρείας που ασκεί ασφαλιστικές εργασίες του Κλάδου Ζωής ή ασφαλιστικές εργασίες του Κλάδου Γενικής Φύσεως και η οποία προτίθεται να εκδίδει συμβόλαια που καλύπτουν κινδύνους στους κλάδους ατυχημάτων ή και ασθενειών με διάρκεια μεγαλύτερη του ενός έτους— (
  1. i)η εταιρεία διορίζει εσωτερικό αναλογιστή που διαθέτει τα αναγκαία προσόντα κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 59 του παρόντος Νόμου· και (
  2. ii)μέσα σε προθεσμία τριάντα ημερών από της ενάρξεως των εργασιών της διορίζει εντεταλμένο αναλογιστή, που διαθέτει τα αναγκαία προσόντα, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 97 του παρόντος Νόμου· (ιβ) προκειμένου περί αντασφαλιστικής εταιρείας, διορίζει εντεταλμένο αναλογιστή, σύμφωνα με την υποπαράγραφο (
  3. ii)της παραγράφου (ια)· (ιγ) προκειμένου περί ασφαλιστικής εταιρείας, η οποία προτίθεται να ασκεί ασφαλιστικούς κλάδους οι οποίοι καθίστανται διά νόμου υποχρεωτικοί, αναλαμβάνει με γραπτή δήλωσή της, την υποχρέωση όπως, αμέσως μετά τη χορήγηση της άδειας και πριν την έναρξη των εργασιών της, ενταχθεί σε ταμείο ασφαλιστών ή άλλο παρόμοιο σώμα ή οργανισμό, αναγνωριζόμενο ή προβλεπόμενο από την κείμενη νομοθεσία· (ιδ) η εταιρεία έχει προβεί σε διευθετήσεις για αντασφάλισή της από ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, που ικανοποιεί τα κριτήρια που εκάστοτε καθορίζει ο Έφορος ή έχει αιτιολογήσει επαρκώς αίτημά της προς εξαίρεση από την υποχρέωση αυτή· (ιε) προκειμένου περί ασφαλιστικής εταιρείας που σκοπό έχει την άσκηση εργασιών στον κλάδο βοήθειας, η εταιρεία αυτή ικανοποιεί τον Έφορο, κατόπιν σχετικού ελέγχου, ότι το προσωπικό, το υλικό και οι μέθοδοι που έχει άμεσα ή έμμεσα στη διάθεσή της, καθώς και τα προσόντα του ιατρικού προσωπικού και η ποιότητα του εξοπλισμού που διαθέτει για να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις που επιβάλλει ο κλάδος αυτός, είναι κατάλληλα· (ιστ) προκειμένου περί ασφαλιστικής εταιρείας που σκοπό έχει την άσκηση εργασιών στο κλάδο ευθύνης από μηχανοκίνητα οχήματα, εξαιρουμένης της ευθύνης του μεταφορέα, η εταιρεία προβαίνει στο διορισμό αντιπροσώπου για διακανονισμό απαιτήσεων σε κάθε Κράτος Μέλος της Ε.Ε. ή του Ε.Ο.Χ., εκτός της ∆ημοκρατίας, οι προϋποθέσεις διορισμού και οι αρμοδιότητες του οποίου καθορίζονται σε Κανονισμούς, ανακοινώνοντας γραπτώς στον Έφορο το όνομα και τη διεύθυνσή του.
(2)Κατά την έννοια της παραγράφου (ε) του εδαφίου
(1)του άρθρου αυτού, «υγιείς ασφαλιστικές αρχές» σημαίνει τις αρχές εκείνες που έχουν κατ' έθιμο ή άλλωσπως καθιερωθεί σε σχέση με την ασφάλιση ή αντασφάλιση και αφορούν στη συνέπεια και τον επαγγελματισμό που πρέπει να επιδεικνύεται από μία ασφαλιστική ή αντασφαλιστική εταιρεία στις συναλλαγές της με τους ασφαλισμένους, τους συνεργάτες της και εν γένει το κοινό, ιδιαίτερα δε κατά την εκπλήρωση των υποχρεώσεών της και την ικανοποίηση των απαιτήσεων των ασφαλισμένων.
(3)Οι ακόλουθες ενέργειες μιας κυπριακής ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής εταιρείας λογίζονται ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη του γεγονότος ότι αυτή δεν ασκεί τις εργασίες της σύμφωνα με υγιείς ασφαλιστικές αρχές: (α) Κάθε ενέργεια της εταιρείας ή των ασκούντων εργασίες διαμεσολάβησης, που αποβλέπει στην παραπλάνηση των ασφαλισμένων της ή του κοινού εν γένει, είτε αυτή απολήγει στη σύναψη ασφαλιστικής συμβάσεως είτε όχι· (β) κάθε απόρριψη απαιτήσεως ασφαλισμένων, που δεν εδράζεται σε νόμο ή σε νομικά έκδηλα αδιαμφισβήτητο συγκεκριμένο ρητό όρο του ασφαλιστηρίου· (γ) κάθε επίκληση ρήτρας του ασφαλιστηρίου, που κατά την κείμενη νομοθεσία ή τη νομολογία δύναται να χαρακτηρισθεί ως καταχρηστική· (δ) παράλειψη της εταιρείας να συμμορφωθεί με υποχρέωσή της που απορρέει από συμφωνία που συνήψε με σώμα ή οργανισμό αναγνωριζόμενο ή προβλεπόμενο από την κείμενη νομοθεσία και κοινοποιείται προς αυτή υπό μορφή αποφάσεως του ανωτάτου διοικητικού οργάνου του σώματος ή οργανισμού αυτού, εκτός εάν η εταιρεία απαλλαγεί από την υποχρέωσή της αυτή δυνάμει τελεσίδικης δικαστικής ή διαιτητικής αποφάσεως· και (ε) κάθε παράλειψή της να ικανοποιήσει τελεσίδικη δικαστική απόφαση που εκδίδεται εναντίον της, μέσα σε προθεσμία σαράντα δύο ημερών από της εκδόσεως της αποφάσεως.
(4)Με απόφαση του Εφόρου, που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας δύνανται να εξειδικεύονται τα κριτήρια που ο Έφορος θα εφαρμόζει προκειμένου να αποφασίσει εάν μια κυπριακή ασφαλιστική ή αντασφαλιστική εταιρεία ασκεί τις εργασίες της σύμφωνα με υγιείς ασφαλιστικές αρχές. 35(I)/2002 141(I)/2003 165(I)/2003 70(I)/2004 26(I)/2008 Άδεια ασκήσεως ασφαλιστικών εργασιών σε αλληλοασφαλιστικό οργανισμό 22.—
(1)Οι διατάξεις του Κεφαλαίου αυτού, εκτός από τις διατάξεις των παραγράφων (β) και (στ) του εδαφίου
(1)του άρθρου 21 του παρόντος Νόμου, εφαρμόζονται και επί της άδειας ασκήσεως εργασιών αλληλοασφαλιστικών οργανισμών.
(2)Οι διατάξεις του παρόντος Νόμου δεν εφαρμόζονται επί αλληλοασφαλιστικών οργανισμών— (α) Το καταστατικό των οποίων προβλέπει τη δυνατότητα επιβολής συμπληρωματικών εισφορών ή μείωσης των προβλεπόμενων παροχών και, προκειμένου μόνο περί των ασφαλίσεων του Κλάδου Ζωής, τη δυνατότητα εξασφάλισης δέσμευσης για παροχή οικονομικής βοήθειας από τρίτους· (β) οι οποίοι δεν καλύπτουν κινδύνους αναφορικά με αστική ευθύνη, εκτός εάν οι κίνδυνοι αυτοί καλύπτονται ως δευτερεύοντες και παρεπόμενοι, κατά την έννοια και υπό τις προϋποθέσεις του εδαφίου
(4)του άρθρου 19 του παρόντος Νόμου, ούτε κινδύνους που εμπίπτουν στον κλάδο πιστώσεων και στον κλάδο εγγυήσεων· (γ) των οποίων, το ύψος του εισοδήματος από εισφορές δεν υπερβαίνει - (
  1. i)Αναφορικά με εργασίες του Κλάδου Γενικής Φύσεως, το ισότιμο σε λίρες Κύπρου των πέντε εκατομμυρίων Ευρώ (Є5.000.000) κατ’ έτος· και (
  2. ii)αναφορικά με εργασίες του Κλάδου Ζωής, το ισότιμο σε λίρες των πέντε εκατομμυρίων Ευρώ (Є5.000.000) κατ’ έτος για τρία συνεχόμενα έτη. Στην περίπτωση αυτή οι διατάξεις του παρόντος Νόμου εφαρμόζονται από το επόμενο (τέταρτο) έτος. (δ) των οποίων το ήμισυ τουλάχιστο του ετήσιου εισοδήματος, από εισφορές μόνον όσον αφορά τον Κλάδο Γενικής Φύσεως, προέρχεται από εισφορές προσώπων που είναι μέλη του.
(3)Οι διατάξεις του εδαφίου
(2)δεν εμποδίζουν έναν αλληλοασφαλιστικό οργανισμό να υποβάλλει αίτηση για να λάβει άδεια ασκήσεως ασφαλιστικών εργασιών ή να εξακολουθήσει να διαθέτει άδεια ασκήσεως ασφαλιστικών εργασιών βάσει του παρόντος Νόμου.
(4)Οι διατάξεις του παρόντος Νόμου δεν εφαρμόζονται επί επιχειρήσεων, οι οποίες πληρούν σωρευτικώς τις ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) Η επιχείρηση δεν ασκεί καμμιά ασφαλιστική εργασία στον Κλάδο Ζωής ή στον Κλάδο Γενικής Φύσεως, εκτός των εργασιών που εμπίπτουν στον κλάδο 18 του Κλάδου Γενικής Φύσεως που αναφέρεται στο Μέρος Α του Πρώτου Παραρτήματος· (β) η δραστηριότητα της επιχείρησης αυτής περιορίζεται αποκλειστικά σε τοπικά πλαίσια και συνίσταται μόνο σε παροχή υπηρεσιών σε είδος· και (γ) το ετήσιο ποσό των εισφορών της επιχείρησης αυτής, που εισπράττονται βάσει της δραστηριότητας παροχής βοήθειας σε πρόσωπα που αντιμετωπίζουν δυσκολίες, δεν υπερβαίνει το ισότιμο σε λίρες Κύπρου των διακοσίων χιλιάδων Ευρώ (Є200.000). 35(I)/2002 70(I)/2004 Άδεια προς επέκταση των εργασιών κυπριακής ασφαλιστικής εταιρείας σε άλλο ή άλλους κλάδους 23.—
(1)Δεν επιτρέπεται η επέκταση των εργασιών μιας κυπριακής ασφαλιστικής εταιρείας εκτός δυνάμει σχετικής άδειας του Εφόρου, που χορηγείται κατά τα οριζόμενα στο άρθρο αυτό.
(2)Υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του εδαφίου
(1)του άρθρου 19 και του άρθρου 24 του παρόντος Νόμου, κυπριακή ασφαλιστική εταιρεία που κατέχει άδεια ασκήσεως ασφαλιστικών εργασιών και επιζητεί την επέκταση των εργασιών της σε άλλο ή άλλους ασφαλιστικούς κλάδους, οφείλει να υποβάλει αίτηση στον Έφορο, κατά τον καθορισμένο τύπο, και να καταβάλει το καθορισμένο τέλος. Με την αίτηση συνυποβάλλονται και τα καθορισμένα με Κανονισμούς έγγραφα.
(3)Ο Έφορος χορηγεί την άδεια επεκτάσεως των εργασιών μόνον εφόσον ικανοποιηθεί ότι η ασφαλιστική εταιρεία— (α) Κατέχει το απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας, όπως αυτό καθορίζεται στα άρθρα 67 και 68 όσον αφορά τις ασφαλιστικές εταιρείες και στο άρθρο 68Α όσον αφορά τις αντασφαλιστικές επιχειρήσεις· και (β) έχει καταβάλει την τυχόν υφιστάμενη διαφορά μεταξύ του ελάχιστου ορίου εγγυητικού κεφαλαίου, που απαιτείται δυνάμει της παραγράφου (γ) του εδαφίου
(1)του άρθρου 21 του παρόντος Νόμου για την άσκηση του συγκεκριμένου κλάδου ή κλάδων, σε περίπτωση που το όριο αυτό είναι μεγαλύτερο από αυτό που ήδη κατέχει η εταιρεία.
(4)Εφόσον ο Έφορος ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν οι αναγκαίες προϋποθέσεις προβαίνει σε τροποποίηση της άδειας ασκήσεως ασφαλιστικών εργασιών που είχε χορηγηθεί στην αιτήτρια εταιρεία, και εκδίδει νέο έντυπο άδειας, κατά τον καθορισμένο τύπο. 35(I)/2002 26(I)/2008 Χωριστή διαχείριση ασφαλιστικής εταιρείας, που ασκεί παράλληλα εργασίες στον Κλάδο Γενικής Φύσεως και στον Κλάδο Ζωής 24.—
(1)Κυπριακή ασφαλιστική εταιρεία, η οποία πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος Νόμου ασκούσε εργασίες τόσο στον Κλάδο Γενικής Φύσεως όσο και στον Κλάδο Ζωής, κατόπιν άδειας που της χορηγήθηκε δυνάμει των διατάξεων του διά του παρόντος καταργούμενου Νόμου, δύναται να συνεχίσει την παράλληλη άσκηση εργασιών και στους δύο αυτούς Κλάδους, νοουμένου ότι οι ασφαλιστικές εργασίες στον κάθε Κλάδο θα τελούν υπό χωριστή διαχείριση, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο αυτό και στο άρθρο 88 του παρόντος Νόμου.
(2)Οι διατάξεις του άρθρου αυτού περί χωριστής διαχείρισης εφαρμόζονται και στην περίπτωση κυπριακής ασφαλιστικής εταιρείας, η οποία κατέχει άδεια ασκήσεως ασφαλιστικών εργασιών δυνάμει της επιφυλάξεως που τίθεται στο εδάφιο
(1)του άρθρου 19 του παρόντος Νόμου.
(3)Η χωριστή διαχείριση, που επιβάλλει το άρθρο αυτό, επάγεται οργάνωση της ασφαλιστικής εταιρείας κατά τρόπο ώστε οι δραστηριότητες της στον Κλάδο Γενικής Φύσεως να είναι χωριστές από αυτές του Κλάδου Ζωής, ώστε— (α) Να μην παραβλάπτονται τα συμφέροντα των ασφαλισμένων του ενός ή του άλλου Κλάδου από την παράλληλη άσκηση εργασιών και στους δύο αυτούς Κλάδους και ειδικότερα, τα οφέλη της εταιρείας από τις δραστηριότητες στον Κλάδο Ζωής να τα καρπούνται μόνο οι ασφαλισμένοι στον Κλάδο αυτό, ως εάν η δραστηριότητα των ασφαλίσεων Κλάδου Γενικής Φύσεως δεν ασκείτο από την ίδια ασφαλιστική εταιρεία· και (β) να μην επιβαρύνεται ο Κλάδος Ζωής με οποιοδήποτε τρόπο από την ικανοποίηση των ελάχιστων οικονομικών απαιτήσεων για τον Κλάδο Γενικής Φύσεως και αντιστρόφως, όπως οι απαιτήσεις αυτές καθορίζονται στον παρόντα Νόμο, και ειδικότερα αναφορικά με το περιθώριο φερεγγυότητας: Νοείται ότι, κυπριακή ασφαλιστική εταιρεία που ασκεί εργασίες τόσο στον Κλάδο Γενικής Φύσεως όσο και στον Κλάδο Ζωής και ικανοποιεί τις ελάχιστες οικονομικές απαιτήσεις, δύναται, αφού προηγουμένως ενημερώσει τον Έφορο, να διαθέσει στον ένα Κλάδο όσα από τα υπαρκτά στοιχεία του περιθωρίου φερεγγυότητας του άλλου Κλάδου εξακολουθούν να παραμένουν αδιάθετα, ο δε Έφορος προβαίνει σε ανάλυση των αποτελεσμάτων των δύο Κλάδων.
(4)Σε περίπτωση αδυναμίας συγκρότησης του περιθωρίου φερεγγυότητας σε έναν από τους δύο Κλάδους, Γενικής Φύσεως ή Ζωής, όπως το περιθώριο αυτό καθορίζεται στον παρόντα Νόμο, ο Έφορος επιβάλλει στον κλάδο αυτό τα προβλεπόμενα στο άρθρο 71 του παρόντος Νόμου μέτρα, ανεξάρτητα από τα αποτελέσματα του άλλου Κλάδου. Τα μέτρα αυτά, κατ' εξαίρεση από τις διατάξεις της παραγράφου (α) του εδαφίου
(2)του άρθρου αυτού, δύνανται να περιλαμβάνουν και τη μεταφορά περιουσιακών στοιχείων από τον ένα Κλάδο στον άλλο, μετά από σχετική εξουσιοδότηση του Εφόρου. 35(I)/2002 ΤΕΤΑΡΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ - ΧΟΡΗΓΗΣΗ ΑΔΕΙΑΣ ΑΣΚΗΣΕΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΕΡΓΑΣΙΩΝ ΣΕ ΑΛΛΟΔΑΠΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΚΑΙ ΠΡΟΎΠΟΘΕΣΕΙΣ ΠΡΟΣ ΤΟΥΤΟ Άδεια ασκήσεως ασφαλιστικών εργασιών στη Δημοκρατία από αλλοδαπή ασφαλιστική επιχείρηση 25.—
(1)Μία αλλοδαπή ασφαλιστική επιχείρηση δύναται να ασκεί ασφαλιστικές εργασίες στη Δημοκρατία με τη μορφή υποκαταστήματος ή αντιπροσωπείας που εγγράφεται δυνάμει του περί Εταιρειών Νόμου, κατόπιν άδειας ασκήσεως ασφαλιστικών εργασιών, που της χορηγείται από τον Έφορο και της επιτρέπει τη διεξαγωγή εργασιών σε συγκεκριμένο κλάδο ή κλάδους, όπως αυτοί καθορίζονται στα δύο Παραρτήματα, Πρώτο και Δεύτερο, που συνάπτονται στον παρόντα Νόμο.
(2)Η άδεια χορηγείται κατόπιν αιτήσεως που υποβάλλεται στον Έφορο κατά τον καθορισμένο τύπο. Επί της υποβαλλόμενης αιτήσεως εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου 18 του παρόντος Νόμου.
(3)Η χορήγηση της άδειας ασκήσεως ασφαλιστικών εργασιών σε αλλοδαπή ασφαλιστική επιχείρηση, διέπεται κατά πάντα από τις διατάξεις του άρθρου 19 του παρόντος Νόμου. 35(I)/2002 Προϋποθέσεις για τη χορήγηση άδειας ασκήσεως ασφαλιστιών εργασιών σε αλλοδαπή ασφαλιστική επιχείρηση 26. Η άδεια ασκήσεως ασφαλιστικών εργασιών δε χορηγείται από τον Έφορο σε αλλοδαπή ασφαλιστική επιχείρηση εκτός εάν αυτός ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν σωρευτικά όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) Έχει υποβληθεί έγκυρη κατά νόμο αίτηση, συνυποβλήθηκαν τα αναγκαία έγγραφα και καταβλήθηκε το καθορισμένο τέλος· (β) η αλλοδαπή ασφαλιστική επιχείρηση είναι εξουσιοδοτημένη στην έδρα της στην άσκηση ασφαλιστικών εργασιών στους κλάδους που αναφέρονται στην αίτηση της για τη χορήγηση άδειας ασκήσεως ασφαλιστικών εργασιών εντός της Δημοκρατίας- (γ) έχει διορίσει γενικό αντιπρόσωπο κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 56 του παρόντος Νόμου- (δ) η αλλοδαπή ασφαλιστική επιχείρηση έχει στην έδρα της καταβεβλημένο μετοχικό κεφάλαιο ίσο τουλάχιστο με το ποσό που καθορίζεται στην παράγραφο (β) του εδαφίου
(1)του άρθρου 21 του παρόντος Νόμου- (ε) διαθέτει στη Δημοκρατία στοιχεία του ενεργητικού της για ποσό ίσο τουλάχιστο προς το ήμισυ του ελάχιστου ορίου εγγυητικού κεφαλαίου, που καθορίζεται στην παράγραφο (γ) του εδαφίου
(1)του άρθρου 21 του παρόντος Νόμου και έχει καταθέσει στη Δημοκρατία το ένα τέταρτο του ελάχιστου αυτού ορίου ως εγγύηση, κατά τα οριζόμενα στη δεύτερη επιφύλαξη του εδαφίου
(3)του άρθρου 73 του παρόντος Νόμου· (στ) έχει υποβάλει τριετές πρόγραμμα δραστηριοτήτων, που διαλαμβάνει τα στοιχεία που καθορίζονται από Κανονισμούς, που εκδίδονται δυνάμει του παρόντος Νόμου- (ζ) έχει καταθέσει υπεύθυνη δήλωση, με την οποία αναλαμβάνει την υποχρέωση ότι— (
  1. i)θα διαθέτει περιθώριο φερεγγυότητας αναφορικά με τις εργασίες του υποκαταστήματος ή της αντιπροσωπείας, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 73 του παρόντος Νόμου- (
  2. ii)εντός δύο μηνών από της χορηγήσεως της άδειας ασκήσεως ασφαλιστικών εργασιών, θα έχει δημιουργήσει στη Δημοκρατία κατάλληλη διοικητική και λογιστική οργάνωση, που θα της παρέχει τη δυνατότητα να καταρτίζει λογαριασμούς για τις εργασίες της που διεξάγονται στη Δημοκρατία και να τηρεί στη Δημοκρατία τα απαιτούμενα στοιχεία για τις εργασίες αυτές- (iii) θα δημιουργεί και επενδύει τα απαιτούμενα τεχνικά αποθέματα αναφορικά με τις διεξαγόμενες στη Δημοκρατία εργασίες της, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 72 του παρόντος Νόμου- (
  3. iv)το υποκατάστημα ή η αντιπροσωπεία, εφόσον ασκεί ασφαλιστικούς κλάδους οι οποίοι καθίστανται διά νόμου υποχρεωτικοί, αμέσως μετά τη χορήγηση της άδειας και πριν την έναρξη των εργασιών της στη Δημοκρατία, θα ενταχθεί κατόπιν συμφωνίας σε ταμείο ασφαλιστών ή άλλο παρόμοιο οργανισμό αναγνωριζόμενο ή προβλεπόμενο από την κείμενη νομοθεσία· και (ν) προκειμένου περί επιχειρήσεως που θα διεξάγει εργασίες στον Κλάδο Ζωής ή ασφαλιστικές εργασίες του Κλάδου Γενικής Φύσεως και η οποία προτίθεται να εκδίδει συμβόλαια που καλύπτουν κινδύνους στους κλάδους ατυχημάτων και ασθενειών με διάρκεια μεγαλύτερη του ενός έτους, θα διορίσει εσωτερικό αναλογιστή που θα διαθέτει τα απαιτούμενα προσόντα, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 59 του παρόντος Νόμου και μέσα σε προθεσμία τριάντα ημερών από της ενάρξεως των εργασιών της, εντεταλμένο αναλογιστή, που θα διαθέτει τα απαιτούμενα προσόντα, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 97 του παρόντος Νόμου· (η) η αλλοδαπή ασφαλιστική επιχείρηση θα παρέχει εχέγγυα ότι θα ασκεί τις εργασίες της στη Δημοκρατία σύμφωνα με υγιείς ασφαλιστικές αρχές και κατά τρόπο που να διαφυλάσσει τα συμφέροντα των ασφαλισμένων και να μην προσκρούει στα χρηστά ήθη ή τη δημόσια τάξη· (θ) προκειμένου περί αντασφαλιστικής επιχείρησης, έχει διορίσει εντεταλμένο αναλογιστή μέσα σε προθεσμία τριάντα ημερών από της ενάρξεως των εργασιών της, ο οποίος διαθέτει τα αναγκαία προσόντα, κατά τα οριζόμενα στοάρθρο 97· (θ) σε περίπτωση προσχώρησης της ∆ημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και από την ημερομηνία προσχώρησης της και, προκειμένου περί επιχείρησης πουσκοπό έχει την άσκηση ασφαλιστικών εργασιών στον κλάδο ευθύνης από μηχανοκίνητα οχήματα, η επιχείρηση προβαίνει στον διορισμό αντιπροσώπου για διακανονισμό απαιτήσεων σε κάθε Κράτος Μέλος της Ε.Ε. ή του Ε.Ο.Χ., εκτός της ∆ημοκρατίας, οι προϋποθέσεις διορισμού και οιαρμοδιότητες του οποίου καθορίζονται σε Κανονισμούς, ανακοινώνοντας γραπτώς στον Έφορο το όνομα και τη διεύθυνση του. 35(I)/2002 141(I)/2003 165(I)/2003 Άδεια προς επέκταση των εργασιών αλλοδαπής ασφαλιστικής επιχείρησης 27.—
(1)Δεν επιτρέπεται η επέκταση των εργασιών μιας αλλοδαπής ασφαλιστικής επιχείρησης που κατέχει ήδη άδεια ασκήσεως ασφαλιστικών εργασιών, εκτός κατόπιν σχετικής άδειας του Εφόρου, που χορηγείται κατά τα οριζόμενα στο άρθρο αυτό.
(2)Υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του εδαφίου
(1)του άρθρου 19, που ισχύει και στην περίπτωση των αλλοδαπών ασφαλιστικών επιχειρήσεων και του άρθρου 28 του παρόντος Νόμου, αλλοδαπή ασφαλιστική επιχείρηση που ήδη κατέχει άδεια ασκήσεως ασφαλιστικών εργασιών στη Δημοκρατία και επιζητεί την επέκταση των εργασιών της σε άλλο ή άλλους ασφαλιστικούς κλάδους, οφείλει να υποβάλει αίτηση στον Έφορο, κατά τον καθορισμένο τύπο και να καταβάλει το καθορισμένο τέλος. Με την αίτηση συνυποβάλλονται και τα καθορισμένα με Κανονισμούς έγγραφα.
(3)Ο Έφορος χορηγεί την άδεια επεκτάσεως των ασφαλιστικών εργασιών μόνο εφόσον ικανοποιηθεί ότι η αλλοδαπή ασφαλιστική επιχείρηση— (α) Είναι εξουσιοδοτημένη στην έδρα της να ασκεί εργασίες στον κλάδο ή τους κλάδους που αφορά η αίτηση επεκτάσεως εργασιών (β) κατέχει το απαιτούμενο περιθώριο φερεγγυότητας, όπως αυτό καθορίζεται στο άρθρο 73 του παρόντος Νόμου· (γ) έχει καταβάλει την τυχόν υφιστάμενη διαφορά μεταξύ του ελάχιστου ορίου εγγυητικού κεφαλαίου, που απαιτείται δυνάμει της παραγράφου (ε) του εδαφίου
(1)του άρθρου 26 του παρόντος Νόμου για την άσκηση του συγκεκριμένου κλάδου ή κλάδων, σε περίπτωση που το όριο αυτό είναι μεγαλύτερο από αυτό που ήδη κατέχει.
(4)Εφόσον ο Έφορος ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν όλες οι αναγκαίες προϋποθέσεις προβαίνει σε τροποποίηση της άδειας ασκήσεως ασφαλιστικών εργασιών που είχε προηγουμένως χορηγηθεί και εκδίδει νέο έντυπο άδειας, κατά τον καθορισμένο τύπο. 35(I)/2002 Χωριστή διαχείριση αλλοδαπής ασφαλιστικής επιχείρησης που ασκεί στη Δημοκρατία παράλληλα εργασίες στον Κλάδο Γενικής Φύσεως και στον Κλάδο Ζωής 28. Αλλοδαπή ασφαλιστική επιχείρηση, η οποία πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος Νόμου ασκούσε στη Δημοκρατία εργασίες τόσο στον Κλάδο Γενικής Φύσεως όσο και στον Κλάδο Ζωής, κατόπιν άδειας που της χορηγήθηκε δυνάμει των διατάξεων του διά του παρόντος καταργούμενου Νόμου, δύναται να συνεχίσει την παράλληλη άσκηση εργασιών και στους δύο αυτούς Κλάδους, νοουμένου ότι οι ασφαλιστικές εργασίες στον κάθε Κλάδο θα τελούν υπό χωριστή διαχείριση, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 24 του παρόντος Νόμου. 35(I)/2002 Άδεια ασκήσεως ασφαλιστικών εργασιών στην Ένωση Ασφαλιστών Λλόυδς Λονδίνου 29.—
(1)Οι διατάξεις των άρθρων 25 έως 28 του παρόντος Νόμου εφαρμόζονται κατά πάντα και προκειμένου περί της ασκήσεως ασφαλιστικών εργασιών στη Δημοκρατία, από την Ένωση Ασφαλιστών Λλόυδς Λονδίνου.
(2)Σε περίπτωση εν τούτοις προσχώρησης της Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και από την ημερομηνία προσχώρησής της, η άσκηση ασφαλιστικών εργασιών στη Δημοκρατία από την Ένωση Ασφαλιστών Λλόυδς Λονδίνου, θα διέπεται από τις διατάξεις του Πέμπτου Κεφαλαίου του Μέρους αυτού, άρθρα 32 έως 35 του παρόντος Νόμου. 35(I)/2002 Διατάξεις που θα ισχύουν αναφορικά με την άσκηση ασφαλιστικών εργασιών στη Δημοκρατία, από αλλοδαπή ασφαλιστική επι

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.