Official sourcescylaw.org · EUR-Lex
Europaius

Ο περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμος του 1985 - 22/1985

Εν συντομία

Αυτός ο νόμος, ο περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμος του 1985, ρυθμίζει τη λειτουργία των συνεργατικών εταιρειών στην Κύπρο, καθορίζοντας τους κανόνες εγγραφής, διοίκησης και εποπτείας τους.

Τι ρυθμίζει

  • Την εγγραφή και λειτουργία των συνεργατικών εταιρειών.
  • Τον διορισμό και τις εξουσίες του Εφόρου Υπηρεσίας Συνεργατικών Εταιρειών.
  • Την εποπτεία των εγγεγραμμένων εταιρειών από τον Υπουργό Εμπορίου και Βιομηχανίας.
  • Τους όρους και τις προϋποθέσεις για τα μέλη και τις μετοχές των συνεργατικών εταιρειών.

Ποιον αφορά

  • Τις συνεργατικές εταιρείες που είναι εγγεγραμμένες ή λογίζονται ως εγγεγραμμένες βάσει του νόμου.
  • Τον Υπουργό Εμπορίου και Βιομηχανίας και τον Έφορο Υπηρεσίας Συνεργατικών Εταιρειών.

Βασικά σημεία

  • Ο Έφορος Υπηρεσίας Συνεργατικών Εταιρειών διορίζεται για πέντε έτη, με δυνατότητα ανανέωσης, και πρέπει να είναι πρόσωπο ανωτάτου ηθικού και επαγγελματικού επιπέδου με εμπειρία σε οικονομικά, διοίκηση επιχειρήσεων, νομικά ή λογιστικά.
  • Ο Έφορος δεν μπορεί να κατέχει άλλη θέση ή αξίωμα στη Δημοκρατία ή να απασχολείται σε άλλη εργασία έναντι αμοιβής.
  • Ο Υπουργός εποπτεύει τη λειτουργία των εγγεγραμμένων εταιρειών και δίνει οδηγίες στον Έφορο για την άσκηση των αρμοδιοτήτων του.
  • Ο Έφορος ή οποιοδήποτε πρόσωπο υπηρετεί στην Υπηρεσία Συνεργατικών Εταιρειών δεν υπέχει αστική ευθύνη για πράξεις ή παραλείψεις, εκτός αν αποδειχθεί κακή πίστη ή σοβαρή αμέλεια.
Κείμενο νόμου
Κείμενο νόμου

Ο περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμος του 1985 - 22/1985 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | Επικοινωνία Κατάλογος Ενοποιημένης Νομοθεσίας Ο περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμος του 1985 (22/1985) Περιεχόμενα Πλήρες Κείμενο Εκτύπωση Ιστορικό Τροποποιήσεων 22/1985 68/1987 190/1989 8(I)/1992 22(I)/1992 140(I)/1999 140(I)/2000 171(I)/2000 8(I)/2001 123(I)/2003 124(I)/2003 144(I)/2003 5(I)/2004 170(I)/2004 230(I)/2004 23(I)/2005 49(I)/2005 76(I)/2005 29(I)/2007 37(I)/2007 177(I)/2007 104(I)/2009 124(I)/2009 85(I)/2010 118(I)/2011 130(I)/2012 204(I)/2012 214(I)/2012 15(Ι)/2013 39(I)/2013 88(Ι)/2013 107(I)/2013 185(I)/2013 23(Ι)/2014 122(Ι)/2014 107(I)/2015 138(I)/2016 84(I)/2018 Συνοπτικός τίτλος

  1. Οι περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμοι του 1985 μέχρι 2001 θα αναφέρονται μαζί ως οι περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμοι του 1985 μέχρι
  2. 22/1985 Ερμηνεία
  3. Εν τω παρόντι Νόμω, εκτός εάν εκ του κειμένου προκύπτη διάφορος έννοια- “άδεια λειτουργίας” [Διαγράφηκε]· “αδειοδοτημένο πιστωτικό ίδρυµα” ή “ΑΠΙ” έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου· “αναγνωρισμένο συνεργατικό πιστωτικό ίδρυμα” [Διαγράφηκε]· “αξιωματούχος” περιλαμβάνει τον πρόεδρον, γραμματέα, μέλος της επιτροπείας, μέλος του συμβουλίου ή έτερον πρόσωπον εξουσιοδοτημένον δυνάμει των διατάξεων των Θεσμών ή των ειδικών κανονισμών όπως δίδη οδηγίας αναφορικώς προς τας εργασίας εγγεγραμμένης εταιρείας· “ασφαλιστική επιχείρηση” [Διαγράφηκε]· “Δευτεροβάθμια Συνεργατική Εταιρεία” σημαίνει συνεργατική εταιρεία της οποίας έστω και ένα μέλος της είναι συνεργατική εταιρεία∙ “Δικαστήριον” σημαίνει το Επαρχιακόν Δικαστήριον της Επαρχίας όπου ευρίσκεται η εγγεγραμμένη διεύθυνσις της συνεργατικής εταιρείας· “εγγεγραμμένη εταιρεία” σημαίνει συνεργατικήν εταιρείαν εγγεγραμμένην ή λογιζομένην ως εγγεγραμμένην δυνάμει του παρόντος Νόμου· “εγκεκριμένος ελεγκτής” σημαίνει «νόμιμο ελεγκτή» ή «νόμιμο ελεγκτικό γραφείο», σύμφωνα με την έννοια που αποδίδεται στους όρους αυτούς από το άρθρο 2 του περί Ελεγκτών και Υποχρεωτικών Ελέγχων των Ετήσιων και Ενοποιημένων Λογαριασμών Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται. “ειδικοί κανονισμοί” σημαίνει τους εκάστοτε εν ισχύι εγγεγραμμένους ειδικούς κανονισμούς εγγεγραμμένης εταιρείας και περιλαμβάνει εγγεγραμμένην τροποποίησιν των ειδικών κανονισμών· “Επενδυτικές υπηρεσίες και δραστηριότητες” [Διαγράφηκε]. “επιμέρισμα” σημαίνει μερίδιον εκ των κερδών εγγεγραμμένης εταιρείας το οποίον διανέμεται μεταξύ των μελών της αναλόγως του ύψους των συναλλαγών των γενομένων υπ’ αυτών μετά της τοιαύτης εταιρείας εκ των οποίων και προέκυψαν τα κέρδη της εταιρείας· “επιτροπεία” και “συμβούλιον” σημαίνει το όργανον το επιφορτισμένον με την διοίκησιν εγγεγραμμένης εταιρείας εις το οποίον ανετέθη η διαχείρισις των υποθέσεων αυτής· “Επιτροπή” σημαίνει την υπό του άρθρου 5 καθιδρυόμενη Επιτροπή της Υπηρεσίας Συνεργατικών Εταιρειών· “επιχείρηση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών” [Διαγράφηκε]. “εργασίες αποδοχής καταθέσεων” [Διαγράφηκε]· “Έφορος” σημαίνει τον δυνάμει του άρθρου 4 διοριζόμενον Έφορον Υπηρεσίας Συνεργατικών Εταιρειών· “ηλεκτρονικό χρήμα” [Διαγράφηκε]· “Θεσμοί” σημαίνει τους δυνάμει του παρόντος Νόμου εκδιδομένους Θεσμούς· “κατάθεση” σημαίνει ποσό χρημάτων που καταβάλλεται ή εισπράττεται με όρους, βάσει των οποίων θα αποπληρωθεί με τόκο ή χωρίς τόκο ή υπέρ το άρτιο σε πρώτη ζήτηση ή σε τακτή προθεσμία ή υπό όρους που συμφωνούνται από ή εκ μέρους του προσώπου που καταβάλλει και του προσώπου που εισπράττει το ποσό, αλλά οι όροι αυτοί δε σχετίζονται με την πώληση ή τη διάθεση αγαθών ή περιουσιακών στοιχείων, την παροχή υπηρεσιών ή την έκδοση χρεωστικών ομολόγων ή μετοχών· “Κεντρική Τράπεζα” σημαίνει την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου· “Κεντρικός Φορέας“ σημαίνει τη Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ κατά τα οριζόμενα στον περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, και στις δυνάμει αυτού εκδιδόμενες οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας· “κράτος μέλος” σημαίνει κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης· “κράτος μέλος καταγωγής” [Διαγράφηκε]· “μέρισμα” σημαίνει κέρδη τα οποία διανέμονται επί τη βάσει του μετοχικού κεφαλαίου εγγεγραμμένης εταιρείας· “συνήθεις μετοχές” σημαίνει μετοχές εκδιδόμενες από εγγεγραμμένη εταιρεία, οι οποίες κατέχονται αποκλειστικά από τα μέλη της ή προκειμένου περί ΣΠΙ και από μη μέλη και οι οποίες διέπονται από τις διατάξεις του παρόντος Νόμου και τους δυνάμει αυτού εκδιδόμενους Θεσμούς· “μετοχές τάξης Β΄” [Διαγράφηκε]· “μετοχικό κεφάλαιο” σημαίνει το κεφάλαιο εγγεγραμμένης εταιρείας που αποτελείται από τις συνήθεις μετοχές και εάν η εταιρεία έχει εκδώσει και προνομιούχες μετοχές, το κεφάλαιο της εταιρείας αυτής περιλαμβάνει και τις μετοχές αυτές∙ “μέτρα εξυγίανσης” [Διαγράφηκε]· “μέλος” περιλαμβάνει πρόσωπον ή εγγεγραμμένην εταιρείαν το οποίον ή η οποία συνυπογράφει την αίτησιν διά την εγγραφήν εταιρείας, και παν πρόσωπον ή πάσαν εγγεγραμμένην εταιρείαν το οποίον ή η οποία εγένετο δεκτόν ή δεκτή ως μέλος μετά την εγγραφήν συμφώνως προς τους Θεσμούς και τους ειδικούς κανονισμούς· “μητρική εταιρεία” και “θυγατρική εταιρεία” [Διαγράφηκε]· “Οδηγία 2006/48/ΕΚ” [Διαγράφηκε]· “Παρεπόμενες υπηρεσίες” [Διαγράφηκε]· “περιουσία” σημαίνει παντός είδους κινητήν ή ακίνητον ιδιοκτησίαν κατεχομένην υπό εγγεγραμμένης εταιρείας και αναγκαίαν διά τους σκοπούς της τοιαύτης εταιρείας· “πρόγραμμα δραστηριοτήτων” [Διαγράφηκε]· “προνομιούχες μετοχές” σημαίνει μετοχές εκδιδόμενες από εγγεγραμμένη εταιρεία, οι οποίες δεν έχουν δικαίωμα ψήφου, δυνατό να κατέχονται και από πρόσωπα που δεν είναι μέλη της και διέπονται από τις διατάξεις του παρόντος Νόμου και τους δυνάμει αυτού εκδιδόμενους Θεσμούς· “Πρωτοβάθμιος Συνεργατική Εταιρεία” σημαίνει συνεργατικήν εταιρείαν της οποίας τα μέλη είναι φυσικά πρόσωπα· “Συμβουλευτική Επιτροπή” [Διαγράφηκε] “συνεργατική νομοθεσία” σημαίνει τον παρόντα Νόμο και τους Θεσμούς που εκδίδονται δυνάμει του Νόμου αυτού∙ “συνεργατικό πιστωτικό ίδρυµα” ή “ΣΠΙ” σημάινει εγγεγραµµένη εταιρεία η οποία κατέχει άδεια λειτουργίας πιστωτικού ιδρύµατος δυνάμει του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυµάτων Νόμου και περιλαμβάνει τη Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ· “τρίτη χώρα” σημαίνει κράτος άλλο από τη Δημοκρατία ή κράτος μέλος· “Τριτοβάθμιος Συνεργατική Εταιρεία” [Διαγράφηκε]· “Υπηρεσία” [Διαγράφηκε]· “Υπηρεσία Συνεργατικών Εταιρειών” σημαίνει την προβλεπόμενη στο εδάφιο

(4)του άρθρου 4 και στο άρθρο 4Α Υπηρεσία· “υποκατάστημα” [Διαγράφηκε]· “Υπουργός” σημαίνει τον Υπουργόν Εμπορίου και Βιομηχανίας· “χρηματοδοτικό άνοιγμα” σε σχέση με πρόσωπο σημαίνει τη χορήγηση οποιουδήποτε δανείου ή το άνοιγμα τρεχούμενου χρεωστικού λογαριασμού για το πρόσωπο αυτό, ή τη χορήγηση οποιασδήποτε χρηματοδοτικής μίσθωσης (financial leasing), συμπεριλαμβανομένης και χρηματοδότησης με ενοικιαγορά, ή την προεξόφληση γραμματίου ή συναλλαγματικής για την οποία το πρόσωπο αυτό υπέχει ευθύνη είτε ως αποδέκτης είτε ως εκδότης είτε ως οπισθογράφος, ή τη χορήγηση οποιασδήποτε οικονομικής εγγύησης, ή την ανάληψη οποιασδήποτε άλλης οικονομικής ευθύνης ή υποχρέωσης για λογαριασμό του προσώπου αυτού, ή την ανάληψη οποιασδήποτε υποχρέωσης για τη χορήγηση οποιωνδήποτε από τα πιο πάνω και περιλαμβάνει οποιεσδήποτε από τις πιο πάνω πράξεις που γίνονται προς όφελος τρίτου με την εγγύηση του προσώπου αυτού, περιλαμβάνει δε οποιοδήποτε άλλο άμεσο ή έμμεσο στοιχείο ενεργητικού εντός ή εκτός ισολογισμού σε σχέση με το πρόσωπο αυτό∙ “Χρηματοοικονομικά μέσα” [Διαγράφηκε]· 22/1985 68/1987 123(I)/2003 49(I)/2005 29(I)/2007 37(I)/2007 130(I)/2012 204(I)/2012 214(I)/2012 107(I)/2013 122(Ι)/2014 84(I)/2018 Προηγούμενες επωνυμίες Υπηρεσίας Συνεργατικών Εταιρειών 2Α. Όπου, σε οποιοδήποτε νόμο, θεσμούς, κανονισμούς, διατάγματα, αποφάσεις, οδηγίες και σχέδια υπηρεσίας που εκδίδονται δυνάμει αυτών, υπάρχει αναφορά: (α) σε «Έφορο Συνεργατικών Εταιρειών και Συνεργατικής Ανάπτυξης», «Τμήμα Συνεργατικής Ανάπτυξης (Συνεργατική Ανάπτυξη)» ή «Λειτουργό του Τμήματος Συνεργατικής Ανάπτυξης», ή (β) σε «Επιτροπή Υπηρεσίας Εποπτείας και Ανάπτυξης Συνεργατικών Εταιρειών», «Έφορο Υπηρεσίας Εποπτείας και Ανάπτυξης Συνεργατικών Εταιρειών» και «Υπηρεσία Εποπτείας και Ανάπτυξης Συνεργατικών Εταιρειών», ή (γ) σε «Επιτροπή Υπηρεσίας Εποπτείας Συνεργατικών Εταιρειών», «Έφορο Υπηρεσίας Εποπτείας Συνεργατικών Εταιρειών» και «Υπηρεσία Εποπτείας Συνεργατικών Εταιρειών», σημαίνει την «Επιτροπή Υπηρεσίας Συνεργατικών Εταιρειών», τον «Έφορο Υπηρεσίας Συνεργατικών Εταιρειών», την «Υπηρεσία Συνεργατικών Εταιρειών» και «Λειτουργό της Υπηρεσίας Συνεργατικών Εταιρειών». 144(I)/2003 214(I)/2012 107(I)/2013 Εξουσίαι Υπουργού 3.-
(1)Η επί τη βάσει της παραγράφου (γ) του εδαφίου
(3)του άρθρου 3 των περί Μεταβιβάσεως των Αρμοδιοτήτων της Ελληνικής Κοινοτικής Συνελεύσεως και περί Υπουργείου Παιδείας Νόμων του 1965 έως 1969 μεταβιβασθείσα αρμοδιότης ασκείται υπό του Υπουργού, τούτου ενεργούντος συνήθως διά του Εφόρου.
(2)Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 4Γ, ο Υπουργός, εποπτεύει τη, με βάση τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, λειτουργία των εγγεγραμμένων εταιρειών και δίδει στον Έφορο οδηγίες, αναφορικά με την άσκηση των αρμοδιοτήτων του με βάση τον παρόντα Νόμο, όπως κρίνει σκόπιμο για τα συμφέροντα του Συνεργατισμού.
(3)Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 4Γ, ο Υπουργός έχει εξουσία να ζητά από τον Έφορο εκθέσεις, λογαριασμούς και άλλες πληροφορίες που σχετίζονται με τη λειτουργία των εγγεγραμμένων εταιρειών δυνάμει του παρόντος Νόμου και με την εν γένει άσκηση των αρμοδιοτήτων του Εφόρου δυνάμει του παρόντος Νόμου.
(4)Ο Έφορος οφείλει να παρέχει εις τον Υπουργόν πάσαν διευκόλυνσιν προς εξέλεγξιν των εις το εδάφιον
(3)αναφερομένων εκθέσεων, λογαριασμών και πληροφοριών, ως ο Υπουργός ήθελεν ευλόγως απαιτήσει.
(5)Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 4Γ, ο Έφορος- (α) ελέγχει την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Νόμου και των Θεσμών που εκδίδονται δυνάμει αυτού και για το σκοπό αυτό ο ίδιος ή οποιοδήποτε πρόσωπο εξουσιοδοτημένο από αυτόν με γενική ή ειδική προς τούτο έγγραφη εξουσιοδότηση, έχει εξουσία να επιθεωρεί τα βιβλία, τους λογαριασμούς και τα έγγραφα εγγεγραμμένης εταιρείας και κάθε αξιωματούχος της εταιρείας αυτής οφείλει να παρέχει τις αναγκαίες διευκολύνσεις και όλες τις ζητούμενες πληροφορίες για την επιθεώρηση αυτή, και (β) μεριμνά για την προώθηση και διάδοση των συνεργατικών αρχών, καθώς και την ομαλή λειτουργία του συνεργατικού θεσμού στην Κύπρο. 22/1985 123(I)/2003 107(I)/2013 Έφορος 4.-
(1)Το Υπουργικό Συμβούλιο διορίζει για χρονική περίοδο πέντε ετών, η οποία είναι ανανεώσιμη, πρόσωπο ανωτάτου ηθικού και επαγγελματικού επιπέδου, με πείρα και αποδεδειγμένη ικανότητα στα οικονομικά συμπεριλαμβανομένων των χρηματοοικονομικών, τη διοίκηση επιχειρήσεων, τα νομικά ή τη λογιστική ως Έφορο της Υπηρεσίας Συνεργατικών Εταιρειών: Νοείται ότι, σε περίπτωση διορισμού ως Εφόρου, υπαλλήλου που κατέχει μόνιμη θέση στην κρατική υπηρεσία ή σε οργανισμό, ο υπάλληλος αφυπηρετεί αυτοδικαίως από τη θέση που κατέχει, οπότε εφαρμόζονται οι διατάξεις του εκάστοτε σε ισχύ περί Συντάξεων Νόμου για τα ωφελήματα αφυπηρέτησης σε περίπτωση πρόωρης οικειοθελούς αφυπηρέτησης, τα οποία όμως υπολογίζονται με βάση τις συντάξιμες απολαβές του υπαλλήλου κατά την ημερομηνία αφυπηρέτησής του, ως ακολούθως - (α)Σε περίπτωση που ο υπάλληλος δεν έχει συμπληρώσει δεκαετή υπηρεσία λογίζεται ότι υπηρέτησε στην κρατική υπηρεσία ή στον οργανισμό για τόση επιπλέον περίοδο για όση είχε υπηρετήσει πριν από το διορισμό του ως Εφόρου ή για όση περίοδο θα υπηρετούσε εάν αφυπηρετούσε λόγω ορίου ηλικίας, οποιαδήποτε από τις δύο περιόδους θα ήταν η μικρότερη· (β)σε περίπτωση που ο υπάλληλος έχει συμπληρώσει δεκαετή υπηρεσία, λογίζεται ότι υπηρέτησε στην κρατική υπηρεσία ή στον οργανισμό για περίοδο δέκα επιπλέον ετών ή για τόση περίοδο για όση θα είχε υπηρετήσει εάν αφυπηρετούσε λόγω ορίου ηλικίας, οποιαδήποτε από τις δύο περιόδους θα ήταν η μικρότερη. Η πιο πάνω προστιθέμενη υπηρεσία λογίζεται ως υπηρεσία με εισφορές: Νοείται περαιτέρω ότι, οι όροι “κρατική υπηρεσία” και “οργανισμός” στο παρόν εδάφιο έχουν την έννοια που αποδίδεται σε αυτούς από τον εκάστοτε σε ισχύ περί Συντάξεων Νόμο.
(2)Ο Έφορος δε δύναται να κατέχει οποιαδήποτε θέση ή αξίωμα στη Δημοκρατία ή να απασχολείται σε οποιαδήποτε άλλη εργασία έναντι αμοιβής.
(3)Ο Έφορος δε δύναται να διωχθεί πειθαρχικά και παύεται με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, εφόσον δεν πληροί πλέον τις απαραίτητες προϋποθέσεις για την εκτέλεση των καθηκόντων του ή έχει υποπέσει σε βαρύ παράπτωμα.
(4)Κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, ο Έφορος προΐσταται της Υπηρεσίας Συνεργατικών Εταιρειών, τα μέλη του προσωπικού της οποίας είναι μέλη της Δημόσιας Υπηρεσίας που διορίζονται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στον περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμο και υπηρετούν σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στους Θεσμούς, στα σχέδια υπηρεσίας και στο οργανόγραμμα της Υπηρεσίας Συνεργατικών Εταιρειών.
(5)Ο Έφορος ή οποιοδήποτε πρόσωπο υπηρετεί στην Υπηρεσία Συνεργατικών Εταιρειών δεν υπέχει αστικής ευθύνης σχετικά με οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη κατά την άσκηση των καθηκόντων και αρμοδιοτήτων του δυνάμει του παρόντος Νόμου, εκτός εάν αποδειχθεί ότι η πράξη ή η παράλειψη έγινε κακόπιστα ή οφείλεται σε σοβαρή αμέλεια.
(6)Παρά τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου εκάστοτε σε ισχύ Νόμου, ο Έφορος δύναται - (α) Να εξασφαλίζει απ’ ευθείας υπηρεσίες για θέματα που σχετίζονται με την άσκηση των δυνάμει του παρόντος Νόμου αρμοδιοτήτων και εξουσιών του και την εκτέλεση των καθηκόντων του ή με την προς τούτο εκπαίδευση του προσωπικού της Υπηρεσίας Συνεργατικών Εταιρειών· (β) να συνάπτει για τους σκοπούς της παραγράφου (α) συμβάσεις παροχής υπηρεσιών ή να εξασφαλίζει από δικηγόρους, ελεγκτές ή άλλους ειδικούς την παροχή εξειδικευμένων υπηρεσιών· (γ) [Διαγράφηκε].
(7)Η αντιμισθία και οι λοιποί όροι υπηρεσίας του Εφόρου καθορίζονται στο έγγραφο διορισμού του.
(8)Η άσκηση πειθαρχικής δίωξης δεν είναι δυνατή εναντίον οποιουδήποτε προσώπου αντικαθιστά τον Έφορο σχετικά με πράξη ή παράλειψή του, παρά μόνον κατόπιν εξασφάλισης της προς τούτο έγκρισης του Υπουργικού Συμβουλίου.
(9)Ο Έφορος, ως το ανώτατο εκτελεστικό όργανο της Υπηρεσίας Συνεργατικών Εταιρειών – (α) Εφαρμόζει την πολιτική που καθορίζει η Επιτροπή και που αφορά την Υπηρεσία αυτή κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 5Α· (β) διευθύνει και ελέγχει τις εργασίες της Υπηρεσίας αυτής· (γ) ενεργεί για όλα τα ζητήματα που αφορούν τις εργασίες της Υπηρεσίας αυτής, τα οποία δεν υπάγονται ρητά στην αρμοδιότητα της Επιτροπής· και (δ) εκπροσωπεί την Επιτροπή σε κάθε σχέση της με άλλα πρόσωπα περιλαμβανομένης και της Δημοκρατίας· (ε) [Διαγράφηκε]. 22/1985 68/1987 123(I)/2003 170(I)/2004 130(I)/2012 214(I)/2012 107(I)/2013 Υπηρεσίας Συνεργατικών Εταιρειών 4Α.-
(1)Των Υπηρεσιών της Υπηρεσίας Συνεργατικών Εταιρειών προΐστανται Πρώτοι Λειτουργοί Εποπτείας και Ανάπτυξης Συνεργατικών Εταιρειών, ένας εκ των οποίων ορίζεται από τον Έφορο ως αντικαταστάτης του σε περίπτωση απουσίας ή κωλύματος στην άσκηση των καθηκόντων του σύμφωνα με τον παρόντα Νόμο: Νοείται ότι σε περίπτωση κένωσης της θέσης του Εφόρου για οποιοδήποτε λόγο, ο Υπουργός ορίζει αναπληρωτή Έφορο ο οποίος ασκεί καθήκοντα Εφόρου μέχρι το διορισμό νέου Εφόρου κατά τις διατάξεις του άρθρου 4.
(2)Η μετάθεση ή η άσκηση πειθαρχικής δίωξης εναντίον οποιουδήποτε προσώπου υπηρετεί στην Υπηρεσία Συνεργατικών Εταιρειών είναι δυνατή μόνο με την συγκατάθεση του Εφόρου. 123(I)/2003 76(I)/2005 37(I)/2007 214(I)/2012 107(I)/2013 Ετήσιος προϋπολογισμός 4Β. Ο ετήσιος προϋπολογισμός της Υπηρεσίας Συνεργατικών Εταιρειών καταρτίζεται από την Επιτροπή και υποβάλλεται μέσω του Υπουργείου Οικονομικών στο Υπουργικό Συμβούλιο για έγκριση. 123(I)/2003 214(I)/2012 107(I)/2013 Περιορισμοί και καταργήσεις στις αρμοδιότητες του Υπουργού και της Υπηρεσίας Συνεργατικών Εταιρειών 4Γ.-
(1)Ανεξάρτητα από οποιαδήποτε διάταξη του παρόντος Νόμου ή των Θεσμών που εκδίδονται δυνάμει αυτού, ο Υπουργός, ο Έφορος, η Επιτροπή και η Υπηρεσία Συνεργατικών Εταιρειών: (α) δεν έχουν οποιαδήποτε αρμοδιότητα ή εξουσία σε σχέση με την προβλεπόμενη, στον περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμο, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, αδειοδότηση, ρύθμιση, εποπτεία και λήψη εποπτικών μέτρων στα ΣΠΙ ή σ’ άλλη εγγεγραμμένη εταιρεία που αποδέχεται καταθέσεις ή νομικό πρόσωπο ή ένωση προσώπων που συστάθηκε ως συνεργατικός οργανισμός σε κράτος μέλος ή τρίτη χώρα και ασκεί εργασίες πιστωτικού ιδρύματος στην Κύπρο, και (β) δεν δύνανται να ασκούν οποιαδήποτε δραστηριότητα η οποία αποσκοπεί στην ανάπτυξη των εργασιών (business development) των ΣΠΙ.
(2)(α)Από την έναρξη ισχύος του περί Συνεργατικών Εταιρειών (Τροποποιητικού) (Αρ. 4) Νόμου του 2013 καταργούνται όλες οι κανονιστικές αποφάσεις, με εξαίρεση την κανονιστική απόφαση που αναφέρεται στην παράγραφο (β) του εδαφίου αυτού, και όλα τα διατάγματα που εκδόθηκαν δυνάμει των καταργούμενων διατάξεων του βασικού νόμου, με τον περί Συνεργατικών Εταιρειών (Τροποποιητικό) (Αρ. 4) Νόμο του 2013. (β)(
  1. i)Η Επιτροπή της Υπηρεσίας Εποπτείας Συνεργατικών Εταιρειών προβαίνει με απόφαση της σε διάλυση του Ταμείου Αλληλεγγύης, Στήριξης και Ανάπτυξης των συνεργατικών εταιρειών που ασκούν εργασίες ΣΠΙ. (
  2. ii)Στην απόφαση διάλυσης του ως άνω Ταμείου καθορίζονται η ημερομηνία διάλυσής του και η επιστροφή του αποθεματικού στα μέλη του.
(3)Από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Συνεργατικών Εταιρειών (Τροποποιητικού) (Αρ. 4) Νόμου καταργούνται όλες οι οδηγίες, κατευθυντήριες γραμμές και εγκύκλιοι του Εφόρου που εκδόθηκαν είτε δυνάμει των καταργούμενων, με αυτόν, άρθρων του βασικού νόμου είτε που αφορούν θέματα που εμπίπτουν στο εδάφιο
(1).
(4)Οι περί Συνεργατικών Εταιρειών (Σύσταση και Λειτουργία Σχεδίου Προστασίας Καταθέσεων) Θεσμοί του 2000 έως 2009 καταργούνται.
(5)Οι περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμοί εφαρμόζονται στην έκταση που δεν αντίκεινται στις διατάξεις του παρόντος Νόμου και καθόσον αφορά τα ΣΠΙ στις διατάξεις του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, και των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων οδηγιών.
(6)Από την έναρξη ισχύος του περί Συνεργατικών Εταιρειών (Τροποποιητικού) (Αρ. 4) Νόμου του 2013 όπου σε οποιοδήποτε νόμο, κανονισμό ή οδηγία προβλέπονται αρμοδιότητες της Επιτροπής Υπηρεσίας Εποπτείας Συνεργατικών Εταιρειών, του Έφορου Υπηρεσίας Συνεργατικών Εταιρειών ή της Υπηρεσίας Συνεργατικών Εταιρειών, ανάλογες με τις προβλεπόμενες στην παράγραφο (α) του εδαφίου
(1)του άρθρου αυτού, που αφορούν την αδειοδότηση, ρύθμιση, εποπτεία και λήψη εποπτικών μέτρων σε σχέση με οποιοδήποτε ίδρυμα, εταιρεία ή οργανισμό, αυτές ασκούνται από την Κεντρική Τράπεζα και οποιαδήποτε οδηγία εκδόθηκε δυνάμει των εν λόγω νόμων από την Επιτροπή Υπηρεσίας Εποπτείας Συνεργατικών Εταιρειών, τον Έφορο Υπηρεσίας Συνεργατικών Εταιρειών ή την Υπηρεσία Συνεργατικών Εταιρειών καταργείται και εφαρμόζεται η αντίστοιχη οδηγία της Κεντρικής Τράπεζας. 214(I)/2012 107(I)/2013 Επιτροπή 5.-
(1)Καθιδρύεται Επιτροπή Υπηρεσίας Συνεργατικών Εταιρειών, η οποία απαρτίζεται από τον Έφορο ή τον αντικαταστάτη του κατά τις διατάξεις του εδαφίου
(1)του άρθρου 4Α και από τέσσερα άλλα μέλη, τα οποία διορίζονται από το Υπουργικό Συμβούλιο, εκ των οποίων τα δύο προέρχονται από κατάλογο διπλασίου τουλάχιστον αριθμού προσώπων, τον οποίο υποβάλλει η Παγκύπρια Συνεργατική Συνομοσπονδία.
(2)Ως μέλη της Επιτροπής διορίζονται πρόσωπα ανωτάτου ηθικού και επαγγελματικού επιπέδου.
(3)Κανένα πρόσωπο δεν προτείνεται για διορισμό ως μέλους της Επιτροπής, εφ’ όσον κατέχει οποιαδήποτε θέση ασυμβίβαστη με την ιδιότητα αυτή και ειδικότερα εφόσον - (α) Είναι υπουργός ή μέλος της Βουλής των Αντιπροσώπων· (β) είναι μέλος Δημοτικού Συμβουλίου, περιλαμβανομένου του Δημάρχου· (γ) είναι μέλος των ενόπλων δυνάμεων ή των δυνάμεων ασφαλείας της Δημοκρατίας· (δ) κατέχει δημόσια θέση ή θέση σε αρχή τοπικής αυτοδιοίκησης ή ενεργεί ως αναπληρωτής σε τέτοια θέση: Νοείται ότι ‘δημόσια θέση’ σημαίνει οποιαδήποτε θέση με οικονομικό όφελος στην υπηρεσία της Δημοκρατίας, εφ’ όσον οι απολαβές της υπόκεινται στον έλεγχο της Δημοκρατίας και περιλαμβάνει οποιαδήποτε θέση σε οποιοδήποτε νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή σε οργανισμό κοινής ωφελείας: Νοείται περαιτέρω ότι, το ασυμβίβαστο δεν αναφέρεται σε πρόσωπο, το οποίο - (
  1. i)κατέχει θέση καθηγητή σε πανεπιστήμιο ή άλλο ίδρυμα ανώτατης εκπαίδευσης στη Δημοκρατία· (
  2. ii)εκτελεί, χωρίς να είναι μέλος της δημόσιας υπηρεσίας, χρέη αντιπροσώπου της Δημοκρατίας σε διεθνή νομισματικό ή οικονομικό οργανισμό, στον οποίο η Δημοκρατία είναι μέλος· (ε) έχει κηρυχθεί σε πτώχευση, εφ’ όσον δεν έχει αποκατασταθεί ή τελεί υπό αναγκαστική διαχείριση ή βρίσκεται σε συμβιβασμό με τους πιστωτές του· (στ) τελεί υπό δικαστική απαγόρευση λόγω φρενοβλάβειας ή έχει κηρυχθεί ως πρόσωπο μειωμένης νοητικής ικανότητας· (ζ) είναι μέλος της Επιτροπείας ή του Εποπτικού Συμβουλίου, αξιωματούχος ή υπάλληλος εγγεγραμμένης εταιρείας.
(4)Η θητεία των μελών της Επιτροπής είναι πενταετής και δύναται να ανανεώνεται: Νοείται ότι, κατ’ εξαίρεση, η θητεία δύο μελών της Επιτροπής που διορίζονται αμέσως μετά την έναρξη της ισχύος του παρόντος Νόμου, εκ των οποίων το ένα προέρχεται από τον κατάλογο των προσώπων που υποβάλλει η Παγκύπρια Συνεργατική Συνομοσπονδία είναι τριετής, ενώ η θητεία των μελών της Επιτροπής που διορίζονται μετέπειτα είναι πενταετής.
(5)Η θέση μέλους της Επιτροπής κενούται – (α)Σε περίπτωση θανάτου του· (β)σε περίπτωση εγγράφου παραιτήσεώς του που υποβάλλεται προς το Υπουργικό Συμβούλιο· (γ)σε περίπτωση ανάκλησης του διορισμού του με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, εφόσον δεν πληροί πλέον τις απαραίτητες προϋποθέσεις για την εκτέλεση των καθηκόντων του ή έχει υποπέσει σε βαρύ παράπτωμα.
(6)Σε περίπτωση που η θέση κενούται κατά τα οριζόμενα στο εδάφιο
(5), το Υπουργικό Συμβούλιο διορίζει νέο μέλος για το υπόλοιπο της θητείας του μέλους, του οποίου η θέση έχει κενωθεί. Σε περίπτωση που ο διορισμός του μέλους, του οποίου η θέση έχει κενωθεί έγινε από τον κατάλογο που υπέβαλε η Παγκύπρια Συνεργατική Συνομοσπονδία, κατά τις διατάξεις του εδαφίου
(1), το Υπουργικό Συμβούλιο διορίζει νέο μέλος από κατάλογο διπλασίου αριθμού προσώπων, τον οποίο υποβάλλει η Παγκύπρια Συνεργατική Συνομοσπονδία για το σκοπό αυτό, εκτός εάν αυτή παραλείψει να το πράξει εντός τριάντα ημερών από την ημερομηνία που καλείται εγγράφως προς τούτο.
(7)(α) Η Επιτροπή συγκαλείται σε συνεδρία, με ειδοποίηση που αποστέλλεται σε όλα τα μέλη της από τον Έφορο ή, σε περίπτωση προσωρινής απουσίας του Εφόρου ή προσκαίρου κωλύματός του, από τον αντικαταστάτη του κατά τις διατάξεις του εδαφίου
(1)του άρθρου 4Α: Νοείται ότι, συνεδρίες συγκαλούνται όταν το επιβάλλει η διεξαγωγή των εργασιών και οπωσδήποτε τουλάχιστον μία φορά το μήνα· (β) Ο Έφορος συγκαλεί συνεδρία της Επιτροπής εφ‘ όσον αυτό του ζητηθεί από δύο μέλη της Επιτροπής με γραπτό αίτημα, στο οποίο καθορίζονται τα θέματα, για τα οποία ζητείται η σύγκληση της συνεδρίας.
(8)Της Επιτροπής, προεδρεύει ο Έφορος ή ο αντικαταστάτης του κατά τις διατάξεις του εδαφίου
(1)του άρθρου 4Α.
(9)Η παρουσία του Εφόρου ή του αντικαταστάτη του και δύο τουλάχιστον μελών της Επιτροπής συνιστά απαρτία.
(10)Οι αποφάσεις της Επιτροπής λαμβάνονται με απλή πλειοψηφία των παρόντων μελών και σε περίπτωση ισοψηφίας υπερισχύει η ψήφος του προεδρεύοντος της συνεδρίας.
(11)Τα πρακτικά των συνεδριάσεων της Επιτροπής τηρούνται κατά τον οριζόμενο από την Επιτροπή τρόπο και εφόσον δεν αποφασισθεί διαφορετικά από την Επιτροπή ή από αρμόδιο δικαστήριο ή από πειθαρχικό όργανο που έχει συσταθεί δια νόμου, τα πρακτικά της Επιτροπής δε δημοσιοποιούνται.
(12)Χηρεία θέσης στην Επιτροπή ή ελάττωμα στο διορισμό μέλους της δεν επιφέρει ακυρότητα των πράξεων ή διαδικασιών της Επιτροπής.
(13)Στις συνεδρίες της Επιτροπής δύνανται να μετέχουν υπάλληλοι της Υπηρεσίας Συνεργατικών Εταιρειών ή άλλα πρόσωπα που η Επιτροπή δυνατόν να αποφασίσει, χωρίς δικαίωμα ψήφου.
(14)Στα μέλη της Επιτροπής καταβάλλεται αντιμισθία, το ύψος της οποίας καθορίζεται από το Υπουργικό Συμβούλιο. 22/1985 171(I)/2000 123(I)/2003 118(I)/2011 214(I)/2012 107(I)/2013 Αρμοδιότητες Επιτροπής 5Α.-
(1)Η Επιτροπή - (α) καθορίζει την πολιτική και εποπτεύει την εφαρμογή της πολιτικής της Υπηρεσίας Συνεργατικών Εταιρειών· (β) [Διαγράφηκε]· (γ) υποβάλλει στο Υπουργικό Συμβούλιο προτάσεις για τη ρύθμιση θεμάτων που αυτό έχει εξουσία να ρυθμίζει κατά τον παρόντα Νόμο· (δ) υποβάλλει στο Υπουργικό Συμβούλιο προτάσεις για τροποποιήσεις του παρόντος Νόμου ή των Θεσμών που εκδίδονται δυνάμει αυτού· και (ε) ασκεί οποιεσδήποτε άλλες αρμοδιότητες της ανατίθενται από τον παρόντα Νόμο ή από οποιοδήποτε άλλο Νόμο.
(2)Ο Έφορος ενημερώνει την Επιτροπή για τα τρέχοντα ζητήματα της αρμοδιότητάς της και παρέχει προς αυτήν τέτοια στοιχεία και πληροφορίες, τα οποία δύνανται να τη διευκολύνουν στη λήψη αποφάσεων και στον καθορισμό της πολιτικής της.
(3)[Διαγράφηκε]. 123(I)/2003 76(I)/2005 214(I)/2012 107(I)/2013 Ευθύνη μελών της Επιτροπής 5Β.-
(1)Η Επιτροπή και ένα έκαστο μέλος της δεν υπέχει οποιαδήποτε ευθύνη σε περίπτωση αγωγής, αίτησης ή άλλης νομικής διαδικασίας για αποζημιώσεις σχετικά με οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων της δυνάμει του παρόντος Νόμου ή των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων Θεσμών, εκτός εάν αποδειχθεί ότι η πράξη ή η παράλειψη δεν έγινε καλή τη πίστει ή είναι αποτέλεσμα σοβαρής αμέλειας.
(2)Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(5)του άρθρου 4, η Επιτροπή και ένα έκαστο μέλος της δεν υπέχει οποιαδήποτε ευθύνη σε περίπτωση αγωγής, αίτησης ή άλλης νομικής διαδικασίας για αποζημιώσεις σχετικά με οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων της Υπηρεσίας Συνεργατικών Εταιρειών δυνάμει του παρόντος Νόμου ή των δυνάμει αυτού εκδιδομένων Θεσμών. 76(I)/2005 214(I)/2012 107(I)/2013 Εταιρείαι αι οποίαι δύνανται να εγραφώσι 6.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος άρθρου, εταιρεία έχουσα ως σκοπόν της προαγωγήν των οικονομικών συμφερόντων των μελών της συμφώνως προς τα συνεργατικάς αρχάς ή εταιρεία ιδρυθείσα με σκοπόν τη διευκόλυνσιν της λειτουργίας των τοιούτων εταιρειών δύναται να εγγραφεί δυνάμει του παρόντος Νόμου: Νοείται ότι, από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Συνεργατικών Εταιρειών (Τροποποιητικού) Νόμου του 2010, δεν εγγράφονται παρά μόνο εταιρείες που διαθέτουν μετοχικό κεφάλαιο και των οποίων τα μέλη έχουν ευθύνη περιορισμένη στο ύψος του ποσού της συμμετοχής τους στο μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας. (1Α)(α) Η ευθύνη εταιρείας, της οποίας μέλος είναι εγγεγραμμένη εταιρεία, θα είναι περιορισμένη. (β) Σε περίπτωση εταιρείας απεριορίστου ευθύνης, τα μέλη αυτής μόνο κατά την εκκαθάριση θα είναι υπεύθυνα από κοινού και κεχωρισµένως σε σχέση προς και δι’ απάσας τας υποχρεώσεις αυτής. (γ) Στην περίπτωση εγγεγραμμένης εταιρείας περιορισμένης ευθύνης, δεν απαιτείται συνεισφορά από οποιοδήποτε μέτοχο, που να υπερβαίνει το ποσό, αν υπάρχει, που δεν καταβλήθηκε για τις μετοχές σχετικά με τις οποίες ευθύνεται ως μέτοχος.
(2)Εις ουδεμίαν αγωγήν ή ετέραν δικαστικήν διαδικασίαν, στρεφομένην εναντίον εγγεγραμμένης εταιρείας εν σχέσει προς οιανδήποτε υποχρέωσιν της εταιρείας, θα προστίθεται ως διάδικος οιονδήποτε μέλος ή μέτοχος αυτής είτε προσωπικώς είτε υπό την ιδιότητα του ως μέλους ή μετόχου.
(3)Αι εις το εδάφιον
(1)αναφερόμεναι “συνεργατικαί αρχαί” αποσκοπούσι, διά της εφαρμογής των αρχών της αυτοβοηθείας, αλληλεγγύης και αλληλοβοηθείας, αυτοδιοικήσεως και αυτοεποπτείας, εις την βελτίωσιν της οικονομικής, κοινωνικής και μορφωτικής θέσεως των μελών των συνεργατικών εταιρειών και εις την ενθάρρυνσιν του πνεύματος της αποταμιεύσεως, τον περιορισμόν της τοκογλυφίας και την υγιή χρήσιν της πίστεως.
(4)Άνευ βλάβης ή επηρεασμού της γενικότητος του εδαφίου
(3)αι συνεργατικαί αποσκοπούσιν ειδικώτερον εις την, επί τη βάσει των εν αυτώ αρχών, οργάνωσιν και προαγωγήν της αγροτικής και εργατικής πίστεως και γεωργικής αναπτύξεως, επωφελεστέραν προμήθειαν των διά τους αγρότας και εργάτας αναγκαίων εφοδίων, πληρεστέραν χρησιμοποίησιν των φυσικών πόρων, παραγωγικωτέραν εκμετάλλευσιν της εγγείου ιδιοκτησίας, προσφορωτέραν διάθεσιν των προϊόντων αυτής και εξασφάλισιν τούτων, ανάπτυξιν βιομηχανιών υποστηριζομένων υπό τεχνοοικονομικής μελέτης, βελτίωσιν συνθηκών διαβιώσεως, λειτουργίαν κοινωνικών υπηρεσιών αφορωσών εις την οίκησιν και υγείαν και εν γένει ανύψωσιν του κοινωνικού, βιοτικού, μορφωτικού και πολιτιστικού επιπέδου των μελών αυτών. 22/1985 85(I)/2010 107(I)/2013 Περιορισμός του συμφέροντος των μελών εταιρείας με περιωρισμένην ευθύνην και μετοχικόν κεφάλαιον 7. Εξαιρουμένων των ΣΠΙ, όταν η ευθύνη των μελών εταιρείας είναι περιορισμένη διά μετοχών, δεν δύναται οποιοδήποτε μέλος, εκτός από εγγεγραμμένη εταιρεία, να κατέχει μερίδιον επί του κεφαλαίου συνήθων μετοχών της εταιρείας που να υπερβαίνει το καθορισμένο με τους Θεσμούς ανώτατο όριο: Νοείται ότι το ανώτατο όριο δεν δύναται να καθορισθεί σε ποσοστό που υπερβαίνει το ένα πέμπτον του κεφαλαίου συνήθων μετοχών της εταιρείας. 22/1985 107(I)/2013 Προσόντα μελών και όροι εγγραφής.. 8.-
(1)Τα μέλη εγγεγραμμένης εταιρείας δύνανται να είναι- (α) φυσικά πρόσωπα τα οποία συνεπλήρωσαν το δέκατον όγδοον έτος της ηλικίας των· και (β) εγγεγραμμέναι εταιρείαι.
(2)Ουδεμία εταιρεία, πλην εταιρείας της οποίας μέλος τι είναι εγγεγραμμένη εταιρεία, θα εγγράφηται δυνάμει του παρόντος Νόμου εκτός εάν αποτελήται από δώδεκα τουλάχιστον πρόσωπα έκαστον των οποίων έχει συμπληρώσει το δέκατον όγδοον έτος της ηλικίας του και διαμένει ή είναι ιδιοκτήτης ακινήτου ιδιοκτησίας κειμένης εντός της περιοχής εις την οποίαν σκοπείται η διενέργεια των εργασιών της αιτουμένης την εγγραφήν εταιρείας.
(3)Οσάκις διά τους σκοπούς του παρόντος άρθρου εγείρεται ζήτημα ως προς την ηλικίαν, διαμονήν ή την ιδιοκτησίαν οιουδήποτε προσώπου, το τοιούτο ζήτημα θ’ αποφασίζηται υπό του Εφόρου.
(4)Δεν θα εγγράφεται εταιρεία η οποία έχει ιδρυθεί ως δευτεροβάθμια εγγεγραμμένη εταιρεία, εκτός εάν έχει ως μέλη της πέντε τουλάχιστον εγγεγραμμένες εταιρείες: Νοείται ότι σε αιτιολογημένες περιπτώσεις, ο Έφορος δύναται να επιτρέψει απόκλιση από την πιο πάνω διάταξη υπο τους όρους και για περίοδο που δυνατό να καθορίζει και νοουμένου ότι ένα τουλάχιστο μέλος είναι εγγεγραμμένη εταιρεία.
(5)Η λέξις “Συνεργατική” θ’ αποτελή μέρος της επωνυμίας πάσης εταιρείας και η λέξις “Λίμιτεδ” θα είναι η τελευταία λέξις εις την επωνυμίαν εκάστης εταιρείας εχούσης περιωρισμένην ευθύνην και εγγεγραμμένην δυνάμει του παρόντος Νόμου. 22/1985 68/1987 171(I)/2000 107(I)/2013 Αίτησις προς εγγραφήν 9.-
(1)Διά την εγγραφήν εταιρείας απαιτείται η υποβολή αιτήσεως προς τον Έφορον.
(2)Η τοιαύτη αίτησις δέον να υπογράφηται- (α) εις περίπτωσιν εταιρείας, της οποίας ουδέν μέλος είναι εγγεγραμμένη εταιρεία, υπό δώδεκα τουλάχιστον προσώπων πληρούντων τας απαιτήσεις του άρθρου 8
(2)· και (β) εις περίπτωσιν εταιρείας της οποίας μέλος τι τυγχάνει εγγεγραμμένη εταιρεία, υπό τινος δεόντως εξουσιοδοτημένου προσώπου ενεργούντος εκ μέρους πάσης τοιαύτης εγγεγραμμένης εταιρείας, και οσάκις τα μέλη της εταιρείας δεν είναι άπαντα εγγεγραμμέναι εταιρείαι, η αίτησις δέον να υπογράφηται υπό δώδεκα άλλων μελών, ή, όταν υπάρχουν ολιγώτερα των δώδεκα άλλων μελών, υφ’ όλων τούτων.
(3)Η αίτησις δέον να συνοδεύηται υπό δύο αντιγράφων των προτεινομένων ειδικών κανονισμών της εταιρείας και τα πρόσωπα υπό των οποίων ή εκ μέρους των οποίων υποβάλλεται η τοιαύτη αίτησις θα παρέχουν εις τον Έφορον τοιαύτας πληροφορίας εν σχέσει προς την εταιρείαν οίας ούτος ήθελεν απαιτήσει. 22/1985 Εγγραφή
(1)Εάν η εταιρεία έχει τηρήσει τις διατάξεις του παρόντος Νόμου και των δυνάμει τούτου εκδιδόμενων Θεσμών, και οι προτεινόμενοι ειδικοί κανονισμοί αυτής δεν αντίκεινται προς τον παρόντα Νόμο ή τους Θεσμούς και τις συνεργατικές αρχές και νοουμένου ότι στην κοινότητα στην οποία λειτουργεί η εταιρεία δεν υφίσταται και δεν λειτουργεί άλλη εταιρεία η οποία έχει τους ιδίους σκοπούς, ο Έφορος εγγράφει την εταιρεία και τους ειδικούς κανονισμούς αυτής και εκδίδει πιστοποιητικό εγγραφής επί του καθορισμένου τύπου.
(2)Από την έκδοση από τον Έφορο του πιστοποιητικού, όπως προβλέπεται στο εδάφιο
(1)πιο πάνω, η εταιρεία δικαιούται να διεξάγει εργασίες στην εγγεγραμμένη της διεύθυνση: Νοείται ότι εγγεγραμμένη εταιρεία δικαιούται, με την έγκριση του Εφόρου, να διεξάγει εργασίες σε οποιαδήποτε άλλη διεύθυνση, εκτός της εγγεγραμμένης, μέσα στα όρια της περιοχής διεξαγωγής των εργασιών της.
(3)Άνευ επηρεασμού των διατάξεων του εδαφίου
(1), ο 'Έφορος, πριν προβεί στην εγγραφή Δευτεροβάθμιας Συνεργατικής Εταιρείας, εξαιρουμένων των εταιρειών που προτίθενται να δραστηριοποιηθούν ως ΣΠΙ, δύναται, εφόσον θεωρεί τούτο σκόπιμο, να απαιτήσει την υποβολή σε αυτόν μελέτης βιωσιμότητας αναφορικά με τις οικονομικές και πρακτικές πτυχές δραστηριοτήτων στις οποίες αποσκοπεί η υπό ίδρυση εταιρεία και εγγράφει την εταιρεία αυτή μόνον εφ’ όσον πεισθεί για τη βιωσιμότητά της. 22/1985 68/1987 171(I)/2000 107(I)/2013 Εφαρμογή των προνοιών του άρθρου 8 και των εδαφίων
(1)και
(2)του άρθρου 10 10A. Οι διατάξεις του άρθρου 8 και των εδαφίων
(1)και
(2)του άρθρου 10 εφαρμόζονται τόσο κατά την εγγραφή συνεργατικής εταιρείας όσο και σε συνεχή βάση για κάθε εγγεγραμμένη εταιρεία. 107(I)/2015 Απόδειξις εγγραφής 11. Εκτός εάν αποδειχθή ότι η εγγραφή εταιρείας ηκυρώθη, το πιστοποιητικόν εγγραφής, υπογεγραμμένον υπό του Εφόρου, αποτελεί πλήρη απόδειξιν ότι η εν αυτώ αναφερομένη εταιρεία είναι δεόντως εγγεγραμμένη. 22/1985 Δραστηριότητες εγγεγραμμένων εταιρειών που εγγράφονται για άσκηση εργασιών ιδρύματος ηλεκτρονικού χρήματος 11Α. [Διαγράφηκε] Ιστορικό Τροποποιήσεων 130(I)/2012 Τροποποίησις ειδικών κανονισμών εγγεγραμμένης εταιρείας 12.-
(1)Πάσα εγγεγραμμένη εταιρεία δύναται, τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Νόμου και των θεσμών, να τροποποιή τους ειδικούς κανονισμούς της.
(2)Ουδεμία τροποποίησις των ειδικών κανονισμών εγγεγραμμένης εταιρείας είναι έγκυρος εκτός εάν και μέχρις ότου αύτη εγγραφή δυνάμει του παρόντος Νόμου, διά τον σκοπόν δε τούτον θ’ αποστέλλωνται υπό της εταιρείας δύο αντίγραφα της τροποποιήσεως εις τον Έφορον.
(3)Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 4Γ, εάν οιαδήποτε τροποποίηση των ειδικών κανονισμών- (α) δεν αντίκειται προς τον παρόντα Νόμο ή τους Θεσμούς και τις συνεργατικές αρχές προκειμένου περί ΣΠΙ, ή (β) δεν αντίκειται προς τον παρόντα Νόμο ή τους Θεσμούς και τις συνεργατικές αρχές, λαμβανομένης υπόψη της εύρυθμης λειτουργίας και της οικονομικής κατάστασης της εταιρείας, προκειμένου περί οποιασδήποτε εγγεγραμμένης εταιρείας που δεν είναι ΣΠΙ, και (γ) σε αμφότερες τις περιπτώσεις (α) και (β) πιο πάνω λαμβανομένων υπόψη των γενικότερων συμφερόντων του συνεργατισμού, ο Έφορος εγγράφει την τροποποίηση αυτή.
(4)Ουδεμία τροποποίησις των ειδικών κανονισμών, επιφέρουσα αλλαγήν εις την επωνυμίαν της εταιρείας ή συνεπαγομένη αλλαγήν της ευθύνης των μελών της εταιρείας από απεριόριστη σε περιορισμένη ευθύνη ή επιφέρουσα αλλαγήν εις οιονδήποτε άλλον σκοπόν ή διάταξιν, θα επηρεάζη οιονδήποτε δικαίωμα ή υποχρέωσιν της εταιρείας ή αξιωματούχων αυτής, και πάσα εκκρεμής δικαστική ή διαιτητική διαδικασία δύναται να συνεχίζηται υπό ή εναντίον της εταιρείας υπό την νέαν αυτής επωνυμίαν και υπό την νέαν αυτής ευθύνην: Νοείται ότι οι αξιωματούχοι της εταιρείας της οποίας τροποποιούνται οι ειδικοί κανονισμοί, ώστε να επέλθη αλλαγή εις την ευθύνην των μελών, θα διατηρούν την θέσιν των μέχρι της λήξεως της θητείας των, ως επρονοείτο εις τους ειδικούς κανονισμούς προ της τοιαύτης τροποποιήσεως.
(5)Ουδεμία τροποποίηση των ειδικών κανονισμών εταιρείας διά της οποίας επιφέρεται αλλαγή στην ευθύνη των μελών της από απεριόριστη σε περιορισμένη, διά της δημιουργίας μετοχικού κεφαλαίου σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 12Α, θα εγγράφεται, εκτός εάν ληφθεί απόφαση σε γενική συνέλευση των μελών της και εγκριθεί υπό του Εφόρου. (5Α)(α) Σε περίπτωση που η ευθύνη των μελών μετατρέπεται από απεριόριστη σε περιορισμένη σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο εδάφιο
(5), εκδίδεται προς τους δανειστές κατάλληλη γνωστοποίηση και παρέχεται σ’ αυτούς το δικαίωμα να ζητήσουν πριν την έναρξη ισχύος της μετατροπής ή και μετά από αυτήν εντός προθεσμίας που ορίζει η Επιτροπή, την άμεση εξόφληση των καθαρών αποδοτέων απαιτήσεών τους χωρίς οποιαδήποτε προς τούτο έξοδα ή χρεώσεις ή περιορισμό του αναλογούντος τόκου, ανεξάρτητα οποιωνδήποτε περί του αντιθέτου όρων που διέπουν τις απαιτήσεις τους, αλλά χωρίς επηρεασμό των διατάξεων του άρθρου 28 και εν γένει των τυχόν ανταπαιτήσεων της εταιρείας οποιασδήποτε μορφής, περιλαμβανομένων δεσμεύσεων, εκχωρήσεων ή άλλων συμβατικώς αναληφθεισών υποχρεώσεων και γενικού δικαιώματος επίσχεσης (general preferential lien). (β) Τα υφιστάμενα μέλη εξακολουθούν να θεωρούνται μέλη συμμορφούμενα με τις διατάξεις των ειδικών κανονισμών, όπως αυτοί τροποποιούνται ως ανωτέρω, εκτός εάν δηλώσουν εγγράφως στην εταιρεία την αντίθεσή τους και αποχωρήσουν. (γ) [Διαγράφηκε].
(6)Οσάκις ο Έφορος εγγράφη τροποποίησιν των ειδικών κανονισμών εγγεγραμμένης εταιρείας, θα εκδίδη προς την εταιρείαν κεκυρωμένον υπ’ αυτού αντίγραφον της τροποποιήσεως, το οποίον θα αποτελή πλήρη απόδειξιν ότι η τροποποίησις ενεγράφη δεόντως.
(7)Εν τω παρόντι άρθρω “τροποποίησις” περιλαμβάνει την σύνταξιν νέου ειδικού κανονισμού και την μεταβολήν, αντικατάστασιν ή ακύρωσιν ειδικού κανονισμού. 22/1985 171(I)/2000 123(I)/2003 170(I)/2004 85(I)/2010 107(I)/2013 Έκδοση μετοχών και άλλων τίτλων 12Α.-
(1)Εγγεγραμμένες εταιρείες, των οποίων η ευθύνη των μελών είναι απεριόριστη, δύνανται με απόφαση γενικής συνέλευσης των μελών τους να τροποποιούν τους ειδικούς τους κανονισμούς, έτσι ώστε να προβλέπεται η δημιουργία κεφαλαίου συνήθων μετοχών με μετατροπή της ευθύνης των μελών από απεριόριστη σε περιορισμένη.
(2)Εγγεγραμμένη εταιρεία δύναται να προβαίνει χωρίς τροποποίηση των ειδικών κανονισμών της και μέχρι του εγκεκριμένου υπό των ειδικών κανονισμών κεφαλαίου συνήθων μετοχών, σε εκδόσεις κεφαλαίου συνήθων μετοχών με βάση όρους που καθορίζονται από τη γενική συνέλευση και εγκρίνονται από τον Έφορο: Νοείται ότι αναφορικά με τα ΣΠΙ δεν απαιτείται έγκριση του Εφόρου: Νοείται περαιτέρω ότι σε περίπτωση ΣΠΙ που είναι συνδεδεμένο με τον Κεντρικό Φορέα απαιτείται όπως το ΣΠΙ λάβει την έγκριση του Κεντρικού Φορέα.
(3)(α) Κάθε έκδοση συνήθων μετοχών θα απευθύνεται μόνο προς τα πρόσωπα που είναι ή έχουν τα προσόντα να εγγραφούν ως μέλη της εταιρείας με βάση το άρθρο 8 ή προκειμένου περί ΣΠΙ και σε πρόσωπα που δεν είναι μέλη. (β) Οι όροι της έκδοσης δυνατό να προβλέπουν ότι η ονομαστική αξία των συνήθων μετοχών ή μέρος της μέχρι ενός ανωτάτου ορίου θα καλύπτεται μέσω κεφαλαιοποίησης αποθεματικών προσόδου, εφόσον τηρούνται τα ακόλουθα ανώτατα όρια: (
  1. i)Ανώτατο όριο ως προς το μέρος της ονομαστικής αξίας που δυνατό να καλύπτεται μέσω κεφαλαιοποίησης αποθεματικών προσόδου, κατά την πρώτη δημιουργία κεφαλαίου συνήθων μετοχών θα είναι 100% με μέγιστη αξία τα €10 ανά υφιστάμενο μέλος, (
  2. ii)ανώτατο όριο ως προς το μέρος της ονομαστικής αξίας που δυνατό να καλύπτεται μέσω κεφαλαιοποίησης αποθεματικών προσόδου σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση παραχώρησης μετοχών σε υφιστάμενους μετόχους πέραν της οριζόμενης στην υποπαράγραφο (
  3. i)θα είναι 20%∙ (iii) αναφορικά και με τις δύο ως άνω περιπτώσεις (i)-(
  4. ii)το ανώτατο όριο που δύναται να κεφαλαιοποιηθεί ως προς το συνολικό αποθεματικό προσόδου θα είναι 10%.
(4)Εγγεγραμμένη εταιρεία δύναται, εφόσον παρέχουν σχετική εξουσιοδότηση οι ειδικοί κανονισμοί της, να εκδίδει προνομιούχες μετοχές, αξιόγραφα ή άλλους τίτλους ή κινητές αξίες, χωρίς δικαίωμα ψήφου και με όρους που αποφασίζονται από τη γενική συνέλευση και εγκρίνονται από τον Έφορο: Νοείται ότι αναφορικά με τα ΣΠΙ δεν απαιτείται έγκριση του Εφόρου αλλά προκειμένου περί συνδεδεμένου με τον Κεντρικό Φορέα ΣΠΙ απαιτείται έγκριση του Κεντρικού Φορέα.
(5)Προνομιούχες μετοχές που εκδίδονται με βάση το εδάφιο
(4)του άρθρου αυτού δικαιούνται- (
  1. i)μερίσματος, (
  2. ii)εξόφλησης μέχρι την ονομαστική τους αξία σε περίπτωση εκκαθάρισης, (iii) εξόφλησης ή εξαγοράς, ενόσω λειτουργεί η εταιρεία, και (
  3. iv)συμμετοχής σε άλλες διανομές (distributions), σύμφωνα με τους όρους έκδοσής τους: Νοείται ότι, εξαιρουμένης της περίπτωσης των ΣΠΙ, το σύνολο της ονομαστικής αξίας των προνομιούχων μετοχών δεν μπορεί να υπερβαίνει το 50% του συνόλου της ονομαστικής αξίας των εκδοθεισών συνήθων μετοχών, εκτός με προηγούμενη έγκριση του Εφόρου: Νοείται περαιτέρω ότι, ως προς αυτή του την εξουσία, ο Έφορος ενεργεί κατόπιν της σύμφωνης γνώμης της Επιτροπής της Υπηρεσίας Εποπτείας Συνεργατικών Εταιρειών και μέχρι ανωτάτου ορίου 100% του συνόλου της ονομαστικής αξίας των συνήθων μετοχών.
(6)(α) Σε σχέση με τις συνήθεις μετοχές και τις προνομιούχες μετοχές, η μη καταβολή μερίσματος δεν συνιστά πιστωτικό γεγονός (event of default) για τον εκδότη ούτε και η ακύρωση καταβολής μερίσματος δημιουργεί οποιοδήποτε περιορισμό στον εκδότη. (β) Σε σχέση με τις συνήθεις μετοχές και τις προνομιούχες μετοχές, η άρνηση εξαγοράς ή ο περιορισμός της εξαγοράς δεν συνιστά αθέτηση υποχρέωσης για τον εκδότη. (γ)(
  1. i)Εξαιρουμένης της έκδοσης του ελάχιστου αριθμού συνήθων μετοχών που προβλέπεται στους ειδικούς κανονισμούς εγγεγραμμένης εταιρείας για την εγγραφή νέου μέλους και της έκδοσης συνήθων μετοχών προς υφιστάμενο μέλος για σκοπούς κατοχής από αυτό του ελάχιστου αριθμού συνήθων μετοχών, η έκδοση νέων συνήθων μετοχών προσφέρεται κατά προτεραιότητα στους κατόχους συνήθων μετοχών κατ’ αναλογία των ήδη κατεχόμενων μετοχών (pro-rata), εκτός εάν με απόφαση γενικής συνέλευσης και, καθόσον αφορά εγγεγραμμένη εταιρεία που δεν είναι ΣΠΙ, με έγκριση του Εφόρου, ήθελε οριστεί διαφορετικά σε σχέση με την εν λόγω αναλογία. (
  2. ii)Κάθε έκδοση προνομιούχων μετοχών προσφέρεται κατά προτεραιότητα στους υφιστάμενους κατόχους συνήθων μετοχών και προνομιούχων μετοχών κατ’ αναλογία των ήδη κατεχόμενων μετοχών (pro-rata). (δ) Οι συνήθεις μετοχές και, εάν το προβλέπουν οι όροι έκδοσης τους, οι προνομιούχες μετοχές- (
  3. i)σε σύγκριση με άλλα κεφαλαιακά μέσα, που εκδίδει η εταιρεία, τα οποία δεν ταξινομούνται ως κύρια βασικά ίδια κεφάλαια, απορροφούν το πρώτο και μεγαλύτερο αναλογικά μερίδιο ζημιών όταν αυτές πραγματοποιούνται, και μεταξύ τους απορροφούν τις ζημιές στον ίδιο βαθμό, (
  4. ii)ιεραρχούνται χαμηλότερα από όλες τις άλλες αξιώσεις σε περίπτωση αφερεγγυότητας ή εκκαθάρισης της εγγεγραμμένης εταιρείας.
(7)Για κάθε κατηγορία μετοχών ή άλλων τίτλων ή κινητών αξιών, τηρείται από την εγγεγραμμένη εταιρεία μητρώο στο οποίο καταχωρούνται τα στοιχεία προσδιορισμού ταυτότητας, η διεύθυνση και ο αριθμός των τίτλων που κάθε πρόσωπο κατέχει.
(8)Ανεξάρτητα από οποιαδήποτε διάταξη του παρόντος Νόμου ή των Θεσμών που εκδίδονται δυνάμει αυτού ή τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου ή Κανονισμού ή τις διατάξεις των ειδικών κανονισμών των εγγεγραμμένων εταιρειών, η κυριότητα των μετοχών ή άλλων τίτλων ή κινητών αξιών εγγεγραμμένης εταιρείας αποδεικνύεται με βάση τα στοιχεία που τηρούνται στο μητρώο που προβλέπεται στο εδάφιο
(7), τα οποία αποτελούν επαρκή απόδειξη της κυριότητας αυτής για οποιοδήποτε σκοπό χωρίς να είναι απαραίτητη η έκδοση στον κάτοχο σχετικού πιστοποιητικού μετοχών ή άλλων τίτλων ή κινητών αξιών: Νοείται ότι, η εγγεγραμμένη εταιρεία ενημερώνει τον κάτοχο των μετοχών ή άλλων τίτλων ή κινητών αξιών για τις οποιεσδήποτε μεταβολές στην κυριότητα των μετοχών ή άλλων τίτλων ή κινητών αξιών κατά τον τρόπο και τη διαδικασία που καθορίζει η επιτροπεία της: Νοείται περαιτέρω ότι, ο κάτοχος των μετοχών ή άλλων τίτλων ή κινητών αξιών δύναται με γραπτό αίτημά του να ζητήσει οποτεδήποτε και για οποιοδήποτε σκοπό, επίσημη βεβαίωση από την εγγεγραμμένη εταιρεία, η οποία να αφορά την εκ μέρους του κυριότητα μετοχών ή άλλων τίτλων ή κινητών αξιών της εγγεγραμμένης εταιρείας και σε τέτοια περίπτωση, η εταιρεία οφείλει εντός εύλογου χρονικού διαστήματος να εφοδιάσει τον κάτοχο με την εν λόγω βεβαίωση υπογεγραμμένη από τον πρόεδρο ή άλλο μέλος της επιτροπείας και το γραμματέα της. 85(I)/2010 204(I)/2012 39(I)/2013 107(I)/2013 122(Ι)/2014 Έκδοση καλυμμένων αξιογράφων από συνεργατικά πιστωτικά ιδρύματα 12Β.-
(1)Οι διατάξεις των εδαφίων
(4)και
(7)του άρθρου 12Α εφαρμόζονται σε σχέση με την έκδοση καλυμμένων αξιογράφων από ΣΠΙ, κατά τα οριζόμενα στον περί Καλυμμένων Αξιογράφων Νόμο, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται.
(2)Κάλυμμα, κατά την έννοια του άρθρου 2 του περί Καλυμμένων Αξιογράφων Νόμου, το οποίο συνιστά επιβάρυνση προς όφελος των πιστωτών καλύμματος σε σχέση με καλυμμένα αξιόγραφα που εκδίδονται από ΣΠΙ, κατά τα οριζόμενα στον πιο πάνω Νόμο, είναι έγκυρο για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου, σ’ ό,τι αφορά τον εκκαθαριστή και οποιοδήποτε πιστωτή του ΣΠΙ, χωρίς υποχρέωση εγγραφής του σε μητρώο δυνάμει του παρόντος Νόμου.
(3)Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου, του εδαφίου
(4)του άρθρου 47Α και του εδαφίου
(5)του άρθρου 49Δ του παρόντος Νόμου εφαρμόζονται κατ’ αναλογία και σε σχέση με ΣΠΙ του οποίου περιουσιακά στοιχεία περιλαμβάνονται σε κάλυμμα δυνάμει του εδαφίου
(7)του άρθρου 18 του περί Καλυμμένων Αξιογράφων Νόμου. 204(I)/2012 107(I)/2013 Αύξηση μετοχικού κεφαλαίου συνεργατικού πιστωτικού ιδρύματος 12Γ. [Διαγράφηκε] Ιστορικό Τροποποιήσεων 107(I)/2013 Μετατροπή απεριόριστης ευθύνης μελών υφιστάμενων εγγεγραμμένων εταιρειών σε περιορισμένη 12Δ.
(1)Σε σχέση με εγγεγραμμένες εταιρείες των οποίων η ευθύνη των μελών, κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του περί Συνεργατικών Εταιρειών (Τροποποιητικός) (Αρ.2) Νόμου του 2013, είναι απεριόριστη, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε διάταξη του παρόντος Νόμου ή των θεσμών που εκδίδονται δυνάμει αυτού ή οποιωνδήποτε διατάξεων των ειδικών κανονισμών των εν λόγω εταιρειών, αυτή μετατρέπεται σε περιορισμένη μέχρι την ονομαστική αξία των κατεχόμενων από τα μέλη μετοχών.
(2)Η κατά το εδάφιο
(1)μετατροπή της ευθύνης τίθεται σε ισχύ τριάντα
(30)μέρες μετά τη δημοσίευση σχετικής γνωστοποίησης του Εφόρου στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας.
(3)Η κατά το εδάφιο
(2)γνωστοποίηση περιλαμβάνει αναφορά στο ότι παρέχεται στους δανειστές των εγγεγραμμένων εταιρειών το δικαίωμα, σε περίπτωση που οι απαιτήσεις τους δεν είναι άμεσα εξοφλητέες, να ζητήσουν, εάν το επιθυμούν, την εξόφληση, πριν την έναρξη της ισχύος της μετατροπής, των καθαρών απαιτήσεών τους χωρίς οποιαδήποτε προς τούτο έξοδα ή χρεώσεις ή περιορισμό του αναλογούντος τόκου ανεξαρτήτως οποιωνδήποτε περί του αντιθέτου όρων που διέπουν τις απαιτήσεις τους, αλλά χωρίς επηρεασμό των διατάξεων του άρθρου 28 και εν γένει των τυχόν ανταπαιτήσεων οποιασδήποτε μορφής, περιλαμβανομένων δεσμεύσεων, εκχωρήσεων ή άλλων συμβατικώς αναληφθεισών υποχρεώσεων προς όφελος των εγγεγραμμένων εταιρειών και γενικού δικαιώματος επίσχεσης (general preferential lien).
(4)Τα υφιστάμενα μέλη εξακολουθούν να είναι μέλη υπό την νέα τους ευθύνη ως προβλέπεται στο εδάφιο
(1).
(5)Ταυτόχρονα με τη μετατροπή της ευθύνης των μελών σε περιορισμένη, όπως προβλέπεται στο εδάφιο
(1), δημιουργείται στις εγγεγραμμένες εταιρείες κεφάλαιο συνήθων μετοχών μέρος του οποίου κατανέμεται σε κάθε υφιστάμενο μέλος μέσω της παραχώρησης προς αυτό μίας ή περισσοτέρων δωρεάν μετοχών, όπως ορίζει η επιτροπεία της εταιρείας, με χρέωση του αποθεματικού προσόδου της και τηρουμένων των διατάξεων της παραγράφου (β) του εδαφίου
(3)του άρθρου 12Α και το υπόλοιπο μετοχικό κεφάλαιο κατανέμεται σε νέα ή υφιστάμενα μέλη όπως ορίζουν οι ειδικοί κανονισμοί ή, μέχρι την τροποποίησή τους, η επιτροπεία της εταιρείας, έναντι καταβολής της αξίας τους.
(6)Χωρίς επηρεασμό των διατάξεων του παρόντος άρθρου, οι εγγεγραμμένες εταιρείες τροποποιούν τους ειδικούς κανονισμούς τους για να συνάδουν με τα πιο πάνω, εντός δώδεκα
(12)μηνών από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Συνεργατικών Εταιρειών (Τροποποιητικού) (Αρ.2) Νόμου του 2013.
(7)Σε σχέση με τη μετατροπή της ευθύνης η διαδικασία παραχώρησης μετοχών σύμφωνα με το εδάφιο
(5)ή τροποποίησης των ειδικών κανονισμών σύμφωνα με το εδάφιο
(6), δεν επηρεάζει τη μετατροπή της ευθύνης η οποία παύει να είναι απεριόριστη αμέσως μετά από τριάντα
(30)ημέρες από την προβλεπόμενη στο εδάφιο
(2)γνωστοποίηση του Εφόρου. 39(I)/2013 107(I)/2013 Αναδιάρθρωση ΣΠΙ 12Ε.
(1)Σε περίπτωση εφαρμογής του περί Αναδιάρθρωσης Χρηματοοικονομικών Οργανισμών Νόμου ή/και των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων διαταγμάτων, η συμμετοχή της Κυπριακής Κυβέρνησης και του Κεντρικού Φορέα στο κεφάλαιο συνήθων μετοχών των ΣΠΙ πραγματοποιείται ανεξάρτητα των: (α) προνοιών των ειδικών κανονισμών ή των δυνάμει του άρθρου 12Δ αποφάσεων της επιτροπείας του ΣΠΙ αναφορικά με το ύψος του εγκεκριμένου κεφαλαίου, (β) προνοιών του παρόντος Νόμου ή των ειδικών κανονισμών ή των δυνάμει του άρθρου 12Δ αποφάσεων της επιτροπείας του ΣΠΙ αναφορικά με το προτιμησιακό δικαίωμα αγοράς (pre-emptive right) ή τον καθορισμό των όρων έκδοσης των μετοχών από τη γενική συνέλευση του ΣΠΙ και την έγκριση του Κεντρικού Φορέα ή από την επιτροπεία του ΣΠΙ.
(2)Σε περίπτωση εφαρμογής του περί Αναδιάρθρωσης Χρηματοοικονομικών Οργανισμών Νόμου ή/και των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων διαταγμάτων, η μεταφορά μέσω των εν λόγω διαταγμάτων των μελών ΣΠΙ σε συνεργατική εταιρεία συμμετοχών είναι δυνατή τηρουμένων των πιο κάτω: (α) κάθε μέλος αποκτά συμμετοχή στο μετοχικό κεφάλαιο της συνεργατικής εταιρείας συμμετοχών ανάλογη με τη συμμετοχή που έχει στο μετοχικό κεφάλαιο του ΣΠΙ, (β) η συνεργατική εταιρεία συμμετοχών αποκτά συμμετοχή στο μετοχικό κεφάλαιο του ΣΠΙ ανάλογη με τη συμμετοχή που είχαν τα μέλη του ΣΠΙ στο μετοχικό του κεφάλαιο. (γ) τα μέλη της συνεργατικής εταιρείας συμμετοχών θεωρούνται ως μέλη του ΣΠΙ για τους σκοπούς των άρθρων 6
(1)και 23 του παρόντος Νόμου.
(3)Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(2), σε περίπτωση εφαρμογής του περί Αναδιάρθρωσης Χρηματοοικονομικών Οργανισμών Νόμου και ανεξάρτητα των προνοιών του παρόντος Νόμου ή των Θεσμών που εκδίδονται δυνάμει αυτού ή των ειδικών κανονισμών των ΣΠΙ, τα εκδιδόμενα δυνάμει του περί Αναδιάρθρωσης Χρηματοοικονομικών Οργανισμών Νόμου διατάγματα δύνανται να προβλέπουν ότι μέλος της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας Λτδ καθίσταται συνεργατική εταιρεία συμμετοχών και μέλη των λοιπών ΣΠΙ καθίστανται η Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ και μια συνεργατική εταιρεία συμμετοχών για κάθε ΣΠΙ.
(4)Σε περίπτωση εφαρμογής του περί Αναδιάρθρωσης Χρηματοοικονομικών Οργανισμών Νόμου ή/και των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων διαταγμάτων, η μεταφορά μέσω των εν λόγω διαταγμάτων των συνεργατικών εταιρειών συμμετοχών που είναι μέλη και μέτοχοι των ΣΠΙ, κατά τα οριζόμενα στα εδάφια
(2)και
(3), στη Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ, ως μέλη και μέτοχοί της, είναι δυνατή, τηρουμένων των κατωτέρω και όπως ειδικότερα καθορίζεται στα εν λόγω διατάγματα - (α) Ανεξαρτήτως των διατάξεων του παρόντος Νόμου, των Θεσμών και των ειδικών κανονισμών, κάθε συνεργατική εταιρεία συμμετοχών καθίσταται μέλος και αποκτά συμμετοχή στο μετοχικό κεφάλαιο της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας Λτδ ανάλογη με τη συμμετοχή που η συνεργατική εταιρεία συμμετοχών έχει στο μετοχικό κεφάλαιο του ΣΠΙ, (β) η Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ αποκτά εξ ολοκλήρου τη συμμετοχή που έκαστη συνεργατική εταιρεία συμμετοχών έχει στο ΣΠΙ, (γ) λαμβάνονται οι ανάλογες αποφάσεις από τις επιτροπείες της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας Λτδ και έκαστης συνεργατικής εταιρείας συμμετοχών, (δ) για τους σκοπούς του εδαφίου
(1)του άρθρου 6 και του άρθρου 23, έκαστη συνεργατική εταιρεία συμμετοχών και τα μέλη αυτής θεωρούνται μέλη του αντίστοιχου ΣΠΙ στο οποίο η συνεργατική εταιρεία συμμετοχών ήταν μέλος, (ε) για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, οι διατάξεις του άρθρου 40 δεν τυγχάνουν εφαρμογής.
(5)Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, «συνεργατική εταιρεία συμμετοχών» σημαίνει εγγεγραμμένη εταιρεία, η οποία ιδρύεται με σκοπό να καταστεί μέλος και να κατέχει συμμετοχή στο μετοχικό κεφάλαιο ΣΠΙ, περιλαμβανομένης της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας Λτδ, κατά τα οριζόμενα στα εδάφια
(2),
(3)και
(4). 107(I)/2013 138(I)/2016 Μεταφορά των εργοδοτουμένων των ΣΠΙ στη Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ 12ΣΤ.-
(1)Από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Συνεργατικών Εταιρειών (Τροποποιητικού) Νόμου του 2016 και ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου Νόμου ή Κανονισμών- (α) Όλοι οι εργοδοτούμενοι των ΣΠΙ, οι οποίοι για τους σκοπούς τους παρόντος άρθρου θα αναφέρονται ως «οι εργοδοτούμενοι», ανεξαρτήτως μορφής εργασιακής σχέσης με το ΣΠΙ στο οποίο εργοδοτούνται, μεταφέρονται στη Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ, η οποία καθίσταται και θεωρείται ως ο μοναδικός εργοδότης τους και όπως περαιτέρω καθορίζεται στο παρόν άρθρο: Νοείται ότι, η απασχόληση των εργοδοτούμενων των ΣΠΙ στη Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ διέπεται από Θεσμούς που εκδίδονται δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 53, Νοείται περαιτέρω ότι, η μεταφορά των εργοδοτούμενων των ΣΠΙ στη Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ, τίθεται σε ισχύ από την πρώτη ημέρα του μήνα που έπεται της ημερομηνίας δημοσίευσης στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας των Θεσμών που εκδίδονται σύμφωνα με τις διατάξεις της πιο πάνω επιφύλαξης∙ (β) με τη μεταφορά των εργοδοτουμένων από τα ΣΠΙ στη Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ δεν διακόπτεται το συνεχές της απασχόλησής τους, όπως αυτό καθορίζεται από τον περί Τερματισμού της Απασχόλησης Νόμο και κατοχυρώνονται όλα τα δικαιώματα, ωφελήματα και υποχρεώσεις τους, όπως πηγάζουν από την εργοδότησή τους στα ΣΠΙ, είτε μέσω εθίμου, νόμου, συλλογικής σύμβασης, συμβάσεων εργοδότησης ή άλλως πως∙ (γ) ανεξαρτήτως οποιωνδήποτε άλλων δικαιωμάτων και εξουσιών που δημιουργούνται με βάση τις διατάξεις του παρόντος ή οποιουδήποτε άλλου Νόμου, η Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ, ως εργοδότης, έχει το δικαίωμα να αποσπά και/ή να παραχωρεί και/ή να τοποθετεί και/ή να μεταθέτει σε οποιοδήποτε ΣΠΙ εργοδοτούμενους για να παρέχουν υπηρεσίες, ανάλογα με τις ανάγκες και στη βάση συμφωνίας μεταξύ της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας Λτδ και εκάστου ΣΠΙ∙ (δ) εργοδοτούμενος που αποσπάται και/ή παραχωρείται και/ή τοποθετείται και/ή μετατίθεται σε ΣΠΙ δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (γ), συνεχίζει να λαμβάνει τις απολαβές και όλα τα ωφελήματά του από τη Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ.
(2)Όλοι ανεξαιρέτως οι εργοδοτούμενοι διέπονται από τις Πειθαρχικές Διατάξεις του Κώδικα της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας Λτδ.
(3)Η Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ έχει δικαίωμα να επιλαμβάνεται και να εξετάζει ενδεχόμενα πειθαρχικά αδικήματα τα οποία δυνατό να διαπράχθηκαν από εργοδοτούμενο σε ΣΠΙ κατά την εργοδότηση του εις αυτά, πριν από την προβλεπόμενη στο εδάφιο
(1)μεταφορά του στη Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ και να διεξάγει την αναγκαία πειθαρχική διαδικασία, εφόσον το κρίνει αναγκαίο, με βάση τις Πειθαρχικές Διατάξεις του Κώδικα της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας Λτδ.
(4)Ανεξαρτήτως των διατάξεων του παρόντος Νόμου ή οποιουδήποτε άλλου Νόμου, οποιεσδήποτε δικαστικές αποφάσεις ή δικαστικές διαδικασίες οι οποίες εκκρεμούν σε σχέση με την απασχόληση των εργοδοτουμένων σε ΣΠΙ προ της κατά το εδάφιο
(1)μεταφοράς τους στη Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ αφορούν αποκλειστικά ή συνεχίζονται ως έχουν και οποιοδήποτε αποτέλεσμα προκύψει από αυτές αφορά αποκλειστικά τα ΣΠΙ, αντίστοιχα, και δεν μεταφέρονται στη Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ. 138(I)/2016 ΜΕΡΟΣ ΙΙ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΚΑΙ ΕΥΘΥΝΗ ΜΕΛΩΝ Περιορισμοί εις την άσκησιν των δικαιωμάτων μέλους
  1. Ουδέν μέλος εγγεγραμμένης εταιρείας θα ενασκή τα δικαιώματα μέλους, εκτός εάν ή μέχρις ότου προβή εις την τυχόν καθοριζομένην υπό των Θεσμών ή των ειδικών κανονισμών πληρωμήν αναφορικώς προς την απόκτησιν της ιδιότητος του μέλους ή αποκτήση το τυχόν καθοριζόμενον υπό των Θεσμών ή των ειδικών κανονισμών συμφέρον εις την εταιρείαν. 22/1985 Απόκτηση ιδιότητας του μέλους σε εγγεγραμμένες εταιρείες
  2. Κάθε πρόσωπο δύναται να είναι μέλος σε περισσότερες από μία εγγεγραμμένη εταιρεία η οποία είναι ΣΠΙ, εάν πληροί τους όρους που τίθενται στον παρόντα Νόμο, στους Θεσμούς και στους ειδικούς κανονισμούς κάθε εταιρείας. 22/1985 107(I)/2013 Ψηφοφορία 15.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων των εδαφίων (1Α) και
(2)ουδέν μέλος οιασδήποτε εγγεγραμμένης εταιρείας δύναται να έχη περισσοτέρας της μιας ψήφου εν τη διεξαγωγή των υποθέσεων της εταιρείας: Νοείται ότι, εν περιπτώσει ισοψηφίας, ο πρόεδρος έχει δευτέραν ή νικώσαν ψήφον. (1Α) Προκειμένου περί ΣΠΙ κάθε κάτοχος συνήθων μετοχών θα έχει μία ψήφο για κάθε συνήθη μετοχή που κατέχει κατά τη διεξαγωγή των γενικών συνελεύσεων και την εκλογή επιτροπείας της εταιρείας και όπου στον παρόντα Νόμο και στους εκδιδόμενους δυνάμει αυτού Θεσμούς γίνεται αναφορά σε μέλη σε σχέση με γενικές συνελεύσεις ή λήψη αποφάσεων σε αυτές ή εκλογή επιτροπείας ή απαρτία, σημαίνει τις εκδομένες συνήθεις μετοχές. (1Β) Ανεξαρτήτως των διατάξεων του Θεσμού 38, μέλη της επιτροπείας ΣΠΙ δύνανται να είναι και πρόσωπα που δεν είναι μέλη του.
(2)Εγγεγραμμένη εταιρεία η οποία λειτουργεί εις πόλιν ή εις περισσότερα του ενός χωρία, δύναται, διά των ειδικών κανονισμών της, να προνοήση περί επιτοπίων συνελεύσεων ή περί εταίρων τρόπων ψηφοφορίας περιλαμβανομένης της ψηφοφορίας δι’ αντιπροσώπου.
(3)Εγγεγραμμένη εταιρεία ήτις είναι μέλος άλλης εγγεγραμμένης εταιρείας δύναται να διορίζη οιονδήποτε εκ των μελών της ή των αξιωματούχων της ως αντιπρόσωπον της διά να ψηφίζη κατά την διεξαγωγήν των υποθέσεων της τοιαύτης άλλης εγγεγραμμένης εταιρείας. 22/1985 68/1987 171(I)/2000 107(I)/2013 Υπεροχή Οδηγίας Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου σε θέματα Εταιρικής διακυβέρνησης 15Α. Οδηγία που εκδίδεται από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου για θέματα εταιρικής διακυβέρνησης και οι διατάξεις των ειδικών κανονισμών των ΣΠΙ που θεσπίζονται για την εφαρμογή της, υπερισχύουν οποιασδήποτε διάταξης των Θεσμών, που εκδίδονται δυνάμει του παρόντος Νόμου. 37(I)/2007 107(I)/2013 Περιορισμοί εις την μεταβίβασιν μετοχών ή συμφερόντων 16.-
(1)Εξαιρουμένων των ΣΠΙ, η μεταβίβαση των μετοχών ή του συμφέροντος μέλους ή πρώην μέλους ή αποβιώσαντος μέλους επί του κεφαλαίου συνήθων μετοχών εγγεγραμμένης εταιρείας υπόκειται, όσον αφορά το ανώτατο όριο συμμετοχής, στους περιορισμούς όπως ορίζεται στο άρθρο 7.
(2)Εν περιπτώσει εγγεγραμμένης εταιρείας εχούσης απεριόριστον ευθύνην, ουδέν μέλος θα μεταβιβάζη οιανδήποτε μετοχήν αυτού ή το συμφέρον του εις το κεφάλαιον της εταιρείας ή μέρος τούτων, εκτός εάν- (α) είχε την τοιαύτην μετοχήν ή το τοιούτο συμφέρον διά περίοδον ουχί μικροτέραν του ενός έτους· και (β) η μεταβίβασις γίνεται προς την εταιρείαν ή προς πρόσωπον του οποίου η αίτησις διά να καταστή μέλος της εταιρείας ενεκρίθη υπό της επιτροπείας. 22/1985 107(I)/2013 ΜΕΡΟΣ ΙΙΙ ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ ΕΓΓΕΓΡΑΜΜΕΝΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ Διεύθυνσις της εταιρείας
  1. Εκάστη εγγεγραμμένη εταιρεία θα έχη διεύθυνσιν εγγεγραμμένην συμφώνως προς τους Θεσμούς εις την οποίαν θα αποστέλληται πάσα ειδοποίησις και θα ειδοποιή τον Έφορον περί οιασδήποτε αλλαγής της τοιαύτης διευθύνσεως της. 22/1985 Αντίγραφον του Νόμου, των Θεσμών και των ειδικών κανονισμών ελεύθερα προς εξέτασιν
  2. Εκάστη εγγεγραμμένη εταιρεία θα τηρή εις την εγγεγραμμένην διεύθυνσιν της αντίγραφον του παρόντος Νόμου, των Θεσμών, των ειδικών κανονισμών της και του καταλόγου των μελών της ελεύθερα προς εξέτασιν, άνευ πληρωμής δικαιωμάτων κατά πάντα εύλογον χρόνον. 22/1985 ΜΕΡΟΣ IV ΕΛΕΓΧΟΣ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ Έλεγχος των λογαριασμών των εγγεγραμμένων εταιρειών 19.
(1)(α) Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 27H του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου, o υποχρεωτικός έλεγχος των ετήσιων λογαριασμών έκαστου ΣΠΙ περιλαμβανομένης της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας Λτδ, διενεργείται από εγκεκριμένο ελεγκτή που διορίζεται από τη γενική συνέλευση των μελών εκάστου των ως άνω ιδρυμάτων και για τον οποίο εξασφαλίζεται η ρητή έγκριση της Κεντρικής Τράπεζας με βάση τις διατάξεις του άρθρου 27H του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου: Νοείται ότι, ο υποχρεωτικός έλεγχος των ενοποιημένων λογαριασμών της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας Λτδ διενεργείται από τον ίδιο εγκεκριμένο ελεγκτή που διενεργεί και τον υποχρεωτικό έλεγχο των ετήσιων λογαριασμών της. (β) Για σκοπούς της παραγράφου (α), η αναφορά σε “μέλος” έχει την έννοια που αποδίδεται σε αυτήν από το εδάφιο (1Α) του άρθρου 15.
(2)Ο υποχρεωτικός έλεγχος των ετήσιων λογαριασμών εγγεγραμμένης εταιρείας που δεν αποτελεί ΣΠΙ διενεργείται από εγκεκριμένο ελεγκτή που διορίζεται από τη γενική συνέλευση των μελών της εν λόγω εγγεγραμμένης εταιρείας και για το οποίο εξασφαλίζεται η ρητή έγκριση του Εφόρου.
(3)Ο υποχρεωτικός έλεγχος των ετήσιων και ενοποιημένων λογαριασμών των εγγεγραμμένων εταιρειών διενεργείται σύμφωνα με τον περί Ελεγκτών και Υποχρεωτικών Ελέγχων των Ετήσιων και Ενοποιημένων Λογαριασμών Νόμο.
(4)Κάθε εγγεγραμμένη εταιρεία οφείλει να έχει έτοιμους τους λογαριασμούς της για έλεγχο μέσα σε τρεις
(3)μήνες ή προκειμένου περί ΣΠΙ μέσα σε ένα
(1)μήνα από τη λήξη εκάστου οικονομικού έτους.
(5)Ευθύς ως ο έλεγχος των λογαριασμών συμπληρωθεί, ο εγκεκριμένος ελεγκτής οφείλει να υποβάλει στην εγγεγραμμένη εταιρεία τους ελεγμένους λογαριασμούς και τη σχετική με αυτούς έκθεση ελέγχου και η εγγεγραμμένη εταιρεία οφείλει να υποβάλει άμεσα αντίγραφο τους στον Έφορο. προκειμένου περί ΣΠΙ, οφείλει να τους υποβάλει και στην Κεντρική Τράπεζα κατά τα οριζόμενα στο εδάφιο
(1)του άρθρου 24 του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου.
(6)Ο έλεγχος της οικονομικής διαχείρισης των εγγεγραμμένων εταιρειών που δεν είναι ΣΠΙ, τον οποίο μέχρι την έναρξη της ισχύος του περί Συνεργατικών Εταιρειών (Τροποποιητικού) (Αρ. 2) Νόμου του 2014, διενεργούσε η Ελεγκτική Υπηρεσία Συνεργατικών Εταιρειών, διενεργείται εφεξής από την Υπηρεσία Συνεργατικών Εταιρειών. 7.-(α) Η Ελεγκτική Υπηρεσία Συνεργατικών Εταιρειών διαλύεται από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Συνεργατικών Εταιρειών (Τροποποιητικού) (Αρ. 2) Νόμου του 2014 και όλα τα θέματα που αφορούν τα πρόσωπα που υπηρετούν στην υπηρεσία της ρυθμίζονται με βάση τις διατάξεις του περί Μεταφοράς Προσωπικού της Ελεγκτικής Υπηρεσίας Συνεργατικών Εταιρειών στη Δημόσια Υπηρεσία Νόμου. (β) Όλα τα στοιχεία του ενεργητικού και του παθητικού της Ελεγκτικής Υπηρεσίας Συνεργατικών Εταιρειών μεταφέρονται στη Δημοκρατία, η οποία διαδέχεται την Ελεγκτική Υπηρεσία Συνεργατικών Εταιρειών ως προς όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις αυτής, μέχρι την οριστική και πλήρη διευθέτησή τους: Νοείται ότι, οποιεσδήποτε δικαστικές διαδικασίες ή βάσεις αγωγών εκκρεμούν ή έχουν δημιουργηθεί μεταξύ της Ελεγκτικής Υπηρεσίας Συνεργατικών Εταιρειών και οποιουδήποτε προσώπου υπηρετεί ή έχει υπηρετήσει στην υπηρεσία της ή μεταξύ της Ελεγκτικής Υπηρεσίας Συνεργατικών Εταιρειών και οποιουδήποτε άλλου, συνεχίζονται ή ασκούνται επί τη βάσει της διαδοχής της Ελεγκτικής Υπηρεσίας Συνεργατικών Εταιρειών από τη Δημοκρατία, όπως προβλέπεται στην παράγραφο (β).
(8)Ως προς την Επιτροπή, το Διευθυντή και το προσωπικό που υπηρετούσε στην Ελεγκτική Υπηρεσία Συνεργατικών Εταιρειών, ισχύουν οι ακόλουθες διατάξεις: (α) Η Επιτροπή και ένα έκαστο μέλος αυτής δεν υπέχουν οποιασδήποτε ευθύνης σε περίπτωση αγωγής, αίτησης ή άλλης νομικής διαδικασίας για αποζημιώσεις σχετικά με οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη, η οποία έγινε πριν από τη διάλυση της Ελεγκτικής Υπηρεσίας Συνεργατικών Εταιρειών κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους, εκτός εάν αποδειχθεί ότι η πράξη ή η παράλειψη δεν έγινε καλή τη πίστει ή ήταν αποτέλεσμα αμέλειας κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. (β) Τηρουμένων των διατάξεων της παραγράφου (γ), η Επιτροπή και ένα έκαστο μέλος αυτής δεν υπέχουν οποιασδήποτε ευθύνης σε περίπτωση αγωγής, αίτησης ή άλλης νομικής διαδικασίας για αποζημιώσεις σχετικά με οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη, η οποία έγινε πριν από τη διάλυση αυτής κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων της Ελεγκτικής Υπηρεσίας Συνεργατικών Εταιρειών. (γ) Ο Διευθυντής ή οποιοδήποτε πρόσωπο υπηρετούσε στην Ελεγκτική Υπηρεσία Συνεργατικών Εταιρειών δεν υπέχει αστικής ευθύνης σχετικά με οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη επεσυνέβη κατά την άσκηση των καθηκόντων και αρμοδιοτήτων του, πριν από τη διάλυση της Ελεγκτικής Υπηρεσίας Συνεργατικών Εταιρειών, εκτός εάν αποδειχθεί ότι η εν λόγω πράξη ή παράλειψη δεν έγινε καλή τη πίστει ή ήταν το αποτέλεσμα αμέλειας στην άσκηση των καθηκόντων του.
(9)Οποιοιδήποτε Κανονισμοί εκδόθηκαν με βάση το άρθρο 19, το οποίο αντικαθίσταται με βάση τον περί Συνεργατικών Εταιρειών (Τροποποιητικό) (Αρ. 2) Νόμο του 2014, καταργούνται, εκτός από τους περί Ελεγκτικής Υπηρεσίας Συνεργατικών Εταιρειών (Ταμείο Προνοίας) Κανονισμούς του 1991 και 2001, οι οποίοι παραμένουν σε ισχύ για σκοπούς της εκκαθάρισης και μέχρι την εκκαθάριση του Ταμείου Προνοίας, τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(2)του άρθρου 6 του περί Μεταφοράς Προσωπικού της Ελεγκτικής Υπηρεσίας Συνεργατικών Εταιρειών στη Δημόσια Υπηρεσία Νόμου του 2014: Νοείται ότι, αφού αφαιρεθούν οι υποχρεώσεις του Ταμείου Ευημερίας που συστάθηκε με βάση τους περί Ταμείου Ευημερίας Υπαλλήλων Ελεγκτικής Υπηρεσίας Συνεργατικών Εταιρειών Κανονισμούς του 1995, τα περιουσιακά στοιχεία αυτού μεταφέρονται στη Δημοκρατία.
(10)Σε σχέση με οποιαδήποτε ισχύουσα διάταξη στους Θεσμούς που εκδίδονται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου ή σε οποιοδήποτε άλλο νόμο, Κανονισμό ή Οδηγία, η οποία αφορά την Ελεγκτική Υπηρεσία Συνεργατικών Εταιρειών, εφαρμόζονται οι διατάξεις του παρόντος άρθρου. 22/1985 190/1989 8(I)/1992 171(I)/2000 8(I)/2001 123(I)/2003 170(I)/2004 107(I)/2013 122(Ι)/2014 Ετησία Έκθεσις 20.-
(1)Το ταχύτερον δυνατόν μετά την λήξιν εκάστου έτους, ο Έφορος οφείλει να αποστείλη εις το Υπουργικόν Συμβούλιον, μέσω του Υπουργού, ετησίαν έκθεσιν αφορώσαν εις την κατά το διαρρεύσαν έτος ενάσκησιν των αρμοδιοτήτων αυτού.
(2)Αντίγραφον της ετησίας εκθέσεως του Εφόρου προς το Υπουργικόν Συμβούλιον, κατατίθεται υπό του Υπουργικού Συμβουλίου εις την Βουλήν των Αντιπροσώπων προς ενημέρωσιν της. 22/1985 ΜΕΡΟΣ V ΠΡΟΝΟΜΙΑ ΚΑΙ ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ ΕΓΓΕΓΡΑΜΜΕΝΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ Νομική προσωπικότης της εγγεγραμμένης εταιρείας 21. Η εγγραφή εταιρείας καθιστά αυτήν νομικόν πρόσωπον υπό την επωνυμία υπό την οποίαν ενεγράφη, με διηνεκή διαδοχήν, μετ’ εξουσίας να κατέχη περιουσίαν, να συμβάλληται, να εγείρη και υπερασπίζη αγωγάς και άλλας δικαστικάς διαδικασίας και να πράττη παν ό,τι είναι αναγκαίον διά τους σκοπούς της συστάσεως της. 22/1985 Διάθεσις προϊόντων προς την εγγεγραμμένην εταιρείαν ή μέσω αυτής 22.-
(1)Εγγεγραμμένη εταιρεία, έχουσα μεταξύ των σκοπών της την διάθεσιν οιουδήποτε προϊόντος, παραγομένου ή προερχομένου εκ της εργασίας ή της απασχολήσεως των μελών της, είτε τούτο είναι προϊόν της γεωργίας, κτηνοτροφίας, δασοκομίας, αλιείας, χειροτεχνίας ή άλλως πως, δύναται να προβλέψη διά των ειδικών αυτής κανονισμών ή διά συμβάσεως μετά των μελών της, όπως: (α) Παν μέλος αυτής, το οποίον παράγει οιονδήποτε τοιούτο προϊόν, θα διαθέτη ολόκληρον ή οιανδήποτε καθωρισμένην ποσότητα, αναλογίαν ή είδος τούτου εις την εταιρείαν ή μέσω αυτής·και (β) παν μέλος, το οποίον ήθελεν αποδειχθή ή ευρεθή, κατά τοιούτον τρόπον ως, ήθελε καθορισθή εις τους Θεσμούς, ως ένοχον παραβάσεως των ειδικών κανονισμών ή της συμβάσεως, θα καταβάλλη εις την εταιρείαν υπό μορφήν εκκαθαρισμένων αποζημιώσεων ποσόν υπολογιζόμενον ή εξευρισκόμενον κατά τοιούτον τρόπον ως ήθελε καθορισθή εις τους Θεσμούς.
(2)Από της παραδόσεως εις την αποθήκην της εγγεγραμμένης εταιρείας οιωνδήποτε εκ των εν τω εδαφίω
(1)αναφερομένων ειδών, επί τω τέλει διαθέσεως των είτε εις την εταιρείαν είτε μέσω αυτής, ουδείς πιστωτής του μέλους, το οποίον παρέδωσε τα είδη, θα έχη εξουσίαν να κατάσχη ή επιβαρύνη οιαδήποτε των τοιούτων ειδών ή το προϊόν πωλήσεως των ειδών, το οποίον παραμένει εις χείρας της εταιρείας, μέχρις ότου εξοφληθή παν χρέος του τοιούτου μέλους προς την εταιρείαν.
(3)Ουδεμία σύμβασις καταρτισθείσα δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου θα προσβάλληται ενώπιον οιουδήποτε Δικαστηρίου διά μόνον τον λόγον ότι αποτελεί σύμβασιν περιοριστικήν του εμπορίου. 22/1985 Χορήγηση δανείων και σύσταση επιβαρύνσεων υπέρ εγγεγραμμένων εταιρειών 23.-
(1)(α) Κάθε εγγεγραμμένη εταιρεία δύναται να χορηγεί χρηματοδοτικά ανοίγματα στα μέλη της, σύμφωνα με τους εγγεγραμμένους ειδικούς κανονισμούς της. (β) Εγγεγραμμένη εταιρεία που δεν είναι ΣΠΙ δύναται να χορηγεί χρηματοδοτικό άνοιγμα σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που δεν είναι μέλος της, περιλαμβανομένης συνεργατικής εταιρείας, μόνο με τη συγκατάθεση του Εφόρου, η οποία θα χορηγείται με κριτήρια την οικονομική κατάστασή της εγγεγραμμένης εταιρείας και την προσφερομένη από τα πιο πάνω πρόσωπα ασφάλεια. (γ) Η χορήγηση χρηματοδοτικών ανοιγμάτων από ΣΠΙ σε νομικά πρόσωπα επιτρέπεται υπό την προϋπόθεση ότι ικανοποιούνται κατά προτεραιότητα τα μέλη του. (δ) Η χορήγηση χρηματοδοτικών ανοιγμάτων από ΣΠΙ σε φυσικά πρόσωπα που δεν είναι μέλη τους απαγορεύεται: Νοείται ότι, η παρούσα παράγραφος δεν εφαρμόζεται σε σχέση με χρηματοδοτικό άνοιγμα που - (
  1. i)χορηγήθηκε πριν την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Συνεργατικών Εταιρειών (Τροποποιητικού) (Αρ. 4) Νόμου του 2013· (
  2. ii)χορηγείται σε φυσικό πρόσωπο που δεν είναι μέλος με πλήρη εξασφάλιση τη δέσμευση κατάθεσης που διατηρείται στο ίδιο ΣΠΙ· και (iii) χορηγήθηκε ή χορηγείται σε μέλος ΣΠΙ, το οποίο μεταγενέστερα της χορήγησης διαγράφεται από μέλος, λόγω του ότι απώλεσε τα προσόντα του μέλους, όπως αυτά προβλέπονται στον παρόντα Νόμο, στους Θεσμούς και στους ειδικούς κανονισμούς του ΣΠΙ. (ε) Εγγεγραμμένη εταιρεία μπορεί, όταν χορηγεί χρηματοδοτικά ανοίγματα ή όταν συνάπτει με μέλος της ή με άλλο πρόσωπο συμφωνία για τη χορήγηση σε αυτό χρηματοδοτικού ανοίγματος ή όταν μέλος ή άλλο πρόσωπο οφείλει προς την εταιρεία αυτή, να απαιτήσει από το μέλος ή το πρόσωπο αυτό να συστήσει επιβάρυνση προς όφελος της εταιρείας επί όλων των στοιχείων της κινητής του περιουσίας κατά τον τύπο που δυνατό να καθορίζεται από τους Θεσμούς, ανεξάρτητα από το αν κατά την ημερομηνία σύστασης της επιβάρυνσης η βεβαρημένη περιουσία υφίσταται ή μη ή αποκτήθηκε ή όχι από το πρόσωπο το οποίο παρέχει την επιβάρυνση.
(2)Εν όσω η επιβάρυνσις τελεί εν ισχύι παρέχει εις την εγγεγραμμένην εταιρείαν τα ακόλουθα δικαιώματα και επιβάλλει εις αυτήν τας ακολούθους υποχρεώσεις, ήτοι- (α) δικαίωμα λήψεως της κατοχής της βεβαρημένης περιουσίας, άμα τη επελεύσει γεγονότος καθοριζομένου εν τη επιβαρύνσει ως παρέχοντος εξουσίαν κατασχέσεως της βεβαρημένης περιουσίας· (β) εν περιπτώσει λήψεως της κατοχής οιασδήποτε βεβαρημένης περιουσίας και μετά παρέλευσιν από της λήψεως πέντε ημερών ή τοιούτου μικροτέρου χρονικού διαστήματος ως ενδέχεται να επιτρέπεται υπό της επιβαρύνσεως, δικαίωμα πωλήσεως της περιουσίας είτε διά πλειστηριασμού ή, εάν ούτω προβλέπεται υπό της επιβαρύνσεως, δι’ ιδιωτικής συμφωνίας και είτε διά πληρωμής του τιμήματος εφ’ άπαξ είτε διά πληρωμής του διά δόσεων· (γ) εν περιπτώσει εξασκήσεως του τοιούτου δικαιώματος πωλήσεως, υποχρέωσιν διαθέσεως του προϊόντος της πωλήσεως διά ή έναντι εξοφλήσεως των χρημάτων και υποχρεώσεων τα οποία ή αι οποίαι διασφαλίζονται υπό της επιβαρύνσεως και των εξόδων της κατασχέσεως και πωλήσεως, και καταβολής του τυχόν εναπομένοντος υπολοίπου του προϊόντος της πωλήσεως εις το μέλος.
(3)Εν όσω η επιβάρυνσις τελεί εν ισχύι, το μέλος υπόκειται εις τας ακολούθους υποχρεώσεις: (α) Υποχρέωσιν, οσάκις τούτο πωλή οιανδήποτε βεβαρημένην περιουσίαν ή εισπράττη οιαδήποτε χρήματα εν σχέσει προς την τοιαύτην περιουσίαν να καταβάλλη αμέσως εις την εγγεγραμμένην εταιρείαν το ποσόν του προϊόντος της πωλήσεως ή τα ούτως εισπραχθέντα χρήματα, εκτός εάν προβλέπεται άλλως υπό της επιβαρύνσεως· τα ούτω, καταβληθέντα ποσά θα διατίθενται υπό της εγγεγραμμένης εταιρείας διά ή έναντι εξοφλήσεως των διασφαλιζομένων υπό της επιβαρύνσεως χρημάτων και υποχρεώσεων· (β) υποχρέωσιν, εν περιπτώσει καθ’ ην το μέλος ήθελεν εισπράξει οιαδήποτε χρήματα δυνάμει οιουδήποτε ασφαλιστικού συμβολαίου ή υπό μορφήν αποζημιώσεων δι’ οιανδήποτε βεβαρημένην περιουσίαν, να καταβάλλη αμέσως εις την εγγεγραμμένην εταιρείαν τα ούτως εισπραχθέντα ποσά, εκτός εάν προβλέπεται άλλως υπό της επιβαρύνσεως· τα ούτω καταβληθέντα ποσά θα διατίθενται υπό της εγγεγραμμένης εταιρείας διά ή έναντι εξοφλήσεως των διασφαλιζομένων υπό της επιβαρύνσεως χρημάτων και υποχρεώσεων. 22/1985 171(I)/2000 107(I)/2013 107(I)/2015 Διακυμαινομένη και παγία επιβάρυνσις υπέρ εγγεγραμμένων εταιρειών 23Α.-
(1)Κάθε χρηματοδοτικό άνοιγμα παραχωρούμενο, υπό εγγεγραμμένης εταιρείας σε μέλος αυτής το οποίο είναι επίσης εγγεγραμμένη εταιρεία δύναται να διασφαλίζεται με διακυμαινόμενη επιβάρυνση εφ’ όλου του ενεργητικού της εγγεγραμμένης εταιρείας που δανείζεται και ανεξάρτητα από το γεγονός ότι κατά την ημερομηνία τnς σύστασης της επιβάρυνσης το βεβαρημένο ενεργητικό υπάρχει ή όχι καθώς επίσης και με πάγια επιβάρυνση επί συγκεκριμένων περιουσιακών στοιχείων κινητής ιδιοκτησίας τα οποία θα παραμένουν στην κατοχή της εγγεγραμμένης εταιρείας που δανείζεται χωρίς δικαίωμα αποξένωσής τους.
(2)Εφ’ όσον η διακυμαινομένη επιβάρυνσις ισχύη η βεβαρημένη περιουσία δύναται να διατίθεται μόνον κατά τον συνήθη κύκλον των εργασιών της εγγεγραμμένης εταιρείας.
(3)Εφ’ όσον η διακυμαινομένη ή παγία επιβάρυνσις τελή εν ισχύι η εγγεγραμμένη εταιρεία προς όφελος της οποίας εδόθη η επιβάρυνσις δύναται, κατόπιν γραπτής ειδοποιήσεως προς την παρέχουσαν την επιβάρυνσιν εγγεγραμμένην εταιρείαν συμφώνως των προνοιών της συμβάσεως δι’ ης συνεστήθη η επιβάρυνσις, να απαιτήση αποπληρωμήν του οφειλομένου ποσού λόγω παραλείψεως συμμορφώσεως προς τους όρους της συμβάσεως και εφ’ όσον δεν υπάρξη συμμόρφωσις η εγγεγραμμένη εταιρεία δικαιούται εις μεν την περίπτωσιν της διακυμαινομένης επιβαρύνσεως να διορίση Πληρεξούσιον Διευθυντήν διά τους σκοπούς και με εξουσίας ως αύται διαλαμβάνονται εις το εδάφιο
(4)κατωτέρω και εις την περίπτωσιν της παγίας επιβαρύνσεως να προβαίνη εις την εκποίησιν διά πλειστηριασμού της βεβαρημένης περιουσίας.
(4)Πληρεξούσιος Διευθυντής διοριζόμενος δυνάμει της διακυμαινομένης επιβαρύνσεως ενεργεί ως αντιπρόσωπος της εγγεγραμμένης εταιρείας προς όφελος της οποίας εδόθη η επιβάρυνσις και πωλεί διά λογαριασμόν της διοριζούσης αυτόν εγγεγραμμένης εταιρείας τα βεβαρημένα στοιχεία, δύναται δε εάν κρίνη τούτο απαραίτητο να συνεχίση τας εργασίας της εγγεγραμμένης εταιρείας υποκαθιστών εν τοιαύτη περιπτώσει προς τον σκοπόν αυτόν την επιτροπείαν της εγγεγραμμένης εταιρείας.
(5)Ο διορισμός Πληρεξούσιου Διευθυντή δυνάμει της διακυμαινόμενης επιβάρυνσης θα επιδίδεται στην εγγεγραμμένη εταιρεία που παρέχει την επιβάρυνση επί του καθορισμένου εντύπου και θα κοινοποιείται στον Έφορο και προκειμένου περί ΣΠΙ και στην Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου.
(6)Οιοσδήποτε αξιωματούχος ή επίτροπος εγγεγραμμένης εταιρείας ο οποίος αρνείται να αποδεχθή ειδοποίησιν περί διορισμού Πληρεξουσίου Διευθυντού δυνάμει διακυμαινομένης επιβαρύνσεως ή να συμμορφωθή με αυτήν ή εμποδίζει ή παρενοχλεί το έργον του Πληρεξουσίου Διευθυντού, είναι ένοχος αδικήματος και εν περιπτώσει καταδίκης υπόκειται εις φυλάκισιν διά διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας .1000 ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης.
(7)Πληρεξούσιος Διευθυντής διοριζόμενος κατά τα ανωτέρω υποχρεούται όπως: (α) εντός δύο μηνών από του διορισμού του υποβάλη εις τον Έφορον Έκθεσιν δεικνύουσαν την οικονομικήν κατάστασιν της εγγεγραμμένης εταιρείας κατά τον χρόνον του διορισμού του: Νοείται ότι ο Έφορος δύναται εφ’ όσον ικανοποιηθή να παρέχη παράτασιν ή παρατάσεις διά την υποβολήν της Εκθέσεως· (β) καθ’ έκαστον έτος διαρκούντος του διορισμού του υποβάλλη εις τον Έφορον κατάστασιν δεικνύουσαν τα υπ’ αυτού πωληθέντα περιουσιακά στοιχεία, τα εισπραχθέντα ποσά και γενικώς κατάστασιν της υπ’ αυτού διαχειρίσεως: Νοείται ότι η υποβολή της ως άνω καταστάσεως υπό του Πληρεξουσίου Διευθυντού δεν απαλάττει την εγγεγραμμένην εταιρείαν της υποχρεώσεως της υποβολής των ετησίων λογαριασμών οίτινες προνοούνται υπό ετέρων διατάξεων του Νόμου και των Θεσμών.
(8)Ουδείς Πληρεξούσιος Διευθυντής διορισθείς κατά τα ανωτέρω απαλάττεται υπό του Εφόρου προτού υποβάλη τους τελικούς λογαριασμούς της διαχειρίσεως του. 22/1985 68/1987 171(I)/2000 107(I)/2013 Σύστασις και εγγραφή επιβαρύνσεων 24.-
(1)Πάσα επιβάρυνσις συσταθείσα δυνάμει του άρθρου 23 λογίζεται δεόντως συσταθείσα εάν υπεγράφη εις διπλούν υπό του μέλους εις βάρος της περιουσίας του οποίου συνεστήθη παρουσία τριών τουλάχιστον μελών της επιτροπείας και του γραμματέως.
(2)Αι διά του εδαφίου
(1)του άρθρου 23Α προβλεπόμεναι επιβαρύνσεις ως και οιαδήποτε άλλη εξασφάλισις η οποία δύναται να δοθή υπό εγγεγραμμένης εταιρείας είτε υπό τύπον ενεχύρου είτε υπό τύπον εκχωρήσεως συμβατικών δικαιωμάτων εγγράφεται παρά τω Εφόρω εντός χρονικού διαστήματος είκοσι και μιας ημερών υπό της Επιτροπείας της εταιρείας προς όφελος της οποίας εδημιουργήθη η επιβάρυνσις. Οιαδήποτε υποθήκη επί ακινήτου ιδιοκτησίας η οποία εγγράφεται εις το Κτηματολόγιον κοινοποιείται εις τον Έφορον.
(3)Ο Έφορος τηρεί Μητρώον Επιβαρύνσεως Συνεργατικών Εταιρείων εντός του οποίου καταχωρούνται λεπτομέρειαι όλων των υπ’ αυτού ληφθεισών επιβαρύνσεων και εκδίδει πιστοποιητικόν εγγραφής της επιβαρύνσεως προς την Εταιρείαν προς όφελος της οποίας δημιουργείται η επιβάρυνσις.
(4)Παν πρόσωπον δικαιούται, τη καταβολή του καθωρισμένου δικαιώματος, να επιθεωρή τον φάκελλον των επιβαρύνσεων και το Μητρώον Επιβαρύνσεων των Συνεργατικών Εταιρειών και να λαμβάνη αντίγραφον τούτων.
(5)Ο Έφορος, εάν πεισθή ότι η παράλειψις εκ μέρους της επιτροπείας να αποστείλη την επιβάρυνσιν προς αυτόν εντός της καθοριζομένης εις το εδάφιον
(2)προθεσμίας ήτο τυχαία ή ωφείλετο εις παραδρομήν ή εις άλλην επαρκή αιτίαν ή δεν είναι τοιαύτης φύσεως ώστε να επηρεάζη τα συμφέροντα των δανειστών ή των μελών της εγγεγραμμένης εταιρείας ή ότι δι’ άλλους λόγους είναι δίκαιον και εύλογον να χορηγήση θεραπείαν διά την παράλειψιν δύναται, τη αιτήσει της εγγεγραμμένης εταιρείας ή παντός ενδιαφερομένου προσώπου, και υπό τοιούτους όρους οίους ούτος νομίζει σκόπιμον, να παρατείνη την ως άνω αναφερομένην προθεσμίαν.
(6)(α) Αι εγγραφαί επιβαρύνσεως εις το Μητρώον συμφώνως των ανωτέρω διατάξεων καταχωρούνται χρονολογικώς και εις περίπτωσιν εγγραφής πλέον της μιας επιβαρύνσεως υφ’ οιασδήποτε εγγεγραμμένης εταιρείας αποδίδεται εις εκάστην τοιαύτην επιβάρυνσιν η αντίστοιχος προτεραιότης. (β) Η εγγραφή επιβαρύνσεως ως ανωτέρω λογίζεται ως καθιστώσα γνωστήν την επιβάρυνσιν εις παν πρόσωπον συναλλαττόμενον αναφορικώς προς οιανδήποτε βεβαρημένην περιουσίαν: Νοείται ότι ουδέν των εν τω παρόντι διαλαμβανομένων επηρεάζει οιανδήποτε αξίωσιν της Δημοκρατίας δι’ οφειλήν φόρων πάσης φύσεως εφ’ όσον ούτοι κατέστησαν πληρωτέοι καθ’ οιανδήποτε περίοδον προ της δυνάμει της επιβαρύνσεως σκοπουμένης ή επιδιωκομένης εκποιήσεως των βεβαρημένων στοιχείων.
(7)Ευθύς ως αποπληρωθεί το χρηματοδοτικό άνοιγμα σε σχέση με το οποίο δόθηκε επιβάρυνση δυνάμει του παρόντος Νόμου, η επιτροπεία της εγγεγραμμένης εταιρείας θα αναγράφει αμέσως τούτο επί του αντιγράφου το οποίο καταχωρήθηκε στο γραφείο της εταιρείας και θα ειδοποιεί εντός είκοσι και μιας
(21)ημερών από της ημερομηνίας της αποπληρωμής τον Έφορο και ο Έφορος με τη λήψη της ειδοποίησης αυτής, θα καταχωρεί αμέσως σημείωση, για την εξόφληση, στο Μητρώο Επιβαρύνσεων των Συνεργατικών Εταιρειών. 22/1985 68/1987 171(I)/2000 107(I)/2013 Αδίκημα υπό Πληρεξουσίου Διευθυντού 24Α.-
(1)Παν πρόσωπον διοριζόμενον ως Πληρεξούσιος Διευθυντής δυνάμει διακυμαινομένης επιβαρύνσεως και το οποίον παραλείπει να συμμορφωθεί προς τας διατάξεις των εδαφίων
(7)(α) και (β) και
(8)του άρθρου 23Α είναι ένοχον αδικήματος και εν περιπτώσει καταδίκης υπόκειται εις φυλάκισιν μη υπερβαίνουσαν τους τρεις μήνας ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας τριακοσίας λίρας ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης.
(2)Διά του παρόντος διευκρινίζεται ότι ο όρος “Πληρεξούσιος Διευθυντής” είναι αντίστοιχος του “Παραλήπτου-Διευθυντού” του διοριζομένου δυνάμει επιβαρύνσεως ήτις δημιουργείται συμφώνως του περί Εταιρειών Νόμου.
(3)Άνευ επηρεασμού των διατάξεων του εδαφίου
(4)του άρθρου 23Α, η εκτέλεσις των καθηκόντων παντός Πληρεξουσίου Διευθυντού θα διέπηται υπό των αρχών αι οποίαι εφαρμόζονται εις την περίπτωσιν Παραλήπτου-Διευθυντού διοριζομένου κατ’ ακολουθίαν του εγγράφου επιβαρύνσεως και ουχί διά δικαστικού διατάγματος ως προνοείται εις τον περί Εταιρειών Νόμον. 22/1985 68/1987 Αδικήματα εν σχέσει προς τας επιβαρύνσεις 25. Εάν μέλος ή πρώην μέλος εγγεγραμμένης εταιρείας το οποίον συνέστησε επιβάρυνσιν εγγραφείσαν δυνάμει του παρόντος Νόμου- (α) παραλείπη να συμμορφωθή προς τας υποχρεώσεις αι οποίαι επιβάλλονται υπό του παρόντος Νόμου αναφορικώς προς την καταβολήν εις την εταιρείαν παντός ποσού εισπραχθέντος υπ’ αυτού ως προϊόν πωλήσεως περιουσίας ή εν σχέσει προς περιουσίαν ή δυνάμει ασφαλιστικού συμβολαίου ή υπό μορφήν αποζημιώσεων· ή (β) θέτη ή ανέχεται να τεθή εκτός του ελέγχου του οιαδήποτε βεβαρημένη περιουσία, είναι ένοχον αδικήματος και υπόκειται, εν περιπτώσει καταδίκης του, εις φυλάκισιν μη υπερβαίνουσαν το εν έτος ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας χιλίας λίρας ή εις αμφοτέρας τας ποινάς ταύτας. 22/1985 Εκχώρησις επιβαρύνσεων 26.-
(1)Εγγεγραμμένη εταιρεία δύναται να δανείζεται χρήματα και να τυγχάνει οποιωνδήποτε άλλων χρηματοδοτικών ανοιγμάτων, από εταιρεία η οποία ιδρύθηκε ως δευτεροβάθμια εγγεγραμμένη εταιρεία με σκοπό τη διευκόλυνση της λειτουργίας συνεργατικών εταιρειών ή από οποιαδήποτε τράπεζα, που εγκρίθηκε για το σκοπό αυτό από τη Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα προκειμένου περί συνδεδεμένου με τον Κεντρικό Φορέα ΣΠΙ ή από τον Έφορο προκειμένου περί οποιασδήποτε εγγεγραμμένης εταιρείας που δεν είναι ΣΠΙ, και να παρέχει ως ασφάλεια οποιαδήποτε επιβάρυνση που κατέχει με βάση το εδάφιο
(1)του άρθρου 23 και το εδάφιο
(1)του άρθρου 23Α του παρόντος Νόμου εάν η επιβάρυνση αυτή συστήθηκε και εγγράφηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, και δύναται για το σκοπό αυτό να εκχωρεί οποιαδήποτε τέτοια επιβάρυνση προς οποιαδήποτε τέτοια εταιρεία ή τράπεζα.
(2)Πάσα εκχώρησις επιβαρύνσεως δυνάμει του παρόντος άρθρου θα εγγράφηται κατά τον αυτόν τρόπον ως εγγράφεται η επιβάρυνσις και αι διατάξεις του άρθρου 24 θα εφαρμόζωνται, τηρουμένων των αναλογιών, εις την εκχώρησιν ούτω εγγραφείσης επιβαρύνσεως.
(3)Πάσα εγγραφείσα κατά τον ως είρηται τρόπον εκχώρησις επιβαρύνσεως αποτελεί, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 24
(6), πρώτην επιβάρυνσιν υπέρ του εκδοχέως.
(4)Όταν εκχωρείται με βάσει τις διατάξεις του άρθρου αυτού οποιαδήποτε επιβάρυνση σε δευτεροβάθμια εγγεγραμμένη εταιρεία η οποία ιδρύθηκε με σκοπό την διευκόλυνση της λειτουργίας των συνεργατικών εταιρειών, η εταιρεία αυτή δύναται να δανείζεται χρήματα από οποιαδήποτε τράπεζα, που εγκρίθηκε για το σκοπό αυτό από τον Έφορο εξαιρουμένων των ΣΠΙ, και να παρέχει ως ασφάλειαν την επιβάρυνση αυτή, και δύναται, για το σκοπό αυτό, να επανεκχωρεί οποιαδήποτε τέτοια επιβάρυνση προς την τράπεζα αυτή και οι διατάξεις των εδαφίων
(2)και
(3)του παρόντος άρθρου θα εφαρμόζονται, τηρουμένων των αναλογιών, για επανεκχώρηση επιβάρυνσης δυνάμει του παρόντος εδαφίου. 22/1985 171(I)/2000 107(I)/2013 Εκχώρηση δανειακών απαιτήσεων ή άλλων περιουσιακών στοιχείων 26Α.-
(1)Η Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ, για σκοπούς εξασφάλισης ρευστότητας ή/και για οποιοδήποτε άλλο σκοπό, δύναται να επιβαρύνει ή/και να εκχωρεί ή/και να μεταβιβάζει, μέσω σχετικής σύμβασης ή όπως τυχόν καθορίζει νόμος, προς όφελος της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου ή της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ή αδειοδοτημένου πιστωτικού ιδρύματος ή της Κυπριακής Δημοκρατίας, δανειακές απαιτήσεις ή άλλα περιουσιακά της στοιχεία.
(2)Επί των επιβαρύνσεων ή/και εκχωρήσεων των δανειακών απαιτήσεων ή άλλων περιουσιακών στοιχείων της Συνεργατικής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ προς όφελος της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, αδειοδοτημένου πιστωτικού ιδρύματος ή της Κυπριακής Δημοκρατίας, σύμφωνα με το εδάφιο
(1), εφαρμόζονται τα ακόλουθα: (α) Η επιβάρυνση ή/και εκχώρηση καθίσταται έγκυρη κατά το χρόνο σύναψης της σχετικής σύμβασης και έχει προτεραιότητα έναντι παντός τρίτου, χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε άλλη διατύπωση· (β) από την επιβάρυνση ή/και την εκχώρηση δεν θίγονται τυχόν δικαιώματα που τρίτοι είχαν αποκτήσει έως την ημέρα που προηγείται της σύναψης της σύμβασης.
(3)Οι κατά το εδάφιο
(1)συμβάσεις επιβαρύνσεων ή/και εκχωρήσεων κοινοποιούνται στον Έφορο και εγγράφονται στο Μητρώο Επιβαρύνσεων Συνεργατικών Εταιρειών που τηρείται δυνάμει των διατάξεων του άρθρου
  1. 204(I)/2012 107(I)/2013 84(I)/2018 Πρώτη επιβάρυνσις υπέρ εγγεγραμμένης εταιρείας επί εσοδείας κλπ.
  2. Οσάκις δεν υφίσταται επιβάρυνσις συσταθείσα υπό μέλους υπερεγγεγραμμένης εταιρείας δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 23 και 24, εν σχέσει προς οιαδήποτε των κατωτέρω εν τω παρόντι άρθρω αναφερομένων πραγμάτων, και τηρουμένης οιασδήποτε απαιτήσεως της Δημοκρατίας εν σχέσει προς φόρους ή χρήματα εισπρακτέα ως φόροι, ή απαιτήσεως ιδιοκτήτου ακινήτου εν σχέσει προς ενοίκιον ή χρήματα εισπρακτέα ως ενοίκιον, πάσα οφειλή η ετέρα εκκρεμούσα απαίτησις πληρωτέα εις εγγεγραμμένην εταιρείαν υπό οιουδήποτε μέλους ή πρώην μέλους λογίζεται ως πρώτη επιβάρυνσις- (α) επί κάθε εσοδείας ή επί άλλων γεωργικών προϊόντων τα οποία είχαν παραχθεί εξολοκλήρου ή μερικώς με χρηματοδοτικό άνοιγμα που λήφθηκε, από το μέλος αυτό ή από πρώην μέλος, από την εγγεγραμμένη εταιρεία, και (β) επί οποιωνδήποτε ζώων, ζωοτροφών, γεωργικών ή βιομηχανικών εργαλείων ή πρώτων υλών για βιομηχανία τα οποία είχαν προμηθευθεί για το μέλος αυτό ή για πρώην μέλος ή τα οποία είχαν αγορασθεί εξολοκλήρου ή μερικώς από το μέλος αυτό ή από το πρώην μέλος από οποιοδήποτε χρηματοδοτικό άνοιγμα είτε τούτο ήταν χρήματα ή εμπορεύματα τα οποία δόθηκαν προς αυτό από την εγγεγραμμένη εταιρεία: Νοείται ότι τίποτε, από τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο αυτό, επηρεάζει τις αξιώσεις οποιουδήποτε καλή τη πίστει αγοραστή επί αντιπαροχή που δεν είχε γνώση της επιβάρυνσης ή προγενεστέρου ενεχυρούχου δανειστή ή άλλου προσώπου προς όφελος του οποίου συστήθηκε προγενέστερη επιβάρυνση σε σχέση προς την εσοδεία αυτή ή τα γεωργικά προϊόντα, ζώα, ζωοτροφάς, ή γεωργικά ή βιομηχανικά εργαλεία ή πρώτες ύλες για βιομηχανία. 22/1985 107(I)/2013 Επιβάρυνσις και συμψηφισμός εν σχέσει προς μετοχάς ή συμφέρον των μελών
  3. Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 31Α, κάθε εγγεγραμμένη εταιρεία θα έχει επιβάρυνση επί του μετοχικού κεφαλαίου και επί των καταθέσεων μέλους ή πρώην μέλους ή αποβιώσαντος μέλους ή οποιουδήποτε μετόχου ή καταθέτη ή αποβιώσαντος μετόχου ή καταθέτη και επί οποιουδήποτε μερίσματος, επιμερίσματος ή κερδών πληρωτέων σε αυτούς ή στην κληρονομιά τους σε σχέση με οποιοδήποτε χρέος που οφείλεται σε τέτοια εταιρεία από αυτούς ή από αυτή την κληρονομιά και δύναται να χρησιμοποιεί οποιοδήποτε ποσό που ευρίσκεται σε πίστη τους ή την κληρονομιά τους για την πληρωμή ή έναντι της πληρωμής οποιουδήποτε τέτοιου χρέους. 22/1985 107(I)/2013 Μετοχαί ή συμφέροντα δεν υπόκεινται εις κατάσχεσιν ή πώλησιν
  4. Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 28, η μετοχή ή το συμφέρον μέλους επί του κεφαλαίου εγγεγραμμένης εταιρείας δεν υπόκειται εις κατάσχεσιν ή πώλησιν δυνάμει δικαστικής αποφάσεως ή διατάγματος Δικαστηρίου εν σχέσει προς οιονδήποτε χρέος ή υποχρέωσιν βαρύνουσαν το τοιούτο μέλος, ούτε οιοσδήποτε παραλήπτης ή σύνδικος πτωχεύσεως δικαιούται ή δύναται να έχη οιανδήποτε αξίωσιν επί της τοιαύτης μετοχής ή του τοιούτου συμφέροντος. 22/1985 Μεταβίβασις συμφέροντος επί τω θανάτω μέλους 30.-
(1)Σε περίπτωση θανάτου προσώπου, εγγεγραμμένη εταιρεία δύναται να μεταβιβάσει το μερίδιο του αποβιώσαντος επί του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας στο πρόσωπο που διορίζεται σύμφωνα με τους Θεσμούς ή ειδικούς κανονισμούς που θεσπίστηκαν για το σκοπό αυτό ή εάν δεν διορίσθηκε τέτοιο πρόσωπο, στα πρόσωπα τα οποία δυνατόν η επιτροπεία να κρίνει ότι είναι οι κληρονόμοι ή οι νόμιμοι αντιπρόσωποι του αποβιώσαντος προσώπου, ή δύναται, τηρουμένου του άρθρου 31Α, να καταβάλει στο ως ανωτέρω διοριζόμενο πρόσωπο, κληρονόμο ή νόμιμο αντιπρόσωπο, ανάλογα με την περίπτωση, ποσό που αντιπροσωπεύει την αξία του συμφέροντος του αποβιώσαντος προσώπου στο κεφάλαιο, όπως αυτή η αξία υπολογίζεται με βάσει τους Θεσμούς ή τους ειδικούς κανονισμούς: Νοείται ότι στην περίπτωση εγγεγραμμένης εταιρείας που δεν είναι ΣΠΙ η εταιρεία αυτή δύναται να μεταβιβάσει τις μετοχές του μέλους που απεβίωσε στο ως άνω διοριζόμενο πρόσωπο, κληρονόμο ή νόμιμο αντιπρόσωπο, ανάλογα με την περίπτωση, το οποίο έχει τα προσόντα να γίνει μέλος της εταιρείας αυτής, δυνάμει των Θεσμών και ειδικών κανονισμών, ή κατόπιν αίτησής του μέσα σε έξι
(6)μήνες από τον θάνατο του αποβιώσαντος μέλους, σε οποιοδήποτε πρόσωπο που καθορίζεται στην αίτηση το οποίο έχει τα απαιτούμενα προσόντα για να γίνει μέλος της εταιρείας αυτής.
(2)Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 31Α, κάθε εγγεγραμμένη εταιρεία θα καταβάλλει εις το ως εις το εδάφιο
(1)διοριζόμενο πρόσωπο, κληρονόμο ή νόμιμο αντιπρόσωπο, ανάλογα με την εκάστοτε περίπτωση, όλα τα χρήματα τα οποία οφείλονται, στο πρόσωπο που απεβίωσε.
(3)Πάσα μεταβίβασις και πληρωμή γενομένη υπό εγγεγραμμένης εταιρείας, δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου, είναι έγκυρος και αποτελεσματική κατά πάσης αξιώσεως υποβαλλομένης κατά της τοιαύτης εταιρείας υπό τινος ετέρου προσώπου. 22/1985 107(I)/2013 Ευθύνη πρώην μέλους και της κληρονομίας αποβιώσαντος μέλους διά χρέη εγγεγραμμένης εταιρείας
  1. [Διαγράφηκε] Ιστορικό Τροποποιήσεων 22/1985 39(I)/2013 Εξαγορά μετοχών 31Α. Το κεφάλαιο των συνήθων μετοχών εγγεγραμμένης εταιρείας δεν δύναται να μειωθεί ή να εξοφληθεί, περιλαμβανομένης και της περίπτωσης που ο κάτοχος συνήθων μετοχών παύει να είναι μέλος της εγγεγραμμένης εταιρείας, για οποιοδήποτε λόγο, εκτός εάν στην περίπτωση εξαγοράς πληρούνται σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) Παρέχεται, κατά περίπτωση εξαγοράς μετοχών, η προηγούμενη έγκριση της επιτροπείας της εγγεγραμμένης εταιρείας, η οποία δύναται να αρνηθεί εν όλω ή εν μέρει το αίτημα του κατόχου για εξαγορά των μετοχών του και προκειμένου περί συνδεδεμένου ΣΠΙ απαιτείται και έγκριση του Κεντρικού Φορέα, (β) εξασφαλίζεται η εκ των προτέρων έγκριση του Εφόρου ή προκειμένου περί ΣΠΙ της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, και (γ) προκειμένου περί ΣΠΙ τηρούνται οι όροι, προϋποθέσεις και διαδικασίες, που δυνατό να καθορίζει, με Οδηγία της, η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου που εκδίδεται με βάση τον περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, καθώς και οι όροι, προϋποθέσεις και διαδικασίες που προβλέπονται σε Κανονισμούς ή Ρυθμιστικά Τεχνικά Πρότυπα, που εκδίδονται από τα αρμόδια όργανα της ΕΕ που καθορίζουν τους όρους για την επιλεξιμότητα των μετοχών ως κύρια βασικά ίδια κεφάλαια (core equity tier 1 capital). 76(I)/2005 204(I)/2012 39(I)/2013 107(I)/2013 Καταθέσεις γενόμεναι υπό ή διά λογαριασμόν ανηλίκων
  2. [Διαγράφηκε] Ιστορικό Τροποποιήσεων 22/1985 107(I)/2013 Μητρώον μελών
  3. Παν μητρώον ή κατάλογος μελών τηρούμενος υπό οιασδήποτε εγγεγραμμένης εταιρείας αποτελεί εκ πρώτης όψεως απόδειξιν περί των ακολούθων λεπτομερειών αι οποίαι κατεχωρήθησαν εις αυτόν- (α) της ημερομηνίας κατά την οποίαν κατεχωρήθη εις το τοιούτο μητρώον ή κατάλογον το όνομα οιουδήποτε προσώπου ως μέλους· (β) της ημερομηνίας κατά την οποίαν το τοιούτο πρόσωπον έπαυσε να είναι μέλος. 22/1985 Πιστοποίησις αντιγράφων καταχωρήσεων 34.-
(1)Αντίγραφον πάσης καταχωρήσεως εις οιονδήποτε βιβλίον, μητρώον ή κατάλογον τηρούμενον τακτικώς υπό της εταιρείας κατά την διεξαγωγήν των εργασιών της και ευρισκόμενον εις την κατοχήν αυτής, είναι, εάν είναι δεόντως κεκυρωμένον κατά τον τυχόν καθοριζόμενον υπό των θεσμών τρόπον, δεκτόν προς απόδειξιν της υπάρξεως της καταχωρήσεως και είναι δεκτόν ως απόδειξις των γεγονότων και συναλλαγών των αναγραφομένων εις αυτό κατά την αυτήν έκτασιν καθ’ ην θα αποδεικνύοντο τα τοιαύτα γεγονότα και συναλλαγαί εάν παρουσιάζετο επί δικαστηρίω και εγένετο δεκτή εις απόδειξιν η αρχική καταχώρησις.
(2)Ουδείς αξιωματούχος εγγεγραμμένης εταιρείας θα εξαναγκάζηται να παρουσιάση εις οιανδήποτε δικαστικήν διαδικασίαν εις την οποίαν η εταιρεία δεν είναι διάδικος οιαδήποτε βιβλία της εταιρείας το περιεχόμενον των οποίων δύναται ν’ αποδειχθή δυνάμει του εδαφίου
(1)ή να παραστή ως μάρτυς προς απόδειξιν των εις αυτά αναγραφομένων γεγονότων, συναλλαγών και λογαριασμών, εκτός διά διατάγματος δικαστηρίου ή δικαστού το οποίον εξεδόθη δι’ ειδικόν λόγον. 22/1985 Ενεχυρίασις χρεωγράφων υπό εγγεγραμμένων εταιρειών
  1. Ανεξαρτήτως των διατάξεων παντός ετέρου Νόμου, εγγεγραμμένη εταιρεία δύναται- (α) να ενεχυριάζη προς ασφάλειαν γενικού υπολοίπου λογαριασμού οιαδήποτε χρεώγραφα τα οποία κατέχει· και (β) να εξουσιοδοτή τον δανειστήν, εν περιπτώσει παραλείψεως πληρωμής κατά την ημερομηνίαν λήξεως της αποσταλείσης προς την εγγεγραμμένην εταιρείαν ειδοποιήσεως, να πωλή τα τοιαύτα χρεώγραφα ή οιονδήποτε τούτων, άνευ προσφυγής εις το δικαστήριον και να πιστώνη το προϊόν της πωλήσεως εις το υπόλοιπον του τοιούτου λογαριασμού. 22/1985 Απαλλαγή τελών χαρτοσήμου και δικαιωμάτων εγγραφής
  2. [Διαγράφηκε] Ιστορικό Τροποποιήσεων 22/1985 124(I)/2003 ΜΕΡΟΣ VI ΠΕΡΙΟΥΣΙΑ ΚΑΙ ΚΕΦΑΛΑΙΑ ΕΓΓΕΓΡΑΜΜΕΝΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ Περιορισμοί δανείων
  3. [Διαγράφηκε] Ιστορικό Τροποποιήσεων 22/1985 123(I)/2003 107(I)/2013 Περιορισμοί ως προς το δανείζεσθαι
  4. [Διαγράφηκε] Ιστορικό Τροποποιήσεων 22/1985 123(I)/2003 Περιορισμοί ως προς άλλας συναλλαγάς με μη μέλη
  5. [Διαγράφηκε] Ιστορικό Τροποποιήσεων 22/1985 123(I)/2003 Επενδύσεις κεφαλαίων και συναλλαγές αναφορικώς προς τα κεφάλαια εγγεγραμμένης εταιρείας
  6. Τηρουμένων οποιωνδήποτε καθορισμένων από τους Θεσμούς όρων και προϋποθέσεων, εγγεγραμμένη εταιρεία που δεν είναι ΣΠΙ δύναται να καταθέτει τα κεφάλαιά της στη Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ ή με την έγκριση του Εφόρου δύναται - (α) Να καταθέτει ή να επενδύει τα κεφάλαιά της σε κυβερνητικά χρεόγραφα ή σε οποιαδήποτε άλλη τράπεζα ή με οποιοδήποτε άλλο καθορισμένο από τους Θεσμούς τρόπο ή να χρησιμοποιεί τα κεφάλαιά της για την αγορά, ανακαίνιση και επέκταση ακίνητης περιουσίας, όπως και για την απόκτηση κινητής ιδιοκτησίας που είναι αναγκαία για την εκτέλεση των σκοπών για τους οποίους έχει ιδρυθεί· ή (β) να πωλεί ακίνητη ή κινητή ιδιοκτησία της. 22/1985 68/1987 171(I)/2000 107(I)/2013 138(I)/2016 Διάθεσις κερδών 41.-
(1)Το ένα δεύτερο τουλάχιστον των καθαρών κερδών κάθε εγγεγραμμένης εταιρείας περιορισμένης ευθύνης, όπως αυτό εξακριβώνεται με τον έλεγχο που καθορίζεται στο άρθρο 19, θα μεταφέρεται για τη δημιουργία αποθεματικού κεφαλαίου. Το υπόλοιπο των κερδών και οποιαδήποτε κέρδη τα οποία προέκυψαν κατά τα προηγούμενα έτη και τα οποία είναι διαθέσιμα για διανομή δύνανται να διανέμονται, κατά την έκταση και με τέτοιους όρους που θα καθορισθούν από τους Θεσμούς ή τους ειδικούς κανονισμούς, μεταξύ των κατόχων συνήθων μετοχών και προνομιούχων μετοχών ως μέρισμα ή μεταξύ των μελών ως επιμέρισμα, ή να διατίθενται σε οποιοδήποτε άλλο ταμείο που ιδρύθηκε από την εγγεγραμμένη εταιρεία: Νοείται ότι η ανωτέρω διανομή κερδών πραγματοποιείται νοουμένου ότι λαμβάνεται προς τούτο απόφαση της γενικής συνέλευσης των μελών, κατόπιν πρότασης της επιτροπείας και στην περίπτωση: (α) των συνδεδεμένων ΣΠΙ κατόπιν έγκρισης του Κεντρικού Φορέα, και (β) των ΣΠΙ κατόπιν έγκρισης της Κεντρικής Τράπεζας, οι οποίοι δύνανται να ζητήσουν την ακύρωση οποιασδήποτε διανομής κερδών: Νοείται περαιτέρω ότι, στην περίπτωση που εγγεγραμμένη εταιρεία έχει απεριόριστη ευθύνη, θα μεταφέρεται, για τη δημιουργία αποθεματικού κεφαλαίου, ολόκληρο το εξακριβωθέν ως ανωτέρω ποσό των καθαρών κερδών και ουδεμία διανομή κερδών θα γίνεται άνευ γενικού ή ειδικού διατάγματος του Υπουργού.
(2)Κάθε εγγεγραμμένη εταιρεία, είτε περιορισμένης είτε απεριόριστης ευθύνης, δύναται, κατόπιν αποφάσεως της γενικής συνέλευσης των μελών της, να συνεισφέρει για φιλανθρωπικούς ή δημόσιους σκοπούς, ποσό που δεν υπερβαίνει το επτάμισυ επί τοις εκατόν του συνόλου των καθαρών κερδών του έτους. 22/1985 170(I)/2004 76(I)/2005 214(I)/2012 107(I)/2013 ΜΕΡΟΣ VIA Αδικήματα σε σχέση με εργασίες και όνομα των συνεργατικών πιστωτικών ιδρυμάτων. 41A. [Διαγράφηκε] Ιστορικό Τροποποιήσεων 49(I)/2005 37(I)/2007 130(I)/2012 107(I)/2013 Αίτηση για άδεια λειτουργίας 41AA. [Διαγράφηκε] Ιστορικό Τροποποιήσεων 107(I)/2013 Προϋποθέσεις για απόκτηση άδειας λειτουργίας 41B. [Διαγράφηκε] Ιστορικό Τροποποιήσεων 49(I)/2005 104(I)/2009 130(I)/2012 107(I)/2013 Εγκατάσταση ή παροχή υπηρεσιών στη Δημοκρατία από συνεργατικούς οργανισμούς κρατών μελών 41Γ. [Διαγράφηκε] Ιστορικό Τροποποιήσεων 130(I)/2012 107(I)/2013 Αρμοδιότητες Εφόρου για συνεργατικά πιστωτικά ιδρύματα 41Δ. [Διαγράφηκε] Ιστορικό Τροποποιήσεων 49(I)/2005 177(I)/2007 104(I)/2009 88(Ι)/2013 107(I)/2013 Συνεχείς υποχρεώσεις αναγνωρισμένων συνεργατικών πιστωτικών ιδρυμάτων κ.ά. 41Ε. [Διαγράφηκε] Ιστορικό Τροποποιήσεων 49(I)/2005 104(I)/2009 107(I)/2013 Συνεργατικά πιστωτικά Ιδρύματα που εκδίδουν ηλεκτρονικό χρήμα 41ΕΑ. [Διαγράφηκε] Ιστορικό Τροποποιήσεων 130(I)/2012 107(I)/2013 Εξουσία Εφόρου για παραχώρηση και ανάκληση άδειας λειτουργίας 41ΣΤ. [Διαγράφηκε] Ιστορικό Τροποποιήσεων 49(I)/2005 104(I)/2009 130(I)/2012 15(Ι)/2013 107(I)/2013 Εξουσία Επιτροπής για έκδοση κανονιστικής φύσεως αποφάσεων 41Z. [Διαγράφηκε] Ιστορικό Τροποποιήσεων 170(I)/2004 104(I)/2009 118(I)/2011 130(I)/2012 107(I)/2013 Υποχρέωση προς εχεμύθεια από Έφορο και Υπηρεσία Συνεργατικής Ανάπτυξης 41Η.-
(1)Ο Έφορος, τα μέλη της Επιτροπής, οι υπάλληλοι της Υπηρεσίας Συνεργατικών Εταιρειών, οποιαδήποτε πρόσωπα παρέχουν υπηρεσίες με βάση το εδάφιο
(6)του άρθρου 4 και οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο λαμβάνει γνώση ένεκα της θέσης του ή κατά την άσκηση των υπηρεσιακών του καθηκόντων, πληροφοριών εμπιστευτικής φύσεως, κατά τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, έχει υποχρέωση προς εχεμύθεια και οφείλει να χρησιμοποιεί τις πληροφορίες αυτές αποκλειστικά για την άσκηση των καθηκόντων του και να μην τις κοινοποιεί, παρά μόνο στην έκταση που η κοινοποίησή τους είναι αναγκαία στα πλαίσια διοικητικής προσφυγής που αφορά την άσκηση των καθηκόντων του ή εφ’ όσον συνιστούν αποδεικτικά της τέλεσης ποινικού ή πειθαρχικού αδικήματος, στοιχεία.
(2)Η εχεμύθεια συνεπάγεται ότι οι εμπιστευτικές πληροφορίες που πρόσωπο λαμβάνει κατά την άσκηση των καθηκόντων του δύνανται να ανακοινωθούν μόνο σε άλλες αρμόδιες αρχές της Δημοκρατίας, συμπεριλαμβανομένης και της Κεντρικής Τράπεζας, εφ’ όσον αναφέρονται σε θέματα που εμπίπτουν στις κατά νόμο αρμοδιότητές τους.
(3)Οι αρχές προς τις οποίες ανακοινώνονται οι κατά το εδάφιο
(2)εμπιστευτικής φύσεως πληροφορίες υποχρεούνται σε εχεμύθεια: Νοείται ότι οι αρχές αυτές δεν κωλύονται να κοινοποιούν πληροφορίες σε αρχές άλλου κράτους σε απάντηση νομίμου αιτήματος.
(4)Εάν συγκεκριμένη πληροφορία προέρχεται από κράτος μέλος, δύναται να κοινοποιηθεί μόνο μετά από ρητή έγκριση των αρμόδιων αρχών που τη διαβιβάζουν και, όπου αυτό ισχύει, μόνο για τους σκοπούς για τους οποίους δόθηκε η έγκριση αυτή.
(5)Επιτρέπεται από τα αναφερόμενα στο εδάφιο
(1)πρόσωπα η ανακοίνωση εμπιστευτικών πληροφοριών - (α) Εφ’ όσον η ανακοίνωση γίνεται υπό συνοπτική ή συγκεντρωτική μορφή κατά τρόπο που να μη διακριβώνεται το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, στο οποίο αυτή αναφέρεται, εκτός εάν συντρέχει περίπτωση ποινικής ευθύνης· (β) στα πλαίσια αστικής διαδικασίας, σε περίπτωση πτώχευσης φυσικών προσώπων ή αναγκαστικής εκκαθάρισης νομικών προσώπων νοουμένου ότι οι πληροφορίες αυτές δεν αφορούν τρίτους που λαμβάνουν μέτρα διάσωσής τους· (γ) κατόπιν δικαστικού εντάλματος· (δ) [Διαγράφηκε].
(6)Πρόσωπο, το οποίο εν γνώσει του παραβιάζει την υποχρέωση προς εχεμύθεια διαπράττει αδίκημα που, σε περίπτωση καταδίκης τιμωρείται με φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη ή με χρηματικό ποσό που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000) ή και με τις δύο αυτές ποινές και, προκειμένου περί δημόσιου υπαλλήλου, η παραβίαση αυτή συνιστά και πειθαρχικό αδίκημα, που τιμωρείται μέχρι και με την ποινή της απόλυσής, με βάση τις διατάξεις του εκάστοτε σε ισχύ περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμου. 123(I)/2003 37(I)/2007 214(I)/2012 107(I)/2013 Υποχρέωση προς τήρηση απορρήτου 41Θ. [Διαγράφηκε] Ιστορικό Τροποποιήσεων 104(I)/2009 204(I)/2012 107(I)/2013 Εξουσία Υπουργικού Συμβουλίου προς έκδοση διαταγμάτων 41Ι. [Διαγράφηκε] Ιστορικό Τροποποιήσεων 177(I)/2007 104(I)/2009 107(I)/2013 Περιορισμοί αναφορικά με χρηματοδοτικά ανοίγματα 41ΙΑ. [Διαγράφηκε] Ιστορικό Τροποποιήσεων 170(I)/2004 49(I)/2005 177(I)/2007 Άσκηση εργασιών κατά παράβαση της άδειας λειτουργίας 41ΙΒ. [Διαγράφηκε] Ιστορικό Τροποποιήσεων 107(I)/2013 ΜΕΡΟΣ VIB Εξουσία προς συλλογή πληροφοριών 41ΙΓ. [Διαγράφηκε] Ιστορικό Τροποποιήσεων 107(I)/2013 Εξουσία Εφόρου για είσοδο και έρευνα 41ΙΔ. [Διαγράφηκε] Ιστορικό Τροποποιήσεων 107(I)/2013 Διαδικασία εισόδου και έρευνας και επιβολή διοικητικού προστίμου 41ΙΕ. [Διαγράφηκε] Ιστορικό Τροποποιήσεων 107(I)/2013 Ενέργειες του Εφόρου σε περίπτωση παράβασης 41ΙΣΤ. [Διαγράφηκε] Ιστορικό Τροποποιήσεων 107(I)/2013 Διορισμός ερευνώντος λειτουργού 41ΙΖ. [Διαγράφηκε] Ιστορικό Τροποποιήσεων 107(I)/2013 Διοικητικές κυρώσεις 41ΙΗ. Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 4Γ, ο Έφορος, ανεξαρτήτως τυχόν ποινικής ευθύνης του ενεχομένου, έχει εξουσία σε περίπτωση που διαπιστώνεται ότι εγγεγραμμένη εταιρεία ή οποιοδήποτε πρόσωπο που είναι μέλος της επιτροπείας ή του οργάνου που έχει τον έλεγχο ή ασκεί τη διοίκηση ή είναι υπάλληλος συνεργατικού πιστωτικού ιδρύματος, παραβιάζει οποιαδήποτε από τις διατάξεις του παρόντος Νόμου ή των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων Θεσμών, να επιβάλει διοικητική ποινή ποσού που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000) και, σε περίπτωση επανάληψης της παράβασης διοικητικής ποινής, ποσού που δεν υπερβαίνει τις τριάντα χιλιάδες ευρώ (€30.000), ανάλογα με τη βαρύτητα της παράβασης: Νοείται ότι, διοικητική ποινή, σύμφωνα με το παρόν άρθρο, δυνατό να επιβάλλεται πλήρως αιτιολογημένα, πέραν από το ίδιο το νομικό πρόσωπο, και σε οποιοδήποτε από τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου ή της επιτροπείας, στο γενικό διευθυντή, στο γραμματέα ή οποιοδήποτε άλλο αξιωματούχο ή όργανο διοικήσεως ή διεύθυνσης του νομικού αυτού προσώπου που αποδεικνύεται ότι από πράξεις ή παραλείψεις του συνέβαλε στην παραβίαση εκ μέρους του νομικού προσώπου των υποχρεώσεων του, κατά τα ανωτέρω. 123(I)/2003 170(I)/2004 118(I)/2011 107(I)/2013 Κλήση σε απολογία και παραστάσεις 41ΙΘ.-
(1)Προτού προβεί στην έκδοση απόφασης προς επιβολή διοικητικών κυρώσεων, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 41ΙΗ, ο Έφορος οφείλει να κοινοποιεί εγγράφως την πρόθεσή του προς διερεύνηση της παράβασης σε κάθε επηρεαζόμενο πρόσωπο, να παραθέτει τους λόγους που δικαιολογούν την πρόθεσή του προς διερεύνηση και προς επιβολή διοικητικών κυρώσεων και να επισημαίνει τα δικαιώματα που του παρέχονται δυνάμει του εδαφίου
(2).
(2)Πρόσωπο, προς το οποίο κοινοποιείται έγγραφο με βάση το εδάφιο
(1)έχει το δικαίωμα εντός προθεσμίας είκοσι μίας ημερών από της κοινοποιήσεως αυτής, να προβεί σε γραπτές και εάν το επιθυμεί, σε προφορικές παραστάσεις προς τον Έφορο: Νοείται ότι είναι δυνατή η παράταση της πιο πάνω προθεσμίας σε περίπτωση κωλύματος ή άλλης εύλογης αιτίας.
(3)Ο Έφορος οφείλει να λαμβάνει υπόψη τις κατά το εδάφιο
(2)παραστάσεις, προτού προβεί στην έκδοση της απόφασής του προς επιβολή διοικητικού προστίμου.
(4)Ο Έφορος καλεί κάθε επηρεαζόμενο να προβεί εντός ευλόγου προθεσμίας σε γραπτές και, εάν το επιθυμεί, σε προφορικές παραστάσεις σχετικά με το ύψος του διοικητικού προστίμου πριν την επιβολή του.
(5)Η απόφαση του Εφόρου προς επιβολή διοικητικού προστίμου πρέπει να είναι δεόντως αιτιολογημένη και να κοινοποιείται εγγράφως προς κάθε επηρεαζόμενο πρόσωπο: Νοείται ότι, οι αποφάσεις του Εφόρου υπόκεινται στο ένδικο μέσο της προσφυγής ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου κατά το Άρθρο 146 του Συντάγματος.
(6)Ο Έφορος δύναται να δημοσιοποιεί την απόφασή του προς επιβολή διοικητικών κυρώσεων. 123(I)/2003 Είσπραξη διοικητικού προστίμου 41Κ.-
(1)Διοικητικό πρόστιμο που επιβάλλεται από τον Έφορο κατά τις διατάξεις του παρόντος Νόμου λογίζεται έναντι των εσόδων της Δημοκρατίας.
(2)Το διοικητικό πρόστιμο που επιβάλλεται κατά τον παρόντα Νόμο από τον Έφορο εισπράττεται ως χρηματική ποινή επιβαλλόμενη από το Δικαστήριο κατά την άσκηση της ποινικής του δικαιοδοσίας. 123(I)/2003 Ψευδείς δηλώσεις και απόκρυψη στοιχείων 41ΚΑ. Πρόσωπο, το οποίο εν γνώσει του προβαίνει κατά την παροχή οποιασδήποτε πληροφορίας για οποιοδήποτε από τους σκοπούς του παρόντος Νόμου ή των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων Θεσμών, σε δήλωση ψευδή, παραπλανητική ή απατηλή ως προς ουσιώδες στοιχείο της ή αποκρύπτει ουσιώδες στοιχείο ή παραλείπει την υποβολή στοιχείων ή με οποιοδήποτε τρόπο παρεμποδίζει τη διενέργεια εξέτασης από τον Έφορο σύμφωνα με τον παρόντα Νόμο, διαπράττει αδίκημα που, σε περίπτωση καταδίκης, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα πέντε έτη ή με πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις διακόσιες χιλιάδες ευρώ (€200.000) ή και με τις δύο αυτές ποινές. 123(I)/2003 170(I)/2004 107(I)/2013 Ποινική και αστική ευθύνη για αδικήματα τελούμενα από νομικά πρόσωπα 41ΚΒ.-
(1)Ποινική ευθύνη σε σχέση με οποιοδήποτε αδίκημα που προβλέπεται στον παρόντα Νόμο και, το οποίο τελείται από νομικό πρόσωπο, υπέχει, εκτός από το ίδιο το νομικό πρόσωπο και οποιοδήποτε από τα μέλη του διοικητικού του συμβουλίου ή της Επιτροπείας, ο γενικός διευθυντής, ο γραμματέας ή οποιοσδήποτε άλλος αξιωματούχος ή όργανο διοικήσεως του νομικού αυτού προσώπου που αποδεικνύεται ότι συναίνεσε ή συνέπραξε στην τέλεση του αδικήματος.
(2)Πρόσωπο, το οποίο σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(1)υπέχει ποινική ευθύνη για το τελούμενο από το νομικό πρόσωπο αδίκημα, ευθύνεται αλληλεγγύως με το νομικό πρόσωπο ή κεχωρισμένως για κάθε ζημία που προσγίνεται σε τρίτους ένεκα της πράξεως ή παραλείψεως που στοιχειοθετεί το αδίκημα. 123(I)/2003 Άνοιγμα λογαριασμού και στοιχεία ταυτότητας πελάτη 41ΚΓ. [Διαγράφηκε] Ιστορικό Τροποποιήσεων 23(I)/2005 107(I)/2013 Παροχή υπηρεσιών προς τους αξιωματούχους και τους υπαλλήλους συνεργατικού πιστωτικού ιδρύματος 41ΚΔ. [Διαγράφηκε] Ιστορικό Τροποποιήσεων 107(I)/2013 ΜΕΡΟΣ VII ΕΞΕΤΑΣΙΣ ΚΑΙ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΙΣ ΤΩΝ ΥΠΟΘΕΣΕΩΝ ΕΓΓΕΓΡΑΜΜΕΝΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ Εξέτασις και επιθεώρησις 42.-
(1)(α) Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 4Γ, ο Έφορος δύναται, και οφείλει κατόπιν αίτησης της πλειοψηφίας της επιτροπείας ή του ενός τρίτου τουλάχιστον των μελών εγγεγραμμένης εταιρείας, να διενεργήσει εξέταση ή να εξουσιοδοτήσει, εγγράφως, πρόσωπον για να διενεργήσει εξέταση αναφορικά με τη σύσταση και γενικά με τη συμμόρφωση εγγεγραμμένης εταιρείας προς τις διατάξεις του παρόντος Νόμου ή των Θεσμών που εκδίδονται δυνάμει αυτού. (β) Σε περίπτωση εγγεγραμμένης εταιρείας που δεν είναι ΣΠΙ επιπρόσθετα των όσων αναφέρονται στην παράγραφο (α) του εδαφίου αυτού ο Έφορος διενεργεί εξέταση και ως προς τη λειτουργία και οικονομική κατάστασή της. (γ) Για τους σκοπούς των παραγράφων (α) και (β) όλοι οι αξιωματούχοι και τα μέλη της εταιρείας θα παρέχουν τέτοιες πληροφορίες και στοιχεία, ως ο Έφορος ή το πρόσωπο που εξουσιοδοτήθηκε από αυτόν ήθελεν απαιτήσει.
(2)Ο Έφορος, κατόπιν αιτήσεως δανειστού εγγεγραμμένης εταιρείας, εξαιρούμενων των ΣΠΙ, θα επιθεωρεί ή θα εξουσιοδοτεί εγγράφως πρόσωπον να επιθεωρήσει τα βιβλία της εταιρείας αυτής, εάν ο αιτητής- (α) ικανοποιήσει τον Έφορον ότι οφείλεται σε αυτόν ορισμένο χρηματικό ποσό και ότι παρόλον που έχει απαιτήσει την πληρωμήν του η απαίτηση του αυτή δεν ικανοποιήθηκε εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος, και (β) καταθέσει στον 'Έφορο τέτοιο ποσό ως ασφάλεια για τα έξοδα της σκοπουμένης επιθεωρήσεως ως ο Έφορος ήθελεν απαιτήσει.
(3)Ο Έφορος θα κοινοποιή τα αποτελέσματα οιασδήποτε τοιαύτης επιθεωρήσεως εις τον δανειστήν και την εγγεγραμμένην εταιρείαν αναφορικώς προς τας υποθέσεις της οποίας διενηργήθη η εξέτασις.
(4)Οσάκις διενεργήται εξέτασις δυνάμει του εδαφίου
(1)ή διενεργήται επιθεώρησις δυνάμει του εδαφίου
(2), ο Έφορος δύναται να κατανέμη τα έξοδα ή τοσούτον μέρος των εξόδων, ως ήθελε κρίνει ορθόν, μεταξύ της εγγεγραμμένης εταιρείας, των μελών τα οποία ητήσαντο την εξέτασιν, των αξιωματούχων ή πρώην αξιωματούχων της εγγεγραμμένης εταιρείας και του τυχόν δανειστού τη αιτήσει του οποίου εγένετο η εξέτασις.
(5)Παν ποσόν το οποίον επεδικάσθη δι’ έξοδα δυνάμει του παρόντος άρθρου δύναται να εισπραχθή κατά τον αυτόν τρόπον κατά τον οποίον εισπράττονται αι χρηματικαί ποιναί δυνάμει του εκάστοτε ισχύοντος Νόμου. 22/1985 107(I)/2013 ΜΕΡΟΣ VIII ΠΑΥΣΙΣ ΕΠΙΤΡΟΠΕΙΑΣ Παύση της επιτροπείας 43.-
(1)Αν, κατά τη γνώμη του Εφόρου, η επιτροπεία ή οποιοδήποτε μέλος της επιτροπείας εγγεγραμμένης εταιρείας, εξαιρούμενων των ΣΠΙ, παραβαίνει οποιαδήποτε από τις διατάξεις του παρόντος Νόμου ή των Θεσμών που εκδίδονται δυνάμει αυτού, ο Έφορος μπορεί είτε να λάβει τα υπό τις περιστάσεις ενδεικνυόμενα μέτρα για τη διασφάλιση των γενικότερων συμφερόντων της εταιρείας είτε να παύσει την επιτροπεία ή το μέλος της και να διορίσει κατάλληλο πρόσωπο ή πρόσωπα, τα οποία να διευθύνουν τις υποθέσεις της εταιρείας για περίοδο που να μην υπερβαίνει τους τρεις μήνες: Νοείται ότι το Υπουργικό Συμβούλιο μπορεί, με εισήγηση του Υπουργού, να παρατείνει από καιρό σε καιρό την πιο πάνω περίοδο, νοουμένου ότι αυτή δεν παρατείνεται συνολικά πέρα από τρεις εξαμηνιαίες θητείες: Νοείται περαιτέρω ότι πριν από τη λήξη της ως άνω συνολικής περιόδου, ο Έφορος οφείλει να διατάξει τη διενέργεια εκλογών για την ανάδειξη άλλης επιτροπείας ή άλλων μελών σε αντικατάσταση των παυθέντων και η επιτροπεία ή τα μέλη που εκλέγονται με τον τρόπο αυτό κατέχουν το αξίωμά τους μέχρι τη λήξη της θητείας της επιτροπείας ή των μελών της που παύθηκαν: Νοείται έτι περαιτέρω ότι κατά την εκλογή που διεξάγεται μετά την παύση της επιτροπείας ή των μελών της για την ανάδειξη αντικαταστατών τους δεν έχουν δικαίωμα υποβολής υποψηφιότητας τα μέλη της επιτροπείας που έχουν παυθεί.
(2)Εάν κατά την γνώμη του Εφόρου, η επιτροπεία εγγεγραμμένης εταιρείας, εξαιρούμενων των ΣΠΙ, δεν εργάζεται καλώς, αυτός δύναται, αφού προηγουμένως δώσει την ευκαιρίαν εις την επιτροπείαν να εκφέρει τις τυχόν ενστάσεις της, είτε να λάβει τα υπό τις περιστάσεις ενδεικνυόμενα μέτρα για τη διασφάλιση των γενικότερων συμφερόντων της εταιρείας είτε να παύσει την επιτροπεία και να διορίσει κατάλληλο πρόσωπο ή πρόσωπα τα οποία να διευθύνουν τις υποθέσεις της εταιρείας για περίοδο που να μην υπερβαίνει τους τρεις μήνες: Νοείται ότι για την παράταση της διάρκειας της πιο πάνω θητείας της διορισθείσας επιτροπείας, όπως και για τη διαδικασία εκλογής νέας επιτροπείας ή για την αντικατάσταση των παυθέντων μελών, ισχύουν οι πρόνοιες του εδαφίου
(1)του παρόντος άρθρου.
(3)Εάν καθ’ οιονδήποτε χρόνο προ της ενάρξεως ή κατά την διάρκεια της, δυνάμει του άρθρου 42, προβλεπομένης εξετάσεως ή επιθεωρήσεως, η επιτροπεία εγγεγραμμένης εταιρείας, εξαιρούμενων των ΣΠΙ, ή μέλη αυτής ήθελον παραιτηθεί ούτως ώστε τα εναπομείναντα μέλη να μην αποτελούν απαρτία, ο Έφορος οφείλει να διορίζει άλλα πρόσωπα για να διευθύνουν τις υποθέσεις της εγγεγραμμένης εταιρείας για περίοδο μέχρι τριών μηνών: Νοείται ότι εντός της ως άνω περιόδου των τριών μηνών ο Έφορος θα διατάσσει τη διενέργεια εκλογών για την αντικατάσταση της παραιτηθείσας επιτροπείας ή των παραιτηθέντων μελών: Νοείται περαιτέρω ότι η, σύμφωνα με τα ως άνω, εκλεγείσα επιτροπεία ή τα μέλη της θα κατέχουν το αξίωμά τους μέχρι τη λήξη της θητείας της επιτροπείας που έχει παραιτηθεί. 22/1985 68/1987 171(I)/2000 170(I)/2004 107(I)/2013 Εφαρμογή άρθρων 43Α. Οι πρόνοιες των άρθρων 44 μέχρι 47, 49Α και 49Β εφαρμόζονται μόνο για εγγεγραμμένες εταιρείες που δεν είναι ΣΠΙ. 107(I)/2013 ΜΕΡΟΣ ΙΧ ΔΙΑΛΥΣΙΣ ΕΓΓΕΓΡΑΜΜΕΝΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ Εκκαθάρισις 44. Εάν, μετά την δυνάμει του άρθρου 42 διενεργηθείσαν εξέτασιν ή επιθεώρησιν ή άμα τη λήψει αιτήσεως γενομένης υπό τριών τετάρτων των μελών εγγεγραμμένης τινος εταιρείας παρόντων εις ειδικήν συνέλευσιν συγκληθείσαν διά τον σκοπόν αυτόν, εφ’ όσον η τοιαύτη αίτησις υποστηρίζεται δι’ αποφάσεως της πλειοψηφίας των τριών τετάρτων των μελών της τοιαύτης εταιρείας, λαμβανομένης εις την ειδικήν ταύτην συνέλευσιν, ο Έφορος έχει την γνώμην ότι η τοιαύτη εταιρεία πρέπει να εκκαθαρισθή, ούτος δύναται να εκδίδη διαταγήν εκκαθαρίσεως ταύτης, διορίζων προς τούτο εκκαθαριστήν υπό τοιούτους όρους τους οποίους ήθελε καθορίσει. 22/1985 68/1987 Εξουσίαι του εκκαθαριστού 45.-
(1)Ο διορισθείς υπό του Εφόρου εκκαθαριστής έχει εξουσίαν- (α) να λάβει υπό την άμεση κατοχή του κάθε στοιχείο ενεργητικού που ανήκει στην εγγεγραμμένη εταιρεία και όλα τα βιβλία, σημειώσεις και άλλα έγγραφα τα οποία αφορούν τις εργασίες της και να συνεχίσει τις εργασίες της εταιρείας αυτής κατά την έκταση που αυτό είναι αναγκαίο για την επωφελή εκκαθάριση αυτής και για το σκοπό αυτό να συνάπτει χρηματοδοτικά ανοίγματα· (β) να παραπέμπει εις διαιτησίαν, ως προνοείται εις το άρθρον 52, οιασδήποτε διαφοράς αφορώσας τας εις το εδάφιον
(1)του άρθρου 52 αναφερομένας εργασίας της εταιρείας, πλην των αφορωσών τας συνεισφοράς διαφόρων, και να εγείρη και υπερασπίζη αγωγάς και ετέρας διαδικασίας εκ μέρους της εγγεγραμμένης εταιρείας υπό την ιδιότητα του ως εκκαθαριστού· (γ) να εξετάζη τας κατά της εγγεγραμμένης εταιρείας αξιώσεις και, τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Νόμου, ν’ αποφασίζη διά διαταγής τα ζητήματα προτεραιότητος τα οποία εγείρονται μεταξύ των προσώπων τα οποία υπέβαλον αξίωσιν· (δ) να πλήρώνη τας εναντίον της εγγεγραμμένης εταιρείας αξιώσεις (περιλαμβανομένων και των τόκων μέχρι της ημερομηνίας της διαταγής εκκαθαρίσεως) συμφώνως προς την τυχόν υπάρχουσαν σειράν προτεραιότητος αυτών εις το άρτιον ή κατ’ αναλογίαν ως θα επέτρεπε το ενεργητικόν της τοιαύτης εταιρείας. Το τυχόν εναπομένον μετά την πληρωμήν των αξιώσεων υπόλοιπον θα διατίθηται προς πληρωμήν των τόκων από της ημερομηνίας της τοιαύτης διαταγής, υπό τοιούτον επιτόκιον μη υπερβαίνον το συμβατικόν επιτόκιον ως ήθελε καθορισθή υπ’ αυτού· (ε) να ορίζη την προθεσμίαν ή τας προθεσμίας εντός των οποίων οι δανεισταί θ’ αποδεικνύουν τας οφειλάς και αξιώσεις των ή θα αποκλείωνται εκ των ωφελημάτων οιασδήποτε διανομής γενομένης πριν ή αποδειχθούν αι εν λόγω οφειλαί ή αξιώσεις· (στ) τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος νόμου περί εγγεγραμμένων εταιρειών των οποίων τα μέλη έχουν περιορισμένη ευθύνη, να καθορίζη από καιρού εις καιρόν διά διαταγής την συνεισφοράν η οποία θα καταβάλληται ή απομένη να καταβληθή εις το ενεργητικόν της εγγεγραμμένης εταιρείας υπό των μελών ή πρώην μελών ή υπό της κληρονομίας ή των διοριζομένων συμφώνως προς τους επί τούτω γενομένους θεσμούς ή ειδικούς κανονισμούς προσώπων ή των κληρονόμων αποβιωσάντων μελών ή υπό οιουδήποτε αξιωματούχου, η δε συνεισφορά αύτη θα περιλαμβάνη τα χρέη τα οποία οφείλονται υπό των τοιούτων μελών ή προσώπων. Αι τοιαύται συνεισφοραί καθορίζονται κατά την κρίσιν του εκκαθαριστού τόσον αναφορικώς προς τα πρόσωπα παρά των οποίων απαιτείται να καταβληθώσιν όσο και ως προς τα ποσά τα οποία θα καταβάλωσι, αλλ’ άνευ επηρεασμού οιουδήποτε δικαιώματος συνεισφοράς μεταξύ των: Νοείται ότι ο εκκαθαριστής δεν θα καθορίζη την συνεισφοράν, το χρέος ή τας οφειλάς τα οποία θα εισπράττωνται από πρώην μέλος ή την κληρονομίαν αποβιώσαντος μέλους εκτός εάν δοθή ευκαιρία εις το τοιούτο μέλος ή εις τον νόμιμον αντιπρόσωπον της κληρονομίας να εκφέρη τας απόψεις του αναφορικώς προς την αξίωσιν· (ζ) να καθορίζη διά διαταγής τα πρόσωπα τα οποία θα καταβάλλωσι και την αναλογίαν υπό την οποίαν θα καταβάλλωσι τα έξοδα της εκκαθαρίσεως· (η) να προβαίνη εις διευθετήσεις διά την διανομήν κατά πρόσφορον τρόπον του ενεργητικού της εγγεγραμμένης εταιρείας οσάκις εγκρίνεται σχέδιον διανομής υπό του Εφόρου.
(2)Παν πρόσωπον το οποίον θεωρεί εαυτό ηδικημένον υπό οιουδήποτε διατάγματος του εκκαθαριστού εκδοθέντος δυνάμει των παραγράφων (γ), (στ) και (ζ) του εδαφίου
(1), δύναται, εντός χρονικού διαστήματος, είκοσι και μιας ημερών από της ημερομηνίας του διατάγματος, να ασκήσει ιεραρχικήν προσφυγήν εις τον Υπουργόν.
(3)Πάσα διαταγή εκδιδομένη υπό εκκαθαριστού εκτελείται κατά τον αυτόν τρόπον ως εκτελείται διάταγμα του Δικαστηρίου.
(4)[Διαγράφηκε]. 22/1985 68/1987 204(I)/2012 107(I)/2013 Εξουσίαι του Εφόρου να εξασκή έλεγχον επί της εκκαθαρίσεως 46.-
(1)Αι εξουσίαι του εκκαθαριστού υπόκεινται εις τον έλεγχον και αναθεώρησιν του Εφόρου, ο οποίος δύναται- (α) να ακυρώνη ή τροποποιή οιανδήποτε διαταγήν εκδοθείσαν υπό του εκκαθαριστού και να εκδίδη οιανδήποτε αναγκαίαν νέαν διαταγήν, (β) να παύη τον εκκαθαριστήν, (γ) να ζητή την παράδοσιν απάντων των βιβλίων, εγγράφων και του ενεργητικού της εγγεγραμμένης εταιρείας, (δ) να περιορίζη διά διαταγής τας δυνάμει του άρθρου 45 παρεχομένας εις τον εκκαθαριστήν εξουσίας, (ε) να απαιτή παρά του εκκαθαριστού να υποβάλλη εις τον Έφορον λογαριασμούς, (στ) να μεριμνά διά τον έλεγχον των λογαριασμών του εκκαθαριστού και να εξουσιοδοτή την διανομήν του ενεργητικού της εγγεγραμμένης εταιρείας, (ζ) να αποφασίζη επί παντός ετέρου εγειρομένου θέματος παρεμφερούς ή συμπληρωματικού προς την ενάσκησιν των εξουσιών του εκκαθαριστού.
(2)Άνευ επηρεασμού της γενικότητος των ως προείρηται διατάξεων, κατά την εκκαθάρισιν συνεργατικής εταιρείας εφαρμόζονται, κατ’ αναλογίαν, αι διατάξεις του περί Εταιρειών Νόμου αι αφορώσαι εις την δημιουργίαν επιβαρύνσεων κατά την εκκαθάρισιν εταιρειών. Νοείται ότι για τα θέματα για τα οποία δεν υπάρχει ειδική πρόνοια στους περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμους και Κανονισμούς εφαρμόζονται οι διατάξεις του περί Εταιρειών Νόμου αναφορικά με την προτεραιότητα καταβολής οφειλών σε άτομα. 22/1985 68/1987 22(I)/1992 Κλήτευσις μαρτύρων 47. Ο Έφορος και παν πρόσωπον εξουσιοδοτηθέν υπ’ αυτού όπως διενεργήση εξέτασιν ή επιθεώρησιν δυνάμει του άρθρου 42 και οιοσδήποτε εκκαθαριστής ο οποίος διορίζεται υπό του Εφόρου δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου ή των Θεσμών κέκτηται εξουσίαν να κλητεύση και να επιβάλη την παρουσίαν των ενδιαφερομένων και οιωνδήποτε μαρτύρων, να εξετάζη μάρτυρας ενόρκως και να εξαναγκάζη την παρουσίασιν βιβλίων και εγγράφων κατά τον αυτόν τρόπον, εφ’ όσον τούτο είναι δυνατόν, και με τας αυτάς εξουσίας τας οποίας κέκτηται το Δικαστήριον. 22/1985 68/1987 Εκκαθάριση ΣΠΙ 47Α.-
(1)Τηρουμένων των προνοιών του άρθρου 49, η εκκαθάριση ΣΠΙ πραγματοποιείται βάσει των άρθρων 33Α μέχρι 33Ξ του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται.
(2)Για τους σκοπούς του εδαφίου
(1), «επίσημος παραλήπτης» και «Έφορος» σημαίνει τον Έφορο Υπηρεσίας Συνεργατικών Εταιρειών.
(3)Το παρόν άρθρο εφαρμόζεται για εκκαθαρίσεις ΣΠΙ που θα αρχίσουν μετά την έναρξη ισχύος του περί Συνεργατικών Εταιρειών (Τροποποιητικού) (Αρ. 4) Νόμου του 2013.
(4)Οι πιστωτές καλύμματος, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 2 του περί Καλυμμένων Αξιογράφων Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, δεν δύνανται να υποβάλλουν ατομικά τις απαιτήσεις τους στον εκκαθαριστή του ΣΠΙ και το δικαίωμα υποβολής αίτησης στον εκκαθαριστή παρέχεται μόνο στο διαχειριστή εργασιών καλυμμένων αξιογράφων, όπως ορίζεται στο άρθρο 2 του περί Καλυμμένων Αξιογράφων Νόμου, ο οποίος υποβάλλει στον εκκαθαριστή τις απαιτήσεις των πιστωτών καλύμματος σε συνολική βάση. 107(I)/2013 Ακύρωσις εγγραφής 48. Με την εκκαθάριση των υποθέσεων εγγεγραμμένης εταιρείας, η Κεντρική Τράπεζα ενημερώνει τον Έφορο για την ολοκλήρωση της διαδικασίας εκκαθάρισης προκειμένου περί ΣΠΙ και ο Έφορος εκδίδει άμεσα διαταγή με την οποία ακυρώνεται η εγγραφή της και η εταιρεία αύτη διαλύεται από την ημερομηνία της διαταγής αυτής. 22/1985 68/1987 204(I)/2012 107(I)/2013 Λήξη εκκαθάρισης 49.-
(1)Κατά την εκκαθάριση εταιρείας τα κεφάλαια, περιλαμβανομένου και του αποθεματικού κεφαλαίου, θα διατίθενται, πρώτον, έναντι των εξόδων της εκκαθαρίσεως, δεύτερον, έναντι της εξοφλήσεως των υποχρεώσεων της εταιρείας και ακολούθως έναντι της εξόφλησης μέχρι την ονομαστική αξία και στον ίδιο βαθμό των συνήθων μετοχών και των προνομιούχων μετοχών.
(2)Καθόσον αφορά τα ΣΠΙ, μετά τη διάθεση των κεφαλαίων για τους ως στο εδάφιο
(1)καθοριζομένους σκοπούς, κάθε τυχόν εναπομένον υπόλοιπο θα διανέμεται στον ίδιο βαθμό στους κατόχους των συνήθων μετόχων και εάν το προβλέπουν οι όροι έκδοσης τους των προνομιούχων μετοχών.
(3)Καθόσον αφορά εγγεγραμμένη εταιρεία που δεν είναι ΣΠΙ μετά τη διάθεση των κεφαλαίων για τους, στο εδάφιο
(1), καθοριζόμενους σκοπούς, κάθε τυχόν εναπομένον υπόλοιπο που αναλογεί στις συνήθεις μετοχές δεν θα διανέμεται μεταξύ των κατόχων συνήθων μετοχών, αλλά το υπόλοιπο αυτό θα διατίθεται για οποιοδήποτε σκοπό ή σκοπούς καθοριζομένους στους ειδικούς κανονισμούς της εγγεγραμμένης εταιρείας της οποίας ακυρώθηκε η εγγραφή, και, εάν δεν καθορίζεται σκοπός, θα κατατίθεται από τον Έφορο σε τράπεζα ή εγγεγραμμένη εταιρεία μέχρις ότου εγγραφεί άλλη εταιρεία λειτουρ

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.