Ο περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμος του 2016 - 22(I)/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | Επικοινωνία Κατάλογος Ενοποιημένης Νομοθεσίας Ο περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμος του 2016 (22(I)/2016) Περιεχόμενα Πλήρες Κείμενο Εκτύπωση Ιστορικό Τροποποιήσεων 22(I)/2016 96(I)/2021 158(I)/2021 102(I)/2022 109(I)/2022 144(I)/2024 159(I)/2024 15(I)/2025 Προοίμιο Για σκοπούς εναρμόνισης με την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Οδηγία 2014/59/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 15ης Μαΐου 2014 για τη θέσπιση πλαισίου για την ανάκαμψη και την εξυγίανση πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων και για την τροποποίηση της οδηγίας 82/891/ΕΟΚ του Συμβουλίου, και των οδηγιών 2001/24/ΕΚ, 2002/47/ΕΚ, 2004/25/ΕΚ, 2005/56/ΕΚ, 2007/36/ΕΚ, 2011/35/ΕΕ, 2012/30/ΕΕ και 2013/36/ΕΕ, καθώς και των κανονισμών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 και (ΕΕ) αριθ. 648/2012», H Βουλή των Αντιπροσώπων ψηφίζει ως ακολούθως: ΜΕΡΟΣ I ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ Συνοπτικός τίτλος 1. Ο παρών Νόμος θα αναφέρεται ως ο περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμος του 2016. 22(I)/2016 Ερμηνεία 2.-
(1)Στον παρόντα Νόμο, εκτός εάν από το κείμενο προκύπτει διαφορετική έννοια - «άδεια λειτουργίας» σημαίνει – (α) αναφορικά με καλυπτόμενο πρόσωπο, άδεια δυνάμει του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου ή του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμου, (β) αναφορικά με οντότητα κράτους μέλους, άδεια βάσει της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ ή της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ ως μεταφέρεται στην οικεία νομοθεσία του εν λόγω κράτους μέλους· «αδειοδοτημένο πιστωτικό ίδρυμα» ή «ΑΠΙ» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου· «ανώτατα διοικητικά στελέχη» σημαίνει – (α) αναφορικά με αδειοδοτημένο πιστωτικό ίδρυμα, τα ανώτατα διοικητικά στελέχη όπως ορίζονται στο άρθρο 2
(1)του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου· (β) αναφορικά με ΚΕΠΕΥ, τα ανώτατα διοικητικά στελέχη όπως ορίζονται στο άρθρο 2 του περί Ανάκαμψης ΚΕΠΕΥ και Λοιπών Οντοτήτων υπό την Εποπτεία της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και για Συναφή Θέματα Νόμου του 2016· (γ) αναφορικά με σχετικό πρόσωπο ή άλλη οντότητα ή φορέα, τα φυσικά πρόσωπα που ασκούν εκτελεστικά καθήκοντα και τα οποία είναι υπεύθυνα και λογοδοτούν στο διοικητικό όργανο για την καθημερινή διοίκηση του σχετικού προσώπου ή της άλλης οντότητας ή του φορέα∙ «απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων» σημαίνει τις απαιτήσεις που προβλέπονται στα Άρθρα 92 έως 98 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013∙ «αποκτών» σημαίνει την οντότητα στην οποία μεταβιβάζονται οι μετοχές, άλλα μέσα ιδιοκτησίας, χρεόγραφα, περιουσιακά στοιχεία, δικαιώματα και υποχρεώσεις ή οποιοσδήποτε συνδυασμός των εν λόγω στοιχείων από ένα ίδρυμα υπό εξυγίανση∙ «αρμόδια αρχή» σημαίνει αρχή της Δημοκρατίας που ανταποκρίνεται στον ορισμό του Άρθρου 4, παράγραφος 1, σημείο 40), του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, ή την ΕΚΤ αναφορικά με τα ειδικά καθήκοντα που της έχουν ανατεθεί δυνάμει του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1024/2013 του Συμβουλίου∙ «αρμόδια αρχή κράτους μέλους» σημαίνει αρχή κράτους μέλους που ανταποκρίνεται στον ορισμό του Άρθρου 4, παράγραφος 1, σημείο 40), του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, ή την ΕΚΤ αναφορικά με τα ειδικά καθήκοντα που της έχουν ανατεθεί δυνάμει του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1024/2013 του Συμβουλίου∙ «αρμόδιο υπουργείο κράτους μέλους» σημαίνει το υπουργείο οικονομικών ή άλλο υπουργείο κράτους μέλους, το οποίο είναι αρμόδιο για οικονομικές, χρηματοπιστωτικές και δημοσιονομικές αποφάσεις σε εθνικό επίπεδο σύμφωνα με τις εθνικές αρμοδιότητες, το οποίο έχει οριστεί σύμφωνα με το Άρθρο 3, παράγραφος 5, της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ∙ «αρχή ενοποιημένης εποπτείας» έχει την έννοια που του αποδίδει το Άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 41), του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013∙ «αρχή εξυγίανσης» σημαίνει την Κεντρική Τράπεζα∙ «αρχή εξυγίανσης κράτους μέλους» σημαίνει την αρχή που ορίζεται από κράτος μέλος σύμφωνα με το Άρθρο 3 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ∙ «αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου» σημαίνει – (α) σε περίπτωση που η αρχή ενοποιημένης εποπτείας είναι εγκατεστημένη στη Δημοκρατία, την αρχή εξυγίανσης, (β) σε περίπτωση που η αρχή ενοποιημένης εποπτείας είναι εγκατεστημένη σε κράτος μέλος, την αρχή εξυγίανσης του εν λόγω κράτους μέλους∙ «αρχή μακροπροληπτικής εποπτείας» σημαίνει, κατά περίπτωση – (α) την Κεντρική Τράπεζα κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 6
(2)(ε) του περί Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου Νόμου, όπως διορθώθηκε, (β) την αρχή σε κράτος μέλος στην οποία έχει ανατεθεί η μακροπροληπτική πολιτική που αναφέρεται στη σύσταση Β1 της Σύστασης του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Συστημικού Κινδύνου της 22ας Δεκεμβρίου 2011 σχετικά με την μακροπροληπτική εντολή των εθνικών αρχών (ΕΣΣΚ/2011/3)∙ «βασικοί επιχειρηματικοί τομείς» σημαίνει επιχειρηματικούς τομείς και συναφείς υπηρεσίες που αντιπροσωπεύουν ουσιώδεις πηγές εισοδήματος, κέρδους ή αξίας δικαιόχρησης για ένα ίδρυμα ή για έναν όμιλο του οποίου το ίδρυμα αποτελεί μέρος∙ «διαδικασία εξυγίανσης σε τρίτη χώρα» σημαίνει δράση βάσει νομοθεσίας τρίτης χώρας για τη διαχείριση της αφερεγγυότητας ιδρύματος ή μητρικής επιχείρησης τρίτης χώρας, η οποία είναι συγκρίσιμη, ως προς τους στόχους και τα αναμενόμενα αποτελέσματα, με τις δράσεις εξυγίανσης δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου∙ «διασυνοριακός όμιλος» σημαίνει όμιλο με οντότητες ομίλου εγκατεστημένες στη Δημοκρατία και σε κράτη μέλη∙ «δικαίωμα καταγγελίας» σημαίνει το δικαίωμα καταγγελίας μιας σύμβασης, το δικαίωμα επίσπευσης, εκκαθάρισης (close out), αλληλοσυμψηφισμού (set-off) ή συμψηφισμού των υποχρεώσεων, ή κάθε παρόμοια διάταξη που αναστέλλει, τροποποιεί ή εξαλείφει υποχρέωση ενός συμβαλλόμενου μέρους της σύμβασης, ή διάταξη η οποία εμποδίζει τη γένεση, στο πλαίσιο της σύμβασης, υποχρέωσης η οποία διαφορετικά θα είχε προκύψει∙ «Διοικητικό Δικαστήριο» σημαίνει το δικαστήριο που ασκεί την εκ του Άρθρου 146 του Συντάγματος χορηγούμενη δικαιοδοσία∙ «διοικητικό όργανο» σημαίνει – (α) αναφορικά με ΑΠΙ, το διοικητικό όργανο όπως ορίζεται στο άρθρο 2 των περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμων του 1997 έως του 2016 όπως τροποποιήθηκαν, (β) αναφορικά με ΚΕΠΕΥ, το διοικητικό όργανο όπως ορίζεται στο άρθρο 2
(1)του περί Ανάκαμψης ΚΕΠΕΥ και Λοιπών Οντοτήτων υπό την Εποπτεία της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και για Συναφή Θέματα Νόμου, (γ) αναφορικά με σχετικό πρόσωπο ή άλλη οντότητα ή φορέα, το όργανο ή τα όργανα του σχετικού προσώπου ή της άλλης οντότητας ή του φορέα τα οποία ορίζονται δυνάμει της νομοθεσίας που διέπει τη σύσταση του σχετικού προσώπου ή της άλλης οντότητας ή του φορέα και τα οποία εξουσιοδοτούνται να καθορίζουν τη στρατηγική, τους στόχους και τη γενική κατεύθυνση του σχετικού προσώπου ή της άλλης οντότητας ή του φορέα και επιβλέπουν και παρακολουθούν τη λήψη των αποφάσεων από τη διεύθυνση και περιλαμβάνουν, στην περίπτωση σχετικού προσώπου ή άλλης οντότητας, τα πρόσωπα που πράγματι κατευθύνουν την επιχειρηματική δραστηριότητα∙ «δράση εξυγίανσης» σημαίνει – (α) αναφορικά με καλυπτόμενο πρόσωπο, την απόφαση να τεθεί υπό εξυγίανση σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 42, 43 ή 100 ή την εφαρμογή ενός μέτρου εξυγίανσης ή την άσκηση μιας ή περισσότερων εξουσιών εξυγίανσης, (β) αναφορικά με οντότητα κράτους μέλους, την απόφαση να τεθεί υπό εξυγίανση σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία του εν λόγω κράτους μέλους, ή την εφαρμογή ενός μέτρου εξυγίανσης ή την άσκηση μιας ή περισσότερων εξουσιών εξυγίανσης∙ «ΕΑΑΕΣ» σημαίνει την Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων που θεσπίστηκε δια του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1094/2010∙ «ΕΑΚΑΑ» σημαίνει την Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών που θεσπίστηκε δια του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010∙ «ΕΑΤ» σημαίνει την Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών που θεσπίστηκε δια του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010∙ «ΕΕ» σημαίνει την Ευρωπαϊκή Ένωση∙ «ΕΚΤ» σημαίνει την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα∙ «έκτακτη δημόσια χρηματοπιστωτική στήριξη» σημαίνει κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του Άρθρου 107, παράγραφος 1, της Συνθήκης για τη Λειτουργία της ΕΕ, ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια χρηματοπιστωτική στήριξη σε υπερεθνικό επίπεδο που, αν παρεχόταν σε εθνικό επίπεδο, θα συνιστούσε κρατική ενίσχυση, η οποία παρέχεται με σκοπό να διατηρηθεί ή να αποκατασταθεί η βιωσιμότητα, η ρευστότητα ή η φερεγγυότητα ενός ιδρύματος ή σχετικού προσώπου ή ενός ομίλου του οποίου το εν λόγω ίδρυμα ή το σχετικό πρόσωπο αποτελεί μέρος∙ «ενδεδειγμένη αρχή κράτους μέλους» σημαίνει την αρχή κράτους μέλους, η οποία είναι αρμόδια βάσει του εθνικού δικαίου του εν λόγω κράτους μέλους, να προβαίνει στις διαπιστώσεις που αναφέρονται στο Άρθρο 61 Οδηγίας 2014/59/ΕΕ· «ενοποιημένη βάση» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το Άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 48), του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013∙ «εξασφαλισμένη υποχρέωση» σημαίνει υποχρέωση όπου το δικαίωμα του πιστωτή για πληρωμή ή άλλης μορφής αντιστάθμισμα εξασφαλίζεται με βάρος επί περιουσιακών στοιχείων, ενέχυρο ή εμπράγματο δικαίωμα, ή συμφωνίες παροχής ασφάλειας, συμπεριλαμβανομένων των υποχρεώσεων που προκύπτουν από πράξεις επαναγοράς και άλλες συμφωνίες παροχής ασφάλειας με μεταβίβαση τίτλου∙ «εξουσία εξυγίανσης» σημαίνει – (α) αναφορικά με εξυγίανση καλυπτόμενου προσώπου, την εξουσία που προβλέπεται στα άρθρα 65 έως 74, (β) αναφορικά με εξυγίανση οντοτήτων κράτους μέλους ως μέρος εξυγίανσης ομίλου, την εξουσία που ορίζεται από τη σχετική νομοθεσία του εν λόγω κράτους μέλους· «εξουσίες απομείωσης και μετατροπής» σημαίνει οποιαδήποτε από τις εξουσίες που προβλέπονται στα άρθρα 30 και 65
(1)(β)(v) έως (ix)· «εξουσίες μεταβίβασης» σημαίνει τις εξουσίες που προβλέπονται στο άρθρο 65
(1)(β)(iii) ή (iv) για τη μεταβίβαση μετοχών, άλλων μέσων ιδιοκτησίας, χρεωστικών μέσων, περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων ή οποιουδήποτε συνδυασμού των εν λόγω στοιχείων από ίδρυμα υπό εξυγίανση προς αποδέκτη· «εξυγίανση» σημαίνει - (α) σε περίπτωση καλυπτόμενου προσώπου, την εφαρμογή ενός μέτρου εξυγίανσης προκειμένου να επιτευχθούν ένας ή περισσότεροι στόχοι της εξυγίανσης όπως ορίζονται στο άρθρο 41
(2), (β) σε περίπτωση οντότητας κράτους μέλους η οποία εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ και αποτελεί μέρος ομίλου υπό εξυγίανση, την εφαρμογή μέτρου εξυγίανσης προκειμένου να επιτευχθούν ένας ή περισσότεροι στόχοι της εξυγίανσης δυνάμει της οικείας νομοθεσίας του εν λόγω κράτους μέλους· «εξυγίανση ομίλου» σημαίνει οποιοδήποτε από τα εξής: (α) την ανάληψη δράσης εξυγίανσης στο επίπεδο μητρικής επιχείρησης ή ιδρύματος που υπόκειται σε ενοποιημένη εποπτεία, (β) το συντονισμό της εφαρμογής μέτρων εξυγίανσης και της άσκησης εξουσιών εξυγίανσης από την αρχή εξυγίανσης και των αρχών εξυγίανσης κρατών μελών, όσον αφορά τις οντότητες ομίλου που πληρούν τις προϋποθέσεις εξυγίανσης· «επείγουσα στήριξη της ρευστότητας» σημαίνει την παροχή από την Κεντρική Τράπεζα ή κεντρική τράπεζα κράτους μέλους χρήματος κεντρικής τράπεζας, ή οποιαδήποτε άλλη στήριξη που μπορεί να επιφέρει αύξηση του χρήματος κεντρικής τράπεζας, σε ένα φερέγγυο χρηματοδοτικό ίδρυμα ή έναν όμιλο φερέγγυων χρηματοδοτικών ιδρυμάτων που αντιμετωπίζει προσωρινά προβλήματα ρευστότητας, χωρίς η ενέργεια αυτή να εντάσσεται στη νομισματική πολιτική· «επενδυτής» σημαίνει σε περίπτωση ΚΕΠΕΥ ή επιχείρηση επενδύσεων κράτους μέλους, τον επενδυτή κατά την έννοια της παραγράφου 2
(1)της Οδηγίας της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς για τη Συνέχιση της Λειτουργίας και τη Λειτουργία του Ταμείου Αποζημίωσης Επενδυτών ΕΠΕΥ και κατά περίπτωση ΑΠΙ ή πιστωτικού ιδρύματος κράτους μέλους, τον επενδυτή κατά την έννοια του Κανονισμού 2 των περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Ταμείου Αποζημίωσης Επενδυτών Πελατών Τραπεζών Κανονισμών του 2004 έως 2007· «επιλέξιμα μέσα χαμηλής κατάταξης» σημαίνει τα μέσα που πληρούν όλα τα κριτήρια που αναφέρονται στο Άρθρο 72α του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 εκτός από το Άρθρο 72β, παράγραφοι 3 έως 5 του εν λόγω Κανονισμού· «επιλέξιμες καταθέσεις» έχει την έννοια που του αποδίδουν οι κανονισμοί που εκδίδονται δυνάμει του άρθρου 33 του περί Συστήματος Εγγύησης των Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2016· «επιλέξιμες υποχρεώσεις» σημαίνει υποχρεώσεις υποκείμενες σε διάσωση με ίδια μέσα οι οποίες πληρούν τους όρους του άρθρου 25Α ή 25Ε
(3)(α) του παρόντος Νόμου και τα μέσα της κατηγορίας 2 που πληρούν τους όρους του Άρθρου 72α, παράγραφος 1, στοιχείο β) του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· «επιχείρηση επενδύσεων» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το Άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 22 του Κανονισμού (ΕΕ) 2019/2033, η οποία υπόκειται στην απαίτηση αρχικού κεφαλαίου που καθορίζεται στο Άρθρο 9, παράγραφος 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/2034· «εργάσιμη ημέρα» σημαίνει κάθε ημέρα εκτός Σαββάτου, Κυριακής ή αργίας, στη Δημοκρατία ή σε κράτος μέλος κατά περίπτωση· «ΕΣΣΚ» σημαίνει το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Συστημικού Κινδύνου που θεσπίστηκε δια του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1092/2010∙ «εταιρεία διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων» σημαίνει νομικό πρόσωπο που πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 52
(2)· «Ευρωπαϊκή Επιτροπή» σημαίνει την Επιτροπή της ΕΕ· «θεσμικό σύστημα προστασίας» σημαίνει ρύθμιση που πληροί τις απαιτήσεις του Άρθρου 113, παράγραφος 7 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· «θιγόμενος πιστωτής» σημαίνει πιστωτή του οποίου η απαίτηση αφορά υποχρέωση που μειώνεται ή μετατρέπεται σε μετοχές ή άλλα μέσα ιδιοκτησίας, μέσω της άσκησης της εξουσίας απομείωσης και μετατροπής με χρήση του μέτρου διάσωσης με ίδια μέσα· «θυγατρική» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το Άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 16) του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και για σκοπούς εφαρμογής των άρθρων 11, 20, 21, 22, 25 έως 29Α, 30 έως 34, 94 έως 97 του παρόντος Νόμου επί των ομίλων εξυγίανσης, ως ορίζονται στο παρόν άρθρο, περιλαμβάνει, όπου και όπως αρμόζει, πιστωτικά ιδρύματα που είναι μόνιμα συνδεδεμένα με κεντρικό φορέα, τον ίδιο τον κεντρικό φορέα και τις αντίστοιχες θυγατρικές τους, λαμβάνοντας υπόψη τον τρόπο με τον οποίο οι εν λόγω όμιλοι εξυγίανσης συμμορφώνονται με το άρθρο 25Δ
(3)· «θυγατρικό ίδρυμα επιχείρησης τρίτης χώρας στην ΕΕ» σημαίνει ίδρυμα το οποίο είναι εγκατεστημένο στη Δημοκρατία ή σε κράτος μέλος και είναι θυγατρικό ιδρύματος τρίτης χώρας ή μητρικής επιχείρησης τρίτης χώρας· «ίδια κεφάλαια» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το Άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 118), του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· «ίδρυμα» σημαίνει ΑΠΙ που έχει συσταθεί στη Δημοκρατία ή ΚΕΠΕΥ που υπόκειται στην απαίτηση αρχικού κεφαλαίου που καθορίζεται στο άρθρο 10
(1)του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμου· «ίδρυμα κράτους μέλους» σημαίνει πιστωτικό ίδρυμα κράτους μέλους ή επιχείρηση επενδύσεων κράτους μέλους η οποία υπόκειται στην απαίτηση αρχικού κεφαλαίου που προβλέπεται στο Άρθρο 28, παράγραφος 2, της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ· «ίδρυμα τρίτης χώρας» σημαίνει οντότητα της οποίας η κεντρική διοίκηση εδρεύει σε τρίτη χώρα και η οποία, εάν ήταν εγκατεστημένη εντός της Δημοκρατίας, θα ενέπιπτε στον ορισμό του όρου ίδρυμα, και περιλαμβάνει ΑΠΙ που έχει συσταθεί σε τρίτη χώρα· «ίδρυμα υπό εξυγίανση» ή «υπό εξυγίανση ίδρυμα» σημαίνει ίδρυμα, σχετικό πρόσωπο, ίδρυμα κράτους μέλους, χρηματοδοτικό ίδρυμα, χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών, μεικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών, μεικτή εταιρεία συμμετοχών, μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη σε κράτος μέλος, μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην ΕΕ, μητρική μεικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη σε κράτος μέλος ή μητρική μεικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην ΕΕ, για το οποίο ή την οποία αναλαμβάνεται δράση εξυγίανσης· «καλυμμένο ομόλογο» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το Άρθρο 3, σημείο 1) της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/2162 ή, όσον αφορά μέσο που εκδόθηκε πριν από την 8η Ιουλίου 2022, ομόλογο όπως αναφέρεται στο άρθρο 42
(1)(β)(ii) του περί των Ανοικτού Τύπου Οργανισμών Συλλογικών Επενδύσεων Νόμου· «καλυπτόμενες καταθέσεις» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Συστήματος Εγγύησης των Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2016· «καλυπτόμενο πρόσωπο» σημαίνει οντότητα που υπόκειται στις διατάξεις του παρόντος Νόμου κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 3· «κανόνες της ΕΕ σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις» σημαίνει τους κανόνες που έχουν καθοριστεί σύμφωνα με τα Άρθρα 107, 108 και 109 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της ΕΕ και με τους κανονισμούς και όλες τις πράξεις της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένων κατευθυντήριων γραμμών, κοινοποιήσεων και ανακοινώσεων, που εκδίδονται δυνάμει του Άρθρου 108, παράγραφος 4, ή του Άρθρου 109 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της ΕΕ· «κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας» σημαίνει – (α) αναφορικά με ΣΠΙ, εκκαθάριση ή ειδική εκκαθάριση σύμφωνα με το Μέρος ΧΙΙΙ του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου, (β) αναφορικά με τράπεζα, εκκαθάριση ή ειδική εκκαθάριση σύμφωνα με το Μέρος ΧΙΙΙ του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου· (γ) αναφορικά με τον Οργανισμό Χρηματοδότησης Στέγης που έχει συσταθεί δυνάμει του περί Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Στέγης Νόμου, εκκαθάριση δυνάμει νόμου που ψηφίζεται για το σκοπό αυτό, (δ) αναφορικά με ΚΕΠΕΥ ή με σχετικό πρόσωπο, εκκαθάριση σύμφωνα με τον περί Εταιρειών Νόμο, όπως αυτός διορθώθηκε· «Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 575/2013» σημαίνει την πράξη της EE με τίτλο «Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2013 σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012», όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον Εκτελεστικό Κανονισμό (ΕΕ) 2015/880 της Επιτροπής της 4ης Ιουνίου 2015· «Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 593/2008» σημαίνει την πράξη της EE με τίτλο «Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 593/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 17ης Ιουνίου 2008 για το εφαρμοστέο δίκαιο στις συμβατικές ενοχές (Ρώμη Ι)» ως διορθώθηκε· «Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 596/2014» σημαίνει την πράξη της ΕΕ με τίτλο «Κανονισμός (ΕΕ) 596/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Απριλίου 2014 για την κατάχρηση της αγοράς (κανονισμός για την κατάχρηση της αγοράς) και την κατάργηση της οδηγίας 2003/6/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και των οδηγιών της Επιτροπής 2003/124/ΕΚ, 2003/125/ΕΚ και 2004/72/ΕΚ»∙ «Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 648/2012» σημαίνει την πράξη της ΕΕ με τίτλο «Κανονισμός (ΕΕ) 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 4ης Ιουλίου 2012 για τα εξωχρηματιστηριακά παράγωγα, τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους και τα αρχεία καταγραφής συναλλαγών», όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την Οδηγία 2015/89/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 20ης Μαΐου 2015· «Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 806/2014» σημαίνει την πράξη της ΕΕ με τίτλο «Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 806/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 15ης Ιουλίου 2014 περί θεσπίσεως ενιαίων κανόνων και διαδικασίας για την εξυγίανση πιστωτικών ιδρυμάτων και ορισμένων επιχειρήσεων επενδύσεων στο πλαίσιο ενός Ενιαίου Μηχανισμού Εξυγίανσης και ενός Ενιαίου Ταμείου Εξυγίανσης και τροποποιήσεως του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010»· «Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1024/2013» σημαίνει την πράξη της ΕΕ με τίτλο «Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1024/2013 του Συμβουλίου της 15ης Οκτωβρίου 2013 για την ανάθεση ειδικών καθηκόντων στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα σχετικά με τις πολιτικές που αφορούν την προληπτική εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων» ως διορθώθηκε· «Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1092/2010» σημαίνει την πράξη της ΕΕ με τίτλο «Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1092/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 24ης Νοεμβρίου 2010 σχετικά με τη μακροπροληπτική επίβλεψη του χρηματοοικονομικού συστήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τη σύσταση Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Συστημικού Κινδύνου»· «Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1093/2010» σημαίνει την πράξη της ΕΕ με τίτλο «Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 24ης Νοεμβρίου 2010 σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών), την τροποποίηση της απόφασης αριθ. 716/2009/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 2009/78/ΕΚ της Επιτροπής», όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 806/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 15ης Ιουλίου 2014· «Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1094/2010» σημαίνει την πράξη της ΕΕ με τίτλο «Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1094/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 24ης Νοεμβρίου 2010 για τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων), την τροποποίηση της απόφασης αριθ. 716/2009/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 2009/79/ΕΚ της Επιτροπής», όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 258/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 3ης Απριλίου 2014∙ «Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1095/2010» σημαίνει την πράξη της ΕΕ με τίτλο «Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 24ης Νοεμβρίου 2010 σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών), την τροποποίηση της απόφασης αριθ. 716/2009/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 2009/77/ΕΚ», όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 258/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 3ης Απριλίου 2014∙ «Κανονισμός (ΕΕ) 2019/2033» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο» «Κανονισμός (ΕΕ) 2019/2033 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Νοεμβρίου 2019 σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας επιχειρήσεων επενδύσεων και την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, (ΕΕ) αριθ. 575/2013, (ΕΕ) αριθ. 600/2014 και (ΕΕ) αριθ. 806/2014», ως διορθώθηκε· «Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 2022/2554» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο “Κανονισμός (ΕΕ) 2022/2554 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 14ης Δεκεμβρίου 2022 σχετικά με την ψηφιακή επιχειρη-σιακή ανθεκτικότητα του χρηματοοικονομικού τομέα και την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 1060/2009, (ΕΕ) αριθ. 648/2012, (ΕΕ) αριθ. 600/2014, (ΕΕ) αριθ. 909/2014 και (ΕΕ) 2016/1011”· «κατάθεση» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2
(1)του περί Συστήματος Εγγύησης των Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2016· «κατάσταση αφερεγγυότητας ή ενδεχόμενης αφερεγγυότητας» σημαίνει - (α) αναφορικά με ΑΠΙ ή σχετικό πρόσωπο το οποίο είναι θυγατρική ή μητρική επιχείρηση ΑΠΙ ή πιστωτικού ιδρύματος κράτους μέλους, οι περιπτώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 32Γ του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου· (β) αναφορικά με ΚΕΠΕΥ ή σχετικό πρόσωπο το οποίο είναι θυγατρική ή μητρική επιχείρηση ΚΕΠΕΥ ή επενδυτικής εταιρείας κράτους μέλους, οποιαδήποτε περίπτωση που αναφέρεται στο άρθρο 22
(3)του περί Ανάκαμψης ΚΕΠΕΥ και Λοιπών Οντοτήτων υπό την εποπτεία Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και για Συναφή Θέματα Νόμου του 2016· «Κεντρική Τράπεζα» σημαίνει την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου· «κεντρικός αντισυμβαλλόμενος» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο «CCP» από το Άρθρο 2, σημείο 1), του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012· «κεντρικός φορέας» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων· «ΚΕΠΕΥ» σημαίνει επιχείρηση επενδύσεων που διέπεται από τον περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμο. «κεφάλαιο κοινών μετοχών της κατηγορίας 1» σημαίνει το κεφάλαιο κοινών μετοχών της κατηγορίας 1, όπως υπολογίζεται σύμφωνα με το Άρθρο 50 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· «κράτος μέλος» σημαίνει κράτος μέλος άλλο από τη Δημοκρατία· «κρίσιμες λειτουργίες» σημαίνει δραστηριότητες, υπηρεσίες ή λειτουργίες των οποίων η διακοπή ενδέχεται, στη Δημοκρατία ή σε κράτος μέλος, να οδηγήσει σε διαταραχή της παροχής ζωτικών υπηρεσιών στην πραγματική οικονομία ή να διαταράξει τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα λόγω του μεγέθους του ιδρύματος ή του ομίλου, του μεριδίου του στην αγορά, των εξωτερικών και εσωτερικών του διασυνδέσεων, της πολυπλοκότητας ή των διασυνοριακών εργασιών του, ιδίως σε ότι αφορά τη δυνατότητα υποκατάστασης των εν λόγω εργασιών, υπηρεσιών ή λειτουργιών· «μεικτή εταιρεία συμμετοχών» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το Άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 22), του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· «μεικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το Άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 21), του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· «μέσα ιδιοκτησίας» σημαίνει μετοχές, άλλα μέσα που εκχωρούν δικαιώματα ιδιοκτησίας, μέσα που είναι μετατρέψιμα σε ή παρέχουν το δικαίωμα απόκτησης μετοχών ή άλλα μέσα ιδιοκτησίας, και μέσα που αντιπροσωπεύουν δικαιώματα επί μετοχών ή άλλων μέσων ιδιοκτησίας· «μέσα κοινών μετοχών της κατηγορίας 1» σημαίνει κεφαλαιακά μέσα που πληρούν τους όρους του Άρθρου 28, παράγραφοι 1 έως 4, του Άρθρου 29, παράγραφοι 1 έως 5, ή του Άρθρου 31, παράγραφος 1, του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· «μέσα της κατηγορίας 2» σημαίνει κεφαλαιακά μέσα ή δάνεια μειωμένης εξασφάλισης, που πληρούν τις προϋποθέσεις του Άρθρου 63 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· «μεταβατικό ίδρυμα» σημαίνει νομικό πρόσωπο που πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 50
(2)(α)· «μέτοχοι» σημαίνει μέτοχοι ή κάτοχοι άλλων μέσων ιδιοκτησίας· «μέτρο διάσωσης με ίδια μέσα» σημαίνει μηχανισμό για την άσκηση, από την αρχή εξυγίανσης, των εξουσιών απομείωσης και μετατροπής όσον αφορά τις υποχρεώσεις ενός ιδρύματος υπό εξυγίανση σύμφωνα με το άρθρο 53· «μέτρο διαχείρισης κρίσεων» σημαίνει δράση εξυγίανσης ή διορισμός ειδικού διαχειριστή δυνάμει του άρθρου 46 ή ενός προσώπου δυνάμει του άρθρου 60
(2)ή του άρθρου 74
(1)· «μέτρα έγκαιρης παρέμβασης» σημαίνει – (α) αναφορικά με ΑΠΙ, μέτρα που λαμβάνει η αρμόδια αρχή δυνάμει του άρθρου 30Γ του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου, (β) αναφορικά με ΚΕΠΕΥ, μέτρα που λαμβάνει η αρμόδια αρχή δυνάμει του άρθρου 18 του περί Ανάκαμψης ΚΕΠΕΥ και Λοιπών Οντοτήτων υπό την Εποπτεία της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και για Συναφή Θέματα Νόμου του 2016· «μέτρο εξυγίανσης» σημαίνει – (α) αναφορικά με εξυγίανση καλυπτόμενου προσώπου, μέτρο εξυγίανσης κατά την έννοια του άρθρου 45
(3), (β) αναφορικά με εξυγίανση οντοτήτων κράτους μέλους ως μέρος εξυγίανσης ομίλου, μέτρο εξυγίανσης όπως προβλέπεται από τη σχετική νομοθεσία του εν λόγω κράτους μέλους· «μέτρο μεταβίβασης περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων σε μεταβατικό ίδρυμα» σημαίνει μηχανισμό για τη μεταβίβαση μετοχών ή άλλων τίτλων ιδιοκτησίας που έχουν εκδοθεί από ίδρυμα υπό εξυγίανση, ή περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων ιδρύματος υπό εξυγίανση, σε μεταβατικό ίδρυμα, σύμφωνα με το άρθρο 50· «μέτρο μεταβίβασης περιουσιακών στοιχείων και δικαιωμάτων σε εταιρεία διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων» σημαίνει μηχανισμό για την πραγματοποίηση μεταβίβασης, από την αρχή εξυγίανσης, περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων ενός ιδρύματος υπό εξυγίανση σε εταιρεία διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων σύμφωνα με το άρθρο 52· «μέτρο πρόληψης κρίσεων» σημαίνει – (α) την άσκηση εξουσιών για την αντιμετώπιση ή την εξάλειψη των εμποδίων στη δυνατότητα εξυγίανσης σύμφωνα με τα άρθρα 20 έως 22, (β) την άσκηση εξουσιών απομείωσης και μετατροπής κεφαλαιακών μέσων σύμφωνα με τα άρθρα 30 και 31· «μέτρο πώλησης εργασιών» σημαίνει μηχανισμό για την εκτέλεση της μεταβίβασης, από την αρχή εξυγίανσης, μετοχών ή άλλων μέσων ιδιοκτησίας που έχουν εκδοθεί από ίδρυμα υπό εξυγίανση, ή περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων ενός ιδρύματος υπό εξυγίανση, σε έναν αποκτώντα που δεν είναι μεταβατικό ίδρυμα, σύμφωνα με το άρθρο 48· «μητρική επιχείρηση» έχει την έννοια που του αποδίδει το Άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 15), στοιχείο α), του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· «μητρική επιχείρηση της ΕΕ» σημαίνει μητρικό ίδρυμα εγκατεστημένο στην ΕΕ, μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην ΕΕ ή μητρική μεικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην ΕΕ· «μητρική επιχείρηση τρίτης χώρας» σημαίνει μητρικό ίδρυμα, μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή μητρική μεικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών, εγκατεστημένη σε τρίτη χώρα· «μητρική μεικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη σε κράτος μέλος» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το Άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 32), του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· «μητρική μεικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στη Δημοκρατία» σημαίνει οντότητα που έχει συσταθεί στη Δημοκρατία και ανταποκρίνεται στον ορισμό του Άρθρου 4, παράγραφος 1, σημείο 32), του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· «μητρική μεικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην ΕΕ» έχει την έννοια που του αποδίδει το Άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 33), του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· «μητρική χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη σε κράτος μέλος» ή «μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη σε κράτος μέλος» σημαίνει μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών σε κράτος μέλος, όπως ορίζεται στο Άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 30), του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· «μητρική χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στη Δημοκρατία» ή «μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στη Δημοκρατία» σημαίνει οντότητα που είναι εγκατεστημένη στη Δημοκρατία και ανταποκρίνεται στον ορισμό του Άρθρου 4, παράγραφος 1, σημείο 30), του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· «μητρική χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην ΕΕ» ή «μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην ΕΕ» σημαίνει μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην ΕΕ, όπως ορίζεται στο Άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 31), του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· «μητρικό ίδρυμα εγκατεστημένο σε κράτος μέλος» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο από το Άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 28), του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· «μητρικό ίδρυμα εγκατεστημένο στη Δημοκρατία» σημαίνει μητρικό ίδρυμα εγκατεστημένο στη Δημοκρατία που ανταποκρίνεται στον ορισμό του Άρθρου 4, παράγραφος 1, σημείο 28), του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· «μητρικό ίδρυμα εγκατεστημένο στην ΕΕ» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το Άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 29), του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· «μηχανισμός εξυγίανσης ομίλου» σημαίνει σχέδιο που καταρτίζεται για τους σκοπούς της εξυγίανσης ομίλου σύμφωνα με τα άρθρα 94 έως 97, κατά περίπτωση·«μονάδα εξυγίανσης» σημαίνει τη μονάδα που προβλέπεται στο άρθρο 6· «Οδηγία 2013/36/ΕΕ» σημαίνει την πράξη της ΕΕ με τίτλο «Οδηγία 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2013 σχετικά με την πρόσβαση στη δραστηριότητα πιστωτικών ιδρυμάτων και την προληπτική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων, για την τροποποίηση της οδηγίας 2002/87/ΕΚ και για την κατάργηση των οδηγιών 2006/48/ΕΚ και 2006/49/ΕΚ» όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την Οδηγία 2014/59/ΕΕ· «Οδηγία 2014/49/ΕΕ» σημαίνει την πράξη της ΕΕ με τίτλο «Οδηγία 2014/49/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Απριλίου 2014, περί των συστημάτων εγγύησης των καταθέσεων»· «Οδηγία 2014/59/ΕΕ» σημαίνει την πράξη της ΕΕ με τίτλο «Οδηγία 2014/59/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 15ης Μαΐου 2014 για τη θέσπιση πλαισίου για την ανάκαμψη και την εξυγίανση πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων και για την τροποποίηση της οδηγίας 82/891/ΕΟΚ του Συμβουλίου, και των οδηγιών 2001/24/ΕΚ, 2002/47/ΕΚ, 2004/25/ΕΚ, 2005/56/ΕΚ, 2007/36/ΕΚ, 2011/35/ΕΕ, 2012/30/ΕΕ και 2013/36/ΕΕ, καθώς και των κανονισμών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 και (ΕΕ) αριθ. 648/2012»· «Οδηγία 2014/65/ΕΕ» σημαίνει την πράξη της ΕΕ με τίτλο «Οδηγία 2014/65/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014, για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και την τροποποίηση της οδηγίας 2002/92/ΕΚ και της οδηγίας 2011/61/ΕΕ», όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 909/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 23ης Ιουλίου 2014· «Οδηγία 98/26/ΕΚ» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο “Οδηγία 98/26/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 19ης Μαΐου 1998 σχετικά με το αμετάκλητο του διακανονισμού στα συστήματα πληρωμών” όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την Οδηγία (ΕΕ) 2019/879· «Οδηγία 2002/47/ΕΚ» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο “Οδηγία 2002/47/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 6ης Ιουνίου 2002 για τις συμφωνίες παροχής χρηµατοοικονοµικής ασφάλειας”, όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την Οδηγία 2014/59/ΕΕ· «Οδηγία (ΕΕ) 2019/879» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο “Οδηγία (ΕΕ) 2019/879 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 20ής Μαΐου 2019 για την τροποποίηση της οδηγίας 2014/59/ΕΕ σχετικά με την ικανότητα απορρόφησης των ζημιών και ανακεφαλαιοποίησης των πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων και της οδηγίας 98/26/ΕΚ”· «Οδηγία (ΕΕ) 2019/2034» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Οδηγία (ΕΕ) 2019/2034 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Νοεμβρίου 2019 σχετικά με την προληπτική εποπτεία επιχειρήσεων επενδύσεων και την τροποποίηση των οδηγιών 2002/87/ΕΚ, 2009/65/ΕΚ, 2011/61/ΕΕ, 2013/36/ΕΕ, 2014/59/ΕΕ και 2014/65/ΕΕ», ως διορθώθηκε· «Οδηγία (ΕΕ) 2019/2162» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Οδηγία (ΕΕ) 2019/2162/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Νοεμβρίου 2019 σχετικά με την έκδοση καλυμμένων ομολόγων και τη δημόσια εποπτεία καλυμμένων ομολόγων και την τροποποίηση των οδηγιών 2009/65/ΕΚ και 2014/59/ΕΕ»· «όμιλος» σημαίνει μητρική επιχείρηση και τις θυγατρικές της· «όμιλος εξυγίανσης» σημαίνει- (α) οντότητα εξυγίανσης και τις θυγατρικές της που δεν αποτελούν- (i) οντότητες εξυγίανσης οι ίδιες∙ ή (ii) θυγατρικές άλλων οντοτήτων εξυγίανσης∙ ή (iii) οντότητες εγκατεστημένες σε τρίτη χώρα που δεν περιλαμβάνονται στον όμιλο εξυγίανσης σύμφωνα με το σχέδιο εξυγίανσης και οι θυγατρικές τους∙ ή (β) ΑΠΙ μόνιμα συνδεδεμένα με κεντρικό φορέα και ο ίδιος ο κεντρικός φορέας όταν τουλάχιστον ένα από αυτά τα ΑΠΙ ή ο κεντρικός φορέας είναι οντότητα εξυγίανσης, καθώς και οι αντίστοιχες θυγατρικές τους· «οντότητα εκκαθάρισης» σημαίνει νομικό πρόσωπο εγκατεστημένο στην ΕΕ για το οποίο το σχέδιο εξυγίανσης του ομίλου ή, για οντότητες που δεν ανήκουν σε όμιλο, το σχέδιο εξυγίανσης προβλέπει ότι η οντότητα εκκαθαρίζεται υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, ή οντότητα, εντός ομίλου εξυγίανσης που δεν είναι οντότητα εξυγίανσης, σε σχέση με την οποία το σχέδιο εξυγίανσης του ομίλου δεν προβλέπει την άσκηση εξουσιών απομείωσης και μετατροπής· «οντότητα εξυγίανσης» σημαίνει- (α) νομικό πρόσωπο εγκατεστημένο στην ΕΕ, το οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 11 του παρόντος Νόμου ή, κατά περίπτωση, το Άρθρο 12 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ, προσδιορίζεται από την αρχή εξυγίανσης ή την αρχή εξυγίανση κράτους μέλους ως οντότητα σε σχέση με την οποία το σχέδιο εξυγίανσης προβλέπει μέτρα εξυγίανσης∙ ή (β) ίδρυμα ή ίδρυμα κράτους μέλους που δεν αποτελεί μέρος ομίλου που υπόκειται σε ενοποιημένη εποπτεία σύμφωνα με τα άρθρα 27
(6)(α) έως (γ) και (6δις) και 39
(7)του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου ή, κατά περίπτωση, τα Άρθρα 111 και 112 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ, για το οποίο το σχέδιο εξυγίανσης που καταρτίστηκε βάσει του άρθρου 10 του παρόντος Νόμου ή, κατά περίπτωση, του Άρθρου 10 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ προβλέπει δράση εξυγίανσης· «οντότητα του ομίλου» ή «οντότητα ομίλου» σημαίνει νομικό πρόσωπο το οποίο αποτελεί μέρος ενός ομίλου· «παγκόσμιο συστημικώς σημαντικό ίδρυμα» ή «G-SII» σημαίνει ίδρυμα G-SII όπως ορίζεται στο Άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 133) του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· «παράγωγα» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το Άρθρο 2, σημείο 5, του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012· «πιστωτικό ίδρυμα κράτους μέλους» σημαίνει οντότητα κράτους μέλους που ανταποκρίνεται στον ορισμό του Άρθρου 4, παράγραφος 1, σημείο 1), του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, εκτός των οντοτήτων που αναφέρονται στο Άρθρο 2, παράγραφος 5, της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ· «πολύ μικρές, μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις» σημαίνει πολύ μικρές, μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις, όπως ορίζονται με βάση το κριτήριο του ετήσιου κύκλου εργασιών που αναφέρεται στο Άρθρο 2, παράγραφος 1, του παραρτήματος της πράξης της ΕΕ με τίτλο «Σύσταση της Επιτροπής της 6ης Μαΐου 2003 σχετικά με τον ορισμό των πολύ μικρών, των μικρών και των μεσαίων επιχειρήσεων· «πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1» σημαίνει κεφαλαιακά μέσα που πληρούν τις προϋποθέσεις του Άρθρου 52, παράγραφος 1, του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· «προϋποθέσεις εξυγίανσης» σημαίνει – (α) σε περίπτωση ιδρύματος, τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 42
(1), (β) σε περίπτωση σχετικού προσώπου, τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 43, (γ) σε περίπτωση υποκαταστήματος ιδρύματος τρίτης χώρας στη Δημοκρατία, προϋπόθεση που αναφέρεται στο άρθρο 100
(2), (δ) σε περίπτωση ιδρύματος κράτους μέλους ή οντότητας σε κράτος μέλος η οποία αναφέρεται στο Άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο β), γ) ή δ), της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ, τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στο Άρθρο 32, παράγραφος 1, της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ· «ρυθμιζόμενη αγορά» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το Άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 21), της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ· «σημαντική θυγατρική» έχει την έννοια που του αποδίδει το Άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 135) του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· «σημαντικό υποκατάστημα» σημαίνει – (α) αναφορικά με υποκατάστημα πιστωτικού ιδρύματος κράτους μέλους στη Δημοκρατία, υποκατάστημα που κρίνεται σημαντικό σύμφωνα με το άρθρο 27Ε ή 56
(1)του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου· (β) αναφορικά με υποκατάστημα επιχείρησης επενδύσεων κράτους μέλους στη Δημοκρατία η οποία υπόκειται στην απαίτηση αρχικού κεφαλαίου που καθορίζεται στο Άρθρο 28, παράγραφος 2, της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ, υποκατάστημα που κρίνεται σημαντικό σύμφωνα με το άρθρο 131Β του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμου· (γ) αναφορικά με υποκατάστημα ιδρύματος σε κράτος μέλος, υποκατάστημα που κρίνεται σημαντικό σύμφωνα με το Άρθρο 51, παράγραφος 1, της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ· «στόχοι εξυγίανσης» σημαίνει τους στόχους εξυγίανσης που αναφέρονται στο εδάφιο
(2)του άρθρου 41
(2)· «συμβάν που σχετίζεται με τις ΤΠΕ» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το Άρθρο 3, σημείο 8) του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 2022/2554· «συμφωνία αλληλοσυμψηφισμού» σημαίνει συμφωνία βάσει της οποίας δύο ή περισσότερες απαιτήσεις ή υποχρεώσεις που οφείλονται μεταξύ του ιδρύματος υπό εξυγίανση και ενός αντισυμβαλλομένου συμψηφίζονται εκατέρωθεν η μία με την άλλη· «συμφωνία παροχής χρηματοοικονομικής εξασφάλισης με μεταβίβαση τίτλου» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί των Συμφωνιών Παροχής Χρηματοοικονομικής Εξασφάλισης Νόμου· «συμφωνία συμψηφισμού» σημαίνει συμφωνία βάσει της οποίας ένας αριθμός απαιτήσεων ή υποχρεώσεων μπορεί να μετατραπεί σε μια ενιαία καθαρή απαίτηση, συμπεριλαμβανομένων των συμφωνιών εκκαθαριστικού συμψηφισμού (close-out netting) βάσει των οποίων, σε περίπτωση επέλευσης γεγονότος που συνεπάγεται αναγκαστική εκτέλεση, όπως ή όπου ορίζεται- (α) επισπεύδεται η λήξη των υποχρεώσεων των μερών ούτως ώστε να καθίστανται αμέσως απαιτητέες, ή (β) λήγουν οι υποχρεώσεις των μερών, και σε κάθε περίπτωση οι υποχρεώσεις των μερών μετατρέπονται σε μια ενιαία καθαρή απαίτηση ή αντικαθίστανται από αυτήν, συμπεριλαμβανομένων των ρητρών συμψηφισμού κατά την έννοια του άρθρου 2 του περί Συμφωνιών Παροχής Χρηματοοικονομικής Εξασφάλισης Νόμου, ή του συμψηφισμού κατά την έννοια του άρθρου 2 του περί του Αμετάκλητου του Διακανονισμού στα Συστήματα Πληρωμών και στα Συστήματα Διακανονισμού Αξιογράφων Νόμου· «συνδυασμένη απαίτηση αποθέματος ασφάλειας» έχει την έννοια που αποδίδεται σε αυτό τον όρο από το άρθρο 2
(1)του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου και από την Οδηγία ΟΔ 144-2014-14 του 2014 της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς για την Προληπτική Εποπτεία των Επιχειρήσεων Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών σε σχέση με ΚΕΠΕΥ· «συνεργατικό πιστωτικό ίδρυμα» ή «ΣΠΙ» έχει την έννοια που του αποδίδει το άρθρο 2
(1)του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου· «συντελεστής μετατροπής» σημαίνει συντελεστή που καθορίζει τον αριθμό των μετοχών ή άλλων μέσων ιδιοκτησίας στον οποίο μετατρέπεται μια υποχρέωση συγκεκριμένης κατηγορίας, με αναφορά είτε σε ένα μόνον μέσο της εν λόγω κατηγορίας είτε σε μια συγκεκριμένη μονάδα αξίας μιας χρεωστικής απαίτησης· «σύστημα αποζημίωσης επενδυτών» σημαίνει - (α) το ταμείο αποζημίωσης επενδυτών· (β) σύστημα αποζημίωσης επενδυτών που έχει συσταθεί και αναγνωριστεί επίσημα από κράτος μέλος σύμφωνα με το Άρθρο 2 της Οδηγίας 97/9/ΕΚ· «σύστημα εγγύησης των καταθέσεων» σημαίνει – (α) το σύστημα εγγύησης καταθέσεων και εξυγίανσης πιστωτικών και άλλων ιδρυμάτων· (β) σύστημα εγγύησης των καταθέσεων που έχει συσταθεί και αναγνωριστεί επίσημα από κράτος μέλος σύμφωνα με το Άρθρο 4 της Οδηγίας 2014/49/ΕΕ· «σύστημα εγγύησης καταθέσεων και εξυγίανσης πιστωτικών και άλλων ιδρυμάτων» σημαίνει σύστημα εγγύησης καταθέσεων και εξυγίανσης πιστωτικών και άλλων ιδρυμάτων που θεσπίστηκε και λειτουργεί δυνάμει του περί Συστήματος Εγγύησης των Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2016· «συστημική κρίση» σημαίνει αποδιοργάνωση του χρηματοπιστωτικού συστήματος με εν δυνάμει σοβαρές αρνητικές συνέπειες για την εσωτερική αγορά και την πραγματική οικονομία∙ για τους σκοπούς του παρόντος ορισμού, όλες οι μορφές χρηματοοικονομικών διαμεσολαβητών, αγορών και υποδομών ενδέχεται να είναι συστημικά σημαντικές σε κάποιο βαθμό· «σχέδιο ανάκαμψης» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από – (α) αναφορικά με αδειοδοτημένο πιστωτικό ίδρυμα, το άρθρο 2 του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου, (β) αναφορικά με ΚΕΠΕΥ, το άρθρο 2 του περί Ανάκαμψης ΚΕΠΕΥ και Λοιπών Οντοτήτων υπό την Εποπτεία της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και για Συναφή Θέματα Νόμου του 2016· «σχέδιο εξυγίανσης» σημαίνει το σχέδιο εξυγίανσης που καταρτίζεται για ένα ίδρυμα σύμφωνα με το άρθρο 10· «σχέδιο εξυγίανσης ομίλου» σημαίνει σχέδιο εξυγίανσης ενός ομίλου, που καταρτίζεται σύμφωνα με τα άρθρα 11, 14 και 15· «σχετικά κεφαλαιακά μέσα» σημαίνει πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1 και μέσα της κατηγορίας 2, για τους σκοπούς του Μέρους V και του Κεφαλαίου V του Μέρους VI· «σχετική αρχή τρίτης χώρας» σημαίνει αρχή τρίτης χώρας η οποία είναι υπεύθυνη για την εκτέλεση παρόμοιων καθηκόντων με εκείνα της αρχής εξυγίανσης ή των αρμοδίων αρχών, σύμφωνα με τον παρόντα Νόμο· «σχετικό μητρικό ίδρυμα» σημαίνει μητρικό ίδρυμα εγκατεστημένο στη Δημοκρατία, μητρικό ίδρυμα εγκατεστημένο σε κράτος μέλος, μητρικό ίδρυμα εγκατεστημένο στην ΕΕ, χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών, μεικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών, μεικτή εταιρεία συμμετοχών, μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στη Δημοκρατία, μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη σε κράτος μέλος, μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην ΕΕ, μητρική μεικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στη Δημοκρατία, μητρική μεικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη σε κράτος μέλος ή μητρική μεικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην ΕΕ, για το οποίο ή την οποία εφαρμόζεται μέτρο διάσωσης με ίδια μέσα· «σχετικό πρόσωπο» σημαίνει οντότητα που αναφέρεται στο άρθρο 3
(1)(β), (γ) ή (δ)· «σώμα εξυγίανσης» σημαίνει σώμα που συστήνεται σύμφωνα με το άρθρο 90 ή 91, για την εκτέλεση καθηκόντων που αναφέρονται στο εν λόγω άρθρο· «σώμα εποπτείας» σημαίνει σώμα εποπτών που συστήνεται σύμφωνα με το εδάφιο (11Α) του άρθρου 39 του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου ή με την παράγραφο 40 της Οδηγίας της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου για την προληπτική εποπτεία των Επιχειρήσεων Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών, ανάλογα με την περίπτωση· «Ταμείο Αποζημίωσης Επενδυτών» έχει την έννοια που του αποδίδει το άρθρο 2
(1)του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμου και περιλαμβάνει το Ταμείο Αποζημίωσης Επενδυτών ΚΕΠΕΥ, το Ταμείο Αποζημίωσης Επενδυτών Πελατών Τραπεζών και το Ταμείο Αποζημίωσης Επενδυτών πελατών ΣΠΙ· «Ταμείο Εξυγίανσης» έχει την έννοια που του αποδίδει το άρθρο 2
(1)του περί Συστήματος Εγγύησης των Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2016· «τράπεζα» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου· «υπηρεσίες ΤΠΕ» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το Άρθρο 3, σημείο 21) του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 2022/2554· υποκατάστημα» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το Άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 17), του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· «υποκατάστημα ιδρύματος τρίτης χώρας στην ΕΕ» σημαίνει υποκατάστημα ιδρύματος τρίτης χώρας που βρίσκεται στη Δημοκρατία ή σε κράτος μέλος· «Υπουργός» σημαίνει τον Υπουργό Οικονομικών· «υποχρεώσεις υποκείμενες σε διάσωση με ίδια μέσα» σημαίνει τις υποχρεώσεις και τα κεφαλαιακά μέσα που δεν χαρακτηρίζονται ως μέσα κοινών μετοχών της κατηγορίας 1, πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1 ή μέσα της κατηγορίας 2 ενός ιδρύματος ή σχετικού προσώπου, οι οποίες δεν εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής του μέτρου διάσωσης με ίδια μέσα, δυνάμει του άρθρου 54
(2)έως
(5)· «χρεωστικά μέσα», ως αναφέρονται στο άρθρο 65
(1)(β)(vii) και (x), σημαίνει τις ομολογίες και άλλες μορφές μεταβιβάσιμων χρεών, μέσα με τα οποία δημιουργείται ή αναγνωρίζεται μια οφειλή, καθώς και μέσα που παρέχουν δικαιώματα απόκτησης χρεωστικών μέσων· «χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών» ή «χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών» σημαίνει χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών, όπως ορίζεται στο Άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 20), του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· «χρηματοοικονομικό ίδρυμα» ή «χρηματοδοτικό ίδρυμα» σημαίνει χρηματοδοτικό ίδρυμα, όπως ορίζεται στο Άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 26), του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· «χρηματοπιστωτική σύμβαση» περιλαμβάνει οποιαδήποτε από τις ακόλουθες συμβάσεις και συμφωνίες - (α) συμβάσεις τίτλων, συμπεριλαμβανομένων - (
- i)συμβάσεων αγοράς, πώλησης ή δανεισμού ενός τίτλου, μιας ομάδας ή ενός δείκτη τίτλων, (
- ii)δικαιωμάτων προαίρεσης επί ενός τίτλου ή μιας ομάδας ή ενός δείκτη τίτλων, (iii) συναλλαγών πώλησης και επαναγοράς ή συναλλαγών αγοράς και επαναπώλησης επί οποιουδήποτε τέτοιου τίτλου, ομάδας ή δείκτη τίτλων, (β) συμβάσεις βασικών εμπορευμάτων, συμπεριλαμβανομένων- (
- i)συμβάσεων αγοράς, πώλησης ή δανεισμού ενός βασικού εμπορεύματος ή μιας ομάδας ή ενός δείκτη βασικών εμπορευμάτων για μελλοντική παράδοση, (
- ii)δικαιωμάτων προαίρεσης επί ενός βασικού εμπορεύματος ή μιας ομάδας ή ενός δείκτη βασικών εμπορευμάτων, (iii) συναλλαγών πώλησης και επαναγοράς ή συναλλαγών αγοράς και επαναπώλησης επί οποιουδήποτε τέτοιου βασικού εμπορεύματος, ομάδας ή δείκτη, (γ) συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης (futures) και προθεσμιακές συμβάσεις (forwards), συμπεριλαμβανομένων συμβάσεων, εκτός από σύμβαση βασικών εμπορευμάτων, για αγορά, πώληση ή μεταβίβαση, σε μελλοντική ημερομηνία, βασικού εμπορεύματος ή περιουσιακού στοιχείου κάθε άλλης φύσης, υπηρεσίας, δικαιώματος ή τόκου σε συγκεκριμένη τιμή, (δ) συμβάσεις ανταλλαγής (swaps), συμπεριλαμβανομένων - (
- i)συμβάσεων ανταλλαγής και δικαιωμάτων προαίρεσης που σχετίζονται με επιτόκια, συμφωνίες άμεσης παράδοσης ή άλλες συμφωνίες συναλλάγματος, ανταλλαγή νομισμάτων, δείκτες μετοχών ή μετοχές, δείκτες χρέους ή χρέος, δείκτες βασικών εμπορευμάτων ή βασικά εμπορεύματα, το κλίμα, τις εκπομπές ρύπων ή τον πληθωρισμό, (
- ii)συμβάσεων ανταλλαγής συνολικής απόδοσης, πιστωτικών περιθωρίων ή πιστωτικού κινδύνου, (iii) κάθε συμφωνίας ή συναλλαγής που είναι παρεμφερής με συμφωνία που αναφέρεται στα σημεία (
- i)ή (
- ii)και η οποία αποτελεί αντικείμενο τακτικής διαπραγμάτευσης στις αγορές συμβάσεων ανταλλαγής ή παραγώγων· (ε) διατραπεζικές συμφωνίες δανεισμού με διάρκεια δανεισμού τρεις
(3)μήνες κατ’ ανώτατο όριο· (στ) γενικές συμφωνίες για οποιεσδήποτε από τις συμβάσεις, συμβόλαια ή συμφωνίες που αναφέρονται στις παραγράφους (α) έως (ε).
(2)(α) Με την επιφύλαξη της παραγράφου (β), στον παρόντα Νόμο και στις δυνάμει αυτού εκδιδόμενες κανονιστικές διοικητικές πράξεις, οποιαδήποτε αναφορά σε Οδηγία, Κανονισμό, Απόφαση ή άλλη νομοθετική πράξη της ΕΕ σημαίνει την εν λόγω πράξη όπως εκάστοτε διορθώνεται, τροποποιείται ή αντικαθίσταται, εκτός εάν προκύπτει διαφορετική έννοια από το κείμενο. (β) Οποιαδήποτε αναφορά σε διατάξεις της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ σε σχέση με λήψη απόφασης σώματος εξυγίανσης μεταξύ άλλων για τον καταρτισμό σχεδίων εξυγίανσης ομίλου, την αξιολόγηση της δυνατότητας εξυγίανσης ομίλου, τις ελάχιστες απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων, την απομείωση και μετατροπή κεφαλαιακών μέσων ομίλου και την εξυγίανση ομίλου, σημαίνει τις διατάξεις της Οδηγίας αυτής ως μεταφέρονται στην οικεία νομοθεσία του σχετικού κράτους μέλους, εκτός εάν προκύπτει διαφορετική έννοια από το κείμενο.
(3)Στον παρόντα Νόμο και στις δυνάμει αυτού εκδιδόμενες κανονιστικές διοικητικές πράξεις, οποιαδήποτε αναφορά σε νόμο ή κανονιστική διοικητική πράξη της Δημοκρατίας, σημαίνει τον εν λόγω νόμο ή κανονιστική διοικητική πράξη όπως εκάστοτε διορθώνεται, τροποποιείται ή αντικαθίσταται, εκτός εάν προκύπτει διαφορετική έννοια από το κείμενο. 22(I)/2016 96(I)/2021 158(I)/2021 109(I)/2022 144(I)/2024 15(I)/2025 Πεδίο εφαρμογής 3.-
(1)Ο παρών Νόμος εφαρμόζεται στις ακόλουθες οντότητες: (α) Ιδρύματα· (β) χρηματοοικονομικά ιδρύματα εγκατεστημένα στη Δημοκρατία, όταν το χρηματοοικονομικό ίδρυμα είναι θυγατρική επιχείρηση ιδρύματος ή εταιρείας που αναφέρεται στην παράγραφο (γ) ή (δ), και καλύπτεται από την εποπτεία της μητρικής επιχείρησης σε ενοποιημένη βάση σύμφωνα με τα Άρθρα 6 έως 17 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· (γ) χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών, μεικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών και μεικτές εταιρείες συμμετοχών, που είναι εγκατεστημένες στη Δημοκρατία· (δ) μητρικές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών εγκατεστημένες στη Δημοκρατία και μητρικές μεικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών, εγκατεστημένες στη Δημοκρατία· (ε) υποκαταστήματα ιδρυμάτων τρίτης χώρας στη Δημοκρατία, σύμφωνα με τις ειδικές προϋποθέσεις που ορίζονται στον παρόντα Νόμο.
(2)Η αρχή εξυγίανσης κατά την εφαρμογή των απαιτήσεων που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο και κατά τη χρήση των διάφορων μέτρων και την άσκηση των εξουσιών που έχει στη διάθεσή της όσον αφορά τις οντότητες που αναφέρονται στο εδάφιο
(1), καθώς και με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων, λαμβάνει υπόψη τη φύση της επιχειρηματικής δραστηριότητας, τη μετοχική δομή, τη νομική μορφή, το προφίλ κινδύνου, το μέγεθος και το νομικό καθεστώς της οντότητας, τις διασυνδέσεις της με άλλα ιδρύματα ή με το χρηματοπιστωτικό σύστημα γενικότερα, το εύρος, την πολυπλοκότητα των εργασιών της και κατά πόσον ασκεί επενδυτικές υπηρεσίες και δραστηριότητες κατά την έννοια του Άρθρου 4, παράγραφος 1, σημείο 2, της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ. Κατά την εφαρμογή των απαιτήσεων, εξουσιών και ευχερειών που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο και κατά τη χρήση μέτρων και την άσκηση εξουσιών που έχει στη διάθεσή της όσον αφορά ΣΠΙ συνδεδεμένα με κεντρικό φορέα, η αρχή εξυγίανσης λαμβάνει υπόψη τη σύνδεσή τους με τον κεντρικό φορέα.
(3)Ο παρών Νόμος δεν εφαρμόζεται σε οντότητες που έχουν άδεια λειτουργίας κατά τα προβλεπόμενα στο Άρθρο 14 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012. 22(I)/2016 109(I)/2022 ΜΕΡΟΣ ΙΙ ΑΡΧΗ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ Ευθύνη για την άσκηση των αρμοδιοτήτων και εξουσιών της αρχής εξυγίανσης 4.-
(1)To διοικητικό συμβούλιο της Κεντρικής Τράπεζας έχει την ευθύνη για την άσκηση των αρμοδιοτήτων και εξουσιών της αρχής εξυγίανσης σύμφωνα με τον παρόντα Νόμο και τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 806/2014.
(2)Με την επιφύλαξη του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 806/2014, η αρχή εξυγίανσης λαμβάνει την έγκριση του Υπουργού πριν εφαρμόσει αποφάσεις που έχουν άμεσο δημοσιονομικό αντίκτυπο ή συστημικές συνέπειες. 22(I)/2016 Οργάνωση και λειτουργία της αρχής εξυγίανσης 5.
(1)(α) Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου ισχύουν ανεξάρτητα από τις διατάξεις του περί της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου Νόμου, ως διορθώθηκε. (β) Όπου στο παρόν άρθρο γίνεται αναφορά σε μέλη, σημαίνει τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου της Κεντρικής Τράπεζας.
(2)Η αρχή εξυγίανσης συγκαλείται σε συνεδρίαση - (α) Από το Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας με γραπτή πρόσκληση που αποστέλλεται στα μέλη δύο
(2)τουλάχιστον ημέρες πριν από την καθορισμένη για τη συνεδρίαση ημερομηνία ή, σε περίπτωση προσωρινής απουσίας του Διοικητή ή πρόσκαιρου κωλύματος του, μετά από κοινή απόφαση των δύο
(2)εκτελεστικών συμβούλων της Κεντρικής Τράπεζας που διορίζονται δυνάμει του άρθρου 13 του περί της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου Νόμου: Νοείται ότι, η αποστολή της πρόσκλησης με ηλεκτρονικά μέσα, συμπεριλαμβανομένου ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ή τηλεομοιότυπου θεωρείται καθ’ όλα έγκυρη: Νοείται περαιτέρω ότι, στην πρόσκληση αναγράφονται με σαφήνεια τα θέματα της ημερήσιας διάταξης της συνεδρίασης: Νοείται έτι περαιτέρω ότι, σε έκτακτες, κατά την κρίση του Διοικητή, περιπτώσεις, συνεδρίαση της αρχής εξυγίανσης συγκαλείται μετά από προφορική ή γραπτή πρόσκληση που κοινοποιείται από το Διοικητή στα μέλη το συντομότερο δυνατό και, εν πάση περιπτώσει, πριν από τον καθορισμένο για τη συνεδρίαση χρόνο. (β) από δύο
(2)μέλη με αιτιολογημένη αίτησή τους προς το Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας ή, σε περίπτωση προσωρινής απουσίας του Διοικητή ή πρόσκαιρου κωλύματος του, προς τους εκτελεστικούς συμβούλους, στην οποία καθορίζονται τα θέματα για τα οποία ζητείται η σύγκληση της συνεδρίασης: Νοείται ότι, ο Διοικητής ή οι εκτελεστικοί σύμβουλοι, ανάλογα με την περίπτωση, υποχρεούνται να συγκαλέσουν συνεδρίαση εντός πέντε
(5)εργάσιμων ημερών.
(3)Οι συνεδριάσεις της αρχής εξυγίανσης δύνανται να πραγματοποιούνται με ηλεκτρονικά μέσα, συμπεριλαμβανομένης της τηλεδιάσκεψης ή άλλων οπτικοακουστικών μέσων.
(4)Ο Διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας προεδρεύει των συνεδριάσεων της αρχής εξυγίανσης και σε περίπτωση απουσίας ή άλλου κωλύματος του προέδρου, τα παρόντα στη συνεδρίαση μέλη εκλέγουν μεταξύ τους τον προεδρεύοντα της συνεδρίασης.
(5)(α) Πέντε
(5)μέλη συνιστούν απαρτία σε κάθε συνεδρίαση: Νοείται ότι, για σκοπούς απαρτίας θεωρείται ότι είναι παρόντες και όσα μέλη λαμβάνουν μέρος στη συνεδρίαση μέσω ηλεκτρονικών ή οπτικοακουστικών μέσων, περιλαμβανομένης και τηλεδιάσκεψης. (β) Οι αποφάσεις της αρχής εξυγίανσης, δυνάμει του παρόντος Νόμου, λαμβάνονται με απλή πλειοψηφία και σε περίπτωση ισοψηφίας υπερισχύει η ψήφος του προεδρεύοντα της συνεδρίασης. (γ) Οι αποφάσεις της αρχής εξυγίανσης συνεκτιμούν τις ενδεχόμενες επιπτώσεις των αποφάσεων σε όλα τα κράτη μέλη στα οποία δραστηριοποιείται το ίδρυμα και ο όμιλος και ελαχιστοποιούν τις αρνητικές επιπτώσεις στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και τις δυσμενείς οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις στα εν λόγω κράτη μέλη.
(6)(α) Χρέη γραμματέα της αρχής εξυγίανσης εκτελεί ο προϊστάμενος της μονάδας εξυγίανσης ή άλλο πρόσωπο από τη μονάδα εξυγίανσης εξουσιοδοτημένο για το σκοπό αυτό από την αρχή εξυγίανσης. (β) Τα πρακτικά των συνεδριάσεων τηρούνται εμπιστευτικά, εκτός εάν αποφασισθεί διαφορετικά από την αρχή εξυγίανσης.
(7)Η κατάργηση ή η χηρεία της θέσης οποιουδήποτε μέλους δεν επηρεάζει την εγκυρότητα οποιουδήποτε διατάγματος, πράξης, απόφασης ή εργασίας της αρχής εξυγίανσης. 22(I)/2016 Μονάδα εξυγίανσης 6.-
(1)Η Κεντρική Τράπεζα συστήνει μονάδα εξυγίανσης, με κύρια αρμοδιότητα την παροχή στήριξης στο Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας, σε σχέση με την άσκηση των αρμοδιοτήτων και εξουσιών της αρχής εξυγίανσης δυνάμει του παρόντος Νόμου.
(2)Χωρίς επηρεασμό της γενικότητας του εδαφίου
(1), τα καθήκοντα και οι αρμοδιότητες της μονάδας εξυγίανσης είναι, μεταξύ άλλων – (α) Η σύνταξη και επικαιροποίηση των σχεδίων εξυγίανσης κατά τα προβλεπόμενα στο Κεφάλαιο Ι του Μέρους ΙΙΙ· και (β) η αξιολόγηση της δυνατότητας εξυγίανσης κατά τα προβλεπόμενα στο Κεφάλαιο ΙΙ του Μέρους ΙΙΙ· και (γ) η παροχή τεχνικής και διοικητικής υποστήριξης για – (
- i)τη διαπίστωση εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις εξυγίανσης σε καλυπτόμενο πρόσωπο· (
- ii)τη λήψη απόφασης σχετικά με το βαθμό απομείωσης ή μετατροπής κεφαλαιακών μέσων δυνάμει του Μέρους V, εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις απομείωσης και μετατροπής κεφαλαιακών μέσων ιδρύματος ή σχετικού προσώπου· (iii) τη λήψη απόφασης για την επιλογή της δράσης εξυγίανσης, εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις εξυγίανσης· και (δ) η διενέργεια επιτόπιων ελέγχων· και (ε) η διενέργεια προσωρινής αποτίμησης σύμφωνα με τα άρθρα 32 και 47· και (στ) η παρακολούθηση της εφαρμογής μέτρων εξυγίανσης σε καλυπτόμενο πρόσωπο και η αντιμετώπιση θεμάτων που προκύπτουν από την εφαρμογή· και (ζ) η συμμετοχή σε ομάδες εργασίας, επιτροπές και συμβούλια που συστήνονται σε ευρωπαϊκό επίπεδο και αφορούν θέματα σχετικά με την εξυγίανση καλυπτόμενων προσώπων· και (η) η εκτέλεση οποιωνδήποτε άλλων καθηκόντων ανατεθούν στη μονάδα εξυγίανσης από το Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας.
(3)(α) Η μονάδα εξυγίανσης αναφέρεται απευθείας στο Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας και στελεχώνεται από προσωπικό της Κεντρικής Τράπεζας. (β) Η Κεντρική Τράπεζα υιοθετεί και δημοσιοποιεί κάθε αναγκαίο σχετικό εσωτερικό κανονισμό, προκειμένου να αποφεύγονται συγκρούσεις συμφερόντων μεταξύ της μονάδας εξυγίανσης και των λειτουργιών εποπτείας αδειοδοτημένων πιστωτικών ιδρυμάτων ή άλλων λειτουργιών της Κεντρικής Τράπεζας, συμπεριλαμβανομένων κανόνων που αφορούν το επαγγελματικό απόρρητο και την ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των διάφορων λειτουργικών τομέων. (γ) Η Κεντρική Τράπεζα διασφαλίζει ότι η μονάδα εξυγίανσης διαθέτει την απαιτούμενη εμπειρογνωμοσύνη, πόρους και επιχειρησιακή ικανότητα για την εκτέλεση των αρμοδιοτήτων της. 22(I)/2016 Εξουσία έκδοσης οδηγιών και διαταγμάτων 7.-
(1)(α) Η αρχή εξυγίανσης, για την επίτευξη των σκοπών του παρόντος Νόμου καθώς και για την άσκηση των δυνάμει του παρόντος Νόμου αρμοδιοτήτων και εξουσιών της, δύναται να εκδίδει γενικές ή ειδικές οδηγίες ή διατάγματα, τα οποία γνωστοποιεί με οποιοδήποτε τρόπο ήθελε ορίσει. (β) Η αρχή εξυγίανσης δύναται να εκδίδει γενικές ή ειδικές οδηγίες, διατάγματα ή εγκυκλίους για σκοπούς εφαρμογής του Κανονισμού (EE) αριθ. 806/2014. (1Α)(α) Χωρίς επηρεασμό της γενικότητας του εδαφίου
(1), η αρχή εξυγίανσης δύναται να εκδίδει γενικές ή ειδικές οδηγίες, διατάγματα ή εγκυκλίους για την ακολουθία απομείωσης ή μετατροπής υποχρεώσεων στις περιπτώσεις πιστωτών με πολλαπλές υποχρεώσεις με την ίδια σειρά προτεραιότητας. (β) Για τους σκοπούς της παραγράφου (α), η αρχή εξυγίανσης καταρτίζει κανόνες, οι οποίοι κατ’ ελάχιστον- (
- i)λαμβάνουν υπόψη την αρχή της μη επιδείνωσης της οικονομικής θέσης του πιστωτή κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 44Α, ως αποτέλεσμα της εφαρμογής μέτρων εξυγίανσης και ειδικότερα η αρχή εξυγίανσης λαμβάνει υπόψη τους κανόνες που εφαρμόζονται στις κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, καθώς και τη διαδικασία υπολογισμού της αποζημίωσης εγγυημένης κατάθεσης δυνάμει των διατάξεων του περί Συστήματος Εγγύησης των Κατάθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου και των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων κανονισμών· και (
- ii)συμβάλλουν στην καλύτερη επίτευξη των στόχων εξυγίανσης.
(2)Οι εκδιδόμενες οδηγίες και εγκύκλιοι της αρχής εξυγίανσης λαμβάνουν υπόψη τη διεθνή πρακτική και τις κατευθυντήριες γραμμές της ΕΑΤ. 22(I)/2016 102(I)/2022 Εξουσία ανάκτησης εξόδων και δαπανών 8. Η αρχή εξυγίανσης δύναται να απαιτεί όπως τα ιδρύματα καταβάλλουν σε αυτή όλα τα λειτουργικά έξοδα και δαπάνες που σχετίζονται με την άσκηση των δυνάμει του παρόντος Νόμου αρμοδιοτήτων και εξουσιών της, όπως - (α) Διοικητικές και λειτουργικές δαπάνες· (β) έξοδα για νομικές και συμβουλευτικές υπηρεσίες· (γ) έξοδα ανάθεσης εργασιών σε τρίτους. 22(I)/2016 Συνεργασία με την ΕΑΤ 9.-
(1)Η αρχή εξυγίανσης συνεργάζεται με την ΕΑΤ για τους σκοπούς της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ, σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.
(2)Η αρχή εξυγίανσης παρέχει χωρίς καθυστέρηση στην ΕΑΤ όλες τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες προκειμένου η τελευταία να επιτελεί το έργο της σύμφωνα με το Άρθρο 35 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010. 22(I)/2016 ΜΕΡΟΣ ΙΙΙ ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι-ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΤΗΣ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ Σχέδια εξυγίανσης 10.-
(1)(α) Η αρχή εξυγίανσης, μετά από διαβούλευση με την αρμόδια αρχή και τις αρχές εξυγίανσης κρατών μελών σε κράτη μέλη όπου είναι εγκατεστημένα σημαντικά υποκαταστήματα, στον βαθμό που αυτό έχει σημασία για σημαντικό υποκατάστημα, καταρτίζει σχέδιο εξυγίανσης για κάθε ίδρυμα που δεν αποτελεί μέρος ομίλου υποκείμενο σε ενοποιημένη εποπτεία, σύμφωνα με τα Άρθρα 111 και 112 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ, το άρθρο 27
(6)και (6δις) και το άρθρο 39 του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου ή τις παραγράφους 11 και 12 της Οδηγίας της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου για την προληπτική εποπτεία των Επιχειρήσεων Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών, κατά περίπτωση. (β) Το σχέδιο εξυγίανσης προβλέπει τις ενέργειες εξυγίανσης στις οποίες είναι δυνατό να προβεί η αρχή εξυγίανσης, σε περίπτωση που το ίδρυμα πληροί τις προϋποθέσεις εξυγίανσης. (γ) Η αρχή εξυγίανσης θέτει σε γνώση του σχετικού ιδρύματος τις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο (α) του εδαφίου
(7).
(2)Κατά την κατάρτιση του σχεδίου εξυγίανσης, η αρχή εξυγίανσης εντοπίζει οποιαδήποτε σημαντικά εμπόδια στη δυνατότητα εξυγίανσης και, όπου είναι αναγκαίο και αναλογικό, επισημαίνει τις σχετικές δράσεις μέσω των οποίων τα εμπόδια αυτά είναι δυνατόν να αντιμετωπιστούν, σύμφωνα με το Κεφάλαιο II του παρόντος Μέρους.
(3)(α) Το σχέδιο εξυγίανσης λαμβάνει υπόψη σχετικά σενάρια, μεταξύ των οποίων και την περίπτωση ότι η αφερεγγυότητα του ιδρύματος ενδέχεται να είναι ιδιοσυγκρασιακή ή να εμφανίζεται σε μια περίοδο ευρύτερης χρηματοπιστωτικής αστάθειας ή γεγονότων που αφορούν το σύνολο του συστήματος. (β) Το σχέδιο εξυγίανσης δεν προβλέπει τα ακόλουθα: (
- i)Οποιαδήποτε έκτακτη δημόσια χρηματοπιστωτική στήριξη, εκτός από τη χρήση του Ταμείου Εξυγίανσης· (
- ii)οποιαδήποτε επείγουσα στήριξη της ρευστότητας από την Κεντρική Τράπεζα ή κεντρική τράπεζα κράτους μέλους∙ (iii) οποιαδήποτε στήριξη της ρευστότητας από την Κεντρική Τράπεζα ή κεντρική τράπεζα κράτους μέλους, που παρέχεται υπό ασυνήθεις όρους εξασφάλισης, διάρκειας και επιτοκίου.
(4)Το σχέδιο εξυγίανσης περιλαμβάνει ανάλυση του τρόπου και του χρόνου που ένα ίδρυμα δύναται να υποβάλει αίτηση, βάσει των όρων του σχεδίου, για χρήση των διευκολύνσεων που παρέχουν η Κεντρική Τράπεζα και κεντρικές τράπεζες κρατών μελών, και προσδιορίζει τα περιουσιακά στοιχεία που λογικά αναμένεται να γίνουν δεκτά ως εξασφάλιση.
(5)H αρχή εξυγίανσης δύναται να απαιτεί από τα ιδρύματα να τη βοηθούν στην κατάρτιση και την επικαιροποίηση των σχεδίων εξυγίανσης.
(6)(α) Τα σχέδια εξυγίανσης επανεξετάζονται, και επικαιροποιούνται κατά περίπτωση, τουλάχιστον ετησίως και έπειτα από κάθε ουσιαστική μεταβολή στη νομική ή οργανωτική δομή του ιδρύματος ή στις επιχειρηματικές δραστηριότητές του ή στη χρηματοοικονομική του θέση, η οποία ενδέχεται να επηρεάσει σημαντικά την αποτελεσματικότητα του σχεδίου ή κατ’ άλλο τρόπο επιβάλλει αναθεώρηση του σχεδίου εξυγίανσης. (β) Για τον σκοπό της αναθεώρησης ή επικαιροποίησης των σχεδίων εξυγίανσης σύμφωνα με την παράγραφο (α), τα ιδρύματα και οι αρμόδιες αρχές κοινοποιούν αμέσως στην αρχή εξυγίανσης οποιαδήποτε αλλαγή η οποία καθιστά αναγκαία την αναθεώρηση ή επικαιροποίηση. (γ) Η επανεξέταση, σύμφωνα με την παράγραφο (α), διενεργείται μετά την εφαρμογή των δράσεων εξυγίανσης ή την άσκηση των εξουσιών που αναφέρονται στα άρθρα 30, 31 και 32
(1)(α). (δ) Κατά τον ορισμό των προθεσμιών που αναφέρονται στις παραγράφους (ιε) και (ιστ) του εδαφίου
(7), όταν συντρέχουν οι περιστάσεις που αναφέρονται στην παράγραφο (γ), η αρχή εξυγίανσης λαμβάνει υπόψη την προθεσμία συμμόρφωσης με την απαίτηση που αναφέρεται στο άρθρο 30τρις του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου και στο άρθρο 63 του περί Κεφαλαιακής Επάρκειας ΕΠΕΥ Νόμου.
(7)Με την επιφύλαξη του άρθρου 12, στο σχέδιο εξυγίανσης παρουσιάζονται επιλογές για την εφαρμογή στο ίδρυμα των μέτρων εξυγίανσης και την άσκηση των εξουσιών εξυγίανσης που αναφέρονται στο Μέρος VI. Το σχέδιο εξυγίανσης περιλαμβάνει, προσδιορίζοντας ποσοτικά όταν αυτό ενδείκνυται και είναι εφικτό, τα εξής στοιχεία: (α) Σύνοψη των βασικών στοιχείων του σχεδίου εξυγίανσης· (β) σύνοψη των ουσιωδών μεταβολών στο ίδρυμα, οι οποίες έχουν επέλθει μετά την υποβολή των πλέον πρόσφατων πληροφοριών σχετικά με την εξυγίανση· (γ) παρουσίαση του τρόπου με τον οποίο θα μπορούσαν να διαχωριστούν νομικά και οικονομικά οι κρίσιμες λειτουργίες και οι βασικοί επιχειρηματικοί τομείς, στον αναγκαίο βαθμό, από άλλες λειτουργίες, ούτως ώστε να διασφαλιστεί η συνέχεια και η ψηφιακή επιχειρησιακή ανθεκτικότητα σε περίπτωση αφερεγγυότητας του ιδρύματος· (δ) εκτίμηση του χρονοδιαγράμματος για την εκτέλεση κάθε ουσιώδους πτυχής του σχεδίου εξυγίανσης· (ε) λεπτομερή περιγραφή της αξιολόγησης ως προς τη δυνατότητα εξυγίανσης, που διενεργείται σύμφωνα με το εδάφιο
(2)του παρόντος άρθρου και με το άρθρο 18· (στ) περιγραφή των μέτρων που απαιτούνται σύμφωνα με το άρθρο 20 για την αντιμετώπιση ή την εξάλειψη εμποδίων στη δυνατότητα εξυγίανσης, τα οποία εντοπίζονται κατόπιν της αξιολόγησης που διενεργείται σύμφωνα με το άρθρο 18· (ζ) περιγραφή των διαδικασιών για τον προσδιορισμό της αξίας και της εμπορευσιμότητας των κρίσιμων λειτουργιών, των βασικών επιχειρηματικών τομέων και των περιουσιακών στοιχείων του ιδρύματος· (η) λεπτομερή περιγραφή των ρυθμίσεων προκειμένου να διασφαλιστεί ότι οι πληροφορίες που απαιτούνται σύμφωνα με το άρθρο 13 είναι επικαιροποιημένες και στη διάθεση της αρχής εξυγίανσης, ανά πάσα στιγμή· (θ) αιτιολόγηση, από την αρχή εξυγίανσης, του τρόπου με τον οποίο θα μπορούσαν να χρηματοδοτηθούν οι επιλογές εξυγίανσης, χωρίς την προηγούμενη λήψη - (
- i)οποιασδήποτε έκτακτης δημόσιας χρηματοπιστωτικής στήριξης, πέραν της χρήσης του Ταμείου Εξυγίανσης, ή (
- ii)οποιασδήποτε επείγουσας στήριξης της ρευστότητας από κεντρική τράπεζα, ή (iii) οποιασδήποτε στήριξης της ρευστότητας από την Κεντρική Τράπεζα ή κεντρική τράπεζα κράτους μέλους, που παρέχεται υπό ασυνήθεις όρους εξασφάλισης, διάρκειας και επιτοκίου· (ι) λεπτομερή περιγραφή των διαφόρων στρατηγικών εξυγίανσης οι οποίες θα μπορούσαν να εφαρμοστούν σύμφωνα με τα διάφορα πιθανά σενάρια, καθώς και τα εφαρμοστέα σε κάθε περίπτωση χρονοδιαγράμματα· (ια) περιγραφή των κρίσιμων αλληλεξαρτήσεων· (ιβ) περιγραφή των επιλογών για τη διατήρηση της πρόσβασης σε υπηρεσίες πληρωμών και εκκαθάρισης και άλλων υποδομών και αξιολόγηση της δυνατότητας μεταφοράς των θέσεων πελατών· (ιγ) ανάλυση του αντίκτυπου που θα έχει το σχέδιο στους υπαλλήλους του ιδρύματος, συμπεριλαμβανομένης αξιολόγησης των συναφών δαπανών, και περιγραφή των προβλεπόμενων διαδικασιών διαβούλευσης με το προσωπικό κατά τη διαδικασία εξυγίανσης, λαμβάνοντας υπόψη την κείμενη νομοθεσία· (ιδ) σχέδιο επικοινωνίας με τα μέσα ενημέρωσης και με το κοινό· (ιε) τις απαιτήσεις που αναφέρονται στα άρθρα 25Δ και 25Ε καθώς και προθεσμία επίτευξης του εν λόγω επιπέδου, σύμφωνα με το άρθρο 29Α· (ιστ) στις περιπτώσεις που η αρχή εξυγίανσης εφαρμόζει το άρθρο 25Α
(4),
(5)και
(7), χρονοδιάγραμμα για συμμόρφωση της οντότητας εξυγίανσης σύμφωνα με το άρθρο 29Α· (ιζ) περιγραφή των βασικών λειτουργιών και συστημάτων για τη διατήρηση της συνεχούς λειτουργίας των επιχειρησιακών διαδικασιών του ιδρύματος συμπεριλαμβανομένων των συστημάτων δικτύου και πληροφοριών που δημιουργούνται σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 2022/2554· (ιη) κατά περίπτωση, οποιαδήποτε γνώμη διατυπώνεται από το ίδρυμα σε σχέση με το σχέδιο εξυγίανσης. 22(I)/2016 96(I)/2021 15(I)/2025 Σχέδια εξυγίανσης ομίλου 11.-
(1)(α) Η αρχή εξυγίανσης καταρτίζει σχέδια εξυγίανσης ομίλου- (
- i)ως η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου από κοινού με τις αρχές εξυγίανσης κρατών μελών των θυγατρικών∙ ή (
- ii)ως η αρχή εξυγίανσης θυγατρικής από κοινού με την αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου και τις αρχές εξυγίανσης κρατών μελών άλλων θυγατρικών του ομίλου, μετά από διαβούλευση με τις αρχές εξυγίανσης κρατών μελών των σημαντικών υποκαταστημάτων, στον βαθμό που το ζήτημα αφορά σημαντικό υποκατάστημα. (β) Το σχέδιο εξυγίανσης ομίλου προσδιορίζει μέτρα που πρέπει να ληφθούν όσον αφορά- (
- i)τη μητρική επιχείρηση της ΕΕ· (
- ii)τις θυγατρικές που αποτελούν μέρος του ομίλου και που είναι εγκατεστημένες στην ΕΕ· (iii) οντότητες που αναφέρονται στο άρθρο 3(γ) ή (δ) του παρόντος Νόμου ή οντότητες σε κράτη μέλη που αναφέρονται στο Άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο γ) ή δ) της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ· (
- iv)με την επιφύλαξη του Μέρους ΙΧ του παρόντος Νόμου ή, κατά περίπτωση, του Τίτλου VI της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ, τις θυγατρικές που αποτελούν μέρος του ομίλου και είναι εγκατεστημένες εκτός ΕΕ. (γ) Σύμφωνα με τα μέτρα που αναφέρονται στην παράγραφο (α) και (β), το σχέδιο εξυγίανσης προσδιορίζει για κάθε όμιλο τις οντότητες εξυγίανσης και τους ομίλους εξυγίανσης.
(2)Το σχέδιο εξυγίανσης ομίλου καταρτίζεται βάσει πληροφοριών που παρέχονται σύμφωνα με το άρθρο 13.
(3)Το σχέδιο εξυγίανσης ομίλου - (α) Παρουσιάζει τις δράσεις εξυγίανσης που πρόκειται να αναληφθούν για τις οντότητες εξυγίανσης στα σενάρια που αναφέρονται στο άρθρο 10
(3)του παρόντος Νόμου και τις επιπτώσεις των εν λόγω δράσεων εξυγίανσης σε σχέση με τα σχετικά πρόσωπα και άλλες οντότητες του ομίλου που αναφέρονται στο Άρθρο 1, στοιχεία β), γ) και δ) της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ, τη μητρική επιχείρηση και τα θυγατρικά ιδρύματα στη Δημοκρατία ή σε κράτος μέλος· (α1) όταν ένας όμιλος περιλαμβάνει περισσότερους του ενός ομίλου εξυγίανσης, παρουσιάζει δράσεις εξυγίανσης που πρόκειται να αναληφθούν όσον αφορά τις οντότητες εξυγίανσης κάθε ομίλου εξυγίανσης και τις επιπτώσεις των εν λόγω δράσεων ως προς- (
- i)τις άλλες οντότητες του ομίλου που ανήκουν στον ίδιο όμιλο εξυγίανσης· και (
- ii)τους άλλους ομίλους εξυγίανσης· και (β) εξετάζει τον βαθμό στον οποίο τα μέτρα εξυγίανσης μπορούν να εφαρμοστούν και οι εξουσίες εξυγίανσης να ασκηθούν, κατά συντονισμένο τρόπο, σε οντότητες εξυγίανσης που είναι εγκατεστημένες στην ΕΕ, συμπεριλαμβανομένων των μέτρων για τη διευκόλυνση της εξαγοράς ολόκληρου του ομίλου από τρίτο μέρος, ή της εξαγοράς χωριστών επιχειρηματικών τομέων ή εργασιών που διενεργούνται από μια σειρά οντοτήτων του ομίλου, ή συγκεκριμένων οντοτήτων του ομίλου, ή ομίλων εξυγίανσης και προσδιορίζει οποιαδήποτε δυνητικά εμπόδια σε μια συντονισμένη εξυγίανση· και (γ) προσδιορίζει, όταν ένας όμιλος περιλαμβάνει οντότητες που έχουν συσταθεί σε τρίτες χώρες, τις κατάλληλες ρυθμίσεις συνεργασίας και συντονισμού με τις σχετικές αρχές των εν λόγω τρίτων χωρών καθώς και τις συνέπειες για την εξυγίανση εντός της ΕΕ· και (δ) προσδιορίζει μέτρα, συμπεριλαμβανομένου του νομικού και οικονομικού διαχωρισμού συγκεκριμένων λειτουργιών ή επιχειρηματικών τομέων, τα οποία είναι αναγκαία για τη διευκόλυνση της εξυγίανσης του ομίλου, όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις για εξυγίανση· και (ε) προσδιορίζει οποιεσδήποτε επιπλέον δράσεις, οι οποίες δεν αναφέρονται στον παρόντα Νόμο ή στην Οδηγία 2014/59/ΕΕ και τις οποίες η αρχή εξυγίανσης και οι αρχές εξυγίανσης κρατών μελών σκοπεύουν να αναλάβουν, σε σχέση με τις οντότητες εντός κάθε ομίλου εξυγίανσης· και (στ) προσδιορίζει τον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσαν να χρηματοδοτηθούν οι δράσεις εξυγίανσης του ομίλου και, σε περίπτωση που θα χρειαζόταν προσφυγή στο Ταμείο Εξυγίανσης και σε χρηματοδοτικές ρυθμίσεις εξυγίανσης κρατών μελών, θέτει τις αρχές επιμερισμού της ευθύνης για την εν λόγω χρηματοδότηση μεταξύ του Ταμείου Εξυγίανσης και των εν λόγω χρηματοδοτικών ρυθμίσεων εξυγίανσης κρατών μελών∙ οι εν λόγω αρχές βασίζονται σε δίκαια και ισορροπημένα κριτήρια και λαμβάνουν ειδικότερα υπόψη τις διατάξεις του άρθρου 104 και την επίπτωση στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα σε όλα τα εμπλεκόμενα κράτη μέλη: Νοείται ότι, το σχέδιο εξυγίανσης ομίλου δεν προϋποθέτει κανένα από τα ακόλουθα: (
- i)Οποιαδήποτε έκτακτη δημόσια χρηματοπιστωτική στήριξη, πέραν της χρήσης του Ταμείου Εξυγίανσης· (
- ii)οποιαδήποτε επείγουσα στήριξη της ρευστότητας από την Κεντρική Τράπεζα ή κεντρική τράπεζα κράτους μέλους ή τρίτης χώρας, ή (iii) οποιαδήποτε στήριξη της ρευστότητας από την Κεντρική Τράπεζα ή κεντρική τράπεζα κράτους μέλους ή τρίτης χώρας, που παρέχεται υπό ασυνήθεις όρους εξασφάλισης, διάρκειας και επιτοκίου.
(4)Στο σχέδιο εξυγίανσης ομίλου περιλαμβάνεται λεπτομερής περιγραφή της αξιολόγησης της δυνατότητας εξυγίανσης σύμφωνα με το άρθρο 19 η οποία αξιολόγηση διεξάγεται, δυνάμει των διατάξεων του εν λόγω άρθρου, ταυτόχρονα με την κατάρτιση και την ενημέρωση των σχεδίων εξυγίανσης του ομίλου σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου.
(5)Το σχέδιο εξυγίανσης ομίλου δεν έχει δυσανάλογα μεγάλο αντίκτυπο στη Δημοκρατία ή σε κράτος μέλος. 22(I)/2016 96(I)/2021 102(I)/2022 Ετοιμασία απλουστευμένων σχεδίων εξυγίανσης για ορισμένα ιδρύματα 12.-
(1)(α) Η αρχή εξυγίανσης δύναται να αποφασίζει την εφαρμογή απλουστευμένων απαιτήσεων σε σχέση με - (
- i)Το περιεχόμενο και τις λεπτομέρειες των σχεδίων εξυγίανσης που προβλέπονται στα άρθρα 10 και 11· (
- ii)την καταληκτική ημερομηνία για την κατάρτιση των πρώτων σχεδίων εξυγίανσης και τη συχνότητα επικαιροποίησης των σχεδίων εξυγίανσης, η οποία μπορεί να είναι μικρότερη εκείνης που προβλέπεται στο άρθρο 10
(6)και στο άρθρο 14
(4)ή στο άρθρο 15
(4), κατά περίπτωση· (iii) το περιεχόμενο και τα επιμέρους στοιχεία των πληροφοριών που απαιτούνται από τα ιδρύματα, όπως προβλέπεται στα άρθρα 11
(2)και 13
(1)· (
- iv)το εύρος των λεπτομερειών για την αξιολόγηση της δυνατότητας εξυγίανσης που προβλέπεται στα άρθρα 18 και 19: (β) Για σκοπούς της παραγράφου (α), η αρχή εξυγίανσης λαμβάνει υπόψη – (
- i)Τις επιπτώσεις που θα μπορούσε να έχει η αφερεγγυότητα του ιδρύματος λόγω της φύσης των επιχειρηματικών του εργασιών, της μετοχικής δομής του, της νομικής μορφής, του προφίλ κινδύνου, του μεγέθους και του νομικού καθεστώτος του, της διασύνδεσής του με άλλα ιδρύματα ή με το χρηματοπιστωτικό σύστημα γενικότερα, του εύρους και της πολυπλοκότητας των εργασιών του, και (
- ii)σε περίπτωση ΣΠΙ, τη σύνδεσή του με τον κεντρικό φορέα, και (iii) κατά πόσο η αφερεγγυότητά του ιδρύματος και η επακόλουθη εκκαθάρισή του υπό κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας είναι πιθανόν να έχουν σημαντική αρνητική επίπτωση στις χρηματοπιστωτικές αγορές, σε άλλα ιδρύματα ή στους όρους χρηματοδότησης ή στην ευρύτερη οικονομία.
(2)Η αρχή εξυγίανσης πραγματοποιεί την αξιολόγηση που αναφέρεται στο εδάφιο
(1)έπειτα από διαβούλευση, όποτε ενδείκνυται, με την αρχή μακροπροληπτικής εποπτείας.
(3)H αρχή εξυγίανσης δύναται ανά πάσα στιγμή να εφαρμόσει πλήρεις, μη απλουστευμένες απαιτήσεις για το καταρτισμό σχεδίων εξυγίανσης εάν οποιαδήποτε από τις περιστάσεις που δικαιολογούσαν τις απλουστευμένες απαιτήσεις έχει πάψει να υφίσταται.
(4)Η εφαρμογή απλουστευμένων απαιτήσεων δεν επηρεάζει αφ’ εαυτής τις εξουσίες της αρχής εξυγίανσης να λαμβάνει μέτρα πρόληψης κρίσεων ή μέτρα διαχείρισης κρίσεων.
(5)Με την επιφύλαξη των εδαφίων
(6)και
(7), η αρχή εξυγίανσης δύναται να αποφασίζει το μη καταρτισμό και τη μη διατήρηση σχεδίου εξυγίανσης ΣΠΙ συνδεδεμένο με κεντρικό φορέα.
(6)(α) Όταν η αρχή εξυγίανσης λάβει απόφαση σύμφωνα με το εδάφιο
(5), οι απαιτήσεις του παρόντος Κεφαλαίου εφαρμόζονται σε ενοποιημένη βάση στον κεντρικό φορέα και στα ΣΠΙ που συνδέονται με αυτόν. (β) Για τους σκοπούς της παραγράφου (α), κάθε αναφορά σε όμιλο που γίνεται στο παρόν Κεφάλαιο περιλαμβάνει τον κεντρικό φορέα και τα ΣΠΙ που συνδέονται με αυτόν κατά την έννοια του Άρθρου 10 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και τις θυγατρικές τους, και κάθε αναφορά σε μητρικές επιχειρήσεις ή ιδρύματα που υπόκεινται σε ενοποιημένη εποπτεία περιλαμβάνει και τον κεντρικό φορέα, σύμφωνα με τον περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμο.
(7)Τα ιδρύματα που τελούν υπό την άμεση εποπτεία της ΕΚΤ, σύμφωνα με το Άρθρο 6, παράγραφος 4, του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1024/2013, υπόκεινται σε χωριστά σχέδια εξυγίανσης.
(8)Η αρχή εξυγίανσης ενημερώνει την ΕΑΤ για τον τρόπο με τον οποίο εφαρμόζει τα εδάφια
(1),
(4),
(5)και
(6). 22(I)/2016 Πληροφορίες για τους σκοπούς των σχεδίων εξυγίανσης και συνεργασία ιδρυμάτων και αρμόδιας αρχής, με την αρχή εξυγίανσης 13.-
(1)Η αρχή εξυγίανσης δύναται να απαιτεί από τα ιδρύματα με ειδική ή γενική οδηγία – (α) Να συνεργάζονται όσο χρειάζεται κατά την κατάρτιση των σχεδίων εξυγίανσης· (β) να παρέχουν, είτε άμεσα είτε μέσω της αρμόδιας αρχής, όλες τις αναγκαίες πληροφορίες για την κατάρτιση και την εφαρμογή σχεδίων εξυγίανσης.
(2)Η αρχή εξυγίανσης δύναται - (α) Να απαιτεί με οδηγία από τα ιδρύματα και τα σχετικά πρόσωπα να τηρούν λεπτομερή αρχεία χρηματοπιστωτικών συμβάσεων στις οποίες είναι συμβαλλόμενα μέρη∙ (β) να θέτει προθεσμία εντός της οποίας τα ιδρύματα και τα σχετικά πρόσωπα οφείλουν να είναι σε θέση να παρουσιάσουν τα εν λόγω αρχεία∙ (γ) να αποφασίζει διαφορετικές προθεσμίες για διαφορετικά είδη χρηματοπιστωτικών συμβάσεων, όπως ορίζονται στο άρθρο 2.
(3)(α) Η αρχή εξυγίανσης έχει πρόσβαση σε όλες τις πληροφορίες που αναφέρονται στο εδάφιο
(1)και βρίσκονται στην κατοχή της αρμόδιας αρχής. (β) Για το σκοπό της παραγράφου (α), η αρχή εξυγίανσης συνεργάζεται με την αρμόδια αρχή για την επαλήθευση της διαθεσιμότητας των σχετικών πληροφοριών.
(4)(α) Η αρχή μακροπροληπτικής εποπτείας, το Σύστημα Εγγύησης Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων, το Ταμείο Αποζημίωσης Επενδυτών και η Κεντρική Τράπεζα παρέχουν όλα τα αναγκαία στοιχεία και πληροφορίες που απαιτούνται για την κατάρτιση και ενημέρωση σχεδίων εξυγίανσης, καθώς και την αξιολόγηση της δυνατότητας εξυγίανσης ιδρύματος κατά τα προβλεπόμενα στο Μέρος ΙΙ. (β) Το άρθρο 85 εφαρμόζεται κατ’ αναλογία αναφορικά με την υποβολή πληροφοριών κατά τα προβλεπόμενα στην παράγραφο (α). 22(I)/2016 102(I)/2022 Απαιτήσεις και διαδικασία για την ετοιμασία σχεδίων εξυγίανσης ομίλου από την αρχή εξυγίανσης, ως αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου 14.-
(1)Το παρόν άρθρο προβλέπει τις απαιτήσεις και τη διαδικασία ετοιμασίας σχεδίων εξυγίανσης ομίλου σε περίπτωση που η αρχή εξυγίανσης ενεργεί ως η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου.
(2)(α) Οι μητρικές επιχειρήσεις της ΕΕ υποβάλλουν στην αρχή εξυγίανσης τις πληροφορίες που είναι δυνατόν να απαιτηθούν σύμφωνα με το άρθρο 13: Νοείται ότι, σε περίπτωση που η μητρική επιχείρηση της ΕΕ δεν είναι εγκατεστημένη στη Δημοκρατία, το μητρικό ίδρυμα εγκατεστημένο στη Δημοκρατία διασφαλίζει την υποβολή των εν λόγω πληροφοριών στην αρχή εξυγίανσης. (β) Οι πληροφορίες που υποβάλλονται δυνάμει της παραγράφου (α) αφορούν τη μητρική επιχείρηση της ΕΕ και, στον απαιτούμενο βαθμό, κάθε μία από τις οντότητες του ομίλου, συμπεριλαμβανομένων των οντοτήτων που αναφέρονται στο άρθρο 3
(1)(γ) και (δ) και των χρηματοοικονομικών εταιρειών συμμετοχών, μεικτών χρηματοοικονομικών εταιρειών συμμετοχών, μεικτών εταιρειών συμμετοχών, μητρικών χρηματοοικονομικών εταιρειών συμμετοχών και μητρικών μεικτών χρηματοοικονομικών εταιρειών συμμετοχών σε κράτη μέλη. (γ) Με την επιφύλαξη των απαιτήσεων εμπιστευτικότητας που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο και με την επιφύλαξη της παραγράφου (στ), η αρχή εξυγίανσης διαβιβάζει τις πληροφορίες που παρέχονται σύμφωνα με το παρόν εδάφιο - (i) Στην ΕΑΤ· και (ii) στις αρχές εξυγίανσης κρατών μελών των θυγατρικών· και (iii) στις αρχές εξυγίανσης κρατών μελών, στα κράτη μέλη όπου είναι εγκατεστημένα σημαντικά υποκαταστήματα, στον βαθμό που αυτό έχει σημασία για σημαντικό υποκατάστημα· και (iv) στις σχετικές αρμόδιες αρχές που αναφέρονται στο άρθρο 39
(8),
(10),
(11)και (11Α) του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου ή στις παραγράφους 39 και 40 της Οδηγίας της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου για την προληπτική εποπτεία των Επιχειρήσεων Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών, κατά περίπτωση· και (v) στις αρχές εξυγίανσης κρατών μελών, στα κράτη μέλη όπου είναι εγκατεστημένες χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών, μεικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών, μεικτές εταιρείες συμμετοχών, μητρικές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών και μητρικές μεικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών. (δ) Οι παρεχόμενες δυνάμει του παρόντος εδαφίου πληροφορίες προς τις αρχές εξυγίανσης κρατών μελών και τις αρμόδιες αρχές κρατών μελών των θυγατρικών, τις αρχές εξυγίανσης κρατών μελών στα κράτη μέλη στα οποία είναι εγκατεστημένα σημαντικά υποκαταστήματα και τις σχετικές αρμόδιες αρχές που αναφέρονται στο άρθρο 39
(8),
(10),
(11)και (11Α) του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου όπως τροποποιήθηκαν ή στις παραγράφους 39 και 40 της Οδηγίας της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου για την προληπτική εποπτεία των Επιχειρήσεων Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών, κατά περίπτωση, περιλαμβάνουν τουλάχιστον όλες τις πληροφορίες που αφορούν τη θυγατρική ή το σημαντικό υποκατάστημα. (ε) Οι παρεχόμενες δυνάμει του παρόντος εδαφίου πληροφορίες προς την ΕΑΤ περιλαμβάνουν κάθε πληροφορία σχετική με τον ρόλο της ΕΑΤ όσον αφορά τα σχέδια εξυγίανσης ομίλου. (στ) Στην περίπτωση πληροφοριών σχετικά με θυγατρικές σε τρίτη χώρα, η αρχή εξυγίανσης δεν είναι υποχρεωμένη να διαβιβάζει τις πληροφορίες που προβλέπονται στο παρόν εδάφιο, χωρίς τη συναίνεση των σχετικών αρχών της εν λόγω τρίτης χώρας.
(3)(α) Η αρχή εξυγίανσης καταρτίζει και διατηρεί σχέδια εξυγίανσης ομίλου, ενεργώντας από κοινού με τις αρχές εξυγίανσης κρατών μελών που αναφέρονται στο εδάφιο
(2)σε σώματα εξυγίανσης και κατόπιν διαβούλευσης με τις σχετικές αρμόδιες αρχές κρατών μελών, συμπεριλαμβανομένων των αρμόδιων αρχών κρατών μελών στα κράτη μέλη στα οποία είναι εγκατεστημένα σημαντικά υποκαταστήματα. (β) Η αρχή εξυγίανσης δύναται, εφόσον έχουν τηρηθεί οι απαιτήσεις εμπιστευτικότητας που προβλέπονται στο άρθρο 102 του παρόντος Νόμου, να ζητήσει τη συμμετοχή στην κατάρτιση και στη διατήρηση σχεδίων εξυγίανσης ομίλου των σχετικών αρχών τρίτων χωρών υπεύθυνων για διαδικασίες εξυγίανσης στις εν λόγω τρίτες χώρες, σε περίπτωση που ο όμιλος έχει εγκατεστημένες θυγατρικές ή χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών ή σημαντικά υποκαταστήματα, τα οποία αναφέρονται στο άρθρο 56 του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου ή στο άρθρο 131Β του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμου, κατά περίπτωση.
(4)Τα σχέδια εξυγίανσης ομίλου αναθεωρούνται και, κατά περίπτωση, επικαιροποιούνται κατ’ ελάχιστον ετησίως, καθώς και έπειτα από κάθε μεταβολή στη νομική ή την οργανωτική δομή, την επιχειρηματική ή τη χρηματοοικονομική θέση του ομίλου, συμπεριλαμβανομένων των οντοτήτων του ομίλου, που δύναται να έχει σημαντική επίπτωση στο σχέδιο ή να απαιτεί την τροποποίησή του.
(5)(α) Η έγκριση του σχεδίου εξυγίανσης του ομίλου λαμβάνει τη μορφή κοινής απόφασης της αρχής εξυγίανσης και των αρχών εξυγίανσης κρατών μελών των θυγατρικών. (α1) Όταν ένας όμιλος αποτελείται από περισσότερους του ενός ομίλου εξυγίανσης, ο σχεδιασμός των δράσεων εξυγίανσης που αναφέρονται στο άρθρο 11
(3)(α1) συμπεριλαμβάνεται σε κοινή απόφαση που προβλέπεται στην παράγραφο (α) του παρόντος εδαφίου. (β) Η κοινή απόφαση λαμβάνεται εντός τεσσάρων
(4)μηνών από την ημερομηνία διαβίβασης, από την αρχή εξυγίανσης, των πληροφοριών που αναφέρονται στην παράγραφο (γ) του εδαφίου
(2). (γ) Η αρχή εξυγίανσης δύναται να αιτηθεί τη βοήθεια της ΕΑΤ για να βοηθήσει στην κατάληξη κοινής συμφωνίας σύμφωνα με το Άρθρο 31, στοιχείο γ), του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.
(6)(α) Σε περίπτωση που δεν ληφθεί κοινή απόφαση εντός τεσσάρων
(4)μηνών ως προβλέπεται στο εδάφιο
(5), η αρχή εξυγίανσης λαμβάνει η ίδια την απόφαση όσον αφορά το σχέδιο εξυγίανσης του ομίλου. (β) Η απόφαση της αρχής εξυγίανσης κατά τα προβλεπόμενα στη παράγραφο (α) είναι πλήρως αιτιολογημένη και λαμβάνει υπόψη τη γνώμη και τις επιφυλάξεις των αρχών εξυγίανσης κρατών μελών. (γ) Η αρχή εξυγίανσης διαβιβάζει την απόφασή της στη μητρική επιχείρηση της ΕΕ: Νοείται ότι, σε περίπτωση που η μητρική επιχείρηση της ΕΕ είναι επιχείρηση εγκατεστημένη εκτός της Δημοκρατίας, η αρχή εξυγίανσης δύναται να διαβιβάζει την απόφαση στην εν λόγω μητρική επιχείρηση μέσω του μητρικού ιδρύματος εγκατεστημένου στη Δημοκρατία. (δ) Χωρίς επηρεασμό του Άρθρου 13, παράγραφος 9, της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ, εάν, κατά το τέλος της τετράμηνης περιόδου, αρχή εξυγίανσης κράτους μέλους έχει παραπέμψει το ζήτημα στην ΕΑΤ, σύμφωνα με το Άρθρο 19 του Κανονισμού (EE) αριθ. 1093/2010, η αρχή εξυγίανσης αναβάλλει την απόφασή της και αναμένει την απόφαση που η ΕΑΤ δυνατόν να λάβει σύμφωνα με το Άρθρο 19, παράγραφος 3, του εν λόγω Κανονισμού, λαμβάνει δε την απόφασή της σύμφωνα με την απόφαση της ΕΑΤ και η περίοδος των τεσσάρων
(4)μηνών θεωρείται ως περίοδος συμβιβασμού, κατά την έννοια του εν λόγω Κανονισμού: Νοείται ότι, η αρχή εξυγίανσης δεν παραπέμπει τέτοιο ζήτημα στην ΕΑΤ μετά τη λήξη της τετράμηνης περιόδου ή έπειτα από τη λήψη κοινής απόφασης και ότι ελλείψει απόφασης της ΕΑΤ εντός ενός μηνός, η αρχή εξυγίανσης εφαρμόζει την απόφασή της.
(7)(α) Σε περίπτωση που δεν ληφθεί κοινή απόφαση εντός τεσσάρων
(4)μηνών, όπως προβλέπεται στην παράγραφο (β) του εδαφίου
(5), η αρχή εξυγίανσης αναγνωρίζει τις αποφάσεις που λαμβάνονται μεμονωμένα από αρχή εξυγίανσης κράτους μέλους η οποία διαφωνεί με το προτεινόμενο από την αρχή εξυγίανσης σχέδιο εξυγίανσης ομίλου. (β) Χωρίς επηρεασμό του Άρθρου 13, παράγραφος 9, της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ, η αρχή εξυγίανσης δύναται να παραπέμψει το ζήτημα στην ΕΑΤ κατά το τέλος της τετράμηνης περιόδου, σύμφωνα με το Άρθρο 19 του Κανονισμού (EE) αριθ. 1093/2010 και η περίοδος τεσσάρων
(4)μηνών θεωρείται ως περίοδος συμβιβασμού κατά την έννοια του εν λόγω Κανονισμού: Νοείται ότι, η αρχή εξυγίανσης δεν παραπέμπει τέτοιο ζήτημα στην ΕΑΤ μετά τη λήξη της τετράμηνης περιόδου ή έπειτα από τη λήψη κοινής απόφασης και ότι ελλείψει απόφασης της ΕΑΤ εντός ενός μηνός, η αρχή εξυγίανσης εφαρμόζει τις αποφάσεις της αρχής εξυγίανσης κράτους μέλους της θυγατρικής.
(8)Η αρχή εξυγίανσης δύναται να λάβει κοινή απόφαση με τις αρχές εξυγίανσης κρατών μελών που δεν έχουν διαφωνήσει στο πλαίσιο του εδαφίου
(7), σχετικά με το σχέδιο εξυγίανσης του ομίλου που καλύπτει οντότητες υπό τη δικαιοδοσία τους.
(9)Η αρχή εξυγίανσης αναγνωρίζει ως οριστικές τις κοινές αποφάσεις που αναφέρονται στα εδάφια
(5)και
(8)και τις αποφάσεις που λαμβάνονται από τις αρχές εξυγίανσης κρατών μελών όταν δεν υπάρχει κοινή απόφαση σύμφωνα με τα εδάφια
(6)και
(7).
(10)Σε περίπτωση που δεν ληφθεί κοινή απόφαση και αρχή εξυγίανσης κράτους μέλους ζητά τη βοήθεια της ΕΑΤ για την επίτευξη συμφωνίας, σύμφωνα με το Άρθρο 19, παράγραφος 3, του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, λόγω διαφωνίας είτε με το προτεινόμενο σχέδιο εξυγίανσης ομίλου είτε με σχέδιο εξυγίανσης θυγατρικής σε άλλο κράτος μέλος που καταρτίζεται από την αρχή εξυγίανσης κράτους μέλους της εν λόγω θυγατρικής, η αρχή εξυγίανσης ενημερώνει σχετικά την ΕΑΤ εάν εκτιμά ότι το αντικείμενο της διαφωνίας είναι δυνατόν να θίξει τις δημοσιονομικές αρμοδιότητες της Δημοκρατίας.
(11)Σε περίπτωση που λαμβάνονται κοινές αποφάσεις σύμφωνα με τα εδάφια
(5)και
(8)και που είτε η αρχή εξυγίανσης εκτιμά δυνάμει του εδαφίου
(10)ότι το αντικείμενο μιας διαφωνίας θίγει τις δημοσιονομικές αρμοδιότητες της Δημοκρατίας είτε της αρχής εξυγίανσης κράτους μέλους εκτιμά στο πλαίσιο του Άρθρου 13, παράγραφος 9, της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ ότι το αντικείμενο μιας διαφωνίας θίγει τις δημοσιονομικές αρμοδιότητες του κράτους μέλους της, η αρχή εξυγίανσης δρομολογεί την επαναξιολόγηση του σχεδίου εξυγίανσης ομίλου, συμπεριλαμβανομένης της ελάχιστης απαίτησης ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων. 22(I)/2016 96(I)/2021 102(I)/2022 Απαιτήσεις και διαδικασία για την ετοιμασία σχεδίων εξυγίανσης ομίλου όταν η αρχή εξυγίανσης δεν ενεργεί ως αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου 15.-
(1)Το παρόν άρθρο προβλέπει τις απαιτήσεις και τη διαδικασία της ετοιμασίας σχεδίων εξυγίανσης ομίλου σε περίπτωση που η αρχή εξυγίανσης δεν ενεργεί ως η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου.
(2)(α) Σε περίπτωση που η μητρική επιχείρηση της ΕΕ είναι εγκατεστημένη στη Δημοκρατία, υποβάλλει στην αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου τις πληροφορίες που είναι δυνατόν να απαιτηθούν από την εν λόγω αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου σύμφωνα με το Άρθρο 11 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ. (β) Οι πληροφορίες που υποβάλλονται δυνάμει της παραγράφου (α) αφορούν τη μητρική επιχείρηση της ΕΕ και, στον απαιτούμενο βαθμό, κάθε μία από τις οντότητες του ομίλου, συμπεριλαμβανομένων των οντοτήτων που αναφέρονται στο άρθρο 3
(1)(γ) και (δ) και των χρηματοοικονομικών εταιρειών συμμετοχών, μεικτών χρηματοοικονομικών εταιρειών συμμετοχών, μεικτών εταιρειών συμμετοχών, μητρικών χρηματοοικονομικών εταιρειών συμμετοχών και μητρικών μεικτών χρηματοοικονομικών εταιρειών συμμετοχών σε κράτη μέλη.
(3)Η αρχή εξυγίανσης καταρτίζει και διατηρεί σχέδια εξυγίανσης ομίλου, ενεργώντας από κοινού με την αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου και τις αρχές εξυγίανσης κρατών μελών των οντοτήτων του ομίλου σε σώματα εξυγίανσης και κατόπιν διαβούλευσης με τις σχετικές αρμόδιες αρχές κρατών μελών, συμπεριλαμβανομένων των αρμόδιων αρχών κρατών μελών στα κράτη μέλη στα οποία είναι εγκατεστημένα σημαντικά υποκαταστήματα.
(4)Τα σχέδια εξυγίανσης ομίλου αναθεωρούνται και, κατά περίπτωση, επικαιροποιούνται κατ’ ελάχιστον ετησίως, καθώς και έπειτα από κάθε μεταβολή στη νομική ή την οργανωτική δομή, την επιχειρηματική ή τη χρηματοοικονομική θέση του ομίλου, συμπεριλαμβανομένων των οντοτήτων του ομίλου, που δύναται να έχει σημαντική επίπτωση στο σχέδιο ή να απαιτεί την τροποποίησή του.
(5)(α) Η έγκριση του σχεδίου εξυγίανσης του ομίλου λαμβάνει τη μορφή κοινής απόφασης της αρχής εξυγίανσης σε περίπτωση που είναι αρχή εξυγίανσης θυγατρικής, της αρχής εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου και των αρχών εξυγίανσης κρατών μελών των υπόλοιπων θυγατρικών: Νοείται ότι, στις περιπτώσεις που η αρχή εξυγίανσης συμμετέχει στο σώμα εξυγίανσης υπό την ιδιότητά της ως αρχή εξυγίανσης της μητρικής επιχείρησης ή σημαντικού υποκαταστήματος ιδρύματος κράτους μέλους, δεν συμμετέχει στην έγκριση του σχεδίου εξυγίανσης δυνάμει του παρόντος εδαφίου. (α1) Όταν ένας όμιλος αποτελείται από περισσότερους του ενός ομίλου εξυγίανσης, ο σχεδιασμός των δράσεων εξυγίανσης που αναφέρονται στο άρθρο 11
(3)(α1) συμπεριλαμβάνεται σε κοινή απόφαση που προβλέπεται στην παράγραφο (α) του παρόντος εδαφίου. (β) Η κοινή απόφαση λαμβάνεται εντός τεσσάρων
(4)μηνών από την ημερομηνία λήψης, από την αρχή εξυγίανσης, των πληροφοριών που διαβιβάζονται από την μητρική επιχείρηση της ΕΕ στην αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου δυνάμει του Άρθρου 11 της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ. (γ) Η αρχή εξυγίανσης δύναται να αιτηθεί τη βοήθεια της ΕΑΤ για να βοηθήσει στη κατάληξη κοινής συμφωνίας σύμφωνα με το Άρθρο 31, στοιχείο γ), του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.
(6)(α) Σε περίπτωση που δεν λαμβάνεται κοινή απόφαση εντός τεσσάρων
(4)μηνών κατά τα προβλεπόμενα στο εδάφιο
(5), εφαρμόζεται η απόφαση της αρχής εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου όσον αφορά το σχέδιο εξυγίανσης του ομίλου. (β) Χωρίς επηρεασμό του Άρθρου 13, παράγραφος 9, της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ, η αρχή εξυγίανσης δύναται να παραπέμψει το ζήτημα στην ΕΑΤ κατά το τέλος της τετράμηνης περιόδου, σύμφωνα με το Άρθρο 19 του Κανονισμού (EE) αριθ. 1093/2010 και η περίοδος τεσσάρων μηνών θεωρείται ως περίοδος συμβιβασμού κατά την έννοια του εν λόγω Κανονισμού: Νοείται ότι, η αρχή εξυγίανσης δεν παραπέμπει τέτοιο ζήτημα στην ΕΑΤ μετά τη λήξη της τετράμηνης περιόδου ή έπειτα από τη λήψη κοινής απόφασης και ότι ελλείψει απόφασης της ΕΑΤ εντός ενός μηνός, η αρχή εξυγίανσης εφαρμόζει την απόφαση της αρχής εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου.
(7)(α) Σε περίπτωση που δεν λαμβάνεται κοινή απόφαση εντός τεσσάρων
(4)μηνών, η αρχή εξυγίανσης, όταν αυτή ενεργεί ως αρχή εξυγίανσης θυγατρικής, λαμβάνει τη δική της απόφαση και, όπου αρμόζει, προσδιορίζει την οντότητα εξυγίανσης και καταρτίζει και διατηρεί χωριστό σχέδιο εξυγίανσης για τον όμιλο εξυγίανσης, ο οποίος αποτελείται από οντότητες υπό τη δικαιοδοσία της. (β) Η απόφαση της αρχής εξυγίανσης που λαμβάνεται δυνάμει της παραγράφου (α) είναι πλήρως αιτιολογημένη, αναφέρει τους λόγους διαφωνίας με το προτεινόμενο σχέδιο εξυγίανσης του ομίλου και λαμβάνει υπόψη τις απόψεις και επιφυλάξεις των αρμόδιων αρχών και αρχών εξυγίανσης κρατών μελών των οντοτήτων του ομίλου. (γ) Η αρχή εξυγίανσης κοινοποιεί την απόφασή της που λαμβάνει δυνάμει της παραγράφου (α) στα λοιπά μέλη του σώματος εξυγίανσης. (δ) Χωρίς επηρεασμό του Άρθρου 13, παράγραφος 9, της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ, εάν, κατά το τέλος της τετράμηνης περιόδου, αρχή εξυγίανσης κράτους μέλους έχει παραπέμψει το ζήτημα στην ΕΑΤ, σύμφωνα με το Άρθρο 19 του Κανονισμού (EE) αριθ. 1093/2010, η αρχή εξυγίανσης αναβάλλει την απόφασή της και αναμένει την απόφαση που η ΕΑΤ δυνατόν να λάβει σύμφωνα με το Άρθρο 19, παράγραφος 3 του εν λόγω Κανονισμού, λαμβάνει δε την απόφασή της σύμφωνα με την απόφαση της ΕΑΤ και η περίοδος τεσσάρων
(4)μηνών θεωρείται ως περίοδος συμβιβασμού κατά την έννοια του εν λόγω Κανονισμού: Νοείται ότι, η αρχή εξυγίανσης δεν παραπέμπει τέτοιο ζήτημα στην ΕΑΤ μετά τη λήξη της τετράμηνης περιόδου ή έπειτα από τη λήψη κοινής απόφασης και ότι ελλείψει απόφασης της ΕΑΤ εντός ενός μηνός, η αρχή εξυγίανσης εφαρμόζει την απόφασή της.
(8)Σε περίπτωση που δεν λαμβάνεται κοινή απόφαση εντός τεσσάρων
(4)μηνών και η αρχή εξυγίανσης, όταν αυτή ενεργεί ως αρχή εξυγίανσης θυγατρικής, δεν διαφωνεί στο πλαίσιο του εδαφίου
(7), δύναται να λάβει κοινή απόφαση με τις αρχές εξυγίανσης κρατών μελών που ούτε αυτές έχουν διαφωνήσει, σχετικά με το σχέδιο εξυγίανσης του ομίλου που καλύπτει οντότητες υπό την δικαιοδοσία τους.
(9)Η αρχή εξυγίανσης αναγνωρίζει ως οριστικές και εφαρμόζει τις κοινές αποφάσεις που αναφέρονται στα εδάφια
(5)και
(8)και τις κοινές ή μεμονωμένες αποφάσεις που λαμβάνονται από αρχές εξυγίανσης σε περίπτωση που διαφωνεί κατά τα προβλεπόμενα στα εδάφια
(6)και
(7).
(10)Σε περίπτωση που δεν ληφθεί κοινή απόφαση και αρχή εξυγίανσης κράτους μέλους λόγω διαφωνίας είτε με το προτεινόμενο από την αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου, σχέδιο εξυγίανσης ομίλου, είτε με σχέδιο εξυγίανσης θυγατρικής στη Δημοκρατία που καταρτίζει η αρχή εξυγίανσης, είτε με σχέδιο εξυγίανσης θυγατρικής σε άλλο κράτος μέλος που καταρτίζεται από την αρχή εξυγίανσης κράτους μέλους της εν λόγω θυγατρικής, ζητά τη βοήθεια της ΕΑΤ για την επίτευξη συμφωνίας σύμφωνα με το Άρθρο 19, παράγραφος 3, του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 και η αρχή εξυγίανσης εκτιμά ότι το αντικείμενο της διαφωνίας είναι δυνατόν να θίξει τις δημοσιονομικές αρμοδιότητες της Δημοκρατίας, ενημερώνει σχετικά την ΕΑΤ. 22(I)/2016 96(I)/2021 102(I)/2022 Συμμετοχή αρχής εξυγίανσης στην ετοιμασία σχεδίων εξυγίανσης ιδρύματος κράτους μέλους με υποκατάστημα στη Δημοκρατία 16. Η αρχή εξυγίανσης διαβουλεύεται με την αρχή εξυγίανσης κράτους μέλους κατά τον καταρτισμό σχεδίου εξυγίανσης ιδρύματος στο εν λόγω κράτος μέλος με σημαντικό υποκατάστημα στη Δημοκρατία. 22(I)/2016 Διαβίβαση σχεδίων εξυγίανσης στις αρμόδιες αρχές 17.-
(1)Η αρχή εξυγίανσης διαβιβάζει τα σχέδια εξυγίανσης και οποιεσδήποτε τροποποιήσεις τους στις αρμόδιες αρχές.
(2)Η αρχή εξυγίανσης ως αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου διαβιβάζει τα σχέδια εξυγίανσης ομίλου και οποιεσδήποτε τροποποιήσεις τους στις σχετικές αρμόδιες αρχές κρατών μελών. 22(I)/2016 ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙ-ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ ΤΩΝ ΙΔΡΥΜΑΤΩΝ Αξιολόγηση της δυνατότητας εξυγίανσης των ιδρυμάτων 18.-
(1)(α) Η αρχή εξυγίανσης, μετά από διαβούλευση με την αρμόδια αρχή και τις αρχές εξυγίανσης κρατών μελών στα κράτη μέλη στα οποία είναι εγκατεστημένα σημαντικά υποκαταστήματα, στον βαθμό που αυτό έχει σημασία για σημαντικό υποκατάστημα, αξιολογεί τον βαθμό στον οποίο ένα ίδρυμα που δεν αποτελεί μέρος ομίλου είναι δυνατόν να εξυγιανθεί χωρίς να απαιτείται καμία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις: (
- i)Οποιαδήποτε έκτακτη δημόσια χρηματοπιστωτική στήριξη, εκτός από τη χρήση του Ταμείου Εξυγίανσης· (
- ii)οποιαδήποτε επείγουσα στήριξη της ρευστότητας από την Κεντρική Τράπεζα ή κεντρική τράπεζα κράτους μέλους· (iii) οποιαδήποτε στήριξη της ρευστότητας από την Κεντρική Τράπεζα ή κεντρική τράπεζα κράτους μέλους, παρεχόμενη υπό ασυνήθεις όρους εξασφάλισης, διάρκειας και επιτοκίου. (β) Ένα ίδρυμα θεωρείται ότι είναι δυνατόν να εξυγιανθεί, εάν είναι εφικτό και αξιόπιστο η αρχή εξυγίανσης είτε να το εκκαθαρίσει στο πλαίσιο κανονικών διαδικασιών αφερεγγυότητας είτε να το εξυγιάνει, εφαρμόζοντας στο ίδρυμα τα διάφορα μέτρα και εξουσίες εξυγίανσης, μειώνοντας παράλληλα στον ελάχιστο δυνατό βαθμό οποιαδήποτε σημαντική δυσμενή συνέπεια στο χρηματοπιστωτικό σύστημα της Δημοκρατίας, ακόμη και σε περιστάσεις ευρύτερης χρηματοπιστωτικής αστάθειας ή γεγονότων που αφορούν το σύνολο του συστήματος, ή άλλων κρατών μελών ή της ΕΕ, και με προοπτική να διασφαλιστεί η συνέχιση των κρίσιμων λειτουργιών που επιτελούνται από το ίδρυμα. (γ) Η αρχή εξυγίανσης ενημερώνει εγκαίρως την ΕΑΤ κάθε φορά που κάποιο ίδρυμα θεωρείται ότι δεν είναι δυνατόν να εξυγιανθεί.
(2)Για τους σκοπούς της αξιολόγησης της δυνατότητας εξυγίανσης που αναφέρεται στο εδάφιο
(1), η αρχή εξυγίανσης εξετάζει τουλάχιστον τα ακόλουθα: (α) Το βαθμό στον οποίο το ίδρυμα είναι σε θέση να καταγράψει βασικούς επιχειρηματικούς τομείς και κρίσιμες λειτουργίες σε νομικά πρόσωπα· (β) το βαθμό στον οποίο ευθυγραμμίζονται οι νομικές και εταιρικές δομές με τους βασικούς επιχειρηματικούς τομείς και τις κρίσιμες λειτουργίες· (γ) το βαθμό στον οποίο προβλέπονται ρυθμίσεις για την παροχή απαραίτητου προσωπικού, υποδομών, χρηματοδότησης, ρευστότητας και κεφαλαίων για τη στήριξη και τη διατήρηση των βασικών επιχειρηματικών τομέων και των κρίσιμων λειτουργιών· (δ) την ύπαρξη και την αρτιότητα των συμφωνιών για το επίπεδο υπηρεσιών· (ε) τον βαθμό στον οποίο οι συμφωνίες παροχής υπηρεσιών, συμπεριλαμβα-νομένων των συμβατικών ρυθμίσεων για τη χρήση υπηρεσιών ΤΠΕ, τις οποίες διατηρεί το ίδρυμα είναι άρτιες και πλήρως εκτελεστές σε περίπτωση εξυγίανσης του ιδρύματος· (εα) την ψηφιακή επιχειρησιακή ανθεκτικότητα των συστημάτων δικτύου και πληροφοριών που υποστηρίζουν τις κρίσιμες λειτουργίες και τους βασικούς επιχειρηματικούς τομείς του ιδρύματος, λαμβάνοντας υπόψη τις αναφορές σημαντικών συμβάντων που σχετίζονται με τις τεχνολογίες των πληροφοριών και των επικοινωνιών (ΤΠΕ) και τα αποτελέσματα των δοκιμών ψηφιακής επιχειρησιακής ανθεκτικότητας βάσει του Κανονισμού αριθ. (ΕΕ) 2022/2554· (στ) το βαθμό στον οποίο η δομή διακυβέρνησης του ιδρύματος επαρκεί για τη διαχείριση και τη διασφάλιση της συμμόρφωσης με τις εσωτερικές πολιτικές του ιδρύματος όσον αφορά τις συμφωνίες του για το επίπεδο υπηρεσιών· (ζ) το βαθμό στον οποίο το ίδρυμα διαθέτει διαδικασία για τη μεταβίβαση των υπηρεσιών που παρέχονται βάσει συμφωνιών για το επίπεδο υπηρεσιών σε τρίτα μέρη, σε περίπτωση διαχωρισμού των κρίσιμων λειτουργιών ή βασικών επιχειρηματικών τομέων· (η) το βαθμό στον οποίο προβλέπονται σχέδια και μέτρα έκτακτης ανάγκης για να διασφαλιστεί η συνέχεια της πρόσβασης σε συστήματα πληρωμών και διακανονισμού· (θ) την επάρκεια των πληροφοριακών συστημάτων διοίκησης για τη διασφάλιση ότι οι αρχές εξυγίανσης είναι σε θέση να συγκεντρώσουν ακριβείς και πλήρεις πληροφορίες σχετικά με τους βασικούς επιχειρηματικούς τομείς και τις κρίσιμες λειτουργίες, προκειμένου να διευκολυνθεί η ταχεία λήψη αποφάσεων· (ι) τη δυνατότητα των πληροφοριακών συστημάτων διοίκησης να παρέχουν τις απαραίτητες πληροφορίες για την αποτελεσματική εξυγίανση του ιδρύματος ανά πάσα στιγμή, ακόμη και υπό ταχέως μεταβαλλόμενες συνθήκες· (ια) τον βαθμό στον οποίο το ίδρυμα έχει υποβάλει σε δοκιμή τα πληροφοριακά του συστήματα διοίκησης σε σενάρια προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων που προσδιορίζονται από την αρχή εξυγίανσης· (ιβ) το βαθμό στον οποίο το ίδρυμα μπορεί να διασφαλίσει τη συνέχεια των πληροφοριακών του συστημάτων διοίκησης, όσον αφορά τόσο το θιγόμενο ίδρυμα όσο και το νέο ίδρυμα, σε περίπτωση που οι κρίσιμες λειτουργίες και οι βασικοί επιχειρηματικοί τομείς διαχωριστούν από τις υπόλοιπες λειτουργίες και επιχειρηματικούς τομείς· (ιγ) το βαθμό στον οποίο το ίδρυμα έχει καθιερώσει κατάλληλες διαδικασίες για τη διασφάλιση ότι παρέχει στην αρχή εξυγίανσης τις αναγκαίες πληροφορίες για τον εντοπισμό των καταθετών και των ποσών που καλύπτονται από τα συστήματα εγγύησης των καταθέσεων· (ιδ) κατά πόσον είναι εφικτό να χρησιμοποιηθούν τα μέτρα εξυγίανσης κατά τρόπο που να εξυπηρετεί τους στόχους της εξυγίανσης, δεδομένων των διαθέσιμων μέτρων εξυγίανσης και της δομής του ιδρύματος· (ιε) την αξιοπιστία της χρησιμοποίησης των μέτρων εξυγίανσης κατά τρόπο που να εξυπηρετεί τους στόχους της εξυγίανσης, δεδομένων των πιθανών επιπτώσεων στους πιστωτές, τους αντισυμβαλλόμενους, τους πελάτες και τους εργαζόμενους · (ιστ) το βαθμό στον οποίο μπορεί να εκτιμηθεί δεόντως ο αντίκτυπος της εξυγίανσης του ιδρύματος στο χρηματοπιστωτικό σύστημα και στην εμπιστοσύνη των χρηματοπιστωτικών αγορών· (ιζ) το βαθμό στον οποίο η εξυγίανση του ιδρύματος θα μπορούσε να έχει σημαντικές άμεσες ή έμμεσες δυσμενείς επιπτώσεις στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, στην εμπιστοσύνη της αγοράς ή στην οικονομία· (ιη) το βαθμό στον οποίο, με την εφαρμογή των μέτρων και εξουσιών εξυγίανσης, μπορεί να περιοριστεί η μετάδοση σε άλλα ιδρύματα ή στις χρηματοπιστωτικές αγορές· (ιθ) το βαθμό στον οποίο η εξυγίανση του ιδρύματος ενδέχεται να έχει σημαντικές επιπτώσεις στη λειτουργία των συστημάτων πληρωμών και διακανονισμού.
(3)Η αξιολόγηση της δυνατότητας εξυγίανσης σύμφωνα με το παρόν άρθρο γίνεται από την αρχή εξυγίανσης ταυτόχρονα και για τους σκοπούς κατάρτισης και επικαιροποίησης του σχεδίου εξυγίανσης σύμφωνα με το άρθρο 10.
(4)Η αρχή εξυγίανσης δύναται να εξετάσει το σχέδιο ανάκαμψης ιδρύματος που παρέχεται από αρμόδια αρχή, προκειμένου να προσδιορίσει δράσεις περιλαμβανόμενες στο σχέδιο ανάκαμψης οι οποίες ενδέχεται να επηρεάσουν αρνητικά τη δυνατότητα εξυγίανσης του εν λόγω ιδρύματος και να υποβάλει συστάσεις στην αρμόδια αρχή σχετικά με τα θέματα αυτά. 22(I)/2016 15(I)/2025 Αξιολόγηση της δυνατότητας εξυγίανσης ομίλων 19.-
(1)(α) Η αρχή εξυγίανσης είτε ως αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου από κοινού με τις αρχές εξυγίανσης κρατών μελών των θυγατρικών είτε ως αρχή εξυγίανσης θυγατρικής από κοινού με την αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου και τις αρχές εξυγίανσης κρατών μελών των οντοτήτων του ομίλου, και μετά από διαβούλευση με την αρχή ενοποιημένης εποπτείας και τις αρμόδιες αρχές κρατών μελών των θυγατρικών, καθώς και τις αρχές εξυγίανσης κρατών μελών στα κράτη μέλη στα οποία είναι εγκατεστημένα σημαντικά υποκαταστήματα στον βαθμό που αυτό έχει σημασία για σημαντικό υποκατάστημα, αξιολογεί τον βαθμό στον οποίο όμιλος είναι δυνατόν να εξυγιανθεί χωρίς να απαιτείται καμία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις: (
- i)Οποιαδήποτε έκτακτη δημόσια χρηματοπιστωτική στήριξη, εκτός από τη χρήση του Ταμείου Εξυγίανσης και των σχετικών ρυθμίσεων χρηματοδότησης εξυγίανσης κρατών μελών σύμφωνα με το άρθρο 104· (
- ii)οποιαδήποτε επείγουσα στήριξη της ρευστότητας από την Κεντρική Τράπεζα ή κεντρική τράπεζα κράτους μέλους· (iii) οποιαδήποτε στήριξη της ρευστότητας από την Κεντρική Τράπεζα ή κεντρική τράπεζα κράτους μέλους, παρεχόμενη υπό ασυνήθεις όρους εξασφάλισης, διάρκειας και επιτοκίου. (β) Όμιλος θεωρείται ότι είναι δυνατόν να εξυγιανθεί εάν είναι εφικτό και αξιόπιστο για τις αρχές εξυγίανσης είτε να εκκαθαρίσουν τις οντότητες του ομίλου στο πλαίσιο κανονικών διαδικασιών αφερεγγυότητας είτε να εξυγιάνουν τον εν λόγω όμιλο, με την εφαρμογή μέτρων εξυγίανσης επί, και την άσκηση των εξουσιών εξυγίανσης όσον αφορά, οντοτήτων εξυγίανσης του εν λόγω ομίλου, αποφεύγοντας παράλληλα στο μέγιστο δυνατό βαθμό οποιεσδήποτε σημαντικές δυσμενείς συνέπειες για τα χρηματοπιστωτικά συστήματα της Δημοκρατίας και των κρατών μελών στα οποία βρίσκονται οι οντότητες του ομίλου ή τα υποκαταστήματα, ή άλλων κρατών μελών ή της ΕΕ, ακόμη και σε ευρύτερη χρηματοπιστωτική αστάθεια ή γεγονότα που αφορούν το σύνολο του συστήματος, με προοπτική να διασφαλιστεί η συνέχιση των κρίσιμων λειτουργιών που επιτελούνται από τις εν λόγω οντότητες του ομίλου, είτε διότι αυτές μπορούν να διαχωριστούν εύκολα και εγκαίρως είτε με άλλα μέσα. (γ) Η αρχή εξυγίανσης, όταν ενεργεί ως η αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου, ενημερώνει εγκαίρως την ΕΑΤ κάθε φορά που όμιλος θεωρείται ότι δεν είναι δυνατόν να εξυγιανθεί. (δ) Η αξιολόγηση της δυνατότητας εξυγίανσης του ομίλου εξετάζεται από τα σώματα εξυγίανσης που αναφέρονται στο άρθρο 90 ή 91, κατά περίπτωση.
(2)(α) Για τους σκοπούς της αξιολόγησης της δυνατότητας εξυγίανσης του ομίλου, η αρχή εξυγίανσης εξετάζει τουλάχιστον τα ακόλουθα: (i) Τα θέματα που προβλέπονται στο άρθρο 18
(2)· (
- ii)σε περίπτωση που ο όμιλος χρησιμοποιεί ενδοομιλικές εγγυήσεις, τον βαθμό στον οποίο οι εν λόγω εγγυήσεις παρέχονται σε συνθήκες αγοράς και τον βαθμό αρτιότητας των συστημάτων διαχείρισης κινδύνων όσον αφορά τις εν λόγω εγγυήσεις· (iii) σε περίπτωση που ο όμιλος προβαίνει σε συναλλαγές αντιστήριξης, τον βαθμό στον οποίο οι εν λόγω συναλλαγές εκτελούνται σε συνθήκες αγοράς και τον βαθμό αρτιότητας των συστημάτων διαχείρισης κινδύνων όσον αφορά τις εν λόγω συναλλακτικές πρακτικές· (
- iv)το βαθμό στον οποίο η χρήση ενδοομιλικών εγγυήσεων ή η εγγραφή συναλλαγών αντιστήριξης αυξάνει τον κίνδυνο μετάδοσης στον όμιλο· (
- v)το βαθμό στον οποίο η νομική δομή του ομίλου καθιστά απαγορευτική τη χρήση των μέτρων εξυγίανσης, λόγω του αριθμού των νομικών προσώπων, της πολυπλοκότητας της δομής του ομίλου ή της δυσκολίας ευθυγράμμισης των επιχειρηματικών τομέων με τις οντότητες του ομίλου· (
- vi)τον αριθμό και το είδος των υποχρεώσεων υποκείμενων σε διάσωση με ίδια μέσα, του ομίλου· (vii) σε περίπτωση που η αξιολόγηση αφορά μεικτή εταιρεία συμμετοχών, τον βαθμό στον οποίο η εξυγίανση των οντοτήτων του ομίλου που είναι ιδρύματα ή χρηματοοικονομικά ιδρύματα ενδέχεται να έχει αρνητικές επιπτώσεις στον μη χρηματοπιστωτικό τμήμα του ομίλου· (viii) κατά πόσον οι σχετικές αρχές τρίτων χωρών διαθέτουν την εξουσία λήψης των αναγκαίων διοικητικών μέτρων για να στηρίξουν τις δράσεις εξυγίανσης από την αρχή εξυγίανσης και τις αρχές εξυγίανσης κρατών μελών, καθώς και τη δυνατότητα συντονισμένης δράσης μεταξύ των αρχών της ΕΕ και των τρίτων χωρών· (
- ix)το βαθμό στον οποίο η δομή του ομίλου παρέχει τη δυνατότητα στην αρχή εξυγίανσης να εξυγιάνει ολόκληρο τον όμιλο ή μία ή περισσότερες από τις οντότητες του ομίλου, χωρίς να προκαλέσει σημαντικές άμεσες ή έμμεσες δυσμενείς επιπτώσεις στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, στην εμπιστοσύνη της αγοράς ή στην οικονομία, και με προοπτική να μεγιστοποιήσει την αξία ολόκληρου του ομίλου· (
- x)τις ρυθμίσεις και τα μέσα που θα μπορούσαν να διευκολύνουν την εξυγίανση, στις περιπτώσεις ομίλων που έχουν θυγατρικές οι οποίες υπάγονται σε διαφορετικές δικαιοδοσίες· (
- xi)την αξιοπιστία της χρησιμοποίησης των μέτρων εξυγίανσης κατά τρόπο που να εξυπηρετεί τους στόχους της εξυγίανσης, δεδομένων των πιθανών επιπτώσεων στους πιστωτές, στους αντισυμβαλλόμενους, στους πελάτες και στους εργαζόμενους, καθώς και των ενδεχόμενων δράσεων τις οποίες μπορεί να αναλάβουν οι αρχές τρίτων χωρών. (β) Κατά την αξιολόγηση της δυνατότητας εξυγίανσης ενός ομίλου σύμφωνα με την παράγραφο (α), η αναφορά στο άρθρο 18
(2)σε ίδρυμα θεωρείται ότι περιλαμβάνει οποιοδήποτε ίδρυμα ή οντότητα που αναφέρεται στο άρθρο
(3)
(1)(γ) ή (δ) εντός του ομίλου.
(3)(α) Η αξιολόγηση της δυνατότητας εξυγίανσης του ομίλου σύμφωνα με το παρόν άρθρο γίνεται ταυτόχρονα και για τους σκοπούς της κατάρτισης και της επικαιροποίησης των σχεδίων εξυγίανσης του ομίλου σύμφωνα με τα άρθρα 14 και 15. (β) Η αξιολόγηση γίνεται με τη διαδικασία λήψης αποφάσεων του άρθρου 14 ή 15, κατά περίπτωση.
(4)(α) Όταν ένας όμιλος αποτελείται από περισσότερους του ενός ομίλους εξυγίανσης, η αρχή εξυγίανσης αξιολογεί τη δυνατότητα εξυγίανσης του κάθε ομίλου εξυγίανσης σύμφωνα με το παρόν άρθρο. (β) Η αξιολόγηση που αναφέρεται στην παράγραφο (α) πραγματοποιείται παράλληλα με την αξιολόγηση της δυνατότητας εξυγίανσης ολόκληρου του ομίλου και διενεργείται στο πλαίσιο της διαδικασίας λήψης αποφάσεων κατά τα προβλεπόμενα στα άρθρα 14 και 15, κατά περίπτωση. 22(I)/2016 96(I)/2021 Εξουσία απαγόρευσης ορισμένων διανομών 19Α.-
(1)(α)Όταν ίδρυμα ή σχετικό πρόσωπο είναι σε κατάσταση κατά την οποία πληροί τη συνδυασμένη απαίτηση αποθέματος ασφαλείας, όταν αυτή εξετάζεται επιπλέον της κάθε μίας από τις απαιτήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 22Γδις(α), (β) και (γ) του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου και στο άρθρο 91
(1)(α), (β) και (γ) του περί Κεφαλαιακής Επάρκειας ΕΠΕΥ Νόμου, αλλά δεν πληροί τη συνδυασμένη απαίτηση αποθέματος ασφαλείας όταν εξετάζεται επιπλέον των προϋποθέσεων που αναφέρονται στα άρθρα 25Β και 25Γ του παρόντος Νόμου, κατά τον υπολογισμό σύμφωνα με το άρθρο 25
(2)(α) του παρόντος Νόμου, η αρχή εξυγίανσης δύναται, σύμφωνα με τα εδάφια
(2)και
(3)του παρόντος άρθρου, να απαγορεύει στο εν λόγω ίδρυμα ή σχετικό πρόσωπο τη διανομή μεγαλύτερου ποσού από το μέγιστο διανεμητέο ποσό που συνδέεται με την ελάχιστη απαίτηση για ίδια κεφάλαια και επιλέξιμες υποχρεώσεις (εφεξής στο παρόν άρθρο, «το M-MDA») που υπολογίζεται σύμφωνα με το εδάφιο
(4)του παρόντος άρθρου μέσω οποιασδήποτε από τις ακόλουθες ενέργειες: (
- i)Διανομή σε σχέση με κεφάλαιο κοινών μετοχών της κατηγορίας 1· (
- ii)δημιουργία υποχρέωσης καταβολής κυμαινόμενης αμοιβής ή προαιρετικών συνταξιοδοτικών παροχών ή καταβολής κυμαινόμενης αμοιβής, εάν η υποχρέωση καταβολής δημιουργήθηκε σε μια χρονική στιγμή κατά την οποία το εν λόγω ίδρυμα ή σχετικό πρόσωπο δεν ικανοποιούσε τη συνδυασμένη απαίτηση αποθέματος ασφαλείας· ή (iii) πληρωμές σε πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1. (β) Όταν ίδρυμα ή σχετικό πρόσωπο βρίσκεται στην κατάσταση που αναφέρεται στην παράγραφο (α), ενημερώνει αμέσως την αρχή εξυγίανσης σχετικά.
(2)(α) Όταν συντρέχει η κατάσταση που αναφέρεται στο εδάφιο
(1), η αρχή εξυγίανσης, κατόπιν διαβούλευσης με την αρμόδια αρχή η οποία ανταποκρίνεται στο αίτημα της αρχής εξυγίανσης για διαβούλευση, εκτιμά, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, εάν θα ασκήσει την εξουσία που αναφέρεται στο εδάφιο
(1), λαμβάνοντας υπόψη τα ακόλουθα στοιχεία: (
- i)Την αιτία, τη διάρκεια και την έκταση της μη εκπλήρωσης και τον αντίκτυπό της στη δυνατότητα εξυγίανσης· (
- ii)την εξέλιξη της οικονομικής κατάστασης του ιδρύματος ή του σχετικού προσώπου και την πιθανότητα, στο εγγύς μέλλον, να πληροί την προϋπόθεση που αναφέρεται στο άρθρο 42
(1)(α)· (iii) την προοπτική ότι το ίδρυμα ή το σχετικό πρόσωπο θα είναι σε θέση να εξασφαλίσει τη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις που αναφέρονται στο εδάφιο
(1)σε εύλογο χρονικό διάστημα· (iv) όταν το ίδρυμα ή σχετικό πρόσωπο αδυνατεί να αντικαταστήσει υποχρεώσεις που δεν πληρούν πλέον τα κριτήρια επιλεξιμότητας ή ληκτότητας που προβλέπονται στα Άρθρα 72β και 72γ του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 ή στο άρθρο 25Α ή 25Ε
(3)του παρόντος Νόμου, εάν η αδυναμία είναι ιδιοσυγκρασιακής φύσης ή οφείλεται σε διατάραξη στο σύνολο της αγοράς· (v) εάν η άσκηση της εξουσίας που αναφέρεται στο εδάφιο
(1)είναι το πλέον κατάλληλο και αναλογικό μέσο για την αντιμετώπιση της κατάστασης του ιδρύματος ή σχετικού προσώπου, λαμβάνοντας υπόψη τις πιθανές επιπτώσεις της τόσο στους όρους χρηματοδότησης όσο και στη δυνατότητα εξυγίανσης του οικείου ιδρύματος ή σχετικού προσώπου. (β) Η αρχή εξυγίανσης προβαίνει σε επανεκτίμηση για το εάν θα ασκήσει την αναφερόμενη στο εδάφιο
(1)εξουσία τουλάχιστον κάθε μήνα, εφόσον το ίδρυμα ή το σχετικό πρόσωπο εξακολουθεί να βρίσκεται στην κατάσταση που αναφέρεται στο εδάφιο
(1).
(3)(α) Εάν η αρχή εξυγίανσης διαπιστώνει ότι το ίδρυμα ή σχετικό πρόσωπο εξακολουθεί να βρίσκεται στην αναφερόμενη στο εδάφιο
(1)κατάσταση εννέα
(9)μήνες μετά την κοινοποίησή της από το εν λόγω ίδρυμα ή σχετικό πρόσωπο, η αρχή εξυγίανσης, μετά από διαβούλευση με την αρμόδια αρχή η οποία ανταποκρίνεται στο αίτημα της αρχής εξυγίανσης για διαβούλευση, ασκεί την εξουσία που αναφέρεται στο εδάφιο
(1), εκτός εάν η αρχή εξυγίανσης διαπιστώνει, μετά από αξιολόγηση, ότι πληρούνται τουλάχιστον δύο από τις ακόλουθες προϋποθέσεις: (
- i)Η μη εκπλήρωση οφείλεται σε σοβαρή διαταραχή της λειτουργίας των χρηματοπιστωτικών αγορών, η οποία οδηγεί σε εκτεταμένες πιέσεις που ασκούνται στη χρηματοπιστωτική αγορά σε διάφορα τμήματά της· (
- ii)η διαταραχή που αναφέρεται στην υποπαράγραφο (
- i)δεν επιφέρει μόνο την αυξημένη μεταβλητότητα των τιμών των μέσων ιδίων κεφαλαίων και των μέσων επιλέξιμων υποχρεώσεων του ιδρύματος ή του σχετικού προσώπου ή αυξημένο κόστος για το ίδρυμα ή σχετικό πρόσωπο, αλλά οδηγεί επίσης σε πλήρες ή μερικό κλείσιμο των αγορών που εμποδίζει το ίδρυμα ή σχετικό πρόσωπο να εκδώσει μέσα ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων στις εν λόγω αγορές· (iii) το κλείσιμο της αγοράς που αναφέρεται στην υποπαράγραφο (
- ii)δεν παρατηρείται μόνο για το οικείο ίδρυμα ή σχετικό πρόσωπο, αλλά και για διάφορες άλλες οντότητες· (
- iv)η διαταραχή που αναφέρεται στην υποπαράγραφο (
- i)εμποδίζει το οικείο ίδρυμα ή σχετικό πρόσωπο από την έκδοση μέσων ιδίων κεφαλαίων και επιλέξιμων υποχρεώσεων επαρκών για τη θεραπεία της μη συμμόρφωσης· (
- v)η άσκηση της εξουσίας που αναφέρεται στο εδάφιο
(1)οδηγεί σε αρνητικές δευτερογενείς συνέπειες για μέρος του τραπεζικού τομέα, ως εκ τούτου υπονομεύοντας δυνητικά τη χρηματο-πιστωτική σταθερότητα. (β) Όταν εφαρμόζεται η εξαίρεση που αναφέρεται στην παράγραφο (α), η αρχή εξυγίανσης ενημερώνει την αρμόδια αρχή για την απόφασή της και επεξηγεί γραπτώς την εκτίμησή της. (γ) Κάθε μήνα, η αρχή εξυγίανσης προβαίνει σε επανεκτίμηση κατά πόσον εφαρμόζεται η εξαίρεση που αναφέρεται στην παράγραφο (α).
(4)(α) Το M-MDA υπολογίζεται πολλαπλασιάζοντας το ποσό που υπολογίζεται σύμφωνα με το εδάφιο
(5)με τον συντελεστή που καθορίζεται σύμφωνα με το εδάφιο
(6). (β) Το M-MDA μειώνεται κατά οποιοδήποτε ποσό που προκύπτει από οποιαδήποτε από τις ενέργειες που αναφέρονται στις υποπαραγράφους (i), (ii) ή (iii) της παραγράφου (α) του εδαφίου
(1).
(5)Το ποσό που πρέπει να πολλαπλασιαστεί σύμφωνα με το εδάφιο
(4)υπολογίζεται ως ΕΚ+ΚΤΧ-ΠΦ, όπου- ΕΚ: τυχόν ενδιάμεσα κέρδη που δεν έχουν συμπεριληφθεί στο κεφάλαιο κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 σύμφωνα με το Άρθρο 26, παράγραφος 2 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, μετά την αφαίρεση τυχόν διανομής των κερδών ή οποιασδήποτε πληρωμής ως αποτέλεσμα των ενεργειών που αναφέρονται στις υποπαραγράφους (i), (ii) ή (iii) της παραγράφου (α) του εδαφίου
(1)του παρόντος άρθρου· ΚΤΧ: τυχόν κέρδη τέλους χρήσεως που δεν έχουν συμπεριληφθεί στο κεφάλαιο κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 σύμφωνα με το Άρθρο 26, παράγραφος 2, του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 μετά την αφαίρεση τυχόν διανομής των κερδών ή οποιασδήποτε πληρωμής ως αποτέλεσμα των ενεργειών που αναφέρονται στις υποπαραγράφους (i), (ii) ή (iii) της παραγράφου (α) του εδαφίου
(1)του παρόντος άρθρου· ΠΦ: τα ποσά που θα ήταν πληρωτέα ως φόρος εάν τα κέρδη ΕΚ και ΚΤΧ παρέμεναν ως αδιανέμητα κέρδη.
(6)(α) Ο συντελεστής που αναφέρεται στο εδάφιο
(4)καθορίζεται ως εξής: (i) Όταν το κεφάλαιο κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 που τηρεί το ίδρυμα ή το σχετικό πρόσωπο και το οποίο δεν χρησιμοποιείται για τις απαιτήσεις που θεσπίζονται στο Άρθρο 92α του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και στα άρθρα 25Β και 25Γ του παρόντος Νόμου, εκπεφρασμένο ως ποσοστό του συνολικού ποσού έκθεσης σε κίνδυνο που υπολογίζεται σύμφωνα με το Άρθρο 92, παράγραφος 3, του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, είναι εντός του πρώτου (δηλαδή του χαμηλότερου) τεταρτημορίου της συνδυασμένης απαίτησης αποθέματος ασφαλείας, ο συντελεστής είναι μηδέν
(0)· (
- ii)όταν το κεφάλαιο κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 που τηρεί το ίδρυμα ή το σχετικό πρόσωπο και το οποίο δεν χρησιμοποιείται για τις απαιτήσεις που θεσπίζονται στο Άρθρο 92α του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και στα άρθρα 25Β και 25Γ του παρόντος Νόμου, εκπεφρασμένο ως ποσοστό του συνολικού ποσού έκθεσης σε κίνδυνο που υπολογίζεται σύμφωνα με το Άρθρο 92, παράγραφος 3, του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, είναι εντός του δεύτερου τεταρτημορίου της συνδυασμένης απαίτησης αποθέματος ασφαλείας, ο συντελεστής είναι είκοσι ποσοστιαίες μονάδες (0,2)· (iii) όταν το κεφάλαιο κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 που τηρεί το ίδρυμα ή το σχετικό πρόσωπο και το οποίο δεν χρησιμοποιείται για τις απαιτήσεις που θεσπίζονται στο Άρθρο 92α του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και στα άρθρα 25Β και 25Γ του παρόντος Νόμου, εκπεφρασμένο ως ποσοστό του συνολικού ποσού έκθεσης σε κίνδυνο που υπολογίζεται σύμφωνα με το Άρθρο 92, παράγραφος 3, του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, είναι εντός του τρίτου τεταρτημορίου της συνδυασμένης απαίτησης αποθέματος ασφαλείας, ο συντελεστής είναι σαράντα ποσοστιαίες μονάδες (0,4)· (
- iv)όταν το κεφάλαιο κοινών μετοχών της κατηγορίας 1 που τηρεί το ίδρυμα ή το σχετικό πρόσωπο και το οποίο δεν χρησιμοποιείται για τις απαιτήσεις που θεσπίζονται στο Άρθρο 92α του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και στα άρθρα 25Β και 25Γ του παρόντος Νόμου, εκπεφρασμένο ως ποσοστό του συνολικού ποσού έκθεσης σε κίνδυνο που υπολογίζεται σύμφωνα με το Άρθρο 92, παράγραφος 3, του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, είναι εντός του τέταρτου (δηλαδή του υψηλότερου) τεταρτημορίου της συνδυασμένης απαίτησης αποθέματος ασφαλείας, ο συντελεστής είναι εξήντα ποσοστιαίες μονάδες (0,6)· (β) Το κατώτατο και το ανώτατο όριο του κάθε τεταρτημορίου της συνδυασμένης απαίτησης αποθέματος ασφαλείας υπολογίζονται ως εξής: όπου Qn = ο αριθμός του σχετικού τεταρτημορίου. 96(I)/2021 Αντιμετώπιση ή εξάλειψη των εμποδίων στη δυνατότητα εξυγίανσης 20.-
(1)Σε περίπτωση που, σύμφωνα με αξιολόγηση της δυνατότητας εξυγίανσης ιδρύματος ή σχετικού προσώπου που διενεργείται σύμφωνα με τα άρθρα 18 και 19, η αρχή εξυγίανσης, μετά από διαβούλευση με την αρμόδια αρχή η οποία ανταποκρίνεται στο αίτημα της αρχής εξυγίανσης για διαβούλευση, διαπιστώνει ότι υπάρχουν ουσιαστικά εμπόδια στη δυνατότητα εξυγίανσης του εν λόγω ιδρύματος ή σχετικού προσώπου, η εν λόγω αρχή εξυγίανσης κοινοποιεί γραπτώς τη διαπίστωση αυτή στο εν λόγω ίδρυμα ή σχετικό πρόσωπο, στην αρμόδια αρχή και στις αρχές εξυγίανσης κρατών μελών στα οποία είναι εγκατεστημένα σημαντικά υποκαταστήματα.
(2)Η απαίτηση για την αρχή εξυγίανσης να καταρτίσει σχέδια εξυγίανσης σύμφωνα με το άρθρο 10
(1)και να καταλήξει σε κοινή απόφαση με τις σχετικές αρχές εξυγίανσης κρατών μελών για τα σχέδια εξυγίανσης ομίλου σύμφωνα με το άρθρο 14
(4)ή 15
(4), κατά περίπτωση, αναστέλλεται ύστερα από την κοινοποίηση που αναφέρεται στο εδάφιο
(1)του παρόντος άρθρου, έως ότου η αρχή εξυγίανσης αποδεχθεί τα μέτρα για την εξάλειψη των ουσιαστικών εμποδίων στη δυνατότητα εξυγίανσης σύμφωνα με το εδάφιο
(3)του παρόντος άρθρου ή αποφασίσει περί αυτών σύμφωνα με το εδάφιο
(4)του παρόντος άρθρου.
(3)(α) Εντός τεσσάρων
(4)μηνών από την ημερομηνία παραλαβής της κοινοποίησης που πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με το εδάφιο
(1), το ίδρυμα ή σχετικό πρόσωπο προτείνει στην αρχή εξυγίανσης ενδεχόμενα μέτρα για την αντιμετώπιση ή την εξάλειψη των ουσιαστικών εμποδίων που προσδιορίζονται στην κοινοποίηση. (β) Το ίδρυμα ή σχετικό πρόσωπο, εντός δύο
(2)εβδομάδων από την ημερομηνία παραλαβής της κοινοποίησης που πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με το εδάφιο
(1), προτείνει στην αρχή εξυγίανσης ενδεχόμενα μέτρα και το χρονοδιάγραμμα για την εφαρμογή τους, προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι συμμορφώνεται με το άρθρο 25Δ ή 25Ε και τη συνδυασμένη απαίτηση αποθέματος ασφαλείας, όταν ένα ουσιαστικό εμπόδιο στη δυνατότητα εξυγίανσης οφείλεται σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες καταστάσεις: (i) Το εν λόγω ίδρυμα ή σχετικό πρόσωπο πληροί τη συνδυασμένη απαίτηση αποθέματος ασφαλείας όταν αυτή εξετάζεται επιπρόσθετα σε κάθε μία από τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 22Γδις(α), (β) και (γ) του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου και στο άρθρο 91
(1)(α), (β) και (γ) του περί Κεφαλαιακής Επάρκειας ΕΠΕΥ Νόμου, αλλά δεν πληροί τη συνδυασμένη απαίτηση αποθέματος ασφαλείας όταν αυτή εξετάζεται επιπρόσθετα στις απαιτήσεις που αναφέρονται στα άρθρα 25Β και 25Γ του παρόντος Νόμου, εφόσον υπολογίζονται σύμφωνα με το άρθρο 25
(2)(α) του παρόντος Νόμου· ή (ii) το ίδρυμα ή σχετικό πρόσωπο δεν πληροί τις απαιτήσεις που αναφέρονται στα Άρθρα 92α και 494 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 ή τις απαιτήσεις που αναφέρονται στα άρθρα 25Β και 25Γ του παρόντος Νόμου. (γ) Στο χρονοδιάγραμμα για την εφαρμογή των μέτρων που προτείνονται σύμφωνα με την παράγραφο (β) λαμβάνεται υπόψη οι λόγοι στους οποίους οφείλεται το ουσιαστικό εμπόδιο. (δ) Η αρχή εξυγίανσης, μετά από διαβούλευση με την αρμόδια αρχή η οποία ανταποκρίνεται στο αίτημα της αρχής εξυγίανσης για διαβούλευση, αξιολογεί κατά πόσο με τα μέτρα που προτείνονται στις παραγράφους (α) και (β) αντιμετωπίζεται αποτελεσματικά ή εξαλείφεται το εν λόγω ουσιαστικό εμπόδιο.
(4)(α) Σε περίπτωση που η αρχή εξυγίανσης εκτιμά ότι τ