Ο περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμος του 2017 - 87(I)/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | Επικοινωνία Κατάλογος Ενοποιημένης Νομοθεσίας Ο περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμος του 2017 (87(I)/2017) Περιεχόμενα Πλήρες Κείμενο Εκτύπωση Ιστορικό Τροποποιήσεων 87(I)/2017 44(I)/2020 78(I)/2021 91(I)/2021 159(I)/2021 ΔΙΟΡΘ. Ε.Ε. Παρ. Ι(Ι), Αρ. 4858, ημερ. 12.11.2021 9(I)/2022 18(I)/2023 96(I)/2024 12(I)/2025 183(I)/2025 Προοίμιο Για σκοπούς εναρμόνισης με – (α) Την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Οδηγία 2014/65/EE του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαΐου 2014 για τις αγορές χρηματοοικονομικών μέσων και την τροποποίηση της Οδηγίας 2002/92/ΕΚ και της Οδηγίας 2011/61/ΕΕ (αναδιατύπωση)», όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την Οδηγία (ΕΕ) 2016/1034 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 23ης Ιουνίου 2016, και (β) των Άρθρων 88 και 91 της πράξης της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Οδηγία 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2013 σχετικά με την πρόσβαση στη δραστηριότητα πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων, για την τροποποίηση της οδηγίας 2002/87/ΕΚ και για την κατάργηση των οδηγιών 2006/48/ΕΚ και 2006/49/ΕΚ», όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την Οδηγία (ΕΕ) 2015/2366 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 25ης Νοεμβρίου 2015, Η Βουλή των Αντιπροσώπων ψηφίζει ως ακολούθως: ΤΙΤΛΟΣ Ι ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ Συνοπτικός τίτλος 1. Ο παρών Νόμος θα αναφέρεται ως ο περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμος του 2017. 87(I)/2017 Ερμηνεία 2.-
(1)Στον παρόντα Νόμο, εκτός εάν προκύπτει διαφορετική έννοια από το κείμενο - «αγορά ανάπτυξης ΜΜΕ» σημαίνει ένα ΠΜΔ που είναι εγγεγραμμένος ως αγορά για την ανάπτυξη ΜΜΕ σύμφωνα με το άρθρο 34· ο όρος «αδειοδοτημένο πιστωτικό ίδρυμα» έχει την έννοια που του αποδίδει το άρθρο 2
(1)του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου · «αλγοριθμικές συναλλαγές» σημαίνει τις συναλλαγές σε χρηματοοικονομικά μέσα, όπου ένας αλγόριθμος υπολογιστή καθορίζει αυτόματα επιμέρους παραμέτρους εντολών, όπως την απόφαση για την εισαγωγή της εντολής, το χρόνο, την τιμή ή την ποσότητα της εντολής, ή τον τρόπο διαχείρισης της εντολής μετά την εισαγωγή της, με ελάχιστη ή καμία ανθρώπινη παρέμβαση, αλλά δεν περιλαμβάνει συστήματα που χρησιμοποιούνται μόνο για τους σκοπούς της δρομολόγησης εντολών σε έναν ή περισσότερους τόπους διαπραγμάτευσης ή για την επεξεργασία εντολών χωρίς να καθορίζονται οποιεσδήποτε παράμετροι διαπραγμάτευσης, ή για την επιβεβαίωση εντολών ή για τη μετασυναλλακτική επεξεργασία των συναλλαγών που εκτελέστηκαν· «αλλαγή χρηματοοικονομικών μέσων» σημαίνει πώληση χρηματοοικονομικού μέσου και αγορά άλλου χρηματοοικονομικού μέσου ή άσκηση δικαιώματος αλλαγής σε σχέση με υφιστάμενο χρηματοοικονομικό μέσο· «άμεση ηλεκτρονική πρόσβαση» σημαίνει τη διευθέτηση στα πλαίσια της οποίας ένα μέλος ή συμμετέχων ή πελάτης ενός τόπου διαπραγμάτευσης επιτρέπει σε ένα πρόσωπο να χρησιμοποιεί τον κωδικό διαπραγμάτευσής του έτσι ώστε το πρόσωπο αυτό να μπορεί να διαβιβάζει ηλεκτρονικά εντολές σχετικά με ένα χρηματοοικονομικό μέσο απευθείας στον τόπο διαπραγμάτευσης, και περιλαμβάνει - (α) διευθέτηση όπου το εν λόγω πρόσωπο κάνει χρήση της υποδομής του μέλους ή του συμμετέχοντος ή του πελάτη, ή οποιουδήποτε συστήματος σύνδεσης με τον τόπο διαπραγμάτευσης που παρέχεται από το μέλος ή τον συμμετέχοντα ή τον πελάτη, για τη διαβίβαση εντολών (άμεση πρόσβαση στην αγορά), και (β) διευθέτηση όπου η υποδομή αυτή δεν χρησιμοποιείται από ένα πρόσωπο απευθείας (επιχορηγημένη πρόσβαση στην αγορά)· «αντιστοιχισμένη συναλλαγή για ίδιο λογαριασμό» σημαίνει τη συναλλαγή για ίδιο λογαριασμό κατά την οποία ο φορέας διευκόλυνσης μεσολαβεί μεταξύ του αγοραστή και του πωλητή της συναλλαγής κατά τρόπο που δεν τον εκθέτει ποτέ σε κίνδυνο αγοράς καθ’ όλη τη διάρκεια εκτέλεσης της συναλλαγής, με αμφότερες τις πλευρές να εκτελούνται ταυτόχρονα, και όπου η συναλλαγή ολοκληρώνεται σε τιμή κατά την οποία ο φορέας διευκόλυνσης δεν πραγματοποιεί κανένα κέρδος ή ζημία, πέραν προηγουμένως γνωστοποιηθείσας προμήθειας, αμοιβής ή χρέωσης για τη συναλλαγή· «ανώτερα στελέχη» σημαίνει τα φυσικά πρόσωπα που ασκούν εκτελεστικές λειτουργίες ΕΠΕΥ, διαχειριστή αγοράς ή παρόχου υπηρεσιών αναφοράς δεδομένων, όπως ορίζεται στο Άρθρο 2, παράγραφος 1, σημείο 36α) του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014 και τα οποία είναι υπεύθυνα και υπόλογα στο διοικητικό συμβούλιο για την καθημερινή διαχείριση της οντότητας, συμπεριλαμβανομένης της εφαρμογής των πολιτικών σχετικά με τη διάθεση υπηρεσιών και προϊόντων προς τους πελάτες από την οντότητα και το προσωπικό της· «αποθετήρια έγγραφα» σημαίνει κινητές αξίες, οι οποίες επιδέχονται διαπραγμάτευση στην κεφαλαιαγορά και αντιπροσωπεύουν κυριότητα επί των κινητών αξιών αλλοδαπού εκδότη, ενώ μπορούν να εισαχθούν προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά και η διαπραγμάτευσή τους να γίνεται ανεξάρτητα από τις κινητές αξίες του αλλοδαπού εκδότη· «αρμόδια αρχή» σημαίνει αρχή την οποία ορίζει κάθε κράτος μέλος σύμφωνα με το Άρθρο 67 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στον παρόντα Νόμο· «διαπραγματεύσιμα αμοιβαία κεφάλαια» σημαίνει κεφάλαια των οποίων τουλάχιστον μία κατηγορία μεριδίων ή μετοχών αποτελεί αντικείμενο διαπραγμάτευσης ολόκληρη την ημέρα σε τουλάχιστον έναν τόπο διαπραγμάτευσης και με τουλάχιστον έναν ειδικό διαπραγματευτή που ενεργεί για να εξασφαλίσει ότι η αξία των μεριδίων ή των μετοχών στον τόπο διαπραγμάτευσης δεν αποκλίνει σημαντικά από την καθαρή αξία ενεργητικού τους και, όπου εφαρμόζεται, από την ενδεικτική καθαρή αξία ενεργητικού τους· «διαχείριση χαρτοφυλακίου» σημαίνει τη διαχείριση, με εντολή του πελάτη και υπό καθεστώς διακριτικής ευχέρειας για κάθε πελάτη, χαρτοφυλακίων που περιλαμβάνουν ένα ή περισσότερα χρηματοοικονομικά μέσα· «διαχειριστής αγοράς» σημαίνει πρόσωπο που διευθύνει ή/και διαχειρίζεται τις επιχειρηματικές δραστηριότητες μιας ρυθμιζόμενης αγοράς, και περιλαμβάνει την ίδια τη ρυθμιζόμενη αγορά· «διαχειριστής αγοράς της Δημοκρατίας» σημαίνει πρόσωπο που διευθύνει ή/και διαχειρίζεται στη Δημοκρατία τις επιχειρηματικές δραστηριότητες μιας ρυθμιζόμενης αγοράς της Δημοκρατίας, και περιλαμβάνει την ίδια τη ρυθμιζόμενη αγορά της Δημοκρατίας∙ «διενέργεια συναλλαγών για ίδιο λογαριασμό» σημαίνει τη διαπραγμάτευση έναντι ιδίων κεφαλαίων, η οποία οδηγεί στην κατάρτιση συναλλαγών σε ένα ή περισσότερα χρηματοοικονομικά μέσα· «διοικητικό συμβούλιο» σημαίνει το συμβούλιο ΕΠΕΥ, διαχειριστή αγοράς ή παρόχου υπηρεσιών αναφοράς δεδομένων, όπως ορίζεται στο Άρθρο 2, παράγραφος 1, σημείο 36α) του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014, που διορίζεται νόμιμα και έχει την εξουσία καθορισμού της στρατηγικής, των στόχων και της γενικής κατεύθυνσης της οντότητας και επιβλέπει και παρακολουθεί τη διαδικασία λήψης αποφάσεων αναφορικά με τη διοίκηση και περιλαμβάνει πρόσωπα που πραγματικά διευθύνουν τις επιχειρηματικές δραστηριότητες της οντότητας· «δομημένα χρηματοοικονομικά προϊόντα» έχει την έννοια που αποδίδει στον όρο αυτό το Άρθρο 2, παράγραφος 1, σημείο 28) του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014 στον όρο «δομημένα χρηματοπιστωτικά προϊόντα»· «δομημένη κατάθεση» σημαίνει κατάθεση όπως ορίζεται στο άρθρο 2
(1)του περί Συστήματος Εγγύησης των Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου, η οποία είναι πλήρως επιστρεπτέα κατά την ημερομηνία λήξης, βάσει όρων υπό τους οποίους τυχόν τόκοι ή ασφάλιστρα καταβάλλονται ή εκτίθενται σε κίνδυνο, σύμφωνα με έναν τύπο που περιλαμβάνει παράγοντες όπως- (α) έναν δείκτη ή συνδυασμό δεικτών, εξαιρουμένων των καταθέσεων μεταβλητού επιτοκίου των οποίων η απόδοση συνδέεται άμεσα με έναν δείκτη επιτοκίου όπως ο Euribor ή ο Libor, ή (β) ένα χρηματοοικονομικό μέσο ή συνδυασμό χρηματοοικονομικών μέσων, ή (γ) ένα εμπόρευμα ή συνδυασμό εμπορευμάτων ή άλλων υλικών ή μη υλικών μη ανταλλάξιμων περιουσιακών στοιχείων, ή (δ) μια συναλλαγματική ισοτιμία ή συνδυασμό συναλλαγματικών ισοτιμιών· «ΕΑΚΑΑ» σημαίνει την Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών που συγκροτήθηκε διά του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1095/2010· «ειδική συμμετοχή» σημαίνει άμεση ή έμμεση συμμετοχή σε ΕΠΕΥ η οποία - (α) αντιπροσωπεύει τουλάχιστον το 10% του κεφαλαίου ή των δικαιωμάτων ψήφου της ΕΠΕΥ, κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 28, 29 και 30 του περί των Προϋποθέσεων Διαφάνειας (Κινητές Αξίες προς Διαπραγμάτευση σε Ρυθμιζόμενη Αγορά) Νόμου, λαμβανομένων υπόψη των όρων για την άθροισή τους που προβλέπονται στα άρθρα 34 και 35 των εν λόγω Νόμων, ή (β) επιτρέπει την άσκηση σημαντικής επιρροής στη διοίκηση της ΕΠΕΥ, στην οποία υφίσταται η εν λόγω συμμετοχή· «ειδικός διαπραγματευτής» (market maker) σημαίνει πρόσωπο που δραστηριοποιείται στις χρηματοοικονομικές αγορές σε συνεχή βάση και αναλαμβάνει να διενεργεί συναλλαγές για ίδιο λογαριασμό, αγοράζοντας και πωλώντας χρηματοοικονομικά μέσα έναντι ιδίων κεφαλαίων, σε τιμές που έχει καθορίσει ο ίδιος· «εκδότης κρατικών τίτλων» σημαίνει οποιονδήποτε από τους ακόλουθους φορείς που εκδίδει χρεωστικούς τίτλους: (α) την Ευρωπαϊκή Ένωση, (β) τη Δημοκρατία, συμπεριλαμβανομένου κυβερνητικού φορέα ή οργανισμού ή εταιρείας ειδικού σκοπού της Δημοκρατίας, (γ) ένα άλλο κράτος μέλος, συμπεριλαμβανομένου κυβερνητικού φορέα ή οργανισμού ή εταιρείας ειδικού σκοπού του κράτους μέλους, (δ) σε περίπτωση ομοσπονδιακού κράτους μέλους, ένα από τα μέλη που συγκροτούν την ομοσπονδία, (ε) εταιρεία ειδικού σκοπού για διάφορα κράτη μέλη, (στ) ένα διεθνές χρηματοδοτικό ίδρυμα που συστήνεται από δύο ή περισσότερα κράτη μέλη, σκοπός του οποίου είναι η κινητοποίηση χρηματοδότησης και η παροχή χρηματοοικονομικής βοήθειας προς όφελος όσων μελών του αντιμετωπίζουν ή απειλούνται με σοβαρά προβλήματα χρηματοδότησης, (ζ) την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων· «εκτέλεση εντολών για λογαριασμό πελατών» σημαίνει τη διαμεσολάβηση στη σύναψη συμφωνιών αγοράς ή πώλησης ενός ή περισσοτέρων χρηματοοικονομικών μέσων για λογαριασμό πελατών, και περιλαμβάνει τη σύναψη συμφωνιών πώλησης χρηματοοικονομικών μέσων που εκδίδονται από ΕΠΕΥ ή πιστωτικό ίδρυμα κατά τη στιγμή της έκδοσής τους· «ελεγκτής» σημαίνει πρόσωπο που κατέχει, για το διορισμό του ως ελεγκτής εταιρείας, τα αναγκαία προσόντα και άδεια σύμφωνα με τον περί Εταιρειών Νόμο και με τον περί Ελεγκτών Νόμο· «έλεγχος» έχει την έννοια που αποδίδει στον όρο αυτό το Άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 37) του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· «ενεργειακά προϊόντα χονδρικής» έχει την έννοια που αποδίδει στον όρο αυτό το Άρθρο 2, σημείο 4) του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1227/2011· «επαγγελματίας πελάτης» σημαίνει πελάτη που πληροί τα κριτήρια που καθορίζονται στο Δεύτερο Παράρτημα· «επενδυτική συμβουλή» σημαίνει παροχή προσωπικών συστάσεων σε πελάτη, είτε κατόπιν αιτήματός του είτε με πρωτοβουλία της ΕΠΕΥ, σχετικά με μία ή περισσότερες συναλλαγές που αφορούν χρηματοοικονομικά μέσα· «επενδυτικές υπηρεσίες» ή «επενδυτικές δραστηριότητες» ή «επενδυτικές υπηρεσίες και δραστηριότητες» σημαίνει οποιεσδήποτε από τις υπηρεσίες και δραστηριότητες, αντίστοιχα, οι οποίες καθορίζονται στο Μέρος Ι του Πρώτου Παραρτήματος και οι οποίες αφορούν οποιοδήποτε από τα μέσα που καθορίζονται στο Μέρος ΙΙΙ του Πρώτου Παραρτήματος· «Επιτροπή» σημαίνει την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου που διέπεται από τον περί της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου Νόμο· «Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών» ή «ΕΠΕΥ» σημαίνει κάθε νομικό πρόσωπο του οποίου η συνήθης επιχειρηματική δραστηριότητα είναι η παροχή μιας ή περισσότερων επενδυτικών υπηρεσιών σε τρίτους ή/και η άσκηση μιας ή περισσότερων επενδυτικών δραστηριοτήτων σε επαγγελματική βάση, και περιλαμβάνει ΚΕΠΕΥ· «επιχείρηση τρίτης χώρας» σημαίνει επιχείρηση που θα ήταν είτε πιστωτικό ίδρυμα παρέχον επενδυτικές υπηρεσίες ή ασκούνεπενδυτικές δραστηριότητες είτε ΕΠΕΥ εάν τα κεντρικά της γραφεία ή η καταστατική της έδρα βρίσκονταν εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης· «εταιρεία διαχείρισης ΟΣΕΚΑ» σημαίνει Εταιρεία Διαχείρισης όπως ορίζεται στο άρθρο 2
(1)του περί των Ανοικτού Τύπου Οργανισμών Συλλογικών Επενδύσεων Νόμου· «Ευρωπαϊκή Επιτροπή» σημαίνει την Επιτροπή της Ευρωπαϊκής Ένωσης· «Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Συστημικού Κινδύνου» ή «ΕΣΣΚ» σημαίνει το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Συστημικού Κινδύνου που ιδρύθηκε δια του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1092/2010· «ηλεκτρονική μορφή» σημαίνει κάθε σταθερό μέσο εκτός από χαρτί∙ «θυγατρική επιχείρηση» έχει την έννοια που αποδίδουν στον όρο αυτό το Άρθρο 2, παράγραφος 10 και το Άρθρο 22 της Οδηγίας 2013/34/ΕΕ, και περιλαμβάνει κάθε θυγατρική μιας θυγατρικής επιχείρησης της μητρικής επιχείρησης που είναι επικεφαλής των επιχειρήσεων αυτών· «ιδιώτης πελάτης» σημαίνει πελάτη που δεν είναι επαγγελματίας πελάτης· «Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 45/2001» σημαίνει την πράξη των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων με τίτλο «Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 18ης Δεκεμβρίου 2000 σχετικά με την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα όργανα και τους οργανισμούς της Κοινότητας και σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών»∙ «Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 713/2009» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 713/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Ιουλίου 2009 για την ίδρυση Οργανισμού Συνεργασίας των Ρυθμιστικών Αρχών Ενέργειας», όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 347/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 17ης Απριλίου 2013∙ «Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 714/2009» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 714/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Ιουλίου 2009 σχετικά με τους όρους πρόσβασης στο δίκτυο για τις διασυνοριακές ανταλλαγές ηλεκτρικής ενεργείας και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1228/2003», όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 543/2013 της Επιτροπής της 14ης Ιουνίου 2013· «Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 715/2009» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 715/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Ιουλίου 2009 σχετικά με τους όρους πρόσβασης στα δίκτυα μεταφοράς φυσικού αερίου και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1775/2005», όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την Απόφαση (ΕΕ) 215/715 της Επιτροπής της 30ης Απριλίου 2015· «Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 583/2010» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 583/2010 της 1ης Ιουλίου 2010 για την εφαρμογή της Οδηγίας 2009/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά βασικές πληροφορίες για τους επενδυτές και ειδικές προϋποθέσεις που χρειάζεται να πληρούνται, όταν οι βασικές πληροφορίες για τους επενδυτές ή το ενημερωτικό δελτίο διατίθενται σε άλλο σταθερό μέσο πλην του χαρτιού και μέσω δικτυακού τόπου», ως διορθώθηκε· «Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1092/2010» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1092/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 24ης Νοεμβρίου 2010 σχετικά με τη μακροπροληπτική επίβλεψη του χρηματοοικονομικού συστήματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τη σύσταση Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Συστημικού Κινδύνου»· «Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1093/2010» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 24ης Νοεμβρίου 2010 σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών), την τροποποίηση της απόφασης αριθ. 716/2009/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 2009/78/ΕΚ της Επιτροπής», όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την Οδηγία (ΕΕ) 2015/2366 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 25ης Νοεμβρίου 2015· «Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1095/2010» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1095/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 24ης Νοεμβρίου 2010 σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών), την τροποποίηση της απόφασης αριθ. 716/2009/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 2009/77/ΕΚ», όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την Οδηγία 2014/51/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Απριλίου 2014· «Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1227/2011» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1227/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 25ης Οκτωβρίου 2011 για την ακεραιότητα και τη διαφάνεια στη χονδρική αγορά ενέργειας»· «Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 648/2012» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 4ης Ιουλίου 2012 για τα εξωχρηματιστηριακά παράγωγα, τους κεντρικούς αντισυμβαλλόμενους και τα αρχεία καταγραφής συναλλαγών», όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον Εκτελεστικό Κανονισμό της Επιτροπής (ΕΕ) 2016/892 της 7ης Ιουνίου 2016· «Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 575/2013» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2013 σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012», όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον Κανονισμό (ΕΕ) 2016/1014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 6ης Ιουνίου 2016· «Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1308/2013» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1308/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 17ης Δεκεμβρίου 2013 για τη θέσπιση κοινής οργάνωσης των αγορών γεωργικών προϊόντων και την κατάργηση των κανονισμών (ΕΟΚ) αριθ. 922/72, (ΕΟΚ) αριθ. 234/79, (ΕΚ) αριθ. 1037/2001 και (ΕΚ) αριθ. 1234/2007 του Συμβουλίου», όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον Κανονισμό (ΕΕ) 2016/1226 της Επιτροπής κατ’ εξουσιοδότηση της 4ης Μαΐου 2016· «Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1379/2013» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο “Κανονισμός (ΕΕ) 1379/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 11ης Δεκεμβρίου 2013 για την κοινή οργάνωση των αγορών των προϊόντων αλιείας και υδατοκαλλιέργειας, την τροποποίηση των κανονισμών του Συμβουλίου (ΕΚ) αριθ. 1184/2006 και (ΕΚ) αριθ. 1224/2009 και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 104/2000 του Συμβουλίου”, όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 2020/560 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 23ης Απριλίου 2020· «Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 596/2014» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 596/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Απριλίου 2014 για την κατάχρηση της αγοράς (κανονισμός για την κατάχρηση της αγοράς) και την κατάργηση της οδηγίας 2003/6/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και των οδηγιών της Επιτροπής 2003/124/ΕΚ, 2003/125/ΕΚ και 2004/72/ΕΚ», όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον Κανονισμό (ΕΕ) 2016/1033 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 23ης Ιουνίου 2016· «Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 600/2014» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 600/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 15ης Μάιου 2014 για τις αγορές χρηματοοικονομικών μέσων και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012», όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον Κανονισμό (ΕΕ) 2016/1033 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 23ης Ιουνίου 2016· «Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 909/2014» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 909/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 23ης Ιουλίου 2014, σχετικά με τη βελτίωση του διακανονισμού αξιογράφων στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τα κεντρικά αποθετήρια τίτλων και για την τροποποίηση των οδηγιών 98/26/ΕΚ και 2014/65/ΕΕ και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 236/2012», όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον Κανονισμό (ΕΕ) 2016/1033 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 23ης Ιουνίου 2016· «Κανονισμός (ΕΕ) 2020/1503» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο “Κανονισμός (ΕΕ) 2020/1503 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Οκτωβρίου 2020, σχετικά με τους Ευρωπαίους παρόχους υπηρεσιών συμμετοχικής χρηματοδότησης για επιχειρήσεις και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1129 και της οδηγίας (ΕΕ) 2019/1937”· «Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 2019/2033» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Κανονισμός (ΕΕ) 2019/2033 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Νοεμβρίου 2019 σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας επιχειρήσεων επενδύσεων και την τροποποίηση των Κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, (ΕΕ) αριθ. 575/2013, (ΕΕ) αριθ. 600/2014 και (ΕΕ) αριθ. 806/2014», ως διορθώθηκε· «Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 2022/2554” σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο “Κανονισμός (ΕΕ) 2022/2554 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 14ης Δεκεμβρίου 2022 σχετικά με την ψηφιακή επιχειρησιακή ανθεκτικότητα του χρηματοοικονομικού τομέα και την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 1060/2009, (ΕΕ) αριθ. 648/2012, (ΕΕ) αριθ. 600/2014, (ΕΕ)”· «Κανονισμός (ΕΕ) 2022/858» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Κανονισμός (ΕΕ) 2022/858 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 30ής Μαΐου 2022 σχετικά με ένα πιλοτικό καθεστώς για υποδομές της αγοράς που βασίζονται σε τεχνολογία κατανεμημένου καθολικού και την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 600/2014 και (ΕΕ) αριθ. 909/2014 και της οδηγίας 2014/65/ΕΕ· «κατεξοχήν εμπορικός όμιλος» σημαίνει όμιλο του οποίου η κύρια δραστηριότητα δεν είναι η παροχή επενδυτικών υπηρεσιών κατά την έννοια του παρόντος Νόμου ή η άσκηση οποιασδήποτε από τις δραστηριότητες που περιλαμβάνονται στο Παράρτημα Ι του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου ή η άσκηση δραστηριότητας υπό την ιδιότητα του ειδικού διαπραγματευτή σε σχέση με παράγωγα επί εμπορευμάτων∙ «κεντρικός αντισυμβαλλόμενος» σημαίνει ένα CCP όπως ορίζεται στο Άρθρο 2, σημείο 1) του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012· «Κεντρική Τράπεζα» σημαίνει την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου που διέπεται από τον περί Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου Νόμο · «κεντρικό αποθετήριο τίτλων» ή «ΚΑΤ» έχει την έννοια που αποδίδει στον όρο αυτό το Άρθρο 2, παράγραφος 1, σημείο 1) του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014· «κινητές αξίες» σημαίνει κατηγορίες αξιών που επιδέχονται διαπραγμάτευση στην κεφαλαιαγορά, εξαιρουμένων των μέσων πληρωμής, και ιδίως- (α) μετοχές και άλλοι τίτλοι ισοδύναμοι με μετοχές εταιρειών, συνεταιρισμών και άλλων οντοτήτων, καθώς και αποθετήρια έγγραφα επί μετοχών, (β) ομόλογα ή άλλες μορφές τιτλοποιημένου χρέους, συμπεριλαμβανομένων και αποθετηρίων εγγράφων επί τέτοιων αξιών, (γ) κάθε άλλη αξία που παρέχει δικαίωμα αγοράς ή πώλησης οποιωνδήποτε τέτοιων κινητών αξιών ή που τυγχάνει διακανονισμού τοις μετρητοίς προσδιοριζόμενου κατ’ αναφορά με κινητές αξίες, νομίσματα, επιτόκια ή αποδόσεις, εμπορεύματα ή άλλους δείκτες ή μεγέθη· «κρατικός χρεωστικός τίτλος» σημαίνει χρεωστικό τίτλο εκδοθέντα από εκδότη κρατικών τίτλων· «κράτος μέλος» σημαίνει κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης∙ «κράτος μέλος καταγωγής» σημαίνει- (α) αναφορικά με ΕΠΕΥ- (
- i)εάν η ΕΠΕΥ είναι φυσικό πρόσωπο, το κράτος μέλος στο οποίο βρίσκονται τα κεντρικά της γραφεία, (
- ii)εάν η ΕΠΕΥ είναι νομικό πρόσωπο, το κράτος μέλος στο οποίο βρίσκεται η καταστατική της έδρα, (iii) εάν η ΕΠΕΥ δεν έχει, βάσει της εθνικής της νομοθεσίας, καταστατική έδρα, το κράτος μέλος στο οποίο βρίσκονται τα κεντρικά της γραφεία, (β) αναφορικά με ρυθμιζόμενη αγορά, το κράτος μέλος στο οποίο η ρυθμιζόμενη αγορά είναι εγγεγραμμένη ή, εάν βάσει της νομοθεσίας του εν λόγω κράτους μέλους, αυτή δεν έχει καταστατική έδρα, το κράτος μέλος στο οποίο βρίσκονται τα κεντρικά γραφεία της ρυθμιζόμενης αγοράς∙ «κράτος μέλος υποδοχής» σημαίνει κράτος μέλος, άλλο από το κράτος μέλος καταγωγής, στο οποίο μια ΕΠΕΥ έχει υποκατάστημα ή παρέχει επενδυτικές υπηρεσίες ή/και ασκεί επενδυτικές δραστηριότητες, ή το κράτος μέλος στο οποίο ρυθμιζόμενη αγορά παρέχει τους κατάλληλους μηχανισμούς για να διευκολύνει την εξ’ αποστάσεως πρόσβαση στις διενεργούμενες στο σύστημά της συναλλαγές από μέλη ή συμμετέχοντες εγκατεστημένους στο εν λόγω κράτος μέλος· «Κυπριακή Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών» ή «ΚΕΠΕΥ» σημαίνει εταιρεία η οποία έχει συσταθεί στη Δημοκρατία και η οποία κατέχει άδεια λειτουργίας από την Επιτροπή σύμφωνα με τον παρόντα Νόμο για να παρέχει μία ή περισσότερες επενδυτικές υπηρεσίες σε τρίτους ή/και να ασκεί μία ή περισσότερες επενδυτικές δραστηριότητες· «μέσα χρηματαγοράς» σημαίνει τις κατηγορίες μέσων που συνήθως αποτελούν αντικείμενο διαπραγματεύσεως στη χρηματαγορά, όπως τα γραμμάτια του δημοσίου, τα αποδεικτικά κατάθεσης και τα εμπορικά γραμμάτια, εξαιρουμένων των μέσων πληρωμής· «μητρική επιχείρηση» έχει την έννοια που αποδίδουν στον όρο αυτό το Άρθρο 2, παράγραφος 9 και το Άρθρο 22 της Οδηγίας 2013/34/ΕΕ· «μηχανισμός οργανωμένης διαπραγμάτευσης» ή «ΜΟΔ» σημαίνει πολυμερές σύστημα, άλλο από ρυθμιζόμενη αγορά ή ΠΜΔ, στο οποίο πλείονα ενδιαφέροντα τρίτων για αγορά και πώληση ομολόγων, δομημένων χρηματοοικονομικών προϊόντων, δικαιωμάτων εκπομπής και παράγωγων μέσων δύνανται να αλληλεπιδρούν στο εν λόγω σύστημα, κατά τρόπο που καταλήγει στη σύναψη σύμβασης σύμφωνα με τον Τίτλο II· «μικρομεσαία επιχείρηση» ή «ΜΜΕ» σημαίνει, για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου, μια εταιρεία που είχε μέση κεφαλαιοποίηση μικρότερη από διακόσια εκατομμύρια ευρώ με βάση τα στοιχεία στο τέλος κάθε έτους, για τα τρία τελευταία ημερολογιακά έτη· «μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το Άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 21) του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· «Οδηγία 1997/9/ΕΚ» σημαίνει την πράξη των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων με τίτλο «Οδηγία 1997/9/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 3ης Μαρτίου 1997 σχετικά με τα συστήματα αποζημίωσης των επενδυτών»· «Οδηγία 2003/41/ΕΚ» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Οδηγία 2003/41/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 3ης Ιουνίου 2003 για τις δραστηριότητες και την εποπτεία των ιδρυμάτων που προσφέρουν υπηρεσίες επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών» όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την Οδηγία 2013/14/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 21ης Μαΐου 2013∙ «Οδηγία 2003/87/ΕΚ» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Οδηγία 2003/87/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Οκτωβρίου 2003 σχετικά με τη θέσπιση συστήματος εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου εντός της Κοινότητας και την τροποποίηση της οδηγίας 96/61/ΕΚ του Συμβουλίου» όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την Απόφαση (ΕΕ) 2015/1814 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 6ης Οκτωβρίου 2015∙ «Οδηγία 2009/65/ΕΚ» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Οδηγία 2009/65/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Ιουλίου 2009 για τον συντονισμό των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων σχετικά με ορισμένους οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (ΟΣΕΚΑ)», όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την Οδηγία 2014/91/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 23ης Ιουλίου 2014· «Οδηγία 2009/138/ΕΚ» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Οδηγία 2009/138/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 25ης Νοεμβρίου 2009 σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριοτήτων ασφάλισης και αντασφάλισης (Φερεγγυότητα II) (αναδιατύπωση)», όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την Οδηγία 2014/51/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Απριλίου 2014· «Οδηγία 2011/61/ΕΕ» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Οδηγία 2011/61/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 8ης Ιουνίου 2011 σχετικά με τους διαχειριστές οργανισμών εναλλακτικών επενδύσεων και για την τροποποίηση των οδηγιών 2003/41/ΕΚ και 2009/65/ΕΚ και των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 1060/2009 και (ΕΕ) αριθ. 1095/2010», όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την Οδηγία 2014/65/ΕΕ· «Οδηγία 2013/34/ΕΕ» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Οδηγία 2013/34/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2013 σχετικά με τις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις, τις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις και συναφείς εκθέσεις επιχειρήσεων ορισμένων μορφών, την τροποποίηση της οδηγίας 2006/43/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και την κατάργηση των οδηγιών 78/660/ΕΟΚ και 83/349/ΕΟΚ του Συμβουλίου», όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την Οδηγία 2014/102/ΕΕ του Συμβουλίου της 7ης Νοεμβρίου 2014· «Οδηγία 2013/36/ΕΕ» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Οδηγία 2013/36/EE του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2013 σχετικά με την πρόσβαση στη δραστηριότητα πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων, για την τροποποίηση της Οδηγίας 2002/87/ΕΚ και για την κατάργηση των Οδηγιών 2006/48/ΕΚ και 2006/49/ΕΚ», όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την Οδηγία (ΕΕ) 2015/2366 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 25ης Νοεμβρίου 2015· «Οδηγία 2014/17/ΕΕ» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Οδηγία 2014/17/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 4ης Φεβρουαρίου 2014 σχετικά με τις συμβάσεις πίστωσης για καταναλωτές για ακίνητα που προορίζονται για κατοικία και την τροποποίηση των οδηγιών 2008/48/ΕΚ και 2013/36/ΕΕ και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010», όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον Κανονισμό (ΕΕ) 2016/1011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 8ης Ιουνίου 2016∙ «Οδηγία 2014/57/ΕΕ» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Οδηγία 2014/57/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Απριλίου 2014 περί ποινικών κυρώσεων για την κατάχρηση αγοράς»∙ «Οδηγία 2014/65/ΕΕ» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Οδηγία 2014/65/EE του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 15ης Μαΐου 2014 για τις αγορές χρηματοοικονομικών μέσων και την τροποποίηση της οδηγίας 2002/92/ΕΚ και της οδηγίας 2011/61/ΕΕ», όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την Οδηγία (ΕΕ) 2016/1034 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 23ης Ιουνίου 2016· «Οδηγία 2019/2034/ΕΕ» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Οδηγία 2019/2034/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Νοεμβρίου 2019 σχετικά με την προληπτική εποπτεία επιχειρήσεων επενδύσεων και την τροποποίηση των Οδηγιών 2002/87/ΕΚ, 2009/65/ΕΚ, 2011/61/ΕΕ, 2013/36/ΕΕ, 2014/59/ΕΕ και 2014/65/ΕΕ», ως διορθώθηκε· «όμιλος» έχει την έννοια που αποδίδει στον όρο αυτό το Άρθρο 2, παράγραφος 11 της Οδηγίας 2013/34/ΕΕ· «οριακή εντολή» (limit order) σημαίνει εντολή αγοράς ή πώλησης χρηματοοικονομικού μέσου σε συγκεκριμένη οριακή ή καλύτερη τιμή και για συγκεκριμένη ποσότητα· «Οργανισμός Συλλογικών Επενδύσεων σε Κινητές Αξίες» ή «ΟΣΕΚΑ» έχει την έννοια που αποδίδεται σε αυτόν από τον περί των Ανοικτού Τύπου Οργανισμών Συλλογικών Επενδύσεων Νόμο· «παράγωγα» έχει την έννοια που αποδίδει στον όρο αυτό το Άρθρο 2, παράγραφος 1, σημείο 29) του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014· «παράγωγα επί γεωργικών προϊόντων» σημαίνει συμβάσεις παραγώγων που σχετίζονται με τα προϊόντα που περιέχονται στο Άρθρο 1 και στο παράρτημα Ι μέρος Ι έως ΧΧ και ΧΧIV/1 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1308/2013, καθώς και με τα προϊόντα που απαριθμούνται στο Παράρτημα Ι του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1379/2013· «παράγωγα επί εμπορευμάτων» έχει την έννοια που αποδίδει στον όρο αυτό το Άρθρο 2, παράγραφος 1, σημείο 30) του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014· «παρεπόμενες υπηρεσίες» σημαίνει οποιεσδήποτε από τις υπηρεσίες που καθορίζονται στο Μέρος ΙΙ του Πρώτου Παραρτήματος· «πελάτης» σημαίνει κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο στο οποίο μια ΕΠΕΥ παρέχει επενδυτικές υπηρεσίες ή παρεπόμενες υπηρεσίες· «πιστοποιητικά» έχει την έννοια που αποδίδει στον όρο αυτό το Άρθρο 2, παράγραφος 1, σημείο 27) του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014· «πιστωτικό ίδρυμα» έχει την έννοια που αποδίδει στον όρο αυτό το Άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 1) του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· «πολυμερές σύστημα» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το Άρθρο 2, παράγραφος 1, σημείο 11) του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014∙ «πολυμερής μηχανισμός διαπραγμάτευσης» ή «ΠΜΔ» σημαίνει πολυμερές σύστημα το οποίο διαχειρίζεται ΕΠΕΥ ή διαχειριστής αγοράς και το οποίο επιτρέπει την προσέγγιση πλειόνων ενδιαφερόντων τρίτων για την αγορά και την πώληση χρηματοοικονομικών μέσων, εντός του συστήματος και σύμφωνα με κανόνες που δεν παρέχουν διακριτική ευχέρεια, κατά τρόπο καταλήγοντα στη σύναψη σύμβασης σύμφωνα με τον Τίτλο II· «ρευστή αγορά» σημαίνει αγορά χρηματοοικονομικού μέσου ή κατηγορίας χρηματοοικονομικών μέσων, όπου υπάρχουν έτοιμοι και πρόθυμοι αγοραστές και πωλητές σε συνεχή βάση, η οποία αξιολογείται βάσει των ακόλουθων κριτηρίων, λαμβάνοντας υπόψη την ιδιαίτερη δομή της αγοράς του συγκεκριμένου χρηματοοικονομικού μέσου ή της συγκεκριμένης κατηγορίας χρηματοοικονομικών μέσων: (α) μέση συχνότητα και μέσο μέγεθος των συναλλαγών για ένα φάσμα συνθηκών αγοράς, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση και τον κύκλο ζωής των προϊόντων εντός της κατηγορίας των χρηματοοικονομικών μέσων, (β) αριθμός και είδος συμμετεχόντων στην αγορά, συμπεριλαμβανομένης της αναλογίας των συμμετεχόντων στην αγορά προς τα χρηματοοικονομικά μέσα που τελούν υπό διαπραγμάτευση για συγκεκριμένο προϊόν, (γ) μέσο άνοιγμα τιμών, όπου είναι διαθέσιμο· «ρήτρα πλήρους αποκατάστασης» σημαίνει ρήτρα που αποσκοπεί στην προστασία του επενδυτή, διασφαλίζοντας ότι, σε περίπτωση πρόωρης εξόφλησης ενός ομολόγου, ο εκδότης υποχρεούται να καταβάλει στον επενδυτή που κατέχει το ομόλογο ποσό ίσο με το άθροισμα της καθαρής παρούσας αξίας των υπόλοιπων πληρωμών τοκομεριδίων που αναμένονται μέχρι τη λήξη και του κεφαλαίου του προς εξόφληση ομολόγου· «ρυθμιζόμενη αγορά» σημαίνει το πολυμερές σύστημα το οποίο - (α) διευθύνει ή διαχειρίζεται διαχειριστής αγοράς, και (β) επιτρέπει ή διευκολύνει την προσέγγιση πλειόνων ενδιαφερόντων τρίτων για την αγορά και την πώληση χρηματοοικονομικών μέσων, εντός του εν λόγω συστήματος και σύμφωνα με τους κανόνες του, που δεν παρέχουν διακριτική ευχέρεια, κατά τρόπο καταλήγοντα στη σύναψη σύμβασης σχετικής με χρηματοοικονομικά μέσα τα οποία είναι εισηγμένα προς διαπραγμάτευση βάσει των κανόνων ή/και των συστημάτων του εν λόγω συστήματος, και (γ) έχει λάβει άδεια λειτουργίας και λειτουργεί κανονικά σύμφωνα με νομοθεσία άλλου κράτους μέλους η οποία συνάδει με τον Τίτλο III της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ· «ρυθμιζόμενη αγορά της Δημοκρατίας» σημαίνει το πολυμερές σύστημα το οποίο - (α) διευθύνει ή διαχειρίζεται διαχειριστής αγοράς, και (β) το οποίο επιτρέπει ή διευκολύνει την προσέγγιση πλειόνων ενδιαφερόντων τρίτων για την αγορά και την πώληση χρηματοοικονομικών μέσων, εντός του εν λόγω συστήματος και σύμφωνα με τους κανόνες του, που δεν παρέχουν διακριτική ευχέρεια, κατά τρόπο καταλήγοντα στη σύναψη σύμβασης σχετικής με χρηματοοικονομικά μέσα τα οποία είναι εισηγμένα προς διαπραγμάτευση βάσει των κανόνων ή/και των συστημάτων του εν λόγω συστήματος, και (γ) το οποίο έχει λάβει άδεια λειτουργίας και λειτουργεί κανονικά σύμφωνα με τον Τίτλο III· «σταθερό μέσο» σημαίνει οποιοδήποτε μέσο το οποίο- (α) παρέχει στον πελάτη τη δυνατότητα να αποθηκεύσει πληροφορίες που απευθύνονται προσωπικά στον πελάτη αυτόν, κατά τρόπο ώστε να μπορεί να ανατρέχει σε αυτές μελλοντικά και για χρονικό διάστημα που είναι επαρκές για τους σκοπούς των πληροφοριών, και (β) επιτρέπει την αμετάβλητη αναπαραγωγή των αποθηκευμένων πληροφοριών· «στενοί δεσμοί» σημαίνει κατάσταση κατά την οποία δύο ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα συνδέονται με- (α) σχέση συμμετοχής, δηλαδή κατοχή, άμεσα ή μέσω ελέγχου, τουλάχιστον του 20% των δικαιωμάτων ψήφου ή του κεφαλαίου μιας επιχείρησης, (β) σχέση ελέγχου, δηλαδή σχέση μεταξύ μητρικής και θυγατρικής επιχείρησης, σε όλες τις περιπτώσεις που προβλέπονται στο Άρθρο 22, παράγραφοι 1 και 2, της Οδηγίας 2013/34/ΕΕ, ή παρόμοια σχέση μεταξύ οποιουδήποτε φυσικού ή νομικού προσώπου και μιας επιχείρησης, κάθε δε θυγατρική θυγατρικής επιχείρησης θεωρείται επίσης θυγατρική της μητρικής επιχείρησης που είναι επικεφαλής των επιχειρήσεων αυτών, (γ) δεσμό με τον οποίο αμφότερα ή όλα τα πρόσωπα αυτά συνδέονται μόνιμα με ένα και το αυτό πρόσωπο με σχέση ελέγχου. «συμβάσεις ενεργειακών παραγώγων ΙΙΙ.6» σημαίνει συμβόλαια δικαιωμάτων προαίρεσης, συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης, συμβάσεις ανταλλαγής (swaps) και κάθε άλλη σύμβαση παράγωγου μέσου, αναφερόμενη στο σημείο 6 του Μέρους ΙΙΙ του Πρώτου Παραρτήματος, η οποία σχετίζεται με άνθρακα ή πετρέλαιο, υπό διαπραγμάτευση σε ΜΟΔ, και πρέπει να εκκαθαριστεί με φυσική παράδοση· «συνδεδεμένος αντιπρόσωπος» σημαίνει φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο, ενεργώντας υπό την πλήρη και άνευ όρων ευθύνη μόνο μιας ΕΠΕΥ για λογαριασμό της οποίας ενεργεί, προωθεί τις επενδυτικές υπηρεσίες ή/και παρεπόμενες υπηρεσίες σε πελάτες ή δυνητικούς πελάτες, λαμβάνει και διαβιβάζει οδηγίες ή εντολές πελατών σχετικά με επενδυτικές υπηρεσίες ή χρηματοοικονομικά μέσα, διαθέτει χρηματοοικονομικά μέσα ή παρέχει συμβουλές σε πελάτες ή δυνητικούς πελάτες σχετικά με τα εν λόγω χρηματοοικονομικά μέσα ή υπηρεσίες· «συστηματικός εσωτερικοποιητής» (systematic internaliser) σημαίνει ΕΠΕΥ η οποία, σε οργανωμένη, συχνή και συστηματική βάση διενεργεί συναλλαγές με μετοχικά χρηματοοικονομικά μέσα για ίδιο λογαριασμό, εκτελώντας εντολές πελατών εκτός ρυθμιζόμενης αγοράς, ΠΜΔ ή ΜΟΔ, χωρίς να διαχειρίζεται πολυμερές σύστημα ή η οποία επιλέγει να δραστηριοποιηθεί ως συστηματικός εσωτερικοποιητής∙ «τεχνική κατάρτισης αλγοριθμικών συναλλαγών σε υψηλή συχνότητα» σημαίνει την τεχνική κατάρτισης αλγοριθμικών συναλλαγών που χαρακτηρίζεται από- (α) τη χρήση τεχνολογικής υποδομής για την ελαχιστοποίηση του χρόνου αδράνειας δικτύων ή άλλων τύπων χρόνου αδράνειας, η οποία περιλαμβάνει τουλάχιστον μια από τις εξής διευκολύνσεις για την αλγοριθμική εισαγωγή εντολών: συστέγαση συστημάτων, φιλοξενία συστημάτων σε εγγύτητα (proximity hosting) ή άμεση ηλεκτρονική πρόσβαση υψηλής ταχύτητας, και (β) τον εκ του συστήματος καθορισμό της απόφασης για την εισαγωγή, την παραγωγή, τη δρομολόγηση ή την εκτέλεση μιας εντολής χωρίς ανθρώπινη παρέμβαση, για μεμονωμένες συναλλαγές ή εντολές, και (γ) υψηλά ημερήσια επίπεδα μηνυμάτων τα οποία αποτελούν εντολές, προσφορές ή ακυρώσεις· «τόπος διαπραγμάτευσης» σημαίνει ρυθμιζόμενη αγορά, ΠΜΔ ή ΜΟΔ· «τρίτη χώρα» σημαίνει χώρα που δεν είναι κράτος μέλος· «υποκατάστημα» σημαίνει τον τόπο επιχειρηματικής δραστηριότητας, άλλο από τα κεντρικά γραφεία ή καταστατική έδρα, ο οποίος αποτελεί μέρος μιας ΕΠΕΥ, στερείται νομικής προσωπικότητας και παρέχει επενδυτικές υπηρεσίες ή/και ασκεί επενδυτικές δραστηριότητες, ενδεχομένως δε παρέχει και παρεπόμενες υπηρεσίες για τις οποίες η ΕΠΕΥ έχει λάβει άδεια λειτουργίας· όλοι οι τόποι επιχειρηματικής δραστηριότητας που εγκαθιδρύονται στο ίδιο κράτος μέλος από ΕΠΕΥ, με τα κεντρικά της γραφεία ή καταστατική της έδρα σε άλλο κράτος μέλος, θεωρούνται ως ένα και μόνο υποκατάστημα· «χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το Άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 20) του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· «χρηματοδοτικό ίδρυμα» έχει την έννοια που αποδίδει στον όρο αυτό το Άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 26) του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· «χρηματοοικονομικό μέσο» σημαίνει οποιοδήποτε από τα μέσα που καθορίζονται στο Μέρος ΙΙΙ του Πρώτου Παραρτήματος, περιλαμβανομένων των μέσων που εκδίδονται με τη χρήση τεχνολογίας κατανεμημένου καθολικού.
(2)(α) Στον παρόντα Νόμο και στις δυνάμει αυτού κανονιστικές διοικητικές πράξεις, οποιαδήποτε αναφορά σε Οδηγία, Κανονισμό, Απόφαση ή άλλη νομοθετική πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης σημαίνει την εν λόγω πράξη όπως εκάστοτε διορθώνεται, τροποποιείται ή αντικαθίσταται, εκτός εάν προκύπτει διαφορετική έννοια από το κείμενο∙ (β) Στον παρόντα Νόμο και στις δυνάμει αυτού κανονιστικές διοικητικές πράξεις, οποιαδήποτε αναφορά σε νόμο ή κανονιστική διοικητική πράξη της Δημοκρατίας, σημαίνει τον εν λόγω νόμο η κανονιστική διοικητική πράξη όπως εκάστοτε διορθώνεται, τροποποιείται ή αντικαθίσταται, εκτός εάν προκύπτει διαφορετική έννοια από το κείμενο. 87(I)/2017 78(I)/2021 91(I)/2021 159(I)/2021 9(I)/2022 18(I)/2023 12(I)/2025 183(I)/2025 Πεδίο εφαρμογής του παρόντος Νόμου 3.-
(1)Ο παρών Νόμος εφαρμόζεται στις ΕΠΕΥ, στους διαχειριστές αγοράς, και στις επιχειρήσεις τρίτων χωρών που παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες ή ασκούν επενδυτικές δραστηριότητες μέσω της εγκατάστασης υποκαταστήματος εντός της Δημοκρατίας.
(2)Ο παρών Νόμος ρυθμίζει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: (α) Τους όρους για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας των ΚΕΠΕΥ και τη λειτουργία των ΕΠΕΥ· (β) την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών ή την άσκηση επενδυτικών δραστηριοτήτων από επιχειρήσεις τρίτων χωρών, μέσω της εγκατάστασης υποκαταστήματος· (γ) τη χορήγηση άδειας λειτουργίας και τη λειτουργία ρυθμιζόμενων αγορών της Δημοκρατίας· (δ) [Διαγράφηκε]· (ε) την εποπτεία, συνεργασία και εφαρμογή από τις αρμόδιες αρχές· (στ) άλλα συναφή θέματα.
(3)Οι ακόλουθες διατάξεις εφαρμόζονται, επίσης, σε πιστωτικά ιδρύματα, όταν τα εν λόγω ιδρύματα παρέχουν μία ή περισσότερες επενδυτικές υπηρεσίες ή/και ασκούν επενδυτικές δραστηριότητες, υπό τον όρο ότι οι υπηρεσίες και δραστηριότητες αυτές καλύπτονται από την άδεια λειτουργίας που τους χορηγήθηκε από την Κεντρική Τράπεζα ή από αρμόδια αρχή άλλου κράτους μέλους: (α) Τα άρθρα 4
(2), 10
(1)και 15, και τα άρθρα 17 έως 21· (β) το Κεφάλαιο II του Τίτλου II· (γ) το Κεφάλαιο III του Τίτλου II, εκτός του άρθρου 35
(2)και
(3)και του άρθρου 36
(2)έως
(6)και
(9)· (δ) τα άρθρα 68 έως 76 και τα άρθρα 81, 86, 87 και 92. Για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, τυχόν αναφορά των προαναφερομένων διατάξεων στην Επιτροπή θεωρείται ότι συνιστά κατ’ αναλογία αναφορά στην Κεντρική Τράπεζα.
(4)Οι ακόλουθες διατάξεις εφαρμόζονται, επίσης, σε αδειοδοτημένα πιστωτικά ιδρύματα και σε ΚΕΠΕΥ, όταν τα εν λόγω ιδρύματα και ΚΕΠΕΥ πωλούν ή συμβουλεύουν πελάτες σχετικά με δομημένες καταθέσεις: (α) Το άρθρο 10
(1), το άρθρο 15 και το άρθρο 17
(2),
(3)και
(6)· (β) τα άρθρα 24 έως 27, και τα άρθρα 29, 30 και 31· (γ) τα άρθρα 68 έως 76. Για σκοπούς εφαρμογής του παρόντος εδαφίου αναφορικά με αδειοδοτημένα πιστωτικά ιδρύματα, τυχόν αναφορά των προαναφερομένων διατάξεων στην Επιτροπή θεωρείται ότι συνιστά κατ’ αναλογία αναφορά στην Κεντρική Τράπεζα.
(5)Το άρθρο 18
(1)έως
(6)εφαρμόζεται, επίσης, στα μέλη ή τους συμμετέχοντες των ρυθμιζόμενων αγορών και ΠΜΔ που δεν έχουν την υποχρέωση να αδειοδοτούνται βάσει του παρόντος Νόμου, σύμφωνα με το άρθρο 4
(1)(α), (ε), (θ) και (ι).
(6)Τα άρθρα 58 και 59 εφαρμόζονται, επίσης, σε πρόσωπα που εξαιρούνται σύμφωνα με το άρθρο 4.
(7)[Διαγράφηκε]. 87(I)/2017 159(I)/2021 183(I)/2025 Εξαιρέσεις από το πεδίο εφαρμογής του παρόντος Νόμου 4.-
(1)Ο παρών Νόμος δεν εφαρμόζεται - (α) Στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις και στις επιχειρήσεις που ασκούν τις δραστηριότητες αντασφάλισης και αντεκχώρησης που αναφέρονται στον περί Ασφαλιστικών και Αντασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμο, όταν ασκούν τις δραστηριότητες στις οποίες αναφέρεται ο εν λόγω Νόμος· (β) στα πρόσωπα που παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες αποκλειστικά στις μητρικές τους επιχειρήσεις, στις θυγατρικές τους επιχειρήσεις ή σε άλλες θυγατρικές επιχειρήσεις των μητρικών τους επιχειρήσεων· (γ) στα πρόσωπα που παρέχουν επενδυτική υπηρεσία περιστασιακά στο πλαίσιο της επαγγελματικής τους δραστηριότητας, υπό τον όρο ότι η δραστηριότητα αυτή διέπεται από νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις ή από επαγγελματικό κώδικα δεοντολογίας που δεν απαγορεύουν την παροχή της υπηρεσίας αυτής· (δ) στα πρόσωπα που διενεργούν συναλλαγές για ίδιο λογαριασμό σχετικά με χρηματοοικονομικά μέσα τα οποία δεν είναι παράγωγα επί εμπορευμάτων ή δικαιώματα εκπομπής ή παράγωγα επί των δικαιωμάτων εκπομπής και που δεν παρέχουν άλλες επενδυτικές υπηρεσίες ούτε ασκούν άλλες επενδυτικές δραστηριότητες, σχετικά με χρηματοοικονομικά μέσα τα οποία δεν είναι παράγωγα επί εμπορευμάτων ή δικαιώματα εκπομπής ή παράγωγα επί των δικαιωμάτων εκπομπής, εκτός εάν τα πρόσωπα αυτά- (ι) στα πρόσωπα- (
- i)τα οποία διενεργούν συναλλαγές για ίδιο λογαριασμό, περιλαμβανομένων των ειδικών διαπραγματευτών, σε παράγωγα επί εμπορευμάτων ή δικαιώματα εκπομπής ή παράγωγα επί των δικαιωμάτων αυτών, εξαιρουμένων των προσώπων που διενεργούν συναλλαγές για ίδιο λογαριασμό όταν εκτελούν εντολές πελατών, ή (
- ii)που παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες, πλην της διενέργειας συναλλαγών για ίδιο λογαριασμό, σε παράγωγα επί εμπορευμάτων ή σε δικαιώματα εκπομπής ή παράγωγα αυτών, στους πελάτες ή τους προμηθευτές της κύριας δραστηριότητάς τους, υπό τον όρο ότι- (iA) σε κάθε μία από τις ως άνω αναφερόμενες περιπτώσεις, χωριστά και ως σύνολο, αυτό αποτελεί δραστηριότητα παρεπόμενη ως προς την κύρια δραστηριότητά τους, θεωρούμενη σε επίπεδο ομίλου, και (iB) τα εν λόγω πρόσωπα δεν ανήκουν σε όμιλο του οποίου η κύρια δραστηριότητα είναι η παροχή επενδυτικών υπηρεσιών κατά την έννοια του παρόντος Νόμου ή η άσκηση οποιασδήποτε από τις δραστηριότητες που περιλαμβάνονται στο Παράρτημα I του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου ή η άσκηση δραστηριότητας υπό την ιδιότητα ειδικού διαπραγματευτή για παράγωγα επί εμπορευμάτων, και (iΓ) τα εν λόγω πρόσωπα δεν εφαρμόζουν κάποια αλγοριθμική συναλλακτική τεχνική υψηλής συχνότητας, και (iΔ) τα εν λόγω πρόσωπα αναφέρουν, κατόπιν αιτήματος, στην Επιτροπή τη βάση με την οποία έχουν αξιολογήσει τη δραστηριότητά τους, σύμφωνα με τις υποπαραγράφους (
- i)και (ii), ως παρεπόμενη της κύριας δραστηριότητάς τους· (
- ii)είναι μέλη ή συμμετέχουν σε ρυθμιζόμενη αγορά ή ΠΜΔ, εξαιρουμένων των μη χρηματοοικονομικών οντοτήτων που εκτελούν συναλλαγές σε τόπο διαπραγμάτευσης όταν οι συναλλαγές αυτές είναι μέρος της διαχείρισης ρευστότητας ή είναι αντικειμενικά μετρήσιμο ότι μειώνουν τους κινδύνους που συνδέονται άμεσα με την εμπορική δραστηριότητα ή τη δραστηριότητα χρηματοδότησης ταμειακών διαθεσίμων των εν λόγω μη χρηματοοικονομικών οντοτήτων ή των ομίλων τους, ή (iii) εφαρμόζουν τεχνική κατάρτισης αλγοριθμικών συναλλαγών σε υψηλή συχνότητα, ή (
- iv)διενεργούν συναλλαγές για ίδιο λογαριασμό όταν εκτελούν εντολές πελατών: Νοείται ότι τα πρόσωπα που εξαιρούνται βάσει των παραγράφων (α), (θ) ή (ι) δεν είναι υποχρεωμένα να συμμορφώνονται προς τους όρους της παρούσας παραγράφου για να ισχύει η εξαίρεσή τους∙ (ε) στους διαχειριστές με υποχρεώσεις συμμόρφωσης βάσει του περί της Θέσπισης Συστήματος Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπής Αερίων του Θερμοκηπίου Νόμου οι οποίοι, όταν διαπραγματεύονται δικαιώματα εκπομπής, δεν εκτελούν εντολές πελατών και οι οποίοι δεν παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες ούτε ασκούν επενδυτικές δραστηριότητες πέραν της διενέργειας συναλλαγών για ίδιο λογαριασμό, υπό την προϋπόθεση ότι τα πρόσωπα αυτά δεν εφαρμόζουν κάποια τεχνική κατάρτισης αλγοριθμικών συναλλαγών σε υψηλή συχνότητα· (στ) στα πρόσωπα που παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες οι οποίες συνίστανται αποκλειστικά στη διαχείριση συστημάτων συμμετοχής των εργαζομένων· (ζ) στα πρόσωπα που παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες που περιλαμβάνουν μόνο τόσο τη διαχείριση συστημάτων συμμετοχής των εργαζομένων όσο και την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών αποκλειστικά στις μητρικές τους επιχειρήσεις, στις θυγατρικές τους επιχειρήσεις ή σε άλλες θυγατρικές επιχειρήσεις των μητρικών τους επιχειρήσεων· (η) στα μέλη του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών και στους άλλους εθνικούς οργανισμούς που επιτελούν παρόμοιες λειτουργίες στην Ευρωπαϊκή Ένωση, στους λοιπούς δημόσιους φορείς που διαχειρίζονται το δημόσιο χρέος ή παρεμβαίνουν στη διαχείρισή του στην Ευρωπαϊκή Ένωση και σε διεθνείς χρηματοοικονομικούς οργανισμούς που έχουν συγκροτηθεί από δύο ή περισσότερα κράτη μέλη και οι οποίοι έχουν ως σκοπό να κινητοποιούν χρηματοδοτήσεις και να προσφέρουν χρηματοοικονομική υποστήριξη προς όφελος των μελών τους που πλήττονται ή απειλούνται από σοβαρά προβλήματα χρηματοδότησης· (θ) στους οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων και στα ταμεία συντάξεων, είτε υπόκεινται σε συντονισμό σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης είτε όχι, και στους θεματοφύλακες και διαχειριστές αυτών των οργανισμών· (ι) στα πρόσωπα- (
- i)τα οποία διενεργούν συναλλαγές για ίδιο λογαριασμό, περιλαμβανομένων των ειδικών διαπραγματευτών, σε παράγωγα επί εμπορευμάτων ή σε δικαιώματα εκπομπής ή σε παράγωγα επί των δικαιωμάτων εκπομπής, εξαιρουμένων των προσώπων που διενεργούν συναλλαγές για ίδιο λογαριασμό όταν εκτελούν εντολές πελατών, ή (
- ii)που παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες, πλην της διενέργειας συναλλαγών για ίδιο λογαριασμό, σε παράγωγα επί εμπορευμάτων ή σε δικαιώματα εκπομπής ή σε παράγωγα επί των δικαιωμάτων εκπομπής, στους πελάτες ή τους προμηθευτές της κύριας δραστηριότητάς τους, υπό τον όρο ότι- (iΑ) σε κάθε μία από τις ανωτέρω περιπτώσεις χωριστά και ως σύνολο αυτή αποτελεί παρεπόμενη δραστηριότητα ως προς την κύρια δραστηριότητά τους, θεωρούμενη σε επίπεδο ομίλου, και η εν λόγω κύρια δραστηριότητα δεν είναι η παροχή επενδυτικών υπηρεσιών κατά την έννοια του παρόντος Νόμου, ή η άσκηση τραπεζικών δραστηριοτήτων βάσει των περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμων του 1997 έως (Αρ. 6) του 2015 ως διορθώθηκαν, ούτε το να ενεργούν ως ειδικοί διαπραγματευτές για παράγωγα επί εμπορευμάτων, και (iΒ) τα πρόσωπα αυτά δεν εφαρμόζουν τεχνική κατάρτισης αλγοριθμικών συναλλαγών σε υψηλή συχνότητα, και (iΓ) τα εν λόγω πρόσωπα γνωστοποιούν σε ετήσια βάση στην Επιτροπή ότι κάνουν χρήση της εξαίρεσης αυτής και, κατόπιν αιτήματος, αναφέρουν στην Επιτροπή τη βάση πάνω στην οποία στηρίζουν την πεποίθησή τους ότι η δραστηριότητά τους στο πλαίσιο των υποπαραγράφων (
- i)και (
- ii)είναι παρεπόμενη ως προς την κύρια δραστηριότητά τους· (ια) στα πρόσωπα που παρέχουν επενδυτικές συμβουλές κατά την άσκηση άλλης επαγγελματικής δραστηριότητας μη εμπίπτουσας στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος Νόμου, υπό την προϋπόθεση ότι δεν αμείβονται ειδικά για την παροχή των συμβουλών αυτών· (ιβ) στις ενώσεις που συγκροτούνται από δανικά και φινλανδικά συνταξιοδοτικά ταμεία με μοναδικό σκοπό τη διαχείριση των περιουσιακών στοιχείων των ταμείων που είναι μέλη τους· (ιγ) στους «agenti di cambio» των οποίων οι δραστηριότητες και τα καθήκοντα διέπονται από το άρθρο 201 του ιταλικού νομοθετικού διατάγματος αριθ. 58 της 24ης Φεβρουαρίου 1998· (ιδ) στους διαχειριστές συστημάτων μεταφοράς, όπως ορίζονται στο άρθρο 2 του περί Ρύθμισης της Αγοράς Ηλεκτρισμού Νόμου ή στο άρθρο 2 του περί Ρύθμισης της Αγοράς Φυσικού Αερίου Νόμου, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους βάσει των εν λόγω Νόμων, βάσει του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 714/2009, βάσει του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 715/2009 ή βάσει των κωδικών των δικτύων ή κατευθυντήριων γραμμών που έχουν εκδοθεί δυνάμει των εν λόγω Κανονισμών, στα πρόσωπα που ενεργούν ως πάροχοι υπηρεσιών για λογαριασμό τους για να ασκούν τα καθήκοντά τους βάσει των εν λόγω νομοθετικών πράξεων ή βάσει των κωδικών των δικτύων ή των κατευθυντηρίων γραμμών που έχουν εκδοθεί δυνάμει των εν λόγω Κανονισμών, και σε κάθε φορέα διαχείρισης ή εκμετάλλευσης μηχανισμού εξισορρόπησης ενέργειας ή δικτύου ή συστήματος αγωγών για τη διατήρηση ισορροπίας μεταξύ παροχής και κατανάλωσης ενέργειας, όταν ασκούν τα καθήκοντα αυτά: Νοείται ότι η εξαίρεση της παρούσας παραγράφου εφαρμόζεται για πρόσωπα τα οποία ασκούν τις δραστηριότητες που περιγράφηκαν στην παρούσα παράγραφο μόνον όταν ασκούν επενδυτικές δραστηριότητες ή παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες, σε σχέση με παράγωγα επί εμπορευμάτων στο πλαίσιο της άσκησης των εν λόγω δραστηριοτήτων. Η εν λόγω εξαίρεση δεν ισχύει αναφορικά με τη λειτουργία μιας δευτερογενούς αγοράς, περιλαμβανομένων των συστημάτων για συναλλαγές επί χρηματοοικονομικών δικαιωμάτων μεταφοράς στη δευτερογενή αγορά· (ιε) στα ΚΑΤ, με την εξαίρεση που προβλέπεται στο Άρθρο 73 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 909/2014· (ιστ) στους παρόχους υπηρεσιών συμμετοχικής χρηματοδότησης, όπως ορίζονται στο Άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο ε), του Κανονισμού (ΕΕ) 2020/1503.
(2)Τα δικαιώματα που απορρέουν από τον παρόντα Νόμο δεν εκτείνονται στις υπηρεσίες που παρέχονται από αντισυμβαλλομένους σε πράξεις που διενεργούνται από δημόσιους φορείς που χειρίζονται το δημόσιο χρέος ή από μέλη του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών κατά την άσκηση των καθηκόντων τους σύμφωνα με τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και με το πρωτόκολλο αριθ. 4 του καταστατικού του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ή κατά την άσκηση ισοδύναμων καθηκόντων δυνάμει των νομοθεσιών των κρατών μελών. 87(I)/2017 78(I)/2021 9(I)/2022 183(I)/2025 ΤΙΤΛΟΣ II ΟΡΟΙ ΓΙΑ ΤΗ ΧΟΡΗΓΗΣΗ ΑΔΕΙΑΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΩΝ ΚΕΠΕΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι - Όροι και διαδικασίες για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας Απαιτήσεις για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας 5.-
(1)Για την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών ή/και την άσκηση επενδυτικών δραστηριοτήτων, ως τακτική ενασχόληση ή δραστηριότητα, απαιτείται η προηγούμενη χορήγηση άδειας λειτουργίας, σύμφωνα με το παρόν Κεφάλαιο. Αναφορικά με τις ΚΕΠΕΥ, η εν λόγω άδεια λειτουργίας χορηγείται από την Επιτροπή.
(2)Ανεξάρτητα από το εδάφιο
(1), διαχειριστής αγοράς της Δημοκρατίας δύναται να διαχειρίζεται ΠΜΔ ή ΜΟΔ, υπό την προϋπόθεση ότι προηγουμένως εξακριβώνεται από την Επιτροπή η συμμόρφωσή του με το παρόν Κεφάλαιο.
(3)Η Επιτροπή εγγράφει σε μητρώο όλες τις ΚΕΠΕΥ. Το κοινό έχει πρόσβαση στο μητρώο αυτό, το οποίο περιέχει πληροφορίες σχετικά με τις υπηρεσίες ή τις δραστηριότητες για τις οποίες η ΚΕΠΕΥ έχει λάβει άδεια λειτουργίας. Η Επιτροπή επικαιροποιεί το μητρώο και γνωστοποιεί κάθε άδεια λειτουργίας στην ΕΑΚΑΑ.
(4)Κάθε ΚΕΠΕΥ οφείλει να έχει τα κεντρικά της γραφεία στη Δημοκρατία.
(5)Η ΚΕΠΕΥ απαγορεύεται να διεξάγει οποιεσδήποτε άλλες εργασίες πέραν των υπηρεσιών ή/και δραστηριοτήτων που αναφέρονται στην άδεια λειτουργίας της, εκτός εάν- (α) Η διεξαγωγή τους οδηγεί ή συμβάλλει στην επίτευξη της παροχής όλων ή μερικών υπηρεσιών ή και της άσκησης δραστηριοτήτων, που επιτρέπονται από την άδεια λειτουργίας της· ή (β) έχει ληφθεί έγκριση από την Επιτροπή, η οποία χορηγείται, κατά την απόλυτη της κρίση, σε εξαιρετικές περιπτώσεις. 87(I)/2017 Περιεχόμενο της άδειας λειτουργίας 6.-
(1)Στην άδεια λειτουργίας προσδιορίζονται οι επενδυτικές υπηρεσίες ή επενδυτικές δραστηριότητες που επιτρέπεται να παρέχει ή να ασκεί η ΚΕΠΕΥ. Η άδεια λειτουργίας μπορεί να καλύπτει μία ή περισσότερες από τις παρεπόμενες υπηρεσίες που απαριθμούνται στο Μέρος ΙΙ του Πρώτου Παραρτήματος. Σε καμία περίπτωση δεν χορηγείται άδεια λειτουργίας μόνο για την παροχή παρεπόμενων υπηρεσιών.
(2)ΚΕΠΕΥ, που επιθυμεί την επέκταση της άδειας λειτουργίας της σε πρόσθετες επενδυτικές υπηρεσίες ή επενδυτικές δραστηριότητες ή σε παρεπόμενες υπηρεσίες που δεν είχαν προβλεφθεί κατά το χρόνο χορήγησης της άδειας λειτουργίας, δύναται να υποβάλει αίτηση στην Επιτροπή για επέκταση της άδειας λειτουργίας της.
(3)(α) Η άδεια λειτουργίας ισχύει σε όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση και επιτρέπει στην ΚΕΠΕΥ να παρέχει της υπηρεσίες και να ασκεί της δραστηριότητες για τις οποίες έχει λάβει άδεια λειτουργίας, σε όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση, είτε μέσω του δικαιώματος εγκατάστασης, περιλαμβανομένου του υποκαταστήματος, είτε μέσω της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών. (β) Η άδεια λειτουργίας που χορηγείται σε ΕΠΕΥ από αρμόδια αρχή κράτους μέλους καταγωγής άλλου από τη Δημοκρατία ισχύει στη Δημοκρατία και επιτρέπει στην ΕΠΕΥ να παρέχει τις υπηρεσίες και να ασκεί τις δραστηριότητες, για τις οποίες έχει λάβει άδεια λειτουργίας, στη Δημοκρατία, είτε μέσω του δικαιώματος εγκατάστασης, περιλαμβανομένου του υποκαταστήματος, είτε μέσω της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών. 87(I)/2017 Διαδικασίες έγκρισης και απόρριψης αίτησης χορήγησης άδειας λειτουργίας 7.-
(1)Η Επιτροπή δεν χορηγεί άδεια λειτουργίας εκτός εάν και μέχρις ότου ικανοποιηθεί πλήρως ότι, η εταιρεία η οποία συστάθηκε στη Δημοκρατία και αιτείται τη χορήγηση άδειας λειτουργίας ως ΚΕΠΕΥ (η οποία στο παρόν Κεφάλαιο θα αναφέρεται εφεξής ως «η αιτήτρια»), πληροί όλες τις απαιτήσεις του παρόντος Νόμου, των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων οδηγιών και των πράξεων που θεσπίζονται δυνάμει της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ.
(2)Η αιτήτρια παρέχει όλες τις πληροφορίες, ως καθορίζονται στο παρόν Κεφάλαιο, συμπεριλαμβανομένου προγράμματος δραστηριοτήτων το οποίο καθορίζει, μεταξύ άλλων, τα είδη των προτεινόμενων δραστηριοτήτων και την οργανωτική δομή της αιτήτριας, οι οποίες είναι απαραίτητες για να μπορέσει η Επιτροπή να ικανοποιηθεί ότι η αιτήτρια έχει θεσπίσει, κατά το χρόνο της χορήγησης της άδειας λειτουργίας, όλες τις αναγκαίες ρυθμίσεις για να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της βάσει του παρόντος Κεφαλαίου.
(3)Η Επιτροπή ενημερώνει την αιτήτρια, εντός έξι μηνών από την υποβολή πλήρους αίτησης, για τη χορήγηση ή μη άδειας λειτουργίας. 87(I)/2017 Ανάκληση άδειας λειτουργίας 8.-
(1)Η Επιτροπή δύναται να ανακαλεί την άδεια λειτουργίας εάν η ΚΕΠΕΥ- (α) Δεν κάνει χρήση της άδειας λειτουργίας εντός δώδεκα μηνών, παραιτηθεί ρητώς απ’ αυτήν ή δεν έχει παράσχει επενδυτικές υπηρεσίες ούτε έχει ασκήσει επενδυτική δραστηριότητα κατά τους προηγούμενους έξι μήνες· ή (β) απέκτησε την άδεια λειτουργίας βάσει ψευδών δηλώσεων ή με οποιονδήποτε άλλο αντικανονικό τρόπο· ή (γ) δεν πληροί πλέον τους όρους υπό τους οποίους της χορηγήθηκε η άδεια λειτουργίας, όπως για παράδειγμα τη συμμόρφωση με τους όρους που προβλέπει ο Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 2019/2033· ή (δ) έχει υποπέσει σε σοβαρές και επανειλημμένες παραβάσεις των σχετικά με τη λειτουργία των ΚΕΠΕΥ διατάξεων, οι οποίες προβλέπονται στον παρόντα Νόμο ή στον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 600/2014 ή οι οποίες θεσπίζονται δυνάμει της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ ή του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014· ή (ε) εμπίπτει σε οποιαδήποτε από τις περιπτώσεις στις οποίες η κυπριακή νομοθεσία με την οποία ρυθμίζονται θέματα εκτός του πεδίου εφαρμογής του παρόντος Νόμου, προβλέπει ανάκληση της άδειας λειτουργίας.
(2)Η Επιτροπή γνωστοποιεί κάθε ανάκληση άδειας λειτουργίας στην ΕΑΚΑΑ. 87(I)/2017 159(I)/2021 Διοικητικό συμβούλιο 9.-
(1)Η Επιτροπή, κατά τη χορήγηση άδειας λειτουργίας, δυνάμει του άρθρου 5, βεβαιώνεται ότι η αιτήτρια και το διοικητικό της συμβούλιο συμμορφώνονται με το παρόν άρθρο και το άρθρο 10.
(2)(α) Ανεξαρτήτως των διατάξεων του άρθρου 3, έκαστη ΚΕΠΕΥ, χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών και μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών έχει την πρωταρχική ευθύνη να διασφαλίσει ότι τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου της έχουν πάντοτε επαρκώς καλή φήμη και διαθέτουν επαρκείς γνώσεις, ικανότητες και εμπειρία για την εκτέλεση των καθηκόντων τους και πιο συγκεκριμένα ότι τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου πληρούν ιδίως τις απαιτήσεις που ορίζονται στα εδάφια
(3)έως
(9). (β) Σε περίπτωση που μέλη του διοικητικού συμβουλίου δεν πληρούν τις απαιτήσεις που ορίζονται στο παρόν εδάφιο, η Επιτροπή δύναται να απομακρύνει τα εν λόγω πρόσωπα από το διοικητικό συμβούλιο· η Επιτροπή επαληθεύει ειδικότερα κατά πόσο οι απαιτήσεις που ορίζονται στο παρόν εδάφιο εξακολουθούν να πληρούνται όταν έχει βάσιμους λόγους να εικάζει ότι διαπράττεται ή έχει διαπραχθεί, επιχειρείται ή έχει επιχειρηθεί να διαπραχθεί νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδότηση της τρομοκρατίας ή υπάρχει αυξημένος τέτοιος κίνδυνος σε σχέση με την ΚΕΠΕΥ, τη χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή την μικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών.
(3)Όλα τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου οφείλουν να αφιερώνουν επαρκή χρόνο στην εκτέλεση των καθηκόντων τους στην ΚΕΠΕΥ.
(4)Για τον αριθμό των θέσεων σε διοικητικά συμβούλια που δύναται ένα μέλος του διοικητικού συμβουλίου να κατέχει ταυτόχρονα, λαμβάνονται υπόψη οι ιδιαίτερες συνθήκες και η φύση, το μέγεθος και η πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων της ΚΕΠΕΥ. Εξαιρουμένης της περίπτωσης κατά την οποία εκπροσωπούν τη Δημοκρατία, τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου της ΚΕΠΕΥ, η οποία είναι σημαντική από πλευράς μεγέθους και εσωτερικής οργάνωσης και της φύσης, έκτασης και πολυπλοκότητας των δραστηριοτήτων της, απαγορεύεται να κατέχουν περισσότερων του ενός εκ των ακόλουθων συνδυασμών θέσεων σε διοικητικά συμβούλια ταυτόχρονα: (α) Μία θέση εκτελεστικού μέλους διοικητικού συμβουλίου και δύο θέσεις μη εκτελεστικού μέλους διοικητικού συμβουλίου∙ (β) τέσσερις θέσεις μη εκτελεστικού μέλους διοικητικού συμβουλίου.
(5)Για τους σκοπούς του εδαφίου
(4)του παρόντος άρθρου, τα ακόλουθα υπολογίζονται ως μία θέση μέλους διοικητικού συμβουλίου: (α) Θέσεις εκτελεστικού ή μη εκτελεστικού μέλους διοικητικού συμβουλίου που κατέχονται εντός του ιδίου ομίλου∙ (β) θέσεις εκτελεστικού ή μη εκτελεστικού μέλους διοικητικού συμβουλίου που κατέχονται σε- (
- i)ιδρύματα που είναι μέλη του ίδιου θεσμικού συστήματος προστασίας, νοουμένου ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 113, παράγραφος 7, του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, ή (
- ii)επιχειρήσεις (περιλαμβανομένων μη χρηματοοικονομικών οντοτήτων) στις οποίες η ΚΕΠΕΥ κατέχει ειδική συμμετοχή.
(6)Οι θέσεις μέλους διοικητικού συμβουλίου σε οργανισμούς που δεν επιδιώκουν πρωτίστως εμπορικούς στόχους δεν λαμβάνονται υπόψη για τους σκοπούς του εδαφίου
(4).
(7)Η Επιτροπή, με τη χορήγηση άδειας λειτουργίας δυνάμει του άρθρου 5, δύναται να εξουσιοδοτεί μέλη του διοικητικού συμβουλίου να κατέχουν μια επιπλέον θέση μη εκτελεστικού μέλους διοικητικού συμβουλίου από ότι επιτρέπει το εδάφιο
(4)του παρόντος άρθρου. Η Επιτροπή ενημερώνει σε τακτική βάση την ΕΑΚΑΑ σχετικά με τις εξουσιοδοτήσεις αυτές.
(8)Το διοικητικό συμβούλιο διαθέτει συνολικά επαρκείς γνώσεις, ικανότητες και εμπειρία, ώστε να μπορεί να κατανοεί τις δραστηριότητες της ΚΕΠΕΥ, συμπεριλαμβανομένων των κυριότερων κινδύνων, η δε συνολική σύνθεσή του αποτυπώνει ένα αρκούντως ευρύ φάσμα εμπειριών.
(9)Κάθε μέλος του διοικητικού συμβουλίου ενεργεί με ειλικρίνεια, ακεραιότητα και ανεξάρτητη βούληση, ώστε να εκτιμά και αμφισβητεί αποτελεσματικά τις αποφάσεις των ανώτερων στελεχών όποτε αυτό χρειάζεται και να επιβλέπει και να παρακολουθεί αποτελεσματικά τη λήψη των αποφάσεων από τη διοίκηση· η ιδιότητα μέλους συνδεόμενων εταιρειών ή συνδεόμενων οντοτήτων δεν συνιστά από μόνη της εμπόδιο για να ενεργεί κανείς με ανεξάρτητη βούληση.
(10)Η ΚΕΠΕΥ αφιερώνει επαρκείς ανθρώπινους και οικονομικούς πόρους για τη μύηση και εκπαίδευση των μελών του διοικητικού συμβουλίου.
(11)Η ΚΕΠΕΥ και η σχετική επιτροπή διορισμών, που προβλέπεται στο άρθρο 10
(2), οφείλουν να διασφαλίζουν ένα ευρύ φάσμα προσόντων και ικανοτήτων κατά την πρόσληψη μελών στο διοικητικό συμβούλιο και να εφαρμόζουν προς το σκοπό αυτό μια πολιτική που να προωθεί την ύπαρξη ποικιλομορφίας στο διοικητικό συμβούλιο.
(12)Η Επιτροπή συλλέγει τις πληροφορίες που κοινοποιούνται σύμφωνα με το Άρθρο 435, παράγραφος 2, στοιχείο γ), του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και τις χρησιμοποιεί για τη συγκριτική αξιολόγηση των πρακτικών ύπαρξης ποικιλομορφίας και παρέχει αυτές τις πληροφορίες στην ΕΑΚΑΑ.
(13)Τα εδάφια
(2)έως
(12)δεν θίγουν τις διατάξεις της κυπριακής νομοθεσίας σχετικά με την εκπροσώπηση των εργαζομένων στο διοικητικό συμβούλιο.
(14)Η Επιτροπή αρνείται να χορηγήσει άδεια λειτουργίας εάν δεν έχει ικανοποιηθεί ότι τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου της αιτήτριας διαθέτουν επαρκώς καλή φήμη, επαρκείς γνώσεις, ικανότητες και εμπειρία και αφιερώνουν επαρκή χρόνο στην εκτέλεση των καθηκόντων τους στην αιτήτρια, ή εάν υπάρχουν αντικειμενικοί και εξακριβώσιμοι λόγοι που επιτρέπουν να θεωρηθεί ότι το διοικητικό συμβούλιο της αιτήτριας ενδέχεται να αποτελεί απειλή για την αποτελεσματική, ορθή και συνετή διοίκησή της και για την επαρκή μέριμνα για τα συμφέροντα των πελατών της και την ακεραιότητα της αγοράς.
(15)Η ΚΕΠΕΥ οφείλει να γνωστοποιεί στην Επιτροπή όλα τα μέλη του διοικητικού της συμβουλίου και κάθε μεταβολή στη σύνθεσή του και να της παρέχει όλες τις πληροφορίες που είναι αναγκαίες για να εκτιμήσει εάν η ΚΕΠΕΥ πληροί τις απαιτήσεις του παρόντος άρθρου και του άρθρου 10.
(16)Τουλάχιστον δύο πρόσωπα που πληρούν τις απαιτήσεις του παρόντος άρθρου και του άρθρου 10 οφείλουν να διευθύνουν πραγματικά την επιχειρηματική δραστηριότητα της αιτήτριας. 87(I)/2017 91(I)/2021 Ρυθμίσεις διακυβέρνησης 10.-
(1)(α) Το διοικητικό συμβούλιο καθορίζει, επιβλέπει και έχει την ευθύνη αναφορικά με την εφαρμογή των ρυθμίσεων διακυβέρνησης που διασφαλίζουν την αποτελεσματική και συνετή διοίκηση της ΚΕΠΕΥ, περιλαμβανομένων του διαχωρισμού των καθηκόντων στην ΚΕΠΕΥ και της αποφυγής συγκρούσεων συμφερόντων, με τρόπο που προωθεί την ακεραιότητα της αγοράς και το συμφέρον των πελατών της. (β) Οι ρυθμίσεις διακυβέρνησης που αναφέρονται στην παράγραφο (α) τηρούν τις εξής αρχές: (
- i)Το διοικητικό συμβούλιο πρέπει να έχει τη γενική ευθύνη της ΚΕΠΕΥ και να εγκρίνει και να επιβλέπει την υλοποίηση των στρατηγικών της στόχων, της στρατηγικής αντιμετώπισης κινδύνου και της εσωτερικής διακυβέρνησης της ΚΕΠΕΥ· (
- ii)το διοικητικό συμβούλιο πρέπει να διασφαλίζει την ακεραιότητα των συστημάτων λογιστικής και χρηματοοικονομικής αναφοράς, περιλαμβανομένων των χρηματοοικονομικών και λειτουργικών ελέγχων και της συμμόρφωσης με τη νομοθεσία και τα συναφή πρότυπα· (iii) το διοικητικό συμβούλιο πρέπει να επιβλέπει τη διαδικασία δημοσιοποιήσεων και ανακοινώσεων· (
- iv)το διοικητικό συμβούλιο πρέπει να είναι υπεύθυνο για την αποτελεσματική επίβλεψη των ανώτερων στελεχών· (
- v)ο πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της ΚΕΠΕΥ δεν επιτρέπεται να ασκεί ταυτόχρονα καθήκοντα διευθύνοντος συμβούλου στην ίδια ΚΕΠΕΥ, εκτός εάν αυτό είναι δικαιολογημένο από την ΚΕΠΕΥ και εγκεκριμένο από την Επιτροπή. (γ) Με την επιφύλαξη των απαιτήσεων που επιβάλλουν οι παράγραφοι (α) και (β), οι ρυθμίσεις διακυβέρνησης που αναφέρονται στην παράγραφο (α) διασφαλίζουν ότι το διοικητικό συμβούλιο καθορίζει, εγκρίνει και επιβλέπει - (
- i)Την οργάνωση της ΚΕΠΕΥ για την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών, την άσκηση επενδυτικών δραστηριοτήτων και την παροχή παρεπόμενων υπηρεσιών, συμπεριλαμβα-νομένων των ικανοτήτων, των γνώσεων και της εμπειρίας που απαιτούνται για το προσωπικό, τους πόρους, τις διαδικασίες και τις ρυθμίσεις για την παροχή υπηρεσιών και δραστηριοτήτων από την ΚΕΠΕΥ, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των δραστηριοτήτων της και όλες τις απαιτήσεις με τις οποίες πρέπει να συμμορφώνεται η ΚΕΠΕΥ· και (
- ii)μια πολιτική ως προς τις υπηρεσίες, τις δραστηριότητες, τα προϊόντα και τις λειτουργίες που προσφέρονται ή παρέχονται σύμφωνα με το ανεκτό για την ΚΕΠΕΥ επίπεδο κινδύνου και τα χαρακτηριστικά και τις ανάγκες των πελατών της ΚΕΠΕΥ προς τους οποίους θα προσφέρονται ή θα παρέχονται, συμπεριλαμβανομένης της διεξαγωγής κατάλληλων προσομοιώσεων ακραίων καταστάσεων, όπου απαιτείται· και (iii) μια πολιτική αμοιβών των προσώπων που εμπλέκονται στην παροχή των υπηρεσιών προς τους πελάτες, με στόχο την ενθάρρυνση της υπεύθυνης επαγγελματικής συμπεριφοράς και δίκαιης μεταχείρισης των πελατών, καθώς και την αποφυγή συγκρούσεων συμφερόντων στις σχέσεις με τους πελάτες. (δ) Το διοικητικό συμβούλιο παρακολουθεί και ανά περιόδους αξιολογεί την επάρκεια και την υλοποίηση των στρατηγικών στόχων της ΚΕΠΕΥ όσον αφορά την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών, την άσκηση επενδυτικών δραστηριοτήτων και την παροχή παρεπόμενων υπηρεσιών, την αποτελεσματικότητα των ρυθμίσεων διακυβέρνησης της ΚΕΠΕΥ και την επάρκεια των πολιτικών σχετικά με την παροχή υπηρεσιών στους πελάτες, και προβαίνει στις κατάλληλες ενέργειες για την αντιμετώπιση τυχόν ελλείψεων. (ε) Τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου έχουν επαρκή πρόσβαση στις πληροφορίες και τα έγγραφα που απαιτούνται για την επίβλεψη και την παρακολούθηση της διαδικασίας λήψης αποφάσεων της διοίκησης. (στ) Τα δεδομένα σχετικά με δάνεια προς τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου και τα συνδεδεμένα μέρη τους είναι δεόντως τεκμηριωμένα και τίθενται στη διάθεση της Επιτροπής κατόπιν αιτήματος. (ζ) Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ‟συνδεδεμένο μέροςˮ σημαίνει - (
- i)σύζυγος, καταχωρισμένος ή καταχωρισμένη σύντροφος σύμφωνα με το κυπριακό δίκαιο, τέκνο ή γονέας μέλους του διοικητικού οργάνου, (
- ii)εμπορική οντότητα, στην οποία μέλος του διοικητικού συμβουλίου ή στενός συγγενής του όπως αναφέρεται στην υποπαράγραφο (
- i)έχει ειδική συμμετοχή ύψους 10% ή περισσότερο του κεφαλαίου ή των δικαιωμάτων ψήφου στην εν λόγω οντότητα ή στην οποία τα εν λόγω πρόσωπα μπορούν να ασκούν σημαντική επιρροή ή στην οποία τα εν λόγω πρόσωπα κατέχουν θέσεις ανώτερων στελεχών ή είναι μέλη του διοικητικού συμβουλίου.
(2)(α) ΚΕΠΕΥ, η οποία είναι σημαντική από πλευράς μεγέθους και εσωτερικής οργάνωσης και της φύσης, έκτασης και πολυπλοκότητας των δραστηριοτήτων της, οφείλει να θεσπίζει επιτροπή διορισμών αποτελούμενη από μέλη του διοικητικού συμβουλίου που δεν ασκούν καμία εκτελεστική λειτουργία στην ΚΕΠΕΥ. (β) Η επιτροπή διορισμών- (
- i)Εντοπίζει και προτείνει, για έγκριση από το διοικητικό συμβούλιο ή προς έγκριση από τη γενική συνέλευση, υποψηφίους για την κάλυψη κενών θέσεων του διοικητικού συμβουλίου, αξιολογεί το συνδυασμό γνώσεων, ικανοτήτων, ποικιλομορφίας και εμπειρίας του διοικητικού συμβουλίου, συντάσσει περιγραφή των ρόλων και των ικανοτήτων για ένα συγκεκριμένο διορισμό, και υπολογίζει το χρόνο που αναμένεται να αφιερωθεί σε αυτή τη θέση∙ και (
- ii)αποφασίζει ως προς τον καθορισμό στόχου για την εκπροσώπηση του ανεπαρκώς εκπροσωπούμενου φύλου στο διοικητικό συμβούλιο και ετοιμάζει πολιτική για το πως θα αυξηθεί ο αριθμός των προσώπων του ανεπαρκώς εκπροσωπούμενου φύλου στο διοικητικό συμβούλιο προκειμένου να υλοποιηθεί ο στόχος αυτός· ο στόχος, η πολιτική και η εφαρμογή τους δημοσιοποιούνται σύμφωνα με το Άρθρο 435, παράγραφος 2, στοιχείο γ), του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· και (iii) εκτιμά, κατά περιόδους και τουλάχιστον ετησίως, τη δομή, το μέγεθος, τη σύνθεση και την απόδοση του διοικητικού συμβουλίου και απευθύνει συστάσεις στο διοικητικό συμβούλιο σχετικά με τυχόν μεταβολές· και (
- iv)εκτιμά, κατά περιόδους και τουλάχιστον ετησίως, τις γνώσεις, τις ικανότητες και την εμπειρία αυτών καθ’ αυτών των μελών του διοικητικού συμβουλίου και του διοικητικού συμβουλίου ως συνόλου, και υποβάλλει σχετικές αναφορές στο διοικητικό συμβούλιο· και (
- v)επανεξετάζει, κατά περιόδους, την πολιτική που εφαρμόζει το διοικητικό συμβούλιο για την επιλογή και το διορισμό ανώτερων στελεχών και κάνει συστάσεις στο διοικητικό συμβούλιο· και (
- vi)κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της, λαμβάνει υπόψη της, στο βαθμό που είναι δυνατόν και σε συνεχή βάση, την ανάγκη να διασφαλιστεί ότι η λήψη αποφάσεων από το διοικητικό συμβούλιο δεν κυριαρχείται από ένα πρόσωπο ή μικρή ομάδα προσώπων κατά τρόπο που θίγει τα συμφέροντα της ΚΕΠΕΥ ως σύνολο· και (vii) δύναται να χρησιμοποιεί οποιοδήποτε είδος πόρων κρίνει κατάλληλο, συμπεριλαμβανομένων των εξωτερικών συμβούλων, και να λαμβάνει τη δέουσα χρηματοδότηση προς το σκοπό αυτό.
(3)Το εδάφιο
(2)δεν εφαρμόζεται σε περίπτωση που, βάσει του κυπριακού δικαίου, το διοικητικό συμβούλιο δεν έχει οποιαδήποτε αρμοδιότητα επί της διαδικασίας επιλογής και διορισμού οποιουδήποτε εκ των μελών του. 87(I)/2017 91(I)/2021 Μέτοχοι και μέλη με ειδικές συμμετοχές 11.-
(1)(α) Η Επιτροπή δεν χορηγεί άδεια λειτουργίας για την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών ή την άσκηση επενδυτικών δραστηριοτήτων από την αιτήτρια, μέχρις ότου πληροφορηθεί για την ταυτότητα των άμεσων ή έμμεσων μετόχων ή μελών με ειδική συμμετοχή, είτε πρόκειται για φυσικά ή νομικά πρόσωπα, καθώς και για το ύψος των εν λόγω ειδικών συμμετοχών. (β) Η Επιτροπή δεν χορηγεί άδεια λειτουργίας εάν, λαμβανομένης υπόψη της ανάγκης να διασφαλιστεί η ορθή και συνετή διοίκηση της ΚΕΠΕΥ, δεν έχει ικανοποιηθεί για την καταλληλότητα των μετόχων ή μελών που κατέχουν ειδικές συμμετοχές. (γ) Εάν υπάρχουν στενοί δεσμοί μεταξύ της αιτήτριας και άλλων φυσικών ή νομικών προσώπων, η Επιτροπή χορηγεί άδεια λειτουργίας μόνο εάν οι δεσμοί αυτοί δεν εμποδίζουν την αποτελεσματική άσκηση των εποπτικών της καθηκόντων.
(2)Η Επιτροπή δεν χορηγεί άδεια λειτουργίας εάν οι νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις τρίτης χώρας που διέπουν ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα με τα οποία η αιτήτρια έχει στενούς δεσμούς, ή οι δυσχέρειες που ανακύπτουν κατά την εφαρμογή τους, εμποδίζουν την αποτελεσματική άσκηση των εποπτικών της καθηκόντων.
(3)Εάν η επιρροή των προσώπων που αναφέρονται στην παράγραφο (α) του εδαφίου
(1)είναι δυνατό να αποβεί σε βάρος της ορθής και συνετής διοίκησης της ΚΕΠΕΥ, η Επιτροπή λαμβάνει κατάλληλα μέτρα για να τερματιστεί η εν λόγω κατάσταση. Τα μέτρα αυτά είναι δυνατόν να περιλαμβάνουν αιτήσεις έκδοσης δικαστικών διαταγμάτων ή την επιβολή κυρώσεων κατά διευθυντών και αυτών που είναι υπεύθυνων για τη διοίκηση, ή την αναστολή της άσκησης των δικαιωμάτων ψήφου που απορρέουν από μετοχές που κατέχουν οι εν λόγω μέτοχοι ή μέλη. 87(I)/2017 Γνωστοποίηση σκοπούμενης απόκτησης συμμετοχής 12.-
(1)(α) Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο (το οποίο αναφέρεται εφεξής στο παρόν άρθρο και στα άρθρα 13 και 14 ως «ο υποψήφιος αποκτών»), το οποίο, μεμονωμένα ή σε συνεννόηση με άλλα πρόσωπα, έχει αποφασίσει είτε να αποκτήσει, άμεσα ή έμμεσα, ειδική συμμετοχή σε ΚΕΠΕΥ, είτε να αυξήσει περαιτέρω, άμεσα ή έμμεσα, τέτοια ειδική συμμετοχή σε ΚΕΠΕΥ, με αποτέλεσμα η αναλογία των δικαιωμάτων ψήφου ή των μεριδίων κεφαλαίου που κατέχει να φθάνει ή να υπερβαίνει τα κατώτατα όρια του 20 %, του 30 %, ή του 50 %, ή με αποτέλεσμα η ΚΕΠΕΥ να καταστεί θυγατρική του επιχείρηση (που αναφέρεται εφεξής στο παρόν άρθρο και στα άρθρα 13 και 14 ως «η σκοπούμενη απόκτηση συμμετοχής»), απευθύνει προηγουμένως γραπτή γνωστοποίηση στην Επιτροπή, προσδιορίζοντας το ύψος της σκοπούμενης συμμετοχής και παρέχοντας τις σχετικές πληροφορίες, κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 14
(4). (β) Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο αποφάσισε να παύσει να κατέχει, άμεσα ή έμμεσα, ειδική συμμετοχή σε ΚΕΠΕΥ, απευθύνει προηγουμένως γραπτή γνωστοποίηση στην Επιτροπή, προσδιορίζοντας το ύψος της σκοπούμενης συμμετοχής του. Το εν λόγω πρόσωπο γνωστοποιεί επίσης στην Επιτροπή την απόφασή του να μειώσει την ειδική συμμετοχή του, με αποτέλεσμα η αναλογία των δικαιωμάτων ψήφου ή των μεριδίων του κεφαλαίου που κατέχει να μειωθεί σε λιγότερο από το 20 %, 30 % ή 50 %, ή με αποτέλεσμα η ΚΕΠΕΥ να παύσει να είναι θυγατρική του. (γ) Κατά την αξιολόγηση, εάν πληρούνται τα κριτήρια ειδικής συμμετοχής του άρθρου 11 και του παρόντος άρθρου, δεν λαμβάνονται υπόψη τα δικαιώματα ψήφου ή οι μετοχές που κατέχουν ΕΠΕΥ ή πιστωτικά ιδρύματα ως αποτέλεσμα αναδοχής ή/και διάθεσης χρηματοοικονομικών μέσων με δέσμευση ανάληψης, σύμφωνα με το σημείο 6 του Μέρους Ι του Πρώτου Παραρτήματος, υπό τον όρο ότι τα εν λόγω δικαιώματα, αφενός, δεν ασκούνται ούτε χρησιμοποιούνται κατ’ άλλον τρόπο με σκοπό την παρέμβαση στη διοίκηση του εκδότη και, αφετέρου, μεταβιβάζονται εντός ενός έτους από την απόκτηση.
(2)(α) Η Επιτροπή, κατά την αξιολόγηση που προβλέπεται στο άρθρο 14
(1)(η οποία αναφέρεται εφεξής στο παρόν άρθρο και στα άρθρα 13 και 14 ως «η αξιολόγηση»), διαβουλεύεται εκτενώς με τις σχετικές αρμόδιες αρχές, στην περίπτωση που ο υποψήφιος αποκτών είναι- (
- i)Πιστωτικό ίδρυμα, ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, ΕΠΕΥ, εταιρεία διαχείρισης ΟΣΕΚΑ ή διαχειριστής οργανισμών εναλλακτικών επενδύσεων, με άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος μέλος ή σε διαφορετικό κλάδο από αυτόν στον οποίο επιδιώκεται η σκοπούμενη απόκτηση συμμετοχής· (
- ii)μητρική επιχείρηση πιστωτικού ιδρύματος, ασφαλιστικής ή αντασφαλιστικής επιχείρησης, ΕΠΕΥ, εταιρείας διαχείρισης ΟΣΕΚΑ ή διαχειριστή οργανισμών εναλλακτικών επενδύσεων, με άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος μέλος ή σε διαφορετικό κλάδο από αυτόν στον οποίο επιδιώκεται η σκοπούμενη απόκτηση συμμετοχής· ή (iii) φυσικό ή νομικό πρόσωπο που ελέγχει πιστωτικό ίδρυμα, ασφαλιστική ή αντασφαλιστική επιχείρηση, ΕΠΕΥ, εταιρεία διαχείρισης ΟΣΕΚΑ ή διαχειριστή οργανισμών εναλλακτικών επενδύσεων, με άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος μέλος ή σε διαφορετικό κλάδο από αυτόν στον οποίο επιδιώκεται η σκοπούμενη απόκτηση συμμετοχής. (β) Η Επιτροπή παρέχει στις αρμόδιες αρχές, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, κάθε πληροφορία που είναι απαραίτητη ή σχετική με την αξιολόγηση. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή ανταλλάσσει με τις αρμόδιες αρχές, κατόπιν αιτήματος, κάθε σχετική πληροφορία και γνωστοποιεί, με δική της πρωτοβουλία, όλες τις ουσιαστικής σημασίας πληροφορίες. (γ) Στο πλαίσιο διαβούλευσής της με άλλες αρμόδιες αρχές κατά τα προβλεπόμενα στο Άρθρο 11, παράγραφος 2, της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ, η Επιτροπή, ως η αρμόδια αρχή που έχει εκδώσει την άδεια λειτουργίας της ΚΕΠΕΥ για την οποία επιδιώκεται η σκοπούμενη απόκτηση συμμετοχής, επισημαίνει στην απόφασή της τυχόν απόψεις ή επιφυλάξεις τις οποίες εξέφρασε η αρμόδια αρχή η οποία είναι υπεύθυνη για την αξιολόγηση του υποψήφιου αποκτώντος.
(3)(α) Εάν η ΚΕΠΕΥ λάβει γνώση οποιασδήποτε απόκτησης ή διάθεσης συμμετοχών στο κεφάλαιό της με την οποία οι συμμετοχές σε αυτήν υπερβαίνουν ή κατέρχονται οποιονδήποτε από τα όρια που αναφέρονται στο εδάφιο
(1), ενημερώνει, χωρίς καθυστέρηση, την Επιτροπή. (β) Τουλάχιστον μία φορά κατ’ έτος, η ΚΕΠΕΥ γνωστοποιεί, επίσης, στην Επιτροπή τα ονόματα των μετόχων και μελών που κατέχουν ειδικές συμμετοχές και τα ποσοστά αυτών των συμμετοχών όπως προκύπτουν, για παράδειγμα, από τις πληροφορίες που ανακοινώνονται στις ετήσιες γενικές συνελεύσεις των μετόχων και μελών, ή από την εφαρμογή των ρυθμίσεων που ισχύουν για τις εταιρείες των οποίων οι κινητές αξίες είναι εισηγμένες προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά.
(4)Η Επιτροπή λαμβάνει μέτρα, παρόμοια με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 11
(3), κατά των προσώπων που δεν συμμορφώνονται με την υποχρέωση προηγούμενης ενημέρωσης σε περίπτωση απόκτησης ή αύξησης ειδικής συμμετοχής. Σε περίπτωση απόκτησης συμμετοχής παρά την αντίθεση της Επιτροπής, ανεξάρτητα από τις άλλες κυρώσεις που μπορούν να επιβληθούν, η Επιτροπή αποφασίζει είτε την αναστολή της άσκησης των αντίστοιχων δικαιωμάτων ψήφου είτε την ακύρωση των αντίστοιχων ψήφων. 87(I)/2017 Περίοδος αξιολόγησης 13.-
(1)(α) Η Επιτροπή, αμέσως και, σε κάθε περίπτωση, εντός δύο εργασίμων ημερών από την παραλαβή της γνωστοποίησης που απαιτείται βάσει του άρθρου 12
(1), καθώς και σε περίπτωση ενδεχόμενης μεταγενέστερης παραλαβής των πληροφοριών που αναφέρονται στο εδάφιο
(2)του παρόντος άρθρου, επιβεβαιώνει γραπτώς στον υποψήφιο αποκτώντα την παραλαβή τους. (β) Η Επιτροπή διενεργεί την αξιολόγηση εντός προθεσμίας εξήντα εργασίμων ημερών από την ημερομηνία της γραπτής επιβεβαίωσης της παραλαβής της γνωστοποίησης και όλων των εγγράφων που η Επιτροπή απαιτεί να επισυνάπτονται στη γνωστοποίηση βάσει του καταλόγου που αναφέρεται στο άρθρο 14
(4)(η οποία θα αναφέρεται εφεξής στο παρόν άρθρο ως «η περίοδος αξιολόγησης»). (γ) Η Επιτροπή ενημερώνει τον υποψήφιο αποκτώντα, κατά την επιβεβαίωση της παραλαβής, για την ημερομηνία λήξης της περιόδου αξιολόγησης.
(2)(α) Η Επιτροπή δύναται, εν ανάγκη, κατά την περίοδο αξιολόγησης και όχι μετά την πεντηκοστή εργάσιμη ημέρα της περιόδου αυτής, να ζητήσει περαιτέρω πληροφορίες αναγκαίες για την ολοκλήρωση της αξιολόγησης. Το αίτημα υποβάλλεται γραπτώς και προσδιορίζει τα αναγκαία συμπληρωματικά πληροφοριακά στοιχεία. (β) Κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ της ημερομηνίας κατά την οποία η Επιτροπή ζητεί πληροφορίες και της ημερομηνίας παραλαβής της απάντησης του υποψήφιου αποκτώντα, διακόπτεται η περίοδος αξιολόγησης. Η διακοπή δεν υπερβαίνει τις 20 εργάσιμες ημέρες. Η Επιτροπή δύναται να υποβάλει περαιτέρω αιτήματα για τη συμπλήρωση ή την αποσαφήνιση των πληροφοριών, αυτό όμως δεν συνεπάγεται διακοπή της περιόδου αξιολόγησης.
(3)Η Επιτροπή δύναται να παρατείνει τη διακοπή στην οποία αναφέρεται η παράγραφος (β) του εδαφίου
(2)έως 30 εργάσιμες ημέρες, εάν ο υποψήφιος αποκτών είναι ένα από τα ακόλουθα: (α) Φυσικό ή νομικό πρόσωπο που είναι εγκατεστημένο ή υπόκειται σε ρυθμιστικό πλαίσιο εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης· (β) φυσικό ή νομικό πρόσωπο μη υποκείμενο σε εποπτεία δυνάμει νομοθεσίας κράτους μέλους η οποία συνάδει με την Οδηγία 2009/65/ΕΚ, την Οδηγία 2009/138/ΕΚ, την Οδηγία 2011/61/EE, την Οδηγία 2013/36/ΕΕ ή την Οδηγία 2014/65/EE.
(4)Εάν η Επιτροπή, μόλις ολοκληρώσει την αξιολόγησή της, αποφασίσει να αντιταχθεί στη σκοπούμενη απόκτηση συμμετοχής, ενημερώνει γραπτώς τον υποψήφιο αποκτώντα, εντός δύο εργασίμων ημερών, και πριν τη λήξη της περιόδου αξιολόγησης, εκθέτοντας τους λόγους της απόφασης αυτής. Η δέουσα αιτιολόγηση της απόφασης της Επιτροπής δύναται να δημοσιοποιείται, είτε κατόπιν αιτήματος του υποψήφιου αποκτώντος, είτε κατά την κρίση της Επιτροπής.
(5)Εάν η Επιτροπή δεν αντιταχθεί γραπτώς στη σκοπούμενη απόκτηση συμμετοχής εντός της περιόδου αξιολόγησης, η σκοπούμενη απόκτηση συμμετοχής θεωρείται ότι εγκρίθηκε.
(6)Η Επιτροπή δύναται να ορίζει μέγιστη προθεσμία για την ολοκλήρωση της σκοπούμενης απόκτησης συμμετοχής και να παρατείνει την προθεσμία αυτή, όπου ενδείκνυται. 87(I)/2017 Αξιολόγηση 14.-
(1)Κατά την αξιολόγηση της γνωστοποίησης που προβλέπεται στο άρθρο 12
(1), και των πληροφοριών που αναφέρονται στο άρθρο 13
(2), η Επιτροπή, προκειμένου να διασφαλίσει την ορθή και συνετή διοίκηση της ΚΕΠΕΥ στην οποία επιδιώκεται η σκοπούμενη απόκτηση συμμετοχής και λαμβάνοντας υπόψη την ενδεχόμενη επιρροή του υποψήφιου αποκτώντα στην ΚΕΠΕΥ, αξιολογεί την καταλληλότητα του υποψήφιου αποκτώντα και την ορθότητα της σκοπούμενης απόκτησης συμμετοχής από χρηματοοικονομική άποψη, με βάση όλα τα ακόλουθα κριτήρια: (α) Τη φήμη του υποψήφιου αποκτώντα· (β) τη φήμη και την πείρα οποιουδήποτε προσώπου το οποίο θα διευθύνει τις δραστηριότητες της ΚΕΠΕΥ ως αποτέλεσμα της σκοπούμενης απόκτησης συμμετοχής· (γ) την οικονομική ευρωστία του υποψήφιου αποκτώντα, ειδικότερα ως προς το είδος των δραστηριοτήτων που ασκούνται ή προβλέπεται ότι θα ασκηθούν από την ΚΕΠΕΥ για την οποία επιδιώκεται η σκοπούμενη απόκτηση συμμετοχής· (δ) την ικανότητα της ΚΕΠΕΥ να ανταποκρίνεται και να συνεχίσει να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας βάσει του παρόντος Νόμου και, όπου εφαρμόζεται, βάσει της περί της Συμπληρωματικής Εποπτείας Επιχειρήσεων Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών, Εταιρειών Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων ή Διαχειριστών Οργανισμών Εναλλακτικών Επενδύσεων που ανήκουν σε Χρηματοπιστωτικό Όμιλο Ετερογενών Δραστηριοτήτων, οδηγίας (ΟΔ 144-2007-16 του 2015) της Επιτροπής όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την οδηγία (ΟΔ 144-2007-16(Α) του 2015) της Επιτροπής και βάσει κυπριακής νομοθεσίας που μεταφέρει Οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ιδίως την Οδηγία 2013/36/ΕΕ, ιδίως όσον αφορά το κατά πόσο ο όμιλος του οποίου θα καταστεί μέλος διαθέτει τέτοια δομή που καθιστά δυνατή την άσκηση αποτελεσματικής εποπτείας, την αποτελεσματική ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των αρμόδιων αρχών και τον προσδιορισμό της κατανομής των αρμοδιοτήτων μεταξύ των αρμοδίων αρχών· (ε) το κατά πόσο υπάρχουν βάσιμες υπόνοιες ότι, σε σχέση με τη σκοπούμενη απόκτηση συμμετοχής, διαπράττεται, έχει διαπραχθεί ή επιχειρήθηκε να διαπραχθεί αδίκημα νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή αδίκημα χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, κατά την έννοια του άρθρου 2
(1)του περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου ή ότι η σκοπούμενη απόκτηση συμμετοχής θα μπορούσε να αυξήσει αυτόν τον κίνδυνο.
(2)Η Επιτροπή δύναται να αντιταχθεί στη σκοπούμενη απόκτηση συμμετοχής μόνον εφόσον υπάρχουν βάσιμοι λόγοι για αυτό με βάση τα κριτήρια του εδαφίου
(1)ή εφόσον οι πληροφορίες που διαβιβάσθηκαν από τον υποψήφιο αποκτώντα δεν είναι πλήρεις.
(3)Η Επιτροπή δεν επιβάλλει εκ των προτέρων όρους όσον αφορά το ύψος της συμμετοχής που πρέπει να αποκτηθεί, ούτε εξετάζει τη σκοπούμενη απόκτηση συμμετοχής από πλευράς οικονομικών αναγκών της αγοράς.
(4)Η Επιτροπή δημοσιοποιεί κατάλογο με τις αναγκαίες πληροφορίες για τη διενέργεια της αξιολόγησης, οι οποίες πρέπει να υποβάλλονται στην Επιτροπή κατά τη στιγμή της γνωστοποίησης που προβλέπεται στο άρθρο 12
(1). Οι απαιτούμενες πληροφορίες είναι ανάλογες και προσαρμοσμένες στη φύση του υποψηφίου αποκτώντα και της σκοπούμενης απόκτησης συμμετοχής. Η Επιτροπή δεν απαιτεί πληροφορίες που δεν είναι σχετικές με την προληπτική αξιολόγηση.
(5)Ανεξάρτητα από το άρθρο 13
(1),
(2)και
(3), εάν κοινοποιηθούν στην Επιτροπή δύο ή περισσότερες προτάσεις για απόκτηση ή αύξηση ειδικών συμμετοχών στην ίδια ΚΕΠΕΥ, η Επιτροπή αντιμετωπίζει όλους τους υποψήφιους αποκτώντες χωρίς διακρίσεις. 87(I)/2017 Συμμετοχή σε εγκεκριμένο σύστημα αποζημίωσης επενδυτών 15.-
(1)Η Επιτροπή εξακριβώνει ότι κάθε αιτήτρια συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις της βάσει της Οδηγίας 1997/9/ΕΚ, κατά το χρόνο που της χορηγείται η άδεια λειτουργίας.
(2)Η υποχρέωση του εδαφίου
(1)εκπληρώνεται σε σχέση με δομημένες καταθέσεις, όταν η δομημένη κατάθεση εκδίδεται από πιστωτικό ίδρυμα που είναι μέλος συστήματος εγγύησης καταθέσεων το οποίο είναι αναγνωρισμένο βάσει του περί Συστήματος Εγγύησης των Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2016 και τυχόν άλλης νομοθεσίας που ενσωματώνει την Οδηγία 2014/49/ΕΕ. 87(I)/2017 Αρχικό κεφάλαιο 16.Η Επιτροπή δεν χορηγεί άδεια λειτουργίας, εκτός εάν η αιτήτρια έχει επαρκές αρχικό κεφάλαιο σύμφωνα με τις απαιτήσεις του άρθρου 9 του περί Προληπτικής Εποπτείας ΕΠΕΥ Νόμου, λαμβανομένης υπόψη της φύσης της σχετικής επενδυτικής υπηρεσίας ή επενδυτικής δραστηριότητας. 87(I)/2017 159(I)/2021 Οργανωτικές απαιτήσεις 17.-
(1)Η ΚΕΠΕΥ οφείλει να συμμορφώνεται με τις οργανωτικές απαιτήσεις που καθορίζονται στα εδάφια
(2)έως
(10)του παρόντος άρθρου και στο άρθρο 18.
(2)Η ΚΕΠΕΥ εφαρμόζει κατάλληλες πολιτικές και διαδικασίες για να εξασφαλίζεται επαρκώς η συμμόρφωσή της, συμπεριλαμβανομένων των στελεχών, υπαλλήλων και συνδεδεμένων αντιπροσώπων της, με τις υποχρεώσεις τις οποίες υπέχει βάσει του παρόντος Νόμου, καθώς και κατάλληλους κανόνες για τις προσωπικές συναλλαγές των προσώπων αυτών.
(3)(α) Η ΚΕΠΕΥ καταρτίζει και εφαρμόζει αποτελεσματικές οργανωτικές και διοικητικές ρυθμίσεις ώστε να λαμβάνει όλα τα εύλογα μέτρα προκειμένου να μην επηρεάζονται αρνητικά τα συμφέροντα των πελατών, λόγω συγκρούσεων συμφερόντων κατά την έννοια του άρθρου 24. (β) Η ΚΕΠΕΥ, η οποία παράγει χρηματοοικονομικά μέσα προς πώληση σε πελάτες, διαθέτει, χρησιμοποιεί και επανεξετάζει μια διαδικασία για την έγκριση κάθε χρηματοοικονομικού μέσου και των σημαντικών προσαρμογών που επιφέρει σε υφιστάμενα χρηματοοικονομικά μέσα, πριν τα προωθήσει στην αγορά ή τα διανείμει σε πελάτες. (γ) Η διαδικασία έγκρισης προϊόντων καθορίζει μια προσδιορισμένη αγορά-στόχο τελικών πελατών, εντός της σχετικής κατηγορίας πελατών για κάθε χρηματοοικονομικό μέσο, και εξασφαλίζει ότι όλοι οι κίνδυνοι που συνδέονται με αυτήν την προσδιορισμένη αγορά-στόχο αξιολογούνται, καθώς και ότι η σκοπούμενη στρατηγική διανομής είναι κατάλληλη για την προσδιορισμένη αγορά-στόχο. (δ) Η ΚΕΠΕΥ επανεξετάζει επίσης, σε τακτική βάση, τα χρηματοοικονομικά μέσα που προσφέρει ή προωθεί εμπορικά, λαμβάνοντας υπόψη κάθε γεγονός που θα μπορούσε να επηρεάσει σοβαρά το δυνητικό κίνδυνο για την προσδιορισμένη αγορά-στόχο, έτσι ώστε να αξιολογεί, τουλάχιστον, κατά πόσο το χρηματοοικονομικό μέσο συνεχίζει να συνάδει με τις ανάγκες της προσδιορισμένης αγοράς-στόχου και κατά πόσο η σκοπούμενη στρατηγική διανομής συνεχίζει να είναι η κατάλληλη. (ε) Η ΚΕΠΕΥ που παράγει χρηματοοικονομικά μέσα διαθέτει στους διανομείς όλες τις κατάλληλες πληροφορίες σχετικά με το χρηματοοικονομικό μέσο και τη διαδικασία έγκρισης του προϊόντος, στις οποίες περιλαμβάνεται και η προσδιορισμένη αγορά-στόχος του χρηματοοικονομικού μέσου. (στ) Όταν μια ΚΕΠΕΥ προσφέρει ή εισηγείται χρηματοοικονομικά μέσα που δεν παράγει η ίδια, διαθέτει τις κατάλληλες ρυθμίσεις ώστε να λαμβάνει τις πληροφορίες στις οποίες αναφέρεται η παράγραφος (ε) και να κατανοεί τα χαρακτηριστικά και την προσδιορισμένη αγορά-στόχο για κάθε χρηματοοικονομικό μέσο. (ζ) Οι πολιτικές, διαδικασίες και ρυθμίσεις που αναφέρονται στο παρόν εδάφιο εφαρμόζονται χωρίς επηρεασμό κάθε άλλης απαίτησης βάσει του παρόντος Νόμου και του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014, περιλαμβανομένων εκείνων που σχετίζονται με την κοινοποίηση, την καταλληλότητα ή συμβατότητα, τον εντοπισμό και διαχείριση συγκρούσεων συμφερόντων, καθώς και με τις αντιπαροχές.
(4)Η ΚΕΠΕΥ λαμβάνει όλα τα εύλογα μέτρα για να εξασφαλίζεται η συνεχής και τακτική παροχή και άσκηση των επενδυτικών υπηρεσιών και δραστηριοτήτων και για τον σκοπό αυτό, η ΚΕΠΕΥ χρησιμοποιεί κατάλληλα και ανάλογα συστήματα, συμπεριλαμβανομένων των συστημάτων τεχνολογιών των πληροφοριών και των επικοινωνιών (ΤΠΕ) που έχουν δημιουργηθεί και τελούν υπό διαχείριση σύμφωνα με το Άρθρο 7 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 2022/2554, καθώς και κατάλληλα και αναλογικά μέσα και διαδικασίες.
(5)(α) Η ΚΕΠΕΥ μεριμνά ώστε, όταν αναθέτει σε τρίτους την εκτέλεση επιχειρησιακών λειτουργιών ουσιώδους σημασίας για την παροχή συνεχούς και ικανοποιητικής υπηρεσίας στους πελάτες και την άσκηση των επενδυτικών δραστηριοτήτων σε συνεχή και ικανοποιητική βάση, να λαμβάνονται εύλογα μέτρα για να αποφεύγεται κάθε αδικαιολόγητη επιδείνωση του λειτουργικού κινδύνου. Η ανάθεση σε τρίτους σημαντικών επιχειρησιακών λειτουργιών πρέπει να γίνεται με τρόπο που να μην παραβλάπτει ουσιωδώς την ποιότητα του εσωτερικού ελέγχου της ΚΕΠΕΥ ούτε τη δυνατότητα της Επιτροπής να εποπτεύει τη συμμόρφωση της ΚΕΠΕΥ με όλες τις υποχρεώσεις της. (β) Η ΚΕΠΕΥ έχει υγιείς διοικητικές και λογιστικές διαδικασίες, μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου και αποτελεσματικές διαδικασίες εκτίμησης των κινδύνων. (γ) Χωρίς επηρεασμό του δικαιώματος της Επιτροπής να απαιτεί πρόσβαση στις επικοινωνίες δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου και του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014, οι ΚΕΠΕΥ διαθέτουν υγιείς μηχανισμούς ασφαλείας, σύμφωνα με τις απαιτήσεις που ορίζει ο Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 2022/2554, για τη διασφάλιση και την εξακρίβωση της γνησιότητας των μέσων διαβίβασης των πληροφοριών, την ελαχιστοποίηση του κινδύνου καταστροφής των δεδομένων και πρόσβασης χωρίς άδεια και την αποφυγή της διαρροής των πληροφοριών, ώστε να τηρείται πάντοτε το απόρρητο των δεδομένων.
(6)Η ΚΕΠΕΥ μεριμνά ώστε να τηρούνται αρχεία με όλες τις υπηρεσίες που παρέχει και τις δραστηριότητες και συναλλαγές που εκτελεί, κατά τρόπο που να επιτρέπει στην Επιτροπή να ασκεί τα εποπτικά της καθήκοντα και να προβαίνει σε ενέργειες για την διασφάλιση της τήρησης των υποχρεώσεων της ΚΕΠΕΥ βάσει του παρόντος Νόμου, του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014, της Οδηγίας 2014/57/ΕΕ και του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 596/2014, και ειδικότερα να διασφαλίζει τη συμμόρφωση της ΚΕΠΕΥ με όλες τις υποχρεώσεις της, περιλαμβανομένων των υποχρεώσεων που σχετίζονται με τους πελάτες ή δυνητικούς πελάτες και με την ακεραιότητα της αγοράς.
(7)(α) Τα προβλεπόμενα στο εδάφιο
(6)αρχεία περιλαμβάνουν τις τηλεφωνικές συνδιαλέξεις ή τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες που σχετίζονται, τουλάχιστον, με συναλλαγές που συνάφθηκαν κατά τη διενέργεια συναλλαγών για ίδιο λογαριασμό και με την παροχή υπηρεσιών κατ’ εκτέλεση εντολών πελατών, οι οποίες συνδέονται με τη λήψη, διαβίβαση και εκτέλεση των εντολών πελατών. (β) Οι αναφερόμενες στην παράγραφο (α) τηλεφωνικές συνδιαλέξεις και ηλεκτρονικές επικοινωνίες περιλαμβάνουν επίσης αυτές που αποσκοπούν να καταλήξουν σε συναλλαγές που συνάπτονται κατά τη διενέργεια συναλλαγών για ίδιο λογαριασμό ή στην παροχή υπηρεσιών κατ’ εκτέλεση εντολών πελατών, οι οποίες συνδέονται με τη λήψη, τη διαβίβαση και την εκτέλεση εντολών πελατών, ακόμα και αν οι εν λόγω συνδιαλέξεις ή επικοινωνίες δεν καταλήγουν στην εκτέλεση των εν λόγω συναλλαγών ή στην παροχή υπηρεσιών κατ’ εκτέλεση εντολών πελατών. (γ) Για τους σκοπούς των παραγράφων (α) και (β), η ΚΕΠΕΥ λαμβάνει κάθε εύλογο μέτρο για την καταγραφή σχετικών τηλεφωνικών συνδιαλέξεων και ηλεκτρονικών επικοινωνιών, οι οποίες πραγματοποιούνται, αποστέλλονται ή λαμβάνονται μέσω τεχνικού εξοπλισμού που παρέχει η ΚΕΠΕΥ σε υπάλληλο ή εξωτερικό συνεργάτη, ή μέσω τεχνικού εξοπλισμού του οποίου η χρήση από υπάλληλο ή εξωτερικό συνεργάτη εγκρίνεται ή επιτρέπεται από την ΚΕΠΕΥ. (δ) Η ΚΕΠΕΥ γνωστοποιεί στους νέους και τους υφιστάμενους πελάτες ότι καταγράφονται οι τηλεφωνικές συνδιαλέξεις ή επικοινωνίες μεταξύ της ΚΕΠΕΥ και των πελατών της, οι οποίες καταλήγουν ή ενδέχεται να καταλήξουν στην πραγματοποίηση συναλλαγών. Η γνωστοποίηση αυτή δύναται να παρέχεται μία φορά, πριν από την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών σε νέους και υφιστάμενους πελάτες. (ε) Η ΚΕΠΕΥ δεν παρέχει από το τηλέφωνο επενδυτικές υπηρεσίες και δραστηριότητες σε πελάτες που δεν έχουν ενημερωθεί, εκ των προτέρων, σχετικά με την καταγραφή των τηλεφωνικών συνδιαλέξεων ή επικοινωνιών τους, εφόσον οι εν λόγω επενδυτικές υπηρεσίες και δραστηριότητες αφορούν τη λήψη, διαβίβαση και εκτέλεση εντολών του πελάτη. (στ) Εντολές δύνανται να εισάγονται από πελάτες μέσω άλλων διαύλων, ωστόσο τέτοιου είδους επικοινωνίες οφείλουν να πραγματοποιούνται σε σταθερό μέσο, όπως ταχυδρομικές επιστολές, τηλεομοιοτυπικά, ηλεκτρονικά μηνύματα ή τεκμηρίωση των εντολών πελατών που δόθηκαν δια ζώσης σε συναντήσεις. Ιδίως, το περιεχόμενο των σχετικών προσωπικών συνδιαλέξεων με πελάτη δύναται να καταγράφεται με την τήρηση γραπτών πρακτικών ή σημειώσεων. Οι εντολές αυτές θεωρούνται ισοδύναμες με εντολές που λαμβάνονται από το τηλέφωνο. (ζ) Η ΚΕΠΕΥ λαμβάνει κάθε εύλογο μέτρο για να αποτρέπει υπάλληλο ή εξωτερικό συνεργάτη της να πραγματοποιεί τηλεφωνικές συνδιαλέξεις και να αποστέλλει ή να λαμβάνει ηλεκτρονικά μηνύματα με ιδιωτικό τεχνικό εξοπλισμό, μέσω του οποίου η ΚΕΠΕΥ δεν μπορεί να καταγράψει ή να αντιγράψει τις συνδιαλέξεις ή τις επικοινωνίες αυτές. (η) Τα προβλεπόμενα στο παρόν εδάφιο αρχεία παρέχονται στον εμπλεκόμενο πελάτη, κατόπιν αιτήματος, και φυλάσσονται για μέγιστη περίοδο πέντε ετών και, κατόπιν αιτήματος της Επιτροπής, για μέγιστη περίοδο επτά ετών.
(8)Εάν κατέχει χρηματοοικονομικά μέσα που ανήκουν σε πελάτες, η ΚΕΠΕΥ θεσπίζει κατάλληλες ρυθμίσεις για να προστατεύει τα δικαιώματα κυριότητας των πελατών, ιδίως σε περίπτωση αφερεγγυότητας της ΚΕΠΕΥ, και για να αποτρέπει τη χρησιμοποίηση χρηματοοικονομικών μέσων πελάτη για ίδιο λογαριασμό, εκτός εάν ο πελάτης έχει δώσει τη ρητή συγκατάθεσή του.
(9)Εάν κατέχει κεφάλαια πελατών, η ΚΕΠΕΥ θεσπίζει κατάλληλες ρυθμίσεις για να προστατεύει τα δικαιώματα των πελατών και, εκτός από την περίπτωση των πιστωτικών ιδρυμάτων, για να αποτρέπει τη χρησιμοποίηση κεφαλαίων πελατών για ίδιο λογαριασμό.
(10)Η ΚΕΠΕΥ δεν συνάπτει συμφωνίες παροχής χρηματοοικονομικής ασφάλειας με μεταβίβαση τίτλου με ιδιώτες πελάτες με σκοπό την ασφάλεια ή κάλυψη παρουσών ή μελλοντικών, πραγματικών ή ενδεχόμενων ή αναμενόμενων υποχρεώσεων πελατών.
(11)(α) Τα εδάφια
(6)και
(7)εφαρμόζονται κατ’ αναλογία σε υποκατάστημα ΕΠΕΥ το οποίο είναι εγκατεστημένο στη Δημοκρατία, η δε Επιτροπή διασφαλίζει την συμμόρφωση του υποκαταστήματος με τα εν λόγω εδάφια όσον αφορά τις συναλλαγές τις οποίες εκτελεί το υποκατάστημα, χωρίς επηρεασμό της δυνατότητας της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους καταγωγής της σχετικής ΕΠΕΥ να έχει άμεση πρόσβαση στα σχετικά αρχεία. (β) Η Επιτροπή δύναται, σε εξαιρετικές περιστάσεις, με οδηγίες της, να επιβάλει πρόσθετες απαιτήσεις σε ΚΕΠΕΥ όσον αφορά τη διαφύλαξη των περιουσιακών στοιχείων των πελατών της, επιπλέον των απαιτήσεων που προβλέπονται στα εδάφια
(8),
(9)και
(10)του παρόντος άρθρου και στις κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις που εκδίδονται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή δυνάμει του Άρθρου 16, παράγραφος 12, της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ. Αυτές οι πρόσθετες απαιτήσεις πρέπει να αιτιολογούνται αντικειμενικά και να είναι αναλογικές, με στόχο να αντιμετωπίζονται, σε περιπτώσεις όπου οι ΚΕΠΕΥ φυλάσσουν περιουσιακά στοιχεία ή κεφάλαια πελατών, συγκεκριμένοι κίνδυνοι για την προστασία των επενδυτών ή για την ακεραιότητα της αγοράς, οι οποίοι είναι ιδιαίτερα σημαντικοί υπό τις περιστάσεις που δημιουργεί η δομή της αγοράς στη Δημοκρατία. (γ) Η Επιτροπή γνωστοποιεί, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή κάθε απαίτηση την οποία προτίθεται να επιβάλει σύμφωνα με την παράγραφο (β), τουλάχιστον δύο μήνες πριν από την ορισθείσα ημερομηνία επιβολής της απαίτησης. Η γνωστοποίηση περιλαμβάνει και αιτιολόγηση της εν λόγω απαίτησης. Αυτές οι πρόσθετες απαιτήσεις δεν περιορίζουν, ούτε επηρεάζουν με άλλον τρόπο, τα δικαιώματα των ΚΕΠΕΥ, τα οποία καθορίζονται στα Άρθρα 34 και 35 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ. 87(I)/2017 12(I)/2025 Εξαιρέσεις από απαιτήσεις παρακολούθησης προϊόντων 17Α. ΚΕΠΕΥ εξαιρείται από τις απαιτήσεις που καθορίζονται στις παραγράφους (β) έως (ε) του εδαφίου
(3)του άρθρου 17 και στο εδάφιο
(2)του άρθρου 25, σε περίπτωση που οι επενδυτικές υπηρεσίες που παρέχει αφορούν ομόλογα χωρίς κανένα άλλο ενσωματωμένο παράγωγο εκτός από τη ρήτρα πλήρους αποκατάστασης ή σε περίπτωση που τα χρηματοοικονομικά μέσα διατίθενται στην αγορά ή διανέμονται αποκλειστικά σε επιλέξιμους αντισυμβαλλόμενους. 9(I)/2022 Αλγοριθμικές συναλλαγές 18.-
(1)Η ΚΕΠΕΥ, που δραστηριοποιείται μέσω αλγοριθμικών συναλλαγών- (α) χρησιμοποιεί αποτελεσματικά συστήματα και ελέγχους κινδύνου, κατάλληλους για τις επιχειρηματικές της δραστηριότητες, προκειμένου να διασφαλίζει ότι τα συστήματα διαπραγμάτευσής της είναι ανθεκτικά και διαθέτουν επαρκή χωρητικότητα σύμφωνα με τις απαιτήσεις που ορίζει το Κεφάλαιο ΙΙ του Κανονισμού αριθ. (ΕΕ) 2022/2554, υπόκεινται σε κατάλληλα κατώτατα και ανώτατα όρια διαπραγμάτευσης και αποτρέπουν την αποστολή εσφαλμένων εντολών ή τη λειτουργία των συστημάτων κατά τρόπο που ενδέχεται να οδηγήσει ή να συμβάλει στη μη εύρυθμη λειτουργία της αγοράς· (β) χρησιμοποιεί αποτελεσματικά συστήματα και ελέγχους κινδύνου, προκειμένου να διασφαλίζεται ότι τα συστήματα διαπραγμάτευσης δεν δύναται να χρησιμοποιούνται για σκοπό που είναι αντίθετος με τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 596/2014 ή με τους κανόνες ενός τόπου διαπραγμάτευσης με τον οποίο αυτή συνδέεται· (γ) διαθέτει αποτελεσματικές ρυθμίσεις επιχειρησιακής συνέχειας για την αντιμετώπιση κάθε αστοχίας στα συστήματα διαπραγμάτευσής της, συμπεριλαμβανομένων των πολιτικών και των σχεδίων επιχειρησιακής συνέχειας των τεχνολογιών των πληροφοριών και των επικοινωνιών (ΤΠΕ) και των σχεδίων αντιμετώπισης και ανάκαμψης των τεχνολογιών των πληροφοριών και των επικοινωνιών (ΤΠΕ) τα οποία έχουν καταρτιστεί σύμφωνα με το Άρθρο 11 του Κανονισμού αριθ. (ΕΕ) 2022/2554· και (δ) διασφαλίζει ότι τα συστήματά της έχουν υποβληθεί σε πλήρεις δοκιμές και παρακολουθούνται κατάλληλα, ώστε να διασφαλίζεται ότι πληρούν τις γενικές απαιτήσεις του παρόντος εδαφίου και τυχόν ειδικές απαιτήσεις που ορίζονται στα Κεφάλαια ΙΙ και IV του Κανονισμού αριθ. (ΕΕ) 2022/2554.
(2)(α)(
- i)Η ΚΕΠΕΥ, που δραστηριοποιείται μέσω αλγοριθμικών συναλλαγών, ενημερώνει σχετικά την Επιτροπή και τις αρμόδιες αρχές του τόπου διαπραγμάτευσης στον οποίο η ΚΕΠΕΥ, ως μέλος ή συμμετέχουσα του τόπου διαπραγμάτευσης, δραστηριοποιείται μέσω αλγοριθμικών συναλλαγών. (
- ii)Η ΕΠΕΥ, που δραστηριοποιείται μέσω αλγοριθμικών συναλλαγών ως μέλος ή συμμετέχουσα σε τόπο διαπραγμάτευσης εγκατεστημένο στη Δημοκρατία, ενημερώνει σχετικά την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής της και την Επιτροπή. (β) Η Επιτροπή δύναται να απαιτεί από την ΚΕΠΕΥ να παρέχει, σε τακτική βάση ή κατά περίπτωση, περιγραφή της φύσης των στρατηγικών των αλγοριθμικών συναλλαγών που ακολουθεί, λεπτομέρειες σχετικά με τις παραμέτρους διαπραγμάτευσης ή τα όρια διαπραγμάτευσης στα οποία υπόκειται το σύστημα, τους βασικούς ελέγχους συμμόρφωσης και ελέγχους κινδύνου που χρησιμοποιεί για τη διασφάλιση της εκπλήρωσης των προϋποθέσεων του εδαφίου
(1)και λεπτομέρειες των δοκιμών στις οποίες υποβάλλει τα συστήματά της. Η Επιτροπή δύναται, ανά πάσα στιγμή, να ζητήσει περαιτέρω πληροφορίες από την ΚΕΠΕΥ σχετικά με τη διενέργεια των αλγοριθμικών συναλλαγών της και τα συστήματα που χρησιμοποιεί για τις συναλλαγές αυτές. (γ)(
- i)Η Επιτροπή κοινοποιεί, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, κατόπιν σχετικού αιτήματος από την αρμόδια αρχή του τόπου διαπραγμάτευσης, στον οποίο η ΚΕΠΕΥ, ως μέλος ή συμμετέχουσα του τόπου διαπραγμάτευσης, δραστηριοποιείται μέσω αλγοριθμικών συναλλαγών, τις πληροφορίες οι οποίες αναφέρονται στην παράγραφο (β) και τις οποίες η Επιτροπή λαμβάνει από ΚΕΠΕΥ που δραστηριοποιείται μέσω αλγοριθμικών συναλλαγών. (
- ii)Σε περίπτωση όπου ΕΠΕΥ, ως μέλος ή συμμετέχουσα σε τόπο διαπραγμάτευσης εγκατεστημένο στη Δημοκρατία, δραστηριοποιείται μέσω αλγοριθμικών συναλλαγών, η Επιτροπή δύναται να αιτηθεί, από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής της εν λόγω ΕΠΕΥ, την κοινοποίηση των πληροφοριών οι οποίες αναφέρονται στο Άρθρο 17, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ και τις οποίες η εν λόγω αρμόδια αρχή λαμβάνει από την ΕΠΕΥ. (δ) Η ΚΕΠΕΥ μεριμνά ώστε να τηρούνται αρχεία για τα ζητήματα που αναφέρονται στο παρόν εδάφιο και εξασφαλίζει ότι τα αρχεία αυτά είναι επαρκή, ώστε η Επιτροπή να μπορεί να ελέγχει τη συμμόρφωσή της με τις απαιτήσεις του παρόντος Νόμου. (ε) Η ΚΕΠΕΥ, που δραστηριοποιείται μέσω τεχνικής κατάρτισης αλγοριθμικών συναλλαγών σε υψηλή συχνότητα, τηρεί, σε εγκεκριμένη μορφή, ακριβή και κατά χρονική ακολουθία αρχεία όσον αφορά όλες τις εντολές που έχουν εισαχθεί, περιλαμβανομένων των εντολών που ακυρώθηκαν, των εντολών που εκτελέστηκαν και των προσφορών τιμών σε τόπους διαπραγμάτευσης, και τα διαθέτει στην Επιτροπή, κατόπιν σχετικού αιτήματος.
(3)Η ΚΕΠΕΥ, που δραστηριοποιείται μέσω αλγοριθμικών συναλλαγών για να ακολουθήσει στρατηγική ειδικής διαπραγμάτευσης, λαμβάνοντας υπόψη τη ρευστότητα, την κλίμακα και τη φύση της συγκεκριμένης αγοράς και τα χαρακτηριστικά του μέσου που αποτελεί αντικείμενο διαπραγμάτευσης- (α) Ακολουθεί αυτήν την ειδική διαπραγμάτευση συνεχώς κατά τη διάρκεια καθορισμένης αναλογίας των ωρών συναλλαγών του τόπου διαπραγμάτευσης, εκτός από εξαιρετικές περιπτώσεις, με αποτέλεσμα την παροχή ρευστότητας σε τακτική και προβλέψιμη βάση στον εν λόγω τόπο διαπραγμάτευσης· (β) συνάπτει δεσμευτική γραπτή συμφωνία με τον τόπο διαπραγμάτευσης, στην οποία προσδιορίζονται, τουλάχιστον, οι υποχρεώσεις της ΚΕΠΕΥ σύμφωνα με την παράγραφο (α)·και (γ) εφαρμόζει αποτελεσματικά συστήματα και ελέγχους για να διασφαλίσει ότι εκπληρώνει τις υποχρεώσεις της δυνάμει της συμφωνίας που αναφέρεται στην παράγραφο (β) ανά πάσα στιγμή.
(4)Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου και του άρθρου 49 η ΚΕΠΕΥ που δραστηριοποιείται μέσω αλγοριθμικών συναλλαγών θεωρείται ότι ακολουθεί στρατηγική ειδικής διαπραγμάτευσης όταν, ως μέλος ή συμμετέχουσα σε έναν ή περισσότερους τόπους διαπραγμάτευσης, η στρατηγική της, σε περίπτωση που διενεργεί συναλλαγές για ίδιο λογαριασμό, περιλαμβάνει την εισαγωγή δεσμευτικών, ταυτόχρονων ζευγών εντολών συγκρίσιμου μεγέθους και σε ανταγωνιστικές τιμές σε σχέση με ένα ή περισσότερα χρηματοοικονομικά μέσα σε έναν μόνο τόπο διαπραγμάτευσης ή σε πλειάδα τόπων διαπραγμάτευσης, με αποτέλεσμα την παροχή ρευστότητας σε τακτική και συχνή βάση στο σύνολο της αγοράς.
(5)(α) Η ΚΕΠΕΥ, που παρέχει άμεση ηλεκτρονική πρόσβαση σε τόπο διαπραγμάτευσης, καθιερώνει αποτελεσματικά συστήματα και ελέγχους που διασφαλίζουν ορθή αξιολόγηση και επανεξέταση της καταλληλότητας των πελατών που χρησιμοποιούν την υπηρεσία, ότι οι πελάτες που χρησιμοποιούν την υπηρεσία εμποδίζονται από το να υπερβούν κατάλληλα προκαθορισμένα συναλλακτικά και πιστωτικά όρια, ότι οι συναλλαγές από πελάτες που χρησιμοποιούν την υπηρεσία παρακολουθούνται καταλλήλως και ότι με τους κατάλληλους ελέγχους κινδύνων αποτρέπονται οι συναλλαγές που μπορεί να θέσουν σε κίνδυνο την ίδια την ΚΕΠΕΥ ή που μπορούν να οδηγήσουν ή να συμβάλλουν στη μη εύρυθμη λειτουργία της αγοράς, ή μπορούν να έρθουν σε αντίθεση με τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 596/2014 ή με τους κανόνες του τόπου διαπραγμάτευσης. Η άμεση ηλεκτρονική πρόσβαση χωρίς τους ελέγχους αυτούς απαγορεύεται. (β) Η ΚΕΠΕΥ, που παρέχει άμεση ηλεκτρονική πρόσβαση, είναι υπεύθυνη να διασφαλίζει ότι οι πελάτες που χρησιμοποιούν αυτήν την υπηρεσία συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις του παρόντος Νόμου και με τους κανόνες του τόπου διαπραγμάτευσης. Η ΚΕΠΕΥ παρακολουθεί τις συναλλαγές προκειμένου να εντοπίζει παραβάσεις των κανόνων αυτών, συνθήκες μη εύρυθμης διαπραγμάτευσης ή συμπεριφορά που ενδέχεται να συνιστά κατάχρηση της αγοράς και την οποία η ΚΕΠΕΥ οφείλει να αναφέρει στην Επιτροπή. Η ΚΕΠΕΥ διασφαλίζει ότι υπάρχει δεσμευτική γραπτή συμφωνία μεταξύ της ΚΕΠΕΥ και του πελάτη σχετικά με τα βασικά δικαιώματα και υποχρεώσεις που προκύπτουν από την παροχή της εν λόγω υπηρεσίας και ότι, βάσει αυτής της συμφωνίας, η ΚΕΠΕΥ διατηρεί την ευθύνη βάσει του παρόντος Νόμου. (γ)(
- i)Η ΚΕΠΕΥ, που παρέχει άμεση ηλεκτρονική πρόσβαση σε τόπο διαπραγμάτευσης, ενημερώνει σχετικά την Επιτροπή και τις αρμόδιες αρχές του τόπου διαπραγμάτευσης στον οποίο η ΚΕΠΕΥ παρέχει άμεση ηλεκτρονική πρόσβαση. (
- ii)Η ΕΠΕΥ, που παρέχει άμεση ηλεκτρονική πρόσβαση σε τόπο διαπραγμάτευσης εγκατεστημένο στη Δημοκρατία, ενημερώνει σχετικά την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής της και την Επιτροπή. (δ) Η Επιτροπή δύναται να απαιτεί από την ΚΕΠΕΥ να παρέχει, σε τακτική βάση ή κατά περίπτωση, περιγραφή των συστημάτων και των ελέγχων που αναφέρονται στην παράγραφο (α), καθώς και αποδεικτικά στοιχεία για την εφαρμογή τους. (ε)(
- i)Η Επιτροπή κοινοποιεί, κατόπιν σχετικού αιτήματος της αρμόδιας αρχής ενός τόπου διαπραγμάτευσης στον οποίο η ΚΕΠΕΥ προσφέρει άμεση ηλεκτρονική πρόσβαση, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, τις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο (δ) και τις οποίες λαμβάνει από την ΚΕΠΕΥ. (
- ii)Σε περίπτωση όπου ΕΠΕΥ προσφέρει άμεση ηλεκτρονική πρόσβαση σε τόπο διαπραγμάτευσης εγκατεστημένο στη Δημοκρατία, η Επιτροπή δύναται να αιτηθεί από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους καταγωγής της ΕΠΕΥ την κοινοποίηση των πληροφοριών που αναφέρονται στο Άρθρο 17, παράγραφος 5, τέταρτο εδάφιο, της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ και τις οποίες η εν λόγω αρμόδια αρχή λαμβάνει από την ΕΠΕΥ. (στ) Η ΚΕΠΕΥ μεριμνά ώστε να τηρούνται αρχεία για τα ζητήματα που αναφέρονται στο παρόν εδάφιο και εξασφαλίζει ότι τα αρχεία αυτά είναι επαρκή ώστε η Επιτροπή να μπορεί να ελέγχει τη συμμόρφωσή της με τις απαιτήσεις του παρόντος Νόμου.
(6)Η ΚΕΠΕΥ, που ενεργεί ως γενικό εκκαθαριστικό μέλος για άλλα πρόσωπα, καθιερώνει αποτελεσματικά συστήματα και ελέγχους προκειμένου να διασφαλίζεται ότι οι υπηρεσίες εκκαθάρισης εφαρμόζονται μόνο σε πρόσωπα που είναι κατάλληλα και πληρούν σαφή κριτήρια και ότι επιβάλλονται κατάλληλες απαιτήσεις σε αυτά, ώστε να μειωθούν οι κίνδυνοι για την ΚΕΠΕΥ και την αγορά. Η ΚΕΠΕΥ διασφαλίζει ότι υπάρχει δεσμευτική γραπτή συμφωνία μεταξύ της ΚΕΠΕΥ και του προσώπου σχετικά με τα βασικά δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που προκύπτουν από την παροχή της εν λόγω υπηρεσίας. 87(I)/2017 12(I)/2025 Διαδικασία διαπραγμάτευσης και οριστικοποίηση των συναλλαγών σε ΠΜΔ και ΜΟΔ 19.-
(1)Οι ΚΕΠΕΥ και οι διαχειριστές αγοράς της Δημοκρατίας που διαχειρίζονται ΠΜΔ ή ΜΟΔ, πέραν της εκπλήρωσης των οργανωτικών απαιτήσεων του άρθρου 17 - (α) Θεσπίζουν διαφανείς κανόνες και διαδικασίες δίκαιης και εύρυθμης διαπραγμάτευσης και θεσπίζουν αντικειμενικά κριτήρια για την αποδοτική εκτέλεση εντολών∙ και (β) διαθέτουν μηχανισμούς που επιτρέπουν την υγιή διαχείριση των τεχνικών λειτουργιών του συστήματος, περιλαμβανομένης της θέσπισης αποτελεσματικών μηχανισμών έκτακτης ανάγκης για την αντιμετώπιση των κινδύνων δυσλειτουργίας των συστημάτων.
(2)(α) Οι ΚΕΠΕΥ και οι διαχειριστές αγοράς της Δημοκρατίας που διαχειρίζονται ΠΜΔ ή ΜΟΔ θεσπίζουν διαφανείς κανόνες σχετικά με τα κριτήρια προσδιορισμού των χρηματοοικονομικών μέσων των οποίων η διαπραγμάτευση επιτρέπεται στα πλαίσια των συστημάτων τους. (β) Όπου εφαρμόζεται, οι ΚΕΠΕΥ και οι διαχειριστές αγοράς της Δημοκρατίας που διαχειρίζονται ΠΜΔ ή ΜΟΔ, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση των χρηστών και τα είδη των υπό διαπραγμάτευση χρηματοοικονομικών μέσων, παρέχουν επαρκείς πληροφορίες που είναι δημόσια διαθέσιμες, ή βεβαιώνονται ότι υπάρχει πρόσβαση σε τέτοιες πληροφορίες, ώστε να μπορούν οι χρήστες του ΠΜΔ ή ΜΟΔ να διαμορφώνουν επενδυτική κρίση.
(3)Οι ΚΕΠΕΥ και οι διαχειριστές αγοράς της Δημοκρατίας που διαχειρίζονται ΠΜΔ ή ΜΟΔ θεσπίζουν, δημοσιεύουν, διατηρούν και εφαρμόζουν διαφανείς και χωρίς διακρίσεις, βάσει αντικειμενικών κριτήριων, κανόνες οι οποίοι διέπουν την πρόσβαση στο σύστημά τους.
(4)Οι ΚΕΠΕΥ και οι διαχειριστές αγοράς της Δημοκρατίας που διαχειρίζονται ΠΜΔ ή ΜΟΔ διαθέτουν μηχανισμούς για τον σαφή εντοπισμό και τη διαχείριση των ενδεχόμενων δυσμενών συνεπειών που δύναται να έχει για τη λειτουργία του ΠΜΔ ή ΜΟΔ, ή για τα μέλη ή τους συμμετέχοντες και χρήστες του, κάθε σύγκρουση συμφερόντων μεταξύ, αφενός, των συμφερόντων του ΠΜΔ, του ΜΟΔ, των ιδιοκτητών τους ή της ΚΕΠΕΥ ή του διαχειριστή αγοράς της Δημοκρατίας που διαχειρίζεται ΠΜΔ ή ΜΟΔ και, αφετέρου, της ορθής λειτουργίας του ΠΜΔ ή ΜΟΔ.
(5)Οι ΚΕΠΕΥ και οι διαχειριστές αγοράς της Δημοκρατίας που διαχειρίζονται ΠΜΔ ή ΜΟΔ συμμορφώνονται με τα άρθρα 49 και 50 και καθιερώνουν όλα τα απαραίτητα αποτελεσματικά συστήματα, διαδικασίες και μηχανισμούς για να το πετύχουν.
(6)Οι ΚΕΠΕΥ και οι διαχειριστές αγοράς της Δημοκρατίας που διαχειρίζονται ΠΜΔ ή ΜΟΔ - (α) Ενημερώνουν σαφώς τα μέλη ή τους συμμετέχοντες σε αυτούς για τις αντίστοιχες ευθύνες τους όσον αφορά το διακανονισμό των συναλλαγών που εκτελούνται εντός του εν λόγω συστήματος∙ και (β) καθιερώνουν τους απαραίτητους μηχανισμούς για τη διευκόλυνση του αποδοτικού διακανονισμού των συναλλαγών που διενεργούνται στα πλαίσια των συστημάτων του εν λόγω ΠΜΔ ή ΜΟΔ.
(7)Οι ΠΜΔ και οι ΜΟΔ έχουν τουλάχιστον τρία ουσιωδώς ενεργά μέλη ή χρήστες, καθένας από τους οποίους έχει τη δυνατότητα να αλληλεπιδρά με όλους τους υπόλοιπους όσον αφορά τη διαμόρφωση των τιμών.
(8)Εάν κινητή αξία εισαχθείσα προς διαπραγμάτευση σε ρυθμιζόμενη αγορά αποτελεί επίσης αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε ΠΜΔ ή ΜΟΔ χωρίς τη συγκατάθεση του εκδότη της, ο εκδότης δεν υπόκειται σε καμία υποχρέωση όσον αφορά την αρχική, συνεχή ή κατά περίπτωση κοινοποίηση χρηματοοικονομικών πληροφοριών σχετικών με τον εν λόγω ΠΜΔ ή ΜΟΔ.
(9)Οι ΚΕΠΕΥ και οι διαχειριστές αγοράς της Δημοκρατίας που διαχειρίζονται ΠΜΔ ή ΜΟΔ συμμορφώνονται αμέσως με κάθε εντολή της Επιτροπής, σύμφωνα με το άρθρο 70
(2), για την αναστολή της διαπραγμάτευσης ή τη διαγραφή συγκεκριμένου χρηματοοικονομικού μέσου.
(10)Οι ΚΕΠΕΥ και οι διαχειριστές αγοράς της Δημοκρατίας που διαχειρίζονται ΠΜΔ ή ΜΟΔ παρέχουν στην Επιτροπή λεπτομερή περιγραφή της λειτουργίας του ΠΜΔ ή του ΜΟΔ, περιλαμβανομένων, χωρίς επηρεασμό του άρθρου 21
(1),
(4)και
(5), κάθε είδους δεσμού με ή συμμετοχής από ρυθμιζόμενη αγορά, ΠΜΔ ή ΜΟΔ ή συστηματικό εσωτερικοποιητή που ανήκει στην ίδια ΚΕΠΕΥ ή διαχειριστή αγοράς, καθώς και κατάλογο των μελών, των συμμετεχόντων ή/και χρηστών τους. Η Επιτροπή διαθέτει, μετά από σχετικό αίτημα, τις πληροφορίες αυτές στην ΕΑΚΑΑ. Κάθε χορήγηση άδειας λειτουργίας ΠΜΔ ή ΜΟΔ σε ΚΕΠΕΥ ή διαχειριστή αγοράς της Δημοκρατίας γνωστοποιείται από την Επιτροπή στην ΕΑΚΑΑ. 87(I)/2017 Ειδικές απαιτήσεις για τους ΠΜΔ 20.-
(1)Οι ΚΕΠΕΥ και οι διαχειριστές αγοράς της Δημοκρατίας που διαχειρίζονται ΠΜΔ, επιπροσθέτως της εκπλήρωσης των απαιτήσεων των άρθρων 17 και 19, θεσπίζουν και εφαρμόζουν μη παρέχοντες διακριτική ευχέρεια κανόνες για την εκτέλεση εντολών στο σύστημα.
(2)Οι ΚΕΠΕΥ και οι διαχειριστές αγοράς της Δημοκρατίας διασφαλίζουν ότι οι κανόνες που αναφέρονται στο άρθρο 19
(3)και διέπουν την πρόσβαση σε ΠΜΔ, συμμορφώνονται με τους όρους του άρθρου 54
(3).
(3)Οι ΚΕΠΕΥ και οι διαχειριστές αγοράς της Δημοκρατίας που διαχειρίζονται ΠΜΔ οφείλουν να διαθέτουν μηχανισμούς ώστε- (α) Να έχουν κατάλληλα μέσα που να τους επιτρέπει να διαχειρίζονται τους κινδύνους στους οποίους είναι εκτεθειμένοι, να εφαρμόζουν κατάλληλους μηχανισμούς και συστήματα για τον εντοπισμό όλων των σημαντικών για τη λειτουργία τους κινδύνων και να έχουν λάβει αποτελεσματικά μέτρα για τον περιορισμό αυτών των κινδύνων· και (β) να έχουν αποτελεσματικούς μηχανισμούς που να διευκολύνουν την αποδοτική και έγκαιρη οριστικοποίηση των συναλλαγών που εκτελούνται στα συστήματα τους∙ και (γ) να διαθέτουν, κατά το χρόνο της χορήγησης της άδειας λειτουργίας τους και σε συνεχή βάση, επαρκείς οικονομικούς πόρους για να διευκολύνεται η εύρυθμη λειτουργία τους, λαμβανομένης υπόψη της φύσης και το μέγεθος των συναλλαγών που διενεργούνται στην αγορά, καθώς και του φάσματος και του βαθμού των κινδύνων στους οποίους είναι εκτεθειμένοι.
(4)Τα άρθρα 25 και 26, το άρθρο 28
(1),
(2)και
(4)έως
(10)και το άρθρο 29 δεν εφαρμόζονται στις συναλλαγές που διενεργούνται βάσει των κανόνων που διέπουν έναν ΠΜΔ, μεταξύ των μελών του ή συμμετεχόντων σε αυτόν, ή μεταξύ του ΠΜΔ και των μελών του ή των συμμετεχόντων σε αυτόν σε σχέση με τη χρήση του ΠΜΔ. Ωστόσο, τα μέλη ενός ΠΜΔ ή οι συμμετέχοντες σε αυτόν συμμορφώνονται προς τις προβλεπόμενες στα άρθρα 25, 26, 28 και 29 υποχρεώσεις έναντι των πελατών τους όταν, ενεργώντας για λογαριασμό των πελατών τους, εκτελούν εντολές τους μέσω των συστημάτων ενός ΠΜΔ.
(5)Απαγορεύεται στις ΚΕΠΕΥ και στους διαχειριστές αγοράς της Δημοκρατίας που διαχειρίζονται ΠΜΔ να εκτελούν εντολές πελατών έναντι ιδίων κεφαλαίων ή να καταρτίζουν αντιστοιχισμένες συναλλαγές για ίδιο λογαριασμό. 87(I)/2017 Ειδικές απαιτήσεις για τους ΜΟΔ 21.-
(1)Οι ΚΕΠΕΥ και οι διαχειριστές αγοράς της Δημοκρατίας που διαχειρίζονται ΜΟΔ θεσπίζουν μηχανισμούς που να αποτρέπουν την εκτέλεση εντολών πελατών σε ένα ΜΟΔ έναντι των ιδίων κεφαλαίων της ΚΕΠΕΥ ή του διαχειριστή αγοράς της Δημοκρατίας που διαχειρίζεται τον ΜΟΔ ή οποιασδήποτε οντότητας που αποτελεί μέρος του ίδιου ομίλου ή νομικού προσώπου με την ΚΕΠΕΥ ή τον διαχειριστή αγοράς της Δημοκρατίας.
(2)(α) ΚΕΠΕΥ ή διαχειριστής αγοράς της Δημοκρατίας που διαχειρίζεται ΜΟΔ δύναται να καταρτίζει αντιστοιχισμένες συναλλαγές για ίδιο λογαριασμό σε ομόλογα, δομημένα χρηματοοικονομικά προϊόντα, δικαιώματα εκπομπής και ορισμένα παράγωγα, μόνον εφόσον ο πελάτης έχει δώσει τη συγκατάθεσή του για τη διαδικασία. (β) Η ΚΕΠΕΥ ή ο διαχειριστής αγοράς της Δημοκρατίας που διαχειρίζεται ΜΟΔ δεν δύναται, για την εκτέλεση εντολών πελατών στο πλαίσιο του ΜΟΔ, να καταρτίζει αντιστοιχισμένες συναλλαγές για ίδιο λογαριασμό επί παραγώγων που ανήκουν σε κατηγορία παραγώγων, η οποία έχει χαρακτηρισθεί ως υποκείμενη στην υποχρέωση εκκαθάρισης σύμφωνα με το Άρθρο 5 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012. (γ) Η ΚΕΠΕΥ ή διαχειριστής αγοράς της Δημοκρατίας που διαχειρίζεται ΜΟΔ θεσπίζει μηχανισμούς που εξασφαλίζουν τη συμμόρφωση με τον ορισμό του όρου «αντιστοιχισμένη συναλλαγή για ίδιο λογαριασμό» στο άρθρο 2
(1).
(3)Η ΚΕΠΕΥ ή διαχειριστής αγοράς της Δημοκρατίας που διαχειρίζεται ΜΟΔ δύναται να διενεργεί συναλλαγές για ίδιο λογαριασμό, πέραν της κατάρτισης αντιστοιχισμένης συναλλαγής για ίδιο λογαριασμό, μόνο όσον αφορά κρατικούς χρεωστικούς τίτλους για τους οποίους δεν υπάρχει ρευστή αγορά.
(4)Απαγορεύεται η λειτουργία ΜΟΔ και συστηματικού εσωτερικοποιητή εντός της ίδιας νομικής οντότητας. Απαγορεύεται ένας ΜΟΔ να συνδέεται με συστηματικό εσωτερικοποιητή, κατά τρόπο που να επιτρέπει την αλληλεπίδραση μεταξύ των εντολών στον ΜΟΔ και των εντολών ή των προσφορών στον συστηματικό εσωτερικοποιητή. Απαγορεύεται ένας ΜΟΔ να συνδέεται με άλλον ΜΟΔ, κατά τρόπο που να επιτρέπει την αλληλεπίδραση μεταξύ εντολών σε διαφορετικούς ΜΟΔ.
(5)(α) Η ΚΕΠΕΥ ή διαχειριστής αγοράς της Δημοκρατίας που διαχειρίζεται ΜΟΔ δύναται να εμπλέκει άλλη ΕΠΕΥ για την παροχή ειδικής διαπραγμάτευσης στον ΜΟΔ σε ανεξάρτητη βάση. (β) Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, η ΕΠΕΥ δεν θεωρείται ότι παρέχει ειδική διαπραγμάτευση σε ΜΟΔ σε ανεξάρτητη βάση, εάν έχει στενούς δεσμούς με την ΚΕΠΕΥ ή τον διαχειριστή αγοράς της Δημοκρατίας που διαχειρίζεται τον ΜΟΔ.
(6)(α) Η εκτέλεση εντολών σε ΜΟΔ διεξάγεται στη βάση διακριτικής ευχέρειας. (β) ΚΕΠΕΥ ή διαχειριστής αγοράς της Δημοκρατίας που διαχειρίζεται ΜΟΔ ασκεί διακριτική ευχέρεια μόνο σε οποιαδήποτε ή και στις δυο από τις ακόλουθες περιπτώσεις: (
- i)Όταν αποφασίζει την εισαγωγή ή απόσυρση εντολής στον ΜΟΔ που διαχειρίζεται· (
- ii)όταν αποφασίζει να μην αντιστοιχίσει συγκεκριμένη εντολή πελάτη με άλλες εντολές που είναι διαθέσιμες στα συστήματα σε δεδομένη στιγμή, υπό την προϋπόθεση ότι συμμορφώνεται με συγκεκριμένες οδηγίες που έχει λάβει από τον πελάτη και με τις υποχρεώσεις που επιβάλλει το άρθρο 28. (γ) Για το σύστημα που διασταυρώνει εντολές πελατών, η ΚΕΠΕΥ ή ο διαχειριστής αγοράς της Δημοκρατίας που διαχειρίζεται ΜΟΔ δύναται να αποφασίζει εάν, πότε και πόσες εκ των δύο ή περισσότερων εντολών επιθυμεί να ταυτίσει εντός του συστήματος. Σύμφωνα με τα εδάφια
(1),
(2),
(4)και
(5)και χωρίς επηρεασμό του εδαφίου
(3), για σύστημα που ρυθμίζει συναλλαγές σε μη μετοχικές αξίες, η ΚΕΠΕΥ ή ο διαχειριστής αγοράς της Δημοκρατίας που διαχειρίζεται τον ΜΟΔ δύναται να διευκολύνει τη διαπραγμάτευση μεταξύ πελατών, προκειμένου να υπάρξει προσέγγιση δύο ή περισσοτέρων δυνητικά συμβατών συναλλακτικών συμφερόντων σε μια συναλλαγή. (δ) Η κατά την παράγραφο (α) υποχρέωση εφαρμόζεται χωρίς επηρεασμό των άρθρων 19 και 28.
(7)Η Επιτροπή δύναται να απαιτεί, είτε όταν μια ΚΕΠΕΥ ή ένας διαχειριστής αγοράς της Δημοκρατίας αιτείται άδεια για τη λειτουργία ΜΟΔ είτε κατά περίπτωση, λεπτομερή περιγραφή των λόγων για τους οποίους το σύστημα δεν αντιστοιχεί σε και δεν μπορεί να λειτουργήσει ως ρυθμιζόμενη αγορά, ΠΜΔ ή συστηματικός εσωτερικοποιητής, καθώς και λεπτομερή περιγραφή του τρόπου με τον οποίο θα ασκείται η διακριτική ευχέρεια, ειδικότερα πότε μια εντολή στον ΜΟΔ δύναται να αποσυρθεί και πότε και πώς δύο ή περισσότερες εντολές πελατών θα ταυτίζονται στον ΜΟΔ. Επιπλέον, η ΚΕΠΕΥ ή ο διαχειριστής αγοράς της Δημοκρατίας ενός ΜΟΔ παρέχει στην Επιτροπή πληροφορίες σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο καταρτίζει αντιστοιχισμένες συναλλαγές για ίδιο λογαριασμό. Η Επιτροπή επιβλέπει την κατάρτιση αντιστοιχισμένων συναλλαγών για ίδιο λογαριασμό από την ΚΕΠΕΥ ή τον διαχειριστή αγοράς της Δημοκρατίας, ώστε να εξασφαλίζει τη συνέχιση της συμμόρφωσης του με τον ορισμό του όρου «αντιστοιχισμένη συναλλαγή για ίδιο λογαριασμό» στο άρθρο 2
(1)και ότι η κατάρτιση αντιστοιχισμένης συναλλαγής για ίδιο λογαριασμό δεν προκαλεί συγκρούσεις συμφερόντων μεταξύ της ΚΕΠΕΥ ή του διαχειριστή αγοράς της Δημοκρατίας και των πελατών τους.
(8)Τα άρθρα 25, 26, 28 και 29 εφαρμόζονται στις συναλλαγές που συνάπτονται σε έναν ΜΟΔ. 87(I)/2017 ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΙ - Όροι Λειτουργίας για τις ΚΕΠΕΥ ΤΜΗΜΑ 1 - Γενικές διατάξεις Τακτική επανεξέταση των όρων χορήγησης της άδειας λειτουργίας 22.-
(1)Οι ΚΕΠΕΥ οφείλουν να συμμορφώνονται διαρκώς με τους όρους που τίθενται στο Κεφάλαιο I για τη χορήγηση της άδειας λειτουργίας.
(2)Η Επιτροπή καταρτίζει κατάλληλες μεθόδους για να παρακολουθεί κατά πόσον οι ΚΕΠΕΥ συμμορφώνονται με την κατά το εδάφιο
(1)υποχρέωσή τους. Οι ΚΕΠΕΥ γνωστοποιούν στην Επιτροπή κάθε ουσιαστική μεταβολή στους όρους χορήγησης της άδειας λειτουργίας. 87(I)/2017 Γενικές υποχρεώσεις όσον αφορά τη συνεχή εποπτεία 23.-
(1)Η Επιτροπή εποπτεύει τις δραστηριότητες των ΚΕΠΕΥ με τρόπο που να της επιτρέπει να αξιολογεί τη συμμόρφωση με τους όρους λειτουργίας που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο. Η Επιτροπή δύναται να λαμβάνει οποιεσδήποτε πληροφορίες οι οποίες είναι αναγκαίες για σκοπούς αξιολόγησης της συμμόρφωσης των ΚΕΠΕΥ με τους όρους λειτουργίας που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο.
(2)(α) Η Επιτροπή, ως η αρμόδια αρχή για την αδειοδότηση και εποπτεία των δραστηριοτήτων των εγκεκριμένων μηχανισμών δημοσίευσης, όπως ορίζονται στο Άρθρο 2, παράγραφος 1, σημείο 34) του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014, με παρέκκλιση σύμφωνα με το Άρθρο 2, παράγραφος 3 του εν λόγω Κανονισμού και των εγκεκριμένων μηχανισμών αναφορών, όπως ορίζονται στο Άρθρο 2, παράγραφος 1, σημείο 36) του εν λόγω Κανονισμού, με παρέκκλιση σύμφωνα με το Άρθρο 2, παράγραφος 3 του εν λόγω Κανονισμού, παρακολουθεί τις δραστηριότητες των εγκεκριμένων μηχανισμών δημοσίευσης και των εγκεκριμένων μηχανισμών αναφορών, ώστε να αξιολογεί τη συμμόρφωσή τους με τους όρους λειτουργίας που προβλέπονται στον εν λόγω Κανονισμό. (β) Η Επιτροπή δύναται να λαμβάνει οποιεσδήποτε πληροφορίες οι οποίες είναι αναγκαίες για σκοπούς αξιολόγησης της συμμόρφωσης των εγκεκριμένων μηχανισμών δημοσίευσης και των εγκεκριμένων μηχανισμών αναφορών με τους όρους λειτουργίας που προβλέπονται στον εν λόγω Κανονισμό. 87(I)/2017 159(I)/2021 96(I)/2024 Συγκρούσεις συμφερόντων 24.-
(1)Η ΚΕΠΕΥ λαμβάνει όλα τα κατάλληλα μέτρα για τον εντοπισμό και την αποφυγή ή τη διαχείριση των συγκρούσεων συμφερόντων μεταξύ αφενός αυτής της ίδιας περιλαμβανομένων των διευθυντικών στελεχών και υπαλλήλων της, των συνδεδεμένων αντιπροσώπων της και οποιουδήποτε προσώπου που συνδέεται μαζί της άμεσα ή έμμεσα με σχέση ελέγχου, και αφετέρου των πελατών της, ή μεταξύ δύο πελατών της, κατά την παροχή οποιασδήποτε επενδυτικής υπηρεσίας και παρεπόμενης υπηρεσίας ή συνδυασμού αυτών των υπηρεσιών, περιλαμβανομένων αυτών που οφείλονται στη λήψη αντιπαροχών από τρίτους ή στα συστήματα αποδοχών της ΚΕΠΕΥ ή παροχής κινήτρων.
(2)Σε περίπτωση που οι οργανωτικές ή διοικητικές ρυθμίσεις που εφαρμόζει η ΚΕΠΕΥ, κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 17
(3), για να αποφευχθούν οι αρνητικές συνέπειες των συγκρούσεων συμφερόντων στα συμφέροντα του πελάτη της, δεν επαρκούν για να εξασφαλιστεί με εύλογη βεβαιότητα η αποφυγή των κινδύνων να επηρεασθούν αρνητικά τα συ