Ο περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμος του 2010 - 59(I)/2010
Τι αφορά αυτή η πράξη;
Αυτός ο Νόμος, ο περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμος του 2010, ρυθμίζει το σύστημα κοινωνικών ασφαλίσεων στην Κύπρο. Καθορίζει τις προϋποθέσεις για την καταβολή εισφορών και την παροχή διαφόρων επιδομάτων και συντάξεων.
Για ποιους: Κάθε πρόσωπο που ασκεί ασφαλιστέα απασχόληση, είτε ως μισθωτός είτε ως αυτοτελώς εργαζόμενος; Τους εργοδότες, συμπεριλαμβανομένης της Κυβέρνησης της Δημοκρατίας.
Προθεσμίες:
- Περιλαμβάνει ορισμούς για "ανήλικους" με συγκεκριμένες ηλικιακές ομάδες (π.χ., 15-25 ετών για άρρενες, 15-23 ετών για θήλεις υπό προϋποθέσεις).
Με μια ματιά
- Χώρα
- Κύπρος
- Τομέας δικαίου
- Κοινωνική ασφάλιση
- Άρθρα
- 4
- Πηγή
- cylaw.org
- Ανάκτηση κειμένου
- Ενημέρωση επεξήγησης
Τι ρυθμίζει αυτή η πράξη;
- Τις ασφαλιστέες απασχολήσεις και αποδοχές.
- Τους ορισμούς βασικών εννοιών όπως "ασφαλισμένος", "μισθωτός", "αυτοτελώς εργαζόμενος".
- Τις εισφορές που καταβάλλονται στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων.
- Τις παροχές που δικαιούνται οι ασφαλισμένοι.
Ποιους αφορά αυτή η πράξη;
- Κάθε πρόσωπο που ασκεί ασφαλιστέα απασχόληση, είτε ως μισθωτός είτε ως αυτοτελώς εργαζόμενος.
- Τους εργοδότες, συμπεριλαμβανομένης της Κυβέρνησης της Δημοκρατίας.
Ποια είναι τα βασικά σημεία;
- Ο Νόμος καθορίζει τι συνιστά "αδήλωτη εργασία" και "αδήλωτες αποδοχές".
- Περιλαμβάνει ορισμούς για "ανήλικους" με συγκεκριμένες ηλικιακές ομάδες (π.χ., 15-25 ετών για άρρενες, 15-23 ετών για θήλεις υπό προϋποθέσεις).
- Ορίζει το "ανώτατο όριο ασφαλιστέων αποδοχών" ως το μέγιστο ποσό αποδοχών για υπολογισμό εισφορών.
- Καθορίζει την "εξομοιούμενη ασφάλιση" ως αποδοχές που λογίζονται ως ασφαλιστέες υπό συγκεκριμένες συνθήκες.
Legal guide
Κοινωνική ασφάλιση
Κείμενο νόμου
Κείμενο νόμου
Ο περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμος του 2010 - 59(I)/2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | Επικοινωνία Κατάλογος Ενοποιημένης Νομοθεσίας Ο περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμος του 2010 (59(I)/2010) Περιεχόμενα Πλήρες Κείμενο Εκτύπωση Ιστορικό Τροποποιήσεων 59(I)/2010 114(I)/2010 126(I)/2010 2(I)/2012 37(I)/2012 170(I)/2012 193(Ι)/2012 106(Ι)/2014 194(I)/2014 176(I)/2015 1(I)/2017 52(I)/2017 115(I)/2017 132(I)/2018 126(I)/2019 ΔΙΟΡΘ. Ε.Ε. Παρ.Ι(Ι), Αρ. 4727, 4.10.2019 194(I)/2020 88(I)/2021 101(I)/2021 168(I)/2021 44(I)/2022 81(I)/2022 150(I)/2022 214(I)/2022 215(I)/2022 22(I)/2023 23(I)/2023 35(I)/2023 15(I)/2024 66(I)/2024 127(I)/2024 157(I)/2024 40(I)/2025 Προοίμιο Η Βουλή των Αντιπροσώπων ψηφίζει ως ακολούθως:
ΜΕΡΟΣ Ι ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ Συνοπτικός τίτλος 1. Ο παρών Νόμος θα αναφέρεται ως ο περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμος του 2010.
59(I)/2010 Ερμηνεία 2.-(1) Στον παρόντα Νόμο, εκτός εάν από το κείμενο προκύπτει διαφορετικά- «άδεια για λόγους ανωτέρας βίας» σημαίνει το δικαίωμα σε απουσία από την εργασία για λόγους ανωτέρας βίας που λαμβάνεται δυνάμει των διατάξεων του περί Αδειών (Πατρότητας, Γονική, Φροντίδας, Ανωτέρας Βίας) και Ευέλικτων Ρυθμίσεων Εργασίας για την Ισορροπία Μεταξύ Επαγγελματικής και Ιδιωτικής Ζωής Νόμου· «άδεια φροντίδας» σημαίνει άδεια φροντίδας που λαμβάνεται δυνάμει των διατάξεων του περί Αδειών (Πατρότητας, Γονική, Φροντίδας, Ανωτέρας Βίας) και Ευέλικτων Ρυθμίσεων Εργασίας για την Ισορροπία Μεταξύ Επαγγελματικής και Ιδιωτικής Ζωής Νόμου· «αδήλωτη εργασία» σημαίνει ασφαλιστέα απασχόληση μισθωτού ή αυτοτελώς εργαζομένου, η οποία δεν έχει δηλωθεί στον Διευθυντή, σύμφωνα με την παράγραφο (3) του Κανονισμού 4 ή με την παράγραφο (1) του Κανονισμού 5 των περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Εισφορές) Κανονισμών, ανάλογα με την περίπτωση· «αδήλωτες αποδοχές» σημαίνει ασφαλιστέες αποδοχές για τις οποίες δεν έχει υποβληθεί από τον εργοδότη η προβλεπόμενη στον Κανονισμό 10 και στην παράγραφο (2) του Κανονισμού 12 των περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Εισφορές) Κανονισμών κατάσταση αποδοχών και εισφορών μέσα στην προθεσμία που καθορίζει ο Κανονισμός 11 των εν λόγω Κανονισμών για την πληρωμή εισφορών και περιλαμβάνει την ψευδή δήλωση ασφαλιστέων αποδοχών στην εν λόγω κατάσταση· «αιτητής» σημαίνει πρόσωπο που υποβάλλει αίτηση για παροχή, δυνάμει του παρόντος Νόμου. «αμελητέες αποδοχές» σημαίνει αποδοχές μισθωτού το ποσό των οποίων είναι χαμηλότερο του καθορισμένου εβδομαδιαίου ή μηνιαίου ποσού, ανάλογα με την περίπτωση, και ο όρος «αμελητέες» θα ερμηνεύεται ανάλογα∙ «αναπηρία» σημαίνει απώλεια υγείας, δυνάμεων ή της ικανότητας για απόλαυση της ζωής∙ «ανήλικος» σημαίνει – (α) πρόσωπο που δεν έχει συμπληρώσει το δέκατο πέμπτο έτος της ηλικίας του∙ (β) αρσενικό άγαμο πρόσωπο, μεταξύ δεκαπέντε (15) και είκοσι πέντε (25) ετών που τυγχάνει τακτικής εκπαίδευσης ή μαθητείας εγκεκριμένης από το Διευθυντή ή βρίσκεται σε ενεργό υπηρεσία στην Εθνική Φρουρά δυνάμει των περί Εθνικής Φρουράς Νόμων του 1964 έως του 2008, όπως εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται∙ (γ) θηλυκό άγαμο πρόσωπο, μεταξύ δεκαπέντε (15) και είκοσι τριών (23) ετών που τυγχάνει τακτικής εκπαίδευσης ή μαθητείας εγκεκριμένης από το Διευθυντή∙ (δ) άγαμο πρόσωπο που, αν και έχει συμπληρώσει το δέκατο πέμπτο έτος της ηλικίας του, στερείται μόνιμα της ικανότητας για αυτοσυντήρηση∙ «ανίκανος προς εργασία» σημαίνει ασφαλισμένο, που λόγω ειδικής ασθένειας ή σωματικής ή πνευματικής αναπηρίας, δεν δύναται να απασχοληθεί στο επάγγελμα το οποίο συνήθως ασκούσε και ο όρος «ανικανότητα προς εργασία» θα ερμηνεύεται ανάλογα∙
«ανώτατο όριο ασφαλιστέων αποδοχών» σημαίνει το καθορισμένο ανώτατο ποσό αποδοχών μέχρι το οποίο οι αποδοχές ασφαλισμένου λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς καταβολής εισφορών∙ «αποδοχές» – (i) σε σχέση με μισθωτό, περιλαμβάνει κάθε χρηματική αντιμισθία από την απασχόλησή του και κάθε κέρδος από την απασχόληση αυτή δεκτικό χρηματικής αποτίμησης, καθώς και την εισφορά του εργοδότη για το μισθωτό αυτό στο Κεντρικό Ταμείο Αδειών, που ιδρύθηκε δυνάμει των περί Ετησίων Αδειών μετ’ Απολαβών Νόμων του 1967 έως του 2005, όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται, με εξαίρεση τις έκτακτες προμήθειες και χαριστικές (ex-gratia) πληρωμές∙ (ii) σε σχέση με αυτοτελώς εργαζόμενο, περιλαμβάνει κάθε κέρδος και όφελος από την απασχόλησή του και (iii) σε σχέση με προαιρετικά ασφαλισμένο, σημαίνει τις ασφαλιστέες αποδοχές που ο ίδιος επιλέγει δυνάμει του άρθρου 15∙ «ασφαλισμένος» σημαίνει πρόσωπο ασφαλισμένο δυνάμει του παρόντος Νόμου και σε περίπτωση που ο όρος αυτός αναφέρεται σε σχέση με οποιαδήποτε παροχή, σημαίνει πρόσωπο, το οποίο κατέβαλε ή πρόσωπο υπέρ του οποίου καταβλήθηκαν εισφορές που λαμβάνονται υπόψη για την παροχή αυτή∙ «ασφαλιστέα απασχόληση» σημαίνει, τηρουμένων των διατάξεων του «Κανονισμού (ΕΚ) 1408/71, οποιαδήποτε από τις απασχολήσεις που καθορίζονται στο Μέρος Ι του Πρώτου Πίνακα ή στο Μέρος Ι του Δεύτερου Πίνακα, εκτός εάν αυτή είναι μια από τις εξαιρούμενες απασχολήσεις που καθορίζονται στο Μέρος ΙΙ του Πρώτου Πίνακα ή στο Μέρος ΙΙ του Δεύτερου Πίνακα∙ «ασφαλιστέες αποδοχές» σημαίνει το ποσό των αποδοχών του ασφαλισμένου αναφορικά με το οποίο είναι καταβλητέες εισφορές∙ «ασφαλιστικές μονάδες» σημαίνει το αποτέλεσμα που προκύπτει από τη μετατροπή των πραγματικών και εξομοιούμενων ασφαλιστέων αποδοχών, σε ασφαλιστικές μονάδες, σύμφωνα με το άρθρο 19∙ «αυτοτελώς εργαζόμενος» σημαίνει πρόσωπο που ασκεί οποιαδήποτε ασφαλιστέα απασχόληση οριζόμενη στο Μέρος Ι του Δεύτερου Πίνακα, εκτός εάν αυτή είναι εξαιρούμενη απασχόληση σύμφωνα με το Μέρος ΙΙ του εν λόγω Πίνακα∙ «βασική ασφάλιση» σημαίνει τη βασική ασφάλιση, όπως ορίζεται στο εδάφιο (3) του άρθρου 19∙ «βασικές ασφαλιστέες αποδοχές» σημαίνει το ποσό ασφαλιστέων αποδοχών, το οποίο ορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 20∙ «γονέας» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τον περί Αδειών (Πατρότητας, Γονική, Φροντίδας, Ανωτέρας Βίας) και Ευέλικτων Ρυθμίσεων Εργασίας για την Ισορροπία Μεταξύ Επαγγελματικής και Ιδιωτικής Ζωής Νόμου· «γονική άδεια» σημαίνει- (α) γονική άδεια που λαμβάνεται δυνάμει των διατάξεων του περί Αδειών (Πατρότητας, Γονική, Φροντίδας, Ανωτέρας Βίας) και Ευέλικτων Ρυθμίσεων Εργασίας για την Ισορροπία Μεταξύ Επαγγελματικής και Ιδιωτικής Ζωής Νόμου· ή
(β) για αυτοτελώς εργαζόμενο, απουσία του γονέα από την εργασία λόγω της γέννησης ή υιοθεσίας τέκνου, ώστε να είναι δυνατή η φροντίδα του τέκνου· «Διευθυντής» σημαίνει το Διευθυντή των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων∙ «δικαιούχος», σε σχέση με οποιαδήποτε παροχή, σημαίνει το πρόσωπο που δικαιούται την παροχή αυτή∙ «εβδομαδιαία αξία», σε σχέση με ασφαλιστική μονάδα, σημαίνει την αποτίμησή της σε ασφαλιστέες αποδοχές, με βάση το εβδομαδιαίο ποσό των βασικών ασφαλιστέων αποδοχών∙ «ειδικός ιατρός» σημαίνει ιατρό που αναγνωρίζεται ως ειδικός, σύμφωνα με τους περί Εγγραφής Ιατρών Νόμους, όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται ∙ «εισφορά» σημαίνει την καταβλητέα, δυνάμει του παρόντος Νόμου, στο Ταμείο εισφορά∙ «εξαρτώμενος» σημαίνει το πρόσωπο για το οποίο καταβάλλεται αύξηση παροχής δυνάμει του άρθρου 62∙ «εξομοιούμενες ασφαλιστέες αποδοχές» σημαίνει αποδοχές, οι οποίες λογίζονται ως ασφαλιστέες αποδοχές, σύμφωνα με το άρθρο 18 και ο όρος «εξομοιούμενη ασφάλιση» θα ερμηνεύεται ανάλογα∙ «επαγγελματικό σχέδιο συντάξεων» σημαίνει οποιοδήποτε σχέδιο ή διευθέτηση που εφαρμόζεται από ένα ή περισσότερους εργοδότες ή εκ μέρους των και που προβλέπει για την καταβολή συντάξεων σε σχέση με την απασχόληση μισθωτού, σε περίπτωση αφυπηρέτησης ή θανάτου∙ «εργατική διαφορά» σημαίνει διαφορά που αναφύεται μεταξύ εργοδότη και μισθωτού ή μεταξύ μισθωτών, σε σχέση με την απασχόληση ή μη απασχόληση, τους όρους ή τις συνθήκες απασχόλησης οποιωνδήποτε προσώπων που βρίσκονται στην υπηρεσία είτε του εργοδότη με τον οποίο προέκυψε η διαφορά είτε στην υπηρεσία άλλου εργοδότη∙ «εργοδότης» περιλαμβάνει και την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας∙ «έτος εισφορών» για τους μισθωτούς, των οποίων οι αποδοχές καθορίζονται πάνω σε μηνιαία βάση, σημαίνει ημερολογιακό έτος και για τους υπόλοιπους ασφαλισμένους σημαίνει περίοδο πενήντα δύο (52) ή πενήντα τριών (53) εβδομάδων, που αρχίζει την πρώτη Δευτέρα κάθε έτους και λήγει την Κυριακή πριν από την πρώτη Δευτέρα του επόμενου έτους:
Νοείται ότι, η περίοδος από 6 Οκτωβρίου 1980 μέχρι 31 Δεκεμβρίου 1981 ή μέχρι τις 3 Ιανουαρίου 1982, ανάλογα με τη βάση υπολογισμού των αποδοχών του ασφαλισμένου, λογίζεται ως ένα έτος εισφορών∙ «έτος παροχών» σημαίνει την περίοδο που αρχίζει την πρώτη Δευτέρα του Ιουλίου κάθε έτους και λήγει την Κυριακή πριν από την πρώτη Δευτέρα του Ιουλίου του επόμενου έτους∙ «Ευρωπαϊκή Ένωση» σημαίνει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο, την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το Ελεγκτικό Συνέδριο, την Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή, την Επιτροπή Περιφερειών, τον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή, τον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, το Ευρωπαϊκό Γραφείο Ευρεσιτεχνίας, καθώς και οποιοδήποτε οργανισμό ή γραφείο ή θεσμό εγκαθιδρύθηκε ή θα εγκαθιδρυθεί στο μέλλον δυνάμει της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή δυνάμει οποιασδήποτε κοινοτικής πράξης, του οποίου ο κανονισμός γα την υπηρεσιακή κατάσταση των υπαλλήλων περιλαμβάνει ή θα περιλαμβάνει ταυτόσημες ή ανάλογες διατάξεις με αυτές του ΄Αρθρου 11 και του Παραρτήματος VIII του Κανονισμού της Υπηρεσιακής Κατάστασης των Υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης∙ «ημέρα διακοπής της απασχόλησης» σημαίνει ημέρα ανικανότητας προς εργασία ή ημέρα ανεργίας∙ «ημερήσιο ύψος», σε σχέση με περιοδική παροχή, σημαίνει το ένα έκτο του εβδομαδιαίου ύψους της παροχής αυτής∙ «ιατροφαρμακευτική περίθαλψη» σημαίνει ιατρική περίθαλψη, χειρουργική επέμβαση και θεραπεία προς αποκατάσταση της υγείας και περιλαμβάνει θεραπείες οποιασδήποτε φύσης, δίαιτες ή άλλες θεραπευτικές αγωγές, καθώς και φαρμακευτική περίθαλψη∙ «ιατρός» σημαίνει ιατρό εγγεγραμμένο δυνάμει του περί Εγγραφής Ιατρών Νόμου∙ «καθορισμένος» σημαίνει καθορισμένο με Κανονισμούς∙ «Κανονισμοί» σημαίνει Κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει του παρόντος Νόμου∙ «Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1408/71» σημαίνει τον Κανονισμό (ΕΚ) αρ. 1408/71 του Συμβουλίου της 14ης Ιουνίου 1971 περί εφαρμογής των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης στους μισθωτούς, στους μη μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας, όπως αυτός τροποποιήθηκε τελευταία από τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 595/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 17ης Ιουνίου 2008 και όπως περαιτέρω εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται∙ «Κανονισμός Υπηρεσιακής Κατάστασης των Υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης» σημαίνει τον Κανονισμό (ΕΚ) αρ. 31 και τον Κανονισμό (EURATOM) αρ. 11 περί καθορισμού του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων και του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης Ατομικής Ενέργειας, όπως αυτοί τροποποιήθηκαν τελευταία από τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 160/2009 του Συμβουλίου της 23ης Φεβρουαρίου 2009 και όπως περαιτέρω εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται καθώς και οποιοδήποτε άλλο κανονισμό που αφορά στην Υπηρεσιακή Κατάσταση των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά την έννοια του παρόντος Νόμου∙
«κοινωνική σύνταξη» σημαίνει τη σύνταξη που χορηγείται δυνάμει των περί Χορήγησης Κοινωνικής Σύνταξης Νόμων του 1995 μέχρι 2005, όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται∙ «κράτος μέλος» σημαίνει κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και περιλαμβάνει τα κράτη που αποτελούν συμβαλλόμενα μέρη στη Συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο και την Ελβετία∙ «μήνας εισφορών», σε σχέση με μισθωτό του οποίου οι αποδοχές καθορίζονται πάνω σε μηνιαία βάση, σημαίνει τον ημερολογιακό μήνα και για τους υπόλοιπους ασφαλισμένους σημαίνει περίοδο τεσσάρων (4) ή πέντε (5) εβδομάδων, που αρχίζει μέσα σε κάθε ημερολογιακό μήνα∙ «μισθωτός» σημαίνει πρόσωπο που ασκεί οποιαδήποτε ασφαλιστέα απασχόληση καθοριζόμενη στο Μέρος Ι του Πρώτου Πίνακα, αλλά οι κληρικοί δεν θεωρούνται μισθωτοί για τους σκοπούς των περί Ετησίων Αδειών μετ’ Απολαβών Νόμων του 1967 έως 2005, των περί Τερματισμού Απασχόλησης Νόμων του 1967 έως (Αρ. 2) του 2003, όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται, των περί Ανάπτυξης Ανθρώπινου Δυναμικού Νόμων του 1999 έως του 2007 και των περί Ταμείου Κοινωνικής Συνοχής Νόμων του 2002 και 2003, όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται∙ «μόνος γονέας» σημαίνει γονέα άγαμο, χήρο ή διαζευγμένο, ανεξαρτήτως φύλου∙ «νόμος που καταργήθηκε» σημαίνει τους περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμους που καταργούνται από τον παρόντα Νόμο∙ «ουσιώδης χρόνος», σε σχέση με οποιαδήποτε παροχή, σημαίνει την πρώτη ημέρα από την οποία ένα πρόσωπο θα δικαιούταν την παροχή, εάν υπέβαλλε αίτηση μέσα στην καθορισμένη για την παροχή αυτή προθεσμία∙ «παράνομα απασχολούμενος» σημαίνει πρόσωπο που εργοδοτείται σε παράνομη απασχόληση·». «παράνομη απασχόληση» σημαίνει την απασχόληση προσώπου, ως μισθωτού ή ως αυτοτελώς εργαζόμενου, το οποίο διαμένει ή παραμένει παράνομα στη Δημοκρατία ή το οποίο απασχολείται χωρίς την εξασφάλιση άδειας απασχόλησης σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία· «παρένθετη μητέρα» είναι η γυναίκα που κυοφορεί και γεννά (φέρουσα ή κυοφόρος), ύστερα από εξωσωματική γονιμοποίηση και μεταφορά εμβρύων, με χρήση γενετικού υλικού ξένου προς την ίδια, για λογαριασμό ενός ζευγαριού, το οποίο επιθυμεί να αποκτήσει παιδί αλλά αδυνατεί για ιατρικούς λόγους, σύμφωνα με τις διατάξεις του περί της Εφαρμογής της Ιατρικώς Υποβοηθούμενης Αναπαραγωγής Νόμου∙ «παροχή» σημαίνει παροχή που καταβάλλεται δυνάμει του παρόντος Νόμου∙ «πατέρας» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τον περί Αδειών (Πατρότητα, Γονική, Φροντίδας, Ανωτέρας Βίας) και Ευέλικτων Ρυθμίσεων Εργασίας για την Ισορροπία Μεταξύ Επαγγελματικής και Ιδιωτικής Ζωής Νόμου·
«περίοδος αναφοράς» σε σχέση με ασφαλισμένο σημαίνει την περίοδο που αρχίζει στις 5 Οκτωβρίου 1964 ή εάν ο ασφαλισμένος συμπλήρωσε την ηλικία των δεκαέξι (16) ετών μετά τις 3 Οκτωβρίου 1965, την περίοδο που αρχίζει την πρώτη ημέρα του έτους εισφορών μέσα στο οποίο συμπλήρωσε την ηλικία αυτή και λήγει την τελευταία εβδομάδα πριν από εκείνη η οποία περιλαμβάνει τον ουσιώδη χρόνο και σε περίπτωση ασφαλισμένου αναφορικά με τον οποίο τυγχάνει εφαρμογής το εδάφιο (5) του άρθρου 24, η ανωτέρω περίοδος αρχίζει στις 7 Ιανουαρίου 1957 ή την πρώτη ημέρα του έτους εισφορών μέσα στο οποίο ασφαλισμένος συμπλήρωσε το δέκατο έκτο έτος της ηλικίας του, οποιαδήποτε από τις δύο ημερομηνίες είναι μεταγενέστερη∙ «περίοδος ασφάλισης» σημαίνει περίοδο πραγματικής ή εξομοιούμενης ασφάλισης∙ «περίοδος διακοπής της απασχόλησης» σημαίνει οποιεσδήποτε δύο ημέρες διακοπής της απασχόλησης, συναπτές ή μη, που εμπίπτουν σε μια περίοδο έξι (6) συναπτών ημερών και οποιεσδήποτε τέτοιες περιόδους διακοπής της απασχόλησης μεταξύ των οποίων δεν παρεμβάλλεται χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των δεκατριών (13) εβδομάδων απασχόλησης∙ «περίοδος εισφοράς», σε σχέση με μισθωτό, του οποίου οι αποδοχές καθορίζονται πάνω σε μηνιαία βάση, σημαίνει τον ημερολογιακό μήνα και σε σχέση με τους υπόλοιπους ασφαλισμένους σημαίνει την ημερολογιακή εβδομάδα∙ «πραγματικές ασφαλιστέες αποδοχές» σημαίνει ασφαλιστέες αποδοχές αναφορικά με τις οποίες έχουν καταβληθεί εισφορές και ο όρος «πραγματική ασφάλιση» θα ερμηνεύεται ανάλογα∙ «συμπληρωματική ασφάλιση» σημαίνει τη συμπληρωματική ασφάλιση, όπως ορίζεται στο εδάφιο (3) του άρθρου 19∙ «συντάξιμη ηλικία» σημαίνει την ηλικία των εξήντα πέντε (65) ετών, σε περίπτωση όμως προσώπου που δικαιούται θεσμοθετημένη σύνταξη με βάση το άρθρο 36, σημαίνει την ηλικία των εξήντα τριών (63) ετών και αυτή αναπροσαρμόζεται από το 2018, με τρόπο που θα καθορίζεται με Κανονισμούς, κάθε πέντε (5) χρόνια με βάση τη μεταβολή του προσδόκιμου ζωής κατά τη συντάξιμη ηλικία, με πρώτη αναπροσαρμογή που θα αντιστοιχεί στη μεταβολή του προσδόκιμου ζωής της πενταετίας 2018 μέχρι 2023∙ «συντάξιμος κρατικός υπάλληλος» σημαίνει πρόσωπο που κατέχει συντάξιμη θέση δυνάμει των διατάξεων των περί Συντάξεων Νόμων του 1997 έως του 2010, όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται∙ «σχετικές ασφαλιστικές προϋποθέσεις», σε σχέση με οποιαδήποτε παροχή σημαίνει τις ασφαλιστικές προϋποθέσεις που ορίζονται για την παροχή αυτή στον Τρίτο Πίνακα∙ «σχετική απώλεια ικανότητας» σημαίνει την ολική ή μερική απώλεια της συνήθους χρήσης οργάνων ή μερών του σώματος ή την ως συνέπεια αυτής καταστροφή ή βλάβη των ψυχικών ή πνευματικών λειτουργιών∙
«σχετικό έτος εισφορών» σε σχέση με παροχή, σημαίνει το τελευταίο έτος εισφορών πριν από το έτος παροχών που περιλαμβάνει την ημερομηνία κατά την οποία πρέπει να ικανοποιούνται οι σχετικές με την παροχή ασφαλιστικές προϋποθέσεις∙ «Ταμείο» σημαίνει το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων που ιδρύεται δυνάμει του άρθρου 73∙ «ταμείο επαγγελματικών συνταξιοδοτικών παροχών» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τους περί Ταμείων Επαγγελματικών Συνταξιοδοτικών Παροχών Νόμους του 2006 και 2007, όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται∙ «Ταμείο προνοίας» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τους περί Ταμείων Προνοίας Νόμους του 1981 μέχρι του 2005, όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται∙ «τέκνο» περιλαμβάνει και προγονό, εξώγαμο τέκνο και τέκνο που υιοθετήθηκε κατά τρόπο που αναγνωρίζεται από το δίκαιο και οι όροι «γονέας», «μητέρα» και «πατέρας» θα ερμηνεύονται ανάλογα∙ «τοκετός» σημαίνει τοκετό που απολήγει στη γέννηση ζωντανού τέκνου, ή τοκετό ύστερα από τη συμπλήρωση είκοσι οκτώ (28) εβδομάδων κυοφορίας που απολήγει στη γέννηση ζωντανού ή νεκρού τέκνου∙ «τρίτη χώρα» σημαίνει χώρα που δεν είναι κράτος μέλος∙ «Υπουργός» σημαίνει τον Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων.
59(I)/2010 2(I)/2012 193(Ι)/2012 52(I)/2017 115(I)/2017 214(I)/2022 66(I)/2024 Σκοπός του παρόντος Νόμου και πεδίο εφαρμογής 3.-(1) Σκοπός του παρόντος Νόμου είναι η εφαρμογή συστήματος κοινωνικών ασφαλίσεων, κατ’ επιταγήν του ΄Αρθρου 9 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας.
59(I)/2010 ΜΕΡΟΣ ΙΙ ΑΣΦΑΛΙΣΜΕΝΟΙ ΚΑΙ ΕΙΣΦΟΡΕΣ Υποχρέωση για εισφορές αναφορικά με μισθωτούς 4. Για κάθε περίοδο εισφοράς, μέσα στην οποία ένα πρόσωπο απασχολήθηκε ως μισθωτός, υπάρχει υποχρέωση καταβολής εισφορών από το μισθωτό, τον εργοδότη του και το Πάγιο Ταμείο της Δημοκρατίας, εκτός από την περίπτωση όπου οι αποδοχές του μισθωτού είναι αμελητέες:
Νοείται ότι, όταν πρόκειται για μισθωτό που είναι μαθητευόμενος ή μισθωτό που εκτίει ποινή φυλάκισης απασχολούμενο σε φυλακή της Δημοκρατίας, υπάρχει υποχρέωση καταβολής εισφορών έστω και εάν οι αποδοχές είναι αμελητέες.
59(I)/2010 Ύψος εισφορών αναφορικά με μισθωτούς 5.-(1) Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Νόμου, το ποσό των εισφορών που καταβάλλεται για την απασχόληση μισθωτού, είναι ίσο με ποσοστό επί των ασφαλιστέων αποδοχών του - (α) 15,5%, από το οποίο 6% καταβάλλεται από το μισθωτό, 6% από τον εργοδότη και 3,5% από το Πάγιο Ταμείο της Δημοκρατίας, από τις 6 Οκτωβρίου 1980, (β) 16,6%, από το οποίο 6,3% καταβάλλεται από το μισθωτό, 6,3% από τον εργοδότη και 4% από το Πάγιο Ταμείο της Δημοκρατίας, από το έτος εισφορών που αρχίζει κατά ή μετά την 1η Ιανουαρίου 1993, (γ) 17,9%, από το οποίο 6,8% καταβάλλεται από το μισθωτό, 6,8% από τον εργοδότη και 4,3% από το Πάγιο Ταμείο της Δημοκρατίας, από το μήνα εισφορών Απρίλιο 2009, (δ) 20,2% από το οποίο 7,8% καταβάλλεται από το μισθωτό, 7,8% από τον εργοδότη και 4,6,% από το Πάγιο Ταμείο της Δημοκρατίας, από το έτος εισφορών που αρχίζει κατά ή μετά την 1η Ιανουαρίου 2014, (ε) 21,5%, από το οποίο 8,3% καταβάλλεται από το μισθωτό, 8,3% από τον εργοδότη και 4,9% από το Πάγιο Ταμείο της Δημοκρατίας, από το έτος εισφορών που αρχίζει κατά ή μετά την 1η Ιανουαρίου 2019, (στ) 23,1%, από το οποίο 8,9% καταβάλλεται από τον μισθωτό, 8,9% από τον εργοδότη και 5,3% από το Πάγιο Ταμείο, από το έτος εισφορών που αρχίζει κατά ή μετά την 1η Ιανουαρίου 2024, (ζ) 24,7%, από το οποίο 9,5% καταβάλλεται από τον μισθωτό, 9,5% από τον εργοδότη και 5,7% από το Πάγιο Ταμείο, από το έτος εισφορών που αρχίζει κατά ή μετά την 1η Ιανουαρίου 2029, (η) 26,4% από το οποίο 10,2% καταβάλλεται από τον μισθωτό, 10,2% από τον εργοδότη και 6% από το Πάγιο Ταμείο, από το έτος εισφορών που αρχίζει κατά ή μετά την 1η Ιανουαρίου 2034, (θ) 27,7% από το οποίο 10,7% καταβάλλεται από τον μισθωτό, 10,7% από τον εργοδότη και 6,3% από το Πάγιο Ταμείο, από το έτος εισφορών που αρχίζει κατά ή μετά την 1η Ιανουαρίου 2039:
Νοείται ότι, σε περίπτωση που η αναλογιστική μελέτη που θα διενεργηθεί πριν από την επιβολή των προβλεπόμενων στις παραγράφους (στ), (ζ), (η) και (θ) ποσοστιαίων αυξήσεων επί των ασφαλιστέων αποδοχών, καταδείξει ότι, με ή χωρίς τη λήψη οποιωνδήποτε μέτρων, δεν είναι αναγκαία η επιβολή των πιο πάνω αυξήσεων, ή είναι αναγκαία η επιβολή μικρότερων αυξήσεων, θα επιβάλλονται τα υποδεικνυόμενα από την υπό αναφορά αναλογιστική μελέτη ποσοστά επί των ασφαλιστέων αποδοχών:
Νοείται περαιτέρω ότι, οι προβλεπόμενες στις παραγράφους (στ), (ζ), (η) και (θ) ποσοστιαίες αυξήσεις δεν δύναται να είναι ύψους χαμηλότερου του ύψους των ισχυόντων κατά τον αμέσως προ της έναρξης της ισχύος του περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2019, ποσοστών επί των ασφαλιστέων αποδοχών.
Νοείται ότι, σε περίπτωση που η αναλογιστική μελέτη που θα διενεργηθεί πριν από την επιβολή των προβλεπόμενων στις παραγράφους (στ), (ζ), (η) και (θ) ποσοστιαίων αυξήσεων επί των ασφαλιστέων αποδοχών, καταδείξει ότι, με ή χωρίς τη λήψη οποιωνδήποτε μέτρων, δεν είναι αναγκαία η επιβολή των πιο πάνω αυξήσεων ή είναι αναγκαία η επιβολή μικρότερων αυξήσεων, θα επιβάλλονται τα υποδεικνυόμενα από την υπό αναφορά αναλογιστική μελέτη ποσοστά επί των ασφαλιστέων αποδοχών:
Νοείται περαιτέρω ότι, οι προβλεπόμενες στις παραγράφους (στ), (ζ), (η) και (θ) ποσοστιαίες αυξήσεις δεν δύναται να είναι ύψους χαμηλότερου των ισχυόντων κατά τον αμέσως προ της έναρξης της ισχύος του περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2019, ποσοστών επί των ασφαλιστέων αποδοχών.
59(I)/2010 193(Ι)/2012 126(I)/2019 Επιστροφή εισφορών σε μισθωτούς που υπάγονται αναδρομικά σε επαγγελματικά σχέδια συντάξεων χωρίς εισφορές 6. Σε μισθωτό, στην περίπτωση του οποίου δεν εφαρμόζεται το εδάφιο (2) του άρθρου 5, ο οποίος υπάγεται αναδρομικά σ’ επαγγελματικό σχέδιο συντάξεων χωρίς εισφορές από τον ίδιο, επιστρέφεται από τον εργοδότη του για την περίοδο απασχόλησής του που αναγνωρίστηκε ως συντάξιμη με βάση το εν λόγω επαγγελματικό σχέδιο, ποσό ίσο- (α) με 3% του συνόλου των ασφαλιστέων αποδοχών του, για την περίοδο από τις 6 Οκτωβρίου 1980 μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 1992, (β) με 3,1% των ασφαλιστέων αποδοχών του, για την περίοδο από την 1η Ιανουαρίου 1993 μέχρι την 31η Μαρτίου 2009, (γ) με 3,35% των ασφαλιστέων αποδοχών του, για την περίοδο από την 1η Απριλίου 2009 μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2013, (δ) με 3,85% των ασφαλιστέων αποδοχών του, για την περίοδο από την 1η Ιανουαρίου 2014 μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2018, (ε) με 4,1% των ασφαλιστέων αποδοχών του, για την περίοδο από την 1η Ιανουαρίου 2019 μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2023, (στ) με 4,45% των ασφαλιστέων αποδοχών του, για την περίοδο από την 1η Ιανουαρίου 2024 μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2028, (ζ) με 4,8% των ασφαλιστέων αποδοχών του, για την περίοδο από την 1η Ιανουαρίου 2029 μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2033, (η) με 5,25% των ασφαλιστέων αποδοχών του, για την περίοδο από την 1η Ιανουαρίου 2034 μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2038, και (θ) με 5,5% των ασφαλιστέων αποδοχών του, για την περίοδο από την 1η Ιανουαρίου 2039:
Νοείται ότι, σε περίπτωση που η αναλογιστική μελέτη που θα διενεργηθεί πριν την επιβολή των προβλεπόμενων στις παραγράφους (στ), (ζ), (η) και (θ) ποσοστιαίων αυξήσεων επί των ασφαλιστέων αποδοχών, καταδείξει ότι, με ή χωρίς τη λήψη οποιωνδήποτε μέτρων, δεν είναι αναγκαία η επιβολή των πιο πάνω αυξήσεων ή είναι αναγκαία η επιβολή μικρότερων αυξήσεων, θα επιβάλλονται τα υποδεικνυόμενα από την υπό αναφορά αναλογιστική μελέτη ποσοστά επί των ασφαλιστέων αποδοχών:
Νοείται περαιτέρω ότι, οι προβλεπόμενες στις παραγράφους (στ), (ζ), (η) και (θ) ποσοστιαίες αυξήσεις δεν δύναται να είναι ύψους χαμηλότερου του ύψους των ισχυόντων κατά τον αμέσως προ της έναρξης της ισχύος του περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2019, ποσοστών ασφαλιστέων αποδοχών.
59(I)/2010 193(Ι)/2012 126(I)/2019 Εισφορά για πρόσωπα που υπηρετούν στην Εθνική Φρουρά 7.-(1) Για κάθε εβδομάδα κατά τη διάρκεια της οποίας πρόσωπο, που κλήθηκε για υπηρεσία στην Εθνική Φρουρά δυνάμει των περί Εθνικής Φρουράς Νόμων, διατελεί σε ενεργό υπηρεσία, η Κυβέρνηση της Δημοκρατίας καταβάλλει για το πρόσωπο αυτό καθορισμένη εισφορά, ίση με 1,25% των βασικών ασφαλιστέων αποδοχών.
59(I)/2010 Απασχόληση μισθωτού από δύο ή περισσότερους εργοδότες 8. Όταν ο μισθωτός απασχολείται από δύο ή περισσότερους εργοδότες μέσα στην ίδια περίοδο εισφοράς, υπάρχει υποχρέωση για καταβολή εισφορών σε σχέση με την απασχόληση του μισθωτού από τον κάθε εργοδότη.
59(I)/2010 Ασφαλισμένος που απασχολείται ως μισθωτός και ως αυτοτελώς εργαζόμενος μέσα στην ίδια περίοδο εισφοράς 9. Όταν ασφαλισμένος απασχολείται μέσα στην ίδια περίοδο εισφοράς ταυτόχρονα ή διαδοχικά, ως μισθωτός και ως αυτοτελώς εργαζόμενος, υπάρχει υποχρέωση καταβολής εισφορών και για τις δύο αυτές απασχολήσεις.
59(I)/2010 Παρακράτηση εισφοράς μισθωτού από τον εργοδότη 10.-(1) Ανεξάρτητα από οποιαδήποτε αντίθετη σύμβαση ή συμφωνία, ο εργοδότης δεν δικαιούται να διεκδικεί ή παρακρατεί από τις αποδοχές μισθωτού, τον οποίο απασχολεί, το ποσό της εισφοράς που ο εν λόγω εργοδότης οφείλει να καταβάλει για τον εν λόγω μισθωτό.
59(I)/2010 Υποχρέωση για εισφορές αναφορικά με αυτοτελώς εργαζομένους 11. Για κάθε περίοδο εισφοράς μέσα στην οποία πρόσωπο απασχολήθηκε ως αυτοτελώς εργαζόμενος, υπάρχει υποχρέωση για καταβολή εισφοράς από τον αυτοτελώς εργαζόμενο και από το Πάγιο Ταμείο της Δημοκρατίας.
59(I)/2010 Ύψος εισφορών για αυτοτελώς εργαζομένους 12. Το ποσό της εισφοράς που καταβάλλεται για την απασχόληση αυτοτελώς εργαζομένου είναι ίσο με ποσοστό επί των ασφαλιστέων αποδοχών του - (α) 15,5%, από το οποίο 12% καταβάλλεται από τον ίδιο και 3,5% από το Πάγιο Ταμείο της Δημοκρατίας, από τις 6 Οκτωβρίου 1980, (β) 14,5%, από το οποίο 11% καταβάλλεται από τον ίδιο και 3,5% από το Πάγιο Ταμείο της Δημοκρατίας, από την 30η Μαΐου 1988, (γ) 15,6%, από το οποίο 11,6% καταβάλλεται από τον ίδιο και 4% από το Πάγιο Ταμείο της Δημοκρατίας, από την πρώτη Δευτέρα του έτους εισφορών 1993, (δ) 16,9%, από το οποίο 12,6% καταβάλλεται από τον ίδιο και 4,3% από το Πάγιο Ταμείο της Δημοκρατίας, από την πρώτη Δευτέρα του μήνα εισφορών Απριλίου του 2009, (ε) 19,2%, από το οποίο 14,6% καταβάλλεται από τον ίδιο και 4,6% από το Πάγιο Ταμείο της Δημοκρατίας, από την πρώτη Δευτέρα του έτους εισφορών 2014, (στ) 20,5%, από το οποίο 15,6% καταβάλλεται από τον ίδιο και 4,9% από το Πάγιο Ταμείο της Δημοκρατίας, από την πρώτη Δευτέρα του έτους εισφορών 2019, (ζ) 22,1%, από το οποίο 16,8% καταβάλλεται από τον ίδιο και 5,3% από το Πάγιο Ταμείο, από την ημέρα που συμπίπτει με την πρώτη Δευτέρα του έτους εισφορών 2024, (η) 23,7%, από το οποίο 18% καταβάλλεται από τον ίδιο και 5,7% από το Πάγιο Ταμείο, από την ημέρα που συμπίπτει με την πρώτη Δευτέρα του έτους εισφορών 2029, (θ) 25,4%, από το οποίο 19,4% καταβάλλεται από τον ίδιο και 6% από το Πάγιο Ταμείο, από την ημέρα που συμπίπτει με την πρώτη Δευτέρα του έτους εισφορών 2034, (ι) 26,7% από το οποίο 20,4% καταβάλλεται από τον ίδιο και 6,3% από το Πάγιο Ταμείο, από την ημέρα που συμπίπτει με την πρώτη Δευτέρα του έτους εισφορών 2039:
Νοείται ότι, σε περίπτωση που η αναλογιστική μελέτη που θα διενεργηθεί πριν από την επιβολή των προβλεπόμενων στις παραγράφους (στ), (ζ), (η) και (θ) ποσοστιαίων αυξήσεων επί των ασφαλιστέων αποδοχών, καταδείξει ότι, με ή χωρίς τη λήψη οποιωνδήποτε μέτρων, δεν είναι αναγκαία η επιβολή των πιο πάνω αυξήσεων ή είναι αναγκαία η επιβολή μικρότερων αυξήσεων, θα επιβάλλονται τα υποδεικνυόμενα από την υπό αναφορά αναλογιστική μελέτη ποσοστά επί των ασφαλιστέων αποδοχών:
Νοείται περαιτέρω ότι, οι προβλεπόμενες στις παραγράφους (στ), (ζ), (η) και (θ) ποσοστιαίες αυξήσεις δεν δύναται να είναι ύψους χαμηλότερου του ύψους των ισχυόντων κατά τον αμέσως προ της έναρξης της ισχύος του περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2019, ποσοστών επί των ασφαλιστέων αποδοχών.
59(I)/2010 193(Ι)/2012 126(I)/2019 Περιορισμός αναδρομικής καταβολής εισφορών 13. Καμιά εισφορά δεν καταβάλλεται για απασχόληση μισθωτού ή αυτοτελώς εργαζομένου μετά την πάροδο έξι (6) ετών από το τέλος της περιόδου εισφοράς για την οποία οφείλεται η εισφορά.
59(I)/2010 Προαιρετική ασφάλιση 14.-(1) Κάθε πρόσωπο δικαιούται, κατόπιν υποβολής αίτησης προς το Διευθυντή, να ασφαλιστεί προαιρετικά εάν - (α) έχει πραγματική βασική ασφάλιση, ίση με μια (1) τουλάχιστον ασφαλιστική μονάδα, ή (β) έχει τη συνήθη διαμονή του στην Κύπρο και εργάζεται εκτός Κύπρου στην υπηρεσία Κύπριου εργοδότη στο έδαφος τρίτης χώρας:
Νοείται ότι, για τους σκοπούς της παραγράφου (β) του εδαφίου (1), «κύπριος εργοδότης» σημαίνει εργοδότη που έχει τη συνήθη διαμονή του ή επαγγελματική εγκατάσταση στην Κύπρο ή νομικό πρόσωπο εγγεγραμμένο στην Κύπρο ή στο οποίο κύπριος πολίτης ή νομικό πρόσωπο εγγεγραμμένο στην Κύπρο, μετέχει ουσιωδώς.
59(I)/2010 Ύψος εισφορών για προαιρετικά ασφαλισμένους 15.-(1) To ποσό των εισφορών που καταβάλλονται για κάθε περίοδο εισφοράς αναφορικά με ασφαλισμένο, δυνάμει της παραγράφου (α) του εδαφίου (1) του άρθρου 14, είναι ίσο με ποσοστό επί των ασφαλιστέων αποδοχών του - (α) 15,5%, από το οποίο 12% καταβάλλεται από τον ίδιο τον ασφαλισμένο και 3,5% από το Πάγιο Ταμείο της Δημοκρατίας, από τις 6 Οκτωβρίου 1980, (β) 13,5% από το οποίο 10% καταβάλλεται από τον ίδιο τον ασφαλισμένο και 3,5% από το Πάγιο Ταμείο της Δημοκρατίας, από την πρώτη Δευτέρα του έτους εισφορών 1993, (γ) 14,8% από το οποίο 11% καταβάλλεται από τον ίδιο τον ασφαλισμένο και 3,8% από το Πάγιο Ταμείο της Δημοκρατίας, από την πρώτη Δευτέρα του μήνα εισφορών Απριλίου του 2009, (δ) 17,1% από το οποίο 13% καταβάλλεται από τον ίδιο τον ασφαλισμένο και 4,1% από το Πάγιο Ταμείο της Δημοκρατίας, από την πρώτη Δευτέρα του έτους εισφορών 2014, (ε) 18,4% από το οποίο 14% καταβάλλεται από τον ίδιο τον ασφαλισμένο και 4,4% από το Πάγιο Ταμείο της Δημοκρατίας, από την πρώτη Δευτέρα του έτους εισφορών 2019, (στ) 20% από το οποίο 15,2% καταβάλλεται από τον ασφαλισμένο και 4,8% από το Πάγιο Ταμείο, από την ημέρα που συμπίπτει με την πρώτη Δευτέρα του έτους εισφορών 2024, (ζ) 21,6% από το οποίο 16,4% καταβάλλεται από τον ασφαλισμένο και 5,2% από το Πάγιο Ταμείο, από την ημέρα που συμπίπτει με την πρώτη Δευτέρα του έτους εισφορών 2029, (η) 23,3% από το οποίο 17,8% καταβάλλεται από τον ασφαλισμένο και 5,5% από το Πάγιο Ταμείο, από την ημέρα που συμπίπτει με την πρώτη Δευτέρα του έτους εισφορών 2034, (θ) 24,6% από το οποίο 18,8% καταβάλλεται από τον ασφαλισμένο και 5,8% από το Πάγιο Ταμείο, από την ημέρα που συμπίπτει με την πρώτη Δευτέρα του έτους εισφορών 2039:
Νοείται ότι, σε περίπτωση που η αναλογιστική μελέτη που θα διενεργηθεί πριν από την επιβολή των προβλεπόμενων στις παραγράφους (στ), (ζ), (η) και (θ) ποσοστιαίων αυξήσεων επί των ασφαλιστέων αποδοχών, καταδείξει ότι, με ή χωρίς τη λήψη οποιωνδήποτε μέτρων, δεν είναι αναγκαία η επιβολή των πιο πάνω αυξήσεων ή είναι αναγκαία η επιβολή μικρότερων αυξήσεων, θα επιβάλλονται τα υποδεικνυόμενα από την υπό αναφορά αναλογιστική μελέτη, ποσοστά επί των ασφαλιστέων αποδοχών:
Νοείται περαιτέρω ότι, οι προβλεπόμενες στις παραγράφους (στ), (ζ), (η) και (θ) ποσοστιαίες αυξήσεις, δεν δύναται να είναι ύψους χαμηλότερου του ύψους των ισχυόντων κατά τον αμέσως προ της έναρξης της ισχύος του περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2019, ποσοστών ασφαλιστέων αποδοχών.
Νοείται ότι, σε περίπτωση που η αναλογιστική μελέτη που θα διενεργηθεί πριν από την επιβολή των προβλεπόμενων στις παραγράφους (στ), (ζ), (η) και (θ), ποσοστιαίων αυξήσεων επί των ασφαλιστέων αποδοχών, καταδείξει ότι, με ή χωρίς τη λήψη οποιωνδήποτε μέτρων, δεν είναι αναγκαία η επιβολή των πιο πάνω αυξήσεων ή είναι αναγκαία η επιβολή μικρότερων αυξήσεων, θα επιβάλλονται τα υποδεικνυόμενα από την υπό αναφορά αναλογιστική μελέτη, ποσοστά επί των ασφαλιστέων αποδοχών:
Νοείται περαιτέρω ότι, οι προβλεπόμενες στις παραγράφους (στ), (ζ), (η) και (θ) ποσοστιαίες αυξήσεις, δεν δύναται να είναι ύψους χαμηλότερου του ύψους των καταβλητέων κατά τον αμέσως προ της έναρξης της ισχύος του περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2019, ποσοστών επί των ασφαλιστέων εισφορών.
Νοείται ότι, εάν το ως ανωτέρω υπολογιζόμενο ποσό είναι χαμηλότερο του ποσού των βασικών ασφαλιστέων αποδοχών που ορίστηκε για το έτος εισφορών για το οποίο καταβάλλονται εισφορές, ο ασφαλισμένος δικαιούται να επιλέξει να καταβάλλει εισφορά με βάση το εν λόγω ποσό των βασικών ασφαλιστέων αποδοχών.
59(I)/2010 193(Ι)/2012 126(I)/2019 Ηλικία μέχρι την οποία καταβάλλονται εισφορές 16. Ανεξάρτητα από τις προηγούμενες διατάξεις του παρόντος Νόμου, καμιά εισφορά δεν καταβάλλεται από ή αναφορικά με - (α) πρόσωπο για το οποίο δεν καταβλήθηκε καμιά εισφορά πριν από την ημέρα που αυτό συμπλήρωσε τη συντάξιμη ηλικία∙ και (β) ασφαλισμένο για οποιαδήποτε περίοδο ή μέρος περιόδου εισφοράς μεταγενέστερη της ημερομηνίας κατά την οποία αυτός συμπλήρωσε τη συντάξιμη ηλικία:
Νοείται ότι, στην περίπτωση ασφαλισμένου που δεν ικανοποιεί τις σχετικές ασφαλιστικές προϋποθέσεις για θεσμοθετημένη σύνταξη, η συντάξιμη ηλικία παρατείνεται μέχρι την ημέρα που αυτός θα ικανοποιήσει τις εν λόγω προϋποθέσεις, σε καμιά περίπτωση όμως δεν παρατείνεται πέραν από την ηλικία των εξήντα οκτώ (68) ετών.
59(I)/2010 52(I)/2017 Περίοδοι εξομοιούμενης ασφάλισης 17.-(1) Ασφαλισμένος λογίζεται ότι έχει ασφαλιστέες αποδοχές για τις οποίες, όμως, δεν έχει υποχρέωση για καταβολή εισφορών - (α) για κάθε περίοδο που αρχίζει κατά ή μετά την πρώτη ημέρα του έτους εισφορών, μέσα στο οποίο συμπλήρωσε το δέκατο έκτο έτος της ηλικίας του, κατά την οποία αυτός τυγχάνει τακτικής εκπαίδευσης ή μαθητείας που εγκρίνει ο Διευθυντής, σε καμιά, όμως, περίπτωση για περίοδο πριν από τις 5 Οκτωβρίου 1964∙ (β) για κάθε περίοδο που αρχίζει την πρώτη ημέρα του έτους εισφορών του αμέσως προηγούμενου εκείνου, μέσα στο οποίο κατέστη ασφαλισμένος και λήγει την τελευταία ημέρα της περιόδου εισφοράς πριν από αυτή, μέσα στην οποία κατέστη ασφαλισμένος∙ (γ) για κάθε ημέρα, κατά την οποία δικαιούται επίδομα ασθενείας, ανεργίας, μητρότητας, πατρότητας, σωματικής βλάβης ή γονικής άδειας∙ (δ) για το χρονικό διάστημα, κατά το οποίο δικαιούται σύνταξη ανικανότητας∙ (ε) για κάθε ημέρα που είναι γι’ αυτόν ημέρα ανικανότητας για εργασία ή ανεργίας, εάν ασκεί συνήθως ασφαλιστέα απασχόληση, όπως αυτή ορίζεται στο Μέρος Ι του Πρώτου Πίνακα και κερδίζει συνήθως τα προς το ζην από τέτοια απασχόληση∙ (στ) για κάθε ημέρα ανικανότητας για εργασία που αποτελεί τμήμα περιόδου διακοπής απασχόλησης, το οποίο έπεται της εξάντλησης του δικαιώματός του για επίδομα ασθενείας, εάν ασκεί συνήθως ασφαλιστέα απασχόληση, όπως αυτή καθορίζεται στο Μέρος Ι του Δεύτερου Πίνακα και κερδίζει συνήθως τα προς το ζην από τέτοια απασχόληση:
Νοείται ότι, η συνολική περίοδος για την οποία ασφαλισμένος λογίζεται ότι έχει ασφαλιστέες αποδοχές δυνάμει των παραγράφων (ε) και/ή (στ), δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερη των έξι (6) μηνών σε κάθε περίοδο διακοπής απασχόλησης∙ (ζ) σε περίπτωση ασφαλισμένου μισθωτού, για κάθε ημέρα κατά την οποία απουσιάζει από την εργασία του με γονική άδεια και δεν λαμβάνει επίδομα γονικής άδειας· (η) για κάθε ημέρα κατά την οποία απουσιάζει από την εργασία του με άδεια φροντίδας ή με άδεια για λόγους ανωτέρας βίας.
Νοείται ότι, το άθροισμα των ασφαλιστέων αποδοχών που λογίζεται ότι έχει ο ασφαλισμένος με βάση το παρόν εδάφιο και των πραγματικών ή εξομοιούμενων ασφαλιστέων αποδοχών του ασφαλισμένου στη συμπληρωματική ασφάλιση, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να είναι μεγαλύτερο από το γινόμενο της διαφοράς μεταξύ του ετήσιου ανώτατου ορίου ασφαλιστέων αποδοχών και του ετήσιου ποσού των βασικών ασφαλιστέων αποδοχών επί τον αριθμό σαράντα (40).
Νοείται ότι, ο αριθμός των εβδομάδων, για τις οποίες η ασφαλισμένη λογίζεται ότι έχει ασφαλιστέες αποδοχές δυνάμει του παρόντος εδαφίου, δεν μπορεί να υπερβαίνει τις εκατόν πενήντα έξι (156) αναφορικά με κάθε τέκνο της.
59(I)/2010 52(I)/2017 115(I)/2017 214(I)/2022 157(I)/2024 Ποσό ασφαλιστέων αποδοχών για περιόδους εξομοιούμενης ασφάλισης 18.-(1) Το ποσό των εξομοιούμενων ασφαλιστέων αποδοχών για κάθε εβδομάδα σύμφωνα με τις παραγράφους (α), (β), (ε), (στ), (ζ) και (η) του εδαφίου (1) και το εδάφιο (3) του άρθρου 17, είναι ίσο με το ποσό των βασικών ασφαλιστέων αποδοχών και μειώνεται ανάλογα εάν πρόκειται για περίοδο μικρότερη της εβδομάδας:
Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, το ποσό των εξομοιούμενων ασφαλιστέων αποδοχών δε μπορεί να είναι χαμηλότερο του εβδομαδιαίου ποσού των βασικών ασφαλιστέων αποδοχών του επόμενου έτους εισφορών:
Νοείται περαιτέρω ότι, το άθροισμα του ποσού των εξουμοιούμενων ασφαλιστέων αποδοχών σύμφωνα με την παράγραφο (α) του εδαφίου (1) του άρθρου 17 και των υπέρ του ασφαλισμένου πραγματικών και εξομοιούμενων ασφαλιστέων αποδοχών για το έτος εισφορών στο οποίο αναφέρονται δεν μπορεί να υπερβαίνει τη μία (1) ασφαλιστική μονάδα.
Νοείται ότι, το ποσό των ανωτέρω εξομοιούμενων ασφαλιστέων αποδοχών συμψηφίζεται με το ποσό των τυχόν πραγματικών ασφαλιστέων αποδοχών του ασφαλισμένου για την ίδια εβδομάδα.
Νοείται ότι, σε περίπτωση σύνταξης για μερική ανικανότητα προς εργασία, το ποσό των εξομοιούμενων ασφαλιστέων αποδοχών μειώνεται, κατά την εκατοστιαία αναλογία της αντίστοιχης σύνταξης ανικανότητας:
Νοείται περαιτέρω ότι, το ποσό των εξομοιούμενων ασφαλιστέων αποδοχών συμψηφίζεται με το ποσό των τυχόν πραγματικών ασφαλιστέων αποδοχών του ασφαλισμένου, για την ίδια εβδομάδα.
Νοείται ότι, εάν η περίοδος αυτή υπερβαίνει τα πέντε (5) έτη λαμβάνεται υπόψη η αμέσως προ του ουσιώδους χρόνου περίοδος των πέντε (5) ετών, εάν αυτό είναι ευεργετικότερο για τον ασφαλισμένο:
Νοείται περαιτέρω ότι, εάν ο ασφαλισμένος συμπλήρωσε την ηλικία των είκοσι πέντε (25) ετών μετά τις 6 Οκτωβρίου 1980 λαμβάνεται υπόψη, εφόσον τούτο είναι ευεργετικότερο για τον ασφαλισμένο, η περίοδος από την εβδομάδα εισφορών μέσα στην οποία συμπλήρωσε την ηλικία των είκοσι πέντε (25) ετών μέχρι την τελευταία εβδομάδα πριν από τον ουσιώδη χρόνο, σε καμιά όμως περίπτωση λαμβάνεται υπόψη περίοδος μικρότερη των πέντε (5) ετών.
59(I)/2010 214(I)/2022 Μετατροπή ασφαλιστέων αποδοχών σε ασφαλιστικές μονάδες 19.-(1) Οι πραγματικές και εξομοιούμενες ασφαλιστέες αποδοχές του ασφαλισμένου σε κάθε έτος εισφορών μετατρέπονται σε ασφαλιστικές μονάδες αφού διαιρεθούν διά του ποσού των ετήσιων βασικών ασφαλιστέων αποδοχών που ορίστηκε για το εν λόγω έτος και στρογγυλευτεί το πηλίκο της διαίρεσης στο πλησιέστερο εκατοστό:
Νοείται ότι, ο αριθμός των ασφαλιστικών μονάδων για το έτος εισφορών 1981, ο οποίος προέκυψε από πραγματικές ασφαλιστέες αποδοχές, αναπροσαρμόζεται με τον πολλαπλασιασμό του επί τον αριθμό 0,8.
Νοείται ότι, ο αριθμός των ασφαλιστικών μονάδων που προκύπτει δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερος του αριθμού των ετών στην περίοδο πριν από την 6η Οκτωβρίου 1980, που λαμβάνεται υπόψη για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου.
Νοείται ότι, όταν η περίοδος που λαμβάνεται υπόψη είναι μικρότερη του ενός έτους εισφορών, η αντίστοιχη βασική ασφάλιση μειώνεται ανάλογα με τη σχέση των εβδομάδων εισφορών στην περίοδο αυτή προς τον αριθμό πενήντα δύο (52).
59(I)/2010 Ποσό βασικών ασφαλιστέων αποδοχών 20.-(1) Το εβδομαδιαίο και ετήσιο ποσό των βασικών ασφαλιστέων αποδοχών για το έτος 2009 είναι €162,22 και €8.435, αντίστοιχα, και για κάθε έτος εισφορών αυξάνεται με διάταγμα του Υπουργικού Συμβουλίου, που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, σύμφωνα με το ποσοστό αύξησης του μέσου όρου των ασφαλιστέων αποδοχών κατά το προηγούμενο έτος εισφορών σε σύγκριση με το αμέσως προηγούμενο αυτού έτος εισφορών.
59(I)/2010 Ειδική διάταξη 20Α. Ανεξάρτητα από τα διαλαμβανόμενα στις διατάξεις του παρόντος Νόμου και των Κανονισμών που εκδίδονται με βάση αυτόν σε σχέση με την υποχρέωση καταβολής πρόσθετου τέλους για εκπρόθεσμη καταβολή εισφορών από τους εργοδότες και τους αυτοτελώς εργαζομένους, όσον αφορά τις καθυστερημένες εισφορές για τους μήνες του 2014 μέχρι και το τέλος του εν λόγω έτους, οι οποίες θα εξοφληθούν μέχρι και την 31η Δεκεμβρίου 2014 δεν επιβάλλεται οποιοδήποτε πρόσθετο τέλος καθόσον αφορά τους μήνες για τους οποίους υπήρξε καθυστέρηση στην καταβολή εισφορών:
Νοείται ότι, για οποιαδήποτε καθυστερημένη εισφορά, η οποία δεν εξοφλείται μέχρι και την 31η Δεκεμβρίου 2014, δεν θα τυγχάνει εφαρμογής η εξαίρεση που προβλέπεται ανωτέρω.
194(I)/2014 ΜΕΡΟΣ ΙΙΙ ΠΑΡΟΧΕΣ ΕΚΤΟΣ ΑΠΟ ΤΙΣ ΠΑΡΟΧΕΣ ΛΟΓΩ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΩΝ ΒΛΑΒΩΝ Είδη παροχών 21.-(1) Οι παροχές που χορηγούνται δυνάμει του παρόντος Μέρους είναι οι ακόλουθες: (α) Παροχές που καταβάλλονται σε περιοδική βάση - (i) επίδομα μητρότητας∙ (ii) επίδομα ασθενείας∙ (iii) επίδομα ανεργίας∙ (iv) θεσμοθετημένη σύνταξη∙ (v) σύνταξη ανικανότητας∙ (vi) σύνταξη χηρείας∙ (vii) επίδομα ορφανίας∙ (viii) επίδομα αγνοουμένου∙ (ix) επίδομα πατρότητας∙ (x) επίδομα γονικής άδειας. (β) Παροχές που καταβάλλονται εφάπαξ - (i) βοήθημα γάμου∙ (ii) βοήθημα τοκετού∙ (iii) βοήθημα κηδείας.
59(I)/2010 52(I)/2017 115(I)/2017 214(I)/2022 Μετατροπή ασφαλιστικών μονάδων σε ασφαλιστέες αποδοχές 22. Για σκοπούς παροχών, κάθε ασφαλιστική μονάδα αποτιμάται σε ασφαλιστέες αποδοχές, με βάση το ποσό των βασικών ασφαλιστέων αποδοχών που είναι ορισμένο κατά τον ουσιώδη χρόνο:
Νοείται ότι, στην περίπτωση επιδόματος μητρότητας, επιδόματος πατρότητας, επιδόματος γονικής άδειας, επιδόματος ασθενείας, επιδόματος ανεργίας ή επιδόματος σωματικής βλάβης, η εν λόγω μετατροπή γίνεται με βάση το ποσό των βασικών ασφαλιστέων αποδοχών, με το οποίο υπολογίστηκαν οι ασφαλιστικές μονάδες για το σχετικό έτος εισφορών.
59(I)/2010 115(I)/2017 214(I)/2022 Ασφαλιστικές προϋποθέσεις για παροχές 23. Οι ασφαλιστικές προϋποθέσεις για τις παροχές που αναφέρονται στο άρθρο 21 καθορίζονται στον Τρίτο Πίνακα.
59(I)/2010 Περίοδοι ασφάλισης που λαμβάνονται υπόψη για κάθε είδος παροχής 24.-(1) Για σκοπούς προσδιορισμού του δικαιώματος οποιουδήποτε προσώπου για παροχή, περίοδοι ασφάλισης που πραγματοποιήθηκαν πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου λαμβάνονται υπόψη όπως θα λαμβάνονταν υπόψη δυνάμει του νόμου που καταργήθηκε και συνυπολογίζονται με περιόδους ασφάλισης που πραγματοποιήθηκαν μετά από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου.
Νοείται ότι, για σύνταξη ανικανότητας οι περίοδοι αυτές λαμβάνονται υπόψη μόνο για σκοπούς υπολογισμού του ύψους της σύνταξης:
Νοείται περαιτέρω ότι, οι περίοδοι ασφάλισης, αναφορικά με απασχόληση εκτός Κύπρου από Κύπριο εργοδότη, λαμβάνονται υπόψη για όλες τις παροχές∙ (γ) περίοδοι ασφάλισης, δυνάμει του άρθρου 7, λαμβάνονται υπόψη ως περίοδοι εξομοιούμενης ασφάλισης για όλες τις παροχές και ως περίοδοι πραγματικής ασφάλισης για σκοπούς σύνταξης ανικανότητας, σύνταξης χηρείας και επιδόματος ορφανίας, όταν η ανικανότητα ή ο θάνατος δεν προκλήθηκε ως εκ της υπηρεσίας στην Εθνική Φρουρά, καθώς και για σκοπούς επιδόματος ασθενείας όταν η ανικανότητα προς εργασία προκαλείται από ατύχημα κατά τη διάρκεια των πρώτων έξι (6) μηνών από τη συμπλήρωση της εν λόγω υπηρεσίας∙ (δ) περίοδοι εξομοιούμενης ασφάλισης δυνάμει της παραγράφου (β) του εδαφίου (1) του άρθρου 17, δεν λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς θεσμοθετημένης σύνταξης, σύνταξης ανικανότητας ή σύνταξης χηρείας∙ (ε) περίοδοι εξομοιούμενης ασφάλισης δυνάμει των εδαφίων (2) και (3) του άρθρου 17, λαμβάνονται υπόψη μόνο για σκοπούς θεσμοθετημένης σύνταξης, σύνταξης ανικανότητας, σύνταξης χηρείας και επιδόματος ορφανίας· (στ) δεν λαμβάνεται υπόψη, για σκοπούς θεσμοθετημένης σύνταξης, συνολική περίοδος πέραν των έξι (6) ετών εξομοιούμενης ασφάλισης, δυνάμει της παραγράφου (α) του εδαφίου (1) του άρθρου 17 του παρόντος Νόμου και δυνάμει της αντίστοιχης διάταξης του νόμου που καταργήθηκε· (ζ) περίοδοι ασφάλισης δυνάμει του εδαφίου (1) του άρθρου 95 λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς όλων των παροχών.
Νοείται ότι, η καταβολή οποιασδήποτε περιοδικής παροχής, η οποία χορηγείται αναφορικά με τις εν λόγω περιόδους ασφάλισης, αρχίζει από την ημερομηνία καταβολής των αντίστοιχων εισφορών.
59(I)/2010 2(I)/2012 52(I)/2017 115(I)/2017 214(I)/2022 66(I)/2024 Περίοδοι εισφορών για τις οποίες ο εργοδότης παραλείπει να καταβάλει εισφορές 25. Για σκοπούς προσδιορισμού του δικαιώματος οποιουδήποτε προσώπου για παροχή, περίοδοι εισφορών αναφορικά με τις οποίες ο εργοδότης παραλείπει να καταβάλει εισφορές, κατά παράβαση των διατάξεων του παρόντος Νόμου, λογίζονται ως περίοδοι πραγματικής ασφάλισης, εφόσον ο Διευθυντής, με τεκμηριωμένη απόφασή του, βεβαιώνει την υποχρέωση του εργοδότη για καταβολή των εισφορών ή εφόσον έχει ασκηθεί ποινική δίωξη εναντίον του εργοδότη για την παράλειψη καταβολής των εν λόγω εισφορών:
Νοείται ότι, το παρόν άρθρο δεν εφαρμόζεται για περιόδους για τις οποίες ο εργοδότης δεν έχει υποχρέωση να καταβάλει εισφορές, σύμφωνα με το άρθρο 13.
59(I)/2010 Ποσό και ύψος παροχών 26.-(1) To ύψος των βοηθημάτων γάμου, τοκετού και κηδείας υπολογίζεται όπως αυτό ορίζεται στο Μέρος Ι του Τέταρτου Πίνακα.
59(I)/2010 52(I)/2017 115(I)/2017 214(I)/2022 Κατάργηση του βοηθήματος γάμου 27. Κανένα πρόσωπο δε δικαιούται σε βοήθημα γάμου, εάν ο ουσιώδης χρόνος του εμπίπτει στην περίοδο η οποία αρχίζει από την 1η Ιανουαρίου 2013 και μετά.
59(I)/2010 193(Ι)/2012 Βοήθημα τοκετού 28.-(1) Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Νόμου, κάθε γυναίκα η οποία έτεκε δικαιούται βοήθημα τοκετού - (α) εάν κατά την ημερομηνία του τοκετού η ίδια, ή ο σύζυγός της ικανοποιεί τις σχετικές ασφαλιστικές προϋποθέσεις. (β) εάν η αίτηση για βοήθημα υποβάλλεται αναφορικά με τον τοκετό τέκνου του συζύγου της, μετά το θάνατο του, εφόσον ο σύζυγός της κατά το χρόνο του θανάτου του ικανοποιούσε τις σχετικές ασφαλιστικές προϋποθέσεις.
Νοείται ότι, σε καμιά περίπτωση δεν καταβάλλεται βοήθημα τοκετού δυνάμει τόσο της ασφάλισης της γυναίκας όσο και εκείνης του συζύγου της.
59(I)/2010 157(I)/2024 Επίδομα μητρότητας 29.-(1) Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Νόμου, ασφαλισμένη δικαιούται επίδομα μητρότητας - (α) (i) εάν πιστοποιηθεί από ιατρό, μετά τη συμπλήρωση της εικοστής πέμπτης (25) εβδομάδας κύησης ότι, η ασφαλισμένη αναμένει τοκετό σε εβδομάδα που καθορίζεται στο ιατρικό πιστοποιητικό, στο εξής αναφερόμενη ως «η εβδομάδα αναμενόμενου τοκετού», ή (ii) εάν η ασφαλισμένη ή και ο σύζυγος της έχουν συντελέσει υιοθεσία παιδιού ηλικίας μέχρι δώδεκα (12) χρόνων, ή (iii) εάν έχει αποκτήσει παιδί μέσω παρένθετης μητέρας δυνάμει των διατάξεων του περί της Εφαρμογής της Ιατρικώς Υποβοηθούμενης Αναπαραγωγής Νόμου∙ (β) η εν λόγω ασφαλισμένη ικανοποιεί τις σχετικές ασφαλιστικές προϋποθέσεις.
Νοείται ότι, εάν η δικαιούχος επιδόματος μητρότητας πεθάνει, δεν καταβάλλεται επίδομα για το χρονικό διάστημα μετά το θάνατο της:
Νοείται περαιτέρω ότι σε περίπτωση τοκετού που απολήγει στη γέννηση περισσότερων του ενός (1) παιδιού, οι περίοδοι που αναφέρονται στις παραγράφους (α) και (γ) του παρόντος εδαφίου αυξάνονται κατά τέσσερεις (4) εβδομάδες για κάθε παιδί πέραν του ενός (1) από τον ίδιο τοκετό:
Νοείται έτι περαιτέρω ότι, σε περίπτωση τρίτου και μεταγενέστερων αυτού τοκετών ή/και απόκτησης τρίτου και μεταγενέστερων αυτού τέκνων με υιοθεσία ή/και απόκτησης τρίτου και μεταγενέστερων αυτού τέκνων μέσω παρένθετης μητέρας, οι περίοδοι που αναφέρονται στις παραγράφους (α), (β) και (γ), αντίστοιχα, αυξάνονται κατά τέσσερις (4) επιπρόσθετες εβδομάδες για σκοπούς φροντίδας του τέκνου.
Νοείται ότι εάν η νοσηλεία μετά την πάροδο των πρώτων είκοσι μία (21) ημερών, διαρκέσει για περίοδο μικρότερη των είκοσι μία (21) ημερών, τότε όπου οι ημέρες νοσηλείας υπερβαίνουν το πενήντα τοις εκατόν (50 %) των είκοσι μία (21) ημερών, θα παραχωρείται η επιπρόσθετη εβδομάδα επιδόματος μητρότητας:
Νοείται περαιτέρω ότι η επέκταση του επιδόματος μητρότητας θα παραχωρείται για περίοδο συνεχόμενη με τις αναφερόμενες στις παραγράφους (α), (β) και (γ) του εδαφίου (4) περιόδους, ανάλογα με την περίπτωση, αυξανόμενη κατά τέσσερις (4) εβδομάδες για κάθε τέκνο πέραν του ενός από τον ίδιο τοκετό και δεν θα υπερβαίνει τη μέγιστη περίοδο των οκτώ (8) εβδομάδων:
Νοείται έτι περαιτέρω ότι, εάν η νοσηλεία συνεχιστεί μετά την πάροδο των πρώτων εξήντα τριών (63) ημερών, τότε παραχωρείται μία επιπρόσθετη εβδομάδα επιδόματος μητρότητας για κάθε επιπλέον δεκατέσσερις (14) ημέρες νοσηλείας, σε καμία, όμως, σε περίπτωση η επιπρόσθετη περίοδος επιδόματος θα υπερβαίνει τις οκτώ (8) εβδομάδες:
Νοείται έτι έτι περαιτέρω ότι η επέκταση του επιδόματος μητρότητας δεν εφαρμόζεται για την παρένθετη μητέρα.
59(I)/2010 37(I)/2012 176(I)/2015 115(I)/2017 168(I)/2021 15(I)/2024 Επίδομα πατρότητας 29Α.-(1) Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Νόμου, ασφαλισμένος πατέρας ο οποίος απέκτησε τέκνο είτε μέσω τοκετού είτε μέσω παρένθετης μητρότητας είτε μέσω συντέλεσης υιοθεσίας τέκνου μέχρι δώδεκα (12) ετών, δικαιούται επίδομα πατρότητας εάν ο ίδιος ικανοποιεί τις σχετικές ασφαλιστικές προϋποθέσεις.
Νοείται ότι, οι ανωτέρω διατάξεις εφαρμόζονται και στην περίπτωση που η αποβιώσασα μητέρα δεν θεμελιώνει δικαίωμα σε παροχή επιδόματος μητρότητας δυνάμει των διατάξεων του Τρίτου Πίνακα αλλά ο πατέρας θεμελιώνει δικαίωμα σε παροχή επιδόματος πατρότητας.
115(I)/2017 44(I)/2022 214(I)/2022 Επίδομα γονικής άδειας 29Β.-(1) Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Νόμου, ασφαλισμένος γονέας δικαιούται επίδομα γονικής άδειας εάν- (α) ο ίδιος ικανοποίει τις σχετικές ασφαλιστικές προϋποθέσεις· (β) έχει απασχοληθεί για περίοδο δώδεκα (12) μηνών εντός της περιόδου των είκοσι τεσσάρων (24) μηνών πριν από την ημερομηνία έναρξης της περιόδου για την οποία υποβάλλει αίτηση για επίδομα γονικής άδειας· (γ) εάν απουσιάζει από την εργασία του με γονική άδεια:
Νοείται ότι, για σκοπούς εφαρμογής των διατάξεων των παραγράφων (β) και (γ), περιόδοι απουσίας από την εργασία λόγω ανικανότητας για εργασία, άδειας μητρότητας ή πατρότητας, γονικής άδειας, άδειας φροντίδας ή άδειας για λόγους ανωτέρας βίας, θεωρούνται ως περίοδοι απασχόλησης.
Νοείται ότι, σε περίπτωση τέκνου με αναπηρία, η διάρκεια καταβολής του επιδόματος γονικής άδειας επεκτείνεται κατά- (α) τέσσερις (4) εβδομάδες, νοουμένου ότι το τέκνο έχει πιστοποιηθεί από το Σύστημα Αξιολόγησης της Αναπηρίας και Λειτουργικότητας του Τμήματος Κοινωνικής Ενσωμάτωσης Ατόμων με Αναπηρίες, ως άτομο με σοβαρή αναπηρία ή με μέτρια νοητική αναπηρία· (β) έξι (6) εβδομάδες, νοουμένου ότι το τέκνο έχει πιστοποιηθεί από το Σύστημα Αξιολόγησης Αναπηρίας και Λειτουργικότητας του Τμήματος Κοινωνικής Ενσωμάτωσης Ατόμων με Αναπηρίες, ως άτομο με ολική αναπηρία:
Νοείται περαιτέρω ότι, στην περίπτωση προσώπου με αναπηρία, τηρουμένων των διατάξεων του περί Ατόμων με Αναπηρίες Νόμου, το επίδομα δύναται να καταβάλλεται μέχρι το εικοστό πρώτο (21ο) έτος της ηλικίας του προσώπου:
Νοείται έτι περαιτέρω ότι, το επίδομα καταβάλλεται από τη λήξη της περιόδου κατά την οποία ο ασφαλισμένος γονέας λαμβάνει επίδομα μητρότητας ή επίδομα πατρότητας, ανάλογα με την περίπτωση, ή εάν ο ασφαλισμένος γονέας δεν θεμελιώνει δικαίωμα για καταβολή επιδόματος μητρότητας ή επιδόματος πατρότητας, κατά τη λήξη της περιόδου που θα λάμβανε επίδομα εάν θεμελίωνε δικαίωμα μέχρι και τη συμπλήρωση του δέκατου πέμπτου (15ου) έτους ηλικίας του κάθε προσώπου ή μέχρι την ηλικία του εικοστού πρώτου (21ου) έτους στην περίπτωση προσώπου με αναπηρία:
Νοείται έτι έτι περαιτέρω ότι,- (α) η σειρά γεννήσεως καθορίζεται λαμβάνοντας υπόψη τον ολικό αριθμό τοκετών της μητέρας, έστω και αν το τέκνο από έναν τοκετό είναι ηλικίας πέραν εκείνης μέχρι την οποία καταβάλλεται το επίδομα γονικής άδειας ή έχει αποβιώσει· (β) σε περίπτωση διδύμων ή περισσότερων τέκνων από τον ίδιο τοκετό, τα τέκνα λογίζονται ότι γεννήθηκαν από διαφορετικό τοκετό και η συνολική περίοδος γονικής άδειας για κάθε τέτοιο τέκνο καθορίζεται αφού διαιρεθεί το άθροισμα των αντίστοιχων περιόδων γονικής άδειας δια του αριθμού των τέκνων· και (γ) σε περίπτωση που οι γονείς έχουν συντελέσει υιοθεσία τέκνου ηλικίας μέχρι δεκαπέντε (15) ετών, ή έχουν αποκτήσει τέκνο μέσω παρένθετης μητέρας δυνάμει των διατάξεων του περί της Εφαρμογής της Ιατρικώς Υποβοηθούμενης Αναπαραγωγής Νόμου, η εν λόγω υιοθεσία ή απόκτηση τέκνου, ανάλογα με την περίπτωση, λογίζεται ως τοκετός για σκοπούς καθορισμού της σειράς γεννήσεως.
Νοείται ότι, σε ειδικές περιπτώσεις στις οποίες απαιτείται άμεση λήψη γονικής άδειας, ο Διευθυντής δύναται να δεχθεί μικρότερη περίοδο της προειδοποίησης.
214(I)/2022 35(I)/2023 66(I)/2024 157(I)/2024 Έκπτωση από το δικαίωμα λήψης επιδόματος μητρότητας 30. Η δικαιούχος επιδόματος μητρότητας εκπίπτει από το δικαίωμα λήψης του επιδόματος - (α) για όλη τη χρονική περίοδο που εργάστηκε είτε ως μισθωτή είτε ως αυτοτελώς εργαζόμενη αν αυτή η χρονική περίοδος εμπίπτει στο χρονικό διάστημα που δικαιούται, σύμφωνα με τον παρόντα Νόμο, σε καταβολή επιδόματος μητρότητας· (β) για όλο το χρονικό διάστημα που χωρίς εύλογη αιτία παραλείπει να συμμορφωθεί να υποβληθεί σε ιατρική εξέταση, σύμφωνα με το εδάφιο (5) του άρθρου 29 του παρόντος Νόμου, του χρονικού αυτού διαστήματος αρχόμενου από την ημέρα της παράλειψης μέχρι και μιας ημέρας πριν τον τοκετό.
59(I)/2010 37(I)/2012 Έκπτωση από το δικαίωμα λήψης επιδόματος πατρότητας 30Α. Ο δικαιούχος επιδόματος πατρότητας εκπίπτει από το δικαίωμα λήψης του επιδόματος για όλη τη χρονική περίοδο που εργάστηκε είτε ως μισθωτός είτε ως αυτοτελώς εργαζόμενος, αν αυτή η χρονική περίοδος εμπίπτει στο χρονικό διάστημα που δικαιούται, σύμφωνα με τον παρόντα Νόμο, επίδομα πατρότητας.
115(I)/2017 Έκπτωση από το δικαίωμα λήψης επιδόματος γονικής άδειας 30Β. Ο δικαιούχος επιδόματος γονικής άδειας εκπίπτει από το δικαίωμα λήψης του επιδόματος για τη χρονική περίοδο που εργάστηκε εάν αυτή η χρονική περίοδος εμπίπτει στο χρονικό διάστημα που δικαιούται επίδομα γονικής άδειας.
214(I)/2022 Επιδόματα ασθενείας και ανεργίας 31.-(1) Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Νόμου, ασφαλισμένο πρόσωπο δικαιούται επίδομα ασθενείας για κάθε ημέρα ανικανότητας προς εργασία, η οποία αποτελεί μέρος διακοπής της απασχόλησης, και επίδομα ανεργίας για κάθε ημέρα ανεργίας, η οποία αποτελεί μέρος τέτοιας περιόδου, εάν την ημέρα αυτή ικανοποιεί τις σχετικές ασφαλιστικές προϋποθέσεις και είναι ηλικίας μεταξύ δεκαέξι (16) και εξήντα πέντε (65) ετών και δεν δικαιούται θεσμοθετημένη σύνταξη:
Νοείται ότι, κανένας δεν δικαιούται επίδομα για τις πρώτες τρεις (3) ημέρες της περιόδου διακοπής της απασχόλησής του:
Νοείται περαιτέρω ότι - (α) πρόσωπο που ικανοποιεί τις ασφαλιστικές προϋποθέσεις δυνάμει περιόδων ασφάλισης που πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με το άρθρο 11, δεν δικαιούται επίδομα ασθενείας για τις πρώτες εννέα (9) ημέρες της περιόδου διακοπής της απασχόλησης, εκτός εάν η ανικανότητα για εργασία προκλήθηκε από ατύχημα ή εάν το πρόσωπο αυτό, κατά τη διάρκεια των πρώτων εννέα (9) ημερών της ανικανότητάς του, διανυκτερεύσει για ένα τουλάχιστον βράδυ σε νοσηλευτικό ίδρυμα∙ και (β) πρόσωπο που ικανοποιεί τις ασφαλιστικές προϋποθέσεις δυνάμει περιόδων ασφάλισης που πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με την παράγραφο (β) του εδαφίου (1) του άρθρου 14, δεν δικαιούται επίδομα ανεργίας για τις πρώτες τριάντα (30) ημέρες της περιόδου διακοπής της απασχόλησής του:
Νοείται έτι περαιτέρω ότι, πρόσωπο το οποίο έχει αποκτήσει δικαίωμα σε θεσμοθετημένη σύνταξη μεταξύ του εξηκοστού τρίτου (63ου) έτους της ηλικίας του και της συντάξιμης ηλικίας, δεν έχει όμως ασκήσει το δικαίωμα στη λήψη τέτοιας σύνταξης, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 35Α, έχει δικαίωμα σε επίδομα ασθενείας κατ’ ανώτατον όριο διάρκειας εκατόν πενήντα έξι (156) ημερών εντός της ίδιας περιόδου διακοπής της απασχόλησής του, εφόσον ικανοποιεί τις σχετικές ασφαλιστικές προϋποθέσεις και νοουμένου ότι- (α) αμέσως πριν από την έναρξη της περιόδου διακοπής της απασχόλησής του λόγω ανικανότητας για εργασία, ασκούσε ασφαλιστέα απασχόληση η οποία δεν έχει τερματιστεί· και (β) έχει συμπληρώσει, αμέσως πριν από την έναρξη της εν λόγω περιόδου, δεκατρείς (13) τουλάχιστον συναπτές εβδομάδες απασχόλησης για τις οποίες κατέβαλε εισφορές οι οποίες ισούνται τουλάχιστον με τις βασικές ασφαλιστέες αποδοχές επί δεκατρία (13).
Νοείται ότι, κάθε πρόσωπο, το οποίο εμπίπτει στις πρόνοιες της προηγούμενης επιφύλαξης, αποκτά δικαίωμα για επίδομα ανεργίας, εάν μετά την αφυπηρέτησή του, απασχολήθηκε εκ νέου και πληροί τις σχετικές ασφαλιστικές προϋποθέσεις από τη νέα του απασχόληση.
Νοείται ότι, πρόσωπο το οποίο λάμβανε επίδομα ασθενείας κατά τη διάρκεια οποιασδήποτε περιόδου διακοπής απασχόλησης και δεν δικαιούται σύνταξη ανικανότητας στην περίοδο αυτή, δυνάμει του άρθρου 40, για μόνο το λόγο ότι δεν προβλέπεται να παραμείνει μόνιμα ανίκανο προς εργασία, δικαιούται από την πρώτη ημέρα που θα του χορηγούνταν σύνταξη ανικανότητας επίδομα ασθενείας για περίοδο εκατόν πενήντα έξι (156) ημερών, εφόσον εξακολουθεί να είναι ανίκανο προς εργασία και το ύψος του επιδόματος υπολογίζεται με βάση τον αριθμό των ασφαλιστικών μονάδων, πάνω στις οποίες υπολογίστηκε το ύψος του επιδόματος ασθενείας που λάμβανε τελευταία ο ασφαλισμένος.
Νοείται ότι, δύναται να καταβάλλεται επίδομα ανεργίας σε περίπτωση μισθωτού του οποίου έχει τερματιστεί η απασχόληση για την περίοδο που λαμβάνει πληρωμή ουσιωδώς ίση με τις απολαβές που θα ελάμβανε για την κάθε ημέρα ανεργίας, εάν δεν τερματιζόταν η απασχόλησή του, ως αποζημίωση για την απώλεια των αποδοχών αυτών, νοουμένου ότι ο τερματισμός της απασχόλησης του μισθωτού λαμβάνει χώρα εντός της χρονικής περιόδου από την 1η Απριλίου 2022 έως την 31η Δεκεμβρίου 2023. (ii) εάν δεν εργάζεται συνήθως κάθε ημέρα της εβδομάδας με εξαίρεση την Κυριακή ή την καθοριζόμενη στην περίπτωσή του δυνάμει της παραγράφου (δ) ημέρα και κατά τη διάρκεια της εβδομάδας που περιλαμβάνει την εν λόγω ημέρα, απασχολήθηκε στην έκταση που συνήθως απασχολείται∙ (iii) εάν πρόκειται για λιμενεργάτη, εγγεγραμμένο ή μη και κατά τη διάρκεια της εβδομάδας που περιλαμβάνει την εν λόγω ημέρα οι αποδοχές του δεν είναι κατώτερες από καθορισμένο ποσό∙
59(I)/2010 52(I)/2017 150(I)/2022 23(I)/2023 Ανάκτηση δικαιώματος για επιδόματα ασθενείας και ανεργίας μετά την εξάντλησή τους 32. Πρόσωπο που έχει λάβει επίδομα ασθενείας ή ανεργίας για τον ανώτατο αριθμό ημερών που καθορίζεται στο άρθρο 31, ανακτά το δικαίωμά του για λήψη τέτοιου επιδόματος εάν, μετά την εξάντληση του δικαιώματός του, έχει απασχοληθεί για δεκατρείς (13) τουλάχιστον εβδομάδες, προκειμένου περί επιδόματος ασθενείας ή είκοσι έξι (26) εβδομάδες, προκειμένου περί επιδόματος ανεργίας και εφόσον, σ’ οποιαδήποτε των περιπτώσεων, έχει καταβάλει για την εν λόγω περίοδο απασχόλησής του εισφορές αναφορικά με ασφαλιστέες αποδοχές, ίσες τουλάχιστον με το εικοσιεξαπλάσιο του ποσού των βασικών ασφαλιστέων αποδοχών:
Νοείται ότι, πρόσωπο που έχει συμπληρώσει την ηλικία των εξήντα (60) ετών και δεν λαμβάνει σύνταξη, ανακτά το δικαίωμά του για επίδομα ανεργίας ως να επρόκειτο για επίδομα ασθενείας και για τους σκοπούς της παρούσας επιφύλαξης - (α) «σύνταξη» σημαίνει σύνταξη αφυπηρέτησης από οποιαδήποτε πηγή, το ύψος της οποίας δεν είναι χαμηλότερο του ετήσιου ποσού των βασικών ασφαλιστέων αποδοχών, και (β) πρόσωπο που λόγω αφυπηρέτησης, έλαβε εφάπαξ πληρωμή από ταμείο προνοίας ή οποιαδήποτε άλλη διευθέτηση, το ποσό της οποίας δεν ήταν χαμηλότερο του δεκαπλάσιου του ποσού των ετήσιων ασφαλιστέων αποδοχών κατά το χρόνο αφυπηρέτησής του, λογίζεται ότι λαμβάνει σύνταξη.
59(I)/2010 Έκπτωση από το δικαίωμα για λήψη επιδόματος ασθενείας 33. Πρόσωπο εκπίπτει από το δικαίωμά του για λήψη επιδόματος ασθενείας για περίοδο μέχρι έξι (6) εβδομάδων, εάν - (α) έχει καταστεί ανίκανο προς εργασία λόγω υπαιτιότητάς του, ή (β) παρόλο που κλήθηκε από το Διευθυντή για να υποβληθεί σε ιατρική ή άλλη εξέταση, ή σε ιατρική ή άλλη νοσηλεία, αρνήθηκε ή παρέλειψε να το πράξει χωρίς εύλογη αιτία, ή (γ) εργάστηκε σε ημέρα, για την οποία υπέβαλε αίτηση για επίδομα ασθενείας, ή (δ) συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο που πιθανόν να καθυστερήσει την ανάρρωσή του.
59(I)/2010 Έκπτωση από το δικαίωμα για λήψη επιδόματος ανεργίας 34.-(1) Πρόσωπο που έχει απολέσει την εργασία του, λόγω στάσης εργασιών οφειλόμενης σε εργατική διαφορά που προέκυψε στον τόπο απασχόλησής του, εκπίπτει από το δικαίωμά του για λήψη επιδόματος ανεργίας, ενόσω διαρκεί η εν λόγω στάση εργασιών, εκτός εάν, κατά τη διάρκειά της, το εν λόγω πρόσωπο εργάστηκε αλλού με καλή πίστη και στο σύνηθες επάγγελμά του ή προσλήφθηκε για τακτική απασχόληση σ’ άλλο επάγγελμα:
Νοείται ότι, το παρόν εδάφιο δεν εφαρμόζεται σε σχέση με πρόσωπο, το οποίο αποδεικνύει ότι - (α) δεν συμμετέχει ή δεν έχει άμεσο συμφέρον ούτε και ενισχύει οικονομικά την εργατική διαφορά, από την οποία προέκυψε η στάση εργασιών, και (β) δεν ανήκει σε τάξη ή κατηγορία εργαζομένων, μέλη της οποίας, αμέσως πριν από την έναρξη της στάσης εργασιών, εργάζονταν στον τόπο απασχόλησής του, και ορισμένα από αυτά συμμετέχουν, έχουν άμεσο συμφέρον ή ενισχύουν οικονομικά τη στάση εργασιών.
59(I)/2010 Θεσμοθετημένη σύνταξη 35.-(1) Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Νόμου, πρόσωπο δικαιούται θεσμοθετημένη σύνταξη, εάν - (α) συμπλήρωσε τη συντάξιμη ηλικία και ταυτόχρονα ικανοποιεί τις σχετικές ασφαλιστικές προϋποθέσεις, ή (β) συμπλήρωσε την ηλικία των εξήντα τριών (63) ετών, ικανοποιεί τις σχετικές ασφαλιστικές προϋποθέσεις και, ο αριθμός των ασφαλιστικών μονάδων της βασικής ασφάλισής του δεν υπολείπεται του 70% του αριθμού των ετών που εμπίπτουν στην περίοδο αναφοράς, η οποία ισχύει στην περίπτωσή του, ή (γ) κατά τη συμπλήρωση της ηλικίας των εξήντα τριών (63) ετών δικαιούταν σύνταξη ανικανότητας, ή (δ) είναι ηλικίας μεταξύ εξήντα τριών (63) και εξήντα πέντε (65) ετών και θα δικαιούταν σύνταξη ανικανότητας, εάν δεν είχε συμπληρώσει την ηλικία των εξήντα τριών (63) ετών.
59(I)/2010 52(I)/2017 Μείωση του ύψους της θεσμοθετημένης σύνταξης 35Α. Το ύψος της θεσμοθετημένης σύνταξης, που καταβάλλεται σε πρόσωπο το οποίο αποκτά δικαίωμα σε θεσμοθετημένη σύνταξη δυνάμει της παραγράφου (β) του εδαφίου (1) του άρθρου 35 όπως αυτό υπολογίζεται με βάση τις πρόνοιες του Μέρους IV του Τέταρτου Πίνακα, μειώνεται εφ' όρου ζωής, νοουμένου ότι αυτό υποβάλλει αίτηση στον καθορισμένο από τον Διευθυντή τύπο για έναρξη της καταβολής της σύνταξής του πριν τη συμπλήρωση της συντάξιμης ηλικίας, όταν ο ουσιώδης χρόνος του εμπίπτει στην περίοδο από την - (α) 1η Ιανουαρίου 2013 μέχρι και την 31η Δεκεμβρίου 2013, κατά 0,5% για κάθε συμπληρωμένο μήνα ή μέρος αυτού, που περιλαμβάνεται στο χρονικό διάστημα από την ημερομηνία έναρξης της πληρωμής της παροχής μέχρι και την ημερομηνία συμπλήρωσης της ηλικίας των εξήντα τριών ετών (63) και έξι (6) μηνών, (β) 1η Ιανουαρίου 2014 μέχρι και την 31η Δεκεμβρίου 2014, κατά 0,5% για κάθε συμπληρωμένο μήνα ή μέρος αυτού, που περιλαμβάνεται στο χρονικό διάστημα από την ημερομηνία έναρξης της πληρωμής της παροχής μέχρι και την ημερομηνία συμπλήρωσης της ηλικίας των εξήντα τεσσάρων (64) ετών, (γ) 1η Ιανουαρίου 2015 μέχρι και την 31η Δεκεμβρίου 2015, κατά 0,5% για κάθε συμπληρωμένο μήνα ή μέρος αυτού, που περιλαμβάνεται στο χρονικό διάστημα από την ημερομηνία έναρξης της πληρωμής της παροχής μέχρι και την ημερομηνία συμπλήρωσης της ηλικίας των εξήντα τεσσάρων (64) ετών και (6) μηνών, και (δ) 1η Ιανουαρίου 2016 και μετά, κατά 0,5% για κάθε συμπληρωμένο μήνα ή μέρος αυτού, που περιλαμβάνεται στο χρονικό διάστημα από την ημερομηνία έναρξης της παροχής μέχρι και την ημερομηνία συμπλήρωσης της ηλικίας των εξήντα πέντε (65) ετών:
Νοείται ότι οι μειώσεις ισχύουν και όσον αφορά το ύψους των θεσμοθετημένων συντάξεων και χηρείας που προνοούνται στην παράγραφο (5) του Μέρους IV του Τέταρτου Πίνακα.
193(Ι)/2012 52(I)/2017 Μείωση συντάξιμης ηλικίας μεταλλωρύχων 36.-(1) Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 35, στην περίπτωση προσώπου που απασχολήθηκε ως μεταλλωρύχος μετά τις 7 Ιανουαρίου 1957 για χρονικό διάστημα τριών (3) τουλάχιστον ετών, η συντάξιμη ηλικία μειώνεται κατά ένα (1) μήνα για κάθε πέντε (5) μήνες τέτοιας απασχόλησης, σε καμιά όμως περίπτωση, δεν μειώνεται κάτω των πενήντα οκτώ (58) ετών.
59(I)/2010 126(I)/2010 Ειδική παροχή σε πρόσωπα με θαλασσαιμία 36Α.-(1) Άνευ επηρεασμού άλλων διατάξεων του παρόντος Νόμου, κατόπιν αίτησης προσώπου με θαλασσαιμία, καταβάλλεται από το Ταμείο σε τέτοιο πρόσωπο ειδική παροχή, νοουμένου ότι έχει συμπληρώσει την ηλικία των πενήντα (50) ετών, αλλά δεν έχει συμπληρώσει τη συντάξιμη ηλικία και πληροί τις σχετικές ασφαλισιτκές προϋποθέσεις.
194(I)/2020 40(I)/2025 Αύξηση θεσμοθετημένης σύνταξης λόγω καταβολής εισφοράς μετά τη συνταξιοδότηση 37.-(1) Ο δικαιούχος θεσμοθετημένης σύνταξης, σύμφωνα με την παράγραφο (β) του εδαφίου (1) του άρθρου 35, δικαιούται από την ημέρα που συμπλήρωσε τη συντάξιμη ηλικία, αύξηση του εβδομαδιαίου ύψους της σύνταξής του, ίση με 1,5% της εβδομαδιαίας αξίας των ασφαλιστικών μονάδων πραγματικής ασφάλισής του, για την περίοδο από τον ουσιώδη χρόνο μέχρι τη συμπλήρωση της συντάξιμης ηλικίας.
Νοείται ότι, η αύξηση που προστίθεται στο ποσό της βασικής σύνταξης του δικαιούχου, δεν λαμβάνεται υπόψη για σκοπούς υπολογισμού της αύξησης για εξαρτωμένους.
59(I)/2010 52(I)/2017 Εφάπαξ ποσό γήρατος 38. Ασφαλισμένος, ο οποίος κατά τη συμπλήρωση της ηλικίας των εξήντα οκτώ (68) ετών δεν πληροί τις σχετικές ασφαλιστικές προϋποθέσεις για θεσμοθετημένη σύνταξη, δικαιούται εφάπαξ ποσό γήρατος εφόσον πληροί τις σχετικές ασφαλιστικές προϋποθέσεις:
Νοείται ότι, το εν λόγω πρόσωπο δεν δικαιούται εφάπαξ ποσό γήρατος εάν δικαιούται κοινωνική σύνταξη.
59(I)/2010 52(I)/2017 Αναβολή της θεσμοθετημένης σύνταξης 39.-(1) Πρόσωπο που δικαιούται θεσμοθετημένη σύνταξη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 35 ή 36, δικαιούται να ζητήσει την αναβολή της έναρξής της, μέχρι και τη συμπλήρωση του εξηκοστού όγδοου έτους της ηλικίας του.
Νοείται ότι, σε περίπτωση καθυστέρησης στην υποβολή της δήλωσης, το χρονικό διάστημα της αναβολής, θα θεωρείται ότι άρχισε τρεις (3) μήνες πριν από την ημερομηνία υποβολής της δήλωσης.
Νοείται ότι, η έναρξη του χρονικού διαστήματος της αναβολής αρχίζει την επόμενη της συμπλήρωσης των ηλικιών των εξήντα τριών (63) ετών και έξι (6) μηνών, των εξήντα τεσσάρων (64) ετών, των εξήντα τεσσάρων (64) ετών και έξι (6) μηνών και των εξήντα πέντε (65) ετών, όπως αντίστοιχα αυτό καθορίζεται στις παραγράφους (α), (β), (γ), και (δ) του άρθρου 35Α.
59(I)/2010 193(Ι)/2012 52(I)/2017 Σύνταξη ανικανότητας 40.-(1) Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Νόμου, ασφαλισμένος δικαιούται σύνταξη ανικανότητας, εάν - (α) ήταν ανίκανος προς εργασία για εκατόν πενήντα έξι (156) ημέρες, σε οποιαδήποτε περίοδο διακοπής της απασχόλησής του∙ (β) σ’ αυτήν την περίοδο της διακοπής της απασχόλησής του αποδείξει ότι προβλέπεται να παραμείνει μόνιμα ανίκανος προς εργασία∙ (γ) δεν έχει συμπληρώσει την ηλικία των εξήντα τριών (63) ετών ή εάν πρόκειται για μεταλλωρύχο, την ηλικία από την οποία δικαιούται θεσμοθετημένη σύνταξη δυνάμει του άρθρου 36, εάν η ηλικία αυτή είναι μικρότερη των εξήντα τριών (63) ετών∙ και (δ) ικανοποιεί τις σχετικές ασφαλιστικές προϋποθέσεις.
Νοείται ότι, το ήμισυ του ποσού της σύνταξης ανικανότητας που θα καταβαλλόταν στο εν λόγω πρόσωπο για το διάστημα αυτό, καταβάλλεται στους εξαρτωμένους του.
59(I)/2010 52(I)/2017 Σύνταξη χηρείας 41.-(1) Χήρα, η οποία κατά το χρόνο του θανάτου του συζύγου της και/ή χήρος, ο οποίος κατά το χρόνο του θανάτου της συζύγου του συζούσε με αυτόν ή αυτήν ή συντηρείτο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από αυτόν/αυτήν, νοουμένου ότι ο/η σύζυγος απεβίωσε κατά ή μετά την 1η Ιανουαρίου 2018, δικαιούται σύνταξη χηρείας, εάν- (i) Ικανοποιούνται οι σχετικές ασφαλιστικές προϋποθέσεις και ο/η σύζυγος δεν είχε συμπληρώσει τη συντάξιμη ηλικία, ή (ii) ο/η σύζυγός είχε συμπληρώσει τη συντάξιμη ηλικία και ήταν δικαιούχος σε θεσμοθετημένη σύνταξη ή θα είχε δικαίωμα σε θεσμοθετημένη σύνταξη, εάν είχε υποβάλει τη σχετική αίτηση.
59(I)/2010 52(I)/2017 115(I)/2017 126(I)/2019 ΔΙΟΡΘ. Ε.Ε. Παρ.Ι(Ι), Αρ. 4727, 4.10.2019 88(I)/2021 Εφάπαξ ποσό χηρείας 42. Χήρα ή χήρος, που δεν δικαιούται σύνταξη χηρείας, επειδή στην περίπτωσή της/του δεν ικανοποιούνται οι σχετικές ασφαλιστικές προϋποθέσεις, δικαιούται εφάπαξ ποσό χηρείας, εάν - (α) ο αποβιώσας ή η αποβιώσασα σύζυγος, ανάλογα με την περίπτωση, κατά το χρόνο του θανάτου του/της, δεν είχε συμπληρώσει τη συντάξιμη ηλικία και ικανοποιούσε τις σχετικές ασφαλιστικές προϋποθέσεις, ή (β) ο αποβιώσας ή η αποβιώσασα σύζυγος, ανάλογα με την περίπτωση, κατά το χρόνο του θανάτου του/της, είχε συμπληρώσει τη συντάξιμη ηλικία και ικανοποιούσε τις σχετικές ασφαλιστικές προϋποθέσεις για εφάπαξ ποσό γήρατος:
Νοείται ότι, χήρα ή χήρος δεν δικαιούται σε εφάπαξ ποσό χηρείας εάν δικαιούται κοινωνική σύνταξη.
59(I)/2010 Επίδομα ορφανίας 43.-(1) Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Νόμου, επίδομα ορφανίας χορηγείται- (α) για ανήλικο, του οποίου και οι δύο γονείς έχουν αποβιώσει και ο ένας τουλάχιστον ήταν ασφαλισμένος· (β) για ανήλικο, του οποίου έχει αποβιώσει ο γονέας που το συντηρούσε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο κατά το χρόνο του θανάτου του, εφόσον ο γονέας αυτός ήταν ασφαλισμένος και ο επιζών γονέας δεν συζούσε με το γονέα που έχει αποβιώσει· (γ) για κάθε ανήλικο τέκνο του αποβιώσαντος προσώπου, αναφορικά με το οποίο θα καταβαλλόταν αύξηση σύνταξης χηρείας σύμφωνα με το άρθρο 62, όταν ο θάνατος ασφαλισμένου προσώπου, που κατά το χρόνο του θανάτου του ικανοποιούσε τις ασφαλιστικές προϋποθέσεις για σύνταξη χηρείας, δεν παρέχει δικαίωμα για σύνταξη χηρείας δυνάμει του άρθρου 41 ή για επίδομα ορφανίας δυνάμει των παραγράφων (α) ή (β) του παρόντος εδαφίου.
59(I)/2010 Βοήθημα κηδείας 44.-(1) Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Νόμου, βοήθημα κηδείας για το θάνατο οποιουδήποτε προσώπου χορηγείται στα πρόσωπα που καθορίζονται στο εδάφιο (3), εάν - (α) το εν λόγω πρόσωπο κατά το χρόνο του θανάτου του, ικανοποιούσε τις σχετικές ασφαλιστικές προϋποθέσεις, ή (β) το εν λόγω πρόσωπο, κατά το χρόνο του θανάτου του δικαιούταν θεσμοθετημένη σύνταξη, σύνταξη χηρείας, επίδομα αγνοουμένου ή παροχή λόγω θανάτου, ή (γ) αναφορικά με το πρόσωπο αυτό καταβαλλόταν κατά το χρόνο του θανάτου του επίδομα ορφανίας, ή (δ) πρόκειται για μισθωτό, του οποίου ο θάνατος επήλθε από σωματική βλάβη, που προκλήθηκε από επαγγελματικό ατύχημα, όπως αυτό καθορίζεται στο Μέρος IV ή από καθορισμένη ασθένεια οφειλόμενη στην απασχόλησή του, ή (ε) κατά το χρόνο του θανάτου του εν λόγω προσώπου αυτό ήταν εξαρτώμενο ασφαλισμένου που ικανοποιεί τις σχετικές ασφαλιστικές προϋποθέσεις ή εξαρτώμενο δικαιούχου μιας από τις παροχές που αναφέρονται στην παράγραφο (β).
59(I)/2010 52(I)/2017 Επίδομα αγνοουμένου 45.-(1) Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (2), κάθε πρόσωπο που, αμέσως πριν από την έναρξη της ισχύος του παρόντος Νόμου λάμβανε επίδομα αγνοουμένου δυνάμει του νόμου που καταργήθηκε, συνεχίζει να λαμβάνει επίδομα αγνοουμένου δυνάμει του παρόντος Νόμου.
59(I)/2010
ΜΕΡΟΣ IV ΠΑΡΟΧΕΣ ΛΟΓΩ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΩΝ ΒΛΑΒΩΝ
Είδη και ύψος παροχών 46. Οι παροχές που καταβάλλονται δυνάμει του παρόντος Μέρους είναι οι ακόλουθες: (α) Επίδομα σωματικής βλάβης, το εβδομαδιαίο ύψος του οποίου υπολογίζεται όπως ορίζεται στο Μέρος Ι του Πέμπτου Πίνακα∙ (β) παροχές λόγω αναπηρίας, που περιλαμβάνουν σύνταξη αναπηρίας, το εβδομαδιαίο ύψος της οποίας υπολογίζεται όπως ορίζεται στο Μέρος IV του Πέμπτου Πίνακα και βοήθημα αναπηρίας, το ύψος του οποίου υπολογίζεται όπως αυτό ορίζεται στο Μέρος ΙΙΙ του Πέμπτου Πίνακα∙ (γ) παροχές λόγω θανάτου, το εβδομαδιαίο ύψος των οποίων υπολογίζεται όπως ορίζεται στο Μέρος ΙΙ του Πέμπτου Πίνακα, που περιλαμβάνουν σύνταξη χηρείας, επίδομα ορφανίας και σύνταξη γονέως.
59(I)/2010 Έννοια επαγγελματικού ατυχήματος 47.-(1) Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (5), για τους σκοπούς του παρόντος Μέρους, “επαγγελματικό ατύχημα” σημαίνει ατύχημα που προκλήθηκε εξαιτίας και κατά τη διάρκεια απασχόλησης μισθωτού ή αυτοτελώς εργαζομένου.
Νοείται ότι, ατύχημα που επισυνέβη ως ανωτέρω δεν θεωρείται επαγγελματικό ατύχημα, εάν ο μισθωτός εγκατέλειψε τον τόπο εργασίας του κατά τη διάρκεια του ωραρίου εργασίας, για σκοπούς που δεν έχουν σχέση με την απασχόλησή του. (4A) Ατύχημα που επεσυνέβη σε αυτοτελώς εργαζομένο ο οποίος, λόγω της φύσης του επαγγέλματός του παρέχει τις υπηρεσίες του διακινούμενος από τόπο σε τόπο, κατά τη μετάβασή του σε τόπο όπου θα παρείχε τις υπηρεσίες του αν δεν επισυνέβαινε το ατύχημα, ή την επιστροφή από τόπο όπου παρείχε τις υπηρεσίες του, θεωρείται επαγγελματικό.
59(I)/2010 66(I)/2024 Επίδομα σωματικής βλάβης 48.-(1) Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Νόμου, όταν μισθωτός ή αυτοτελώς εργαζόμενος υφίσταται σωματική βλάβη λόγω επαγγελματικού ατυχήματος, δικαιούται επίδομα σωματικής βλάβης για κάθε ημέρα ανικανότητας προς εργασία οφειλόμενη στη σχετική σωματική βλάβη και για περίοδο δώδεκα (12) μηνών από την ημέρα του σχετικού ατυχήματος:
Νοείται ότι, δεν καταβάλλεται επίδομα αναφορικά με τις τρεις (3) πρώτες ημέρες της περιόδου διακοπής της απασχόλησης του μισθωτού ή του αυτοτελώς εργαζομένου.
59(I)/2010 66(I)/2024 Παροχές λόγω αναπηρίας 49.-(1) Μισθωτός ή αυτοτελώς εργαζόμενος, που υφίσταται σωματική βλάβη λόγω επαγγελματικού ατυχήματος, δικαιούται παροχές λόγω αναπηρίας, εάν, ως αποτέλεσμα της σχετικής σωματικής βλάβης, την τέταρτη ή οποιαδήποτε μεταγενέστερη του σχετικού ατυχήματος ημέρα, πάσχει από απώλεια φυσικής ή πνευματικής ικανότητας και την ημέρα αυτή δεν δικαιούται επίδομα σωματικής βλάβης, εκτός εάν είναι ημέρα για την οποία εφαρμόζεται η επιφύλαξη του εδαφίου (1) του άρθρου 48:
Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, δεν θεωρείται ότι επήλθε απώλεια ικανότητας οποτεδήποτε, εάν ο βαθμός της αναπηρίας που προέκυψε, όπως αυτός υπολογίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις των εδαφίων (2) έως και (6), είναι κατώτερος του 10%.
Νοείται ότι, εάν κατά τον υπολογισμό του βαθμού αναπηρίας η κατάσταση του αιτητή είναι τέτοια, που λαμβάνοντας υπόψη τις μεταβολές, προβλεπτές ή μη, που είναι δυνατόν να επέλθουν σ’ αυτή, δεν επιτρέπει οριστικό υπολογισμό για ολόκληρο το εν λόγω χρονικό διάστημα - (α) γίνεται προσωρινός υπολογισμός με βάση άλλο μικρότερο διάστημα που κρίνεται εύλογο, λαμβάνοντας υπόψη την κατάσταση του αιτητή και τη δυνατότητα μεταβολής της, όπως αναφέρεται ανωτέρω, και (β) ως βάση του επόμενου υπολογισμού λαμβάνεται το χρονικό διάστημα που αρχίζει από τη λήξη του διαστήματος που αποτέλεσε τη βάση του προσωρινού υπολογισμού.
Νοείται ότι, όταν αυτό είναι ορισμένης διάρκειας καθορίζεται κατά πόσον πρόκειται για προσωρινό ή οριστικό υπολογισμό.
Νοείται ότι, η χορήγηση της σύνταξης τερματίζεται με τη λήξη του χρονικού διαστήματος που αποτελεί τη βάση υπολογισμού της ή με το θάνατο του δικαιούχου, οποιοδήποτε επισυμβεί νωρίτερα.
59(I)/2010 101(I)/2021 66(I)/2024 Αύξηση βαθμού αναπηρίας σε ορισμένες περιπτώσεις 50.-(1) Όταν δικαιούχος σύνταξης αναπηρίας, η οποία υπολογίστηκε σε βαθμό κατώτερο του 100%, εισάγεται σε νοσοκομείο ή παρόμοιο ίδρυμα για να υποβληθεί σε εγκεκριμένη θεραπεία ή άλλη νοσηλεία, τότε ο βαθμός αναπηρίας του λογίζεται ως 100% για όλη την περίοδο της παραμονής του στο εν λόγω νοσοκομείο ή ίδρυμα.
59(I)/2010 Αύξηση σύνταξης αναπηρίας λόγω τακτικής φροντίδας 51.-(1) Το εβδομαδιαίο ύψος της σύνταξης αναπηρίας βαθμού 100% αυξάνεται κατά 55% του ύψους της βασικής σύνταξης αναπηρίας του δικαιούχου χωρίς τις αυξήσεις για εξαρτωμένους, εάν, ως αποτέλεσμα της σχετικής σωματικής βλάβης, ο δικαιούχος έχει ανάγκη τακτικής βοήθειας και φροντίδας.
Νοείται ότι, όταν ο δικαιούχος τυγχάνει δωρεάν ιατρικής φροντίδας σε νοσοκομείο ή παρόμοιο ίδρυμα δεν καταβάλλεται τέτοια αύξηση.
59(I)/2010 Παροχές λόγω θανάτου 52.-(1) Σε περίπτωση θανάτου μισθωτού/ής ή αυτοτελώς εργαζομένου/ης, λόγω σωματικής βλάβης που προκλήθηκε από επαγγελματικό ατύχημα ή θανάτου δικαιούχου σύνταξης αναπηρίας σε βαθμό 100%, χορηγούνται στους επιζώντες του/της παροχές λόγω θανάτου, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου.
Νοείται ότι, σε περίπτωση που ο/η σύζυγος, κατά τον χρόνο του θανάτου του/της, διέμενε σε ίδρυμα φροντίδας ή στην κατοικία παιδιού της/του για λόγους φροντίδας, η προϋπόθεση της συμβίωσης θεωρείται ότι ικανοποιείται, εάν αυτή υφίστατο κατά την ημέρα της εισαγωγής της/του συζύγου στο ίδρυμα ή της μετακίνησης της/του στην κατοικία του παιδιού της/του:
Νοείται περαιτέρω ότι,- (i) σε περίπτωση χήρου μισθωτή, σύνταξη χηρείας δυνάμει των διατάξεων του παρόντος εδαφίου χορηγείται μόνο εάν η σύζυγός του απεβίωσε την ή μετά την 1η Ιανουαρίου 2018· και (ii) σε περίπτωση χήρας/χήρου αυτοτελώς εργαζομένου/εργαζομένης δεν χορηγείται σύνταξη δυνάμει των διατάξεων του παρόντος εδαφίου για θάνατο λόγω σωματικής βλάβης που προκλήθηκε πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Τροποποιητικού) Νόμου (Αρ. 2) του 2024.
Νοείται έτι περαιτέρω ότι, οι διατάξεις των εδαφίων (4) και (5) του άρθρου 41, εφαρμόζονται και στις περιπτώσεις σύνταξης χηρείας δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου.