Ο περί Εξασφάλισης Παγκόσμιου Ελάχιστου Επιπέδου Φορολογίας των Ομίλων Πολυεθνικών Επιχειρήσεων και των Εγχώριων Ομίλων Μεγάλης Κλίμακας στην Ένωση Νόμος του 2024 - 151(I)/2024
Τι αφορά αυτή η πράξη;
Αυτός ο νόμος θεσπίζει ένα παγκόσμιο ελάχιστο επίπεδο φορολογίας για μεγάλους ομίλους επιχειρήσεων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με σκοπό την εναρμόνιση με την Οδηγία (ΕΕ) 2022/2523. Στοχεύει στην εξασφάλιση ότι οι πολυεθνικές και οι εγχώριοι όμιλοι μεγάλης κλίμακας καταβάλλουν ένα ελάχιστο ποσοστό φόρου.
Για ποιους: Ομίλους πολυεθνικών επιχειρήσεων (ΠΕ) με δραστηριότητες στην Ένωση; Εγχώριους ομίλους μεγάλης κλίμακας, των οποίων όλες οι συνιστώσες οντότητες είναι εγκατεστημένες στη Δημοκρατία.
Με μια ματιά
- Χώρα
- Κύπρος
- Τομέας δικαίου
- Φορολογικό δίκαιο
- Άρθρα
- 61
- Πηγή
- cylaw.org
- Ανάκτηση κειμένου
- Ενημέρωση επεξήγησης
Τι ρυθμίζει αυτή η πράξη;
- Την εναρμόνιση με την Οδηγία (ΕΕ) 2022/2523 για την εξασφάλιση παγκόσμιου ελάχιστου επιπέδου φορολογίας.
- Τον ορισμό του ελάχιστου φορολογικού συντελεστή στο δεκαπέντε τοις εκατό (15%).
- Τον υπολογισμό και την εφαρμογή του εγχώριου Κυπριακού συμπληρωματικού φόρου.
- Τους κανόνες για τον προσδιορισμό των πλεοναζόντων κερδών και των φορολογικών πιστώσεων.
Ποιους αφορά αυτή η πράξη;
- Ομίλους πολυεθνικών επιχειρήσεων (ΠΕ) με δραστηριότητες στην Ένωση.
- Εγχώριους ομίλους μεγάλης κλίμακας, των οποίων όλες οι συνιστώσες οντότητες είναι εγκατεστημένες στη Δημοκρατία.
Ποια είναι τα βασικά σημεία;
- Ο ελάχιστος φορολογικός συντελεστής ορίζεται σε 15%.
- Ο νόμος εφαρμόζεται σε ομίλους που έχουν αποδεκτό εισόδημα σε δικαιοδοσίες με χαμηλή φορολογία.
- Περιλαμβάνει διατάξεις για τον εγχώριο Κυπριακό συμπληρωματικό φόρο.
- Ορίζει τι συνιστά «ενδεδειγμένη επιστρεπτέα πίστωση φόρου», η οποία πρέπει να είναι πληρωτέα εντός τεσσάρων (4) ετών.
Φορολογικό δίκαιο
Κείμενο νόμου
Κείμενο νόμου
Περιεχόμενα (61)
- Άρθρο 1
- Άρθρο 2
- Άρθρο 3
- Άρθρο 4
- Άρθρο 5
- Άρθρο 6
- Άρθρο 7
- Άρθρο 8
- Άρθρο 9
- Άρθρο 10
- Άρθρο 11
- Άρθρο 12
- Άρθρο 13
- Άρθρο 14
- Άρθρο 15
- Άρθρο 16
- Άρθρο 17
- Άρθρο 18
- Άρθρο 19
- Άρθρο 20
- Άρθρο 21
- Άρθρο 22
- Άρθρο 23
- Άρθρο 24
- Άρθρο 25
- Άρθρο 26
- Άρθρο 27
- Άρθρο 28
- Άρθρο 29
- Άρθρο 30
- Άρθρο 31
- Άρθρο 32
- Άρθρο 33
- Άρθρο 34
- Άρθρο 35
- Άρθρο 36
- Άρθρο 37
- Άρθρο 38
- Άρθρο 39
- Άρθρο 40
- Άρθρο 41
- Άρθρο 42
- Άρθρο 43
- Άρθρο 44
- Άρθρο 45
- Άρθρο 46
- Άρθρο 47
- Άρθρο 48
- Άρθρο 49
- Άρθρο 50
- Άρθρο 51
- Άρθρο 52
- Άρθρο 53
- Άρθρο 54
- Άρθρο 55
- Άρθρο 56
- Άρθρο 57
- Άρθρο 58
- Άρθρο 59
- Άρθρο 60
- Άρθρο 61
Ο περί Εξασφάλισης Παγκόσμιου Ελάχιστου Επιπέδου Φορολογίας των Ομίλων Πολυεθνικών Επιχειρήσεων και των Εγχώριων Ομίλων Μεγάλης Κλίμακας στην Ένωση Νόμος του 2024 - 151(I)/2024 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | Επικοινωνία Κατάλογος Ενοποιημένης Νομοθεσίας Ο περί Εξασφάλισης Παγκόσμιου Ελάχιστου Επιπέδου Φορολογίας των Ομίλων Πολυεθνικών Επιχειρήσεων και των Εγχώριων Ομίλων Μεγάλης Κλίμακας στην Ένωση Νόμος του 2024 (151(I)/2024) Περιεχόμενα Πλήρες Κείμενο Εκτύπωση Ιστορικό Τροποποιήσεων 151(I)/2024 Προοίμιο Για σκοπούς εναρμόνισης με την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Οδηγία (EE) 2022/2523 του Συμβουλίου της 14ης Δεκεμβρίου 2022 σχετικά με την εξασφάλιση παγκόσμιου ελάχιστου επιπέδου φορολογίας των ομίλων πολυεθνικών επιχειρήσεων και των εγχώριων ομίλων μεγάλης κλίμακας στην Ένωση», Η Βουλή των Αντιπροσώπων ψηφίζει ως ακολούθως:
Συνοπτικός τίτλος
Άρθρο 1
151(I)/2024 ΜΕΡΟΣ Ι ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ Ερμηνεία
Άρθρο 2
«εγκεκριμένο χρηματοοικονομικό λογιστικό πρότυπο» σημαίνει, σε σχέση με μια οντότητα, ένα σύνολο γενικά αποδεκτών αρχών λογιστικής που επιτρέπονται από εγκεκριμένο λογιστικό φορέα στη δικαιοδοσία στην οποία είναι εγκατεστημένη η εν λόγω οντότητα:
Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος ορισμού «εγκεκριμένος λογιστικός φορέας» σημαίνει φορέα που διαθέτει νομική εξουσία στη συγκεκριμένη δικαιοδοσία για τον καθορισμό, τη θέσπιση ή την αποδοχή λογιστικών προτύπων για σκοπούς χρηματοοικονομικής αναφοράς· «εγχώριος όμιλος μεγάλης κλίμακας» σημαίνει κάθε όμιλο του οποίου όλες οι συνιστώσες οντότητες είναι εγκατεστημένες στη Δημοκρατία· «εγχώριος Κυπριακός συμπληρωματικός φόρος» σημαίνει συμπληρωματικό φόρο που εφαρμόζεται στο εγχώριο δίκαιο της Δημοκρατίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 12:
Νοείται ότι, για σκοπούς υπολογισμού του εγχώριου Κυπριακού συμπληρωματικού φόρου, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 25 και 28 σε σχέση με συνιστώσες οντότητες και σε σχέση με τις προβλεπόμενες στο άρθρο 37 κοινοπραξίες.
Νοείται περαιτέρω ότι, για τους σκοπούς των εδαφίων (1), (3), (4) και (5) του άρθρου 25, το ποσό των καλυπτόμενων φόρων αφορά στο ποσό το οποίο θα ήταν πληρωτέο εάν ο εγχώριος Κυπριακός συμπληρωματικός φόρος δεν εφαρμοζόταν:
Νοείται έτι περαιτέρω ότι, για σκοπούς υπολογισμού του εγχώριου Κυπριακού συμπληρωματικού φόρου, δύναται να εφαρμόζονται κατ’ αναλογία οι διατάξεις των άρθρων 31 και 33· «ελάχιστος φορολογικός συντελεστής» σημαίνει δεκαπέντε τοις εκατό (15%)· «ελέγχουσα συμμετοχή» σημαίνει την ιδιοκτησιακή συμμετοχή σε οντότητα, στο πλαίσιο της οποίας ο κάτοχος της συμμετοχής- (α) υποχρεούται να ενοποιεί τα περιουσιακά στοιχεία, τις υποχρεώσεις, το εισόδημα, τις δαπάνες και τις ταμειακές ροές της οντότητας γραμμή προς γραμμή, σύμφωνα με αποδεκτό χρηματοοικονομικό λογιστικό πρότυπο· ή (β) θα ήταν υποχρεωμένος να ενοποιεί τα περιουσιακά στοιχεία, τις υποχρεώσεις, το εισόδημα, τις δαπάνες και τις ταμειακές ροές της οντότητας γραμμή προς γραμμή, εάν ο κάτοχος της συμμετοχής είχε ετοιμάσει Ενοποιημένες Οικονομικές Καταστάσεις και μια κύρια οντότητα θεωρείται ότι κατέχει τις ελέγχουσες συμμετοχές των μόνιμων εγκαταστάσεών της:
Νοείται ότι, ένα Εθνικό Επενδυτικό Ταμείο το οποίο εμπίπτει στον ορισμό «κρατική οντότητα» δεν δύναται να κατέχει ελέγχουσα συμμετοχή σε οποιαδήποτε οντότητα κατέχει ιδιοκτησιακή συμμετοχή· «ενδεδειγμένη επιστρεπτέα πίστωση φόρου» σημαίνει- (α) επιστρεπτέα πίστωση φόρου σχεδιασμένη κατά τρόπο, ώστε να είναι πληρωτέα σε συνιστώσα οντότητα ως πληρωμή τοις μετρητοίς ή ως ισοδύναμο μετρητών εντός τεσσάρων (4) ετών από την ημερομηνία κατά την οποία η συνιστώσα οντότητα δικαιούται να λάβει την επιστρεπτέα πίστωση φόρου σύμφωνα με τη νομοθεσία της δικαιοδοσίας που χορηγεί την πίστωση· ή (β) εάν η πίστωση φόρου επιστρέφεται εν μέρει, το μέρος της επιστρεπτέας πίστωσης φόρου που είναι πληρωτέο σε συνιστώσα οντότητα ως πληρωμή τοις μετρητοίς ή ως ισοδύναμο μετρητών εντός τεσσάρων (4) ετών από την ημερομηνία κατά την οποία η συνιστώσα οντότητα δικαιούται να λάβει τη μερική επιστρεπτέα πίστωση φόρου:
Νοείται ότι, μια ενδεδειγμένη επιστρεπτέα πίστωση φόρου δεν περιλαμβάνει κανένα ποσό φόρου που δύναται να πιστωθεί ή να επιστραφεί βάσει ενδεδειγμένου φόρου καταλογισμού ή μη ενδεδειγμένου επιστρεπτέου φόρου καταλογισμού· «ενδεδειγμένος εγχώριος συμπληρωματικός φόρος» σημαίνει συμπληρωματικό φόρο που εφαρμόζεται στο εγχώριο δίκαιο μιας δικαιοδοσίας, υπό την προϋπόθεση ότι η εν λόγω δικαιοδοσία δεν χορηγεί ευεργετήματα που σχετίζονται με τους εν λόγω κανόνες, και- (α) προβλέπει τον προσδιορισμό των πλεονάζοντων κερδών των συνιστωσών οντοτήτων που είναι εγκατεστημένες στην εν λόγω δικαιοδοσία σύμφωνα με τους κανόνες της Οδηγίας ή, όσον αφορά δικαιοδοσίες τρίτων χωρών, τους πρότυπους κανόνες του ΟΟΣΑ, και την εφαρμογή του ελάχιστου φορολογικού συντελεστή στα εν λόγω πλεονάζοντα κέρδη για τη δικαιοδοσία και τις συνιστώσες οντότητες σύμφωνα με τους κανόνες που ορίζονται στην Οδηγία ή, όσον αφορά δικαιοδοσίες τρίτων χωρών, τους πρότυπους κανόνες του ΟΟΣΑ· και (β) η εφαρμογή και η διαχείρισή του γίνονται κατά τρόπο που συνάδει με τους κανόνες που ορίζονται στην Οδηγία ή, όσον αφορά δικαιοδοσίες τρίτων χωρών, τους πρότυπους κανόνες του ΟΟΣΑ:
Νοείται ότι, για σκοπούς υπολογισμού του ενδεδειγμένου εγχώριου συμπληρωματικού φόρου δεν λαμβάνονται υπόψη τα εδάφια (1), (3), (4) και (5) του άρθρου 25 που προβλέπει για την ειδική κατανομή των καλυπτόμενων φόρων που οφείλουν ορισμένοι τύποι συνιστωσών οντοτήτων:
Νοείται περαιτέρω ότι, στο πλαίσιο ενδεδειγμένου εγχώριου συμπληρωματικού φόρου τα εγχώρια πλεονάζοντα κέρδη των συνιστωσών οντοτήτων χαμηλής φορολόγησης δύναται να υπολογίζονται βάσει αποδεκτού χρηματοοικονομικού λογιστικού προτύπου ή εγκεκριμένου χρηματοοικονομικού λογιστικού προτύπου που επιτρέπεται από τον εξουσιοδοτημένο λογιστικό φορέα και προσαρμόζεται, ώστε να αποτρέπεται οποιαδήποτε ουσιώδης στρέβλωση του ανταγωνισμού, και όχι βάσει του χρηματοοικονομικού λογιστικού προτύπου που χρησιμοποιείται στις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις· «ενδεδειγμένος κανόνας IIR» σημαίνει σύνολο κανόνων που εφαρμόζεται στο εγχώριο δίκαιο μιας δικαιοδοσίας, περιλαμβανομένων των κανόνων που εφαρμόζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, υπό την προϋπόθεση ότι η εν λόγω δικαιοδοσία δεν χορηγεί ευεργετήματα που σχετίζονται με τους εν λόγω κανόνες, και- (α) είναι ισοδύναμο με τους κανόνες που ορίζονται στον παρόντα Νόμο, στην Οδηγία ή, όσον αφορά δικαιοδοσίες τρίτων χωρών, στους πρότυπους κανόνες του ΟΟΣΑ σύμφωνα με τους οποίους η μητρική οντότητα ενός ομίλου ΠΕ ή εγχώριου ομίλου μεγάλης κλίμακας υπολογίζει και καταβάλλει το μερίδιο του συμπληρωματικού φόρου που της αναλογεί όσον αφορά τις συνιστώσες οντότητες του εν λόγω ομίλου με χαμηλή φορολόγηση· (β) η εφαρμογή και διαχείρισή του γίνονται κατά τρόπο που συνάδει με τους κανόνες που ορίζονται στον παρόντα Νόμο, στην Οδηγία ή, όσον αφορά δικαιοδοσίες τρίτων χωρών, με τους πρότυπους κανόνες του ΟΟΣΑ· «ενδεδειγμένος κανόνας UTPR» σημαίνει το σύνολο κανόνων που εφαρμόζεται στο εγχώριο δίκαιο μιας δικαιοδοσίας, περιλαμβανομένων των κανόνων που εφαρμόζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου ή οποιασδήποτε άλλης δικαιοδοσίας, υπό την προϋπόθεση ότι η Δημοκρατία ή η εν λόγω άλλη δικαιοδοσία δεν χορηγεί ευεργετήματα που σχετίζονται με τους εν λόγω κανόνες, και- (α) είναι ισοδύναμο με τους κανόνες που ορίζονται στον παρόντα Νόμο, στην Οδηγία ή, όσον αφορά δικαιοδοσίες τρίτων χωρών, στους πρότυπους κανόνες του ΟΟΣΑ, σύμφωνα με τους οποίους μια δικαιοδοσία εισπράττει το μερίδιο που της αναλογεί στον συμπληρωματικό φόρο ενός ομίλου ΠΕ που δεν χρεώθηκε βάσει του κανόνα IIR όσον αφορά τις συνιστώσες οντότητες του εν λόγω ομίλου ΠΕ με χαμηλή φορολόγηση· (β) η διαχείρισή του γίνεται κατά τρόπο που συνάδει με τους κανόνες που ορίζονται στον παρόντα Νόμο, στην Οδηγία ή, όσον αφορά δικαιοδοσίες τρίτων χωρών, στους πρότυπους κανόνες του ΟΟΣΑ· «ενδιάμεση μητρική οντότητα» σημαίνει συνιστώσα οντότητα που κατέχει, άμεσα ή έμμεσα, ιδιοκτησιακή συμμετοχή σε άλλη συνιστώσα οντότητα του ίδιου ομίλου ΠΕ ή εγχώριου ομίλου μεγάλης κλίμακας και η οποία δεν πληροί τις προϋποθέσεις για να χαρακτηριστεί ως τελική μητρική οντότητα, μητρική οντότητα που κατέχεται εν μέρει από άλλη οντότητα, μόνιμη εγκατάσταση, ασφαλιστική επενδυτική οντότητα ή επενδυτική οντότητα·
«ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις» σημαίνει- (α) τις οικονομικές καταστάσεις που καταρτίζονται από μια οντότητα σύμφωνα με αποδεκτό χρηματοοικονομικό λογιστικό πρότυπο, στις οποίες τα περιουσιακά στοιχεία, οι υποχρεώσεις, το εισόδημα, οι δαπάνες και οι ταμειακές ροές της εν λόγω οντότητας και των οντοτήτων στις οποίες κατέχει ελέγχουσα συμμετοχή εμφανίζονται ως εάν να επρόκειτο για ενιαία οικονομική οντότητα· (β) για τους ομίλους που ορίζονται στην παράγραφο (β) του όρου «όμιλος», τις οικονομικές καταστάσεις που καταρτίζονται από μια οντότητα σύμφωνα με αποδεκτό χρηματοοικονομικό λογιστικό πρότυπο· (γ) όταν η τελική μητρική οντότητα καταρτίζει οικονομικές καταστάσεις, όπως προβλέπεται στις παραγράφους (α) και (β), οι οποίες δεν καταρτίζονται σύμφωνα με αποδεκτό χρηματοοικονομικό λογιστικό πρότυπο, τις οικονομικές καταστάσεις οι οποίες καταρτίζονται και προσαρμόζονται στη συνέχεια κατά τρόπο, ώστε να αποτρέπεται οποιαδήποτε ουσιώδης στρέβλωση του ανταγωνισμού· και (δ) όταν η τελική μητρική οντότητα δεν καταρτίζει οικονομικές καταστάσεις, όπως προβλέπεται στις παραγράφους (α), (β) ή (γ), τις οικονομικές καταστάσεις που θα είχαν καταρτιστεί εάν η τελική μητρική οντότητα ήταν υποχρεωμένη να καταρτίσει τις εν λόγω οικονομικές καταστάσεις σύμφωνα με εγκεκριμένο χρηματοοικονομικό λογιστικό πρότυπο το οποίο είναι- (i) αποδεκτό χρηματοοικονομικό λογιστικό πρότυπο· ή (ii) άλλο χρηματοοικονομικό λογιστικό πρότυπο και υπό τον όρο ότι οι εν λόγω οικονομικές καταστάσεις προσαρμόζονται, ώστε να αποτρέπεται οποιαδήποτε ουσιώδης στρέβλωση του ανταγωνισμού· «Ένωση» σημαίνει την Ευρωπαϊκή Ένωση· «επενδυτική οντότητα» σημαίνει- (α) οργανισμό επενδύσεων ή φορέα επενδύσεων σε ακίνητα· (β) οντότητα που ανήκει, τουλάχιστον κατά ενενήντα πέντε τοις εκατό (95%) άμεσα σε οντότητα που αναφέρεται στην παράγραφο (α) ή μέσω αλυσίδας τέτοιων οντοτήτων, και η οποία δραστηριοποιείται αποκλειστικά ή σχεδόν αποκλειστικά με σκοπό την κατοχή περιουσιακών στοιχείων ή την επένδυση κεφαλαίων προς όφελός τους· ή (γ) οντότητα που κατά τουλάχιστον ογδόντα πέντε τοις εκατό (85%) της αξίας της οντότητας ανήκει σε οντότητα που αναφέρεται στην παράγραφο (α), υπό την προϋπόθεση ότι ουσιαστικά το σύνολο των εισοδημάτων της προέρχεται από μερίσματα ή κέρδη ή ζημίες ιδίων κεφαλαίων που εξαιρούνται από τον υπολογισμό του αποδεκτού εισοδήματος ή ζημιάς για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου· «επιλέξιμο σύστημα φόρου διανομής» σημαίνει σύστημα φορολογίας εισοδήματος εταιρειών, το οποίο- (α) επιβάλλει φόρο εισοδήματος επί των κερδών μόνο όταν τα κέρδη αυτά διανέμονται ή θεωρείται ότι διανέμονται σε μετόχους ή όταν η εταιρεία βαρύνεται με ορισμένες μη επιχειρηματικές δαπάνες·
(β) επιβάλλει φόρο με συντελεστή ίσο ή μεγαλύτερο από τον ελάχιστο φορολογικό συντελεστή· και (γ) ίσχυε κατά την ή πριν από την 1η Ιουλίου 2021· «Έφορος Φορολογίας» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Τμήματος Φορολογίας Νόμου· «ιδιοκτησιακή συμμετοχή» σημαίνει κάθε συμμετοχή που παρέχει δικαιώματα επί των κερδών, του κεφαλαίου ή των αποθεματικών μιας οντότητας ή μιας μόνιμης εγκατάστασης· «καθαρή λογιστική αξία των ενσώματων περιουσιακών στοιχείων» σημαίνει τον μέσο όρο της αρχικής και της τελικής αξίας των ενσώματων περιουσιακών στοιχείων, αφού ληφθούν υπόψη οι συσσωρευμένες αποσβέσεις, προβλέψεις και απομειώσεις, όπως καταγράφονται στις οικονομικές καταστάσεις· «Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1606/2002» σημαίνει τον Κανονισμό (ΕΚ) 1602/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 19ης Ιουλίου 2002 για την εφαρμογή διεθνών λογιστικών προτύπων· «Κατευθυντήριες γραμμές του ΟΟΣΑ» σημαίνει τα δημοσιευμένα έγγραφα του ΟΟΣΑ σχετικά με τους πρότυπους κανόνες του ΟΟΣΑ ως ακολούθως: (α) OECD (2022), Tax Challenges Arising from the Digitalisation of the Economy – Commentary to the Global Anti-Base Erosion Model Rules (Pillar Two), First Edition:
Inclusive Framework on BEPS, OECD Publishing, Paris published by the OECD on 14 March 2022· (β) OECD (2022), Tax Challenges Arising from the Digitalisation of the Economy – Global Anti-Base Erosion Model Rules (Pillar Two) Examples, OECD, Paris published by the OECD on 14 March 2022· (γ) OECD (2022), Safe Harbours and Penalty Relief: Global Anti-Base Erosion Rules (Pillar Two), OECD/G20 Inclusive Framework on BEPS, OECD, Paris published by the OECD on 20 December 2022· (δ) OECD (2023), Tax Challenges Arising from the Digitalisation of the Economy – Administrative Guidance on the Global Anti-Base Erosion Model Rules (Pillar Two), OECD/G20 Inclusive Framework on BEPS, OECD, Paris published by the OECD on 2 February 2023· (ε) OECD (2023), Tax Challenges Arising from the Digitalisation of the Economy – Administrative Guidance on the Global Anti-Base Erosion Model Rules (Pillar Two), OECD/G20 Inclusive Framework on BEPS, OECD, Paris published by the OECD on 17 July 2023· (στ) OECD (2023), Tax Challenges Arising from the Digitalisation of the Economy – GloBE Information Return (Pillar Two), OECD/G20 Inclusive Framework on BEPS, OECD, Paris published by the OECD on 17 July 2023· (ζ) OECD (2023), Tax Challenges Arising from the Digitalisation of the Economy – Administrative Guidance on the Global AntiBase Erosion Model Rules (Pillar Two), OECD/G20 Inclusive Framework on BEPS, OECD, Paris published by the OECD on 15 December 2023· (η) Tax Challenges Arising from the Digitalisation of the Economy – Consolidated Commentary to the Global Anti-Base Erosion Model Rules (2023) OECD/G20 Inclusive Framework on BEPS, OECD, Paris published by the OECD on 25 April 2024· (θ) Tax Challenges Arising from the Digitalisation of the Economy – Administrative Guidance on the Global Anti-Base Erosion Model Rules (Pillar Two), OECD/G20 Inclusive Framework on BEPS, OECD, Paris published by the OECD on 4 June 2024· (ι) μεταγενέστερα έγγραφα που δημοσιεύονται από τον ΟΟΣΑ, σχετικά με τις φορολογικές προκλήσεις που προκύπτουν από την ψηφιοποίηση της οικονομίας – παγκόσμιοι πρότυποι κανόνες κατά της διάβρωσης της φορολογικής βάσης (δεύτερος πυλώνας), όπως αυτά ορίζονται με διάταγμα που εκδίδεται από τον Υπουργό δυνάμει του εδαφίου (2) του άρθρου 60. «κρατική οντότητα» σημαίνει οντότητα που πληροί όλα τα ακόλουθα κριτήρια: (α) Αποτελεί μέρος κυβέρνησης ή ανήκει εξ ολοκλήρου σε κυβέρνηση, περιλαμβανομένης κάθε πολιτικής υποδιαίρεσης ή τοπικής αρχής αυτής· (β) δεν ασκεί εμπορική ή επιχειρηματική δραστηριότητα και έχει ως κύριο σκοπό-
(i) να επιτελεί κυβερνητική λειτουργία· ή (ii) να διαχειρίζεται ή να επενδύει τα περιουσιακά στοιχεία της εν λόγω κυβέρνησης ή δικαιοδοσίας μέσω της πραγματοποίησης και κατοχής επενδύσεων, της διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων και συναφών επενδυτικών δραστηριοτήτων για τα περιουσιακά στοιχεία της εν λόγω κυβέρνησης ή δικαιοδοσίας· (γ) λογοδοτεί σε κυβέρνηση για τις συνολικές της επιδόσεις και υποβάλλει ετησίως στοιχεία στην εν λόγω κυβέρνηση· και (δ) με τη διάλυσή της, τα περιουσιακά της στοιχεία περιέρχονται σε κυβέρνηση και, εφόσον διανέμει καθαρά κέρδη, τα εν λόγω καθαρά κέρδη διανέμονται αποκλειστικά στην εν λόγω κυβέρνηση, και κανένα μερίδιό τους δεν καταλήγει προς όφελος ιδιώτη· «κράτος-μέλος» σημαίνει κράτος - μέλος της Ένωσης· «κύρια οντότητα» σημαίνει οντότητα που περιλαμβάνει στις οικονομικές της καταστάσεις το καθαρό λογιστικό εισόδημα ή ζημία μιας μόνιμης εγκατάστασης· «Μεταβατική Περίοδος Διοικητικών Προστίμων και Κυρώσεων» σημαίνει οποιοδήποτε οικονομικό έτος που αρχίζει από ή πριν την 31η Δεκεμβρίου 2026, αλλά δεν περιλαμβάνει οποιοδήποτε φορολογικό έτος το οποίο λήγει μετά την 30η Ιουνίου 2028· «μη ενδεδειγμένη επιστρεπτέα πίστωση φόρου» σημαίνει πίστωση φόρου που δεν αποτελεί ενδεδειγμένη επιστρεπτέα πίστωση φόρου, αλλά είναι επιστρεπτέα εν όλω ή εν μέρει· «μη ενδεδειγμένος επιστρεπτέος φόρος καταλογισμού» σημαίνει κάθε φόρο, εκτός από τον ενδεδειγμένο φόρο καταλογισμού, ο οποίος οφείλεται ή καταβάλλεται από συνιστώσα οντότητα, και- (α) επιστρέφεται στον πραγματικό δικαιούχο μερίσματος που διανέμεται από τη συνιστώσα οντότητα σε σχέση με το εν λόγω μέρισμα ή πιστώνεται από τον πραγματικό δικαιούχο έναντι φορολογικής υποχρέωσης διαφορετικής από τη φορολογική υποχρέωση που αφορά το εν λόγω μέρισμα· ή (β) επιστρέφεται στη διανέμουσα εταιρεία κατά τη διανομή μερίσματος σε μέτοχο:
Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος ορισμού, ως ενδεδειγμένος φόρος καταλογισμού νοείται ο καλυπτόμενος φόρος που αποδίδεται ή καταβάλλεται από συνιστώσα οντότητα, περιλαμβανομένης μόνιμης εγκατάστασης και επιστρέφεται ή πιστώνεται στον πραγματικό δικαιούχο του μερίσματος που διανέμει η συνιστώσα οντότητα ή, σε περίπτωση καλυπτόμενου φόρου που αποδίδεται ή καταβάλλεται από μόνιμη εγκατάσταση, μερίσματος που διανέμει η κύρια οντότητα, στον βαθμό που η επιστροφή είναι πληρωτέα ή που η πίστωση παρέχεται- (α) από δικαιοδοσία διαφορετική από τη δικαιοδοσία που επέβαλε τους καλυπτόμενους φόρους· (β) σε πραγματικό δικαιούχο του μερίσματος που υπόκειται σε φόρο με ονομαστικό συντελεστή ίσο ή μεγαλύτερο από τον ελάχιστο φορολογικό συντελεστή επί του ληφθέντος μερίσματος σύμφωνα με το εγχώριο δίκαιο της δικαιοδοσίας που επέβαλε τους καλυπτόμενους φόρους στη συνιστώσα οντότητα· (γ) σε φυσικό πρόσωπο το οποίο είναι ο πραγματικός δικαιούχος του μερίσματος και έχει φορολογική κατοικία στη δικαιοδοσία που επέβαλε τους καλυπτόμενους φόρους στη συνιστώσα οντότητα και το οποίο υπόκειται σε φόρο με ονομαστικό συντελεστή ίσο ή μεγαλύτερο από τον κανονικό φορολογικό συντελεστή που εφαρμόζεται στο σύνηθες εισόδημα· ή (δ) σε κρατική οντότητα, διεθνή οργανισμό, κάτοικο μη κερδοσκοπικό οργανισμό, κάτοικο συνταξιοδοτικό ταμείο, κάτοικο επενδυτική οντότητα που δεν ανήκει στον όμιλο ΠΕ ή στον εγχώριο όμιλο μεγάλης κλίμακας, ή κάτοικο εταιρεία ασφάλισης ζωής, στον βαθμό που το μέρισμα εισπράττεται σε σχέση με δραστηριότητες κατοίκων συνταξιοδοτικών ταμείων και φορολογείται με τρόπο παρόμοιο με εκείνον που εφαρμόζεται για μέρισμα που εισπράττεται από συνταξιοδοτικό ταμείο:
Νοείται ότι, για τους σκοπούς της παραγράφου (δ)- (i) ένας μη κερδοσκοπικός οργανισμός ή ένα συνταξιοδοτικό ταμείο είναι κάτοικος σε μια δικαιοδοσία εάν έχει συσταθεί στην εν λόγω δικαιοδοσία και η διαχείρισή του ασκείται στην εν λόγω δικαιοδοσία· (ii) μια επενδυτική οντότητα είναι κάτοικος σε μια δικαιοδοσία εάν έχει συσταθεί και ρυθμίζεται στην εν λόγω δικαιοδοσία· (iii) μια εταιρεία ασφάλισης ζωής είναι κάτοικος στη δικαιοδοσία στην οποία βρίσκεται· «μη κερδοσκοπικός οργανισμός» σημαίνει οντότητα που πληροί όλα τα ακόλουθα κριτήρια: (α) Είναι εγκαθιδρυμένη και λειτουργεί στη δικαιοδοσία κατοικίας της- (i) αποκλειστικά για θρησκευτικούς, φιλανθρωπικούς, επιστημονικούς, καλλιτεχνικούς, πολιτιστικούς, αθλητικούς, εκπαιδευτικούς ή άλλους παρόμοιους σκοπούς· ή (ii) ως επαγγελματική οργάνωση, σύνδεσμος επιχειρήσεων, εμπορικό επιμελητήριο, οργάνωση εργαζομένων, οργάνωση αγροτικών ή οπωροκηπευτικών εκμεταλ-λεύσεων, ένωση πολιτών ή οργάνωση που λειτουργεί αποκλειστικά για την προαγωγή της κοινωνικής ευημερίας· (β) ουσιαστικά όλο το εισόδημα από τις δραστηριότητες που αναφέρονται στην παράγραφο (α) απαλλάσσεται από φόρο εισοδήματος στη δικαιοδοσία της κατοικίας της· (γ) δεν διαθέτει μετόχους ή μέλη που έχουν δικαιώματα κυριότητας ή επικαρπίας επί των εσόδων ή των περιουσιακών της στοιχείων· (δ) τα έσοδα ή τα περιουσιακά στοιχεία της οντότητας δεν επιτρέπεται να διανέμονται ή να χρησιμοποιούνται προς όφελος ιδιώτη ή μη φιλανθρωπικής οντότητας, εκτός εάν η διανομή ή η χρήση αυτή γίνεται- (i) στο πλαίσιο της άσκησης των φιλανθρωπικών δραστηριοτήτων της οντότητας· (ii) ως πληρωμή εύλογης αμοιβής για την παροχή υπηρεσιών ή για τη χρήση ιδιοκτησίας ή κεφαλαίου· ή (iii) ως πληρωμή τιμήματος για την πραγματική εμπορική αξία ιδιοκτησίας που αγόρασε η οντότητα· (ε) με την παύση των δραστηριοτήτων, την εκκαθάριση ή τη διάλυση της οντότητας, όλα τα περιουσιακά στοιχεία της πρέπει να διανεμηθούν ή να επιστραφούν σε μη κερδοσκοπικό οργανισμό ή στην κυβέρνηση, περιλαμβανομένης οποιασδήποτε κρατικής οντότητας, της δικαιοδοσίας της κατοικίας της οντότητας ή σε οποιαδήποτε πολιτική υποδιαίρεσή της· (στ) δεν ασκεί εμπορική ή επιχειρηματική δραστηριότητα η οποία δεν συνδέεται άμεσα με τους σκοπούς για τους οποίους εγκαθιδρύθηκε· «μητρική οντότητα» σημαίνει την τελική μητρική οντότητα, η οποία δεν είναι εξαιρούμενη οντότητα, ενδιάμεση μητρική οντότητα ή μητρική οντότητα που κατέχεται εν μέρει από άλλη οντότητα· «μητρική οντότητα που κατέχεται εν μέρει από άλλη οντότητα» σημαίνει συνιστώσα οντότητα η οποία κατέχει, άμεσα ή έμμεσα, ιδιοκτησιακή συμμετοχή σε άλλη συνιστώσα οντότητα του ίδιου ομίλου ΠΕ ή εγχώριου ομίλου μεγάλης κλίμακας και για την οποία ποσοστό άνω του είκοσι τοις εκατό (20%) της ιδιοκτησιακής της συμμετοχής στα κέρδη της κατέχεται, άμεσα ή έμμεσα, από ένα ή περισσότερα πρόσωπα που δεν αποτελούν συνιστώσες οντότητες του εν λόγω ομίλου ΠΕ ή του εγχώριου ομίλου μεγάλης κλίμακας και δεν χαρακτηρίζεται ως τελική μητρική οντότητα, μόνιμη εγκατάσταση, ασφαλιστική επενδυτική οντότητα ή επενδυτική οντότητα·
«μόνιμη εγκατάσταση» σημαίνει- (α) τόπο επιχειρηματικών δραστηριοτήτων ή τεκμαιρόμενο τόπο επιχειρηματικών δραστηριοτήτων που βρίσκεται σε δικαιοδοσία στην οποία αντιμετωπίζεται ως μόνιμη εγκατάσταση σύμφωνα με εφαρμοστέα φορολογική σύμβαση, υπό την προϋπόθεση ότι η εν λόγω δικαιοδοσία φορολογεί το εισόδημα που της αναλογεί σύμφωνα με διάταξη παρόμοια με το άρθρο 7 του υποδείγματος σύμβασης του ΟΟΣΑ για την αποφυγή της διπλής φορολογίας σχετικά με τους φόρους εισοδήματος και κεφαλαίου, όπως τροποποιήθηκε· (β) εάν δεν υπάρχει εφαρμοστέα φορολογική σύμβαση, τόπο επιχειρηματικών δραστηριοτήτων ή τεκμαιρόμενο τόπο επιχειρηματικών δραστηριοτήτων που βρίσκεται σε δικαιοδοσία, η οποία φορολογεί σε καθαρή βάση το εισόδημα που αναλογεί στην εν λόγω εγκατάσταση κατά τρόπο παρόμοιο με αυτόν που φορολογεί τους φορολογικούς κατοίκους της· (γ) εάν μια δικαιοδοσία δεν διαθέτει σύστημα φορολογίας εισοδήματος εταιρειών, τόπο επιχειρηματικών δραστηριοτήτων ή τεκμαιρόμενο τόπο επιχειρηματικών δραστηριοτήτων που βρίσκεται σε αυτή τη δικαιοδοσία και θα αντιμετωπιζόταν ως μόνιμη εγκατάσταση σύμφωνα με το υπόδειγμα σύμβασης του ΟΟΣΑ για την αποφυγή της διπλής φορολογίας σχετικά με τους φόρους εισοδήματος και κεφαλαίου, όπως τροποποιήθηκε, υπό την προϋπόθεση ότι η εν λόγω δικαιοδοσία θα είχε το δικαίωμα να φορολογήσει το εισόδημα που θα μπορούσε να αποδοθεί στην εγκατάσταση σύμφωνα με το άρθρο 7 της εν λόγω σύμβασης· ή (δ) τόπο επιχειρηματικών δραστηριοτήτων ή τεκμαιρόμενο τόπο επιχειρηματικών δραστηριοτήτων που δεν περιγράφεται στις παραγράφους (α) έως (γ), μέσω του οποίου διεξάγονται δραστηριότητες εκτός της δικαιοδοσίας στην οποία είναι εγκατεστημένη η οντότητα, υπό την προϋπόθεση ότι η δικαιοδοσία αυτή απαλλάσσει από τη φορολογία το εισόδημα που προκύπτει από τις εν λόγω δραστηριότητες· «ΠΒΕΝ» σημαίνει τον περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων Νόμο· «ΠΦΕΝ» σημαίνει τον περί Φορολογίας του Εισοδήματος Νόμο· «Οδηγία» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Οδηγία (EE) 2022/2523 του Συμβουλίου της 14ης Δεκεμβρίου 2022 σχετικά με την εξασφάλιση παγκόσμιου ελάχιστου επιπέδου φορολογίας των ομίλων πολυεθνικών επιχειρήσεων και των εγχώριων ομίλων μεγάλης κλίμακας στην Ένωση»· «οικονομικό έτος» σημαίνει τη λογιστική περίοδο για την οποία η τελική μητρική οντότητα ομίλου ΠΕ ή εγχώριου ομίλου μεγάλης κλίμακας καταρτίζει τις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις της ή, εάν η τελική μητρική οντότητα δεν καταρτίζει ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις, το ημερολογιακό έτος· «όμιλος» σημαίνει-
(α) σύνολο οντοτήτων που συνδέονται μέσω ιδιοκτησίας ή ελέγχου, όπως ορίζεται από το χρηματοοικονομικό λογιστικό πρότυπο που χρησιμοποιείται για την κατάρτιση των ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων από την τελική μητρική οντότητα, περιλαμβανομένης κάθε οντότητας που δύναται να έχει εξαιρεθεί από τις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις της τελικής μητρικής οντότητας αποκλειστικά για λόγους μεγέθους ή ουσίας ή επειδή κατέχεται προς πώληση· ή (β) οντότητα που έχει μία ή περισσότερες μόνιμες εγκαταστάσεις, υπό την προϋπόθεση ότι δεν ανήκει σε άλλο όμιλο όπως ορίζεται στη παράγραφο (α):
Νοείται ότι, ένα Εθνικό Επενδυτικό Ταμείο το οποίο εμπίπτει στον ορισμό «κρατική οντότητα» δεν δύναται να θεωρηθεί ως μέλος ενός ομίλου· «όμιλος (ΠΕ)» σημαίνει οποιονδήποτε όμιλο ο οποίος περιλαμβάνει τουλάχιστον μία οντότητα ή μόνιμη εγκατάσταση η οποία δεν είναι εγκατεστημένη στη δικαιοδοσία της τελικής μητρικής οντότητας και ο όρος «μέλος ομίλου ΠΕ» ερμηνεύεται ανάλογα· «οντότητα» σημαίνει κάθε νομικό μόρφωμα που καταρτίζει χωριστούς χρηματοοικονομικούς λογαριασμούς ή κάθε νομικό πρόσωπο, αλλά δεν περιλαμβάνει την κεντρική, περιφερειακή ή τοπική κυβέρνηση, ή τη διοίκησή τους ή τις υπηρεσίες τους που εκτελούν κυβερνητικές λειτουργίες· «οντότητα μετακύλισης φόρου» (flow-through entity) σημαίνει οντότητα στον βαθμό που είναι φορολογικά διαφανής όσον αφορά το εισόδημα, τις δαπάνες, τα κέρδη ή τις ζημίες της στη δικαιοδοσία στην οποία συστάθηκε, εκτός εάν έχει φορολογική κατοικία και υπόκειται σε καλυπτόμενο φόρο επί του εισοδήματος ή των κερδών της σε άλλη δικαιοδοσία· Οντότητα μετακύλισης φόρου θεωρείται ότι είναι- (α) μια φορολογικά διαφανής οντότητα όσον αφορά το εισόδημα, τις δαπάνες, τα κέρδη ή τις ζημίες της εφόσον είναι φορολογικά διαφανής στη δικαιοδοσία στην οποία βρίσκεται ο ιδιοκτήτης της· (β) μια αντίστροφη υβριδική οντότητα όσον αφορά το εισόδημα, τις δαπάνες, τα κέρδη ή τις ζημίες της εφόσον δεν είναι φορολογικά διαφανής στη δικαιοδοσία στην οποία βρίσκεται ο ιδιοκτήτης της:
Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος ορισμού «φορολογικά διαφανής οντότητα» σημαίνει οντότητα της οποίας το εισόδημα, οι δαπάνες, τα κέρδη ή οι ζημίες αντιμετωπίζονται από τη νομοθεσία μιας δικαιοδοσίας σαν να προέρχονταν ή να πραγματοποιούνταν από τον άμεσο ιδιοκτήτη της εν λόγω οντότητας κατ’ αναλογία προς τη συμμετοχή του σε αυτή την οντότητα:
Νοείται περαιτέρω ότι, μια ιδιοκτησιακή συμμετοχή σε οντότητα ή μόνιμη εγκατάσταση που αποτελεί συνιστώσα οντότητα αντιμετωπίζεται σαν να κατέχεται μέσω μιας φορολογικά διαφανούς δομής, εάν η εν λόγω ιδιοκτησιακή συμμετοχή κατέχεται έμμεσα μέσω μιας αλυσίδας φορολογικά διαφανών οντοτήτων:
Νοείται έτι περαιτέρω ότι, συνιστώσα οντότητα που δεν έχει φορολογική κατοικία και δεν υπόκειται σε καλυπτόμενο φόρο ή ενδεδειγμένο εγχώριο συμπληρωματικό φόρο με βάση τον τόπο διοίκησής της, τον τόπο ίδρυσής της ή παρόμοια κριτήρια αντιμετωπίζεται ως οντότητα μετακύλισης φόρου και φορολογικά διαφανής οντότητα όσον αφορά τα έσοδα, τις δαπάνες, τα κέρδη ή τις ζημίες της, εφόσον- (α) οι ιδιοκτήτες της βρίσκονται σε δικαιοδοσία που αντιμετωπίζει την οντότητα ως φορολογικά διαφανή· (β) ο τόπος επιχειρηματικών δραστηριοτήτων της δεν είναι στη δικαιοδοσία στην οποία ιδρύθηκε· και (γ) το εισόδημα, οι δαπάνες, τα κέρδη ή οι ζημίες δεν δύνανται να αποδοθούν σε μόνιμη εγκατάσταση· «οντότητα παροχής συνταξιοδοτικών υπηρεσιών» σημαίνει οντότητα που είναι εγκατεστημένη και λειτουργεί αποκλειστικά ή σχεδόν αποκλειστικά με σκοπό την επένδυση κεφαλαίων προς όφελος των οντοτήτων που εμπίπτουν στην παράγραφο (α) του όρου «συνταξιοδοτικό ταμείο» ή την άσκηση δραστηριοτήτων που είναι παρεπόμενες των ρυθμιζόμενων δραστηριοτήτων που αναφέρονται στην παράγραφο (α) του όρου «συνταξιοδοτικό ταμείο», υπό την προϋπόθεση ότι η οντότητα παροχής συνταξιοδοτικών υπηρεσιών ανήκει στον ίδιο όμιλο με τις οντότητες που ασκούν τις εν λόγω ρυθμιζόμενες δραστηριότητες· «ΟΟΣΑ» σημαίνει τον Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης· «οργανισμός επενδύσεων» σημαίνει οντότητα ή μόρφωμα που πληροί όλες τις ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) Έχει σχεδιαστεί για τη συγκέντρωση χρηματοοικονομικών ή μη χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων από διάφορους επενδυτές, ορισμένοι από τους οποίους είναι μη συνδεδεμένοι· (β) πραγματοποιεί επενδύσεις σύμφωνα με καθορισμένη επενδυτική πολιτική· (γ) παρέχει στους επενδυτές τη δυνατότητα να μειώσουν το κόστος συναλλαγών, έρευνας και ανάλυσης ή να κατανείμουν τους κινδύνους σε συλλογικό επίπεδο· (δ) έχει σχεδιαστεί πρωτίστως για να παράγει εισόδημα ή κέρδη από επενδύσεις ή να προστατεύει από συγκεκριμένο ή γενικό γεγονός ή αποτέλεσμα· (ε) οι επενδυτές του έχουν δικαίωμα απόδοσης από τα περιουσιακά στοιχεία του οργανισμού ή το εισόδημα που αποκτήθηκε από τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία, βάσει της συνεισφοράς τους· (στ) υπόκειται, το ίδιο ή ο διαχειριστής του, στο ρυθμιστικό καθεστώς για τους οργανισμούς επενδύσεων, περιλαμβανομένων των κατάλληλων κανονιστικών διατάξεων για τη νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και για την προστασία των επενδυτών, στη δικαιοδοσία στην οποία είναι εγκατεστημένο ή τελεί υπό διαχείριση· και (ζ) τελεί υπό τη διαχείριση επαγγελματιών διαχειριστών οργανισμών επενδύσεων για λογαριασμό των επενδυτών·
«ορισθείσα υποβάλλουσα οντότητα» σημαίνει την συνιστώσα οντότητα, εκτός της τελικής μητρικής οντότητας, η οποία έχει οριστεί από τον όμιλο ΠΕ ή τον εγχώριο όμιλο μεγάλης κλίμακας για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων υποβολής στοιχείων που ορίζονται στο άρθρο 45 για λογαριασμό του ομίλου ΠΕ ή του εγχώριου ομίλου μεγάλης κλίμακας· «ουσιώδης στρέβλωση του ανταγωνισμού» σημαίνει, όσον αφορά την εφαρμογή συγκεκριμένης αρχής ή διαδικασίας βάσει ενός συνόλου γενικά αποδεκτών αρχών λογιστικής, εφαρμογή που έχει ως αποτέλεσμα συνολική διακύμανση των εσόδων ή εξόδων άνω των €75.000.000 σε ένα οικονομικό έτος σε σύγκριση με το ποσό που θα είχε προσδιοριστεί με την εφαρμογή της αντίστοιχης αρχής ή διαδικασίας βάσει των Διεθνών Προτύπων Χρηματοοικονομικής Πληροφόρησης ΔΠΧΑ ή ΔΠΧΠ όπως εγκρίθηκαν από την Ένωση δυνάμει του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1606/2002· «πρότυποι κανόνες ΟΟΣΑ» σημαίνει τους κανόνες σχετικά με τις φορολογικές προκλήσεις που προκύπτουν από την ψηφιοποίηση της οικονομίας – Παγκόσμιοι πρότυποι κανόνες κατά της διάβρωσης της φορολογικής βάσης (δεύτερος πυλώνας), όπως αυτοί εγκρίθηκαν στις 14 Δεκεμβρίου 2021 από το πλαίσιο, χωρίς αποκλεισμούς του ΟΟΣΑ / G20 για την BEPS· «συμπληρωματικός φόρος» σημαίνει συμπληρωματικό φόρο που υπολογίζεται για δικαιοδοσία ή συνιστώσα οντότητα σύμφωνα με το άρθρο 28· «συνιστώσα οντότητα» σημαίνει- (α) κάθε οντότητα που ανήκει σε όμιλο ΠΕ ή εγχώριο όμιλο μεγάλης κλίμακας· και (β) κάθε μόνιμη εγκατάσταση κύριας οντότητας η οποία ανήκει σε όμιλο ΠΕ που αναφέρεται στη παράγραφο (α)· «συνιστώσα οντότητα-ιδιοκτήτρια» σημαίνει συνιστώσα οντότητα που κατέχει, άμεσα ή έμμεσα, ιδιοκτησιακή συμμετοχή σε άλλη συνιστώσα οντότητα του ίδιου ομίλου ΠΕ ή του ίδιου εγχώριου ομίλου μεγάλης κλίμακας· «συνιστώσα οντότητα με χαμηλή φορολόγηση» σημαίνει- (α) συνιστώσα οντότητα ομίλου ΠΕ ή εγχώριου ομίλου μεγάλης κλίμακας που είναι εγκατεστημένη σε δικαιοδοσία με χαμηλή φορολογία· ή (β) συνιστώσα οντότητα χωρίς εθνικότητα η οποία, σε σχέση με ένα οικονομικό έτος, έχει αποδεκτό εισόδημα και πραγματικό φορολογικό συντελεστή χαμηλότερο από τον ελάχιστο φορολογικό συντελεστή· «συνταξιοδοτικό ταμείο» σημαίνει- (α) οντότητα που είναι εγκατεστημένη και λειτουργεί σε δικαιοδοσία, αποκλειστικά ή σχεδόν αποκλειστικά, με σκοπό τη διαχείριση ή την παροχή συνταξιοδοτικών παροχών και επικουρικών ή παρεπόμενων παροχών σε φυσικά πρόσωπα, εφόσον- (i) η εν λόγω οντότητα ρυθμίζεται ως τέτοια από την εν λόγω δικαιοδοσία ή από μία από τις πολιτικές υποδιαιρέσεις ή τοπικές αρχές της· ή (ii) οι εν λόγω παροχές εξασφαλίζονται ή κατ’ άλλον τρόπο προστατεύονται από τις εθνικές νομοθεσίες και χρηματοδοτούνται από ομάδα περιουσιακών στοιχείων που τηρούνται από μόρφωμα διαχείρισης ή καταπιστευματοδόχο, ώστε να εξασφαλίζεται η εκπλήρωση των αντίστοιχων συνταξιοδοτικών υποχρεώσεων σε περίπτωση αφερεγγυότητας των ομίλων ΠΕ και των εγχώριων ομίλων μεγάλης κλίμακας·
(β) οντότητα παροχής συνταξιοδοτικών υπηρεσιών· «τελική μητρική οντότητα» σημαίνει- (α) οντότητα που κατέχει, άμεσα ή έμμεσα, ελέγχουσα συμμετοχή σε οποιαδήποτε άλλη οντότητα και η οποία δεν ανήκει, άμεσα ή έμμεσα, σε άλλη οντότητα με ελέγχουσα συμμετοχή σε αυτήν· ή (β) κύρια οντότητα ενός ομίλου ως η ερμηνεία που αποδίδεται στην παράγραφο (β) του όρου «όμιλος»:
Νοείται ότι, Εθνικό Επενδυτικό Ταμείο το οποίο εμπίπτει στον ορισμό «κρατική οντότητα» δεν δύναται να θεωρείται σαν τελική μητρική οντότητα για τους σκοπούς του παρόντος ορισμού· «Τμήμα Φορολογίας» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Τμήματος Φορολογίας Νόμου· «υποβάλλουσα συνιστώσα οντότητα» σημαίνει οντότητα που υποβάλλει δήλωση πληροφοριών συμπληρωματικού φόρου σύμφωνα με το άρθρο 45· «Υπουργός» σημαίνει τον Υπουργό Οικονομικών· «φορέας επενδύσεων σε ακίνητα» σημαίνει οντότητα ευρείας συμμετοχής, η οποία κατέχει κυρίως ακίνητη περιουσία είτε στην κυριότητά της είτε στην κυριότητα των κατόχων συμμετοχών της, και υπόκειται σε ενιαίο επίπεδο φορολογίας, με ανώτατο όριο αναβολής πληρωμών ενός έτους· «φορολογική σύμβαση» σημαίνει σύμβαση για την αποφυγή διπλής φορολογίας και για την παρεμπόδιση της φοροδιαφυγής αναφορικά με τους φόρους πάνω στο εισόδημα· «φορολογικό καθεστώς ελεγχόμενων αλλοδαπών εταιρειών» σημαίνει σύνολο φορολογικών κανόνων, πλην του ενδεδειγμένου κανόνα IIR, βάσει των οποίων ένας άμεσος ή έμμεσος μέτοχος αλλοδαπής οντότητας ή η κύρια οντότητα μόνιμης εγκατάστασης υπόκειται σε φορολογία επί του μεριδίου του στο σύνολο ή σε μέρος του εισοδήματος που αποκτά η εν λόγω αλλοδαπή συνιστώσα οντότητα, ανεξαρτήτως εάν το εν λόγω εισόδημα διανέμεται στον μέτοχο.
151(I)/2024 Σκοπός
Άρθρο 3
3.-(1) Ο παρών Νόμος θεσπίζει κοινά μέτρα για την ελάχιστη πραγματική φορολόγηση ομίλων ΠΕ και εγχώριων ομίλων μεγάλης κλίμακας με τη μορφή- (α) ενός κανόνα σχετικά με τη συμπερίληψη του εισοδήματος («κανόνας IIR»), σύμφωνα με τον οποίο η μητρική οντότητα ενός ομίλου ΠΕ ή ενός εγχώριου ομίλου μεγάλης κλίμακας υπολογίζει και καταβάλλει το μερίδιο του συμπληρωματικού φόρου που της αναλογεί όσον αφορά τις συνιστώσες οντότητες του ομίλου με χαμηλή φορολόγηση· και (β) ενός κανόνα σχετικά με τα κέρδη που υπόκεινται σε μειωμένη φορολόγηση («κανόνας UTPR»), σύμφωνα με τον οποίο μια συνιστώσα οντότητα ενός ομίλου ΠΕ έχει πρόσθετο έξοδο φόρου σε μετρητά ίσο με το μερίδιο του συμπληρωματικού φόρου που της αναλογεί, το οποίο δεν χρεώθηκε βάσει του κανόνα IIR όσον αφορά τις συνιστώσες οντότητες του ομίλου με χαμηλή φορολόγηση.
151(I)/2024 Πεδίο εφαρμογής και αρμόδια αρχή
Άρθρο 4
4.-(1) Ο παρών Νόμος εφαρμόζεται σε συνιστώσες οντότητες που είναι εγκατεστημένες στη Δημοκρατία και είναι μέλη ομίλου ΠΕ ή εγχώριου ομίλου μεγάλης κλίμακας με ετήσια έσοδα τουλάχιστον επτακόσια πενήντα εκατομμύρια ευρώ (€750.000.000) περιλαμβανομένων των εσόδων των εξαιρούμενων οντοτήτων που αναφέρονται στο εδάφιο (3), στις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις της τελικής μητρικής οντότητας για τουλάχιστον δύο από τα τέσσερα οικονομικά έτη που προηγούνται του υπό εξέταση οικονομικού έτους.
151(I)/2024 Τόπος εγκατάστασης μιας συνιστώσας οντότητας
Άρθρο 5
5.-(1) Για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου, συνιστώσα οντότητα που δεν είναι οντότητα μετακύλισης φόρου προσδιορίζεται ότι, είναι εγκατεστημένη στη δικαιοδοσία στην οποία θεωρείται ότι έχει τη φορολογική της κατοικία με βάση τον τόπο διοίκησής της, τον τόπο ίδρυσής της ή παρόμοια κριτήρια και όταν δεν δύναται να προσδιοριστεί ο τόπος εγκατάστασης μιας συνιστώσας οντότητας που δεν είναι οντότητα μετακύλισης φόρου βάσει του πρώτου εδαφίου, θεωρείται ότι είναι εγκατεστημένη στη δικαιοδοσία στην οποία συστάθηκε.
151(I)/2024 ΜΕΡΟΣ ΙΙ ΚΑΝΟΝΑΣ IIR ΚΑΙ ΚΑΝΟΝΑΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΑ ΚΕΡΔΗ ΠΟΥ ΥΠΟΚΕΙΝΤΑΙ ΣΕ ΜΕΙΩΜΕΝΗ ΦΟΡΟΛΟΓΗΣΗ Τελική μητρική οντότητα στην Δημοκρατία
Άρθρο 6
6.-(1) Μια τελική μητρική οντότητα που είναι συνιστώσα οντότητα εγκατεστημένη στη Δημοκρατία υπόκειται στον συμπληρωματικό φόρο για το οικονομικό έτος (εφεξής «συμπληρωματικός φόρος βάσει του κανόνα IIR») όσον αφορά τις οικείες συνιστώσες οντότητες με χαμηλή φορολόγηση που είναι εγκατεστημένες σε άλλη δικαιοδοσία ή που δεν έχουν εθνικότητα.
151(I)/2024 Ενδιάμεση μητρική οντότητα στην Δημοκρατία
Άρθρο 7
7.-(1) Μια ενδιάμεση μητρική οντότητα εγκατεστημένη στη Δημοκρατία που κατέχεται από τελική μητρική οντότητα εγκατεστημένη σε δικαιοδοσία τρίτης χώρας ή σε κράτος μέλος το οποίο δεν εφαρμόζει συμπληρωματικό φόρο βάσει του κανόνα IIR σε τελική μητρική οντότητα η οποία είναι εγκατεστημένη στο εν λόγω κράτος μέλος, υπόκειται στον συμπληρωματικό φόρο βάσει του κανόνα IIR για το οικονομικό έτος όσον αφορά τις οικείες συνιστώσες οντότητες με χαμηλή φορολόγηση που είναι εγκατεστημένες σε άλλη δικαιοδοσία ή που δεν έχουν εθνικότητα.
151(I)/2024 Ενδιάμεση μητρική οντότητα που είναι εγκατεστημένη στην Δημοκρατία και κατέχεται από εξαιρούμενη τελική μητρική οντότητα
Άρθρο 8
8.-(1) Όταν μια ενδιάμεση μητρική οντότητα εγκατεστημένη στη Δημοκρατία κατέχεται από τελική μητρική οντότητα που είναι εξαιρούμενη οντότητα, η ενδιάμεση μητρική οντότητα υπόκειται στον συμπληρωματικό φόρο βάσει του κανόνα IIR για το οικονομικό έτος όσον αφορά τις οικείες συνιστώσες οντότητες με χαμηλή φορολόγηση που είναι εγκατεστημένες σε άλλη περιοχή δικαιοδοσίας ή που δεν έχουν εθνικότητα.
151(I)/2024 Μητρική οντότητα που κατέχεται εν μέρει από άλλη οντότητα στη Δημοκρατία
Άρθρο 9
9.-(1) Μια μητρική οντότητα που κατέχεται εν μέρει από άλλη οντότητα και είναι εγκατεστημένη στη Δημοκρατία υπόκειται στον συμπληρωματικό φόρο βάσει του κανόνα IIR για το οικονομικό έτος όσον αφορά τις οικείες συνιστώσες οντότητες με χαμηλή φορολόγηση που είναι εγκατεστημένες σε άλλη δικαιοδοσία ή που δεν έχουν εθνικότητα.
151(I)/2024 Κατανομή του συμπληρωματικού φόρου βάσει του κανόνα IIR
Άρθρο 10
10.-(1) Ο συμπληρωματικός φόρος βάσει του κανόνα IIR που οφείλεται από μητρική οντότητα σε σχέση με συνιστώσα οντότητα με χαμηλή φορολόγηση δυνάμει του εδαφίου (1) των άρθρων 6, 7, 8 και 9, αντίστοιχα, ισούται με τον συμπληρωματικό φόρο της συνιστώσας οντότητας με χαμηλή φορολόγηση, όπως υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 28, πολλαπλασιαζόμενο επί το μερίδιο του εν λόγω συμπληρωματικού φόρου που αναλογεί στη μητρική οντότητα για το οικονομικό έτος.
Νοείται ότι, οποιαδήποτε πληρωμή γίνεται σε σχέση με το εδάφιο (2) δεν θα λαμβάνεται υπόψη για σκοπούς του ΠΦΕΝ:
Νοείται περαιτέρω ότι, σε περίπτωση που ο συμπληρωματικός φόρος ο οποίος οφείλεται δεν καταβληθεί εντός της προθεσμίας η οποία ορίζεται στο εδάφιο 3 του άρθρου 48 από την λήπτρια οντότητα τότε η εν λόγω υποχρέωση επιστρέφει στην αιτούσα οντότητα.
Νοείται ότι, οποιαδήποτε πληρωμή γίνεται σε σχέση με το εδάφιο (6) δεν θα λαμβάνεται υπόψη για σκοπούς του ΠΦΕΝ:
Νοείται περαιτέρω ότι, σε περίπτωση που ο συμπληρωματικός φόρος ο οποίος οφείλεται δεν καταβληθεί εντός της προθεσμίας η οποία ορίζεται στο εδάφιο (3) του άρθρου 48 από τη λήπτρια οντότητα τότε η εν λόγω υποχρέωση επιστρέφει στην αιτούσα οντότητα.
151(I)/2024 Μηχανισμός αντιστάθμισης του κανόνα IIR
Άρθρο 11
151(I)/2024 Εφαρμογή εγχώριου Κυπριακού συμπληρωματικού φόρου στη Δημοκρατία και χειρισμός ενδεδειγμένων εγχώριων συμπληρωματικών φόρων
Άρθρο 12
12.-(1)(α) H Δημοκρατία εφαρμόζει εγχώριο κυπριακό συμπληρωματικό φόρο και όλες οι συνιστώσες οντότητες ή κοινοπραξίες, όπως αυτές ορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 37 με χαμηλή φορολόγηση του ομίλου ΠΕ ή του εγχώριου ομίλου μεγάλης κλίμακας που βρίσκονται εγκατεστημένες στη Δημοκρατία, υπόκεινται στον εν λόγω εγχώριο συμπληρωματικό φόρο για το οικονομικό έτος. Οι πρόνοιες του εγχώριου Κυπριακού συμπληρωματικού φόρου εφαρμόζονται πριν την εφαρμογή ενός ενδεδειγμένο κανόνα IIR ή/και ενός κανόνα UTPR:
Νοείται ότι, δεν λαμβάνονται υπόψη οποιαδήποτε άλλα άρθρα του Μέρους ΙΙ για σκοπούς υπολογισμού του εγχώριου Κυπριακού συμπληρωματικού φόρου. (β) Το ποσό το οποίο οφείλεται σύμφωνα με τον εγχώριο Κυπριακό συμπληρωματικό φόρο είναι- (i) σε σχέση με συνιστώσες οντότητες ομίλου ΠΕ ή του εγχώριου ομίλου μεγάλης κλίμακας, το ποσό του συμπληρωματικού φόρου υπολογιζόμενο σύμφωνα με το άρθρο 28. (ii) σε σχέση με κοινοπραξίες, το ποσό του συμπληρωματικού φόρου υπολογιζόμενο σύμφωνα με το άρθρο 37, εφαρμόζοντας όμως το εν λόγω άρθρο σαν να μην εφαρμόζονται τα εδάφια (3) και (4) αυτού. (γ) Οι διατάξεις του άρθρου 55 εφαρμόζονται αναλογικά και για σκοπούς του εγχώριου Κυπριακού συμπληρωματικού φόρου, ο οποίος θα μηδενίζεται, στις ακόλουθες περιπτώσεις: (i) Αναφορικά με εγχώριο όμιλο μεγάλης κλίμακας· (ii) όταν καμία ιδιοκτησιακή συμμετοχή σε συνιστώσες οντότητες ή κοινοπραξίες δεν κατέχεται από μητρική οντότητα εκτός της Δημοκρατίας η οποία υπόκειται σε ενδεδειγμένο κανόνα IIR· (iii) όταν ιδιοκτησιακή συμμετοχή σε συνιστώσες οντότητες ή κοινοπραξίες κατέχεται από μητρική οντότητα εκτός της Δημοκρατίας η οποία υπόκειται σε ενδεδειγμένο κανόνα IIR και η ιδιοκτησιακή συμμετοχή στην προαναφερθείσα μητρική οντότητα κατέχεται είτε από μία τελική μητρική οντότητα στη Δημοκρατία είτε από μια ενδιάμεση μητρική οντότητα εγκατεστημένη στη Δημοκρατία η οποία κατέχεται από τελική μητρική οντότητα που είναι εξαιρούμενη οντότητα. (δ) Οι διατάξεις του εδαφίου (2) του άρθρου 10 εφαρμόζονται κατά αναλογία στον εγχώριο Κυπριακό συμπληρωματικό φόρο σε σχέση με την υποχρέωση έκαστης συνιστώσας οντότητας.
Νοείται ότι, οι διατάξεις του παρόντος εδαφίου δεν εφαρμόζονται σε εγχώριους ομίλους μεγάλης κλίμακας.
151(I)/2024 Εφαρμογή του κανόνα UTPR σε ολόκληρο τον όμιλο ΠΕ
Άρθρο 13
13.-(1)(α) Όταν η τελική μητρική οντότητα ενός ομίλου ΠΕ είναι εγκατεστημένη σε δικαιοδοσία τρίτης χώρας η οποία δεν εφαρμόζει ενδεδειγμένο κανόνα IIR ή όταν η τελική μητρική οντότητα ενός ομίλου ΠΕ είναι εξαιρούμενη οντότητα, οι συνιστώσες οντότητες που είναι εγκατεστημένες στην Δημοκρατία υπόκεινται σε προσαρμογή ίση με το ποσό του συμπληρωματικού φόρου βάσει του κανόνα UTPR που κατανέμεται στη Δημοκρατία για το οικονομικό έτος σύμφωνα με το άρθρο 15. (β) Κατόπιν επιλογής, το ποσό του συμπληρωματικού φόρου το οποίο οφείλεται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου δύναται να εκχωρείται είτε πλήρως είτε μερικώς από τη συνιστώσα οντότητα («αιτούσα οντότητα») προς άλλη συνιστώσα οντότητα ή οντότητες του ίδιου ομίλου η οποία βρίσκεται στη Δημοκρατία («λήπτρια οντότητα») και η εν λόγω επιλογή προϋποθέτει την καταχώρηση αίτησης από την αιτούσα οντότητα προς τη λήπτρια οντότητα και την συγκατάθεση της λήπτριας οντότητας. (γ) Οποιαδήποτε πληρωμή γίνεται σε σχέση με την παράγραφο (β) δεν θα λαμβάνεται υπόψη για σκοπούς του περί Φορολογίας του Εισοδήματος Νόμου. (δ) Σε περίπτωση που ο συμπληρωματικός φόρος ο οποίος οφείλεται δεν καταβληθεί από την λήπτρια οντότητα εντός της προθεσμίας η οποία ορίζεται στο εδάφιο (3) του άρθρου 48 τότε η εν λόγω υποχρέωση επιστρέφει στην αιτούσα οντότητα.
151(I)/2024 Εφαρμογή του κανόνα UTPR στη δικαιοδοσία της τελικής μητρικής οντότητας
Άρθρο 14
14.-(1)(α) Όταν η τελική μητρική οντότητα ενός ομίλου ΠΕ είναι εγκατεστημένη σε δικαιοδοσία τρίτης χώρας με χαμηλή φορολογία, οι συνιστώσες οντότητες που είναι εγκατεστημένες στην Δημοκρατία υπόκεινται, σε προσαρμογή ίση με το ποσό του συμπληρωματικού φόρου βάσει του κανόνα UTPR που κατανέμεται στη Δημοκρατία για το οικονομικό έτος σύμφωνα με το άρθρο 15. (β) Κατόπιν επιλογής, το ποσό του συμπληρωματικού φόρου το οποίο οφείλεται με βάση τις διατάξεις του παρόντος άρθρου δύναται να εκχωρείται είτε πλήρως είτε μερικώς από τη συνιστώσα οντότητα («αιτούσα οντότητα») προς άλλη συνιστώσα οντότητα ή οντότητες του ίδιου ομίλου η οποία βρίσκεται στη Δημοκρατία («λήπτρια οντότητα») και η εν λόγω επιλογή προϋποθέτει την καταχώρηση αίτησης από την αιτούσα οντότητα προς τη λήπτρια οντότητα και την συγκατάθεση της λήπτριας οντότητας. (γ) Οποιαδήποτε πληρωμή γίνεται σε σχέση με την παράγραφο (β) δεν θα λαμβάνεται υπόψη για σκοπούς του ΠΦΕΝ. (δ) Σε περίπτωση που ο συμπληρωματικός φόρος ο οποίος οφείλεται δεν καταβληθεί από τη λήπτρια οντότητα εντός της προθεσμίας η οποία ορίζεται στο εδάφιο (3) του άρθρου 48, η εν λόγω υποχρέωση επιστρέφει στην αιτούσα οντότητα:
Νοείται ότι, οι διατάξεις του παρόντος εδαφίου δεν εφαρμόζονται όταν η τελική μητρική οντότητα στην εν λόγω δικαιοδοσία τρίτης χώρας με χαμηλή φορολογία υπόκειται σε ενδεδειγμένο κανόνα IIR όσον αφορά την ίδια και τις οικείες συνιστώσες οντότητες με χαμηλή φορολόγηση που είναι εγκατεστημένες στην εν λόγω δικαιοδοσία.
151(I)/2024 Υπολογισμός και κατανομή του ποσού του συμπληρωματικού φόρου βάσει του κανόνα UTPR
Άρθρο 15
15.-(1) Το ποσό του συμπληρωματικού φόρου βάσει του κανόνα UTPR που κατανέμεται στη Δημοκρατία υπολογίζεται πολλαπλασιάζοντας τον συνολικό συμπληρωματικό φόρο βάσει του κανόνα UTPR, όπως καθορίζεται σύμφωνα με το εδάφιο (2), επί το ποσοστό του κανόνα UTPR στη Δημοκρατία, όπως καθορίζεται σύμφωνα με το εδάφιο (5).
Νοείται ότι, τα ενσώματα περιουσιακά στοιχεία περιλαμβάνουν τα ενσώματα περιουσιακά στοιχεία όλων των συνιστωσών οντοτήτων που βρίσκονται στη δικαιοδοσία, αλλά δεν περιλαμβάνουν μετρητά ή ταμειακά ισοδύναμα, άυλα ή χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία.
Νοείται ότι, ο αριθμός των εργαζομένων και η καθαρή λογιστική αξία των ενσώματων περιουσιακών στοιχείων των συνιστωσών οντοτήτων ενός ομίλου ΠΕ που είναι εγκατεστημένος σε δικαιοδοσία με μηδενικό ποσοστό βάσει του κανόνα UTPR για ένα οικονομικό έτος εξαιρούνται από τα στοιχεία του μαθηματικού τύπου για την κατανομή του συνολικού συμπληρωματικού φόρου βάσει του κανόνα UTPR στον όμιλο ΠΕ για το εν λόγω οικονομικό έτος.
Νοείται ότι, οι ερμηνείες των όρων της μεθόδου κατανομής UTPR που αναφέρονται στα εδάφια (6), (7) και (8) εφαρμόζονται κατ’ αναλογία και σε σχέση με τα εδάφια (10) και (11).
151(I)/2024 ΜΕΡΟΣ ΙΙΙ ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΑΠΟΔΕΚΤΟΥ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΟΣ Η ΖΗΜΙΑΣ Προσδιορισμός του αποδεκτού εισοδήματος ή ζημίας
Άρθρο 16
16.-(1) Το αποδεκτό εισόδημα ή ζημία συνιστώσας οντότητας υπολογίζεται πραγματοποιώντας τις αναπροσαρμογές που ορίζονται στα άρθρα 17 έως 20 στο καθαρό λογιστικό εισόδημα ή ζημία της συνιστώσας οντότητας για το οικονομικό έτος πριν από τυχόν αναπροσαρμογές ενοποίησης για την εξάλειψη ενδοομιλικών συναλλαγών, όπως προσδιορίζεται σύμφωνα με το λογιστικό πρότυπο που χρησιμοποιείται για την κατάρτιση των ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων της τελικής μητρικής οντότητας.
151(I)/2024 Αναπροσαρμογές για τον προσδιορισμό του αποδεκτού εισοδήματος ή ζημίας
Άρθρο 17
17.-(1) Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί: (α) «καθαρό έξοδο φόρων» σημαίνει το καθαρό ποσό των ακόλουθων στοιχείων: (i) καλυπτόμενοι φόροι δεδουλευμένοι ως έξοδα και τυχόν τρέχοντες και αναβαλλόμενοι καλυπτόμενοι φόροι που περιλαμβάνονται στα έξοδα φόρου εισοδήματος, περιλαμβανομένων των καλυπτόμενων φόρων εισοδήματος που εξαιρείται από τον υπολογισμό του αποδεκτού εισοδήματος ή ζημίας· (ii) αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις που αποδίδονται σε ζημία για το οικονομικό έτος· (iii) ενδεδειγμένοι εγχώριοι συμπληρωματικοί φόροι δεδουλευμένοι ως έξοδα· (iv) φόροι που προκύπτουν σύμφωνα με τους κανόνες του παρόντος Νόμου, της Οδηγίας ή, όσον αφορά δικαιοδοσίες τρίτων χωρών, τους πρότυπους κανόνες του ΟΟΣΑ , δεδουλευμένοι ως έξοδα· και (v) μη ενδεδειγμένοι επιστρεπτέοι φόροι καταλογισμού δεδουλευμένοι ως έξοδα· (β) «εξαιρούμενο μέρισμα» σημαίνει το μέρισμα ή άλλη διανομή που εισπράττεται ή οφείλεται σε σχέση με ιδιοκτησιακή συμμετοχή, εκτός από μέρισμα ή άλλη διανομή που εισπράττεται ή οφείλεται σε σχέση με- (i) ιδιοκτησιακή συμμετοχή: -που κατέχει ο όμιλος σε οντότητα, η οποία παρέχει δικαιώματα σε ποσοστό λιγότερο του δέκα τοις εκατό (10%) επί των κερδών, του κεφαλαίου ή των αποθεματικών ή δικαιώματα ψήφου, της εν λόγω οντότητας κατά την ημερομηνία της διανομής ή της διάθεσης («συμμετοχή χαρτοφυλακίου»)· και -που ανήκει στην οικονομική κυριότητα της συνιστώσας οντότητας η οποία λαμβάνει ή αποκτά τα μερίσματα ή άλλες διανομές για διάστημα μικρότερο του ενός έτους κατά την ημερομηνία της διανομής· Σωρευτικά τα όσα περιγράφονται στην παράγραφο (i) του παρόντος εδαφίου θα αναφέρονται ως «συμμετοχή χαρτοφυλακίου βραχυπρόθεσμης διάρκειας»· (ii) ιδιοκτησιακή συμμετοχή σε επενδυτική οντότητα που υπόκειται σε επιλογή σύμφωνα με- (ββ1) το άρθρο 44. Ένα χρηματοοικονομικό μέσο που εκδίδεται από μια συνιστώσα οντότητα και κατέχεται από άλλη συνιστώσα οντότητα στον ίδιο όμιλο ΠΕ ή μεγάλης κλίμακας εγχώριο όμιλο θα πρέπει να χαρακτηρίζεται σαν οφειλή ή ίδιο κεφάλαιο κατά τον ίδιο τρόπο τόσο από τον εκδότη όσο και από τον κάτοχο του χρηματοοικονομικού μέσου και θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ανάλογα στον προσδιορισμό του εισοδήματος ή της ζημίας τους. (ββ2) Όταν συνιστώσες οντότητες στον ίδιο όμιλο ΠΕ ή μεγάλης κλίμακας εγχώριο όμιλο έχουν χαρακτηρίσει διαφορετικά ένα χρηματοπιστωτικό μέσο, ο χαρακτηρισμός που υιοθετείται από τον εκδότη του χρηματοπιστωτικού μέσου θα εφαρμόζεται τόσο από τον εκδότη όσο και τον κάτοχο του χρηματοπιστωτικού μέσου και θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ανάλογα στον προσδιορισμό του εισοδήματος ή της ζημίας τους.
(βγ1) Όταν η κίνηση στα αποθεματικά ασφαλιστικής οντότητας αντιστοιχεί οικονομικά με εξαιρούμενο μέρισμα, αφού πρώτα έχει αφαιρεθεί αμοιβή διαχείρισης επενδύσεων, από τίτλο που κατέχει η ασφαλιστική οντότητα για λογαριασμό ασφαλιζόμενων, η κίνηση στα ασφαλιστικά αποθεματικά δεν επιτρέπεται ως έξοδο στον προσδιορισμό του αποδεχτού εισοδήματος ή ζημίας της συνιστώσας οντότητας. (βγ2) Όταν η κίνηση στα αποθεματικά ασφαλιστικής οντότητας σχετίζεται με εξαιρούμενο μέρισμα, ή ένα εξαιρούμενο κέρδος ή ζημία από τίτλο που κατέχει η ασφαλιστική οντότητα για λογαριασμό ασφαλιζομένου, δεν επιτρέπεται ως έκπτωση στον προσδιορισμό του αποδεχτού εισοδήματος ή ζημίας της συνιστώσας οντότητας. (γ) «εξαιρούμενο κέρδος ή ζημία ιδίων κεφαλαίων» σημαίνει κέρδος ή ζημία που περιλαμβάνεται στο καθαρό λογιστικό εισόδημα ή ζημία της συνιστώσας οντότητας, που προκύπτει από- (i) κέρδη και ζημίες που προκύπτουν από μεταβολές στην εύλογη αξία ιδιοκτησιακής συμμετοχής, εκτός από συμμετοχή χαρτοφυλακίου· (ii) κέρδη ή ζημίες σε σχέση με ιδιοκτησιακή συμμετοχή που περιλαμβάνεται σύμφωνα με τη λογιστική μέθοδο της καθαρής θέσης· και (iii) κέρδη και ζημίες από τη διάθεση ιδιοκτησιακής συμμετοχής, εκτός από τη διάθεση συμμετοχής χαρτοφυλακίου· (δ) «συμπεριλαμβανόμενο κέρδος ή ζημία βάσει της μεθόδου αναπροσαρμογής» σημαίνει καθαρό κέρδος ή ζημία, αυξημένο ή μειωμένο κατά τυχόν συνδεόμενους καλυπτόμενους φόρους για το οικονομικό έτος, που προκύπτει από την εφαρμογή λογιστικής μεθόδου ή πρακτικής βάσει της οποίας, όσον αφορά όλα τα ενσώματα περιουσιακά στοιχεία- (i) προσαρμόζεται περιοδικά η λογιστική αξία των εν λόγω ενσώματων περιουσιακών στοιχείων στην εύλογη αξία τους· (ii) καταγράφονται οι μεταβολές της αξίας στα λοιπά συνολικά έσοδα· και (iii) δεν αναφέρεται μεταγενέστερα το δεδουλευμένο κέρδος ή ζημία στα λοιπά συνολικά έσοδα μέσω των αποτελεσμάτων· (ε) «ασύμμετρο συναλλαγματικό κέρδος ή ζημία» σημαίνει το συναλλαγματικό κέρδος ή ζημία οντότητας της οποίας το λογιστικό λειτουργικό νόμισμα και το φορολογικό λειτουργικό νόμισμα διαφέρουν, και που- (i) περιλαμβάνεται στον υπολογισμό του φορολογητέου εισοδήματος ή της ζημίας μιας συνιστώσας οντότητας και που αποδίδεται σε διακυμάνσεις της συναλλαγματικής ισοτιμίας μεταξύ του λογιστικού λειτουργικού νομίσματος και του φορολογικού λειτουργικού νομίσματος της συνιστώσας οντότητας· (ii) περιλαμβάνεται στον υπολογισμό του καθαρού λογιστικού εισοδήματος ή ζημίας μιας συνιστώσας οντότητας και που αποδίδεται σε διακυμάνσεις της συναλλαγματικής ισοτιμίας μεταξύ του λογιστικού λειτουργικού νομίσματος και του φορολογικού λειτουργικού νομίσματος της συνιστώσας οντότητας·
(iii) περιλαμβάνεται στον υπολογισμό του καθαρού λογιστικού εισοδήματος ή ζημίας μιας συνιστώσας οντότητας και που αποδίδεται σε διακυμάνσεις της συναλλαγματικής ισοτιμίας μεταξύ τρίτου ξένου νομίσματος και του λογιστικού λειτουργικού νομίσματος της συνιστώσας οντότητας· και (iv) δύναται να αποδοθεί σε διακυμάνσεις της συναλλαγματικής ισοτιμίας μεταξύ τρίτου ξένου νομίσματος και του φορολογικού λειτουργικού νομίσματος της συνιστώσας οντότητας, ανεξαρτήτως εάν το εν λόγω κέρδος ή ζημία σε τρίτο ξένο νόμισμα περιλαμβάνεται στο φορολογητέο εισόδημα:
Νοείται ότι, το φορολογικό λειτουργικό νόμισμα είναι το λειτουργικό νόμισμα που χρησιμοποιείται για τον προσδιορισμό του φορολογητέου εισοδήματος ή της ζημίας της συνιστώσας οντότητας για καλυπτόμενο φόρο στη δικαιοδοσία στην οποία είναι εγκατεστημένη:
Νοείται περαιτέρω ότι, το λογιστικό λειτουργικό νόμισμα είναι το λειτουργικό νόμισμα που χρησιμοποιείται για τον προσδιορισμό του καθαρού λογιστικού εισοδήματος ή ζημίας της συνιστώσας οντότητας:
Νοείται έτι περαιτέρω ότι, τρίτο ξένο νόμισμα είναι ένα νόμισμα που δεν αποτελεί ούτε το φορολογικό, ούτε το λογιστικό λειτουργικό νόμισμα της συνιστώσας οντότητας. (στ) «μη επιτρεπόμενα έξοδα βάσει πολιτικής» σημαίνει- (i) πραγματοποιηθέντα έξοδα της συνιστώσας οντότητας για παράνομες πληρωμές, μεταξύ άλλων για δωροδοκίες και μίζες· και (ii) πραγματοποιηθέντα έξοδα της συνιστώσας οντότητας για πρόστιμα και ποινές που ισούνται ή υπερβαίνουν τις πενήντα χιλιάδες ευρώ (€50.000) ή ισοδύναμο ποσό στο λειτουργικό νόμισμα στο οποίο υπολογίζεται το καθαρό λογιστικό εισόδημα ή ζημία της συνιστώσας οντότητας· (ζ) «σφάλματα προηγούμενης περιόδου και μεταβολές αρχών λογιστικής» σημαίνει τη μεταβολή των ιδίων κεφαλαίων μιας συνιστώσας οντότητας, στις οικονομικές της καταστάσεις οι οποίες ετοιμάστηκαν για σκοπούς ετοιμασίας των ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων της τελικής μητρικής οντότητας, στην αρχή ενός οικονομικού έτους, η οποία αποδίδεται σε- (i) διόρθωση σφάλματος κατά τον προσδιορισμό του καθαρού λογιστικού εισοδήματος ή ζημίας σε προηγούμενο οικονομικό έτος που επηρέασε τα έσοδα ή τα έξοδα που δύναται να περιλαμβάνονται στον υπολογισμό του αποδεκτού εισοδήματος ή ζημίας κατά το εν λόγω προηγούμενο οικονομικό έτος, εκτός εάν η διόρθωση του σφάλματος είχε ως αποτέλεσμα ουσιώδη μείωση της υποχρέωσης για καλυπτόμενους φόρους σύμφωνα με το άρθρο 26· και (ii) μεταβολή αρχών λογιστικής ή λογιστικής πολιτικής που επηρέασε τα έσοδα ή τα έξοδα που περιλαμβάνονται στον υπολογισμό του αποδεκτού εισοδήματος ή ζημίας· (η) «δεδουλευμένη συνταξιοδοτική δαπάνη» σημαίνει τη διαφορά μεταξύ του ποσού της δαπάνης συνταξιοδοτικής υποχρέωσης που περιλαμβάνεται στο καθαρό λογιστικό εισόδημα ή ζημία και του ποσού που καταβάλλεται ως εισφορά σε συνταξιοδοτικό ταμείο για το οικονομικό έτος.
Νοείται ότι, για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, τα τοπικά ενσώματα περιουσιακά στοιχεία είναι ακίνητα που βρίσκονται στην ίδια δικαιοδοσία με τη συνιστώσα οντότητα. (β) Το καθαρό κέρδος που προκύπτει από τη διάθεση τοπικών ενσώματων περιουσιακών στοιχείων, όπως αναφέρεται στην παράγραφο (α), κατά το οικονομικό έτος κατά το οποίο πραγματοποιείται η επιλογή, συμψηφίζεται με τυχόν καθαρή ζημία συνιστώσας οντότητας εγκατεστημένης στην εν λόγω δικαιοδοσία που προκύπτει από τη διάθεση τοπικών ενσώματων περιουσιακών στοιχείων, όπως αναφέρεται στην παράγραφο (α), κατά το οικονομικό έτος κατά το οποίο πραγματοποιείται η επιλογή και κατά τα τέσσερα οικονομικά έτη που προηγούνται του εν λόγω οικονομικού έτους («πενταετής περίοδος»). Το καθαρό κέρδος συμψηφίζεται πρώτα με την καθαρή ζημία, εάν υπάρχει, του οικονομικού έτους της πενταετούς περιόδου στη διάρκεια του οποίου προέκυψε πρώτη φορά. Κάθε εναπομείναν ποσό καθαρού κέρδους μεταφέρεται και συμψηφίζεται με τυχόν καθαρές ζημίες που έχουν προκύψει κατά τα επόμενα οικονομικά έτη της πενταετούς περιόδου. (γ) Κάθε εναπομείναν ποσό καθαρού κέρδους που παραμένει μετά την εφαρμογή της παραγράφου (β), επιμερίζεται ισότιμα στη διάρκεια της πενταετούς περιόδου για τον υπολογισμό του αποδεκτού εισοδήματος ή ζημίας κάθε συνιστώσας οντότητας εγκατεστημένης στην εν λόγω δικαιοδοσία, η οποία έχει πραγματοποιήσει καθαρό κέρδος από τη διάθεση τοπικών ενσώματων περιουσιακών στοιχείων, όπως αναφέρεται στην παράγραφο (α), κατά το οικονομικό έτος κατά το οποίο πραγματοποιείται η επιλογή. Το εναπομείναν ποσό καθαρού κέρδους που κατανέμεται σε μια συνιστώσα οντότητα είναι ένα ποσό ανάλογο προς το καθαρό κέρδος της εν λόγω συνιστώσας οντότητας διαιρούμενο με το καθαρό κέρδος όλων των συνιστωσών οντοτήτων. (δ) Εάν καμία συνιστώσα οντότητα σε μια δικαιοδοσία δεν έχει πραγματοποιήσει καθαρό κέρδος από τη διάθεση τοπικών ενσώματων περιουσιακών στοιχείων, όπως αναφέρεται στην παράγραφο (α), κατά το οικονομικό έτος κατά το οποίο πραγματοποιείται η επιλογή, το εναπομείναν ποσό του καθαρού κέρδους, όπως αναφέρεται στην παράγραφο (γ), ισοκατανέμεται σε κάθε συνιστώσα οντότητα της εν λόγω δικαιοδοσίας και επιμερίζεται ισότιμα στη διάρκεια της πενταετούς περιόδου για τον υπολογισμό του αποδεκτού εισοδήματος ή ζημίας καθεμίας από τις εν λόγω συνιστώσες οντότητες. (ε) Κάθε προσαρμογή δυνάμει της παρούσας παραγράφου για τα οικονομικά έτη που προηγούνται του οικονομικού έτους κατά το οποίο πραγματοποιείται η επιλογή υπόκειται σε προσαρμογές σύμφωνα με το το εδάφιο (1) του άρθρου 30 και η επιλογή πραγματοποιείται ετησίως σύμφωνα με το εδάφιο (2) του άρθρου 46.
151(I)/2024 Εξαίρεση του διεθνούς ναυτιλιακού εισοδήματος
Άρθρο 18
18.-(1) Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί: (α) «διεθνές ναυτιλιακό εισόδημα» σημαίνει το καθαρό εισόδημα που αποκτά μια συνιστώσα οντότητα από τις ακόλουθες δραστηριότητες, υπό την προϋπόθεση ότι η μεταφορά δεν πραγματοποιείται μέσω εσωτερικών πλωτών οδών εντός της ίδιας δικαιοδοσίας- (i) μεταφορά επιβατών ή φορτίου με πλοίο στο πλαίσιο διεθνών μεταφορών, ανεξαρτήτως εάν το πλοίο ανήκει, μισθώνεται ή κατ’ άλλο τρόπο βρίσκεται στη διάθεση της συνιστώσας οντότητας· (ii) μεταφορά επιβατών ή φορτίου με πλοίο στο πλαίσιο διεθνών μεταφορών βάσει συμφωνιών ναύλωσης χώρου· (iii) χρηματοδοτική μίσθωση πλοίου που πρόκειται να χρησιμοποιηθεί για τη μεταφορά επιβατών ή φορτίου στο πλαίσιο διεθνών μεταφορών βάσει ναύλωσης, πλήρως εξοπλισμένου, στελεχωμένου και εφοδιασμένου· (iv) χρηματοδοτική μίσθωση πλοίου που χρησιμοποιείται για τη μεταφορά επιβατών ή φορτίου στο πλαίσιο διεθνών μεταφορών βάσει ναύλωσης γυμνού πλοίου, σε άλλη συνιστώσα οντότητα· (v) συμμετοχή σε σύμπραξη, κοινή επιχείρηση ή διεθνή εταιρεία εκμετάλλευσης για τη μεταφορά επιβατών ή φορτίου με πλοίο στο πλαίσιο διεθνών μεταφορών· και (vi) πώληση πλοίου που χρησιμοποιείται για τη μεταφορά επιβατών ή φορτίου στο πλαίσιο διεθνών μεταφορών, υπό την προϋπόθεση ότι η συνιστώσα οντότητα κατείχε το πλοίο για χρήση για τουλάχιστον ένα έτος· (β) «εγκεκριμένο παρεπόμενο διεθνές ναυτιλιακό εισόδημα» σημαίνει το καθαρό εισόδημα που αποκομίζει μια συνιστώσα οντότητα από τις ακόλουθες δραστηριότητες, υπό την προϋπόθεση ότι οι εν λόγω δραστηριότητες ασκούνται κυρίως σε σχέση με τη μεταφορά επιβατών ή φορτίου με πλοία στο πλαίσιο διεθνών μεταφορών- (i) μίσθωση πλοίου, βάσει ναύλωσης γυμνού πλοίου, σε άλλη ναυτιλιακή επιχείρηση που δεν αποτελεί συνιστώσα οντότητα, υπό τον όρο ότι η διάρκεια της ναύλωσης δεν υπερβαίνει τα τρία (3) έτη· (ii) πώληση εισιτηρίων που εκδίδονται από άλλες ναυτιλιακές επιχειρήσεις για το εγχώριο τμήμα διεθνούς πλου· (iii) χρηματοδοτική μίσθωση και βραχυπρόθεσμη αποθήκευση εμπορευματο-κιβωτίων ή επιβαρύνσεις κράτησης λόγω καθυστερημένης επιστροφής εμπορευματοκιβωτίων· (iv) παροχή υπηρεσιών σε άλλες ναυτιλιακές επιχειρήσεις από μηχανικούς, προσωπικό συντήρησης, χειριστές φορτίων, προσωπικό τροφοδοσίας και προσωπικό εξυπηρέτησης πελατών· και (v) εισόδημα από επενδύσεις, όταν η επένδυση που παράγει το εισόδημα πραγματοποιείται ως αναπόσπαστο μέρος της άσκησης της δραστηριότητας εκμετάλλευσης πλοίων στο πλαίσιο διεθνών μεταφορών.
151(I)/2024 Κατανομή του αποδεκτού εισοδήματος ή ζημίας μεταξύ κύριας οντότητας και μόνιμης εγκατάστασης
Άρθρο 19
19.-(1)(α) Όταν μια συνιστώσα οντότητα είναι μόνιμη εγκατάσταση όπως ορίζεται στις παραγράφους (α), (β) ή (γ) του άρθρου 2, το καθαρό λογιστικό εισόδημα ή ζημία της είναι το καθαρό εισόδημα ή ζημία που αποτυπώνεται στους χωριστούς χρηματοοικονομικούς λογαριασμούς της εν λόγω μόνιμης εγκατάστασης. (β) Όταν μια μόνιμη εγκατάσταση δεν διαθέτει χωριστούς χρηματοοικονομικούς λογαριασμούς, το καθαρό λογιστικό εισόδημα ή ζημία της είναι το ποσό που θα αποτυπωνόταν στους χωριστούς χρηματοοικονομικούς λογαριασμούς της εάν είχαν καταρτιστεί σε αυτόνομη βάση και σύμφωνα με το λογιστικό πρότυπο που χρησιμοποιείται για την κατάρτιση των ενοποιημένων οικονομικών καταστάσεων της τελικής μητρικής οντότητας.
151(I)/2024 Κατανομή και υπολογισμός του αποδεκτού εισοδήματος ή ζημίας μιας οντότητας μετακύλισης φόρου
Άρθρο 20
20.-(1) Το καθαρό λογιστικό εισόδημα ή ζημία μιας συνιστώσας οντότητας που αποτελεί οντότητα μετακύλισης φόρου μειώνεται κατά το ποσό το οποίο κατανέμεται στους ιδιοκτήτες της που δεν αποτελούν οντότητες του ομίλου και οι οποίοι κατέχουν την ιδιοκτησιακή συμμετοχή τους στην εν λόγω οντότητα μετακύλισης φόρου άμεσα ή μέσω μιας αλυσίδας φορολογικά διαφανών οντοτήτων, εκτός εάν- (α) η οντότητα μετακύλισης φόρου είναι τελική μητρική οντότητα· ή (β) η οντότητα μετακύλισης φόρου κατέχεται, άμεσα ή μέσω μιας αλυσίδας φορολογικά διαφανών οντοτήτων, από την τελική μητρική οντότητα που αναφέρεται στην παράγραφο (α).
151(I)/2024
ΜΕΡΟΣ IV ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΑΝΑΠΡΟΣΑΡΜΟΣΜΕΝΩΝ ΚΑΛΥΠΤΟΜΕΝΩΝ ΦΟΡΩΝ
Καλυπτόμενοι φόροι
Άρθρο 21
21.-(1) Οι καλυπτόμενοι φόροι μιας συνιστώσας οντότητας περιλαμβάνουν- (α) φόρους που καταγράφονται στους χρηματοοικονομικούς λογαριασμούς μιας συνιστώσας οντότητας σε σχέση με το εισόδημα ή τα κέρδη της ή το μερίδιό της επί του εισοδήματος ή των κερδών μιας συνιστώσας οντότητας στην οποία κατέχει ιδιοκτησιακή συμμετοχή· (β) φόρους επί των διανεμόμενων κερδών, των τεκμαιρόμενων διανομών κερδών και των μη επιχειρηματικών δαπανών που επιβάλλονται στο πλαίσιο επιλέξιμου συστήματος φόρου διανομής· (γ) φόρους που επιβάλλονται αντί γενικού φόρου εισοδήματος εταιρειών· (δ) φόρους που επιβάλλονται σε σχέση με κέρδη εις νέον και εταιρικά ίδια κεφάλαια, περιλαμβανομένων των φόρων επί πολλαπλών συνιστωσών με βάση το εισόδημα και τα ίδια κεφάλαια ·και (ε) τον εγχώριο Κυπριακό συμπληρωματικό φόρο για τον σκοπό ενός ενδεδειγμένου κανόνα IIR και ενός κανόνα UTPR.
151(I)/2024 Αναπροσαρμοσμένοι καλυπτόμενοι φόροι
Άρθρο 22
22.-(1) Οι αναπροσαρμοσμένοι καλυπτόμενοι φόροι μιας συνιστώσας οντότητας για ένα οικονομικό έτος προσδιορίζονται με την αναπροσαρμογή του αθροίσματος των δεδουλευμένων τρέχοντων εξόδων φόρου στο καθαρό λογιστικό εισόδημα ή ζημία σε σχέση με τους καλυπτόμενους φόρους για το οικονομικό έτος, με βάση- (α) το καθαρό ποσό των οικείων προσθηκών και μειώσεων των καλυπτόμενων φόρων για το οικονομικό έτος, όπως ορίζεται στις εδάφια (2) και (3)· (β) το συνολικό ποσό αναπροσαρμογής αναβαλλόμενου φόρου, όπως ορίζεται στο άρθρο 23· (γ) κάθε αύξηση ή μείωση των καλυπτόμενων φόρων που καταγράφονται ως δεδουλευμένοι στα ίδια κεφάλαια ή στα λοιπά συνολικά έσοδα σε σχέση με ποσά που περιλαμβάνονται στον υπολογισμό του αποδεκτού εισοδήματος ή ζημίας που υπόκειται σε φόρο σύμφωνα με τους τοπικούς φορολογικούς κανόνες· και (δ) το καθαρό ποσό των οικείων προσθηκών και μειώσεων των καλυπτόμενων φόρων για το οικονομικό έτος σε σχέση με επιλογή συμπερίληψης κερδών ή ζημιών ιδίων κεφαλαίων, όπως αυτή περιγράφεται στο εδάφιο (6).
(iβ) μειώνει το υπόλοιπο του εξόδου υπερβαινόντων αρνητικών ΚΦ προς μεταφορά κατά το ίδιο ποσό με το ποσό που αναφέρεται στην υπουποπαράγραφο (iα).
(i) η συνολική απόδοση σε σχέση με την εν λόγω Ιδιοκτησιακή Συμμετοχή, εξαιρουμένων πιστώσεων φόρου που δεν αποτελούν ενδεδειγμένη επιστρεπτέα πίστωση φόρου, αναμένεται, κατά τον χρόνο κατά τον οποίο έγινε η επένδυση, να είναι λιγότερη σε σχέση με το συνολικό ποσό το οποίο επενδύθηκε από τον ιδιοκτήτη της Ιδιοκτησιακής Συμμετοχής σε τέτοιο βαθμό που αναμένεται ότι ένα μέρος της επένδυσης θα επιστραφεί με την μορφή πίστωσης φόρου η οποία πίστωση δεν αποτελεί ενδεδειγμένη επιστρεπτέα πίστωση φόρου· και