Ο περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμος του 2016 - 22(I)/2016
Τι αφορά αυτή η πράξη;
Αυτός ο νόμος θεσπίζει ένα πλαίσιο για την ανάκαμψη και την εξυγίανση πιστωτικών ιδρυμάτων και επενδυτικών εταιρειών, εναρμονίζοντας την κυπριακή νομοθεσία με την Οδηγία 2014/59/ΕΕ της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σκοπός του είναι η διατήρηση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας και η προστασία των καταθετών και των επενδυτών.
Για ποιους: Πιστωτικά ιδρύματα (όπως αδειοδοτημένα πιστωτικά ιδρύματα); Επενδυτικές εταιρείες.
Με μια ματιά
- Χώρα
- Κύπρος
- Τομέας δικαίου
- Λοιπές νομικές διατάξεις
- Άρθρα
- 117
- Πηγή
- cylaw.org
- Ανάκτηση κειμένου
- Ενημέρωση επεξήγησης
Τι ρυθμίζει αυτή η πράξη;
- Τη θέσπιση πλαισίου για την ανάκαμψη και την εξυγίανση πιστωτικών ιδρυμάτων.
- Τη θέσπιση πλαισίου για την ανάκαμψη και την εξυγίανση επενδυτικών εταιρειών.
- Την εναρμόνιση με την Οδηγία 2014/59/ΕΕ της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
- Τις εξουσίες εξυγίανσης και τα μέτρα που μπορούν να ληφθούν για την αντιμετώπιση προβληματικών ιδρυμάτων.
Ποιους αφορά αυτή η πράξη;
- Πιστωτικά ιδρύματα (όπως αδειοδοτημένα πιστωτικά ιδρύματα).
- Επενδυτικές εταιρείες.
Ποια είναι τα βασικά σημεία;
- Ο νόμος αποσκοπεί στην εναρμόνιση με την Οδηγία 2014/59/ΕΕ.
- Η "αρχή εξυγίανσης" είναι η Κεντρική Τράπεζα.
- Περιλαμβάνει ορισμούς για "δράση εξυγίανσης", "εξυγίανση ομίλου" και "έκτακτη δημόσια χρηματοπιστωτική στήριξη".
- Ορίζει "επιλέξιμες υποχρεώσεις" ως υποχρεώσεις υποκείμενες σε διάσωση με ίδια μέσα που πληρούν τους όρους του άρθρου 25Α ή 25Ε(3)(α) του παρόντος Νόμου και τα μέσα της κατηγορίας 2 που πληρούν τους όρους του Άρθρου 72α, παράγραφος 1, στοιχείο β) του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013.
Λοιπές νομικές διατάξεις
Κείμενο νόμου
Κείμενο νόμου
Περιεχόμενα (117)
- Άρθρο 1
- Άρθρο 2
- Άρθρο 3
- Άρθρο 4
- Άρθρο 5
- Άρθρο 6
- Άρθρο 7
- Άρθρο 8
- Άρθρο 9
- Άρθρο 10
- Άρθρο 11
- Άρθρο 12
- Άρθρο 13
- Άρθρο 14
- Άρθρο 15
- Άρθρο 16
- Άρθρο 17
- Άρθρο 18
- Άρθρο 19
- Άρθρο 20
- Άρθρο 21
- Άρθρο 22
- Άρθρο 23
- Άρθρο 24
- Άρθρο 25
- Άρθρο 25B
- Άρθρο 26
- Άρθρο 27
- Άρθρο 28
- Άρθρο 29
- Άρθρο 30
- Άρθρο 31
- Άρθρο 32
- Άρθρο 33
- Άρθρο 34
- Άρθρο 35
- Άρθρο 36
- Άρθρο 37
- Άρθρο 38
- Άρθρο 39
- Άρθρο 40
- Άρθρο 41
- Άρθρο 42
- Άρθρο 43
- Άρθρο 44
- Άρθρο 45
- Άρθρο 46
- Άρθρο 47
- Άρθρο 48
- Άρθρο 49
- Άρθρο 50
- Άρθρο 51
- Άρθρο 52
- Άρθρο 53
- Άρθρο 54
- Άρθρο 55
- Άρθρο 56
- Άρθρο 57
- Άρθρο 58
- Άρθρο 59
- Άρθρο 60
- Άρθρο 61
- Άρθρο 62
- Άρθρο 63
- Άρθρο 64
- Άρθρο 65
- Άρθρο 66
- Άρθρο 67
- Άρθρο 68
- Άρθρο 69
- Άρθρο 70
- Άρθρο 71
- Άρθρο 72
- Άρθρο 73
- Άρθρο 74
- Άρθρο 75
- Άρθρο 76
- Άρθρο 77
- Άρθρο 78
- Άρθρο 79
- Άρθρο 80
- Άρθρο 81
- Άρθρο 82
- Άρθρο 83
- Άρθρο 84
- Άρθρο 85
- Άρθρο 86
- Άρθρο 87
- Άρθρο 88
- Άρθρο 89
- Άρθρο 90
- Άρθρο 91
- Άρθρο 92
- Άρθρο 93
- Άρθρο 94
- Άρθρο 95
- Άρθρο 96
- Άρθρο 97
- Άρθρο 98
- Άρθρο 99
- Άρθρο 100
- Άρθρο 101
- Άρθρο 102
- Άρθρο 103
- Άρθρο 104
- Άρθρο 105
- Άρθρο 106
- Άρθρο 107
- Άρθρο 108
- Άρθρο 109
- Άρθρο 110
- Άρθρο 111
- Άρθρο 112
- Άρθρο 113
- Άρθρο 114
- Άρθρο 115
- Άρθρο 116
Ο περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμος του 2016 - 22(I)/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | Επικοινωνία Κατάλογος Ενοποιημένης Νομοθεσίας Ο περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμος του 2016 (22(I)/2016) Περιεχόμενα Πλήρες Κείμενο Εκτύπωση Ιστορικό Τροποποιήσεων 22(I)/2016 96(I)/2021 158(I)/2021 102(I)/2022 109(I)/2022 144(I)/2024 159(I)/2024 15(I)/2025 Προοίμιο Για σκοπούς εναρμόνισης με την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Οδηγία 2014/59/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 15ης Μαΐου 2014 για τη θέσπιση πλαισίου για την ανάκαμψη και την εξυγίανση πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων και για την τροποποίηση της οδηγίας 82/891/ΕΟΚ του Συμβουλίου, και των οδηγιών 2001/24/ΕΚ, 2002/47/ΕΚ, 2004/25/ΕΚ, 2005/56/ΕΚ, 2007/36/ΕΚ, 2011/35/ΕΕ, 2012/30/ΕΕ και 2013/36/ΕΕ, καθώς και των κανονισμών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 και (ΕΕ) αριθ. 648/2012», H Βουλή των Αντιπροσώπων ψηφίζει ως ακολούθως:
ΜΕΡΟΣ I ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Συνοπτικός τίτλος
Άρθρο 1
22(I)/2016 Ερμηνεία
Άρθρο 2
2.-(1) Στον παρόντα Νόμο, εκτός εάν από το κείμενο προκύπτει διαφορετική έννοια - «άδεια λειτουργίας» σημαίνει – (α) αναφορικά με καλυπτόμενο πρόσωπο, άδεια δυνάμει του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου ή του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμου, (β) αναφορικά με οντότητα κράτους μέλους, άδεια βάσει της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ ή της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ ως μεταφέρεται στην οικεία νομοθεσία του εν λόγω κράτους μέλους· «αδειοδοτημένο πιστωτικό ίδρυμα» ή «ΑΠΙ» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου· «ανώτατα διοικητικά στελέχη» σημαίνει – (α) αναφορικά με αδειοδοτημένο πιστωτικό ίδρυμα, τα ανώτατα διοικητικά στελέχη όπως ορίζονται στο άρθρο 2(1) του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου· (β) αναφορικά με ΚΕΠΕΥ, τα ανώτατα διοικητικά στελέχη όπως ορίζονται στο άρθρο 2 του περί Ανάκαμψης ΚΕΠΕΥ και Λοιπών Οντοτήτων υπό την Εποπτεία της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και για Συναφή Θέματα Νόμου του 2016· (γ) αναφορικά με σχετικό πρόσωπο ή άλλη οντότητα ή φορέα, τα φυσικά πρόσωπα που ασκούν εκτελεστικά καθήκοντα και τα οποία είναι υπεύθυνα και λογοδοτούν στο διοικητικό όργανο για την καθημερινή διοίκηση του σχετικού προσώπου ή της άλλης οντότητας ή του φορέα∙ «απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων» σημαίνει τις απαιτήσεις που προβλέπονται στα Άρθρα 92 έως 98 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013∙ «αποκτών» σημαίνει την οντότητα στην οποία μεταβιβάζονται οι μετοχές, άλλα μέσα ιδιοκτησίας, χρεόγραφα, περιουσιακά στοιχεία, δικαιώματα και υποχρεώσεις ή οποιοσδήποτε συνδυασμός των εν λόγω στοιχείων από ένα ίδρυμα υπό εξυγίανση∙ «αρμόδια αρχή» σημαίνει αρχή της Δημοκρατίας που ανταποκρίνεται στον ορισμό του Άρθρου 4, παράγραφος 1, σημείο 40), του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, ή την ΕΚΤ αναφορικά με τα ειδικά καθήκοντα που της έχουν ανατεθεί δυνάμει του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1024/2013 του Συμβουλίου∙ «αρμόδια αρχή κράτους μέλους» σημαίνει αρχή κράτους μέλους που ανταποκρίνεται στον ορισμό του Άρθρου 4, παράγραφος 1, σημείο 40), του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, ή την ΕΚΤ αναφορικά με τα ειδικά καθήκοντα που της έχουν ανατεθεί δυνάμει του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1024/2013 του Συμβουλίου∙ «αρμόδιο υπουργείο κράτους μέλους» σημαίνει το υπουργείο οικονομικών ή άλλο υπουργείο κράτους μέλους, το οποίο είναι αρμόδιο για οικονομικές, χρηματοπιστωτικές και δημοσιονομικές αποφάσεις σε εθνικό επίπεδο σύμφωνα με τις εθνικές αρμοδιότητες, το οποίο έχει οριστεί σύμφωνα με το Άρθρο 3, παράγραφος 5, της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ∙
«αρχή ενοποιημένης εποπτείας» έχει την έννοια που του αποδίδει το Άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 41), του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013∙ «αρχή εξυγίανσης» σημαίνει την Κεντρική Τράπεζα∙ «αρχή εξυγίανσης κράτους μέλους» σημαίνει την αρχή που ορίζεται από κράτος μέλος σύμφωνα με το Άρθρο 3 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ∙ «αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου» σημαίνει – (α) σε περίπτωση που η αρχή ενοποιημένης εποπτείας είναι εγκατεστημένη στη Δημοκρατία, την αρχή εξυγίανσης, (β) σε περίπτωση που η αρχή ενοποιημένης εποπτείας είναι εγκατεστημένη σε κράτος μέλος, την αρχή εξυγίανσης του εν λόγω κράτους μέλους∙ «αρχή μακροπροληπτικής εποπτείας» σημαίνει, κατά περίπτωση – (α) την Κεντρική Τράπεζα κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 6(2)(ε) του περί Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου Νόμου, όπως διορθώθηκε, (β) την αρχή σε κράτος μέλος στην οποία έχει ανατεθεί η μακροπροληπτική πολιτική που αναφέρεται στη σύσταση Β1 της Σύστασης του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Συστημικού Κινδύνου της 22ας Δεκεμβρίου 2011 σχετικά με την μακροπροληπτική εντολή των εθνικών αρχών (ΕΣΣΚ/2011/3)∙ «βασικοί επιχειρηματικοί τομείς» σημαίνει επιχειρηματικούς τομείς και συναφείς υπηρεσίες που αντιπροσωπεύουν ουσιώδεις πηγές εισοδήματος, κέρδους ή αξίας δικαιόχρησης για ένα ίδρυμα ή για έναν όμιλο του οποίου το ίδρυμα αποτελεί μέρος∙ «διαδικασία εξυγίανσης σε τρίτη χώρα» σημαίνει δράση βάσει νομοθεσίας τρίτης χώρας για τη διαχείριση της αφερεγγυότητας ιδρύματος ή μητρικής επιχείρησης τρίτης χώρας, η οποία είναι συγκρίσιμη, ως προς τους στόχους και τα αναμενόμενα αποτελέσματα, με τις δράσεις εξυγίανσης δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου∙ «διασυνοριακός όμιλος» σημαίνει όμιλο με οντότητες ομίλου εγκατεστημένες στη Δημοκρατία και σε κράτη μέλη∙ «δικαίωμα καταγγελίας» σημαίνει το δικαίωμα καταγγελίας μιας σύμβασης, το δικαίωμα επίσπευσης, εκκαθάρισης (close out), αλληλοσυμψηφισμού (set-off) ή συμψηφισμού των υποχρεώσεων, ή κάθε παρόμοια διάταξη που αναστέλλει, τροποποιεί ή εξαλείφει υποχρέωση ενός συμβαλλόμενου μέρους της σύμβασης, ή διάταξη η οποία εμποδίζει τη γένεση, στο πλαίσιο της σύμβασης, υποχρέωσης η οποία διαφορετικά θα είχε προκύψει∙ «Διοικητικό Δικαστήριο» σημαίνει το δικαστήριο που ασκεί την εκ του Άρθρου 146 του Συντάγματος χορηγούμενη δικαιοδοσία∙ «διοικητικό όργανο» σημαίνει – (α) αναφορικά με ΑΠΙ, το διοικητικό όργανο όπως ορίζεται στο άρθρο 2 των περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμων του 1997 έως του 2016 όπως τροποποιήθηκαν, (β) αναφορικά με ΚΕΠΕΥ, το διοικητικό όργανο όπως ορίζεται στο άρθρο 2(1) του περί Ανάκαμψης ΚΕΠΕΥ και Λοιπών Οντοτήτων υπό την Εποπτεία της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και για Συναφή Θέματα Νόμου,
(γ) αναφορικά με σχετικό πρόσωπο ή άλλη οντότητα ή φορέα, το όργανο ή τα όργανα του σχετικού προσώπου ή της άλλης οντότητας ή του φορέα τα οποία ορίζονται δυνάμει της νομοθεσίας που διέπει τη σύσταση του σχετικού προσώπου ή της άλλης οντότητας ή του φορέα και τα οποία εξουσιοδοτούνται να καθορίζουν τη στρατηγική, τους στόχους και τη γενική κατεύθυνση του σχετικού προσώπου ή της άλλης οντότητας ή του φορέα και επιβλέπουν και παρακολουθούν τη λήψη των αποφάσεων από τη διεύθυνση και περιλαμβάνουν, στην περίπτωση σχετικού προσώπου ή άλλης οντότητας, τα πρόσωπα που πράγματι κατευθύνουν την επιχειρηματική δραστηριότητα∙ «δράση εξυγίανσης» σημαίνει – (α) αναφορικά με καλυπτόμενο πρόσωπο, την απόφαση να τεθεί υπό εξυγίανση σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 42, 43 ή 100 ή την εφαρμογή ενός μέτρου εξυγίανσης ή την άσκηση μιας ή περισσότερων εξουσιών εξυγίανσης, (β) αναφορικά με οντότητα κράτους μέλους, την απόφαση να τεθεί υπό εξυγίανση σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία του εν λόγω κράτους μέλους, ή την εφαρμογή ενός μέτρου εξυγίανσης ή την άσκηση μιας ή περισσότερων εξουσιών εξυγίανσης∙ «ΕΑΑΕΣ» σημαίνει την Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων που θεσπίστηκε δια του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010∙ «ΕΑΚΑΑ» σημαίνει την Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών που θεσπίστηκε δια του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010∙ «ΕΑΤ» σημαίνει την Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών που θεσπίστηκε δια του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010∙ «ΕΕ» σημαίνει την Ευρωπαϊκή Ένωση∙ «ΕΚΤ» σημαίνει την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα∙ «έκτακτη δημόσια χρηματοπιστωτική στήριξη» σημαίνει κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του Άρθρου 107, παράγραφος 1, της Συνθήκης για τη Λειτουργία της ΕΕ, ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια χρηματοπιστωτική στήριξη σε υπερεθνικό επίπεδο που, αν παρεχόταν σε εθνικό επίπεδο, θα συνιστούσε κρατική ενίσχυση, η οποία παρέχεται με σκοπό να διατηρηθεί ή να αποκατασταθεί η βιωσιμότητα, η ρευστότητα ή η φερεγγυότητα ενός ιδρύματος ή σχετικού προσώπου ή ενός ομίλου του οποίου το εν λόγω ίδρυμα ή το σχετικό πρόσωπο αποτελεί μέρος∙ «ενδεδειγμένη αρχή κράτους μέλους» σημαίνει την αρχή κράτους μέλους, η οποία είναι αρμόδια βάσει του εθνικού δικαίου του εν λόγω κράτους μέλους, να προβαίνει στις διαπιστώσεις που αναφέρονται στο Άρθρο 61 Οδηγίας 2014/59/ΕΕ· «ενοποιημένη βάση» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το Άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 48), του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013∙ «εξασφαλισμένη υποχρέωση» σημαίνει υποχρέωση όπου το δικαίωμα του πιστωτή για πληρωμή ή άλλης μορφής αντιστάθμισμα εξασφαλίζεται με βάρος επί περιουσιακών στοιχείων, ενέχυρο ή εμπράγματο δικαίωμα, ή συμφωνίες παροχής ασφάλειας, συμπεριλαμβανομένων των υποχρεώσεων που προκύπτουν από πράξεις επαναγοράς και άλλες συμφωνίες παροχής ασφάλειας με μεταβίβαση τίτλου∙
«εξουσία εξυγίανσης» σημαίνει – (α) αναφορικά με εξυγίανση καλυπτόμενου προσώπου, την εξουσία που προβλέπεται στα άρθρα 65 έως 74, (β) αναφορικά με εξυγίανση οντοτήτων κράτους μέλους ως μέρος εξυγίανσης ομίλου, την εξουσία που ορίζεται από τη σχετική νομοθεσία του εν λόγω κράτους μέλους· «εξουσίες απομείωσης και μετατροπής» σημαίνει οποιαδήποτε από τις εξουσίες που προβλέπονται στα άρθρα 30 και 65(1)(β)(v) έως (ix)· «εξουσίες μεταβίβασης» σημαίνει τις εξουσίες που προβλέπονται στο άρθρο 65(1)(β)(iii) ή (iv) για τη μεταβίβαση μετοχών, άλλων μέσων ιδιοκτησίας, χρεωστικών μέσων, περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων ή οποιουδήποτε συνδυασμού των εν λόγω στοιχείων από ίδρυμα υπό εξυγίανση προς αποδέκτη· «εξυγίανση» σημαίνει - (α) σε περίπτωση καλυπτόμενου προσώπου, την εφαρμογή ενός μέτρου εξυγίανσης προκειμένου να επιτευχθούν ένας ή περισσότεροι στόχοι της εξυγίανσης όπως ορίζονται στο άρθρο 41(2), (β) σε περίπτωση οντότητας κράτους μέλους η οποία εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ και αποτελεί μέρος ομίλου υπό εξυγίανση, την εφαρμογή μέτρου εξυγίανσης προκειμένου να επιτευχθούν ένας ή περισσότεροι στόχοι της εξυγίανσης δυνάμει της οικείας νομοθεσίας του εν λόγω κράτους μέλους· «εξυγίανση ομίλου» σημαίνει οποιοδήποτε από τα εξής: (α) την ανάληψη δράσης εξυγίανσης στο επίπεδο μητρικής επιχείρησης ή ιδρύματος που υπόκειται σε ενοποιημένη εποπτεία, (β) το συντονισμό της εφαρμογής μέτρων εξυγίανσης και της άσκησης εξουσιών εξυγίανσης από την αρχή εξυγίανσης και των αρχών εξυγίανσης κρατών μελών, όσον αφορά τις οντότητες ομίλου που πληρούν τις προϋποθέσεις εξυγίανσης· «επείγουσα στήριξη της ρευστότητας» σημαίνει την παροχή από την Κεντρική Τράπεζα ή κεντρική τράπεζα κράτους μέλους χρήματος κεντρικής τράπεζας, ή οποιαδήποτε άλλη στήριξη που μπορεί να επιφέρει αύξηση του χρήματος κεντρικής τράπεζας, σε ένα φερέγγυο χρηματοδοτικό ίδρυμα ή έναν όμιλο φερέγγυων χρηματοδοτικών ιδρυμάτων που αντιμετωπίζει προσωρινά προβλήματα ρευστότητας, χωρίς η ενέργεια αυτή να εντάσσεται στη νομισματική πολιτική· «επενδυτής» σημαίνει σε περίπτωση ΚΕΠΕΥ ή επιχείρηση επενδύσεων κράτους μέλους, τον επενδυτή κατά την έννοια της παραγράφου 2(1) της Οδηγίας της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς για τη Συνέχιση της Λειτουργίας και τη Λειτουργία του Ταμείου Αποζημίωσης Επενδυτών ΕΠΕΥ και κατά περίπτωση ΑΠΙ ή πιστωτικού ιδρύματος κράτους μέλους, τον επενδυτή κατά την έννοια του Κανονισμού 2 των περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Ταμείου Αποζημίωσης Επενδυτών Πελατών Τραπεζών Κανονισμών του 2004 έως 2007·
«επιλέξιμα μέσα χαμηλής κατάταξης» σημαίνει τα μέσα που πληρούν όλα τα κριτήρια που αναφέρονται στο Άρθρο 72α του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 εκτός από το Άρθρο 72β, παράγραφοι 3 έως 5 του εν λόγω Κανονισμού· «επιλέξιμες καταθέσεις» έχει την έννοια που του αποδίδουν οι κανονισμοί που εκδίδονται δυνάμει του άρθρου 33 του περί Συστήματος Εγγύησης των Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2016· «επιλέξιμες υποχρεώσεις» σημαίνει υποχρεώσεις υποκείμενες σε διάσωση με ίδια μέσα οι οποίες πληρούν τους όρους του άρθρου 25Α ή 25Ε(3)(α) του παρόντος Νόμου και τα μέσα της κατηγορίας 2 που πληρούν τους όρους του Άρθρου 72α, παράγραφος 1, στοιχείο β) του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· «επιχείρηση επενδύσεων» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το Άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 22 του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033, η οποία υπόκειται στην απαίτηση αρχικού κεφαλαίου που καθορίζεται στο Άρθρο 9, παράγραφος 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/2034· «εργάσιμη ημέρα» σημαίνει κάθε ημέρα εκτός Σαββάτου, Κυριακής ή αργίας, στη Δημοκρατία ή σε κράτος μέλος κατά περίπτωση· «ΕΣΣΚ» σημαίνει το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Συστημικού Κινδύνου που θεσπίστηκε δια του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1092/2010∙ «εταιρεία διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων» σημαίνει νομικό πρόσωπο που πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 52(2)· «Ευρωπαϊκή Επιτροπή» σημαίνει την Επιτροπή της ΕΕ· «θεσμικό σύστημα προστασίας» σημαίνει ρύθμιση που πληροί τις απαιτήσεις του Άρθρου 113, παράγραφος 7 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· «θιγόμενος πιστωτής» σημαίνει πιστωτή του οποίου η απαίτηση αφορά υποχρέωση που μειώνεται ή μετατρέπεται σε μετοχές ή άλλα μέσα ιδιοκτησίας, μέσω της άσκησης της εξουσίας απομείωσης και μετατροπής με χρήση του μέτρου διάσωσης με ίδια μέσα· «θυγατρική» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το Άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 16) του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και για σκοπούς εφαρμογής των άρθρων 11, 20, 21, 22, 25 έως 29Α, 30 έως 34, 94 έως 97 του παρόντος Νόμου επί των ομίλων εξυγίανσης, ως ορίζονται στο παρόν άρθρο, περιλαμβάνει, όπου και όπως αρμόζει, πιστωτικά ιδρύματα που είναι μόνιμα συνδεδεμένα με κεντρικό φορέα, τον ίδιο τον κεντρικό φορέα και τις αντίστοιχες θυγατρικές τους, λαμβάνοντας υπόψη τον τρόπο με τον οποίο οι εν λόγω όμιλοι εξυγίανσης συμμορφώνονται με το άρθρο 25Δ(3)· «θυγατρικό ίδρυμα επιχείρησης τρίτης χώρας στην ΕΕ» σημαίνει ίδρυμα το οποίο είναι εγκατεστημένο στη Δημοκρατία ή σε κράτος μέλος και είναι θυγατρικό ιδρύματος τρίτης χώρας ή μητρικής επιχείρησης τρίτης χώρας·
«ίδια κεφάλαια» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το Άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 118), του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· «ίδρυμα» σημαίνει ΑΠΙ που έχει συσταθεί στη Δημοκρατία ή ΚΕΠΕΥ που υπόκειται στην απαίτηση αρχικού κεφαλαίου που καθορίζεται στο άρθρο 10(1) του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμου· «ίδρυμα κράτους μέλους» σημαίνει πιστωτικό ίδρυμα κράτους μέλους ή επιχείρηση επενδύσεων κράτους μέλους η οποία υπόκειται στην απαίτηση αρχικού κεφαλαίου που προβλέπεται στο Άρθρο 28, παράγραφος 2, της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ· «ίδρυμα τρίτης χώρας» σημαίνει οντότητα της οποίας η κεντρική διοίκηση εδρεύει σε τρίτη χώρα και η οποία, εάν ήταν εγκατεστημένη εντός της Δημοκρατίας, θα ενέπιπτε στον ορισμό του όρου ίδρυμα, και περιλαμβάνει ΑΠΙ που έχει συσταθεί σε τρίτη χώρα· «ίδρυμα υπό εξυγίανση» ή «υπό εξυγίανση ίδρυμα» σημαίνει ίδρυμα, σχετικό πρόσωπο, ίδρυμα κράτους μέλους, χρηματοδοτικό ίδρυμα, χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών, μεικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών, μεικτή εταιρεία συμμετοχών, μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη σε κράτος μέλος, μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην ΕΕ, μητρική μεικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη σε κράτος μέλος ή μητρική μεικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην ΕΕ, για το οποίο ή την οποία αναλαμβάνεται δράση εξυγίανσης· «καλυμμένο ομόλογο» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το Άρθρο 3, σημείο 1) της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/2162 ή, όσον αφορά μέσο που εκδόθηκε πριν από την 8η Ιουλίου 2022, ομόλογο όπως αναφέρεται στο άρθρο 42(1)(β)(ii) του περί των Ανοικτού Τύπου Οργανισμών Συλλογικών Επενδύσεων Νόμου· «καλυπτόμενες καταθέσεις» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Συστήματος Εγγύησης των Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2016· «καλυπτόμενο πρόσωπο» σημαίνει οντότητα που υπόκειται στις διατάξεις του παρόντος Νόμου κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 3· «κανόνες της ΕΕ σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις» σημαίνει τους κανόνες που έχουν καθοριστεί σύμφωνα με τα Άρθρα 107, 108 και 109 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της ΕΕ και με τους κανονισμούς και όλες τις πράξεις της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένων κατευθυντήριων γραμμών, κοινοποιήσεων και ανακοινώσεων, που εκδίδονται δυνάμει του Άρθρου 108, παράγραφος 4, ή του Άρθρου 109 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της ΕΕ· «κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας» σημαίνει – (α) αναφορικά με ΣΠΙ, εκκαθάριση ή ειδική εκκαθάριση σύμφωνα με το Μέρος ΧΙΙΙ του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου,
(β) αναφορικά με τράπεζα, εκκαθάριση ή ειδική εκκαθάριση σύμφωνα με το Μέρος ΧΙΙΙ του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου· (γ) αναφορικά με τον Οργανισμό Χρηματοδότησης Στέγης που έχει συσταθεί δυνάμει του περί Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Στέγης Νόμου, εκκαθάριση δυνάμει νόμου που ψηφίζεται για το σκοπό αυτό, (δ) αναφορικά με ΚΕΠΕΥ ή με σχετικό πρόσωπο, εκκαθάριση σύμφωνα με τον περί Εταιρειών Νόμο, όπως αυτός διορθώθηκε· «Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 575/2013» σημαίνει την πράξη της EE με τίτλο «Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2013 σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012», όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον Εκτελεστικό Κανονισμό (ΕΕ) 2015/880 της Επιτροπής της 4ης Ιουνίου 2015· «Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 593/2008» σημαίνει την πράξη της EE με τίτλο «Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 593/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 17ης Ιουνίου 2008 για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές (Ρώμη Ι)» ως διορθώθηκε· «Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 596/2014» σημαίνει την πράξη της ΕΕ με τίτλο «Κανονισμός (ΕΕ) 596/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Απριλίου 2014 για την κατάχρηση της αγοράς (κανονισμός για την κατάχρηση της αγοράς) και την κατάργηση της οδηγίας 2003/6/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και των οδηγιών της Επιτροπής 2003/124/ΕΚ, 2003/125/ΕΚ και 2004/72/ΕΚ»∙ «Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 648/2012» σημαίνει την πράξη της ΕΕ με τίτλο «Κανονισμός (ΕΕ) 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 4ης Ιουλίου 2012 για τα εξωχρηματιστηριακά παράγωγα, τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους και τα αρχεία καταγραφής συναλλαγών», όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την Οδηγία 2015/89/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 20ης Μαΐου 2015· «Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 806/2014» σημαίνει την πράξη της ΕΕ με τίτλο «Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 806/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 15ης Ιουλίου 2014 περί θεσπίσεως ενιαίων κανόνων και διαδικασίας για την εξυγίανση πιστωτικών ιδρυμάτων και ορισμένων επιχειρήσεων επενδύσεων στο πλαίσιο ενός Ενιαίου Μηχανισμού Εξυγίανσης και ενός Ενιαίου Ταμείου Εξυγίανσης και τροποποιήσεως του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010»· «Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1024/2013» σημαίνει την πράξη της ΕΕ με τίτλο «Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1024/2013 του Συμβουλίου της 15ης Οκτωβρίου 2013 για την ανάθεση ειδικών καθηκόντων στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα σχετικά με τις πολιτικές που αφορούν την προληπτική εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων» ως διορθώθηκε·
«Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1092/2010» σημαίνει την πράξη της ΕΕ με τίτλο «Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1092/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 24ης Νοεμβρίου 2010 σχετικά με τη μακροπροληπτική επίβλεψη του χρηματοοικονομικού συστήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τη σύσταση Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Συστημικού Κινδύνου»· «Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1093/2010» σημαίνει την πράξη της ΕΕ με τίτλο «Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 24ης Νοεμβρίου 2010 σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών), την τροποποίηση της απόφασης αριθ. 716/2009/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 2009/78/ΕΚ της Επιτροπής», όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 806/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 15ης Ιουλίου 2014· «Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1094/2010» σημαίνει την πράξη της ΕΕ με τίτλο «Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 24ης Νοεμβρίου 2010 για τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων), την τροποποίηση της απόφασης αριθ. 716/2009/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 2009/79/ΕΚ της Επιτροπής», όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 258/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 3ης Απριλίου 2014∙ «Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1095/2010» σημαίνει την πράξη της ΕΕ με τίτλο «Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 24ης Νοεμβρίου 2010 σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών), την τροποποίηση της απόφασης αριθ. 716/2009/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 2009/77/ΕΚ», όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 258/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 3ης Απριλίου 2014∙ «Κανονισμός (ΕΕ) 2019/2033» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο» «Κανονισμός (ΕΕ) 2019/2033 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Νοεμβρίου 2019 σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας επιχειρήσεων επενδύσεων και την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, (ΕΕ) αριθ. 575/2013, (ΕΕ) αριθ. 600/2014 και (ΕΕ) αριθ. 806/2014», ως διορθώθηκε· «Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 2022/2554» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο “Κανονισμός (ΕΕ) 2022/2554 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 14ης Δεκεμβρίου 2022 σχετικά με την ψηφιακή επιχειρη-σιακή ανθεκτικότητα του χρηματοοικονομικού τομέα και την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 1060/2009, (ΕΕ) αριθ. 648/2012, (ΕΕ) αριθ. 600/2014, (ΕΕ) αριθ. 909/2014 και (ΕΕ) 2016/1011”·
«κατάθεση» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2(1) του περί Συστήματος Εγγύησης των Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2016· «κατάσταση αφερεγγυότητας ή ενδεχόμενης αφερεγγυότητας» σημαίνει - (α) αναφορικά με ΑΠΙ ή σχετικό πρόσωπο το οποίο είναι θυγατρική ή μητρική επιχείρηση ΑΠΙ ή πιστωτικού ιδρύματος κράτους μέλους, οι περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 32Γ του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου· (β) αναφορικά με ΚΕΠΕΥ ή σχετικό πρόσωπο το οποίο είναι θυγατρική ή μητρική επιχείρηση ΚΕΠΕΥ ή επενδυτικής εταιρείας κράτους μέλους, οποιαδήποτε περίπτωση που αναφέρεται στο άρθρο 22(3) του περί Ανάκαμψης ΚΕΠΕΥ και Λοιπών Οντοτήτων υπό την εποπτεία Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και για Συναφή Θέματα Νόμου του 2016· «Κεντρική Τράπεζα» σημαίνει την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου· «κεντρικός αντισυμβαλλόμενος» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο «CCP» από το Άρθρο 2, σημείο 1), του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012· «κεντρικός φορέας» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων· «ΚΕΠΕΥ» σημαίνει επιχείρηση επενδύσεων που διέπεται από τον περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμο. «κεφάλαιο κοινών μετοχών της κατηγορίας 1» σημαίνει το κεφάλαιο κοινών μετοχών της κατηγορίας 1, όπως υπολογίζεται σύμφωνα με το Άρθρο 50 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· «κράτος μέλος» σημαίνει κράτος μέλος άλλο από τη Δημοκρατία· «κρίσιμες λειτουργίες» σημαίνει δραστηριότητες, υπηρεσίες ή λειτουργίες των οποίων η διακοπή ενδέχεται, στη Δημοκρατία ή σε κράτος μέλος, να οδηγήσει σε διαταραχή της παροχής ζωτικών υπηρεσιών στην πραγματική οικονομία ή να διαταράξει τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα λόγω του μεγέθους του ιδρύματος ή του ομίλου, του μεριδίου του στην αγορά, των εξωτερικών και εσωτερικών του διασυνδέσεων, της πολυπλοκότητας ή των διασυνοριακών εργασιών του, ιδίως σε ότι αφορά τη δυνατότητα υποκατάστασης των εν λόγω εργασιών, υπηρεσιών ή λειτουργιών· «μεικτή εταιρεία συμμετοχών» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το Άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 22), του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· «μεικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το Άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 21), του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· «μέσα ιδιοκτησίας» σημαίνει μετοχές, άλλα μέσα που εκχωρούν δικαιώματα ιδιοκτησίας, μέσα που είναι μετατρέψιμα σε ή παρέχουν το δικαίωμα απόκτησης μετοχών ή άλλα μέσα ιδιοκτησίας, και μέσα που αντιπροσωπεύουν δικαιώματα επί μετοχών ή άλλων μέσων ιδιοκτησίας·
«μέσα κοινών μετοχών της κατηγορίας 1» σημαίνει κεφαλαιακά μέσα που πληρούν τους όρους του Άρθρου 28, παράγραφοι 1 έως 4, του Άρθρου 29, παράγραφοι 1 έως 5, ή του Άρθρου 31, παράγραφος 1, του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· «μέσα της κατηγορίας 2» σημαίνει κεφαλαιακά μέσα ή δάνεια μειωμένης εξασφάλισης, που πληρούν τις προϋποθέσεις του Άρθρου 63 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· «μεταβατικό ίδρυμα» σημαίνει νομικό πρόσωπο που πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 50(2)(α)· «μέτοχοι» σημαίνει μέτοχοι ή κάτοχοι άλλων μέσων ιδιοκτησίας· «μέτρο διάσωσης με ίδια μέσα» σημαίνει μηχανισμό για την άσκηση, από την αρχή εξυγίανσης, των εξουσιών απομείωσης και μετατροπής όσον αφορά τις υποχρεώσεις ενός ιδρύματος υπό εξυγίανση σύμφωνα με το άρθρο 53· «μέτρο διαχείρισης κρίσεων» σημαίνει δράση εξυγίανσης ή διορισμός ειδικού διαχειριστή δυνάμει του άρθρου 46 ή ενός προσώπου δυνάμει του άρθρου 60(2) ή του άρθρου 74(1)· «μέτρα έγκαιρης παρέμβασης» σημαίνει – (α) αναφορικά με ΑΠΙ, μέτρα που λαμβάνει η αρμόδια αρχή δυνάμει του άρθρου 30Γ του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου, (β) αναφορικά με ΚΕΠΕΥ, μέτρα που λαμβάνει η αρμόδια αρχή δυνάμει του άρθρου 18 του περί Ανάκαμψης ΚΕΠΕΥ και Λοιπών Οντοτήτων υπό την Εποπτεία της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και για Συναφή Θέματα Νόμου του 2016· «μέτρο εξυγίανσης» σημαίνει – (α) αναφορικά με εξυγίανση καλυπτόμενου προσώπου, μέτρο εξυγίανσης κατά την έννοια του άρθρου 45(3), (β) αναφορικά με εξυγίανση οντοτήτων κράτους μέλους ως μέρος εξυγίανσης ομίλου, μέτρο εξυγίανσης όπως προβλέπεται από τη σχετική νομοθεσία του εν λόγω κράτους μέλους· «μέτρο μεταβίβασης περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων σε μεταβατικό ίδρυμα» σημαίνει μηχανισμό για τη μεταβίβαση μετοχών ή άλλων τίτλων ιδιοκτησίας που έχουν εκδοθεί από ίδρυμα υπό εξυγίανση, ή περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων ιδρύματος υπό εξυγίανση, σε μεταβατικό ίδρυμα, σύμφωνα με το άρθρο 50· «μέτρο μεταβίβασης περιουσιακών στοιχείων και δικαιωμάτων σε εταιρεία διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων» σημαίνει μηχανισμό για την πραγματοποίηση μεταβίβασης, από την αρχή εξυγίανσης, περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων ενός ιδρύματος υπό εξυγίανση σε εταιρεία διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων σύμφωνα με το άρθρο 52· «μέτρο πρόληψης κρίσεων» σημαίνει – (α) την άσκηση εξουσιών για την αντιμετώπιση ή την εξάλειψη των εμποδίων στη δυνατότητα εξυγίανσης σύμφωνα με τα άρθρα 20 έως 22, (β) την άσκηση εξουσιών απομείωσης και μετατροπής κεφαλαιακών μέσων σύμφωνα με τα άρθρα 30 και 31·
«μέτρο πώλησης εργασιών» σημαίνει μηχανισμό για την εκτέλεση της μεταβίβασης, από την αρχή εξυγίανσης, μετοχών ή άλλων μέσων ιδιοκτησίας που έχουν εκδοθεί από ίδρυμα υπό εξυγίανση, ή περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων ενός ιδρύματος υπό εξυγίανση, σε έναν αποκτώντα που δεν είναι μεταβατικό ίδρυμα, σύμφωνα με το άρθρο 48· «μητρική επιχείρηση» έχει την έννοια που του αποδίδει το Άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 15), στοιχείο α), του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· «μητρική επιχείρηση της ΕΕ» σημαίνει μητρικό ίδρυμα εγκατεστημένο στην ΕΕ, μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην ΕΕ ή μητρική μεικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην ΕΕ· «μητρική επιχείρηση τρίτης χώρας» σημαίνει μητρικό ίδρυμα, μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή μητρική μεικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών, εγκατεστημένη σε τρίτη χώρα· «μητρική μεικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη σε κράτος μέλος» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το Άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 32), του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· «μητρική μεικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στη Δημοκρατία» σημαίνει οντότητα που έχει συσταθεί στη Δημοκρατία και ανταποκρίνεται στον ορισμό του Άρθρου 4, παράγραφος 1, σημείο 32), του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· «μητρική μεικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην ΕΕ» έχει την έννοια που του αποδίδει το Άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 33), του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· «μητρική χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη σε κράτος μέλος» ή «μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη σε κράτος μέλος» σημαίνει μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών σε κράτος μέλος, όπως ορίζεται στο Άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 30), του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· «μητρική χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στη Δημοκρατία» ή «μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στη Δημοκρατία» σημαίνει οντότητα που είναι εγκατεστημένη στη Δημοκρατία και ανταποκρίνεται στον ορισμό του Άρθρου 4, παράγραφος 1, σημείο 30), του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· «μητρική χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην ΕΕ» ή «μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην ΕΕ» σημαίνει μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην ΕΕ, όπως ορίζεται στο Άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 31), του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· «μητρικό ίδρυμα εγκατεστημένο σε κράτος μέλος» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο από το Άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 28), του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·
«μητρικό ίδρυμα εγκατεστημένο στη Δημοκρατία» σημαίνει μητρικό ίδρυμα εγκατεστημένο στη Δημοκρατία που ανταποκρίνεται στον ορισμό του Άρθρου 4, παράγραφος 1, σημείο 28), του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· «μητρικό ίδρυμα εγκατεστημένο στην ΕΕ» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το Άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 29), του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· «μηχανισμός εξυγίανσης ομίλου» σημαίνει σχέδιο που καταρτίζεται για τους σκοπούς της εξυγίανσης ομίλου σύμφωνα με τα άρθρα 94 έως 97, κατά περίπτωση·«μονάδα εξυγίανσης» σημαίνει τη μονάδα που προβλέπεται στο άρθρο 6· «Οδηγία 2013/36/ΕΕ» σημαίνει την πράξη της ΕΕ με τίτλο «Οδηγία 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2013 σχετικά με την πρόσβαση στη δραστηριότητα πιστωτικών ιδρυμάτων και την προληπτική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων, για την τροποποίηση της οδηγίας 2002/87/ΕΚ και για την κατάργηση των οδηγιών 2006/48/ΕΚ και 2006/49/ΕΚ» όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την Οδηγία 2014/59/ΕΕ· «Οδηγία 2014/49/ΕΕ» σημαίνει την πράξη της ΕΕ με τίτλο «Οδηγία 2014/49/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Απριλίου 2014, περί των συστημάτων εγγύησης των καταθέσεων»· «Οδηγία 2014/59/ΕΕ» σημαίνει την πράξη της ΕΕ με τίτλο «Οδηγία 2014/59/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 15ης Μαΐου 2014 για τη θέσπιση πλαισίου για την ανάκαμψη και την εξυγίανση πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων και για την τροποποίηση της οδηγίας 82/891/ΕΟΚ του Συμβουλίου, και των οδηγιών 2001/24/ΕΚ, 2002/47/ΕΚ, 2004/25/ΕΚ, 2005/56/ΕΚ, 2007/36/ΕΚ, 2011/35/ΕΕ, 2012/30/ΕΕ και 2013/36/ΕΕ, καθώς και των κανονισμών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 και (ΕΕ) αριθ. 648/2012»· «Οδηγία 2014/65/ΕΕ» σημαίνει την πράξη της ΕΕ με τίτλο «Οδηγία 2014/65/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και την τροποποίηση της οδηγίας 2002/92/ΕΚ και της οδηγίας 2011/61/ΕΕ», όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 909/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 23ης Ιουλίου 2014· «Οδηγία 98/26/ΕΚ» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο “Οδηγία 98/26/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 19ης Μαΐου 1998 σχετικά με το αμετάκλητο του διακανονισμού στα συστήματα πληρωμών” όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την Οδηγία (ΕΕ) 2019/879· «Οδηγία 2002/47/ΕΚ» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο “Οδηγία 2002/47/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 6ης Ιουνίου 2002 για τις συμφωνίες παροχής χρηµατοοικονοµικής ασφάλειας”, όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την Οδηγία 2014/59/ΕΕ·
«Οδηγία (ΕΕ) 2019/879» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο “Οδηγία (ΕΕ) 2019/879 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 20ής Μαΐου 2019 για την τροποποίηση της οδηγίας 2014/59/ΕΕ σχετικά με την ικανότητα απορρόφησης των ζημιών και ανακεφαλαιοποίησης των πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων και της οδηγίας 98/26/ΕΚ”· «Οδηγία (ΕΕ) 2019/2034» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Οδηγία (ΕΕ) 2019/2034 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Νοεμβρίου 2019 σχετικά με την προληπτική εποπτεία επιχειρήσεων επενδύσεων και την τροποποίηση των οδηγιών 2002/87/ΕΚ, 2009/65/ΕΚ, 2011/61/ΕΕ, 2013/36/ΕΕ, 2014/59/ΕΕ και 2014/65/ΕΕ», ως διορθώθηκε· «Οδηγία (ΕΕ) 2019/2162» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Οδηγία (ΕΕ) 2019/2162/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Νοεμβρίου 2019 σχετικά με την έκδοση καλυμμένων ομολόγων και τη δημόσια εποπτεία καλυμμένων ομολόγων και την τροποποίηση των οδηγιών 2009/65/ΕΚ και 2014/59/ΕΕ»· «όμιλος» σημαίνει μητρική επιχείρηση και τις θυγατρικές της· «όμιλος εξυγίανσης» σημαίνει- (α) οντότητα εξυγίανσης και τις θυγατρικές της που δεν αποτελούν- (i) οντότητες εξυγίανσης οι ίδιες∙ ή (ii) θυγατρικές άλλων οντοτήτων εξυγίανσης∙ ή (iii) οντότητες εγκατεστημένες σε τρίτη χώρα που δεν περιλαμβάνονται στον όμιλο εξυγίανσης σύμφωνα με το σχέδιο εξυγίανσης και οι θυγατρικές τους∙ ή (β) ΑΠΙ μόνιμα συνδεδεμένα με κεντρικό φορέα και ο ίδιος ο κεντρικός φορέας όταν τουλάχιστον ένα από αυτά τα ΑΠΙ ή ο κεντρικός φορέας είναι οντότητα εξυγίανσης, καθώς και οι αντίστοιχες θυγατρικές τους· «οντότητα εκκαθάρισης» σημαίνει νομικό πρόσωπο εγκατεστημένο στην ΕΕ για το οποίο το σχέδιο εξυγίανσης του ομίλου ή, για οντότητες που δεν ανήκουν σε όμιλο, το σχέδιο εξυγίανσης προβλέπει ότι η οντότητα εκκαθαρίζεται υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, ή οντότητα, εντός ομίλου εξυγίανσης που δεν είναι οντότητα εξυγίανσης, σε σχέση με την οποία το σχέδιο εξυγίανσης του ομίλου δεν προβλέπει την άσκηση εξουσιών απομείωσης και μετατροπής· «οντότητα εξυγίανσης» σημαίνει- (α) νομικό πρόσωπο εγκατεστημένο στην ΕΕ, το οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 11 του παρόντος Νόμου ή, κατά περίπτωση, το Άρθρο 12 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ, προσδιορίζεται από την αρχή εξυγίανσης ή την αρχή εξυγίανση κράτους μέλους ως οντότητα σε σχέση με την οποία το σχέδιο εξυγίανσης προβλέπει μέτρα εξυγίανσης∙ ή (β) ίδρυμα ή ίδρυμα κράτους μέλους που δεν αποτελεί μέρος ομίλου που υπόκειται σε ενοποιημένη εποπτεία σύμφωνα με τα άρθρα 27(6)(α) έως (γ) και (6δις) και 39(7) του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου ή, κατά περίπτωση, τα Άρθρα 111 και 112 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ, για το οποίο το σχέδιο εξυγίανσης που καταρτίστηκε βάσει του άρθρου 10 του παρόντος Νόμου ή, κατά περίπτωση, του Άρθρου 10 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ προβλέπει δράση εξυγίανσης·
«οντότητα του ομίλου» ή «οντότητα ομίλου» σημαίνει νομικό πρόσωπο το οποίο αποτελεί μέρος ενός ομίλου· «παγκόσμιο συστημικώς σημαντικό ίδρυμα» ή «G-SII» σημαίνει ίδρυμα G-SII όπως ορίζεται στο Άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 133) του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· «παράγωγα» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το Άρθρο 2, σημείο 5, του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012· «πιστωτικό ίδρυμα κράτους μέλους» σημαίνει οντότητα κράτους μέλους που ανταποκρίνεται στον ορισμό του Άρθρου 4, παράγραφος 1, σημείο 1), του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, εκτός των οντοτήτων που αναφέρονται στο Άρθρο 2, παράγραφος 5, της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ· «πολύ μικρές, μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις» σημαίνει πολύ μικρές, μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, όπως ορίζονται με βάση το κριτήριο του ετήσιου κύκλου εργασιών που αναφέρεται στο Άρθρο 2, παράγραφος 1, του παραρτήματος της πράξης της ΕΕ με τίτλο «Σύσταση της Επιτροπής της 6ης Μαΐου 2003 σχετικά με τον ορισμό των πολύ μικρών, των μικρών και των μεσαίων επιχειρήσεων· «πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1» σημαίνει κεφαλαιακά μέσα που πληρούν τις προϋποθέσεις του Άρθρου 52, παράγραφος 1, του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· «προϋποθέσεις εξυγίανσης» σημαίνει – (α) σε περίπτωση ιδρύματος, τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 42(1), (β) σε περίπτωση σχετικού προσώπου, τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 43, (γ) σε περίπτωση υποκαταστήματος ιδρύματος τρίτης χώρας στη Δημοκρατία, προϋπόθεση που αναφέρεται στο άρθρο 100(2), (δ) σε περίπτωση ιδρύματος κράτους μέλους ή οντότητας σε κράτος μέλος η οποία αναφέρεται στο Άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο β), γ) ή δ), της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ, τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στο Άρθρο 32, παράγραφος 1, της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ· «ρυθμιζόμενη αγορά» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το Άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 21), της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ· «σημαντική θυγατρική» έχει την έννοια που του αποδίδει το Άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 135) του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· «σημαντικό υποκατάστημα» σημαίνει – (α) αναφορικά με υποκατάστημα πιστωτικού ιδρύματος κράτους μέλους στη Δημοκρατία, υποκατάστημα που κρίνεται σημαντικό σύμφωνα με το άρθρο 27Ε ή 56(1) του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου· (β) αναφορικά με υποκατάστημα επιχείρησης επενδύσεων κράτους μέλους στη Δημοκρατία η οποία υπόκειται στην απαίτηση αρχικού κεφαλαίου που καθορίζεται στο Άρθρο 28, παράγραφος 2, της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ, υποκατάστημα που κρίνεται σημαντικό σύμφωνα με το άρθρο 131Β του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμου·
(γ) αναφορικά με υποκατάστημα ιδρύματος σε κράτος μέλος, υποκατάστημα που κρίνεται σημαντικό σύμφωνα με το Άρθρο 51, παράγραφος 1, της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ· «στόχοι εξυγίανσης» σημαίνει τους στόχους εξυγίανσης που αναφέρονται στο εδάφιο (2) του άρθρου 41(2)· «συμβάν που σχετίζεται με τις ΤΠΕ» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το Άρθρο 3, σημείο 8) του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 2022/2554· «συμφωνία αλληλοσυμψηφισμού» σημαίνει συμφωνία βάσει της οποίας δύο ή περισσότερες απαιτήσεις ή υποχρεώσεις που οφείλονται μεταξύ του ιδρύματος υπό εξυγίανση και ενός αντισυμβαλλομένου συμψηφίζονται εκατέρωθεν η μία με την άλλη· «συμφωνία παροχής χρηματοοικονομικής εξασφάλισης με μεταβίβαση τίτλου» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί των Συμφωνιών Παροχής Χρηματοοικονομικής Εξασφάλισης Νόμου· «συμφωνία συμψηφισμού» σημαίνει συμφωνία βάσει της οποίας ένας αριθμός απαιτήσεων ή υποχρεώσεων μπορεί να μετατραπεί σε μια ενιαία καθαρή απαίτηση, συμπεριλαμβανομένων των συμφωνιών εκκαθαριστικού συμψηφισμού (close-out netting) βάσει των οποίων, σε περίπτωση επέλευσης γεγονότος που συνεπάγεται αναγκαστική εκτέλεση, όπως ή όπου ορίζεται- (α) επισπεύδεται η λήξη των υποχρεώσεων των μερών ούτως ώστε να καθίστανται αμέσως απαιτητέες, ή (β) λήγουν οι υποχρεώσεις των μερών, και σε κάθε περίπτωση οι υποχρεώσεις των μερών μετατρέπονται σε μια ενιαία καθαρή απαίτηση ή αντικαθίστανται από αυτήν, συμπεριλαμβανομένων των ρητρών συμψηφισμού κατά την έννοια του άρθρου 2 του περί Συμφωνιών Παροχής Χρηματοοικονομικής Εξασφάλισης Νόμου, ή του συμψηφισμού κατά την έννοια του άρθρου 2 του περί του Αμετάκλητου του Διακανονισμού στα Συστήματα Πληρωμών και στα Συστήματα Διακανονισμού Αξιογράφων Νόμου· «συνδυασμένη απαίτηση αποθέματος ασφάλειας» έχει την έννοια που αποδίδεται σε αυτό τον όρο από το άρθρο 2(1) του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου και από την Οδηγία ΟΔ 144-2014-14 του 2014 της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς για την Προληπτική Εποπτεία των Επιχειρήσεων Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών σε σχέση με ΚΕΠΕΥ· «συνεργατικό πιστωτικό ίδρυμα» ή «ΣΠΙ» έχει την έννοια που του αποδίδει το άρθρο 2(1) του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου· «συντελεστής μετατροπής» σημαίνει συντελεστή που καθορίζει τον αριθμό των μετοχών ή άλλων μέσων ιδιοκτησίας στον οποίο μετατρέπεται μια υποχρέωση συγκεκριμένης κατηγορίας, με αναφορά είτε σε ένα μόνον μέσο της εν λόγω κατηγορίας είτε σε μια συγκεκριμένη μονάδα αξίας μιας χρεωστικής απαίτησης· «σύστημα αποζημίωσης επενδυτών» σημαίνει - (α) το ταμείο αποζημίωσης επενδυτών·
(β) σύστημα αποζημίωσης επενδυτών που έχει συσταθεί και αναγνωριστεί επίσημα από κράτος μέλος σύμφωνα με το Άρθρο 2 της Οδηγίας 97/9/ΕΚ· «σύστημα εγγύησης των καταθέσεων» σημαίνει – (α) το σύστημα εγγύησης καταθέσεων και εξυγίανσης πιστωτικών και άλλων ιδρυμάτων· (β) σύστημα εγγύησης των καταθέσεων που έχει συσταθεί και αναγνωριστεί επίσημα από κράτος μέλος σύμφωνα με το Άρθρο 4 της Οδηγίας 2014/49/ΕΕ· «σύστημα εγγύησης καταθέσεων και εξυγίανσης πιστωτικών και άλλων ιδρυμάτων» σημαίνει σύστημα εγγύησης καταθέσεων και εξυγίανσης πιστωτικών και άλλων ιδρυμάτων που θεσπίστηκε και λειτουργεί δυνάμει του περί Συστήματος Εγγύησης των Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2016· «συστημική κρίση» σημαίνει αποδιοργάνωση του χρηματοπιστωτικού συστήματος με εν δυνάμει σοβαρές αρνητικές συνέπειες για την εσωτερική αγορά και την πραγματική οικονομία∙ για τους σκοπούς του παρόντος ορισμού, όλες οι μορφές χρηματοοικονομικών διαμεσολαβητών, αγορών και υποδομών ενδέχεται να είναι συστημικά σημαντικές σε κάποιο βαθμό· «σχέδιο ανάκαμψης» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από – (α) αναφορικά με αδειοδοτημένο πιστωτικό ίδρυμα, το άρθρο 2 του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου, (β) αναφορικά με ΚΕΠΕΥ, το άρθρο 2 του περί Ανάκαμψης ΚΕΠΕΥ και Λοιπών Οντοτήτων υπό την Εποπτεία της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και για Συναφή Θέματα Νόμου του 2016· «σχέδιο εξυγίανσης» σημαίνει το σχέδιο εξυγίανσης που καταρτίζεται για ένα ίδρυμα σύμφωνα με το άρθρο 10· «σχέδιο εξυγίανσης ομίλου» σημαίνει σχέδιο εξυγίανσης ενός ομίλου, που καταρτίζεται σύμφωνα με τα άρθρα 11, 14 και 15· «σχετικά κεφαλαιακά μέσα» σημαίνει πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1 και μέσα της κατηγορίας 2, για τους σκοπούς του Μέρους V και του Κεφαλαίου V του Μέρους VI· «σχετική αρχή τρίτης χώρας» σημαίνει αρχή τρίτης χώρας η οποία είναι υπεύθυνη για την εκτέλεση παρόμοιων καθηκόντων με εκείνα της αρχής εξυγίανσης ή των αρμοδίων αρχών, σύμφωνα με τον παρόντα Νόμο· «σχετικό μητρικό ίδρυμα» σημαίνει μητρικό ίδρυμα εγκατεστημένο στη Δημοκρατία, μητρικό ίδρυμα εγκατεστημένο σε κράτος μέλος, μητρικό ίδρυμα εγκατεστημένο στην ΕΕ, χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών, μεικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών, μεικτή εταιρεία συμμετοχών, μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στη Δημοκρατία, μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη σε κράτος μέλος, μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην ΕΕ, μητρική μεικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στη Δημοκρατία, μητρική μεικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη σε κράτος μέλος ή μητρική μεικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην ΕΕ, για το οποίο ή την οποία εφαρμόζεται μέτρο διάσωσης με ίδια μέσα·
«σχετικό πρόσωπο» σημαίνει οντότητα που αναφέρεται στο άρθρο 3(1)(β), (γ) ή (δ)· «σώμα εξυγίανσης» σημαίνει σώμα που συστήνεται σύμφωνα με το άρθρο 90 ή 91, για την εκτέλεση καθηκόντων που αναφέρονται στο εν λόγω άρθρο· «σώμα εποπτείας» σημαίνει σώμα εποπτών που συστήνεται σύμφωνα με το εδάφιο (11Α) του άρθρου 39 του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου ή με την παράγραφο 40 της Οδηγίας της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου για την προληπτική εποπτεία των Επιχειρήσεων Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών, ανάλογα με την περίπτωση· «Ταμείο Αποζημίωσης Επενδυτών» έχει την έννοια που του αποδίδει το άρθρο 2(1) του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμου και περιλαμβάνει το Ταμείο Αποζημίωσης Επενδυτών ΚΕΠΕΥ, το Ταμείο Αποζημίωσης Επενδυτών Πελατών Τραπεζών και το Ταμείο Αποζημίωσης Επενδυτών πελατών ΣΠΙ· «Ταμείο Εξυγίανσης» έχει την έννοια που του αποδίδει το άρθρο 2(1) του περί Συστήματος Εγγύησης των Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2016· «τράπεζα» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου· «υπηρεσίες ΤΠΕ» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το Άρθρο 3, σημείο 21) του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 2022/2554· υποκατάστημα» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το Άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 17), του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· «υποκατάστημα ιδρύματος τρίτης χώρας στην ΕΕ» σημαίνει υποκατάστημα ιδρύματος τρίτης χώρας που βρίσκεται στη Δημοκρατία ή σε κράτος μέλος· «Υπουργός» σημαίνει τον Υπουργό Οικονομικών· «υποχρεώσεις υποκείμενες σε διάσωση με ίδια μέσα» σημαίνει τις υποχρεώσεις και τα κεφαλαιακά μέσα που δεν χαρακτηρίζονται ως μέσα κοινών μετοχών της κατηγορίας 1, πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1 ή μέσα της κατηγορίας 2 ενός ιδρύματος ή σχετικού προσώπου, οι οποίες δεν εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής του μέτρου διάσωσης με ίδια μέσα, δυνάμει του άρθρου 54(2) έως (5)· «χρεωστικά μέσα», ως αναφέρονται στο άρθρο 65(1)(β)(vii) και (x), σημαίνει τις ομολογίες και άλλες μορφές μεταβιβάσιμων χρεών, μέσα με τα οποία δημιουργείται ή αναγνωρίζεται μια οφειλή, καθώς και μέσα που παρέχουν δικαιώματα απόκτησης χρεωστικών μέσων· «χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών» ή «χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών» σημαίνει χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών, όπως ορίζεται στο Άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 20), του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· «χρηματοοικονομικό ίδρυμα» ή «χρηματοδοτικό ίδρυμα» σημαίνει χρηματοδοτικό ίδρυμα, όπως ορίζεται στο Άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 26), του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013·
«χρηματοπιστωτική σύμβαση» περιλαμβάνει οποιαδήποτε από τις ακόλουθες συμβάσεις και συμφωνίες - (α) συμβάσεις τίτλων, συμπεριλαμβανομένων - (i) συμβάσεων αγοράς, πώλησης ή δανεισμού ενός τίτλου, μιας ομάδας ή ενός δείκτη τίτλων, (ii) δικαιωμάτων προαίρεσης επί ενός τίτλου ή μιας ομάδας ή ενός δείκτη τίτλων, (iii) συναλλαγών πώλησης και επαναγοράς ή συναλλαγών αγοράς και επαναπώλησης επί οποιουδήποτε τέτοιου τίτλου, ομάδας ή δείκτη τίτλων, (β) συμβάσεις βασικών εμπορευμάτων, συμπεριλαμβανομένων- (i) συμβάσεων αγοράς, πώλησης ή δανεισμού ενός βασικού εμπορεύματος ή μιας ομάδας ή ενός δείκτη βασικών εμπορευμάτων για μελλοντική παράδοση, (ii) δικαιωμάτων προαίρεσης επί ενός βασικού εμπορεύματος ή μιας ομάδας ή ενός δείκτη βασικών εμπορευμάτων, (iii) συναλλαγών πώλησης και επαναγοράς ή συναλλαγών αγοράς και επαναπώλησης επί οποιουδήποτε τέτοιου βασικού εμπορεύματος, ομάδας ή δείκτη, (γ) συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης (futures) και προθεσμιακές συμβάσεις (forwards), συμπεριλαμβανομένων συμβάσεων, εκτός από σύμβαση βασικών εμπορευμάτων, για αγορά, πώληση ή μεταβίβαση, σε μελλοντική ημερομηνία, βασικού εμπορεύματος ή περιουσιακού στοιχείου κάθε άλλης φύσης, υπηρεσίας, δικαιώματος ή τόκου σε συγκεκριμένη τιμή, (δ) συμβάσεις ανταλλαγής (swaps), συμπεριλαμβανομένων - (i) συμβάσεων ανταλλαγής και δικαιωμάτων προαίρεσης που σχετίζονται με επιτόκια, συμφωνίες άμεσης παράδοσης ή άλλες συμφωνίες συναλλάγματος, ανταλλαγή νομισμάτων, δείκτες μετοχών ή μετοχές, δείκτες χρέους ή χρέος, δείκτες βασικών εμπορευμάτων ή βασικά εμπορεύματα, το κλίμα, τις εκπομπές ρύπων ή τον πληθωρισμό, (ii) συμβάσεων ανταλλαγής συνολικής απόδοσης, πιστωτικών περιθωρίων ή πιστωτικού κινδύνου, (iii) κάθε συμφωνίας ή συναλλαγής που είναι παρεμφερής με συμφωνία που αναφέρεται στα σημεία (i) ή (ii) και η οποία αποτελεί αντικείμενο τακτικής διαπραγμάτευσης στις αγορές συμβάσεων ανταλλαγής ή παραγώγων· (ε) διατραπεζικές συμφωνίες δανεισμού με διάρκεια δανεισμού τρεις (3) μήνες κατ’ ανώτατο όριο· (στ) γενικές συμφωνίες για οποιεσδήποτε από τις συμβάσεις, συμβόλαια ή συμφωνίες που αναφέρονται στις παραγράφους (α) έως (ε).
22(I)/2016 96(I)/2021 158(I)/2021 109(I)/2022 144(I)/2024 15(I)/2025 Πεδίο εφαρμογής
Άρθρο 3
3.-(1) Ο παρών Νόμος εφαρμόζεται στις ακόλουθες οντότητες: (α) Ιδρύματα· (β) χρηματοοικονομικά ιδρύματα εγκατεστημένα στη Δημοκρατία, όταν το χρηματοοικονομικό ίδρυμα είναι θυγατρική επιχείρηση ιδρύματος ή εταιρείας που αναφέρεται στην παράγραφο (γ) ή (δ), και καλύπτεται από την εποπτεία της μητρικής επιχείρησης σε ενοποιημένη βάση σύμφωνα με τα Άρθρα 6 έως 17 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· (γ) χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών, μεικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών και μεικτές εταιρείες συμμετοχών, που είναι εγκατεστημένες στη Δημοκρατία· (δ) μητρικές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών εγκατεστημένες στη Δημοκρατία και μητρικές μεικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών, εγκατεστημένες στη Δημοκρατία· (ε) υποκαταστήματα ιδρυμάτων τρίτης χώρας στη Δημοκρατία, σύμφωνα με τις ειδικές προϋποθέσεις που ορίζονται στον παρόντα Νόμο.
Κατά την εφαρμογή των απαιτήσεων, εξουσιών και ευχερειών που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο και κατά τη χρήση μέτρων και την άσκηση εξουσιών που έχει στη διάθεσή της όσον αφορά ΣΠΙ συνδεδεμένα με κεντρικό φορέα, η αρχή εξυγίανσης λαμβάνει υπόψη τη σύνδεσή τους με τον κεντρικό φορέα.
22(I)/2016 109(I)/2022 ΜΕΡΟΣ ΙΙ ΑΡΧΗ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ Ευθύνη για την άσκηση των αρμοδιοτήτων και εξουσιών της αρχής εξυγίανσης
Άρθρο 4
4.-(1) To διοικητικό συμβούλιο της Κεντρικής Τράπεζας έχει την ευθύνη για την άσκηση των αρμοδιοτήτων και εξουσιών της αρχής εξυγίανσης σύμφωνα με τον παρόντα Νόμο και τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 806/2014.
22(I)/2016 Οργάνωση και λειτουργία της αρχής εξυγίανσης
Άρθρο 5
5.(1)(α) Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου ισχύουν ανεξάρτητα από τις διατάξεις του περί της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου Νόμου, ως διορθώθηκε. (β) Όπου στο παρόν άρθρο γίνεται αναφορά σε μέλη, σημαίνει τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου της Κεντρικής Τράπεζας.
Νοείται ότι, η αποστολή της πρόσκλησης με ηλεκτρονικά μέσα, συμπεριλαμβανομένου ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ή τηλεομοιότυπου θεωρείται καθ’ όλα έγκυρη:
Νοείται περαιτέρω ότι, στην πρόσκληση αναγράφονται με σαφήνεια τα θέματα της ημερήσιας διάταξης της συνεδρίασης:
Νοείται έτι περαιτέρω ότι, σε έκτακτες, κατά την κρίση του Διοικητή, περιπτώσεις, συνεδρίαση της αρχής εξυγίανσης συγκαλείται μετά από προφορική ή γραπτή πρόσκληση που κοινοποιείται από το Διοικητή στα μέλη το συντομότερο δυνατό και, εν πάση περιπτώσει, πριν από τον καθορισμένο για τη συνεδρίαση χρόνο. (β) από δύο (2) μέλη με αιτιολογημένη αίτησή τους προς το Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας ή, σε περίπτωση προσωρινής απουσίας του Διοικητή ή πρόσκαιρου κωλύματος του, προς τους εκτελεστικούς συμβούλους, στην οποία καθορίζονται τα θέματα για τα οποία ζητείται η σύγκληση της συνεδρίασης:
Νοείται ότι, ο Διοικητής ή οι εκτελεστικοί σύμβουλοι, ανάλογα με την περίπτωση, υποχρεούνται να συγκαλέσουν συνεδρίαση εντός πέντε (5) εργάσιμων ημερών.
Νοείται ότι, για σκοπούς απαρτίας θεωρείται ότι είναι παρόντες και όσα μέλη λαμβάνουν μέρος στη συνεδρίαση μέσω ηλεκτρονικών ή οπτικοακουστικών μέσων, περιλαμβανομένης και τηλεδιάσκεψης. (β) Οι αποφάσεις της αρχής εξυγίανσης, δυνάμει του παρόντος Νόμου, λαμβάνονται με απλή πλειοψηφία και σε περίπτωση ισοψηφίας υπερισχύει η ψήφος του προεδρεύοντα της συνεδρίασης. (γ) Οι αποφάσεις της αρχής εξυγίανσης συνεκτιμούν τις ενδεχόμενες επιπτώσεις των αποφάσεων σε όλα τα κράτη μέλη στα οποία δραστηριοποιείται το ίδρυμα και ο όμιλος και ελαχιστοποιούν τις αρνητικές επιπτώσεις στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και τις δυσμενείς οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις στα εν λόγω κράτη μέλη.
22(I)/2016 Μονάδα εξυγίανσης
Άρθρο 6
6.-(1) Η Κεντρική Τράπεζα συστήνει μονάδα εξυγίανσης, με κύρια αρμοδιότητα την παροχή στήριξης στο Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας, σε σχέση με την άσκηση των αρμοδιοτήτων και εξουσιών της αρχής εξυγίανσης δυνάμει του παρόντος Νόμου.
22(I)/2016 Εξουσία έκδοσης οδηγιών και διαταγμάτων
Άρθρο 7
7.-(1)(α) Η αρχή εξυγίανσης, για την επίτευξη των σκοπών του παρόντος Νόμου καθώς και για την άσκηση των δυνάμει του παρόντος Νόμου αρμοδιοτήτων και εξουσιών της, δύναται να εκδίδει γενικές ή ειδικές οδηγίες ή διατάγματα, τα οποία γνωστοποιεί με οποιοδήποτε τρόπο ήθελε ορίσει. (β) Η αρχή εξυγίανσης δύναται να εκδίδει γενικές ή ειδικές οδηγίες, διατάγματα ή εγκυκλίους για σκοπούς εφαρμογής του Κανονισμού (EE) αριθ. 806/2014. (1Α)(α) Χωρίς επηρεασμό της γενικότητας του εδαφίου (1), η αρχή εξυγίανσης δύναται να εκδίδει γενικές ή ειδικές οδηγίες, διατάγματα ή εγκυκλίους για την ακολουθία απομείωσης ή μετατροπής υποχρεώσεων στις περιπτώσεις πιστωτών με πολλαπλές υποχρεώσεις με την ίδια σειρά προτεραιότητας. (β) Για τους σκοπούς της παραγράφου (α), η αρχή εξυγίανσης καταρτίζει κανόνες, οι οποίοι κατ’ ελάχιστον- (i) λαμβάνουν υπόψη την αρχή της μη επιδείνωσης της οικονομικής θέσης του πιστωτή κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 44Α, ως αποτέλεσμα της εφαρμογής μέτρων εξυγίανσης και ειδικότερα η αρχή εξυγίανσης λαμβάνει υπόψη τους κανόνες που εφαρμόζονται στις κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, καθώς και τη διαδικασία υπολογισμού της αποζημίωσης εγγυημένης κατάθεσης δυνάμει των διατάξεων του περί Συστήματος Εγγύησης των Κατάθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου και των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων κανονισμών· και (ii) συμβάλλουν στην καλύτερη επίτευξη των στόχων εξυγίανσης.
22(I)/2016 102(I)/2022 Εξουσία ανάκτησης εξόδων και δαπανών
Άρθρο 8
22(I)/2016 Συνεργασία με την ΕΑΤ
Άρθρο 9
9.-(1) Η αρχή εξυγίανσης συνεργάζεται με την ΕΑΤ για τους σκοπούς της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ, σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.
22(I)/2016 ΜΕΡΟΣ ΙΙΙ ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι-ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΤΗΣ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ Σχέδια εξυγίανσης
Άρθρο 10
10.-(1)(α) Η αρχή εξυγίανσης, μετά από διαβούλευση με την αρμόδια αρχή και τις αρχές εξυγίανσης κρατών μελών σε κράτη μέλη όπου είναι εγκατεστημένα σημαντικά υποκαταστήματα, στον βαθμό που αυτό έχει σημασία για σημαντικό υποκατάστημα, καταρτίζει σχέδιο εξυγίανσης για κάθε ίδρυμα που δεν αποτελεί μέρος ομίλου υποκείμενο σε ενοποιημένη εποπτεία, σύμφωνα με τα Άρθρα 111 και 112 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ, το άρθρο 27(6) και (6δις) και το άρθρο 39 του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου ή τις παραγράφους 11 και 12 της Οδηγίας της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου για την προληπτική εποπτεία των Επιχειρήσεων Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών, κατά περίπτωση. (β) Το σχέδιο εξυγίανσης προβλέπει τις ενέργειες εξυγίανσης στις οποίες είναι δυνατό να προβεί η αρχή εξυγίανσης, σε περίπτωση που το ίδρυμα πληροί τις προϋποθέσεις εξυγίανσης. (γ) Η αρχή εξυγίανσης θέτει σε γνώση του σχετικού ιδρύματος τις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (7).
(ιγ) ανάλυση του αντίκτυπου που θα έχει το σχέδιο στους υπαλλήλους του ιδρύματος, συμπεριλαμβανομένης αξιολόγησης των συναφών δαπανών, και περιγραφή των προβλεπόμενων διαδικασιών διαβούλευσης με το προσωπικό κατά τη διαδικασία εξυγίανσης, λαμβάνοντας υπόψη την κείμενη νομοθεσία· (ιδ) σχέδιο επικοινωνίας με τα μέσα ενημέρωσης και με το κοινό· (ιε) τις απαιτήσεις που αναφέρονται στα άρθρα 25Δ και 25Ε καθώς και προθεσμία επίτευξης του εν λόγω επιπέδου, σύμφωνα με το άρθρο 29Α· (ιστ) στις περιπτώσεις που η αρχή εξυγίανσης εφαρμόζει το άρθρο 25Α(4), (5) και (7), χρονοδιάγραμμα για συμμόρφωση της οντότητας εξυγίανσης σύμφωνα με το άρθρο 29Α· (ιζ) περιγραφή των βασικών λειτουργιών και συστημάτων για τη διατήρηση της συνεχούς λειτουργίας των επιχειρησιακών διαδικασιών του ιδρύματος συμπεριλαμβανομένων των συστημάτων δικτύου και πληροφοριών που δημιουργούνται σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 2022/2554· (ιη) κατά περίπτωση, οποιαδήποτε γνώμη διατυπώνεται από το ίδρυμα σε σχέση με το σχέδιο εξυγίανσης.
22(I)/2016 96(I)/2021 15(I)/2025 Σχέδια εξυγίανσης ομίλου
Άρθρο 11
11.-(1)(α) Η αρχή εξυγίανσης καταρτίζει σχέδια εξυγίανσης ομίλου- (i) ως η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου από κοινού με τις αρχές εξυγίανσης κρατών μελών των θυγατρικών∙ ή (ii) ως η αρχή εξυγίανσης θυγατρικής από κοινού με την αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου και τις αρχές εξυγίανσης κρατών μελών άλλων θυγατρικών του ομίλου, μετά από διαβούλευση με τις αρχές εξυγίανσης κρατών μελών των σημαντικών υποκαταστημάτων, στον βαθμό που το ζήτημα αφορά σημαντικό υποκατάστημα. (β) Το σχέδιο εξυγίανσης ομίλου προσδιορίζει μέτρα που πρέπει να ληφθούν όσον αφορά- (i) τη μητρική επιχείρηση της ΕΕ· (ii) τις θυγατρικές που αποτελούν μέρος του ομίλου και που είναι εγκατεστημένες στην ΕΕ· (iii) οντότητες που αναφέρονται στο άρθρο 3(γ) ή (δ) του παρόντος Νόμου ή οντότητες σε κράτη μέλη που αναφέρονται στο Άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο γ) ή δ) της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ· (iv) με την επιφύλαξη του Μέρους ΙΧ του παρόντος Νόμου ή, κατά περίπτωση, του Τίτλου VI της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ, τις θυγατρικές που αποτελούν μέρος του ομίλου και είναι εγκατεστημένες εκτός ΕΕ. (γ) Σύμφωνα με τα μέτρα που αναφέρονται στην παράγραφο (α) και (β), το σχέδιο εξυγίανσης προσδιορίζει για κάθε όμιλο τις οντότητες εξυγίανσης και τους ομίλους εξυγίανσης.
Νοείται ότι, το σχέδιο εξυγίανσης ομίλου δεν προϋποθέτει κανένα από τα ακόλουθα: (i) Οποιαδήποτε έκτακτη δημόσια χρηματοπιστωτική στήριξη, πέραν της χρήσης του Ταμείου Εξυγίανσης· (ii) οποιαδήποτε επείγουσα στήριξη της ρευστότητας από την Κεντρική Τράπεζα ή κεντρική τράπεζα κράτους μέλους ή τρίτης χώρας, ή (iii) οποιαδήποτε στήριξη της ρευστότητας από την Κεντρική Τράπεζα ή κεντρική τράπεζα κράτους μέλους ή τρίτης χώρας, που παρέχεται υπό ασυνήθεις όρους εξασφάλισης, διάρκειας και επιτοκίου.
22(I)/2016 96(I)/2021 102(I)/2022 Ετοιμασία απλουστευμένων σχεδίων εξυγίανσης για ορισμένα ιδρύματα
Άρθρο 12
12.-(1)(α) Η αρχή εξυγίανσης δύναται να αποφασίζει την εφαρμογή απλουστευμένων απαιτήσεων σε σχέση με - (i) Το περιεχόμενο και τις λεπτομέρειες των σχεδίων εξυγίανσης που προβλέπονται στα άρθρα 10 και 11· (ii) την καταληκτική ημερομηνία για την κατάρτιση των πρώτων σχεδίων εξυγίανσης και τη συχνότητα επικαιροποίησης των σχεδίων εξυγίανσης, η οποία μπορεί να είναι μικρότερη εκείνης που προβλέπεται στο άρθρο 10(6) και στο άρθρο 14(4) ή στο άρθρο 15(4), κατά περίπτωση· (iii) το περιεχόμενο και τα επιμέρους στοιχεία των πληροφοριών που απαιτούνται από τα ιδρύματα, όπως προβλέπεται στα άρθρα 11(2) και 13(1)· (iv) το εύρος των λεπτομερειών για την αξιολόγηση της δυνατότητας εξυγίανσης που προβλέπεται στα άρθρα 18 και 19: (β) Για σκοπούς της παραγράφου (α), η αρχή εξυγίανσης λαμβάνει υπόψη – (i) Τις επιπτώσεις που θα μπορούσε να έχει η αφερεγγυότητα του ιδρύματος λόγω της φύσης των επιχειρηματικών του εργασιών, της μετοχικής δομής του, της νομικής μορφής, του προφίλ κινδύνου, του μεγέθους και του νομικού καθεστώτος του, της διασύνδεσής του με άλλα ιδρύματα ή με το χρηματοπιστωτικό σύστημα γενικότερα, του εύρους και της πολυπλοκότητας των εργασιών του, και (ii) σε περίπτωση ΣΠΙ, τη σύνδεσή του με τον κεντρικό φορέα, και (iii) κατά πόσο η αφερεγγυότητά του ιδρύματος και η επακόλουθη εκκαθάρισή του υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας είναι πιθανόν να έχουν σημαντική αρνητική επίπτωση στις χρηματοπιστωτικές αγορές, σε άλλα ιδρύματα ή στους όρους χρηματοδότησης ή στην ευρύτερη οικονομία.
22(I)/2016 Πληροφορίες για τους σκοπούς των σχεδίων εξυγίανσης και συνεργασία ιδρυμάτων και αρμόδιας αρχής, με την αρχή εξυγίανσης
Άρθρο 13
13.-(1) Η αρχή εξυγίανσης δύναται να απαιτεί από τα ιδρύματα με ειδική ή γενική οδηγία – (α) Να συνεργάζονται όσο χρειάζεται κατά την κατάρτιση των σχεδίων εξυγίανσης· (β) να παρέχουν, είτε άμεσα είτε μέσω της αρμόδιας αρχής, όλες τις αναγκαίες πληροφορίες για την κατάρτιση και την εφαρμογή σχεδίων εξυγίανσης.
22(I)/2016 102(I)/2022 Απαιτήσεις και διαδικασία για την ετοιμασία σχεδίων εξυγίανσης ομίλου από την αρχή εξυγίανσης, ως αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου
Άρθρο 14
14.-(1) Το παρόν άρθρο προβλέπει τις απαιτήσεις και τη διαδικασία ετοιμασίας σχεδίων εξυγίανσης ομίλου σε περίπτωση που η αρχή εξυγίανσης ενεργεί ως η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου.
Νοείται ότι, σε περίπτωση που η μητρική επιχείρηση της ΕΕ δεν είναι εγκατεστημένη στη Δημοκρατία, το μητρικό ίδρυμα εγκατεστημένο στη Δημοκρατία διασφαλίζει την υποβολή των εν λόγω πληροφοριών στην αρχή εξυγίανσης. (β) Οι πληροφορίες που υποβάλλονται δυνάμει της παραγράφου (α) αφορούν τη μητρική επιχείρηση της ΕΕ και, στον απαιτούμενο βαθμό, κάθε μία από τις οντότητες του ομίλου, συμπεριλαμβανομένων των οντοτήτων που αναφέρονται στο άρθρο 3(1)(γ) και (δ) και των χρηματοοικονομικών εταιρειών συμμετοχών, μεικτών χρηματοοικονομικών εταιρειών συμμετοχών, μεικτών εταιρειών συμμετοχών, μητρικών χρηματοοικονομικών εταιρειών συμμετοχών και μητρικών μεικτών χρηματοοικονομικών εταιρειών συμμετοχών σε κράτη μέλη. (γ) Με την επιφύλαξη των απαιτήσεων εμπιστευτικότητας που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο και με την επιφύλαξη της παραγράφου (στ), η αρχή εξυγίανσης διαβιβάζει τις πληροφορίες που παρέχονται σύμφωνα με το παρόν εδάφιο - (i) Στην ΕΑΤ· και (ii) στις αρχές εξυγίανσης κρατών μελών των θυγατρικών· και (iii) στις αρχές εξυγίανσης κρατών μελών, στα κράτη μέλη όπου είναι εγκατεστημένα σημαντικά υποκαταστήματα, στον βαθμό που αυτό έχει σημασία για σημαντικό υποκατάστημα· και (iv) στις σχετικές αρμόδιες αρχές που αναφέρονται στο άρθρο 39(8), (10), (11) και (11Α) του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου ή στις παραγράφους 39 και 40 της Οδηγίας της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου για την προληπτική εποπτεία των Επιχειρήσεων Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών, κατά περίπτωση· και (v) στις αρχές εξυγίανσης κρατών μελών, στα κράτη μέλη όπου είναι εγκατεστημένες χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών, μεικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών, μεικτές εταιρείες συμμετοχών, μητρικές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών και μητρικές μεικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών. (δ) Οι παρεχόμενες δυνάμει του παρόντος εδαφίου πληροφορίες προς τις αρχές εξυγίανσης κρατών μελών και τις αρμόδιες αρχές κρατών μελών των θυγατρικών, τις αρχές εξυγίανσης κρατών μελών στα κράτη μέλη στα οποία είναι εγκατεστημένα σημαντικά υποκαταστήματα και τις σχετικές αρμόδιες αρχές που αναφέρονται στο άρθρο 39(8), (10), (11) και (11Α) του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου όπως τροποποιήθηκαν ή στις παραγράφους 39 και 40 της Οδηγίας της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου για την προληπτική εποπτεία των Επιχειρήσεων Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών, κατά περίπτωση, περιλαμβάνουν τουλάχιστον όλες τις πληροφορίες που αφορούν τη θυγατρική ή το σημαντικό υποκατάστημα. (ε) Οι παρεχόμενες δυνάμει του παρόντος εδαφίου πληροφορίες προς την ΕΑΤ περιλαμβάνουν κάθε πληροφορία σχετική με τον ρόλο της ΕΑΤ όσον αφορά τα σχέδια εξυγίανσης ομίλου.
(στ) Στην περίπτωση πληροφοριών σχετικά με θυγατρικές σε τρίτη χώρα, η αρχή εξυγίανσης δεν είναι υποχρεωμένη να διαβιβάζει τις πληροφορίες που προβλέπονται στο παρόν εδάφιο, χωρίς τη συναίνεση των σχετικών αρχών της εν λόγω τρίτης χώρας.
Νοείται ότι, σε περίπτωση που η μητρική επιχείρηση της ΕΕ είναι επιχείρηση εγκατεστημένη εκτός της Δημοκρατίας, η αρχή εξυγίανσης δύναται να διαβιβάζει την απόφαση στην εν λόγω μητρική επιχείρηση μέσω του μητρικού ιδρύματος εγκατεστημένου στη Δημοκρατία. (δ) Χωρίς επηρεασμό του Άρθρου 13, παράγραφος 9, της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ, εάν, κατά το τέλος της τετράμηνης περιόδου, αρχή εξυγίανσης κράτους μέλους έχει παραπέμψει το ζήτημα στην ΕΑΤ, σύμφωνα με το Άρθρο 19 του Κανονισμού (EE) αριθ. 1093/2010, η αρχή εξυγίανσης αναβάλλει την απόφασή της και αναμένει την απόφαση που η ΕΑΤ δυνατόν να λάβει σύμφωνα με το Άρθρο 19, παράγραφος 3, του εν λόγω Κανονισμού, λαμβάνει δε την απόφασή της σύμφωνα με την απόφαση της ΕΑΤ και η περίοδος των τεσσάρων (4) μηνών θεωρείται ως περίοδος συμβιβασμού, κατά την έννοια του εν λόγω Κανονισμού:
Νοείται ότι, η αρχή εξυγίανσης δεν παραπέμπει τέτοιο ζήτημα στην ΕΑΤ μετά τη λήξη της τετράμηνης περιόδου ή έπειτα από τη λήψη κοινής απόφασης και ότι ελλείψει απόφασης της ΕΑΤ εντός ενός μηνός, η αρχή εξυγίανσης εφαρμόζει την απόφασή της.
Νοείται ότι, η αρχή εξυγίανσης δεν παραπέμπει τέτοιο ζήτημα στην ΕΑΤ μετά τη λήξη της τετράμηνης περιόδου ή έπειτα από τη λήψη κοινής απόφασης και ότι ελλείψει απόφασης της ΕΑΤ εντός ενός μηνός, η αρχή εξυγίανσης εφαρμόζει τις αποφάσεις της αρχής εξυγίανσης κράτους μέλους της θυγατρικής.
22(I)/2016 96(I)/2021 102(I)/2022 Απαιτήσεις και διαδικασία για την ετοιμασία σχεδίων εξυγίανσης ομίλου όταν η αρχή εξυγίανσης δεν ενεργεί ως αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου
Άρθρο 15
15.-(1) Το παρόν άρθρο προβλέπει τις απαιτήσεις και τη διαδικασία της ετοιμασίας σχεδίων εξυγίανσης ομίλου σε περίπτωση που η αρχή εξυγίανσης δεν ενεργεί ως η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου.
Νοείται ότι, στις περιπτώσεις που η αρχή εξυγίανσης συμμετέχει στο σώμα εξυγίανσης υπό την ιδιότητά της ως αρχή εξυγίανσης της μητρικής επιχείρησης ή σημαντικού υποκαταστήματος ιδρύματος κράτους μέλους, δεν συμμετέχει στην έγκριση του σχεδίου εξυγίανσης δυνάμει του παρόντος εδαφίου. (α1) Όταν ένας όμιλος αποτελείται από περισσότερους του ενός ομίλου εξυγίανσης, ο σχεδιασμός των δράσεων εξυγίανσης που αναφέρονται στο άρθρο 11(3)(α1) συμπεριλαμβάνεται σε κοινή απόφαση που προβλέπεται στην παράγραφο (α) του παρόντος εδαφίου. (β) Η κοινή απόφαση λαμβάνεται εντός τεσσάρων (4) μηνών από την ημερομηνία λήψης, από την αρχή εξυγίανσης, των πληροφοριών που διαβιβάζονται από την μητρική επιχείρηση της ΕΕ στην αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου δυνάμει του Άρθρου 11 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ. (γ) Η αρχή εξυγίανσης δύναται να αιτηθεί τη βοήθεια της ΕΑΤ για να βοηθήσει στη κατάληξη κοινής συμφωνίας σύμφωνα με το Άρθρο 31, στοιχείο γ), του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.
Νοείται ότι, η αρχή εξυγίανσης δεν παραπέμπει τέτοιο ζήτημα στην ΕΑΤ μετά τη λήξη της τετράμηνης περιόδου ή έπειτα από τη λήψη κοινής απόφασης και ότι ελλείψει απόφασης της ΕΑΤ εντός ενός μηνός, η αρχή εξυγίανσης εφαρμόζει την απόφαση της αρχής εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου.
Νοείται ότι, η αρχή εξυγίανσης δεν παραπέμπει τέτοιο ζήτημα στην ΕΑΤ μετά τη λήξη της τετράμηνης περιόδου ή έπειτα από τη λήψη κοινής απόφασης και ότι ελλείψει απόφασης της ΕΑΤ εντός ενός μηνός, η αρχή εξυγίανσης εφαρμόζει την απόφασή της.
22(I)/2016 96(I)/2021 102(I)/2022 Συμμετοχή αρχής εξυγίανσης στην ετοιμασία σχεδίων εξυγίανσης ιδρύματος κράτους μέλους με υποκατάστημα στη Δημοκρατία
Άρθρο 16
22(I)/2016 Διαβίβαση σχεδίων εξυγίανσης στις αρμόδιες αρχές
Άρθρο 17
17.-(1) Η αρχή εξυγίανσης διαβιβάζει τα σχέδια εξυγίανσης και οποιεσδήποτε τροποποιήσεις τους στις αρμόδιες αρχές.
22(I)/2016 ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙ-ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ ΤΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ Αξιολόγηση της δυνατότητας εξυγίανσης των ιδρυμάτων
Άρθρο 18
18.-(1)(α) Η αρχή εξυγίανσης, μετά από διαβούλευση με την αρμόδια αρχή και τις αρχές εξυγίανσης κρατών μελών στα κράτη μέλη στα οποία είναι εγκατεστημένα σημαντικά υποκαταστήματα, στον βαθμό που αυτό έχει σημασία για σημαντικό υποκατάστημα, αξιολογεί τον βαθμό στον οποίο ένα ίδρυμα που δεν αποτελεί μέρος ομίλου είναι δυνατόν να εξυγιανθεί χωρίς να απαιτείται καμία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις: (i) Οποιαδήποτε έκτακτη δημόσια χρηματοπιστωτική στήριξη, εκτός από τη χρήση του Ταμείου Εξυγίανσης· (ii) οποιαδήποτε επείγουσα στήριξη της ρευστότητας από την Κεντρική Τράπεζα ή κεντρική τράπεζα κράτους μέλους· (iii) οποιαδήποτε στήριξη της ρευστότητας από την Κεντρική Τράπεζα ή κεντρική τράπεζα κράτους μέλους, παρεχόμενη υπό ασυνήθεις όρους εξασφάλισης, διάρκειας και επιτοκίου. (β) Ένα ίδρυμα θεωρείται ότι είναι δυνατόν να εξυγιανθεί, εάν είναι εφικτό και αξιόπιστο η αρχή εξυγίανσης είτε να το εκκαθαρίσει στο πλαίσιο κανονικών διαδικασιών αφερεγγυότητας είτε να το εξυγιάνει, εφαρμόζοντας στο ίδρυμα τα διάφορα μέτρα και εξουσίες εξυγίανσης, μειώνοντας παράλληλα στον ελάχιστο δυνατό βαθμό οποιαδήποτε σημαντική δυσμενή συνέπεια στο χρηματοπιστωτικό σύστημα της Δημοκρατίας, ακόμη και σε περιστάσεις ευρύτερης χρηματοπιστωτικής αστάθειας ή γεγονότων που αφορούν το σύνολο του συστήματος, ή άλλων κρατών μελών ή της ΕΕ, και με προοπτική να διασφαλιστεί η συνέχιση των κρίσιμων λειτουργιών που επιτελούνται από το ίδρυμα. (γ) Η αρχή εξυγίανσης ενημερώνει εγκαίρως την ΕΑΤ κάθε φορά που κάποιο ίδρυμα θεωρείται ότι δεν είναι δυνατόν να εξυγιανθεί.
(ια) τον βαθμό στον οποίο το ίδρυμα έχει υποβάλει σε δοκιμή τα πληροφοριακά του συστήματα διοίκησης σε σενάρια προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων που προσδιορίζονται από την αρχή εξυγίανσης· (ιβ) το βαθμό στον οποίο το ίδρυμα μπορεί να διασφαλίσει τη συνέχεια των πληροφοριακών του συστημάτων διοίκησης, όσον αφορά τόσο το θιγόμενο ίδρυμα όσο και το νέο ίδρυμα, σε περίπτωση που οι κρίσιμες λειτουργίες και οι βασικοί επιχειρηματικοί τομείς διαχωριστούν από τις υπόλοιπες λειτουργίες και επιχειρηματικούς τομείς· (ιγ) το βαθμό στον οποίο το ίδρυμα έχει καθιερώσει κατάλληλες διαδικασίες για τη διασφάλιση ότι παρέχει στην αρχή εξυγίανσης τις αναγκαίες πληροφορίες για τον εντοπισμό των καταθετών και των ποσών που καλύπτονται από τα συστήματα εγγύησης των καταθέσεων· (ιδ) κατά πόσον είναι εφικτό να χρησιμοποιηθούν τα μέτρα εξυγίανσης κατά τρόπο που να εξυπηρετεί τους στόχους της εξυγίανσης, δεδομένων των διαθέσιμων μέτρων εξυγίανσης και της δομής του ιδρύματος· (ιε) την αξιοπιστία της χρησιμοποίησης των μέτρων εξυγίανσης κατά τρόπο που να εξυπηρετεί τους στόχους της εξυγίανσης, δεδομένων των πιθανών επιπτώσεων στους πιστωτές, τους αντισυμβαλλόμενους, τους πελάτες και τους εργαζόμενους · (ιστ) το βαθμό στον οποίο μπορεί να εκτιμηθεί δεόντως ο αντίκτυπος της εξυγίανσης του ιδρύματος στο χρηματοπιστωτικό σύστημα και στην εμπιστοσύνη των χρηματοπιστωτικών αγορών· (ιζ) το βαθμό στον οποίο η εξυγίανση του ιδρύματος θα μπορούσε να έχει σημαντικές άμεσες ή έμμεσες δυσμενείς επιπτώσεις στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, στην εμπιστοσύνη της αγοράς ή στην οικονομία· (ιη) το βαθμό στον οποίο, με την εφαρμογή των μέτρων και εξουσιών εξυγίανσης, μπορεί να περιοριστεί η μετάδοση σε άλλα ιδρύματα ή στις χρηματοπιστωτικές αγορές· (ιθ) το βαθμό στον οποίο η εξυγίανση του ιδρύματος ενδέχεται να έχει σημαντικές επιπτώσεις στη λειτουργία των συστημάτων πληρωμών και διακανονισμού.
22(I)/2016 15(I)/2025 Αξιολόγηση της δυνατότητας εξυγίανσης ομίλων
Άρθρο 19
19.-(1)(α) Η αρχή εξυγίανσης είτε ως αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου από κοινού με τις αρχές εξυγίανσης κρατών μελών των θυγατρικών είτε ως αρχή εξυγίανσης θυγατρικής από κοινού με την αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου και τις αρχές εξυγίανσης κρατών μελών των οντοτήτων του ομίλου, και μετά από διαβούλευση με την αρχή ενοποιημένης εποπτείας και τις αρμόδιες αρχές κρατών μελών των θυγατρικών, καθώς και τις αρχές εξυγίανσης κρατών μελών στα κράτη μέλη στα οποία είναι εγκατεστημένα σημαντικά υποκαταστήματα στον βαθμό που αυτό έχει σημασία για σημαντικό υποκατάστημα, αξιολογεί τον βαθμό στον οποίο όμιλος είναι δυνατόν να εξυγιανθεί χωρίς να απαιτείται καμία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις: (i) Οποιαδήποτε έκτακτη δημόσια χρηματοπιστωτική στήριξη, εκτός από τη χρήση του Ταμείου Εξυγίανσης και των σχετικών ρυθμίσεων χρηματοδότησης εξυγίανσης κρατών μελών σύμφωνα με το άρθρο 104· (ii) οποιαδήποτε επείγουσα στήριξη της ρευστότητας από την Κεντρική Τράπεζα ή κεντρική τράπεζα κράτους μέλους· (iii) οποιαδήποτε στήριξη της ρευστότητας από την Κεντρική Τράπεζα ή κεντρική τράπεζα κράτους μέλους, παρεχόμενη υπό ασυνήθεις όρους εξασφάλισης, διάρκειας και επιτοκίου. (β) Όμιλος θεωρείται ότι είναι δυνατόν να εξυγιανθεί εάν είναι εφικτό και αξιόπιστο για τις αρχές εξυγίανσης είτε να εκκαθαρίσουν τις οντότητες του ομίλου στο πλαίσιο κανονικών διαδικασιών αφερεγγυότητας είτε να εξυγιάνουν τον εν λόγω όμιλο, με την εφαρμογή μέτρων εξυγίανσης επί, και την άσκηση των εξουσιών εξυγίανσης όσον αφορά, οντοτήτων εξυγίανσης του εν λόγω ομίλου, αποφεύγοντας παράλληλα στο μέγιστο δυνατό βαθμό οποιεσδήποτε σημαντικές δυσμενείς συνέπειες για τα χρηματοπιστωτικά συστήματα της Δημοκρατίας και των κρατών μελών στα οποία βρίσκονται οι οντότητες του ομίλου ή τα υποκαταστήματα, ή άλλων κρατών μελών ή της ΕΕ, ακόμη και σε ευρύτερη χρηματοπιστωτική αστάθεια ή γεγονότα που αφορούν το σύνολο του συστήματος, με προοπτική να διασφαλιστεί η συνέχιση των κρίσιμων λειτουργιών που επιτελούνται από τις εν λόγω οντότητες του ομίλου, είτε διότι αυτές μπορούν να διαχωριστούν εύκολα και εγκαίρως είτε με άλλα μέσα. (γ) Η αρχή εξυγίανσης, όταν ενεργεί ως η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου, ενημερώνει εγκαίρως την ΕΑΤ κάθε φορά που όμιλος θεωρείται ότι δεν είναι δυνατόν να εξυγιανθεί. (δ) Η αξιολόγηση της δυνατότητας εξυγίανσης του ομίλου εξετάζεται από τα σώματα εξυγίανσης που αναφέρονται στο άρθρο 90 ή 91, κατά περίπτωση.
(β) Κατά την αξιολόγηση της δυνατότητας εξυγίανσης ενός ομίλου σύμφωνα με την παράγραφο (α), η αναφορά στο άρθρο 18(2) σε ίδρυμα θεωρείται ότι περιλαμβάνει οποιοδήποτε ίδρυμα ή οντότητα που αναφέρεται στο άρθρο (3)(1)(γ) ή (δ) εντός του ομίλου.
22(I)/2016 96(I)/2021 Εξουσία απαγόρευσης ορισμένων διανομών 19Α.-(1)(α)Όταν ίδρυμα ή σχετικό πρόσωπο είναι σε κατάσταση κατά την οποία πληροί τη συνδυασμένη απαίτηση αποθέματος ασφαλείας, όταν αυτή εξετάζεται επιπλέον της κάθε μίας από τις απαιτήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 22Γδις(α), (β) και (γ) του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου και στο άρθρο 91(1)(α), (β) και (γ) του περί Κεφαλαιακής Επάρκειας ΕΠΕΥ Νόμου, αλλά δεν πληροί τη συνδυασμένη απαίτηση αποθέματος ασφαλείας όταν εξετάζεται επιπλέον των προϋποθέσεων που αναφέρονται στα άρθρα 25Β και 25Γ του παρόντος Νόμου, κατά τον υπολογισμό σύμφωνα με το άρθρο 25(2)(α) του παρόντος Νόμου, η αρχή εξυγίανσης δύναται, σύμφωνα με τα εδάφια (2) και (3) του παρόντος άρθρου, να απαγορεύει στο εν λόγω ίδρυμα ή σχετικό πρόσωπο τη διανομή μεγαλύτερου ποσού από το μέγιστο διανεμητέο ποσό που συνδέεται με την ελάχιστη απαίτηση για ίδια κεφάλαια και επιλέξιμες υποχρεώσεις (εφεξής στο παρόν άρθρο, «το M-MDA») που υπολογίζεται σύμφωνα με το εδάφιο (4) του παρόντος άρθρου μέσω οποιασδήποτε από τις ακόλουθες ενέργειες: (i) Διανομή σε σχέση με κεφάλαιο κοινών μετοχών της κατηγορίας 1· (ii) δημιουργία υποχρέωσης καταβολής κυμαινόμενης αμοιβής ή προαιρετικών συνταξιοδοτικών παροχών ή καταβολής κυμαινόμενης αμοιβής, εάν η υποχρέωση καταβολής δημιουργήθηκε σε μια χρονική στιγμή κατά την οποία το εν λόγω ίδρυμα ή σχετικό πρόσωπο δεν ικανοποιούσε τη συνδυασμένη απαίτηση αποθέματος ασφαλείας· ή (iii) πληρωμές σε πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1. (β) Όταν ίδρυμα ή σχετικό πρόσωπο βρίσκεται στην κατάσταση που αναφέρεται στην παράγραφο (α), ενημερώνει αμέσως την αρχή εξυγίανσης σχετικά.
96(I)/2021 Αντιμετώπιση ή εξάλειψη των εμποδίων στη δυνατότητα εξυγίανσης
Άρθρο 20
20.-(1) Σε περίπτωση που, σύμφωνα με αξιολόγηση της δυνατότητας εξυγίανσης ιδρύματος ή σχετικού προσώπου που διενεργείται σύμφωνα με τα άρθρα 18 και 19, η αρχή εξυγίανσης, μετά από διαβούλευση με την αρμόδια αρχή η οποία ανταποκρίνεται στο αίτημα της αρχής εξυγίανσης για διαβούλευση, διαπιστώνει ότι υπάρχουν ουσιαστικά εμπόδια στη δυνατότητα εξυγίανσης του εν λόγω ιδρύματος ή σχετικού προσώπου, η εν λόγω αρχή εξυγίανσης κοινοποιεί γραπτώς τη διαπίστωση αυτή στο εν λόγω ίδρυμα ή σχετικό πρόσωπο, στην αρμόδια αρχή και στις αρχές εξυγίανσης κρατών μελών στα οποία είναι εγκατεστημένα σημαντικά υποκαταστήματα.