Official sourcescylaw.org · EUR-Lex
Europaius

Ο περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμος του 1980 - 41/1980

Εν συντομία

Αυτός ο νόμος, ο περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμος του 1980, αφορά τις κοινωνικές ασφαλίσεις και τις παροχές που καταβάλλονται σε ασφαλισμένα πρόσωπα. Καθορίζει τους όρους και τις προϋποθέσεις για την καταβολή αυτών των παροχών.

Τι ρυθμίζει

  • Τις ασφαλιστέες αποδοχές και τις εισφορές που καταβάλλονται.
  • Τις διάφορες παροχές που δικαιούνται οι ασφαλισμένοι.
  • Τους ορισμούς βασικών εννοιών όπως "μισθωτός", "αυτοτελώς εργαζόμενος", "αναπηρία" και "συντάξιμη ηλικία".
  • Τη λειτουργία του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων.

Ποιον αφορά

  • Μισθωτούς και αυτοτελώς εργαζόμενους που ασκούν ασφαλιστέα απασχόληση.
  • Πρόσωπα που δικαιούνται παροχές λόγω αναπηρίας, γήρατος, ή άλλων καθορισμένων περιστάσεων.

Βασικά σημεία

  • "Ανήλικος" μπορεί να είναι πρόσωπο κάτω των 15 ετών, ή μεταξύ 15-25 ετών υπό προϋποθέσεις εκπαίδευσης ή στρατιωτικής θητείας, ή άγαμο πρόσωπο που στερείται μονίμως ικανότητας συντήρησης.
  • "Συντάξιμη ηλικία" ορίζεται στα 65 έτη, εκτός από γυναίκες γεννημένες πριν το 1935 και πρόσωπα που δικαιούνται σύνταξη γήρατος βάσει του άρθρου 36Α, για τα οποία είναι τα 63 έτη.
  • "Έτος εισφορών" για μισθωτούς με μηνιαίες αποδοχές είναι το ημερολογιακό έτος, ενώ για τους λοιπούς ασφαλισμένους είναι περίοδος 52 ή 53 εβδομάδων.
  • Το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων ιδρύεται δυνάμει του άρθρου 69.
Κείμενο νόμου
Κείμενο νόμου

Ο περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμος του 1980 - 41/1980 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | Επικοινωνία Κατάλογος Ενοποιημένης Νομοθεσίας Ο περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμος του 1980 (41/1980) Περιεχόμενα Πλήρες Κείμενο Εκτύπωση Ιστορικό Τροποποιήσεων 41/1980 48/1982 11/1983 7/1984 10/1985 116/1985 4/1987 199/1987 214/1987 68/1988 96/1989 136/1989 17/1990 218/1991 98(I)/1992 64(I)/1993 18(I)/1995 55(I)/1996 87(I)/1997 80(I)/1998 84(I)/1998 55(I)/1999 98(I)/2000 99(I)/2000 2(I)/2001 51(I)/2001 135(I)/2001 143(I)/2001 71(I)/2002 132(I)/2002 10(I)/2005 142(I)/2005 53(I)/2006 161(I)/2006 110(I)/2007 164(I)/2007 9(I)/2008 24(I)/2008 22(I)/2009 93(I)/2009 112(I)/2009 59(I)/2010 ΜΕΡΟΣ Ι ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑΙ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ Συνοπτικός τίτλος 1. Οι περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμοι του 1980 μέχρι 1999 θα αναφέρονται μαζί ως οι περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμοι του 1980 μέχρι 1999. 41/1980 Ερμηνεία 2.-

(1)Εν τω παρόντι Νόμω, εκτός εάν άλλως προκύπτη εκ του κειμένου- “αγνοούμενος” σημαίνει πρόσωπον εξαφανισθέν κατά ή μετά το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου, 1974, λόγω των από του πραξικοπήματος της 15ης Ιουλίου, 1974, δημιουργηθεισών περιστάσεων, ή λόγω της από της 20ής Ιουλίου, 1974, Τουρκικής εισβολής, και διά το οποίον, εις οιανδήποτε των περιπτώσεων, η Κυβέρνησις της Δημοκρατίας δεν έχει οιανδήποτε θετικήν πληροφορίαν ότι τούτο ευρίσκεται εν ζωή˙ “αιτών” σημαίνει πρόσωπον προβάλλον απαίτησιν διά την καταβολήν οιασδήποτε παροχής δυνάμει του παρόντος Νόμου˙ “αμελητέαι αποδοχαί” σημαίνει αποδοχάς μισθωτού υπολειπομένας καθωρισμένου εβδομαδιαίου ή μηνιαίου ποσού, ο δε όρος “αμελητέαι” θα ερμηνεύηται αναλόγως˙ “αναπηρία” σημαίνει απώλειαν υγείας, δυνάμεων ή της προς το απολαμβάνειν την ζωήν ικανότητος˙ “ανήλικος” σημαίνει πρόσωπον- (α) μη συμπληρώσαν το 15ον έτος της ηλικίας του˙ (β) άρρεν άγαμον πρόσωπον, μεταξύ των 15 και των 25 ετών, όπερ τυγχάνει τακτικής εκπαιδεύσεως ή εγκεκριμένης παρά του Διευθυντού μαθητείας ή διατελεί εν ενεργώ υπηρεσία εν τη Εθνική Φρουρά δυνάμει των περί Εθνικής Φρουράς Νόμων του 1964 έως 1986˙ (γ) θήλυ άγαμον πρόσωπον μεταξύ των 15 και 23 ετών, όπερ τυγχάνει τακτικής εκπαιδεύσεως ή εγκεκριμένης παρά του Διευθυντού μαθητείας˙ (δ) πρόσωπον άγαμον όπερ, καίτοι συμπληρώσαν το 15ον έτος της ηλικίας αυτού, στερείται μονίμως της προς συντήρησιν αυτού ικανότητος˙ “ανίκανος προς εργασίαν” σημαίνει ησφαλισμένον ο οποίος λόγω ειδικής νόσου ή σωματικής ή πνευματικής αναπηρίας δεν δύναται να απασχοληθή εις το επάγγελμα εις το οποίον συνήθως απησχολείτο, ο δε όρος “ανικανότης προς εργασίαν” θα ερμηνεύεται αναλόγως˙ “ανώτατον όριον ασφαλιστέων αποδοχών” σημαίνει το καθωρισμένον ανώτατον ποσόν αποδοχών επί του οποίου είναι καταβλητέαι εισφοραί˙ “ανώτερον τμήμα ασφαλιστέων αποδοχών” σημαίνει το ανώτερον τμήμα των πληρωθεισών και πιστωθεισών ασφαλιστέων αποδοχών το εξευρισκόμενον συμφώνως προς το εδάφιον
(5)του άρθρου 20˙ “αποδοχαί” εν αναφορά- (
  1. i)προς μισθωτόν περιλαμβάνει πάσαν χρηματικήν αντιμισθίαν εκ της απασχολήσεως αυτού ή παν κέρδος εκ της τοιαύτης απασχολήσεως δεκτικόν χρηματικής αποτιμήσεως ως και την εισφοράν του εργοδότου αναφορικώς προς τον μισθωτόν εις το Κεντρικόν Ταμείον Αδειών το ιδρυθέν δυνάμει των περί Ετησίων Αδειών μετ’ Απολαβών Νόμων του 1967 έως 1979, εξαιρουμένων όμως εκτάκτων προμηθειών και χαριστικών (ex-gratia) πληρωμών˙ (
  2. ii)προς αυτοτελώς εργαζόμενον σημαίνει παν κέρδος ή όφελος εκ της απασχολήσεως αυτού˙ (iii) προς προαιρετικώς ησφαλισμένον σημαίνει το δυνάμει του άρθρου 16 επιλεγόμενον υπό του ησφαλισμένου ποσόν. “ασφαλιστέα απασχόλησις” σημαίνει οιανδήποτε απασχόλησιν εκ των καθοριζομένων εν τω Μέρει Ι του Πρώτου Πίνακος και εν τω Μέρει Ι του Δευτέρου Πίνακος, εκτός εάν αύτη είναι εκ των εξαιρουμένων, ήτοι απασχόλησις καθοριζομένη εν τω Μέρει ΙΙ του Πρώτου Πίνακος και εν τω Μέρει ΙΙ του Δευτέρου Πίνακος˙ “ασφαλιστέαι αποδοχαί” σημαίνει το ποσόν των αποδοχών του ησφαλισμένου επί του οποίου είναι καταβλητέαι εισφοραί δυνάμει του παρόντος Νόμου˙ “αυτοτελώς εργαζόμενος” σημαίνει πρόσωπον εργαζόμενον εις οιανδήποτε ασφαλιστέαν απασχόλησιν καθοριζομένην εν τω Μέρει Ι του Δευτέρου Πίνακος, εκτός εάν η απασχόλησις αυτού είναι εξαιρετέα δυνάμει του Μέρους ΙΙ του ρηθέντος Πίνακος˙ “βασικαί ασφαλιστέαι αποδοχαί” σημαίνει καθωρισμένον ποσόν ασφαλιστέων αποδοχών˙ “γονική άδεια” σημαίνει τη γονική άδεια η οποία λαμβάνεται σύμφωνα με τον περί Γονικής Άδειας και Άδειας για λόγους Ανωτέρας Βίας Νόμο του 2002. “Διευθυντής” σημαίνει τον Διευθυντήν ή Αναπληρωτήν Διευθυντήν των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων˙ “δικαιούχος” αναφορικώς προς οιανδήποτε παροχήν σημαίνει το δικαιούμενον εις τοιαύτην παροχήν πρόσωπον˙ “ειδικός ιατρός” σημαίνει ιατρόν ο οποίος θεωρείται ως ειδικός συμφώνως προς τον περί Εγγραφής Ιατρών Νόμον˙ “εξαρτώμενος” αναφορικώς προς πρόσωπον τι σημαίνει το πρόσωπον εν σχέσει προς το οποίον τω καταβάλλεται αύξησις παροχής δυνάμει του άρθρου 59˙ “επαγγελματικόν σχέδιον συντάξεων” σημαίνει οιονδήποτε σχέδιον ή διευθέτησιν εφαρμοζομένην υπό ή διά λογαριασμόν εργοδότου ή εργοδοτών και προβλέπουσαν διά την καταβολήν συντάξεων εν περιπτώσει αφυπηρετήσεως ή θανάτου αναφορικώς προς την απασχόλησιν μισθωτού˙ “εργατική διαφορά” σημαίνει διαφοράν αναφυομένην μεταξύ εργοδότου και μισθωτών, ή μεταξύ μισθωτών, σχετικώς με την απασχόλησιν ή μη απασχόλησιν, τους όρους απασχολήσεως ή τας συνθήκας απασχολήσεως οιωνδήποτε προσώπων, εν τη υπηρεσία του εργοδότου μεθ’ ου προέκυψεν η διαφορά ή μη˙ “εργοδότης” περιλαμβάνει και την Κυβέρνησιν της Δημοκρατίας της Κύπρου˙ “έτος εισφορών”, διά μεν τους μισθωτούς των οποίων αι αποδοχαί υπολογίζονται επί μηνιαίας βάσεως σημαίνει το ημερολογιακόν έτος διά δε τους λοιπούς ησφαλισμένους σημαίνει περίοδον πεντήκοντα δύο ή πεντήκοντα τριών εβδομάδων, αρχομένην την πρώτην Δευτέραν εκάστου έτους και λήγουσαν την Κυριακήν προ της πρώτης Δευτέρας του επομένου έτους: Νοείται ότι το πρώτον έτος εισφορών δυνάμει του παρόντος Νόμου άρχεται την 6ην Οκτωβρίου 1980 και λήγει διά μεν τους μισθωτούς των οποίων αι αποδοχαί υπολογίζονται επί μηνιαίας βάσεως την 31ην Δεκεμβρίου, 1981, διά δε τους λοιπούς ησφαλισμένους την 3ην Ιανουαρίου, 1982˙ “έτος παροχών” σημαίνει περίοδον αρχομένην την πρώτην Δευτέραν Ιουλίου εκάστου έτους και λήγουσαν την Κυριακήν προ της πρώτης Δευτέρας Ιουλίου του επομένου έτους˙ “Ευρωπαϊκές Κοινότητες” σημαίνει το Συμβούλιο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, το Ελεγκτικό Συνέδριο, την Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή, την Επιτροπή Περιφερειών, τον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή, τον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, το Ευρωπαϊκό Γραφείο Ευρεσιτεχνίας, καθώς και οποιοδήποτε οργανισμό ή γραφείο ή θεσμό εγκαθιδρύθηκε ή θα εγκαθιδρυθεί στο μέλλον δυνάμει της Συνθήκης περί Ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας ή δυνάμει οποιασδήποτε κοινοτικής πράξης, του οποίου ο κανονισμός για την υπηρεσιακή κατάσταση των υπαλλήλων περιλαμβάνει ή θα περιλαμβάνει ταυτόσημες ή ανάλογες διατάξεις με αυτές του Άρθρου 11 και του Παραρτήματος VIII του Κανονισμού της Υπηρεσιακής Κατάστασης των Υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων∙ “ημέρα διακοπής της απασχολήσεως” σημαίνει ημέραν ανικανότητος προς εργασίαν ή ημέραν ανεργίας και “περίοδος διακοπής της απασχολήσεως” σημαίνει οιασδήποτε δύο ημέρας διακοπής της απασχολήσεως, συναπτάς ή μη, εντός περιόδου εξ συναπτών ημερών ή οιασδήποτε δύο ή πλείονας τοιαύτας περιόδους εις ας δεν παρεμβάλλεται περίοδος μεγαλυτέρα των δεκατριών εβδομάδων˙ “ημερήσιον ύψος” αναφορικώς προς οιανδήποτε περιοδικήν παροχήν, σημαίνει το εν έκτον του εβδομαδιαίου ύψους της τοιαύτης παροχής˙ “ησφαλισμένος” σημαίνει ησφαλισμένον δυνάμει του παρόντος Νόμου˙ “ιατρική περίθαλψις” σημαίνει ιατρικήν περίθαλψιν, χειρουργικήν επέμβασιν και θεραπείαν προς αποκατάστασιν της υγείας, περιλαμβάνονται δε αι πάσης φύσεως θεραπείαι, δίαιται ή έτεραι θεραπευτικαί αγωγαί, ως και φαρμακευτική περίθαλψις˙ “ιατρός” σημαίνει ιατρόν εγγεγραμμένον δυνάμει του περί Εγγραφής Ιατρών Νόμου˙ “καθωρισμένος” σημαίνει καθωρισμένον διά Κανονισμών˙ “Κανονισμοί” σημαίνει Κανονισμούς εκδιδομένους δυνάμει του παρόντος Νόμου˙ “Κανονισμός Υπηρεσιακής Κατάστασης των Υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων” σημαίνει τον Κανονισμό αρ. 31/1962 της υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και τον Κανονισμό αρ. 11/1962 της Υπηρεσιακής Κατάστασης των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας, όπως αυτοί τροποποιήθηκαν από τον Κανονισμό (ΕΟΚ, Ευρατόμ, ΕΚΑΧ) αριθ. 259/1968 του Συμβουλίου της 29ης Φεβρουαρίου 1968 περί καθορισμού του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων και του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και περί θεσπίσεως ειδικών μέτρων προσωρινώς εφαρμοστέων στους υπαλλήλους της Επιτροπής, καθώς και οποιοδήποτε άλλο κανονισμό που αφορά στην υπηρεσιακή κατάσταση των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά την έννοια του παρόντος Νόμου∙ “καταργηθείς Νόμος” σημαίνει τους υπό του παρόντος Νόμου καταργηθέντας περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμους του 1972 έως 1980˙ “κατώτερον τμήμα ασφαλιστέων αποδοχών” σημαίνει το κατώτερον τμήμα των πληρωθεισών και πιστωθεισών ασφαλιστέων αποδοχών το εξευρισκόμενον συμφώνως προς το εδάφιον
(5)του άρθρου 20˙ “κράτος μέλος” σημαίνει κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης· “μην εισφορών”, εν αναφορά προς μισθωτόν του οποίου αι αποδοχαί υπολογίζονται επί μηνιαίας βάσεως, σημαίνει τον ημερολογιακόν μήνα, διά δε τους λοιπούς ησφαλισμένους σημαίνει περίοδον τεσσάρων ή πέντε ημερολογιακών εβδομάδων αι οποίαι άρχονται εντός εκάστου ημερολογιακού μηνός˙ “μισθωτός” σημαίνει πρόσωπον ασκούν οιανδήποτε ασφαλιστέαν απασχόλησιν εκ των καθοριζομένων εν τω Μέρει Ι του Πρώτου Πίνακος εκτός εάν η απασχόλησις αυτού είναι εξαιρετέα δυνάμει του Μέρους ΙΙ του ρηθέντος Πίνακος: Νοείται ότι οι κληρικοί δε θεωρούνται μισθωτοί για σκοπούς του περί Ετησίων Αδειών μετ΄ Απολαβών Νόμου, του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου, του περί Ανάπτυξης Ανθρώπινου ΔυναμικούΝόμου και του περί Ταμείου Κοινωνικής Συνοχής Νόμου. “ορισθείσα ημερομηνία” σημαίνει την διά γνωστοποιήσεως δημοσιευομένης εν τη επισήμω εφημερίδι της Δημοκρατίας ορισθησομένην υπό του Υπουργικού Συμβουλίου ημερομηνίαν διά την έναρξιν της ισχύος των διατάξεων του παρόντος Νόμου˙ “παροχή” σημαίνει την δυνάμει του παρόντος Νόμου καταβλητέαν παροχήν˙ “περίοδος εισφορών” εν αναφορά προς μισθωτόν του οποίου αι αποδοχαί υπολογίζονται επί μηνιαίας βάσεως σημαίνει τον ημερολογιακόν μήνα, διά δε τους λοιπούς ησφαλισμένους σημαίνει την ημερολογιακήν εβδομάδα˙ “πιστωθείσαι ασφαλιστέαι αποδοχαί” σημαίνει ασφαλιστέας αποδοχάς πιστωθείσας δυνάμει του άρθρου 18˙ “πληρωθείσαι ασφαλιστέαι αποδοχαί” σημαίνει ασφαλιστέας αποδοχάς επί των οποίων κατεβλήθησαν εισφοραί˙ “συντάξιμος δημόσιος υπάλληλος” σημαίνει πρόσωπον όπερ κατέχει συντάξιμον θέσιν δυνάμει του περί Συντάξεων Νόμου ή του περί Στοιχειώδους Εκπαιδεύσεως Νόμου ή του περί Συντάξεων Καθηγητών Νόμου ή είναι μόνιμος αξιωματικός ή υπαξιωματικός του Κυπριακού Στρατού˙ “συντάξιμη ηλικία” σημαίνει την ηλικία των εξήντα πέντε ετών, σε περίπτωση όμως γυναίκας που γεννήθηκε πριν από το έτος 1935 και προσώπου που δικαιούται σε σύνταξη γήρατος με βάση το άρθρο 36Α σημαίνει την ηλικία των εξήντα τριών ετών˙ “σχετική απώλεια ικανότητος” σημαίνει την ολικήν ή μερικήν απώλειαν της συνήθους χρήσεως των οργάνων ή μερών του σώματος ή την συνεπεία ταύτης κατάστροφήν ή βλάβην των ψυχικών ή πνευματικών λειτουργιών˙ “σχετικόν ατύχημα” και “σχετική σωματική βλάβη” αναφορικώς προς επίδομα σωματικής βλάβης, παροχάς λόγω αναπηρίας ή θανάτου, σημαίνουν αντιστοίχως το ατύχημα ή την σωματικήν βλάβην αναφορικώς προς ην προβάλλεται απαίτησις ή είναι καταβλητέα οιαδήποτε των ανωτέρω παροχών˙ “σχετική ημερομηνία” αναφορικώς προς οιανδήποτε παροχήν, σημαίνει την ημερομηνίαν καθ’ ην πρόσωπον τι πληροί το πρώτον τας προϋποθέσεις προς θεμελίωσιν δικαιώματος εις τοιαύτην παροχήν, πλην της προϋποθέσεως της υποβολής αιτήσεως˙ “Ταμείον” σημαίνει το Ταμείον Κοινωνικών Ασφαλίσεων το ιδρυόμενον δυνάμει του άρθρου 69˙ “ταμείον προνοίας” σημαίνει οιονδήποτε ταμείον ή διευθέτησιν εφαρμοζομένην υπό ή διά λογαριασμόν εργοδότου ή εργοδοτών και προβλέπουσαν διά την καταβολήν εφ’ άπαξ πληρωμών εν περιπτώσει τερματισμού απασχολήσεως, αφυπηρετήσεως ή θανάτου αναφορικώς προς την απασχόλησιν μισθωτού˙ “τέκνον” περιλαμβάνει και προγονόν, εξώγαμον τέκνον και τέκνον υιοθετηθέν κατά τινα υπό του δικαίου αναγνωριζόμενον τρόπον, οι δε όροι “γονεύς”, “μήτηρ” και “πατήρ” ερμηνεύονται αναλόγως˙ “τέως δικαιούχος” σημαίνει τον δυνάμει του καταργηθέντος Νόμου δικαιούχον˙ “τέως ενεργητικόν” σημαίνει το αμέσως προ της ορισθείσης ημερομηνίας ενεργητικόν του Ταμείου του ιδρυθέντος δυνάμει του καταργηθέντος Νόμου˙ “τέως ησφαλισμένος” σημαίνει ησφαλισμένον δυνάμει του καταργηθέντος Νόμου˙ “τοκετός” σημαίνει τοκετόν απολήγοντα εις την γέννησιν ζώντος τέκνου, ή τοκετόν γενόμενον μετά πάροδον είκοσι οκτώ εβδομάδων κυοφορίας και απολήγοντα εις την γέννησιν τέκνου ζώντος ή νεκρού, ο δε όρος “κυοφορία” θα ερμηνεύηται αναλόγως˙ “τρίτη χώρα” σημαίνει χώρα που δεν είναι κράτος μέλος· “Υπουργός” σημαίνει τον Υπουργόν Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων.
(2)Διά τους σκοπούς του παρόντος Νόμου- (α) πρόσωπον τι λογίζεται άνω οιασδήποτε ηλικίας, εάν συνεπλήρωσε την ηλικίαν ταύτην˙ (β) πρόσωπον τι λογίζεται μεταξύ δύο ωρισμένων ηλικιών, εάν συνεπλήρωσε την μικροτέραν ηλικίαν, ουχί όμως την μεγαλυτέραν τοιαύτην˙ (γ) πρόσωπον τι λογίζεται μη συμπληρώσαν την ηλικίαν των δεκαοκτώ ετών μέχρι της ενάρξεως της δεκάτης ογδόης επετείου της γεννήσεως του, το αυτό δε ισχύει και διά τας λοιπάς ηλικίας. 41/1980 11/1983 10/1985 199/1987 96/1989 17/1990 98(I)/1992 98(I)/2000 135(I)/2001 71(I)/2002 132(I)/2002 53(I)/2006 22(I)/2009 ΜΕΡΟΣ ΙΙ ΗΣΦΑΛΙΣΜΕΝΟΙ ΚΑΙ ΕΙΣΦΟΡΑΙ Ησφαλισμένοι 3. Τα ακόλουθα πρόσωπα ασφαλίζονται δυνάμει του παρόντος Νόμου: (α) μισθωτοί˙ (β) αυτοτελώς εργαζόμενοι˙ (γ) έτερα πρόσωπα, ως καθορίζεται εν τω άρθρω 15. 41/1980 22(I)/2009 Υποχρέωσις καταβολής εισφορών αναφορικώς προς μισθωτούς 4.-
(1)Δι’ εκάστην περίοδον εισφορών, κατά την οποίαν ή διά τμήμα της οποίας πρόσωπον απησχολήθη ως μισθωτός, υφίσταται υποχρέωσις καταβολής εισφορών παρά του μισθωτού, παρά του εργοδότου αυτού και εκ του Παγίου Ταμείου της Δημοκρατίας.
(2)Ανεξαρτήτως των διατάξεων του εδαφίου
(1)εισφοραί δεν καταβάλλονται- (α) δι’ οιανδήποτε περίοδον εισφορών αναφορικώς προς απασχόλησιν εκ της οποίας αι αποδοχαί του μισθωτού είναι αμελητέαι, εκτός εάν ο μισθωτός είναι μαθητευόμενος ή εκτίη ποινήν φυλακίσεως˙ και (β) δι’ οιανδήποτε περίοδον ή τμήμα περιόδου εισφορών αρχομένην την ή μετά την ημερομηνίαν καθ’ ην ο μισθωτός συνεπλήρωσε την συντάξιμον ηλικίαν. 41/1980 7/1984 116/1985 Ποσόν εισφορών αναφορικώς προς μισθωτούς 5.-
(1)(α) Από το έτος εισφορών που αρχίζει κατά ή μετά την 1.4.2009 και τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Νόμου, το ποσόν των εισφορών των καταβλητέων αναφορικώς προς την απασχόλησιν μισθωτού, είναι ίσον προς ποσοστόν 17,9% επί των ασφαλιστέων αποδοχών αυτού, εκ του οποίου ποσόν ίσον προς ποσοστόν 6,8% επί των ασφαλιστέων αποδοχών του μισθωτού καταβάλλεται υπό του εργοδότου αυτού, ποσόν ίσον προς ποσοστόν 6,8% επί των τοιούτων αποδοχών υπό του μισθωτού και ποσόν ίσον προς ποσοστόν 4,3% επί των τοιούτων αποδοχών εκ του Παγίου Ταμείου της Δημοκρατίας: Νοείται ότι εις περίπτωσιν καθ’ ην μισθωτός απασχολείται υπό εργοδότου ο οποίος εφαρμόζει διά τον μισθωτόν αυτόν επαγγελματικόν σχέδιον συντάξεων άνευ εισφορών εκ μέρους του μισθωτού, το ποσόν των εισφορών των καταβλητέων υπό του εργοδότου είναι ίσον προς ποσοστόν 10,15% επί των ασφαλιστέων αποδοχών του μισθωτού, το δε ποσόν των εισφορών των καταβλητέων υπό του μισθωτού ίσον προς ποσοστόν 3,45% επί των τοιούτων αποδοχών. (β) Από το έτος εισφορών που αρχίζει κατά ή μετά την 1.1.2014, και τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Νόμου, το ποσόν των εισφορών των καταβλητέων αναφορικώς προς την απασχόλησιν μισθωτού, είναι ίσον προς ποσοστόν 19,2% επί των ασφαλιστέων αποδοχών αυτού, εκ του οποίου ποσόν ίσον προς ποσοστόν 7,3% επί των ασφαλιστέων αποδοχών του μισθωτού καταβάλλεται υπό του εργοδότου αυτού, ποσόν ίσον προς ποσοστόν 7,3% επί των τοιούτων αποδοχών υπό του μισθωτού και ποσόν ίσον προς ποσοστόν 4,6% επί των τοιούτων αποδοχών εκ του Παγίου Ταμείου της Δημοκρατίας: Νοείται ότι εις περίπτωσιν καθ’ ην μισθωτός απασχολείται υπό εργοδότου ο οποίος εφαρμόζει διά τον μισθωτόν αυτόν επαγγελματικόν σχέδιον συντάξεων άνευ εισφορών εκ μέρους του μισθωτού, το ποσόν των εισφορών των καταβλητέων υπό του εργοδότου είναι ίσον προς ποσοστόν 10,9% επί των ασφαλιστέων αποδοχών του μισθωτού, το δε ποσόν των εισφορών των καταβλητέων υπό του μισθωτού ίσον προς ποσοστόν 3,7% επί των τοιούτων αποδοχών. (γ) Από το έτος εισφορών που αρχίζει κατά ή μετά την 1.1.2019, και τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Νόμου, το ποσόν των εισφορών των καταβλητέων αναφορικώς προς την απασχόλησιν μισθωτού, είναι ίσον προς ποσοστόν 20,5% επί των ασφαλιστέων αποδοχών αυτού, εκ του οποίου ποσόν ίσον προς ποσοστόν 7,8% επί των ασφαλιστέων αποδοχών του μισθωτού καταβάλλεται υπό του εργοδότου αυτού, ποσόν ίσον προς ποσοστόν 7,8% επί των τοιούτων αποδοχών υπό του μισθωτού και ποσόν ίσον προς ποσοστόν 4,9% επί των τοιούτων αποδοχών εκ του Παγίου Ταμείου της Δημοκρατίας: Νοείται ότι εις περίπτωσιν καθ’ ην μισθωτός απασχολείται υπό εργοδότου ο οποίος εφαρμόζει διά τον μισθωτόν αυτόν επαγγελματικόν σχέδιον συντάξεων άνευ εισφορών εκ μέρους του μισθωτού, το ποσόν των εισφορών των καταβλητέων υπό του εργοδότου είναι ίσον προς ποσοστόν 11,65% επί των ασφαλιστέων αποδοχών του μισθωτού, το δε ποσόν των εισφορών των καταβλητέων υπό του μισθωτού ίσον προς ποσοστόν 3,95% επί των τοιούτων αποδοχών. (δ) Από το έτος εισφορών που αρχίζει κατά ή μετά την 1.1.2024, και τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Νόμου, το ποσόν των εισφορών των καταβλητέων αναφορικώς προς την απασχόλησιν μισθωτού, είναι ίσον προς ποσοστόν 21,8% επί των ασφαλιστέων αποδοχών αυτού, εκ του οποίου ποσόν ίσον προς ποσοστόν 8,3% επί των ασφαλιστέων αποδοχών του μισθωτού καταβάλλεται υπό του εργοδότου αυτού, ποσόν ίσον προς ποσοστόν 8,3% επί των τοιούτων αποδοχών υπό του μισθωτού και ποσόν ίσον προς ποσοστόν 5,2% επί των τοιούτων αποδοχών εκ του Παγίου Ταμείου της Δημοκρατίας: Νοείται ότι εις περίπτωσιν καθ’ ην μισθωτός απασχολείται υπό εργοδότου ο οποίος εφαρμόζει διά τον μισθωτόν αυτόν επαγγελματικόν σχέδιον συντάξεων άνευ εισφορών εκ μέρους του μισθωτού, το ποσόν των εισφορών των καταβλητέων υπό του εργοδότου είναι ίσον προς ποσοστόν 12,4% επί των ασφαλιστέων αποδοχών του μισθωτού, το δε ποσόν των εισφορών των καταβλητέων υπό του μισθωτού ίσον προς ποσοστόν 4,2% επί των τοιούτων αποδοχών. (ε) Από το έτος εισφορών που αρχίζει κατά ή μετά την 1.1.2029, και τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Νόμου, το ποσόν των εισφορών των καταβλητέων αναφορικώς προς την απασχόλησιν μισθωτού, είναι ίσον προς ποσοστόν 23,1% επί των ασφαλιστέων αποδοχών αυτού, εκ του οποίου ποσόν ίσον προς ποσοστόν 8,8% επί των ασφαλιστέων αποδοχών του μισθωτού καταβάλλεται υπό του εργοδότου αυτού, ποσόν ίσον προς ποσοστόν 8,8% επί των τοιούτων αποδοχών υπό του μισθωτού και ποσόν ίσον προς ποσοστόν 5,5% επί των τοιούτων αποδοχών εκ του Παγίου Ταμείου της Δημοκρατίας: Νοείται ότι εις περίπτωσιν καθ’ ην μισθωτός απασχολείται υπό εργοδότου ο οποίος εφαρμόζει διά τον μισθωτόν αυτόν επαγγελματικόν σχέδιον συντάξεων άνευ εισφορών εκ μέρους του μισθωτού, το ποσόν των εισφορών των καταβλητέων υπό του εργοδότου είναι ίσον προς ποσοστόν 13,15% επί των ασφαλιστέων αποδοχών του μισθωτού, το δε ποσόν των εισφορών των καταβλητέων υπό του μισθωτού ίσον προς ποσοστόν 4,45% επί των τοιούτων αποδοχών. (στ) Από το έτος εισφορών που αρχίζει κατά ή μετά την 1.1.2034, και τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Νόμου, το ποσόν των εισφορών των καταβλητέων αναφορικώς προς την απασχόλησιν μισθωτού, είναι ίσον προς ποσοστόν 24,4% επί των ασφαλιστέων αποδοχών αυτού, εκ του οποίου ποσόν ίσον προς ποσοστόν 9,3% επί των ασφαλιστέων αποδοχών του μισθωτού καταβάλλεται υπό του εργοδότου αυτού, ποσόν ίσον προς ποσοστόν 9,3% επί των τοιούτων αποδοχών υπό του μισθωτού και ποσόν ίσον προς ποσοστόν 5,8% επί των τοιούτων αποδοχών εκ του Παγίου Ταμείου της Δημοκρατίας: Νοείται ότι εις περίπτωσιν καθ’ ην μισθωτός απασχολείται υπό εργοδότου ο οποίος εφαρμόζει διά τον μισθωτόν αυτόν επαγγελματικόν σχέδιον συντάξεων άνευ εισφορών εκ μέρους του μισθωτού, το ποσόν των εισφορών των καταβλητέων υπό του εργοδότου είναι ίσον προς ποσοστόν 13,9% επί των ασφαλιστέων αποδοχών του μισθωτού, το δε ποσόν των εισφορών των καταβλητέων υπό του μισθωτού ίσον προς ποσοστόν 4,7% επί των τοιούτων αποδοχών. (ζ) Από το έτος εισφορών που αρχίζει κατά ή μετά την 1.1.2039, και τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Νόμου, το ποσόν των εισφορών των καταβλητέων αναφορικώς προς την απασχόλησιν μισθωτού, είναι ίσον προς ποσοστόν 25,7% επί των ασφαλιστέων αποδοχών αυτού, εκ του οποίου ποσόν ίσον προς ποσοστόν 9,8% επί των ασφαλιστέων αποδοχών του μισθωτού καταβάλλεται υπό του εργοδότου αυτού, ποσόν ίσον προς ποσοστόν 9,8% επί των τοιούτων αποδοχών υπό του μισθωτού και ποσόν ίσον προς ποσοστόν 6,1% επί των τοιούτων αποδοχών εκ του Παγίου Ταμείου της Δημοκρατίας: Νοείται ότι εις περίπτωσιν καθ’ ην μισθωτός απασχολείται υπό εργοδότου ο οποίος εφαρμόζει διά τον μισθωτόν αυτόν επαγγελματικόν σχέδιον συντάξεων άνευ εισφορών εκ μέρους του μισθωτού, το ποσόν των εισφορών των καταβλητέων υπό του εργοδότου είναι ίσον προς ποσοστόν 14,65% επί των ασφαλιστέων αποδοχών του μισθωτού, το δε ποσόν των εισφορών των καταβλητέων υπό του μισθωτού ίσον προς ποσοστόν 4,95% επί των τοιούτων αποδοχών.
(2)Διά σκοπούς υπολογισμού του ποσού των εισφορών των καταβλητέων δι’ εκάστην περίοδον ή τμήμα περιόδου εισφορών αναφορικώς προς την απασχόλησιν μαθητευομένου άνευ αποδοχών ή μετ’ αποδοχών αι οποίαι υπολείπονται του ημίσεως των βασικών ασφαλιστέων αποδοχών, τεκμαίρεται ότι ούτος λαμβάνει ασφαλιστέας αποδοχάς ίσας προς το ήμισυ του ποσού των βασικών ασφαλιστέων αποδοχών.
(3)Διά σκοπούς υπολογισμού του ποσού των εισφορών των καταβλητέων δι’ εκάστην περίοδον ή τμήμα περιόδου εισφορών αναφορικώς προς την απασχόλησιν μισθωτού όστις εκτίει ποινήν φυλακίσεως, τεκμαίρεται ότι αι ασφαλιστέαι αυτού αποδοχαί δεν υπολείπονται του ποσού των βασικών ασφαλιστέων αποδοχών.
(4)Ο εργοδότης ευθύνεται, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 11, διά την καταβολήν τόσον των υπ’ αυτού καταβλητέων εισφορών όσον και των υπό του μισθωτού καταβλητέων τοιούτων, εισφοραί δε καταβληθείσαι υπό του εργοδότου διά λογαριασμόν του μισθωτού λογίζονται ως εισφοραί καταβληθείσαι υπό του μισθωτού.
(5)Προκειμένου περί κατηγορίας ή τάξεως μισθωτών απασχολουμένων συνήθως υπό δύο ή πλειόνων εργοδοτών εντός της αυτής περιόδου εισφορών, Κανονισμοί δύνανται να προβλέψωσι περί του τρόπου καταβολής υπό του μισθωτού αμφοτέρων των εισφορών τας οποίας ευθύνεται όπως καταβάλη ο εργοδότης δυνάμει του εδαφίου
(4), ως και περί των υποχρεώσεων των τοιούτων μισθωτών και των εργοδοτών αυτών. 41/1980 98(I)/1992 22(I)/2009 Επιστροφή εισφορών σε μισθωτούς που υπάγονται αναδρομικά σε επαγγελματικά σχέδια συντάξεων χωρίς εισφορές 6. Μισθωτός, στην περίπτωση του οποίου δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της επιφύλαξης του εδαφίου
(1)του άρθρου 5, και ο οποίος υπάγεται αναδρομικά σε επαγγελματικό σχέδιο συντάξεων χωρίς εισφορές από τον ίδιο, δικαιούται να του επιστραφεί από τον εργοδότη του για την περίοδο απασχόλησης του που αναγνωρίσθηκε ως συντάξιμη με βάση το εν λόγω επαγγελματικό σχέδιο, ποσό ίσο – (α) με 3% του συνόλου των ασφαλιστέων αποδοχών του για την περίοδο μέχρι την 31 Δεκεμβρίου 1992, (β) με 3,1% των ασφαλιστέων αποδοχών του για την περίοδο από την 1η Ιανουαρίου 1993 μέχρι την 31η Μαρτίου 2009, (γ) με 3,35% των ασφαλιστέων αποδοχών του για την περίοδο από την 1η Απριλίου 2009 μέχρι την 31 Δεκεμβρίου 2013, (δ) με 3,6% των ασφαλιστέων αποδοχών του για την περίοδο από την 1η Ιανουαρίου 2014 μέχρι την 31 Δεκεμβρίου 2018, (ε) με 3,85% των ασφαλιστέων αποδοχών του για την περίοδο από την 1η Ιανουαρίου 2019 μέχρι την 31 Δεκεμβρίου 2023, (στ) με 4,1% των ασφαλιστέων αποδοχών του για την περίοδο από την 1η Ιανουαρίου 2024 μέχρι την 31 Δεκεμβρίου 2028, (ζ) με 4,35% των ασφαλιστέων αποδοχών του για την περίοδο από την 1η Ιανουαρίου 2029 μέχρι την 31 Δεκεμβρίου 2033, (η) με 4,6% των ασφαλιστέων αποδοχών του για την περίοδο από την 1η Ιανουαρίου 2034 μέχρι την 31 Δεκεμβρίου 2038, και (θ) «4,85%» για την περίοδο από 1η Ιανουαρίου 2039. 41/1980 98(I)/1992 53(I)/2006 22(I)/2009 Εισφορά Κυβερνήσεως της Δημοκρατίας διά πρόσωπα υπηρετούντα εν τη Εθνική Φρουρά 7.-
(1)Δι’ εκάστην εβδομάδα αρχομένην κατά ή μετά την ορισθείσαν ημερομηνίαν, καθ’ εκάστην ημέραν της οποίας πρόσωπον τι, κληθέν δι’ υπηρεσίαν εν τη Εθνική Φρουρά δυνάμει των περί Εθνικής Φρουράς Νόμων του 1964 έως 1979, διατελεί εν ενεργώ υπηρεσία, η Κυβέρνησις της Δημοκρατίας καταβάλλει αναφορικώς προς το πρόσωπον τούτο εισφοράν εις καθωρισμένον ποσόν.
(2)Ουδέν εν τω παρόντι άρθρω ερμηνεύεται ότι το πρόσωπον αναφορικώς προς το οποίον καταβάλλεται εισφορά δυνάμει του εδαφίου
(1)ασκεί ασφαλιστέαν απασχόλησιν. 41/1980 11/1983 7/1984 10/1985 22(I)/2009 Ειδική εισφορά εργοδοτών εις ωρισμένας περιπτώσεις
  1. Εάν η συχνότης προσβολής εκ πνευμοκονιάσεως, σιλικώσεως, σιδηροσιλικώσεως, ασβεστώσεως ή οιασδήποτε των τοιούτων νόσων συνοδευομένης υπό φυματιώσεως αυξηθή, δύναται διά Κανονισμών να γίνη πρόβλεψις διά την καταβολήν ειδικής εισφοράς υφ’ ωρισμένου εργοδότου ή κατηγορίας εργοδοτών, επιπροσθέτως προς την δυνάμει του άρθρου 5 καταβλητέαν εισφοράν, αναφορικώς προς την απασχόλησιν μισθωτού εις επάγγελμα εκθέτον τον τοιούτον μισθωτόν εις τον κίνδυνον οιασδήποτε των ως άνω νόσων. 41/1980 22(I)/2009 Απασχόλησις μισθωτού υπό δύο ή πλειόνων εργοδοτών
  2. Εάν μισθωτός απασχολήται υπό δύο ή πλειόνων εργοδοτών εντός της αυτής περιόδου εισφορών, υφίσταται υποχρέωσις καταβολής εισφορών αναφορικώς προς την απασχόλησιν αυτού υφ’ ενός εκάστου των εργοδοτών αυτού. 41/1980 22(I)/2009 Απασχόλησις ησφαλισμένου ως μισθωτού και ως αυτοτελώς εργαζομένου
  3. Εάν ησφαλισμένος απασχολήται εντός της ιδίας περιόδου εισφορών, ταυτοχρόνως ή διαδοχικώς, ως μισθωτός και ως αυτοτελώς εργαζόμενος, υφίσταται υποχρέωσις καταβολής εισφορών δι’ αμφοτέρας τας απασχολήσεις. 41/1980 Παρακράτησις ποσού εισφορών μισθωτού υπό του Εργοδότου 11.-
(1)Ανεξαρτήτως οιασδήποτε συμβάσεως περί του αντιθέτου, ο εργοδότης δεν δικαιούται να παρακρατή ή να διεκδική εκ των αποδοχών, του παρ’ αυτώ απασχολουμένου μισθωτού το ποσόν των υπό του εργοδότου καταβλητέων εισφορών αναφορικώς προς τον τοιούτον μισθωτόν, πας δε εργοδότης όστις παρακρατεί ή πειράται να παρακρατήση, εν όλω ή εν μέρει, εκ των αποδοχών του παρ’ αυτώ απασχολουμένου μισθωτού το ποσόν των υπ’ αυτού καταβλητέων εισφορών αναφορικώς προς τον τοιούτον μισθωτόν, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος και υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας .750.
(2)Ανεξαρτήτως των διατάξεων οιουδήποτε νόμου ή συμβάσεως περί του αντιθέτου, το ποσόν των εισφορών το οποίον καταβάλλεται υπό του εργοδότου διά λογαριασμόν του παρ’ αυτώ απασχολουμένου μισθωτού, δύναται να παρακρατήται ή διεκδικήται εκ των οφειλομένων εις τον μισθωτόν υπό του εργοδότου αποδοχών, αναφορικώς προς την περίοδον ή τμήμα περιόδου εισφορών δι’ ην είναι καταβλητέον το τοιούτο ποσόν εισφορών, ουχί δε άλλως.
(3)Ο εργοδότης μαθητευομένου υποχρεούται εις την καταβολήν τόσον του υπ’ αυτού όσον και του υπό του μαθητευομένου καταβλητέου ποσού εισφορών επί της διαφοράς μεταξύ του ποσού των πραγματικών αποδοχών αυτού και του ποσού των ασφαλιστέων αποδοχών τας οποίας ο μαθητευόμενος τεκμαίρεται ότι λαμβάνει δυνάμει του εδαφίου
(2)του άρθρου 5, δεν δικαιούται δε να διεκδικήση το τοιούτο ποσόν παρά του μαθητευομένου.
(4)Αναφορικώς προς μισθωτόν όστις εκτίει ποινήν φυλακίσεως, η Κυβέρνησις της Δημοκρατίας υποχρεούται εις την καταβολήν τόσον του υπ’ αυτής ως εργοδότου καταβλητέου ποσού εισφορών, όσον και του υπό του μισθωτού καταβλητέου τοιούτου, δύναται, όμως, διά Κανονισμών να γίνη πρόβλεψις διά την παρακράτησιν εν όλω ή εν μέρει του ποσού των εισφορών του τοιούτου μισθωτού εκ των αποδοχών του. 41/1980 Υποχρέωσις καταβολής εισφορών αυτοτελώς εργαζομένων 12.-
(1)Δι’ εκάστην περίοδον εισφορών, κατά την οποίαν ή διά τμήμα της οποίας πρόσωπον απησχολήθη ως αυτοτελώς εργαζόμενος, υφίσταται υποχρέωσις καταβολής εισφορών παρά του αυτοτελώς εργαζομένου και εκ του Παγίου Ταμείου της Δημοκρατίας.
(2)Ανεξαρτήτως των διατάξεων του εδαφίου
(1), δεν καταβάλλονται εισφοραί δι’ οιανδήποτε περίοδον ή τμήμα περιόδου εισφορών αρχομένην την ή μετά την ημερομηνίαν καθ’ ην ο αυτοτελώς εργαζόμενος συνεπλήρωσε την συντάξιμον ηλικίαν. 41/1980 7/1984 116/1985 22(I)/2009 Ποσόν εισφορών αυτοτελώς εργαζομένων 13. (α) Από την πρώτη Δευτέρα του Απριλίου του 2009, το ποσόν των εισφορών των καταβλητέων αναφορικώς προς την απασχόλησιν αυτοτελώς εργαζομένου είναι ίσον προς ποσοστόν 16,9% επί των ασφαλιστέων αποδοχών αυτού, εκ του οποίου ποσόν ίσον προς ποσοστόν 12,6% επί των τοιούτων αποδοχών καταβάλλεται υπό του αυτοτελώς εργαζομένου και ποσόν ίσον προς ποσοστόν 4,3% επί των ως είρηται αποδοχών εκ του Παγίου Ταμείου της Δημοκρατίας. (β) Από την πρώτη Δευτέρα του 2014, το ποσόν των εισφορών των καταβλητέων αναφορικώς προς την απασχόλησιν αυτοτελώς εργαζομένου είναι ίσον προς ποσοστόν 18,2% επί των ασφαλιστέων αποδοχών αυτού, εκ του οποίου ποσόν ίσον προς ποσοστόν 13,6% επί των τοιούτων αποδοχών καταβάλλεται υπό του αυτοτελώς εργαζομένου και ποσόν ίσον προς ποσοστόν 4,6% επί των ως είρηται αποδοχών εκ του Παγίου Ταμείου της Δημοκρατίας. (γ) Από την πρώτη Δευτέρα του 2019, το ποσόν των εισφορών των καταβλητέων αναφορικώς προς την απασχόλησιν αυτοτελώς εργαζομένου είναι ίσον προς ποσοστόν 19,5% επί των ασφαλιστέων αποδοχών αυτού, εκ του οποίου ποσόν ίσον προς ποσοστόν 14,6% επί των τοιούτων αποδοχών καταβάλλεται υπό του αυτοτελώς εργαζομένου και ποσόν ίσον προς ποσοστόν 4,9% επί των ως είρηται αποδοχών εκ του Παγίου Ταμείου της Δημοκρατίας. (δ) Από την πρώτη Δευτέρα του 2024, το ποσόν των εισφορών των καταβλητέων αναφορικώς προς την απασχόλησιν αυτοτελώς εργαζομένου είναι ίσον προς ποσοστόν 20,8% επί των ασφαλιστέων αποδοχών αυτού, εκ του οποίου ποσόν ίσον προς ποσοστόν 15,6% επί των τοιούτων αποδοχών καταβάλλεται υπό του αυτοτελώς εργαζομένου και ποσόν ίσον προς ποσοστόν 5,2% επί των ως είρηται αποδοχών εκ του Παγίου Ταμείου της Δημοκρατίας. (ε) Από την πρώτη Δευτέρα του 2029, το ποσόν των εισφορών των καταβλητέων αναφορικώς προς την απασχόλησιν αυτοτελώς εργαζομένου είναι ίσον προς ποσοστόν 22,1% επί των ασφαλιστέων αποδοχών αυτού, εκ του οποίου ποσόν ίσον προς ποσοστόν 16,6% επί των τοιούτων αποδοχών καταβάλλεται υπό του αυτοτελώς εργαζομένου και ποσόν ίσον προς ποσοστόν 5,5% επί των ως είρηται αποδοχών εκ του Παγίου Ταμείου της Δημοκρατίας. (στ) Από την πρώτη Δευτέρα του 2034, το ποσόν των εισφορών των καταβλητέων αναφορικώς προς την απασχόλησιν αυτοτελώς εργαζομένου είναι ίσον προς ποσοστόν 23,4% επί των ασφαλιστέων αποδοχών αυτού, εκ του οποίου ποσόν ίσον προς ποσοστόν 17,6% επί των τοιούτων αποδοχών καταβάλλεται υπό του αυτοτελώς εργαζομένου και ποσόν ίσον προς ποσοστόν 5,8% επί των ως είρηται αποδοχών εκ του Παγίου Ταμείου της Δημοκρατίας. (ζ) Από την πρώτη Δευτέρα του 2039, το ποσόν των εισφορών των καταβλητέων αναφορικώς προς την απασχόλησιν αυτοτελώς εργαζομένου είναι ίσον προς ποσοστόν 24,7% επί των ασφαλιστέων αποδοχών αυτού, εκ του οποίου ποσόν ίσον προς ποσοστόν 18,6% επί των τοιούτων αποδοχών καταβάλλεται υπό του αυτοτελώς εργαζομένου και ποσόν ίσον προς ποσοστόν 6,1% επί των ως είρηται αποδοχών εκ του Παγίου Ταμείου της Δημοκρατίας. 41/1980 68/1988 98(I)/1992 22(I)/2009 Απόσβεσις εισφορών 14.-
(1)Εισφοραί αναφορικώς προς την απασχόλησιν μισθωτού δεν καταβάλλονται μετά την παρέλευσιν εξ ετών από του τέλους της περιόδου εισφορών διά την οποίαν αι τοιαύται εισφοραί κατέστησαν καταβλητέαι.
(2)Εισφοραί αναφορικώς προς την απασχόλησιν αυτοτελώς εργαζομένου δεν καταβάλλονται μετά την παρέλευσιν τριών ετών από του τέλους της περιόδου εισφορών διά την οποίαν αι τοιαύται εισφοραί κατέστησαν καταβλητέαι. 41/1980 Προαιρετική ασφάλισις 15.-
(1)Παν πρόσωπον δικαιούται τη υποβολή αιτήσεως προς τον Διευθυντήν, να λάβη πιστοποιητικόν προαιρετικής ασφαλίσεως εάν- (α) έχη πληρωθείσας ασφαλιστέας αποδοχάς εις το κατώτερον τμήμα ασφαλιστέων αποδοχών ίσας προς το ποσόν των ετησίων βασικών ασφαλιστέων αποδοχών· ή (β) [Διαγράφηκε]. (γ) έχη την συνήθη αυτού διαμονήν εν Κύπρω και εργάζηται εκτός Κύπρου, εν τη υπηρεσία Κυπρίου εργοδότου. Διά τους σκοπούς της παρούσης παραγράφου, “Κύπριος εργοδότης” σημαίνει εργοδότην ο οποίος διαμένει ή έχει επαγγελματικήν εγκατάστασιν εν Κύπρω ή νομικόν πρόσωπον εγγεγραμμένον εν Κύπρω, ή εις το οποίον πολίτης της Δημοκρατίας ή νομικόν πρόσωπον εγγεγραμμένον εν Κύπρω συμμετέχει ουσιωδώς.
(2)Πρόσωπον κατέχον πιστοποιητικόν προαιρετικής ασφαλίσεως, χορηγηθέν αυτώ δυνάμει του παρόντος άρθρου, δικαιούται να καταβάλλη εισφοράς διά πάσαν περίοδον ή τμήμα περιόδου εισφορών καθ’ ην το πιστοποιητικόν ισχύει, ουδεμία όμως εισφορά είναι καταβλητέα δι’ οιανδήποτε περίοδον ή τμήμα περιόδου εισφορών αρχομένην την ή μετά την ημερομηνίαν καθ’ ην το κατέχον πιστοποιητικόν προαιρετικής ασφαλίσεως πρόσωπον έχει συμπληρώσει την συντάξιμον ηλικίαν.
(3)Η ισχύς πιστοποιητικού προαιρετικής ασφαλίσεως, εκδιδομένου δυνάμει του εδαφίου
(1), άρχεται από της ημερομηνίας της προς έκδοσιν αυτού γενομένης αιτήσεως, εκτός εάν ο αιτητής ήθελεν ορίσει εν τη αιτήσει αυτού άλλην ημερομηνίαν ενάρξεως της ισχύος του πιστοποιητικού, ήτις δεν δύναται να είναι προγενεστέρα της πρώτης περιόδου εισφορών δι’ ην ο κάτοχος του τοιούτου πιστοποιητικού δικαιούται δυνάμει Κανονισμών να καταβάλη εισφοράς. 41/1980 7/1984 116/1985 132(I)/2002 Ποσόν εισφορών προαιρετικώς ησφαλισμένων 16.-
(1)(α) Από την πρώτη Δευτέρα του 2009, το ποσό των εισφορών που καταβάλλονται για κάθε περίοδο εισφοράς αναφορικά με ασφαλισμένο δυνάμει των παραγράφων (α) και (β) του εδαφίου
(1)του άρθρου 15 είναι ίσο με 14,8% πάνω στις ασφαλιστέες αποδοχές του και για ασφαλισμένο δυνάμει της παραγράφου (γ) του εν λόγω εδαφίου είναι ίσο με 17,9% πάνω στις ασφαλιστέες αποδοχές του. Από τα ποσοστά αυτά το 11,0% και το 13,6%, αντίστοιχα καταβάλλει ο ασφαλισμένος και το υπόλοιπο καταβάλλεται από το Πάγιο Ταμείο της Δημοκρατίας. (β) Από την πρώτη Δευτέρα του 2014, το ποσό των εισφορών που καταβάλλονται για κάθε περίοδο εισφοράς αναφορικά με ασφαλισμένο δυνάμει των παραγράφων (α) και (β) του εδαφίου
(1)του άρθρου 15 είναι ίσο με 16,1% πάνω στις ασφαλιστέες αποδοχές του και για ασφαλισμένο δυνάμει της παραγράφου (γ) του εν λόγω εδαφίου είναι ίσο με 19,2% πάνω στις ασφαλιστέες αποδοχές του. Από τα ποσοστά αυτά το 12,0% και το 14,6%, αντίστοιχα καταβάλλει ο ασφαλισμένος και το υπόλοιπο καταβάλλεται από το Πάγιο Ταμείο της Δημοκρατίας. (γ) Από την πρώτη Δευτέρα του 2019, το ποσό των εισφορών που καταβάλλονται για κάθε περίοδο εισφοράς αναφορικά με ασφαλισμένο δυνάμει των παραγράφων (α) και (β) του εδαφίου
(1)του άρθρου 15 είναι ίσο με 17,4% πάνω στις ασφαλιστέες αποδοχές του και για ασφαλισμένο δυνάμει της παραγράφου (γ) του εν λόγω εδαφίου είναι ίσο με 20,5% πάνω στις ασφαλιστέες αποδοχές του. Από τα ποσοστά αυτά το 13,0% και το 15,6%, αντίστοιχα καταβάλλει ο ασφαλισμένος και το υπόλοιπο καταβάλλεται από το Πάγιο Ταμείο της Δημοκρατίας. (δ) Από την πρώτη Δευτέρα του 2024, το ποσό των εισφορών που καταβάλλονται για κάθε περίοδο εισφοράς αναφορικά με ασφαλισμένο δυνάμει των παραγράφων (α) και (β) του εδαφίου
(1)του άρθρου 15 είναι ίσο με 18,7% πάνω στις ασφαλιστέες αποδοχές του και για ασφαλισμένο δυνάμει της παραγράφου (γ) του εν λόγω εδαφίου είναι ίσο με 21,8% πάνω στις ασφαλιστέες αποδοχές του. Από τα ποσοστά αυτά το 14,0% και το 16,6%, αντίστοιχα καταβάλλει ο ασφαλισμένος και το υπόλοιπο καταβάλλεται από το Πάγιο Ταμείο της Δημοκρατίας. (ε) Από την πρώτη Δευτέρα του 2024, το ποσό των εισφορών που καταβάλλονται για κάθε περίοδο εισφοράς αναφορικά με ασφαλισμένο δυνάμει των παραγράφων (α) και (β) του εδαφίου
(1)του άρθρου 15 είναι ίσο με 20,0% πάνω στις ασφαλιστέες αποδοχές του και για ασφαλισμένο δυνάμει της παραγράφου (γ) του εν λόγω εδαφίου είναι ίσο με 23,1% πάνω στις ασφαλιστέες αποδοχές του. Από τα ποσοστά αυτά το 15,0% και το 17,6%, αντίστοιχα καταβάλλει ο ασφαλισμένος και το υπόλοιπο καταβάλλεται από το Πάγιο Ταμείο της Δημοκρατίας. (στ) Από την πρώτη Δευτέρα του 2034, το ποσό των εισφορών που καταβάλλονται για κάθε περίοδο εισφοράς αναφορικά με ασφαλισμένο δυνάμει των παραγράφων (α) και (β) του εδαφίου
(1)του άρθρου 15 είναι ίσο με 21,3% πάνω στις ασφαλιστέες αποδοχές του και για ασφαλισμένο δυνάμει της παραγράφου (γ) του εν λόγω εδαφίου είναι ίσο με 24,4% πάνω στις ασφαλιστέες αποδοχές του. Από τα ποσοστά αυτά το 16,0% και το 18,6%, αντίστοιχα καταβάλλει ο ασφαλισμένος και το υπόλοιπο καταβάλλεται από το Πάγιο Ταμείο της Δημοκρατίας. (ζ) Από την πρώτη Δευτέρα του 2039, το ποσό των εισφορών που καταβάλλονται για κάθε περίοδο εισφοράς αναφορικά με ασφαλισμένο δυνάμει των παραγράφων (α) και (β) του εδαφίου
(1)του άρθρου 15 είναι ίσο με 22,6% πάνω στις ασφαλιστέες αποδοχές του και για ασφαλισμένο δυνάμει της παραγράφου (γ) του εν λόγω εδαφίου είναι ίσο με 25,7% πάνω στις ασφαλιστέες αποδοχές του. Από τα ποσοστά αυτά το 17,0% και το 19,6%, αντίστοιχα καταβάλλει ο ασφαλισμένος και το υπόλοιπο καταβάλλεται από το Πάγιο Ταμείο της Δημοκρατίας.
(2)Διά τους σκοπούς του εδαφίου
(1)το ποσόν των ασφαλιστέων αποδοχών επί των οποίων πρόσωπον κατέχον πιστοποιητικόν προαιρετικής ασφαλίσεως δύναται να καταβάλλη εισφοράς δι’ έκαστον έτος εισφορών επιλέγεται υπ’ αυτού, δεν δύναται όμως να υπερβαίνη την αξίαν του 1/52 των ασφαλιστικών μονάδων του κατά το τελευταίον συμπεπληρωμένον έτος εισφορών προ της ημερομηνίας ενάρξεως του πιστοποιητικού προαιρετικής ασφαλίσεως ή του 1/52 του ετησίου μέσου όρου των τοιούτων μονάδων κατά τα τρία τελευταία έτη εισφορών προ της ημερομηνίας ενάρξεως του τοιούτου πιστοποιητικού και εν ουδεμιά περιπτώσει να υπερβαίνη το ανώτατον όριον ασφαλιστέων αποδοχών του ως είρηται έτους εισφορών: Νοείται ότι εις ην περίπτωσιν το ως είρηται 1/52 υπολείπεται του 1/52 της μιας ασφαλιστικής μονάδος, το κατέχον πιστοποιητικόν προαιρετικής ασφαλίσεως πρόσωπον δύναται, δι’ εκάστην περίοδον εισφορών, να καταβάλλη εισφοράς επί ποσού ασφαλιστέων αποδοχών ίσου προς το 1/52 της αξίας μιας ασφαλιστικής μονάδος.
(3)Διά τους σκοπούς του εδαφίου
(2)η αξία της ασφαλιστικής μονάδος υπολογίζεται επί τη βάσει του ποσού των ετησίων βασικών ασφαλιστέων αποδοχών, το οποίον λαμβάνεται υπ’ όψιν διά σκοπούς εξευρέσεως της ασφαλιστικής μονάδος διά το έτος εισφορών διά το οποίον καταβάλλεται εισφορά: Νοείται ότι εις περίπτωσιν εισφορών καταβαλλομένων διά περιόδους εισφορών του έτους εισφορών το οποίον περιλαμβάνει την σχετικήν ημερομηνίαν διά οιανδήποτε παροχήν διά την οποίαν αι τοιαύται εισφοραί λαμβάνονται υπ’ όψιν, η αξία της ασφαλιστικής μονάδος υπολογίζεται επί τη βάσει του ποσού των ετησίων βασικών ασφαλιστέων αποδοχών του ισχύοντος κατά την σχετικήν ημερομηνίαν.
(4)Πρόσωπον κατέχον πιστοποιητικόν προαιρετικής ασφαλίσεως, εκδοθέν δυνάμει της παραγράφου (γ) του εδαφίου
(1)του άρθρου 15, δύναται να επιλέξη όπως καταβάλλη εισφοράς είτε επί του ποσού των ασφαλιστέων αποδοχών του εξευρισκομένου συμφώνως προς τας διατάξεις του εδαφίου
(2), είτε επί του εβδομαδιαίου ποσού των αποδοχών αυτού, ως τούτο καθορίζεται εις την σχετικήν σύμβασιν εργασίας, εν ουδεμιά όμως περιπτώσει καταβάλλονται εισφοραί επί οιουδήποτε ποσού υπερβαίνοντος το ανώτατον όριον ασφαλιστέων αποδοχών.
(5)Πρόσωπον κατέχον πιστοποιητικόν προαιρετικής ασφαλίσεως και αναφορικώς προς το οποίον υπάρχει υποχρέωσις καταβολής εισφορών δυνάμει του άρθρου 4 ή του άρθρου 12, δύναται να καταβάλλη εισφοράς και δυνάμει του παρόντος άρθρου επί οιουδήποτε ποσού ασφαλιστέων αποδοχών μη υπερβαίνοντος το ποσόν της διαφοράς μεταξύ των ασφαλιστέων αποδοχών των υπολογιζομένων διά την καταβολήν εισφορών δυνάμει του άρθρου 4 ή του άρθρου 12 και του ποσού των ασφαλιστέων αποδοχών του εξευρισκομένου διά τους σκοπούς του εδαφίου
(2), εφ’ όσον το ποσόν των ασφαλιστέων αποδοχών επί των οποίων υπολογίζονται αι καταβλητέαι εισφοραί δυνάμει του άρθρου 4 ή του άρθρου 12 είναι μικρότερον του εξευρισκομένου διά τους σκοπούς του εδαφίου
(2)ποσού ασφαλιστέων αποδοχών.
(6)Το δυνάμει του παρόντος άρθρου επιλεγόμενον ποσόν ασφαλιστέων αποδοχών στρογγυλεύεται εις τον πλησιέστερον ακέραιον αριθμόν λιρών. 41/1980 7/1984 98(I)/1992 22(I)/2009 Συντάξιμη ηλικία για ορισμένους ασφαλισμένους 17. Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του άρθρου 2, η συντάξιμη ηλικία για τους σκοπούς των άρθρων 4, 12, 15, 18
(4)και 36 για ασφαλισμένο που δεν ικανοποιεί τις προϋποθέσεις εισφοράς για σύνταξη γήρατος κατά τη συμπλήρωση της εν λόγω ηλικίας θα είναι η πρώτη ημέρα κατά την οποία αυτός ικανοποιεί τις εν λόγω προϋποθέσεις, σε καμιά όμως περίπτωση δε θα είναι μεταγενέστερη του εξηκοστού όγδοου έτους της ηλικίας του. Το άρθρο αυτό δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση προσώπου που συμπλήρωσε την οριζόμενη στο άρθρο 2 συντάξιμη ηλικία πριν από την 1η Ιανουαρίου 1993 καθώς και προσώπου που δεν απασχολήθηκε σε ασφαλιστέα απασχόληση για την οποία καταβλήθηκαν ή είναι καταβλητέες εισφορές πριν από τη συμπλήρωση του εξηκοστού πέμπτου έτους της ηλικίας του. 41/1980 116/1985 98(I)/1992 Πίστωσις ασφαλιστέων αποδοχών 18.-
(1)Ησφαλισμένος πιστούται δι’ ασφαλιστέων αποδοχών- (α) διά πάσαν περίοδον αρχομένην κατά ή μετά την πρώτην ημέραν του έτους εισφορών καθ’ ο ούτος συνεπλήρωσε το δέκατον έκτον έτος της ηλικίας του, εφ’ όσον πρόκειται περί περιόδου καθ’ ην ούτος τυγχάνει τακτικής εκπαιδεύσεως ή εγκεκριμένης υπό του Διευθυντού μαθητείας: Νοείται ότι εν ουδεμιά περιπτώσει πιστούνται ασφαλιστέαι αποδοχαί δι’ οιανδήποτε περίοδον προγενεστέραν της 5ης Οκτωβρίου 1964˙ (β) διά την περίοδον ήτις άρχεται την πρώτην ημέραν του έτους εισφορών προ του έτους εισφορών καθ’ ο κατέστη ησφαλισμένος και λήγει την τελευταίαν ημέραν της περιόδου εισφορών προ της περιόδου εισφορών καθ’ ην κατέστη ησφαλισμένος˙ (γ) δι’ εκάστην ημέραν καθ’ ην ούτος δικαιούται εις επίδομα ασθενείας, ανεργίας, μητρότητος ή σωματικής βλάβης˙ (δ) διά παν χρονικόν διάστημα καθ’ ο ούτος δικαιούται εις σύνταξιν ανικανότητος˙ (ε) εάν ούτος υπό ομαλάς συνθήκας ασχολήται εις ασφαλιστέαν απασχόλησιν ως καθορίζεται εν τω Μέρει Ι του Πρώτου Πίνακος και υπό ομαλάς ωσαύτως συνθήκας αρύεται τα προς το ζην εκ της τοιαύτης απασχολήσεως, δι’ εκάστην ημέραν η οποία είναι δι’ αυτόν ημέρα ανικανότητος προς εργασίαν ή ανεργίας˙ (στ) εάν ούτος υπό ομαλάς συνθήκας ασχολήται εις ασφαλιστέαν απασχόλησιν ως καθορίζεται εν τω Μέρει Ι του Δευτέρου Πίνακος και υπό ομαλάς ωσαύτως συνθήκας αρύεται τα προς το ζην εκ της τοιαύτης απασχολήσεως, δι’ εκάστην ημέραν η οποία είναι δι’ αυτόν ημέρα ανικανότητος προς εργασίαν εφ’ όσον η τοιαύτη ημέρα εμπίπτει εις το τμήμα της περιόδου διακοπής της απασχολήσεως, όπερ έπεται της εξαντλήσεως του δικαιώματος αυτού επί επιδόματος ασθενείας: Νοείται ότι δεν πιστούνται δυνάμει της παραγράφου (ε) ή (στ) του παρόντος εδαφίου ασφαλιστέαι αποδοχαί διά περίοδον πέραν των εξ μηνών δι’ εκάστην περίοδον διακοπής της απασχολήσεως.
(2)Υπέρ ησφαλισμένου όστις κατά την ορισθείσαν ημερομηνίαν είναι ηλικίας μεταξύ πεντήκοντα και εξήκοντα τριών ετών, πιστούνται ασφαλιστέαι αποδοχαί εις το ανώτερον τμήμα ασφαλιστέων αποδοχών δι’ εκάστην εβδομάδα κατά την οποίαν κατεβλήθη υπ’ αυτού ή επιστώθη υπέρ αυτού εισφορά δυνάμει του καταργηθέντος Νόμου, η οποία εμπίπτει εις το διάστημα το περιλαμβανόμενον μεταξύ της ημερομηνίας της συμπληρώσεως υπ’ αυτού της ηλικίας των πεντήκοντα ετών και της ορισθείσης ημερομηνίας.
(3)Σε περίπτωση ασφαλισμένου που δικαιούται σύνταξη ανικανότητας σύμφωνα με το άρθρο 38, ασφαλισμένου που δικαιούται σύνταξη γήρατος σύμφωνα με το άρθρο 36Α πριν από την ηλικία των εξήντα τριών ετών, ή θανάτου ασφαλισμένου ηλικίας κάτω των εξήντα τριών ετών του οποίου ο θάνατος παρέχει δικαίωμα για περιοδική παροχή πιστώνονται υπέρ του ασφαλισμένου ασφαλιστέες αποδοχές στο ανώτερο τμήμα ασφαλιστέων αποδοχών για κάθε εβδομάδα που περιλαμβάνεται στο χρονικό διάστημα μεταξύ της σχετικής ημερομηνίας και της ημερομηνίας κατά την οποία ο ασφαλισμένος θα συμπληρώσει ή θα συμπλήρωνε την ηλικία των εξήντα τριών ετών: Νοείται ότι το άθροισμα των ασφαλιστέων αποδοχών που πιστώνονται με βάση το εδάφιο αυτό και των πληρωθεισών ή πιστωθεισών ασφαλιστέων αποδοχών του ασφαλισμένου στο ανώτερο τμήμα ασφαλιστέων αποδοχών δε δύναται σε καμιά περίπτωση να είναι μεγαλύτερο από σαράντα φορές τη διαφορά μεταξύ του ετήσιου ανώτατου ορίου ασφαλιστέων αποδοχών και του ετήσιου ποσού των βασικών ασφαλιστέων αποδοχών.
(4)Κάθε ασφαλισμένη που συμπληρώνει τη συντάξιμη ηλικία μετά την 31η Δεκεμβρίου 1992 πιστώνεται με αποδοχές για οποιαδήποτε εβδομάδα εισφορών η οποία περιλαμβάνεται στο χρονικό διάστημα των πρώτων δώδεκα ετών της ηλικίας κάθε τέκνου της εφόσο για την ίδια εβδομάδα δεν έχει πληρωθείσες ή πιστωθείσες ασφαλιστέες αποδοχές. Ο αριθμός των εβδομάδων εισφορών για τις οποίες πιστώνονται αποδοχές δυνάμει του εδαφίου αυτού δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τις 156 για κάθε τέκνο.
(5)Ασφαλισμένος πιστώνεται με ασφαλιστέες αποδοχές για την περίοδο που απουσιάζει από την εργασία του με γονική άδεια. 41/1980 17/1990 98(I)/1992 71(I)/2002 Ποσόν πιστουμένων ασφαλιστέων αποδοχών 19.-
(1)Το ποσό των ασφαλιστέων αποδοχών που πιστώνονται για κάθε εβδομάδα σύμφωνα με τις παραγράφους (α), (β), (ε) και (στ) του εδαφίου
(1)και τα εδάφια
(4)και
(5)του άρθρου 18 είναι ίσο με το εβδομαδιαίο ποσό των βασικών ασφαλιστέων αποδοχών· για περίοδο μικρότερη της εβδομάδας πιστώνεται το ανάλογο ποσό: Νοείται ότι το άθροισμα των αποδοχών που πιστώνονται για κάθε έτος εισφορών σύμφωνα με την παράγραφο (α) του εδαφίου
(1)και το εδάφιο
(4)του άρθρου 18 και των πληρωθεισών ή πιστωθεισών ασφαλιστέων αποδοχών του ασφαλισμένου ή της ασφαλισμένης κατά το εν λόγω έτος εισφορών δε δύναται να υπερβαίνει το ετήσιο ποσό των βασικών ασφαλιστέων αποδοχών.
(2)Το ποσόν των ασφαλιστέων αποδοχών, το πιστούμενον δι’ εκάστην εβδομάδα δυνάμει της παραγράφου (γ) του εδαφίου
(1)του άρθρου 18, είναι ίσον προς τον εβδομαδιαίον μέσον όρον των πληρωθεισών και πιστωθεισών ασφαλιστέων αποδοχών επί του οποίου υπελογίσθη το ύψος της σχετικής παροχής ήτις κατεβλήθη προς τον ησφαλισμένον, δι’ οιανδήποτε δε περίοδον μικροτέραν της εβδομάδος πιστούται το ανάλογον ποσόν: Νοείται ότι εν ουδεμιά περιπτώσει το δι’ εκάστην εβδομάδα πιστούμενον ποσόν δύναται να είναι μικρότερον του εβδομαδιαίου ποσού των βασικών ασφαλιστέων αποδοχών: Νοείται περαιτέρω ότι το άθροισμα των δι’ εκάστην εβδομάδα πιστουμένων ασφαλιστέων αποδοχών και του ποσού των υπό του ησφαλισμένου πληρωθεισών ασφαλιστέων αποδοχών δεν δύναται να υπερβαίνη τον εβδομαδιαίον μέσον όρον των πληρωθεισών και πιστωθεισών ασφαλιστέων αποδοχών επί του οποίου υπελογίσθη το ύψος της σχετικής παροχής. (2Α) Διά τους σκοπούς της παραγράφου (δ) του εδαφίου
(1)του άρθρου 18, ο ησφαλισμένος πιστούται δι’ εκάστην εβδομάδα εισφορών διά την οποίαν δικαιούται εις σύνταξιν ανικανότητος διά τόσων ασφαλιστικών μονάδων όσον είναι το άθροισμα των ασφαλιστικών μονάδων αι οποίαι αντιστοιχούσιν εις τον εβδομαδιαίον μέσον όρον ασφαλιστέων αποδοχών του, ως ούτος υπελογίσθη δυνάμει της υποπαραγράφου (β) της παραγράφου
(2)του Τρίτου Πίνακος και του εδαφίου
(4)του παρόντος άρθρου, εν ουδεμιά, όμως, περιπτώσει η πίστωσις δύναται να είναι μικροτέρα της μονάδος. Διά περίοδον μικροτέραν της εβδομάδος η πίστωσις μειούται αναλόγως: Νοείται ότι όταν η καταβαλλομένη σύνταξις ανικανότητος είναι διά μερικήν ανικανότητα προς εργασίαν ο πιστούμενος αριθμός ασφαλιστικών μονάδων μειούται λαμβανομένης υπ’ όψιν της σχέσεως του ποσοστού συντάξεως ανικανότητος προς εκατόν: Νοείται περαιτέρω ότι εν ουδεμιά περιπτώσει η πίστωσις δύναται να είναι μικροτέρα της μιας ασφαλιστικής μονάδος: Νοείται έτι περαιτέρω ότι το άθροισμα των διά του παρόντος εδαφίου πιστουμένων ασφαλιστικών μονάδων και τυχόν ασφαλιστικών μονάδων λόγω πληρωθεισών ασφαλιστέων αποδοχών ή πιστωθεισών ασφαλιστέων αποδοχών δυνάμει ετέρας διατάξεως του παρόντος Νόμου, δεν δύναται να υπερβαίνη τον αριθμόν των ασφαλιστικών μονάδων διά του οποίου θα επιστούτο ο ησφαλισμένος εάν εδικαιούτο συντάξεως ανικανότητος δι’ ολικήν απώλειαν της ικανότητος προς το κερδίζειν. (2Β) Αι διατάξεις του εδαφίου (2Α) εφαρμόζονται επί παροχών των οποίων η σχετική ημερομηνία έπεται της 31ης Μαρτίου, 1983.
(3)Το ποσόν των ασφαλιστέων αποδοχών, το πιστούμενον δι’ εκάστην εβδομάδα δυνάμει του εδαφίου
(2)του άρθρου 18, είναι ίσον προς τον εβδομαδιαίον μέσον όρον των πληρωθεισών και πιστωθεισών ασφαλιστέων αποδοχών εις το ανώτερον τμήμα ασφαλιστέων αποδοχών του ησφαλισμένου διά την περίοδον από της ορισθείσης ημερομηνίας μέχρι της τελευταίας εβδομάδος προ της εβδομάδος ήτις περιλαμβάνει την σχετικήν ημερομηνίαν: Νοείται ότι εν ουδεμιά περιπτώσει το καθ’ εκάστην εβδομάδα πιστούμενον ποσόν δύναται να υπερβαίνει το διπλάσιον του εβδομαδιαίου ποσού των βασικών ασφαλιστέων αποδοχών.
(4)Το ποσόν των ασφαλιστέων αποδοχών, το πιστούμενον δι’ εκάστην εβδομάδα δυνάμει του εδαφίου
(3)του άρθρου 18, είναι ίσον προς τον εβδομαδιαίον μέσον όρον των πληρωθεισών και πιστωθεισών ασφαλιστέων αποδοχών εις το ανώτερον τμήμα ασφαλιστέων αποδοχών του ησφαλισμένου διά την περίοδον από της ορισθείσης ημερομηνίας ή από της ενάρξεως του έτους εισφορών εντός του οποίου ο ησφαλισμένος συνεπλήρωσε την ηλικίαν των δέκα εξ ετών, εάν αύτη είναι μεταγενεστέρα της ορισθείσης ημερομηνίας, μέχρι της τελευταίας εβδομάδος προ της σχετικής ημερομηνίας: Νοείται ότι, εάν η τοιαύτη περίοδος είναι μεγαλυτέρα των πέντε ετών λαμβάνεται υπ’ όψιν η αμέσως προ της εβδομάδος της σχετικής ημερομηνίας περίοδος πέντε ετών εφ’ όσον τούτο είναι ευεργετικώτερον, διά τον ησφαλισμένον: Νοείται περαιτέρω ότι εις περίπτωσιν ησφαλισμένου ο οποίος συμπληροί την ηλικίαν των είκοσι πέντε ετών μετά την ορισθείσαν ημερομηνίαν, λαμβάνεται υπ’ όψιν, εφ’ όσον τούτο είναι ευεργετικώτερον διά τον ησφαλισμένον η περίοδος από της ημερομηνίας της υπ’ αυτού συμπληρώσεως της ηλικίας των είκοσι πέντε ετών μέχρι της τελευταίας εβδομάδος προ της σχετικής ημερομηνίας, εάν δε αύτη είναι μικροτέρα των πέντε ετών, η περίοδος των πέντε ετών προ της εν λόγω εβδομάδος. 41/1980 11/1983 116/1985 96/1989 98(I)/1992 71(I)/2002 Μετατροπή πληρωθεισών και πιστωθεισών ασφαλιστέων αποδοχών εις ασφαλιστικάς μονάδας 20.-
(1)Αι καθ’ έκαστον έτος εισφορών πληρωθείσαι υπό και πιστωθείσαι υπέρ ησφαλισμένου ασφαλιστέαι αποδοχαί μετατρέπονται εις ασφαλιστικάς μονάδας διά της διαιρέσεως του ολικού ποσού των τοιούτων πληρωθεισών και πιστωθεισών αποδοχών διά του ποσού των κατά το επόμενον έτος εισφορών ετησίων βασικών ασφαλιστέων αποδοχών, στρογγυλευομένου του πηλίκου της τοιαύτης διαιρέσεως εις το πλησιέστερον εκατοστόν: Νοείται ότι διά τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, το δι’ εκάστην εβδομάδα εισφορών πιστωθέν ποσόν ασφαλιστέων αποδοχών δεν δύναται να είναι κατώτερον του εβδομαδιαίου ποσού των βασικών ασφαλιστέων αποδοχών του επομένου έτους εισφορών: Νοείται περαιτέρω ότι προς εξεύρεσιν των ασφαλιστικών μονάδων του έτους εισφορών 1982 και 1983, το ποσόν των υπέρ ησφαλισμένου πιστωθεισών ασφαλιστέων αποδοχών, των χορηγηθεισών αναφορικώς προς το έτος 1982 και την περίοδον από 1ης Ιανουαρίου 1983 μέχρι της 3ης Απριλίου 1983 δυνάμει της παραγράφου (γ) του εδαφίου
(1)του άρθρου 18 εάν μεν είναι χαμηλότερον του ποσού των £17.500 μιλς την εβδομάδα λογίζεται ως ίσον προς το ποσόν των £19.600 μιλς την εβδομάδα, εάν δε είναι ίσον ή μεγαλύτερον του ποσού των £17.500 μιλς την εβδομάδα, αναπροσαρμόζεται διά του πολλαπλασιασμού αυτού επί τον συντελεστήν 1.12. Διά τους σκοπούς μετατροπής των πληρωθεισών και πιστωθεισών ασφαλιστέων αποδοχών εις ασφαλιστικάς μονάδας διά το έτος εισφορών 1982, το ποσόν των ετησίων βασικών ασφαλιστέων αποδοχών διά το έτος εισφορών 1983 καθορίζεται εις £1,019.200 μιλς.
(2)Αι καθ’ έκαστον έτος καταβληθείσαι υπό ή πιστωθείσαι υπέρ ησφαλισμένου εισφοραί δυνάμει του καταργηθέντος Νόμου μετατρέπονται εις ασφαλιστικάς μονάδας διά της διαιρέσεως διά του αριθμού 52 του γινομένου του αριθμού των ως είρηται εισφορών επί τον αριθμόν 1.04.
(3)Προκειμένου περί συντάξεως γήρατος, συντάξεως ανικανότητος και συντάξεως χηρείας, αι ασφαλιστικαί μονάδες διά την προ της ορισθείσης ημερομηνίας περίοδον, η οποία λαμβάνεται υπ’ όψιν διά τον υπολογισμόν του εβδομαδιαίου μέσου όρου ασφαλιστέων αποδοχών, εξευρίσκονται διά του πολλαπλασιασμού του ολικού αριθμού των εβδομάδων εισφορών αναφορικώς προς τας οποίας κατεβλήθησαν ή επιστώθησαν εισφοραί εντός της ως είρηται περιόδου, επί 0.02.
(4)Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(2)του άρθρου 18 ησφαλισμένος δεν δύναται να έχη πέραν της μιας ασφαλιστικής μονάδος δι’ οιονδήποτε έτος εισφορών προ της ορισθείσης ημερομηνίας.
(5)H πρώτη ασφαλιστική μονάς ή μέρος αυτής αποτελεί το κατώτερον τμήμα των πληρωθεισών και πιστωθεισών ασφαλιστέων αποδοχών του ησφαλισμένου κατά το υπό αναφοράν έτος εισφορών, οιαδήποτε δε μονάς ή μέρος μονάδος πέραν της πρώτης αποτελεί το ανώτερον τμήμα των πληρωθεισών και πιστωθεισών ασφαλιστέων αποδοχών αυτού διά το έτος τούτο: Νοείται ότι διά το πρώτον έτος εισφορών οιονδήποτε ποσόν πληρωθεισών και πιστωθεισών ασφαλιστέων αποδοχών ησφαλισμένου διά την περίοδον από της ορισθείσης ημερομηνίας μέχρι τέλους του ως είρηται έτους εισφορών υπερβαίνον το γινόμενον του εβδομαδιαίου ποσού των βασικών ασφαλιστέων αποδοχών επί τον αριθμόν των εβδομάδων των εμπιπτουσών εις την ως είρηται περίοδον κατανέμεται εις το ανώτερον τμήμα ασφαλιστέων αποδοχών: Νοείται περαιτέρω ότι οσάκις λαμβάνεται υπ’ όψιν περίοδος μικροτέρα ενός έτους εισφορών, το ποσόν των πληρωθεισών και πιστωθεισών ασφαλιστέων αποδοχών του ησφαλισμένου κατά την μικροτέραν αυτήν περίοδον το μη υπερβαίνον το γινόμενον του εβδομαδιαίου ποσού των βασικών ασφαλιστέων αποδοχών επί του αριθμού των εβδομάδων των εμπιπτουσών εντός της περιόδου ταύτης κατανέμεται εις το κατώτερον τμήμα ασφαλιστέων αποδοχών, οιονδήποτε δε υπόλοιπον εις το ανώτερον τμήμα ασφαλιστέων αποδοχών. 41/1980 11/1983 7/1984 Αναπροσαρμογή του ποσού των ασφαλιστέων αποδοχών 21. Μετά την πάροδον δύο ετών από της ορισθείσης ημερομηνίας και μετέπειτα κατ’ έτος, διεξάγεται έρευνα, κατόπιν διαβουλεύσεων μετά του διά του άρθρου 68 ιδρυομένου Συμβουλίου Κοινωνικών Ασφαλίσεων, επί του ύψους των μισθών και ημερομισθίων και των άλλων εισοδημάτων, καθ’ ο μέτρον τούτο είναι δυνατόν, εάν δε αύτη καταδείξη αύξησιν του γενικού επιπέδου των μισθών και ημερομισθίων και των άλλων εισοδημάτων κατά ποσοστόν 5% τουλάχιστον αφ’ ης τελευταίως καθωρίσθησαν το ποσόν των βασικών ασφαλιστέων αποδοχών και το ανώτατον όριον ασφαλιστέων αποδοχών, τα ως είρηται ποσόν και όριον αναπροσαρμόζονται από καθωρισμένης ημερομηνίας συμφώνως προς την τοιαύτην αύξησιν και την ως αποτέλεσμα ταύτης υπολογιζομένην να προκύψη αύξησιν των ασφαλιστέων αποδοχών: Νοείται ότι τοιαύτη αναπροσαρμογή δύναται κατά την κρίσιν του Υπουργού να γίνη έστω και εάν η ως είρηται αύξησις είναι μικροτέρα του ποσοστού των 5%. 41/1980 11/1983 116/1985 ΜΕΡΟΣ ΙΙΙ ΠΑΡΟΧΑΙ ΠΛΗΝ ΤΩΝ ΛΟΓΩ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΩΝ ΒΛΑΒΩΝ Είδη παροχών 22.-
(1)Αι δυνάμει του παρόντος Μέρους παροχαί είναι αι ακόλουθοι:- (α) Περιοδικώς καταβαλλόμεναι παροχαί- (
  1. i)επίδομα μητρότητος (
  2. ii)επίδομα ασθενείας (iii) επίδομα ανεργίας (
  3. iv)σύνταξις γήρατος (
  4. v)σύνταξις ανικανότητος (
  5. vi)σύνταξις χηρείας (vii) επίδομα ορφανίας (viii) επίδομα αγνοουμένου˙ (β) Παροχαί καταβαλλόμεναι εφ’ άπαξ- (
  6. i)βοήθημα γάμου (
  7. ii)βοήθημα τοκετού (iii) βοήθημα κηδείας.
(2)Άπασαι αι περιοδικώς καταβαλλόμεναι παροχαί περιλαμβάνουν βασικήν παροχήν και συμπληρωματικήν παροχήν. 41/1980 Μετατροπή ασφαλιστικών μονάδων εις πληρωθείσας και πιστωθείσας ασφαλιστέας αποδοχάς
  1. Διά σκοπούς παροχών αι καθ’ έκαστον έτος εισφορών ασφαλιστικαί μονάδες ησφαλισμένου μετατρέπονται εις πληρωθείσας και πιστωθείσας ασφαλιστέας αποδοχάς διά του πολλαπλασιασμού εκάστης ασφαλιστικής μονάδος επί το ετήσιον ποσόν των βασικών ασφαλιστέων αποδοχών, το ισχύον κατά την σχετικήν ημερομηνίαν: Νοείται ότι οσάκις η σχετική ημερομηνία έπεται της 31ης Μαρτίου 1983, αι ασφαλιστικαί μονάδες του έτους εισφορών 1981 αι αντιστοιχούσαι προς πληρωθείσας ασφαλιστέας αποδοχάς, αναπροσαρμόζονται διά του πολλαπλασιασμού αυτών επί τον συντελεστήν 0.
  2. Νοείται περαιτέρω ότι προκειμένου περί επιδόματος μητρότητος, ασθενείας, ανεργίας ή σωματικής βλάβης, η ως είρηται μετατροπή γίνεται εν αναφορά προς το ποσόν των βασικών ασφαλιστέων αποδοχών επί τη βάσει του οποίου υπελογίσθησαν αι ασφαλιστικαί μονάδες του έτους εισφορών το οποίον λαμβάνεται υπ’ όψιν διά τον καθορισμόν του ύψους του επιδόματος. 41/1980 11/1983 10/1985 Προϋποθέσεις εισφοράς
  3. Αι προϋποθέσεις εισφοράς αναφορικώς προς τας εν τω άρθρω 22 αναφερομένας παροχάς εκτίθενται εις τον Τρίτον Πίνακα. 41/1980 Υπολογισμός πληρωθεισών και πιστωθεισών ασφαλιστέων αποδοχών διά σκοπούς παροχών 25.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 20 και του εδαφίου
(5)του παρόντος άρθρου, προς τον σκοπόν καθορισμού του δικαιώματος προσώπου τινός εις παροχήν- (α) εισφοραί καταβληθείσαι υπό τέως ησφαλισμένου ή πιστωθείσαι υπέρ αυτού προ της ορισθείσης ημερομηνίας λογίζονται ως πληρωθείσαι ή πιστωθείσαι ασφαλιστέαι αποδοχαί δυνάμει του παρόντος Νόμου ήτοι- (
  1. i)εισφοραί καταβληθείσαι αναφορικώς προς την απασχόλησιν μισθωτού προ της ορισθείσης ημερομηνίας λογίζονται ως πληρωθείσαι ασφαλιστέαι αποδοχαί δυνάμει του άρθρου 4, (
  2. ii)εισφοραί καταβληθείσαι δυνάμει του άρθρου 9Α του καταργηθέντος Νόμου λογίζονται ως εισφοραί καταβληθείσαι δυνάμει του άρθρου 7 του παρόντος Νόμου, (iii) εισφοραί καταβληθείσαι υπό αυτοτελώς εργαζομένου προ της ορισθείσης ημερομηνίας λογίζονται ως πληρωθείσαι ασφαλιστέαι αποδοχαί δυνάμει του άρθρου 12, (
  3. iv)εισφοραί καταβληθείσαι προ της ορισθείσης ημερομηνίας δυνάμει πιστοποιητικού προαιρετικής ασφαλίσεως λογίζονται ως πληρωθείσαι ασφαλιστέαι αποδοχαί δυνάμει του άρθρου 15, (
  4. v)εισφοραί πιστωθείσαι δυνάμει οιασδήποτε διατάξεως εν ισχύϊ προ της ορισθείσης ημερομηνίας λογίζονται ως πιστωθείσαι ασφαλιστέαι αποδοχαί δυνάμει της αντιστοίχου διατάξεως του άρθρου 18, (
  5. vi)εισφοραί πιστωθείσαι υπέρ οιουδήποτε προσώπου δυνάμει του καταργηθέντος Νόμου δι’ υπηρεσίαν εις την Εθνικήν Φρουράν δυνάμει των περί Εθνικής Φρουράς Νόμων του 1964 έως 1979, υπολογίζονται ως πιστωθείσαι ασφαλιστέαι αποδοχαί, (vii) εισφοραί πιστωθείσαι δυνάμει του εδαφίου
(2)του άρθρου 10 του καταργηθέντος Νόμου υπολογίζονται μόνον καθ’ όσον αφορά εις σύνταξιν γήρατος, σύνταξιν ανικανότητος, σύνταξιν χηρείας ή επίδομα αγνοουμένου· (β) εισφορές που καταβλήθηκαν σύμφωνα με το άρθρο 7 λογίζονται- (
  1. i)ως πιστωθείσες ασφαλιστέες αποδοχές για όλες τις παροχές· (
  2. ii)ως πληρωθείσες ασφαλιστέες αποδοχές δυνάμει του άρθρου 4, για σκοπούς σύνταξης ανικανότητας, σύνταξης χηρείας και επιδόματος ορφανίας όταν η ανικανότητα ή ο θάνατος δεν προκλήθηκε ως εκ της υπηρεσίας στην Εθνική Φρουρά· και (iii) ως πληρωθείσες ασφαλιστέες αποδοχές δυνάμει του άρθρου 4 για σκοπούς επιδόματος ασθένειας όταν η ανικανότητα προς εργασία προκαλείται από ατύχημα που συμβαίνει κατά τους πρώτους έξι μήνες από τη συμπλήρωση της αναφερόμενης στο άρθρο 7 υπηρεσίας. (γ) πληρωθείσαι ασφαλιστέαι αποδοχαί δυνάμει του άρθρου 12 δεν υπολογίζονται καθ’ όσον αφορά εις επίδομα ανεργίας. (δ) πληρωθείσαι ασφαλιστέαι αποδοχαί δυνάμει του άρθρου 15 δεν υπολογίζονται καθ’ όσον αφορά εις επίδομα μητρότητος, επίδομα ασθενείας, επίδομα ανεργίας ή σύνταξιν ανικανότητος: Νοείται ότι η παρούσα παράγραφος δεν εφαρμόζεται επί πληρωθεισών ασφαλιστέων αποδοχών δυνάμει πιστοποιητικού προαιρετικής ασφαλίσεως εκδοθέντος συμφώνως προς την παράγραφον (γ) του εδαφίου
(1)του άρθρου 15· Νοείται περαιτέρω ότι διά σκοπούς συντάξεως ανικανότητος ασφαλιστέαι αποδοχαί πληρωθείσαι δυνάμει των παραγράφων (α) και (β) του εδαφίου
(1)του άρθρου 15 λαμβάνονται υπ’ όψιν διά σκοπούς υπολογισμού του ύψους της συντάξεως. (ε) ασφαλιστέαι αποδοχαί πιστωθείσαι δυνάμει της παραγράφου (β) του εδαφίου
(1)του άρθρου 18 δεν υπολογίζονται καθ’ όσον αφορά εις σύνταξιν γήρατος, σύνταξιν ανικανότητος, σύνταξιν χηρείας ή επίδομα αγνοουμένου· (στ) ασφαλιστέες αποδοχές που πιστώθηκαν δυνάμει των εδαφίων
(2)και
(4)του άρθρου 18 λαμβάνονται υπόψη μόνο για σκοπούς σύνταξης γήρατος, σύνταξης ανικανότητας, σύνταξης χηρείας, επιδόματος αγνοουμένου ή επιδόματος ορφανίας· και (ζ) ασφαλιστέαι αποδοχαί πιστωθείσαι δυνάμει του εδαφίου
(3)του άρθρου 18 υπολογίζονται μόνον καθ’ όσον αφορά εις σύνταξιν ανικανότητος, σύνταξιν χηρείας, επίδομα αγνοουμένου ή επίδομα ορφανίας· (η) δεν λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς σύνταξης γήρατος, για περίοδο πέραν των έξι
(6)ετών, πιστωθείσες ασφαλιστέες αποδοχές δυνάμει της παραγράφου (α) του εδαφίου 1 του άρθρου 18 του παρόντος Νόμου και του δυνάμει αυτού καταργηθέντα νόμου.
(2)Ασφαλιστέαι αποδοχαί επί των οποίων κατεβλήθησαν εισφοραί μετά την ημέραν καθ’ ην επισυνέβη το γεγονός διά το οποίον απαιτείται χορήγησις παροχής τινος και αναφερόμεναι εις περίοδον εισφορών προηγουμένην της ως είρηται ημέρας λογίζονται ως πληρωθείσαι ασφαλιστέαι αποδοχαί προ της ημέρας ταύτης- (α) εάν μεν πρόκειται περί ασφαλιστέων αποδοχών επί των οποίων είναι καταβλητέαι δυνάμει του άρθρου 4 εισφοραί ανεξαρτήτως του χρόνου καταβολής των εισφορών· (β) εάν δε πρόκειται περί ασφαλιστέων αποδοχών επί των οποίων είναι καταβλητέαι εισφοραί δυνάμει του άρθρου 12 ή του άρθρου 15, εφ’ όσον αι εισφοραί κατεβλήθησαν εντός της δυνάμει των Κανονισμών οριζομένης προθεσμίας διά την καταβολήν των δυνάμει του άρθρου 12 καταβλητέων εισφορών.
(3)Προκειμένου περί παροχής χορηγουμένης ένεκα του θανάτου του ησφαλισμένου, αι διατάξεις του εδαφίου
(2)εφαρμόζονται και επί ασφαλιστέων αποδοχών επί των οποίων είναι καταβλητέαι εισφοραί δυνάμει του άρθρου 12 μετά την παρέλευσιν της εν τη παραγράφω (β) του ως είρηται εδαφίου αναφερομένης προθεσμίας, εάν αι εισφοραί επί των τοιούτων ασφαλιστέων αποδοχών κατεβλήθησαν ουχί αργότερον των εξ μηνών από του τοιούτου θανάτου και αναφέρωνται εις περίοδον εισφορών αρχομένην ουχί ενωρίτερον της πρώτης ημέρας του τελευταίου συμπεπληρωμένου έτους εισφορών προ του θανάτου του ησφαλισμένου: Νοείται ότι η καταβολή οιασδήποτε παροχής δυνάμει ασφαλιστέων αποδοχών επί των οποίων εφαρμόζονται αι διατάξεις του παρόντος εδαφίου άρχεται από της ημερομηνίας καταβολής των εισφορών επί των τοιούτων ασφαλιστέων αποδοχών.
(4)Εκάστη εβδομαδιαία εισφορά καταβληθείσα δυνάμει του άρθρου 7 λογίζεται ως καταβληθείσα επί ασφαλιστέων αποδοχών ίσων προς το εβδομαδιαίον ποσόν των βασικών ασφαλιστέων αποδοχών.
(5)Διά τους σκοπούς χορηγήσεως συντάξεως ανικανότητος, συντάξεως χηρείας, συντάξεως γήρατος και επιδόματος αγνοουμένου, εισφορά καταβληθείσα ή πιστωθείσα προ της 5ης Οκτωβρίου, 1964 δεν υπολογίζεται, εκτός εάν ο αιτών καθίσταται διά του υπολογισμού ταύτης δικαιούχος εις την παροχήν ή εις ηυξημένην τοιαύτην. 41/1980 11/1983 116/1985 96/1989 98(I)/1992 22(I)/2009 Ασφαλιστέαι αποδοχαί επί των οποίων είναι καταβλητέαι εισφοραί λογιζόμεναι ως πληρωθείσαι 26.-
(1)Προς τον σκοπόν καθορισμού του δικαιώματος προσώπου τινός προς παροχήν, ασφαλιστέαι αποδοχαί επί των οποίων ο εργοδότης παραλείπει να καταβάλη κατά παράβασιν των διατάξεων του παρόντος Νόμου εισφοράς λογίζονται ως πληρωθείσαι ασφαλιστέαι αποδοχαί, εφ’ όσον η υποχρέωσις του εργοδότου προς καταβολήν εισφορών επί των τοιούτων ασφαλιστέων αποδοχών διεπιστώθη από το Διευθυντή ο οποίος εκδίδει σχετική απόφαση.
(2)Αι διατάξεις του εδαφίου
(2)του άρθρου 25 εφαρμόζονται, τηρουμένων των αναλογιών, και επί ασφαλιστέων αποδοχών λογιζομένων ως πληρωθεισών δυνάμει του παρόντος άρθρου. 41/1980 18(I)/1995 Ποσόν και ύψος παροχών 27.-
(1)Το ποσόν των βοηθημάτων γάμου, τοκετού και κηδείας εμφαίνεται εις το Μέρος Ι του Τετάρτου Πίνακος.
(2)Το εβδομαδιαίον ύψος των επιδομάτων ασθενείας και ανεργίας εξευρίσκεται ως καθορίζεται εις το Μέρος ΙΙ του Τετάρτου Πίνακος, του δε επιδόματος μητρότητος ως καθορίζεται εις το Μέρος ΙΙΑ του αυτού Πίνακος.
(3)Το εβδομαδιαίον ύψος των συντάξεων γήρατος, ανικανότητος και χηρείας εξευρίσκεται ως καθορίζεται εις το Μέρος ΙΙΙ του Τετάρτου Πίνακος.
(4)Το εβδομαδιαίον ύψος του επιδόματος ορφανίας εξευρίσκεται ως καθορίζεται εις το Μέρος IV του Τετάρτου Πίνακος. 41/1980 11/1983 7/1984 116/1985 Βοήθημα γάμου 28. Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Νόμου, κάθε πρόσωπο συνερχόμενο σε γάμο δικαιούται, από κοινού με το σύζυγο ή τη σύζυγο, σε βοήθημα γάμου εφόσον κατά τη σύναψη του γάμου ο σύζυγος ή η σύζυγος πληροί τις σχετικές προϋποθέσεις εισφοράς: Νοείται ότι καθένας από τους συζύγους δικαιούται το 1/2 του ποσού. 41/1980 51(I)/2001 Βοήθημα τοκετού 29.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Νόμου, γυνή τεκούσα τέκνον δικαιούται εις βοήθημα τοκετού- (α) εάν κατά την ημερομηνίαν του τοκετού αύτη ή ο σύζυγος αυτής πληροί τας σχετικάς προϋποθέσεις εισφοράς~ ή (β) εάν η απαίτησις προβάλλεται αναφορικώς προς το μετά θάνατον του συζύγου αυτής γεννηθέν τέκνον αυτού, εφ’ όσον ούτος κατά τον χρόνον του θανάτου του επλήρου τας σχετικάς προϋποθέσεις εισφοράς: Νοείται ότι αύτη δεν δικαιούται εις βοήθημα τοκετού δυνάμει αμφοτέρων των ασφαλίσεων, ήτοι τόσον της ιδίας αυτής ασφαλίσεως όσον και της του συζύγου αυτής.
(2)Γυνή τεκούσα δίδυμα ή μείζονα αριθμόν τέκνων, δικαιούται εις βοήθημα τοκετού, δι’ έκαστον εξ αυτών εφ’ όσον πληροί τας προϋποθέσεις εισφοράς αναφορικώς προς τον τοκετόν. 41/1980 Επίδομα μητρότητος 30.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Νόμου, γυνή τις δικαιούται εις επίδομα μητρότητος εάν- (α) πιστοποιηθή παρ’ οιουδήποτε ιατρού ότι δέον να αναμένηται ο τοκετός αυτής εν τινι εβδομάδι καθοριζομένη εν τω πιστοποιητικώ (εν τοις εφεξής αναφερομένης ως “η εβδομάς αναμενομένου τοκετού”), εφ’ όσον δεν υπερβαίνει τας οκτώ εβδομάδας από της εβδομάδος καθ’ ην εξεδόθη το πιστοποιητικόν ή είτε η ίδια είτε ο σύζυγος της έχει υιοθετήσει τέκνο μέσα στα δώδεκα πρώτα έτη από τη γέννηση του˙ (β) πληροί τας σχετικάς προϋποθέσεις εισφοράς: Νοείται ότι- (
  1. i)γυνή τις δεν δικαιούται εις επίδομα μητρότητος δι’ οιονδήποτε χρονικόν διάστημα καθ’ ο λαμβάνει πλήρεις αποδοχάς παρά του εργοδότου αυτής˙ (
  2. ii)οσάκις ο εργοδότης καταβάλλη μέρος μόνον των αποδοχών, το επίδομα μητρότητος μειούται κατά τοσούτον ποσόν ώστε προστιθέμενον εις το καταβαλλόμενον μέρος των αποδοχών να μην υπερβαίνη το πλήρες ποσόν των τοιούτων αποδοχών.
(2)Τηρουμένων των εν τοις εφεξής αναφερομένων διατάξεων του παρόντος άρθρου, επίδομα μητρότητος καταβάλλεται διά χρονικόν διάστημα δεκαοκτώ εβδομάδων, αρχόμενον οιανδήποτε εβδομάδα από της έκτης μέχρι και της δευτέρας εβδομάδος προ της εβδομάδος του αναμενομένου τοκετού: Νοείται ότι- (α) εάν η δικαιουμένη εις επίδομα μητρότητος γυνή αποβιώση, ουδέν επίδομα καταβάλλεται διά το μετά τον θάνατον αυτής χρονικόν διάστημα˙ (β) εάν ο τοκετός επισυμβή μετά την εβδομάδα του αναμενομένου τοκετού, τηρουμένης της προηγουμένης επιφυλάξεως, το χρονικόν διάστημα διά το οποίον καταβάλλεται το επίδομα αυξάνεται κατά τον αριθμόν των εβδομάδων αι οποίαι μεσολαβούν μεταξύ της εβδομάδος του αναμενομένου τοκετού και της εβδομάδος εντός της οποίας επισυνέβη ο τοκετός˙ (γ) Σε περίπτωση που το επίδομα μητρότητας αποκτάται λόγω υιοθεσίας τέκνου το επίδομα καταβάλλεται για δεκαέξι εβδομάδες από την εβδομάδα της υιοθεσίας.
(3)Οσάκις προκύπτη ζήτημα περί την ορθότητα του πιστοποιητικού δυνάμει του οποίου γυνή τις προβάλλει απαίτησιν δι’ επίδομα μητρότητος ή δικαιούται τούτου, εκτός εάν επισυνέβη ήδη ο τοκετός, αύτη δύναται να κληθή όπως υποβληθή εις ιατρικήν εξέτασιν διά την έκδοσιν νέου πιστοποιητικού, εν η δε περιπτώσει ήθελε προκύψει διαφορά μεταξύ του αρχικού πιστοποιητικού και του νέου τοιούτου, το προς λήψιν επιδόματος μητρότητος δικαίωμα αυτής δύναται να καθορισθή ως εάν το αρχικόν πιστοποιητικόν συμφωνή μετά του νέου τοιούτου.
(4)Εάν γυνή τις- (α) έτεκε τέκνον χωρίς προηγουμένως να προβάλη απαίτησιν δι’ επίδομα μητρότητος εν όψει του αναμενομένου τοκετού˙ και (β) ακολούθως προβάλη απαίτησιν δι’ επίδομα μητρότητος λόγω του επισυμβάντος τοκετού, το εις επίδομα μητρότητος δικαίωμα αυτής καθορίζεται ως εάν η εβδομάς του αναμενομένου τοκετού ήτο η εβδομάς καθ’ ην επισυνέβη ο τοκετός. 41/1980 68/1988 96/1989 136/1989 98(I)/1992 55(I)/1996 84(I)/1998 2(I)/2001 110(I)/2007 9(I)/2008 Έκπτωσις εκ του προς λήψιν επιδόματος μητρότητος δικαιώματος 31. Γυνή τις εκπίπτει του προς λήψιν επιδόματος μητρότητος δικαιώματος- (α) εάν καθ’ ον χρόνον είναι καταβλητέον το επίδομα μητρότητος εργάζηται ως μισθωτή ή αυτοτελώς εργαζομένη, διά τοσούτο διάστημα του εν λόγω χρόνου ως ο εξεταστής απαιτήσεων ήθελεν ορίσει, εν ουδεμιά όμως περιπτώσει διά διάστημα έλασσον των ημερών καθ’ ας αύτη ειργάσθη εντός του τοιούτου χρόνου˙ (β) εάν άνευ ευλόγου αιτίας παραλείψη να παρουσιασθή προς ή υποβληθή εις την απαιτουμένην συμφώνως τω εδαφίω
(3)του άρθρου 30 ιατρικήν εξέτασιν, διά τοσούτο διάστημα του χρόνου καθ’ ον είναι καταβλητέον το επίδομα μητρότητος (του διαστήματος τούτου αρχομένου ουχί ενωρίτερον της ημέρας καθ’ ην έλαβε χώραν η παράλειψις), ως ο εξεταστής απαιτήσεων ήθελεν ορίσει, υπό την επιφύλαξιν ότι, εάν επισυμβή ο τοκετός μετά την τοιαύτην παράλειψιν, αύτη δεν εκπίπτει ως εκ της τοιαύτης παραλείψεως του δικαιώματος της αναφορικώς προς την ημέραν του τοκετού ή το μετά τον τοκετόν χρονικόν διάστημα. 41/1980 Επίδομα ασθενείας και ανεργίας 32.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του Νόμου αυτού ένα πρόσωπο δικαιούται επίδομα ασθένειας για κάθε ημέρα ανικανότητας προς εργασία η οποία αποτελεί μέρος περιόδου διακοπής απασχολήσεως και επίδομα ανεργίας για κάθε ημέρα ανεργίας η οποία αποτελεί μέρος τέτοιας περιόδου, αν την ημέρα αυτή ικανοποιεί τις σχετικές προϋποθέσεις εισφοράς και είναι ηλικίας μεταξύ δεκαέξι και εξήντα τριών ετών ή μεταξύ εξήντα τριών ετών και της συντάξιμης ηλικίας και δε δικαιούται σύνταξη γήρατος˙ Νοείται ότι κανένα πρόσωπο, ανεξάρτητα από την ηλικία του, δεν δικαιούται σε επίδομα ανεργίας, νοουμένου ότι το εν λόγω πρόσωπο αφυπηρέτησε πρόωρα ή αφυπηρέτησε δυνάμει εθίμου, νόμου, επαγγελματικού σχεδίου, συλλογικής συμφωνίας, σύμβασης ή κανόνων εργασίας και, λόγω της αφυπηρέτησής του, λαμβάνει σύνταξη ή και άλλο συνταξιοδοτικό ωφέλημα, για το οποίο το εν λόγω πρόσωπο δεν έχει καταβάλει οποιαδήποτε εισφορά: Νοείται, περαιτέρω, ότι κάθε πρόσωπο, το οποίο εμπίπτει στις πρόνοιες της προηγούμενης επιφύλαξης, αποκτά δικαίωμα για επίδομα ανεργίας, νοουμένου ότι, μετά την αφυπηρέτηση του, απασχολήθηκε εκ νέου και πληροί τις σχετικές προϋποθέσεις εισφοράς από τη νέα του απασχόληση.
(2)Ο ανώτατος αριθμός ημερών για τις οποίες καταβάλλεται επίδομα ασθενείας και ανεργίας σε κάθε περίοδο διακοπής της απασχόλησης είναι 156 ημέρες για το καθένα από τα επιδόματα αυτά: Νοείται ότι κανείς δε δικαιούται επίδομα όπως αναφέρεται πιο πάνω για τις πρώτες τρεις ημέρες οποιασδήποτε διακοπής της απασχόλησης. Επίσης πρόσωπο που πληροί τις προϋποθέσεις εισφοράς, δυνάμει ασφαλιστέων αποδοχών που έχουν καταβληθεί δυνάμει του άρθρου 12 δε δικαιούται επίδομα ασθενείας για τις πρώτες εννέα
(9)ημέρες της περιόδου διακοπής, εκτός εάν η ανικανότητα του για εργασία οφείλεται σε ατύχημα ή αν το πρόσωπο αυτό, κατά τη διάρκεια της ανικανότητάς του, παραμένει σε νοσηλευτικό ίδρυμα για ένα, τουλάχιστον, βράδυ, ενώ πρόσωπο που πληροί τις προϋποθέσεις εισφοράς, δυνάμει ασφαλιστέων αποδοχών που έχουν καταβληθεί δυνάμει της παραγράφου (γ) του εδαφίου
(1)του άρθρου 15, δε δικαιούται επίδομα ανεργίας για τις πρώτες τριάντα ημέρες της περιόδου αυτής.
(3)Διά τους σκοπούς του παρόντος Νόμου- (α) ημέρα τις δεν θεωρείται- (
  1. i)ως ημέρα ανικανότητος προς εργασίαν εκτός εάν ο αιτών αποδείξη ότι την εν λόγω ημέραν ούτος είναι ανίκανος προς εργασίαν ή ότι τον συνεβούλευσεν ιατρός όπως την ημέραν ταύτην απόσχη οιασδήποτε εργασίας είτε διότι ευρίσκεται υπό παρακολούθησιν λόγω του ότι είναι φορεύς μεταδοτικής τινος νόσου, είτε διότι ήλθεν εις επαφήν μετά προσώπου πάσχοντος εκ τοιαύτης νόσου˙ (
  2. ii)ως ημέρα ανεργίας εκτός εάν ο αιτών αποδείξη ότι είναι άνεργος μεν, ικανός δε και διαθέσιμος προς εργασίαν κατά την ημέραν ταύτην ή ότι είναι άνεργος και κατά την ημέραν ταύτην τυγχάνει επαγγελματικής εκπαιδεύσεως δυνάμει σχεδίου εγκεκριμένου υπό του Υπουργού˙ (β) ημέρα ανικανότητος προς εργασίαν δεν θεωρείται ημέρα ανεργίας˙ (γ) η Κυριακή και αι καθοριζόμεναι υπό του Διευθυντού έτεραι ημέραι της εβδομάδος, δεν θεωρούνται ως ημέραι ανικανότητος προς εργασίαν ή ως ημέραι ανεργίας˙ (δ) ημέρα τις δεν θεωρείται ως ημέρα ανεργίας εάν κατά την ημέραν ταύτην ο ησφαλισμένος ασκή επί κέρδει επάγγελμα, εκτός εάν- (
  3. i)θα ηδύνατο υπό ομαλάς συνθήκας να ασκήση το επάγγελμα τούτο, επιπροσθέτως της συνήθους αυτού εργασίας και εκτός των συνήθων ωρών εργασίας˙ και (
  4. ii)αι εξ αυτού αποδοχαί διά την ημέραν ταύτην δεν υπερβαίνωσι καθωρισμένον ποσόν ή εφ’ όσον κερδαίνονται αποδοχαί αναφορικώς προς χρονικόν διάστημα μείζον της μιας ημέρας, ο ημερήσιος μέσος όρος των ούτω κερδαινομένων αποδοχών δεν υπερβαίνη το ως είρηται καθωρισμένον ποσόν˙ (ε) ημέρα καθ’ ην πρόσωπον τι ευρίσκεται εν διακοπαίς δεν θεωρείται ως ημέρα ανεργίας˙ (στ) ουδείς θεωρείται άνεργος καθ’ οιανδήποτε ημέραν, εάν παρά το γεγονός ότι έληξεν ή διεκόπη η απασχόλησις αυτού, ούτος λαμβάνη διά την ημέραν ταύτην αποδοχάς ή ετέραν πληρωμήν ουσιωδώς ίσην προς τας αποδοχάς ας θα ελάμβανε διά την ημέραν ταύτην, εάν δεν έληγε ή διεκόπτετο η απασχόλησις, ως αποζημίωσιν διά την απώλειαν των τοιούτων αποδοχών˙ (ζ) ουδείς θεωρείται άνεργος καθ’ οιανδήποτε ημέραν εάν δεν εργάζηται συνήθως καθ’ εκάστην ημέραν της εβδομάδος (εξαιρουμένης της Κυριακής ή της εις την περίπτωσιν αυτού δυνάμει της παραγράφου (γ) του παρόντος εδαφίου καθοριζομένης ημέρας) και κατά την εβδομάδα εν η περιλαμβάνεται η ως είρηται ημέρα, ούτος απησχολήθη καθ’ ην έκτασιν ήτο σύνηθες εις την περίπτωσιν αυτού˙ (η) ουδείς θεωρείται άνεργος καθ’ οιανδήποτε ημέραν εάν ούτος είναι λιμενεργάτης (εγγεγραμμένος ή μη) και κατά την εβδομάδα εν η περιλαμβάνεται η ως είρηται ημέρα αι αποδοχαί αυτού δεν υπολείπονται καθωρισμένου ποσού. (θ) ως ημέρα ανικανότητας προς εργασία ή ημέρα ανεργίας εφόσον ο εργοδοτούμενος ευρίσκεται με γονική άδεια.
(4)Ημέρα εν σχέσει προς την οποίαν εφαρμόζονται αι διατάξεις της παραγράφου (γ) του εδαφίου
(3)δεν λαμβάνεται υπ’ όψιν κατά τον υπολογισμόν οιασδήποτε περιόδου συναπτών ημερών καθ’ όσον αφορά εις επίδομα ασθενείας ή ανεργίας.
(5)Εάν ο εργοδότης συνεχίζη να καταβάλλη εν όλω ή εν μέρει τας αποδοχάς ησφαλισμένου δι’ ον χρόνον ούτος δικαιούται εις επίδομα ασθενείας, το τοιούτον επίδομα, αναλόγως της περιπτώσεως, αποσβέννυται ή μειούται κατά το ποσόν κατά το οποίον το άθροισμα του επιδόματος και του ποσού του καταβαλλομένου μέρους αποδοχών υπερβαίνει τας πλήρεις αποδοχάς του μισθωτού.
(6)Το επίδομα ανεργίας εις το οποίον δικαιούται πρόσωπον τι διά πάσαν ημέραν ανεργίας κατά την οποίαν το πρόσωπον τούτο τυγχάνει επαγγελματικής εκπαιδεύσεως δυνάμει σχεδίου εγκεκριμένου υπό του Υπουργού δύναται να καταβάλληται εις την αρμοδίαν διά την εφαρμογήν του τοιούτου σχεδίου αρχήν.
(7)Όταν ησφαλισμένος, ο οποίος ελάμβανεν επίδομα ασθενείας εντός οιασδήποτε περιόδου διακοπής απασχολήσεως, δεν δικαιούται συντάξεως ανικανότητος δυνάμει του άρθρου 38 εντός της εν λόγω περιόδου διά μόνον τον λόγον ότι δεν προβλέπεται να παραμείνη μονίμως ανίκανος προς εργασίαν, θα δικαιούται από της πρώτης ημέρας κατά την οποίαν θα κατεβάλλετο εις αυτόν σύνταξις ανικανότητος, εις επίδομα ασθενείας διά περίοδον μη υπερβαίνουσαν τας εκατόν πεντήκοντα εξ ημέρας, εφ’ όσον εξακολουθεί να είναι ανίκανος προς εργασίαν.
(8)Το ύψος του κατά το προηγούμενον εδάφιον καταβαλλομένου επιδόματος υπολογίζεται εν αναφορά προς τον αριθμόν των ασφαλιστικών μονάδων επί του οποίου υπελογίσθη το ύψος του επιδόματος ασθενείας το οποίον τελευταίως ελάμβανεν ο ησφαλισμένος. 41/1980 11/1983 96/1989 17/1990 98(I)/1992 80(I)/1998 71(I)/2002 161(I)/2006 22(I)/2009 Εξάντλησις και ανάκτησις δικαιώματος εις επίδομα ασθενείας ή ανεργίας 33.-
(1)Πρόσωπο που εξαντλεί πλήρως το δικαίωμα του ως προς τις παροχές που καταβάλλονται με βάση το άρθρο 32, επανακτά το δικαίωμα αυτό με την καταβολή εισφορών πάνω σε ασφαλιστέες αποδοχές ίσες τουλάχιστο με εικοσιεξαπλάσιο του εβδομαδιαίου ποσού των βασικών ασφαλιστέων αποδοχών σε σχέση με περιόδους εισφορών οι οποίες αρχίζουν μετά την ημερομηνία εξάντλησης του δικαιώματος του, για καταβολή επιδόματος ανεργίας ή ασθενείας, σε καμιά όμως περίπτωση δεν επανακτά το δικαίωμα για επίδομα ασθενείας ή ανεργίας, εκτός αν παρέλθουν δεκατρείς ή είκοσι έξι εβδομάδες, αντίστοιχα, από την ημερομηνία εξάντλησης του σχετικού δικαιώματος: Νοείται ότι πρόσωπο το οποίο έχει συμπληρώσει την ηλικία των εξήντα ετών και δε λαμβάνει σύνταξη επανακτά το δικαίωμα του για επίδομα ανεργίας σαν να επρόκειτο για επίδομα ασθενείας. Για τους σκοπούς της επιφύλαξης αυτής, “σύνταξη” σημαίνει οποιαδήποτε σύνταξη αφυπηρέτησης από επαγγελματικό σχέδιο συντάξεων η οποία δεν υπολείπεται του ποσού των βασικών ασφαλιστέων αποδοχών ή εφάπαξ πληρωμή από ταμείο προνοίας ίση τουλάχιστο με το δεκαπλάσιο του ετήσιου ποσού των εν λόγω αποδοχών κατά το χρόνο της αφυπηρέτησης.
(2)Εν η περιπτώσει η περίοδος διακοπής της απασχολήσεως καθ’ ην πρόσωπον τι εξήντλησε το προς λήψιν επιδόματος δικαίωμα του δυνάμει του άρθρου 32, εξακολουθεί και μετά την επανάκτησιν του τοιούτου δικαιώματος, το τμήμα της περιόδου προ και το τμήμα αυτής μετά την επανάκτησιν λογίζονται ως χωρισταί περίοδοι διακοπής της απασχολήσεως. 41/1980 98(I)/1992 80(I)/1998 Έκπτωσις εκ του προς λήψιν επιδόματος ασθενείας δικαιώματος 34. Πρόσωπον τι εκπίπτει του προς λήψιν επιδόματος ασθενείας δικαιώματος διά περίοδον μέχρις εξ εβδομάδων εάν- (α) κατέστη ανίκανον προς εργασίαν ιδία υπαιτιότητι˙ ή (β) καίτοι κληθέν υπό του Διευθυντού όπως υποστή ιατρικήν ή ετέραν εξέτασιν ή ιατρικήν ή ετέραν νοσηλείαν, ηρνήθη ή παρέλειψε να πράξη ούτω άνευ ευλόγου αιτίας˙ (γ) ειργάσθη καθ’ ημέραν δι’ ην απήτησεν επίδομα ασθενείας˙ ή (δ) συμπεριφέρθη κατά τρόπον πιθανόν να καθυστερήση την ανάρρωσιν αυτού. 41/1980 Έκπτωσις εκ του προς λήψιν επιδόματος ανεργίας δικαιώματος 35.-
(1)Πρόσωπον τι απολέσαν την εργασίαν του λόγω στάσεως εργασιών οφειλομένης εις εργατικήν διαφοράν αναφυείσαν εις τον τόπον της απασχολήσεως αυτού εκπίπτει του προς λήψιν επιδόματος ανεργίας δικαιώματος εφ’ όσον διαρκεί η τοιαύτη στάσις εργασιών, εκτός εάν διαρκούσης της στάσεως εργασιών το πρόσωπον τούτο ειργάσθη καλή τη πίστει αλλαχού και εις το συνήθως υπ’ αυτού ενασκούμενον επάγγελμα ή προσελήφθη τακτικώς εις έτερον τι επάγγελμα: Νοείται ότι το παρόν εδάφιον δεν εφαρμόζεται επί προσώπου αποδεικνύοντος ότι- (α) δεν συμμετέχει ή δεν κέκτηται άμεσον συμφέρον, ουδέ ενισχύει οικονομικώς την εργατικήν διαφοράν εξ ης προεκλήθη η τοιαύτη στάσις εργασιών˙ και (β) δεν ανήκει εις τάξιν ή κατηγορίαν εργατών μέλη της οποίας, αμέσως προ της ενάρξεως της στάσεως εργασιών, ειργάζοντο εις τον τόπον απασχολήσεως αυτού και τινά τούτων συμμετέχουν, κέκτηνται άμεσον συμφέρον ή ενισχύουν οικονομικώς την τοιαύτην στάσιν εργασιών.
(2)Πρόσωπον τι εκπίπτει του προς λήψιν επιδόματος ανεργίας δικαιώματος διά χρονικόν διάστημα μέχρις εξ εβδομάδων εάν- (α) απολέση την εργασίαν του ιδία υπαιτιότητι ή εκουσίως εγκαταλείψη ταύτην άνευ ευλόγου τινός αιτίας˙ ή (β) καίτοι εκοινοποιήθη εις αυτό παρά τινος γραφείου ευρέσεως εργασίας ή ετέρου ανεγνωρισμένου γραφείου, ή παρά τινος εργοδότου ή εκ μέρους αυτού, η ύπαρξις θέσεως κενωθείσης ή κενωθησομένης εις κατάλληλον τινα εργασίαν, αρνήται ή παραλείπη άνευ ευλόγου αιτίας να υποβάλη αίτησιν διά την θέσιν ταύτην ή αρνήται να αποδεχθή ταύτην προσφερθείσαν εις αυτόν˙ ή (γ) αμελή να επωφεληθή ευλόγου τινός ευκαιρίας προς κατάλληλον τινα απασχόλησιν˙ ή (δ) αρνηθή ή παραλείψη άνευ ευλόγου αιτίας να τύχη επαγγελματικής εκπαιδεύσεως ως ο Διευθυντής ήθελε διατάξει.
(3)Διά τους σκοπούς του παρόντος άρθρου η απασχόλησις δεν θεωρείται κατάλληλος διά πρόσωπον τι εάν αύτη είναι- (α) απασχόλησις εις θέσιν κενωθείσαν συνεπεία στάσεως εργασιών οφειλομένης εις εργατικήν τινα διαφοράν˙ (β) απασχόλησις εις το σύνηθες αυτού επάγγελμα εν τη περιοχή ένθα το τελευταίον συνήθως ειργάζετο είτε έναντι αποδοχών κατωτέρων είτε υπό όρους ολιγώτερον ευνοϊκούς, εκείνων ων ηδύνατο ευλόγως να αναμένη ότι θα απελάμβανε λαμβανομένων υπ’ όψιν των όρων εργασίας ως συνήθως απελάμβανεν εις το σύνηθες αυτού επάγγελμα εν τη περιοχή ταύτη ή ων θα απελάμβανεν εάν εσυνέχιζε την απασχόλησιν αυτού˙ (γ) απασχόλησις εις το σύνηθες αυτού επάγγελμα εις οιανδήποτε ετέραν περιοχήν έναντι αποδοχών κατωτέρων ή υπό όρους ολιγώτερον ευνοϊκούς των τηρουμένων εν τη περιοχή ταύτη δυνάμει συμφωνίας μεταξύ των οργανισμών εργοδοτών και μισθωτών ή ελλείψει τοιαύτης συμφωνίας, των υπό καλών εργοδοτών γενικώς ανεγνωρισμένων.
(4)Μετά την πάροδον ευλόγου υπό τας περιστάσεις χρονικού διαστήματος από της ημέρας καθ’ ην πρόσωπον τι κατέστη άνεργον, απασχόλησις τις δεν θεωρείται ακατάλληλος λόγω μόνον του γεγονότος ότι είναι εκτός του συνήθους αυτού επαγγέλματος, εάν πρόκειται περί απασχολήσεως έναντι αποδοχών ουχί κατωτέρων, και υπό όρους ουχί ολιγώτερον ευνοϊκούς των γενικώς τηρουμένων δυνάμει συμφωνίας μεταξύ των οργανισμών εργοδοτών και μισθωτών, ή ελλείψει τοιαύτης συμφωνίας, των υπό καλών εργοδοτών γενικώς ανεγνωρισμένων. 41/1980 Σύνταξις γήρατος 36.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του Νόμου αυτού, ένα πρόσωπο δικαιούται σύνταξη γήρατος αν- (α) Συμπλήρωσε τη συντάξιμη ηλικία και κατά τη συμπλήρωση της ηλικίας αυτής ικανοποιεί τις σχετικές προϋποθέσεις εισφοράς˙ ή (β) συμπλήρωσε την ηλικία των εξήντα τριών ετών, ικανοποιεί τις σχετικές προϋποθέσεις εισφοράς και έχει εβδομαδιαίο μέσο όρο ασφαλιστέων αποδοχών, όπως αυτός υπολογίζεται σύμφωνα με την υποπαράγραφο (β) της παραγράφου
(2)του Τρίτου Πίνακα, ίσο τουλάχιστο με 70% του εβδομαδιαίου ποσού των βασικών ασφαλιστέων αποδοχών˙ ή (γ) δικαιούνταν σύνταξη ανικανότητας κατά τη συμπλήρωση της ηλικίας των εξήντα τριών ετών˙ ή (δ) είναι ηλικίας μεταξύ εξήντα τριών και εξήντα πέντε ετών και θα δικαιούνταν σύνταξη ανικανότητας αν δεν είχε συμπληρώσει την ηλικία των εξήντα τριών ετών.
(2)Η σύνταξις γήρατος καταβάλλεται από της ημερομηνίας καθ’ ην πρόσωπον τι πρώτον πληροί τας εν τω εδαφίω
(1)προϋποθέσεις και εξακολουθεί να καταβάλληται εφ’ όρου ζωής.
(3)Ασφαλισμένος, ο οποίος, κατά τη συμπλήρωση της ηλικίας των εξηνταοκτώ
(68)ετών, δεν πληροί τις προϋποθέσεις εισφοράς για σύνταξη γήρατος, δικαιούται, εφόσον πληροί την σχετική προϋπόθεση εισφοράς που καθορίζεται στον Τρίτο Πίνακα, σε εφάπαξ ποσό γήρατος, το ύψος του οποίου καθορίζεται με Κανονισμούς δυνάμει του παρόντος Νόμου.
(4)Δικαιούχος συντάξεως γήρατος ο οποίος έχει πληρωθείσες ασφαλιστέες αποδοχές για οποιαδήποτε περίοδο μεταξύ της σχετικής ημερομηνίας και της ημερομηνίας που συμπλήρωσε τη συντάξιμη ηλικία δικαιούται αύξηση του εβδομαδιαίου ποσού της σύνταξης του ίση με 1/52 του 1,5% των εν λόγω αποδοχών. Η αύξηση αυτή προστίθεται στο ποσό της βασικής σύνταξης του δικαιούχου στο μέτρο που το άθροισμα δεν υπερβαίνει το ανώτατο ποσό της βασικής σύνταξης και το τυχόν υπόλοιπο προστίθεται στο ποσό της συμπληρωματικής σύνταξης του δικαιούχου. 41/1980 116/1985 17/1990 98(I)/1992 18(I)/1995 143(I)/2001 22(I)/2009 Σύνταξις γήρατος εις μεταλλωρύχους 36Α.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 36, στην περίπτωση προσώπου το οποίο απασχολήθηκε ως μεταλλωρύχος για χρονικό διάστημα πέντε τουλάχιστον ετών, η συντάξιμη ηλικία μειώνεται κατά ένα μήνα για κάθε πέντε μήνες απασχόλησης ως μεταλλωρύχος σε καμιά όμως περίπτωση δε μειώνεται κάτω από την ηλικία των πενήντα οκτώ: Νοείται ότι “απασχόληση ως μεταλλωρύχος” δεν περιλαμβάνει απασχόληση πριν από τις 7 Ιανουαρίου 1957.
(2)Μεταλλωρύχος δε δικαιούται σύνταξη γήρατος δυνάμει του άρθρου αυτού πριν από τη συμπλήρωση της ηλικίας των εξήντα τριών ετών εκτός αν έπαυσε να εργάζεται σε μεταλλείο.
(3)Διά τους σκοπούς του παρόντος άρθρου: “μεταλλείον” κέκτηται την έννοιαν ην απέδωσεν εις τον όρον τούτον το άρθρον 3 του περί Ρυθμίσεως Μεταλλείων και Λατομείων Νόμου˙ “μεταλλωρύχος” σημαίνει μισθωτόν πρόσωπον απασχολούμενον υπογείως εις μεταλλείον, ή επιφανειακώς εις μεταλλείον νοουμένου ότι η απασχόλησις αυτού έχει άμεσον σχέσιν με την παραγωγήν ή τον εμπλουτισμόν του μεταλλεύματος. 41/1980 11/1983 98(I)/1992 135(I)/2001 Αναβολή έναρξης σύνταξης γήρατος 37.-
(1)Πρόσωπο που δικαιούται σύνταξη γήρατος σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 36 ή 36Α δικαιούται να ζητήσει την αναβολή της έναρξης της σύνταξης του μέχρι και τη συμπλήρωση του εξηκοστού όγδοου έτους της ηλικίας του.
(2)Για τους σκοπούς του εδαφίου
(1), το ενδιαφερόμενο πρόσωπο υποβάλλει δήλωση στο Διευθυντή πάνω στο εγκεκριμένο από αυτόν έντυπο το αργότερο μέσα σε τρεις μήνες από την ημέρα που δικαιούται σύνταξη. Σε περίπτωση καθυστέρησης στην υποβολή της δήλωσης το χρονικό διάστημα της αναβολής θα θεωρείται ότι άρχισε τρεις μήνες πριν από την υποβολή της δήλωσης.
(3)Πρόσωπο που αναβάλλει την έναρξη της σύνταξης του σύμφωνα με το άρθρο αυτό θα δικαιούται να συνταξιοδοτηθεί από τη συμπλήρωση του εξηκοστού όγδοου έτους της ηλικίας του ή από την πρώτη του μηνός που ακολουθεί το μήνα μέσα στον οποίο υποβάλλει την αίτηση του για σύνταξη γήρατος αν αυτή υποβληθεί πριν τη συμπλήρωση της εν λόγω ηλικίας.
(4)Το ύψος της σύνταξης γήρατος αυξάνεται κατά 0,5% για κάθε μήνα που περιλαμβάνεται στο χρονικό διάστημα της αναβολής της έναρξης της σύμφωνα με το άρθρο αυτό.
(5)Το άρθρο αυτό δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις δικαιούχων συντάξεως γήρατος της οποίας η σχετική ημερομηνία είναι προγενέστερη της 1ης Ιανουαρίου 1993. 41/1980 98(I)/1992 Σύνταξις ανικανότητος 38.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Νόμου ησφαλισμένος δικαιούται εις σύνταξιν ανικανότητος εάν- (α) ήτο ανίκανος προς εργασίαν δι’ εκατόν πεντήκοντα εξ ημέρας εντός οιασδήποτε περιόδου διακοπής της απασχολήσεως˙ (β) εντός της τοιαύτης περιόδου διακοπής της απασχολήσεως αποδείξη ότι προβλέπεται να παραμείνη μονίμως ανίκανος προς εργασίαν˙ (γ) δε συμπλήρωσε την ηλικία των εξήντα τριών ετών˙ (δ) πληροί τας σχετικάς προϋποθέσεις εισφοράς: Νοείται ότι εις περίπτωσιν καθ’ ην η ανικανότης οφείλεται εις ατύχημα επισυμβάν κατά ή μετά την ορισθείσαν ημερομηνίαν, ο ησφαλισμένος θεωρείται ότι πληροί τας προϋποθέσεις εισφοράς εάν ούτος πληροί τας τοιαύτας προϋποθέσεις διά καταβολήν επιδόματος ασθενείας.
(2)Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 74, η σύνταξις ανικανότητος καταβάλλεται από της σχετικής ημερομηνίας εν όσω ο ησφαλισμένος παραμένει μονίμως ανίκανος προς εργασίαν και δεν έχει συμπληρώσει την ηλικία των εξήντα τριών ετών.
(3)Παν πρόσωπον εις το οποίον εχορηγήθη σύνταξις ανικανότητος ή το οποίον προέβαλεν απαίτησιν διά σύνταξιν ανικανότητος, δέον όπως συμμορφούται προς πάσαν οδηγίαν εκδιδομένην αυτώ καθ’ οιονδήποτε χρόνον υπό του Διευθυντού δι’ ης καλείται όπως- (α) υποβάλη εαυτόν εις ιατρικήν εξέτασιν ή επανεξέτασιν˙ (β) υποβάλη εαυτόν εις τοιαύτην ιατρικήν περίθαλψιν ήτις θεωρείται εν τη περιπτώσει αυτού κατάλληλος υπό του υπευθύνου δι’ αυτόν θεράποντος ιατρού ή ετέρου ιατρού εις τον οποίον παρεπέμφθη υπό του Διευθυντού˙ (γ) συμμετάσχη εις οιανδήποτε μαθητείαν επαγγελματικής εκπαιδεύσεως ή αναπροσαρμογής ως ο Διευθυντής ήθελε διατάξει.
(4)Πρόσωπον τι εκπίπτει του προς λήψιν συντάξεως ανικανότητος δικαιώματος, διά χρονικόν διάστημα μη υπερβαίνον τας εξ εβδομάδας εάν άνευ ευλόγου τινός αιτίας παρέλειψε να συμμορφωθή προς οιανδήποτε οδηγίαν εκδοθείσαν δυνάμει του εδαφίου
(3): Νοείται ότι εις περίπτωσιν προσώπου το οποίον εκπίπτει του προς λήψιν συντάξεως ανικανότητος δικαιώματος δυνάμει του παρόντος εδαφίου, το ήμισυ του ποσού της συντάξεως το οποίον, ελλείψει της τοιαύτης εκπτώσεως, θα κατεβάλλετο αυτώ, καταβάλλεται εις τους εξαρτωμένους αυτού.
(5)Διά τους σκοπούς της παραγράφου (β) του εδαφίου
(1)και του εδαφίου
(2), ανίκανος προς εργασίαν θεωρείται ο ησφαλισμένος όταν λόγω ειδικής νόσου ή σωματικής ή πνευματικής αναπηρίας μεταγενεστέρας της ασφαλίσεως του, ή προγενεστέρας η οποία επεδεινώθη ουσιωδώς μετά την ασφάλισιν του, δεν δύναται να κερδίζη δι’ εργασίας την οποίαν ευλόγως αναμένεται να εκτελή λαμβανομένων υπ’ όψιν των δυνάμεων, των δεξιοτήτων, της μορφώσεως και της συνήθους επαγγελματικής απασχολήσεως του, πέραν του ενός τρίτου, ή αν πρόκειται για ασφαλισμένο ηλικίας μεταξύ εξήντα και εξήντα τριών ετών πέραν του ενός δευτέρου, του ποσού το οποίον συνήθως κερδίζει εις την αυτήν περιφέρειαν και επαγγελματικήν κατηγορίαν σωματικώς και πνευματικώς υγιής άνθρωπος της αυτής μορφώσεως: Νοείται ότι εν ουδεμιά περιπτώσει η σχετική ημερομηνία δύναται να είναι προγενεστέρα της ημερομηνίας ενάρξεως της ισχύος του παρόντος εδαφίου.
(6)[Διαγράφηκε]. 41/1980 96/1989 98(I)/1992 18(I)/1995 143(I)/2001 Σύνταξις χηρείας 39.-
(1)Χήρα, η οποία, κατά το χρόνο του θανάτου του συζύγου της, συζούσε με αυτόν ή συντηρείτο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από αυτόν, δικαιούται σε σύνταξη χηρείας, αν – (α) πληροί τις προϋποθέσεις εισφοράς για σύνταξη χηρείας που καθορίζονται στον Τρίτο Πίνακα και ο σύζυγος της δεν είχε συμπληρώσει τη συντάξιμη ηλικία, ή (β) ο σύζυγος της είχε συμπληρώσει τη συντάξιμη ηλικία, και ήταν δικαιούχος σύνταξης γήρατος ή θα εδικαιούτο σύνταξη γήρατος εάν είχε υποβάλει τη σχετική αίτηση.
(2)Χήρος, ο οποίος, κατά το χρόνο του θανάτου της συζύγου του, ήταν μόνιμα ανίκανος για αυτοσυντήρηση και συντηρείτο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από αυτήν, δικαιούται σε σύνταξη χηρείας, αν – (α) πληροί τις προϋποθέσεις εισφοράς για σύνταξη χηρείας που καθορίζονται στον Τρίτο Πίνακα και η σύζυγος του δεν είχε συμπληρώσει τη συντάξιμη ηλικία, ή (β) η σύζυγος του είχε συμπληρώσει τη συντάξιμη ηλικία, και ήταν δικαιούχος σύνταξης γήρατος ή θα εδικαιούτο σύνταξη γήρατος, εάν είχε υποβάλει τη σχετική αίτηση.
(3)Οσάκις ο θάνατος του αποβιώσαντος συζύγου οφείλεται εις ατύχημα επισυμβάν κατά ή μετά την ορισθείσαν ημερομηνίαν, ούτος θεωρείται ότι επλήρου τας προϋποθέσεις εισφοράς τας αναφερομένας εις το εδάφιον
(1)και
(2)του παρόντος άρθρου εάν επλήρου τας προϋποθέσεις εισφοράς διά καταβολήν βοηθήματος κηδείας.
(4)Το εβδομαδιαίο ύψος της σύνταξης χηρείας αυξάνεται- (α) Κατά το ποσό της αύξησης της σύνταξης γήρατος του συζύγου σύμφωνα με το καταργηθέν άρθρο 37 του βασικού νόμου˙ (β) κατά το ποσό κατά το οποίο αυξήθηκε ή θα αυξανόταν η βασική σύνταξη γήρατος του συζύγου σύμφωνα με το εδάφιο
(9)του άρθρου 36 και το εδάφιο
(4)του άρθρου 37 και κατά 60% του ποσού κατά το οποίο αυξήθηκε ή θα αυξανόταν σύμφωνα με τα εν λόγω εδάφια η συμπληρωματική σύνταξη γήρατος του συζύγου.
(5)Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(6), η σύνταξις χηρείας καταβάλλεται εφ’ όρου ζωής.
(6)Χήρα συνερχομένη εις νέον γάμον παύει να δικαιούται εις σύνταξιν χηρείας, δικαιούται όμως εις εφ’ άπαξ ποσόν ίσον προς το γινόμενον του εβδομαδιαίου ύψους της τοιαύτης συντάξεως χηρείας επί τον αριθμόν 52, εξαιρουμένης, όμως, οιασδήποτε αυξήσεως δι’ εξαρτωμένους.
(7)Χήρα ή χήρος, που δεν δικαιούται σύνταξη χηρείας, επειδή δεν πληροί τις προϋποθέσεις εισφοράς για τέτοια σύνταξη, δικαιούται, σε εφάπαξ ποσό χηρείας, το ύψος του οποίου καθορίζεται με Κανονισμούς δυνάμει του παρόντος Νόμου, αν- (α) πληροί τη σχετική προϋπόθεση εισφοράς που καθορίζεται στον Τρίτο Πίνακα, νοουμένου ότι ο αποβιώσας ή η αποβιώσασα σύζυγος, ανάλογα με την περίπτωση, κατά το χρόνο του θανάτου, δεν είχε συμπληρώσει τη συντάξιμη ηλικία, ή (β) ο αποβιώσας ή η αποβιώσασα σύζυγος, ανάλογα με την περίπτωση, κατά το χρόνο του θανάτου, είχε συμπληρώσει τη συντάξιμη ηλικία και πληρούσε τη σχετική προϋπόθεση για εφάπαξ ποσό γήρατος, όπως τούτο καθορίζεται στον Τρίτο Πίνακα. 41/1980 199/1987 98(I)/1992 22(I)/2009 Εξαίρεση λόγω παροχής κοινωνικής σύνταξης 39Α.-
(1)Το εφάπαξ καθορισμένο ποσό το οποίο δικαιούται οποιοδήποτε πρόσωπο με βάση το εδάφιο
(5)του άρθρου 36 ή το εδάφιο
(7)του άρθρου 39 δεν καταβάλλεται στο πρόσωπο αυτό, αν δικαιούται σε κοινωνική σύνταξη με βάση τον περί Χορήγησης Κοινωνικής Σύνταξης Νόμο του 1995 ή εδικαιούτο τέτοια σύνταξη, αν υπέβαλλε αίτηση.
(2)Το εφάπαξ καθορισμένο ποσό το οποίο θα καταβαλλόταν στο δικαιούχο, αν δεν ίσχυαν οι διατάξεις του εδαφίου
(1), καταβάλλεται στο Πάγιο Ταμείο της Δημοκρατίας. 41/1980 18(I)/1995 Επίδομα ορφανίας 40.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Νόμου, χορηγείται επίδομα ορφανίας δι’ ανήλικον του οποίου αμφότεροι οι γονείς απεβίωσαν και ο εις τουλάχιστον τούτων ήτο ησφαλισμένος.
(2)Επίδομα ορφανίας χορηγείται και δι’ ανήλικον του οποίου ο εις μόνον γονεύς απεβίωσεν εφ’ όσον ο αποβιώσας ήτο ησφαλισμένος και ο ανήλικος συνετηρείτο εξ ολοκλήρου ή κατά κύριον λόγον υπ’ αυτού κατά τον χρόνον του θανάτου, ο δε επιζών γονεύς δεν συνέζη μετά του αποβιώσαντος γονέως.
(3)Όταν ο θάνατος ησφαλισμένου προσώπου, το οποίον κατά την ημερομηνίαν του θανάτου αυτού επλήρου τας προϋποθέσεις εισφοράς διά σύνταξιν χηρείας, δεν παρέχει δικαίωμα εις σύνταξιν χηρείας δυνάμει του άρθρου 39 ή εις επίδομα ορφανίας δυνάμει του εδαφίου
(1)ή του εδαφίου
(2)του παρόντος άρθρου, χορηγείται επίδομα ορφανίας δι’ έκαστον ανήλικον τέκνον του αποβιώσαντος προσώπου αναφορικώς προς το οποίον θα ήτο καταβλητέα αύξησις συντάξεως χηρείας δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 59.
(4)Το εν τω εδαφίω
(3)αναφερόμενον επίδομα ορφανίας χορηγείται και εις περίπτωσιν καθ’ ην η σύνταξις χηρείας η καταβλητέα αναφορικώς προς τον θάνατον του γονέως ετερματίσθη ή τερματίζεται δυνάμει του εδαφίου
(6)του άρθρου 39.
(5)Παν πρόσωπον αναφορικώς προς το οποίον καταβάλλεται επίδομα ορφανίας δυνάμει του εδαφίου
(1)ή του εδαφίου
(2), παύον να είναι ανήλικον άλλως ή λόγω θανάτου, προ της υπ’ αυτού συμπληρώσεως της ηλικίας των δεκαεπτά ετών, δικαιούται εις εφ’ άπαξ ποσόν ίσον προς το γινόμενον του εβδομαδιαίου ύψους του επιδόματος ορφανίας επί τον αριθμόν 52 ή τον αριθμόν των εβδομάδων διά τον οποίον θα κατεβάλλετο επίδομα ορφανίας μέχρι της υπ’ αυτού συμπληρώσεως της ηλικίας των δεκαεπτά ετών, εάν ο τελευταίος αριθμός είναι μικρότερος του αριθμού 52.
(6)Το κατά το παρόν άρθρον επίδομα ορφανίας αναφορικώς προς ανήλικον μη συμπληρώσαντα το δέκατον όγδοον έτος της ηλικίας του ή ανήλικον ο οποίος είναι δι’ οιονδήποτε λόγον ανίκανος να ενεργήση, καταβάλλεται εις το πρόσωπον το έχον την επιμέλειαν του ανηλίκου, εις οιανδήποτε δε ετέραν περίπτωσιν καταβάλλεται εις τον ανήλικον.
(7)Εις περίπτωσιν κτήσεως ή ανακτήσεως δικαιώματος εις επίδομα ορφανίας δυνάμει του παρόντος άρθρου, παν ποσόν καταβληθέν εν σχέσει προς τον ανήλικον δυνάμει του εδαφίου
(6)του άρθρου 39 ή καταβληθέν λόγω του ότι ούτος έπαυσε να είναι ανήλικος, λογίζεται ως καταβληθέν δυνάμει των εδαφίων 1 έως 4 του παρόντος άρθρου, αναλόγως της περιπτώσεως, καθ’ ην έκτασιν η αντίστοιχος περίοδος συμπίπτει μετά της περιόδου καταβολής επιδόματος μετά την εν λόγω κτήσιν ή ανάκτησιν. 41/1980 199/1987 Βοήθημα κηδείας 41.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Νόμου καταβάλλεται βοήθημα κηδείας επί τω θανάτω προσώπου τινός εάν- (α) κατά τον χρόνον του θανάτου αυτού επλήρου τας σχετικάς προϋποθέσεις εισφοράς˙ ή (β) κατά τον χρόνον του θανάτου αυτού εδικαιούτο εις σύνταξιν γήρατος, σύνταξιν ανικανότητος, σύνταξιν χηρείας, επίδομα αγνοουμένου δυνάμει του εδαφίου
(1)του άρθρου 42, ή παροχήν λόγω θανάτου δυνάμει του εδαφίου
(2)ή
(4)ή
(8)του άρθρου 49˙ ή (γ) κατεβάλλετο αναφορικώς προς τούτο επίδομα ορφανίας ή επίδομα αγνοουμένου δυνάμει των εδαφίων
(2)έως
(4)του άρθρου 42˙ ή (δ) πρόκειται περί μισθωτού του οποίου ο θάνατος επήλθε συνεπεία σωματικής βλάβης προκληθείσης εξ επαγγελματικού ατυχήματος ως τούτο καθορίζεται εν τω Μέρει IV ή συνεπεία καθωρισμένης τινός νόσου, οφειλομένης εις την απασχόλησιν αυτού˙ ή (ε) τούτο ήτο είτε εξαρτώμενον ησφαλισμένου όστις πληροί τας σχετικάς προϋποθέσεις εισφοράς κατά τον χρόνον του θανάτου του εξαρτωμένου ή εξαρτώμενον προσώπου όπερ κατά τον χρόνον του θανάτου του εξαρτωμένου δικαιούται εις μίαν των εις την παράγραφον (β) ανωτέρω αναφερομένων παροχών.
(2)Το ποσόν του βοηθήματος κηδείας το καταβαλλόμενον δυνάμει της παραγράφου (ε) του εδαφίου
(1)είναι το ήμισυ του εις το Μέρος Ι του Τετάρτου Πίνακος εμφαινομένου ποσού διά βοήθημα κηδείας.
(3)Το δυνάμει του παρόντος άρθρου βοήθημα κηδείας καταβάλλεται- (α) εις τον χήρον ή την χήραν του θανόντος εφ’ όσον ο θανών ήτο έγγαμος˙ (β) εις πάσαν δε ετέραν περίπτωσιν εις το προς είσπραξιν του βοηθήματος οριζόμενον υπό του Διευθυντού πρόσωπον. 41/1980 7/1984 199/1987 Επίδομα αγνοουμένου 42.-
(1)Η σύζυγος αγνοουμένου ησφαλισμένου, ο οποίος κατά τον χρόνον της εξαφανίσεως αυτού επλήρου τας προϋποθέσεις εισφοράς διά σύνταξιν γήρατος, δικαιούται εις επίδομα αγνοουμένου, εφ’ όσον αύτη κατά τον χρόνον της εξαφανίσεως του συζύγου της συνέζη μετ’ αυτού ή συνετηρείτο αποκλειστικώς ή κατά κύριον λόγον υπ’ αυτού.
(2)Δι’ ανήλικον του οποίου αμφότεροι οι γονείς είναι αγνοούμενοι ή ο εις των γονέων αυτού είναι αγνοούμενος και ο έτερος απεβίωσε, χορηγείται επίδομα αγνοουμένου, εφ’ όσον ο εις των γονέων ήτο ησφαλισμένος.
(3)Όταν δι’ αγνοούμενον, ο οποίος κατά την ημερομηνίαν της εξαφανίσεως αυτού επλήρου τας σχετικάς προϋποθέσεις εισφοράς, δεν καταβάλλεται επίδομα αγνοουμένου δυνάμει του εδαφίου
(1)ή του εδαφίου
(2), χορηγείται επίδομα δι’ έκαστον ανήλικον τέκνον του αγνοουμένου αναφορικώς προς το οποίον θα ήτο καταβλητέα αύξησις εξαρτωμένου των διατάξεων του άρθρου 59, εάν κατεβάλλετο επίδομα δυνάμει του εδαφίου
(1).
(4)Το εν τω εδαφίω
(3)αναφερόμενον επίδομα καταβάλλεται επίσης εις περίπτωσιν καθ’ ην το επίδομα αγνοουμένου το καταβλητέον δυνάμει του εδαφίου
(1)ετερματίσθη ή τερματίζεται λόγω του ότι η δικαιούχος επιδόματος συνήψε νέον γάμον.
(5)Παν πρόσωπον αναφορικώς προς το οποίον καταβάλλεται επίδομα αγνοουμένου δυνάμει του εδαφίου
(2), παύον να είναι ανήλικον, άλλως ή λόγω θανάτου, προ της υπ’ αυτού συμπληρώσεως της ηλικίας των δεκαεπτά ετών, δικαιούται εις εφ’ άπαξ ποσόν ίσον προς το γινόμενον του εβδομαδιαίου ύψους του επιδόματος αγνοουμένου επί τον αριθμόν 52 ή τον αριθμόν των εβδομάδων διά τον οποίον θα κατεβάλλετο επίδομα αγνοουμένου μέχρι της υπ’ αυτού συμπληρώσεως της ηλικίας των δεκαεπτά ετών, εάν ο τελευταίος αριθμός είναι μικρότερος του αριθμού 52.
(6)Το κατά το παρόν άρθρον επίδομα αναφορικώς προς ανήλικον μη συμπληρώσαντα το δέκατον όγδοον έτος της ηλικίας του ή ανήλικον ο οποίος είναι δι’ οιονδήποτε λόγον ανίκανος να ενεργήση, καταβάλλεται εις το πρόσωπον το έχον την επιμέλειαν του ανηλίκου, εις οιανδήποτε δε ετέραν περίπτωσιν καταβάλλεται εις τον ανήλικον.
(7)Εις περίπτωσιν κτήσεως ή ανακτήσεως δικαιώματος εις επίδομα αγνοουμένου δυνάμει του παρόντος άρθρου, παν ποσόν καταβληθέν εν σχέσει προς τον ανήλικον λόγω του ότι ούτος έπαυσε να είναι ανήλικος ή λόγω του ότι η δικαιούχος επιδόματος δυνάμει του εδαφίου
(1)της οποίας ούτος ήτο εξαρτώμενος συνήψε νέον γάμον, λογίζεται ως καταβληθέν δυνάμει των εδαφίων
(2)έως
(4), αναλόγως της περιπτώσεως, καθ’ ην έκτασιν η αντίστοιχος περίοδος συμπίπτει μετά της περιόδου καταβολής επιδόματος μετά την εν λόγω κτήσιν ή ανάκτησιν.
(8)Αι διατάξεις του εδαφίου
(6)του άρθρου 39 εφαρμόζονται, τηρουμένων των αναλογιών, και εις την περίπτωσιν δικαιούχου επιδόματος αγνοουμένου δυνάμει του εδαφίου
(1)του παρόντος άρθρου.
(9)Το ύψος του κατά το εδάφιον
(1)καταβλητέου επιδόματος είναι το αυτό ως και το ύψος της συντάξεως χηρείας, το δε ύψος του κατά τα εδάφια
(2)έως
(4)επιδόματος είναι το αυτό ως και το ύψος του δι’ ανάλογον περίπτωσιν επιδόματος ορφανίας. 41/1980 116/1985 199/1987 ΜΕΡΟΣ IV ΠΑΡΟΧΑΙ ΛΟΓΩ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΩΝ ΒΛΑΒΩΝ Είδη και ύψος παροχών 43.-
(1)Αι δυνάμει του παρόντος Μέρους παροχαί είναι αι ακόλουθοι: (α) επίδομα σωματικής βλάβης˙ (β) παροχαί λόγω αναπηρίας˙ (γ) παροχαί λόγω θανάτου.
(2)Αι παροχαί λόγω αναπηρίας περιλαμβάνουν σύνταξιν αναπηρίας και βοήθημα αναπηρίας, αι δε παροχαί λόγω θανάτου σύνταξιν χήρας ή χήρου, επίδομα ορφανίας και σύνταξιν γονέως.
(3)(α) Το εβδομαδιαίον ύψος της βασικής και συμπληρωματικής παροχής του επιδόματος σωματικής βλάβης εξευρίσκεται ως καθορίζεται εις το Μέρος Ι του Πέμπτου Πίνακος˙ (β) το εβδομαδιαίον ύψος της βασικής και συμπληρωματικής παροχής των παροχών λόγω θανάτου και της συντάξεως αναπηρίας εξευρίσκεται ως καθορίζεται εις τα Μέρη ΙΙ και IV, αντιστοίχως, του Πέμπτου Πίνακος˙ (γ) το ποσόν του βοηθήματος αναπηρίας εμφαίνεται εις το Μέρος ΙΙΙ του Πέμπτου Πίνακος.
(4)Διά τον υπολογισμόν του ύψους του επιδόματος σωματικής βλάβης και της συντάξεως αναπηρίας λαμβάνονται υπ’ όψιν πληρωθείσαι ασφαλιστέαι αποδοχαί αι οποίαι υπολογίζονται διά σκοπούς επιδόματος ασθενείας. 41/1980 11/1983 7/1984 Έννοια επαγγελματικού ατυχήματος 44.-
(1)Διά τους σκοπούς του παρόντος Μέρους επαγγελματικόν ατύχημα σημαίνει ατύχημα προκληθέν ως εκ της απασχολήσεως και εν τη απασχολήσει μισθωτού.
(2)Ατύχημα τι επισυμβάν εν τη απασχολήσει μισθωτού τινος λογίζεται, ελλείψει αποδείξεως περί το εναντίον, επαγγελματικόν ατύχημα.
(3)Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(1), ατύχημα τι λογίζεται επαγγελματικόν ατύχημα ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι τούτο επισυνέβη καθ’ ον χρόνον ο μισθωτός ενήργει κατά παράβασιν οιασδήποτε διατάξεως νόμου ή κανονισμού ή οδηγιών δοθεισών υπό του εργοδότου του ή εκ μέρους αυτού, αφορωσών εις την απασχόλησιν του μισθωτού.
(4)Ατύχημα τι, επισυμβάν εν Κύπρω καθ’ ον χρόνον μισθωτός μεταβαίνει εις τον τόπον της εργασίας αυτού ή επιστρέφει εκ τούτου, λογίζεται επαγγελματικόν ατύχημα ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι ο μισθωτός ουδεμίαν υποχρέωσιν υπέχει έναντι του εργοδότου αυτού, όπως χρησιμοποιή ειδικήν τινα διαδρομήν ή μέσον: Νοείται ότι ατύχημα ούτως επισυμβάν, δεν λογίζεται επαγγελματικόν ατύχημα, εάν ο μισθωτός εγκατέλειψε τον τόπον εργασίας αυτού κατά την διάρκειαν του ωραρίου εργασίας διά σκοπόν άσχετον προς την απασχόλησιν αυτού.
(5)Ατύχημα τι επισυμβάν εις μισθωτόν εν τω τόπω ή περί τον τόπον την απασχολήσεως αυτού, εις ον εκάστοτε απασχολείται διά τους σκοπούς της εργασίας ή επιχειρήσεως του εργοδότου, λογίζεται επαγγελματικόν ατύχημα εφ’ όσον συμβαίνει καθ’ ον χρόνον ο μισθωτός ούτος λαμβάνει μέτρα προς αντιμετώπισιν πραγματικής ή νομιζομένης εκτάκτου καταστάσεως εν τω ή περί τω τοιούτω τόπω απασχολήσεως, προς διάσωσιν, παροχήν αρωγής ή προστασίας εις πρόσωπα, άτινα υπέστησαν ή πιστεύεται ότι υπέστησαν ή ότι πιθανόν να υποστώσι, σωματικήν βλάβην ή άτινα ευρίσκονται ή πιθανόν να ευρεθώσιν εν κινδύνω ή προς αποτροπήν ή περιορισμόν σοβαράς ζημίας εις περιουσίαν.
(6)Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 55, ατύχημα επισυμβάν ως εκ της απασχολήσεως και εν τη απασχολήσει μισθωτού εκτός της Κύπρου δεν λογίζεται επαγγελματικόν ατύχημα. 41/1980 Επίδομα σωματικής βλάβης 45.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Νόμου, οσάκις μισθωτός υφίσταται σωματικήν βλάβην συνεπεία επαγγελματικού ατυχήματος, ούτος δικαιούται εις επίδομα σωματικής βλάβης δι’ εκάστην ημέραν, καθ’ ην συνεπεία της σχετικής σωματικής βλάβης ην υπέστη είναι ανίκανος προς εργασίαν και διά χρονικόν διάστημα δώδεκα μηνών αφ’ ης επισυνέβη το σχετικόν ατύχημα: Νοείται ότι δεν καταβάλλεται επίδομα σωματικής βλάβης αναφορικώς προς τας τρεις πρώτας ημέρας οιασδήποτε περιόδου διακοπής της απασχολήσεως.
(2)Μισθωτός τις δεν δικαιούται εις επίδομα σωματικής βλάβης δι’ οιονδήποτε χρονικόν διάστημα καθ’ ο λαμβάνει πλήρεις αποδοχάς παρά του εργοδότου αυτού, εν η δε περιπτώσει ο εργοδότης καταβάλλει προς αυτόν μέρος μόνον των αποδοχών, το επίδομα σωματικής βλάβης μειούται κατά το ποσόν κατά το οποίον το άθροισμα του επιδόματος και του καταβαλλομένου μέρους αποδοχών υπερβαίνει τας πλήρεις αποδοχάς του μισθωτού.
(3)Εάν ο μισθωτός κατέστη ανίκανος προς εργασίαν καθ’ οιονδήποτε χρόνον της ημέρας του ατυχήματος, η τοιαύτη ημέρα λογίζεται ως ημέρα ανικανότητος προς εργασίαν. 41/1980 Παροχαί λόγω αναπηρίας 46.-
(1)Οσάκις μισθωτός υφίσταται σωματικήν βλάβην, συνεπεία επαγγελματικού ατυχήματος, δικαιούται εις παροχάς λόγω αναπηρίας, εάν συνεπεία της σχετικής σωματικής βλάβης ην υπέστη, την τετάρτην ημέραν αφ’ ης επισυνέβη το σχετικόν ατύχημα ή καθ’ οιανδήποτε μεταγενεστέραν ημέραν, πάσχη εξ απωλείας φυσικής ή πνευματικής τινος ικανότητος και την ημέραν ταύτην δεν δικαιούται εις επίδομα σωματικής βλάβης εξαιρουμένης ημέρας εφ’ ης εφαρμόζεται η επιφύλαξις του εδαφίου
(1)του άρθρου 45: Νοείται ότι διά τους σκοπούς του παρόντος άρθρου λογίζεται ότι δεν επήλθεν απώλεια ικανότητος τινος καθ’ οιονδήποτε χρόνον οσάκις η έκτασις της προκυψάσης αναπηρίας, υπολογιζομένη συμφώνως ταις εν τοις εφεξής διατάξεσι του παρόντος άρθρου, ανέρχεται εις ποσοστόν κατώτερον των δέκα επί τοις εκατόν.
(2)Διά τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, η έκτασις της αναπηρίας υπολογίζεται εάν επί της αναπηρίας, ην υπέστη ο αιτών συνεπεία της σχετικής απωλείας ικανότητος, εφαρμοσθώσιν αι ακόλουθοι γενικαί αρχαί: (α) τηρουμένων των εν τοις εφεξής διατάξεων του παρόντος εδαφίου, λαμβάνονται υπ’ όψιν μόνον αι αναπηρίαι (επαγόμεναι απώλειαν της προς το κερδαίνειν ικανότητος ή προσθέτους δαπάνας, ή μη) τας οποίας ο αιτών λαμβανομένων υπ’ όψιν της φυσικής και πνευματικής αυτού καταστάσεως την ημέραν του υπολογισμού, παρουσιάζει κατά την περίοδον ήτις λαμβάνεται ως βάσις του υπολογισμού εν συγκρίσει προς πρόσωπον της αυτής ηλικίας και φύλου, ούτινος η φυσική και πνευματική κατάστασις είναι κανονική˙ (β) τηρουμένων των διατάξεων του αμέσως επομένου εδαφίου, πάσα τοιαύτη αναπηρία θεωρείται το αποτέλεσμα της σχετικής απωλείας ικανότητος, εξαιρουμένων των περιπτώσεων καθ’ ας ο αιτών- (
  1. i)εν πάση περιπτώσει θα υφίστατο τοιαύτην αναπηρίαν συνεπεία εκ γενετής τινος ανωμαλίας ή συνεπεία σωματικής βλάβης ην υπέστη ή νόσου υφ’ ης προσεβλήθη προ του σχετικού ατυχήματος˙ ή (
  2. ii)δεν θα υφίστατο τοιαύτην αναπηρίαν εάν μετά το ατύχημα δεν υφίστατο σωματικήν βλάβην ή δεν προσεβάλλετο υπό νόσου ουχί αποδοτέας εις το τοιούτον ατύχημα˙ (γ) ο υπολογισμός διενεργείται άνευ οιασδήποτε αναφοράς εις ετέραν ειδικήν κατάστασιν του αιτούντος, πλην της ηλικίας, του φύλου και της φυσικής και πνευματικής αυτού καταστάσεως˙ (δ) το ποσοστόν αναπηρίας διά τας εν τω Έκτω Πίνακι, εκτιθεμένας απωλείας ικανότητος είναι το έναντι εκάστης τούτων αναγραφόμενον ποσοστόν επί τοις εκατόν, αι δε λοιπαί αναπηρίαι υπολογίζονται αναλόγως˙ και (ε) κατά τον υπολογισμόν του βαθμού αναπηρίας δέον όπως λαμβάνηται υπ’ όψιν και τυχόν προκληθείσα παραμόρφωσις.
(3)Διά τον υπολογισμόν της εκτάσεως της αναπηρίας του αιτούντος λαμβάνεται υπ’ όψιν χρονικόν διάστημα αρχόμενον ουχί ενωρίτερον της τετάρτης ημέρας αφ’ ης επισυνέβη το σχετικόν ατύχημα καθ’ ην ο αιτών πάσχει, και δύναται να αναμένηται ότι θα εξακολουθήση πάσχων, εκ της σχετικής απωλείας ικανότητος: Νοείται ότι εάν κατά τον υπολογισμόν του βαθμού αναπηρίας του αιτούντος, η κατάστασις τούτου δεν είναι τοιαύτη, λαμβανομένων υπ’ όψιν των δυνατών να επέλθωσιν εις τοιαύτην κατάστασιν μεταβολών (προβλεπτών ή μη), ώστε να επιτρέπη την διενέργειαν οριστικού υπολογισμού δι’ ολόκληρον το ως είρηται χρονικόν διάστημα- (α) διενεργείται προσωρινός υπολογισμός με βάσιν έτερον βραχύτερον διάστημα, όπερ κρίνεται εύλογον, λαμβανομένων υπ’ όψιν της καταστάσεως του αιτούντος και της ως εν τοις ανωτέρω δυνατότητος μεταβολής της τοιαύτης καταστάσεως˙ και (β) ως βάσις του επομένου υπολογισμού λαμβάνεται χρονικόν διάστημα αρχόμενον άμα τη λήξει του συνιστώντος την βάσιν του προσωρινού υπολογισμού διαστήματος.
(4)Ο υπολογισμός εκθέτει τον βαθμόν αναπηρίας εις εκατοστιαίαν αναλογίαν, καθορίζει δε ωσαύτως το συνιστών την βάσιν του υπολογισμού χρονικόν διάστημα και, οσάκις το τοιούτο διάστημα περατούται καθ’ ωρισμένην ημερομηνίαν, εάν ο υπολογισμός είναι προσωρινός ή οριστικός: Νοείται ότι διά τον συμφώνως τω παρόντι άρθρω καθορισμόν των επί παροχών λόγω αναπηρίας δικαιωμάτων του αιτούντος τα αφορώντα εις την εκατοστιαίαν αναλογίαν και χρονικόν διάστημα αναπηρίας στοιχεία δεν εξειδικεύονται πλέον του δέοντος.
(5)Οσάκις εξευρίσκεται ότι η έκτασις της αναπηρίας διά το συνιστών την βάσιν του υπολογισμού χρονικόν διάστημα, ανέρχεται εις εκατοστιαίαν αναλογίαν κατωτέραν των είκοσι επί τοις εκατόν, η παροχή λόγω αναπηρίας καταβάλλεται υπό μορφήν εφ’ άπαξ βοηθήματος (εν τω παρόντι Νόμω καλουμένη “βοήθημα αναπηρίας”), του οποίου το ποσόν καθορίζεται εν τω Μέρει ΙΙΙ του Πέμπτου Πίνακος: Νοείται ότι το ποσόν του βοηθήματος δι’ οιονδήποτε χρονικόν διάστημα υπολογισμού βραχύτερον των επτά ετών, μειούται κατά τον λόγον του διαστήματος τούτου προς διάστημα επτά ετών.
(6)Οσάκις εξευρίσκεται ότι η έκτασις της αναπηρίας διά το συνιστών την βάσιν του υπολογισμού χρονικόν διάστημα ανέρχεται εις εκατοστιαίαν αναλογίαν είκοσι επί τοις εκατόν ή μείζονα τοιαύτην, η παροχή λόγω αναπηρίας είναι εβδομαδιαία σύνταξις (εν τω παρόντι Νόμω καλουμένη “σύνταξις αναπηρίας”), το ύψος της οποίας εξευρίσκεται ως καθορίζεται εν τω Μέρει IV του Πέμπτου Πίνακος: Νοείται ότι οσάκις το χρονικόν τούτο διάστημα λήγη καθ’ ωρισμένην ημερομηνίαν, η σύνταξις παύει διά του θανάτου του δικαιούχου προ της ημερομηνίας ταύτης. 41/1980 11/1983 Μερική αναπηρία λογιζομένη ως ολική 47.-
(1)Οσάκις δικαιούχος συντάξεως αναπηρίας υπολογισθείσης εις εκατοστιαίαν αναλογίαν κατωτέραν των εκατόν επί τοις εκατόν, εισέρχεται εις νοσοκομείον ή παρόμοιον ίδρυμα διά να υποστή εγκεκριμένη νοσοκομειακήν ή ετέραν νοσηλείαν, καθ’ άπαν το χρονικόν διάστημα της νοσηλείας η τοιαύτη αναλογία λογίζεται ως υπολογισθείσα εις εκατόν επί τοις εκατόν.
(2)Οσάκις δικαιούχος συντάξεως αναπηρίας υπολογισθείσης εις ποσοστόν έλασσον των εκατόν επί τοις εκατόν τη απαιτήσει του Διευθυντού δυνάμει του άρθρου 52 συμμετέχη εις μαθητείαν τακτικής επαγγελματικής εκπαιδεύσεως ή αναπροσαρμογής, διά το χρονικόν διάστημα καθ’ ο ούτος υποχρεούται υπό του Διευθυντού όπως συμμετέχη εις τοιαύτην μαθητείαν ή αναπροσαρμογήν, η αναπηρία αυτού λογίζεται ως αναπηρία βαθμού εκατόν επί τοις εκατόν.
(3)Οσάκις δικαιούχος συντάξεως αναπηρίας οφειλομένης εις σωματικήν βλάβην προκληθείσαν κατά ή μετά την ορισθείσαν ημερομηνίαν και υπολογισθείσης εις ποσοστόν έλασσον των εκατόν επί τοις εκατόν είναι ανίκανος και προβλέπεται να παραμείνη μονίμως ανίκανος προς εργασίαν, εν τη εννοία του εδαφίου
(5)του άρθρου 38, η αναπηρία του, εάν τούτο είναι ευεργετικώτερον, λογίζεται ως αναπηρία βαθμού ίσου προς το ποσοστόν εις το οποίον θα υπελογίζετο η σύνταξις ανικανότητος εις την περίπτωσιν του, εφ’ όσον η τοιαύτη ανικανότης οφείλεται αποκλειστικώς ή κατά κύριον λόγον εις την εν λόγω αναπηρίαν. 41/1980 116/1985 96/1989 Προσαύξησις συντάξεως αναπηρίας λόγω τακτικής μερίμνης 48.-
(1)Το εβδομαδιαίον ύψος της συντάξεως αναπηρίας της καταβαλλομένης δι’ αναπηρίαν βαθμού εκατόν επί τοις εκατόν, αυξάνεται κατά £7.18 εβδομαδιαίως, εάν συνεπεία της σχετικής απωλείας ικανότητος ο δικαιούχος έχη ανάγκην τακτικής βοηθείας ή μερίμνης.
(2)Πάσα αύξησις συντάξεως, δυνάμει του παρόντος άρθρου χορηγείται δι’ ο χρονικόν διάστημα ο εξεταστής απαιτήσεων ήθελε καθορίσει κατά τον χρόνον της χορηγήσεως της συντάξεως αναπηρίας, δύναται δε να ανανεούται από καιρού εις καιρόν: Νοείται ότι δεν καταβάλλεται τοιαύτη αύξησις εφ’ όσον ο δικαιούχος τυγχάνει δωρεάν ιατρικής νοσηλείας εντός νοσοκομείου ή παρομοίου ιδρύματος. 41/1980 11/1983 7/1984 Παροχαί λόγω θανάτου 49.-
(1)Οσάκις μισθωτός υφίσταται σωματικήν βλάβην συνεπεία επαγγελματικού ατυχήματος, η δε σχετική σωματική βλάβη επάγεται τον θάνατον αυτού, καταβάλλονται παροχαί λόγω θανάτου εις τους επιζώντας αυτού συμφώνως προς τας διατάξεις του παρόντος άρθρου. Νοείται ότι θάνατος δικαιούχου συντάξεως αναπηρίας υπολογισθείσης ή λογισθείσης εις βαθμόν αναπηρίας εκατόν επί τοις εκατόν λογίζεται ως οφειλόμενος εις σωματικήν βλάβην συνεπεία επαγγελματικού ατυχήματος.
(2)Η χήρα του θανόντος δικαιούται εις παροχήν λόγω θανάτου, εάν κατά τον χρόνον του θανάτου του συζύγου αυτής αύτη συνέζη μετ’ αυτού ή συνετηρείτο αποκλειστικώς ή κατά κύριον λόγον υπό του θανόντος.
(3)Η δυνάμει του εδαφίου
(2)παροχή λόγω θανάτου είναι:- (α) σύνταξις (εν τω παρόντι Νόμω καλουμένη “σύνταξις χήρας”) αρχομένη από του θανάτου του συζύγου, καταβλητέα εφ’ όρου ζωής ή μέχρι της συνάψεως νέου γάμου˙ και (β) εφ’ άπαξ ποσόν καταβλητέον άμα τω τερματισμώ της συντάξεως συνεπεία συνάψεως νέου γάμου, ίσον προς το γινόμενον του εβδομαδιαίου ύψους της συντάξεως εις ην εδικαιούτο αμέσως προ του νέου γάμου, επί τον αριθμόν 52, εξαιρουμένης, όμως, οιασδήποτε αυξήσεως δι’ εξαρτωμένους.
(4)Ο χήρος θανούσης δικαιούται εις παροχήν λόγω θανάτου εάν κατά τον θάνατον της συζύγου αυτού ούτος- (α) ήτο μονίμως ανίκανος να συντηρήση εαυτόν˙ και (β) συνετηρείτο αποκλειστικώς ή κατά κύριον λόγον υπ’ αυτής ή ούτω θα συνετηρείτο εάν δεν επισυνέβαινε το σχετικόν ατύχημα.
(5)Η δυνάμει του εδαφίου
(4)παροχή λόγω θανάτου είναι σύνταξις (εν τω παρόντι Νόμω καλουμένη “σύνταξις χήρου”) αρχομένη από του θανάτου της συζύγου και καταβλητέα εφ’ όρου ζωής.
(6)(α) Εάν ο θανών καταλείπη ανήλικον τέκνον του οποίου και ο έτερος γονεύς απεβίωσε, χορηγείται επίδομα ορφανίας διά το εν λόγω τέκνον. (β) Επίδομα ορφανίας χορηγείται και δι’ ανήλικον του οποίου ο εις μόνον γονεύς απεβίωσε λόγω της σχετικής σωματικής βλάβης, εφ’ όσον ο ανήλικος συνετηρείτο εξ ολοκλήρου ή κατά κύριον λόγον υπό του αποβιώσαντος γονέως κατά τον χρόνον του θανάτου του και ο επιζών γονεύς δεν συνέζη μετά του αποβιώσαντος γονέως. (γ) Όταν ο θάνατος του ησφαλισμένου δεν παρέχη δικαίωμα εις σύνταξιν χήρας ή χήρου ή εις επίδομα ορφανίας δυνάμει της παραγράφου (α) ή της παραγράφου (β), χορηγείται επίδομα ορφανίας δι’ έκαστον ανήλικον τέκνον του αποβιώσαντος ησφαλισμένου αναφορικώς προς το οποίον θα ήτο καταβλητέα αύξησις συντάξεως χήρας ή χήρου δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 59. (δ) Το εν τη παραγράφω (γ) αναφερόμενον επίδομα ορφανίας χορηγείται και εις περίπτωσιν καθ’ ην η σύνταξις χήρας η καταβλητέα αναφορικώς προς τον θάνατον του γονέως ετερματίσθη ή τερματίζεται δυνάμει της παραγράφου (β) του εδαφίου
(3). (ε) Το κατά το παρόν άρθρον επίδομα αναφορικώς προς ανήλικον μη συμπληρώσαντα το δέκατον όγδοον έτος της ηλικίας του ή ανήλικον ο οποίος είναι δι’ οιονδήποτε λόγον ανίκανος να ενεργήση, καταβάλλεται εις το πρόσωπον το έχον την επιμέλειαν του ανηλίκου, εις οιανδήποτε δε ετέραν περίπτωσιν καταβάλλεται εις τον ανήλικον. (στ) Εις περίπτωσιν κτήσεως ή ανακτήσεως δικαιώματος εις επίδομα ορφανίας δυνάμει του παρόντος εδαφίου παν ποσόν καταβληθέν εν σχέσει προς τον ανήλικον δυνάμει της παραγράφου (β) του εδαφίου
(3)ή του εδαφίου
(7)του παρόντος άρθρου, λογίζεται ως καταβληθέν δυνάμει των παραγράφων (α) έως (δ), αναλόγως της περιπτώσεως, καθ’ ην έκτασιν η αντίστοιχος περίοδος συμπίπτει μετά της περιόδου καταβολής επιδόματος μετά την εν λόγω κτήσιν ή ανάκτησιν.
(7)Παν πρόσωπον αναφορικώς προς το οποίον καταβάλλεται επίδομα ορφανίας δυνάμει της παραγράφου (α) ή της παραγράφου (β) του εδαφίου
(6), παύον να είναι ανήλικον, άλλως ή λόγω θανάτου, προ της υπ’ αυτού συμπληρώσεως της ηλικίας των δεκαεπτά ετών, δικαιούται εις εφ’ άπαξ ποσόν ίσον προς το γινόμενον του εβδομαδιαίου ύψους του επιδόματος ορφανίας επί τον αριθμόν 52 ή τον αριθμόν των εβδομάδων διά τον οποίον θα κατεβάλλετο επίδομα ορφανίας μέχρι της υπ’ αυτού συμπληρώσεως της ηλικίας των δεκαεπτά ετών, εάν ο τελευταίος αριθμός είναι μικρότερος του αριθμού 52.
(8)Εάν ο θανών δεν καταλείπη σύζυγον ή ανήλικον ο γονεύς του θανόντος δικαιούται παροχής λόγω θανάτου εάν κατά τον χρόνον του θανάτου ούτος συνετηρείτο αποκλειστικώς ή κατά κύριον λόγον υπό του θανόντος ή ούτω θα συνετηρείτο εάν δεν επισυνέβαινε το ατύχημα.
(9)Η δυνάμει του εδαφίου
(8)παροχή λόγω θανάτου είναι σύνταξις (εν τω παρόντι Νόμω καλουμένη “σύνταξις γονέως”) αρχομένη από του θανάτου του ησφαλισμένου και καταβλητέα εφ’ όρου ζωής, ή εις την περίπτωσιν μητρός, μέχρις ου αύτη συνέλθη εις νέον γάμον ή εις γάμον.
(10)Το εβδομαδιαίον ύψος των παροχών λόγω θανάτου εξευρίσκεται ως καθορίζεται εις το Μέρος ΙΙ του Πέμπτου Πίνακος. 41/1980 11/1983 199/1987 Γνωστοποίησις ατυχημάτων υπό ησφαλισμένων 50.-
(1)Πας ησφαλισμένος υφιστάμενος σωματικήν βλάβην εξ επαγγελματικού ατυχήματος αναφορικώς προς ο ο παρών Νόμος προνοεί την καταβολήν παροχών υπέχει υποχρέωσιν όπως το ταχύτερον δυνατόν αφ’ ης επισυνέβη το ατύχημα, γνωστοποιήση τούτο: Νοείται ότι αντί του υπέχοντος την προς τούτο υποχρέωσιν ησφαλισμένου η τοιαύτη γνωστοποίησις δύναται να γίνη παρ’ ετέρου τινός προσώπου ενεργούντος εκ μέρους ή διά λογαριασμόν αυτού.
(2)Η γνωστοποίησις γίνεται προς τον εργοδότην, ή (εν περιπτώσει πλειόνων εργοδοτών) εις ένα των εργοδοτών, ή εις οιονδήποτε επιστάτην ή έτερον υπάλληλον υπό την εποπτείαν του οποίου ειργάζετο ο ησφαλισμένος καθ’ ον χρόνον επισυνέβη το ατύχημα, ή εις οιονδήποτε πρόσωπον επί τούτω υποδεικνυόμενον υπό του εργοδότου και διαλαμβάνει άπαντα τα προς τούτο αναγκαία στοιχεία. 41/1980 Ανάρτησις περιλήψεως ωρισμένων διατάξεων εις τόπους εργασίας 51.-
(1)Έκαστος διευθυντής εν τη εννοία του εδαφίου
(2)τηρεί ανηρτημένην εις περίοπτον μέρος του τόπου απασχολήσεως ή πλησίον αυτού ένθα ευχερώς να δύναται να αναγνωσθή υφ’ απάντων των απασχολουμένων περίληψιν εκάστοτε εκδιδομένην υπό του Διευθυντού και περιλαμβάνουσαν τας υπό του παρόντος Νόμου επιβαλλομένας υποχρεώσεις καθ’ όσον αφορά εις τας γνωστοποιήσεις ατυχημάτων και την υποβολήν αιτήσεων.
(2)Διά τους σκοπούς του εδαφίου
(1), ο όρος “διευθυντής” σημαίνει το πρόσωπον, εταιρείαν, οργανισμόν ή συνεταιρισμόν όστις είναι υπεύθυνος δι’ οιονδήποτε μεταλλείον, λατομείον, εργοστάσιον, εργαστήριον ή έτερον τόπον απασχολήσεως, ή εις ον ανήκει η τοιαύτη επιχείρησις, περιλαμβάνει δε τον διευθυντήν, αντιπρόσωπον ή παν έτερον πρόσωπον κατέχον ή κατ’ εμφάνισιν κατέχον την γενικήν διεύθυνσιν ή έλεγχον μεταλλείου, λατομείου, εργοστασίου, εργαστηρίου ή ετέρου τινος τόπου απασχολήσεως. 41/1980 Υποχρεώσεις αιτούντων και δικαιούχων παροχών λόγω σωματικής βλάβης ή αναπηρίας 52.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος άρθρου, έκαστος αιτών επίδομα σωματικής βλάβης ή παροχάς λόγω αναπηρίας και έκαστος δικαιούχος λαμβάνων τοιούτον επίδομα ή παροχάς, οφείλει να συμμορφούται προς πάσαν οδηγίαν εκδιδομένην αυτώ υπό του Διευθυντού, δυνάμει της οποίας ούτος υπέχει υποχρέωσιν όπως- (α) υποβάλη εαυτόν εις ιατρικήν εξέτασιν, ίνα καθορισθή το αποτέλεσμα του σχετικού ατυχήματος ή η προσήκουσα εις την σχετικήν σωματικήν βλάβην ή απώλειαν ικανότητος περίθαλψις˙ ή (β) υποβάλη εαυτόν εις την προσήκουσαν διά την ως είρηται σωματικήν βλάβην ή απώλειαν ικανότητος ιατρικήν περίθαλψιν καθοριζομένην αναλόγως της περιπτώσεως υπό του θεράποντος ιατρού ή υπό ετέρου ιατρού ή Ιατρικού Συμβουλίου εις το οποίον υπέβαλεν εαυτόν προς εξέτασιν, συμφώνως ταις προηγουμέναις διατάξεσι του παρόντος Νόμου˙ ή (γ) συμμετάσχη εις οιανδήποτε μαθητείαν επαγγελματικής εκπαιδεύσεως ή αναπροσαρμογής ήτις ήθελε τυχόν προνοηθή και κατά την γνώμην του Διευθυντού ενδείκνυται εις την περίπτωσιν αυτού.
(2)Αι οδηγίαι αίτινες απευθύνονται εις τον αιτούντα ή δικαιούχον και εντέλλουσιν αυτόν όπως υποβάλη εαυτόν εις ιατρικήν εξέτασιν, δέον όπως δίδωνται εγγράφως.
(3)Ο αιτών ή δικαιούχος, όστις συμφώνως ταις προηγουμέναις διατάξεσι του παρόντος άρθρου, εντέλλεται όπως υποβάλη εαυτόν εις ιατρικήν εξέτασιν ή τύχη ιατρικής νοσηλείας, είναι υπόχρεως να πράττη ούτω καθ’ οιονδήποτε χρόνον ήθελε ζητηθή τούτο εξ αυτού.
(4)Έκαστος δικαιούχος οφείλει όπως το ταχύτερον δυνατόν γνωστοποιή εγγράφως εις τον Διευθυντήν πάσαν αλλαγήν καταστάσεως, ήτις, ως ευλόγως αναμένεται ότι ούτος γνωρίζει, θα ηδύνατο να επηρεάση την συνέχισιν του δικαιώματος αυτού επί της χορηγουμένης αυτώ παροχής, ή του προς λήψιν της τοιαύτης παροχής δικαιώματος αυτού. 41/1980 96/1989 Καθωρισμέναι νόσοι 53.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(2), εάν πρόσωπον τι προσβληθή υπό τινος των καθωρισμένων νόσων ή βλαβών, εφ’ όσον πρόκειται περί νόσου ή βλάβης οφειλομένης εις την φύσιν καθωρισμένης ως προς την τοιαύτην νόσον ή βλάβην εργασίας εις την οποίαν απησχολήθη ως μισθωτός κατά την 5ην Οκτωβρίου 1964 ή μετέπειτα, καταβάλλονται αυτώ αι δυνάμει των διατάξεων των προηγουμένων άρθρων του παρόντος Μέρους καθοριζόμεναι παροχαί, προς τον σκοπόν δε τούτον εν τοις ειρημένοις άρθροις:- (α) πάσα αναφορά γενομένη εις σωματικήν βλάβην προκληθείσαν συνεπεία επαγγελματικού ατυχήματος θεωρείται ως αναφορά γενομένη και εις νόσον ή βλάβην οφειλομένην εις την φύσιν της απασχολήσεως˙ (β) πάσα αναφορά γενομένη εις την ημερομηνίαν του επαγγελματικού ατυχήματος σημαίνει ωσαύτως- (
  1. i)εάν η πρώτη απαίτηση αναφορικώς προς την νόσον ή βλάβην είναι δι’ επίδομα σωματικής βλάβης, την πρώτην ημέραν από της 5ης Οκτωβρίου, 1964 ή μετέπειτα, καθ’ ην συνεπεία της νόσου ή βλάβης ο αιτών κατέστη ανίκανος προς εργασίαν˙ (
  2. ii)εάν η πρώτη απαίτησις αναφορικώς προς την νόσον ή βλάβην είναι διά παροχάς λόγω αναπηρίας, την πρώτην ημέραν, από της 5ης Οκτωβρίου, 1964 ή μετέπειτα, καθ’ ην ο αιτών υπέστη απώλειαν φυσικής ή πνευματικής τινος ικανότητος: Νοείται ότι οσάκις πρόσωπον τι απαιτή, επίδομα σωματικής βλάβης αναφορικώς προς

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.