Ο περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμος του 1980 - 41/1980
Τι αφορά αυτή η πράξη;
Αυτός ο νόμος, ο περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμος του 1980, αφορά τις κοινωνικές ασφαλίσεις και τις παροχές που καταβάλλονται σε ασφαλισμένα πρόσωπα. Καθορίζει τους όρους και τις προϋποθέσεις για την καταβολή αυτών των παροχών.
Για ποιους: Μισθωτούς και αυτοτελώς εργαζόμενους που ασκούν ασφαλιστέα απασχόληση; Πρόσωπα που δικαιούνται παροχές λόγω αναπηρίας, γήρατος, ή άλλων καθορισμένων περιστάσεων.
Προθεσμίες:
- "Ανήλικος" μπορεί να είναι πρόσωπο κάτω των 15 ετών, ή μεταξύ 15-25 ετών υπό προϋποθέσεις εκπαίδευσης ή στρατιωτικής θητείας, ή άγαμο πρόσωπο που στερείται μονίμως ικανότητας συντήρησης.
- "Συντάξιμη ηλικία" ορίζεται στα 65 έτη, εκτός από γυναίκες γεννημένες πριν το 1935 και πρόσωπα που δικαιούνται σύνταξη γήρατος βάσει του άρθρου 36Α, για τα οποία είναι τα 63 έτη.
- "Έτος εισφορών" για μισθωτούς με μηνιαίες αποδοχές είναι το ημερολογιακό έτος, ενώ για τους λοιπούς ασφαλισμένους είναι περίοδος 52 ή 53 εβδομάδων.
Με μια ματιά
- Χώρα
- Κύπρος
- Τομέας δικαίου
- Κοινωνική ασφάλιση
- Άρθρα
- 66
- Πηγή
- cylaw.org
- Ανάκτηση κειμένου
- Ενημέρωση επεξήγησης
Τι ρυθμίζει αυτή η πράξη;
- Τις ασφαλιστέες αποδοχές και τις εισφορές που καταβάλλονται.
- Τις διάφορες παροχές που δικαιούνται οι ασφαλισμένοι.
- Τους ορισμούς βασικών εννοιών όπως "μισθωτός", "αυτοτελώς εργαζόμενος", "αναπηρία" και "συντάξιμη ηλικία".
- Τη λειτουργία του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων.
Ποιους αφορά αυτή η πράξη;
- Μισθωτούς και αυτοτελώς εργαζόμενους που ασκούν ασφαλιστέα απασχόληση.
- Πρόσωπα που δικαιούνται παροχές λόγω αναπηρίας, γήρατος, ή άλλων καθορισμένων περιστάσεων.
Ποια είναι τα βασικά σημεία;
- "Ανήλικος" μπορεί να είναι πρόσωπο κάτω των 15 ετών, ή μεταξύ 15-25 ετών υπό προϋποθέσεις εκπαίδευσης ή στρατιωτικής θητείας, ή άγαμο πρόσωπο που στερείται μονίμως ικανότητας συντήρησης.
- "Συντάξιμη ηλικία" ορίζεται στα 65 έτη, εκτός από γυναίκες γεννημένες πριν το 1935 και πρόσωπα που δικαιούνται σύνταξη γήρατος βάσει του άρθρου 36Α, για τα οποία είναι τα 63 έτη.
- "Έτος εισφορών" για μισθωτούς με μηνιαίες αποδοχές είναι το ημερολογιακό έτος, ενώ για τους λοιπούς ασφαλισμένους είναι περίοδος 52 ή 53 εβδομάδων.
- Το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων ιδρύεται δυνάμει του άρθρου 69.
Κοινωνική ασφάλιση
Κείμενο νόμου
Κείμενο νόμου
Περιεχόμενα (66)
- Άρθρο 1
- Άρθρο 2
- Άρθρο 3
- Άρθρο 4
- Άρθρο 5
- Άρθρο 6
- Άρθρο 7
- Άρθρο 8
- Άρθρο 9
- Άρθρο 10
- Άρθρο 11
- Άρθρο 12
- Άρθρο 13
- Άρθρο 14
- Άρθρο 15
- Άρθρο 16
- Άρθρο 17
- Άρθρο 18
- Άρθρο 19
- Άρθρο 20
- Άρθρο 21
- Άρθρο 22
- Άρθρο 23
- Άρθρο 24
- Άρθρο 25
- Άρθρο 26
- Άρθρο 27
- Άρθρο 28
- Άρθρο 29
- Άρθρο 30
- Άρθρο 31
- Άρθρο 32
- Άρθρο 33
- Άρθρο 34
- Άρθρο 35
- Άρθρο 36
- Άρθρο 37
- Άρθρο 38
- Άρθρο 39
- Άρθρο 40
- Άρθρο 41
- Άρθρο 42
- Άρθρο 43
- Άρθρο 44
- Άρθρο 45
- Άρθρο 46
- Άρθρο 47
- Άρθρο 48
- Άρθρο 49
- Άρθρο 50
- Άρθρο 51
- Άρθρο 52
- Άρθρο 53
- Άρθρο 54
- Άρθρο 55
- Άρθρο 56
- Άρθρο 57
- Άρθρο 58
- Άρθρο 59
- Άρθρο 60
- Άρθρο 61
- Άρθρο 62
- Άρθρο 63
- Άρθρο 64
- Άρθρο 65
- Άρθρο 66
Ο περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμος του 1980 - 41/1980 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | Επικοινωνία Κατάλογος Ενοποιημένης Νομοθεσίας Ο περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμος του 1980 (41/1980) Περιεχόμενα Πλήρες Κείμενο Εκτύπωση Ιστορικό Τροποποιήσεων 41/1980 48/1982 11/1983 7/1984 10/1985 116/1985 4/1987 199/1987 214/1987 68/1988 96/1989 136/1989 17/1990 218/1991 98(I)/1992 64(I)/1993 18(I)/1995 55(I)/1996 87(I)/1997 80(I)/1998 84(I)/1998 55(I)/1999 98(I)/2000 99(I)/2000 2(I)/2001 51(I)/2001 135(I)/2001 143(I)/2001 71(I)/2002 132(I)/2002 10(I)/2005 142(I)/2005 53(I)/2006 161(I)/2006 110(I)/2007 164(I)/2007 9(I)/2008 24(I)/2008 22(I)/2009 93(I)/2009 112(I)/2009 59(I)/2010 ΜΕΡΟΣ Ι ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ Συνοπτικός τίτλος
Άρθρο 1
41/1980 Ερμηνεία
Άρθρο 2
2.-(1) Εν τω παρόντι Νόμω, εκτός εάν άλλως προκύπτη εκ του κειμένου- “αγνοούμενος” σημαίνει πρόσωπον εξαφανισθέν κατά ή μετά το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου, 1974, λόγω των από του πραξικοπήματος της 15ης Ιουλίου, 1974, δημιουργηθεισών περιστάσεων, ή λόγω της από της 20ής Ιουλίου, 1974, Τουρκικής εισβολής, και διά το οποίον, εις οιανδήποτε των περιπτώσεων, η Κυβέρνησις της Δημοκρατίας δεν έχει οιανδήποτε θετικήν πληροφορίαν ότι τούτο ευρίσκεται εν ζωή˙ “αιτών” σημαίνει πρόσωπον προβάλλον απαίτησιν διά την καταβολήν οιασδήποτε παροχής δυνάμει του παρόντος Νόμου˙ “αμελητέαι αποδοχαί” σημαίνει αποδοχάς μισθωτού υπολειπομένας καθωρισμένου εβδομαδιαίου ή μηνιαίου ποσού, ο δε όρος “αμελητέαι” θα ερμηνεύηται αναλόγως˙ “αναπηρία” σημαίνει απώλειαν υγείας, δυνάμεων ή της προς το απολαμβάνειν την ζωήν ικανότητος˙ “ανήλικος” σημαίνει πρόσωπον- (α) μη συμπληρώσαν το 15ον έτος της ηλικίας του˙ (β) άρρεν άγαμον πρόσωπον, μεταξύ των 15 και των 25 ετών, όπερ τυγχάνει τακτικής εκπαιδεύσεως ή εγκεκριμένης παρά του Διευθυντού μαθητείας ή διατελεί εν ενεργώ υπηρεσία εν τη Εθνική Φρουρά δυνάμει των περί Εθνικής Φρουράς Νόμων του 1964 έως 1986˙ (γ) θήλυ άγαμον πρόσωπον μεταξύ των 15 και 23 ετών, όπερ τυγχάνει τακτικής εκπαιδεύσεως ή εγκεκριμένης παρά του Διευθυντού μαθητείας˙ (δ) πρόσωπον άγαμον όπερ, καίτοι συμπληρώσαν το 15ον έτος της ηλικίας αυτού, στερείται μονίμως της προς συντήρησιν αυτού ικανότητος˙ “ανίκανος προς εργασίαν” σημαίνει ησφαλισμένον ο οποίος λόγω ειδικής νόσου ή σωματικής ή πνευματικής αναπηρίας δεν δύναται να απασχοληθή εις το επάγγελμα εις το οποίον συνήθως απησχολείτο, ο δε όρος “ανικανότης προς εργασίαν” θα ερμηνεύεται αναλόγως˙ “ανώτατον όριον ασφαλιστέων αποδοχών” σημαίνει το καθωρισμένον ανώτατον ποσόν αποδοχών επί του οποίου είναι καταβλητέαι εισφοραί˙ “ανώτερον τμήμα ασφαλιστέων αποδοχών” σημαίνει το ανώτερον τμήμα των πληρωθεισών και πιστωθεισών ασφαλιστέων αποδοχών το εξευρισκόμενον συμφώνως προς το εδάφιον (5) του άρθρου 20˙ “αποδοχαί” εν αναφορά- (i) προς μισθωτόν περιλαμβάνει πάσαν χρηματικήν αντιμισθίαν εκ της απασχολήσεως αυτού ή παν κέρδος εκ της τοιαύτης απασχολήσεως δεκτικόν χρηματικής αποτιμήσεως ως και την εισφοράν του εργοδότου αναφορικώς προς τον μισθωτόν εις το Κεντρικόν Ταμείον Αδειών το ιδρυθέν δυνάμει των περί Ετησίων Αδειών μετ’ Απολαβών Νόμων του 1967 έως 1979, εξαιρουμένων όμως εκτάκτων προμηθειών και χαριστικών (ex-gratia) πληρωμών˙ (ii) προς αυτοτελώς εργαζόμενον σημαίνει παν κέρδος ή όφελος εκ της απασχολήσεως αυτού˙ (iii) προς προαιρετικώς ησφαλισμένον σημαίνει το δυνάμει του άρθρου 16 επιλεγόμενον υπό του ησφαλισμένου ποσόν.
“ασφαλιστέα απασχόλησις” σημαίνει οιανδήποτε απασχόλησιν εκ των καθοριζομένων εν τω Μέρει Ι του Πρώτου Πίνακος και εν τω Μέρει Ι του Δευτέρου Πίνακος, εκτός εάν αύτη είναι εκ των εξαιρουμένων, ήτοι απασχόλησις καθοριζομένη εν τω Μέρει ΙΙ του Πρώτου Πίνακος και εν τω Μέρει ΙΙ του Δευτέρου Πίνακος˙ “ασφαλιστέαι αποδοχαί” σημαίνει το ποσόν των αποδοχών του ησφαλισμένου επί του οποίου είναι καταβλητέαι εισφοραί δυνάμει του παρόντος Νόμου˙ “αυτοτελώς εργαζόμενος” σημαίνει πρόσωπον εργαζόμενον εις οιανδήποτε ασφαλιστέαν απασχόλησιν καθοριζομένην εν τω Μέρει Ι του Δευτέρου Πίνακος, εκτός εάν η απασχόλησις αυτού είναι εξαιρετέα δυνάμει του Μέρους ΙΙ του ρηθέντος Πίνακος˙ “βασικαί ασφαλιστέαι αποδοχαί” σημαίνει καθωρισμένον ποσόν ασφαλιστέων αποδοχών˙ “γονική άδεια” σημαίνει τη γονική άδεια η οποία λαμβάνεται σύμφωνα με τον περί Γονικής Άδειας και Άδειας για λόγους Ανωτέρας Βίας Νόμο του 2002. “Διευθυντής” σημαίνει τον Διευθυντήν ή Αναπληρωτήν Διευθυντήν των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων˙ “δικαιούχος” αναφορικώς προς οιανδήποτε παροχήν σημαίνει το δικαιούμενον εις τοιαύτην παροχήν πρόσωπον˙ “ειδικός ιατρός” σημαίνει ιατρόν ο οποίος θεωρείται ως ειδικός συμφώνως προς τον περί Εγγραφής Ιατρών Νόμον˙ “εξαρτώμενος” αναφορικώς προς πρόσωπον τι σημαίνει το πρόσωπον εν σχέσει προς το οποίον τω καταβάλλεται αύξησις παροχής δυνάμει του άρθρου 59˙ “επαγγελματικόν σχέδιον συντάξεων” σημαίνει οιονδήποτε σχέδιον ή διευθέτησιν εφαρμοζομένην υπό ή διά λογαριασμόν εργοδότου ή εργοδοτών και προβλέπουσαν διά την καταβολήν συντάξεων εν περιπτώσει αφυπηρετήσεως ή θανάτου αναφορικώς προς την απασχόλησιν μισθωτού˙ “εργατική διαφορά” σημαίνει διαφοράν αναφυομένην μεταξύ εργοδότου και μισθωτών, ή μεταξύ μισθωτών, σχετικώς με την απασχόλησιν ή μη απασχόλησιν, τους όρους απασχολήσεως ή τας συνθήκας απασχολήσεως οιωνδήποτε προσώπων, εν τη υπηρεσία του εργοδότου μεθ’ ου προέκυψεν η διαφορά ή μη˙ “εργοδότης” περιλαμβάνει και την Κυβέρνησιν της Δημοκρατίας της Κύπρου˙ “έτος εισφορών”, διά μεν τους μισθωτούς των οποίων αι αποδοχαί υπολογίζονται επί μηνιαίας βάσεως σημαίνει το ημερολογιακόν έτος διά δε τους λοιπούς ησφαλισμένους σημαίνει περίοδον πεντήκοντα δύο ή πεντήκοντα τριών εβδομάδων, αρχομένην την πρώτην Δευτέραν εκάστου έτους και λήγουσαν την Κυριακήν προ της πρώτης Δευτέρας του επομένου έτους:
Νοείται ότι το πρώτον έτος εισφορών δυνάμει του παρόντος Νόμου άρχεται την 6ην Οκτωβρίου 1980 και λήγει διά μεν τους μισθωτούς των οποίων αι αποδοχαί υπολογίζονται επί μηνιαίας βάσεως την 31ην Δεκεμβρίου, 1981, διά δε τους λοιπούς ησφαλισμένους την 3ην Ιανουαρίου, 1982˙ “έτος παροχών” σημαίνει περίοδον αρχομένην την πρώτην Δευτέραν Ιουλίου εκάστου έτους και λήγουσαν την Κυριακήν προ της πρώτης Δευτέρας Ιουλίου του επομένου έτους˙ “Ευρωπαϊκές Κοινότητες” σημαίνει το Συμβούλιο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, το Ελεγκτικό Συνέδριο, την Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή, την Επιτροπή Περιφερειών, τον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή, τον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, το Ευρωπαϊκό Γραφείο Ευρεσιτεχνίας, καθώς και οποιοδήποτε οργανισμό ή γραφείο ή θεσμό εγκαθιδρύθηκε ή θα εγκαθιδρυθεί στο μέλλον δυνάμει της Συνθήκης περί Ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας ή δυνάμει οποιασδήποτε κοινοτικής πράξης, του οποίου ο κανονισμός για την υπηρεσιακή κατάσταση των υπαλλήλων περιλαμβάνει ή θα περιλαμβάνει ταυτόσημες ή ανάλογες διατάξεις με αυτές του Άρθρου 11 και του Παραρτήματος VIII του Κανονισμού της Υπηρεσιακής Κατάστασης των Υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων∙ “ημέρα διακοπής της απασχολήσεως” σημαίνει ημέραν ανικανότητος προς εργασίαν ή ημέραν ανεργίας και “περίοδος διακοπής της απασχολήσεως” σημαίνει οιασδήποτε δύο ημέρας διακοπής της απασχολήσεως, συναπτάς ή μη, εντός περιόδου εξ συναπτών ημερών ή οιασδήποτε δύο ή πλείονας τοιαύτας περιόδους εις ας δεν παρεμβάλλεται περίοδος μεγαλυτέρα των δεκατριών εβδομάδων˙ “ημερήσιον ύψος” αναφορικώς προς οιανδήποτε περιοδικήν παροχήν, σημαίνει το εν έκτον του εβδομαδιαίου ύψους της τοιαύτης παροχής˙ “ησφαλισμένος” σημαίνει ησφαλισμένον δυνάμει του παρόντος Νόμου˙ “ιατρική περίθαλψις” σημαίνει ιατρικήν περίθαλψιν, χειρουργικήν επέμβασιν και θεραπείαν προς αποκατάστασιν της υγείας, περιλαμβάνονται δε αι πάσης φύσεως θεραπείαι, δίαιται ή έτεραι θεραπευτικαί αγωγαί, ως και φαρμακευτική περίθαλψις˙ “ιατρός” σημαίνει ιατρόν εγγεγραμμένον δυνάμει του περί Εγγραφής Ιατρών Νόμου˙ “καθωρισμένος” σημαίνει καθωρισμένον διά Κανονισμών˙ “Κανονισμοί” σημαίνει Κανονισμούς εκδιδομένους δυνάμει του παρόντος Νόμου˙ “Κανονισμός Υπηρεσιακής Κατάστασης των Υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων” σημαίνει τον Κανονισμό αρ. 31/1962 της υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και τον Κανονισμό αρ. 11/1962 της Υπηρεσιακής Κατάστασης των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας, όπως αυτοί τροποποιήθηκαν από τον Κανονισμό (ΕΟΚ, Ευρατόμ, ΕΚΑΧ) αριθ. 259/1968 του Συμβουλίου της 29ης Φεβρουαρίου 1968 περί καθορισμού του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων και του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και περί θεσπίσεως ειδικών μέτρων προσωρινώς εφαρμοστέων στους υπαλλήλους της Επιτροπής, καθώς και οποιοδήποτε άλλο κανονισμό που αφορά στην υπηρεσιακή κατάσταση των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά την έννοια του παρόντος Νόμου∙
“καταργηθείς Νόμος” σημαίνει τους υπό του παρόντος Νόμου καταργηθέντας περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμους του 1972 έως 1980˙ “κατώτερον τμήμα ασφαλιστέων αποδοχών” σημαίνει το κατώτερον τμήμα των πληρωθεισών και πιστωθεισών ασφαλιστέων αποδοχών το εξευρισκόμενον συμφώνως προς το εδάφιον (5) του άρθρου 20˙ “κράτος μέλος” σημαίνει κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης· “μην εισφορών”, εν αναφορά προς μισθωτόν του οποίου αι αποδοχαί υπολογίζονται επί μηνιαίας βάσεως, σημαίνει τον ημερολογιακόν μήνα, διά δε τους λοιπούς ησφαλισμένους σημαίνει περίοδον τεσσάρων ή πέντε ημερολογιακών εβδομάδων αι οποίαι άρχονται εντός εκάστου ημερολογιακού μηνός˙ “μισθωτός” σημαίνει πρόσωπον ασκούν οιανδήποτε ασφαλιστέαν απασχόλησιν εκ των καθοριζομένων εν τω Μέρει Ι του Πρώτου Πίνακος εκτός εάν η απασχόλησις αυτού είναι εξαιρετέα δυνάμει του Μέρους ΙΙ του ρηθέντος Πίνακος:
Νοείται ότι οι κληρικοί δε θεωρούνται μισθωτοί για σκοπούς του περί Ετησίων Αδειών μετ΄ Απολαβών Νόμου, του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου, του περί Ανάπτυξης Ανθρώπινου ΔυναμικούΝόμου και του περί Ταμείου Κοινωνικής Συνοχής Νόμου. “ορισθείσα ημερομηνία” σημαίνει την διά γνωστοποιήσεως δημοσιευομένης εν τη επισήμω εφημερίδι της Δημοκρατίας ορισθησομένην υπό του Υπουργικού Συμβουλίου ημερομηνίαν διά την έναρξιν της ισχύος των διατάξεων του παρόντος Νόμου˙ “παροχή” σημαίνει την δυνάμει του παρόντος Νόμου καταβλητέαν παροχήν˙ “περίοδος εισφορών” εν αναφορά προς μισθωτόν του οποίου αι αποδοχαί υπολογίζονται επί μηνιαίας βάσεως σημαίνει τον ημερολογιακόν μήνα, διά δε τους λοιπούς ησφαλισμένους σημαίνει την ημερολογιακήν εβδομάδα˙ “πιστωθείσαι ασφαλιστέαι αποδοχαί” σημαίνει ασφαλιστέας αποδοχάς πιστωθείσας δυνάμει του άρθρου 18˙ “πληρωθείσαι ασφαλιστέαι αποδοχαί” σημαίνει ασφαλιστέας αποδοχάς επί των οποίων κατεβλήθησαν εισφοραί˙ “συντάξιμος δημόσιος υπάλληλος” σημαίνει πρόσωπον όπερ κατέχει συντάξιμον θέσιν δυνάμει του περί Συντάξεων Νόμου ή του περί Στοιχειώδους Εκπαιδεύσεως Νόμου ή του περί Συντάξεων Καθηγητών Νόμου ή είναι μόνιμος αξιωματικός ή υπαξιωματικός του Κυπριακού Στρατού˙ “συντάξιμη ηλικία” σημαίνει την ηλικία των εξήντα πέντε ετών, σε περίπτωση όμως γυναίκας που γεννήθηκε πριν από το έτος 1935 και προσώπου που δικαιούται σε σύνταξη γήρατος με βάση το άρθρο 36Α σημαίνει την ηλικία των εξήντα τριών ετών˙ “σχετική απώλεια ικανότητος” σημαίνει την ολικήν ή μερικήν απώλειαν της συνήθους χρήσεως των οργάνων ή μερών του σώματος ή την συνεπεία ταύτης κατάστροφήν ή βλάβην των ψυχικών ή πνευματικών λειτουργιών˙ “σχετικόν ατύχημα” και “σχετική σωματική βλάβη” αναφορικώς προς επίδομα σωματικής βλάβης, παροχάς λόγω αναπηρίας ή θανάτου, σημαίνουν αντιστοίχως το ατύχημα ή την σωματικήν βλάβην αναφορικώς προς ην προβάλλεται απαίτησις ή είναι καταβλητέα οιαδήποτε των ανωτέρω παροχών˙ “σχετική ημερομηνία” αναφορικώς προς οιανδήποτε παροχήν, σημαίνει την ημερομηνίαν καθ’ ην πρόσωπον τι πληροί το πρώτον τας προϋποθέσεις προς θεμελίωσιν δικαιώματος εις τοιαύτην παροχήν, πλην της προϋποθέσεως της υποβολής αιτήσεως˙ “Ταμείον” σημαίνει το Ταμείον Κοινωνικών Ασφαλίσεων το ιδρυόμενον δυνάμει του άρθρου 69˙ “ταμείον προνοίας” σημαίνει οιονδήποτε ταμείον ή διευθέτησιν εφαρμοζομένην υπό ή διά λογαριασμόν εργοδότου ή εργοδοτών και προβλέπουσαν διά την καταβολήν εφ’ άπαξ πληρωμών εν περιπτώσει τερματισμού απασχολήσεως, αφυπηρετήσεως ή θανάτου αναφορικώς προς την απασχόλησιν μισθωτού˙ “τέκνον” περιλαμβάνει και προγονόν, εξώγαμον τέκνον και τέκνον υιοθετηθέν κατά τινα υπό του δικαίου αναγνωριζόμενον τρόπον, οι δε όροι “γονεύς”, “μήτηρ” και “πατήρ” ερμηνεύονται αναλόγως˙
“τέως δικαιούχος” σημαίνει τον δυνάμει του καταργηθέντος Νόμου δικαιούχον˙ “τέως ενεργητικόν” σημαίνει το αμέσως προ της ορισθείσης ημερομηνίας ενεργητικόν του Ταμείου του ιδρυθέντος δυνάμει του καταργηθέντος Νόμου˙ “τέως ησφαλισμένος” σημαίνει ησφαλισμένον δυνάμει του καταργηθέντος Νόμου˙ “τοκετός” σημαίνει τοκετόν απολήγοντα εις την γέννησιν ζώντος τέκνου, ή τοκετόν γενόμενον μετά πάροδον είκοσι οκτώ εβδομάδων κυοφορίας και απολήγοντα εις την γέννησιν τέκνου ζώντος ή νεκρού, ο δε όρος “κυοφορία” θα ερμηνεύηται αναλόγως˙ “τρίτη χώρα” σημαίνει χώρα που δεν είναι κράτος μέλος· “Υπουργός” σημαίνει τον Υπουργόν Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων.
41/1980 11/1983 10/1985 199/1987 96/1989 17/1990 98(I)/1992 98(I)/2000 135(I)/2001 71(I)/2002 132(I)/2002 53(I)/2006 22(I)/2009 ΜΕΡΟΣ ΙΙ ΗΣΦΑΛΙΣΜΕΝΟΙ ΚΑΙ ΕΙΣΦΟΡΑΙ Ησφαλισμένοι
Άρθρο 3
41/1980 22(I)/2009 Υποχρέωσις καταβολής εισφορών αναφορικώς προς μισθωτούς
Άρθρο 4
4.-(1) Δι’ εκάστην περίοδον εισφορών, κατά την οποίαν ή διά τμήμα της οποίας πρόσωπον απησχολήθη ως μισθωτός, υφίσταται υποχρέωσις καταβολής εισφορών παρά του μισθωτού, παρά του εργοδότου αυτού και εκ του Παγίου Ταμείου της Δημοκρατίας.
41/1980 7/1984 116/1985 Ποσόν εισφορών αναφορικώς προς μισθωτούς
Άρθρο 5
5.-(1) (α) Από το έτος εισφορών που αρχίζει κατά ή μετά την 1.4.2009 και τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Νόμου, το ποσόν των εισφορών των καταβλητέων αναφορικώς προς την απασχόλησιν μισθωτού, είναι ίσον προς ποσοστόν 17,9% επί των ασφαλιστέων αποδοχών αυτού, εκ του οποίου ποσόν ίσον προς ποσοστόν 6,8% επί των ασφαλιστέων αποδοχών του μισθωτού καταβάλλεται υπό του εργοδότου αυτού, ποσόν ίσον προς ποσοστόν 6,8% επί των τοιούτων αποδοχών υπό του μισθωτού και ποσόν ίσον προς ποσοστόν 4,3% επί των τοιούτων αποδοχών εκ του Παγίου Ταμείου της Δημοκρατίας:
Νοείται ότι εις περίπτωσιν καθ’ ην μισθωτός απασχολείται υπό εργοδότου ο οποίος εφαρμόζει διά τον μισθωτόν αυτόν επαγγελματικόν σχέδιον συντάξεων άνευ εισφορών εκ μέρους του μισθωτού, το ποσόν των εισφορών των καταβλητέων υπό του εργοδότου είναι ίσον προς ποσοστόν 10,15% επί των ασφαλιστέων αποδοχών του μισθωτού, το δε ποσόν των εισφορών των καταβλητέων υπό του μισθωτού ίσον προς ποσοστόν 3,45% επί των τοιούτων αποδοχών. (β) Από το έτος εισφορών που αρχίζει κατά ή μετά την 1.1.2014, και τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Νόμου, το ποσόν των εισφορών των καταβλητέων αναφορικώς προς την απασχόλησιν μισθωτού, είναι ίσον προς ποσοστόν 19,2% επί των ασφαλιστέων αποδοχών αυτού, εκ του οποίου ποσόν ίσον προς ποσοστόν 7,3% επί των ασφαλιστέων αποδοχών του μισθωτού καταβάλλεται υπό του εργοδότου αυτού, ποσόν ίσον προς ποσοστόν 7,3% επί των τοιούτων αποδοχών υπό του μισθωτού και ποσόν ίσον προς ποσοστόν 4,6% επί των τοιούτων αποδοχών εκ του Παγίου Ταμείου της Δημοκρατίας:
Νοείται ότι εις περίπτωσιν καθ’ ην μισθωτός απασχολείται υπό εργοδότου ο οποίος εφαρμόζει διά τον μισθωτόν αυτόν επαγγελματικόν σχέδιον συντάξεων άνευ εισφορών εκ μέρους του μισθωτού, το ποσόν των εισφορών των καταβλητέων υπό του εργοδότου είναι ίσον προς ποσοστόν 10,9% επί των ασφαλιστέων αποδοχών του μισθωτού, το δε ποσόν των εισφορών των καταβλητέων υπό του μισθωτού ίσον προς ποσοστόν 3,7% επί των τοιούτων αποδοχών. (γ) Από το έτος εισφορών που αρχίζει κατά ή μετά την 1.1.2019, και τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Νόμου, το ποσόν των εισφορών των καταβλητέων αναφορικώς προς την απασχόλησιν μισθωτού, είναι ίσον προς ποσοστόν 20,5% επί των ασφαλιστέων αποδοχών αυτού, εκ του οποίου ποσόν ίσον προς ποσοστόν 7,8% επί των ασφαλιστέων αποδοχών του μισθωτού καταβάλλεται υπό του εργοδότου αυτού, ποσόν ίσον προς ποσοστόν 7,8% επί των τοιούτων αποδοχών υπό του μισθωτού και ποσόν ίσον προς ποσοστόν 4,9% επί των τοιούτων αποδοχών εκ του Παγίου Ταμείου της Δημοκρατίας:
Νοείται ότι εις περίπτωσιν καθ’ ην μισθωτός απασχολείται υπό εργοδότου ο οποίος εφαρμόζει διά τον μισθωτόν αυτόν επαγγελματικόν σχέδιον συντάξεων άνευ εισφορών εκ μέρους του μισθωτού, το ποσόν των εισφορών των καταβλητέων υπό του εργοδότου είναι ίσον προς ποσοστόν 11,65% επί των ασφαλιστέων αποδοχών του μισθωτού, το δε ποσόν των εισφορών των καταβλητέων υπό του μισθωτού ίσον προς ποσοστόν 3,95% επί των τοιούτων αποδοχών. (δ) Από το έτος εισφορών που αρχίζει κατά ή μετά την 1.1.2024, και τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Νόμου, το ποσόν των εισφορών των καταβλητέων αναφορικώς προς την απασχόλησιν μισθωτού, είναι ίσον προς ποσοστόν 21,8% επί των ασφαλιστέων αποδοχών αυτού, εκ του οποίου ποσόν ίσον προς ποσοστόν 8,3% επί των ασφαλιστέων αποδοχών του μισθωτού καταβάλλεται υπό του εργοδότου αυτού, ποσόν ίσον προς ποσοστόν 8,3% επί των τοιούτων αποδοχών υπό του μισθωτού και ποσόν ίσον προς ποσοστόν 5,2% επί των τοιούτων αποδοχών εκ του Παγίου Ταμείου της Δημοκρατίας:
Νοείται ότι εις περίπτωσιν καθ’ ην μισθωτός απασχολείται υπό εργοδότου ο οποίος εφαρμόζει διά τον μισθωτόν αυτόν επαγγελματικόν σχέδιον συντάξεων άνευ εισφορών εκ μέρους του μισθωτού, το ποσόν των εισφορών των καταβλητέων υπό του εργοδότου είναι ίσον προς ποσοστόν 12,4% επί των ασφαλιστέων αποδοχών του μισθωτού, το δε ποσόν των εισφορών των καταβλητέων υπό του μισθωτού ίσον προς ποσοστόν 4,2% επί των τοιούτων αποδοχών. (ε) Από το έτος εισφορών που αρχίζει κατά ή μετά την 1.1.2029, και τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Νόμου, το ποσόν των εισφορών των καταβλητέων αναφορικώς προς την απασχόλησιν μισθωτού, είναι ίσον προς ποσοστόν 23,1% επί των ασφαλιστέων αποδοχών αυτού, εκ του οποίου ποσόν ίσον προς ποσοστόν 8,8% επί των ασφαλιστέων αποδοχών του μισθωτού καταβάλλεται υπό του εργοδότου αυτού, ποσόν ίσον προς ποσοστόν 8,8% επί των τοιούτων αποδοχών υπό του μισθωτού και ποσόν ίσον προς ποσοστόν 5,5% επί των τοιούτων αποδοχών εκ του Παγίου Ταμείου της Δημοκρατίας:
Νοείται ότι εις περίπτωσιν καθ’ ην μισθωτός απασχολείται υπό εργοδότου ο οποίος εφαρμόζει διά τον μισθωτόν αυτόν επαγγελματικόν σχέδιον συντάξεων άνευ εισφορών εκ μέρους του μισθωτού, το ποσόν των εισφορών των καταβλητέων υπό του εργοδότου είναι ίσον προς ποσοστόν 13,15% επί των ασφαλιστέων αποδοχών του μισθωτού, το δε ποσόν των εισφορών των καταβλητέων υπό του μισθωτού ίσον προς ποσοστόν 4,45% επί των τοιούτων αποδοχών. (στ) Από το έτος εισφορών που αρχίζει κατά ή μετά την 1.1.2034, και τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Νόμου, το ποσόν των εισφορών των καταβλητέων αναφορικώς προς την απασχόλησιν μισθωτού, είναι ίσον προς ποσοστόν 24,4% επί των ασφαλιστέων αποδοχών αυτού, εκ του οποίου ποσόν ίσον προς ποσοστόν 9,3% επί των ασφαλιστέων αποδοχών του μισθωτού καταβάλλεται υπό του εργοδότου αυτού, ποσόν ίσον προς ποσοστόν 9,3% επί των τοιούτων αποδοχών υπό του μισθωτού και ποσόν ίσον προς ποσοστόν 5,8% επί των τοιούτων αποδοχών εκ του Παγίου Ταμείου της Δημοκρατίας:
Νοείται ότι εις περίπτωσιν καθ’ ην μισθωτός απασχολείται υπό εργοδότου ο οποίος εφαρμόζει διά τον μισθωτόν αυτόν επαγγελματικόν σχέδιον συντάξεων άνευ εισφορών εκ μέρους του μισθωτού, το ποσόν των εισφορών των καταβλητέων υπό του εργοδότου είναι ίσον προς ποσοστόν 13,9% επί των ασφαλιστέων αποδοχών του μισθωτού, το δε ποσόν των εισφορών των καταβλητέων υπό του μισθωτού ίσον προς ποσοστόν 4,7% επί των τοιούτων αποδοχών. (ζ) Από το έτος εισφορών που αρχίζει κατά ή μετά την 1.1.2039, και τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Νόμου, το ποσόν των εισφορών των καταβλητέων αναφορικώς προς την απασχόλησιν μισθωτού, είναι ίσον προς ποσοστόν 25,7% επί των ασφαλιστέων αποδοχών αυτού, εκ του οποίου ποσόν ίσον προς ποσοστόν 9,8% επί των ασφαλιστέων αποδοχών του μισθωτού καταβάλλεται υπό του εργοδότου αυτού, ποσόν ίσον προς ποσοστόν 9,8% επί των τοιούτων αποδοχών υπό του μισθωτού και ποσόν ίσον προς ποσοστόν 6,1% επί των τοιούτων αποδοχών εκ του Παγίου Ταμείου της Δημοκρατίας:
Νοείται ότι εις περίπτωσιν καθ’ ην μισθωτός απασχολείται υπό εργοδότου ο οποίος εφαρμόζει διά τον μισθωτόν αυτόν επαγγελματικόν σχέδιον συντάξεων άνευ εισφορών εκ μέρους του μισθωτού, το ποσόν των εισφορών των καταβλητέων υπό του εργοδότου είναι ίσον προς ποσοστόν 14,65% επί των ασφαλιστέων αποδοχών του μισθωτού, το δε ποσόν των εισφορών των καταβλητέων υπό του μισθωτού ίσον προς ποσοστόν 4,95% επί των τοιούτων αποδοχών.
41/1980 98(I)/1992 22(I)/2009 Επιστροφή εισφορών σε μισθωτούς που υπάγονται αναδρομικά σε επαγγελματικά σχέδια συντάξεων χωρίς εισφορές
Άρθρο 6
41/1980 98(I)/1992 53(I)/2006 22(I)/2009 Εισφορά Κυβερνήσεως της Δημοκρατίας διά πρόσωπα υπηρετούντα εν τη Εθνική Φρουρά
Άρθρο 7
7.-(1) Δι’ εκάστην εβδομάδα αρχομένην κατά ή μετά την ορισθείσαν ημερομηνίαν, καθ’ εκάστην ημέραν της οποίας πρόσωπον τι, κληθέν δι’ υπηρεσίαν εν τη Εθνική Φρουρά δυνάμει των περί Εθνικής Φρουράς Νόμων του 1964 έως 1979, διατελεί εν ενεργώ υπηρεσία, η Κυβέρνησις της Δημοκρατίας καταβάλλει αναφορικώς προς το πρόσωπον τούτο εισφοράν εις καθωρισμένον ποσόν.
41/1980 11/1983 7/1984 10/1985 22(I)/2009 Ειδική εισφορά εργοδοτών εις ωρισμένας περιπτώσεις
Άρθρο 8
41/1980 22(I)/2009 Απασχόλησις μισθωτού υπό δύο ή πλειόνων εργοδοτών
Άρθρο 9
41/1980 22(I)/2009 Απασχόλησις ησφαλισμένου ως μισθωτού και ως αυτοτελώς εργαζομένου
Άρθρο 10
41/1980 Παρακράτησις ποσού εισφορών μισθωτού υπό του Εργοδότου
Άρθρο 11
11.-(1) Ανεξαρτήτως οιασδήποτε συμβάσεως περί του αντιθέτου, ο εργοδότης δεν δικαιούται να παρακρατή ή να διεκδική εκ των αποδοχών, του παρ’ αυτώ απασχολουμένου μισθωτού το ποσόν των υπό του εργοδότου καταβλητέων εισφορών αναφορικώς προς τον τοιούτον μισθωτόν, πας δε εργοδότης όστις παρακρατεί ή πειράται να παρακρατήση, εν όλω ή εν μέρει, εκ των αποδοχών του παρ’ αυτώ απασχολουμένου μισθωτού το ποσόν των υπ’ αυτού καταβλητέων εισφορών αναφορικώς προς τον τοιούτον μισθωτόν, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος και υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας .750.
41/1980 Υποχρέωσις καταβολής εισφορών αυτοτελώς εργαζομένων
Άρθρο 12
12.-(1) Δι’ εκάστην περίοδον εισφορών, κατά την οποίαν ή διά τμήμα της οποίας πρόσωπον απησχολήθη ως αυτοτελώς εργαζόμενος, υφίσταται υποχρέωσις καταβολής εισφορών παρά του αυτοτελώς εργαζομένου και εκ του Παγίου Ταμείου της Δημοκρατίας.
41/1980 7/1984 116/1985 22(I)/2009 Ποσόν εισφορών αυτοτελώς εργαζομένων
Άρθρο 13
41/1980 68/1988 98(I)/1992 22(I)/2009 Απόσβεσις εισφορών
Άρθρο 14
14.-(1) Εισφοραί αναφορικώς προς την απασχόλησιν μισθωτού δεν καταβάλλονται μετά την παρέλευσιν εξ ετών από του τέλους της περιόδου εισφορών διά την οποίαν αι τοιαύται εισφοραί κατέστησαν καταβλητέαι.
41/1980 Προαιρετική ασφάλισις
Άρθρο 15
15.-(1) Παν πρόσωπον δικαιούται τη υποβολή αιτήσεως προς τον Διευθυντήν, να λάβη πιστοποιητικόν προαιρετικής ασφαλίσεως εάν- (α) έχη πληρωθείσας ασφαλιστέας αποδοχάς εις το κατώτερον τμήμα ασφαλιστέων αποδοχών ίσας προς το ποσόν των ετησίων βασικών ασφαλιστέων αποδοχών· ή (β) [Διαγράφηκε]. (γ) έχη την συνήθη αυτού διαμονήν εν Κύπρω και εργάζηται εκτός Κύπρου, εν τη υπηρεσία Κυπρίου εργοδότου.
Διά τους σκοπούς της παρούσης παραγράφου, “Κύπριος εργοδότης” σημαίνει εργοδότην ο οποίος διαμένει ή έχει επαγγελματικήν εγκατάστασιν εν Κύπρω ή νομικόν πρόσωπον εγγεγραμμένον εν Κύπρω, ή εις το οποίον πολίτης της Δημοκρατίας ή νομικόν πρόσωπον εγγεγραμμένον εν Κύπρω συμμετέχει ουσιωδώς.
41/1980 7/1984 116/1985 132(I)/2002 Ποσόν εισφορών προαιρετικώς ησφαλισμένων
Άρθρο 16
16.-(1) (α) Από την πρώτη Δευτέρα του 2009, το ποσό των εισφορών που καταβάλλονται για κάθε περίοδο εισφοράς αναφορικά με ασφαλισμένο δυνάμει των παραγράφων (α) και (β) του εδαφίου (1) του άρθρου 15 είναι ίσο με 14,8% πάνω στις ασφαλιστέες αποδοχές του και για ασφαλισμένο δυνάμει της παραγράφου (γ) του εν λόγω εδαφίου είναι ίσο με 17,9% πάνω στις ασφαλιστέες αποδοχές του. Από τα ποσοστά αυτά το 11,0% και το 13,6%, αντίστοιχα καταβάλλει ο ασφαλισμένος και το υπόλοιπο καταβάλλεται από το Πάγιο Ταμείο της Δημοκρατίας. (β) Από την πρώτη Δευτέρα του 2014, το ποσό των εισφορών που καταβάλλονται για κάθε περίοδο εισφοράς αναφορικά με ασφαλισμένο δυνάμει των παραγράφων (α) και (β) του εδαφίου (1) του άρθρου 15 είναι ίσο με 16,1% πάνω στις ασφαλιστέες αποδοχές του και για ασφαλισμένο δυνάμει της παραγράφου (γ) του εν λόγω εδαφίου είναι ίσο με 19,2% πάνω στις ασφαλιστέες αποδοχές του. Από τα ποσοστά αυτά το 12,0% και το 14,6%, αντίστοιχα καταβάλλει ο ασφαλισμένος και το υπόλοιπο καταβάλλεται από το Πάγιο Ταμείο της Δημοκρατίας. (γ) Από την πρώτη Δευτέρα του 2019, το ποσό των εισφορών που καταβάλλονται για κάθε περίοδο εισφοράς αναφορικά με ασφαλισμένο δυνάμει των παραγράφων (α) και (β) του εδαφίου (1) του άρθρου 15 είναι ίσο με 17,4% πάνω στις ασφαλιστέες αποδοχές του και για ασφαλισμένο δυνάμει της παραγράφου (γ) του εν λόγω εδαφίου είναι ίσο με 20,5% πάνω στις ασφαλιστέες αποδοχές του. Από τα ποσοστά αυτά το 13,0% και το 15,6%, αντίστοιχα καταβάλλει ο ασφαλισμένος και το υπόλοιπο καταβάλλεται από το Πάγιο Ταμείο της Δημοκρατίας. (δ) Από την πρώτη Δευτέρα του 2024, το ποσό των εισφορών που καταβάλλονται για κάθε περίοδο εισφοράς αναφορικά με ασφαλισμένο δυνάμει των παραγράφων (α) και (β) του εδαφίου (1) του άρθρου 15 είναι ίσο με 18,7% πάνω στις ασφαλιστέες αποδοχές του και για ασφαλισμένο δυνάμει της παραγράφου (γ) του εν λόγω εδαφίου είναι ίσο με 21,8% πάνω στις ασφαλιστέες αποδοχές του. Από τα ποσοστά αυτά το 14,0% και το 16,6%, αντίστοιχα καταβάλλει ο ασφαλισμένος και το υπόλοιπο καταβάλλεται από το Πάγιο Ταμείο της Δημοκρατίας. (ε) Από την πρώτη Δευτέρα του 2024, το ποσό των εισφορών που καταβάλλονται για κάθε περίοδο εισφοράς αναφορικά με ασφαλισμένο δυνάμει των παραγράφων (α) και (β) του εδαφίου (1) του άρθρου 15 είναι ίσο με 20,0% πάνω στις ασφαλιστέες αποδοχές του και για ασφαλισμένο δυνάμει της παραγράφου (γ) του εν λόγω εδαφίου είναι ίσο με 23,1% πάνω στις ασφαλιστέες αποδοχές του. Από τα ποσοστά αυτά το 15,0% και το 17,6%, αντίστοιχα καταβάλλει ο ασφαλισμένος και το υπόλοιπο καταβάλλεται από το Πάγιο Ταμείο της Δημοκρατίας.
(στ) Από την πρώτη Δευτέρα του 2034, το ποσό των εισφορών που καταβάλλονται για κάθε περίοδο εισφοράς αναφορικά με ασφαλισμένο δυνάμει των παραγράφων (α) και (β) του εδαφίου (1) του άρθρου 15 είναι ίσο με 21,3% πάνω στις ασφαλιστέες αποδοχές του και για ασφαλισμένο δυνάμει της παραγράφου (γ) του εν λόγω εδαφίου είναι ίσο με 24,4% πάνω στις ασφαλιστέες αποδοχές του. Από τα ποσοστά αυτά το 16,0% και το 18,6%, αντίστοιχα καταβάλλει ο ασφαλισμένος και το υπόλοιπο καταβάλλεται από το Πάγιο Ταμείο της Δημοκρατίας. (ζ) Από την πρώτη Δευτέρα του 2039, το ποσό των εισφορών που καταβάλλονται για κάθε περίοδο εισφοράς αναφορικά με ασφαλισμένο δυνάμει των παραγράφων (α) και (β) του εδαφίου (1) του άρθρου 15 είναι ίσο με 22,6% πάνω στις ασφαλιστέες αποδοχές του και για ασφαλισμένο δυνάμει της παραγράφου (γ) του εν λόγω εδαφίου είναι ίσο με 25,7% πάνω στις ασφαλιστέες αποδοχές του. Από τα ποσοστά αυτά το 17,0% και το 19,6%, αντίστοιχα καταβάλλει ο ασφαλισμένος και το υπόλοιπο καταβάλλεται από το Πάγιο Ταμείο της Δημοκρατίας.
Νοείται ότι εις ην περίπτωσιν το ως είρηται 1/52 υπολείπεται του 1/52 της μιας ασφαλιστικής μονάδος, το κατέχον πιστοποιητικόν προαιρετικής ασφαλίσεως πρόσωπον δύναται, δι’ εκάστην περίοδον εισφορών, να καταβάλλη εισφοράς επί ποσού ασφαλιστέων αποδοχών ίσου προς το 1/52 της αξίας μιας ασφαλιστικής μονάδος.
Νοείται ότι εις περίπτωσιν εισφορών καταβαλλομένων διά περιόδους εισφορών του έτους εισφορών το οποίον περιλαμβάνει την σχετικήν ημερομηνίαν διά οιανδήποτε παροχήν διά την οποίαν αι τοιαύται εισφοραί λαμβάνονται υπ’ όψιν, η αξία της ασφαλιστικής μονάδος υπολογίζεται επί τη βάσει του ποσού των ετησίων βασικών ασφαλιστέων αποδοχών του ισχύοντος κατά την σχετικήν ημερομηνίαν.
41/1980 7/1984 98(I)/1992 22(I)/2009 Συντάξιμη ηλικία για ορισμένους ασφαλισμένους
Άρθρο 17
41/1980 116/1985 98(I)/1992 Πίστωσις ασφαλιστέων αποδοχών
Άρθρο 18
18.-(1) Ησφαλισμένος πιστούται δι’ ασφαλιστέων αποδοχών- (α) διά πάσαν περίοδον αρχομένην κατά ή μετά την πρώτην ημέραν του έτους εισφορών καθ’ ο ούτος συνεπλήρωσε το δέκατον έκτον έτος της ηλικίας του, εφ’ όσον πρόκειται περί περιόδου καθ’ ην ούτος τυγχάνει τακτικής εκπαιδεύσεως ή εγκεκριμένης υπό του Διευθυντού μαθητείας:
Νοείται ότι εν ουδεμιά περιπτώσει πιστούνται ασφαλιστέαι αποδοχαί δι’ οιανδήποτε περίοδον προγενεστέραν της 5ης Οκτωβρίου 1964˙ (β) διά την περίοδον ήτις άρχεται την πρώτην ημέραν του έτους εισφορών προ του έτους εισφορών καθ’ ο κατέστη ησφαλισμένος και λήγει την τελευταίαν ημέραν της περιόδου εισφορών προ της περιόδου εισφορών καθ’ ην κατέστη ησφαλισμένος˙ (γ) δι’ εκάστην ημέραν καθ’ ην ούτος δικαιούται εις επίδομα ασθενείας, ανεργίας, μητρότητος ή σωματικής βλάβης˙ (δ) διά παν χρονικόν διάστημα καθ’ ο ούτος δικαιούται εις σύνταξιν ανικανότητος˙ (ε) εάν ούτος υπό ομαλάς συνθήκας ασχολήται εις ασφαλιστέαν απασχόλησιν ως καθορίζεται εν τω Μέρει Ι του Πρώτου Πίνακος και υπό ομαλάς ωσαύτως συνθήκας αρύεται τα προς το ζην εκ της τοιαύτης απασχολήσεως, δι’ εκάστην ημέραν η οποία είναι δι’ αυτόν ημέρα ανικανότητος προς εργασίαν ή ανεργίας˙ (στ) εάν ούτος υπό ομαλάς συνθήκας ασχολήται εις ασφαλιστέαν απασχόλησιν ως καθορίζεται εν τω Μέρει Ι του Δευτέρου Πίνακος και υπό ομαλάς ωσαύτως συνθήκας αρύεται τα προς το ζην εκ της τοιαύτης απασχολήσεως, δι’ εκάστην ημέραν η οποία είναι δι’ αυτόν ημέρα ανικανότητος προς εργασίαν εφ’ όσον η τοιαύτη ημέρα εμπίπτει εις το τμήμα της περιόδου διακοπής της απασχολήσεως, όπερ έπεται της εξαντλήσεως του δικαιώματος αυτού επί επιδόματος ασθενείας:
Νοείται ότι δεν πιστούνται δυνάμει της παραγράφου (ε) ή (στ) του παρόντος εδαφίου ασφαλιστέαι αποδοχαί διά περίοδον πέραν των εξ μηνών δι’ εκάστην περίοδον διακοπής της απασχολήσεως.
Νοείται ότι το άθροισμα των ασφαλιστέων αποδοχών που πιστώνονται με βάση το εδάφιο αυτό και των πληρωθεισών ή πιστωθεισών ασφαλιστέων αποδοχών του ασφαλισμένου στο ανώτερο τμήμα ασφαλιστέων αποδοχών δε δύναται σε καμιά περίπτωση να είναι μεγαλύτερο από σαράντα φορές τη διαφορά μεταξύ του ετήσιου ανώτατου ορίου ασφαλιστέων αποδοχών και του ετήσιου ποσού των βασικών ασφαλιστέων αποδοχών.
41/1980 17/1990 98(I)/1992 71(I)/2002 Ποσόν πιστουμένων ασφαλιστέων αποδοχών
Άρθρο 19
19.-(1) Το ποσό των ασφαλιστέων αποδοχών που πιστώνονται για κάθε εβδομάδα σύμφωνα με τις παραγράφους (α), (β), (ε) και (στ) του εδαφίου (1) και τα εδάφια (4) και (5) του άρθρου 18 είναι ίσο με το εβδομαδιαίο ποσό των βασικών ασφαλιστέων αποδοχών· για περίοδο μικρότερη της εβδομάδας πιστώνεται το ανάλογο ποσό:
Νοείται ότι το άθροισμα των αποδοχών που πιστώνονται για κάθε έτος εισφορών σύμφωνα με την παράγραφο (α) του εδαφίου (1) και το εδάφιο (4) του άρθρου 18 και των πληρωθεισών ή πιστωθεισών ασφαλιστέων αποδοχών του ασφαλισμένου ή της ασφαλισμένης κατά το εν λόγω έτος εισφορών δε δύναται να υπερβαίνει το ετήσιο ποσό των βασικών ασφαλιστέων αποδοχών.
Νοείται ότι εν ουδεμιά περιπτώσει το δι’ εκάστην εβδομάδα πιστούμενον ποσόν δύναται να είναι μικρότερον του εβδομαδιαίου ποσού των βασικών ασφαλιστέων αποδοχών:
Νοείται περαιτέρω ότι το άθροισμα των δι’ εκάστην εβδομάδα πιστουμένων ασφαλιστέων αποδοχών και του ποσού των υπό του ησφαλισμένου πληρωθεισών ασφαλιστέων αποδοχών δεν δύναται να υπερβαίνη τον εβδομαδιαίον μέσον όρον των πληρωθεισών και πιστωθεισών ασφαλιστέων αποδοχών επί του οποίου υπελογίσθη το ύψος της σχετικής παροχής. (2Α) Διά τους σκοπούς της παραγράφου (δ) του εδαφίου (1) του άρθρου 18, ο ησφαλισμένος πιστούται δι’ εκάστην εβδομάδα εισφορών διά την οποίαν δικαιούται εις σύνταξιν ανικανότητος διά τόσων ασφαλιστικών μονάδων όσον είναι το άθροισμα των ασφαλιστικών μονάδων αι οποίαι αντιστοιχούσιν εις τον εβδομαδιαίον μέσον όρον ασφαλιστέων αποδοχών του, ως ούτος υπελογίσθη δυνάμει της υποπαραγράφου (β) της παραγράφου (2) του Τρίτου Πίνακος και του εδαφίου (4) του παρόντος άρθρου, εν ουδεμιά, όμως, περιπτώσει η πίστωσις δύναται να είναι μικροτέρα της μονάδος. Διά περίοδον μικροτέραν της εβδομάδος η πίστωσις μειούται αναλόγως:
Νοείται ότι όταν η καταβαλλομένη σύνταξις ανικανότητος είναι διά μερικήν ανικανότητα προς εργασίαν ο πιστούμενος αριθμός ασφαλιστικών μονάδων μειούται λαμβανομένης υπ’ όψιν της σχέσεως του ποσοστού συντάξεως ανικανότητος προς εκατόν:
Νοείται περαιτέρω ότι εν ουδεμιά περιπτώσει η πίστωσις δύναται να είναι μικροτέρα της μιας ασφαλιστικής μονάδος:
Νοείται έτι περαιτέρω ότι το άθροισμα των διά του παρόντος εδαφίου πιστουμένων ασφαλιστικών μονάδων και τυχόν ασφαλιστικών μονάδων λόγω πληρωθεισών ασφαλιστέων αποδοχών ή πιστωθεισών ασφαλιστέων αποδοχών δυνάμει ετέρας διατάξεως του παρόντος Νόμου, δεν δύναται να υπερβαίνη τον αριθμόν των ασφαλιστικών μονάδων διά του οποίου θα επιστούτο ο ησφαλισμένος εάν εδικαιούτο συντάξεως ανικανότητος δι’ ολικήν απώλειαν της ικανότητος προς το κερδίζειν. (2Β) Αι διατάξεις του εδαφίου (2Α) εφαρμόζονται επί παροχών των οποίων η σχετική ημερομηνία έπεται της 31ης Μαρτίου, 1983.
Νοείται ότι εν ουδεμιά περιπτώσει το καθ’ εκάστην εβδομάδα πιστούμενον ποσόν δύναται να υπερβαίνει το διπλάσιον του εβδομαδιαίου ποσού των βασικών ασφαλιστέων αποδοχών.
Νοείται ότι, εάν η τοιαύτη περίοδος είναι μεγαλυτέρα των πέντε ετών λαμβάνεται υπ’ όψιν η αμέσως προ της εβδομάδος της σχετικής ημερομηνίας περίοδος πέντε ετών εφ’ όσον τούτο είναι ευεργετικώτερον, διά τον ησφαλισμένον:
Νοείται περαιτέρω ότι εις περίπτωσιν ησφαλισμένου ο οποίος συμπληροί την ηλικίαν των είκοσι πέντε ετών μετά την ορισθείσαν ημερομηνίαν, λαμβάνεται υπ’ όψιν, εφ’ όσον τούτο είναι ευεργετικώτερον διά τον ησφαλισμένον η περίοδος από της ημερομηνίας της υπ’ αυτού συμπληρώσεως της ηλικίας των είκοσι πέντε ετών μέχρι της τελευταίας εβδομάδος προ της σχετικής ημερομηνίας, εάν δε αύτη είναι μικροτέρα των πέντε ετών, η περίοδος των πέντε ετών προ της εν λόγω εβδομάδος.
41/1980 11/1983 116/1985 96/1989 98(I)/1992 71(I)/2002 Μετατροπή πληρωθεισών και πιστωθεισών ασφαλιστέων αποδοχών εις ασφαλιστικάς μονάδας
Άρθρο 20
20.-(1) Αι καθ’ έκαστον έτος εισφορών πληρωθείσαι υπό και πιστωθείσαι υπέρ ησφαλισμένου ασφαλιστέαι αποδοχαί μετατρέπονται εις ασφαλιστικάς μονάδας διά της διαιρέσεως του ολικού ποσού των τοιούτων πληρωθεισών και πιστωθεισών αποδοχών διά του ποσού των κατά το επόμενον έτος εισφορών ετησίων βασικών ασφαλιστέων αποδοχών, στρογγυλευομένου του πηλίκου της τοιαύτης διαιρέσεως εις το πλησιέστερον εκατοστόν:
Νοείται ότι διά τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, το δι’ εκάστην εβδομάδα εισφορών πιστωθέν ποσόν ασφαλιστέων αποδοχών δεν δύναται να είναι κατώτερον του εβδομαδιαίου ποσού των βασικών ασφαλιστέων αποδοχών του επομένου έτους εισφορών:
Νοείται περαιτέρω ότι προς εξεύρεσιν των ασφαλιστικών μονάδων του έτους εισφορών 1982 και 1983, το ποσόν των υπέρ ησφαλισμένου πιστωθεισών ασφαλιστέων αποδοχών, των χορηγηθεισών αναφορικώς προς το έτος 1982 και την περίοδον από 1ης Ιανουαρίου 1983 μέχρι της 3ης Απριλίου 1983 δυνάμει της παραγράφου (γ) του εδαφίου (1) του άρθρου 18 εάν μεν είναι χαμηλότερον του ποσού των £17.500 μιλς την εβδομάδα λογίζεται ως ίσον προς το ποσόν των £19.600 μιλς την εβδομάδα, εάν δε είναι ίσον ή μεγαλύτερον του ποσού των £17.500 μιλς την εβδομάδα, αναπροσαρμόζεται διά του πολλαπλασιασμού αυτού επί τον συντελεστήν 1.12.
Διά τους σκοπούς μετατροπής των πληρωθεισών και πιστωθεισών ασφαλιστέων αποδοχών εις ασφαλιστικάς μονάδας διά το έτος εισφορών 1982, το ποσόν των ετησίων βασικών ασφαλιστέων αποδοχών διά το έτος εισφορών 1983 καθορίζεται εις £1,019.200 μιλς.
Νοείται ότι διά το πρώτον έτος εισφορών οιονδήποτε ποσόν πληρωθεισών και πιστωθεισών ασφαλιστέων αποδοχών ησφαλισμένου διά την περίοδον από της ορισθείσης ημερομηνίας μέχρι τέλους του ως είρηται έτους εισφορών υπερβαίνον το γινόμενον του εβδομαδιαίου ποσού των βασικών ασφαλιστέων αποδοχών επί τον αριθμόν των εβδομάδων των εμπιπτουσών εις την ως είρηται περίοδον κατανέμεται εις το ανώτερον τμήμα ασφαλιστέων αποδοχών:
Νοείται περαιτέρω ότι οσάκις λαμβάνεται υπ’ όψιν περίοδος μικροτέρα ενός έτους εισφορών, το ποσόν των πληρωθεισών και πιστωθεισών ασφαλιστέων αποδοχών του ησφαλισμένου κατά την μικροτέραν αυτήν περίοδον το μη υπερβαίνον το γινόμενον του εβδομαδιαίου ποσού των βασικών ασφαλιστέων αποδοχών επί του αριθμού των εβδομάδων των εμπιπτουσών εντός της περιόδου ταύτης κατανέμεται εις το κατώτερον τμήμα ασφαλιστέων αποδοχών, οιονδήποτε δε υπόλοιπον εις το ανώτερον τμήμα ασφαλιστέων αποδοχών.
41/1980 11/1983 7/1984 Αναπροσαρμογή του ποσού των ασφαλιστέων αποδοχών
Άρθρο 21
Νοείται ότι τοιαύτη αναπροσαρμογή δύναται κατά την κρίσιν του Υπουργού να γίνη έστω και εάν η ως είρηται αύξησις είναι μικροτέρα του ποσοστού των 5%.
41/1980 11/1983 116/1985 ΜΕΡΟΣ ΙΙΙ ΠΑΡΟΧΑΙ ΠΛΗΝ ΤΩΝ ΛΟΓΩ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΩΝ ΒΛΑΒΩΝ Είδη παροχών
Άρθρο 22
22.-(1) Αι δυνάμει του παρόντος Μέρους παροχαί είναι αι ακόλουθοι:- (α) Περιοδικώς καταβαλλόμεναι παροχαί- (i) επίδομα μητρότητος (ii) επίδομα ασθενείας (iii) επίδομα ανεργίας (iv) σύνταξις γήρατος (v) σύνταξις ανικανότητος (vi) σύνταξις χηρείας (vii) επίδομα ορφανίας (viii) επίδομα αγνοουμένου˙ (β) Παροχαί καταβαλλόμεναι εφ’ άπαξ- (i) βοήθημα γάμου (ii) βοήθημα τοκετού (iii) βοήθημα κηδείας.
41/1980 Μετατροπή ασφαλιστικών μονάδων εις πληρωθείσας και πιστωθείσας ασφαλιστέας αποδοχάς
Άρθρο 23
Νοείται ότι οσάκις η σχετική ημερομηνία έπεται της 31ης Μαρτίου 1983, αι ασφαλιστικαί μονάδες του έτους εισφορών 1981 αι αντιστοιχούσαι προς πληρωθείσας ασφαλιστέας αποδοχάς, αναπροσαρμόζονται διά του πολλαπλασιασμού αυτών επί τον συντελεστήν 0.8.
Νοείται περαιτέρω ότι προκειμένου περί επιδόματος μητρότητος, ασθενείας, ανεργίας ή σωματικής βλάβης, η ως είρηται μετατροπή γίνεται εν αναφορά προς το ποσόν των βασικών ασφαλιστέων αποδοχών επί τη βάσει του οποίου υπελογίσθησαν αι ασφαλιστικαί μονάδες του έτους εισφορών το οποίον λαμβάνεται υπ’ όψιν διά τον καθορισμόν του ύψους του επιδόματος.
41/1980 11/1983 10/1985 Προϋποθέσεις εισφοράς
Άρθρο 24
41/1980 Υπολογισμός πληρωθεισών και πιστωθεισών ασφαλιστέων αποδοχών διά σκοπούς παροχών
Άρθρο 25
25.-(1) Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 20 και του εδαφίου (5) του παρόντος άρθρου, προς τον σκοπόν καθορισμού του δικαιώματος προσώπου τινός εις παροχήν- (α) εισφοραί καταβληθείσαι υπό τέως ησφαλισμένου ή πιστωθείσαι υπέρ αυτού προ της ορισθείσης ημερομηνίας λογίζονται ως πληρωθείσαι ή πιστωθείσαι ασφαλιστέαι αποδοχαί δυνάμει του παρόντος Νόμου ήτοι- (i) εισφοραί καταβληθείσαι αναφορικώς προς την απασχόλησιν μισθωτού προ της ορισθείσης ημερομηνίας λογίζονται ως πληρωθείσαι ασφαλιστέαι αποδοχαί δυνάμει του άρθρου 4, (ii) εισφοραί καταβληθείσαι δυνάμει του άρθρου 9Α του καταργηθέντος Νόμου λογίζονται ως εισφοραί καταβληθείσαι δυνάμει του άρθρου 7 του παρόντος Νόμου, (iii) εισφοραί καταβληθείσαι υπό αυτοτελώς εργαζομένου προ της ορισθείσης ημερομηνίας λογίζονται ως πληρωθείσαι ασφαλιστέαι αποδοχαί δυνάμει του άρθρου 12, (iv) εισφοραί καταβληθείσαι προ της ορισθείσης ημερομηνίας δυνάμει πιστοποιητικού προαιρετικής ασφαλίσεως λογίζονται ως πληρωθείσαι ασφαλιστέαι αποδοχαί δυνάμει του άρθρου 15, (v) εισφοραί πιστωθείσαι δυνάμει οιασδήποτε διατάξεως εν ισχύϊ προ της ορισθείσης ημερομηνίας λογίζονται ως πιστωθείσαι ασφαλιστέαι αποδοχαί δυνάμει της αντιστοίχου διατάξεως του άρθρου 18, (vi) εισφοραί πιστωθείσαι υπέρ οιουδήποτε προσώπου δυνάμει του καταργηθέντος Νόμου δι’ υπηρεσίαν εις την Εθνικήν Φρουράν δυνάμει των περί Εθνικής Φρουράς Νόμων του 1964 έως 1979, υπολογίζονται ως πιστωθείσαι ασφαλιστέαι αποδοχαί, (vii) εισφοραί πιστωθείσαι δυνάμει του εδαφίου (2) του άρθρου 10 του καταργηθέντος Νόμου υπολογίζονται μόνον καθ’ όσον αφορά εις σύνταξιν γήρατος, σύνταξιν ανικανότητος, σύνταξιν χηρείας ή επίδομα αγνοουμένου· (β) εισφορές που καταβλήθηκαν σύμφωνα με το άρθρο 7 λογίζονται- (i) ως πιστωθείσες ασφαλιστέες αποδοχές για όλες τις παροχές· (ii) ως πληρωθείσες ασφαλιστέες αποδοχές δυνάμει του άρθρου 4, για σκοπούς σύνταξης ανικανότητας, σύνταξης χηρείας και επιδόματος ορφανίας όταν η ανικανότητα ή ο θάνατος δεν προκλήθηκε ως εκ της υπηρεσίας στην Εθνική Φρουρά· και (iii) ως πληρωθείσες ασφαλιστέες αποδοχές δυνάμει του άρθρου 4 για σκοπούς επιδόματος ασθένειας όταν η ανικανότητα προς εργασία προκαλείται από ατύχημα που συμβαίνει κατά τους πρώτους έξι μήνες από τη συμπλήρωση της αναφερόμενης στο άρθρο 7 υπηρεσίας. (γ) πληρωθείσαι ασφαλιστέαι αποδοχαί δυνάμει του άρθρου 12 δεν υπολογίζονται καθ’ όσον αφορά εις επίδομα ανεργίας. (δ) πληρωθείσαι ασφαλιστέαι αποδοχαί δυνάμει του άρθρου 15 δεν υπολογίζονται καθ’ όσον αφορά εις επίδομα μητρότητος, επίδομα ασθενείας, επίδομα ανεργίας ή σύνταξιν ανικανότητος:
Νοείται ότι η παρούσα παράγραφος δεν εφαρμόζεται επί πληρωθεισών ασφαλιστέων αποδοχών δυνάμει πιστοποιητικού προαιρετικής ασφαλίσεως εκδοθέντος συμφώνως προς την παράγραφον (γ) του εδαφίου (1) του άρθρου 15· Νοείται περαιτέρω ότι διά σκοπούς συντάξεως ανικανότητος ασφαλιστέαι αποδοχαί πληρωθείσαι δυνάμει των παραγράφων (α) και (β) του εδαφίου (1) του άρθρου 15 λαμβάνονται υπ’ όψιν διά σκοπούς υπολογισμού του ύψους της συντάξεως. (ε) ασφαλιστέαι αποδοχαί πιστωθείσαι δυνάμει της παραγράφου (β) του εδαφίου (1) του άρθρου 18 δεν υπολογίζονται καθ’ όσον αφορά εις σύνταξιν γήρατος, σύνταξιν ανικανότητος, σύνταξιν χηρείας ή επίδομα αγνοουμένου· (στ) ασφαλιστέες αποδοχές που πιστώθηκαν δυνάμει των εδαφίων (2) και (4) του άρθρου 18 λαμβάνονται υπόψη μόνο για σκοπούς σύνταξης γήρατος, σύνταξης ανικανότητας, σύνταξης χηρείας, επιδόματος αγνοουμένου ή επιδόματος ορφανίας· και (ζ) ασφαλιστέαι αποδοχαί πιστωθείσαι δυνάμει του εδαφίου (3) του άρθρου 18 υπολογίζονται μόνον καθ’ όσον αφορά εις σύνταξιν ανικανότητος, σύνταξιν χηρείας, επίδομα αγνοουμένου ή επίδομα ορφανίας· (η) δεν λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς σύνταξης γήρατος, για περίοδο πέραν των έξι (6) ετών, πιστωθείσες ασφαλιστέες αποδοχές δυνάμει της παραγράφου (α) του εδαφίου 1 του άρθρου 18 του παρόντος Νόμου και του δυνάμει αυτού καταργηθέντα νόμου.
Νοείται ότι η καταβολή οιασδήποτε παροχής δυνάμει ασφαλιστέων αποδοχών επί των οποίων εφαρμόζονται αι διατάξεις του παρόντος εδαφίου άρχεται από της ημερομηνίας καταβολής των εισφορών επί των τοιούτων ασφαλιστέων αποδοχών.
41/1980 11/1983 116/1985 96/1989 98(I)/1992 22(I)/2009 Ασφαλιστέαι αποδοχαί επί των οποίων είναι καταβλητέαι εισφοραί λογιζόμεναι ως πληρωθείσαι
Άρθρο 26
26.-(1) Προς τον σκοπόν καθορισμού του δικαιώματος προσώπου τινός προς παροχήν, ασφαλιστέαι αποδοχαί επί των οποίων ο εργοδότης παραλείπει να καταβάλη κατά παράβασιν των διατάξεων του παρόντος Νόμου εισφοράς λογίζονται ως πληρωθείσαι ασφαλιστέαι αποδοχαί, εφ’ όσον η υποχρέωσις του εργοδότου προς καταβολήν εισφορών επί των τοιούτων ασφαλιστέων αποδοχών διεπιστώθη από το Διευθυντή ο οποίος εκδίδει σχετική απόφαση.
41/1980 18(I)/1995 Ποσόν και ύψος παροχών
Άρθρο 27
27.-(1) Το ποσόν των βοηθημάτων γάμου, τοκετού και κηδείας εμφαίνεται εις το Μέρος Ι του Τετάρτου Πίνακος.
41/1980 11/1983 7/1984 116/1985 Βοήθημα γάμου
Άρθρο 28
Νοείται ότι καθένας από τους συζύγους δικαιούται το 1/2 του ποσού.
41/1980 51(I)/2001 Βοήθημα τοκετού
Άρθρο 29
29.-(1) Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Νόμου, γυνή τεκούσα τέκνον δικαιούται εις βοήθημα τοκετού- (α) εάν κατά την ημερομηνίαν του τοκετού αύτη ή ο σύζυγος αυτής πληροί τας σχετικάς προϋποθέσεις εισφοράς~ ή (β) εάν η απαίτησις προβάλλεται αναφορικώς προς το μετά θάνατον του συζύγου αυτής γεννηθέν τέκνον αυτού, εφ’ όσον ούτος κατά τον χρόνον του θανάτου του επλήρου τας σχετικάς προϋποθέσεις εισφοράς:
Νοείται ότι αύτη δεν δικαιούται εις βοήθημα τοκετού δυνάμει αμφοτέρων των ασφαλίσεων, ήτοι τόσον της ιδίας αυτής ασφαλίσεως όσον και της του συζύγου αυτής.
41/1980 Επίδομα μητρότητος
Άρθρο 30
30.-(1) Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Νόμου, γυνή τις δικαιούται εις επίδομα μητρότητος εάν- (α) πιστοποιηθή παρ’ οιουδήποτε ιατρού ότι δέον να αναμένηται ο τοκετός αυτής εν τινι εβδομάδι καθοριζομένη εν τω πιστοποιητικώ (εν τοις εφεξής αναφερομένης ως “η εβδομάς αναμενομένου τοκετού”), εφ’ όσον δεν υπερβαίνει τας οκτώ εβδομάδας από της εβδομάδος καθ’ ην εξεδόθη το πιστοποιητικόν ή είτε η ίδια είτε ο σύζυγος της έχει υιοθετήσει τέκνο μέσα στα δώδεκα πρώτα έτη από τη γέννηση του˙ (β) πληροί τας σχετικάς προϋποθέσεις εισφοράς:
Νοείται ότι- (i) γυνή τις δεν δικαιούται εις επίδομα μητρότητος δι’ οιονδήποτε χρονικόν διάστημα καθ’ ο λαμβάνει πλήρεις αποδοχάς παρά του εργοδότου αυτής˙ (ii) οσάκις ο εργοδότης καταβάλλη μέρος μόνον των αποδοχών, το επίδομα μητρότητος μειούται κατά τοσούτον ποσόν ώστε προστιθέμενον εις το καταβαλλόμενον μέρος των αποδοχών να μην υπερβαίνη το πλήρες ποσόν των τοιούτων αποδοχών.
Νοείται ότι- (α) εάν η δικαιουμένη εις επίδομα μητρότητος γυνή αποβιώση, ουδέν επίδομα καταβάλλεται διά το μετά τον θάνατον αυτής χρονικόν διάστημα˙ (β) εάν ο τοκετός επισυμβή μετά την εβδομάδα του αναμενομένου τοκετού, τηρουμένης της προηγουμένης επιφυλάξεως, το χρονικόν διάστημα διά το οποίον καταβάλλεται το επίδομα αυξάνεται κατά τον αριθμόν των εβδομάδων αι οποίαι μεσολαβούν μεταξύ της εβδομάδος του αναμενομένου τοκετού και της εβδομάδος εντός της οποίας επισυνέβη ο τοκετός˙ (γ) Σε περίπτωση που το επίδομα μητρότητας αποκτάται λόγω υιοθεσίας τέκνου το επίδομα καταβάλλεται για δεκαέξι εβδομάδες από την εβδομάδα της υιοθεσίας.
41/1980 68/1988 96/1989 136/1989 98(I)/1992 55(I)/1996 84(I)/1998 2(I)/2001 110(I)/2007 9(I)/2008 Έκπτωσις εκ του προς λήψιν επιδόματος μητρότητος δικαιώματος
Άρθρο 31
41/1980 Επίδομα ασθενείας και ανεργίας
Άρθρο 32
32.-(1) Τηρουμένων των διατάξεων του Νόμου αυτού ένα πρόσωπο δικαιούται επίδομα ασθένειας για κάθε ημέρα ανικανότητας προς εργασία η οποία αποτελεί μέρος περιόδου διακοπής απασχολήσεως και επίδομα ανεργίας για κάθε ημέρα ανεργίας η οποία αποτελεί μέρος τέτοιας περιόδου, αν την ημέρα αυτή ικανοποιεί τις σχετικές προϋποθέσεις εισφοράς και είναι ηλικίας μεταξύ δεκαέξι και εξήντα τριών ετών ή μεταξύ εξήντα τριών ετών και της συντάξιμης ηλικίας και δε δικαιούται σύνταξη γήρατος˙ Νοείται ότι κανένα πρόσωπο, ανεξάρτητα από την ηλικία του, δεν δικαιούται σε επίδομα ανεργίας, νοουμένου ότι το εν λόγω πρόσωπο αφυπηρέτησε πρόωρα ή αφυπηρέτησε δυνάμει εθίμου, νόμου, επαγγελματικού σχεδίου, συλλογικής συμφωνίας, σύμβασης ή κανόνων εργασίας και, λόγω της αφυπηρέτησής του, λαμβάνει σύνταξη ή και άλλο συνταξιοδοτικό ωφέλημα, για το οποίο το εν λόγω πρόσωπο δεν έχει καταβάλει οποιαδήποτε εισφορά:
Νοείται, περαιτέρω, ότι κάθε πρόσωπο, το οποίο εμπίπτει στις πρόνοιες της προηγούμενης επιφύλαξης, αποκτά δικαίωμα για επίδομα ανεργίας, νοουμένου ότι, μετά την αφυπηρέτηση του, απασχολήθηκε εκ νέου και πληροί τις σχετικές προϋποθέσεις εισφοράς από τη νέα του απασχόληση.
Νοείται ότι κανείς δε δικαιούται επίδομα όπως αναφέρεται πιο πάνω για τις πρώτες τρεις ημέρες οποιασδήποτε διακοπής της απασχόλησης. Επίσης πρόσωπο που πληροί τις προϋποθέσεις εισφοράς, δυνάμει ασφαλιστέων αποδοχών που έχουν καταβληθεί δυνάμει του άρθρου 12 δε δικαιούται επίδομα ασθενείας για τις πρώτες εννέα (9) ημέρες της περιόδου διακοπής, εκτός εάν η ανικανότητα του για εργασία οφείλεται σε ατύχημα ή αν το πρόσωπο αυτό, κατά τη διάρκεια της ανικανότητάς του, παραμένει σε νοσηλευτικό ίδρυμα για ένα, τουλάχιστον, βράδυ, ενώ πρόσωπο που πληροί τις προϋποθέσεις εισφοράς, δυνάμει ασφαλιστέων αποδοχών που έχουν καταβληθεί δυνάμει της παραγράφου (γ) του εδαφίου (1) του άρθρου 15, δε δικαιούται επίδομα ανεργίας για τις πρώτες τριάντα ημέρες της περιόδου αυτής.
41/1980 11/1983 96/1989 17/1990 98(I)/1992 80(I)/1998 71(I)/2002 161(I)/2006 22(I)/2009 Εξάντλησις και ανάκτησις δικαιώματος εις επίδομα ασθενείας ή ανεργίας
Άρθρο 33
33.-(1) Πρόσωπο που εξαντλεί πλήρως το δικαίωμα του ως προς τις παροχές που καταβάλλονται με βάση το άρθρο 32, επανακτά το δικαίωμα αυτό με την καταβολή εισφορών πάνω σε ασφαλιστέες αποδοχές ίσες τουλάχιστο με εικοσιεξαπλάσιο του εβδομαδιαίου ποσού των βασικών ασφαλιστέων αποδοχών σε σχέση με περιόδους εισφορών οι οποίες αρχίζουν μετά την ημερομηνία εξάντλησης του δικαιώματος του, για καταβολή επιδόματος ανεργίας ή ασθενείας, σε καμιά όμως περίπτωση δεν επανακτά το δικαίωμα για επίδομα ασθενείας ή ανεργίας, εκτός αν παρέλθουν δεκατρείς ή είκοσι έξι εβδομάδες, αντίστοιχα, από την ημερομηνία εξάντλησης του σχετικού δικαιώματος:
Νοείται ότι πρόσωπο το οποίο έχει συμπληρώσει την ηλικία των εξήντα ετών και δε λαμβάνει σύνταξη επανακτά το δικαίωμα του για επίδομα ανεργίας σαν να επρόκειτο για επίδομα ασθενείας. Για τους σκοπούς της επιφύλαξης αυτής, “σύνταξη” σημαίνει οποιαδήποτε σύνταξη αφυπηρέτησης από επαγγελματικό σχέδιο συντάξεων η οποία δεν υπολείπεται του ποσού των βασικών ασφαλιστέων αποδοχών ή εφάπαξ πληρωμή από ταμείο προνοίας ίση τουλάχιστο με το δεκαπλάσιο του ετήσιου ποσού των εν λόγω αποδοχών κατά το χρόνο της αφυπηρέτησης.
41/1980 98(I)/1992 80(I)/1998 Έκπτωσις εκ του προς λήψιν επιδόματος ασθενείας δικαιώματος
Άρθρο 34
41/1980 Έκπτωσις εκ του προς λήψιν επιδόματος ανεργίας δικαιώματος
Άρθρο 35
35.-(1) Πρόσωπον τι απολέσαν την εργασίαν του λόγω στάσεως εργασιών οφειλομένης εις εργατικήν διαφοράν αναφυείσαν εις τον τόπον της απασχολήσεως αυτού εκπίπτει του προς λήψιν επιδόματος ανεργίας δικαιώματος εφ’ όσον διαρκεί η τοιαύτη στάσις εργασιών, εκτός εάν διαρκούσης της στάσεως εργασιών το πρόσωπον τούτο ειργάσθη καλή τη πίστει αλλαχού και εις το συνήθως υπ’ αυτού ενασκούμενον επάγγελμα ή προσελήφθη τακτικώς εις έτερον τι επάγγελμα:
Νοείται ότι το παρόν εδάφιον δεν εφαρμόζεται επί προσώπου αποδεικνύοντος ότι- (α) δεν συμμετέχει ή δεν κέκτηται άμεσον συμφέρον, ουδέ ενισχύει οικονομικώς την εργατικήν διαφοράν εξ ης προεκλήθη η τοιαύτη στάσις εργασιών˙ και (β) δεν ανήκει εις τάξιν ή κατηγορίαν εργατών μέλη της οποίας, αμέσως προ της ενάρξεως της στάσεως εργασιών, ειργάζοντο εις τον τόπον απασχολήσεως αυτού και τινά τούτων συμμετέχουν, κέκτηνται άμεσον συμφέρον ή ενισχύουν οικονομικώς την τοιαύτην στάσιν εργασιών.
41/1980 Σύνταξις γήρατος
Άρθρο 36
36.-(1) Τηρουμένων των διατάξεων του Νόμου αυτού, ένα πρόσωπο δικαιούται σύνταξη γήρατος αν- (α) Συμπλήρωσε τη συντάξιμη ηλικία και κατά τη συμπλήρωση της ηλικίας αυτής ικανοποιεί τις σχετικές προϋποθέσεις εισφοράς˙ ή (β) συμπλήρωσε την ηλικία των εξήντα τριών ετών, ικανοποιεί τις σχετικές προϋποθέσεις εισφοράς και έχει εβδομαδιαίο μέσο όρο ασφαλιστέων αποδοχών, όπως αυτός υπολογίζεται σύμφωνα με την υποπαράγραφο (β) της παραγράφου (2) του Τρίτου Πίνακα, ίσο τουλάχιστο με 70% του εβδομαδιαίου ποσού των βασικών ασφαλιστέων αποδοχών˙ ή (γ) δικαιούνταν σύνταξη ανικανότητας κατά τη συμπλήρωση της ηλικίας των εξήντα τριών ετών˙ ή (δ) είναι ηλικίας μεταξύ εξήντα τριών και εξήντα πέντε ετών και θα δικαιούνταν σύνταξη ανικανότητας αν δεν είχε συμπληρώσει την ηλικία των εξήντα τριών ετών.
41/1980 116/1985 17/1990 98(I)/1992 18(I)/1995 143(I)/2001 22(I)/2009 Σύνταξις γήρατος εις μεταλλωρύχους 36Α.-(1) Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 36, στην περίπτωση προσώπου το οποίο απασχολήθηκε ως μεταλλωρύχος για χρονικό διάστημα πέντε τουλάχιστον ετών, η συντάξιμη ηλικία μειώνεται κατά ένα μήνα για κάθε πέντε μήνες απασχόλησης ως μεταλλωρύχος σε καμιά όμως περίπτωση δε μειώνεται κάτω από την ηλικία των πενήντα οκτώ:
Νοείται ότι “απασχόληση ως μεταλλωρύχος” δεν περιλαμβάνει απασχόληση πριν από τις 7 Ιανουαρίου 1957.
41/1980 11/1983 98(I)/1992 135(I)/2001 Αναβολή έναρξης σύνταξης γήρατος
Άρθρο 37
37.-(1) Πρόσωπο που δικαιούται σύνταξη γήρατος σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 36 ή 36Α δικαιούται να ζητήσει την αναβολή της έναρξης της σύνταξης του μέχρι και τη συμπλήρωση του εξηκοστού όγδοου έτους της ηλικίας του.
41/1980 98(I)/1992 Σύνταξις ανικανότητος
Άρθρο 38
38.-(1) Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Νόμου ησφαλισμένος δικαιούται εις σύνταξιν ανικανότητος εάν- (α) ήτο ανίκανος προς εργασίαν δι’ εκατόν πεντήκοντα εξ ημέρας εντός οιασδήποτε περιόδου διακοπής της απασχολήσεως˙ (β) εντός της τοιαύτης περιόδου διακοπής της απασχολήσεως αποδείξη ότι προβλέπεται να παραμείνη μονίμως ανίκανος προς εργασίαν˙ (γ) δε συμπλήρωσε την ηλικία των εξήντα τριών ετών˙ (δ) πληροί τας σχετικάς προϋποθέσεις εισφοράς:
Νοείται ότι εις περίπτωσιν καθ’ ην η ανικανότης οφείλεται εις ατύχημα επισυμβάν κατά ή μετά την ορισθείσαν ημερομηνίαν, ο ησφαλισμένος θεωρείται ότι πληροί τας προϋποθέσεις εισφοράς εάν ούτος πληροί τας τοιαύτας προϋποθέσεις διά καταβολήν επιδόματος ασθενείας.
Νοείται ότι εις περίπτωσιν προσώπου το οποίον εκπίπτει του προς λήψιν συντάξεως ανικανότητος δικαιώματος δυνάμει του παρόντος εδαφίου, το ήμισυ του ποσού της συντάξεως το οποίον, ελλείψει της τοιαύτης εκπτώσεως, θα κατεβάλλετο αυτώ, καταβάλλεται εις τους εξαρτωμένους αυτού.
Νοείται ότι εν ουδεμιά περιπτώσει η σχετική ημερομηνία δύναται να είναι προγενεστέρα της ημερομηνίας ενάρξεως της ισχύος του παρόντος εδαφίου.
41/1980 96/1989 98(I)/1992 18(I)/1995 143(I)/2001 Σύνταξις χηρείας
Άρθρο 39
39.-(1) Χήρα, η οποία, κατά το χρόνο του θανάτου του συζύγου της, συζούσε με αυτόν ή συντηρείτο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από αυτόν, δικαιούται σε σύνταξη χηρείας, αν – (α) πληροί τις προϋποθέσεις εισφοράς για σύνταξη χηρείας που καθορίζονται στον Τρίτο Πίνακα και ο σύζυγος της δεν είχε συμπληρώσει τη συντάξιμη ηλικία, ή (β) ο σύζυγος της είχε συμπληρώσει τη συντάξιμη ηλικία, και ήταν δικαιούχος σύνταξης γήρατος ή θα εδικαιούτο σύνταξη γήρατος εάν είχε υποβάλει τη σχετική αίτηση.
41/1980 199/1987 98(I)/1992 22(I)/2009 Εξαίρεση λόγω παροχής κοινωνικής σύνταξης 39Α.-(1) Το εφάπαξ καθορισμένο ποσό το οποίο δικαιούται οποιοδήποτε πρόσωπο με βάση το εδάφιο (5) του άρθρου 36 ή το εδάφιο (7) του άρθρου 39 δεν καταβάλλεται στο πρόσωπο αυτό, αν δικαιούται σε κοινωνική σύνταξη με βάση τον περί Χορήγησης Κοινωνικής Σύνταξης Νόμο του 1995 ή εδικαιούτο τέτοια σύνταξη, αν υπέβαλλε αίτηση.
41/1980 18(I)/1995 Επίδομα ορφανίας
Άρθρο 40
40.-(1) Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Νόμου, χορηγείται επίδομα ορφανίας δι’ ανήλικον του οποίου αμφότεροι οι γονείς απεβίωσαν και ο εις τουλάχιστον τούτων ήτο ησφαλισμένος.
41/1980 199/1987 Βοήθημα κηδείας
Άρθρο 41
41.-(1) Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Νόμου καταβάλλεται βοήθημα κηδείας επί τω θανάτω προσώπου τινός εάν- (α) κατά τον χρόνον του θανάτου αυτού επλήρου τας σχετικάς προϋποθέσεις εισφοράς˙ ή (β) κατά τον χρόνον του θανάτου αυτού εδικαιούτο εις σύνταξιν γήρατος, σύνταξιν ανικανότητος, σύνταξιν χηρείας, επίδομα αγνοουμένου δυνάμει του εδαφίου (1) του άρθρου 42, ή παροχήν λόγω θανάτου δυνάμει του εδαφίου (2) ή (4) ή (8) του άρθρου 49˙ ή (γ) κατεβάλλετο αναφορικώς προς τούτο επίδομα ορφανίας ή επίδομα αγνοουμένου δυνάμει των εδαφίων (2) έως (4) του άρθρου 42˙ ή (δ) πρόκειται περί μισθωτού του οποίου ο θάνατος επήλθε συνεπεία σωματικής βλάβης προκληθείσης εξ επαγγελματικού ατυχήματος ως τούτο καθορίζεται εν τω Μέρει IV ή συνεπεία καθωρισμένης τινός νόσου, οφειλομένης εις την απασχόλησιν αυτού˙ ή (ε) τούτο ήτο είτε εξαρτώμενον ησφαλισμένου όστις πληροί τας σχετικάς προϋποθέσεις εισφοράς κατά τον χρόνον του θανάτου του εξαρτωμένου ή εξαρτώμενον προσώπου όπερ κατά τον χρόνον του θανάτου του εξαρτωμένου δικαιούται εις μίαν των εις την παράγραφον (β) ανωτέρω αναφερομένων παροχών.
41/1980 7/1984 199/1987 Επίδομα αγνοουμένου
Άρθρο 42
42.-(1) Η σύζυγος αγνοουμένου ησφαλισμένου, ο οποίος κατά τον χρόνον της εξαφανίσεως αυτού επλήρου τας προϋποθέσεις εισφοράς διά σύνταξιν γήρατος, δικαιούται εις επίδομα αγνοουμένου, εφ’ όσον αύτη κατά τον χρόνον της εξαφανίσεως του συζύγου της συνέζη μετ’ αυτού ή συνετηρείτο αποκλειστικώς ή κατά κύριον λόγον υπ’ αυτού.
41/1980 116/1985 199/1987
ΜΕΡΟΣ IV ΠΑΡΟΧΑΙ ΛΟΓΩ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΩΝ ΒΛΑΒΩΝ
Είδη και ύψος παροχών
Άρθρο 43
43.-(1) Αι δυνάμει του παρόντος Μέρους παροχαί είναι αι ακόλουθοι: (α) επίδομα σωματικής βλάβης˙ (β) παροχαί λόγω αναπηρίας˙ (γ) παροχαί λόγω θανάτου.
41/1980 11/1983 7/1984 Έννοια επαγγελματικού ατυχήματος
Άρθρο 44
44.-(1) Διά τους σκοπούς του παρόντος Μέρους επαγγελματικόν ατύχημα σημαίνει ατύχημα προκληθέν ως εκ της απασχολήσεως και εν τη απασχολήσει μισθωτού.
Νοείται ότι ατύχημα ούτως επισυμβάν, δεν λογίζεται επαγγελματικόν ατύχημα, εάν ο μισθωτός εγκατέλειψε τον τόπον εργασίας αυτού κατά την διάρκειαν του ωραρίου εργασίας διά σκοπόν άσχετον προς την απασχόλησιν αυτού.
41/1980 Επίδομα σωματικής βλάβης
Άρθρο 45
45.-(1) Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Νόμου, οσάκις μισθωτός υφίσταται σωματικήν βλάβην συνεπεία επαγγελματικού ατυχήματος, ούτος δικαιούται εις επίδομα σωματικής βλάβης δι’ εκάστην ημέραν, καθ’ ην συνεπεία της σχετικής σωματικής βλάβης ην υπέστη είναι ανίκανος προς εργασίαν και διά χρονικόν διάστημα δώδεκα μηνών αφ’ ης επισυνέβη το σχετικόν ατύχημα:
Νοείται ότι δεν καταβάλλεται επίδομα σωματικής βλάβης αναφορικώς προς τας τρεις πρώτας ημέρας οιασδήποτε περιόδου διακοπής της απασχολήσεως.
41/1980 Παροχαί λόγω αναπηρίας
Άρθρο 46
46.-(1) Οσάκις μισθωτός υφίσταται σωματικήν βλάβην, συνεπεία επαγγελματικού ατυχήματος, δικαιούται εις παροχάς λόγω αναπηρίας, εάν συνεπεία της σχετικής σωματικής βλάβης ην υπέστη, την τετάρτην ημέραν αφ’ ης επισυνέβη το σχετικόν ατύχημα ή καθ’ οιανδήποτε μεταγενεστέραν ημέραν, πάσχη εξ απωλείας φυσικής ή πνευματικής τινος ικανότητος και την ημέραν ταύτην δεν δικαιούται εις επίδομα σωματικής βλάβης εξαιρουμένης ημέρας εφ’ ης εφαρμόζεται η επιφύλαξις του εδαφίου (1) του άρθρου 45:
Νοείται ότι διά τους σκοπούς του παρόντος άρθρου λογίζεται ότι δεν επήλθεν απώλεια ικανότητος τινος καθ’ οιονδήποτε χρόνον οσάκις η έκτασις της προκυψάσης αναπηρίας, υπολογιζομένη συμφώνως ταις εν τοις εφεξής διατάξεσι του παρόντος άρθρου, ανέρχεται εις ποσοστόν κατώτερον των δέκα επί τοις εκατόν.
Νοείται ότι εάν κατά τον υπολογισμόν του βαθμού αναπηρίας του αιτούντος, η κατάστασις τούτου δεν είναι τοιαύτη, λαμβανομένων υπ’ όψιν των δυνατών να επέλθωσιν εις τοιαύτην κατάστασιν μεταβολών (προβλεπτών ή μη), ώστε να επιτρέπη την διενέργειαν οριστικού υπολογισμού δι’ ολόκληρον το ως είρηται χρονικόν διάστημα- (α) διενεργείται προσωρινός υπολογισμός με βάσιν έτερον βραχύτερον διάστημα, όπερ κρίνεται εύλογον, λαμβανομένων υπ’ όψιν της καταστάσεως του αιτούντος και της ως εν τοις ανωτέρω δυνατότητος μεταβολής της τοιαύτης καταστάσεως˙ και (β) ως βάσις του επομένου υπολογισμού λαμβάνεται χρονικόν διάστημα αρχόμενον άμα τη λήξει του συνιστώντος την βάσιν του προσωρινού υπολογισμού διαστήματος.
Νοείται ότι διά τον συμφώνως τω παρόντι άρθρω καθορισμόν των επί παροχών λόγω αναπηρίας δικαιωμάτων του αιτούντος τα αφορώντα εις την εκατοστιαίαν αναλογίαν και χρονικόν διάστημα αναπηρίας στοιχεία δεν εξειδικεύονται πλέον του δέοντος.
Νοείται ότι το ποσόν του βοηθήματος δι’ οιονδήποτε χρονικόν διάστημα υπολογισμού βραχύτερον των επτά ετών, μειούται κατά τον λόγον του διαστήματος τούτου προς διάστημα επτά ετών.
Νοείται ότι οσάκις το χρονικόν τούτο διάστημα λήγη καθ’ ωρισμένην ημερομηνίαν, η σύνταξις παύει διά του θανάτου του δικαιούχου προ της ημερομηνίας ταύτης.
41/1980 11/1983 Μερική αναπηρία λογιζομένη ως ολική
Άρθρο 47
47.-(1) Οσάκις δικαιούχος συντάξεως αναπηρίας υπολογισθείσης εις εκατοστιαίαν αναλογίαν κατωτέραν των εκατόν επί τοις εκατόν, εισέρχεται εις νοσοκομείον ή παρόμοιον ίδρυμα διά να υποστή εγκεκριμένη νοσοκομειακήν ή ετέραν νοσηλείαν, καθ’ άπαν το χρονικόν διάστημα της νοσηλείας η τοιαύτη αναλογία λογίζεται ως υπολογισθείσα εις εκατόν επί τοις εκατόν.
41/1980 116/1985 96/1989 Προσαύξησις συντάξεως αναπηρίας λόγω τακτικής μερίμνης
Άρθρο 48
48.-(1) Το εβδομαδιαίον ύψος της συντάξεως αναπηρίας της καταβαλλομένης δι’ αναπηρίαν βαθμού εκατόν επί τοις εκατόν, αυξάνεται κατά £7.18 εβδομαδιαίως, εάν συνεπεία της σχετικής απωλείας ικανότητος ο δικαιούχος έχη ανάγκην τακτικής βοηθείας ή μερίμνης.
Νοείται ότι δεν καταβάλλεται τοιαύτη αύξησις εφ’ όσον ο δικαιούχος τυγχάνει δωρεάν ιατρικής νοσηλείας εντός νοσοκομείου ή παρομοίου ιδρύματος.
41/1980 11/1983 7/1984 Παροχαί λόγω θανάτου
Άρθρο 49
49.-(1) Οσάκις μισθωτός υφίσταται σωματικήν βλάβην συνεπεία επαγγελματικού ατυχήματος, η δε σχετική σωματική βλάβη επάγεται τον θάνατον αυτού, καταβάλλονται παροχαί λόγω θανάτου εις τους επιζώντας αυτού συμφώνως προς τας διατάξεις του παρόντος άρθρου.
Νοείται ότι θάνατος δικαιούχου συντάξεως αναπηρίας υπολογισθείσης ή λογισθείσης εις βαθμόν αναπηρίας εκατόν επί τοις εκατόν λογίζεται ως οφειλόμενος εις σωματικήν βλάβην συνεπεία επαγγελματικού ατυχήματος.
41/1980 11/1983 199/1987 Γνωστοποίησις ατυχημάτων υπό ησφαλισμένων
Άρθρο 50
50.-(1) Πας ησφαλισμένος υφιστάμενος σωματικήν βλάβην εξ επαγγελματικού ατυχήματος αναφορικώς προς ο ο παρών Νόμος προνοεί την καταβολήν παροχών υπέχει υποχρέωσιν όπως το ταχύτερον δυνατόν αφ’ ης επισυνέβη το ατύχημα, γνωστοποιήση τούτο:
Νοείται ότι αντί του υπέχοντος την προς τούτο υποχρέωσιν ησφαλισμένου η τοιαύτη γνωστοποίησις δύναται να γίνη παρ’ ετέρου τινός προσώπου ενεργούντος εκ μέρους ή διά λογαριασμόν αυτού.
41/1980 Ανάρτησις περιλήψεως ωρισμένων διατάξεων εις τόπους εργασίας
Άρθρο 51
51.-(1) Έκαστος διευθυντής εν τη εννοία του εδαφίου (2) τηρεί ανηρτημένην εις περίοπτον μέρος του τόπου απασχολήσεως ή πλησίον αυτού ένθα ευχερώς να δύναται να αναγνωσθή υφ’ απάντων των απασχολουμένων περίληψιν εκάστοτε εκδιδομένην υπό του Διευθυντού και περιλαμβάνουσαν τας υπό του παρόντος Νόμου επιβαλλομένας υποχρεώσεις καθ’ όσον αφορά εις τας γνωστοποιήσεις ατυχημάτων και την υποβολήν αιτήσεων.
41/1980 Υποχρεώσεις αιτούντων και δικαιούχων παροχών λόγω σωματικής βλάβης ή αναπηρίας
Άρθρο 52
52.-(1) Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος άρθρου, έκαστος αιτών επίδομα σωματικής βλάβης ή παροχάς λόγω αναπηρίας και έκαστος δικαιούχος λαμβάνων τοιούτον επίδομα ή παροχάς, οφείλει να συμμορφούται προς πάσαν οδηγίαν εκδιδομένην αυτώ υπό του Διευθυντού, δυνάμει της οποίας ούτος υπέχει υποχρέωσιν όπως- (α) υποβάλη εαυτόν εις ιατρικήν εξέτασιν, ίνα καθορισθή το αποτέλεσμα του σχετικού ατυχήματος ή η προσήκουσα εις την σχετικήν σωματικήν βλάβην ή απώλειαν ικανότητος περίθαλψις˙ ή (β) υποβάλη εαυτόν εις την προσήκουσαν διά την ως είρηται σωματικήν βλάβην ή απώλειαν ικανότητος ιατρικήν περίθαλψιν καθοριζομένην αναλόγως της περιπτώσεως υπό του θεράποντος ιατρού ή υπό ετέρου ιατρού ή Ιατρικού Συμβουλίου εις το οποίον υπέβαλεν εαυτόν προς εξέτασιν, συμφώνως ταις προηγουμέναις διατάξεσι του παρόντος Νόμου˙ ή (γ) συμμετάσχη εις οιανδήποτε μαθητείαν επαγγελματικής εκπαιδεύσεως ή αναπροσαρμογής ήτις ήθελε τυχόν προνοηθή και κατά την γνώμην του Διευθυντού ενδείκνυται εις την περίπτωσιν αυτού.
41/1980 96/1989 Καθωρισμέναι νόσοι
Άρθρο 53
53.-(1) Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (2), εάν πρόσωπον τι προσβληθή υπό τινος των καθωρισμένων νόσων ή βλαβών, εφ’ όσον πρόκειται περί νόσου ή βλάβης οφειλομένης εις την φύσιν καθωρισμένης ως προς την τοιαύτην νόσον ή βλάβην εργασίας εις την οποίαν απησχολήθη ως μισθωτός κατά την 5ην Οκτωβρίου 1964 ή μετέπειτα, καταβάλλονται αυτώ αι δυνάμει των διατάξεων των προηγουμένων άρθρων του παρόντος Μέρους καθοριζόμεναι παροχαί, προς τον σκοπόν δε τούτον εν τοις ειρημένοις άρθροις:- (α) πάσα αναφορά γενομένη εις σωματικήν βλάβην προκληθείσαν συνεπεία επαγγελματικού ατυχήματος θεωρείται ως αναφορά γενομένη και εις νόσον ή βλάβην οφειλομένην εις την φύσιν της απασχολήσεως˙ (β) πάσα αναφορά γενομένη εις την ημερομηνίαν του επαγγελματικού ατυχήματος σημαίνει ωσαύτως- (i) εάν η πρώτη απαίτηση αναφορικώς προς την νόσον ή βλάβην είναι δι’ επίδομα σωματικής βλάβης, την πρώτην ημέραν από της 5ης Οκτωβρίου, 1964 ή μετέπειτα, καθ’ ην συνεπεία της νόσου ή βλάβης ο αιτών κατέστη ανίκανος προς εργασίαν˙ (ii) εάν η πρώτη απαίτησις αναφορικώς προς την νόσον ή βλάβην είναι διά παροχάς λόγω αναπηρίας, την πρώτην ημέραν, από της 5ης Οκτωβρίου, 1964 ή μετέπειτα, καθ’ ην ο αιτών υπέστη απώλειαν φυσικής ή πνευματικής τινος ικανότητος: