Official sourcescylaw.org · EUR-Lex
Europaius

Ο περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμος του 1965 - 9/1965

Εν συντομία

Αυτός ο νόμος ρυθμίζει τον τρόπο με τον οποίο μεταβιβάζεται (αλλάζει ιδιοκτήτη) ή υποθηκεύεται ακίνητη περιουσία στην Κύπρο. Καθορίζει ότι τέτοιες πράξεις είναι έγκυρες μόνο αν γίνουν σύμφωνα με τις διατάξεις του.

Τι ρυθμίζει

  • Την έγκυρη μεταβίβαση τίτλου ακινήτου από ένα πρόσωπο σε άλλο.
  • Την έγκυρη σύσταση υποθήκης επί ακινήτου για την εξασφάλιση χρέους ή υποχρέωσης.
  • Τη μεταβίβαση ή υποθήκευση ακινήτων μεταξύ εταιρειών ή συνεταιρισμών και των μελών τους.
  • Την απαίτηση ο μεταβιβάζων ή ο υποθηκεύων να είναι ο εγγεγραμμένος κύριος του ακινήτου.

Ποιον αφορά

  • Τους ιδιοκτήτες ακινήτων που επιθυμούν να μεταβιβάσουν ή να υποθηκεύσουν την περιουσία τους.
  • Τις εταιρείες και τους συνεταιρισμούς που εμπλέκονται σε μεταβιβάσεις ή υποθηκεύσεις ακινήτων με τα μέλη τους.

Βασικά σημεία

  • Καμία μεταβίβαση ή υποθήκευση ακινήτου δεν είναι έγκυρη εκτός εάν γίνει σύμφωνα με τις διατάξεις αυτού του Νόμου.
  • Οποιαδήποτε προσπάθεια μεταβίβασης ή υποθήκευσης που δεν ακολουθεί τις διατάξεις του Νόμου δεν δημιουργεί, μεταβάλλει, μεταβιβάζει ή αποσβένει κανένα δικαίωμα ή συμφέρον επί του ακινήτου.
  • Ο μόνος που μπορεί να μεταβιβάσει ή να υποθηκεύσει ένα ακίνητο είναι ο εγγεγραμμένος κύριός του.
  • Οι διατάξεις του Νόμου εφαρμόζονται και σε μεταβιβάσεις ή υποθηκεύσεις μεταξύ εταιρειών ή συνεταιρισμών και των μελών τους.
Κείμενο νόμου
Κείμενο νόμου

Ο περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμος του 1965 - 9/1965 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | Επικοινωνία Κατάλογος Ενοποιημένης Νομοθεσίας Ο περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμος του 1965 (9/1965) Περιεχόμενα Πλήρες Κείμενο Εκτύπωση Ιστορικό Τροποποιήσεων 9/1965 51/1970 3/1978 6/1981 181(I)/2002 59(I)/2006 122(I)/2007 52(I)/2008 26(I)/2010 120(I)/2011 142(I)/2014 197(I)/2014 4(I)/2015 27(Ι)/2015 32(Ι)/2015 42(Ι)/2015 46(Ι)/2015 53(I)/2015 75(I)/2015 76(Ι)/2015 133(I)/2015 139(I)/2015 ΔΙΟΡΘ. Παρ. I(I), E.E. 4531 198(I)/2015 87(I)/2018 118(I)/2019 138(I)/2019 61(I)/2020 195(I)/2020 212(I)/2020 98(I)/2021 185(I)/2021 82(I)/2022 147(I)/2022 173(I)/2022 204(I)/2022 10(I)/2023 65(I)/2023 66(I)/2023 76(I)/2023 155(I)/2023 4(I)/2024 161(I)/2024 110(I)/2025 76(I)/2026 Συνοπτικός τίτλος 1. Οι περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμοι του 1965 έως 1981 θα αναφέρωνται ομού ως οι περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμοι του 1965 έως 1981. 9/1965 ΜΕΡΟΣ Ι ΠΡΟΟΙΜΙΟΝ Ερμηνεία 2.-

(1)Εν τω παρόντι Νόμω, εκτός εάν άλλως προκύπτη εκ του κειμένου- “ακίνητον” κέκτηται την έννοιαν ην απέδωκε τω όρω τούτω το άρθρον 2 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησις) Νόμου “αξία” κέκτηται την έννοιαν ην απέδωκε τω όρω τούτω το άρθρον 2 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησις) Νόμου “απαγόρευσις” κέκτηται την έννοιαν ην απέδωκε τω όρω τούτω το άρθρον 12 “αποδοχή”, μετά των γραμματικών του όρου τούτου παραλλαγών ως και των συγγενών αυτού εκφράσεων, εφ’ όσον χρησιμοποιήται αναφορικώς προς οιανδήποτε δήλωσιν μεταβιβάσεως, σημαίνει την δυνάμει του άρθρου 8 ή 9 αποδοχήν της τοιαύτης δηλώσεως υπό του αρμοδίου λειτουργού Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου ή παραρτήματος “αρμόδιο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο” για ζητήματα που αφορούν ακίνητη ιδιοκτησία, σημαίνει το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο της Επαρχίας στην οποία βρίσκεται η ακίνητη ιδιοκτησία ή οποιοδήποτε άλλο γραφείο ή χώρο που ο Διευθυντής ήθελε, με ανακοίνωση στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, καθορίσει για όλες ή μερικές από τις διατάξεις του παρόντος Νόμου και περιλαμβάνει οποιοδήποτε παράρτημα Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου που λειτουργεί στην επαρχία αυτού, ο δε όρος “αρμόδιος Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός” θα ερμηνεύεται ανάλογα: Νοείται ότι σε παράρτημα διενεργούνται τέτοιες μόνο πράξεις ως ήθελε εκάστοτε εξουσιοδοτηθεί από το Διευθυντή· “αρμόδιος λειτουργός” σημαίνει λειτουργόν Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου ή παραρτήματος όστις ήθελεν εξουσιοδοτηθή υπό του Διευθυντού προς αποδοχήν δηλώσεων μεταβιβάσεως ή υποθήκης “διαχειριστής” σημαίνει διαχειριστήν διορισθέντα δυνάμει των διατάξεων του περί Περιουσίας Καταδίκων Νόμου, ή των διατάξεων του περί Φρενοβλαβών Νόμου “διαχειριστής εργασιών καλυμμένων αξιογράφων“ έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τον περί Καλυμμένων Αξιογράφων Νόμο του 2010∙ “Διευθυντής” σημαίνει τον Διευθυντήν του Κτηματολογικού και Χωρομετρικού Τμήματος του Υπουργείου Εσωτερικών, περιλαμβάνει δε Επαρχιακόν Κτηματολογικόν Λειτουργόν και οιονδήποτε έτερον λειτουργόν διοριζόμενον υπό του Διευθυντού δι’ άπαντας ή τινα των σκοπών του παρόντος Νόμου, είτε γενικώς είτε δι’ ειδικόν τινα σκοπόν “δικαιοδόχος” σημαίνει το πρόσωπον εις ο μεταβιβάζεται εκουσίως ακίνητον ή, αναλόγως της περιπτώσεως, υποθήκη “δικαιοπάροχος” σημαίνει τον κύριον όστις εκουσίως μεταβιβάζει ακίνητον ή, αναλόγως της περιπτώσεως, τον ενυπόθηκον δανειστήν όστις εκουσίως μεταβιβάζει υποθήκην “εγγεγραμμένος”, με τις γραμματικές του όρου παραλλαγές και συγγενείς εκφράσεις, σημαίνει καταχωρημένος στο κτηματικό μητρώο, είτε τούτο είναι χειρόγραφο είτε μηχανογραφημένο, και ως ημερομηνία εγγραφής λογίζεται η ημερομηνία κατά την οποία η καταχώρηση προηγείται χρονικά σε οποιοδήποτε από τα δύο μητρώα· “εκτετιμημένη αξία” κέκτηται, ανεξαρτήτως της αποδιδομένης εις τον ορισμόν της εν τω παρόντι εδαφίω λέξεως “αξία” εννοίας, την έννοιαν ην απέδωκε τη λέξει “αξία” ο εν τω Παραρτήματι του περί Κτηματολογικού και Χωρομετρικού Τμήματος (Τέλη και Δικαιώματα) Νόμου διαλαμβανόμενος ορισμός “εμπράγματον βάρος” κέκτηται την έννοιαν ην απέδωκε τω όρω τούτω το άρθρον 12 “ενυπόθηκος δανειστής” σημαίνει το πρόσωπον υπέρ ου συνιστάται υποθήκη “ενυπόθηκος οφειλέτης” σημαίνει κύριον ακινήτου συνιστώντα υποθήκην επί του τοιούτου ακινήτου “επαρχία” σημαίνει κτηματολογικήν επαρχίαν, ως καθορίζεται εν άρθρω 39 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησις) Νόμου “Επαρχιακόν Δικαστήριον” διά ζητήματα αφορώντα εις οιονδήποτε ακίνητον σημαίνει το Επαρχιακόν Δικαστήριον της επαρχίας εν ή κείται το τοιούτο ακίνητον “Επαρχιακόν Κτηματολογικόν Γραφείον” σημαίνει το εν τινι επαρχία γραφείον του Κτηματολογικού και Χωρομετρικού Τμήματος “Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός” σημαίνει τον υπεύθυνον Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου “επίτροπος”, οσάκις τούτο προκύπτει εκ του κειμένου, σημαίνει επίτροπον δυνάμει των διατάξεων του εκάστοτε εν ισχύϊ και εις τραστς (trusts) αφορώντος νόμου, περιλαμβάνει δε σύνδικον πτωχεύσεως δυνάμει των διατάξεων του περί Πτωχεύσεως Νόμου “έτερον Επαρχιακόν Κτηματολογικόν Γραφείον” διά ζητήματα αφορώντα εις οιονδήποτε ακίνητον σημαίνει το Επαρχιακόν Κτηματολογικόν Γραφείον επαρχίας ετέρας ή της επαρχίας εν ή κείται το ακίνητον “έφορος” σημαίνει έφορον εχθρικής περιουσίας διορισθέντα δυνάμει των διατάξεων του περί Εμπορίας μετά του Εχθρού Νόμου “Κανονισμοί Πωλήσεως” σημαίνει τους Κανονισμούς Πωλήσεως τους γενομένους δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 101 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, ή οιουσδήποτε ετέρους Κανονισμούς τροποποιούντας ή αντικαθιστώντας τούτους “κηδεμών” σημαίνει κηδεμόνα δυνάμει των διατάξεων του περί Κηδεμονίας Ανηλίκων και Ασώτων Νόμου “κτηματικόν μητρώον” σημαίνει το τηρούμενον δυνάμει των διατάξεων του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησις) Νόμου κτηματικόν μητρώον “κύριος” σημαίνει τον εγγεγραμμένον κύριον ακινήτου “μεταβίβασις”, μετά των γραμματικών του όρου τούτου παραλαγών και συγγενών εκφράσεων, σημαίνει- (α)καθ’ όσον αφορά εις ακίνητον τι, την μεταβίβασιν του επ’ αυτού τίτλου εξ ενός προσώπου εις έτερον (β)καθ’ όσον αφορά εις υποθήκην τινά, την εκχώρησιν ταύτης υπό του ενυποθήκου δανειστού εις έτερον πρόσωπον, δι’ εκουσίας πράξεως των άνω προσώπων “παράρτημα” σημαίνει παράρτημα Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου λειτουργούν προς διεκπεραίωσιν των υποθέσεων του κοινού κατά τας εκάστοτε υπό του Διευθυντού καθοριζομένας ημέρας “προσωπικός αντιπρόσωπος” κέκτηται την έννοιαν ην απέδωκε τω όρω τούτω το άρθρον 2 του περί Διαχειρίσεως Κληρονομιών Νόμου, περιλαμβάνει δε τον εκτελεστήν ή διαχειριστήν ως καθορίζεται εν άρθρω 2 του περί Διαθηκών και Κληρονομικής Διαδοχής Νόμου, ως και προξενικόν υπάλληλον διαχειριζόμενον κληρονομίαν τινά δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 2 του περί Προξενικής Συμβάσεως Νόμου “υποθήκη”, μετά των γραμματικών του όρου παραλλαγών και συγγενών εκφράσεων, σημαίνει επιβάρυνσιν συσταθείσαν επί ακινήτου τη βουλήσει του κυρίου προς εξασφάλισιν οριστικού, μέλλοντος ή υπό αίρεσιν χρηματικού τινος χρέους ή υποχρεώσεως και περιλαμβάνει, χωρίς περιορισμό, τις μετά τη διάσπαση υποθήκες, όπως ο όρος αυτός αναφέρεται στο άρθρο 32Α.
(2)Διά τους σκοπούς των άρθρων 24, 25, 26, 27, 28, 31, 32, 33, 34, 35, 36, 44, 49 και του Μέρους VI, οι όροι “ενυπόθηκος δανειστής” και “ενυπόθηκος οφειλέτης” εν εδαφίω
(1)του παρόντος άρθρου περιλαμβάνουσιν, εκτός εάν άλλως προκύπτη εκ του κειμένου, τους κληρονόμους, προσωπικούς αντιπροσώπους, διαχειριστάς, κηδεμόνας και επιτρόπους των προσώπων τούτων, ως και τους εφόρους περιουσιών τοιούτων προσώπων και- (α)επί ενυποθήκου δανειστού, ο όρος περιλαμβάνει παν πρόσωπον όπερ εκάστοτε, δυνάμει μιας ή πλειόνων μεταβιβάσεων της υποθήκης ως προνοείται εν άρθρω 32, δικαιούται να λάβη το διά της υποθήκης εξασφαλιζόμενον ποσόν (β)επί ενυποθήκου οφειλέτου, ο όρος περιλαμβάνει παν πρόσωπο όπερ- (i)δυνάμει μιας ή πλειόνων μεταβιβάσεων του ενυποθήκου ακινήτου, ως προνοείται εν άρθρω 31 ή (ii)κατόπιν της διά πλειστηριασμού αγοράς του τοιούτου ακινήτου υποκειμένου εις την υποθήκην, ως προνοείται εν εδαφίω
(6)του άρθρου 41, είναι ο εκάστοτε κύριος του τοιούτου ακινήτου.
(3)Διά τους σκοπούς των άρθρων 29, 31, 37, 40, 41 και 42, ο όρος “υφισταμένη υποθήκη” ή “προγενεστέρα υποθήκη” περιλαμβάνει οιονδήποτε εμπράγματον βάρος εκ των υπ’ αριθμούς 5, 6, 8 και 10 του Μέρους Ι του Πρώτου Παραρτήματος, ο δε όρος “ενυπόθηκος δανειστής” υφισταμένης ή προγενεστέρας υποθήκης αναφέρεται, εις την περίπτωσιν τοιούτου εμπραγμάτου βάρους, εις το πρόσωπον, αρχήν ή οργανισμόν προς όφελος του οποίου το τοιούτο εμπράγματον βάρος επενεργεί. 9/1965 26(I)/2010 120(I)/2011 87(I)/2018 Ερμηνευτική διάταξις 3.-
(1)Οσάκις προνοείται εν τω παρόντι Νόμω η χρήσις οιουδήποτε τύπου εκ των εκτιθεμένων εν τω Δευτέρω Παραρτήματι- (α) η πρόνοια αύτη αφορά μόνον εις έντυπα εκτυπωθέντα υπό του Κυβερνητικού Τυπογραφείου και παρεχόμενα εις το κοινόν μέσω των Επαρχιακών Κτηματολογικών Γραφείων και παραρτημάτων αυτών (β) ο Διευθυντής δύναται να επιτρέψη την χρήσιν ετέρων παρομοίας φύσεως τύπων, ως και την αναγκαίαν υπό τας περιστάσεις τροποποίησιν των εν τω Δευτέρω Παραρτήματι εκτιθεμένων τοιούτων( οιαδήποτε δε απόκλισις τοιούτου ή τροποποιημένου τύπου εκ των αντιστοίχων τύπων των εκτιθεμένων εν τω Δευτέρω Παραρτήματι, εφ’ όσον δεν πρόκειται περί ουσιαστικής διαφοράς, ουδόλως επηρεάζει το έγκυρον ή το κανονικόν του τοιούτου τύπου
(2)Οσάκις πονοείται εν τω παρόντι Νόμω ότι ο Διευθυντής προβαίνει εις ωρισμένην τινά ενέργειαν, πριν ή προβή ούτος εις την τοιαύτην ενέργειαν δύναται να απαιτήση όπως καταβληθώσι πρώτον τα διά τοιαύτην ενέργειαν εισπρακτέα τέλη ή δικαιώματα συμφώνως ταις διατάξεσι του περί Κτηματολογικού και Χωρομετρικού Τμήματος (Τέλη και Δικαιώματα) Νόμου, ή οιουδήποτε ετέρου νόμου τροποποιούντος ή αντικαθιστώντος τον τοιούτον Νόμον. 9/1965 ΜΕΡΟΣ ΙΙ ΓΕΝΙΚΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΑΦΟΡΩΣΑΙ ΕΙΣ ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΕΙΣ ΚΑΙ ΥΠΟΘΗΚΑΣ Ο εγγεγραμμένος κύριος ακινήτου δύναται να μεταβιβάση ή υποθηκεύση τούτο 4.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος και παντός ετέρου εκάστοτε εν ισχύϊ Νόμου, ο κύριος ακινήτου δύναται να μεταβιβάση ή υποθηκεύση τούτο ή οιανδήποτε εξ αδιαιρέτου ιδανικήν μερίδα επ’ αυτού εις έτερον πρόσωπον ή πρόσωπα.
(2)Αι διατάξεις του εδαφίου
(1)τυγχάνουσιν εφαρμογής επί δύο ή πλειόνων κυρίων δύο ή πλειόνων ακινήτων, και επί δύο ή πλειόνων συγκυρίων οιουδήποτε ακινήτου: Νοείται ότι επί υποθήκης οι ως άνω κύριοι ή συγκύριοι ακινήτου ενέχονται τόσον αλληλεγγύως όσον και κεχωρισμένως διά την πληρωμήν του ενυποθήκου χρέους, εν τω τρόπω τω καθοριζομένω εν τη συμβάσει της υποθήκης ή τω προνοουμένω εν ταις διατάξεσι του παρόντος Νόμου.
(3)Ανεξαρτήτως των διατάξεων του εδαφίου
(1), οσάκις ακίνητον προσώπου τινός περιέρχηται εις έτερον φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον ή αρχήν δυνάμει των διατάξεων οιουδήποτε εκάστοτε εν ισχύϊ νόμου, το πρώτον μνησθέν ανωτέρω πρόσωπον δεν λογίζεται πλέον κύριος του τοιούτου ακινήτου, παρά το γεγονός ότι τούτο είναι εισέτι εγγεγραμμένον επ’ ονόματι αυτού εν τοις βιβλίοις του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου. 9/1965 Έγκυρον μεταβιβάσεως και υποθηκεύσεως ακινήτου 5.-
(1)Ουδεμία μεταβίβασις ή υποθήκευσις ακινήτου είναι έγκυρος εκτός εάν γενή συμφώνως ταις διατάξεσι του παρόντος Νόμου.
(2)Απόπειρα προς μεταβίβασιν ή υποθήκευσιν ακινήτου γενομένη άλλως ή συμφώνως ταις διατάξεσι του παρόντος Νόμου ουδόλως επάγεται την σύστασιν, μεταβολήν, μεταβίβασιν, απόσβεσιν οιουδήποτε δικαιώματος ή συμφέροντος επί ακινήτου ουδ’ επηρεάζει τούτο καθ’ οιονδήποτε τρόπον.
(3)Ουδέν των εν τω παρόντι άρθρω διαλαμβανομένω τυγχάνει εφαρμογής επί της κτήσεως οιουδήποτε δικαιώματος, προνομίου, ελευθερίας (liberty), δουλείας, ή οιουδήποτε πλεονεκτήματος δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 11 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησις) Νόμου, ή επί της μεταβιβάσεως αυτών δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(1)του άρθρου 12 του προμνησθέντος νόμου. 9/1965 Μεταβιβάσεις και υποθήκαι μεταξύ εταιρειών ή συνεταιρισμών και των μελών αυτών 6.-
(1)Αι διατάξεις του παρόντος Νόμου εφαρμόζονται επί πάσης μεταβιβάσεως ή υποθηκεύσεως ακινήτου γενομένης μεταξύ οιασδήποτε εταιρείας και οιουδήποτε συμβούλου ή μετόχου αυτής, ή μεταξύ οιουδήποτε συνεταιρισμού και οιουδήποτε των συνεταίρων( μεταβίβασις ή υποθήκευσις ακινήτου, γενομένη έναντι της παραχωρήσεως μετοχών εταιρείας ή ως συμμετοχή εις το κεφάλαιον συνεταιρισμού ή άλλως πως, δεν είναι έγκυρος εκτός εάν δηλωθή και εγγραφή δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου.
(2)Εν τω παρόντι άρθρω “εταιρεία” και “συνεταιρισμός” σημαίνουν εταιρείαν ή, αναλόγως της περιπτώσεως, έτερον νομικόν πρόσωπον ή συνεταιρισμόν, συσταθέντα δυνάμει των διατάξεων του εκάστοτε εν ισχύϊ νόμου ή, εφ’ όσον δεν είναι ούτω συνεστημένος, έχοντα εξουσίαν κτήσεως ακινήτων δυνάμει των διατάξεων του περί Νομικών Προσώπων (Εγγραφή Ακινήτου Ιδιοκτησίας) Νόμου ή οιουδήποτε ετέρου εκάστοτε εν ισχύϊ νόμου. 9/1965 Ο δικαιοπάροχος ή ενυπόθηκος οφειλέτης δέον όπως είναι εγγεγραμμένος 7. Απαγορεύεται η μεταβίβασις ή υποθήκευσις ακινήτου υφ’ οιουδήποτε προσώπου πλην του κυρίου αυτού: Νοείται ότι, τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Νόμου, το πρόσωπον εις ο περιήλθεν ακίνητον εγγεγραμμένον επ’ ονόματι ετέρου δυνάμει των διατάξεων οιουδήποτε ετέρου νόμου, λογίζεται διά τους σκοπούς του παρόντος άρθρου κύριος του τοιούτου ακίνητου. 9/1965 ΜΕΡΟΣ ΙΙΙ ΓΕΝΙΚΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΑΦΟΡΩΣΑΙ ΕΙΣ ΔΗΛΩΣΕΙΣ ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΕΩΝ Ή ΥΠΟΘΗΚΩΝ Διαδικασία δηλώσεως μεταβιβάσεως ή υποθήκης 8.-
(1)Πας όστις επιθυμεί να μεταβιβάση ή υποθηκεύση ή αποδεχθή μεταβίβασιν ή υποθήκην ακινήτου δέον όπως ομού μετά του προσώπου μεθ’ ου συνεφώνησε την σκοπουμένην μεταβίβασιν ή υποθήκην παρουσιασθή εις το αρμόδιον Επαρχιακόν Κτηματολογικόν Γραφείον κατά τας καθοριζομένας υπό του άρθρου 46 ώρας εργασίας, και δηλώση την τοιαύτην μεταβίβασιν ή υποθήκην εις τον αρμόδιον λειτουργόν του ως είρηται Γραφείου διά- (α) της προσαγωγής και επικυρώσεως ενυπογράφου δηλώσεως ως προνοείται εν άρθρω 18 ή, αναλόγως της περιπτώσεως, εν άρθρω 21 (β) της προσαγωγής ετέρων εγγράφων άτινα προνοούνται υπό του παρόντος Νόμου ή άτινα ήθελον απαιτηθή υπό του Διευθυντού επί τω τέλει της εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος ή οιουδήποτε εκάστοτε εν ισχύϊ Νόμου (γ) της βεβαιώσεως των υπογραφών αυτού επί της δηλώσεως και επί παντός δελτίου, συνημμένου ή ετέρου εγγράφου φέροντος την υπογραφήν αυτού, διά δηλώσεως αυτού ότι αναγνωρίζει τας τοιαύτας υπογραφάς ως ιδίας επί τούτω τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Νόμου, ο αρμόδιος λειτουργός αποδέχεται την γενομένην δήλωσιν μεταβιβάσεως ή υποθήκης φυλάσσων την δήλωσιν και τα προμνησθέντα έγγραφα και σημειών ενυπογραφως επί του εγγράφου της δηλώσεως το γεγονός ότι η δήλωσις εγένετο ενώπιον αυτού και εγένετο αποδεκτή υπ’ αυτού, ως και την ημερομηνίαν και τον χρόνον της δηλώσεως και της τοιαύτης αποδοχής.
(2)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(1), σε περίπτωση μεταβίβασης ακίνητης ιδιοκτησίας που ανήκει στη Δημοκρατία ή που περιήλθε στη Δημοκρατία δυνάμει των διατάξεων οποιουδήποτε νόμου, αυτή πραγματοποιείται είτε δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, είτε με την κατάθεση στο αρμόδιο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο της απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου για τη μεταβίβαση, μαζί με σχετική δήλωση αποδοχής από το πρόσωπο στο όνομα του οποίου θα γίνει η μεταβίβαση. Στη δήλωση αποδοχής αναφέρεται τόσο το όνομα και η διεύθυνση του προσώπου που αποδέχεται τη μεταβίβαση όσο και τα στοιχεία της ακίνητης ιδιοκτησίας που μεταβιβάζεται: Νοείται ότι, σε περίπτωση που η μεταβίβαση της ακίνητης ιδιοκτησίας γίνεται σε δικαιούχο, σύμφωνα με τους περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Παραχώρηση Τίτλων Ιδιοκτησίας σε Εκτοπισθέντες και άλλα Πρόσωπα) (Ειδικούς) Κανονισμούς του 2006 ή οποιουσδήποτε Κανονισμούς τους τροποποιούν ή τους αντικαθιστούν, και ο εν λόγω δικαιούχος απεβίωσε κατά ή μετά την 7η Απριλίου 2006, τότε ο δικαιούχος θεωρείται ότι βρίσκεται στη ζωή κατά την ημερομηνία μεταβίβασης ή εγγραφής της ακίνητης ιδιοκτησίας στο όνομά του και η μεταβίβαση γίνεται χωρίς την προσκόμιση, από οποιοδήποτε, της σχετικής δήλωσης αποδοχής, σύμφωνα με το παρόν εδάφιο. 9/1965 59(I)/2006 122(I)/2007 Δηλώσεις εις ετέρας επαρχίας ή εις παραρτήματα 9. Ανεξαρτήτως των διατάξεων του άρθρου 8, δήλωσις μεταβιβάσεως ή υποθήκης δύναται να γίνη- (α) ενώπιον του αρμοδίου λειτουργού παραρτήματος του αρμοδίου Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου ή (β) ενώπιον του αρμοδίου λειτουργού οιουδήποτε ετέρου Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου ή παραρτήματος, τη προσαγωγή ενός επί πλέον αντιγράφου της τοιαύτης δηλώσεως: Νοείται ότι η τοιαύτη δήλωσις γίνεται ιδίω κινδύνω του δικαιοδόχου ή, αναλόγως της περιπτώσεως, του ενυποθήκου δανειστού- (α) καθ’ όσον αφορά το γεγονός ότι το μεταβιβασθησόμενον ή υποθηκευθησόμενον ακίνητον δεν είναι εγγεγραμμένον επ’ όνοματι του δικαιοπαρόχου ή, αναλόγως της περιπτώσεως, του ενυποθήκου οφειλέτου, καθ’ ην ημέραν και χρόνον διενεργείται η τοιαύτη δήλωσις, ή καθ’ όσον αφορά το γεγονός ότι το τοιούτο ακίνητον υπόκειται τότε εις οιονδήποτε εμπράγματον βάρος, ή ότι ο δικαιοπάροχος ή ενυπόθηκος οφειλέτης τελεί υπό απαγόρευσιν αναφορικώς προς την διαχείρισιν της περιουσίας αυτού (β) καθ’ όσον αφορά την άρνησιν του Διευθυντού όπως εγγράψη την τοιαύτην μεταβίβασιν ή, αναλόγως της περιπτώσεως, υποθήκην, εν τη ενασκήσει της διακριτικής εξουσίας ην κέκτηται δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 14 όταν η τοιαύτη δήλωσις διαβιβασθή εις το αρμόδιον Επαρχιακόν Κτηματολογικόν Γραφείον. 9/1965 Δηλώσεις δι’ αντιπροσώπου 10.-
(1)Οσάκις σκοπείται η διενέργεια δηλώσεως μεταβιβάσεως ή υποθήκης ακινήτου ή αποδοχής τοιαύτης μεταβιβάσεως ή υποθήκης δι’ αντιπροσώπου, εκτός εάν ο αντιπρόσωπος κέκτηται εξουσίαν δυνάμει των διατάξεων οιουδήποτε ετέρου νόμου όπως διενεργή τοιαύτην δήλωσιν διά λογαριασμόν του αντιπροσωπευομένου, ούτος οφείλει να αποδείξη εις τον Διευθυντήν ότι το πρόσωπον διά λογαριασμόν ούτινος διενεργείται η δήλωσις παρέσχεν εις αυτόν έγγραφον εξουσιοδότησιν, προσηκόντως κεκυρωμένην παρ’ αρμοδίας τινός αρχής και χαρτοσεσημασμένην συμφώνως ταις διατάξεσι του εκάστοτε εν ισχύϊ νόμου, προς διενέργειαν της τοιαύτης δηλώσεως μεταβιβάσεως, ή, αναλόγως της περιπτώσεως, υποθήκης: Νοείται ότι ο Διευθυντής δύναται- (α) πριν ή αποδεχθή την γενομένην δήλωσιν να απαιτήση την προσαγωγήν αποδείξεων ότι η παρασχεθείσα εξουσιοδότησις δεν ανεκλήθη, εις πάσαν περίπτωσιν καθ’ ην κρίνει τούτο σκόπιμον είτε λόγω του μακρού χρόνου όστις παρήλθεν από της υπογραφής του σχετικού εγγράφου είτε δι’ έτερον τινα λόγον (β) να μη επιτρέψη την διενέργειαν της δηλώσεως δυνάμει της φερομένης ως παρασχεθείσης διά του προμνησθέντος εγγράφου εξουσιοδοτήσεως, εάν κατά την γνώμην αυτού υπάρχη ελάττωμα τι ή αμφιλογία περί την παρασχεθείσαν εξουσιοδότησιν ή αμφιβολία περί την ταυτότητα του υπογράψαντος το έγγραφον προσώπου, ή περί την αρμοδιότητα της κυρωσάσης το έγγραφον αρχής εν τη χώρα ένθα το έγγραφον υπεγράφη, μέχρις ου το τοιούτον ελάττωμα διορθωθή ή, αναλόγως της περιπτώσεως, η τοιαύτη αμφιλογία ή αμφιβολία αρθή κατά τρόπον ικανοποιούντα τον Διευθυντήν.
(2)Εάν ο Διευθυντής αποδεχθή την γενομένην δήλωσιν, το εν εδαφίω
(1)αναφερόμενον έγγραφον κατατίθεται και φυλάττεται παρά τω αρμοδίω Επαρχιακώ Κτηματολογικώ Γραφείω: Νοείται ότι- (α) εάν τούτο ζητηθή, το προμνησθέν έγγραφον δύναται να επιστραφή και αντικατασταθή διά φωτογραφικού αντιγράφου αυτού, κεκυρωμένου ως πιστού τοιούτου παρά του Διευθυντού (β) εάν το έγγραφον κατετέθη ήδη παρ’ ετέρω Επαρχιακώ Κτηματολογικώ Γραφείω, αντί του πρωτοτύπου γίνεται αποδεκτόν αντίγραφον πιστοποιηθέν παρά του Διευθυντού ως πιστόν αντίγραφον αυτού.
(3)Διά τους σκοπούς του παρόντος άρθρου “έγγραφον προσηκόντως κεκυρωμένον παρά της αρμοδίας αρχής” σημαίνει έγγραφον φέρον- (α) εάν μεν υπεγράφη εν Κύπρω, την σφραγίδα και υπογραφήν πιστοποιούντος υπαλλήλου διορισθέντος και ενεργούντος συμφώνως ταις διατάξεσι του περί Πιστοποιούντων Υπαλλήλων Νόμου, ή την σφραγίδα και υπογραφήν του Μουχτάρου και την υπογραφήν ενός Αζά οιασδήποτε πόλεως, χωρίου ή ενορίας, ενεργούντων συμφώνως ταις διατάξεσι του άρθρου 82 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησις) Νόμου (β) εάν υπεγράφη εν οιαδήποτε ετέρα χώρα- (
  1. i)την σφραγίδα και υπογραφήν προξενικού υπαλλήλου της Δημοκρατίας, ή προσώπου έχοντος εξουσίαν όπως ενασκή τοιαύτα καθήκοντα εκ μέρους της Δημοκρατίας, και είτε η τοιαύτη σφραγίς και υπογραφή ετέθησαν επ’ αυτού προς πιστοποίησιν της υπογραφής του υπογράψαντος το έγγραφον προσώπου, είτε προς πιστοποίησιν της υπογραφής οιουδήποτε προσώπου έχοντος εκάστοτε κατά νόμον την εξουσίαν όπως εν τη τοιαύτη χώρα πιστοποιή υπογραφάς, ή εκδίδη έγγραφα αποδεικνύοντα την υπογραφήν εγγράφων της προνοουμένης υπό του παρόντος άρθρου φύσεως (
  2. ii)εάν εν τη τοιαύτη χώρα δεν υπάρχη προξενικός υπάλληλος της Δημοκρατίας ή έτερον πρόσωπον έχον εξουσίαν όπως ενασκή τοιαύτα καθήκοντα εκ μέρους της Δημοκρατίας, την σφραγίδα και υπογραφήν παντός προσώπου όπερ ο Διευθυντής ικανοποιείται ότι κέκτηται εκάστοτε κατά νόμον εξουσίαν όπως εν τη τοιαύτη χώρα πιστοποιή υπογραφάς ή εκδίδη έγγραφα αποδεικνύοντα την υπογραφήν εγγράφων της προνοουμένης υπό του παρόντος άρθρου φύσεως 9/1965 Δηλώσεις διά λογαριασμόν ανικάνων προσώπων 11. Οσάκις πρόσωπον τι είναι ανίκανον ή άλλως πως τελεί υπό απαγόρευσιν αναφορικώς προς την διαχείρισιν των υποθέσεων και της περιουσίας αυτού δυνάμει των διατάξεων οιουδήποτε εκάστοτε εν ισχύϊ νόμου (εν τοις εφεξής εν τω παρόντι άρθρω του προσώπου τούτου αναφερομένου ως “ανίκανον πρόσωπον”), πάσα δήλωσις μεταβιβάσεως ή υποθήκης ακινήτου εις ην το πρόσωπον τούτο μετέχει ως εις των συμβαλλομένων διενεργείται διά λογαριασμόν αυτού υπό του κηδεμόνος, διαχειριστού, επιτρόπου ή, αναλόγως της περιπτώσεως, του εφόρου της περιουσίας αυτού, επί τη προσαγωγή εγγράφων ικανοποιούντων τον Διευθυντήν και εκδοθέντων υπό τινος δικαστηρίου ή ετέρας αρχής εχούσης εξουσίαν προς έκδοσιν τοιούτων εγγράφων δυνάμει των διατάξεων οιουδήποτε εκάστοτε εν ισχύϊ νόμου- (α) διορισμού του κηδεμόνος, διαχειριστού, επιτρόπου ή, αναλόγως της περιπτώσεως, εφόρου: Νοείται ότι δεν απαιτείται η προσαγωγή τοιούτου εγγράφου υπό προσώπου ασκούντος καθήκοντα κηδεμόνος δυνάμει των διατάξεων της παραγράφου (α) ή (β) του άρθρου 6 του περί Κηδεμονίας Ανηλίκων και Ασώτων Νόμου και (β) εξουσιοδοτήσεως της διενεργηθησομένης δηλώσεως μεταβιβάσεως ή υποθήκης: Νοείται ότι δεν απαιτείται η προσαγωγή τοιούτου εγγράφου- (
  3. i)οσάκις, δυνάμει των διατάξεων οιουδήποτε εκάστοτε εν ισχύϊ νόμου, ο κηδεμών, διαχειριστής, επίτροπος ή έφορος κέκτηται εξουσίαν όπως διενεργή τοιαύτην δήλωσιν διά λογαριασμόν του ανικάνου προσώπου άνευ της προμνησθείσης εξουσιοδοτήσεως ή (
  4. ii)οσάκις η τοιαύτη δήλωσις αφορά εις την μεταβίβασιν ή υποθήκευσιν ακινήτου εις ανίκανον πρόσωπον, γενομένην είτε άνευ οιασδήποτε αντιπαροχής είτε έναντι αντιπαροχής ήτις ως εκτίθεται εγγράφως υπό του κηδεμόνος, διαχειριστού, επιτρόπου ή εφόρου, δεν κατεβλήθη εκ χρημάτων ή, αναλόγως της περιπτώσεως, εξ ετέρας περιουσίας του ανικάνου προσώπου. 9/1965 Μεταβιβάσεις και υποθήκαι επηρεαζόμεναι υπό εμπραγμάτου τινός βάρους ή απαγορεύσεως 12.-
(1)Εκτός ως προνοείται εν άρθρω 29 ή 31, οσάκις ακίνητον υπόκειται εις οιονδήποτε εμπράγματον βάρος ή ο κύριος αυτού τελεί υπό απαγόρευσιν- (α) ουδεμία δήλωσις μεταβιβάσεως ή υποθήκης τοιούτου ακινήτου γίνεται δεκτή παρά τω αρμοδίω Επαρχιακώ Κτηματολογικώ Γραφείω (β) ουδεμία δήλωσις μεταβιβάσεως ή υποθήκης τοιούτου ακινήτου γίνεται δεκτή παρ’ οιωδήποτε ετέρω Επαρχιακώ Κτηματολογικώ Γραφείω ή παραρτήματι, οσάκις η ύπαρξις του τοιούτου εμπραγμάτου βάρους ή απαγορεύσεως είναι γνωστή εις τον αρμόδιον λειτουργόν του ετέρου τοιούτου Κτηματολογικού Γραφείου ή, αναλόγως της περιπτώσεως, παραρτήματος (γ) ουδεμία μεταβίβασις ή υποθήκη τοιούτου ακινήτου δηλωθείσα παρ’ οιωδήποτε ετέρω Επαρχιακώ Κτηματολογικώ Γραφείω ή παραρτήματι άνευ γνώσεως του αρμοδίου λειτουργού περί της υπάρξεως τοιούτου εμπραγμάτου βάρους ή απαγορεύσεως εγγράφεται παρά τω αρμοδίω Επαρχιακώ Κτηματολογικώ Γραφείω.
(2)Οσάκις δύο ή πλείονα ακίνητα περιλαμβάνονται εν τη αυτή δηλώσει μεταβιβάσεως ή υποθήκης και οιονδήποτε αυτών υπόκειται εις εμπράγματον τι βάρος, αι διατάξεις της παραγράφου (γ) του εδαφίου
(1)θα τυγχάνωσιν εφαρμογής επί της ως είρηται δηλώσεως εν τω συνόλω αυτής, και εάν έτι οιονδήποτε έτερον των εν τη δηλώσει διαλαμβανομένων ακινήτων δεν υπόκειται εις το τοιούτο ή οιονδήποτε έτερον εμπράγματον βάρος: Νοείται ότι καθ’ όσον αφορά εις τοιούτο έτερον ελεύθερον παντός εμπραγμάτου βάρους ακίνητον, η μεταβίβασις ή υποθήκη δύναται, τη συναινέσει αμφοτέρων των μερών της δηλώσεως, να τύχη εγγραφής κατόπιν τοιούτων αλλαγών περί την αντιπαροχήν ή τους λοιπούς τυχόν όρους ως ήθελον οι συμβαλλόμενοι συμφωνήσει επί τούτου.
(3)Οσάκις ζητείται η ταυτόχρονος διενέργεια δύο δηλώσεων μεταβιβάσεως προς εκτέλεσιν συμφωνίας αφορώσης εις την ανταλλαγήν ακινήτων μεταξύ δύο προσώπων, και τα ακίνητα άτινα διαλαμβάνονται εν μια των δηλώσεων συνιστώσιν εν όλω ή εν μέρει την αντιπαροχήν διά την μεταβίβασιν των εν τη ετέρα των δηλώσεων διαλαμβανομένων τοιούτων, οιονδήποτε δε των τοιούτων ακινήτων εν εκατέρα των ως είρηται δηλώσεων υπόκειται εις εμπράγματον τι βάρος, αι διατάξεις της παραγράφου (γ) του εδαφίου
(1)θα τυγχάνωσιν εφαρμογής επί αμφοτέρων των δηλώσεων και εάν έτι οιονδήποτε έτερον ακίνητον διαλαμβανόμενον εν τη αυτή ή τη ετέρα δηλώσει είναι ελεύθερον παντός εμπραγμάτου βάρους.
(4)Οσάκις ζητείται η ταυτόχρονος διενέργεια δύο δηλώσεων μεταβιβάσεως προς εκτέλεσιν συμφωνίας αφορώσης εις την ανταλλαγήν ακινήτων μεταξύ των αυτών προσώπων και τα ακίνητα άτινα διαλαμβάνονται εν μια των δηλώσεων συνιστώσιν, εν όλω ή εν μέρει, την αντιπαροχήν διά την μεταβίβασιν των εν τη ετέρα των δηλώσεων διαλαμβανομένων τοιούτων, οιονδήποτε δε των τοιούτων προσώπων τελεί υπό απαγόρευσιν, αι διατάξεις της παραγράφου (γ) του εδαφίου
(1)θα τυγχάνωσιν εφαρμογής επί αμφοτέρων των δηλώσεων και εάν έτι το έτερον των προσώπων δεν τελή υπό τοιαύτην απαγόρευσιν.
(5)Εν τω παρόντι άρθρω- (α) “εμπράγματον βάρος” σημαίνει άμεσον τινα επί ακινήτου απαίτησιν, δικαίωμα επιβαρύνσεως (lien) ή υποχρέωσιν, υφισταμένην δυνάμει των διατάξεων οιουδήποτε εκάστοτε εν ισχύϊ νόμου (β) “απαγόρευσις” σημαίνει την απαγόρευσιν υφ’ ην τελεί τις και ως εκ της οποίας ούτος στερείται του δικαιώματος προς μεταβίβασιν ή υποθήκευσιν ολοκλήρου ή μέρους τινός της ακινήτου ιδιοκτησίας αυτού δυνάμει των διατάξεων οιουδήοτε εκάστοτε εν ισχύϊ νόμου
(6)Άνευ επηρεασμού της γενικότητος του εδαφίου
(5)και υπό την επιφύλαξιν των εν εδαφίω
(7)διατάξεων, καθίσταται δήλον ώδε ότι τα εμπράγματα βάρη και αι απαγορεύσεις αίτινες καθορίζονται αντιστοίχως εις τα Μέρη Ι και ΙΙ του Πρώτου Παραρτήματος συνιστώσιν εμπράγματα βάρη και απαγορεύσεις εν τη εννοία του παρόντος άρθρου: Νοείται ότι το Υπουργικόν Συμβούλιον δύναται διά διατάγματος αυτού δημοσιευομένου εν τη επισήμω εφημερίδι της Δημοκρατίας να επιφέρη τοιαύτας τροποποιήσεις, διαγραφάς ή προσθήκας εν τω Πρώτω Παραρτήματι οίαι ήθελον κριθή αναγκαίαι προς εφαρμογήν των διατάξεων του εκάστοτε εν ισχύϊ νόμου.
(7)Ουδέν των εν τω παρόντι άρθρω- (α) συνιστά εμπράγματον βάρος ή απαγόρευσιν, εκτός εάν τούτο έχη γνωστοποιηθή, ή οιονδήποτε έγγραφον αφορών εις αυτό έχη δηλωθή, εγγραφή, προσαχθή ή, αναλόγως της περιπτώσεως, κατατεθή εις το αρμόδιον Επαρχιακόν Κτηματολογικόν Γραφείον, άπασαι αι διατυπώσεις αι απαιτούμεναι παρ’ οιουδήποτε νόμου ή κανονισμών έχωσι τηρηθή και άπαντα τα πληρωτέα διά την αποδοχήν ή καταχώρησιν αυτών τέλη και δικαιώματα έχωσι καταβληθή (β) επηρεάζει τας εξουσίας οιουδήποτε προσώπου εξουσιοδοτηθέντος δυνάμει των διατάξεων οιουδήποτε εκάστοτε εν ισχύϊ νόμου όπως μεταβιβάζη ή υποθηκεύη ακίνητα ανήκοντα εις πρόσωπον τελούν υπό απαγόρευσιν. 9/1965 51/1970 Μεταβίβασις ακινήτου υποκειμένου εις εμπράγματον βάρος κ.λ.π. εις ωρισμένας περιπτώσεις 12Α.-
(1)Ανεξαρτήτως των διατάξεων του παρόντος Νόμου ο κύριος ακινήτου υποκειμένου εις εμπράγματον βάρος ή επηρεαζομένου υπό προσωρινού διατάγματος Δικαστηρίου απαγορεύοντος εις αυτόν την απαλλοτρίωσιν του τοιούτου ακινήτου δύναται να μεταβιβάση τούτο διά δηλώσεως πωλήσεως και καταθέσεως ολοκλήρου του τιμήματος πωλήσεως εις το αρμόδιον Επαρχιακόν Κτηματολογικόν Γραφείον, το οποίον αποδέχεται την τοιαύτην δήλωσιν εφ’ όσον το εν αυτή δηλούμενον τίμημα πωλήσεως δεν είναι χαμηλότερον του ποσού το οποίον καθωρίσθη υπό του αρμοδίου Δικαστηρίου ως αντιπροσωπεύοντος την αγοραίαν αξίαν του ακινήτου και εφ’ όσον το αρμόδιον Επαρχιακόν Κτηματολογικόν Γραφείον δεν έλαβεν έγγραφον ειδοποίησιν περί καταχωρίσεως εφέσεως κατά της καθορισάσης την αγοραίαν αξίαν του ακινήτου αποφάσεως του αρμοδίου Δικαστηρίου.
(2)Η αγοραία αξία του ακινήτου καθορίζεται υπό του αρμοδίου Δικαστηρίου κατόπιν υποβολής υπό του κυρίου του ακινήτου εναρκτηρίου κλήσεως (originating summons), επιδιδομένης εις τους προς όφελος των οποίων υφίσταται το υπό του εδαφίου
(1)αναφερόμενον εμπράγματον βάρος ή προσωρινόν διάταγμα.
(3)Οιονδήποτε ενδιαφερόμενον πρόσωπον δύναται, ουχί ενωρίτερον της παρελεύσεως τεσσάρων μηνών από της ημερομηνίας καθ’ ην εξεδόθη η απόφασις του αρμοδίου Δικαστηρίου, να αιτήση παρά του αρμοδίου Δικαστηρίου αναθεώρησιν της διά της αποφάσεως καθορισθείσης αγοραίας αξίας του ακινήτου.
(4)Ο αιτητής δίδει έγγραφον ειδοποίησιν εις το αρμόδιον Επαρχιακόν Κτηματολογικόν Γραφείον περί της καταχωρίσεως της τοιαύτης αιτήσεως, το δε αρμόδιον Επαρχιακόν Κτηματολογικόν Γραφείον δεν αποδέχεται οιανδήποτε δήλωσιν πωλήσεως εν σχέσει προς το εν τη αιτήσει αναφερόμενον ακίνητον μέχρις ότου εκδοθή η επί της αιτήσεως απόφασις.
(5)Το παρά τω αρμοδίω Επαρχιακώ Κτηματολογικώ Γραφείω κατατιθέμενον δυνάμει του εδαφίου
(1)τίμημα πωλήσεως διατίθεται κατά σειράν προτεραιότητος εις τους προς όφελος των οποίων υφίσταται επί του ακινήτου εμπράγματον βάρος.
(6)Εν τω παρόντι άρθρω- “αρμόδιον Δικαστήριον” σημαίνει το Επαρχιακόν Δικαστήριον εν τη Επαρχία εν η κείται το ακίνητον. 9/1965 3/1978 Ερωτήματα και περαιτέρω αποδείξεις περί τας δηλώσεις 13.-
(1)Οσάκις σκοπείται η διενέργεια δηλώσεως μεταβιβάσεως ή υποθήκης ενώπιον του αρμοδίου ή οιουδήποτε ετέρου Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου ή παραρτήματος, ή οσάκις τοιαύτη δήλωσις γίνεται αποδεκτή παρ’ οιουδήποτε ετέρου Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου ή παραρτήματος, ο Διευθυντής δύναται, προ της ενασκήσεως της διακριτικής εξουσίας ην περιβέβληται δυνάμει του άρθρου 14, να ζητήση παρά των διενεργούντων την τοιαύτην δήλωσιν προσώπων ή παρ’ οιουδήποτε εξ αυτών όπως απαντήσωσι προφορικώς ή εγγράφως εις οιονδήποτε ερώτημα όπερ ούτος ευλόγως ήθελε κρίνει αναγκαίον να υποβάλη, περιλαμβανομένων και ερωτημάτων αφορώντων εις- (α) την ταυτότητα και εθνικότητα των συμβαλλομένων μερών (β) την συμβατικήν ικανότητα των μερών δυνάμει των διατάξεων οιουδήποτε εκάστοτε εν ισχύϊ νόμου και την ικανότητα των προσώπων άτινα εμφανίζονται ενώπιον του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου ή παραρτήματος προς διενέργειαν της δηλώσεως (γ) την εξακολούθησιν ή μη της εξουσίας προσώπου τινός όπως προβή εις δήλωσιν μεταβιβάσεως ή υποθήκης διά λογαριασμόν ετέρου τινός προσώπου (δ) την ικανότητα οιουδήποτε των μερών της δηλώσεως όπως αντιλαμβάνηται την φύσιν της σκοπουμένης δικαιοπραξίας (ε) την ύπαρξιν, ταυτότητα, φύσιν, κατάστασιν, εμβαδόν ή ποσότητα του ακινήτου ούτινος σκοπείται η μεταβίβασις ή υποθήκευσις (στ) την κυριότητα ή κατοχήν του ακινήτου ούτινος σκοπείται η μεταβίβασις ή υποθήκευσις (ζ) οιονδήποτε συμφέρον σχετιζόμενον προς το ακίνητον ούτινος σκοπείται η μεταβίβασις ή υποθήκευσις και ανήκον εις εκάτερον των μερών της σκοπουμένης δηλώσεως ή εις οιονδήποτε έτερον πρόσωπον (η) την ύπαρξιν οιουδήποτε όρου, συμφώνου ή συμφωνίας μη αποκαλυπτομένης εν τη δηλώσει ή ετέρω προσαχθέντι εγγράφω (θ) το ποσόν οιασδήποτε αντιπαροχής και, εν τη περιπτώσει μεταβιβάσεως, την ημερομηνίαν καθ’ ην αύτη συνεφωνήθη και (ι) εν τη περιπτώσει μεταβιβάσεως, την ύπαρξιν οιασδήποτε συμφωνίας προς επαναμεταβίβασιν της ακινήτου εις τον μεταβιβάζοντα ταύτην είτε επί τη πληρωμή οιουδήποτε ποσού είτε επί τω συμβάντι οιουδήποτε γεγονότος.
(2)Ο Διευθυντής δύναται, αντί να υποβάλη εις τα μέρη της σκοπουμένης δηλώσεως οιονδήποτε των άνω εν εδαφίω
(1)αναφερομένων ερωτημάτων, ή επιπροσθέτως τούτων, να απαιτήση την προσαγωγήν ενόρκου δηλώσεως ή βεβαιώσεως ή ετέρων κατά την κρίσιν αυτού αναγκαίων αποδεικτικών στοιχείων αφορώντων εις οιονδήποτε των άνω ερωτημάτων.
(3)Οσάκις ο Διευθυντής έχει οιανδήποτε αμφιβολίαν αναφορικώς προς οιονδήποτε των εν παραγράφοις (ε), (στ) και (ζ) του εδαφίου
(1)διαλαμβανομένων ζητημάτων, ή αναφορικώς προς οιανδήποτε πληροφορίαν ή αποδεικτικόν στοιχείον παρασχεθέν αυτώ υπό των μερών σκοπουμένης τινός δηλώσεως περί τα ως άνω ζητήματα, πριν ή ούτος αποδεχθή την γενομένην δήλωσιν δύναται να διατάξη την διενέργειαν αυτοψίας παρά τινος λειτουργού του Κτηματολογικού και Χωρομετρικού Τμήματος δαπάναις του κυρίου.
(4)Ο Διευθυντής δύναται να επιτρέψη την δήλωσιν μεταβιβάσεως ή υποθηκεύσεως οιουδήποτε ακινήτου προ της διενεργείας αυτοψίας ως προνοείται εν εδαφίω
(3), νοουμένου ότι τα δυνάμει των διατάξεων του εκάστοτε εν ισχύϊ Νόμου εισπρακτέα τέλη και δικαιώματα αναφορικώς προς την διενέργειαν της τοιαύτης αυτοψίας θα καταβληθώσι συγχρόνως μετά των τελών και δικαιωμάτων των εισπρακτέων δυνάμει του νόμου τούτου επί τη εγγραφή του τίτλου επί του μεταβιβαζομένου ακινήτου ή, αναλόγως της περιπτώσεως, τη εγγραφή της υποθήκης.
(5)Ανεξαρτήτως παντός εν τω παρόντι Νόμω διαλαμβανομένου, καθ’ οιονδήποτε χρόνον μετά την αποδοχήν της δηλώσεως μεταβιβάσεως ή υποθήκης και προ της εγγραφής αυτής, ο Διευθυντής δύναται να διατάξη την διενέργειαν αυτοψίας παρά τινος λειτουργού του Κτηματολογικού και Χωρομετρικού Τμήματος επί του ακινήτου εις ο αφορά η γενομένη δήλωσις μεταβιβάσεως ή υποθήκης( εάν δε ο Διευθυντής ούτω διατάξη, τα δυνάμει των διατάξεων του εκάστοτε εν ισχύϊ νόμου εισπρακτέα διά την διενέργειαν τοιαύτης αυτοψίας τέλη και δικαιώματα θα λογίζωνται διά τους σκοπούς του τοιούτου Νόμου ως υπόλοιπον τελών ή δικαιωμάτων εισπρακτέων διά την εκτέλεσιν οιασδήποτε υπηρεσίας τη αιτήσει του δικαιοδόχου ή, αναλόγως της περιπτώσεως, του ενυποθήκου οφειλέτου. 9/1965 Διακριτική εξουσία Διευθυντού 14. Ο Διευθυντής δύναται να αρνηθή να επιτρέψη την παρά του αρμοδίου λειτουργού Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου ή παραρτήματος αποδοχήν οιασδήποτε δηλώσεως μεταβιβάσεως ή υποθήκης ή, οσάκις τοιαύτη δήλωσις εγένετο εις Επαρχιακόν Κτηματολογικόν Γραφείον επαρχίας ετέρας ή της επαρχίας εν η κείται το ακίνητον ούτινος σκοπείται η μεταβίβασις ή υποθήκευσις ή εις παράρτημα τι, ο Διευθυντής δύναται να αρνηθή να εγγράψη την τοιαύτην μεταβίβασιν ή υποθήκευσιν εις οιανδήποτε των εφεξής περιστάσεων, ήτοι- (α) οσάκις εξ οιασδήποτε παρασχεθείσης πληροφορίας, προσαχθέντος αποδεικτικού στοιχείου ή βεβαιώσεως γενομένης κατ’ απαίτησιν του Διευθυντού δυνάμει του άρθρου 13 ή εκ των πορισμάτων αυτοψίας διενεγηθείσης κατ’ εντολήν του Διευθυντού δυνάμει του εδαφίου
(3)του προμνησθέντος άρθρου- (i) ο Διευθυντής έχη οιασδήποτε αμφιβολίας αναφορικώς προς ζήτημα τι εκ των αναφερομένων εν παραγράφοις (α), (β), (γ) και (δ) του εδαφίου
(1)του προμνησθέντος άρθρου (ii) ούτος κρίνη ότι κατά τι ουσιώδες αυτού στοιχείον το ακίνητον ούτινος σκοπείται η μεταβίβασις ή υποθήκευσις και η επ’ αυτού κυριότης δεν συμπίπτουν μετά της εν τω κτηματικώ μητρώω διαλαμβανομένης περιγραφής (iii) εν περιπτώσει σκοπουμένης μεταβιβάσεως ακινήτου ο Διευθυντής είναι πεπεισμένος ότι υφίσταται συμφωνία περί επαναμεταβιβάσεως αυτού εις τον δικαιοπάροχον επί τη πληρωμή οιουδήποτε ποσού ή τω συμβάντι οιουδήποτε γεγονότος, ή ότι υφίσται ετέρα συμφωνία, όρος ή σύμφωνον, αντικείμενον ή μη συνάδον προς την φύσιν της μεταβιβάσεως (β) οσάκις δεν τηρείται οιαδήποτε των διατάξεων του παρόντος Νόμου ή (γ) οσάκις η σκοπουμένη μεταβίβασις ή υποθήκευσις θα αντέβαινεν ή αντέκειτο προς τας διατάξεις οιουδήποτε ετέρου εκάστοτε εν ισχύϊ νόμου. 9/1965 Καταβολή τελών 15.-
(1)Εάν η δήλωσις μεταβιβάσεως ή υποθήκης γενή αποδεκτή, άπαντα τα τέλη και δικαιώματα τα εισπρακτέα δυνάμει των διατάξεων του εκάστοτε εν ισχύϊ νόμου επί τη εγγραφή της τοιαύτης μεταβιβάσεως ή υποθήκης καταβάλλονται εις το Επαρχιακόν Κτηματολογικόν Γραφείον ή παράρτημα παρ’ ω εγένετο αποδεκτή η τοιαύτη δήλωσις, καθ’ ην ημέραν εχώρησεν η αποδοχή( η δε δήλωσις λογίζεται άκυρος και εστερημένη οιασδήποτε νομικής ισχύος εφ’ όσον τα ως είρηται τέλη και δικαιώματα δεν ήθελον ούτω καταβληθή κατά την ως εν τοις ανωτέρω καθοριζομένην ημέραν: Νοείται ότι αι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν τυγχάνουσιν εφαρμογής επί τελών και δικαιωμάτων ή μέρους αυτών άτινα ήθελον εξακριβωθή ως εισπρακτέα μετά την ημέραν καθ’ ην η σχετική δήλωσις εγένετο αποδεκτή.
(2)Οσάκις η πληρωμή των εν εδαφίω
(1)τελών και δικαιώματων γίνεται δι’ επιταγής εκδιδομένης επί Τραπέζης λειτουργούσης εν Κύπρω ήτις όμως δεν τυγχάνει εξοφλήσεως άμα τη εμφανίσει αυτής προς πληρωμήν, τα τοιαύτα τέλη και δικαιώματα λογίζονται ως μη πληρωθέντα κατά την ημέραν καθ’ ην δήλωσις εγένετο αποδεκτή. 9/1965 Εγγραφή μεταβιβάσεως ή υποθήκης 16.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 24 και 25 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησις) Νόμου και των άρθρων 14 και 15, ο Διευθυντής εγγράφει πάσαν μεταβίβασιν ή υποθήκην ακινήτου δηλωθείσαν δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου και γενομένην αποδεκτήν υπό του προς τούτο αρμοδίου υπαλλήλου.
(2)Η εγγραφή μεταβιβάσεως γίνεται διά της εγγραφής του ονόματος του δικαιοδόχου ως κυρίου του μεταβιβαζομένου ακινήτου.
(3)Η εγγραφή υποθήκης γίνεται διά της εγγραφής της τοιαύτης υποθήκης έναντι της εγγραφής του υποθηκευομένου ακινήτου και σημειώσεως επί του πιστοποιητικού εγγραφής του ως είρηται ακινήτου, αφορώσης εις την υποθήκην.
(4)Άμα τη διενεργεία της εγγραφής μεταβιβάσεως ή υποθήκης, ο Διευθυντής εκδίδει, αναλόγως της περιπτώσεως- (α) τω δικαιοδόχω, πιστοποιητικόν εγγραφής του μεταβιβαζομένου ακινήτου επ’ ονόματι αυτού (β) τω ενυποθήκω δανειστή, πιστοποιητικόν εγγραφής της υποθήκης επ’ ονόματι αυτού, σημειούμενον επί της συμβάσεως και δηλώσεως της υποθήκης, και συνοδευόμενον υπό του επ’ ονόματι του ενυποθήκου οφειλέτου πιστοποιητικού εγγραφής του υποθηκευομένου ακινήτου (γ) τω ενυποθήκω οφειλέτη, αντίγραφον του πιστοποιητικού εγγραφής της υποθήκης σημειούμενον επί της συμβάσεως και δηλώσεως της υποθήκης
(5)Εν η περιπτώσει διενεργείται αυτοψία ακινήτου μετά την αποδοχήν της δηλώσεως μεταβιβάσεως ή υποθήκης, ως προνοείται εν εδαφίοις
(4)και
(5)του άρθρου 13 αντιστοίχως, αι διατάξεις του παρόντος άρθρου τυγχάνουσιν εφαρμογής και εάν έτι τα εκ της αυτοψίας πορίσματα δεν είναι διαθέσιμα: Νοείται ότι μετά την διενέργειαν της ως είρηται αυτοψίας ο Διευθυντής δύναται να προβή εις νέαν έκδοσιν της εγγραφής του τοιούτου ακινήτου και να τροποιήση οιανδήποτε εγγραφήν γενομένην ή πιστοποιητικόν εκδοθέν δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου: Νοείται ότι δεν διενεργείται τοιαύτη νέα έκδοσις ή τροποποποίησις εκτός εάν δοθή τριάκοντα ημερών προειδοποίησις παρά του Διευθυντού προς οιονδήποτε πρόσωπον ούτινος τα συμφέροντα δυνατόν να παραβλαφθώσιν ως εκ της τοιαύτης ενεργείας. Παν δε τοιούτο πρόσωπον δύναται εντός της ως είρηται προθεσμίας των τριάκοντα ημερών από της ημερομηνίας επιδόσεως της τοιαύτης ειδοποιήσεως να καταχωρήση ένστασιν παρά τω Διευθυντή όστις και διερευνά το όλον ζήτημα και γνωστοποιεί την επί της υποβληθείσης ενστάσεως απόφασιν αυτού τω υποβαλόντι την ένστασιν προσώπω. 9/1965 Ταυτόχρονοι δηλώσεις μεταβιβάσεως και υποθήκης 17. Οσάκις ζητείται η διενέργεια δηλώσεως μεταβιβάσεως ακινήτου και δηλώσεως υποθήκης επ’ αυτού υπό του δικαιοδόχου υπέρ του δικαιοπαρόχου ή οιουδήποτε ετέρου προσώπου προς εξασφάλισιν ολοκλήρου ή μέρους τινός της αντιπαροχής ή δι’ οιονδήποτε έτερον λόγον, ο Διευθυντης δύναται να επιτρέψη την σύγχρονον διενέργειαν των τοιούτων δηλώσεων παρά τω αρμοδίω Επαρχιακώ Κτηματολογικώ Γραφείω ίνα ούτω επέλθη το αποτέλεσμα όπερ επιζητείται διά της επιβολής του όρου υφ’ ον συνεφωνήθησαν η μεταβίβασις και υποθήκη( νοουμένου δε ότι θα έχωσι τηρηθή αι διατάξεις του άρθρου 15, αι δύο δηλώσεις λογίζονται γενόμεναι και έχουσαι νομικήν ισχύν αφ’ου χρόνου εγένετο η δήλωσις μεταβιβάσεως. 9/1965 Ανταλλαγή ακινήτων 17Α. Οσάκις διενεργώνται μεταβιβάσεις ακινήτων προς εκτέλεσιν συμφωνίας αφορώσης εις την ανταλλαγήν ακινήτων μεταξύ δύο προσώπων και τα ακίνητα τα μεταβιβαζόμενα υπό του ενός προσώπου συνιστώσιν εν όλω ή εν μέρει την αντιπαροχήν διά τα ακίνητα τα μεταβιβαζόμενα υπό του ετέρου προσώπου, αι τοιαύται μεταβιβάσεις δεν θα λογίζωνται ως γενόμεναι επ’ ανταλλαγή εκτός εάν αι δύο δηλώσεις μεταβιβάσεως διενεργώνται ταυτοχρόνως. 9/1965 6/1981 ΜΕΡΟΣ IV ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΑΦΟΡΩΣΑΙ ΕΙΣ ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΕΙΣ Δηλώσεις δικαιοδόχου και δικαιοπαρόχου και προσαγόμενα έγγραφα 18.-
(1)Αι έγγραφοι δηλώσεις αίτινες προσάγονται τω Επαρχιακώ Κτηματολογικώ Γραφείω υπό του δικαιοπαρόχου και δικαιοδόχου οιουδήποτε ακινήτου διαλαμβάνουσι τα ακόλουθα στοιχεία: (α) περιγραφήν του ακινήτου ούτινος σκοπείται η μεταβίβασις, γενομένην δι’ αναφοράς εις την τοποθεσίαν αυτού, τον αριθμόν και ημερομηνίαν εγγραφής, την εκτετιμημένην αξίαν και την μερίδα ή συμφέρον ούτινος σκοπείται η μεταβίβασις (β) βεβαίωσιν περί του εάν επήλθεν οιαδήποτε αλλαγή εις την κατάστασιν του ακινήτου ούτινος σκοπείται η μεταβίβασις, ως αύτη περιγράφεται εν τη εγγραφή αυτού, και περί της φύσεως της τοιαύτης αλλαγής, και βεβαίωσιν περί του εάν υπάρχη οιαδήποτε υφισταμένη μίσθωσις του τοιούτου ακινήτου (γ) εις την περίπτωσιν του δικαιοπαρόχου, βεβαίωσιν αυτού ότι ούτος είναι το πρόσωπον όπερ εμφαίνεται ως κύριος του τοιούτου ακινήτου, και ότι εις αναγκαίως καθοριζομένην ημερομηνίαν συνεφώνησεν όπως μεταβιβάση τούτο εις τον δικαιοδόχον είτε εκ χαριστικής αιτίας είτε έναντι αντιπαροχής: Νοείται ότι οσάκις δύο ή πλείονα ακίνητα περιλαμβάνωνται εν μια δηλώσει μεταβιβάσεως γενομένης επί αντιπαροχή, ή δι’ εν έκαστον ακίνητον αντιπαροχή καθορίζεται κεχωρισμένως (δ) εις την περίπτωσιν του δικαιοδόχου, βεβαίωσιν αυτού ότι ούτος συνεφώνησεν όπως αποδεχθή την μεταβίβασιν του τοιούτου ακινήτου υπό τους καθοριζομένους εν τη βεβαιώσει του δικαιοπαρόχου όρους (ε) βεβαίωσιν ότι δεν υφίσταται συμφωνία περί επαναμεταβιβάσεως του τοιούτου ακινήτου τω δικαιοπαρόχω επί τη πληρωμή ποσού τινος ή επί τω συμβάντι οιουδήποτε γεγονότος (στ) βεβαίωσιν αφορώσαν εις το γεγονός ότι εκάτερος των συμβαλλομένων γνωρίζει τον έτερον και παρέχουσαν στοιχεία οιασδήποτε μεταξύ αυτών υφισταμένης συγγενείας (ζ) βεβαίωσιν των συμβαλλομένων ότι ούτοι επιθυμούσιν όπως το ακίνητον μεταβιβασθή επ’ ονόματι του δικαιοδόχου (η) οιανδήποτε τυχόν επιφύλαξιν γενομένην δυνάμει της παραγράφου (ζ) του εδαφίου
(1)του άρθρου 11 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησις) Νόμου ήτις θα καταχωρήται και υπογράφηται ενώπιον του αρμοδίου λειτουργού υπό του δικαιοπαρόχου και του δικαιοδόχου εν τω Τύπω Α τω καθοριζομένω εν τω Δευτέρω Παραρτήματι: Νοείται ότι οσάκις το μεταβιβαζόμενον ακίνητον υπόκειται εις υποθήκην η δήλωσις της επιφυλάξεως δέον όπως φέρη και την συναίνεσιν του ενυποθήκου δανειστού και παντός εγγυητού του ενυποθήκου οφειλέτου ήτις θα υπογράφηται ενώπιον του αρμοδίου λειτουργού.
(2)Αι έγγραφοι δηλώσεις περί ων αι παράγραφοι (α), (β), (γ), (δ), (ε), (στ) και (ζ) του εδαφίου
(1)θα είναι εν τω τύπω Α τω καθοριζομένω εις το Δεύτερον Παράρτημα.
(3)Τα έτερα έγγραφα άτινα προσάγονται τω Επαρχιακώ Κτηματολογικώ Γραφείω καθ’ ον χρόνον διενεργείται η δήλωσις είναι τα ακόλουθα: (α) το πιστοποιητικόν εγγραφής του ακινήτου ούτινος σκοπείται η μεταβίβασις (β) επίσημοι αποδείξεις δεικνύουσαι ότι κατεβλήθησαν άπαντα τα δικαιώματα, τέλη και φόροι, οι πληρωτέοι κατά ή προ της ημερομηνίας καθ’ ην διενεργείται η δήλωσις περί το τοιούτον ακίνητον: Νοείται ότι η παράγραφος αύτη τυγχάνει εφαρμογής μόνον καθ’ όσον αφορά εις δικαιώματα, τέλη και φόρους οίτινες δυνάμει των διατάξεων οιουδήποτε εκάστοτε εν ισχύϊ νόμου βαρύνουσι το ακίνητον ή εισπράττονται διά της κατασχέσεως και πωλήσεως αυτού, και δη ανεξαρτήτως του εάν ελήφθησαν τα αναγκαία μέτρα ίνα συσταθή επιβάρυνσις επί του ακινήτου ούτινος σκοπείται η μεταβίβασις ή τα αναγκαία προς κατάσχεσιν και πώλησιν αυτού τοιαύτα· (γ) βεβαίωση από τον Έφορο Φορολογίας ότι- (
  1. i)ο φόρος που προκύπτει από τη διάθεση του ακινήτου, σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Φορολογίας Κεφαλαιουχικών Κερδών Νόμου, έχει καταβληθεί ή η πληρωμή του έχει ανασταλεί ή δεν προκύπτει φόρος· (
  2. ii)το τέλος, ίσο με ποσοστό ύψους 0,40% επί του τμήματος πώλησης, σύμφωνα με τις διατάξεις του περί του Κεντρικού Φορέα Ισότιμης Κατανομής Βαρών (Σύσταση, Σκοποί, Αρμοδιότητες και Άλλα Συναφή Θέματα) Νόμου, έχει καταβληθεί από τον πωλητή ή δεν προκύπτει υποχρέωση καταβολής τέλους· (δ) βεβαίωση του οικείου Συμβουλίου Υδατοπρομήθειας ή της οικείας αρχής τοπικής διοίκησης, ανάλογα με την περίπτωση, ότι αναφορικά με το εν λόγω ακίνητο έχουν καταβληθεί τα τέλη και δικαιώματα υδατοπρομήθειας τα οποία επιβλήθηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Υδατοπρομήθειας (Δημοτικές και Άλλες Περιοχές) Νόμου ή των Κανονισμών που εκδόθηκαν δυνάμει αυτού, καθώς και των σχετικών Κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει του περί Δήμων Νόμου και του περί Κοινοτήτων Νόμου, ανάλογα με την περίπτωση. 9/1965 6/1981 181(I)/2002 138(I)/2019 173(I)/2022 Συνέπειαι μεταβιβάσεως και ημερομηνία μεταβιβάσεως τίτλου 19. Τηρουμένων των εν άρθροις 22, 23, 24, 25 και 56 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησις) Νόμου διαλαμβανομένων διατάξεων, αφ’ ης ημέρας και χρόνου η δήλωσις μεταβιβάσεως ακινήτου γίνεται αποδεκτή ο τίτλος επί του τοιούτου ακινήτου ως και παντός ακινήτου σχετιζομένου μετ’ αυτού εις ο ο δικαιοπάροχος εδικαιούτο κατά τον προμνησθέντα χρόνον περιέρχεται τω δικαιοδόχω: Νοείται ότι οσάκις- (α) τα δυνάμει των διατάξεων του εκάστοτε εν ισχύϊ νόμου εισπρακτέα επί τη εγγραφή του τίτλου επί του μεταβιβασθέντος ακινήτου τέλη και δικαιώματα δεν καταβάλλωνται αμέσως μετά την δήλωσιν ή (β) της δηλώσεως γενομένης παρά τινι ετέρω Επαρχιακώ Κτηματολογικώ Γραφείω ή παρά τινι παραρτήματι, η εγγραφή της μεταβιβάσεως ήρτηται εκ της ασκήσεως διακριτικής εξουσίας παρά του Διευθυντού συμφώνως ταις διατάξεσι του άρθρου 14, η μεταβίβασις του τίτλου επί του ακινήτου περί ου η δήλωσις μεταβιβάσεως τελεί υπό αίρεσιν πληρουμένην άμα τη καταβολή των τοιούτων τελών και δικαιωμάτων ως προνοείται εν άρθρω 15 ή, αναλόγως της περιπτώσεως, άμα ως ο Διευθυντής ήθελεν αποφασίσει εν τη ενασκήσει της δυνάμει του άρθρου 14 διακριτικής αυτού εξουσίας όπως εγγράψη την μεταβίβασιν: Νοείται ότι, εάν τα τοιαύτα τέλη και δικαιώματα καταβληθώσιν ως εν τοις ανωτέρω ή, αναλόγως της περιπτώσεως, ο Διευθυντής αποφασίση να εγγράψη την μεταβίβασιν, το περί ου η δήλωσις μεταβιβάσεως ακίνητον θα θεωρήται περιελθόν τω δικαιοδόχω από της ημερομηνίας και του χρόνου καθ’ ον η δήλωσις μεταβιβάσεως εγένετο αποδεκτή. 9/1965 Όρος σιωπηρός βαρύνων τον δικαιοπάροχον 20. Εν πάση δηλώσει μεταβιβάσεως ακινήτου περιέχεται σιωπηρός τις όρος, ότι ο δικαιοπάροχος κέκτηται δικαίωμα μεταβιβάσεως του τοιούτου ακινήτου και ότι ο δικαιοδόχος δύναται να εισέλθη, καταλάβη, κατέχη, ποιήται χρήσιν και απολαύη τα οφέλη αυτού αδιαλείπτως, ανενοχλήτως και άνευ οιασδήποτε επεμβάσεως υπό ή εκ μέρους του δικαιοπαρόχου: Νοείται ότι αι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν θα τυγχάνωσιν εφαρμογής επί εγγραφής επιφυλάξεως δυνάμει της παραγράφου (ζ) του εδαφίου
(1)του άρθρου 11 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησις) Νόμου. 9/1965 6/1981 ΜΕΡΟΣ V ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΑΦΟΡΩΣΑΙ ΕΙΣ ΥΠΟΘΗΚΑΣ Δηλώσεις ενυποθήκου οφειλέτου και ενυποθήκου δανειστού και προσαγόμενα έγγραφα 21.-
(1)Αι έγγραφοι δηλώσεις αίτινες προσάγονται τω Επαρχιακώ Κτηματολογικώ Γραφείω υπό του ενυποθήκου οφειλέτου και του ενυποθήκου δανειστού διαλαμβάνουσι τα ακόλουθα στοιχεία: (α) περιγραφήν του ακινήτου εφ’ ου σκοπείται η σύστασις υποθήκης, γενομένην δι’ αναφοράς εις την τοποθεσίαν αυτού, τον αριθμόν και ημερομηνίαν εγγραφής και την μερίδα ή συμφέρον εφ’ ου σκοπείται η σύστασις υποθήκης (β) βεβαίωσιν περί του εάν επήλθεν οιαδήποτε αλλαγή εις την κατάστασιν του ακινήτου εφ’ ου σκοπείται η σύστασις υποθήκης, ως αύτη περιγράφεται εν τη εγγραφή αυτού, και περί της φύσεως της τοιαύτης αλλαγής, και βεβαίωσιν περί του εάν υπάρχη οιαδήποτε υφισταμένη μίσθωσις του τοιούτου ακινήτου (γ) εις την περίπτωσιν του ενυποθήκου οφειλέτου, σύμβασιν υποθήκης χαρτοσεσημασμένην συμφώνως ταις διατάξεσι του εκάστοτε εν ισχύϊ νόμου, εκθέτουσαν ότι εις πρώτην ζήτησιν ή κατά τινα ημερομηνίαν, καθωρισμένην ή δυναμένην να προσδιορισθή, ούτος επέχει υποχρέωσιν, τελούσαν υπό αίρεσιν ή απόλυτον τοιαύτην, όπως καταβάλη τω ενυποθήκω δανειστή χρηματικόν τι ποσόν, καθωρισμένον ή δυνάμενον να προσδιορισθή, ομού μετά τυχόν συμφωνηθέντος τόκου επί του ποσού τούτου ή μέρους αυτού, εις ποσοστόν καθωρισμένον ή δυνάμενον να προσδιορισθή δι’ αναφοράς εις οιονδήποτε έτερον ποσοστόν, και ομού μετά των εξόδων των διενεργουμένων εν περιπτώσει λήψεως νομίμων μέτρων προς είσπραξιν του ως είρηται ποσού και τόκου: Νοείται ότι οσάκις συνιστάται υποθήκη προς εξασφάλισιν μελλούσης ή υπό αίρεσιν υποχρεώσεως, περιλαμβανομένης και υποχρεώσεως αφορώσης εις χρηματικόν τι ποσόν καταβλητέον διά δόσεων ή αφορώσης εις το υπόλοιπον τρέχοντος λογαριασμού, δέον όπως τυγχάνη καθορισμού το μέγιστον ποσόν της πιθανής υποχρεώσεως όπερ και θα λογίζηται ως το ποσόν προς εξασφάλισιν ούτινος συνιστάται η εν λόγω υποθήκη (δ) εις την περίπτωσιν του ενυποθήκου οφειλέτου, βεβαίωσιν αυτού ότι ούτος είναι το πρόσωπον όπερ εμφαίνεται ως κύριος του τοιούτου ακινήτου και ότι συνεφώνησεν όπως υποθηκεύση τούτο υπέρ του κατονομαζομένου ως ενυποθήκου δανειστού προσώπου (ε) εις την περίπτωσιν του ενυποθήκου δανειστού, βεβαίωσιν αυτού ότι συνεφώνησεν όπως αποδεχθή την συσταθησομένην επί του τοιούτου ακινήτου υποθήκην υπό τους όρους τους καθοριζομένους εν τη περί υποθήκης συμβάσει και εν τη βεβαιώσει του ενυποθήκου οφειλέτου (στ) βεβαίωσιν αφορώσαν εις το γεγονός, ότι εκάτερος των συμβαλλομένων γνωρίζει τον έτερον και (ζ) βεβαίωσιν των συμβαλλομένων ότι ούτοι επιθυμούσιν όπως η ως είρηται υποθήκη τύχη εγγραφής.
(2)Αι έγγραφοι δηλώσεις περί ων το εδάφιον
(1)θα είναι εν τω τύπω Β τω καθοριζομένω εις το Δεύτερον Παράρτημα.
(3)Τα έτερα έγγραφα άτινα προσάγονται τω Επαρχιακώ Κτηματολογικώ Γραφείω καθ’ ον χρόνον διενεργείται η δήλωσις είναι τα ακόλουθα: (α) το πιστοποιητικόν εγγραφής του ακινήτου εφ’ ου σκοπείται η σύστασις υποθήκης και (β) δύο αντίτυπα των εν εδαφίω
(1)αναγραφομένων δηλώσεων. 9/1965 Αι υποθήκαι ασφάλεια υφισταμένης, μελλούσης ή υπό αίρεσιν υποχρεώσεως. Εγγυήσεις 22.-
(1)Υποθήκη δύναται να συσταθή ως ασφάλεια διά την εκπλήρωσιν υφισταμένης, μελλούσης, ή υπό αίρεσιν υποχρεώσεως, περιλαμβανομένης και υποχρεώσεως αφορώσης εις χρηματικόν τι ποσόν καταβλητέον διά δόσεων ή εις το υπόλοιπον τρέχοντος λογαριασμού.
(2)Οσάκις συνιστάται υποθήκη προς εξασφάλισιν μελλούσης ή υπό αίρεσιν υποχρεώσεως ή περιοδικών πληρωμών ή υπολοίπου τρέχοντος λογαριασμού, υφίσταται δικαίωμα προτεραιότητος, ως προνοείται εν άρθροις 23 και 30, καθ’ όσον αφορά ολόκληρον το εκάστοτε οφειλόμενον δυνάμει της υποθήκης ποσόν, από της ημερομηνίας καθ’ ην το ακίνητον βαρύνεται διά ταύτης δυνάμει των διατάξεων του ως είρηται άρθρου 23.
(3)Την πληρωμήν του εξασφαλιζομένου δι’ υποθήκης ποσού δύναται να εγγυηθή οιονδήποτε πρόσωπον. 9/1965 Συνέπειαι υποθήκης 23.-
(1)Αφ’ ότου ήθελε γίνει αποδεκτή δήλωσις υποθήκης, το ακίνητον εφ’ ου συνέστη η υποθήκη και εφόσον διαρκεί αύτη βαρύνεται διά της πληρωμής του διά ταύτης εξασφαλιζομένου ποσού, κατά προτεραιότητα έναντι πάσης ετέρας οφειλής και υποχρεώσεως του ενυποθήκου οφειλέτου ή του εκάστοτε κυρίου αυτού, εξαιρουμένων των οφειλών των εξασφαλιζομένων διά προηγουμένης δηλώσεως υποθήκης επί του αυτού ακινήτου ως και πάσης επιβαρύνσεως ήτις δυνάμει των διατάξεων οιουδήποτε εκάστοτε εν ισχύϊ νόμου ικανοποιείται κατά προτεραιότητα έναντι οιασδήποτε ετέρας επιβαρύνσεως ή εμπραγμάτου βάρους: Νοείται ότι οσάκις- (α) τα δυνάμει των διατάξεων του εκάστοτε εν ισχύϊ νόμου εισπρακτέα επί τη εγγραφή της υποθήκης τέλη και δικαιώματα δεν καταβάλλωνται αμέσως μετά την δήλωσιν ή (β) της δηλώσεως γενομένης παρά τινι ετέρω Επαρχιακώ Κτηματολογιώ Γραφείω ή παρά τινι παραρτήματι, η εγγραφή της υποθήκης ήρτηται εκ της ασκήσεως διακριτικής εξουσίας παρά του Διευθυντού συμφώνως ταις διατάξεσι του άρθρου 14, η επιβάρυνσις του ακινήτου περί ου η δήλωσις υποθήκης διά της πληρωμής του εξασφαλιζομένου διά της υποθήκης ποσού τελεί υπό αίρεσιν πληρουμένην άμα τη καταβολή των τελών και δικαιωμάτων ως καθορίζεται εν άρθρω 15 ή, αναλόγως της περιπτώσεως, άμα ως ο Διευθυντής ήθελεν αποφασίσει εν τη ενασκήσει της δυνάμει του άρθρου 14 διακριτικής αυτού εξουσίας, όπως εγγράψη την υποθήκην: Νοείται ότι εάν τα τοιαύτα τέλη και δικαιώματα καταβληθώσιν ως εν τοις ανωτέρω ή, αναλόγως της περιπτώσεως, ο Διευθυντής αποφασίση να εγγράψη την υποθήκην, το περί ου η δήλωσις υποθήκης ακίνητον θα θεωρήται βεβαρυμένον διά της πληρωμής του διά της υποθήκης εξασφαλιζομένου ποσού αναδρομικώς από της ημερομηνίας και του χρόνου καθ’ ον η δήλωσις υποθήκης εγένετο αποδεκτή.
(2)Τηρουμένων των εν εδαφίω
(3)του άρθρου 12 του περί Ανακουφίσεως Αγροτών Οφειλετών Νόμου 1962 διαλαμβανομένων διατάξεων, το άνω ακίνητον θα παραμείνη βεβαρυμένον ως εν εδαφίω
(1), μέχρις ου- (α) τούτο απαλλαγή της υποθήκης συμφώνως τω άρθρω 34 ή (β) εξαλειφθή η υποθήκη συμφώνως τω άρθρω 35 ή (γ) ακυρωθή η υποθήκη συμφώνως τω άρθρω 36 ή (δ) το τοιούτο ακίνητον πωληθή διά πλειστηριασμού συμφώνως ταις διατάξεσι του περί Ανακουφίσεως Αγροτών Οφειλετών Νόμου του 1962, ή του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, είτε, τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(6)του άρθρου 41, συμφώνως ταις διατάξεσι του μερους VI ή (ε) το τοιούτο ακίνητον υποστή αναγκαστικήν απαλλοτρίωσιν παρ’ οιουδήποτε προσώπου, οργανισμού ή αρχής δυνάμει των διατάξεων οιουδήποτε εκάστοτε εν ισχύϊ νόμου ή (στ) εξοφληθή το διά της υποθήκης εξασφαλιζόμενον ποσόν εκ του προϊόντος πωλήσεως, διεξαχθείσης δυνάμει οιουδήποτε των εν παραγράφω (δ) αναφερομένων Νόμων, οιουδήποτε ετέρου ακινήτου περιλαμβανομένου εν τη αυτή υποθήκη. 9/1965 Σιωπηρός όρος και υποχρεώσεις ενυποθήκου οφειλέτου
  1. Εν πάση υποθήκη ακινήτου περιέχεται σιωπηρός όρος ότι ο ενυπόθηκος οφειλέτης κέκτηται δικαίωμα υποθηκεύσεως του τοιούτου ακινήτου, και εφ’ όσον δεν διαλαμβάνεται ρήτρα περί του εναντίου εν τη περί υποθήκης συμβάσει, ο ενυπόθηκος οφειλέτης ενέχεται έναντι του ενυποθήκου δανειστού- (α) όπως καταβάλλη πάντα φόρον, τέλος και ετέραν δαπάνην αφορώσαν εις το ενυπόθηκον ακίνητον (β) όπως επισκευάζη και διατηρή εις καλήν κατάστασιν πάσαν οικοδομήν ανεγερθείσαν ή ετέραν βελτίωσιν γενομένην επί του ενυποθήκου ακινήτου και όπως μη κατεδαφίση ή προκαλέση ζημίας εις ταύτας άνευ, της συναινέσεως του ενυποθήκου δανειστού: Νοείται ότι ουδέν των εν τη παρούση παραγράφω διαλαμβανομένων δύναται να ερμηνευθή ως επιβάλλον τω ενυποθήκω οφειλέτη την υποχρέωσιν όπως προβαίνη εις οιανδήποτε επισκευήν δι’ ης αι τοιαύται οικοδομαί ή έτεραι βελτιώσεις θα περιήρχοντο εις κατάστασιν καλλιτέραν της καταστάσεως εις ην αύται ευρίσκοντο κατά την ημερομηνίαν καθ’ ην εγένετο η δήλωσις της υποθήκης (γ) όπως εξακολουθή να διατηρή και καλλιεργή πάσαν γεωργικήν γαίαν περιλαμβανομένην εις το ενυπόθηκον ακίνητον, κατά τον προσήκοντα τρόπον και διά των σωφρόνων γεωργικών μεθόδων, και όπως μη αποκόπτη οιονδήποτε των επ’ αυτής φυομένων δένδρων, εκτός εάν τούτο γίνεται κατά την συνήθη σώφρονα γεωργικήν διαχείρισιν ή τη συναινέσει του ενυποθήκου δανειστού (δ) όπως κατά πάντα εύλογον χρόνον εφ’ όσον η υποθήκη είναι συνεστημένη, και κατόπιν ευλόγου προειδοποιήσεως προς τον ενυπόθηκον οφειλέτην, επιτρέπη, εις τον ενυπόθηκον δανειστήν ή τον αντιπρόσωπον αυτού όπως εισέρχηται εις το ενυπόθηκον ακίνητον και εξετάζη εις οίαν κατάστασιν επισκευής, συντηρήσεως ή, αναλόγως της περιπτώσεως, καλλιεργείας ευρίσκεται τούτο. 9/1965 Δικαιώματα ενυποθήκου δανειστού
  2. Εφ’ όσον υφίσταται συνεστημένη υποθήκη επί ακινήτου, ο ενυπόθηκος δανειστής κέκτηται έναντι του ενυποθήκου οφειλέτου το δικαίωμα όπως ζητήση και φυλάσση το πιστοποιητικόν εγγραφής του τοιούτου ακινήτου, και εάν ο ενυπόθηκος οφειλέτης ησφάλισεν ή πρόκειται να ασφαλίση τούτο εναντίον ζημιών ή φθοράς, να ζητήση και φυλάσση το ασφαλιστήριον ως και τας αποδείξεις πληρωμής των σχετικών ασφαλίστρων. 9/1965 Εξουσία ενυποθήκου δανειστού προς προστασίαν του ενυποθήκου ακινήτου
  3. Εφ’ όσον υφίσταται συνεστημένη υποθήκη επί ακινήτου ο ενυπόθηκος δανειστής κέκτηται συντρεχούσας και ισοδυνάμους μετά του ενυποθήκου οφειλέτου εξουσίας προς λήψιν δικαστικών μέτρων, αστικών ή ποινικών, εναντίον οιουδήποτε προσώπου διά την προστασίαν του τοιούτου ακινήτου από πάσης ζημίας ή φθοράς. 9/1965 Υπερημερία πλήρωμής δόσεως τινός ή τόκου 27.-
(1)Οσάκις εν συμβάσει υποθήκης προνοείται ότι το διά της υποθήκης εξασφαλιζόμενον ποσόν θα αποπληρωθή διά δόσεων πληρωτέων κατά τας εν τη συμβάσει καθωρισμένας ημερομηνίας, και η πληρωμή οιασδήποτε δόσεως καθίσταται υπερήμερος, ολόκληρον το ούτω εξασφαλιζόμενον ποσόν καθίσταται απαιτητόν από της ημερομηνίας καθ’ ην η πληρωμή της δόσεως κατέστη υπερήμερος, εκτός εάν η σύμβασις διαλαμβάνη ρήτραν περί του εναντίου.
(2)Οσάκις εν συμβάσει υποθήκης προνοείται ότι ο επί του διά της υποθήκης εξασφαλιζομένου ποσού πληρωτέος τόκος θα καταβάλληται εις τακτικά διαστήματα προ της καθωρισμένης διά την πληρωμήν του τοιούτου ποσού ημερομηνίας, και η πληρωμή τοιούτου τόκου καθίσταται υπερήμερος, ολόκληρον το ούτω εξασφαλιζόμενον ποσόν καθίσταται απαιτητόν από της ημερομηνίας καθ’ ην η πληρωμή του τόκου κατέστη υπερήμερος, εκτός εάν η σύμβασις διαλαμβάνη ρήτραν περί του εναντίου. 9/1965 Αντικατάστασις εγγραφών εις υποθήκας 28.Ο Διευθυντής δύναται κατά νόμον να προβή εις νέαν εγγραφήν ή εγγραφάς εν σχέσει προς ακίνητον ή μέρος αυτού βαρυνόμενον διά της πληρωμής ποσού εξασφαλιζομένου δι’ υποθήκης, και να αντικαταστήση εν τη υποθήκη την προηγουμένην εγγραφήν του ως είρηται ακινήτου διά των ούτω γενομένων εγγραφών- (α) οσάκις είναι τούτο αναγκαίον προς εφαρμογήν των διατάξεων οιουδήποτε εκάστοτε εν ισχύϊ νόμου ή (β) οσάκις ο ενυπόθηκος οφειλέτης και ο ενυπόθηκος δανειστής και οιοσδήποτε εγγυητής του ενυποθήκου οφειλέτου παρέχωσιν έγγραφον διά τοιαύτην πράξιν συναίνεσιν: Νοείται ότι, σε περίπτωση που τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα αρνούνται ή αμελούν να προσκομίσουν εντός τριάντα
(30)ημερών από σχετική έγγραφη ειδοποίηση του Διευθυντή την έγγραφη συναίνεσή τους, ο Διευθυντής δύναται να αντικαταστήσει στην υποθήκη την εγγραφή του ακινήτου με τις νέες εγγραφές που θα εκδοθούν: Νοείται περαιτέρω ότι εν πάση τοιαύτη περιπτώσει παραδίδεται τω ενυποθήκω δανειστή το πιστοποιητικόν της ούτω γενομένης νέας εγγραφής, το δε αφορών εις την προηγουμένην εγγραφήν τοιούτο επιστρέφεται τω Διευθυντή. 9/1965 197(I)/2014 Μεταγενέστεραι υποθήκαι 29.-
(1)Ο κύριος ακινήτου εφ’ ου συνέστη υποθήκη προς εξασφάλισιν της πληρωμής ποσού τινος δύναται, ανεξαρτήτως της υπάρξεως της τοιαύτης υποθήκης, να συστήση μίαν ή πλείονας προσέτι υποθήκας επί του αυτού ακινήτου δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου( αι διατάξεις του παρόντος Νόμου θα εφαρμόζωνται, τηρουμένων των αναλογιών, επί πάσης τοιαύτης μεταγενεστέρας υποθήκης ως και επί της το πρώτον συσταθείσης τοιαύτης: Νοείται ότι- (α) οσάκις σκοπείται η διενέργεια δηλώσεως οιασδήποτε μεταγενεστέρας υποθήκης παρά τω αρμοδίω Επαρχιακώ Κτηματολογικώ Γραφείω, προ της αποδοχής της δηλώσεως ο μέλλων ενυπόθηκος δανειστής βεβαιοί ενυπογράφως ότι έλαβε γνώσιν της υφισταμένης υποθήκης και πάντων των στοιχείων αυτής (β) οσάκις η δήλωσις τοιαύτης μεταγενεστέρας υποθήκης διενεργείται παρ’ οιωδήποτε ετέρω Επαρχιακώ Κτηματολογικώ Γραφείω ή παρά τινι παραρτήματι, το πρόσωπον όπερ ου εγένετο η δήλωσις της τοιαύτης υποθήκης υπογράφει βεβαίωσιν συμφώνως τη παραγράφω (α) της παρούσης επιφυλάξεως, πριν ή ο Διευθυντής αποφασίση να εγγράψη την υποθήκην εν τη ενασκήσει της δυνάμει του άρθρου 14 παρασχεθείσης αυτώ διακριτικής εξουσίας.
(2)Απαγορεύεται η σύστασις μεταγενεστέρας υποθήκης συμφώνως τω εδαφίω
(1), εκτός εάν το ενυπόθηκον ακίνητον περιλαμβάνη- (α) παν ακίνητον περιλαμβανόμενον εις υφισταμένην υποθήκην επί του αυτού ακινήτου και (β) ουδέν έτερον ακίνητον. 9/1965 Τάξις υποθηκών 30. Η τάξις δύο ή πλειόνων υποθηκών επί του αυτού ακινήτου κανονίζεται αναλόγως της σειράς καθ’ ην αύται εδηλώθησαν εις το Επαρχιακόν Κτηματολογικόν Γραφείον ή παράρτημα δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου. 9/1965 Μεταβίβασις ακινήτου υποκειμένου εις υποθήκην και υποχρέωσις δικαιοδόχου 31.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος άρθρου ο κύριος ακινήτου εφ’ ου συνέστη υποθήκη προς εξασφάλισιν της πληρωμής οιουδήποτε ποσού δύναται, παρά την ύπαρξιν της τοιαύτης υποθήκης και εφ’ όσον η περί αυτής σύμβασις δεν διαλαμβάνει ρήτραν περί του εναντίου, να μεταβιβάση το ως είρηται ακίνητον δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου: Νοείται ότι- (α) οσάκις η δήλωσις της τοιαύτης μεταβιβάσεως διενεργείται παρά τω αρμοδίω Επαρχιακώ Κτηματολογικώ Γραφείω, πριν ή γενή αποδεκτή η δήλωσις, ο δικαιοδόχος βεβαιοί ενυπογράφως ότι έλαβε γνώσιν της υφισταμένης υποθήκης και πάντων των στοιχείων αυτής (β) οσάκις η δήλωσις της τοιαύτης μεταβιβάσεως διενεργείται παρ’ οιωδήποτε ετέρω Επαρχιακώ Κτηματολογικώ Γραφείω ή παρά τινι παραρτήματι, ο δικαιοδόχος υπογράφει βεβαίωσιν συμφώνως τη παραγράφω (α) της παρούσης επιφυλάξεως πριν ή ο Διευθυντής αποφασίση να εγγράψη την μεταβίβασιν εν τη ενασκήσει της δυνάμει του άρθρου 14 παρασχεθείσης αυτώ διακριτικής εξουσίας (γ) άμα ως πληρωθώσιν αι προϋποθέσεις της παραγτράφου (α) ή, αναλόγως της περιπτώσεως, της παραγράφου (β), ο Διευθυντής γνωστοποιεί εις τον ενυπόθηκον δανειστήν την μεταβίβασιν του ως είρηται ακινήτου, ως και το όνομα και την διεύθυνσιν του εν τη δηλώσει αναφερομένου ως δικαιοδόχου: Νοείται ότι ο δικαιοδόχος οφείλει να καταβάλη άπαντα τα τέλη και δικαιώματα τα πληρωτέα δυνάμει των διατάξεων του εκάστοτε εν ισχύϊ νόμου διά την υπό του Διευθυντού διενεργηθησομένην τοιαύτην γνωστοποίησιν ευθύς ως ήθελον πληρωθή αι προϋποθέσεις της παραγράφου (α) ή, αναλόγως της περιπτώσεως, της παραγράφου (β).
(2)Οσάκις, στη σύμβαση υποθήκης, υπάρχει απαγορευτική ρήτρα για τη μεταβίβαση της κυριότητας ενυπόθηκου ακινήτου, τότε, για τη μεταβίβαση του ακινήτου αυτού, απαιτείται η έγγραφη συγκατάθεση τόσο του ενυπόθηκου δανειστή όσο και των εγγυητών στη σύμβαση, οπόταν το ακίνητο μεταβιβάζεται επιβαρυμένο με την υποθήκη.
(3)Απαγορεύεται η δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(1)μεταβίβασις ακινήτου εφ’ ου συνέστη υποθήκη προ της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος Νόμου- (α) μέχρις ου προσαχθή η διά την σκοπουμένην μεταβίβασιν έγγραφος συναίνεσις του ενυποθήκου δανειστού και παντός εγγυητού του ενυποθήκου οφειλέτου, υπογραφείσα ενώπιον του αρμοδίου λειτουργού ή τυχούσα πιστοποιήσεως παρά τινος αρμοδίας αρχής ως καθορίζεται εν εδαφίω
(3)του άρθρου 10 ή (β) οσάκις δεν είναι δυνατή η λήψις της αναφερομένης εν παραγράφω (α) εγγράφου συναινέσεως ενυποθήκου δανειστού ή οιουδήποε εγγυητού, ή οσάκις οιονδήποτε των άνω προσώπων άνευ ευλόγου αιτίας αρνείται να παράσχη την τοιαύτην συναίνεσιν, μέχρις ου το Επαρχιακόν Δικαστήριον διατάξη, τη αιτήσει του ενυποθήκου οφειλέτου, αποδοχήν της μεταβιβάσεως άνευ της προσαγωγής της τοιαύτης συναινέσεως: Νοείται ότι το Δικαστήριον δεν διατάσσει αποδοχήν οιασδήποτε μεταβιβάσεως δυνάμει της παρούσης παραγράφου εκτός εάν εις τον ενυπόθηκον δανειστήν και εις πάντα εγγυητήν του ενυποθήκου οφειλέτου δοθή εύλογος γνωστοποίησις περί της αιτήσεως του ενυποθήκου οφειλέτου, καλούσα τα άνω πρόσωπα να δείξωσι τω δικαστηρίω λόγους δι’ ους τούτο έδει να απόσχη της εκδόσεως τοιούτου διατάγματος.
(4)Εις πάσαν μεταβίβασιν ακινήτου υποκειμένου εις υποθήκην συσταθείσαν προς εξασφάλισιν της πληρωμής οιουδήποτε ποσού, γενομένην δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(1), διαλαμβάνεται σιωπηρά συμφωνία δυνάμει της οποίας ο δικαιοδόχος υποχρεούται όπως εξασφαλίζη τον δικαιοπάροχον έναντι του ποσού της υποθήκης ως και διά πάσαν υποχρέωσιν απορρέουσαν εξ οιασδήποτε ρητής ή σιωπηράς συμφωνίας διαλαμβανομένης εν αυτή δι’ ης βαρύνεται ο δικαιοπάροχος: Νοείται ότι επί υποθήκης συσταθείσης προς εξασφάλισιν μελλούσης ή υπό αίρεσιν υποχρεώσεως αφορώσης εις περιοδικάς πληρωμάς ή υπόλοιπον τρέχοντος λογαριασμού, ουδέν των εν τω παρόντι εδαφίω διαλαμβανομένων εφαρμόζεται επί πληρωμής γενομένης υπό του ενυποθήκου δανειστού μετά την επίδοσιν της αναφερομένης εν παραγράφω (γ) του εδαφίου
(1)γνωστοποιήσεως του Διευθυντού.
(5)Αι διατάξεις του εδαφίου
(1)δεν τυγχάνουσιν εφαρμογής επί της διά πωλήσεως μεταβιβάσεως οιουδήποτε ακινήτου εφ’ ης εφαρμόζονται αι διατάξεις του άρθρου 24 ή 25 του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμησις) Νόμου, εκτός εάν προ της αποδοχής της τοιαύτης δηλώσεως μεταβιβάσεως ο δικαιοπάροχος ικανοποιήση τον Διευθυντήν ως προνοείται εν παραγράφω (α) του εδαφίου
(1)του άρθρου 24 ή, αναλόγως της περιπτώσεως, του άρθρου 25 του ως είρηται Νόμου.
(6)Οσάκις ακίνητον εφ’ ου συνέστη υποθήκη προς εξασφάλισιν της πληρωμής οιουδήποτε ποσού μεταβιβάζηται δυνάμει του παρόντος άρθρου, τα δε επί τη μεταβιβάσει εισπρακτέα τέλη υπολογίζονται συμφώνως ταις διατάξεσι του εκάστοτε εν ισχύϊ νόμου επί της εκτετιμημένης αξίας του τοιούτου ακινήτου, τα τέλη ταύτα θα υπολογίζωνται εν αναφορά προς ολόκληρον την εκτετιμημένην αξίαν του ως είρηται ακινήτου, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι η αξία του μεταβιβαζομένου ακινήτου δυνατόν να έχη επηρεασθή εκ του γεγονότος ότι τούτο βαρύνεται διά της πληρωμής του διά της ειρημένης υποθήκης εξασφαλιζομένου ποσού. 9/1965 52(I)/2008 Μεταβίβασις υποθήκης 32.-
(1)Ο ενυπόθηκος δανειστής οιουδήποτε ακινήτου δύναται, εκτός εάν η περί υποθήκης σύμβασις διαλαμβάνη ρήτραν περί του εναντίου να μεταβιβάση συμφώνως ταις διατάξεσι του παρόντος άρθρου την υπέρ αυτού συσταθείσαν υποθήκην εις οιονδήποτε έτερον πρόσωπον( τηρουμένων δε των εν τοις εφεξής διατάξεων, αι διατάξεις των άρθρων 5, 6, 8, 9, 10, 11, 12, 13, 14 και 15 θα εφαρμόζωνται, τηρουμένων των αναλογιών, επί μεταβιβάσεως υποθήκης καθ’ ον τρόπον και επί μεταβιβάσεως ακινήτων: Νοείται ότι αι διατάξεις του παρόντος εδαφίου δεν τυγχάνουσιν εφαρμογής εφ’ οιασδήποτε υποθήκης δηλωθείσης προ της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος Νόμου, μέχρις ου προσαχθή η διά την σκοπουμένην μεταβίβασιν έγγραφος συγκατάθεσις του ενυποθήκου οφειλέτου και παντός εγγυητού τούτου, υπογραφείσα ενώπιον του αρμοδίου λειτουργού ή τυχούσα πιστοποιήσεως παρά τινος αρμοδίας αρχής ως καθορίζεται εν εδαφίω
(3)του άρθρου 10.
(2)Αι έγγραφοι δηλώσεις αι προσαγόμεναι τω Επαρχιακώ Κτηματολογικώ Γραφείω υπό του δικαιοπαρόχου και του δικαιοδοχου διαλαμβάνουσι τα ακόλουθα στοιχεία: (α) εις την περίπτωσιν του δικαιοπαρόχου, βεβαίωσιν ότι- (
  1. i)είναι ο εμφαινόμενος ως ενυπόθηκος δανειστής της συνεστημένης υποθήκης (
  2. ii)κατά την ημερομηνίαν της μεταβιβάσεως το διά της υποθήκης εξασφαλιζόμενον ποσόν ή το εν τη βεβαιώσει καθοριζόμενον μέρος αυτού παραμένει εισέτι απλήρωτον (iii) συνεφώνησεν όπως μεταβιβάση την συνεστημένην υποθήκην εις τον δικαιοδόχον (β) εις την περίπτωσιν του δικαιοδόχου, βεβαίωσιν αυτού ότι συνεφώνησεν όπως αποδεχθή την μεταβίβασιν της εν τη βεβαιώσει του δικαιοπαρόχου καθοριζομένης υποθήκης (γ) βεβαίωσιν αφορώσαν εις το γεγονός ότι εκάτερος των συμβαλλομένων γνωρίζει τον έτερον και παρέχουσαν στοιχεία οιασδήποτε μεταξύ αυτών υφισταμένης συγγενείας και (δ) βεβαίωσιν των συμβαλλομένων ότι ούτοι επιθυμούσιν όπως η δηλωθείσα μεταβίβασις τύχη εγγραφής.
(3)Αι περί ων το εδαφίον
(2)έγγραφοι δηλώσεις θα είναι εν τω τύπω Γ τω εκτιθεμένω εις το Δεύτερον Παράρτημα.
(4)Τω Επαρχιακώ Κτηματολογικώ Γραφείω προσάγονται ωσαύτως ομού μετά της δηλώσεως άπαντα τα έγγραφα άτινα, ότε η υποθήκη ενεγράφη, παρεδόθησαν τω δικαιοπαρόχω δυνάμει του άρθρου 16.
(5)Άμα τη αποδοχή δηλώσεως μεταβιβάσεως υποθήκης εις τον δικαιοδόχον περιέρχονται, από της ημερομηνίας της τοιαύτης δηλώσεως, άπαντα τα εν τη συμβάσει της υποθήκης προνοούμενα ή τα δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου προκύπτοντα δικαιώματα, καθήκοντα, εξουσίαι και προνόμια του δικαιοπαρόχου: Νοείται ότι οσάκις- (α) τα δυνάμει των διατάξεων του εκάστοτε εν ισχύϊ νόμου εισπρακτέα επί τη εγγραφή μεταβιβάσεως υποθήκης τέλη και δικαιώματα δεν καταβάλλονται αμέσως μετά την διενέργειαν της δηλώσεως ή (β) της δηλώσεως γενομένης παρά τινι ετέρω Επαρχιακώ Κτηματολογικώ Γραφείω ή παρά τινι παραρτήματι, η εγγραφή της μεταβιβάσεως ήρτηται εκ της ασκήσεως διακριτικής εξουσίας παρά του Διευθυντού συμφώνως ταις διατάξεσι του άρθρου 14, η μεταβίβασις των εν τοις ανωτέρω δικαιωμάτων, καθηκόντων, εξουσιών και προνομίων τελεί υπό αίρεσιν πληρουμένην άμα τη καταβολή των τοιούτων τελών και δικαιωμάτων ως καθορίζεται εν άρθρω 15 ή, αναλόγως της περιπτώσεως, άμα ως ο Διευθυντής ήθελεν αποφασίσει εν τη ενασκήσει της παρασχεθείσης αυτώ υπό του άρθρου 14 διακριτικής εξουσίας όπως εγγράψη την μεταβίβασιν: Νοείται ότι εάν τα τοιαύτα τέλη και δικαιώματα καταβληθώσιν ως εν τοις ανωτέρω ή, αναλόγως της περιπτώσεως, ο Διευθυντής αποφασίση να εγγράψη την μεταβίβασιν, τα άνω δικαιώματα, καθήκοντα, εξουσίαι και προνόμια θα λογίζωνται περιελθόντα τω δικαιοδόχω από της ημερομηνίας και του χρόνου καθ’ ον η δήλωσις μεταβιβάσεως εγένετο αποδεκτή.
(6)Η εγγραφή μεταβιβάσεως υποθήκης διενεργείται διά σημειώσεως επί του πιστοποιητικού της τοιαύτης υποθήκης ως και επί παντός αντιγράφου αυτού.
(7)Άμα τη εγγραφή μεταβιβάσεως υποθήκης συμφώνως τω εδαφίω
(6)ο Διευθυντής- (α) εκδίδει τω δικαιοδόχω πιστοποιητικόν της τοιαύτης υποθήκης, φέρον σημείωσιν ως προνοείται εν τω προειρημένω εδαφίω και συνοδευόμενον υπό των αναφερομένων εν εδαφίω
(4)εγγράφων (β) γνωστοποιεί εις τον ενυπόθηκον οφειλέτην και τον ενυπόθηκον δανειστήν οιασδήποτε μεταγενεστέρας υποθήκης συνεστημένης επί του αυτού ακινήτου την μεταβίβασιν της υποθήκης, και παρέχει το όνομα και την διεύθυνσιν του δικαιοδόχου ως τα στοιχεία ταύτα καθορίζονται εν τη δηλώσει: Νοείται ότι τα δυνάμει των διατάξεων του εκάστοτε εν ισχύϊ νόμου εισπρακτέα τέλη και δικαιώματα διά την υπό του Διευθυντού διενεργηθησομένην τοιαύτην γνωστοποίησιν καταβάλλονται υπό του δικαιοδόχου ομού μετά των πληρωτέων επί τη εγγραφή της μεταβιβάσεως τοιούτων.
(8)Μεταβίβασις υποθήκης γενομένη δυνάμει του παρόντος άρθρου ουδόλως επηρεάζει την προτεραιότητα της μεταβιβαζομένης υποθήκης καθ’ όσον αφορά εις την τάξιν μεταξύ της τοιαύτης υποθήκης και οιουδήποτε ετέρου εμπραγμάτου βάρους συνεστώτος επί του αυτού ακινήτου.
(9)Βεβαίωσις γενομένη δυνάμει της παραγράφου (α) του εδαφίου
(2)ουδόλως δεσμεύει τον ενυπόθηκον οφειλέτην. 9/1965 Διάσπαση υποθήκης 32Α.-
(1)Ο ενυπόθηκος δανειστής οιουδήποτε ακινήτου δύναται, εκτός εάν η περί υποθήκης σύμβαση διαλαμβάνει ρήτρα περί του εναντίου, να διασπάσει, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, την υπέρ αυτού συσταθείσα υποθήκη, που για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου θα αναφέρεται ως η «αρχική υποθήκη», σε δύο ή περισσότερες υποθήκες, που για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου θα αναφέρονται ως οι «μετά τη διάσπαση υποθήκες»: Νοείται ότι, προτού ο ενυπόθηκος δανειστής προβεί στη διάσπαση της υποθήκης, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, κοινοποιεί την πρόθεσή του στον ενυπόθηκο οφειλέτη: Νοείται περαιτέρω ότι η κοινοποίηση από τον ενυπόθηκο δανειστή προς τον ενυπόθηκο οφειλέτη γίνεται με αποστολή ειδοποίησης μέσω ταχυδρομείου ή τηλεομοιότυπου ή ηλεκτρονικού ταχυδρομείου.
(2)H έγγραφη δήλωση που προσάγεται στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο από τον ενυπόθηκο δανειστή περιλαμβάνει τα ακόλουθα: (α) Τα στοιχεία της αρχικής υποθήκης· (β) τον αριθμό των μετά τη διάσπαση υποθηκών, που θα προκύψουν από τη διάσπαση της αρχικής υποθήκης· (γ) το ποσό που θα εξασφαλίζεται από καθεμιά από τις μετά τη διάσπαση υποθήκες:Νοείται ότι το σύνολο των ποσών που θα εξασφαλίζονται από όλες τις μετά τη διάσπαση υποθήκες δεν δύναται σε καμία περίπτωση να υπερβαίνει το ποσό που εξασφαλίζεται από την αρχική υποθήκη· (δ) τη σειρά προτεραιότητας μεταξύ των μετά τη διάσπαση υποθηκών: Νοείται ότι δεν επιτρέπεται η κατάταξη δύο ή περισσοτέρων μετά τη διάσπαση υποθηκών στην ίδια ακριβώς μεταξύ τους σειρά προτεραιότητας.
(3)Η έγγραφη δήλωση η οποία προβλέπεται στο εδάφιο
(2)είναι κατά τον Τύπο «ΓΑ» που εκτίθεται στο Δεύτερο Παράρτημα.
(4)Ο Διευθυντής εγγράφει κάθε διάσπαση αρχικής υποθήκης που δηλώνεται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου και η οποία γίνεται αποδεκτή από τον αρμόδιο, για τον σκοπό αυτό, υπάλληλο και δεν προκύπτει οποιαδήποτε υποχρέωση καταβολής οποιουδήποτε τέλους ή δικαιώματος σε σχέση με τη διάσπαση αυτή και η εγγραφή της διάσπασης γίνεται με την εγγραφή των μετά τη διάσπαση υποθηκών έναντι της εγγραφής της αρχικής υποθήκης και με την εγγραφή σημείωσης επί του πιστοποιητικού εγγραφής του ακινήτου που υπέκειτο στην αρχική υποθήκη και επί του πιστοποιητικού της αρχικής υποθήκης, καθώς επίσης και επί οποιωνδήποτε αντιγράφων αυτών.
(5)Με την εγγραφή της διάσπασης αρχικής υποθήκης σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(4), ο Διευθυντής- (α) Εκδίδει στον ενυπόθηκο δανειστή πιστοποιητικό για καθεμία από τις μετά τη διάσπαση υποθήκες, συνοδευόμενο από το πιστοποιητικό εγγραφής του υποθηκευμένου ακινήτου στο όνομα του ενυπόθηκου οφειλέτη∙ (β) σημειώνει την καθεμία από τις μετά τη διάσπαση υποθήκες στη σύμβαση και δήλωση της αρχικής υποθήκης∙ (γ) εκδίδει στον ενυπόθηκο οφειλέτη αντίγραφο του πιστοποιητικού εγγραφής της καθεμίας εκ των μετά τη διάσπαση υποθηκών.
(6)Οι μετά τη διάσπαση υποθήκες, ως σύνολο, διατηρούν την ίδια σειρά προτεραιότητας που είχε η αρχική υποθήκη σε σχέση με οποιοδήποτε άλλο εμπράγματο βάρος το οποίο συστάθηκε επί του ακινήτου που υπέκειτο στην αρχική υποθήκη.
(7)Χωρίς επηρεασμό των διατάξεων του εδαφίου
(6), η πρώτη σε σειρά προτεραιότητας υποθήκη μεταξύ των μετά τη διάσπαση υποθηκών, ως αυτή η σειρά θα καθοριστεί από τον ενυπόθηκο δανειστή σύμφωνα με την παράγραφο (δ) του εδαφίου
(2), θα έπεται τυχόν εμπράγματου βάρους που, κατά την εγγραφή της διάσπασης, προηγείτο της αρχικής υποθήκης και η τελευταία σε σειρά προτεραιότητας υποθήκη μεταξύ των μετά τη διάσπαση υποθηκών, ως αυτή η σειρά θα καθοριστεί από τον ενυπόθηκο δανειστή σύμφωνα με την παράγραφο (δ) του εδαφίου
(2), θα προηγείται τυχόν εμπράγματου βάρους που, κατά την εγγραφή της διάσπασης, έπετο της αρχικής υποθήκης κατά την εγγραφή της διάσπασης.
(8)Με εξαίρεση τη μεταξύ τους σειρά προτεραιότητας και το ποσό που θα εξασφαλίζεται από καθεμία από αυτές, θέματα τα οποία ρυθμίζονται στην έγγραφη δήλωση που θα καταχωρίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(2), η καθεμιά από τις μετά τη διάσπαση υποθήκες διέπεται από τους όρους της αρχικής υποθήκης, συμπεριλαμβανομένων οποιωνδήποτε πρόσθετων όρων αυτής, οι οποίοι παραμένουν ισχυροί, δεσμεύουν και διαβάζονται τηρουμένων των αναλογιών, έτσι ώστε να δεσμεύουν τα μέρη της αρχικής υποθήκης σε σχέση με καθεμία από τις μετά τη διάσπαση υποθήκες. 87(I)/2018 Μερική εξόφλησις υποθήκης 33.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(2), ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται, εφ’ όσον το επιθυμή, να αποδεχθή την πληρωμήν ποσού ελάσσονος του ποσού του ενυποθήκου χρέους (εν τοις εφεξής εν τω παρόντι άρθρω και εν άρθρω 34 της τοιαύτης πληρωμής αναφερομένης ως “μερική πληρωμή”) προς μερικήν εξόφλησιν του τελευταίου μνησθέντος ποσού- (α) είτε προ είτε μετά την καθωρισμένην προς πληρωμήν του ενυποθήκου χρέους ημερομηνίαν και (β) είτε τούτο γίνεται έναντι της απαλλαγής εκ της τοιαύτης υποθήκης ολοκλήρου ή μέρους τινός ή μερίδος οιουδήποτε ακινήτου βαρυνομένου διά της πληρωμής του ενυποθήκου χρέους, είτε άλλως πως.
(2)Εν η περιπτώσει ήθελεν αναφυή το ερώτημα εάν μερική πληρωμή γενομένη υπό του ενυποθήκου οφειλέτου προς τον ενυπόθηκον δανειστήν αφορά εις το υπό της υποθήκης εξασφαλιζόμενον κεφάλαιον ή τους τόκους, εκτός εάν εγγράφως γίνεται πρόνοια περί του εναντίου, αύτη λογίζεται γενομένη προς εξόφλησιν παντός τόκου πληρωτέου και απαιτητού κατά τον χρόνον της πληρωμής, και εάν υπολειφθή οιονδήποτε ποσόν τότε προς μερικήν εξόφλησιν του κεφαλαίου ή οιουδήποτε μέρους αυτού όπερ ήθελε παραμείνει ανεξόφλητον κατά την ως είρηται ημερομηνίαν. 9/1965 Απαλλαγή ακινήτου από υποθήκης 34.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(4), οιαδήποτε μερίς ακινήτου ήτις είναι μικροτέρα του συμφέροντος του ενυποθήκου οφειλέτου επί του περιλαμβανομένου εν τινι υποθήκη τοιούτου ακινήτου ή, εν η περιπτώσει δύο ή πλείονα ακίνητα περιλαμβάνονται εν τινι υποθήκη, οιονδήποτε των τοιούτων ακινήτων δύναται κατά πάντα χρόνον να απαλλαγή της υποθήκης υπό του ενυποθήκου δανειστού, είτε έναντι μερικής πληρωμής γενομένης υπό του ενυποθήκου οφειλέτου είτε δι’ έτερον τινα λόγον: Νοείται ότι προσάγεται τω αρμοδίω υπαλλήλω η περί την τοιαύτην απαλλαγήν έγγραφος συναίνεσις του ενυποθήκου οφειλέτου και παντός εγγυητού αυτού, ομού μετά του εν εδαφίω
(3)καθοριζομένου εγγράφου.
(2)Προς άρσιν οιασδήποτε αμφιβολίας, καθίσταται δήλον ότι οσάκις δύο ή πλείονα πρόσωπα ενέχονται αλληλεγγύως και κεχωρισμένως διά την πληρωμήν οιουδήποτε ποσού εξασφαλιζομένου δι’ υποθήκης, ως προνοείται εν τη εν εδαφίω
(2)του άρθρου 4 διαλαμβανομένη επιφυλάξει, η εν εδαφίω
(1)επιφύλαξις τυγχάνει εφαρμογής εφ’ απάντων των προσώπων τούτων, και εάν έτι το απαλλαχθησόμενον της υποθήκης ακίνητον ανήκη εις εν μόνον εξ αυτών.
(3)Η απαλλαγή του ακινήτου από της υποθήκης ως προνοείται εν εδαφίω
(1)επέρχεται ως ακολούθως: ο ενυπόθηκος οφειλέτης μετά του ενυποθήκου δανειστού εμφανίζονται ενώπιον Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου ή παραρτήματος και προσάγουσι τω αρμοδίω λειτουργώ έγγραφον εν τω τύπω Δ ως εκτίθεται εν τω Δευτέρω Παραρτήματι, δι’ ου ζητείται η απαλλαγή του τοιούτου ακινήτου από της υποθήκης, το πιστοποιητικόν της υποθήκης, το πιστοποιητικόν εγγραφής του άνω ακινήτου και την έγγραφον συναίνεσιν παντός εγγυητού άμα τη προσαγωγή και καταθέσει του τοιούτου εγγράφου και πιστοποιητικών και, εφ’ όσον συντρέχη τοιαύτη περίπτωσις, των ως άνω συναινέσεων, εάν ο Διευθυντής πεισθή ότι τα πρόσωπα άτινα υπέγραψαν και προσήγαγον τω Επαρχιακώ Κτηματολογικώ Γραφείω ή παραρτήματι το άνω έγγραφον και πιστοποιητικά είναι τα εμφαινόμενα αντιστοίχως ως ενυπόθηκος οφειλέτης και ενυπόθηκος δανειστής πρόσωπα, ούτος προβαίνει εις την απαλλαγήν διά- (α) της διαγραφής τηςαφορώσης εις την υποθήκην σημειώσεως της γενομένης έναντι του ως είρηται ακινήτου εν τοις βιβλίοις του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου (β) σημειώσεως επί του πιστοποιητικού υποθήκης ίνα δείκνυται ότι το ως είρηται ακίνητον απηλλάγη της τοιαύτης υποθήκης και διαγραφής της εις την υποθήκην αφορώσης σημειώσεως επί του πιστοποιητικού εγγραφής του ως είρηται ακινήτου (γ) της επιστροφής του πιστοποιητικού υποθήκης εις τον ενυπόθηκον δανειστήν και (δ) της επιστροφής του πιστοποιητικού εγγραφής του ως είρηται ακινήτου εις τον ενυπόθηκον οφειλέτην ή, οσάκις εγένετο η απαλλαγή μερίδος ακινήτου μικροτέρας του συμφέροντος του ενυποθήκου οφειλέτου επί του τοιούτου ακινήτου του περιλαμβανομένου εν τη υποθήκη, εις τον ενυπόθηκον δανειστήν.
(4)Αι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν τυγχάνουσιν εφαρμογής επί ακινήτου όπερ βαρύνεται διά της πληρωμής οιωνδήποτε ποσών προς εξασφάλισιν των οποίων συνέστησαν δύο ή πλείονες υποθήκαι επ’ αυτού, εκτός εάν συγχρόνως ληφθώσι μέτρα ως προνοείται εν εδαφίω
(3)διά την απαλλαγήν του ακινήτου από πάσης τοιαύτης υποθήκης. 9/1965 Εξάλειψη υποθήκης 35.-
(1)Σε περίπτωση κατά την οποία εξοφλείται ή παύει να υφίσταται οποιαδήποτε υποχρέωση η οποία αφορά τη διά της υποθήκης παρασχεθείσα ασφάλεια, ο ενυπόθηκος δανειστής μεριμνά για την εξάλειψη της υποθήκης αυτής, εντός τριάντα
(30)ημερών από την εξόφληση ή την εξάλειψη όλων των υποχρεώσεων που αφορούν αυτή, εμφανιζόμενος ενώπιον Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου και προσκομίζοντας έγγραφο κατά τον Τύπο Ε, όπως εκτίθεται στο Δεύτερο Παράρτημα, με το οποίο ζητείται η εξάλειψη της υποθήκης και, νοουμένου ότι ο Διευθυντής πεισθεί ότι το πρόσωπο το οποίο υπέγραψε το εν λόγω έγγραφο είναι ο ενυπόθηκος δανειστής, διενεργεί την εξάλειψη της υποθήκης στο οικείο μητρώο του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας: Νοείται ότι, ο ενυπόθηκος δανειστής είναι υπόλογος προς τον ενυπόθηκο οφειλέτη για οποιαδήποτε ζημιά δυνατόν να υποστεί λόγω του ότι η υποθήκη δεν εξαλείφθηκε, εκτός εάν αποδείξει ότι η ζημιά προέκυψε μετά από ή παρά τις ενέργειες στις οποίες προέβη για εξάλειψη της εν λόγω υποθήκης σύμφωνα με τα πιο πάνω: Νοείται περαιτέρω ότι, οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν τυγχάνουν εφαρμογής σε περίπτωση κατά την οποία ο ενυπόθηκος οφειλέτης συγκατατίθεται γραπτώς στη μη εξάλειψη της υποθήκης και, σε περίπτωση μεταγενέστερης ανάκλησης της εν λόγω συγκατάθεσης, ο ενυπόθηκος δανειστής μεριμνά για την εξάλειψη της υποθήκης εντός τριάντα
(30)ημερών από τη γραπτή ανάκληση της συγκατάθεσης του ενυπόθηκου οφειλέτη.
(2)Άνευ επηρεασμού των διατάξεων του εδαφίου
(1), ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται εντός της προθεσμίας η οποία προβλέπεται στο εδάφιο
(1), μέσω της διαδικτυακής πύλης του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, να προβεί στην εξάλειψη της υποθήκης ηλεκτρονικά.
(3)Τηρουμένων των διατάξεων των εδαφίων
(1)και
(2), ο Διευθυντής, με την εξάλειψη της υποθήκης, ενημερώνει πάραυτα τον ενυπόθηκο οφειλέτη και τυχόν εγγυητές οι οποίοι είναι καταχωρισμένοι στο οικείο μητρώο του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας για την εξάλειψη της εν λόγω υποθήκης. 9/1965 10(I)/2023 161(I)/2024 Ακύρωσις υποθήκης υπό του δικαστηρίου 36.-
(1)Εις οιανδήποτε των ακολούθων περιστάσεων, ήτοι- (α) εάν ο ενυπόθηκος δανειστής αρνήται ή αμελή να προβή εις την εξάλειψιν υποθήκης ως εν άρθρω 35, καίτοι η διά ταύτης εξασφαλιζομένη υποχρέωσις εξωφλήθη ή έπαυσεν υφισταμένη ή (β) εάν ο ενυπόθηκος δανειστής αρνήται να αποδεχθή πληρωμήν του ποσού δι’ ο συνέστη η υποθήκη, αφού τούτο κατέστη πληρωτέον, και να προβή εις εξάλειψιν της υποθήκης ή (γ) εάν ο ενυπόθηκος δανειστής είναι αγνώστου διαμονής, ή είναι εταιρεία ή συνεταιρισμός ουχί πλέον εν ζωή, ή απέθανε και ο προσωπικός αντιπρόσωπος ή οι κληρονόμοι αυτού είναι άγνωστοι, και εις οιανδήποτε των ως είρηται περιπτώσεων είτε ο ενυπόθηκος οφειλέτης αδυνατεί, ως εξ οιουδήποτε των προμνησθέντων λόγων, να πληρώση εις τον δικαιούχον το διά της υποθήκης εξασφαλιζόμενον ποσόν αφού τούτο κατέστη πληρωτέον, είτε ή διά της υποθήκης εξασφαλιζομένη υποχρέωσις εξωφλήθη ή έπαυσεν υφισταμένη, ο ενυπόθηκος οφειλέτης δύναται να ζητήση παρά του Επαρχιακού Δικαστηρίου την έκδοσιν ακυρωτικού της υποθήκης διατάγματος, το δε Επαρχιακόν Δικαστήριον άμα τη υποβολή της τοιαύτης αιτήσεως δύναται να εκδώση το κατά το δοκούν δίκαιον υπό τας περιστάσεις διάταγμα, αναφορικώς προς την γνωστοποίησιν της γενομένης αιτήσεως προς οιονδήποτε πρόσωπον, την ακύρωσιν της υποθήκης, την κατάθεσιν χρηματικού τινος ποσού παρά τω Επαρχιακώ Δικαστηρίω, την διάθεσιν του ούτω κατατεθησομένου ποσού και οιονδήποτε έτερον συναφές ζήτημα.
(2)Άμα ως προσκομισθή τω Διευθυντή κεκυρωμένον αντίγραφον ακυρωτικού υποθήκης διατάγματος, εκδοθέντος ως εν εδαφίω
(1), ούτος οφείλει να εκτελέση τούτο και να γνωστοποιήση το γεγονός εις πάντα ενυπόθηκον δανειστήν μεταγενεστέρας υποθήκης συνεστημένης επί του ακινήτου όπερ βαρύνεται διά της πληρωμής του ποσού του εξασφαλιζομένου διά της υποθήκης εις ην αφορά το ακυρωτικόν διάταγμα, ως εάν η τοιαύτη υποθήκη είχεν εξαλειφθή υπό του ενυποθήκου δανειστού δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 35. 9/1965 ΜΕΡΟΣ VI ΠΩΛΗΣΙΣ ΕΝΥΠΟΘΗΚΟΥ ΑΚΙΝΗΤΟΥ Πώλησις ενυποθήκου λόγω υπερημερίας 37.-
(1)Εν περιπτώσει υπερημερίας περί την πληρωμήν ενυποθήκου χρέους διά περίοδον εκατόν είκοσι
(120)ημέρες ή μείζονα τοιαύτην από της ημερομηνίας καθ’ ην τούτο κατέστη πληρωτέον συμφώνως προς τους όρους της υποθήκης ή, αναλόγως της περιπτώσεως, τας διατάξεις του παρόντος Νόμου, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να επιδώση τω ενυποθήκω οφειλέτη κατάστασιν λογαριασμού και έγγραφον ειδοποίησιν καλούσαν τούτον όπως πληρώση το οφειλόμενον ποσόν ως καθορίζεται εν τη άνω μνησθείση καταστάσει, και πληροφορούσαν τούτον ότι, εάν συνεχισθή η υπερημερία πληρωμής του ποσού τούτου διά περίοδον ενός μηνός από της ημερομηνίας της επιδόσεως της τοιαύτης ειδοποιήσεως, θα υποβληθή τω Διευθυντή αίτησις πωλήσεως του ακινήτου όπερ βαρύνεται διά του ενυποθήκου χρέους προς εξόφλησιν αυτού.
(2)Εάν ο ενυπόθηκος οφειλέτης δεν συμμορφωθή προς την επιδοθείσαν αυτώ συμφώνως ταις διατάξεσι του εδαφίου
(1)ειδοποίησιν εντός της διά ταύτης καθοριζομένης προθεσμίας, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται δι’ αιτήσεως να ζητήση παρά του Διευθυντού την πώλησιν του ως είρηται ακινήτου, προσάγων ένορκον δήλωσιν περί του γεγονότος ότι το εκτιθέμενον εν τη ως είρηται καταστάσει ποσόν κατέστη πληρωτέον, ότι ετηρήθησαν αι διατάξεις του προμνησθέντος εδαφίου και ότι το ως είρηται ποσόν ή μέρος αυτού παραμένει εισέτι απλήρωτον.
(3)Οσάκις ακίνητον αναφορικώς προς ο εγένετο αίτησις πωλήσεως δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου βαρύνεται ωσαύτως διά της πληρωμής οιουδήποτε ποσού εξασφαλιζομένου δι’ έτερας υποθήκης, προγενεστέρας ή μεταγενεστέρας της υποθήκης προς εξόφλησιν της οποίας εγένετο η αίτησις, άμα τη λήψει της αιτήσεως ο Διευθυντής γνωστοποιεί το γεγονός τούτο εις τον ενυπόθηκον δανειστήν πάσης μεταγενεστέρας υποθήκης όπως εντός ενός μηνός παράσχη τω Διευθυντή ένορκον δήλωσιν περί το εξασφαλιζόμενον υπό της ως είρηται υποθήκης ποσόν ως και περί το δυνάμει ταύτης εκάστοτε πληρωτέον τοιούτο: Νοείται ότι άπαντα τα δυνάμει του εκάστοτε εν ισχύϊ νόμου εισπρακτέα τέλη και δικαιώματα διά την υπό του Διευθυντού διενεργηθησομένην γνωστοποίησιν προκαταβάλλονται υπό του αιτούντος την πώλησιν ενυποθήκου δανειστού και λογίζονται ως προσηκόντως υπ’ αυτού διενεργηθέντα έξοδα εν αναφορά προς νόμιμα μέτρα ληφθέντα προς είσπραξιν του υπό της υπέρ αυτού συσταθείσης υποθήκης εξασφαλιζομένου ποσού.
(4)Εάν ο Διευθυντής πεισθή ότι ετηρήθησαν αι διατάξεις των προηγουμένων εδαφίων δύναται, τηρουμένων των διατάξεων του περί Παραγραφής Νόμου και των άρθρων 39, 40, 41 και 51 του παρόντος Νόμου, να μεριμνήση διά την συμφώνως τω παρόντι Νόμω πώλησιν του ακινήτου του βαρυνομένου διά της πληρωμής του ενυποθήκου χρέους. 9/1965 142(I)/2014 Τύπος ειδοποιήσεως προς ενυπόθηκον οφειλέτην και αιτήσεως πωλήσεως 38.-
(1)Η συμφώνως ταις διατάξεσι του εδαφίου
(1)του άρθρου 37 υπό του ενυποθήκου δανειστού τω ενυποθήκω οφειλέτη επιδιδομένη ειδοποίησις θα είναι εν τω τύπω Ζ ως ούτος εκτίθεται εν τω Δευτέρω Παραρτήματι.
(2)Η συμφώνως ταις διατάξεσι του εδαφίου
(2)του άρθρου 37 υπό του ενυποθήκου δανειστού υποβαλλομένη τω Διευθυντή αίτησις θα είναι εν τω τύπω Η ως ούτος εκτίθεται εν τω Δευτέρω Παραρτήματι, βεβαιούται δε δι’ όρκου, συμφώνως προς τον εκάστοτε εν ισχύϊ Διαδικαστικόν Κανονισμόν τον αφορώντα εις ενόρκους δηλώσεις επί αστικών υποθέσεων, παρεχομένου ουχί ενωρίτερον των επτά ημερών προ της υπό του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου παραλαβής της αιτήσεως. 9/1965 Διακριτική εξουσία Διευθυντού αναφορικώς προς την πώλησιν 39. Εάν εκ των παρασχεθεισών αποδείξεων αίτινες διαλαμβάνονται ή επισυνάπτονται εις αίτησιν πωλήσεως ακινήτου βαρυνομένου διά της πληρωμής οιουδήποτε ποσού εξασφαλιζομένου διά τινος υποθήκης ο Διευθυντής κρίνη ότι η γενομένη ειδοποίησις προς πληρωμήν του ως είρηται ποσού δεν έφθασεν εις γνώσιν του ενυποθήκου οφειλέτου, ή ότι λόγω απουσίας αυτού εκ Κύπρου ή δι’ οιονδήποτε έτερον λόγον ούτος δεν είχεν επαρκή χρόνον ίνα συμμορφωθή προς την τοιαύτην ειδοποίησιν εντός της διά ταύτης καθοριζομένης προθεσμίας, ή ότι επιβάλλεται η παροχή περαιτέρω στοιχείων και αποδείξεων αφορωσών εις οιονδήποτε των αναφερομένων εν άρθρω 37 ζητημάτων, κέκτηται διακριτικήν εξουσίαν όπως- (α) αρνηθή ή (β) αναβάλη διά καθωρισμένον τινα χρόνον ή (γ) αναβάλη μέχρις ου παρασχεθώσιν ως εν τοις ανωτέρω περαιτέρω στοιχεία και αποδείξεις, την πώλησιν του τοιούτου ακινήτου, ως ούτος ήθελε κρίνει δίκαιον. 9/1965 Ποσόν προς εξόφλησιν του οποίου το ακίνητον εκτίθεται εις πώλησιν 40.-
(1)Εάν ο Διευθυντής αποφασίση να διατάξη την διεξαγωγήν πωλήσεως συμφώνως ταις διατάξεσι του παρόντος Μέρους, ούτος καθορίζει ωσαύτως το ποσόν προς εξόφλησιν του οποίου το ακίνητον εκτίθεται εις πώλησιν και το οποίον περιλαμβάνει τα ακόλουθα επί μέρους ποσά- (α) τέλη, φόρους, δικαιώματα, άτινα δυνάμει των διατάξεων οιουδήποτε εκάστοτε εν ισχύϊ νόμου βαρύνουσι κατά πρώτον λόγον το αποτελούν το αντικείμενον της πωλήσεως ακίνητον και ικανοποιούνται κατά προτεραιότητα έναντι παντός ετέρου βάρους επί του αυτού ακινήτου (β) το ποσόν όπερ αναφέρεται εν οιωδήποτε διατάγματι Επαρχιακού Δικαστηρίου εκδοθέντι δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 41 αναφορικώς προς το ποσόν το εξασφαλιζόμενον δι’ οιασδήποτε υποθήκης προγενεστέρας της υποθήκης προς εξόφλησιν της οποίας υπεβλήθη η αίτησις πωλήσεως (γ) το κεφάλαιον ή οιονδήποτε εισέτι οφειλόμενον μέρος αυτού και άπαντας τους τόκους οίτινες καθίστανται πληρωτέοι μέχρι της ημερομηνίας καθ’ ην σκοπείται η διεξαγωγή της πωλήσεως, δυνάμει των όρων της υποθήκης προς όφελος του ενυποθήκου δανειστού όστις ητήσατο την τοιαύτην πώλησιν ή δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, και άπαντα τα έξοδα άτινα κατά την γνώμην του Διευθυντού διενηργήθησαν προσηκόντως υπό του ως είρηται ενυποθήκου δανειστού εν αναφορά προς την λήψιν νομίμων μέτρων διά την είσπραξιν του διά της υποθήκης εξασφαλιζομένου ποσού, όπως αυτά βεβαιώνονται στην ένορκη δήλωση του ενυπόθηκου δανειστή ή σε νέα ένορκη δήλωση του ενυπόθηκου δανειστή κατόπιν υπόδειξης του Διευθυντή, δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 37, 38 και 39.
(2)Πριν ή ο Διευθυντής καθορίση την ημερομηνίαν διεξαγωγής πωλήσεως δυνάμει του παρόντος Μέρους, ούτος παρέχει τριάκοντα ημερών γνωστοποίησιν- (α) εις τον ενυπόθηκον οφειλέτην και τους ενυποθήκους δανειστάς απασών των υποθηκών αίτινες συνέστησαν προς εξασφάλισιν οιουδήποτε ποσού διά την πληρωμήν ούτινος βαρύνεται το προς πώλησιν ακίνητον, περί την απόφασιν αυτού όπως διατάξη την πώλησιν και (β) εις τον ενυπόθηκον οφειλέτην, περί το ποσόν όπερ ούτος καθώρισε δυνάμει των διατάξεων της παραγράφου (γ) του εδαφίου
(1). 9/1965 6/1981 26(I)/2010 Πώλησις ακινήτου υποκειμένου εις προγενεστέραν υποθήκην 41.-
(1)Οσάκις ακίνητον αναφορικώς προς ο εγένετο αίτησιν πωλήσεως δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 37 βαρύνεται διά της πληρωμής οιουδήποτε ποσού εξασφαλιζομένου δι’ υποθήκης προγενεστέρας της υποθήκης προς απόσβεσιν της οποίας εγένετο η εν τοις ανωτέρω αίτησις (εν τοις εφεξής εν τω παρόντι άρθρω αναφερομένης ως “προγενεστέρα υποθήκη”), και ολόκληρον το ποσόν το ούτω εξασφαλιζόμενον υπό της προγενεστέρας υποθήκης κατέστη πληρωτέον, ο ενυπόθηκος οφειλέτης ή οιοσδήποτε ενυπόθηκος δανειστής, πλην του ενυποθήκου δανειστού της ως είρηται προγενεστέρας υποθήκης, δύναται, εντός τριάκοντα ημερών από της ημερομηνίας αφ’ ης επεδόθη αυτώ η γνωστοποίησις του Διευθυντού δυνάμει της παραγράφου (α) του εδαφίου
(2)του άρθρου 40, να υποβάλη αίτησιν τω Επαρχιακώ Δικαστηρίω ζητών δήλωσιν αυτού ότι το ως είρηται ακίνητον δύναται να πωληθή ελεύθερον πάσης τοιαύτης προγενεστέρας υποθήκης.
(2)Άμα τη υποβολή αιτήσεως συμφώνως τω εδαφίω
(1)και τη επιδόσει ειδοποιήσεως περί της γενομένης αιτήσεως προς το πρόσωπον ή πρόσωπα άτινα τούτο ήθελε καθορίσει, το Επαρχιακόν Δικαστήριον δύναται, εφ’ όσον θεωρεί τούτο εύλογον, διά διατάγματος αυτού να διατάξη όπως εντός δεκαπέντε ημερών από της ημερομηνίας του τοιούτου διατάγματος ο αιτών καταβάλη τω Δικαστηρίω, ή άλλως πως εξασφαλίση κατά τρόπον ικανοποιούντα το Επαρχιακόν Δικαστήριον την πληρωμήν αυτού, τοιούτο ποσόν ως κατά την γνώμην του Επαρχιακού Δικαστηρίου ήθελε κριθή επαρκές διά την εξόφλησιν παντός εξασφαλιζομένου υπό τοιαύτης προγενεστέρας υποθήκης και εισέτι οφειλομένου ποσού.
(3)Άμα ως καταβληθή τω Δικαστηρίω υπό του αιτητού ή άλλως πως εξασφαλισθή υπ’ αυτού η πληρωμή του εν τω διατάγματι τω αναφερομένω εν εδαφίω
(2)καθοριζομένου ποσού, το Επαρχιακόν Δικαστήριον δηλοί ότι το ως είρηται ακίνητον δύναται να εκτεθή εις πώλησιν ελεύθερον της προγενεστέρας υποθήκης( το Επαρχιακόν Δικαστήριον διατάσσει περαιτέρω όπως το καταβληθέν τω Δικαστηρίω ποσόν, ή το ποσόν ούτινος η πληρωμή εξησφαλίσθη συμφώνως τω προμνησθέντι εδαφίω, αναλόγως της περιπτώσεως, καταβληθή εις τον ενυπόθηκον δανειστήν της προγενεστέρας υποθήκης εις τοιούτον χρόνον και υπό τοιούτους όρους ως το Επαρχιακόν Δικαστήριον ήθελε κρίνει εύλογον να καθορίση: Νοείται ότι το Επαρχιακόν Δικαστήριον δεν διατάσσει την διενέργειαν τοιαύτης πληρωμής πριν ή το ως είρηται ακίνητον πωληθή δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Μέρους.
(4)Άμα τη προσαγωγή κεκυρωμένου αντιγράφου της εν εδαφίω
(3)αναφερομένης δηλώσεως ο Διευθυντής εκθέτει, τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 39 και 51, το ως είρηται ακίνητον εις πώλησιν, ελεύθερον πάσης προγενεστέρας υποθήκης εις ην η τοιαύτη δήλωσις αφορά.
(5)Οσάκις υποβάλλεται αίτησις τω Επαρχιακώ Δικαστηρίω διά δήλωσιν αυτού δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου- (α) ο αιτών την τοιαύτην δήλωσιν παρέχει τω Διευθυντή κεκυρωμένον αντίγραφον της αιτήσεως (β) όταν η αίτησις εκδικασθή υπό του Επαρχιακού Δικαστηρίου, ο Πρωτοκολλητής του Επαρχιακού Δικαστηρίου γνωστοποιεί εγγράφως εις τον Διευθυντήν κατά πόσον η περί την δήλωσιν αίτησις εγένετο αποδεκτή ή, αναλόγως της περιπτωσεως, απερρίφθη( εις ην δε περίπτωσιν εγένετο αποδεκτή, ο Πρωτοκολλητής παρέχει τω Διευθυντή κεκυρωμένον αντίγραφον της τοιαύτης δηλώσεως (γ) άμα τη λήψει του κεκυρωμένου αντιγράφου της αιτήσεως ως προνοείται εν παραγράφω (α) του παρόντος άρθρου, ανεξαρτήτως οιασδήποτε διατάξεως διαλαμβανομένης εν οιωδήποτε ετέρω άρθρω του παρόντος Νόμου, ο Διευθυντής αναστέλλει πάσαν ενέργειαν εις ην ούτος υδύνατο να προβή δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Μέρους του παρόντος Νόμου, μέχρις ου γενή υπό του Πρωτοκολλητού του Επαρχιακού Δικαστηρίου η εν παραγράφω (β) του παρόντος εδαφίου προνοουμένη γνωστοποίησις: Νοείται ότι ουδέν των εν τη παρούση παραγράφω διαλαμβανομένων τυγχάνει εφαρμογής εφ’ οιασδήποτε περιπτώσεως καθ’ ην ο Διευθυντής λαμβάνει το κεκυρωμένον αντίγραφον της αιτήσεως μετά την έκδοσιν ειδοποιήσεως πωλήσεως ως προνοείται εν Κανονισμω 3 των Κανονισμών Πωλήσεως.
(6)Εάν δεν προσαχθή κεκυρωμένον αντίγραφον δηλώσεως ως εν εδαφίω
(4), τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 39 και 51, ο Διευθυντής εκθέτει εις πώλησιν το ως είρηται υποκείμενον εις την προγενεστέραν υποθήκην, και διά σημειώσεως επί των ειδοποιήσεων της τοιαύτης πωλήσεως των προνοουμένων εν Κανονισμώ 3 των Κανονισμών Πωλήσεως φέρει εις γνώσιν παντός πλειοδότου το γεγονός ότι το ως είρηται ακίνητον θα πωληθή υποκείμενον εις την προγενεστέραν υποθήκην, ο δε πλειοδότης επί τούτω λογίζεται λαβών γνώσιν του τοιούτου γεγονότος ως και παντός στοιχείου αφορώντος εις την προγενεστέραν υποθήκην( άμα τη πωλήσει του ακινήτου ως εν τοις ανωτέρω αι διατάξεις της παραγράφου (γ) της εν εδαφίω
(1)του άρθρου 31 επιφυλάξεως και του ως είρηται εδαφίου
(4)τυγχάνουσι, τηρουμένων των αναλογιών, εφαρμογής ως εάν το τοιούτο ακίνητον είχε μεταβιβασθή υποκείμενον εις την προγενεστέραν υποθήκην δυνάμει των διατάξεων του εν τοις ανωτέρω μνησθέντος άρθρου: Νοείται ότι ουδέν των εν τω παρόντι εδαφίω εφαρμόζεται- (α) εφ’ οιασδήποτε προγενεστέρας υποθήκης δηλωθείσης προ της ημερομηνίας ενάρξεως της ισχύος του παρόντος Νόμου, μέχρις ου προσαχθή τω Διευθυντή ή έγγραφος συναίνεσις του προγενεστέρου ενυποθήκου δανειστού και παντός εγγυητού του ενυποθήκου οφειλέτου προς διενέργειαν της σκοπουμένης πωλήσεως ή (β) εφ’ οιασδήποτε προγενεστέρας υποθήκης δι’ ης εξασφαλίζεται οιονδήποτε ποσόν διά την πληρωμήν του οποίου βαρύνονται δύο ή πλείονα ακίνητα, εκτός εάν- (
  1. i)ανεξαρτήτως οιασδήποτε προνοίας των Κανονισμών Πωλήσεως, άπαντα τα τοιαύτα ακίνητα εκτεθώσι προς πώλησιν και πωληθώσιν ομού ως ενιαίον σύνολον κατά την ως είρηται πώλησιν και (
  2. ii)προσαχθή τω Διευθυντή η προηγουμένη έγγραφος συναίνεσις προς πώλησιν, ως προνοείται εν υποπαραγράφω (α) της παρούσης παραγράφου, του ενυποθήκου οφειλέτου και παντός εγγυητού αυτού ως και απάντων των αναφορικώς προς τα ως είρηται ακίνητα ενυποθήκων δανειστών και λοιπών ησφαλισμένων πιστωτών του ενυποθήκου οφειλέτου πλην του προγενεστέρου ενυποθήκου δανειστού. 9/1965 6/1981 Τρόπος πωλήσεως και διάθεσις εκπλειστηριάσματος 42.-
(1)Η δυνάμει του παρόντος Μέρους πώλησις ακινήτου διενεργείται διά δημοσίου πλειστηριασμού συμφώνως ταις διατάξεσι των Κανονισμών Πωλήσεως: Νοείται ότι οσάκις το τοιούτο ακίνητον βαρύνεται διά της πληρωμής οιουδήποτε τέλους, φόρου ή δικαιώματος, όπερ δυνάμει των διατάξεων οιουδήποτε εκάστοτε εν ισχύϊ νόμου βαρύνει κατά πρώτον λόγον το τοιούτο ακίνητον ικανοποιούμενον κατά προτεραιότητα έναντι παντός ετέρου βάρους επί του αυτού ακινήτου, ο Διευθυντής διατάσσει, τηρουμένων των διατάξεων του περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Περιορισμός Πωλήσεων) Νόμου, όπως μη διενεργηθή η πώλησις του ως είρηται ακινήτου εκτός εάν το προσφερόμενον διά τούτο ποσόν μετά την αφαίρεσιν των δικαιωμάτων του δημοπράτου και των δαπανών της πωλήσεως είναι ουχί έλασσον ελαχίστης τιμής ίσης προς το ποσόν του τέλους, φόρου ή, αναλόγως της περιπώσεως, δικαιώματος, διά της πληρωμής ούτινος βαρύνεται το τοιούτο ακίνητον.
(2)Ο Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός της επαρχίας εν ή κείται το δυνάμει του παρόντος Μέρους πωληθέν ή υπό πώλησιν ακίνητον δύναται δι’ αιτήσεως να ζητήση παρά του Επαρχιακού Δικαστηρίου οδηγίας περί την επίλυσιν οιουδήποτε ερωτήματος ανακύπτοντος ή δυναμένου να ανακύψη κατά την διενέργειαν της πωλήσεως, περιλαμβανομένου και οιουδήποτε ερωτήματος αφορώντος εις την διάθεσιν του εκπλειστηριάσματος εις τας εκτιθεμένας εν ταις επιφυλάξεσι της παραγράφου (στ) του εδαφίου
(3)περιστάσεις· επί τούτω τυγχάνουσιν εφαρμογής αι διατάξεις του άρθρου 31 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου ως εάν ο Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός εξετέλει ένταλμα πωλήσεως ακινήτου εκδοθέν δυνάμει των διατάξεων του άνω μνησθέντος Νόμου.
(3)Το εκπλειστηρίασμα όπερ ήθελεν αποφέρει πώλησις διενεργηθείσα δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Μέρους διατίθεται ως ακολούθως και κατά την εν τοις εφεξής καθοριζομένην τάξιν:- (α) διά την πληρωμήν παντός τέλους, φόρου ή δικαιώματος όπερ δυνάμει των διατάξεων οιουδήποτε εκάστοτε εν ισχύϊ νόμου βαρύνει κατά πρώτον λόγον το πωληθέν ακίνητον, ικανοποιούμενον κατά προτεραιότητα έναντι παντός ετέρου βάρους επί του αυτού ακινήτου· (β) προς εξόφλησιν παντός ποσού καθοριζομένου εν διατάγματι του Επαρχιακού Δικαστηρίου εκδοθέντι δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 41 και αφορώντι εις οιανδήποτε υποθήκην προγενεστέραν της υποθήκης της συσταθείσης υπέρ του ενυποθήκου δανειστού όστις ητήσαντο την πώλησιν: Νοείται ότι το διατιθέμενον προς εξόφλησιν του τοιούτου ποσού εκπλειστηρίασμα καταβάλλεται εις το πρόσωπον όπερ κατέβαλε τω Δικαστηρίω ή άλλως εξησφάλισε την πληρωμήν του ως είρηται ποσού (γ) προς εξόφλησιν παντός ποσού εξασφαλιζομένου δι’ υποθήκης συσταθείσης υπέρ του ενυποθήκου δανειστού όστις ητήσατο την πώλησιν· (δ) προς εξόφλησιν παντός ποσού εξασφαλιζομένου δι’ υποθήκης μεταγενεστέρας της υποθήκης της συσταθείσης υπέρ του ενυποθήκου δανειστού όστις ητήσατο την πώλησιν (εν τοις εφεξής εν τω παρόντι άρθρω αναφερομένης ως “μεταγενεστέρα υποθήκη”) ως ήθελε καθορισθή συμφώνως ταις διατάξεσι του εδαφίου
(4): Νοείται ότι οσάκις υφίστανται δύο ή πλείονες τοιαύται μεταγενέστεραι υποθήκαι και το υπόλοιπον του εκπλειστηριάσματος το διατιθέμενον διά ταύτας δυνάμει της παρούσης παραγράφου δεν επαρκεί προς εξόφλησιν των διά τούτων εξασφαλιζομένων ποσών, το υπόλοιπον τούτο θα διατίθεται προς εξόφλησιν των ειρημένων ποσών κατά την αντίστοιχον τάξιν προτεραιότητος των τοιούτων υποθηκών (ε) προς εξόφλησιν απαιτήσεων δυνάμει δικαστικών αποφάσεων εγγεγραμμένων δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 53 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, κατά την αντίστοιχον τάξιν προτεραιότητος της εγγραφής αυτών: Νοείται ότι εάν το τοιούτο εκπλειστηρίασμα προέκυψε καθ’ ολοκληρίαν ή μερικώς εκ της πωλήσεως οιασδήποτε οικίας, τούτο δεν διατίθεται προς εξόφλησιν τοιούτων απαιτήσεων δυνάμει δικαστικών αποφάσεων μέχρις ου γενώσιν επαρκείς κατά την κρίσιν του Επαρχιακού Δικαστηρίου διευθετήσεις προς στέγασιν του ενυποθήκου οφειλέτου και της οικογενείας αυτού: Νοείται περαιτέρω ότι εάν ο ενυπόθηκος οφειλέτης είναι γεωργός και το τοιούτο ποσόν προέκυψε καθ’ ολοκληρίαν ή μερικώς εκ της πωλήσεως οιασδήποτε γαίας, τούτο δεν διατίθεται προς εξόφλησιν τοιούτων απαιτήσεων δυνάμει δικαστικών αποφάσεων αναφορικώς προς χρέη συναφθέντα μετά την 2αν Μαϊου 1919, εκτός εάν επαρκής κατά την κρίσιν του Επαρχιακού Δικαστηρίου έκτασις γης παρασχεθή εις τον ενυπόθηκον οφειλέτην και την οικογένειαν αυτού, ή εκτός εάν τα χρέη ταύτα οφείλωνται εις τινα Συνεργατικήν Εταιρείαν προσηκόντως εγγεγραμμένην ως τοιαύτην δυνάμει των διατάξεων του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου, εάν δε μετά την εξόφλησιν των ως εν τοις ανωτέρω οφειλών υφίσταται εισέτι περίσσευμα τι του εκπλειστηριάσματος τούτο καταβάλλεται τω ενυποθήκω οφειλέτη: Νοείται ότι, οποιαδήποτε τέλη, δικαιώματα κει έξοδα πώλησης καταβάλλονται από τον ενυπόθηκο δανειστή.
(4)Το διά μεταγενεστέρας υποθήκης εξασφαλιζόμενον ποσόν όπερ αναφέρεται εν παραγράφω (ε) του εδαφίου
(3)καθορίζεται ως ακολούθως: (α) εάν ο ενυπόθηκος δανειστής συμμορφούμενος προς την γνωστοποίησιν την δοθείσαν αυτώ υπό του Διευθυντού δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(3)του άρθρου 37 παράσχη τω Διευθυντή στοιχεία αποδεικνύοντα το δυνάμει της υποθήκης οφειλόμενον ποσόν, ο Διευθυντής δύναται να θεωρήση τούτο απαιτητόν ως και άπαντα τα έξοδα άτινα κατά την κρίσιν αυτού προσηκόντως εγένοντο υπό του ενυποθήκου δανειστού σχετικώς προς νόμιμα μέτρα ληφθέντα προς είσπραξιν του υπό του υποθήκης εξασφαλιζομένου ποσού( επί τούτω ο Διευθυντής δίδει έγγραφον γνωστοποίησιν εις τον ενυπόθηκον οφειλέτην και τον ενυπόθηκον δανειστήν περί το ποσόν το ούτω θεωρηθέν ως απαιτητόν δυνάμει της τοιαύτης υποθήκης· (β) εάν ο ενυπόθηκος δανειστής παραλείψη να παράσχη τα εν παραγράφω (α) του παρόντος εδαφίου αναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία, ο Διευθυντής δύναται να θεωρήση απαιτητόν ολόκληρον το υπό της ειρημένης υποθήκης εξασφαλιζόμενον ποσόν, κατά την έκτασιν του μεγίστου δυνατού ποσού υπό αίρεσιν οφειλής ή υπολοίπου τρέχοντος λογαριασμού εξασφαλιζομένου διά της τοιαύτης υποθήκης, ως και πάντα τόκον πληρωτέον δυνάμει των όρων της τοιαύτης υποθήκης, και ότι ουδεμία δαπάνη εγένετο υπό του ενυποθήκου δανειστού σχετικώς προς νόμιμα μέτρα ληφθέντα προς είσπραξιν του υπό της υποθήκης εξασφαλιζομένου ποσού( επί τούτω ο Διευθυντής δίδει έγγραφον γνωστοποίησιν εις τον ενυπόθηκον οφειλέτην και τον ενυπόθηκον δανειστήν περί το ποσόν το ούτω θεωρηθέν απαιτητόν δυνάμει της τοιαύτης υποθήκης, ουδέν δε μέρος του εκπλειστηριάσματος διατίθεται προς απόσβεσιν της τοιαύτης υποθήκης προ της παρόδου τριάκοντα ημερών από της εκδόσεως της αναφερομένης εν παραγράφω (α) ή, αναλόγως της περιπτώσεως, εν παραγράφω (β) του παρόντος εδαφίου γνωστοποιήσεως.
(5)Το περί ου η παράγραφος (στ) του εδαφίου
(3)οφειλόμενον δυνάμει οιασδήποτε δικαστικής αποφάσεως ποσόν καθορίζεται ως ακολούθως: (α) ο Διευθυντής δι’ εγγράφου αυτού γνωστοποιήσεως καλεί τον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτήν, όστις προέβη εις εγγραφήν της τοιαύτης αποφάσεως, όπως εντός μηνός παράσχη αυτώ ένορκον δήλωσιν περί το οφειλόμενον δυνάμει της δικαστικής αποφάσεως ποσόν και τας υπ’ αυτού διενεργηθείσας δαπάνας εν σχέσει προς οιαδήποτε μέτρα ληφθέντα προς είσπραξιν του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους· (β) εάν ο εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτής συμμορφωθή προς την δοθείσαν αυτώ υπό του Διευθυντού συμφώνως ταις διατάξεσι της παραγράφου (α) γνωστοποίησιν, ο Διευθυντής δύναται να θεωρήση ως απαιτητόν το ποσόν όπερ ο εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτής ήθελε καθορίσει ως οφειλόμενον δυνάμει της δικαστικής αποφάσεως ως και πάσας τας δαπάνας αίτινες κατά την κρίσιν του Διευθυντού ευλόγως εγένοντο υπό του πιστωτού εν σχέσει προς την λήψιν μέτρων προς είσπραξιν του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους( επί τούτω ο Διευθυντής δίδει εις τον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτήν και τον ενυπόθητον οφειλέτην έγγραφον γνωστοποίησιν περί του ούτω θεωρηθέντος απαιτητού ποσού· (γ) εάν ο εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτής παραλείψη να συμμορφωθή προς την δοθείσαν αυτώ υπό του Διευθυντού συμφώνως ταις διατάξεσι της παραγράφου (α) γνωστοποίησιν, ο Διευθυντής δύναται να θεωρήση απαιτητόν ολόκληρον το εν τη δικαστική αποφάσει εκτιθέμενον ποσόν, περιλαμβανομένου παντός δυνάμει ταύτης πληρωτέου τόκου ως και πάσης δαπάνης διενεργηθείσης υπό του εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτού υπό μορφήν τελών και δικαιωμάτων καταβληθέντων υπ’ αυτού τω Επαρχιακώ Κτηματολογικώ Γραφείω εν σχέσει προς την εγγραφήν της δικαστικής αποφάσεως( επί τούτω ο Διευθυντής δίδει έγγραφον γνωστοποίησιν εις τον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτήν και τον ενυπόθηκον οφειλέτην περί του ούτω θεωρηθέντος ως απαιτητού ποσού, ουδέν δε μέρος του εκπλειστηριάσματος διατίθεται προς εξόφλησιν του δυνάμει της τοιαύτης δικαστικής αποφάσεως οφειλομένου ποσού προ της παρόδου τριάκοντα ημερών από της επιδόσεως της εν παραγράφω (β) ή, αναλόγως της περιπτώσεως, εν παραγράφω (γ) του παρόντος εδαφίου αναφερομένης γνωστοποιήσεως. 9/1965 76(Ι)/2015 Μεταβίβασις δεν ακυροί διαδικασίαν 43. Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 39, εφ’ όσον ήθελεν επιδοθή ειδοποίησις δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(1)του άρθρου 37, η μεταβίβασις του σχετικού ακινήτου δυνάμει του άρθρου 31 ή οιασδήποτε υποθήκης δυνάμει του άρθρου 32 ουδόλως επάγεται ακύρωσιν της τοιαύτης διαδικασίας ή παράτασιν οιασδήποτε δυνάμει του παρόντος Νόμου τεταγμένης ή καθωρισμένης εν ειδοποιήσει δοθείση δυνάμει τούτου προθεσμίας, ή ακύρωσιν, καθυστέρησιν ή αναβολήν οιασδήποτε πωλήσεως διενεργηθείσης ή διενεργηθησομένης δυνάμει του παρόντος Μέρους. 9/1965 Πολιτική αγωγή διά πώλησιν ενυποθήκου ακινήτου 44.-
(1)Ουδέν των εν τω παρόντι Νόμω διαλαμβανομένων επενεργεί ώστε ν’ αποκλείση οιονδήποτε ενυπόθηκον δανειστήν από του να επιδιώξη διά πολιτικής αγωγής την πώλησιν του ενυποθήκου ακινήτου προς εξόφλησιν του διά της υποθήκης εξασφαλιζομένου ποσού( τοιαύτη δε αγωγή δύναται να εγερθή οποτεδήποτε, προ ή κατόπιν αιτήσεως προς τον Διευθυντήν δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Μέρους: Νοείται ότι οσάκις το Δικαστήριον θεωρεί ότι η τοιαύτη διαδικασία, αντί της υπό του παρόντος Μέρους προνοουμένης, δεν ήτο λογικώς αναγκαία διά την επίτευξιν του δ’ αυτής επιδιωκομένου σκοπού, το Δικαστήριον δύναται να διατάξη όπως άπαντα τα έξοδα της αγωγής, περιλαμβανομένων και των εξόδων του εναγομένου, πληρωθώσιν υπό του ενάγοντος.
(2)Οσάκις η πώλησις ενυπόθηκου ακινήτου προς εξόφλησιν του διά της υποθήκης εξασφαλιζομένου ποσού διατάσσηται υπό του Δικαστηρίου, αι ακόλουθοι διατάξεις τυγχάνουσιν εφαρμογής, εκτός εάν το Δικαστηρίον άλλως διατάσση:- (α) αι διατάξεις του εδαφίου
(3)του άρθρου 37 τυγχάνουσιν εφαρμογής, τηρουμένων των αναλογιών, ως εάν το διάταγμα του Δικαστηρίου ήτο αίτησις δυνάμει του εδαφίου
(2)του προμνησθέντος άρθρου (β) αι διατάξεις των άρθρων 41 και 42 τυγχάνουσιν εφαρμογής, τηρουμένων των αναλογιών, ως εάν ο Διευθυντής είχεν αποφασίσει να διατάξη την διεξαγωγήν πωλήσεως συμφώνως ταις διατάξεσι του παρόντος Μέρους, της υπό του εδαφίου
(1)του άρθρου 41 προνοουμένης τριακονθημέρου περιόδου λογιζομένης από της ημερομηνίας της δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(3)του άρθρου 37 υπό του Διευθυντού γενομένης γνωστοποιήσεως. 9/1965 ΜΕΡΟΣ VIA ΠΩΛΗΣΗ ΕΝΥΠΟΘΗΚΟΥ ΑΚΙΝΗΤΟΥ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΝΥΠΟΘΗΚΟ ΔΑΝΕΙΣΤΗ Εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Μέρους σε υφιστάμενες και νέες συμβάσεις υποθήκης 44Α.-
(1)Οι διατάξεις του παρόντος Μέρους εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση σύμβασης υποθήκης, η οποία ενεγράφη στο κτηματικό μητρώο πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου ή η οποία εγγράφεται στο κτηματικό μητρώο μετά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου.
(2)Καμία διάταξη του Μέρους VI δεν απαγορεύει σε ενυπόθηκο δανειστή να προχωρήσει με την εφαρμογή της διαδικασίας πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Μέρους.
(3)Καμία διάταξη του παρόντος Μέρους δεν απαγορεύει στον ενυπόθηκο δανειστή την εφαρμογή της διαδικασίας πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους VI: Νοείται ότι, σε περίπτωση που το ενυπόθηκο χρέος έχει καταστεί πληρωτέο πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Μέρους, τα χρονικά περιθώρια και οι διαδικασίες που προβλέπονται στο παρόν Μέρος δύναται να τυγχάνουν εφαρμογής από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου: Νοείται περαιτέρω ότι, σε περίπτωση που έχει αρχίσει οποιαδήποτε διαδικασία δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Μέρους πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2018, οι διατάξεις του εν λόγω Νόμου θα εφαρμόζονται, ανεξαρτήτως εάν στάλθηκαν οποιεσδήποτε ειδοποιήσεις σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Μέρους πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Μεταβιβάσεων και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2018.
(4)Καμία διάταξη του παρόντος Μέρους δεν αποκλείει το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να προχωρήσει με την έγερση πολιτικής αγωγής για την εξασφάλιση διατάγματος δικαστηρίου για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου. (4Α) Ανεξαρτήτως οποιασδήποτε άλλης διάταξης του παρόντος Νόμου, η εξασφάλιση διατάγματος Δικαστηρίου για πώληση ενυπόθηκου ακινήτου ή η έναρξη διαδικασίας πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου δυνάμει του εν λόγω διατάγματος, είτε πριν είτε μετά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2018, δεν επηρεάζει το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να προχωρήσει με την εφαρμογή της διαδικασίας πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Μέρους: Νοείται ότι, στην πιο πάνω αναφερόμενη περίπτωση, δεν επηρεάζεται το δικαίωμα του ενυπόθηκου οφειλέτη ή άλλου ενδιαφερόμενου προσώπου να προσφύγει στο Επαρχιακό Δικαστήριο σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Μέρους και εντός των χρονικών προθεσμιών που προβλέπονται σε αυτό. 142(I)/2014 87(I)/2018 Υπερημερία 44Β.-
(1)Σε περίπτωση υπερημερίας, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 27, ως αποτέλεσμα της οποίας ολόκληρο το ενυπόθηκο χρέος καθίσταται πληρωτέο και η υπερημερία αφορά σε περίοδο όχι μικρότερη των εκατόν είκοσι
(120)ημερών από την ημερομηνία που αυτό καθίσταται πληρωτέο, δυνάμει των όρων της σύμβασης ή των διατάξεων του παρόντος Νόμου, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να προχωρήσει στη διαδικασία που προβλέπεται στο παρόν Μέρος, εκτός εάν με βάση τις διατάξεις οποιωνδήποτε άλλων νόμων ή Κανονισμών ή οδηγιών, η προώθηση της διαδικασίας αναγκαστικής πώλησης του ενυποθήκου ακινήτου εκ μέρους του ενυπόθηκου δανειστή, ανασταλεί.
(2)Οποιαδήποτε ειδοποίηση ως προς παρατηρηθείσα υπερημερία ή απαίτηση για πληρωμή του ενυπόθηκου χρέους, η οποία αποστέλλεται από τον ενυπόθηκο δανειστή, όταν αυτός είναι αδειοδοτημένο ίδρυμα, προς τον ενυπόθηκο οφειλέτη ή εγγυητή σε σχέση με το ενυπόθηκο χρέος, συνοδεύεται από την ειδοποίηση που αναφέρεται στον Τύπο «Θ» του Δεύτερου Παραρτήματος και εμπεριέχει τυποποιημένη πληροφόρηση στην οποία αναφέρονται ρητά τα ακόλουθα: (α) Ο αριθμός λογαριασμού· (β) το όνομα του δανειολήπτη· (γ) η ημερομηνία έναρξης/χορήγησης του δανείου· (δ) ο σκοπός του δανείου· (ε) το αρχικό ποσό του δανείου· (στ) το επιτόκιο (βάση και περιθώριο)· (ζ) η διαχρονική διακύμανση του επιτοκίου· (η) το σύνολο των καταβληθέντων δόσεων και πληρωμών κατά την ημερομηνία της ειδοποίησης· (θ) το σύνολο των τόκων κατά την ημερομηνία της ειδοποίησης· (ι) το σύνολο των τόκων υπερημερίας κατά την ημερομηνία της ειδοποίησης· (ια) το σύνολο τυχόν άλλων χρεώσεων κατά την ημερομηνία της ειδοποίησης· (ιβ) το υπόλοιπο κατά την ημερομηνία της ειδοποίησης· (ιγ) οι μέρες σε καθυστέρηση· (ιδ) το ποσό σε καθυστέρηση· (ιε) η μηνιαία δόση κατά την ημερομηνία της ειδοποίησης· (ιστ) οι υποθήκες και το ποσό που εξασφαλίζεται από αυτές κατά την ημερομηνία της ειδοποίησης· (ιζ) οι άλλες εξασφαλίσεις και το ποσό που εξασφαλίζεται από αυτές κατά την ημερομηνία της ειδοποίησης· (ιη) όπου εφαρμόζεται, οι ημερομηνίες αποστολής όλων των επιστολών που αναφέρονται στις παραγράφους 5
(2)(β), 5
(2)(γ), 5
(2)(δ) και 5
(2)(ε) του Κώδικα· (ιθ) η ημερομηνία τερματισμού του δανείου, στην περίπτωση που αυτό έχει τερματιστεί· (κ) κατά πόσο έχει εκδοθεί απόφαση επί διαιτησίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου· και (κα) τα στοιχεία επικαιροποίησης που προκύπτουν από οποιεσδήποτε τροποποιητικές συμφωνίες δανειακής σύμβασης, με ρητή αναφορά στις εκάστοτε εν ισχύι εξασφαλίσεις και στην ημερομηνία λήξης του δανείου: Νοείται ότι, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 44ΓΑ, η αποστολή της ειδοποίησης κατά τον Τύπο «Θ» πραγματοποιείται μόνο μία φορά από το εκάστοτε αδειοδοτημένο ίδρυμα, το οποίο αποτελεί ενυπόθηκο δανειστή: Νοείται περαιτέρω ότι, δεν υφίσταται υποχρέωση αποστολής της ειδοποίησης κατά τον Τύπο «Θ», σε περίπτωση κατά την οποία ο ενυπόθηκος δανειστής έχει εξασφαλίσει δικαστική απόφαση εναντίον του ενυπόθηκου οφειλέτη ή έχει ήδη κατατεθεί αίτηση πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους VI. (2Α) [Διαγράφηκε].
(3)Εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά στο παρόν Μέρος, οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν αποκλείουν τον ενυπόθηκο οφειλέτη ή οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο από του να ασκήσει το δικαίωμά του να προχωρήσει με ένδικα μέσα ενώπιον Επαρχιακού Δικαστηρίου με βάση οποιουσδήποτε άλλους εν ισχύι νόμους και Κανονισμούς αμφισβητώντας το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να κινεί τις διαδικασίες και να επιζητεί τις θεραπείες που προβλέπονται από τις διατάξεις του παρόντος Μέρους. 142(I)/2014 87(I)/2018 65(I)/2023 155(I)/2023 Επίδοση ειδοποιήσεων για τη σκοπούμενη πώληση 44Γ.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 44Β, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να προχωρήσει στην έναρξη της διαδικασίας που προβλέπεται από τις διατάξεις του παρόντος Μέρους, αφού επιδώσει στον ενυπόθηκο οφειλέτη και σε οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο, έγγραφη ειδοποίηση κατά τον Τύπο «Ι» του Δεύτερου Παραρτήματος, συνοδευόμενη από κατάσταση λογαριασμού του απαιτούμενου ενυπόθηκου χρέους, των τόκων και όλων των εξόδων για την είσπραξή του καλώντας τον όπως εξοφλήσει το ποσό, σύμφωνα με την επιδοθείσα κατάσταση λογαριασμού, τάσσοντας σε αυτόν προθεσμία όχι μικρότερη των σαράντα πέντε
(45)ημερών από την ημερομηνία επίδοσης της ειδοποίησης προς εξόφληση του απαιτούμενου ποσού: Νοείται ότι, με την ειδοποίηση ενημερώνεται ο ενυπόθηκος οφειλέτης ότι σε περίπτωση μη εξόφλησης του απαιτούμενου ποσού που καθορίζεται σε αυτήν, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να ασκήσει το δικαίωμά του για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου με βάση τις διατάξεις του παρόντος Μέρους: Νοείται περαιτέρω ότι, μετά την επίδοση της ειδοποίησης κατά τον Τύπο «Ι», οποιαδήποτε αρμόδια αρχή παρέχει, μετά από την υποβολή σχετικού αιτήματος από τον ενυπόθηκο δανειστή, όλες τις σχετικές πληροφορίες, αναφορικά με τους φόρους, τα τέλη και τις χρεώσεις που επιβαρύνουν το ενυπόθηκο ακίνητο, εντός δεκαπέντε
(15)ημερών από την ημερομηνία υποβολής τέτοιου αιτήματος: Νοείται έτι περαιτέρω ότι, η έγγραφη ειδοποίηση από αδειοδοτημένο ίδρυμα κατά τον Τύπο «I» του Δεύτερου Παραρτήματος, αποστέλλεται μόνο μετά την παρέλευση τουλάχιστον τριάντα
(30)ημερών από την αποστολή της ειδοποίησης που αναφέρεται στον Τύπο «Θ» του Δεύτερου Παραρτήματος.
(2)Σε περίπτωση που ο ενυπόθηκος οφειλέτης ή οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο δεν συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις της ειδοποίησης που του επιδίδεται δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(1), ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να επιδώσει στον ενυπόθηκο οφειλέτη και σε οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο, δεύτερη έγγραφη ειδοποίηση, στην οποία να αναφέρεται ότι το ενυπόθηκο ακίνητο πρόκειται να πωληθεί με πλειστηριασμό˙ η ειδοποίηση επιδίδεται κατά τον Τύπο «ΙΑ» του Δευτέρου Παραρτήματος, εντός περιόδου όχι μικρότερης των σαράντα πέντε
(45)ημερών από την καθορισμένη ημέρα και ώρα πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου.
(3)Ο ενυπόθηκος οφειλέτης καθώς και οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο μέρος δύναται, εντός σαράντα πέντε
(45)ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης, σύμφωνα με το εδάφιο
(2)να καταχωρίσει έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο για παραμερισμό της ειδοποίησης της σκοπούμενης πώλησης μόνο, για τους ακόλουθους λόγους: (α) Η επιδοθείσα ειδοποίηση δεν πληροί τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο, προϋποθέσεις˙ (β) η ειδοποίηση δεν έχει δεόντως επιδοθεί˙ (γ) η ειδοποίηση έχει αποσταλεί πριν τη λήξη της προθεσμίας για καταβολή της πληρωμής προς τον ενυπόθηκο δανειστή˙ (δ) έχει εκδοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου˙ (ε) ο ενυπόθηκος οφειλέτης είναι επιλέξιμος οφειλέτης και το αδειοδοτημένο ίδρυμα, παρά το ότι είχε υποχρέωση δυνάμει του περί της Σύστασης και Λειτουργίας Ενιαίου Φορέα Εξώδικης Επίλυσης Διαφορών Χρηματοοικονομικής Φύσεως Νόμου, δεν έχει προσέλθει σε διαμεσολάβηση δυνάμει των διατάξεων του Μέρους VIA του εν λόγω Νόμου. (στ) έχει εκδοθεί προστατευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη δυνάμει των διατάξεων του περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διατάγματα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμου ή εκκρεμεί ενώπιον Δικαστηρίου αίτηση για έκδοση τέτοιου προστατευτικού διατάγματος˙ (ζ) ο ενυπόθηκος οφειλέτης του οποίου η συμμετοχή εγκρίνεται στο σχέδιο “ΕΣΤΙΑ για αντιμετώπιση των μη εξυπηρετούμενων δανείων και στήριξη ευάλωτων κοινωνικών ομάδων” ή σε οποιαδήποτε άλλο κυβερνητικό σχέδιο επιδότησης πιστωτικής διευκόλυνσης, νοουμένου ότι αυτός αποδέχεται και τηρεί τη συμφωνία και τις πιστωτικές του υποχρεώσεις όπως προκύπτουν από το εν λόγω σχέδιο ή εκκρεμεί σχετική αίτηση. (η)(i) η ειδοποίηση αφορά ακίνητο το οποίο αποτελεί κύρια κατοικία, ως αυτή ορίζεται στο Σχέδιο, σε σχέση με το οποίο, έχει εγκριθεί αίτηση για ένταξη στο Σχέδιο. ή (ii) η ειδοποίηση αφορά ακίνητο το οποίο αποτελεί κύρια κατοικία, ως αυτή ορίζεται στο Σχέδιο, σε σχέση με το οποίο, έχει υποβληθεί και εκκρεμεί αίτηση ή ένσταση για ένταξη στο Σχέδιο, αναφορικά με την οποία- (αα) ο αιτητής για ένταξη στο Σχέδιο ή οποιοδήποτε μέλος της οικογένειάς του, ως αυτή ορίζεται στο Σχέδιο, πληροί τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στον όρο 2.2.2 του Σχεδίου. ή (ββ) ο αιτητής για ένταξη στο Σχέδιο, πληροί τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στον όρο 2.5 του Σχεδίου: Νοείται ότι, για σκοπούς εφαρμογής των διατάξεων της παρούσας παραγράφου, ο όρος “Σχέδιο” σημαίνει το σχέδιο “Ενοίκιο Έναντι Δόσης”, το οποίο εγκρίθηκε με την υπ’ αριθμόν 95.054 Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, ημερομηνίας 12 Ιουλίου 2023, ως αυτό εκάστοτε τροποποιείται.
(4)Χωρίς επηρεασμό της γενικότητας του εδαφίου
(3), επιλέξιμος οφειλέτης δύναται, εντός τριάντα
(30)ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης Τύπου «Ι», σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(1)ή εντός τριάντα
(30)ημερών, να καταχωρίσει παράπονο στον Χρηματοοικονομικό Επίτροπο σύμφωνα με τις διατάξεις του περί της Σύστασης και Λειτουργίας του Ενιαίου Φορέα Εξώδικης Επίλυσης Διαφορών Χρηματοοικονομικής Φύσεως Νόμου, το οποίο εξετάζεται και για το οποίο εκδίδεται γραπτώς τελική απόφαση από τον Χρηματοοικονομικό Επίτροπο, εντός σαράντα πέντε
(45)ημερών από την ημερομηνία υποβολής του, για το ποσό το οποίο δηλώνει το αδειοδοτημένο ίδρυμα στην έγγραφη ειδοποίηση κατά τον Τύπο «Ι» του Δεύτερου Παραρτήματος ως απαιτούμενο: Νοείται ότι, σε περίπτωση κατά την οποία ο επιλέξιμος οφειλέτης ασκήσει το δικαίωμά του δυνάμει των διατάξεων του παρόντος εδαφίου και νοουμένου ότι ο Χρηματοοικονομικός Επίτροπος επιληφθεί του παραπόνου εντός της προθεσμίας των τριάντα
(30)ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης Τύπου «Ι» ή εντός τριάντα
(30)ημερών, ο Χρηματοοικονομικός Επίτροπος επιδίδει άμεσα το παράπονο στο αδειοδοτημένο ίδρυμα και το αδειοδοτημένο ίδρυμα δεν προχωρεί με την διαδικασία σκοπούμενης πώλησης πριν από την παρέλευση των σαράντα πέντε
(45)ημερών ή μέχρι να παρέλθει η δέκατη (10η) εργάσιμη ημέρα από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης του Χρηματοοικονομικού Επιτρόπου, όποιο επέλθει αργότερα: Νοείται περαιτέρω ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις του περί της Σύστασης και Λειτουργίας του Ενιαίου Φορέα Εξώδικης Επίλυσης Διαφορών Χρηματοοικονομικής Φύσεως Νόμου, το αδειοδοτημένο ίδρυμα και ο επιλέξιμος οφειλέτης δηλώνουν εντός δέκα
(10)εργάσιμων ημερών, από την έκδοση της απόφασης, κατά πόσο αποδέχονται την απόφαση ως δεσμευτική: Νοείται έτι περαιτέρω ότι, σε περίπτωση κατά την οποία ο Χρηματοοικονομικός Επίτροπος εκδώσει απόφαση με την οποία το αδειοδοτημένο ίδρυμα και ο επιλέξιμος οφειλέτης δεν συμφωνούν ή το αδειοδοτημένο ίδρυμα δεν συμφωνεί και δεν γίνεται δεκτή η απόφαση του Χρηματοοικονομικού Επίτροπου ως δεσμευτική, η διαδικασία σκοπούμενης πώλησης του ακινήτου αναστέλλεται μέχρι την έκδοση απόφασης από αρμόδιο Δικαστήριο που θα αποφασίσει για το ύψος του νόμιμα απαιτητού ποσού, η δε απόφαση του αρμόδιου Δικαστηρίου θα αφορά απόφαση Πρωτόδικου Δικαστηρίου σε πολιτική αγωγή, η οποία είτε είναι εκκρεμούσα είτε θα καταχωριστεί στο μέλλον και θα περιλαμβάνει ως επίδικο θέμα το ύψος του απαιτούμενου ποσού: Νοείται έτι έτι περαιτέρω ότι, σε περίπτωση κατά την οποία ο Χρηματοοικονομικός Επίτροπος εκδώσει απόφαση με την οποία ο επιλέξιμος οφειλέτης δεν συμφωνεί αλλά το αδειοδοτημένο ίδρυμα συμφωνεί και δεν γίνεται δεκτή η απόφαση του Χρηματοοικονομικού Επ

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.