← Κύπρος

Ο περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμος του 1972 - 86/1972

Εν συντομία

Αυτός ο νόμος, ο περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμος του 1972, ρυθμίζει θέματα που αφορούν τα μηχανοκίνητα οχήματα και την τροχαία κίνηση στην Κύπρο.

Τι ρυθμίζει

Ποιους αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
Ο περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμος του 1972 - 86/1972 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | Επικοινωνία Κατάλογος Ενοποιημένης Νομοθεσίας Ο περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμος του 1972 (86/1972) Περιεχόμενα Πλήρες Κείμενο Εκτύπωση Ιστορικό Τροποποιήσεων 86/1972 37/1974 58/1976 20/1978 64/1978 72/1981 83/1983 75/1984 72/1985 134/1989 152/1991 241/1991 44(I)/1992 5(I)/1993 28(I)/1993 49(I)/1994 5(I)/1996 45(I)/1996 ΔΙΟΡΘ/I(I)/3056/3.5.96 95(I)/1996 56(I)/1998 1(I)/1999 18(I)/1999 66(I)/1999 117(I)/1999 61(I)/2000 80(I)/2000 81(I)/2000 110(I)/2000 38(I)/2001 94(I)/2001 98(I)/2001 20(I)/2002 237(I)/2002 146(I)/2003 174(I)/2003 243(I)/2004 255(I)/2004 270(I)/2004 153(I)/2005 6(I)/2006 71(I)/2006 145(I)/2006 107(I)/2007 5(I)/2008 102(I)/2008 113(I)/2009 5(I)/2010 8(I)/2010 93(I)/2011 109(I)/2012 166(I)/2012 100(I)/2013 1(I)/2014 11(Ι)/2014 121(Ι)/2014 143(I)/2014 172(Ι)/2014 189(Ι)/2014 10(Ι)/2015 24(Ι)/2015 29(Ι)/2015 202(I)/2015 1(I)/2016 12(I)/2016 14(Ι)/2016 103(I)/2017 8(I)/2018 93(I)/2018 154(I)/2018 47(I)/2019 61(I)/2019 146(I)/2019 105(I)/2020 129(I)/2020 90(I)/2023 104(I)/2023 143(I)/2023 125(I)/2024 33(I)/2025 94(I)/2025 146(I)/2025 22(I)/2026 77(I)/2026 Συνοπτικός τίτλος 1. Οι περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμοι του 1972 μέχρι 2000 θα αναφέρονται μαζί ως οι περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμοι του 1972 μέχρι (Αρ. 3) του 2000. 86/1972 Ερμηνεία 2.-(1) Εν τω παρόντι Νόμω, εκτός εάν άλλως προκύπτη εκ του κειμένου- “αγροτική οδική γραμμή” [Διαγράφηκε]· “αγροτική περιφερειακή εταιρεία λεωφορείων” [Διαγράφηκε]· "αγωνιστικό όχημα" σημαίνει όχημα το οποίο είναι κατασκευασμένο ή διασκευασμένο σύμφωνα με τους τεχνικούς κανονισμούς της Διεθνούς Ομοσπονδίας Αυτοκινήτου (Federation International Automobile) για συμμετοχή σε αθλητικούς αγώνες ράλλυ ή ταχύτητας· "απόβαρο" σημαίνει το βάρος του οχήματος περιλαμβανομένων και του αμαξώματος, όπως επίσης και όλων των εξαρτημάτων (λαμβανομένων εν πάση περιπτώσει υπόψη των βαρύτερων από αυτά εφόσον χρησιμοποιούνται διαζευκτικά περισσότερα από ένα αμαξώματα ή εξαρτήματα), το οποίο βάρος του οχήματος διακριβώνεται με τη ζύγιση του οχήματος με όλον τον εργοστασιακό ή άλλο εξοπλισμό, περιλαμβανομένων των πιο κάτω: –καύσιμα (90% της χωρητικότητας του βυτίου), μηχανέλαια, λιπαντικά και άλλα υγρά απαραίτητα για τη λειτουργία του οχήματος στις μέγιστες καθορισμένες ποσότητες χωρητικότητας που προβλέπονται από τους κατασκευαστές· –συσσωρευτές για την εκκίνηση του κινητήρα· –εφεδρικός εργοστασιακός τροχός· –σύστημα θέρμανσης, εξαερισμού και κλιματισμού οποιουδήποτε τύπου ή μορφής· –ζώνες ασφάλειας· –υποβραχιώνια· –στηρίγματα κεφαλής· –σάκοι ασφάλειας· –ραδιόφωνα, κασετόφωνα, τηλεοράσεις, βίντεο, τηλέφωνα, ασύρματοι και συναφείς εγκαταστάσεις, όπως αντένες υποδοχής κ.ά· –εξωτερικά καθρεφτάκια· –ψυκτικοί θάλαμοι· –υγρά, περιλαμβανομένου του υγρού για το καθάρισμα του ανεμοθώρακα ή του οπίσθιου παράθυρου· –κάθε μορφής ηλεκτρονικών υπολογιστών και οργάνων· –συσσωρευτές όταν αυτοί συμβάλλουν στην πρόωση του οχήματος, όπως είναι η περίπτωση των ηλεκτροκίνητων ή ημιηλεκτροκίνητων οχημάτων και είναι του τύπου και μεγέθους σύμφωνα με τις προδιαγραφές των κατασκευαστών· –συνήθη κινητά εργαλεία (ανυψωτήρα, κλειδί τροχών)· –το βάρος του οδηγού που καθορίζεται στα 75 κιλά. “αστική οδική γραμμή” [Διαγράφηκε]· “αστική περιφερειακή εταιρεία λεωφορείων” [Διαγράφηκε]· "αστυνομικός" σημαίνει κάθε μέλος της Αστυνομίας· “βενζινοκίνητον όχημα” ή “όχημα κινούμενον διά μηχανής βενζινοκινήτου” σημαίνει μηχανοκίνητον όχημα η κινητήριος δύναμις του οποίου προέρχεται αποκλειστικώς εκ της καύσεως βενζίνης και το οποίον δεν είναι διεσκευασμένον ούτως ώστε να δύναται να χρησιμοποιή άλλο καύσιμον ειμή μόνον βενζίνην· "γεωργικός ή δασικός ελκυστήρας" έχει την έννοια που αποδίδει στον όρο αυτό ο περί ΄Εγκρισης Τύπου Οχημάτων Νόμος· “Δημοκρατία” σημαίνει την Κυπριακήν Δημοκρατίαν· “Διεθνής Τεχνικός Κώδικας” σημαίνει τον εκάστοτε ισχύοντα Διεθνή Τεχνικό Κώδικα που εκδίδει η Διεθνής Τεχνική Επιτροπή της Διεθνούς Ομοσπονδίας Παλαιού Οχήματος (FIVA)· “επιβάτης” σημαίνει παν πρόσωπον μεταφερόμενον επί μηχανοκινήτου οχήματος ή επί ρυμουλκουμένου υπ’ αυτού οχήματος, είτε επί μισθώσει ή επ’ αμοιβή είτε όχι, δεν περιλαμβάνει όμως τον οδηγόν του οχήματος· “επισκέπτης” σημαίνει πρόσωπον μη διαμένον κατά κύριον λόγον εν τη Δημοκρατία και σκοπούν να παραμείνη προσωρινώς μόνον εν τη Δημοκρατία, εν πάση δε περιπτώσει διά περίοδον μη υπερβαίνουσαν τους δώδεκα μήνας0 ο όρος “μη διαμένον κατά κύριον λόγον εν τη Δημοκρατία” κέκτηται την εν τοις περί Τελωνείων και Φόρων Καταναλώσεως Νόμοις 1967 έως 1971, ή οιωδήποτε ετέρω εκάστοτε εν ισχύϊ νόμω τροποποιούντι ή αντικαθιστώντι αυτούς, και τοις δυνάμει τούτων εκδιδομένοις Κανονισμοίς αποδιδομένην αυτώ έννοιαν· “εταιρεία” κέκτηται την έννοιαν την αποδιδομένην εις τον όρον τούτον υπό του εδαφίου (1) του άρθρου 2 του περί Ρυθμίσεως της Τροχαίας Μεταφοράς Νόμου· “ηλεκτροκίνητο όχημα ή όχημα κινούμενο με ηλεκτροκίνητη μηχανή” σημαίνει μηχανοκίνητο όχημα, η κινητήρια δύναμη του οποίου προέρχεται αποκλειστικά από ηλεκτρική ενέργεια και το οποίο είναι διασκευασμένο, έτσι που να μην μπορεί να χρησιμοποιεί οποιοδήποτε άλλο καύσιμο· “ιατρός” σημαίνει κάθε πρόσωπο το οποίο είναι εγγεγραμμένο δυνάμει των διατάξεων του περί Εγγραφής Ιατρών Νόμου· “ιδιοκτήτης” σημαίνει το πρόσωπον, επ’ ονόματι ούτινος είναι εγγεγραμμένον μηχανοκίνητον τι όχημα, καθ’ όσον δε αφορά εις μηχανοκίνητον όχημα αποτελούν το αντικείμενον συμφωνίας μισθώσεως ή ενοικιαγοράς, σημαίνει το πρόσωπον, εν τη κατοχή ούτινος ευρίσκεται το όχημα δυνάμει της τοιαύτης συμφωνίας· “ιδιωτικόν μηχανοκίνητον όχημα” σημαίνει παν μηχανοκίνητον όχημα πλην των δημοσίας χρήσεως τοιούτων και των φορτηγών μηχανοκινήτων οχημάτων, των χρησιμοποιουμένων διά την μεταφοράν αγαθών ή φορτίου επί μισθώσει ή επ’ αμοιβή, και των μηχανοκινήτων οχημάτων των χρησιμοποιουμένων διά την εκπαίδευσιν οδηγών0 ο όρος “εκπαίδευσις οδηγών” κέκτηται την εις τον περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Εκπαίδευσις Οδηγών) Νόμον του 1968 αποδιδομένην έννοιαν· “Κανονισμός (ΕΕ) 2016/679” σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο “Κανονισμός (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Απριλίου 2016, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ (Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων)”, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται· "κράτος μέλος" σημαίνει κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή/και συμβαλλόμενο μέρος στη Συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, η οποία υπογράφθηκε στο Οπόρτο την 2α Μαΐου 1992 και προσαρμόσθηκε από το Πρωτόκολλο, που υπογράφθηκε στις Βρυξέλλες την 17η Μαΐου 1993, όπως η Συμφωνία αυτή εκάστοτε τροποποιείται· “κυβισμός μηχανής” σημαίνει - (α) για κινητήρες παλινδρομικού εμβόλου, τον ονομαστικό πληρούμενο όγκο του κινητήρα, και (β) για κινητήρες περιστρεφόμενου εμβόλου, το διπλάσιο του ονομαστικού πληρούμενου όγκου του κινητήρα· “Κυπριακή Υπηρεσία Πληροφοριών” ή “ΚΥΠ” έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τις διατάξεις του άρθρου 2 του περί Κυπριακής Υπηρεσίας Πληροφοριών (ΚΥΠ) Νόμου· “λεωφορείον δημοσίας χρήσεως” [Διαγράφηκε]· "μηχανοκίνητο όχημα" έχει την έννοια που αποδίδει στον όρο “όχημα” ο περί ΄Εγκρισης Τύπου Οχημάτων Νόμος· “μηχανοκίνητον όχημα δημοσίας χρήσεως” σημαίνει μηχανοκίνητον όχημα, χρησιμοποιούμενον, είτε ως αγοραίον, είτε επί συμβάσει, διά την μεταφοράν επιβατών, ανεξαρτήτως εάν τούτο χρησιμοποιήται ωσαύτως και διά την μεταφοράν αγαθών, της μεταφοράς ενεργουμένης επί μισθώσει ή επ’ αμοιβή· “μηχανοκίνητον όχημα δι’ αναπήρους” σημαίνει μηχανοκίνητον όχημα προς χρήσιν υπό προσώπου πάσχοντος εκ σωματικής τινος αναπηρίας και απολαύον, δυνάμει των περί Τελωνειακών Δασμών και Φόρων Καταναλώσεως (Επιβολή και Επιστροφή τούτων) Νόμων του 1967 έως 1972, ή οιουδήποτε ετέρου εκάστοτε εν ισχύϊ νόμου τροποποιούντος ή αντικαθιστώντος αυτούς, και των δυνάμει τούτων εκδιδομένων Κανονισμών, Διαταγμάτων ή ετέρων Διοικητικών Πράξεων, απαλλαγής  εισαγωγικού δασμού, και εν όσω τούτο απολαύει της τοιαύτης απαλλαγής0 επίσης σημαίνει μηχανοκίνητο όχημα που αποκτήθηκε από ανάπηρο με οικονομική βοήθεια από το κράτος σύμφωνα με σχέδιο, παροχής οικονομικής βοήθειας σε ανάπηρα πρόσωπα για απόκτηση αυτοκινήτου που εγκρίνεται από το Υπουργικό Συμβούλιο· “μηχανοκίνητον όχημα δι’ επανεξαγωγήν” σημαίνει καινουργές μηχανοκίνητον όχημα εισαγόμενον εν τη Δημοκρατία εκ της αλλοδαπής και προοριζόμενον δι’ επανεξαγωγήν, ουχί δε διά κυκλοφορίαν εντός του εδάφους της Δημοκρατίας· “μηχανοκίνητον όχημα επισκέπτου” σημαίνει μηχανοκίνητον όχημα εισαχθέν προσωρινώς εν τη Δημοκρατία υπό επισκέπτου και απολαύον, δυνάμει των περί Τελωνείων και Φόρων Καταναλώσεως Νόμων του 1967 έως 1971, ή οιουδήποτε ετέρου εκάστοτε εν ισχύϊ νόμου τροποποιούντος ή αντικαθιστώντος αυτούς, και των δυνάμει τούτων εκδιδομένων Κανονισμών, εξαιρέσεως εκ της καταβολής του εις ον υπόκειται δασμού και εν όσω τούτο απολαύει της τοιαύτης εξαιρέσεως· “μηχανοκίνητος ελκυστήρ” σημαίνει μηχανοκίνητον όχημα, όπερ δεν είναι κατεσκευασμένον αυτό καθ’ εαυτό διά την μεταφοράν φορτίου ετέρου, πλην των ακολούθων ειδών, ήτοι ύδατος, καυσίμων, συσσωρευτών και ετέρου εξοπλισμού, χρησιμοποιουμένου διά σκοπούς προώσεως, κινητών εργαλείων και κινητού εξοπλισμού, και ούτινος το απόβαρον δεν υπερβαίνει τους επτά και εν τέταρτον τόννους· "μοτοσικλέτα" έχει την έννοια που αποδίδει στον όρο αυτό ο περί ΄Εγκρισης Τύπου Οχημάτων Νόμος· “οδηγός” περιλαμβάνει παν πρόσωπον, όπερ εν τη πραγματικότητι οδηγεί μηχανοκίνητον όχημα εις δεδομένον τινά χρόνον ως και παν πρόσωπον, όπερ φέρει την ευθύνην του οχήματος διά σκοπούς οδηγήσεως αυτού, εν όσω τούτο είναι εσταθμευμένον εφ’ οιασδήποτε οδού, εν τη περιπτώσει δε ρυμουλκουμένου οχήματος, τον οδηγόν του οχήματος, υφ’ ου σύρεται το ρυμουλκούμενον όχημα· “οδός” σημαίνει οιανδήποτε οδόν, δρόμον, πλατείαν, ατραπόν, ανοικτόν χώρον ως και πάντα χώρον προσιτόν εις το κοινόν, περιλαμβάνει δε πάσαν γέφυραν, γεφύριον, ρείθρον, ανάχωμα, αύλακα, λιθόστρωτον ή τοίχωμα υποστηρίξεως, χρησιμοποιούμενον αναφορικώς προς οιανδήποτε οδόν· "όχημα διπλής προώσεως" σημαίνει μηχανοκίνητο όχημα του οποίου η κινητήρια δύναμη προέρχεται από την καύση βενζίνης ή πετρελαίου και το οποίο είναι κατασκευασμένο ή διασκευασμένο ούτως ώστε να μπορεί να λειτουργεί και με άλλο καύσιμο ή άλλη πηγή ενέργειας διαφορετική από βενζίνη ή πετρέλαιο˙ “παλαιό όχημα” σημαίνει μηχανοκίνητο όχημα οι προδιαγραφές του οποίου συνάδουν με εκείνες που καθορίζει ο Διεθνής Τεχνικός Κώδικας· "περί Έγκρισης Τύπου Οχημάτων Νόμος" σημαίνει τον περί Έγκρισης Τύπου Οχημάτων Νόμο, όπως αυτός τροποποιείται ή αντικαθίσταται από οποιοδήποτε άλλο νόμο· "πετρελαιοκίνητο όχημα" σημαίνει μηχανοκίνητο όχημα του οποίου η κινητήρια δύναμη προέρχεται αποκλειστικά από την καύση πετρελαίου και το οποίο δεν είναι κατασκευασμένο ή διασκευασμένο ούτως ώστε να μπορεί να λειτουργεί με άλλο καύσιμο ή άλλη πηγή ενέργειας παρά μόνο με πετρέλαιο· "ρυμουλκούμενο όχημα" έχει την έννοια που αποδίδει στον όρο “ρυμουλκούμενο” ο περί ΄Εγκρισης Τύπου Οχημάτων Νόμος· "τετράκυκλο" έχει την έννοια που αποδίδει στον όρο αυτό  ο περί ΄Εγκρισης Τύπου Οχημάτων Νόμος· "τρίκυκλο" έχει την έννοια που αποδίδει στον όρο αυτό ο περί ΄Εγκρισης Τύπου Οχημάτων Νόμος· "τρίτη χώρα" σημαίνει χώρα που δεν είναι κράτος μέλος “τροχαία” σημαίνει δίκυκλα, τρίκυκλα, μηχανοκίνητα οχήματα, τροχιοδρόμους, πάσης φύσεως οχήματα, πεζούς ως και άπαντα τα ζώα, χειραγωγούμενα ή οδηγούμενα υπό καθημένων επ’ αυτών προσώπων “υπεραστική περιφερειακή εταιρεία λεωφορείων” [Διαγράφηκε] "φορτηγό μηχανοκίνητο όχημα" σημαίνει όχημα της κατηγορίας Ν όπως αυτό ορίζεται στον περί ΄Εγκρισης Τύπου Οχημάτων· “χώρος σταθμεύσεως” σημαίνει οιονδήποτε χώρον, εν ω δύνανται να παραμένωσιν εσταθμευμένα μηχανοκίνητα οχήματα, είτε υπό επιτήρησιν, είτε όχι· "χώρος στάθμευσης οχημάτων για άτομα με αναπηρίες" σημαίνει οποιοδήποτε χώρο που δεικνύεται με σήμανση ότι είναι τέτοιος χώρος και θα σταθμεύουν μόνο οχήματα που φέρουν το σήμα στάθμευσης αναπήρων, όπως αυτό προβλέπεται στον περί Ατόμων με Αναπηρίες Νόμο. (2) Διά τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, εν η περιπτώσει μηχανοκίνητον τι όχημα είναι ούτω κατεσκευασμένον ώστε ρυμουλκούμενον υπ’ αυτού όχημα να δύναται διά μερικής υπερθέσεως αυτού να προσαρμοσθή εις το μηχανοκίνητον όχημα κατά τοιούτον τρόπον, ώστε σημαντικόν μέρος του βάρους του ρυμουλκουμένου οχήματος να βαρύνη το μηχανοκίνητον τοιούτο, το μηχανοκίνητον όχημα λογίζεται ως όχημα αυτό καθ’ εαυτό κατεσκευασμένον διά την μεταφοράν φορτίου. (3) Διά τους σκοπούς του παρόντος Νόμου, εν τη περιπτώσει μηχανοκινήτου οχήματος εξωπλισμένου διά γερανού, γεννητρίας, μηχανικής εγκαταστάσεως συγκολλήσεως ή ετέρας ειδικής συσκευής ή εξοπλισμού, τα είδη ταύτα δεν λογίζονται ως φορτίον ή οιασδήποτε φύσεως αγαθά, αλλ’ ως συνιστώντα μέρος του οχήματος. (4) Διά τους σκοπούς του παρόντος Νόμου, μηχανοκίνητον τι όχημα χρησιμοποιούμενον ως όργανον κοπής χόρτου και ελεγχόμενον υπό πεζού, μη δυνάμενον να χρησιμοποιηθή ή διασκευασθή δι’ οιονδήποτε έτερον σκοπόν, ως και παν έτερον μηχανοκίνητον όχημα ελεγχόμενον υπό πεζού, όπερ ήθελε καθορισθή διά Κανονισμών εκδοθησομένων δυνάμει του παρόντος Νόμου, δεν υπόκεινται εις τας διεπούσας τα μηχανοκίνητα οχήματα διατάξεις. Διά τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου “ελεγχόμενον υπό πεζού” σημαίνει ότι το όχημα είτε είναι ούτω κατεσκευασμένον ή διεσκευασμένον ώστε να δύναται να χρησιμοποιηθή μόνον υπό τον έλεγχον πεζού είτε είναι ούτω κατεσκευασμένον ή διεσκευασμένον ώστε να δύναται να χρησιμοποιήται είτε υπό τον έλεγχον πεζού είτε υπό τον έλεγχον προσώπου φερομένου επ’ αυτού, όπερ όμως επί του παρόντος δεν χρησιμοποιείται ουδέ κινείται υπό τον έλεγχον προσώπου φερομένου επ’ αυτού. 86/1972 58/1976 20/1978 72/1981 75/1984 44(I)/1992 56(I)/1998 1(I)/1999 18(I)/1999 174(I)/2003 255(I)/2004 145(I)/2006 113(I)/2009 93(I)/2011 100(I)/2013 146(I)/2019 104(I)/2023 146(I)/2025 Έφορος 3. Το Υπουργικόν Συμβούλιον ορίζει Έφορον Μηχανοκινήτων Οχημάτων διά την εφαρμογήν των διατάξεων του παρόντος Νόμου και των δυνάμει τούτου εκδιδομένων Κανονισμών, καθ’ όσον αφορά εις την εγγραφήν μηχανοκινήτων οχημάτων, την έκδοσιν αδειών κυκλοφορίας μηχανοκινήτων οχημάτων και οδηγήσεως, την επιθεώρησιν μηχανοκινήτων οχημάτων, προς τούτοις δε οιανδήποτε ετέραν διά του παρόντος Νόμου ή των δυνάμει τούτου εκδιδομένων Κανονισμών ανατιθεμένην αυτώ αρμοδιότητα. Περαιτέρω ο Έφορος δύναται να εκδίδει διατάγματα για τον καθορισμό των τεχνικών προδιαγραφών των συσκευών περιορισμού ταχύτητας και τον καθορισμό της μέγιστης ταχύτητας κυκλοφορίας οχημάτων τα οποία προορίζονται αποκλειστικά για τη μεταφορά επικίνδυνων φορτίων. 86/1972 110(I)/2000 Αναπληρωταί Έφοροι, κ.τ.λ. 4. Ο Έφορος δύναται να ορίση Αναπληρωτάς Εφόρους ως και ετέρους αναγκαίους λειτουργούς προς ενάσκησιν τοιούτων καθηκόντων και εξουσιών συναφώς προς τας αρμοδιότητας αυτού, ως ήθελεν εκάστοτε αναθέσει αυτοίς. 86/1972 Εξουσία Υπουργικού Συμβουλίου προς έκδοσιν Κανονισμών 5.-(1) Το Υπουργικόν Συμβούλιον δύναται να εκδώση Κανονισμούς δι’ άπαντας ή τινας των ακολούθων σκοπών: (α) Ίνα ρυθμίση, τη καταβολή των τελών των εκτιθεμένων εν Μέρει Ι του συνημμένου τω παρόντι Νόμω Παραρτήματος, την εις κατηγορίας κατάταξιν, την εγγραφήν και παροχήν αδειών εις μηχανοκίνητα οχήματα και ρυμουλκούμενα  τοιαύτα, την έκθεσιν, προσκόμισιν, αναστολήν, ακύρωσιν και επιστροφήν τοιούτων αδειών, προς τούτοις δε εξαιρή της προς καταβολήν τελών υποχρεώσεως, αναφορικώς προς την εγγραφήν ή την λήψιν αδείας, οιανδήποτε κατηγορίαν μηχανοκινήτων οχημάτων· (β) ίνα ρυθμίση τα της κατασκευής, τα των διαστάσεων, βάρους, σχεδίων, εξαρτημάτων, συσκευών και λοιπών ειδών μηχανοκινήτων οχημάτων και ρυμουλκουμένων τοιούτων, προς τούτοις δε καθορίζη γενικώς τους όρους χρήσεως αυτών: (β1) για να ρυθμίζει τη μέγιστη ταχύτητα την οποία θα μπορεί να αναπτύξει συγκεκριμένο όχημα ή κατηγορία οχημάτων, περιλαμβανομένης και της εφαρμογής πάνω στο όχημα συσκευής ή άλλου μηχανισμού περιορισμού ταχύτητας η λειτουργία του οποίου θα αποκλείει την υπέρβαση της συγκεκριμένης ταχύτητας· (β2) για να εξουσιοδοτεί συνεργεία για την εγκατάσταση και έλεγχο συσκευών ή μηχανισμών περιορισμού ταχύτητας και να καθορίζει τις απαραίτητες προϋποθέσεις όσον αφορά τις γνώσεις και εκπαίδευση του προσωπικού των συνεργείων ή οργανισμών στου οποίους θα παραχωρείται η άδεια· (γ) ίνα ρυθμίση, τη καταβολή των τελών των εκτιθεμένων εν Μέρει ΙΙ του συνημμένου τω παρόντι Νόμω Παραρτήματος, την χορήγησιν αδειών οδηγήσεως, την εξέτασιν, ην θέλουν ούτοι υποστή διά την χορήγησιν των τοιούτων αδειών, προς  τούτοις δε καθορίση την κατωτάτην ηλικίαν ως και τα αναγκαία προς απόκτησιν αδείας οδηγήσεως προσόντα, ρυθμίση τα της προσκομίσεως, σημειώσεως, ακυρώσεως, αναστολής και επιστροφής αδειών οδηγήσεως και καθορίση τα διακριτικά και την στολήν, άτινα θέλουν φέρει οι οδηγοί· (δ) ίνα ρυθμίση και ελέγχη την συμπεριφοράν των οδηγών, προς τούτοις δε καθορίση τα καθήκοντα αυτών· (ε) ίνα ρυθμίση και ελέγχη την συμπεριφοράν των επιβατών, προς τούτοις δε καθορίση τα καθήκοντα αυτών· (στ) ίνα ρυθμίση τα της επιθεωρήσεως μηχανοκινήτων οχημάτων και ρυμουλκουμένων τοιούτων, καθορίση τον χρόνον, τόπον και τρόπον καθ’ ον θέλει λάβει χώραν η τοιαύτη επιθεώρησις ως και τα πληρωτέα συναφώς προς ταύτην τέλη, προς τούτοις δε καθορίση τας εξουσίας και καθήκοντα των αρμοδίων διά την τοιαύτην επιθεώρησιν προσώπων· (ζ) ίνα ρυθμίση και ελέγξη την τροχαίαν (περιλαμβανομένης και της ρυθμίσεως των σχολικών διαβάσεων, ως και των διαβάσεων πεζών, προς τούτοις δε του δικαιώματος προτεραιότητος οχημάτων και πεζών), μη επηρεαζομένης δε της γενικότητος της ως άνω προνοίας, απαγορεύη ή θέτη περιορισμούς επί της τροχαίας, ρυθμίζη την κατεύθυνσιν αυτής ως και τον τρόπον χρήσεως των οδών επί τω σκοπώ τούτω0 ρυθμίζη τα σήματα της τροχαίας και την τοποθέτησιν αυτών, προς τούτοις δε προβαίνη εις τον καθορισμόν χώρων σταθμεύσεως (επί ή εκτός των οδών), ρυθμίζη και ελέγχη τους τοιούτους χώρους (περιλαμβανομένης και της επιβολής τελών χρήσεως αυτών)· (η) ίνα παρεμποδίση την απρεπή, άσεμνον, ή αήθη συμπεριφοράν εις οχήματα δημοσίας χρήσεως ή την χρήσιν τοιούτων οχημάτων δι’ οιονδήποτε ή συναφώς προς οιονδήποτε απρεπή, άσεμνον, αήθη ή παράνομον σκοπόν· (θ) ίνα καθορίση τους όρους απασχολήσεως, τας κατ’ ανώτατον όριον ώρας απασχολήσεως ή εργασίας και τας περιόδους αναπαύσεως οδηγών μηχανοκινήτων οχημάτων δημοσίας χρήσεως ή φορτηγών μηχανοκινήτων οχημάτων ή ετέρων μηχανοκινήτων οχημάτων προοριζομένων ή χρησιμοποιουμένων διά την μεταφοράν αγαθών· (ι) ίνα ελέγχη, αναφορικώς προς την χρήσιν μηχανοκινήτων οχημάτων, την παραγωγήν καπνού και την εκπομπήν ορατών καυσαερίων, σπινθήρων, τέφρας και ακαθαρσίας· (ια) ίνα απαγορεύη ή περιορίζη τον υπέρμετρον θόρυβον και προβλέπη περί της εφαρμογής και χρήσεως σιγαστήρος επί των μηχανοκινήτων οχημάτων ή ετέρας συσκευής προς τούτο χρησιμοποιουμένης· (ιβ) ίνα προνοή περί της τοποθετήσεως και χρήσεως σιγαστήρος ή ετέρας συσκευής επί των μηχανοκινήτων οχημάτων, επί τω τέλει παρεμποδίσεως οιασδήποτε παρεμβολής παρασίτων εις ραδιοφωνικάς ή τηλεοπτικάς εκπομπάς· (ιγ) ίνα ρυθμίση την μετακίνησιν παντός μηχανοκινήτου οχήματος, εσταθμευμένου ή εγκαταλελειμμένου επί τινος οδού παρανόμως και επικινδύνως ή παρανόμως και κατά τρόπον παρεμποδίζοντα την κυκλοφορίαν· (ιδ) ίνα απαγορεύη την δι’ οχημάτων ή άλλως πως παρακώλυσιν ή παρέμβασιν εις την χρήσιν οιασδήποτε οδού· (ιε) ίνα καθορίση ναύλα ή ετέρας επιβαρύνσεις δι’ επιβάτας και αγαθά μεταφερόμενα υπό μηχανοκινήτων οχημάτων δημοσίας χρήσεως, προς τούτοις δε επιβάλη την δημοσίευσιν και ανάρτησιν πίνακος εμφαίνοντος τα ούτω καταβλητέα ναύλα ή ετέρας επιβαρύνσεις· (ιστ) ίνα καθορίση ποινάς φυλακίσεως διά διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή χρηματικάς ποινάς μη υπερβαινούσας τις έξι χιλιάδες ευρώ (€6.000) ή αμφοτέρας τας ποινάς της φυλάκίσεως και της χρηματικής τοιαύτης, διά την παράβασιν παντός τοιούτου Κανονισμού· (ιζ) ίνα καθορίση τα διά τους σκοπούς του παρόντος Νόμου καταβλητέα τέλη και δικαιώματα και τον τρόπον καταβολής αυτών· (ιη) ίνα ρυθμίση τα της μεταβιβάσεως της ιδιοκτησίας της μετατροπής της κατηγορίας ή οιασδήποτε άλλης αλλαγής εις την εγγραφήν μηχανοκινήτου τινός οχήματος αποτελούντος το αντικείμενον συμφωνίας μισθώσεως ή ενοικιαγοράς· (ιθ) ίνα ρυθμίση την εγγραφήν και κυκλοφορίαν παλαιών οχημάτων· (ιθΑ) για να ρυθμίσει θέματα που αφορούν στην κατακράτηση, μετακίνηση και φύλαξη μηχανοκίνητου οχήματος∙ (κ) ίνα καθορίση παν ό,τι δυνάμει του παρόντος Νομου χρήζει ή είναι δεκτικόν καθορισμού. (2) Το Υπουργικόν Συμβούλιον δύναται διά Διατάγματος να εξαιρέση της καταβολής των εν τω συνημμένω τω παρόντι Νόμω Παραρτήματι προβλεπομένων φόρων και τελών οιονδήποτε φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον ή οιονδήποτε τύπον ή κατηγορίαν μηχανοκινήτων οχημάτων. (3) Διά τους σκοπούς του παρόντος άρθρου η εις οιονδήποτε μέρος μηχανοκινήτου οχήματος ύπαρξις καυσίμου, κατά τοιούτον τρόπον ώστε να δύναται τούτο να χρησιμοποιηθή ως κινητήριος δύναμις του οχήματος, θα θεωρήται ως χρήσις του τοιούτου καυσίμου ως κινητηρίου δυνάμεως του οχήματος. 86/1972 18(I)/1999 110(I)/2000 129(I)/2020 Εξουσία εις το Υπουργικόν Συμβούλιον όπως απαγορεύη κ.λ.π. την χρήσιν οιουδήποτε καυσίμου άλλου ή βενζίνης, κ.λ.π. 5Α.-(1) Το Υπουργικόν Συμβούλιον δύναται, οσάκις η υπό της Κυβερνήσεως ακολουθουμένη πολιτική ή το δημόσιον συμφέρον εν γένει τούτο απαιτή, διά διατάγματος να απαγορεύη ή θέτη περιορισμούς υπό τοιούτους όρους οίους ήθελε κρίνει σκόπιμον εις την υφ’ οιασδήποτε κατηγορίας μηχανοκινήτων οχημάτων χρήσιν ως κινητηρίου δυνάμεως οιουδήποτε καυσίμου εκτός της βενζίνης και του ακαθάρτου πετρελαίου. (2) Ο ιδιοκτήτης, κάτοχος ή πας έχων υπό τον έλεγχον αυτού μηχανοκίνητον όχημα χρησιμοποιούν ως κινητήριον δύναμιν καύσιμον κατά παράβασιν διατάγματος εκδοθέντος δυνάμει του εδαφίου (1), είναι ένοχος αδικήματος και εις περίπτωσιν καταδίκης υπόκειται εις φυλάκισιν διά διάστημα μη υπερβαίνον τους εξ μήνας ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας ,450, ή εις αμφοτέρας τας ποινάς ταύτας. (3) Διά τους σκοπούς του παρόντος άρθρου η εις οιονδήποτε μέρος μηχανοκινήτου οχήματος ύπαρξις καυσίμου, κατά τοιούτον τρόπον ώστε να δύναται τούτο να χρησιμοποιηθή ως κινητήριος δύναμις του οχήματος, θα θεωρήται ως χρήσις του τοιούτου καυσίμου ως κινητηρίου δυνάμεως του οχήματος. 86/1972 58/1976 Ακινητοποίηση οχημάτων 5Β.-(1) Ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης μηχανοκίνητου οχήματος που προτίθεται να το ακινητοποιήσει, παραδίδει στον Έφορο, πριν από την έναρξη της περιόδου κατά την οποία το όχημα θα είναι ακινητοποιημένο, ειδοποίηση όπως αυτή καθορίζεται σε γνωστοποίηση του Εφόρου που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, ότι δεν προτίθεται να θέσει σε κυκλοφορία ή να χρησιμοποιήσει το εν λόγω όχημα. (2) Ο Έφορος, όταν παραλάβει την ειδοποίηση, εκδίδει πιστοποιητικό παραλαβής της ειδοποίησης, η ισχύς του οποίου είναι για τη διάρκεια που αναφέρει ο ιδιοκτήτης του οχήματος στην ειδοποίηση ή για απεριόριστη χρονική περίοδο, εάν δεν αναφέρεται συγκεκριμένη περίοδος στην ειδοποίηση: Νοείται ότι, εάν ο Έφορος διαπιστώσει ότι υπάρχουν καθυστερημένα τέλη για άδεια κυκλοφορίας οχήματος για το οποίο δεν εφαρμόζεται το άρθρο 5Δ, τότε εισπράττει τα τέλη έστω και εάν για το όχημα που θα ακινητοποιηθεί δεν υφίσταται πιστοποιητικό καταλληλότητας σε ισχύ, όπως αυτό ορίζεται στους περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Τεχνικός Έλεγχος και Κέντρα Τεχνικού Ελέγχου) Νόμους του 2007 έως 2014, όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται: Νοείται περαιτέρω ότι, εάν υπάρχουν οφειλόμενα τέλη για άδεια κυκλοφορίας οχήματος για το οποίο εφαρμόζεται το άρθρο 5Δ, αυτά εισπράττονται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 5Δ, έστω και εάν για το όχημα που θα ακινητοποιηθεί δεν υφίσταται πιστοποιητικό καταλληλότητας σε ισχύ, όπως αυτό ορίζεται στους περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Τεχνικός Έλεγχος και Κέντρα Τεχνικού Ελέγχου) Νόμους του 2007 έως 2014, όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται: Νοείται έτι περαιτέρω ότι, στην περίπτωση που όχημα δηλωθεί ως ακινητοποιημένο, δυνάμει του παρόντος Νόμου, οι διατάξεις της υποπαραγράφου (v) της παραγράφου (β) του εδαφίου (1) του άρθρου 23Α του Νόμου δεν εφαρμόζονται. (3) Κατά τη διάρκεια που όχημα είναι δηλωμένο ως ακινητοποιημένο, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, δεν καταβάλλεται οποιοδήποτε τέλος για άδεια κυκλοφορίας. (4) Πρόσωπο το οποίο χρησιμοποιεί ή επιτρέπει τη χρήση οχήματος το οποίο δηλώθηκε ως ακινητοποιημένο είναι ένοχο αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης του υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τους έξι μήνες ή σε χρηματική ποινή μέχρι χίλια ευρώ (€1.000) ή και στις δύο αυτές ποινές: Νοείται ότι, επιτρέπεται η οδήγηση ακινητοποιημένου οχήματος για σκοπούς συντήρησης, επιδιόρθωσης ή επίδειξης αυτού, κατόπιν ειδικής άδειας  του Εφόρου στην οποία αναγράφεται ο συγκεκριμένος σκοπός. (5)(α)  Σε  περίπτωση  διαπίστωσης  από τον Έφορο ή από Επό-πτη, όπως αυτός ορίζεται στις διατάξεις του περί των Εποπτών Οδικών Μεταφορών (Εξουσίες και Ευθύνες) Νόμου ή από αστυνομικό ότι όχημα το οποίο δηλώθηκε ότι θα βρίσκεται ακινητοποιημένο δεν βρίσκεται στον χώρο όπου δηλώθηκε ότι θα βρίσκεται ακινητοποιημένο ή σε περίπτωση που καταγγελθεί από Επόπτη ή αστυνομικό η οδήγηση οχήματος το οποίο δηλώθηκε ως ακινητο-ποιημένο, η ακινητοποίηση ακυρώνεται για όλη την περίοδο ισχύος της και καταβάλλονται όλα τα τέλη για άδεια κυκλοφορίας από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος της ακινητοποίησης μέχρι και την ημερομηνία ακύρωσής της: Νοείται ότι, πριν ο Έφορος προχωρήσει στην ακύρωση της ακινητοποίησης του οχήματος, ειδοποιεί εγγράφως τον εγγεγραμμένο ιδιοκτήτη του οχήματος, είτε με προσωπική επίδοση, είτε ταχυδρομικώς στην τελευταία γνωστή του διεύθυνση, την πρόθεσή του μαζί με τους λόγους οι οποίοι, κατά την άποψή του, συνηγορούν υπέρ της ακύρωσης της ακινητοποίησης του μηχανοκίνητου οχήματος. (β) Ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης οχήματος ο οποίος λαμβάνει ειδοποίηση δυνάμει των διατάξεων της παραγράφου (α) για την πρόθεση του Έφορου να ακυρώσει την ακινη-τοποίηση, δικαιούται να υποβάλει στον Έφορο, μέσα σε χρονική προθεσμία σαράντα πέντε (45) ημερών από τη λήψη της ειδοποίησης, έγγραφη ένσταση στην οποία να παραθέτει τους λόγους για τους οποίους δε θα πρέπει να ακυρωθεί η ακινητοποίηση του μηχανοκίνητου οχήματος. (γ)   Αν εντός της προθεσμίας των σαράντα πέντε (45) ημερών όπως ορίζεται στην παράγραφο (β)- (i) δεν έχει ληφθεί οποιαδήποτε ένσταση, ο Έφορος ειδοποιεί εκ νέου  τον ενδιαφερόμενο ιδιοκτήτη του οχήματος για την ακύρωση της ακινητοποίησης και για τα τέλη που πρέπει να καταβληθούν, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου (α), (ii) έχει ληφθεί ένσταση, ο Έφορος την εξετάζει και αποφασίζει τελικά, το ταχύτερο δυνατό, λαμβάνοντας υπόψη και το περιεχόμενο της ένστασης, ενημερώνοντας τον ενδιαφερόμενο ιδιοκτήτη του οχήματος για την απόφασή του. 5(I)/2010 121(Ι)/2014 93(I)/2018 Επανεγγραφή διαγραφέντων οχημάτων 5Γ-  Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του βασικού νόμου ή των Κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει αυτού, και τηρουμένων των διατάξεων της παραγράφου 9 του Μέρους Ι του Παραρτήματος Ι, του παρόντος Νόμου, οχήματα, η εγγραφή των οποίων έχει ακυρωθεί, για το λόγο ότι δεν εκδόθηκε γι’ αυτά άδεια κυκλοφορίας, δύνανται να επανεγγραφούν, αφού παρουσιαστεί πιστοποιητικό καταλληλότητας και καταβληθεί- (α) για τα οχήματα που ήταν δηλωμένα ως ακινητοποιημένα πριν από την ακύρωση της εγγραφής τους, το δέκα τοις εκατόν (10%) του τέλους εγγραφής που ισχύει την ημέρα επανεγγραφής ή ο φόρος εγγραφής ή το τέλος εγγραφής που καταβλήθηκε για αρχική εγγραφή του οχήματος (όποιο από τα δύο ποσά είναι χαμηλότερο)· (β) για οχήματα που έχουν διαγραφεί λόγω μη ανανέωσης της άδειας κυκλοφορίας και τα οποία δεν ήταν δηλωμένα ως ακινητοποιημένα για την περίοδο αυτή, το τέλος εγγραφής του οχήματος που ισχύει την ημέρα επανεγγραφής. 5(I)/2010 166(I)/2012 93(I)/2018 Ειδική ρύθμιση για οφειλόμενα τέλη κυκλοφορίας 1η Ιανουαρίου 2016 5Δ.-(1) Κάτοχος οχήματος για το οποίο εφαρμόζεται το παρόν άρθρο, ο οποίος επιθυμεί να ανανεώσει την άδεια κυκλοφορίας του οχήματός του, δικαιούται να καταβάλει τα τέλη κυκλοφορίας για το ετήσιο ή το εξαμηνιαίο καθορισμένο τέλος κυκλοφορίας του οχήματός του, χωρίς να είναι αναγκασμένος να καταβάλει ταυτόχρονα τα οφειλόμενα τέλη προηγούμενων περιόδων, νοουμένου ότι τα οφειλόμενα τέλη των προηγούμενων περιόδων θα καταβληθούν σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (2): Νοείται ότι, για οχήματα για τα οποία η άδεια κυκλοφορίας, δεν ανανεώθηκε για τρία συνεχή έτη μέχρι την 30η Ιουνίου 2014, η εγγραφή τους δε θεωρείται ακυρωθείσα, δυνάμει των διατάξεων της υποπαραγράφου (v) της παραγράφου (β) του εδαφίου (1) του άρθρου 23Α και ο κάτοχός τους δικαιούται να ασκήσει το δικαίωμα που καθορίζεται στο παρόν εδάφιο: Νοείται περαιτέρω ότι εάν εννέα (9) μήνες μετά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου, ο εν λόγω κάτοχος δεν ασκήσει το δικαίωμα αυτό, τότε ενεργοποιούνται οι διατάξεις της υποπαραγράφου (v) της παραγράφου (β) του εδαφίου (1) του άρθρου 23Α και η εγγραφή του οχήματος ακυρώνεται. (2) Κάτοχος οχήματος για το οποίο εφαρμόζεται το παρόν άρθρο, είτε αυτός αιτείται έκδοση νέας άδειας κυκλοφορίας για το όχημά του είτε όχι, δικαιούται να καταβάλει τα οφειλόμενα τέλη κυκλοφορίας των προηγούμενων περιόδων σε δώδεκα (12) ισόποσες μηνιαίες δόσεις, με την έναρξη της καταβολής των δόσεων εννέα (9) μήνες από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου. (3) Σε περίπτωση που κάτοχος οχήματος για το οποίο εφαρμόζεται το παρόν άρθρο επιλέξει να καταβάλει τα οφειλόμενα τέλη κυκλοφορίας των προηγούμενων περιόδων, με βάση τις διατάξεις του εδαφίου (2) αλλά καθυστερεί να καταβάλει το ποσό της μηνιαίας δόσης ή μέρος αυτού, επιβαρύνεται, μία και μόνη φορά για κάθε καθυστέρηση, με ποσό που ισούται με ποσοστό τεσσεράμισι τοις εκατόν (4,5%) επί του ποσού της δόσης που καθυστέρησε ή του μέρους αυτού. (4) Σε περίπτωση που τα οφειλόμενα τέλη δεν εξοφληθούν σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (2), ο Έφορος λαμβάνει δικαστικά μέτρα και εισπράττει το εναπομείναν οφειλόμενο ποσό ως αστικό χρέος οφειλόμενο προς τη Δημοκρατία. (5) Η οφειλή τέλους κυκλοφορίας προηγούμενης περιόδου ή του εναπομείναντος μέρους της για όχημα για το οποίο εφαρμόζεται το παρόν άρθρο, αναλαμβάνεται, σε περίπτωση μεταβίβασης του οχήματος, από το νέο ιδιοκτήτη, στη δε περίπτωση αυτή ο Έφορος δε μεταβιβάζει το όχημα, εκτός εάν εξοφληθεί πλήρως η οφειλή ή αν ο νέος ιδιοκτήτης υπογράψει έντυπο που θα καθοριστεί από τον Έφορο για την αποδοχή της οφειλής ή του εναπομείναντος μέρους της και, ανάλογα με την περίπτωση, την εξόφληση της οφειλής, σύμφωνα με τη διαδικασία που καθορίζεται στο εδάφιο (2) και σύμφωνα με τις εναπομείνασες υποχρεώσεις του αρχικού ιδιοκτήτη. (6) Όταν για όχημα για το οποίο εφαρμόζεται το παρόν άρθρο και για το οποίο υφίσταται οφειλή τέλους κυκλοφορίας προηγούμενης περιόδου ή εναπομείναντος μέρους της υποβληθεί ειδοποίηση για ακινητοποίηση, σύμφωνα με το άρθρο 5Β, τότε η ακινητοποίηση γίνεται αποδεκτή χωρίς να επηρεάζονται τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του κατόχου του οχήματος που καθορίζονται στο παρόν άρθρο. (7) Όταν όχημα για το οποίο εφαρμόζεται το παρόν άρθρο και για το οποίο υφίσταται οφειλή τέλους κυκλοφορίας προηγούμενης περιόδου ή εναπομείναντος μέρους της διαγραφεί, σύμφωνα με το άρθρο 23Α, τότε δεν επηρεάζονται τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του κατόχου του οχήματος που καθορίζονται στο παρόν άρθρο. (8) Το παρόν άρθρο εφαρμόζεται για κάθε όχημα που- (α) εγγράφηκε οποτεδήποτε στο μητρώο του Εφόρου και (β) υφίστανται για αυτό οφειλές τελών κυκλοφορίας οποιασδήποτε προηγούμενης περιόδου για το όχημα. (9) Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, «προηγούμενη περίοδος» σημαίνει τρίμηνη, εξάμηνη ή ετήσια περίοδο που προηγείται της 1ης Ιανουαρίου 2016. (10) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου (2) του παρόντος άρθρου, η πρώτη δόση για τις οφειλές προηγούμενων περιόδων καταβάλλεται εντός δυο (2) μηνών από την ημέρα που ο οφειλέτης ενημερώνει τον Έφορο για την απόφασή του αυτή. 121(Ι)/2014 143(I)/2014 189(Ι)/2014 10(Ι)/2015 202(I)/2015 Ταχύτης 6.-(1) Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητον όχημα επί τινος οδού με ταχύτητα δυναμένην να θέση εν κινδύνω ανθρωπίνην ζωήν ή να προκαλέση ζημίαν ή βλάβην εις οιονδήποτε πρόσωπον ή περιουσιακόν στοιχείον, λαμβανομένων υπ’ όψιν πασών των περιστάσεων, ιδία δε της φύσεως, της καταστάσεως και της χρήσεως της οδού ως και του όγκου της τροχαίας, ήτις πραγματικώς υπάρχει κατά τον δεδομένον χρόνον ή ήτις ευλόγως θα αναμένετο να υπάρχη κατά τον εν λόγω χρόνον επί της οδού ταύτης, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν διά διάστημα μη υπερβαίνον τα δύο έτη ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τις πέντε χιιλιάδες ευρω (€5.000) ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης. (2) Τη συναινέση του Αρχηγού της Αστυνομίας, η αρμοδία αρχή δύναται να ορίση, αναφορικώς προς οιανδήποτε οδόν, ανώτατον ή κατώτατον όριον ταχύτητος, όπερ, καθ’ όσον αφορά εις οδόν κειμένην εν τη κατωκημένη περιοχή οιασδήποτε πόλεως ή χωρίου, δεν δύναται να υπερβαίνη τα τεσσαράκοντα μίλια την ώραν το ούτω καθοριζόμενον όριον ταχύτητος θέλει αναγραφή επί πινακίδων τοποθετουμένων επί των οδών κατά τοιούτον τρόπον ώστε ευχερώς να διακρίνωσι ταύτας οι χρησιμοποιούντες τας τοιαύτας οδούς οδηγοί η αρμοδία αρχή δύναται, ωσαύτως τη συναινέσει του Αρχηγού της Αστυνομίας, να μεταβάλη παν ούτω ορισθέν όριον ταχύτητος: Νοείται ότι μέχρις ου η αρμοδία αρχή προβή εις τον ορισμόν τοιούτου ορίου ταχύτητος, τούτο δεν δύναται να υπερβαίνη, εντός των κατωκημένων περιοχών οιασδήποτε πόλεως ή χωρίου, το όριον των τριάκοντα μιλίων την ώραν. (3) Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητον όχημα επί τινος οδού με ταχύτητα μεγαλυτέραν του ανωτάτου ή μικροτέραν του κατωτάτου ορίου ταχύτητος όπερ έχει ορισθή υπό της αρμοδίας αρχής δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (2) ή της επιφυλάξεως αυτού είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται, εν περιπτώσει καταδίκης, εις φυλάκισιν μη υπερβαίνουσαν το εν έτος ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τις τέσσερις χιλιάδες ευρώ (€4.000) ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης. (4) Ο Έφορος δύναται, διά Γνωστοποιήσεως δημοσιευομένης εν τη επισήμω εφημερίδι της Δημοκρατίας, να καθορίση το ανώτατον όριον ταχύτητος αναφορικώς προς οιονδήποτε τύπον μηχανοκινήτου οχήματος, οριζομένου εν τη γνωστοποιήσει, προς τούτοις δε να ορίση και τον τρόπον, καθ’ ον το όριον τούτο θέλει σημειωθή επί του οχήματος. (5) Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητον όχημα με ταχύτητα μεγαλυτέραν του ανωτάτου ορίου ταχύτητος όπερ έχει διά γνωστοποιήσεως ορισθή δυνάμει του εδαφίου (4) ή κατά παράβασιν του ορισθέντος εν τη γνωστοποιήσει τρόπου καθ’ ον το ανώτατον όριον ταχύτητος ήθελε σημειωθή επί του οχήματος είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται, εν περιπτώσει καταδίκης, εις φυλάκισιν μη υπερβαίνουσαν το εν έτος ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τις τέσσερις χιλιάδες ευρώ (€4.000) ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης. (6) Αι διατάξεις των εδαφίων (3) και (5) δεν εφαρμόζονται επί νοσοκομειακού ασθενοφόρου μηχανοκινήτου οχήματος ή μηχανοκινήτου οχήματος της Αστυνομίας Κύπρου ή της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας ή της Κυπριακής Υπηρεσίας Πληροφοριών εις ην περίπτωσιν τούτο χρησιμοποιείται δι’ υπηρεσιακούς σκοπούς και εάν η τήρησις των εν λόγω διατάξεων θα παρημπόδιζε την χρήσιν του τοιούτου οχήματος διά τον σκοπόν διά τον οποίον χρησιμοποιείται κατά την εν λόγω περίπτωσιν. (7) Διά τους σκοπούς του παρόντος άρθρου και ανεξαρτήτως των διατάξεων παντός ετέρου Νόμου- “αρμοδία αρχή” σημαίνει, καθ’ όσον αφορά εις δήμον ή περιοχήν βελτιώσεως, το δημοτικόν συμβούλιον ή το συμβούλιον της περιοχής βελτιώσεως0 καθ’ όσον αφορά εις οδόν, διά την συντήρησιν της οποίας υπεύθυνος είναι ο Διευθυντής του Τμήματος Δημοσίων Έργων, τον Διευθυντήν του τοιούτου Τμήματος, καθ’ όσον αφορά εις δασικάς οδούς, τον Διευθυντήν του Τμήματος Δασών, εν πάση δε ετέρα περιπτώσει, τον Έπαρχον της επαρχίας, εν η κείται η τοιαύτη οδός. (8) Πρόσωπο το οποίο οδηγεί κατά παράβαση των διατάξεων των εδαφίων (3) ή (5) και ταυτόχρονα οδηγεί κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 5 ή 11Β του περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου, είναι ένοχο αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τα τέσσερα (4) έτη ή/και σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δεκαπέντε χιλιάδες ευρώ (€15.000). (9) Σε περίπτωση που πρόσωπο που καταδικάστηκε δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (8) διαπράξει, εντός τριών (3) ετών από την καταδίκη του, οποιοδήποτε αδίκημα που τιμωρείται με βάση το εν λόγω εδάφιο, το Δικαστήριο δύναται να του επιβάλει ποινές διπλάσιες από τις προβλεπόμενες στο εν λόγω εδάφιο. (10) Πρόσωπο το οποίο καταδικάζεται δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (9), στερείται του δικαιώματος κατοχής άδειας οδηγού για περίοδο που δεν είναι μικρότερη των δύο (2) μηνών από την ημερομηνία της καταδίκης του ή για μεγαλύτερη περίοδο, όπως το Δικαστήριο κρίνει σκόπιμο. 86/1972 72/1985 109(I)/2012 129(I)/2020 104(I)/2023 Αδικήματα αναφορικά με συσκευές περιορισμού ταχύτητας 6Α.—(1) Κάθε ιδιοκτήτης μηχανοκίνητου οχήματος, το οποίο υπόκειται στην εγκατάσταση και χρήση συσκευής περιορισμού ταχύτητας όπως προβλέπεται σε Κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει του παρόντος Νόμου, το οποίο κατά τη διάρκεια οποιου δήποτε τεχνικού ελέγχου διαπιστώνεται ότι δεν έχει συνδεδεμένη την καθορισμένη συσκευή περιορισμού ταχύτητας ή ότι αυτή έχει αφαιρεθεί, παραποιηθεί ή αλλοιωθεί ώστε να επιτρέπει στο όχημα να οδηγείται με ταχύτητα μεγαλύτερη από την επιτρεπόμενη από τους Κανονισμούς, είναι ένοχο αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει το ένα έτος ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις επτακόσιες πενήντα λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές. (2) Χωρίς επηρεασμό της ποινικής ευθύνης αυτού δυνάμει οποιασδήποτε άλλης νομικής διάταξης, κάθε πρόσωπο το οποίο οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα, το οποίο υπόκειται στην εγκατά σταση και χρήση συσκευής περιορισμού ταχύτητας, όπως προβλέ πεται σε Κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει του παρόντος Νόμου, με ταχύτητα μεγαλύτερη της προβλεπομένης για τη συγκε κριμένη κατηγορία οχήματος και η οποία εν γνώσει του επιτυγ χάνεται μετά από παράνομη επέμβαση στη συσκευή περιορισμού ταχύτητας, είναι ένοχο αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει το ένα έτος ή σε χρη ματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις επτακόσιες πενήντα λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές. 20(I)/2002 Αλόγιστος ή επικίνδυνος οδήγησις 7.-(1) Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητον όχημα επί τινός οδού αλογίστως, απερισκέπτως ή επικινδύνως διά το κοινόν, λαμβανομένων υπ’ όψιν πασών των περιστάσεων, ιδία δε της φύσεως, της καταστάσεως και της χρήσεως της οδού, ως και του όγκου της τροχαίας, ήτις πραγματικώς υπάρχει κατά τον δεδομένον χρόνον ή ήτις ευλόγως θα ανεμένετο να υπάρχη κατά τον εν λόγω χρόνον επί της οδού ταύτης, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν διά διάστημα μη υπερβαίνον τα δύο έτη ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τις τέσσερις χιλιάδες ευρώ (€4.000) ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης. (2) Επί δευτέρα ή κατ’ επανάληψιν καταδίκη προσώπου τινός δυνάμει του παρόντος άρθρου, το εκδίδον την καταδικαστικήν απόφασιν Δικαστήριον θέλει ενασκήσει την εξουσίαν, την παραχωρηθείσαν αυτώ υπό του άρθρου 19 και αποστερήσει τον καταδικασθέντα της ικανότητος του κατέχειν ή λαμβάνειν άδειαν οδηγήσεως, εκτός εάν, λαβόν υπ’ όψιν το διάστημα, όπερ παρήλθεν από της προηγουμένης ή τελευταίας καταδίκης ή δι’ οιονδήποτε έτερον ειδικόν λόγον, ήθελε κρίνει σκόπιμον όπως μη ενασκήση την τοιαύτην εξουσίαν η πρόνοια αύτη δέον όπως μη ερμηνευθή ως επηρεάζουσα το δικαίωμα του Δικαστηρίου όπως ενασκήση την ως είρηται εξουσίαν και επί πρώτης καταδίκης. (3) Εάν πρόσωπον τι καταδικασθή επί τω ότι συνήργησεν, συνέδραμε, συνεβούλευσε, προήγαγεν ή υπεκίνησε την διάπραξιν αδικήματος δυνάμει του παρόντος άρθρου, και αποδειχθή ότι ευρίσκετο εις το όχημα καθ’ ον χρόνον διεπράττετο το τοιούτον αδίκημα, το πρόσωπον τούτο υπόκειται, διά τους σκοπούς των διατάξεων του άρθρου 19, αίτινες αφορώσιν εις την στέρησιν της ικανότητος του κατέχειν ή λαμβάνειν άδειαν οδηγήσεως, εις τας αυτάς κυρώσεις ως και ο οδηγός του οχήματος. (4) Πρόσωπο το οποίο καταδικάζεται δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (1) και ταυτόχρονα καταδικάζεται για οδήγηση κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 5 ή 11Β του περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου, στερείται του δικαιώματος κατοχής άδειας οδηγού για περίοδο που δεν είναι μικρότερη των δύο (2) μηνών από την ημερομηνία της καταδίκης του ή για μεγαλύτερη περίοδο, όπως το Δικαστήριο κρίνει σκόπιμο. 86/1972 129(I)/2020 Αμελής οδήγηση 8.-(1)(α) Οποιοσδήποτε οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα σε οποιανδήποτε οδό χωρίς να καταβάλλει την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή ή χωρίς να επιδεικνύει εύλογη μέριμνα για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν την οδό, είναι ένοχος αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους έξι (6) μήνες ή/και σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα χίλια πεντακόσια ευρώ (€1.500). (β) Οποιοσδήποτε οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα σε οποιανδήποτε οδό χωρίς να καταβάλλει την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή ή χωρίς να επιδεικνύει εύλογη μέριμνα για άλλα πρόσωπα, που χρησιμοποιούν την οδό, και προκαλεί ζημιά σε περιουσία, είναι ένοχος αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει το ένα (1) έτος ή/και σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις τρεις χιλιάδες ευρώ (€3.000). (γ) Οποιοσδήποτε οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα σε οποιανδήποτε οδό χωρίς να καταβάλλει την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή ή χωρίς να επιδεικνύει εύλογη μέριμνα για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν την οδό, και προκαλεί σωματική βλάβη είναι ένοχος αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δύο (2) έτη ή/και σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις έξι χιλιάδες ευρώ (€6.000). (2) Πρόσωπο το οποίο καταδικάζεται δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (1) και ταυτόχρονα καταδικάζεται για οδήγηση κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 5 ή 11Β του περί Οδικής Ασφάλειας Νόμου, στερείται του δικαιώματος κατοχής άδειας οδηγού για περίοδο που δεν είναι μικρότερη των δύο (2) μηνών από την ημερομηνία της καταδίκης ή για μεγαλύτερη περίοδο, όπως το Δικαστήριο κρίνει σκόπιμο. 86/1972 129(I)/2020 Οδήγησις υπό την επήρειαν οινοπνευματωδών ποτών, κ.τ.λ. 9. [Διαγράφηκε] Ιστορικό Τροποποιήσεων 86/1972 129(I)/2020 Οδήγησις υπό την επήρειαν κοπώσεως 10. Πας όστις οδηγεί ή πειράται να οδηγήση μηχανοκίνητον όχημα επί τινος οδού ή ετέρου δημοσίου χώρου ή άλλως πως είναι υπεύθυνος διά το τοιούτον όχημα εν όσω τούτο ευρίσκεται επί τινος οδού ή ετέρου δημοσίου χώρου, έχων ηλαττωμένην ικανότητα προς ασφαλή οδήγησιν λόγω εξαιρετικής κοπώσεως, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν διά διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τις τρεις χιλιάδες ευρώ (€3.000) ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης. 86/1972 129(I)/2020 Οδήγησις μηχανοκινήτου οχήματος άνευ της συναινέσεως του ιδιοκτήτου 11. Πας όστις λαμβάνει και οδηγεί οιονδήποτε μηχανοκίνητον όχημα άνευ της συναινέσεως του ιδιοκτήτου αυτού ή ετέρας νομίμου εξουσιοδοτήσεως, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν διά διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας ,1000 ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης. 86/1972 Απαγόρευσις επιβιβάσεως επί μηχανοκινήτου οχήματος ή παρεμβάσεως εις την λειτουργίαν του μηχανισμού αυτού 12.-(1) Πας όστις, άνευ νομίμου εξουσιοδοτήσεως ή ευλόγου αιτίας, ήθελε στηριχθή, κρατηθή ή επιβιβασθή μηχανοκινήτου οχήματος ή ρυμουλκουμένου τοιούτου συρομένου υπ’ αυτού, εν όσω ταύτα ευρίσκονται εν κινήσει εφ’ οιασδήποτε οδού, επί τω σκοπώ μεταφοράς αυτού υπό του τοιούτου οχήματος, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας ,125. (2) Εκτός εάν το Δικαστήριον δι’ ειδικούς λόγους ήθελεν άλλως διατάξει, πρόσωπον καταδικασθέν δι’ αδίκημα δυνάμει του παρόντος άρθρου θέλει αποστερηθή της ικανότητος του κατέχειν ή λαμβάνειν άδειαν οδηγήσεως διά περίοδον δώδεκα μηνών από της τοιαύτης καταδίκης, του Δικαστηρίου εν πάση περιπτώσει μη κωλυομένου να επιβάλη στέρησιν της τοιαύτης ικανότητος διά μεγαλυτέραν χρονικήν περίοδον. 86/1972 Απαγόρευσις οδηγήσεως μηχανοκινήτων οχημάτων εκτός των οδών 13. Πας όστις, άνευ νομίμου εξουσιοδοτήσεως, οδηγεί μηχανοκίνητον όχημα εντός ή επί γης, οιασδήποτε ανεξαιρέτως φύσεως, μη συνιστώσης μέρος οιασδήποτε οδού, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τα ογδόντα πέντε ευρώ (€85,00): Νοείται ότι δεν συνιστά αδίκημα δυνάμει του παρόντος άρθρου- (α) η οδήγησις οιουδήποτε μηχανοκινήτου οχήματος επί γης κειμένης εντός δεκαπέντε υαρδών από της οδού, η γενομένη διά σκοπούς σταθμεύσεως του οχήματος (β) η οδήγησις κατά παράβασιν του παρόντος άρθρου, ήτις αποδεδειγμένως εγένετο διά την διάσωσι ανθρωπίνης ζωής ή την απόσβεσιν πυρός ή την αντιμετώπισιν οιασδήποτε ετέρας εκτάκτου καταστάσεως (γ) η οδήγησις οιουδήποτε μηχανοκινήτου οχήματος επί γης, η γενομένη εν τη ενασκήσει δικαιώματος τινος επί της τοιαύτης γης. 86/1972 172(Ι)/2014 Εγκατάλειψις μηχανοκινήτου οχήματος εις επικίνδυνον θέσιν 14. Πας όστις, έχων την ευθύνην μηχανοκινήτου οχήματος, καταλείπει ή επιτρέπη να καταλειφθή το τοιούτον όχημα ή ρυμουλκούμενον όχημα συρόμενον υπ’ αυτού, εφ’ οιασδήποτε οδού εις τοιαύτην θέσιν ή εις τοιαύτην κατάστασιν ή υπό τοιαύτας περιστάσεις, ώστε ενδεχομένως να δύναται να προκληθή κίνδυνος εις έτερα πρόσωπα χρησιμοποιούντα την οδόν, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν διά διάστημα μη υπερβαίνον τους τρεις μήνας ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τα χίλια ευρώ (€1.000) ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης. 86/1972 129(I)/2020 Καθήκον για ασφαλή φύλαξη 14Α.-(1) Ο ιδιοκτήτης μηχανοκίνητου οχήματος έχει υποχρέωση να λαμβάνει όλα τα απαραίτητα εύλογα μέτρα για αποτροπή της χρησιμοποίησης του οχήματος του από οποιοδήποτε μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο. (2) Παράβαση της δυνάμει του εδαφίου (1) επιβαλλόμενης υποχρέωσης συνιστά αδίκημα τιμωρούμενο με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή μέχρι δύο χιλιάδων λιρών ή και με τις δύο αυτές ποινές. (3) Σε ποινική δίωξη ιδιοκτήτη οχήματος για αδίκημα δυνάμει του εδαφίου (2), η απόδειξη από την κατηγορούσα αρχή της χρησιμοποίησης του οχήματος από μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο συνιστά εκ πρώτης όψεως απόδειξη ενοχής του ιδιοκτήτη αυτού, εκτός αν αυτός ήθελε αποδείξει ότι έλαβε όλα τα αναγκαία εύλογα μέτρα για αποτροπή τέτοιας μη εξουσιοδοτημένης χρησιμοποίησης. (4) Για τους σκοπούς του άρθρου αυτού- “ιδιοκτήτης”, χωρίς επηρεασμό της ερμηνείας που αποδίδεται στον όρο αυτό δυνάμει του άρθρου 2, περιλαμβάνει και οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο έχει στην κατοχή και υπό τον έλεγχο του μηχανοκίνητο όχημα. “μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο” σημαίνει κάθε πρόσωπο το οποίο δεν έχει ή δε δικαιούται να έχει άδεια οδήγησης της κατηγορίας του μηχανοκίνητου οχήματος σε σχέση με το οποίο διαπράχθηκε αδίκημα ή δεν καλύπτεται από το απαιτούμενο από το νόμο πιστοποιητικό ασφάλισης υπέρ τρίτου. 86/1972 80(I)/2000 Μετακίνηση μηχανοκίνητων οχημάτων σε περίπτωση οδικής σύγκρουσης 14Β.-(1) Σε περίπτωση κατά την οποία συμβαίνει οδική σύγκρουση μεταξύ μηχανοκίνητων οχημάτων σε οποιαδήποτε οδό, περιλαμβανομένων ανοιχτού χώρου, πλατείας ή/και δημόσιου χώρου, και- (α) δεν υπάρχουν εμφανείς σωματικές βλάβες σε οποιονδήποτε από τους εμπλεκομένους∙ (β) δεν χρειάζεται η παρέμβαση ή/και παρουσία της Αστυνομίας Κύπρου στη σκηνή της οδικής σύγκρουσης∙ (γ) τα ενεχόμενα στην οδική σύγκρουση μηχανοκίνητα οχήματα μπορούν να μετακινηθούν χωρίς ρυμούλκηση και χωρίς πρόκληση περαιτέρω βλάβης είτε σε αυτά είτε στο οδόστρωμα∙ και (δ) είναι εύλογο υπό τις περιστάσεις οι οποίες επικρατούν τη δεδομένη στιγμή στο οδόστρωμα και στην οδό, τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (2), τα ενεχόμενα στην οδική σύγκρουση μηχανοκίνητα οχήματα ή/και οποιοδήποτε εξ αυτών τα οποία δύνανται να μετακινηθούν, μετακινούνται στο πλησιέστερο σημείο, προκειμένου να μην παρακωλύεται η λοιπή τροχαία κίνηση: Νοείται ότι, η μετακίνηση των ενεχόμενων στην οδική σύγκρουση μηχανοκινήτων οχημάτων ή οποιουδήποτε εξ αυτών πραγματοποιείται από τους οδηγούς των οχημάτων ή/και από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο το οποίο κατέχει έγκυρη και σε ισχύ άδεια οδήγησης, καθώς και ασφαλιστική κάλυψη, κατόπιν εντολής του οδηγού του ενεχόμενου στην οδική σύγκρουση μηχανοκίνητου οχήματος. (2) Για σκοπούς εφαρμογής των διατάξεων του εδαφίου (1), πριν από τη μετακίνηση των ενεχόμενων στην οδική σύγκρουση μηχανοκίνητων οχημάτων ή/και οποιουδήποτε εξ αυτών οχήματος, οι εμπλεκόμενοι οδηγοί- (α) ενημερώνουν αμέσως τις ασφαλιστικές εταιρείες τους για την πρόκληση της εν λόγω οδικής σύγκρουσης∙ (β) ανταλλάζουν μεταξύ τους τα ονοματεπώνυμά τους, τους αριθμούς των πιστοποιητικών των ασφαλιστικών τους συμβολαίων, τους αριθμούς άδειας οδήγησής τους, τα στοιχεία του οχήματός τους και τους αριθμούς των τηλεφώνων τους∙ (γ) προβαίνουν τάχιστα σε λήψη φωτογραφιών από τη σκηνή της οδικής σύγκρουσης, οι οποίες περιλαμβάνουν τα μηχανοκίνητα οχήματα στην τελική τους θέση μετά την οδική σύγκρουση, τους αριθμούς εγγραφής αυτών, τις προκληθείσες ζημιές και τον περιβάλλοντα χώρο, τηρουμένης της αρχής της ελαχιστοποίησης των δεδομένων βάσει των διατάξεων του άρθρου 5 παράγραφος 1 στοιχείο γ) του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/679∙ και (δ) ανταλλάζουν μεταξύ τους τις ληφθείσες φωτογραφίες και τις αποστέλλουν σε πρόσωπο το οποίο τους υποδεικνύεται από την ασφαλιστική τους εταιρεία ή/και αντιπρόσωπο αυτής: Νοείται ότι, σε περίπτωση κατά την οποία οποιοσδήποτε εμπλεκόμενος οδηγός αδυνατεί να προβεί σε λήψη φωτογραφιών, μπορεί να ζητήσει τη λήψη φωτογραφιών από οποιοδήποτε έτερο εμπλεκόμενο ή πρόσωπο της εμπιστοσύνης του ή αντιπρόσωπο της ασφαλιστικής εταιρείας του ή πρόσωπο το οποίο υποδεικνύεται από αυτήν: Νοείται ότι, οι διατάξεις των εδαφίων (1) και (2) δεν εφαρμόζονται σε περίπτωση οδικής σύγκρουσης στην οποία εμπλέκεται ανασφάλιστο ή κυβερνητικό όχημα ή σε περίπτωση κατά την οποία οποιοσδήποτε οδηγός εγκαταλείψει τη σκηνή της οδικής σύγκρουσης: Νοείται περαιτέρω ότι, η μετακίνηση μηχανοκίνητου οχήματος από τη σκηνή της οδικής σύγκρουσης δυνάμει των διατάξεων των εδαφίων (1) και (2) δεν αντιστοιχεί και σε ανάληψη ευθύνης για την εν λόγω οδική σύγκρουση: Νοείται έτι περαιτέρω ότι, σε περίπτωση κατά την οποία οποιοσδήποτε οδηγός κατά την οδική σύγκρουση δεν έχει εμφανείς σωματικές βλάβες, η όποια μετακίνηση του οχήματός του δεν του αποστερεί το δικαίωμα για αξίωση σε μελλοντικό χρόνο από το υπαίτιο μέρος αποζημιώσεων για τις βλάβες αυτές: Νοείται έτι έτι περαιτέρω ότι, η μετακίνηση μηχανοκινήτων οχημάτων δεν θεωρείται εγκατάλειψη της σκηνής της οδικής σύγκρουσης. (3) Τηρουμένων των διατάξεων των εδαφίων (1) και (2), η μετακίνηση μηχανοκίνητου οχήματος δεν δύναται να θεωρηθεί ως παράβαση οποιουδήποτε όρου ασφαλιστηρίου συμβολαίου το οποίο βρίσκεται σε ισχύ κατά τον χρόνο της οδικής σύγκρουσης. (4)(α) Η συλλογή και επεξεργασία των στοιχείων και φωτογραφιών που διενεργείται από τους εμπλεκόμενους οδηγούς ή κατά περίπτωση τα πρόσωπα της εμπιστοσύνης τους ή τους αντιπροσώπους των ασφαλιστικών εταιρειών ή τα πρόσωπα τα οποία υποδεικνύονται από αυτές για τους σκοπούς των εδαφίων (1) και (2), πραγματοποιείται τηρουμένων των διατάξεων του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 και του περί της Προστασίας των Φυσικών Προσώπων Έναντι της Επεξεργασίας των Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και της Ελεύθερης Κυκλοφορίας των Δεδομένων αυτών Νόμου και οι εμπλεκόμενοι οδηγοί, καθώς και τα πιο πάνω πρόσωπα, έχουν υποχρέωση όπως χρησιμοποιούν τα εν λόγω στοιχεία και φωτογραφίες μόνο για τους προβλεπόμενους στα εδάφια αυτά σκοπούς. (β) Σε περίπτωση παραβίασης των προβλεπόμενων στις διατάξεις της παραγράφου (α), δύναται να επιβληθεί διοικητικό πρόστιμο ή ποινή, δυνάμει των διατάξεων του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 και των άρθρων 32 και 33 του περί της Προστασίας των Φυσικών Προσώπων Έναντι της Επεξεργασίας των Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και της Ελεύθερης Κυκλοφορίας των Δεδομένων αυτών Νόμου. (4Α) Πρόσωπο, το οποίο παραβαίνει τις διατάξεις των εδαφίων (1) ή/και (2), είναι ένοχο αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε χρηματική ποινή η οποία δεν υπερβαίνει τα χίλια ευρώ (€1.000). (4Β) Πρόσωπο, το οποίο παρακινεί ή εξαναγκάζει ή αποπειράται  να παρακινήσει ή εξαναγκάσει, με οποιονδήποτε τρόπο, οδηγό μηχανοκίνητου οχήματος ενεχόμενο στην οδική σύγκρουση όπως παραβεί τις διατάξεις των εδαφίων (1) ή/και (2), είναι ένοχο αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε χρηματική ποινή η οποία δεν υπερβαίνει τα χίλια ευρώ (€1.000). (5) Για σκοπούς του παρόντος άρθρου, “εύλογο υπό τις περιστάσεις” δύναται να ερμηνευθεί λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, την τροχαία κίνηση επί της οδού κατά τη στιγμή της οδικής σύγκρουσης, την ώρα και ημέρα που συνέβη η οδική σύγκρουση και, σε περιπτώσεις οδικών συγκρούσεων οι οποίες συμβαίνουν σε αυτοκινητόδρομους και δρόμους ταχείας κυκλοφορίας, την ασφάλεια των εμπλεκομένων και των λοιπών χρηστών του οδικού δικτύου. 146(I)/2025 77(I)/2026 Έκδοσις αδείας ή πιστοποιητικού τη παροχή ψευδών στοιχείων 15. Πας όστις προβαίνει εις δήλωσιν, γραπτήν ή προφορικήν, ήτις είναι ψευδής ή παραπλανητική ή αποκρύπτει ουσιώδη στοιχεία, επί τω τέλει όπως επιτύχη την έκδοσιν αδείας ή πιστοποιητικού δυνάμει του παρόντος Νόμου ή των δυνάμει τούτου γενομένων Κανονισμών, εκτός εάν αποδειχθή επί Δικαστηρίω ότι ενήργησεν άνευ δολίας προθέσεως, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν διά διάστημα μη υπερβαίνον τα τρία έτη ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας ,1500 ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης. 86/1972 Πλαστογραφία κ.λ.π., αδείας, κ.λ.π. 16. Πας όστις, μετά δολίας προθέσεως- (α) πλαστογραφεί, παραποιεί ή αλλοιοί οιανδήποτε άδειαν, πιστοποιητικόν ή έτερον έγγραφον, εκδοθέν δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου ή οιωνδήποτε δυνάμει τούτου γενομένων Κανονισμών ή (β) χρησιμοποιεί ή επιτρέπει να χρησιμοποιηθή παρ’ οιουδήποτε ετέρου προσώπου, άδεια, πιστοποιητικόν ή έτερον έγγραφον ούτω πλαστογραφηθέν, παραποιηθέν ή αλλοιωθέν0 ή (γ) παραχωρεί προς έτερον ή λαμβάνει παρ’ ετέρου άδειαν, πιστοποιητικόν ή έτερον έγγραφον ούτω πλαστογραφηθέν, παραποιηθέν ή αλλοιωθέν ή (δ) κατασκευάζει ή έχει εν τη κατοχή αυτού οιονδήποτε έγγραφον τοσούτον προσομοιάζον προς άδειαν, πιστοποιητικόν ή έγγραφον εκδοθέν δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου ή των δυνάμει τούτου γενομένων Κανονισμών, ώστε να δύναται να εξαπατήση περί της αληθούς αυτού φύσεως ή (ε) εκδίδει οιανδήποτε άδειαν, πιστοποιητικόν ή έτερον έγγραφον κατά νόμον εκδιδόμενον δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου ή των δυνάμει τούτου γενομένων Κανονισμών, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν διά διάστημα μη υπερβαίνον τα τρία έτη ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας ,1500 ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης. 86/1972 Αφαίρεσις, κ.λ.π., των διακριτικών σημείων μηχανοκινήτου οχήματος 17. Πας όστις- (α) εκουσίως αφαιρεί, παραποιεί, καλύπτει, καταστρέφει, αλλοιοί, πλαστογραφεί ή αντικαθιστά τα διακριτικά σημεία μηχανοκινήτου οχήματος ή την άδειαν ή τον διακριτικόν αριθμόν του πλαισίου ή μηχανής ή αποκρύπτει ταύτα επί τω σκοπώ όπως αποκρύψη ή παραποιήση την ταυτότητα του οχήματος, του πλαισίου ή της μηχανής αυτού (β) αγοράζει, λαμβάνει, κατέχει, πωλεί ή διαθέτει μηχανοκίνητον όχημα, εν γνώσει αυτού ότι, επί τω τέλει αποκρύψεως της ταυτότητος του τοιούτου οχήματος, αφηρέθησαν, παρεποιήθησαν, εκαλύφθησαν, κατεστράφησαν, ηλλοιώθησαν, επλαστογραφήθησαν ή αντικατεστάθησαν τα διακριτικά αυτού σημεία ή η άδεια ή ο διακριτικός αριθμός του πλαισίου ή της μηχανής αυτού (γ) έχων την πρόθεσιν να παραστήση ψευδώς την ταυτότητα μηχανοκινήτου οχήματος εκθέτει διακριτικά σημεία ή άδειαν μη παραχωρηθέντα αυτώ υπό του Εφόρου ή παραλείπει να εκθέση τα παραχωρηθέντα υπό του Εφόρου διακριτικά σημεία του τοιούτου οχήματος ή την άδειαν αυτού, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν διά διάστημα μη υπερβαίνον τα τρία έτη ή εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας ,1500 ή εις αμφοτέρας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης. 86/1972 Συντρέχουσα ευθύνη του ιδιοκτήτου μηχανοκινήτου οχήματος 18. Οσάκις, τη συναινέσει (ρητή ή σιωπηρά) του ιδιοκτήτου αυτού, μηχανοκίνητον όχημα χρησιμοποιήται ή λειτουργή κατά τοιούτον τρόπον ώστε η χρήσις ή λειτουργία αυτού να συνιστά αδίκημα κατά τας προνοίας του παρόντος Νόμου ή των δυνάμει τούτου γενομένων Κανονισμών, ο ιδιοκτήτης του οχήματος λογίζεται ως συνεργήσας εις την διάπραξιν του τοιούτου αδικήματος, δύναται δε να διωχθή ως φυσικός αυτουργός και να τιμωρηθή αναλόγως, εκτός εάν αποδείξη επί Δικαστηρίω, ότι το αδίκημα διεπράχθη εν αγνοία του και δεν οφείλετο εις οιανδήποτε πράξιν ή παράλειψιν αυτού. 86/1972 Πρόσθετοι εξουσίαι του Δικαστηρίου 19.-(1)(α) Δικαστήριο που καταδικάζει οποιοδήποτε πρόσωπο για αδίκημα που προβλέπεται στις διατάξεις των νόμων ή στις πρόνοιες των δυνάμει αυτών εκδιδόμενων Κανονισμών που αναφέρονται στην παράγραφο (β) του παρόντος εδαφίου, δύναται να επιβάλει, σε περίπτωση που δεν προβλέπεται ειδικά σε αυτούς, στέρηση του δικαιώματός του να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τους τρεις (3) μήνες. (β) Οι νόμοι που αναφέρονται στην παράγραφο (α) είναι οι ακόλουθοι: (i) Ο περί  Μηχανοκίνητων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμος∙ (ii) Ο περί Οδικής Ασφάλειας Νόμος∙ (iii) Ο περί Οδικής Μεταφοράς Επικίνδυνων Εμπορευμάτων Νόμος∙ (iv) Ο περί Άδειας Οδήγησης∙ (v) Ο περί Ελέγχου των Ωρών Οδήγησης και Ανάπαυσης των Οδηγών  Ορισμένων Οχημάτων Νόμος∙ (vi) Ο περί της Επαγγελματικής Άδειας Οδηγού Νόμος∙ (vii) Ο περί της Αρχικής Επιμόρφωσης και της Περιοδικής Κατάρτισης των Οδηγών Ορισμένων Οδικών Οχημάτων τα οποία Χρησιμοποιούνται για τη Μεταφορά Εμπορευμάτων ή Επιβατών Νόμος∙ (viii) Ο περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης Έναντι Τρίτου) Νόμος∙ (ix) O περί Ποινικού Κώδικα Νόμος, για τα αδικήματα του άρθρου 235Α. (γ) Δικαστήριο, το οποίο καταδικάζει οποιοδήποτε πρόσωπο για αδίκημα που προβλέπεται στις διατάξεις του άρθρου 210 του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, δύναται να επιβάλει στέρηση του δικαιώματος του να κατέχει ή να λαμβάνει άδεια οδήγησης για χρονικό διάστημα το οποίο δεν υπερβαίνει τα δύο (2) έτη. (2) Παν πρόσωπον, όπερ διά διατάγματος του Δικαστηρίου εκδοθέντος δυνάμει του εδαφίου (1), ήθελεν αποστερηθή της ικανότητος του κατέχειν ή λαμβάνειν άδειαν οδηγήσεως μηχανοκινήτου οχήματος, δύναται να ασκήση έφεσιν κατά του τοιούτου διατάγματος καθ’ ον τρόπον ασκείται η έφεσις και κατά καταδικαστικής αποφάσεως0 εκκρεμούσης της εφέσεως, το Δικαστήριον δύναται, κατά το δοκούν να αναστείλη την ισχύν του ως είρηται διατάγματος. (3) Οσάκις το πρόσωπον, όπερ αποστερήθη της ικανότητος του κατέχειν ή λαμβάνειν άδειαν οδηγήσεως μηχανοκινήτου οχήματος, κατόπιν καταδικαστικής αποφάσεως ή διατάγματος δυνάμει του παρόντος άρθρου εκδοθέντος, είναι κάτοχος αδείας, η τοιαύτη άδεια θέλει ανασταλή και αποστερηθή οιασδήποτε ισχύος, καθ’ ον χρονικόν διάστημα εξακολουθεί και η ούτω επιβληθείσα ανικανότης. (4) Επί καταδίκης δι’ αδίκημα διαπραχθέν δυνάμει του παρόντος Νόμου ή των δυνάμει τούτου γενομένων Κανονισμών, το εκδίδον την καταδικαστικήν απόφασιν Δικαστήριον δύναται εν πάση περιπτώσει, οφείλει δε, εν η περιπτώσει ήθελεν εκδώσει διάταγμα περί αποστερήσεως της ικανότητος του κατέχειν ή λαμβάνειν άδειαν οδηγήσεως, να διατάξη όπως αναγραφώσιν επί της κατεχομένης υπό του τοιούτου προσώπου αδείας λεπτομερείαι της επιβληθείσης αυτώ καταδίκης ή ανικανότητος. 86/1972 129(I)/2020 94(I)/2025 Οδήγηση κατά παράβαση απόφασης ή διατάγματος δικαστηρίου 19Α.  Πρόσωπο, το οποίο έχει αποστερηθεί με απόφαση ή διάταγμα του δικαστηρίου, της ικανότητας να κατέχει ή λαμβάνει άδεια οδήγησης μηχανοκίνητου οχήματος για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα και το οποίο οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα κατά παράβαση της πιο πάνω απόφασης ή διατάγματος, είναι ένοχο αδικ …

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.