Official sourcescylaw.org · EUR-Lex
Europaius

Ο περί της Παροχής και Χρήσης Υπηρεσιών Πληρωμών και Πρόσβασης στα Συστήματα Πληρωμών Νόμος του 2018 - 31(I)/2018

Εν συντομία

Αυτός ο νόμος εναρμονίζει την κυπριακή νομοθεσία με τις οδηγίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχετικά με τις υπηρεσίες πληρωμών στην εσωτερική αγορά και τις διασυνοριακές πληρωμές. Σκοπός του είναι να ρυθμίσει την παροχή και χρήση υπηρεσιών πληρωμών και την πρόσβαση στα συστήματα πληρωμών.

Τι ρυθμίζει

  • Την εναρμόνιση με την Οδηγία (ΕΕ) 2015/2366 για τις υπηρεσίες πληρωμών στην εσωτερική αγορά.
  • Την εφαρμογή και συμμόρφωση με άρθρα του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 924/2009 για τις διασυνοριακές πληρωμές.
  • Τους ορισμούς βασικών εννοιών που σχετίζονται με τις υπηρεσίες πληρωμών, όπως «άμεση χρέωση», «ίδια κεφάλαια» και «λογαριασμός πληρωμών».
  • Τις απαιτήσεις για τα «ιδρύματα πληρωμών» που έχουν άδεια παροχής υπηρεσιών πληρωμών στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Ποιους αφορά

  • Φυσικά και νομικά πρόσωπα που παρέχουν ή χρησιμοποιούν υπηρεσίες πληρωμών.
  • Ιδρύματα πληρωμών που λειτουργούν εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Βασικά σημεία

  • Ο νόμος αποσκοπεί στην εναρμόνιση με την Οδηγία (ΕΕ) 2015/2366, εξαιρουμένων των Άρθρων 110 έως 113 αυτής.
  • Εφαρμόζει τα Άρθρα 9, 10, 11 και 13 του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 924/2009, όπως τροποποιήθηκε.
  • Τα «ίδια κεφάλαια» ορίζονται σύμφωνα με το Άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 118) του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, με τουλάχιστον 75% του κεφαλαίου κατηγορίας 1 να είναι σε μορφή κεφαλαίου κοινών μετοχών κατηγορίας 1 και η κατηγορία 2 να είναι ίση ή μικρότερη του ενός τρίτου του κεφαλαίου κατηγορίας 1.
  • «Ιδρύματα πληρωμών» είναι νομικά πρόσωπα με άδεια σύμφωνα με το άρθρο 11 για παροχή υπηρεσιών πληρωμών σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Κείμενο νόμου
Κείμενο νόμου

Ο περί της Παροχής και Χρήσης Υπηρεσιών Πληρωμών και Πρόσβασης στα Συστήματα Πληρωμών Νόμος του 2018 - 31(I)/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | Επικοινωνία Κατάλογος Ενοποιημένης Νομοθεσίας Ο περί της Παροχής και Χρήσης Υπηρεσιών Πληρωμών και Πρόσβασης στα Συστήματα Πληρωμών Νόμος του 2018 (31(I)/2018) Περιεχόμενα Πλήρες Κείμενο Εκτύπωση Ιστορικό Τροποποιήσεων 31(I)/2018 32(I)/2019 16(I)/2022 36(I)/2023 16(I)/2025 100(I)/2025 Προοίμιο Για σκοπούς- (α)Εναρμόνισης με την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Οδηγία (ΕΕ) 2015/2366 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 25ης Νοεμβρίου 2015 σχετικά με τις υπηρεσίες πληρωμών στην εσωτερική αγορά, την τροποποίηση των οδηγιών 2002/65/ΕΚ, 2009/110/ΕΚ και 2013/36/ΕΕ και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 και την κατάργηση της οδηγίας 2007/64/ΕΚ», εξαιρουμένων των Άρθρων 110 έως 113 αυτής. και (β) αποτελεσματικής εφαρμογής και συμμόρφωσης με τα Άρθρα 9, 10, 11 και 13 της πράξης της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 924/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Σεπτεμβρίου 2009 για τις διασυνοριακές πληρωμές στην Κοινότητα και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2560/2001», όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 248/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Φεβρουαρίου 2014. Η Βουλή των Αντιπροσώπων ψηφίζει ως ακολούθως: ΜΕΡΟΣ Ι ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ Συνοπτικός τίτλος 1. Ο παρών Νόμος θα αναφέρεται ως ο περί της Παροχής και Χρήσης Υπηρεσιών Πληρωμών και Πρόσβασης στα Συστήματα Πληρωμών Νόμος του 2018. 31(I)/2018 Ερμηνεία 2.-

(1)Στον παρόντα Νόμο, εκτός αν από το κείμενο προκύπτει διαφορετική έννοια- «άμεση χρέωση» σημαίνει την υπηρεσία πληρωμής με την οποία χρεώνεται ο λογαριασμός πληρωμών του πληρωτή, όταν η έναρξη της πράξης πληρωμής διενεργείται από τον δικαιούχο βάσει της συναίνεσης του πληρωτή προς τον δικαιούχο, τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου ή τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών του ίδιου του πληρωτή· «αντιπρόσωπος» σημαίνει το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που παρέχει υπηρεσίες πληρωμών εξ ονόματος ενός ιδρύματος πληρωμών· «αποδοχή πράξεων πληρωμής» σημαίνει υπηρεσία πληρωμών παρεχόμενη από πάροχο υπηρεσιών πληρωμών ο οποίος συνάπτει σύμβαση με έναν δικαιούχο για την αποδοχή και επεξεργασία πράξεων πληρωμής, η οποία καταλήγει σε μεταφορά χρηματικών ποσών στον δικαιούχο· «αποκλειστικό μέσο ταυτοποίησης» σημαίνει τον συνδυασμό γραμμάτων, αριθμών ή συμβόλων που ορίζει στον χρήστη υπηρεσιών πληρωμών ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών και τον οποίο πρέπει να διαβιβάσει ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών για τη βέβαιη ταυτοποίηση άλλου χρήστη υπηρεσιών πληρωμών και/ή του λογαριασμού πληρωμών του τελευταίου για μια πράξη πληρωμής· «αρμόδια αρχή» σημαίνει την αρχή την οποία ορίζει κάθε κράτος μέλος σύμφωνα με τα Άρθρα 22 ή 100 της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/2366, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στον παρόντα Νόμο· «αρμόδια αρχή άλλου κράτους μέλους» σημαίνει την αρμόδια αρχή κράτους μέλους άλλου από τη Δημοκρατία∙ «αυστηρή εξακρίβωση ταυτότητας πελάτη» σημαίνει την εξακρίβωση με βάση τη χρήση δύο ή περισσότερων στοιχείων που αφορούν γνώση (στοιχείο το οποίο μόνο ο χρήστης γνωρίζει), κατοχή (στοιχείο το οποίο μόνο ο χρήστης κατέχει) και κάποιο μοναδικό φυσικό χαρακτηριστικό του (στοιχείο το οποίο ο χρήστης είναι), στοιχεία τα οποία είναι ανεξάρτητα, ως προς το ότι η παραβίαση του ενός δε θέτει σε κίνδυνο την αξιοπιστία των υπολοίπων, και η διαδικασία είναι σχεδιασμένη με τέτοιο τρόπο ώστε να προστατεύεται το απόρρητο των δεδομένων εξακρίβωσης· «Δημοκρατία» σημαίνει την Κυπριακή Δημοκρατία∙ «δικαιούχος» σημαίνει το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που είναι ο τελικός αποδέκτης των χρηματικών ποσών τα οποία αποτελούν αντικείμενο της πράξης πληρωμής· «δίκτυο ηλεκτρονικών επικοινωνιών» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το εδάφιο
(1)του άρθρου 4 του περί Ρυθμίσεως Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών και Ταχυδρομικών Υπηρεσιών Νόμου∙ «ΕΑΤ» σημαίνει την ευρωπαϊκή εποπτική αρχή “Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών” που συγκροτήθηκε με τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1093/2010∙ «έκδοση μέσων πληρωμών» σημαίνει υπηρεσία πληρωμών από πάροχο υπηρεσιών πληρωμών που αναλαμβάνει με σύμβαση να παρέχει στον πληρωτή μέσο πληρωμών για την έναρξη και την επεξεργασία των πράξεων πληρωμής του πληρωτή· «εμπορικό σήμα πληρωμής» σημαίνει κάθε υλική ή ψηφιακή επωνυμία, όρο, σήμα, σύμβολο ή συνδυασμό τους που μπορεί να δηλώνει το σύστημα πληρωμών με κάρτα βάσει του οποίου πραγματοποιούνται οι πράξεις πληρωμής με κάρτα· «εντολή πληρωμής» σημαίνει την οδηγία εκ μέρους του πληρωτή ή του δικαιούχου προς τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών με την οποία του ζητείται να εκτελέσει μια πράξη πληρωμής· «εξακρίβωση» σημαίνει τη διαδικασία που επιτρέπει στον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών να επαληθεύει την ταυτότητα χρήστη υπηρεσιών πληρωμών ή την εγκυρότητα χρήσης συγκεκριμένου μέσου πληρωμών, συμπεριλαμβανομένης της χρήσης των εξατομικευμένων διαπιστευτηρίων ασφαλείας του χρήστη· «εξ αποστάσεως πράξη πληρωμής» σημαίνει πράξη πληρωμής η έναρξη της οποίας διενεργείται μέσω του διαδικτύου ή μέσω συσκευής που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για επικοινωνία εξ αποστάσεως· «εξατομικευμένα διαπιστευτήρια ασφαλείας» σημαίνει εξατομικευμένα στοιχεία που παρέχει ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών σε χρήστη υπηρεσιών πληρωμών με σκοπό την εξακρίβωση· «επιτόκιο αναφοράς» σημαίνει το επιτόκιο που χρησιμοποιείται ως βάση για τον υπολογισμό των τόκων και το οποίο προέρχεται από πηγή διαθέσιμη στο κοινό, την οποία μπορούν να ελέγξουν αμφότερα τα μέρη της σύμβασης παροχής υπηρεσιών πληρωμών· «εργάσιμη ημέρα» σημαίνει την ημέρα κατά την οποία ο σχετικός πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή ή ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου που συμμετέχει στην εκτέλεση πράξης πληρωμής ασκεί επιχειρηματικές δραστηριότητες, όπως απαιτείται για την εκτέλεση της πράξης πληρωμής· «ευαίσθητα δεδομένα πληρωμών» σημαίνει δεδομένα τα οποία περιλαμβάνουν και τα εξατομικευμένα διαπιστευτήρια ασφαλείας και τα οποία μπορεί να χρησιμοποιηθούν για διάπραξη απάτης, ενώ σε σχέση με τις δραστηριότητες των παρόχων υπηρεσιών εκκίνησης πληρωμών και των παρόχων υπηρεσίας πληροφοριών λογαριασμού, το όνομα του δικαιούχου του λογαριασμού και ο αριθμός του λογαριασμού δεν συνιστούν ευαίσθητα δεδομένα πληρωμών· «Ευρωπαϊκή Επιτροπή» σημαίνει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή της Ευρωπαϊκής Ένωσης· «Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα» σημαίνει την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα που λειτουργεί σύμφωνα με τη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση· «ημερομηνία αξίας» σημαίνει το χρονικό σημείο αναφοράς που χρησιμοποιεί ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών για τον υπολογισμό των τόκων επί των χρηματικών ποσών που χρεώνεται ή πιστώνεται ένας λογαριασμός πληρωμών· «ίδια κεφάλαια» σημαίνει τα ίδια κεφάλαια, όπως ορίζονται στο Άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 118) του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, όπου τουλάχιστον το εβδομήντα πέντε τοις εκατόν (75%) του κεφαλαίου της κατηγορίας 1 έχει τη μορφή κεφαλαίου κοινών μετοχών της κατηγορίας 1, όπως αναφέρεται στο Άρθρο 50 του εν λόγω Κανονισμού και η κατηγορία 2 είναι ίση ή μικρότερη του ενός τρίτου του κεφαλαίου της κατηγορίας 1· «ιδρύματα πληρωμών» σημαίνει τα νομικά πρόσωπα που έχουν λάβει άδεια, σύμφωνα με το άρθρο 11, παροχής και εκτέλεσης υπηρεσιών πληρωμών σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση· «Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1093/2010» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 24ης Νοεμβρίου 2010 σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών), την τροποποίηση της απόφασης αριθ. 716/2009/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 2009/78/ΕΚ της Επιτροπής», όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την Οδηγία (ΕΕ) 2015/2366∙ «Κανονισμός (ΕΕ) 2015/751» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Κανονισμός (ΕΕ) 2015/751 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 29ης Απριλίου 2015, σχετικά με τις διατραπεζικές προμήθειες για πράξεις πληρωμών με κάρτες»∙ «Κανονισμός (ΕΕ) 2015/847» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Κανονισμός (ΕΕ) 2015/847 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 20ής Μαΐου 2015 περί στοιχείων που συνοδεύουν τις μεταφορές χρηματικών ποσών και περί κατάργησης του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1781/2006»∙ «Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 241/2014» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Κατ’ εξουσιοδότηση Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 241/2014 της Επιτροπής της 7ης Ιανουαρίου 2014 για τη συμπλήρωση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου όσον αφορά τα ρυθμιστικά τεχνικά πρότυπα για τις απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων για ιδρύματα», όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον Κατ’ εξουσιοδότηση Κανονισμό (ΕΕ) 2015/923 της Επιτροπής της 11ης Μαρτίου 2015∙ «Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 260/2012» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 260/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 14ης Μαρτίου 2012 σχετικά με την καθιέρωση τεχνικών απαιτήσεων και επιχειρηματικών κανόνων για τις μεταφορές πίστωσης και τις άμεσες χρεώσεις σε ευρώ και με την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 924/2009», όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 248/2014∙ «Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 575/2013» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων και την τροποποίηση του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012», όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον Εκτελεστικό Κανονισμό (ΕΕ) 2016/2227 της Επιτροπής της 9ης Δεκεμβρίου 2016∙ «Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1606/2002» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1602/2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 19ης Ιουλίου 2002 για την εφαρμογή διεθνών λογιστικών προτύπων», όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 297/2008 του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και του Συμβουλίου της 11ης Μαρτίου 2008∙ «Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 45/2001» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 18ης Δεκεμβρίου 2000 σχετικά με την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα όργανα και τους οργανισμούς της Κοινότητας και σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών»∙ «Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 924/2009» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 924/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Σεπτεμβρίου 2009 για τις διασυνοριακές πληρωμές στην κοινότητα και την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2560/2001»∙ «Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 2022/2554» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο “Κανονισμός (ΕΕ) 2022/2554 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 14ης Δεκεμβρίου 2022 σχετικά με την ψηφιακή επιχειρησιακή ανθεκτικότητα του χρηματοοικονομικού τομέα και την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 1060/2009, (ΕΕ) αριθ. 648/2012, (ΕΕ) αριθ. 600/2014, (ΕΕ) αριθ. 909/2014 και (ΕΕ) 2016/1011”· «καταναλωτής» σημαίνει το φυσικό πρόσωπο που δεν ενεργεί για εμπορικούς, επιχειρηματικούς ή επαγγελματικούς σκοπούς όσον αφορά συμβάσεις υπηρεσιών πληρωμών που καλύπτονται από τον παρόντα Νόμο· «Κεντρική Τράπεζα» σημαίνει την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου∙ «κίνδυνος ΤΠΕ» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το Άρθρο 3, σημείο 5) του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 2022/2554· «κράτος μέλος» σημαίνει κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή άλλο κράτος που είναι συμβαλλόμενο μέρος στη Συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, η οποία υπογράφηκε στο Οπόρτο στις 2 Μαΐου 1992 και προσαρμόστηκε από το Πρωτόκολλο το οποίο υπογράφηκε στις Βρυξέλλες τη 17η Μαΐου 1993· «κράτος μέλος προέλευσης» σημαίνει το κράτος μέλος στο οποίο βρίσκεται η καταστατική έδρα του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών ή, αν βάσει του δικαίου κράτους μέλους ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών δε διαθέτει καταστατική έδρα, το κράτος μέλος στο οποίο βρίσκονται τα κεντρικά γραφεία του· «κράτος μέλος υποδοχής» σημαίνει το κράτος μέλος, πλην του κράτους μέλους προέλευσης, στο οποίο ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών διαθέτει αντιπρόσωπο ή υποκατάστημα ή παρέχει υπηρεσίες πληρωμών· «λογαριασμός πληρωμών» σημαίνει τον λογαριασμό που τηρείται στο όνομα ενός ή περισσότερων χρηστών υπηρεσιών πληρωμών και χρησιμοποιείται για την εκτέλεση πράξεων πληρωμής· «μέσο επικοινωνίας εξ αποστάσεως» σημαίνει τη μέθοδο η οποία μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη σύναψη σύμβασης παροχής υπηρεσιών πληρωμών χωρίς την ταυτόχρονη φυσική παρουσία του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών και του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών· «μέσο πληρωμών» σημαίνει εξατομικευμένη συσκευή και/ή σειρά διαδικασιών που έχει συμφωνηθεί μεταξύ του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών και του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών που χρησιμοποιείται για την έναρξη εντολής πληρωμής∙ «μεταφορά πίστωσης» σημαίνει την υπηρεσία πληρωμών για την πίστωση λογαριασμού πληρωμών του δικαιούχου με πράξη πληρωμής ή μια σειρά πράξεων πληρωμής από λογαριασμό πληρωμών του πληρωτή μέσω του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών που τηρεί τον λογαριασμό πληρωμών του πληρωτή βάσει εντολής του πληρωτή· «Οδηγία 2009/110/ΕΚ» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Οδηγία 2009/110/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Σεπτεμβρίου 2009 για την ανάληψη, άσκηση και προληπτική εποπτεία της δραστηριότητας ιδρύματος ηλεκτρονικού χρήματος, την τροποποίηση των Οδηγιών 2005/60/ΕΚ και 2006/48/ΕΚ και την κατάργηση της Οδηγίας 2000/46/ΕΚ», όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την Οδηγία (ΕΕ) 2015/2366∙ «Οδηγία 2013/36/ΕΕ» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Οδηγία 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2013 σχετικά με την πρόσβαση στη δραστηριότητα πιστωτικών ιδρυμάτων και την προληπτική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων, για την τροποποίηση της Οδηγίας 2002/87/ΕΚ και για την κατάργηση των Οδηγιών 2006/48/ΕΚ και 2006/49/ΕΕ», όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την Οδηγία 2015 (ΕΕ) 2015/2366∙ «Οδηγία (ΕΕ) 2015/2366» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Οδηγία (ΕΕ) 2015/2366 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 25ης Νοεμβρίου 2015 σχετικά με υπηρεσίες πληρωμών στην εσωτερική αγορά, την τροποποίηση των Οδηγιών 2002/65/ΕΚ, 2009/110/ΕΚ και 2013/36/ΕΕ, και του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ.1093/2010 και την κατάργηση της Οδηγίας 2007/64/ΕΚ»∙ «Οδηγία (ΕΕ) 2015/849» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Οδηγία (ΕΕ) 2015/849 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Μαΐου 2015, σχετικά με την πρόληψη της χρησιμοποίησης του χρηματοπιστωτικού συστήματος για τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή για τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, την τροποποίηση του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, και την κατάργηση της Οδηγίας 2005/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και της Οδηγίας 2006/70/ΕΚ της Επιτροπής»∙ «Οδηγία 86/635/ΕΟΚ» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Οδηγία 86/635/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 8ης Δεκεμβρίου 1986 για τους ετήσιους και ενοποιημένους λογαριασμούς των τραπεζών και λοιπών άλλων χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων», όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την Οδηγία 2006/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 14ης Ιουνίου 2006∙ «όμιλος» σημαίνει σύνολο επιχειρήσεων που συνδέονται μεταξύ τους κατά την έννοια του άρθρου 142
(1)(β) και του άρθρου 148 του περί Εταιρειών Νόμου ή επιχειρήσεων όπως ορίζονται στα άρθρα 4, 5, 6 και 7 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 241/2014, οι οποίες συνδέονται μεταξύ τους κατά την έννοια του άρθρου 10, παράγραφος 1, ή του άρθρου 113, παράγραφος 6 ή 7, του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· «πάροχος υπηρεσίας εκκίνησης πληρωμής» σημαίνει τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών που ασκεί επιχειρηματικές δραστηριότητες, σύμφωνα με το σημείο 7 του Παραρτήματος Ι· «πάροχος υπηρεσίας πληροφοριών λογαριασμού» σημαίνει τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών που ασκεί επιχειρηματικές δραστηριότητες, σύμφωνα με το σημείο 8 του Παραρτήματος Ι· «πάροχος υπηρεσιών πληρωμών» σημαίνει μία από τις οντότητες που αναφέρονται στο άρθρο 4
(1)ή φυσικό ή νομικό πρόσωπο που τυγχάνει εξαίρεσης, σύμφωνα με το άρθρο 5
(2)ή το άρθρο 34· «πάροχος υπηρεσιών πληρωμών εξυπηρέτησης λογαριασμού» σημαίνει τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών ο οποίος παρέχει και τηρεί λογαριασμό πληρωμής για πληρωτή· «περισσότερα του ενός εμπορικά σήματα» σημαίνει τη συμπερίληψη δύο ή περισσότερων εμπορικών σημάτων πληρωμών ή εφαρμογών πληρωμών του ίδιου εμπορικού σήματος πληρωμής στο ίδιο μέσο πληρωμών· «πιστωτικό ίδρυμα» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το Άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 1) του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· «πληρωτής» σημαίνει το φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο διατηρεί λογαριασμό πληρωμών και επιτρέπει εντολή πληρωμής από αυτό τον λογαριασμό ή, αν δεν υπάρχει λογαριασμός πληρωμών, το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που δίνει εντολή πληρωμής· «πολύ μικρή επιχείρηση» σημαίνει την επιχείρηση η οποία κατά τη στιγμή της σύναψης της σύμβασης παροχής υπηρεσιών πληρωμών είναι επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρου 1 και του άρθρου 2, παράγραφοι 1 και 3 του παραρτήματος της Σύστασης 2003/361/ΕΚ∙ «πράξη πληρωμής» σημαίνει πράξη, η έναρξη της οποίας διενεργείται από τον πληρωτή ή για λογαριασμό του ή από τον δικαιούχο και συνίσταται στη διάθεση, μεταβίβαση ή ανάληψη χρηματικών ποσών, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε υποκείμενη υποχρέωση μεταξύ πληρωτή και δικαιούχου· «σταθερό μέσο» σημαίνει το μέσο που επιτρέπει στον χρήστη υπηρεσιών πληρωμών να αποθηκεύει τις πληροφορίες που του απευθύνονται προσωπικά, ώστε να συνεχίζει να έχει πρόσβαση σε αυτές μελλοντικά για επαρκές χρονικό διάστημα για τους σκοπούς που εξυπηρετούν οι πληροφορίες και να αναπαράγει αυτούσιες τις αποθηκευμένες πληροφορίες· «σύμβαση-πλαίσιο» σημαίνει σύμβαση υπηρεσιών πληρωμών που διέπει τη μελλοντική εκτέλεση μεμονωμένων και διαδοχικών πράξεων πληρωμής, η οποία μπορεί να περιλαμβάνει την υποχρέωση και τους όρους δημιουργίας λογαριασμού πληρωμών· «συναλλαγματική ισοτιμία αναφοράς» σημαίνει τη συναλλαγματική ισοτιμία που χρησιμεύει ως βάση για τον υπολογισμό κάθε ανταλλαγής νομισμάτων, η οποία καθίσταται διαθέσιμη από τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών ή προέρχεται από πηγή διαθέσιμη στο κοινό· «Σύσταση 2003/361/ΕΚ» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Σύσταση της Επιτροπής της 6ης Μαΐου 2003 σχετικά με τον ορισμό των πολύ μικρών, των μικρών και των μεσαίων επιχειρήσεων»∙ «σύστημα πληρωμών» σημαίνει σύστημα μεταφοράς χρηματικών ποσών το οποίο διέπεται από επίσημες τυποποιημένες διαδικασίες και κοινούς κανόνες για την επεξεργασία, τον συμψηφισμό και/ή τον διακανονισμό πράξεων πληρωμής∙ “Υπηρεσία” σημαίνει την Υπηρεσία Προστασίας Καταναλωτή του Υπουργείου Ενέργειας, Εμπορίου και Βιομηχανίας∙ «υπηρεσία εκκίνησης πληρωμής» σημαίνει την υπηρεσία για την έναρξη εντολής πληρωμής κατόπιν αιτήματος του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών σε σχέση με λογαριασμό πληρωμών που τηρείται σε άλλο πάροχο υπηρεσιών πληρωμών∙ «υπηρεσία εμβασμάτων» σημαίνει υπηρεσία πληρωμών κατά την οποία λαμβάνεται χρηματικό ποσό από πληρωτή, χωρίς να δημιουργείται λογαριασμός πληρωμών στο όνομα του πληρωτή ή του δικαιούχου, με μοναδικό σκοπό τη μεταφορά αντίστοιχου ποσού σε δικαιούχο ή σε άλλο πάροχο υπηρεσιών πληρωμών που ενεργεί για λογαριασμό του δικαιούχου και/ή κατά την οποία αυτά τα χρηματικά ποσά λαμβάνονται για λογαριασμό του δικαιούχου και τίθενται στη διάθεσή του· «υπηρεσία πληροφοριών λογαριασμού» σημαίνει τη διαδικτυακή υπηρεσία για την παροχή συγκεντρωτικών πληροφοριών σχετικά με έναν ή περισσότερους λογαριασμούς πληρωμών που τηρεί ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών είτε σε άλλο πάροχο υπηρεσιών πληρωμών, είτε σε περισσότερους του ενός παρόχους υπηρεσιών πληρωμών· «υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο «Υπηρεσίες ηλεκτρονικών υπηρεσιών» από το άρθρο 4
(1)του περί Ρυθμίσεως Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών και Ταχυδρομικών Υπηρεσιών Νόμου· «υπηρεσίες πληρωμών» σημαίνει μία ή περισσότερες από τις επιχειρηματικές δραστηριότητες που αναφέρονται στο Παράρτημα Ι· «υπηρεσίες ΤΠΕ» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το Άρθρο 3, σημείο 21) του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 2022/2554· «υποκατάστημα» σημαίνει τόπο διεξαγωγής επιχειρηματικής δραστηριότητας εκτός των κεντρικών γραφείων ο οποίος είναι τμήμα ιδρύματος πληρωμών, δε διαθέτει νομική προσωπικότητα και ο οποίος διενεργεί απευθείας μερικές ή όλες τις πράξεις που συνιστούν τις δραστηριότητες ενός ιδρύματος πληρωμών, όλοι δε οι τόποι διεξαγωγής επιχειρηματικής δραστηριότητας που έχουν συσταθεί στο ίδιο κράτος μέλος από ίδρυμα πληρωμών με κεντρικά γραφεία σε άλλο κράτος μέλος θεωρούνται ένα και μοναδικό υποκατάστημα· «χρηματικά ποσά» σημαίνει τα χαρτονομίσματα και κέρματα, λογιστικό ή ηλεκτρονικό χρήμα κατά την έννοια του άρθρου 2 του περί Ηλεκτρονικού Χρήματος Νόμου∙ «χρήστης υπηρεσιών πληρωμών» σημαίνει το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που χρησιμοποιεί μία υπηρεσία πληρωμών ως πληρωτής, δικαιούχος ή και με τις δύο ιδιότητες∙ «ψηφιακό περιεχόμενο» σημαίνει τα αγαθά ή τις υπηρεσίες που παράγονται και διατίθενται σε ψηφιακή μορφή των οποίων η χρήση ή κατανάλωση περιορίζεται σε τεχνική συσκευή και που δεν περιλαμβάνουν με κανέναν τρόπο τη χρήση ή την κατανάλωση φυσικών αγαθών ή υπηρεσιών·
(2)Στον παρόντα Νόμο και στις δυνάμει αυτού εκδιδόμενες οδηγίες οποιαδήποτε αναφορά σε Οδηγία, Κανονισμό, Απόφαση ή άλλη νομοθετική πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης σημαίνει την εν λόγω πράξη, όπως εκάστοτε διορθώνεται, τροποποιείται ή αντικαθίσταται, εκτός αν προκύπτει διαφορετική έννοια από το κείμενο.
(3)Στον παρόντα Νόμο και στις δυνάμει αυτού εκδιδόμενες οδηγίες οποιαδήποτε αναφορά σε νόμο ή κανονιστική διοικητική πράξη της Δημοκρατίας σημαίνει τον εν λόγω νόμο ή κανονιστική διοικητική πράξη, εκτός αν προκύπτει διαφορετική έννοια από το κείμενο. 31(I)/2018 32(I)/2019 16(I)/2022 16(I)/2025 Πεδίο εφαρμογής του παρόντος Νόμου 3.-
(1)Ο παρών Νόμος εφαρμόζεται- (α) Στις υπηρεσίες πληρωμών που παρέχονται στη Δημοκρατία∙ και (β) στις υπηρεσίες πληρωμών που παρέχονται σε άλλο κράτος μέλος από πάροχο υπηρεσιών πληρωμών για τον οποίο η Δημοκρατία είναι κράτος μέλος προέλευσης: Νοείται ότι τα Μέρη ΙΙΙ και IV δεν εφαρμόζονται, σε περίπτωση που οι υπηρεσίες πληρωμών παρέχονται από τον εν λόγω πάροχο μέσω υποκαταστήματος ή αντιπροσώπου που λειτουργεί σύμφωνα με το δικαίωμα εγκατάστασης.
(2)Χωρίς επηρεασμό του εδαφίου
(1)- (α) Τα Μέρη ΙΙΙ και IV εφαρμόζονται σε πράξεις πληρωμής στο νόμισμα του κράτους μέλους, όταν τόσο ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή όσο και ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου ή ο μοναδικός πάροχος υπηρεσιών πληρωμών για την πράξη πληρωμής βρίσκονται εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης∙ και (β) το Μέρος ΙΙΙ, εκτός από τα άρθρα 45
(1)(β), 52(β)(v) και 56(α), καθώς και το Μέρος IV, εκτός από τα άρθρα 81 έως 86, εφαρμόζονται σε πράξεις πληρωμής σε νόμισμα που δεν είναι νόμισμα του κράτους μέλους, όταν τόσο ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του πληρωτή όσο και ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών του δικαιούχου ή ο μοναδικός πάροχος υπηρεσιών πληρωμών για την πράξη πληρωμής βρίσκονται εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε ό,τι αφορά τα μέρη της πράξης πληρωμής που πραγματοποιούνται στην Ευρωπαϊκή Ένωση∙ και (γ) το Μέρος ΙΙΙ, εκτός από τα άρθρα 45
(1)(β), 52(β)(v) και (ε)(vii) και 56(α), καθώς και το Μέρος IV, εκτός από το άρθρο 62
(2)και
(4)και τα άρθρα 76, 77, 81, 83
(1), 89 και 92, εφαρμόζονται σε πράξεις πληρωμής σε όλα τα νομίσματα, όταν μόνο ο ένας από τους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών βρίσκεται εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε ό,τι αφορά τα μέρη της πράξης πληρωμής που πραγματοποιούνται στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
(3)Ο παρών Νόμος δεν εφαρμόζεται- (α) Σε πράξεις πληρωμών που διενεργούνται αποκλειστικά σε μετρητά απευθείας από τον πληρωτή στον δικαιούχο χωρίς καμία ενδιάμεση παρέμβαση· (β) σε πράξεις πληρωμών από τον πληρωτή στον δικαιούχο μέσω εμπορικού αντιπροσώπου εξουσιοδοτημένου μέσω συμφωνίας να διαπραγματεύεται ή να συνάπτει την πώληση ή αγορά αγαθών ή υπηρεσιών εκ μέρους μόνο του πληρωτή ή μόνο του δικαιούχου· (γ)στην κατ’ επάγγελμα υλική μεταφορά χαρτονομισμάτων και κερμάτων, συμπεριλαμβανομένων της συλλογής, της επεξεργασίας και της παράδοσής τους· (δ) σε πράξεις πληρωμής συνιστάμενες σε μη επαγγελματική συγκέντρωση και παράδοση μετρητών στο πλαίσιο μη κερδοσκοπικής ή φιλανθρωπικής δραστηριότητας∙ (ε) σε υπηρεσίες κατά τις οποίες καταβάλλονται μετρητά από τον δικαιούχο στον πληρωτή ως μέρος πράξης πληρωμής, κατόπιν ρητής αίτησης του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών, αμέσως πριν από την εκτέλεση πράξης πληρωμής μέσω πληρωμής για την αγορά αγαθών ή υπηρεσιών∙ (στ) στις επιχειρήσεις μετατροπής συναλλάγματος, δηλαδή σε πράξεις «μετρητά έναντι μετρητών» (cash to cash), όταν τα μετρητά δεν τηρούνται σε λογαριασμό πληρωμών· (ζ) στις πράξεις πληρωμής που βασίζονται σε οποιοδήποτε από τα αξιόγραφα, τα οποία εκδίδονται επί του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών, για να τεθούν χρηματικά ποσά στη διάθεση του δικαιούχου, ήτοι τα ακόλουθα: (
  1. i)Έντυπες επιταγές που διέπονται από τη σύμβαση της Γενεύης της 19ης Μαρτίου 1931 με την οποία θεσπίζεται ενιαίος νόμος για τις επιταγές, (
  2. ii)έντυπες επιταγές παρόμοιες με αυτές που αναφέρονται στην υποπαράγραφο (
  3. i)και που διέπονται από τη νομοθεσία κράτους μέλους που δεν αποτελεί μέρος της Σύμβασης της Γενεύης της 19ης Μαρτίου 1931 με την οποία θεσπίζεται ενιαίος νόμος για τις επιταγές, (iii) έντυπες εντολές πληρωμών σύμφωνα με τη Σύμβαση της Γενεύης της 7ης Ιουνίου 1930 με την οποία θεσπίζεται ενιαίος νόμος για τις συναλλαγματικές και τα γραμμάτια, (
  4. iv)έντυπες εντολές πληρωμών παρόμοιες με αυτές που αναφέρονται στην υποπαράγραφο (iii) και που διέπονται από τη νομοθεσία κράτους μέλους που δεν αποτελεί μέρος της Σύμβασης της Γενεύης της 7ης Ιουνίου 1930 με την οποία θεσπίζεται ενιαίος νόμος για τις συναλλαγματικές και τα γραμμάτια, (
  5. v)έντυπα παραστατικά, (
  6. vi)έντυπες ταξιδιωτικές επιταγές, (vii) έντυπες ταχυδρομικές επιταγές, όπως ορίζονται από την Παγκόσμια Ταχυδρομική Ένωση∙ (η) σε πράξεις πληρωμής που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο συστήματος πληρωμών ή διακανονισμού τίτλων μεταξύ αντιπροσώπων διακανονισμού, κεντρικών αντισυμβαλλομένων, γραφείων συμψηφισμού και/ή κεντρικών τραπεζών και άλλων συμμετεχόντων στο σύστημα και παρόχων υπηρεσιών πληρωμών, χωρίς επηρεασμό των διατάξεων του άρθρου 35∙ (θ) σε πράξεις πληρωμής που αφορούν την εξυπηρέτηση περιουσιακών στοιχείων αποτελουμένων από τίτλους, περιλαμβανομένων μερισμάτων, εισοδήματος ή άλλων διανεμόμενων ποσών ή της εξαγοράς ή πώλησης, οι οποίες διενεργούνται από τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο (η) ή από επιχειρήσεις επενδύσεων, πιστωτικά ιδρύματα, οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων ή επιχειρήσεις διαχείρισης που παρέχουν υπηρεσίες επενδύσεων και κάθε άλλη οντότητα η οποία επιτρέπεται να φυλάσσει χρηματοοικονομικά μέσα· (ι) σε υπηρεσίες παρόχων τεχνικών υπηρεσιών οι οποίες υποστηρίζουν την παροχή υπηρεσιών πληρωμών, χωρίς ποτέ να περιέρχονται στην κατοχή τους τα υπό μεταφορά χρηματικά ποσά και στις οποίες περιλαμβάνονται η επεξεργασία και αποθήκευση δεδομένων, οι υπηρεσίες εμπιστοσύνης και προστασίας της ιδιωτικής ζωής, η εξακρίβωση δεδομένων και οντοτήτων, η παροχή υπηρεσιών ΤΠΕ και δικτύου επικοινωνιών, καθώς και η παροχή και συντήρηση τερματικών και συσκευών που χρησιμοποιούνται για υπηρεσίες πληρωμών, με εξαίρεση τις υπηρεσίες εκκίνησης πληρωμών και τις υπηρεσίες πληροφοριών λογαριασμού∙ (ια) σε υπηρεσίες οι οποίες βασίζονται σε συγκεκριμένα μέσα πληρωμών που μπορούν να χρησιμοποιηθούν μόνο με περιορισμένο τρόπο και που πληρούν μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις: (
  7. i)είναι μέσα που επιτρέπουν στον κάτοχο να αποκτήσει αγαθά ή υπηρεσίες μόνο στην επαγγελματική στέγη που χρησιμοποιεί ο εκδότης ή εντός περιορισμένου δικτύου παρόχων υπηρεσιών στο πλαίσιο απευθείας εμπορικής συμφωνίας με επαγγελματία εκδότη, (
  8. ii)είναι μέσα που μπορούν να χρησιμοποιηθούν μόνο για την απόκτηση ενός πολύ περιορισμένου φάσματος αγαθών ή υπηρεσιών, (iii) είναι μέσα που ισχύουν μόνο σε ένα κράτος μέλος, παρέχονται κατ’ αίτηση επιχείρησης ή οντότητας του δημόσιου τομέα και ρυθμίζονται από εθνική ή περιφερειακή δημόσια αρχή για ειδικούς κοινωνικούς ή φορολογικούς σκοπούς για την απόκτηση συγκεκριμένων αγαθών ή υπηρεσιών από προμηθευτές που έχουν συνάψει εμπορική συμφωνία με τον εκδότη· (ιβ) σε πράξεις πληρωμής από πάροχο δικτύων ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών οι οποίες παρέχονται επιπροσθέτως των υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών για συνδρομητή του εν λόγω δικτύου ή της υπηρεσίας- (
  9. i)για την αγορά ψηφιακού περιεχομένου και φωνητικών υπηρεσιών ανεξάρτητα από τη συσκευή που χρησιμοποιείται για την αγορά ή την κατανάλωση του ψηφιακού περιεχομένου και οι οποίες χρεώνονται στον σχετικό λογαριασμό ή (
  10. ii)οι οποίες πραγματοποιούνται από ή μέσω ηλεκτρονικής συσκευής και χρεώνονται στον σχετικό λογαριασμό στο πλαίσιο φιλανθρωπικής δραστηριότητας ή για την αγορά εισιτηρίων, υπό την προϋπόθεση ότι η αξία οποιασδήποτε μεμονωμένης πράξης πληρωμής η οποία αναφέρεται στην υποπαράγραφο (
  11. i)ή (
  12. ii)δεν υπερβαίνει τα πενήντα ευρώ (€50), και (αα) η συνολική αξία των πράξεων πληρωμής για έναν μεμονωμένο συνδρομητή δεν υπερβαίνει τα τριακόσια ευρώ (€300) ανά μήνα, ή (ββ) όταν ο συνδρομητής προχρηματοδοτεί τον λογαριασμό του στον πάροχο δικτύου ηλεκτρονικών επικοινωνιακών ή υπηρεσίας ηλεκτρονικών επικοινωνιών, η συνολική αξία των πράξεων πληρωμής δεν υπερβαίνει τα τριακόσια ευρώ (€300) ανά μήνα. (ιγ) σε πράξεις πληρωμής οι οποίες πραγματοποιούνται μεταξύ παρόχων υπηρεσιών πληρωμών, αντιπροσώπων ή υποκαταστημάτων τους για ίδιο λογαριασμό· (ιδ) σε πράξεις πληρωμής και σχετικές υπηρεσίες μεταξύ μητρικής και θυγατρικής επιχείρησης ή μεταξύ θυγατρικών επιχειρήσεων της ίδιας μητρικής επιχείρησης, χωρίς καμία ενδιάμεση παρέμβαση παρόχου υπηρεσίας πληρωμών, εκτός από επιχείρηση που ανήκει στον ίδιο όμιλο· (ιε) σε υπηρεσίες ανάληψης μετρητών που προσφέρονται μέσω αυτόματων ταμειολογιστικών μηχανών (ΑΤΜ) από παρόχους οι οποίοι ενεργούν εξ ονόματος ενός ή περισσότερων εκδοτών καρτών οι οποίοι δεν είναι συμβαλλόμενα μέρη της σύμβασης-πλαισίου με τον πελάτη που αποσύρει μετρητά από λογαριασμό πληρωμών, εφόσον οι πάροχοι αυτοί δεν παρέχουν άλλες υπηρεσίες πληρωμών, όπως αναφέρονται στο Παράρτημα Ι∙ παρ’ όλα αυτά, παρέχεται στον πελάτη η πληροφόρηση σχετικά με τυχόν χρεώσεις των αναλήψεων η οποία αναφέρεται στα άρθρα 45, 48, 49 και 59, προτού πραγματοποιηθεί η ανάληψη, καθώς και με τη λήψη των μετρητών στο τέλος της συναλλαγής μετά την ανάληψη. 31(I)/2018 16(I)/2025 Αντικείμενο του παρόντος Νόμου 4.-
(1)Ο παρών Νόμος θεσπίζει κανόνες διά των οποίων γίνεται διάκριση μεταξύ των ακόλουθων κατηγοριών παρόχων υπηρεσιών πληρωμών: (α) Πιστωτικά ιδρύματα, όπως ορίζονται στο Άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 1) του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, περιλαμβανομένων των υποκαταστημάτων τους, όπως ορίζονται στο Άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 17) του εν λόγω κανονισμού, όταν τα εν λόγω υποκαταστήματα βρίσκονται στην Ευρωπαϊκή Ένωση, είτε η έδρα τους βρίσκεται εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης είτε, σύμφωνα με το Άρθρο 47 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ και σύμφωνα με το άρθρο 10Ζ του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου, βρίσκονται εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης∙ (β) ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος όπως ορίζονται στο άρθρο 2 του περί Ηλεκτρονικού Χρήματος Νόμου, περιλαμβανομένων των υποκαταστημάτων των ιδρυμάτων ηλεκτρονικού χρήματος που έχουν συσταθεί σε τρίτη χώρα η οποία έχει συνάψει συμφωνία με την Ευρωπαϊκή Ένωση κατά το Άρθρο 8, παράγραφος 3 της Οδηγίας 2009/110/ΕΚ και τα οποία έχουν αδειοδοτηθεί σύμφωνα με το άρθρο 5
(2)(α) του περί Ηλεκτρονικού Χρήματος Νόμου να διατηρούν υποκαταστήματα στη Δημοκρατία, και μόνο στον βαθμό που οι υπηρεσίες πληρωμών τις οποίες προσφέρουν τα εν λόγω υποκαταστήματα συνδέονται με την έκδοση ηλεκτρονικού χρήματος∙ (γ)ιδρύματα ταχυδρομικών επιταγών τα οποία εξουσιοδοτούνται να παρέχουν υπηρεσίες πληρωμών βάσει του δικαίου κράτους μέλους· (δ) ιδρύματα πληρωμών· (ε) η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και οι εθνικές κεντρικές τράπεζες, όταν δεν ενεργούν υπό την ιδιότητά τους ως νομισματικών ή άλλων δημόσιων αρχών· (στ) τα κράτη μέλη ή οι περιφερειακές ή τοπικές αρχές τους, όταν δεν ενεργούν υπό την ιδιότητά τους ως δημόσιων αρχών.
(2)Ο παρών Νόμος θεσπίζει κανόνες που αφορούν- (α) Τη διαφάνεια των όρων και τις απαιτήσεις ενημέρωσης σχετικά με τις υπηρεσίες πληρωμών∙ (β) τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που αντιστοιχούν τόσο στους χρήστες υπηρεσιών πληρωμών όσο και στους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών όσον αφορά την παροχή υπηρεσιών πληρωμών ως τακτική απασχόληση ή επιχειρηματική δραστηριότητα. 31(I)/2018 ΜΕΡΟΣ II ΠΑΡΟΧΟΙ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΠΛΗΡΩΜΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α - ΙΔΡΥΜΑΤΑ ΠΛΗΡΩΜΩΝ - ΚΟΙΝΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ Απαιτήσεις άδειας λειτουργίας 5.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 5
(2)ή του άρθρου 34, ίδρυμα πληρωμών του οποίου η Δημοκρατία είναι κράτος μέλος προέλευσης επιτρέπεται να παρέχει υπηρεσίες πληρωμών, μόνο εφόσον έχει λάβει προηγούμενη άδεια λειτουργίας από την Κεντρική Τράπεζα, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, η οποία μπορεί να χορηγηθεί μόνο σε νομικά πρόσωπα που πληρούν τις ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) Έχουν συσταθεί στη Δημοκρατία. και (β) διαθέτουν την καταστατική τους έδρα και τα κεντρικά τους γραφεία στη Δημοκρατία.
(2)(α) Η Κεντρική Τράπεζα δύναται με οδηγία της να εξαιρεί φυσικό ή νομικό πρόσωπο που παρέχει τις υπηρεσίες που απαριθμούνται στα σημεία 1 έως 6 του Παραρτήματος Ι από την εφαρμογή του συνόλου ή μέρους της διαδικασίας και των όρων που προβλέπονται στο παρόν άρθρο και στα άρθρα 6 έως 33, εξαιρουμένων των άρθρων 13
(4)και
(5), 14, 15, 22, 24, 25, 27 και 33, εφόσον- (
  1. i)Ο μηνιαίος μέσος όρος της συνολικής αξίας των πράξεων πληρωμής του προηγούμενου δωδεκαμήνου οι οποίες πραγματοποιήθηκαν από το ενδιαφερόμενο πρόσωπο, συμπεριλαμβανομένων των αντιπροσώπων για τους οποίους αναλαμβάνει την πλήρη ευθύνη, δεν υπερβαίνει το όριο που θέτει η Κεντρική Τράπεζα και σε καμία περίπτωση τα τρία εκατομμύρια ευρώ (€3.000.000). η απαίτηση αυτή αξιολογείται βάσει του συνολικού ποσού πράξεων πληρωμής που προβλέπεται στο επιχειρηματικό του σχέδιο, εκτός αν η Κεντρική Τράπεζα ζητήσει αναπροσαρμογή του. και (
  2. ii)κανένα από τα φυσικά πρόσωπα που είναι υπεύθυνα για τη διοίκηση ή τη λειτουργία της επιχείρησης δεν έχει καταδικαστεί για αδικήματα σχετικά με νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή χρηματοδότηση της τρομοκρατίας ή άλλα οικονομικά εγκλήματα. (β) Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που έχει καταχωριστεί σύμφωνα με την παράγραφο (α) υποχρεούται να διατηρεί την καταστατική του έδρα ή τα γραφεία του στο κράτος μέλος στο οποίο ασκεί πραγματικά τις επιχειρηματικές του δραστηριότητες. (γ) Τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο (α) αντιμετωπίζονται ως ιδρύματα πληρωμών και οι διατάξεις του άρθρου 11
(9)και των άρθρων 29, 30 και 31 δεν εφαρμόζονται έναντι αυτών. (δ) Η Κεντρική Τράπεζα δύναται επίσης να ορίζει ότι φυσικά ή νομικά πρόσωπα καταχωρισμένα σύμφωνα με την παράγραφο (α) επιτρέπεται να ασκούν μόνο ορισμένες από τις δραστηριότητες που προβλέπονται στο άρθρο 18. (ε) Τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο (α) γνωστοποιούν στην Κεντρική Τράπεζα κάθε μεταβολή της κατάστασής τους σχετική με τους όρους που προβλέπονται στην εν λόγω παράγραφο, ενώ σε περίπτωση που δεν πληρούνται πλέον οι όροι των παραγράφων (α), (β) ή (δ), τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα αιτούνται άδειας λειτουργίας εντός τριάντα
(30)ημερολογιακών ημερών, σύμφωνα με το άρθρο 11. (στ) Το παρόν εδάφιο δεν εφαρμόζεται όσον αφορά την Οδηγία (ΕΕ) 2015/849 ή το κυπριακό δίκαιο για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.
(3)Για την απόκτηση άδειας λειτουργίας ιδρύματος πληρωμών, ο ενδιαφερόμενος του οποίου η Δημοκρατία συνιστά κράτος μέλος προέλευσης υποβάλλει αίτηση στην Κεντρική Τράπεζα συνοδευόμενη από τα ακόλουθα στοιχεία: (α) Πρόγραμμα δραστηριοτήτων στο οποίο αναφέρεται ειδικότερα το είδος των προβλεπόμενων υπηρεσιών πληρωμών· (β) επιχειρηματικό σχέδιο που περιλαμβάνει πρόβλεψη προϋπολογισμού για τα τρία
(3)πρώτα οικονομικά έτη και το οποίο καταδεικνύει την ικανότητα του ιδρύματος πληρωμών να χρησιμοποιεί τα κατάλληλα και ανάλογα συστήματα, πόρους και διαδικασίες που εξασφαλίζουν την εύρυθμη λειτουργία του· (γ) στοιχεία που τεκμηριώνουν ότι το ίδρυμα πληρωμών διαθέτει το αρχικό κεφαλαίο, όπως προβλέπεται στο άρθρο 7∙ (δ) για τα ιδρύματα πληρωμών που αναφέρονται στο άρθρο 10
(1), περιγραφή των μέτρων που λαμβάνονται, ώστε να διασφαλίζονται τα κεφάλαια των χρηστών της υπηρεσίας πληρωμών σύμφωνα με το άρθρο 10· (ε) περιγραφή του οργανωτικού πλαισίου διακυβέρνησης και των μηχανισμών εσωτερικού ελέγχου του αιτούντος, συμπεριλαμβανομένων της διοικητικής και λογιστικής οργάνωσης και της διαχείρισης κινδύνου, καθώς και ρυθμίσεων για τη χρήση υπηρεσιών ΤΠΕ σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 2022/2554, η οποία καταδεικνύει ότι το εν λόγω οργανωτικό πλαίσιο διακυβέρνησης και οι μηχανισμοί εσωτερικού ελέγχου είναι αναλογικοί, κατάλληλοι, ορθοί και επαρκείς∙ (στ) περιγραφή της υφιστάμενης διαδικασίας ελέγχου, διαχείρισης και παρακολούθησης ενός περιστατικού ασφαλείας, καθώς και των παραπόνων των πελατών για ζητήματα σχετικά με την ασφάλεια, συμπεριλαμβανομένου ενός μηχανισμού αναφοράς περιστατικών, που λαμβάνει υπόψη τις υποχρεώσεις κοινοποίησης του ιδρύματος πληρωμών που καθορίζονται στο Κεφάλαιο ΙΙΙ του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 2022/2554∙ (ζ) περιγραφή της υφιστάμενης διαδικασίας αρχειοθέτησης, παρακολούθησης, εντοπισμού και περιορισμού της πρόσβασης σε ευαίσθητα δεδομένα πληρωμών∙ (η) περιγραφή των ρυθμίσεων επιχειρησιακής συνέχειας που περιλαμβάνουν σαφή προσδιορισμό των κρίσιμων λειτουργιών, αποτελεσματικών πολιτικών και σχεδίων επιχειρησιακής συνέχειας των τεχνολογιών των πληροφοριών και των επικοινωνιών (ΤΠΕ) και σχεδίων αντιμετώπισης και ανάκαμψης όσον αφορά τους κινδύνους των τεχνολογιών των πληροφοριών και των επικοινωνιών (ΤΠΕ), και διαδικασίας για την τακτική δοκιμή και επανεξέταση της επάρκειας και της αποτελεσματικότητας των εν λόγω σχεδίων σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 2022/2554· (θ) περιγραφή των αρχών και των ορισμών που εφαρμόζονται για τη συλλογή στατιστικών στοιχείων επίδοσης, συναλλαγών και απάτης· (ι) έγγραφο που περιγράφει την πολιτική ασφάλειας, περιλαμβανομένων της λεπτομερούς αξιολόγησης των κινδύνων που σχετίζονται με τις υπηρεσίες πληρωμών και περιγραφής του ελέγχου της ασφάλειας και των μέτρων μείωσης κινδύνων που θα ληφθούν για την επαρκή προστασία των χρηστών των υπηρεσιών πληρωμών έναντι των κινδύνων που έχουν εντοπιστεί, συμπεριλαμβανομένων της απάτης και της παράνομης χρήσης ευαίσθητων και προσωπικών δεδομένων· (ια) για ιδρύματα πληρωμών που υπόκεινται στις υποχρεώσεις σχετικά με τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας που προβλέπεται στον περί Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμο και στον Κανονισμό (ΕΕ) 2015/847 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, περιγραφή των μηχανισμών εσωτερικού ελέγχου που έχει θεσπίσει ο αιτών, ώστε να τηρεί τις εν λόγω υποχρεώσεις· (ιβ) περιγραφή της οργανωτικής δομής του αιτούντος και, όπου ενδείκνυται, της σχεδιαζόμενης χρήσης αντιπροσώπων και υποκαταστημάτων, καθώς και των επιτόπιων και μη επιτόπιων ελέγχων αυτών, τους οποίους δεσμεύεται να πραγματοποιεί ο αιτών τουλάχιστον ετησίως, καθώς και περιγραφή των ρυθμίσεων εξωτερικής ανάθεσης και της συμμετοχής του σε εθνικό ή διεθνές σύστημα πληρωμών∙ (ιγ) ταυτότητα των προσώπων που κατέχουν, άμεσα ή έμμεσα, ειδικές συμμετοχές στο ίδρυμα πληρωμών, κατά την έννοια του Άρθρου 4, παράγραφος 1, σημείο 36) του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, το μέγεθος της πραγματικής τους συμμετοχής, δεδομένης και της ανάγκης να εξασφαλισθεί η ορθή και συνετή διαχείριση του ιδρύματος πληρωμών∙ (ιδ) ταυτότητα των διευθυντικών στελεχών και των υπευθύνων για τη διαχείριση του ιδρύματος πληρωμών και, κατά περίπτωση, των υπεύθυνων διαχείρισης των δραστηριοτήτων υπηρεσιών πληρωμών του ιδρύματος, καθώς και στοιχεία που αποδεικνύουν ότι πληρούν εχέγγυα ήθους και εντιμότητας και διαθέτουν κατάλληλες και επαρκείς γνώσεις και εμπειρία για την εκτέλεση των καθηκόντων τους, όπως καθορίζεται σε οδηγία που εκδίδεται από την Κεντρική Τράπεζα∙ (ιε) όπου ενδείκνυται, ταυτότητα των νόμιμων ελεγκτών ή των ελεγκτικών γραφείων όπως ορίζονται στον περί Ελεγκτών Νόμο∙ (ιστ) νομική μορφή και εταιρικό του αιτούντος· (ιζ) διεύθυνση των κεντρικών γραφείων του αιτούντος.
(4)Για τους σκοπούς των παραγράφων (δ), (ε), (στ) και (ιβ) του εδαφίου
(3), ο αιτών περιγράφει τις ελεγκτικές και οργανωτικές ρυθμίσεις που έχει θεσπίσει, ώστε να λαμβάνονται όλα τα εύλογα μέτρα για την προστασία των συμφερόντων των χρηστών του και να διασφαλίζεται η αδιάλειπτη και αξιόπιστη παροχή των υπηρεσιών πληρωμών.
(5)Ο έλεγχος ασφάλειας και τα μέτρα μείωσης κινδύνων που αναφέρονται στην παράγραφο (ι) του εδαφίου
(3)υποδεικνύουν τον τρόπο διασφάλισης υψηλού επιπέδου ψηφιακής επιχειρησιακής ανθεκτικότητας σύμφωνα με το Κεφάλαιο ΙΙ του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 2022/2554, ιδίως σε σχέση με την τεχνική ασφάλειας και την προστασία των δεδομένων, συμπεριλαμβανομένων του λογισμικού και των συστημάτων τεχνολογιών των πληροφοριών και των επικοινωνιών (ΤΠΕ) που χρησιμοποιούνται από τον αιτούντα ή τις επιχειρήσεις στις οποίες αναθέτει το σύνολο ή μέρος των δραστηριοτήτων του και περιλαμβάνουν τα μέτρα ασφαλείας που προβλέπονται στο άρθρο 95.
(6)Τα προβλεπόμενα στο εδάφιο
(3)μέτρα λαμβάνουν υπόψη τις τυχόν κατευθυντήριες γραμμές για τα μέτρα ασφάλειας της ΕΑΤ που αναφέρονται στο ‘Αρθρο 95, παράγραφος 3 της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/2366.
(7)Οι επιχειρήσεις που υποβάλλουν αίτηση για την απόκτηση άδειας λειτουργίας για την παροχή των υπηρεσιών πληρωμών, όπως αναφέρονται στο σημείο 7 του Παραρτήματος Ι, απαγορεύεται να αποκτήσουν άδεια λειτουργίας, εκτός αν διαθέτουν ασφάλιση επαγγελματικής ευθύνης η οποία καλύπτει το έδαφος όπου προσφέρουν υπηρεσίες ή άλλη συγκρίσιμη εγγύηση κατά της ευθύνης, ώστε να εξασφαλιστεί ότι μπορούν να καλύψουν τις υποχρεώσεις τους, όπως ορίζεται στα άρθρα 73, 90 και 92.
(8)Οι επιχειρήσεις που υποβάλλουν αίτηση για καταχώριση για παροχή υπηρεσιών πληρωμών, όπως αναφέρονται στο σημείο 8 του Παραρτήματος Ι, ως προϋπόθεση για την καταχώρισή τους, διαθέτουν ασφάλιση επαγγελματικής ευθύνης που καλύπτει το έδαφος όπου προσφέρουν υπηρεσίες ή άλλη συγκρίσιμη εγγύηση κατά της ευθύνης τους έναντι του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών εξυπηρέτησης λογαριασμού ή του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών που προκύπτει από μη εγκεκριμένη ή παράνομη πρόσβαση σε πληροφορίες λογαριασμού πληρωμών ή τη μη εγκεκριμένη ή παράνομη χρήση των πληροφοριών αυτών. 31(I)/2018 32(I)/2019 16(I)/2025 Έλεγχος συμμετοχής 6.-
(1)Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που αποφασίζει να αποκτήσει ή να αυξήσει περαιτέρω, άμεσα ή έμμεσα, ειδική συμμετοχή κατά την έννοια του Άρθρου 4, παράγραφος 1, σημείο 36) του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 σε ίδρυμα πληρωμών του οποίου η Δημοκρατία συνιστά κράτος μέλος προέλευσης, ούτως ώστε η αναλογία των μεριδίων κεφαλαίων ή των δικαιωμάτων ψήφου που κατέχει να ανέρχεται ή να υπερβαίνει το είκοσι τοις εκατόν (20%), το τριάντα τοις εκατόν (30%) ή το πενήντα τοις εκατόν (50%) ή ώστε το ίδρυμα πληρωμών να καταστεί θυγατρική του επιχείρηση, ενημερώνει γραπτώς και εκ των προτέρων την Κεντρική Τράπεζα σχετικά με την πρόθεσή του.
(2)Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που αποφασίζει να πάψει να κατέχει, άμεσα ή έμμεσα, ειδική συμμετοχή, κατά την έννοια του Άρθρου 4, παράγραφος 1, σημείο 36) του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, σε ίδρυμα πληρωμών του οποίου η Δημοκρατία συνιστά κράτος μέλος προέλευσης ή να μειώσει την ειδική συμμετοχή του, ούτως ώστε η αναλογία των μεριδίων κεφαλαίων ή των δικαιωμάτων ψήφου να μειωθεί κάτω του είκοσι τοις εκατόν (20%), του τριάντα τοις εκατόν (30%) ή του πενήντα τοις εκατόν (50%) ή ώστε το ίδρυμα πληρωμών να πάψει να είναι θυγατρική του επιχείρηση, ενημερώνει γραπτώς και εκ των προτέρων την Κεντρική Τράπεζα σχετικά με την πρόθεσή του.
(3)Ο υποψήφιος αγοραστής ειδικής συμμετοχής παρέχει στην Κεντρική Τράπεζα πληροφορίες οι οποίες αναφέρουν το μέγεθος της συμμετοχής που προτίθεται να αποκτήσει και σχετικές πληροφορίες, όπως αναφέρεται στο άρθρο 17Α
(4)του περί Εργασιών Πιστωτικών ιδρυμάτων Νόμου.
(4)Σε περίπτωση που η επιρροή ενός υποψήφιου αγοραστή, όπως αναφέρεται στο εδάφιο
(3), είναι πιθανό να αποβεί εις βάρος της συνετής και χρηστής διαχείρισης του ιδρύματος πληρωμών, η Κεντρική Τράπεζα εκφράζει την αντίθεσή της και επιπρόσθετα δύναται να λαμβάνει ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα μέτρα: (α) Αναστολή της άσκησης των δικαιωμάτων ψήφου που απορρέουν από μετοχές ή δικαιώματα ψήφου που κατέχει το εν λόγω πρόσωπο∙ (β) έκδοση διαταγής δυνάμει της οποίας η διάθεση, η υπογραφή συμφωνίας διάθεσης, η πώληση, η ανταλλαγή, η μίσθωση, η μεταβίβαση, η δωρεά και εν γένει η αποξένωση των μετοχών του ιδρύματος πληρωμών είναι άκυρες. (γ) απαγόρευση απόκτησης, περιλαμβανομένης απόκτησης διά δωρεάς ή μέσω άσκησης δικαιωμάτων αγοράς, μετοχών του ιδρύματος πληρωμών∙ (δ) απαγόρευση διενέργειας οποιωνδήποτε πληρωμών από το ίδρυμα πληρωμών που απορρέουν από μετοχές, εξαιρουμένης της περίπτωσης διάλυσης του ιδρύματος πληρωμών.
(5)(α) Σε περίπτωση φυσικού ή νομικού προσώπου που παραβαίνει την κατά το παρόν άρθρο υποχρέωση εκ των προτέρων γνωστοποίησης, η Κεντρική Τράπεζα δύναται να λαμβάνει εναντίον του οποιοδήποτε από τα μέτρα που προβλέπονται στο εδάφιο
(4), ορίζοντας τη χρονική διάρκεια της ισχύος του μέτρου ή ότι το μέτρο ισχύει μέχρι την ανάκλησή του από την Κεντρική Τράπεζα. (β) Το ίδρυμα πληρωμών υποχρεούται να γνωστοποιεί, σύμφωνα με το άρθρο 16, οποιαδήποτε μεταβολή επηρεάζει την ακρίβεια των στοιχείων που έχει υποβάλει στην Κεντρική Τράπεζα σχετικά με την ταυτότητα των προσώπων που έχουν άμεσα ή έμμεσα έλεγχο σε αυτό.
(6)Σε περίπτωση απόκτησης συμμετοχής παρά την αντίθεση της Κεντρικής Τράπεζας, η Κεντρική Τράπεζα ανεξαρτήτως των άλλων κυρώσεων που πρόκειται να επιβληθούν, προβλέπει αναστολή της άσκησης των αντίστοιχων δικαιωμάτων ψήφου που απορρέουν από μετοχές ή δικαιώματα ψήφου που κατέχει ο αποκτήσας τη συμμετοχή, ακυρότητα των εν λόγω ψήφων ή δυνατότητα ακύρωσης των σχετικών ψήφων.
(7)Χωρίς επηρεασμό των διατάξεων των εδαφίων
(5)και
(6), η Κεντρική Τράπεζα δύναται να επιβάλει διοικητικό πρόστιμο κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 25, επί προσώπου το οποίο παραβαίνει την κατά το παρόν άρθρο υποχρέωση της εκ των προτέρων γνωστοποίησης, καθώς και επί προσώπου το οποίο αποκτά συμμετοχή παρά την αντίθεση της Κεντρικής Τράπεζας.
(8)Σε περίπτωση νομικού προσώπου που παραβαίνει τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, το άρθρο 25
(2)εφαρμόζεται επί οποιουδήποτε μέλους των διοικητικών, διευθυντικών, εποπτικών ή ελεγκτικών οργάνων του εν λόγω νομικού προσώπου. 31(I)/2018 Αρχικό κεφάλαιο 7. Το νομικό πρόσωπο που αιτείται, σύμφωνα με το άρθρο 5, άδεια λειτουργίας ιδρύματος πληρωμών, διατηρεί κατά τη στιγμή της αδειοδότησής του αρχικό κεφάλαιο το οποίο απαρτίζεται από ένα ή περισσότερα από τα στοιχεία που ορίζονται στο Άρθρο 26, παράγραφος 1, στοιχεία α) έως ε) του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, ως εξής: (α) Στην περίπτωση που το ίδρυμα πληρωμών παρέχει μόνο την υπηρεσία πληρωμών που αναφέρεται στο σημείο 6 του Παραρτήματος Ι, το κεφάλαιό του δεν πρέπει ποτέ να είναι χαμηλότερο από είκοσι χιλιάδες ευρώ (€20.000)∙ (β) στην περίπτωση που το ίδρυμα πληρωμών παρέχει τις υπηρεσίες πληρωμών που αναφέρονται στο σημείο 7 του Παραρτήματος Ι, το κεφάλαιό του δεν πρέπει ποτέ να είναι χαμηλότερο από πενήντα χιλιάδες ευρώ (€50.000)∙ (γ) στην περίπτωση που το ίδρυμα πληρωμών ασκεί οποιαδήποτε από τις υπηρεσίες πληρωμών που αναφέρονται στα σημεία 1 έως 5 του Παραρτήματος Ι, το κεφάλαιό του δεν πρέπει ποτέ να είναι χαμηλότερο από εκατόν είκοσι πέντε χιλιάδες ευρώ (€125.000). 31(I)/2018 Ίδια κεφάλαια 8.-
(1)Τα ίδια κεφάλαια του ιδρύματος πληρωμών δεν υπολείπονται του μεγαλύτερου ποσού μεταξύ του αρχικού κεφαλαίου που αναφέρεται στο άρθρο 7 και του ποσού των ιδίων κεφαλαίων, όπως υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 9.
(2)Η Κεντρική Τράπεζα λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα, για να εμποδίσει την πολλαπλή χρήση στοιχείων επιλέξιμων ως ίδια κεφάλαια, εφόσον το ίδρυμα πληρωμών ανήκει στον ίδιο όμιλο με άλλο ίδρυμα πληρωμών, άλλο πιστωτικό ίδρυμα, άλλη επιχείρηση επενδύσεων, άλλη εταιρεία διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων ή άλλη ασφαλιστική επιχείρηση: Νοείται ότι, οι διατάξεις του παρόντος εδαφίου εφαρμόζονται κατ’ αναλογίαν, στην περίπτωση που ίδρυμα πληρωμών είναι υβριδικού χαρακτήρα και ασκεί δραστηριότητες άλλες από την παροχή υπηρεσιών πληρωμών.
(3)Εφόσον πληρούνται οι όροι του Άρθρου 7 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, η Κεντρική Τράπεζα δύναται να εξαιρεί από την υποχρέωση εφαρμογής μεθόδου για τον υπολογισμό ιδίων κεφαλαίων, σύμφωνα με το άρθρο 9, ίδρυμα πληρωμών που περιλαμβάνεται στην πραγματοποιούμενη σε ενοποιημένη βάση εποπτεία πιστωτικού ιδρύματος που αποτελεί μητρικό πιστωτικό ίδρυμα, σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου. 31(I)/2018 Υπολογισμός ίδιων κεφαλαίων 9.-
(1)Χωρίς επηρεασμό των απαιτήσεων αρχικού κεφαλαίου του άρθρου 7, τα ιδρύματα πληρωμών, με εξαίρεση όσα παρέχουν μόνο τις υπηρεσίες πληρωμών που αναφέρονται στο σημείο 7 και/ή 8 του Παραρτήματος Ι, υποχρεούνται να διαθέτουν καθ’ όλη τη διάρκεια της λειτουργίας τους ίδια κεφάλαια που υπολογίζονται σύμφωνα με μία από τις τρεις μεθόδους που αναφέρονται στο Παράρτημα ΙΙ και όπως καθορίζει η Κεντρική Τράπεζα με ατομική διοικητική πράξη η οποία κοινοποιείται στο ίδρυμα πληρωμών.
(2)Η Κεντρική Τράπεζα δύναται, βάσει αξιολόγησης των διαδικασιών διαχείρισης κινδύνου, της βάσης δεδομένων κινδύνου ζημίας και των μηχανισμών εσωτερικού ελέγχου του ιδρύματος πληρωμών, να απαιτεί από το ίδρυμα πληρωμών να κατέχει ποσό εκ των ιδίων κεφαλαίων του ανώτερο έως είκοσι τοις εκατόν (20%) του ποσού που θα προέκυπτε από την εφαρμογή της μεθόδου που επιλέγεται σύμφωνα με το εδάφιο
(1)ή να του επιτρέπει να κατέχει ποσό εκ των ιδίων κεφαλαίων του κατώτερο έως είκοσι τοις εκατόν (20%) του ποσού που θα προέκυπτε από την εφαρμογή της μεθόδου που επιλέγεται σύμφωνα με το εδάφιο
(1). 31(I)/2018 Απαιτήσεις διασφάλισης 10.-
(1)(α) Το παρόν εδάφιο εφαρμόζεται σε ιδρύματα πληρωμών τα οποία παρέχουν τις υπηρεσίες πληρωμών που αναφέρονται στα σημεία 1 έως 6 του Παραρτήματος Ι και σε ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος όπως ορίζονται στο άρθρο 2 του περί Ηλεκτρονικού Χρήματος Νόμου. (β) Κάθε οντότητα της παραγράφου (α) διασφαλίζει τα χρηματικά ποσά που λαμβάνει από τους χρήστες υπηρεσιών πληρωμών ή μέσω άλλου παρόχου υπηρεσιών πληρωμών για την εκτέλεση πράξεων πληρωμής, με οποιοδήποτε από τους ακόλουθους τρόπους: (
  1. i)Τα εν λόγω χρηματικά ποσά δεν πρέπει να αναμειγνύονται ποτέ με τα χρηματικά ποσά φυσικών ή νομικών προσώπων διαφορετικών από τους χρήστες των υπηρεσιών πληρωμών στο όνομα των οποίων λαμβάνονται αυτά τα χρηματικά ποσά, και, όπου εξακολουθούν να διατηρούνται από οντότητα της παραγράφου (α) και, δεν έχουν καταβληθεί στον δικαιούχο ή δεν έχουν μεταφερθεί σε άλλο πάροχο υπηρεσιών πληρωμών μέχρι το τέλος της εργάσιμης ημέρας που έπεται της ημέρας λήψης τους κατατίθενται σε χωριστό λογαριασμό σε πιστωτικό ίδρυμα, ή στην Κεντρική Τράπεζα κατά τη διακριτική ευχέρεια αυτής, ή σε κεντρικές τράπεζες άλλων κρατών μελών κατά τη διακριτική ευχέρεια αυτών των κεντρικών τραπεζών, ή επενδύονται σε ασφαλή, ρευστά και χαμηλού κινδύνου στοιχεία ενεργητικού, τα οποία καθορίζονται από την Κεντρική Τράπεζα, υπό την ιδιότητά της ως αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους προέλευσης, με την έκδοση οδηγιών, ή από τις αρμόδιες αρχές άλλων κρατών μελών προέλευσης δυνάμει της αντίστοιχης νομοθεσίας της Ένωσης που ισχύει κατά περίπτωση, και προστατεύονται σύμφωνα με τον παρόντα Νόμο ή με άλλη νομοθεσία της Δημοκρατίας που ισχύει κατά περίπτωση, προς το συμφέρον αυτών των χρηστών υπηρεσιών πληρωμών έναντι αξιώσεων άλλων πιστωτών του ιδρύματος πληρωμών ή του ιδρύματος ηλεκτρονικού χρήματος, ιδίως σε περίπτωση αφερεγγυότητας· (
  2. ii)τα χρηματικά ποσά καλύπτονται από ασφαλιστήριο ή άλλη συγκρίσιμη εγγύηση, από ασφαλιστική εταιρεία ή πιστωτικό ίδρυμα που δεν ανήκει στον ίδιο όμιλο με οντότητα της παραγράφου (α) που απολαύει ή θα απολαύει τέτοιας κάλυψης, για ποσό ισοδύναμο προς εκείνο που θα είχε διαχωριστεί ελλείψει ασφαλιστηρίου ή άλλης συγκρίσιμης εγγύησης, πληρωτέο σε περίπτωση κατά την οποία η εν λόγω οντότητα αδυνατεί να ανταποκριθεί στις χρηματοοικονομικές υποχρεώσεις της.
(2)Στην περίπτωση που το ίδρυμα πληρωμών υποχρεούται να διασφαλίζει τα χρηματικά ποσά δυνάμει του εδαφίου
(1)και τμήμα των εν λόγω χρηματικών ποσών πρόκειται να χρησιμοποιηθεί για μελλοντικές πράξεις πληρωμής και το υπόλοιπο ποσό πρόκειται να χρησιμοποιηθεί για υπηρεσίες άλλες εκτός των υπηρεσιών πληρωμών, το τμήμα των χρηματικών ποσών που προορίζεται για μελλοντικές πράξεις πληρωμής υπόκειται στις απαιτήσεις διασφάλισης του εδαφίου
(1).
(3)Στην περίπτωση που το κατά το εδάφιο
(2)τμήμα χρηματικών ποσών κυμαίνεται ή δεν είναι γνωστό εκ των προτέρων, η Κεντρική Τράπεζα δύναται να επιτρέπει στα ιδρύματα πληρωμών να εφαρμόζουν το εδάφιο
(2)βάσει αντιπροσωπευτικού τμήματος το οποίο θεωρείται ότι χρησιμοποιείται για υπηρεσίες πληρωμών, εφόσον το αντιπροσωπευτικό τμήμα μπορεί να εκτιμηθεί ευλόγως βάσει ιστορικών δεδομένων κατά τρόπο ικανοποιητικό για την Κεντρική Τράπεζα. 31(I)/2018 100(I)/2025 Χορήγηση άδειας λειτουργίας ιδρύματος πληρωμών - Γενικά κριτήρια 11.-
(1)Οι επιχειρήσεις των οποίων η Δημοκρατία συνιστά κράτος μέλος προέλευσης, εκτός όσων αναφέρονται στο άρθρο 4
(1)(α), (β), (γ), (ε) και (στ) και εκτός των φυσικών ή νομικών προσώπων που έτυχαν εξαίρεσης δυνάμει του άρθρου 5
(2)ή του άρθρου 34, οι οποίες σκοπεύουν να παρέχουν υπηρεσίες πληρωμών λαμβάνουν άδεια ως ιδρύματα πληρωμών, πριν αρχίσουν την παροχή των υπηρεσιών πληρωμών: Νοείται ότι, η εν λόγω άδεια χορηγείται μόνο σε νομικά πρόσωπα εγκατεστημένα στη Δημοκρατία.
(2)Η Κεντρική Τράπεζα χορηγεί άδεια λειτουργίας ιδρύματος πληρωμών, μόνο στην περίπτωση που οι πληροφορίες και τα δικαιολογητικά που συνοδεύουν την αίτηση πληρούν όλες τις απαιτήσεις που ορίζονται στο άρθρο 5
(3)έως
(8), καθώς και αν, μετά από διεξοδική εξέταση της αίτησης, έχει καταλήξει σε ευνοϊκή συνολική αξιολόγηση και η Κεντρική Τράπεζα, προτού χορηγήσει άδεια λειτουργίας, δύναται να διαβουλεύεται, εφόσον το κρίνει σκόπιμο, με άλλες αρμόδιες δημόσιες αρχές.
(3)Κάθε ίδρυμα πληρωμών που αδειοδοτείται από την Κεντρική Τράπεζα και το οποίο οφείλει βάσει του άρθρου 5
(1)να διαθέτει καταστατική έδρα, διατηρεί τα κεντρικά του γραφεία στη Δημοκρατία και διεξάγει τουλάχιστον ένα τμήμα των επιχειρηματικών του δραστηριοτήτων που αφορούν τις υπηρεσίες πληρωμών στη Δημοκρατία.
(4)Η Κεντρική Τράπεζα χορηγεί άδεια λειτουργίας, μόνο σε περίπτωση που δεδομένης της ανάγκης να εξασφαλιστεί ορθή και συνετή διαχείριση ενός ιδρύματος πληρωμών, το ίδρυμα πληρωμών διαθέτει άρτιο οργανωτικό πλαίσιο για τις επιχειρηματικές δραστηριότητες που αφορούν υπηρεσίες πληρωμών, το οποίο περιλαμβάνει σαφή οργανωτική δομή με σαφείς, διαφανείς και συνεπείς γραμμές ευθύνης, αποτελεσματικές διαδικασίες εντοπισμού, διαχείρισης, παρακολούθησης και αναφοράς των κινδύνων τους οποίους αναλαμβάνει ή ενδέχεται να αναλάβει, καθώς και επαρκείς μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου, περιλαμβανομένων κατάλληλων διοικητικών και λογιστικών διαδικασιών, το δε πλαίσιο, οι διαδικασίες και οι μηχανισμοί είναι εκτενείς και ανάλογοι προς τη φύση, την κλίμακα και την πολυπλοκότητα των υπηρεσιών πληρωμών που θα παρέχει το ίδρυμα πληρωμών.
(5)Στην περίπτωση που ο αιτών ή ένα ήδη αδειοδοτημένο ίδρυμα πληρωμών παρέχει ή προτίθεται να παρέχει ή παρέχει οποιαδήποτε από τις υπηρεσίες πληρωμών που αναφέρονται στα σημεία 1 έως 7 του Παραρτήματος Ι και, ταυτόχρονα, ασκεί άλλες επιχειρηματικές δραστηριότητες, η Κεντρική Τράπεζα δύναται να απαιτεί τη σύσταση χωριστού φορέα για τις δραστηριότητες υπηρεσιών πληρωμών, όταν οι εκτός των υπηρεσιών πληρωμών επιχειρηματικές δραστηριότητες του ιδρύματος πληρωμών βλάπτουν ή υπάρχει κίνδυνος να βλάψουν την οικονομική ευρωστία του ιδρύματος πληρωμών ή την ικανότητα της Κεντρικής Τράπεζας να παρακολουθεί τη συμμόρφωση του ιδρύματος πληρωμών προς τις υποχρεώσεις που καθορίζει ο παρών Νόμος και οι δυνάμει αυτού εκδιδόμενες οδηγίες.
(6)Η Κεντρική Τράπεζα δεν χορηγεί άδεια λειτουργίας σε περίπτωση που λαμβανομένης υπόψη της ανάγκης να εξασφαλίσει την ορθή και συνετή διαχείριση ενός ιδρύματος πληρωμών, δεν έχει πεισθεί ως προς την καταλληλότητα των μετόχων ή εταίρων που κατέχουν ειδική συμμετοχή.
(7)Στην περίπτωση που υπάρχουν στενοί δεσμοί, όπως καθορίζεται στο Άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 38) του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, μεταξύ του ιδρύματος πληρωμών και άλλων φυσικών ή νομικών προσώπων, η Κεντρική Τράπεζα χορηγεί την άδεια λειτουργίας, μόνο αν οι δεσμοί αυτοί δεν παρεμποδίζουν τη σωστή εκπλήρωση της εποπτικής αποστολής της.
(8)Σε περίπτωση που ένα ή περισσότερα νομικά ή φυσικά πρόσωπα με τα οποία το ίδρυμα πληρωμών έχει στενούς δεσμούς υπάγονται σε νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις τρίτης χώρας, η Κεντρική Τράπεζα χορηγεί άδεια λειτουργίας, μόνο εφόσον οι διατάξεις αυτές ή τυχόν δυσχέρειες που προκύπτουν κατά την εφαρμογή τους δεν παρεμποδίζουν τη σωστή εκπλήρωση της εποπτικής αποστολής της.
(9)Άδεια λειτουργίας η οποία εκδόθηκε από αρμόδια αρχή άλλου κράτους μέλους ισχύει στη Δημοκρατία και επιτρέπει στο ίδρυμα πληρωμών να παρέχει τις υπηρεσίες πληρωμών που καλύπτονται από την άδειά του στη Δημοκρατία μέσω της άσκησης του δικαιώματος ελεύθερης παροχής υπηρεσιών ή ελεύθερης εγκατάστασης.
(10)Σε περίπτωση που ίδρυμα πληρωμών του οποίου η Δημοκρατία συνιστά κράτος μέλος προέλευσης επιθυμεί την επέκταση της άδειας λειτουργίας σε πρόσθετες υπηρεσίες πληρωμών, υποβάλλει σχετική αίτηση στην Κεντρική Τράπεζα, η οποία συνοδεύεται από πληροφορίες, στοιχεία και έντυπα κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 5
(3)και η Κεντρική Τράπεζα αποφασίζει επί της αίτησης σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Μέρους. 31(I)/2018 Κοινοποίηση απόφασης 12. Η Κεντρική Τράπεζα εντός τριών
(3)μηνών από την παραλαβή της αίτησης για χορήγηση άδειας λειτουργίας ιδρύματος πληρωμών ή, εφόσον η αίτηση είναι ελλιπής, εντός τριών
(3)μηνών από την παραλαβή όλων των πληροφοριών που απαιτούνται για τη λήψη απόφασης ενημερώνει τον αιτούντα για την απόφασή της, αιτιολογώντας τυχόν απόρριψη της αίτησης. 31(I)/2018 Ανάκληση άδειας λειτουργίας 13.-
(1)Η Κεντρική Τράπεζα δύναται να ανακαλέσει άδεια λειτουργίας ιδρύματος πληρωμών, μόνο αν το ίδρυμα πληρωμών- (α) Δεν έχει κάνει χρήση της άδειας λειτουργίας εντός δώδεκα
(12)μηνών, παραιτήθηκε ρητώς από αυτήν ή έπαυσε να ασκεί τη δραστηριότητά του για περίοδο μεγαλύτερη των έξι
(6)μηνών, εκτός αν η Κεντρική Τράπεζα έχει θέσει ως προϋπόθεση στην άδεια λειτουργίας του ότι στις περιπτώσεις αυτές η άδεια λειτουργίας παύει να ισχύει αυτόματα∙ ή (β) απέκτησε την άδεια λειτουργίας με ψευδείς δηλώσεις ή με οποιοδήποτε άλλο αντικανονικό τρόπο∙ ή (γ) δεν πληροί πλέον τις προϋποθέσεις βάσει των οποίων χορηγήθηκε η άδεια λειτουργίας ή παραλείπει να ενημερώσει την Κεντρική Τράπεζα σχετικά με σημαντικές εξελίξεις ως προς το θέμα αυτό∙ ή (δ) θα αποτελούσε απειλή για τη σταθερότητα ή την εμπιστοσύνη στο σύστημα πληρωμών, αν συνέχιζε τις σχετικές με τις υπηρεσίες πληρωμών εργασίες του∙ ή (ε) εμπίπτει σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση ανάκλησης άδειας λειτουργίας που προβλέπεται στο κυπριακό δίκαιο.
(2)Η Κεντρική Τράπεζα αιτιολογεί κάθε ανάκληση άδειας λειτουργίας και την κοινοποιεί στους ενδιαφερομένους.
(3)Σε περίπτωση που Κεντρική Τράπεζα ανακαλεί την άδεια λειτουργίας ιδρύματος πληρωμών, ως η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους προέλευσης, ενημερώνει χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, με οποιοδήποτε μέσο κρίνει κατάλληλο, τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών υποδοχής για την ανάκληση της άδειας λειτουργίας ιδρύματος πληρωμών.
(4)Η Κεντρική Τράπεζα δημοσιοποιεί στο μητρώο που αναφέρεται στο άρθρο 14 κάθε ανάκληση άδειας λειτουργίας και κάθε ανάκληση εξαίρεσης που χορηγήθηκε δυνάμει του άρθρου 5
(2)ή του άρθρου 34.
(5)Η Κεντρική Τράπεζα κοινοποιεί στην ΕΑΤ τους λόγους για την ανάκληση οποιασδήποτε άδειας λειτουργίας ή για την ανάκληση εξαίρεσης που χορηγήθηκε δυνάμει του άρθρου 5
(2)ή του άρθρου 34. 31(I)/2018 Καταχώριση στο κράτος μέλος προέλευσης και στο μητρώο της ΕΑΤ 14.-
(1)Η Κεντρική Τράπεζα καταρτίζει και ενημερώνει χωρίς καθυστέρηση δημόσιο μητρώο το οποίο είναι διαθέσιμο στο κοινό χωρίς χρέωση και προσβάσιμο ηλεκτρονικά και στο οποίο καταχωρίζονται οι ακόλουθες πληροφορίες: (α) Τα ιδρύματα πληρωμών που έχουν αδειοδοτηθεί από την Κεντρική Τράπεζα, οι αντιπρόσωποί τους και οι υπηρεσίες πληρωμών για τις οποίες έχει παραχωρηθεί η άδεια λειτουργίας∙ (β) τα υποκαταστήματα των αδειοδοτημένων από την Κεντρική Τράπεζα, ως η αρμόδια αρχή κράτους μέλους προέλευσης, ιδρυμάτων πληρωμών που παρέχουν υπηρεσίες σε άλλο κράτος μέλος∙ (γ) τα ιδρύματα που έχουν δικαίωμα να παρέχουν υπηρεσίες πληρωμών βάσει του άρθρου 4
(1)∙ (δ) τα φυσικά και νομικά πρόσωπα που έχουν άδεια λειτουργίας και έτυχαν εξαίρεσης δυνάμει του άρθρου 5
(2)ή του άρθρου 34 και οι αντιπρόσωποί τους.
(2)Στο δημόσιο μητρώο προσδιορίζονται οι υπηρεσίες πληρωμών για τις οποίες έχει χορηγηθεί άδεια λειτουργίας στο ίδρυμα πληρωμών ή για τις οποίες έχει καταχωριστεί το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, τα δε ιδρύματα πληρωμών που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας απαριθμούνται στο μητρώο χωριστά από τα φυσικά και νομικά πρόσωπα που τυγχάνουν εξαίρεσης δυνάμει του άρθρου 5
(2)ή του άρθρου 34.
(3)Η Κεντρική Τράπεζα παρέχει στην ΕΑΤ, χωρίς καθυστέρηση και με ακρίβεια και σε γλώσσα εύχρηστη στον χρηματοοικονομικό τομέα, τις πληροφορίες που καταχωρίζονται στο δημόσιο μητρώο που τηρεί και είναι υπεύθυνη για την ακρίβεια και την επικαιροποίηση των πληροφοριών αυτών. 31(I)/2018 Προσφυγή εναντίον αποφάσεων της Κεντρικής Τράπεζας
  1. Προσφυγή ενώπιον δικαστηρίου, σύμφωνα με το άρθρο 146 του Συντάγματος δύναται να ασκηθεί κατά των αποφάσεων που λαμβάνει η Κεντρική Τράπεζα για τα ιδρύματα πληρωμών κατ’ εφαρμογήν του παρόντος Νόμου ή κατά παράλειψης οφειλόμενης ενέργειας της Κεντρικής Τράπεζας σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου. 31(I)/2018 Διατήρηση της άδειας λειτουργίας
  2. Σε περίπτωση που επέλθει οποιαδήποτε μεταβολή η οποία επηρεάζει την ακρίβεια των πληροφοριών και των δικαιολογητικών που προβλέπονται στο άρθρο 5, το ίδρυμα πληρωμών ενημερώνει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση την Κεντρική Τράπεζα, ως η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους προέλευσης αυτού. 31(I)/2018 Υποχρεωτικός έλεγχος λογαριασμών των ιδρυμάτων πληρωμών 17.-
(1)Κατ’ αναλογίαν επί των ιδρυμάτων πληρωμών, εφαρμόζονται τα ακόλουθα: (α) Η Οδηγία 86/635/ΕΟΚ∙ (β) τα άρθρα 118 έως και 122, το άρθρο 141A, οι παράγραφοι (β), (γ), (γΑ) και (γΒ) του εδαφίου
(1), οι παράγραφοι (βΑ) και (δ) του εδαφίου
(3)και το εδάφιο
(4)του άρθρου 142, οι παράγραφοι (α) και (β) του εδαφίου
(1)του άρθρου 150, οι παράγραφοι (β) έως (ε), οι υποπαραγράφοι (
  1. i)έως (
  2. v)της παραγράφου (στ) και οι παράγραφοι (η) έως (κ) του εδαφίου
(1), οι υποπαραγράφοι (i), (ii), (iii), (
  1. iv)και (
  2. v)της παραγράφου (α) και οι παράγραφοι (β) έως (στ) του εδαφίου
(2)και το εδάφιο
(3)του άρθρου 151, το άρθρο 152 και το εδάφιο
(1)του άρθρου 152Α του περί Εταιρειών Νόμου∙ (γ) το άρθρο 69 του περί Ελεγκτών Νόμου∙ (δ) ο Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1606/2002.
(2)Οι ετήσιοι και ενοποιημένοι λογαριασμοί των ιδρυμάτων πληρωμών ελέγχονται από νόμιμους ελεγκτές ή ελεγκτικά γραφεία κατά την έννοια του περί Ελεγκτών Νόμου, σε περίπτωση που δεν εξαιρούνται δυνάμει του περί Εταιρειών Νόμου και, κατά περίπτωση, της Οδηγίας 86/635/ΕΟΚ.
(3)Τα ιδρύματα πληρωμών, για σκοπούς εποπτείας, καταρτίζουν και υποβάλλουν στην Κεντρική Τράπεζα οικονομικές καταστάσεις με χωριστές λογιστικές πληροφορίες για τις υπηρεσίες πληρωμών και για τις δραστηριότητες που αναφέρονται στο άρθρο 18
(1), οι οποίες υπόκεινται σε έκθεση ελεγκτή, η οποία εκπονείται, κατά περίπτωση, από τους νόμιμους ελεγκτές ή ελεγκτικά γραφεία: Νοείται ότι, για σκοπούς εποπτείας των ιδρυμάτων πληρωμών η Κεντρική Τράπεζα δύναται να καθορίζει, εξειδικεύει και διευκρινίζει με οδηγίες της κάθε θέμα σχετικό με τη σύνταξη οικονομικών καταστάσεων ως προς τις υπηρεσίες πληρωμών και ως προς άλλες επιχειρηματικές δραστηριότητες τις οποίες ασκούν τα ιδρύματα πληρωμών.
(4)Οι υποχρεώσεις εκ του άρθρου 28
(3)και (3Α) του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου εφαρμόζονται, κατ’ αναλογίαν, επί των νόμιμων ελεγκτών ή των ελεγκτικών γραφείων των ιδρυμάτων πληρωμών όσον αφορά τις δραστηριότητες υπηρεσιών πληρωμών. 31(I)/2018 Άσκηση δραστηριοτήτων από ιδρύματα πληρωμών 18.-
(1)Τα ιδρύματα πληρωμών, εκτός από την παροχή υπηρεσιών πληρωμών, επιτρέπεται να ασκούν τις ακόλουθες δραστηριότητες: (α) Παροχή λειτουργικών και στενά συνδεόμενων επικουρικών υπηρεσιών, όπως εξασφάλιση της εκτέλεσης των πράξεων πληρωμής, υπηρεσίες συναλλάγματος, υπηρεσίες φύλαξης, καθώς και αποθήκευση και επεξεργασία δεδομένων∙ (β) λειτουργία συστημάτων πληρωμών, χωρίς επηρεασμό του άρθρου 35· (γ) επιχειρηματικές δραστηριότητες πέραν της παροχής υπηρεσιών πληρωμών, τηρουμένου του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του δικαίου του κράτους μέλους όπου λαμβάνει χώρα η δραστηριοποίηση.
(2)Σε περίπτωση που τα ιδρύματα πληρωμών παρέχουν μία ή περισσότερες υπηρεσίες πληρωμών, επιτρέπεται να τηρούν μόνο λογαριασμούς πληρωμών που χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για πράξεις πληρωμής.
(3)Η παραλαβή από τα ιδρύματα πληρωμών τυχόν χρηματικών ποσών από τους χρήστες, με σκοπό να τους παρέχουν υπηρεσίες πληρωμών, δεν συνιστά αποδοχή καταθέσεων ή άλλων επιστρεπτέων κεφαλαίων κατά την έννοια του άρθρου 3
(1)και
(4)του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου, ούτε ηλεκτρονικό χρήμα κατά την έννοια του άρθρου 2
(1)του περί Ηλεκτρονικού Χρήματος Νόμου.
(4)Τα ιδρύματα πληρωμών απαγορεύεται να ασκούν κατ’ επάγγελμα τη δραστηριότητα της αποδοχής καταθέσεων ή άλλων επιστρεπτέων κεφαλαίων κατά την έννοια του άρθρου 3
(1)και
(4)του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου.
(5)Τα ιδρύματα πληρωμών επιτρέπεται να παρέχουν πίστωση σε σχέση με τις υπηρεσίες πληρωμών που αναφέρονται στα σημεία 4 ή 5 του Παραρτήματος Ι, μόνο αν πληρούνται σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) Η πίστωση είναι επικουρική και χορηγείται αποκλειστικά σε συνδυασμό με την εκτέλεση μιας πράξης πληρωμής∙ (β) ανεξάρτητα από τους κανόνες του οικείου κράτους μέλους για τη χορήγηση πιστώσεων μέσω πιστωτικών καρτών, η πίστωση που χορηγείται σε συνδυασμό με πληρωμή που εκτελείται σύμφωνα με το άρθρο 11
(9)και το άρθρο 29 αποπληρώνεται εντός σύντομου χρονικού διαστήματος, το οποίο δεν υπερβαίνει σε καμία περίπτωση τους δώδεκα
(12)μήνες· (γ) η πίστωση δεν χορηγείται από χρηματικά ποσά που έχουν ληφθεί ή κρατούνται για την εκτέλεση μιας πράξης πληρωμής· (δ) τα ίδια κεφάλαια του ιδρύματος πληρωμών είναι πάντοτε, κατά την κρίση της εποπτικής αρχής, κατάλληλα ενόψει της συνολικής χορηγούμενης πίστωσης.
(6)Ο παρών Νόμος εφαρμόζεται χωρίς επηρεασμό των διατάξεων του περί των Συμβάσεων Καταναλωτικής Πίστης Νόμου ή άλλων σχετικών διατάξεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή του οικείου κράτους μέλους που αφορούν μη εναρμονισμένες διά του παρόντος Νόμου προϋποθέσεις χορήγησης πιστώσεων στους καταναλωτές οι οποίες συνάδουν με το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. 31(I)/2018 Χρήση αντιπροσώπων, υποκαταστημάτων ή οντοτήτων στις οποίες έχει γίνει εξωτερική ανάθεση δραστηριοτήτων 19.-
(1)Σε περίπτωση που το ίδρυμα πληρωμών του οποίου η Δημοκρατία συνιστά κράτος μέλος προέλευσης προτίθεται να παρέχει υπηρεσίες πληρωμών μέσω αντιπροσώπου, γνωστοποιεί στην Κεντρική Τράπεζα τις ακόλουθες πληροφορίες: (α) Το όνομα και τη διεύθυνση του αντιπροσώπου· (β) περιγραφή των μηχανισμών εσωτερικού ελέγχου που θα χρησιμοποιεί ο αντιπρόσωπος για να τηρεί τις υποχρεώσεις του σχετικά με τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας, όπως προβλέπεται στον περί Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμο, οι οποίοι πρέπει να ενημερώνονται πάραυτα, σε περίπτωση που γίνονται ουσιαστικές αλλαγές στα στοιχεία που διαβιβάζονται με την αρχική κοινοποίηση· (γ) την ταυτότητα των διευθυντικών στελεχών και των υπευθύνων διαχείρισης του αντιπροσώπου που θα χρησιμοποιηθεί για την παροχή υπηρεσιών πληρωμών και, για τους αντιπροσώπους που δεν είναι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών, αποδείξεις καταλληλότητας και εντιμότητας αυτών· (δ) τις υπηρεσίες πληρωμών του ιδρύματος πληρωμών που έχουν ανατεθεί στον αντιπρόσωπο· (ε) όπου ενδείκνυται, τον μοναδικό αναγνωριστικό κωδικό ή αριθμό του αντιπροσώπου.
(2)Μέσα σε δύο
(2)μήνες από την παραλαβή των πληροφοριών που αναφέρονται στο εδάφιο
(1), η Κεντρική Τράπεζα ενημερώνει το ίδρυμα πληρωμών κατά πόσο ο αντιπρόσωπος καταχωρίστηκε στο μητρώο που καταρτίζεται βάσει του άρθρου 14
(1)και με την καταχώριση στο μητρώο ο αντιπρόσωπος επιτρέπεται να αρχίσει να παρέχει υπηρεσίες πληρωμών.
(3)Η Κεντρική Τράπεζα, προτού εγγράψει τον αντιπρόσωπο στο μητρώο, δύναται εάν θεωρεί ότι τα στοιχεία που της παρασχέθηκαν δυνάμει του εδαφίου
(1)δεν είναι ορθά, να προβαίνει σε περαιτέρω ενέργειες για να τα επαληθεύει.
(4)Σε περίπτωση που μετά την επαλήθευση, η Κεντρική Τράπεζα δεν πείθεται ότι τα στοιχεία που της παρασχέθηκαν βάσει του εδαφίου
(1)είναι ορθά, δεν εγγράφει τον αντιπρόσωπο στο μητρώο που διατηρεί βάσει του άρθρου 14
(1)και ενημερώνει σχετικά το ίδρυμα πληρωμών χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση.
(5)Σε περίπτωση που το ίδρυμα πληρωμών επιθυμεί να παράσχει υπηρεσίες πληρωμών σε άλλο κράτος μέλος με την πρόσληψη αντιπροσώπου ή την ίδρυση υποκαταστήματος, ακολουθεί τις διαδικασίες που προβλέπονται στο άρθρο 29.
(6)Σε περίπτωση που το ίδρυμα πληρωμών προτίθεται να αναθέσει λειτουργικές δραστηριότητες υπηρεσιών πληρωμών σε τρίτους, εντός ή εκτός της Δημοκρατίας, ενημερώνει σχετικά την Κεντρική Τράπεζα ως την αρμόδια αρχή κράτους μέλους προέλευσης αυτού.
(7)Η ανάθεση σημαντικών λειτουργικών δραστηριοτήτων σε εξωτερικούς φορείς, περιλαμβανομένων των συστημάτων τεχνολογιών των συστημάτων τεχνολογιών των πληροφοριών και των επικοινωνιών (ΤΠΕ), απαγορεύεται να γίνεται με τρόπο που βλάπτει ουσιαστικά την ποιότητα των εσωτερικών ελέγχων του ιδρύματος πληρωμών και την ικανότητα της Κεντρικής Τράπεζας να παρακολουθεί και να εξακριβώνει τη συμμόρφωση του ιδρύματος πληρωμών με όλες τις υποχρεώσεις που αναφέρονται στον παρόντα Νόμο.
(8)Για τους σκοπούς του εδαφίου
(7), μια λειτουργική δραστηριότητα θεωρείται σημαντική στην περίπτωση που η πλημμελής εκτέλεση ή η παράλειψή της θα έβλαπτε ουσιαστικά τη συνεχή συμμόρφωση του ιδρύματος πληρωμών με τις απαιτήσεις της άδειάς του η οποία ζητήθηκε δυνάμει του παρόντος Μέρους ή τις λοιπές υποχρεώσεις του δυνάμει του παρόντος Νόμου ή τις οικονομικές του επιδόσεις ή την ευρωστία ή τη συνέχεια των υπηρεσιών πληρωμών που παρέχει.
(9)Στην περίπτωση που ίδρυμα πληρωμών αναθέτει σε εξωτερικούς φορείς σημαντικές λειτουργικές δραστηριότητες, το εν λόγω ίδρυμα πληροί τις ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) Η ανάθεση δραστηριοτήτων σε τρίτους δεν πρέπει να οδηγεί στη μεταβίβαση των ευθυνών των ανώτερων διοικητικών στελεχών∙ (β) δεν πρέπει να μεταβάλλονται η σχέση και οι υποχρεώσεις του ιδρύματος πληρωμών έναντι των χρηστών υπηρεσιών πληρωμών δυνάμει του παρόντος Νόμου∙ (γ) δεν πρέπει να θίγονται οι όροι που οφείλει να πληροί το ίδρυμα πληρωμών, προκειμένου να λάβει και διατηρήσει άδεια λειτουργίας σύμφωνα με το παρόν Μέρος∙ (δ) δεν πρέπει να καταργείται ούτε να τροποποιείται οποιοσδήποτε από τους άλλους όρους υπό τους οποίους χορηγήθηκε η άδεια λειτουργίας του ιδρύματος πληρωμών.
(10)Το ίδρυμα πληρωμών υποχρεούται να μεριμνά, ώστε οι αντιπρόσωποι ή τα υποκαταστήματά του που ενεργούν εξ ονόματός του να ενημερώνουν σχετικά τους χρήστες υπηρεσιών πληρωμών.
(11)Ίδρυμα πληρωμών του οποίου η Δημοκρατία συνιστά κράτος μέλος προέλευσης γνωστοποιεί στην Κεντρική Τράπεζα, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, οποιαδήποτε αλλαγή σχετικά με τη χρήση- (α) Των οντοτήτων στις οποίες έχει γίνει εξωτερική ανάθεση, και, (β) σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στα εδάφια
(2),
(3)και
(4), των αντιπροσώπων, συμπεριλαμβανομένων των πρόσθετων αντιπροσώπων. 31(I)/2018 16(I)/2025 Ευθύνη ιδρύματος πληρωμών 20.-
(1)Ίδρυμα πληρωμών το οποίο αναθέτει σε τρίτους την άσκηση λειτουργικών δραστηριοτήτων λαμβάνει εύλογα μέτρα για την τήρηση των απαιτήσεων του παρόντος Νόμου.
(2)Ανεξάρτητα από οποιαδήποτε άλλη νομοθεσία, το ίδρυμα πληρωμών έχει πλήρη ευθύνη για τις πράξεις των υπαλλήλων του ή των αντιπροσώπων, των υποκαταστημάτων ή των οντοτήτων προς τις οποίες έχει γίνει εξωτερική ανάθεση δραστηριοτήτων. 31(I)/2018 Τήρηση αρχείου από ίδρυμα πληρωμών 21. Χωρίς επηρεασμό των διατάξεων του περί της Παρεμπόδισης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου ή άλλης σχετικής διάταξης του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το ίδρυμα πληρωμών υποχρεούται να τηρεί αρχείο για τους σκοπούς του παρόντος Μέρους επί τουλάχιστον πέντε
(5)έτη. 31(I)/2018 Ορισμός αρμόδιας αρχής 22.-
(1)Η Κεντρική Τράπεζα ορίζεται ως η αρμόδια αρχή της Δημοκρατίας η οποία είναι επιφορτισμένη με την αδειοδότηση και την προληπτική εποπτεία των ιδρυμάτων πληρωμών για την άσκηση των καθηκόντων που προβλέπονται στο παρόν Μέρος και δέον να είναι ανεξάρτητη από οικονομικούς φορείς και να αποφεύγει συγκρούσεις συμφερόντων.
(2)Το εδάφιο
(1)δεν συνεπάγεται ότι η Κεντρική Τράπεζα εποπτεύει τις επιχειρηματικές δραστηριότητες των ιδρυμάτων πληρωμών πέραν της παροχής υπηρεσιών πληρωμών και των δραστηριοτήτων που αναφέρονται στο άρθρο 18
(1)(α).
(3)Τα καθήκοντα της Κεντρικής Τράπεζας ως της κατά το εδάφιο
(1)οριζόμενης αρμόδιας αρχής εμπίπτουν στην ευθύνη της, όταν η Δημοκρατία συνιστά το κράτος μέλος προέλευσης.
(4)Για σκοπούς εκτέλεσης των καθηκόντων της δυνάμει του εδαφίου
(1), η Κεντρική Τράπεζα έχει τις εξουσίες που προβλέπονται στα άρθρα 23
(2), 24 και 25. 31(I)/2018 Εποπτεία από την Κεντρική Τράπεζα 23.-
(1)Οι έλεγχοι που ασκεί η Κεντρική Τράπεζα με σκοπό τη διαπίστωση της συνεχούς συμμόρφωσης με τις διατάξεις του παρόντος Μέρους είναι αναλογικοί, επαρκείς και προσαρμοσμένοι στους κινδύνους στους οποίους εκτίθεται το ίδρυμα πληρωμών.
(2)Για σκοπούς ελέγχου της τήρησης των διατάξεων του παρόντος Μέρους, η Κεντρική Τράπεζα δύναται να λαμβάνει, χωρίς επηρεασμό των λοιπών εξουσιών της δυνάμει του παρόντος Νόμου, τα εξής μέτρα: (α) Να απαιτεί από το ίδρυμα πληρωμών να της παρέχει κάθε πληροφορία απαραίτητη για την παρακολούθηση της συμμόρφωσης, διευκρινίζοντας κατά το δέον τον σκοπό του αιτήματος∙ (β) να πραγματοποιεί επιτόπιους ελέγχους στο ίδρυμα πληρωμών, καθώς και σε κάθε αντιπρόσωπο ή υποκατάστημα που παρέχει υπηρεσίες πληρωμών υπό την ευθύνη του ιδρύματος ή σε κάθε εξωτερική οντότητα στην οποία ανατίθενται δραστηριότητες του ιδρύματος πληρωμών∙ (γ) να εκδίδει συστάσεις και κατευθυντήριες γραμμές και εφόσον ενδείκνυται, δεσμευτικές διοικητικές διατάξεις που περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, περιορισμό των εργασιών του ιδρύματος πληρωμών και απομάκρυνση οποιουδήποτε μέλους του διοικητικού οργάνου ή άλλου διευθυντικού στελέχους, σε περίπτωση που το ίδρυμα πληρωμών παραλείπει να συμμορφωθεί με οποιαδήποτε διάταξη του Μέρους II ή οποιασδήποτε οδηγίας εκδόθηκε δυνάμει του παρόντος Νόμου, περιλαμβανομένης οδηγίας που συνιστά ατομική διοικητική πράξη, ή με τους όρους της άδειας του ιδρύματος πληρωμών∙ (δ) να αναστέλλει την άδεια λειτουργίας ή να την ανακαλεί σύμφωνα με το άρθρο 13.
(3)Χωρίς επηρεασμό των διαδικασιών ανάκλησης των αδειών λειτουργίας και οποιωνδήποτε διατάξεων του παρόντος Νόμου και/ή άλλου Νόμου προβλέποντος περί του αξιοποίνου πράξεως ή παραλείψεως, η Κεντρική Τράπεζα δύναται να επιβάλλει κυρώσεις ή να λαμβάνει μέτρα κατά του ιδρύματος πληρωμών ή των υπεύθυνων διευθυνόντων του, σύμφωνα με το εδάφιο
(2)και το άρθρο 25 σε περίπτωση παράβασης νομοθετικών, κανονιστικών ή διοικητικών διατάξεων σχετικών με τον έλεγχο ή την άσκηση των δραστηριοτήτων του σχετικά με τις υπηρεσίες πληρωμών, σκοπός των οποίων είναι ο τερματισμός των παραβάσεων και η εξάλειψη των αιτιών των παραβάσεων.
(4)Ανεξάρτητα από τις απαιτήσεις του άρθρου 7, του άρθρου 8
(1)και
(2)και του άρθρου 9, η Κεντρική Τράπεζα δύναται να λαμβάνει τα μέτρα που προβλέπονται στο εδάφιο
(2), ώστε να εξασφαλίζεται η ύπαρξη επαρκών κεφαλαίων για τις υπηρεσίες πληρωμών, ιδίως όταν οι εκτός των υπηρεσιών πληρωμών δραστηριότητες του ιδρύματος πληρωμών βλάπτουν ή ενδέχεται να βλάψουν την οικονομική του ευρωστία.
(5)Η Κεντρική Τράπεζα αποτελεί την αρμόδια αρχή για την εποπτεία και εφαρμογή των διατάξεων των Μερών ΙΙΙ και IV αναφορικά με- (α) Υπηρεσίες πληρωμών παρεχόμενες στη Δημοκρατία από πιστωτικό ίδρυμα∙ (β) υπηρεσίες πληρωμών παρεχόμενες στη Δημοκρατία από ίδρυμα πληρωμών που έχει λάβει άδεια λειτουργίας από την Κεντρική Τράπεζα∙ (γ) υπηρεσίες πληρωμών παρεχόμενες στη Δημοκρατία από ίδρυμα ηλεκτρονικού χρήματος που έχει λάβει άδεια λειτουργίας από την Κεντρική Τράπεζα∙ (δ) υπηρεσίες πληρωμών παρεχόμενες στη Δημοκρατία μέσω υποκαταστήματος ή αντιπροσώπου που λειτουργεί σύμφωνα με το δικαίωμα εγκατάστασης, ή από πιστωτικό ίδρυμα ή από ίδρυμα πληρωμών ή από ίδρυμα ηλεκτρονικού χρήματος που έχει λάβει άδεια λειτουργίας σε άλλο κράτος μέλος∙ (ε) τηρουμένου του άρθρου 99
(4), υπηρεσίες πληρωμών παρεχόμενες σε άλλο κράτος μέλος υπό καθεστώς ελεύθερης παροχής υπηρεσιών ή ελεύθερης εγκατάστασης από πιστωτικό ίδρυμα, από ίδρυμα πληρωμών ή από ίδρυμα ηλεκτρονικού χρήματος που έχει λάβει άδεια λειτουργίας από την Κεντρική Τράπεζα. 31(I)/2018 Εξουσίες Κεντρικής Τράπεζας 24.-
(1)Η Κεντρική Τράπεζα δύναται- (α) Να απαιτεί από πάροχο υπηρεσιών πληρωμών να θέτει στη διάθεσή της για εξέταση τα ρευστά διαθέσιμα και άλλα στοιχεία ενεργητικού, βιβλία, αρχεία και οποιαδήποτε άλλα έγγραφα: Νοείται ότι, η Κεντρική Τράπεζα δύναται να υποστηρίζεται από προσοντούχο πρόσωπο που κατονομάζεται για το σκοπό αυτό από την Κεντρική Τράπεζα και το οποίο υπόκειται στις υποχρεώσεις όσον αφορά την εμπιστευτικότητα που εφαρμόζονται στην περίπτωση λειτουργών της Κεντρικής Τράπεζας∙ και/ή (β) να ζητεί την έκδοση διατάγματος, σύμφωνα με το άρθρο 32
(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου, για σκοπούς συμμόρφωσης του καθ’ ου η αίτηση με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου∙ και/ή (γ) να απαιτεί την άμεση διακοπή κάθε πρακτικής που είναι αντίθετη με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου∙ και/ή (δ) να απαγορεύει προσωρινά την άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας των υπεύθυνων διευθυνόντων του παρόχου πληρωμών∙ και/ή (ε) να λαμβάνει κάθε μέτρο για την εξασφάλιση της συνεχούς συμμόρφωσης του παρόχου υπηρεσιών πληρωμών με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου∙ και/ή (στ) να επιτρέπει εξακριβώσεις ή έρευνες ή να αιτείται αυτών από ορκωτούς εμπειρογνώμονες.
(2)Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο οφείλει όταν κληθεί από την Κεντρική Τράπεζα δυνάμει του εδαφίου
(1), να θέσει στη διάθεσή της πληροφορίες, έγγραφα ή στοιχεία σχετικά με πάροχο υπηρεσιών πληρωμών που κατέχει ή έχει υπό τον έλεγχό του, καθώς και να προσέλθει στον τόπο διεξαγωγής των εργασιών της Κεντρικής Τράπεζας, αν το απαιτήσει: Νοείται ότι, πρόσωπο στο οποίο απευθύνεται οποιαδήποτε απαίτηση δυνάμει του παρόντος εδαφίου υποχρεούται να συμμορφωθεί με την απαίτηση αυτή, τηρουμένων των ασυλιών και προνομίων που απολαμβάνει μάρτυρας ο οποίος καλείται να εμφανισθεί ενώπιον δικαστηρίου.
(3)Απαγορεύεται σε οποιοδήποτε πρόσωπο να παρακωλύει ή παρεμποδίζει με πράξη ή παράλειψή του την Κεντρική Τράπεζα κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου.
(4)Η παροχή ψευδών ή παραπλανητικών στοιχείων ή εγγράφων ή εντύπων ή η απόκρυψη ουσιώδους πληροφορίας από οποιαδήποτε γνωστοποίηση που υποβάλλεται στην Κεντρική Τράπεζα δυνάμει του παρόντος άρθρου αποτελεί, πέρα από παράβαση η οποία υπόκειται σε διοικητική κύρωση κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 25, ποινικό αδίκημα που τιμωρείται με ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δύο
(2)χρόνια ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις ογδόντα πέντε χιλιάδες ευρώ (€85.000) και/ή με τις δύο αυτές ποινές. 31(I)/2018 Διοικητικές κυρώσεις 25.-
(1)Χωρίς επηρεασμό του άρθρου 13 και οποιωνδήποτε διατάξεων του παρόντος Νόμου ή άλλου Νόμου προβλέποντος περί του αξιοποίνου πράξεως ή παραλείψεως παρόχου υπηρεσιών πληρωμών κατά την έννοια του παρόντος Νόμου, σε περίπτωση κατά την οποία η Κεντρική Τράπεζα διαπιστώνει ότι πάροχος υπηρεσιών πληρωμών που βρίσκεται υπό την εποπτεία της παραβαίνει ή παραλείπει να συμμορφωθεί με οποιαδήποτε διάταξη του παρόντος Νόμου ή οποιαδήποτε οδηγία, εγκύκλιο και/ή ειδοποίηση της Κεντρικής Τράπεζας που εκδόθηκε δυνάμει του παρόντος Νόμου, περιλαμβανομένης οδηγίας που συνιστά ατομική διοικητική πράξη, ή παραλείπει να συμμορφωθεί με απαίτηση, δεσμευτική διοικητική διάταξη, σύσταση και/ή κατευθυντήριες γραμμές της Κεντρικής Τράπεζας δυνάμει του παρόντος Νόμου, δύναται, αφού προηγουμένως καλέσει σε απολογία τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών, να επιβάλει για κάθε παράβαση διοικητικό πρόστιμο που κυμαίνεται από χίλια ευρώ (€1.000) έως ογδόντα πέντε χιλιάδες ευρώ (€85.000), ανάλογα με τη βαρύτητα της παράβασης, και, σε περίπτωση που η παράβαση συνεχίζεται, δύναται επιπρόσθετα να επιβάλει διοικητικό πρόστιμο, ανάλογα με τη βαρύτητα της παράβασης, που κυμαίνεται από εκατόν ευρώ (€100) έως οκτώ χιλιάδες ευρώ (€8.000) για κάθε ημέρα συνέχισης της παράβασης.
(2)Σε περίπτωση που η παράβαση που αναφέρεται στο εδάφιο
(1)αποδίδεται σε υπαιτιότητα του μέλους του διοικητικού οργάνου και/ή ανώτατου διευθυντικού στελέχους και/ή υπευθύνου διαχείρισης των δραστηριοτήτων υπηρεσιών πληρωμών του ιδρύματος, η Κεντρική Τράπεζα, αφού προηγουμένως καλέσει σε απολογία το πρόσωπο αυτό, δύναται να επιβάλει για κάθε παράβαση διοικητικό πρόστιμο που κυμαίνεται από χίλια ευρώ (€1.000) έως είκοσι χιλιάδες ευρώ (€20.000), ανάλογα με τη βαρύτητα της παράβασης, και, σε περίπτωση που η παράβαση συνεχίζεται, δύναται επιπρόσθετα να επιβάλει διοικητικό πρόστιμο, ανάλογα με τη βαρύτητα της παράβασης, που κυμαίνεται από εκατόν ευρώ (€100) έως χίλια ευρώ (€1.000) για κάθε ημέρα συνέχισης της παράβασης.
(3)Σε περίπτωση που ίδρυμα πληρωμών ή ίδρυμα ηλεκτρονικού χρήματος που βρίσκεται υπό την εποπτεία της Κεντρικής Τράπεζας παραβαίνει οποιαδήποτε από τις υποχρεώσεις του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 924/2009, η Κεντρική Τράπεζα δύναται, αφού προηγουμένως ακούσει, κατά περίπτωση, το ίδρυμα πληρωμών ή το ίδρυμα ηλεκτρονικού χρήματος, να του επιβάλει διοικητικό πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις τρεις χιλιάδες ευρώ (€3.000) και, σε περίπτωση που η παράβαση συνεχίζεται, να επιβάλει επιπρόσθετα διοικητικό πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τα εκατόν ευρώ (€100) για κάθε ημέρα συνέχισης της παράβασης.
(4)Σε περίπτωση άρνησης ή παράλειψης πληρωμής διοικητικού προστίμου το οποίο επιβλήθηκε δυνάμει του παρόντος άρθρου, η Κεντρική Τράπεζα έχει εξουσία να λάβει δικαστικά μέτρα με σκοπό την είσπραξη του οφειλόμενου ποσού ως αστικού χρέους οφειλόμενου στη Δημοκρατία. 31(I)/2018 16(I)/2022 Αστική και ποινική ευθύνη και ακυρότητα σύμβασης 26.-
(1)Πρόσωπο το οποίο παρέχει υπηρεσίες πληρωμών χωρίς προηγουμένως να εξασφαλίζεται άδεια λειτουργίας από την Κεντρική Τράπεζα, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δύο
(2)χρόνια ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις ογδόντα πέντε χιλιάδες ευρώ, (€85.000) και/ή με τις δύο αυτές ποινές.
(2)Σε περίπτωση κατά την οποία το αδίκημα που προβλέπεται στο εδάφιο
(1)τελείται από νομικό πρόσωπο, οποιοδήποτε μέλος των διοικητικών, διευθυντικών, εποπτικών ή ελεγκτικών του οργάνων το οποίο εξουσιοδότησε ή εν γνώσει του επέτρεψε τη διάπραξή του, είναι ένοχο του ίδιου αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται στις ποινές που προβλέπονται στο εδάφιο
(1).
(3)Πρόσωπα τα οποία, κατά τα προβλεπόμενα στο εδάφιο
(2), υπέχουν ποινική ευθύνη για τα τελούμενα από νομικό πρόσωπο αδικήματα ευθύνονται αλληλεγγύως με το νομικό πρόσωπο ή/και κεχωρισμένως για κάθε ζημιά που προξενείται σε τρίτους ένεκα της πράξης ή παράλειψης που στοιχειοθετεί το αδίκημα.
(4)Οποιαδήποτε σύμβαση για προσφορά συναφθείσα κατά παράβαση των διατάξεων του παρόντος Νόμου και οποιαδήποτε αποδοχή υπηρεσιών πληρωμών κατά παράβαση των διατάξεων του παρόντος Νόμου, είναι άκυρη. 31(I)/2018 Υποχρέωση συνεργασίας και ανταλλαγή πληροφοριών 27.-
(1)Η Κεντρική Τράπεζα συνεργάζεται με τις αρμόδιες αρχές άλλων κρατών μελών και, εφόσον χρειάζεται, με την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και τις εθνικές κεντρικές τράπεζες των κρατών μελών, την ΕΑΤ και άλλες αρμόδιες αρχές που έχουν οριστεί βάσει του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή του δικαίου του οικείου κράτους μέλους που εφαρμόζεται για τους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών∙
(2)Η Κεντρική Τράπεζα δύναται να ανταλλάσσει πληροφορίες με τους ακόλουθους φορείς: (α) Τις αρμόδιες αρχές άλλων κρατών μελών που έχουν αναλάβει την αδειοδότηση και εποπτεία των ιδρυμάτων πληρωμών· (β) την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και τις εθνικές κεντρικές τράπεζες των κρατών μελών υπό την ιδιότητά τους ως νομισματικών και εποπτικών αρχών, και, κατά περίπτωση, άλλες δημόσιες αρχές αρμόδιες για την εποπτεία των συστημάτων πληρωμών και διακανονισμού· (γ) άλλες αρμόδιες αρχές που έχουν οριστεί βάσει των διατάξεων του περί Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης των Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου, της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/2366, της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/849 και άλλων διατάξεων του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης που εφαρμόζονται επί των παρόχων υπηρεσιών πληρωμών, όπως οι διατάξεις περί νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας· (δ) την ΕΑΤ υπό την ιδιότητά της να συμβάλει στη συνεπή και συνεκτική λειτουργία των μηχανισμών ελέγχου, όπως αναφέρεται στο Άρθρο 1, παράγραφος 5, στοιχείο α) του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010. 31(I)/2018 Επίλυση διαφορών μεταξύ αρμόδιων αρχών διαφορετικών κρατών μελών 28.-
(1)Η Κεντρική Τράπεζα, ως η αρμόδια αρχή της Δημοκρατίας, δύναται να ενεργεί όπως προβλέπει το Άρθρο 27, παράγραφος 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/2366.
(2)Η Κεντρική Τράπεζα, ως η αρμόδια αρχή της Δημοκρατίας, ενεργεί κατά τα προβλεπόμενα στο Άρθρο 27, παράγραφος 2 της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/2366. 31(I)/2018 Αίτηση άσκησης του δικαιώματος εγκατάστασης και ελεύθερης παροχής υπηρεσιών 29.-
(1)Κάθε ίδρυμα πληρωμών που έχει λάβει άδεια λειτουργίας από την Κεντρική Τράπεζα και επιθυμεί να παράσχει υπηρεσίες πληρωμών για πρώτη φορά σε κράτος μέλος άλλο από τη Δημοκρατία, είτε ασκώντας το δικαίωμα ελεύθερης εγκατάστασης είτε το δικαίωμα ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, παρέχει στην Κεντρική Τράπεζα τις ακόλουθες πληροφορίες: (α) Την επωνυμία, τη διεύθυνση και, κατά περίπτωση, τον αριθμό άδειας του ιδρύματος πληρωμών· (β) το κράτος μέλος ή τα κράτη μέλη όπου προτίθεται να δραστηριοποιηθεί· (γ) την υπηρεσία ή τις υπηρεσίες πληρωμών που θα παρέχονται∙ (δ) όταν το ίδρυμα πληρωμών προτίθεται να ορίσει αντιπρόσωπο, τις πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 19
(1)∙ (ε) όταν το ίδρυμα πληρωμών σκοπεύει να έχει υποκατάστημα, τις πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 5
(3)(β) και (ε) όσον αφορά την παροχή υπηρεσιών πληρωμών στο κράτος μέλος υποδοχής, περιγραφή της οργανωτικής δομής του υποκαταστήματος και την ταυτότητα των προσώπων που είναι υπεύθυνα για τη διοίκηση του υποκαταστήματος.
(2)Στην περίπτωση που το ίδρυμα πληρωμών προτίθεται να αναθέτει λειτουργικές δραστηριότητες υπηρεσιών πληρωμών σε άλλες οντότητες στο κράτος μέλος υποδοχής, ενημερώνει σχετικά την Κεντρική Τράπεζα ως την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους προέλευσης αυτού.
(3)Εντός ενός
(1)μηνός από την παραλαβή όλων των πληροφοριών που αναφέρονται στα εδάφια
(1)και
(2), η Κεντρική Τράπεζα, ως η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους προέλευσης διαβιβάζει αυτές στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής.
(4)Στην περίπτωση που κατόπιν ενημέρωσης που λαμβάνει η Κεντρική Τράπεζα, ως η αρμόδια αρχή κράτους μέλους προέλευσης, από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής για τυχόν εύλογες ανησυχίες των εν λόγω αρμόδιων αρχών όσον αφορά την προβλεπόμενη πρόθεση ορισμού αντιπροσώπου ή την ίδρυση υποκαταστήματος δεν συμφωνεί με την αξιολόγηση των αρμόδιων αρχών του κράτους μέλους υποδοχής, παρέχει στις τελευταίες τους λόγους για την απόφασή της.
(5)Εφόσον η αξιολόγηση της Κεντρικής Τράπεζας, ως της αρμόδιας αρχής του κράτους μέλους προέλευσης, ιδίως βάσει των πληροφοριών που λαμβάνει από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής, δεν είναι ευνοϊκή, η Κεντρική Τράπεζα, ως η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους προέλευσης, δεν καταχωρίζει τον αντιπρόσωπο ή το υποκατάστημα στο μητρώο ή αποσύρει την καταχώριση, εφόσον έχει ήδη πραγματοποιηθεί.
(6)Εντός τριών
(3)μηνών από την παραλαβή των πληροφοριών που αναφέρονται στα εδάφια
(1)και
(2)η Κεντρική Τράπεζα, ως η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους προέλευσης, κοινοποιεί την απόφασή της στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής και στο ίδρυμα πληρωμών∙
(7)O αντιπρόσωπος ή το υποκατάστημα δικαιούται να αρχίσει να ασκεί δραστηριότητες στο σχετικό κράτος μέλος υποδοχής από την καταχώριση στο μητρώο που προβλέπεται στο άρθρο 14
(1).
(8)Το ίδρυμα πληρωμών γνωστοποιεί στην Κεντρική Τράπεζα, ως την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους προέλευσης αυτού, την ημερομηνία κατά την οποία θα αρχίσει τις δραστηριότητές του μέσω του αντιπροσώπου ή του υποκαταστήματος στο σχετικό κράτος μέλος υποδοχής.
(9)Η Κεντρική Τράπεζα, ως η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους προέλευσης, ενημερώνει σχετικά την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής σχετικά με την ημερομηνία κατά την οποία το ίδρυμα πληρωμών θα αρχίσει τις δραστηριότητές του μέσω του αντιπροσώπου ή του υποκαταστήματος στο σχετικό κράτος μέλος υποδοχής.
(10)Το ίδρυμα πληρωμών ενημερώνει την Κεντρική Τράπεζα, ως την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους προέλευσης αυτού, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, σχετικά με οποιαδήποτε σημαντική αλλαγή στις πληροφορίες που έχει κοινοποιήσει σύμφωνα με τα εδάφια
(1)και
(2), συμπεριλαμβανομένων στοιχείων για πρόσθετους αντιπροσώπους, υποκαταστήματα ή οντότητες στις οποίες έχει γίνει εξωτερική ανάθεση δραστηριοτήτων στο κράτος μέλος υποδοχής στο οποίο ασκεί τις δραστηριότητές του το ίδρυμα.
(11)Για τους σκοπούς της κατά το εδάφιο
(10)ενημέρωσης, εφαρμόζεται κατ’ αναλογίαν η διαδικασία η οποία προβλέπεται στα εδάφια
(3)έως
(9)και
(12)έως
(14).
(12)Στην περίπτωση που η Κεντρική Τράπεζα, ως η αρμόδια αρχή κράτους μέλους υποδοχής, λαμβάνει από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους προέλευσης τις πληροφορίες σύμφωνα με το Άρθρο 28, παράγραφος 2, εδάφιο
(2)της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/2366, τις αξιολογεί και παρέχει στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους προέλευσης σχετικά στοιχεία όσον αφορά την προβλεπόμενη παροχή υπηρεσιών πληρωμών από το οικείο ίδρυμα πληρωμών στο πλαίσιο της άσκησης του δικαιώματος της ελεύθερης εγκατάστασης ή της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών εντός μηνός από την παραλαβή των πληροφοριών από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους προέλευσης.
(13)Η Κεντρική Τράπεζα, ως η αρμόδια αρχή κράτους μέλους υποδοχής, ενημερώνει τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους προέλευσης για τυχόν εύλογες ανησυχίες της όσον αφορά την προβλεπόμενη πρόθεση ορισμού αντιπροσώπου ή την ίδρυση υποκαταστήματος, ιδίως σε σχέση με τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας κατά την έννοια του περί Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου και της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/849.
(14)O αντιπρόσωπος ή το υποκατάστημα δικαιούται να αρχίσει να ασκεί δραστηριότητες στη Δημοκρατία από την καταχώριση στο μητρώο που διατηρεί η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους προέλευσης, σύμφωνα με τη νομοθεσία αυτού που ενσωματώνει το Άρθρο 14 της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/2366. 31(I)/2018 Εποπτεία των ιδρυμάτων πληρωμών κατά την άσκηση του δικαιώματος εγκατάστασης και ελεύθερης παροχής υπηρεσιών 30.-
(1)Η Κεντρική Τράπεζα, ως η αρμόδια αρχή κράτους μέλους προέλευσης, συνεργάζεται με τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής για τη διενέργεια των ελέγχων και τη λήψη των αναγκαίων μέτρων που προβλέπονται στα Μέρη ΙΙ, ΙΙΙ και IV, σύμφωνα με το άρθρο 99
(4)και
(5), σε σχέση με τον αντιπρόσωπο ή το υποκατάστημα ιδρύματος πληρωμών που βρίσκεται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους.
(2)Στην περίπτωση που η Κεντρική Τράπεζα συνιστά την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής, συνεργάζεται με τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους προέλευσης για τη διενέργεια των ελέγχων και τη λήψη των αναγκαίων μέτρων που προβλέπονται στους Τίτλους ΙΙ, ΙΙΙ και IV της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/2366, σύμφωνα με το Άρθρο 100, παράγραφος 4 της εν λόγω Οδηγίας σε σχέση με τον αντιπρόσωπο ή το υποκατάστημα ιδρύματος πληρωμών που βρίσκεται στη Δημοκρατία.
(3)Στο πλαίσιο της συνεργασίας που προβλέπεται στο εδάφιο
(1), η Κεντρική Τράπεζα, ως η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους προέλευσης, γνωστοποιεί στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής ότι επιθυμεί να διενεργήσει επιτόπιο έλεγχο στο έδαφος του κράτους μέλους υποδοχής.
(4)Ανεξάρτητα από το εδάφιο
(3), η Κεντρική Τράπεζα, ως η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους προέλευσης, δύναται να αναθέσει στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους υποδοχής τη διενέργεια επιτόπιων ελέγχων στο σχετικό ίδρυμα.
(5)Η Κεντρική Τράπεζα, ως η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής, διενεργεί επιτόπιους ελέγχους που της ανατίθενται από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους προέλευσης δυνάμει του Άρθρου 29, παράγραφος 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/2366.
(6)Η Κεντρική Τράπεζα, ως η αρμόδια αρχή κράτους μέλους προέλευσης, κοινοποιεί και ανταλλάσσει με τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών υποδοχής όλες τις ουσιώδεις και/ή σχετικές πληροφορίες, ιδίως σε περίπτωση παράβασης ή εικαζόμενης παράβασης από τον αντιπρόσωπο ή υποκατάστημα και όταν τέτοιες παραβάσεις συνέβησαν στο πλαίσιο ελεύθερης παροχής υπηρεσιών.
(7)Στο πλαίσιο των διατάξεων του εδαφίου
(6), η Κεντρική Τράπεζα, ως η αρμόδια αρχή κράτους μέλους προέλευσης, κοινοποιεί και ανταλλάσσει, κατόπιν αιτήματος, όλες τις σχετικές πληροφορίες και, με ιδίαν πρωτοβουλία, όλες τις ουσιαστικές πληροφορίες, μεταξύ άλλων όσον αφορά τη συμμόρφωση του ιδρύματος πληρωμών με τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 11
(3).
(8)Η Κεντρική Τράπεζα δύναται να απαιτεί από τα ιδρύματα πληρωμών που λειτουργούν στη Δημοκρατία μέσω αντιπροσώπων στο πλαίσιο του δικαιώματος ελεύθερης εγκατάστασης και των οποίων η έδρα βρίσκεται σε άλλο κράτος μέλος να ορίζουν ένα κεντρικό σημείο επικοινωνίας στη Δημοκρατία, προκειμένου να διασφαλίσει την κατάλληλη επικοινωνία και την υποβολή στοιχείων σχετικά με τη συμμόρφωση τόσο με τις διατάξεις του δικαίου του κράτους μέλους προέλευσης που ενσωματώνουν τους Τίτλους ΙΙΙ και IV της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/2366 όσο και με τα Μέρη ΙΙΙ και IV του παρόντος Νόμου, χωρίς επηρεασμό των διατάξεων για την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και την καταπολέμηση της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, και προκειμένου να διευκολύνεται η εποπτεία από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους προέλευσης και του κράτους μέλους υποδοχής, μεταξύ άλλων με την παροχή εγγράφων και πληροφοριών στην Κεντρική Τράπεζα κατόπιν αιτήματός της.
(9)Η Κεντρική Τράπεζα, ως η αρμόδια αρχή κράτους μέλους υποδοχής, δύναται να απαιτεί από ίδρυμα πληρωμών που έχει αντιπροσώπους ή υποκαταστήματα στη Δημοκρατία να της υποβάλλει ανά τακτά χρονικά διαστήματα έκθεση για τις δραστηριότητες που ασκεί στη Δημοκρατία.
(10)Οι εκθέσεις οι οποίες προβλέπονται στο εδάφιο
(9)απαιτούνται για ενημερωτικούς ή στατιστικούς σκοπούς και, στον βαθμό που οι αντιπρόσωποι και τα υποκαταστήματα ασκούν τις επιχειρηματικές δραστηριότητες υπηρεσιών πληρωμών στο πλαίσιο του δικαιώματος ελεύθερης εγκατάστασης, για σκοπούς ελέγχου της συμμόρφωσης τόσο με τις διατάξεις του δικαίου του κράτους μέλους προέλευσης που ενσωματώνουν τους Τίτλους ΙΙΙ και IV της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/2366 όσο και με τα Μέρη ΙΙΙ και IV του παρόντος Νόμου.
(11)Οι αντιπρόσωποι και τα υποκαταστήματα που αναφέρονται στο εδάφιο
(10)υπόκεινται στην τήρηση απαιτήσεων επαγγελματικού απορρήτου που είναι τουλάχιστον ισοδύναμες με αυτές που προβλέπονται στο άρθρο 33.
(12)Η Κεντρική Τράπεζα, ως η αρμόδια αρχή κράτους μέλους υποδοχής, κοινοποιεί στις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους προέλευσης και ανταλλάσσει με αυτές όλες τις ουσιώδεις και/ή σχετικές πληροφορίες, ιδίως σε περίπτωση παρά¬βασης ή εικαζόμενης παράβασης από αντιπρόσωπο ή υποκατάστημα και στην περίπτωση που τέτοιες παραβάσεις συνέβησαν στο πλαίσιο ελεύθερης παροχής υπηρεσιών η Κεντρική Τράπεζα, ως η αρμόδια αρχή κράτους μέλους υποδοχής, κοινοποιεί, κατόπιν αιτήματος αρμόδιας αρχής κράτους μέλους προέλευσης, όλες τις σχετικές πληροφορίες και, με ιδίαν πρωτοβουλία, όλες τις ουσιαστικές πληροφορίες, μεταξύ άλλων όσον αφορά τη συμμόρφωση του ιδρύματος πληρωμών με τις προϋποθέσεις του Άρθρου 11, παράγραφος 3 της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/2366. 31(I)/2018 Μέτρα σε περίπτωση μη συμμόρφωσης, περιλαμβανομένων των προληπτικών μέτρων 31.-
(1)Χωρίς επηρεασμό της ευθύνης των αρμόδιων αρχών του κράτους μέλους προέλευσης, σε περίπτωση που η Κεντρική Τράπεζα, ως η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής, διαπιστώνει ότι ένα ίδρυμα πληρωμών που έχει αντιπροσώπους ή υποκαταστήματα στη Δημοκρατία δεν συμμορφώνεται με τα Μέρη ΙΙ, ΙΙΙ ή IV ή με το δίκαιο του κράτους μέλους προέλευσης που ενσωματώνει τους Τίτλους ΙΙ, III ή IV της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/2366, ενημερώνει σχετικά την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους προέλευσης χωρίς καθυστέρηση.
(2)Σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης, που απαιτείται άμεση δράση, ώστε να αντιμετωπιστεί σοβαρή απειλή για τα συλλογικά συμφέροντα των χρηστών υπηρεσιών πληρωμών στη Δημοκρατία, ως κράτος μέλος υποδοχής, η Κεντρική Τράπεζα δύναται, παράλληλα με τη διασυνοριακή συνεργασία μεταξύ αρμόδιων αρχών και εν αναμονή της λήψης μέτρων από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους προέλευσης, όπως ορίζεται στο άρθρο 30, να λαμβάνει προληπτικά μέτρα.
(3)Τα κατά το εδάφιο
(2)προληπτικά μέτρα πρέπει να είναι κατάλληλα και αναλογικά προς τον σκοπό που αυτά εξυπηρετούν, δηλαδή την προστασία από ενδεχόμενη σοβαρή απειλή των συλλογικών συμφερόντων των χρηστών υπηρεσιών πληρωμών στη Δημοκρατία, ως κράτος μέλος υποδοχής, και δεν πρέπει να οδηγούν σε προνομιακή μεταχείριση των χρηστών υπηρεσιών πληρωμών του ιδρύματος πληρωμών στη Δημοκρατία, ως κράτος μέλος υποδοχής, έναντι των χρηστών υπηρεσιών πληρωμών του ιδρύματος πληρωμών σε άλλα κράτη μέλη, έχουν προσωρινό χαρακτήρα και παύουν να ισχύουν, όταν οι σοβαρές απειλές που εντοπίστηκαν αντιμετωπίζονται, μεταξύ άλλων, με τη βοήθεια και σε συνεργασία με τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους προέλευσης ή με την ΕΑΤ, όπως προβλέπεται στο Άρθρο 27, παράγραφος 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/2366.
(4)Η Κεντρική Τράπεζα, όπου αυτό συμβαδίζει με την κατάσταση έκτακτης ανάγκης, ως η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής, ενημερώνει τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους προέλευσης και οποιουδήποτε άλλου ενδιαφερόμενου κράτους μέλους, την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και την ΕΑΤ εκ των προτέρων και εν πάση περιπτώσει χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση σχετικά με τα προληπτικά μέτρα που λαμβάνονται δυνάμει του εδαφίου
(2)και την αιτιολόγησή τους.
(5)Στην περίπτωση που η Κεντρική Τράπεζα, ως η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους προέλευσης, λαμβάνει τις κατά το Άρθρο 30, παράγραφος 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/2366 υποβληθείσες πληροφορίες και, αφού τις αξιολογήσει, λαμβάνει, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, όλα τα κατάλληλα μέτρα, ώστε το ίδρυμα πληρωμών να θέσει τέλος στη μη συμμόρφωσή του, και κοινοποιεί τα εν λόγω μέτρα χωρίς καθυστέρηση στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους υποδοχής και στις αρμόδιες αρχές οποιουδήποτε άλλου ενδιαφερόμενου κράτους μέλους. 31(I)/2018 Αιτιολόγηση και κοινοποίηση μέτρων 32.-
(1)Κάθε μέτρο, το οποίο λαμβάνεται από την Κεντρική Τράπεζα κατ’ εφαρμογήν των άρθρων 23, 29, 30 ή 31, και το οποίο επιβάλλει κυρώσεις ή περιορισμούς στην άσκηση της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών ή της ελεύθερης εγκατάστασης πρέπει να είναι δεόντως αιτιολογημένο από την Κεντρική Τράπεζα και να κοινοποιείται στο ενδιαφερόμενο ίδρυμα πληρωμών.
(2)Τα άρθρα 29, 30 και 31 δεν θίγουν την υποχρέωση που υπέχουν οι αρμόδιες αρχές δυνάμει της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/849 και του Κανονισμού (ΕΕ) 2015/847, ιδίως δυνάμει του Άρθρου 48, παράγραφος 1 της Οδηγίας (ΕΕ) 2015/849 και του Άρθρου 22, παράγραφος 1 του Κανονισμού (ΕΕ) 2015/847, να εποπτεύουν ή να ελέγχουν τη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις που θεσπίζουν οι εν λόγω πράξεις. 31(I)/2018 Τήρηση επαγγελματικού απορρήτου 33.-
(1)Όλα τα πρόσωπα που εργάζονται ή έχουν εργαστεί για την Κεντρική Τράπεζα, καθώς και οι εμπειρογνώμονες που ενεργούν εξ ονόματός της υποχρεούνται να τηρούν το επαγγελματικό απόρρητο χωρίς επηρεασμό των περιπτώσεων για τις οποίες στοιχειοθετείται ποινική ευθύνη.
(2)Κατά την ανταλλαγή πληροφοριών, σύμφωνα με το άρθρο 26, τηρείται αυστηρά το επαγγελματικό απόρρητο, ώστε να διασφαλίζεται η προστασία των δικαιωμάτων των ιδιωτών και των επιχειρήσεων.
(3)Πρόσωπο το οποίο παραβαίνει ή παραλείπει να συμμορφωθεί με το εδάφιο
(1)και/ή
(2)είναι ένοχο αδικήματος και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δύο
(2)χρόνια ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις ογδόντα πέντε χιλιάδες ευρώ (€85.000) και/ή με τις δύο αυτές ποινές. 31(I)/2018 Πάροχοι υπηρεσιών πληροφοριών λογαριασμού 34.-
(1)Τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που παρέχουν μόνο την υπηρεσία πληρωμών, όπως αναφέρεται στο σημείο 8 του Παραρτήματος Ι, εξαιρούνται από την εφαρμογή της διαδικασίας και των προϋποθέσεων που προβλέπονται στα άρθρα 5 έως και 32, πλην του άρθρου 5
(3)(α), (β), (ε) έως (η), (ι), (ιβ), (ιδ), (ιστ) και (ιζ) και
(8), του άρθρου 13
(4)και
(5)και του άρθρου 14, ενώ τα άρθρα 15, 22, 23, 24, 25, 27, 28, 29, 30, 31, 32 και 33 εφαρμόζονται, εξαιρουμένου του άρθρου 23
(4)και
(5).
(2)Τα πρόσωπα που αναφέρονται στο εδάφιο
(1)αντιμετωπίζονται ως ιδρύματα πληρωμών: Νοείται ότι, τα Μέρη ΙΙΙ και IV δεν εφαρμόζονται επ’ αυτών, με εξαίρεση τα άρθρα 41, 45 και 52 και, κατά περίπτωση, τα άρθρα 67, 69 και 95, 96 και 97. 31(I)/2018 ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β - ΚΟΙΝΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ Πρόσβαση στα συστήματα πληρωμών 35.-
(1)Οι κανόνες που διέπουν την πρόσβαση σε συστήματα πληρωμών των παρόχων υπηρεσιών πληρωμών που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας ή έχουν καταχωρισθεί στο μητρώο και οι οποίοι είναι νομικά πρόσωπα πρέπει να είναι αντικειμενικοί, αμερόληπτοι και αναλογικοί και να μην κωλύουν, πέραν του αναγκαίου, την πρόσβαση για τη διασφάλιση, έναντι ορισμένων κινδύνων, όπως ο κίνδυνος διακανονισμού, ο λειτουργικός κίνδυνος και ο επιχειρηματικός κίνδυνος, και την προστασία της χρηματοοικονομικής και λειτουργικής σταθερότητας του συστήματος πληρωμών.
(2)Τα συστήματα πληρωμών δεν επιβάλλουν στους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών, στους χρήστες υπηρεσιών πληρωμών ή σε άλλα συστήματα πληρωμών οποιαδήποτε από τις ακόλουθες απαιτήσεις: (α) Περιοριστικούς κανόνες για την ουσιαστική συμμετοχή σε άλλο ή άλλα συστήματα πληρωμών∙ (β) κανόνες που θεσπίζουν διακρίσεις μεταξύ των παρόχων υπηρεσιών πληρωμών που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας ή μεταξύ των καταχωρισμένων παρόχων υπηρεσιών πληρωμών όσον αφορά τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους, καθώς και τα παρεχόμενα πλεονεκτήματα∙ (γ) περιορισμούς βάσει του νομικού καθεστώτος.
(3)Τα εδάφια
(1)και
(2)δεν εφαρμόζονται στα συστήματα πληρωμών που συνίστανται αποκλειστικά από παρόχους υπηρεσιών πληρωμών που ανήκουν σε όμιλο.
(4)Σε περίπτωση κατά την οποία συμμετέχων σε σύστημα πληρωμών κατά τα οριζόμενα στον περί του Αμετάκλητου του Διακανονισμού στα Συστήματα Πληρωμών και στα Συστήματα Διακανονισμού Αξιογράφων Νόμο, επιτρέπει σε αδειοδοτημένο ή καταχωρισμένο πάροχο υπηρεσιών πληρωμών που δεν συμμετέχει στο σύστημα να διαβιβάσει εντολές μέσω του συστήματος, ο εν λόγω συμμετέχων παρέχει την ίδια ευκαιρία, όταν ζητηθεί, με αντικειμενικό, αναλογικό και αμερόληπτο τρόπο σε άλλους αδειοδοτημένους ή καταχωρισμένους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών, σύμφωνα με τα εδάφια
(1)και
(2).
(5)Ο συμμετέχων παρέχει στον αιτούντα πάροχο υπηρεσιών πληρωμών πλήρη αιτιολόγηση σε περίπτωση απόρριψης. 31(I)/2018 100(I)/2025 Προϋποθέσεις για αίτηση συμμετοχής σε αναγνωρισμένα συστήματα πληρωμών 35Α.-
(1)Το παρόν άρθρο εφαρμόζεται σε ιδρύματα πληρωμών και ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος που ζητούν να συμμετέχουν και που συμμετέχουν σε συστήματα κατά τα οριζόμενα στον περί του Αμετάκλητου του Διακανονισμού στα Συστήματα Πληρωμών και στα Συστήματα Διακανονισμού Αξιογράφων Νόμο.
(2)Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(6), για τη διασφάλιση της σταθερότητας και της ακεραιότητας των συστημάτων πληρωμών, κάθε οντότητα που προβλέπεται στο εδάφιο
(1)διαθέτει τα ακόλουθα: (α) Περιγραφή των μέτρων που λαμβάνει για τη διασφάλιση των χρηματικών ποσών των χρηστών υπηρεσιών πληρωμών· (β) περιγραφή των ρυθμίσεων διακυβέρνησης και των μηχανισμών εσωτερικού ελέγχου της εν λόγω οντότητας για τις υπηρεσίες πληρωμών ή τις υπηρεσίες ηλεκτρονικού χρήματος που προτίθεται να παρέχει, συμπεριλαμβανομένης της διοικητικής και λογιστικής οργάνωσης και της διαχείρισης κινδύνου, και περιγραφή των ρυθμίσεων της εν λόγω οντότητας σε σχέση με τη χρήση υπηρεσιών τεχνολογιών των πληροφοριών και των επικοινωνιών (ΤΠΕ) που αναφέρονται στα Άρθρα 6 και 7 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 2022/2554· και (γ) σχέδιο εκκαθάρισης σε περίπτωση αφερεγγυότητας της εν λόγω οντότητας.
(3)Για σκοπούς της παραγράφου (α) του εδαφίου
(2)- (α) σε περίπτωση που οντότητα του εδαφίου
(1)διασφαλίζει τα χρηματικά ποσά των χρηστών υπηρεσιών πληρωμών μέσω κατάθεσης χρηματικών ποσών σε χωριστό λογαριασμό σε πιστωτικό ίδρυμα ή μέσω επένδυσης σε ασφαλή, ρευστά, χαμηλού κινδύνου στοιχεία ενεργητικού, τα οποία καθορίζονται από την Κεντρική Τράπεζα με την έκδοση οδηγιών ή από τις αρμόδιες αρχές άλλων κρατών μελών προέλευσης δυνάμει της αντίστοιχης νομοθεσίας της Ένωσης που ισχύει κατά περίπτωση, η περιγραφή των μέτρων που λαμβάνει για την εν λόγω διασφάλιση περιλαμβάνει, κατά περίπτωση- (
  1. i)περιγραφή της επενδυτικής πολιτικής που διασφαλίζει ότι τα στοιχεία ενεργητικού που επιλέγονται είναι ασφαλή, ρευστά και χαμηλού κινδύνου· (
  2. ii)τον αριθμό των προσώπων που έχουν πρόσβαση στον λογαριασμό διασφάλισης και τα καθήκοντα των προσώπων αυτών· (iii) περιγραφή της διαδικασίας διαχείρισης και συμφιλίωσης, ώστε να διασφαλίζεται ότι τα χρηματικά ποσά των χρηστών υπηρεσιών πληρωμών προστατεύονται προς το συμφέρον τους, έναντι αξιώσεων άλλων πιστωτών της εν λόγω οντότητας, ιδίως σε περίπτωση αφερεγγυότητας· (
  3. iv)αντίγραφο του προσχεδίου σύμβασης μεταξύ της εν λόγω οντότητας και του πιστωτικού ιδρύματος· (
  4. v)ρητή έγγραφη δήλωση της εν λόγω οντότητας σχετικά με τη συμμόρφωσή της προς το άρθρο 10 του παρόντος Νόμου· (β) σε περίπτωση που οντότητα του εδαφίου
(1)διασφαλίζει τα χρηματικά ποσά των χρηστών υπηρεσιών πληρωμών μέσω ασφαλιστηρίου ή συγκρίσιμης εγγύησης από ασφαλιστική εταιρεία ή πιστωτικό ίδρυμα, η περιγραφή των μέτρων που ελήφθησαν για τη διασφάλιση αυτή περιλαμβάνει τα ακόλουθα: (
  1. i)Βεβαίωση ότι το ασφαλιστήριο ή η συγκρίσιμη εγγύηση από ασφαλιστική εταιρεία ή πιστωτικό ίδρυμα προέρχεται από οντότητα που δεν ανήκει στον ίδιο όμιλο με την εν λόγω οντότητα· (
  2. ii)λεπτομέρειες της εφαρμοζόμενης διαδικασίας συμφιλίωσης με την οποία διασφαλίζεται ότι το ασφαλιστήριο ή η συγκρίσιμη εγγύηση επαρκεί για την κάλυψη των υποχρεώσεων διασφάλισης της εν λόγω οντότητας ανά πάσα στιγμή· (iii) τη διάρκεια και τους όρους ανανέωσης της ισχύος της ασφαλιστικής κάλυψης· (
  3. iv)αντίγραφο του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, της συγκρίσιμης εγγύησης ή προσχεδίων αυτών.
(4)Για σκοπούς της παραγράφου (β) του εδαφίου
(2), η περιγραφή καταδεικνύει ότι οι υπό αναφορά ρυθμίσεις διακυβέρνησης, οι μηχανισμοί εσωτερικού ελέγχου και οι ρυθμίσεις για τη χρήση υπηρεσιών τεχνολογιών των πληροφοριών και των επικοινωνιών (ΤΠΕ) είναι αναλογικοί, κατάλληλοι, ορθοί και επαρκείς· επιπλέον, οι ρυθμίσεις διακυβέρνησης και οι μηχανισμοί εσωτερικού ελέγχου περιλαμβάνουν- (α) χαρτογράφηση των κινδύνων που εντοπίζονται σε κάθε οντότητα του εδαφίου
(1), περιλαμβανομένου του είδους των κινδύνων καθώς και των διαδικασιών που εφαρμόζει ή θα εφαρμόζει η εν λόγω οντότητα για την αξιολόγηση και την παρεμπόδιση των εν λόγω κινδύνων· (β) τις διαφορετικές διαδικασίες για τη διεξαγωγή περιοδικών και μόνιμων ελέγχων, συμπεριλαμβανομένων της συχνότητας και των ανθρώπινων πόρων που διατίθενται για τη διεξαγωγή τους· (γ) τις λογιστικές διαδικασίες μέσω των οποίων η εν λόγω οντότητα καταχωρίζει και υποβάλλει τις χρηματοοικονομικές πληροφορίες της· (δ) την ταυτότητα του προσώπου ή των προσώπων που είναι αρμόδια για τα καθήκοντα εσωτερικού ελέγχου, συμπεριλαμβανομένων του περιοδικού ελέγχου, του μόνιμου ελέγχου και του ελέγχου συμμόρφωσης, καθώς και ενημερωμένο βιογραφικό σημείωμα του εν λόγω προσώπου ή των εν λόγω προσώπων· (ε) την ταυτότητα τυχόν ελεγκτή που δεν είναι νόμιμος ελεγκτής όπως ορίζεται στο εδάφιο
(1)του άρθρου 2 του περί Ελεγκτών Νόμου· (στ) τη σύνθεση του διοικητικού του οργάνου και, κατά περίπτωση, τυχόν άλλου οργάνου ή επιτροπής εποπτείας του ιδρύματος πληρωμών ή του ιδρύματος ηλεκτρονικού χρήματος· (ζ) περιγραφή του τρόπου παρακολούθησης και ελέγχου των λειτουργιών που ανατίθενται εξωτερικά ώστε να αποφεύγεται το ενδεχόμενο υποβάθμισης της ποιότητας των εσωτερικών ελέγχων της εν λόγω οντότητας· (η) περιγραφή του τρόπου παρακολούθησης και ελέγχου τυχόν αντιπροσώπων και υποκαταστημάτων στο πλαίσιο του συστήματος εσωτερικού ελέγχου της εν λόγω οντότητας· (θ) σε περίπτωση που η εν λόγω οντότητα είναι η θυγατρική επιχείρηση ρυθμιζόμενης οντότητας σε άλλο κράτος μέλος, περιγραφή της διακυβέρνησης του ομίλου.
(5)Για σκοπούς της παραγράφου (γ) του εδαφίου
(2), το σχέδιο εκκαθάρισης προσαρμόζεται στο προβλεπόμενο μέγεθος και το προβλεπόμενο επιχειρηματικό μοντέλο κάθε οντότητας του εδαφίου
(1)και περιλαμβάνει περιγραφή των μέτρων μετριασμού των κινδύνων που πρέπει να θεσπίσει η εν λόγω οντότητα σε περίπτωση παύσης της παροχής των οικείων υπηρεσιών πληρωμών, τα οποία μέτρα θα διασφαλίζουν την εκτέλεση εκκρεμουσών πράξεων πληρωμής και τον τερματισμό των υφιστάμενων συμβάσεων.
(6)Η διαδικασία αξιολόγησης της συμμόρφωσης των οντοτήτων του εδαφίου
(1)με το παρόν άρθρο λαμβάνει τη μορφή της αυτοαξιολόγησης κατά τον τρόπο και με τη συχνότητα που καθορίζεται από την Κεντρική Τράπεζα, με την έκδοση οδηγιών καθώς και με οποιαδήποτε άλλη διαδικασία. 100(I)/2025 Πρόσβαση σε λογαριασμούς που τηρούνται σε πιστωτικό ίδρυμα 36.-
(1)Τα ιδρύματα πληρωμών έχουν πρόσβαση στις υπηρεσίες λογαριασμών πληρωμών των πιστωτικών ιδρυμάτων σε αντικειμενική, αμερόληπτη και αναλογική βάση, η οποία πρέπει να είναι αρκούντως ικανοποιητική, ώστε τα ιδρύματα πληρωμών να είναι σε θέση να παρέχουν υπηρεσίες πληρωμών με απρόσκοπτο και αποτελεσματικό τρόπο.
(2)Το πιστωτικό ίδρυμα αιτιολογεί δεόντως στην Κεντρική Τράπεζα κάθε απόρριψη. 31(I)/2018 Απαγόρευση σε πρόσωπα πλην των παρόχων υπηρεσιών πληρωμών να παρέχουν υπηρεσίες πληρωμών και υποχρέωση γνωστοποίησης 37.-
(1)Απαγορεύεται σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα που δεν είναι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών, ούτε αποκλείονται ρητά από το πεδίο εφαρμογής του παρόντος Νόμου να παρέχουν υπηρεσίες πληρωμών.
(2)Οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών που ασκούν οποιαδήποτε από τις δραστηριότητες που προβλέπονται στο άρθρο 3
(3)(ια)(
  1. i)και (
  2. ii)και/ή αμφότερες τις δύο δραστηριότητες, για τις οποίες η συνολική αξία των πράξεων πληρωμής των προηγούμενων δώδεκα
(12)μηνών υπερβαίνει το ποσό του ενός εκατομμυρίου ευρώ (€1.000.000), οφείλουν να απευθύνουν γνωστοποίηση προς την Κεντρική Τράπεζα με περιγραφή των προσφερόμενων υπηρεσιών, η οποία να προσδιορίζει την εξαίρεση δυνάμει του άρθρου 3
(3)(ια)(
  1. i)και (
  2. ii)που θεωρούν ότι ισχύει για την ασκούμενη δραστηριότητα.
(3)Η Κεντρική Τράπεζα, στη βάση της γνωστοποίησης που προβλέπεται στο εδάφιο
(2), λαμβάνει αιτιολογημένη απόφαση με βάση τα κριτήρια που αναφέρονται στο άρθρο 3
(3)(ια), όταν η δραστηριότητα αυτή δεν αναγνωρίζεται ως περιορισμένο δίκτυο, και ενημερώνει τον πάροχο των υπηρεσιών αναλόγως.
(4)Οι πάροχοι υπηρεσιών που ασκούν δραστηριότητα αναφερόμενη στο άρθρο 3
(3)(ιβ), οφείλουν να απευθύνουν γνωστοποίηση προς την Κεντρική Τράπεζα και να υποβάλλουν σε αυτήν ετήσια έκθεση ελέγχου που να πιστοποιεί ότι η δραστηριότητα είναι σύμφωνη με τα όρια που προβλέπονται στο άρθρο 3
(3)(ιβ).
(5)Ανεξάρτητα από το εδάφιο
(1), η Κεντρική Τράπεζα ενημερώνει την ΕΑΤ για τις υπηρεσίες που γνωστοποιούνται βάσει των εδαφίων
(2)και
(4), αναφέροντας την εξαίρεση που ισχύει για την εκτελούμενη δραστηριότητα.
(6)Η περιγραφή της δραστηριότητας που γνωστοποιείται βάσει των εδαφίων
(2),
(3)και
(4)δημοσιοποιείται στο μητρώο που προβλέπεται στο άρθρο 14. 31(I)/2018 ΜΕΡΟΣ III ΔΙΑΦΑΝΕΙΑ ΤΩΝ ΟΡΩΝ ΚΑΙ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣ ΠΟΥ ΔΙΕΠΟΥΝ ΤΙΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΠΛΗΡΩΜΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α - ΓΕΝΙΚΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ Πεδίο εφαρμογής του Μέρους ΙΙΙ 38.-
(1)Το παρόν Μέρος εφαρμόζεται επί μεμονωμένων πράξεων πληρωμής, επί συμβάσεων-πλαισίων και επί πράξεων πληρωμής που καλύπτονται από αυτές και τα συμβαλλόμενα μέρη επιτρέπεται να συμφωνήσουν ότι το παρόν Μέρος δεν εφαρμόζεται εν όλω ή εν μέρει, εφόσον ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών δεν είναι καταναλωτής.
(2)Το παρόν Μέρος εφαρμόζεται επί πολύ μικρών επιχειρήσεων κατά τον ίδιο τρόπο όπως και επί των καταναλωτών.
(3)Ο παρών Νόμος δεν θίγει την εφαρμογή του περί των Συμβάσεων Καταναλωτικής Πίστης Νόμου ή άλλα σχετικά ενωσιακά ή εθνικά μέτρα που αφορούν τις προϋποθέσεις για τη χορήγηση πιστώσεων στους καταναλωτές, που δεν εναρμονίζονται με την Οδηγία (ΕΕ) 2015/2366, τα οποία είναι σύμφωνα με το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. 31(I)/2018 Λοιπές διατάξεις του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης 39.-
(1)Το παρόν Μέρος δεν θίγει οποιαδήποτε διάταξη του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης που περιλαμβάνει επιπλέον απαιτήσεις περί προηγούμενης ενημέρωσης.
(2)Ανεξάρτητα από το εδάφιο
(1), όταν εφαρμόζονται οι διατάξεις του περί της εξ Αποστάσεως Εμπορίας Χρηματοοικονομικών Υπηρεσιών προς τους Καταναλωτές Νόμου, οι διατάξεις περί πληροφόρησης του άρθρου 4 του εν λόγω Νόμου, εκτός της παραγράφου (β)(iii) έως (vi), της παραγράφου (γ)(i), (iv) και (v) και της παραγράφου (δ)(ii), αντικαθίστανται από τα άρθρα 44, 45, 51 και 52 του παρόντος Νόμου. 31(I)/2018 Χρέωση για παροχή πληροφοριών 40.-
(1)Ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών δεν επιτρέπεται να χρεώνει τον χρήστη υπηρεσιών πληρωμών για παροχή πληροφοριών δυνάμει του παρόντος Μέρους.
(2)Ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών και ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών επιτρέπεται να συμφωνούν για τη χρέωση της παροχής επιπλέον πληροφοριών ή της πιο συχνής αποστολής τους ή της διαβίβασής τους με τρόπο διαφορετικό από αυτόν που προσδιορίζεται στη σύμβαση-πλαίσιο, οι οποίες αποστέλλονται κατόπιν αιτήματος του χρήστη των υπηρεσιών πληρωμών.
(3)Στην περίπτωση που ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών δύναται να επιβάλει χρέωση για πληροφορίες δυνάμει του εδαφίου
(2), η χρέωση πρέπει να είναι εύλογη και ανάλογη με το πραγματικό κόστος στο οποίο υποβάλλεται ο πάροχος των υπηρεσιών πληρωμών. 31(I)/2018 Βάρος της απόδειξης όσον αφορά τις απαιτήσεις πληροφόρησης 41. Ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών φέρει το βάρος της απόδειξης, προκειμένου να αποδείξει ότι έχει συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις πληροφόρησης του παρόντος Μέρους. 31(I)/2018 Παρέκκλιση από τις απαιτήσεις πληροφόρησης για τα μέσα πληρωμών μικρής αξίας και το ηλεκτρονικό χρήμα 42.-
(1)Στις περιπτώσεις μέσων πληρωμών τα οποία, σύμφωνα με τη σχετική σύμβαση-πλαίσιο, αφορούν αποκλειστικά επιμέρους πράξεις πληρωμής που δεν υπερβαίνουν τα τριάντα ευρώ (€30) είτε έχουν όριο δαπανών εκατόν πενήντα ευρώ (€150), είτε αποθηκεύουν χρηματικά ποσά που δεν υπερβαίνουν ποτέ τα εκατόν πενήντα ευρώ (€150), τότε- (α) Ανεξάρτητα από τα άρθρα 51, 52 και 56, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών παρέχει στον πληρωτή πληροφορίες μόνο για τα κύρια χαρακτηριστικά της υπηρεσίας πληρωμών, συμπεριλαμβανομένου του τρόπου με τον οποίο μπορεί να χρησιμοποιείται το μέσο πληρωμών, την ευθύνη, τα επιβαλλόμενα τέλη και άλλες ουσιώδεις πληροφορίες που απαιτούνται για τη λήψη τεκμηριωμένης απόφασης, καθώς και ενδείξεις για τη θέση άλλων πληροφοριών και όρων που προσδιορίζονται στο άρθρο 52 και είναι διαθέσιμες με ευπρόσιτο τρόπο∙ (β) είναι δυνατόν να συμφωνείται ότι, ανεξάρτητα από το άρθρο 54, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών δεν υποχρεούται να προτείνει μεταβολές των όρων της σύμβασης-πλαισίου κατά τον τρόπο που προβλέπεται στο άρθρο 51
(1)· (γ) είναι δυνατόν να συμφωνείται ότι, ανεξάρτητα από τα άρθρα 57 και 58, μετά την εκτέλεση μιας πράξης πληρωμής- (
  1. i)ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών παρέχει ή καθιστά διαθέσιμο έναν μόνο αριθμό αναφοράς που επιτρέπει στον χρήστη υπηρεσιών πληρωμών να αναγνωρίζει την πράξη πληρωμής, το ποσό της και τα σχετικά τέλη και/ή, στην περίπτωση πολλαπλών πράξεων πληρωμής του ίδιου είδους προς τον ίδιο δικαιούχο, μόνο πληροφορίες σχετικά με το συνολικό ποσό και τα τέλη αυτών των πράξεων πληρωμών, (
  2. ii)ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών δεν υποχρεούται να παρέχει ή να καθιστά διαθέσιμες τις πληροφορίες που αναφέρονται στην υποπαράγραφο (i), εάν το μέσο πληρωμής χρησιμοποιείται ανώνυμα ή ο πάροχος των υπηρεσιών πληρωμής δεν είναι τεχνικά σε θέση να τις παράσχει, ωστόσο ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών παρέχει στον πληρωτή τη δυνατότητα να ελέγχει το ποσό των αποθηκευμένων χρηματικών ποσών.
(2)Για τις εθνικές πράξεις πληρωμών, η Κεντρική Τράπεζα δύναται να μειώνει ή να διπλασιάζει τα ποσά που αναφέρονται στο εδάφιο
(1)και δύναται να αυξάνει τα ποσά αυτά, όταν πρόκειται για προπληρωμένα μέσα πληρωμών, μέχρι πεντακόσια ευρώ (€500). 31(I)/2018 ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β - ΜΕΜΟΝΩΜΕΝΕΣ ΠΡΑΞΕΙΣ ΠΛΗΡΩΜΗΣ Πεδίο εφαρμογής του Κεφαλαίου Β του Μέρους ΙΙΙ 43.-
(1)Το παρόν Κεφάλαιο εφαρμόζεται επί μεμονωμένων πράξεων πληρωμών που δεν καλύπτονται από σύμβαση-πλαίσιο.
(2)Στην περίπτωση που η εντολή πληρωμής μεμονωμένης πράξης πληρωμής διαβιβάζεται με μέσο πληρωμής που καλύπτεται από σύμβαση-πλαίσιο, ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών δεν έχει υποχρέωση να παράσχει ή να καταστήσει διαθέσιμες πληροφορίες οι οποίες έχουν ήδη δοθεί ή πρόκειται να δοθούν στον χρήστη των υπηρεσιών πληρωμών βάσει της σύμβασης-πλαισίου με άλλο πάροχο υπηρεσιών πληρωμών. 31(I)/2018 Προηγούμενη ενημέρωση του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών, σε σχέση με τις πληροφορίες και τους όρους που αναφέρονται στο άρθρο 45 44.-
(1)Ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών θέτει στη διάθεση του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών σε ευπρόσιτη μορφή τις πληροφορίες και τους όρους που αναφέρονται στο άρθρο 45, όσον αφορά τις υπηρεσίες που παρέχει, πριν ο χρήστης της υπηρεσίας πληρωμών δεσμευτεί από σύμβαση ή προσφορά μεμονωμένης υπηρεσίας πληρωμής.
(2)Ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών, κατόπιν αιτήματος του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών, παρέχει τις πληροφορίες και τους όρους σε έγχαρτη μορφή ή σε άλλο σταθερό μέσο με διατύπωση η οποία είναι εύκολα κατανοητή, με σαφή και εύληπτη μορφή και σε επίσημη γλώσσα του κράτους μέλους στο οποίο παρέχεται η υπηρεσία πληρωμής ή σε οποιαδήποτε άλλη γλώσσα τα μέρη συμφωνήσουν.
(3)Σε περίπτωση που, κατόπιν αιτήματος του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών, έχει συναφθεί σύμβαση μεμονωμένης υπηρεσίας πληρωμών με μέσο επικοινωνίας εξ αποστάσεως το οποίο δεν επιτρέπει στον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών να συμμορφωθεί με τα εδάφια
(1)και
(2), ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του σύμφωνα με τα εδάφια
(1)και
(2), αμέσως μετά την εκτέλεση της πράξης πληρωμής.
(4)Οι υποχρεώσεις που προβλέπονται στα εδάφια
(1)και
(2)επιτρέπεται επίσης να εκπληρώνονται με την παροχή αντιγράφου του σχεδίου σύμβασης μεμονωμένης υπηρεσίας πληρωμών ή του σχεδίου της εντολής πληρωμής, όπου περιέχονται οι κατά το άρθρο 45 πληροφορίες και όροι. 31(I)/2018 Καθορισμός πληροφοριών και όρων που πρέπει να παρέχουν ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών και οι πάροχοι υπηρεσίας εκκίνησης πληρωμής 45.-
(1)Ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμών παρέχει ή θέτει στη διάθεση του χρήστη υπηρεσιών πληρωμών τις ακόλουθες πληροφορίες και όρους: (α) Τον προσδιορισμό των πληροφοριών ή του αποκλειστικού μέσου ταυτοποίησης που πρέπει να παράσχει ο χρήστης υπηρεσιών πληρωμών για την ορθή έναρξη ή εκτέλεση της εντολής πληρωμής· (β) τη μέγιστη προθεσμία εκτέλεσης της υπηρεσίας πληρωμής που θα παρασχεθεί∙ (γ) όλες τις επιβαρύνσεις που πρέπει να καταβάλει ο χρήστης των υπηρεσιών πληρωμών στον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών και, κατά περίπτωση, την ανάλυση των εν λόγω επιβαρύνσεων· (δ) κατά περίπτωση, την πραγματική συναλλαγματική ισοτιμία ή τη συναλλαγματική ισοτιμία αναφοράς που πρόκειται να εφαρμοσθεί στην πράξη πληρωμής.
(2)Επιπλέον, οι πάροχοι υπηρεσίας εκκίνησης πληρωμής παρέχουν ή καθιστούν διαθέσιμες στον πληρωτή, πριν από την έναρξη της πληρωμής, τις ακόλουθες σαφείς και ολοκληρωμένες πληροφορίες: (α) Την ονομασία του παρόχου υπηρεσιών εκκίνησης πληρωμών, τη γεωγραφική διεύθυνση της έδρας και, κατά περίπτωση, τη γεωγραφική διεύθυνση του αντιπροσώπου ή του υποκαταστήματός του που είναι εγκατεστημένα στο κράτος μέλος όπου παρέχεται η υπηρε

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.