Official sourcescylaw.org · EUR-Lex
Europaius

Ο περί Ανάκαμψης ΚΕΠΕΥ και Λοιπών Οντοτήτων υπό την Εποπτεία της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και για Συναφή Θέματα Νόμος του 2016 - 20(I)/2016

Εν συντομία

Αυτός ο Νόμος θεσπίζει ένα πλαίσιο για την ανάκαμψη και την εξυγίανση Κυπριακών Επιχειρήσεων Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (ΚΕΠΕΥ) και άλλων οντοτήτων που εποπτεύονται από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, με σκοπό την εναρμόνιση με την Οδηγία 2014/59/ΕΕ της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Τι ρυθμίζει

  • Την εναρμόνιση με την Οδηγία 2014/59/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου.
  • Τη θέσπιση πλαισίου για την ανάκαμψη και την εξυγίανση πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων.
  • Την τροποποίηση άλλων οδηγιών και κανονισμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ποιους αφορά

  • Κυπριακές Επιχειρήσεις Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (ΚΕΠΕΥ).
  • Λοιπές οντότητες υπό την εποπτεία της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς.

Βασικά σημεία

  • Ο Νόμος αναφέρεται ως ο περί Ανάκαμψης ΚΕΠΕΥ και Λοιπών Οντοτήτων υπό την Εποπτεία της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και για Συναφή Θέματα Νόμος του 2016.
  • Ορίζει διάφορους όρους, όπως «ανώτατα διοικητικά στελέχη», «απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων», «αρμόδια αρχή», «αρχή εξυγίανσης», «επιχείρηση επενδύσεων», «ίδρυμα», «ΚΕΠΕΥ» και πολλούς άλλους.
  • Προβλέπει μέτρα πρόληψης κρίσεων, όπως η αντιμετώπιση ελλείψεων στα σχέδια ανάκαμψης και η άσκηση εξουσιών απομείωσης ή μετατροπής κεφαλαιακών μέσων.
  • Εναρμονίζεται με την Οδηγία 2014/59/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 15ης Μαΐου 2014.
Κείμενο νόμου
Κείμενο νόμου

Ο περί Ανάκαμψης ΚΕΠΕΥ και Λοιπών Οντοτήτων υπό την Εποπτεία της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και για Συναφή Θέματα Νόμος του 2016 - 20(I)/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | Επικοινωνία Κατάλογος Ενοποιημένης Νομοθεσίας Ο περί Ανάκαμψης ΚΕΠΕΥ και Λοιπών Οντοτήτων υπό την Εποπτεία της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και για Συναφή Θέματα Νόμος του 2016 (20(I)/2016) Περιεχόμενα Πλήρες Κείμενο Εκτύπωση Ιστορικό Τροποποιήσεων 20(I)/2016 73(I)/2019 92(I)/2021 19(I)/2023 13(I)/2025 Προοίμιο Για σκοπούς εναρμόνισης με την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Οδηγία 2014/59/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 15ης Μαΐου 2014 για τη θέσπιση πλαισίου για την ανάκαμψη και την εξυγίανση πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων και για την τροποποίηση της οδηγίας 82/891/ΕΟΚ του Συμβουλίου, και των οδηγιών 2001/24/ΕΚ, 2002/47/ΕΚ, 2004/25/ΕΚ, 2005/56/ΕΚ, 2007/36/ΕΚ, 2011/35/ΕΕ, 2012/30/ΕΕ και 2013/36/ΕΕ, καθώς και των κανονισμών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 και (ΕΕ) αριθ. 648/2012», Η Βουλή των Αντιπροσώπων ψηφίζει ως ακολούθως: ΜΕΡΟΣ Ι ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ Συνοπτικός τίτλος 1. Ο παρών Νόμος θα αναφέρεται ως ο περί Ανάκαμψης ΚΕΠΕΥ και Λοιπών Οντοτήτων υπό την Εποπτεία της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και για Συναφή Θέματα Νόμος του 2016. 20(I)/2016 Ερμηνεία 2.-

(1)Στον παρόντα Νόμο, εκτός και εάν από το κείμενο προκύπτει διαφορετική έννοια - «ανώτατα διοικητικά στελέχη» σημαίνει φυσικά πρόσωπα που ασκούν εκτελεστικά καθήκοντα σε ίδρυμα ή σε οντότητες, που αναφέρονται στις παραγράφους (β) ή (δ) του άρθρου 3, τα οποία φυσικά πρόσωπα είναι υπεύθυνα και λογοδοτούν στο διοικητικό όργανο για την καθημερινή διοίκηση του ιδρύματος ή οντότητας· «απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων» σημαίνει απαιτήσεις που προβλέπονται στα Άρθρα 92 έως 98 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· «αρμόδια αρχή» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το Άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 40), του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, και περιλαμβάνει την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα όσον αφορά τα ειδικά καθήκοντα που της έχουν ανατεθεί δυνάμει του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1024/2013∙ «αρμόδιο υπουργείο κράτους μέλους» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμου∙ «αρχείο καταγραφής συναλλαγών» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το Άρθρο 2, σημείο 2), του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012· «αρχή ενοποιημένης εποπτείας» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το Άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 41), του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· «αρχή εξυγίανσης» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμου και, κατά περίπτωση, έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο «αρχή εξυγίανσης κράτους μέλους» του άρθρου 2 του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμου∙ «αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμου∙ «αρχή μακροπροληπτικής εποπτείας» σημαίνει την Κεντρική Τράπεζα Κύπρου∙ «διασυνοριακός όμιλος» σημαίνει όμιλος με οντότητες του ομίλου εγκατεστημένες σε περισσότερα του ενός κράτη μέλη· «διοικητικό όργανο» σημαίνει όργανο νομικού προσώπου που εξουσιοδοτείται να καθορίζει τη στρατηγική, τους στόχους και τη γενική κατεύθυνση του νομικού προσώπου και που επιβλέπει και παρακολουθεί τη λήψη αποφάσεων από τη διοίκηση, και περιλαμβάνει πρόσωπο που πράγματι διευθύνει την επιχειρηματική δραστηριότητα του νομικού προσώπου∙ «δράση εξυγίανσης» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμου∙ «ΕΑΤ» σημαίνει την Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών που συγκροτήθηκε δια του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010· «έκτακτη δημόσια χρηματοπιστωτική στήριξη» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμου∙ «ενδεδειγμένη αρχή» σημαίνει αρχή που, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 27, είναι αρμόδια να προβαίνει στις διαπιστώσεις σχετικά με την απομείωση ή τη μετατροπή των κεφαλαιακών μέσων, δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(2)του άρθρου 26· «ενοποιημένη βάση» σημαίνει τη βάση της ενοποιημένης κατάστασης του ομίλου, όπως αυτή ορίζεται στο Άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο 47), του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· «Ένωση» ή «ΕΕ» σημαίνει την Ευρωπαϊκή Ένωση· «εξουσία εξυγίανσης» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμου∙ «εξυγίανση» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμου∙ «επιλέξιμα μέσα χαμηλής κατάταξης» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό στο άρθρο 2 του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμου· «επιλέξιμες υποχρεώσεις» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό στο άρθρο 2 του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμου· «επιχείρηση επενδύσεων» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το Άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο 2), του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· «Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς» ή «Επιτροπή» σημαίνει το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου που προβλέπεται από τον περί της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου Νόμο ως διορθώθηκε· «θυγατρική» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το Άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 16) του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και, για σκοπούς εφαρμογής των άρθρων 6, 10
(3), 26, 27 και 28 του παρόντος Νόμου επί των ομίλων εξυγίανσης οι οποίοι αναφέρονται στην παράγραφο (β) του ορισμού του όρου ‟όμιλος εξυγίανσηςˮ στο εδάφιο
(1)του άρθρου 2 του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμου, περιλαμβάνει, όπου και όπως αρμόζει, πιστωτικά ιδρύματα που είναι μόνιμα συνδεδεμένα με κεντρικό οργανισμό, τον ίδιο τον κεντρικό οργανισμό και τις αντίστοιχες θυγατρικές τους, λαμβάνοντας υπόψη τον τρόπο με τον οποίο οι εν λόγω όμιλοι εξυγίανσης συμμορφώνονται με το εδάφιο
(3)του άρθρου 25Δ του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμου· «ίδια κεφάλαια» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το Άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 118), του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· «ίδρυμα» σημαίνει αδειοδοτημένο πιστωτικό ίδρυμα που έχει συσταθεί στη Δημοκρατία ή ΚΕΠΕΥ που υπόκειται στην απαίτηση αρχικού κεφαλαίου σύμφωνα με το εδάφιο
(1)του άρθρου 10 του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμου ως διορθώθηκε· «ίδρυμα τρίτης χώρας» σημαίνει οντότητα της οποίας η κεντρική διοίκηση εδρεύει σε τρίτη χώρα και η οποία, εάν ήταν εγκατεστημένη εντός της Ένωσης, θα ενέπιπτε στον ορισμό του όρου «ίδρυμα»· «κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας» σημαίνει συλλογική πτωχευτική διαδικασία λόγω αφερεγγυότητας του οφειλέτη, η οποία συνεπάγεται τη μερική ή ολική εκποίηση περιουσιακών του στοιχείων και τον διορισμό εκκαθαριστή ή διαχειριστή σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους V του περί Εταιρειών Νόμου ως διορθώθηκε· «Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1024/2013» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας με τίτλο «Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1024/2013 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 2013, για την ανάθεση ειδικών καθηκόντων στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα σχετικά με τις πολιτικές που αφορούν την προληπτική εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων» ως διορθώθηκε· «Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1093/2010» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 24ης Νοεμβρίου 2010 σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών), την τροποποίηση της απόφασης αριθ. 716/2009/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 2009/78/ΕΚ της Επιτροπής» όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 806/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 15ης Ιουλίου 2014»· «Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 575/2013» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012» όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον Εκτελεστικό Κανονισμό (ΕΕ) 2015/880 της Επιτροπής της 4ης Ιουνίου 2015· «Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 600/2014» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 600/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 15ης Μαΐου 2014 για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012»∙ «Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 648/1012» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Κανονισμός (ΕΕ) 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 4ης Ιουλίου 2012 για τα εξωχρηματιστηριακά παράγωγα, τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους και τα αρχεία καταγραφής συναλλαγών» όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την Οδηγία (ΕΕ) 2015/849 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 20ης Μαΐου 2015· «Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 2022/2554» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο “Κανονισμός (ΕΕ) 2022/2554 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 14ης Δεκεμβρίου 2022 σχετικά με την ψηφιακή επιχειρησιακή ανθεκτικότητα του χρηματοοικονομικού τομέα και την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 1060/2009, (ΕΕ) αριθ. 648/2012, (ΕΕ) αριθ. 600/2014, (ΕΕ) αριθ. 909/2014 και (ΕΕ) 2016/1011”· «Κεντρική Τράπεζα Κύπρου» σημαίνει την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου που διέπεται από τον περί της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου Νόμο ως διορθώθηκε· «ΚΕΠΕΥ» σημαίνει Κυπριακή Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών όπως ορίζεται στο εδάφιο
(1)του άρθρου 2 του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμου ως διορθώθηκε, η οποία αναφέρεται στην παράγραφο (α) του άρθρου 3 του παρόντος Νόμου∙ «μεικτή εταιρεία συμμετοχών» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το Άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 22), του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· «μεικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το Άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 21), του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· «μέσα κοινών μετοχών της κατηγορίας 1» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμου∙ «μέσα κοινών μετοχών της κατηγορίας 2» σημαίνει κεφαλαιακά μέσα ή δάνεια μειωμένης εξασφάλισης, που πληρούν τις προϋποθέσεις του Άρθρου 63 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· «μεταβατικό ίδρυμα» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμου∙ «μέτοχοι» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμου∙ «μέτρο πρόληψης κρίσεων» σημαίνει την άσκηση εξουσιών προκειμένου να αντιμετωπιστούν ελλείψεις ή εμπόδια στην εφαρμογή του σχεδίου ανάκαμψης σύμφωνα με τις διατάξεις των εδαφίων
(6)έως
(9)του άρθρου 7 του παρόντος Νόμου, την άσκηση εξουσιών για την αντιμετώπιση ή την εξάλειψη των εμποδίων στη δυνατότητα εξυγίανσης σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 20 του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμου, την εφαρμογή μέτρου έγκαιρης παρέμβασης σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 18 του παρόντος Νόμου, τον διορισμό προσωρινού διαχειριστή σύμφωνα με τις διατάξεις το άρθρου 20 του παρόντος Νόμου, ή την άσκηση εξουσιών απομείωσης ή μετατροπής κεφαλαιακών μέσων σύμφωνα με τις διατάξεις το άρθρου 26 του παρόντος Νόμου· «μητρική επιχείρηση» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το Άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 15), στοιχείο α), του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· «μητρική επιχείρηση της Ένωσης» σημαίνει μητρικό ίδρυμα εγκατεστημένο στην ΕΕ, μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην ΕΕ ή μητρική μεικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην ΕΕ· «μητρική επιχείρηση τρίτης χώρας» σημαίνει μητρικό ίδρυμα, μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή μητρική μεικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών, εγκατεστημένο/η σε τρίτη χώρα· «μητρική μεικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη σε κράτος μέλος» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το Άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 32), του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· «μητρική μεικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην ΕΕ» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το Άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 33), του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· «μητρική χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη σε κράτος μέλος» ή «μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη σε κράτος μέλος» σημαίνει μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών σε κράτος μέλος όπως ορίζεται στο Άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 30), του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· «μητρική χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην ΕΕ» ή «μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην ΕΕ» σημαίνει μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών της ΕΕ, όπως ορίζεται στο Άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 31), του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· «μητρικό ίδρυμα εγκατεστημένο σε κράτος μέλος» σημαίνει μητρικό ίδρυμα εγκατεστημένο σε ένα κράτος μέλος το οποίο διαθέτει θυγατρικό ίδρυμα ή χρηματοδοτικό ίδρυμα ή το οποίο κατέχει συμμετοχή σε θυγατρικό ίδρυμα ή χρηματοδοτικό ίδρυμα, και το οποίο μητρικό ίδρυμα δεν αποτελεί το ίδιο θυγατρική άλλου ιδρύματος με άδεια λειτουργίας στο ίδιο κράτος μέλος ή χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών ή μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών που έχει ιδρυθεί στο ίδιο κράτος μέλος· «μητρικό ίδρυμα εγκατεστημένο στην ΕΕ» σημαίνει μητρικό ίδρυμα εντός κράτους μέλους, το οποίο δεν αποτελεί θυγατρική άλλου ιδρύματος με άδεια λειτουργίας σε οποιοδήποτε κράτος μέλος ή χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών ή μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών που έχει ιδρυθεί σε οποιοδήποτε κράτος μέλος· «Οδηγία 2013/36/ΕΕ» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Οδηγία 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2013 σχετικά με την πρόσβαση στη δραστηριότητα πιστωτικών ιδρυμάτων και την προληπτική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων, για την τροποποίηση της οδηγίας 2002/87/ΕΚ και για την κατάργηση των οδηγιών 2006/48/ΕΚ και 2006/49/ΕΚ» ως τροποποιήθηκε τελευταία από την Οδηγία 2014/59/ΕΕ· «Οδηγία 2014/59/ΕΕ» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Οδηγία 2014/59/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 15ης Μαΐου 2014 για τη θέσπιση πλαισίου για την ανάκαμψη και την εξυγίανση πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων και για την τροποποίηση της οδηγίας 82/891/ΕΟΚ του Συμβουλίου, και των οδηγιών 2001/24/ΕΚ, 2002/47/ΕΚ, 2004/25/ΕΚ, 2005/56/ΕΚ, 2007/36/ΕΚ, 2011/35/ΕΕ, 2012/30/ΕΕ και 2013/36/ΕΕ, καθώς και των κανονισμών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 και (ΕΕ) αριθ. 648/2012»· «Οδηγία 2014/65/ΕΕ» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Οδηγία 2014/65/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 15ης Μαΐου 2014 για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και την τροποποίηση της οδηγίας 2002/92/ΕΚ και της οδηγίας 2011/61/ΕΕ» ως τροποποιήθηκε τελευταία από τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 909/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 2ης Ιουλίου 2014· «Οδηγία ΟΔ144-2014-14» σημαίνει την Οδηγία ΟΔ144-2014-14 της Επιτροπής, για την Προληπτική Εποπτεία των Επιχειρήσεων Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών· «όμιλος» σημαίνει μητρική επιχείρηση και τις θυγατρικές της· «όμιλος εξυγίανσης» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό στο άρθρο 2 του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμου· «οντότητα εξυγίανσης» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό στο άρθρο 2 του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμου· «οντότητα του ομίλου» σημαίνει νομικό πρόσωπο το οποίο αποτελεί μέρος ενός ομίλου· «πιστωτικό ίδρυμα» σημαίνει πιστωτικό ίδρυμα όπως ορίζεται στο Άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 1), του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, εκτός των οντοτήτων που αναφέρονται στο Άρθρο 2, παράγραφος 5, της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ· «προϋποθέσεις εξυγίανσης» έχει την έννοια που του αποδίδει το άρθρο 2 του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμου∙ «σημαντικό υποκατάστημα» σημαίνει υποκατάστημα που στο κράτος μέλος υποδοχής θα κρινόταν σημαντικό σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 131Β του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμου ως διορθώθηκε· «στόχοι εξυγίανσης» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμου∙ «συμφωνία ενδοομιλικής χρηματοπιστωτικής στήριξης» σημαίνει την συμφωνία για παροχή ενδοομιλικής χρηματοπιστωτικής στήριξης που συνάπτεται δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(2)του άρθρου 11. «σύστημα εγγύησης των καταθέσεων» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμου· «σχέδιο ανάκαμψης ομίλου» σημαίνει σχέδιο ανάκαμψης ομίλου που προβλέπεται στο άρθρο 6· «σχέδιο ανάκαμψης» σημαίνει σχέδιο ανάκαμψης που καταρτίζεται και διατηρείται από μια ΚΕΠΕΥ σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 4· «σχέδιο εξυγίανσης» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμου∙ «σχετικά κεφαλαιακά μέσα» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμου∙ «σχετική αρχή τρίτης χώρας» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμου∙ «σώμα εξυγίανσης» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμου∙ «σώμα εποπτείας» σημαίνει σώμα εποπτών που συστήνεται σύμφωνα με το Άρθρο 116 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ· «υποκατάστημα» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το Άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 17), του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· «Υπουργός» σημαίνει τον Υπουργό Οικονομικών· «υποχρεώσεις υποκείμενες στο μέτρο διάσωσης με ίδια μέσα» σημαίνει τις υποχρεώσεις και τα κεφαλαιακά μέσα που δεν χαρακτηρίζονται ως μέσα κοινών μετοχών της κατηγορίας 1, πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1 ή μέσα της κατηγορίας 2 μιας ΚΕΠΕΥ ή μιας οντότητας που αναφέρεται στις παραγράφους (β), (γ) ή (δ) του άρθρου 3 του παρόντος Νόμου, οι οποίες δεν εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής του εργαλείου διάσωσης με ίδια μέσα δυνάμει του άρθρου 54
(2)έως
(5)του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμου· «χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών» ή «χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών» σημαίνει χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών όπως ορίζεται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 20), του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· «χρηματοοικονομικό ίδρυμα» ή «χρηματοδοτικό ίδρυμα» σημαίνει χρηματοδοτικό ίδρυμα, όπως ορίζεται στο Άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 26), του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· «χρηματοπιστωτική σύμβαση» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμου.
(2)(α) Στον παρόντα Νόμο και στις δυνάμει αυτού εκδιδόμενες κανονιστικές διοικητικές πράξεις, οποιαδήποτε αναφορά σε Οδηγία, Κανονισμό, Απόφαση ή άλλη νομοθετική πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σημαίνει την εν λόγω πράξη όπως εκάστοτε διορθώνεται, τροποποιείται ή αντικαθίσταται, εκτός εάν προκύπτει διαφορετική έννοια από το κείμενο. (β) Στον παρόντα Νόμο και στις δυνάμει αυτού εκδιδόμενες κανονιστικές διοικητικές πράξεις, οποιαδήποτε αναφορά σε νόμο ή κανονιστική διοικητική πράξη της Δημοκρατίας, σημαίνει τον εν λόγω νόμο ή κανονιστική διοικητική πράξη όπως εκάστοτε διορθώνεται, τροποποιείται ή αντικαθίσταται, εκτός εάν προκύπτει διαφορετική έννοια από το κείμενο. 20(I)/2016 92(I)/2021 13(I)/2025 Πεδίο εφαρμογής 3. O παρών Νόμος εφαρμόζεται στις εξής οντότητες: (α) ΚΕΠΕΥ η οποία ανταποκρίνεται στον ορισμό του Άρθρου 4, παράγραφος 1, σημείο 2), του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και η οποία υπόκειται στην απαίτηση αρχικού κεφαλαίου σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(1)του άρθρου 10 του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμου ως διορθώθηκε· (β) χρηματοοικονομικό ίδρυμα που είναι εγκατεστημένο στην Ένωση και είναι θυγατρική είτε μιας ΚΕΠΕΥ είτε εταιρείας που αναφέρεται στην παράγραφο (γ) ή (δ) και καλύπτεται από την εποπτεία της μητρικής επιχείρησης σε ενοποιημένη βάση, σύμφωνα με τα Άρθρα 6 έως 17 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· (γ) χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών, μεικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών και μεικτές εταιρείες συμμετοχών, που είναι εγκατεστημένες στην Ένωση και που εμπίπτουν στην εποπτεία της Επιτροπής· (δ) μητρικές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών εγκατεστημένες σε κράτος μέλος, μητρικές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών εγκατεστημένες στην ΕΕ, μητρικές μεικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών εγκατεστημένες σε κράτος μέλος, μητρικές μεικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών εγκατεστημένες στην ΕΕ, και που εμπίπτουν στην εποπτεία της Επιτροπής· (ε) υποκαταστήματα επιχειρήσεων επενδύσεων τρίτων χωρών που είναι εγκατεστημένα στη Δημοκρατία σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 78 του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμου ως διορθώθηκε και σύμφωνα με τις ειδικές προϋποθέσεις που ορίζονται στο Μέρος ΙΧ του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμου. 20(I)/2016 73(I)/2019 ΜΕΡΟΣ ΙΙ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΑΝΑΚΑΜΨΗΣ Σχέδια ανάκαμψης ΚΕΠΕΥ που δεν αποτελούν μέρος ομίλου που υπόκειται σε ενοποιημένη εποπτεία 4.-
(1)Το παρόν άρθρο εφαρμόζεται σε ΚΕΠΕΥ που δεν αποτελούν μέρος ομίλου που υπόκειται σε ενοποιημένη εποπτεία σύμφωνα με τα Άρθρα 36 και 37 της Οδηγίας ΟΔ144-2014-14.
(2)Έκαστη ΚΕΠΕΥ που προβλέπεται στο εδάφιο
(1)οφείλει - (α) Να καταρτίζει και να διατηρεί σχέδιο ανάκαμψης, το οποίο να προβλέπει τα μέτρα που λαμβάνει η ΚΕΠΕΥ για την αποκατάσταση της χρηματοοικονομικής της θέσης έπειτα από σημαντική επιδείνωση της χρηματοοικονομικής της κατάστασης∙ το εν λόγω σχέδιο ανάκαμψης θεωρείται ρύθμιση διακυβέρνησης κατά την έννοια της παραγράφου (ε) του εδαφίου
(2)του άρθρου 18 του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμου ως διορθώθηκε∙ και (β) να περιλαμβάνει στο σχέδιο ανάκαμψής της - (
  1. i)κατά περίπτωση, μια ανάλυση του τρόπου και του χρόνου που δύναται να υποβάλει αίτηση, βάσει των όρων του σχεδίου, για χρήση των διευκολύνσεων που παρέχουν οι κεντρικές τράπεζες και προσδιορισμό των περιουσιακών στοιχείων που λογικά αναμένεται να γίνουν δεκτά ως εξασφαλίσεις, και (
  2. ii)τουλάχιστον τις πληροφορίες που απαριθμούνται στο Παράρτημα Α, και (iii) τα ενδεχόμενα μέτρα που μπορεί να λάβει όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις για έγκαιρη παρέμβαση δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 18, και (
  3. iv)κατάλληλες προϋποθέσεις και διαδικασίες για να διασφαλίζει την έγκαιρη εφαρμογή των δράσεων ανάκαμψης, καθώς και ένα ευρύ φάσμα επιλογών ανάκαμψης, και (
  4. v)πρόνοιες που λαμβάνουν υπόψη διάφορα σενάρια σοβαρών μακροοικονομικών και χρηματοοικονομικών δυσχερειών που σχετίζονται με τις συγκεκριμένες συνθήκες της ΚΕΠΕΥ, συμπεριλαμβανομένων γεγονότων που επηρεάζουν ολόκληρο το οικονομικό σύστημα και δυσχερειών που επικεντρώνονται σε συγκεκριμένα νομικά πρόσωπα αλλά και που επηρεάζουν, όπου αυτό ισχύει, το σύνολο του ομίλου, και (
  5. vi)ένα σχέδιο δεικτών σχετικά με τη λήψη των αρμόδιων δράσεων που αναφέρονται στο σχέδιο ανάκαμψης, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 9, και (vii) οποιαδήποτε πρόσθετη πληροφορία ζητηθεί από την Επιτροπή, και (viii) οποιαδήποτε άλλη πληροφορία ζητηθεί δυνάμει οδηγίας που εκδίδει η Επιτροπή.
(3)Απαγορεύεται σε ΚΕΠΕΥ που προβλέπεται στο εδάφιο
(1)να περιλαμβάνει στα σχέδια ανάκαμψης της πρόνοιες λήψης, ή πρόσβασης σε έκτακτη δημόσια χρηματοοικονομική στήριξη.
(4)Το σχέδιο ανάκαμψης εγκρίνεται από το διοικητικό όργανο της ΚΕΠΕΥ πριν την υποβολή του στην Επιτροπή.
(5)Έκαστη ΚΕΠΕΥ που προβλέπεται στο εδάφιο
(1)επικαιροποιεί το σχέδιο ανάκαμψής της - (α) Έπειτα από μεταβολή στη νομική ή την οργανωτική δομή, τις δραστηριότητές ή τη χρηματοοικονομική κατάσταση της ΚΕΠΕΥ, όπου η μεταβολή αυτή ενδέχεται να επηρεάσει σημαντικά το σχέδιο ανάκαμψης ή να καθιστά την αλλαγή του σχεδίου ανάκαμψης απαραίτητη· και (β) σε κάθε περίπτωση, τουλάχιστον ετησίως: Νοείται ότι, η Επιτροπή δύναται να απαιτεί από ΚΕΠΕΥ να επικαιροποιεί τα σχέδια ανάκαμψής της σε συχνότερη βάση, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου (β) του εδαφίου
(1)του άρθρου 5. 20(I)/2016 Αξιολόγηση Επιτροπής για εφαρμογή απλουστευμένων υποχρεώσεων στην κατάρτιση σχεδίου ανάκαμψης 5.-
(1)Έχοντας υπόψη τις επιπτώσεις που θα μπορούσε να έχει η κατάσταση αφερεγγυότητας μιας ΚΕΠΕΥ, λόγω της φύσης των επιχειρηματικών της δραστηριοτήτων, της μετοχικής της δομής, της νομικής της μορφής, του προφίλ κινδύνου της, του μεγέθους και του νομικού της καθεστώτος, της διασύνδεσής της με άλλα ιδρύματα ή με το χρηματοπιστωτικό σύστημα γενικότερα, του εύρους και της πολυπλοκότητας των δραστηριοτήτων της, και κατά πόσον ασκεί επενδυτικές υπηρεσίες ή επενδυτικές δραστηριότητες, όπως ορίζονται στο άρθρο 2 του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμου ως διορθώθηκε, και εάν η πτώχευσή της και η επακόλουθη εκκαθάρισή της υπό φυσιολογικές διαδικασίες αφερεγγυότητας είναι πιθανόν να έχουν σημαντική αρνητική επίπτωση στις χρηματοπιστωτικές αγορές, σε άλλα ιδρύματα ή στους όρους χρηματοδότησης ή στην ευρύτερη οικονομία, η Επιτροπή προσδιορίζει με οδηγία της απλουστευμένες υποχρεώσεις ως προς - (α) Το περιεχόμενο και τις λεπτομέρειες των σχεδίων ανάκαμψης, που προβλέπονται στα άρθρα 4 έως 9· (β) την καταληκτική ημερομηνία για την κατάρτιση των πρώτων σχεδίων ανάκαμψης και τη συχνότητα επικαιροποίησης των σχεδίων ανάκαμψης, η οποία μπορεί να είναι μικρότερη εκείνων που προβλέπονται στην παράγραφο (β) του εδαφίου
(5)του άρθρου 4 και στην υποπαράγραφο (i) της παραγράφου (β) του εδαφίου
(3)του άρθρου 6· (γ) το περιεχόμενο και τα επιμέρους στοιχεία των πληροφοριών που απαιτούνται από τις οντότητες που προβλέπονται στο εδάφιο
(1)του άρθρου 4 και στο εδάφιο
(1)του άρθρου 6 όπως προβλέπεται σύμφωνα με τις διατάξεις της υποπαραγράφου (ii) της παραγράφου (β) του εδαφίου
(2)του άρθρου 4, καθώς και στο Παράρτημα Α.
(2)Η Επιτροπή πραγματοποιεί την αξιολόγηση σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(1)έπειτα από διαβούλευση, όποτε ενδείκνυται, με την αρχή μακροληπητικής εποπτείας.
(3)Χωρίς επηρεασμό των διατάξεων του εδαφίου
(1), η Επιτροπή δύναται ανά πάσα στιγμή να επιβάλλει στις οντότητες που προβλέπονται στο εδάφιο
(1)του άρθρου 4 και στο εδάφιο
(1)του άρθρου 6 γενικές, μη απλουστευμένες, υποχρεώσεις ως προς τα όσα αναφέρονται στο εδάφιο
(1).
(4)Η επιβολή απλουστευμένων υποχρεώσεων δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(1)δεν επηρεάζει αφ’ εαυτής τις εξουσίες της Επιτροπής να λαμβάνει μέτρα πρόληψης κρίσεων ή μέτρα διαχείρισης κρίσεων.
(5)Η Επιτροπή ενημερώνει την ΕΑΤ για την επιβολή απλουστευμένων υποχρεώσεων σε ΚΕΠΕΥ δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(1), καθώς και για την κατάρτιση σχεδίων ανάκαμψης δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(6).
(6)(α) ΚΕΠΕΥ, που αντιπροσωπεύουν σημαντικό μερίδιο του χρηματοπιστωτικού συστήματος της Δημοκρατίας, οφείλουν να καταρτίζουν δικά τους σχέδια ανάκαμψης σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 4 έως 9. (β) Για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, οι λειτουργίες μιας ΚΕΠΕΥ θεωρείται ότι αντιπροσωπεύουν σημαντικό μερίδιο του χρηματοπιστωτικού συστήματος στη Δημοκρατία εάν πληρούν οποιεσδήποτε από τις ακόλουθες προϋποθέσεις: (
  1. i)Η συνολική αξία του ενεργητικού της υπερβαίνει τα τριάντα δισεκατομμύρια ευρώ (€30.000.000.000)· ή (
  2. ii)το ποσοστό του συνόλου του ενεργητικού της ως προς το ΑΕΠ του κράτους μέλους εγκατάστασης υπερβαίνει το είκοσι τοις εκατόν (20%), εκτός εάν η συνολική αξία του ενεργητικού της δεν υπερβαίνει τα πέντε δισεκατομμύρια ευρώ (€5.000.000.000). 20(I)/2016 73(I)/2019 Σχέδιο ανάκαμψης ομίλου 6.-
(1)Το παρόν άρθρο εφαρμόζεται σε μητρικές επιχειρήσεις της Ένωσης που εποπτεύονται σε ενοποιημένη βάση από την Επιτροπή, υπό την ιδιότητα της ως αρχή ενοποιημένης εποπτείας.
(2)Οι μητρικές επιχειρήσεις που προβλέπονται στο εδάφιο
(1)οφείλουν να εκπονούν και υποβάλλουν στην Επιτροπή σχέδιο ανάκαμψης ομίλου, το οποίο - (α) Συνίσταται σε σχέδιο ανάκαμψης ολόκληρου του ομίλου του οποίου είναι επικεφαλής η εν λόγω μητρική επιχείρηση· και (β) προβλέπει μέτρα που ενδέχεται να εφαρμοστούν στο επίπεδο της μητρικής επιχείρησης του ομίλου και σε κάθε θυγατρική του ομίλου· και (γ) έχει ως στόχο την επίτευξη της σταθεροποίησης του ομίλου ως συνόλου ή οποιασδήποτε ΚΕΠΕΥ του ομίλου, όταν βρίσκεται σε δυσχερή κατάσταση, ούτως ώστε να αντιμετωπιστούν ή να εξαλειφθούν τα αίτια των δυσχερειών και να αποκατασταθεί η χρηματοοικονομική θέση του ομίλου ή της συγκεκριμένης ΚΕΠΕΥ, λαμβάνοντας ταυτόχρονα υπόψη τη χρηματοοικονομική θέση άλλων οντοτήτων του ομίλου.
(3)Οι μητρικές επιχειρήσεις που προβλέπονται στο εδάφιο
(1)εξασφαλίζουν ότι - (α) το σχέδιο ανάκαμψης ομίλου περιλαμβάνει ρυθμίσεις για τη διασφάλιση του συντονισμού και της συνέπειας μέτρων που πρέπει να ληφθούν στο επίπεδο - (
  1. i)της μητρικής επιχείρησης που είναι εγκατεστημένη στην Ένωση, και (
  2. ii)των οντοτήτων που αναφέρονται στις παραγράφους (γ) ή (δ) του άρθρου 3, και (iii) των θυγατρικών του ομίλου, και (
  3. iv)των σημαντικών υποκαταστημάτων, όπου αυτό προβλέπεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 131Β του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμου ως διορθώθηκε∙ και (β) τόσο το σχέδιο ανάκαμψης ομίλου που εκπονούν οι μητρικές επιχειρήσεις που προβλέπονται στο εδάφιο
(1)όσο και το σχέδιο ανάκαμψης που δύναται να υλοποιηθεί για μια επιμέρους θυγατρική του ομίλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(4), περιλαμβάνει - (
  1. i)τα στοιχεία που προβλέπονται στο άρθρο 4, και (
  2. ii)κατά περίπτωση, ρυθμίσεις για ενδοομιλική χρηματοπιστωτική στήριξη, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 11, και (iii) σειρά επιλογών ανάκαμψης, όπου παρουσιάζονται οι ενέργειες για αντιμετώπιση των σεναρίων που προβλέπονται στην υποπαράγραφο (
  3. v)της παραγράφου (β) του εδαφίου
(2)του άρθρου 4, και (
  1. iv)ένα σχέδιο δεικτών σχετικά με τη λήψη των αρμόδιων δράσεων που αναφέρονται στο σχέδιο ανάκαμψης, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 9, και (
  2. v)οποιαδήποτε πρόσθετη πληροφορία ζητηθεί από την Επιτροπή, και (
  3. vi)οποιαδήποτε άλλη πληροφορία ζητηθεί δυνάμει οδηγίας που εκδίδει η Επιτροπή∙ και (γ) για κάθε ένα από τα εν λόγω σενάρια που προβλέπονται στην υποπαράγραφο (
  4. v)της παραγράφου (β) του εδαφίου
(2)του άρθρου 4 προσδιορίζεται στο σχέδιο ανάκαμψης κατά πόσο υπάρχουν εμπόδια στην εφαρμογή μέτρων ανάκαμψης εντός του ομίλου, καθώς και σε επίπεδο επιμέρους οντοτήτων που καλύπτει το σχέδιο, και κατά πόσο υπάρχουν ουσιαστικά πρακτικά ή νομικά κωλύματα ως προς την άμεση μεταφορά ιδίων κεφαλαίων ή την εξόφληση υποχρεώσεων ή περιουσιακών στοιχείων εντός του ομίλου.
(4)Σε περίπτωση που η Επιτροπή είναι η αρμόδια αρχή για θυγατρική εταιρεία ομίλου που εποπτεύεται σε ενοποιημένη βάση από άλλο κράτος μέλος, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 8, η Επιτροπή δύναται να ζητήσει από την εν λόγω θυγατρική να εκπονήσει και να υποβάλει στην Επιτροπή σχέδιο ανάκαμψης σε ατομική βάση.
(5)Οι μητρικές επιχειρήσεις που προβλέπονται στο εδάφιο
(1)εξασφαλίζουν ότι το διοικητικό όργανό τους αξιολογεί και εγκρίνει το σχέδιο ανάκαμψης του ομίλου πριν την υποβολή του σχεδίου ανάκαμψης στην Επιτροπή.
(6)Λαμβάνοντας υπόψη τις απαιτήσεις εμπιστευτικότητας που προβλέπονται στο άρθρο 30, η Επιτροπή διαβιβάζει τα σχέδια ανάκαμψης ομίλου: (α) Στις οικείες αρμόδιες αρχές που αναφέρονται στα άρθρα 39A και 40 της Οδηγίας 144-2014-14· (β) στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών όπου είναι εγκατεστημένα σημαντικά υποκαταστήματα, στον βαθμό στον οποίο τα σχέδια αφορούν το συγκεκριμένο υποκατάστημα· (γ) στη αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου· και (δ) στις αρχές εξυγίανσης των θυγατρικών. 20(I)/2016 Αξιολόγηση σχεδίου ανάκαμψης, γενικές πρόνοιες 7.-
(1)Οι οντότητες, που υποχρεούνται να εκπονούν σχέδια ανάκαμψης σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(1)του άρθρου 4 και τις διατάξεις του εδαφίου
(1)του άρθρου 6, οφείλουν να υποβάλλουν τα εν λόγω σχέδια ανάκαμψης στην Επιτροπή για εξέταση και αξιολόγηση.
(2)Οι οντότητες που προβλέπονται στο εδάφιο
(1)οφείλουν να ικανοποιήσουν την Επιτροπή ότι- (α) Η εφαρμογή των προτεινόμενων από το σχέδιο ανάκαμψης ρυθμίσεων είναι ευλόγως πιθανό να διατηρήσει ή να αποκαταστήσει τη βιωσιμότητα και τη χρηματοοικονομική θέση της ΚΕΠΕΥ ή του ομίλου, λαμβανομένων υπόψη των προπαρασκευαστικών μέτρων που έλαβε ή σκοπεύει να λάβει η ΚΕΠΕΥ ή, κατά περίπτωση, η ΚΕΠΕΥ η οποία έχει μητρική επιχείρηση σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(1)του άρθρου 6· και (β) το σχέδιο ανάκαμψης και οι συγκεκριμένες πρόνοιες που συμπεριλήφθηκαν σε αυτό είναι ευλόγως πιθανό να εφαρμοστούν ταχέως και αποτελεσματικά σε καταστάσεις οικονομικής πίεσης, αποφεύγοντας στο μέγιστο δυνατόν βαθμό τυχόν σημαντικές δυσμενείς επιπτώσεις στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, συμπεριλαμβανομένων και σεναρίων που θα μπορούσαν να οδηγήσουν και άλλα ιδρύματα να εφαρμόσουν σχέδια ανάκαμψης εντός της ιδίας χρονικής περιόδου.
(3)Η Επιτροπή, εντός έξι
(6)μηνών από την υποβολή του κάθε σχεδίου ανάκαμψης και εφόσον το σχέδιο αφορά συγκεκριμένο υποκατάστημα, μετά από διαβούλευση με την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένο το σημαντικό υποκατάστημα, εξετάζει το εν λόγω σχέδιο και αξιολογεί - (α) Κατά πόσο το σχέδιο ικανοποιεί τις απαιτήσεις που προβλέπονται στο άρθρο 4· και (β) κατά πόσο το σχέδιο ικανοποιεί τα κριτήρια που προβλέπονται στο εδάφιο
(2)·και (γ) την καταλληλότητα του σχεδίου, λαμβάνοντας υπόψη την καταλληλότητα της κεφαλαιακής και χρηματοδοτικής δομής της ΚΕΠΕΥ ή, κατά περίπτωση, της ΚΕΠΕΥ η οποία έχει μητρική επιχείρηση σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(1)του άρθρου 6 σε σχέση με τον βαθμό πολυπλοκότητας της οργανωτικής δομής και του προφίλ κινδύνου της: Νοείται ότι, στις περιπτώσεις σημαντικών υποκαταστημάτων που είναι εγκατεστημένα στη Δημοκρατία, για τα οποία η Επιτροπή είναι η αρμόδια αρχή, υφίσταται αντίστοιχη δυνατότητα διαβούλευσης.
(4)Σε περίπτωση που, βάσει της αξιολόγησης δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(3), η Επιτροπή κρίνει ότι υπάρχουν σημαντικές ελλείψεις στο σχέδιο ανάκαμψης ή σημαντικά εμπόδια στην εφαρμογή του - (α) Κοινοποιεί στην οντότητα που προβλέπεται στο εδάφιο
(1)την αξιολόγησή της· και (β) απαιτεί από αυτήν, αφού της παρέχει την ευκαιρία να διατυπώσει τη γνώμη της για την εν λόγω απαίτηση, να υποβάλει, εντός προθεσμίας δύο
(2)μηνών, αναθεωρημένο σχέδιο, παρουσιάζοντας τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίστηκαν οι εν λόγω ελλείψεις ή εμπόδια∙ Νοείται ότι, η εν λόγω προθεσμία δύναται να παραταθεί κατά ένα μήνα, με την έγκριση της Επιτροπής.
(5)Σε περίπτωση που η Επιτροπή, μετά την αξιολόγηση του αναθεωρημένου σχεδίου ανάκαμψης, κρίνει ότι οι ελλείψεις και τα εμπόδια δεν αντιμετωπίσθηκαν επαρκώς δυνάμει των διατάξεων της παραγράφου (β) του εδαφίου
(4), δύναται να ζητήσει από την ενδιαφερόμενη οντότητα να πραγματοποιήσει συγκεκριμένες αλλαγές στο σχέδιο ανάκαμψης.
(6)Σε περίπτωση που - (α) Οντότητα που προβλέπεται στο εδάφιο
(1)δεν υποβάλει αναθεωρημένο σχέδιο ανάκαμψης· ή (β) η Επιτροπή διαπιστώσει πως το αναθεωρημένο σχέδιο ανάκαμψης δεν αντιμετωπίζει επαρκώς τις ελλείψεις και τα πιθανά εμπόδια που εντοπίστηκαν κατά την αρχική της αξιολόγηση και δεν είναι δυνατόν να αντιμετωπισθούν επαρκώς οι ελλείψεις ή τα εμπόδια μέσω σύστασης δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(5), για συγκεκριμένες αλλαγές στο σχέδιο ανάκαμψης, η Επιτροπή απαιτεί από την εν λόγω οντότητα να προσδιορίσει, εντός εύλογης προθεσμίας, αλλαγές τις οποίες μπορεί να επιφέρει στις επιχειρηματικές της δραστηριότητες προκειμένου να αντιμετωπίσει τις ελλείψεις ή τα εμπόδια στην εφαρμογή του σχεδίου ανάκαμψης.
(7)Σε περίπτωση που, οντότητα που προβλέπεται στο εδάφιο
(1)- (α) Δεν προσδιορίσει τις απαιτούμενες αλλαγές εντός της ορισθείσας προθεσμίας δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(6)·ή (β) η Επιτροπή εκτιμήσει ότι οι προτεινόμενες από την εν λόγω οντότητα δράσεις δεν αντιμετωπίζουν επαρκώς τις ελλείψεις ή τα εμπόδια στην εφαρμογή του σχεδίου ανάκαμψης, η Επιτροπή δύναται να προβεί σε υποδείξεις, ώστε η εν λόγω οντότητα να λάβει κάθε μέτρο που κρίνει η Επιτροπή ως απαραίτητο και αναλογικό, λαμβάνοντας υπόψη της σοβαρότητα των ελλείψεων και των εμποδίων, και την επίπτωση των μέτρων αυτών στις επιχειρηματικές δραστηριότητες της ΚΕΠΕΥ ή, κατά περίπτωση, της ΚΕΠΕΥ η οποία έχει μητρική επιχείρηση σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(1)του άρθρου 6.
(8)Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 30 της Οδηγίας ΟΔ144-2014-14, η Επιτροπή δύναται να συστήσει σε οντότητα που προβλέπεται στο εδάφιο
(1)- (α) Να μειώσει το προφίλ κινδύνου της ΚΕΠΕΥ ή, κατά περίπτωση, της ΚΕΠΕΥ η οποία έχει μητρική επιχείρηση σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου 1 του άρθρου 6 συμπεριλαμβανομένου του κινδύνου ρευστότητας· (β) να καταστήσει δυνατή την έγκαιρη λήψη μέτρων ανακεφαλαιοποίησης· (γ) να επανεξετάσει τη στρατηγική και τη δομή της ΚΕΠΕΥ ή, κατά περίπτωση, της ΚΕΠΕΥ η οποία έχει μητρική επιχείρηση σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(1)του άρθρου 6· (δ) να πραγματοποιήσει αλλαγές στη στρατηγική χρηματοδότησης, ώστε να βελτιωθεί η ανθεκτικότητα των βασικών επιχειρηματικών τομέων και των κρίσιμων λειτουργιών· (ε) να πραγματοποιηθούν αλλαγές στη δομή διακυβέρνησης της ΚΕΠΕΥ ή, κατά περίπτωση, της ΚΕΠΕΥ η οποία έχει μητρική επιχείρηση σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου
(1)του άρθρου 6.
(9)Η Επιτροπή δύναται με οδηγία της να εξειδικεύει τη λήψη μέτρων επιπλέον από αυτά που αναφέρονται στο εδάφιο
(8).
(10)Η απόφαση της Επιτροπής για μέτρα σύμφωνα με το παρόν άρθρο- (α) Είναι αιτιολογημένη και αναλογική· (β) κοινοποιείται γραπτώς στην οντότητα που προβλέπεται στο εδάφιο
(1)και μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής σύμφωνα με τις διατάξεις του Άρθρου 146 του Συντάγματος.
(11)Η Επιτροπή υποβάλλει το σχέδιο ανάκαμψης στην αρχή εξυγίανσης. 20(I)/2016 Αξιολόγηση σχεδίου ανάκαμψης, ειδικές πρόνοιες για ομίλους 8.-
(1)Η Επιτροπή, υπό την ιδιότητα της ως αρχή ενοποιημένης εποπτείας: - (α) Εξετάζει το σχέδιο ανάκαμψης του ομίλου: (
  1. i)από κοινού με τις αρμόδιες αρχές για τις θυγατρικές, (
  2. ii)μετά από διαβούλευση με τις αρμόδιες αρχές που αναφέρονται στο άρθρο 40 της Οδηγίας ΟΔ144-2014-14 και τις αρμόδιες αρχές των σημαντικών υποκαταστημάτων, στον βαθμό που αυτό αφορά το σημαντικό υποκατάστημα, και (β) αξιολογεί τον βαθμό στον οποίο ανταποκρίνεται το σχέδιο ανάκαμψης ομίλου στις απαιτήσεις και τα κριτήρια σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 6 και 7. Στην περίπτωση που άλλη εποπτική αρχή είναι η αρχή ενοποιημένης εποπτείας, και όπου η Επιτροπή είναι αρμόδια αρχή ως ορίζεται στην παράγραφο (α) υφίσταται αντίστοιχη δυνατότητα εξέτασης και διαβούλευσης. Η αξιολόγηση σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου (β), πραγματοποιείται σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 6 και με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, και λαμβάνει υπόψη τον ενδεχόμενο αντίκτυπο των μέτρων ανάκαμψης στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα σε όλα τα κράτη μέλη όπου δραστηριοποιείται ο όμιλος.
(2)Η Επιτροπή, υπό την ιδιότητά της ως αρχή ενοποιημένης εποπτείας, προσπαθεί να καταλήξει σε κοινή απόφαση με τις αρμόδιες αρχές για τις θυγατρικές σχετικά με τα εξής: (α) Την εξέταση και την αξιολόγηση του σχεδίου ανάκαμψης του ομίλου· και (β) κατά πόσο θα εκπονηθεί σχέδιο ανάκαμψης σε ατομική βάση για ιδρύματα που αποτελούν μέρος του ομίλου· και (γ) την εφαρμογή των μέτρων που προβλέπονται στα εδάφια
(4)έως
(9)του άρθρου 7. Νοείται ότι, στην περίπτωση που άλλη εποπτική αρχή είναι η αρχή ενοποιημένης εποπτείας, και όπου η Επιτροπή είναι αρμόδια αρχή για θυγατρική, υφίσταται αντίστοιχη διαδικασία για κοινή απόφαση: Νοείται έτι περαιτέρω ότι, η Επιτροπή δύναται να υποβάλει αίτηση στην ΕΑΤ για να βοηθήσει τις αρμόδιες αρχές να καταλήξουν σε κοινή συμφωνία βάσει του Άρθρου 31(γ) του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010: Νοείται έτι έτι περαιτέρω ότι, αντίστοιχη διαδικασία υφίσταται για αίτηση στην ΕΑΤ από τις άλλες αρμόδιες αρχές.
(3)(α) Ελλείψει κοινής απόφασης μεταξύ των αρμόδιων αρχών, εντός τεσσάρων
(4)μηνών από τη μέρα διαβίβασης του σχεδίου ανάκαμψης σχετικά με – (
  1. i)Την εξέταση και αξιολόγηση του σχεδίου ανάκαμψης του ομίλου, ή (
  2. ii)οποιαδήποτε άλλα μέτρα που απαιτείται να λάβει η μητρική επιχείρηση της Ένωσης σύμφωνα με τις διατάξεις των εδαφίων
(4)έως
(9)του άρθρου 7, η Επιτροπή, υπό την ιδιότητα της ως αρχή ενοποιημένης εποπτείας λαμβάνει η ίδια την απόφαση σχετικά με τα ζητήματα αυτά, συνεκτιμώντας τις απόψεις και τις επιφυλάξεις που εκφράστηκαν από τις άλλες αρμόδιες αρχές κατά την τετράμηνη περίοδο, και κοινοποιεί την απόφαση στη μητρική επιχείρηση της Ένωσης και στις υπόλοιπες αρμόδιες αρχές: Νοείται ότι, στην περίπτωση που άλλη εποπτική αρχή είναι η αρχή ενοποιημένης εποπτείας, και όπου η Επιτροπή είναι αρμόδια αρχή, υφίσταται αντίστοιχη διαδικασία για λήψη και κοινοποίηση απόφασης. (β) Εάν, εντός της τετράμηνης προθεσμίας, οποιαδήποτε από τις αρμόδιες αρχές που προβλέπονται στο εδάφιο
(2)έχει παραπέμψει θέμα που προβλέπεται στο εδάφιο
(7)στην ΕΑΤ σύμφωνα με το Άρθρο 19 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, η αρχή ενοποιημένης εποπτείας αναβάλλει την απόφασή της, αναμένει οποιαδήποτε απόφαση λάβει ενδεχομένως η ΕΑΤ σύμφωνα με το Άρθρο 19
(3)του εν λόγω κανονισμού, και λαμβάνει την απόφασή της σύμφωνα με την απόφαση της ΕΑΤ. Το χρονικό διάστημα των τεσσάρων
(4)μηνών θεωρείται ως η περίοδος συμβιβασμού κατά την έννοια του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010. (γ) Κανένα ζήτημα δεν παραπέμπεται στην ΕΑΤ μετά τη λήξη της τετράμηνης περιόδου ή έπειτα από λήψη μιας κοινής απόφασης. (δ) Ελλείψει αποφάσεως της ΕΑΤ εντός ενός μηνός, εφαρμόζεται η απόφαση της αρχής ενοποιημένης εποπτείας.
(4)(α) Ελλείψει κοινής απόφασης μεταξύ των αρμόδιων αρχών, εντός τεσσάρων
(4)μηνών από τη μέρα διαβίβασης του σχεδίου ανάκαμψης σχετικά με - (
  1. i)το κατά πόσο θα εκπονηθεί σχέδιο ανάκαμψης σε ατομική βάση για ιδρύματα που υπάγονται στη δικαιοδοσία μιας αρμόδιας αρχής· και (
  2. ii)την εφαρμογή, σε επίπεδο θυγατρικών, των μέτρων που αναφέρονται σύμφωνα με τις διατάξεις των εδαφίων
(4)έως
(9)του άρθρου 7, κάθε αρμόδια αρχή αποφασίζει η ίδια για το εν λόγω ζήτημα. (β) Εάν, κατά το τέλος της τετράμηνης περιόδου, οποιαδήποτε από τις σχετικές αρμόδιες αρχές έχει παραπέμψει θέμα που προβλέπεται στο εδάφιο
(7)στην ΕΑΤ σύμφωνα με το Άρθρο 19 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, η αρμόδια αρχή για θυγατρική αναβάλλει την απόφασή της, αναμένει οποιαδήποτε απόφαση λάβει ενδεχομένως η ΕΑΤ σύμφωνα με το Άρθρο 19
(3)του εν λόγω κανονισμού και λαμβάνει την απόφασή της σύμφωνα με την απόφαση της ΕΑΤ. (γ) Κανένα ζήτημα δεν παραπέμπεται στην ΕΑΤ μετά τη λήξη της τετράμηνης περιόδου ή έπειτα από λήψη μιας κοινής απόφασης. (δ) Ελλείψει αποφάσεως της ΕΑΤ εντός ενός μηνός, εφαρμόζεται η απόφαση της αρμόδιας αρχής που είναι υπεύθυνη για τη θυγατρική σε ατομικό επίπεδο.
(5)Σε περίπτωση που η Επιτροπή και άλλες αρμόδιες αρχές δεν έχουν διαφωνήσει στα πλαίσια των διατάξεων του εδαφίου
(4), δύναται να λάβουν κοινή απόφαση με τις άλλες αρμόδιες αρχές σχετικά με το σχέδιο ανάκαμψης του ομίλου η οποία καλύπτει οντότητες υπό τη δικαιοδοσία τους.
(6)Η κοινή απόφαση που αναφέρεται στα εδάφια
(2)ή
(5)και οι αποφάσεις που λαμβάνονται από τις αρμόδιες αρχές ελλείψει κοινής απόφασης, όπως αναφέρεται στα εδάφια
(3)και
(4), αναγνωρίζονται ως οριστικές και εφαρμόζονται από τις αρμόδιες αρχές στα οικεία κράτη μέλη.
(7)Μετά από αίτημα αρμόδιας αρχής σύμφωνα με τις διατάξεις των εδαφίων
(3)ή
(4), η ΕΑΤ μπορεί να βοηθήσει τις αρμόδιες αρχές για την επίτευξη συμφωνίας βάσει του άρθρου 19
(3)Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1093/2010 σε ό,τι αφορά: (α) Την αξιολόγηση των σχεδίων ανάκαμψης· και (β) την εφαρμογή των μέτρων που αναφέρονται στις παραγράφους (α), (β) και (δ) του εδαφίου 8 του άρθρου 7 του παρόντος Νόμου. 20(I)/2016 73(I)/2019 Δείκτες σχεδίου ανάκαμψης 9.-
(1)Για σκοπούς των διατάξεων των άρθρων 4, 6, 7 και 8, οι οντότητες που προβλέπονται στο εδάφιο
(1)του άρθρου 4 και στο εδάφιο
(1)του άρθρου 6, οφείλουν - (α) Να καταρτίζουν και να συμπεριλαμβάνουν στο σχέδιο ανάκαμψής τους ένα πλαίσιο δεικτών που να προσδιορίζει τα σημεία στα οποία δύναται να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα ως αυτές αναφέρονται στο σχέδιο ανάκαμψης∙ (β) να εξασφαλίζουν πως είναι δυνατή η εύκολη παρακολούθηση των εν λόγω δεικτών∙ (γ) να εφαρμόζουν κατάλληλες ρυθμίσεις για την τακτική παρακολούθηση των εν λόγω δεικτών.
(2)Οι δείκτες μπορεί να είναι ποιοτικής ή ποσοτικής φύσης, σχετιζόμενης με τη χρηματοοικονομική κατάσταση της ΚΕΠΕΥ ή, κατά περίπτωση, της ΚΕΠΕΥ η οποία έχει μητρική επιχείρηση σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(1)του άρθρου 6.
(3)Οι δείκτες αυτοί συμφωνούνται από τις αρμόδιες αρχές όταν προβαίνουν σε αξιολόγηση των σχεδίων ανάκαμψης σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 7 και 8.
(4)Η Επιτροπή εξετάζει και εγκρίνει τους εν λόγω δείκτες κατά την αξιολόγηση των σχεδίων ανάκαμψης δυνάμει των άρθρων 7 και 8.
(5)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(1), οι ΚΕΠΕΥ που προβλέπονται στο εδάφιο
(1)του άρθρου 4 και οι μητρικές επιχειρήσεις που προβλέπονται στο εδάφιο
(1)του άρθρου 6 δύναται - (α) Να λάβουν κάποιο από τα μέτρα που αναφέρονται στο σχέδιο ανάκαμψής τους, στην περίπτωση που δεν πληρούνται οι όροι του σχετικού δείκτη, εφόσον το διοικητικό όργανο της ΚΕΠΕΥ ή, κατά περίπτωση, της ΚΕΠΕΥ η οποία έχει μητρική επιχείρηση σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(1)του άρθρου 6, το κρίνει σκόπιμο υπό τις περιστάσεις· ή (β) να μην λάβουν κάποιο τα εν λόγω μέτρα, εφόσον το διοικητικό όργανο της ΚΕΠΕΥ ή, κατά περίπτωση, της ΚΕΠΕΥ η οποία έχει μητρική επιχείρηση σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(1)του άρθρου 6, δεν το κρίνει σκόπιμο υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις.
(6)Οι ΚΕΠΕΥ που προβλέπονται στο εδάφιο
(1)του άρθρου 4 και οι μητρικές επιχειρήσεις που προβλέπονται στο εδάφιο
(1)του άρθρου 6 οφείλουν να κοινοποιούν χωρίς καθυστέρηση οποιαδήποτε απόφαση λήψης ή μη λήψης μέτρων σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(5)στην Επιτροπή. 20(I)/2016 ΜΕΡΟΣ ΙΙΙ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ Πληροφορίες για τους σκοπούς των σχεδίων εξυγίανσης 10.-
(1)Για σκοπούς επανεξέτασης και επικαιροποίησης των σχεδίων εξυγίανσης που καταρτίζονται από την αρχή εξυγίανσης δυνάμει των διατάξεων του Μέρους ΙΙΙ, Κεφάλαιο Ι του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμου, η Επιτροπή κοινοποιεί άμεσα στην αρχή εξυγίανσης οποιαδήποτε ουσιαστική μεταβολή η οποία καθιστά αναγκαία την αναθεώρηση ή επικαιροποίηση του σχεδίου εξυγίανσης.
(2)Η Επιτροπή, κατά τη συλλογή των αναγκαίων, για την αρχή εξυγίανσης, πληροφοριών σχετικά με την κατάρτιση και την εφαρμογή σχεδίων εξυγίανσης, δυνάμει των διατάξεων του Μέρους ΙΙΙ, Κεφάλαιο Ι του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμου, οφείλει να συνεργάζεται με την αρχή εξυγίανσης προκειμένου να επαληθεύει εάν οι πληροφορίες που απαιτούνται από τις ΚΕΠΕΥ ή άλλη οντότητα υπό την εποπτεία της Επιτροπής που υποχρεούται να εκπονήσει σχέδιο εξυγίανσης δυνάμει του εν λόγω Νόμου, είναι ήδη διαθέσιμες στην Επιτροπή και εφόσον οι εν λόγω πληροφορίες είναι διαθέσιμες, η Επιτροπή τις παρέχει στην αρχή εξυγίανσης.
(3)Σε περίπτωση που η Επιτροπή απαιτεί από ΚΕΠΕΥ ή άλλη οντότητα υπό την εποπτεία της Επιτροπής που υποχρεούται να εκπονήσει σχέδιο εξυγίανσης δυνάμει των διατάξεων του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμου, την υποβολή στοιχείων και ή πληροφοριών, ή τη λήψη μέτρων μέσα στα πλαίσια εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 20 του εν λόγω Νόμου, η εν λόγω ΚΕΠΕΥ ή άλλη σχετική οντότητα οφείλει να συμμορφωθεί άμεσα με το σχετικό αίτημα της Επιτροπής. 20(I)/2016 ΜΕΡΟΣ IV ΕΝΔΟΟΜΙΛΙΚΗ ΧΡΗΜΑΤΟΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΣΤΗΡΙΞΗ Ενδοομιλική χρηματοπιστωτική στήριξη 11.-
(1)Εκτός εάν προκύπτει διαφορετικά από το κείμενο, το παρόν Μέρος εφαρμόζεται σε μητρικά ιδρύματα εγκατεστημένα σε κράτος μέλος, σε μητρικά ιδρύματα εγκατεστημένα στην ΕΕ, σε οντότητες που αναφέρονται στις παραγράφους (γ) ή (δ) του άρθρου 3 και στις θυγατρικές τους σε άλλα κράτη μέλη ή τρίτες χώρες, τουλάχιστον μια από τις οποίες είναι ΚΕΠΕΥ ή χρηματοοικονομικό ίδρυμα που καλύπτεται από την ενοποιημένη εποπτεία της μητρικής επιχείρησης.
(2)Με την επιφύλαξη της παραγράφου (α) του εδαφίου
(4)οι οντότητες που προβλέπονται στο εδάφιο
(1)δύναται να συνάψουν συμφωνία για παροχή ενδοομιλικής χρηματοπιστωτικής στήριξης σε κάθε άλλο μέρος της συμφωνίας, εφόσον - (α) Το μέρος που λαμβάνει χρηματοοικονομική στήριξη δυνάμει συμφωνίας ενδοομιλικής χρηματοπιστωτικής στήριξης πληροί τις προϋποθέσεις έγκαιρης παρέμβασης, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 18, κατά το χρόνο παροχής της εν λόγω στήριξης· και (β) η συμφωνία ενδοομιλικής χρηματοπιστωτικής στήριξης πληροί τις προϋποθέσεις του παρόντος Μέρους.
(3)Το παρόν Μέρος δεν εφαρμόζεται σε ενδοομιλικές χρηματοπιστωτικές συμφωνίες, συμπεριλαμβανομένων, συμφωνιών χρηματοδότησης και περιπτώσεων εφαρμογής συμφωνιών κεντρικής χρηματοδότησης, εφόσον κανένα από τα μέρη τέτοιων συμφωνιών δεν πληροί της προϋποθέσεις έγκαιρης παρέμβασης σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 18.
(4)Οι οντότητες που προβλέπονται στο εδάφιο
(1)δύνανται να παρέχουν χρηματοπιστωτική στήριξη σε οποιαδήποτε οντότητα του ομίλου που αντιμετωπίζει χρηματοοικονομικές δυσκολίες, χωρίς να αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση η σύναψη συμφωνίας ενδοομιλικής χρηματοπιστωτικής στήριξης, εφόσον - (α) Η εν λόγω οντότητα αποφασίσει την παροχή τέτοιας στήριξης, κατά περίπτωση και σύμφωνα με τις πολιτικές του ομίλου της· και (β) η παροχή στήριξης κατά αυτό τον τρόπο δε συνιστά κίνδυνο για το σύνολο του ομίλου: Νοείται ότι, η συμφωνία ενδοομιλικής χρηματοπιστωτικής στήριξης δεν αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για τη λειτουργία της εν λόγω οντότητας στη Δημοκρατία.
(5)Η συμφωνία ενδοομιλικής χρηματοοικονομικής στήριξης δύναται- (α) Να καλύπτει μία ή περισσότερες θυγατρικές του ομίλου και να προβλέπει χρηματοπιστωτική στήριξη από τη μητρική επιχείρηση προς θυγατρικές, από θυγατρικές προς τη μητρική επιχείρηση, μεταξύ θυγατρικών του ομίλου που αποτελούν μέρη της συμφωνίας, ή κάθε άλλου συνδυασμού αυτών των οντοτήτων· (β) να προβλέπει χρηματοπιστωτική στήριξη με τη μορφή δανείου, παροχής εγγυήσεων ή παροχής περιουσιακών στοιχείων προκειμένου να χρησιμοποιηθούν ως εξασφάλιση, ή οποιονδήποτε συνδυασμό των εν λόγω μορφών χρηματοπιστωτικής στήριξης, σε μία ή περισσότερες συναλλαγές, συμπεριλαμβανομένων συναλλαγών μεταξύ του δικαιούχου της στήριξης και τρίτου μέρους· (γ) να περιλαμβάνει αμοιβαία συμφωνία εκ μέρους μιας οντότητας του ομίλου, που έχει συμφωνήσει να παράσχει χρηματοπιστωτική στήριξη σε άλλη οντότητα του ομίλου, να λαμβάνει χρηματοπιστωτική στήριξη από την οντότητα στην οποία θα παρέχει τη στήριξη.
(6)Οι οντότητες που προβλέπονται στο εδάφιο
(1)οφείλουν - (α) Να προσδιορίζουν, στη συμφωνία ενδοομιλικής χρηματοοικονομικής στήριξης, τις αρχές του υπολογισμού του ανταλλάγματος για κάθε συναλλαγή που πραγματοποιείται δυνάμει της συμφωνίας· και (β) να περιλαμβάνουν στη συμφωνία ενδοομιλικής χρηματοοικονομικής στήριξης, την υποχρέωση να καθορίζεται το αντάλλαγμα κατά την παροχή της χρηματοπιστωτικής στήριξης μέσα στις αρχές που προσδιορίζουν σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου (α)∙ και (γ) να διασφαλίζουν ότι η συμφωνία ενδοομιλικής χρηματοοικονομικής στήριξης συμμορφώνεται προς τις ακόλουθες αρχές: (
  1. i)κάθε μέρος πρέπει να ενεργεί ελεύθερα κατά τη σύναψη της συμφωνίας, (
  2. ii)κατά τη σύναψη της συμφωνίας και τον καθορισμό του ανταλλάγματος για την παροχή χρηματοπιστωτικής στήριξης, κάθε μέρος πρέπει να δρα προς το μέγιστο συμφέρον του, στο οποίο μπορεί να συγκαταλέγεται κάθε άμεσο ή έμμεσο όφελος που ενδέχεται να προκύψει για ένα μέρος ως αποτέλεσμα της παροχής χρηματοπιστωτικής στήριξης, (iii) κάθε μέρος, που παρέχει χρηματοπιστωτική στήριξη, πρέπει να έχει πλήρη γνώση των σχετικών πληροφοριών από τα μέρη που λαμβάνουν χρηματοπιστωτική στήριξη πριν από τον καθορισμό του ανταλλάγματος για την παροχή χρηματοπιστωτικής στήριξης και πριν από κάθε απόφαση για την παροχή χρηματοπιστωτικής στήριξης, (
  3. iv)σχετικά με το αντάλλαγμα για την παροχή χρηματοπιστωτικής στήριξης, δύναται να λαμβάνονται υπόψη οι πληροφορίες οι οποίες βρίσκονται στην κατοχή του μέρους που παρέχει χρηματοπιστωτική στήριξη βάσει του γεγονότος ότι ανήκει στον ίδιο όμιλο με το μέρος που λαμβάνει τη χρηματοπιστωτική στήριξη και οι οποίες δεν είναι δημοσιοποιημένες στην αγορά, (
  4. v)οι αρχές υπολογισμού του ανταλλάγματος για την παροχή χρηματοπιστωτικής στήριξης δεν είναι υποχρεωτικό να λαμβάνουν υπόψη οποιοδήποτε προσωρινό αντίκτυπο στις αγοραίες τιμές ο οποίος προκύπτει από γεγονότα εξωτερικά προς τον όμιλο.
(7)Η Επιτροπή εγκρίνει την σύναψη συμφωνίας ενδοομιλικής χρηματοπιστωτικής στήριξης μόνο εφόσον, κατά τη σύναψη της προτεινόμενης συμφωνίας, κατά τη γνώμη της Επιτροπής, κανένα από τα μέρη στη συμφωνία ενδοομιλικής χρηματοπιστωτικής στήριξης δεν πληροί τις προϋποθέσεις για έγκαιρη παρέμβαση σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 18.
(8)Τα δικαιώματα, απαιτήσεις ή ενέργειες που προκύπτουν από τη συμφωνία χρηματοοικονομικής στήριξης ομίλου δύναται να ασκούνται μόνο από τα μέρη της εν λόγω συμφωνίας και σε καμία περίπτωση από οποιοδήποτε τρίτο μέρος. 20(I)/2016 Υποβολή αίτησης για έγκριση ενδοομιλικής χρηματοπιστωτικής συμφωνίας 12.-
(1)Τα μητρικά ιδρύματα εγκατεστημένα στην Ένωση οφείλουν να υποβάλουν αίτηση, για έγκριση κάθε προτεινόμενης ενδοομιλικής χρηματοπιστωτικής συμφωνίας που προτείνεται βάσει των διατάξεων του άρθρου 11 - (α) Στην Επιτροπή, όπου το μητρικό ίδρυμα εγκατεστημένο στην ΕΕ εποπτεύεται σε ενοποιημένη βάση από την Επιτροπή υπό την ιδιότητά της ως αρχή ενοποιημένης εποπτείας· ή (β) στην αρχή ενοποιημένης εποπτείας του μητρικού ιδρύματος που είναι εγκατεστημένο στην ΕΕ, σε κάθε άλλη περίπτωση: Νοείται ότι, η οντότητα που υποβάλλει την αίτηση δυνάμει των διατάξεων του παρόντος εδαφίου περιλαμβάνει στην αίτηση το κείμενο της προτεινόμενης συμφωνίας και προσδιορίζει τις οντότητες του ομίλου που προτείνονται ως συμβαλλόμενα μέρη.
(2)Η Επιτροπή, υπό την ιδιότητά της ως αρχή ενοποιημένης εποπτείας: (α) Διαβιβάζει χωρίς καθυστέρηση την αίτηση που προβλέπεται στο εδάφιο
(1)στις αρμόδιες αρχές κάθε θυγατρικής που προτείνεται ως συμβαλλόμενο μέρος της συμφωνίας, προκειμένου να ληφθεί κοινή απόφαση, (β) σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στα εδάφια
(3)ως
(7), χορηγεί την άδεια εφόσον οι όροι της προτεινόμενης συμφωνίας συνάδουν με τις προϋποθέσεις χρηματοπιστωτικής στήριξης που καθορίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις το άρθρου 15, και (γ) δύναται, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στα εδάφια
(3)έως
(7)να απαγορεύσει τη σύναψη της προτεινόμενης συμφωνίας, εάν κρίνεται ότι δε συνάδει με τις προϋποθέσεις χρηματοπιστωτικής στήριξης που καθορίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 15: Νοείται ότι, στην περίπτωση που άλλη εποπτική αρχή είναι η αρχή ενοποιημένης εποπτείας, και όπου η Επιτροπή είναι αρμόδια αρχή, υφίσταται αντίστοιχη διαδικασία διαβίβασης για την κοινή απόφαση.
(3)Η Επιτροπή καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια να καταλήξει σε κοινή απόφαση με τις άλλες αρμόδιες αρχές, λαμβάνοντας υπόψη τον ενδεχόμενο αντίκτυπο της εφαρμογής της συμφωνίας, συμπεριλαμβανομένης οποιασδήποτε δημοσιονομικής συνέπειας, σε όλα τα κράτη μέλη όπου δραστηριοποιείται ο όμιλος, ως προς το εάν οι όροι της προτεινόμενης συμφωνίας συνάδουν με τις προϋποθέσεις για χρηματοπιστωτική στήριξη που καθορίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 15, εντός τεσσάρων
(4)μηνών από την ημερομηνία παραλαβής της αίτησης από την αρχή που είναι η αρχή ενοποιημένης εποπτείας, κατά περίπτωση.
(4)Η Επιτροπή, υπό την ιδιότητά της ως αρχή ενοποιημένης εποπτείας, παρουσιάζει την κοινή απόφαση μέσω εγγράφου που περιέχει την πλήρως αιτιολογημένη απόφαση, το οποίο διαβιβάζει στην αιτούσα οντότητα: Νοείται ότι, στην περίπτωση που άλλη εποπτική αρχή είναι η αρχή ενοποιημένης εποπτείας, και όπου η Επιτροπή είναι αρμόδια αρχή σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου (α) του εδαφίου
(1), υφίσταται αντίστοιχη κοινοποίηση της κοινής απόφασης.
(5)Ελλείψει κοινής απόφασης των αρμοδίων αρχών εντός τεσσάρων
(4)μηνών, η Επιτροπή, υπό την ιδιότητα της ως η αρχή ενοποιημένης εποπτείας λαμβάνει η ίδια την απόφαση σχετικά με την αίτηση και κοινοποιεί την απόφασή της στην αιτούσα οντότητα και στις υπόλοιπες αρμόδιες αρχές: Νοείται ότι, η απόφαση παρουσιάζεται σε έγγραφο που περιέχει την πλήρη αιτιολόγηση και λαμβάνει υπόψη τις απόψεις και τις επιφυλάξεις των άλλων αρμοδίων αρχών οι οποίες είχαν εκφραστεί κατά την τετράμηνη περίοδο: Νοείται περαιτέρω ότι, στην περίπτωση που άλλη εποπτική αρχή είναι η αρχή ενοποιημένης εποπτείας και όπου η Επιτροπή είναι αρμόδια αρχή σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου (α) του εδαφίου
(1), υφίσταται αντίστοιχη διαδικασία για λήψη και κοινοποίηση απόφασης.
(6)Η ΕΑΤ μπορεί, κατόπιν αιτήσεως μιας αρμόδιας αρχής, να βοηθήσει τις αρμόδιες αρχές να καταλήξουν σε συμφωνία, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 31 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.
(7)Εάν, κατά το τέλος της τετράμηνης περιόδου, οποιαδήποτε από τις σχετικές αρμόδιες αρχές έχει παραπέμψει το ζήτημα στην ΕΑΤ, σύμφωνα με το Άρθρο 19 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, όπου η Επιτροπή τελεί υπό την ιδιότητά της ως αρχή ενοποιημένης εποπτείας, αναβάλλει την απόφασή της, αναμένει οποιαδήποτε απόφαση λάβει ενδεχομένως η ΕΑΤ σύμφωνα με το Άρθρο 19
(3)του εν λόγω κανονισμού και λαμβάνει την απόφασή της σύμφωνα με την απόφαση της ΕΑΤ. Το χρονικό διάστημα των τεσσάρων
(4)μηνών θεωρείται ως η περίοδος συμβιβασμού κατά την έννοια του Κανονισμού 1093/2010: Νοείται ότι, το ζήτημα δεν παραπέμπεται στην ΕΑΤ μετά τη λήξη της τετράμηνης περιόδου ή έπειτα από λήψη μιας κοινής απόφασης. Νοείται περαιτέρω ότι, στις περιπτώσεις που άλλη εποπτική αρχή είναι η αρχή ενοποιημένης εποπτείας, υφίσταται αντίστοιχη διαδικασία λήψης απόφασης. 20(I)/2016 73(I)/2019 Έγκριση της προτεινόμενης συμφωνίας από τους μετόχους 13.-
(1)Οι οντότητες που προβλέπονται στο εδάφιο
(1)του άρθρου 11 διασφαλίζουν ότι κάθε προτεινόμενη συμφωνία, για την οποία έχει χορηγηθεί άδεια από την Επιτροπή, υποβάλλεται στους μετόχους του εν λόγω οντοτήτων προς έγκριση: Νοείται ότι, στην περίπτωση αυτή, η συμφωνία ισχύει μόνο για τα μέρη των οποίων οι μέτοχοι ενέκριναν τη συμφωνία σύμφωνα με τις διατάξεις του εδάφιου
(2).
(2)Η εν λόγω συμφωνία είναι έγκυρη ως προς μια οντότητα του ομίλου μόνο εφόσον οι μέτοχοι της εν λόγω οντότητας έχουν εξουσιοδοτήσει το διοικητικό όργανο της να αποφασίσει ότι η οντότητα αυτή παρέχει ή λαμβάνει χρηματοπιστωτική στήριξη σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας και με τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο παρόν Μέρος και η εν λόγω έγκριση των μετόχων δεν έχει ανακληθεί.
(3)Το διοικητικό όργανο μιας οντότητας που αποτελεί μέρος τέτοιας συμφωνίας οφείλει να υποβάλλει ετήσια έκθεση στους μετόχους σχετικά με την εκτέλεση της συμφωνίας και την εφαρμογή κάθε απόφασης που λαμβάνει σύμφωνα με αυτήν. 20(I)/2016 Διαβίβαση ενδοομιλικών συμφωνιών χρηματοπιστωτικής στήριξης στις αρχές εξυγίανσης
  1. Η Επιτροπή διαβιβάζει στις σχετικές αρχές εξυγίανσης τις ενδοομιλικές συμφωνίες χρηματοπιστωτικής στήριξης που έχει εγκρίνει και τυχόν αλλαγές σε αυτές. 20(I)/2016 Προϋποθέσεις για τη χρηματοπιστωτική στήριξη ομίλου
  2. Η χρηματοπιστωτική στήριξη δύναται να παρέχεται από οντότητα του ομίλου σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 11, μόνον εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) Η παρεχόμενη στήριξη αναμένεται ευλόγως να αποκαταστήσει σε σημαντικό βαθμό τις χρηματοπιστωτικές δυσχέρειες της οντότητας του ομίλου η οποία τη λαμβάνει· (β) η παροχή χρηματοπιστωτικής στήριξης στοχεύει στη διατήρηση ή την αποκατάσταση της χρηματοοικονομικής σταθερότητας ολόκληρου του ομίλου ή οποιασδήποτε οντότητας του ομίλου, και είναι προς το συμφέρον της οντότητας του ομίλου η οποία παρέχει τη στήριξη· (γ) η χρηματοπιστωτική στήριξη παρέχεται υπό όρους, συμπεριλαμβανομένου ανταλλάγματος σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(6)του άρθρου 11· (δ) αναμένεται ευλόγως, βάσει των πληροφοριών που διαθέτει το διοικητικό όργανο της οντότητας του ομίλου που παρέχει τη χρηματοπιστωτική στήριξη κατά τη στιγμή που λαμβάνεται η απόφαση παροχής της χρηματοπιστωτικής στήριξης, ότι το αντάλλαγμα για τη στήριξη θα καταβληθεί και, εάν η στήριξη παρασχεθεί υπό μορφή δανείου, ότι το δάνειο θα αποπληρωθεί από την οντότητα του ομίλου η οποία λαμβάνει τη στήριξη: Νοείται ότι, εάν η στήριξη παρασχεθεί υπό μορφή εγγύησης ή υπό οιαδήποτε μορφή χρεογράφου, ο ίδιος όρος ισχύει για την υποχρέωση που προκύπτει για τον αποδέκτη, εάν η εγγύηση ή το χρεόγραφο εκτελεστούν· (ε) η παροχή της χρηματοπιστωτικής στήριξης δεν θέτει σε κίνδυνο τη ρευστότητα ή τη φερεγγυότητα της οντότητας του ομίλου η οποία παρέχει τη στήριξη· (στ) η παροχή της χρηματοπιστωτικής στήριξης δεν απειλεί τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, ιδίως του κράτους μέλους στο οποίο βρίσκεται η οντότητα του ομίλου η οποία παρέχει τη στήριξη· (ζ) η οντότητα του ομίλου η οποία παρέχει τη στήριξη συμμορφώνεται, κατά τη στιγμή παροχής της στήριξης, με τις απαιτήσεις της Οδηγίας 2013/36/ΕΚ όσον αφορά το κεφάλαιο ή τη ρευστότητα και με κάθε απαίτηση που επιβάλλεται δυνάμει του άρθρου 30 της Οδηγίας ΟΔ144-2014-14, η δε παροχή της χρηματοπιστωτικής στήριξης δεν οδηγεί την οντότητα του ομίλου σε παραβίαση των εν λόγω απαιτήσεων, εκτός εάν το επιτρέψει η αρμόδια αρχή που είναι υπεύθυνη για την εποπτεία σε ατομική βάση του ομίλου που παρέχει τη στήριξη· (η) η οντότητα του ομίλου η οποία παρέχει τη στήριξη συμμορφώνεται, κατά τη στιγμή παροχής της στήριξης, με τις απαιτήσεις περί μεγάλων ανοιγμάτων του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και των διατάξεων του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμου ως διορθώθηκε, η δε παροχή της χρηματοπιστωτικής στήριξης δεν οδηγεί την οντότητα του ομίλου σε παραβίαση των εν λόγω απαιτήσεων, εκτός εάν το επιτρέψει η αρμόδια αρχή που είναι υπεύθυνη για την εποπτεία σε ατομική βάση της οντότητας του ομίλου που παρέχει τη στήριξη· (θ) η παροχή της χρηματοπιστωτικής στήριξης δεν υπονομεύει τη δυνατότητα εξυγίανσης της οντότητας του ομίλου η οποία παρέχει τη στήριξη. 20(I)/2016 Απόφαση για την παροχή χρηματοπιστωτικής στήριξης 16.-
(1)Η απόφαση για παροχή χρηματοπιστωτικής στήριξης βάσει ενδοομιλικής συμφωνίας - (α) Λαμβάνεται από το διοικητικό όργανο της οντότητας που θα παρέχει την χρηματοπιστωτική στήριξη· και (β) είναι αιτιολογημένη· και (γ) αναφέρει το στόχο της προτεινόμενης χρηματοπιστωτικής στήριξης· και (δ) εξηγεί πως η παροχή χρηματοπιστωτικής στήριξης είναι σύμφωνη με τις διατάξεις του άρθρου 15.
(2)Η απόφαση αποδοχής χρηματοπιστωτικής στήριξης βάσει ενδοομιλικής συμφωνίας λαμβάνεται από το διοικητικό όργανο της οντότητας που θα λάβει την χρηματοπιστωτική στήριξη. 20(I)/2016 Δικαίωμα ένστασης των αρμόδιων αρχών 17.-
(1)Το διοικητικό όργανο της οντότητας που σκοπεύει να παρέχει χρηματοπιστωτική στήριξη βάσει ενδοομιλικής συμφωνίας παροχής στήριξης, κοινοποιεί την πρόθεσή του, πριν την παροχή στήριξης - (α) στην αρμόδια αρχή του· και (β) εάν πρόκειται για αρχή διαφορετική από αυτές που αναφέρονται στις παραγράφους (α) και (γ), κατά περίπτωση, στην αρχή ενοποιημένης εποπτείας· και (γ) εάν πρόκειται για αρχή διαφορετική από αυτές που αναφέρονται στις παραγράφους (α) και (β), στην αρμόδια αρχή της οντότητας του ομίλου που λαμβάνει τη χρηματοπιστωτική στήριξη· και (δ) στην ΕΑΤ.
(2)Η εν λόγω κοινοποίηση περιλαμβάνει - (α) Την αιτιολογημένη απόφαση του διοικητικού οργάνου δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 16 · και (β) τις λεπτομέρειες της προτεινόμενης χρηματοπιστωτικής στήριξης, συμπεριλαμβανομένου αντίγραφου της ενδοομιλικής συμφωνίας χρηματοπιστωτικής στήριξης.
(3)Η Επιτροπή, υπό την ιδιότητά της ως αρμόδια αρχή της οντότητας η οποία παρέχει τη χρηματοπιστωτική στήριξη, δύναται, εντός πέντε
(5)εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της πλήρους κοινοποίησης, με αιτιολογημένη απόφασή της - (α) Να συμφωνήσει για την παροχή της χρηματοπιστωτικής στήριξης· ή (β) να απαγορεύσει ή να περιορίσει την παροχή χρηματοπιστωτικής στήριξης, εάν κρίνει ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για παροχή χρηματοπιστωτικής στήριξης σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 15.
(4)Η Επιτροπή κοινοποιεί άμεσα την απόφασή της να χορηγήσει, να απαγορεύσει ή να περιορίσει τη χρηματοπιστωτική στήριξη - (α) Στην αρχή ενοποιημένης εποπτείας· και (β) στην αρμόδια αρχή της οντότητας του ομίλου που λαμβάνει τη στήριξη· και (γ) στην ΕΑΤ: Νοείται ότι, η αρχή ενοποιημένης εποπτείας ενημερώνει άμεσα τα λοιπά μέλη του σώματος εποπτείας και τα μέλη του σώματος εξυγίανσης.
(5)Σε περίπτωση που η Επιτροπή, είτε υπό την ιδιότητά της ως αρχή ενοποιημένης εποπτείας είτε υπό την ιδιότητα της ως αρμόδια αρχή υπεύθυνη για την οντότητα που λαμβάνει στήριξη σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 11, έχει αντιρρήσεις σχετικά με την απόφαση απαγόρευσης ή περιορισμού χρηματοπιστωτικής στήριξης, δύναται να παραπέμψει το ζήτημα στην ΕΑΤ εντός δύο
(2)ημερών και να ζητήσει τη συνδρομή της σύμφωνα με το Άρθρο 31 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.
(6)Σε περίπτωση που η Επιτροπή - (α) Δεν απαγορεύσει ούτε περιορίσει τη χρηματοπιστωτική στήριξη εντός πέντε
(5)ημερών δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(3), ή (β) συμφωνήσει πριν από την πάροδο των πέντε
(5)ημερών για την παροχή της εν λόγω στήριξης, η χρηματοπιστωτική στήριξη δύναται να παρασχεθεί σύμφωνα με τους όρους που έχουν υποβληθεί στην Επιτροπή.
(7)Το διοικητικό όργανο της οντότητας που θα παρέχει στήριξη σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 11 διαβιβάζει την απόφασή του για παροχή της χρηματοπιστωτικής στήριξης - (α) Στην αρμόδια αρχή· (β) εάν πρόκειται για αρχή διαφορετική από αυτές που αναφέρονται στις παραγράφους (α) και (γ), και κατά περίπτωση, στην αρχή ενοποιημένης εποπτείας· (γ) εάν πρόκειται για αρχή διαφορετική από αυτές που αναφέρονται στις παραγράφους (α) και (β), στην αρμόδια αρχή της οντότητας του ομίλου που λαμβάνει τη χρηματοπιστωτική στήριξη, και (δ) στην ΕΑΤ: Νοείται ότι, η αρχή ενοποιημένης εποπτείας ενημερώνει άμεσα τα λοιπά μέλη του σώματος εποπτείας και τα μέλη του σώματος εξυγίανσης.
(8)Σε περίπτωση που - (α) Αρμόδια αρχή περιορίσει ή απαγορεύσει την ενδοομιλική χρηματοπιστωτική στήριξη δυνάμει του άρθρου 25
(2)της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ · και (β) το σχέδιο ανάκαμψης ομίλου δυνάμει των υποπαραγράφων (i) και (ii) της παραγράφου (β) του εδαφίου
(3)του άρθρου 6 αναφέρεται σε χρηματοπιστωτική στήριξη, η Επιτροπή, υπό την ιδιότητά της ως αρμόδια αρχή της οντότητας σε σχέση με την οποία περιορίστηκε ή απαγορεύτηκε η στήριξη, μπορεί να ζητήσει από την αρχή ενοποιημένης εποπτείας να δρομολογήσει μια επαναξιολόγηση του σχεδίου ανάκαμψης του ομίλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 8: Νοείται ότι, σε περίπτωση που το σχέδιο ανάκαμψης καταρτίζεται σε ατομική βάση, η Επιτροπή δύναται να ζητήσει από την εν λόγω οντότητα να υποβάλει αναθεωρημένο σχέδιο ανάκαμψης.
(9)Οι οντότητες που προβλέπονται στο άρθρο 11 οφείλουν να δημοσιοποιούν κατά πόσον έχουν συνάψει συμφωνία χρηματοπιστωτικής στήριξης ομίλου σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 11 και να δημοσιοποιούν στο κοινό, κατά τα οριζόμενα στα Άρθρα 431 έως 434 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, περιγραφή των γενικών όρων κάθε τέτοιας συμφωνίας και των επωνυμιών των οντοτήτων ομίλου που αποτελούν μέρη της συμφωνίας, και επικαιροποιούν τις εν λόγω πληροφορίες τουλάχιστον μία φορά ετησίως. 20(I)/2016 ΜΕΡΟΣ V ΕΓΚΑΙΡΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ Μέτρα έγκαιρης παρέμβασης 18.-
(1)Σε περίπτωση που μια ΚΕΠΕΥ παραβιάζει ή, λόγω, μεταξύ άλλων, μιας ταχέως επιδεινούμενης χρηματοπιστωτικής κατάστασης, συμπεριλαμβανόμενης και επιδεινούμενης κατάστασης από πλευράς ρευστότητας και αυξανόμενου επίπεδου μόχλευσης, μη εξυπηρετούμενων δανείων ή συγκέντρωσης ανοιγμάτων, όπως η κατάσταση αυτή αποτιμάται βάσει ενός συνόλου ορίων ενεργοποίησης, στα οποία μπορεί να περιλαμβάνεται το ποσοστό των ιδίων κεφαλαίων που απαιτούνται για την ΚΕΠΕΥ προσαυξημένο κατά 1,5 ποσοστιαία μονάδα, ενδέχεται να παραβιάσει στο εγγύς μέλλον οποιαδήποτε από τις απαιτήσεις - (
  1. i)Του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, ή (
  2. ii)του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμου ως διορθώθηκε ή/και των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων οδηγιών, ή (iii) του Τίτλου II της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ, ή (
  3. iv)οποιουδήποτε από τα Άρθρα 3 έως 7, 14 έως 17 και 24, 25 και 26 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 600/2014, η Επιτροπή μπορεί να λάβει, με την επιφύλαξη των μέτρων που αναφέρονται στο Άρθρο 30 της Οδηγίας ΟΔ144-2014-14, κατά περίπτωση, τουλάχιστον οποιοδήποτε από τα ακόλουθα μέτρα: (α) απαιτεί από το διοικητικό όργανο της ΚΕΠΕΥ να εφαρμόσει μία ή περισσότερες από τις ρυθμίσεις ή τα μέτρα που προβλέπονται στο σχέδιο ανάκαμψης ή, σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(5)του άρθρου 4 του παρόντος Νόμου, να επικαιροποιήσει το σχέδιο ανάκαμψης αν οι περιστάσεις που οδήγησαν στην έγκαιρη παρέμβαση διαφέρουν από τις παραδοχές του αρχικού σχεδίου ανάκαμψης και να εφαρμόσει μία ή περισσότερες από τις ρυθμίσεις ή τα μέτρα του επικαιροποιημένου σχεδίου εντός ορισμένης προθεσμίας και με στόχο να εξασφαλιστεί ότι δεν ισχύουν πια οι συνθήκες έγκαιρης παρέμβασης· (β) απαιτεί από το διοικητικό όργανο της ΚΕΠΕΥ να εξετάσει την κατάσταση, να προσδιορίσει μέτρα για την αντιμετώπιση των προβλημάτων που εντοπίστηκαν και να καταρτίσει πρόγραμμα δράσης για την αντιμετώπιση των εν λόγω προβλημάτων, καθώς και χρονοδιάγραμμα για την εφαρμογή του· (γ) απαιτεί από το διοικητικό όργανο της ΚΕΠΕΥ να συγκαλέσει συνέλευση και εάν το διοικητικό όργανο δεν συμμορφωθεί με αυτήν την απαίτηση, η Επιτροπή δύναται να συγκαλέσει άμεσα συνέλευση των μετόχων της ΚΕΠΕΥ: Νοείται ότι, σε αμφότερες τις περιπτώσεις, η Επιτροπή δύναται να ορίσει την ημερήσια διάταξη, καθώς και να απαιτήσει την εξέταση ορισμένων αποφάσεων προς έγκριση από τους μετόχους· (δ) απαιτεί να απομακρυνθεί ή να αντικατασταθεί ένα ή περισσότερα μέλη του διοικητικού οργάνου ή ανώτατα διοικητικά στελέχη, εάν τα εν λόγω πρόσωπα κριθούν ακατάλληλα να εκτελέσουν τα καθήκοντά τους σύμφωνα με το Άρθρο 13 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ ή με το Άρθρο 9 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ· (ε) απαιτεί από το διοικητικό όργανο της ΚΕΠΕΥ να καταρτίσει σχέδιο προς διαπραγμάτευση σχετικά με την αναδιάρθρωση του χρέους με έναν ή όλους τους πιστωτές του σύμφωνα με το σχέδιο ανάκαμψης, κατά περίπτωση· (στ) απαιτεί την αναθεώρηση της επιχειρηματικής στρατηγικής της ΚΕΠΕΥ· (ζ) απαιτεί την εισαγωγή αλλαγών στις νομικές ή επιχειρησιακές δομές της ΚΕΠΕΥ· (η) απαιτεί και διαβιβάζει στην αρχή εξυγίανσης όλες τις αναγκαίες πληροφορίες ώστε η αρχή εξυγίανσης να είναι σε θέση να επικαιροποιήσει το σχέδιο εξυγίανσης και να προετοιμάσει την ενδεχόμενη εξυγίανση της ΚΕΠΕΥ και την αποτίμηση των περιουσιακών στοιχείων και των υποχρεώσεων της ΚΕΠΕΥ δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 47 του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμου.
(2)Με την επιφύλαξη των διατάξεων περί εμπιστευτικότητας που προβλέπονται στο άρθρο 30, η Επιτροπή ενημερώνει χωρίς καθυστέρηση την αρχή εξυγίανσης όταν διαπιστώνει ότι ΚΕΠΕΥ εμπίπτει στις συνθήκες έγκαιρης παρέμβασης σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(1).
(3)Για κάθε ένα από τα μέτρα που προβλέπονται στο εδάφιο
(1)η Επιτροπή δύναται με οδηγία της να θέτει κατάλληλη προθεσμία για την υλοποίηση του και προκειμένου να είναι σε θέση η Επιτροπή να αξιολογήσει την αποτελεσματικότητα του μέτρου. 20(I)/2016 Απομάκρυνση των ανώτατων διοικητικών στελεχών και του διοικητικού οργάνου 19. Η Επιτροπή δύναται να απαιτήσει την απομάκρυνση των ανώτατων διοικητικών στελεχών ή του διοικητικού οργάνου της ΚΕΠΕΥ, είτε εν συνόλω είτε σε ατομική βάση, σε περίπτωση που - (α) Υπάρχει σημαντική επιδείνωση της χρηματοπιστωτικής κατάστασης μιας ΚΕΠΕΥ ή σημειώνονται σοβαρές παραβάσεις της νομοθεσίας ή σοβαρές διοικητικές παραβάσεις από την ΚΕΠΕΥ· και (β) τα μέτρα που προβλέπονται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 18 δεν επαρκούν, κατά την κρίση της Επιτροπής, για να αντιστραφεί η εν λόγω επιδείνωση: Νοείται ότι, οποιοσδήποτε διορισμός νέων ανώτατων διοικητικών στελεχών ή νέου διοικητικού οργάνου της ΚΕΠΕΥ, που δύναται να πραγματοποιηθεί λόγω της απομάκρυνσης στελεχών ή διοικητικού οργάνου δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(1), συμμορφώνεται με τις διατάξεις του περί Εταιρειών Νόμου ως διορθώθηκε ή οποιασδήποτε αντίστοιχης νομοθεσίας της Δημοκρατίας ή της Ένωσης που ισχύει κατά περίπτωση: Νοείται περαιτέρω ότι, οποιοσδήποτε προαναφερόμενος διορισμός υπόκειται στην έγκριση της Επιτροπής. 20(I)/2016 Προσωρινός διαχειριστής 20.-
(1)Σε περίπτωση που η Επιτροπή κρίνει τα δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 19 μέτρα για την επανόρθωση της κατάστασης ως ανεπαρκή, δύναται να διορίσει έναν ή περισσότερους προσωρινούς διαχειριστές στην ΚΕΠΕΥ.
(2)Κατά το διορισμό του προσωρινού διαχειριστή, η Επιτροπή - (α) Καθορίζει κατά πόσον ο προσωρινός διαχειριστής θα αντικαταστήσει προσωρινά το διοικητικό όργανο της ΚΕΠΕΥ ή θα συνεργαστεί προσωπικά με το διοικητικό όργανο της ΚΕΠΕΥ· και (β) προσδιορίζει τις εξουσίες του προσωρινού διαχειριστή, κατ’ αναλογία προς τις περιστάσεις, οι οποίες μπορούν να περιλαμβάνουν ορισμένες ή όλες τις εξουσίες του διοικητικού οργάνου της ΚΕΠΕΥ βάσει του καταστατικού της ΚΕΠΕΥ και βάσει του περί Εταιρειών Νόμου ως διορθώθηκε, συμπεριλαμβανομένης της εξουσίας του διαχειριστή να ασκεί ορισμένα ή όλα τα διοικητικά καθήκοντα του διοικητικού οργάνου της ΚΕΠΕΥ· και (γ) διευκρινίζει τα όρια του ρόλου και των καθηκόντων του προσωρινού διαχειριστή, που μπορούν να περιλαμβάνουν την επιβεβαίωση της χρηματοοικονομικής θέσης της ΚΕΠΕΥ, τη διαχείριση των επαγγελματικών δραστηριοτήτων ή μέρος των εν λόγω δραστηριοτήτων της ΚΕΠΕΥ με σκοπό τη διατήρηση ή την αποκατάσταση της χρηματοοικονομικής θέσης της ΚΕΠΕΥ, και τη λήψη μέτρων για την αποκατάσταση της υγιούς και συνετής διαχείρισης της επιχειρηματικής δραστηριότητας της ΚΕΠΕΥ.
(3)Εφόσον πρόκειται για διορισμό προσωρινού διαχειριστή που θα συνεργαστεί με το διοικητικό όργανο της ΚΕΠΕΥ, η Επιτροπή περαιτέρω διευκρινίζει- (
  1. i)Το ρόλο, τα καθήκοντα και τις εξουσίες του προσωρινού διαχειριστή· και (
  2. ii)τυχόν υποχρεώσεις του διοικητικού οργάνου της ΚΕΠΕΥ ως προς το να ζητά τη γνώμη ή να εξασφαλίζει τη συναίνεση του προσωρινού διαχειριστή πριν από τη λήψη ορισμένων αποφάσεων ή την ανάληψη ορισμένων δράσεων.
(4)Η Επιτροπή οφείλει να δημοσιοποιεί το διορισμό οποιουδήποτε προσωρινού διαχειριστή, εκτός εάν ο προσωρινός διαχειριστής δεν έχει αρμοδιότητα εκπροσώπησης της ΚΕΠΕΥ.
(5)Η Επιτροπή διασφαλίζει πως ο κάθε προσωρινός διαχειριστής διαθέτει τα προσόντα, τις ικανότητες και τις γνώσεις που απαιτούνται προκειμένου να ασκεί τα καθήκοντά του και ότι δεν υφίσταται σύγκρουση συμφερόντων.
(6)Αποκλειστική ευθύνη για το διορισμό και την παύση του προσωρινού διαχειριστή σε ΚΕΠΕΥ έχει η Επιτροπή, η οποία δύναται - (α) Να απομακρύνει ένα προσωρινό διαχειριστή ανά πάσα στιγμή και για οποιοδήποτε λόγο· (β) να τροποποιήσει τους όρους διορισμού ενός προσωρινού διαχειριστή ανά πάσα στιγμή σύμφωνα με το παρόν άρθρο.
(7)Η Επιτροπή δύναται να απαιτεί, ως προϋπόθεση, την πρότερη συγκατάθεσή της για ορισμένες δράσεις του προσωρινού διαχειριστή: Νοείται ότι, η αρμόδια αρχή διευκρινίζει κάθε σχετική απαίτηση κατά τη στιγμή του διορισμού του προσωρινού διαχειριστή ή κατά τη στιγμή οποιασδήποτε τροποποίησης των όρων διορισμού του προσωρινού διαχειριστή: Νοείται περαιτέρω ότι, σε κάθε περίπτωση, ο προσωρινός διαχειριστής δύναται να συγκαλεί γενική συνέλευση των μετόχων της ΚΕΠΕΥ και να διαμορφώνει την ημερήσια διάταξη μόνον με την πρότερη συγκατάθεση της Επιτροπής.
(8)Η Επιτροπή δύναται να απαιτεί από τον προσωρινό διαχειριστή να συντάσσει εκθέσεις με θέμα τη χρηματοοικονομική θέση της ΚΕΠΕΥ και τις πράξεις που πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια του διορισμού του, ανά χρονικά διαστήματα που η Επιτροπή ορίζει και κατά τη λήξη της θητείας του.
(9)Η Επιτροπή διορίζει προσωρινό διαχειριστή με τη μέγιστη διάρκεια διορισμού να μην υπερβαίνει το ένα έτος: Νοείται ότι, η εν λόγω περίοδος μπορεί κατ’ εξαίρεση να παραταθεί, εφόσον εξακολουθούν να πληρούνται οι προϋποθέσεις διορισμού του προσωρινού διαχειριστή.
(10)Η Επιτροπή έχει αποκλειστική ευθύνη για την απόφαση του κατά πόσο οι συνθήκες επιτρέπουν την παραμονή του προσωρινού διαχειριστή και η Επιτροπή οφείλει να δικαιολογήσει κάθε σχετική απόφασή της στους μετόχους της ΚΕΠΕΥ.
(11)Με την επιφύλαξη του παρόντος άρθρου, οποιοσδήποτε διορισμός προσωρινού διαχειριστή δεν επηρεάζει τα δικαιώματα των μετόχων ως αυτά προβλέπονται στον περί Εταιρειών Νόμο ως διορθώθηκε ή σε οποιαδήποτε άλλη νομοθεσία της Δημοκρατίας ή της Ένωσης.
(12)Ο προσωρινός διαχειριστής οφείλει, το συντομότερο δυνατόν από την ημερομηνία του διορισμού του, να αποστείλει στον Έφορο Εταιρειών και Επίσημο Παραλήπτη ειδοποίηση ως προς τον διορισμό του στην ΚΕΠΕΥ, και οφείλει επίσης να αποστείλει το συντομότερο δυνατόν ανάλογη ειδοποίηση στον εν λόγω Έφορο κατά την παύση του. 20(I)/2016 Συντονισμός των μέτρων έγκαιρης παρέμβασης και διορισμός προσωρινού διαχειριστή για τους ομίλους 21.-
(1)Σε περίπτωση που η Επιτροπή τελεί υπό την ιδιότητά της ως αρχή ενοποιημένης εποπτείας όσον αφορά μητρική επιχείρηση της Ένωσης και πληρούνται οι προϋποθέσεις για την επιβολή απαιτήσεων σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 18 ή για το διορισμό προσωρινού διαχειριστή σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 20, η Επιτροπή ειδοποιεί την ΕΑΤ και διαβουλεύεται με τις λοιπές αρμόδιες αρχές στο πλαίσιο του σώματος εποπτείας: Νοείται ότι, στις περιπτώσεις όπου η Επιτροπή συμμετέχει σε σώμα εποπτείας για μητρική επιχείρηση που εποπτεύεται σε ενοποιημένη βάση από άλλη αρχή ενοποιημένης εποπτείας, υφίσταται αντίστοιχη ειδοποίηση και δυνατότητα διαβούλευσης.
(2)Μετά την ειδοποίηση και διαβούλευση που προβλέπεται στο εδάφιο
(1), η Επιτροπή, υπό την ιδιότητά της ως αρχή ενοποιημένης εποπτείας - (α) Αποφασίζει εάν θα εφαρμόσει κάποιο από τα μέτρα που προβλέπονται στο άρθρο 18 ή εάν θα διορίσει προσωρινό διαχειριστή δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 20 ως προς τη σχετική μητρική επιχείρηση της Ένωσης, λαμβάνοντας υπόψη τον αντίκτυπο των μέτρων αυτών στις οντότητες του ομίλου οι οποίες βρίσκονται σε άλλα κράτη μέλη· και (β) κοινοποιεί την απόφασή της στις λοιπές αρμόδιες αρχές του σώματος εποπτείας και στην ΕΑΤ.
(3)Σε περίπτωση που η Επιτροπή τελεί υπό την ιδιότητα της ως αρμόδια αρχή που είναι υπεύθυνη για την εποπτεία σε ατομική βάση, οντότητας που είναι θυγατρική μιας μητρικής επιχείρησης της Ένωσης και πληρούνται οι προϋποθέσεις για την επιβολή απαιτήσεων σύμφωνα με τις διατάξεις το άρθρου 18 ή για τον διορισμό προσωρινού διαχειριστή σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 20, και η Επιτροπή σκοπεύει να λάβει κάποιο μέτρο σύμφωνα με τα εν λόγω άρθρα, η Επιτροπή ειδοποιεί την ΕΑΤ και διαβουλεύεται με την αρχή ενοποιημένης εποπτείας.
(4)Κατά την παραλαβή κοινοποίησης για λήψη αντίστοιχων μέτρων με αυτά που προβλέπονται στο εδάφιο
(3)από άλλη αρμόδια αρχή, η Επιτροπή, ως αρχή ενοποιημένης εποπτείας, δύναται να αξιολογήσει τον πιθανό αντίκτυπο από την επιβολή μέτρων αντίστοιχων με αυτά που προβλέπονται στα άρθρα 18 ή 20 στο ίδρυμα που αφορά η κοινοποίηση, στον όμιλο ή σε οντότητες ομίλου σε άλλα κράτη μέλη, και να διαβιβάσει την εν λόγω αξιολόγηση στην εν λόγω αρμόδια αρχή εντός τριών
(3)ημερών από τη λήψη της κοινοποίησης.
(5)Μετά την ειδοποίηση και τη διαβούλευση που προβλέπεται στο εδάφιο
(3), η Επιτροπή, υπό την ιδιότητά της ως αρμόδια αρχή - (α) Αποφασίζει εάν θα εφαρμόσει κάποιο από τα μέτρα που προβλέπονται στο άρθρο 18 ή εάν θα διορίσει προσωρινό διαχειριστή δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 20 ως προς την εν λόγω ΚΕΠΕΥ, συνεκτιμώντας δεόντως οποιαδήποτε αξιολόγηση της αρχής ενοποιημένης εποπτείας· και (β) κοινοποιεί την απόφασή της στις λοιπές αρμόδιες αρχές του σώματος εποπτείας και στην ΕΑΤ: Νοείται ότι, αναφορικά με ίδρυμα που προβλέπεται στο εδάφιο
(3)που εποπτεύεται σε μεμονωμένη βάση από άλλη αρμόδια αρχή, όπου η Επιτροπή συμμετέχει στο σώμα εποπτείας, υφίσταται αντίστοιχη ειδοποίηση και δυνατότητα διαβούλευσης.
(6)Σε περίπτωση που - (α) Η Επιτροπή τελεί υπό την ιδιότητά της ως αρχή ενοποιημένης εποπτείας, και (β) περισσότερες από μία αρμόδιες αρχές σκοπεύουν να διορίσουν προσωρινό διαχειριστή ή να εφαρμόσουν οποιοδήποτε από τα μέτρα που προβλέπονται στο άρθρο 18 σε περισσότερα από ένα ιδρύματα του ίδιου ομίλου, η Επιτροπή εξετάζει μαζί με τις λοιπές σχετικές αρμόδιες αρχές εάν ενδείκνυται περισσότερο ο διορισμός του ίδιου προσωρινού διαχειριστή για όλες τις σχετικές οντότητες ή αν ενδείκνυται η εφαρμογή οποιωνδήποτε μέτρων που προβλέπονται στο άρθρο 18 σε περισσότερα από ένα ιδρύματα, ώστε να διευκολυνθούν τυχόν ενέργειες αποκατάστασης της χρηματοοικονομικής θέσης του σχετικού ιδρύματος· η αξιολόγηση λαμβάνει τη μορφή κοινής απόφασης της Επιτροπής και των υπόλοιπων σχετικών αρμόδιων αρχών· η κοινή απόφαση λαμβάνεται εντός πέντε
(5)ημερών από την ημερομηνία της κοινοποίησης που αναφέρεται στο εδάφιο
(3), είναι αιτιολογημένη και κοινοποιείται εγγράφως από την Επιτροπή στη μητρική επιχείρηση της Ένωσης: Νοείται ότι, σε περίπτωση που η Επιτροπή είναι μία από τις λοιπές σχετικές αρμόδιες αρχές και εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου (β) του εδαφίου
(6), υφίσταται αντίστοιχη δυνατότητα εξέτασης και αξιολόγησης από την Επιτροπή.
(7)Η ΕΑΤ μπορεί, κατόπιν αιτήσεως των αρμόδιων αρχών, να βοηθήσει τις αρμόδιες αρχές να καταλήξουν σε συμφωνία, σύμφωνα με το άρθρο 31 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.
(8)Ελλείψει κοινής αποφάσεως δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(6)εντός πέντε
(5)ημερών, η Επιτροπή, τόσο υπό την ιδιότητά της ως αρχή ενοποιημένης εποπτείας, όσο και υπό την ιδιότητα της ως αρμόδια αρχή υπεύθυνη για την εποπτεία θυγατρικών, δύναται να λάβει η ίδια αποφάσεις σχετικά με τον διορισμό προσωρινού διαχειριστή στα ιδρύματα που τελούν υπό την εποπτεία της, καθώς και σχετικά με την εφαρμογή οποιωνδήποτε από τα μέτρα που προβλέπονται στο άρθρο 18: Νοείται ότι, υφίσταται αντίστοιχη δυνατότητα λήψης απόφασης για τις υπόλοιπες αρμόδιες αρχές και την αρχή ενοποιημένης εποπτείας, κατά περίπτωση.
(9)Σε περίπτωση που, σχετική αρμόδια αρχή δεν συμφωνεί με την απόφαση που έχει κοινοποιηθεί βάσει των διατάξεων των εδαφίων
(1)ή
(3)του παρόντος άρθρου, ή ελλείψει κοινής αποφάσεως σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(6)του παρόντος άρθρου, η αρμόδια αρχή μπορεί να παραπέμψει το θέμα στην ΕΑΤ σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(10).
(10)Η ΕΑΤ μπορεί, κατ’ αίτηση οποιασδήποτε αρμόδια αρχής, να βοηθήσει τις αρμόδιες αρχές που σκοπεύουν να εφαρμόσουν ένα ή περισσότερα από τα μέτρα που αναφέρονται - (α) Στην παράγραφο (α) του εδαφίου
(1)του άρθρου 18, σε σχέση με τα σημεία
(4),
(10),
(11)και
(19)του Παραρτήματος Α του παρόντος Νόμου, ή (β) στην παράγραφο (ε) του εδαφίου
(1)του άρθρου 18 του παρόντος Νόμου, ή (γ) στην παράγραφο (ζ) του εδαφίου
(1)του άρθρου 18 του παρόντος Νόμου, να καταλήξουν σε συμφωνία σύμφωνα με το άρθρο 19
(3)Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010.
(11)Η απόφαση κάθε αρμόδιας αρχής - (α) Είναι αιτιολογημένη· και (β) λαμβάνει υπόψη τις απόψεις και τις επιφυλάξεις των άλλων αρμόδιων αρχών, οι οποίες είχαν εκφραστεί κατά την περίοδο διαβούλευσης σύμφωνα με τις διατάξεις των εδαφίων
(1)ή
(3)ή το χρονικό διάστημα πέντε
(5)ημερών σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(6)· και (γ) λαμβάνει υπόψη τον ενδεχόμενο αντίκτυπο της απόφασης στη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος στα σχετικά κράτη μέλη· και (δ) διαβιβάζεται από την αρχή ενοποιημένης εποπτείας στη μητρική επιχείρηση της Ένωσης, και στις θυγατρικές από τις αντίστοιχες αρμόδιες αρχές. Στις περιπτώσεις που αναφέρονται σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(10)του παρόντος άρθρου, εάν, πριν από το τέλος της περιόδου διαβούλευσης που αναφέρεται στα εδάφια
(1)και
(3)του παρόντος άρθρου ή κατά το τέλος του χρονικού διαστήματος πέντε
(5)ημερών που αναφέρεται στο εδάφιο
(6)του παρόντος άρθρου, οποιαδήποτε από τις σχετικές αρμόδιες αρχές έχει παραπέμψει ζήτημα στην ΕΑΤ σύμφωνα με το άρθρο 19
(3)Κανονισμού (EE) αριθ. 1093/2010, η αρχή ενοποιημένης εποπτείας και οι λοιπές αρμόδιες αρχές αναβάλλουν τις αποφάσεις τους και αναμένουν οιαδήποτε απόφαση λάβει ενδεχομένως η ΕΑΤ σύμφωνα με το άρθρο 19 παράγραφος 3 του εν λόγω κανονισμού, λαμβάνουν δε τις αποφάσεις τους σύμφωνα με την απόφαση της ΕΑΤ. Το πενθήμερο χρονικό διάστημα θεωρείται ως η περίοδος συμβιβασμού κατά την έννοια του εν λόγω κανονισμού. Η Επιτροπή, τόσο υπό την ιδιότητα της ως αρχή ενοποιημένης εποπτείας όσο και υπό την ιδιότητα της ως αρμόδια αρχή - (i) Αναβάλλει την απόφασή της· και (ii) αναμένει οποιαδήποτε απόφαση λάβει ενδεχομένως η ΕΑΤ σύμφωνα με το Άρθρο 19
(3)του εν λόγω κανονισμού· και (iii) λαμβάνει την απόφασή της σύμφωνα με την απόφαση της ΕΑΤ. Η ΕΑΤ λαμβάνει την απόφασή της εντός τριών
(3)ημερών· το ζήτημα δεν παραπέμπεται στην ΕΑΤ μετά τη λήξη της πενθήμερης περιόδου ή έπειτα από τη λήψη κοινής απόφασης.
(12)Ελλείψει αποφάσεως της ΕΑΤ εντός τριών
(3)ημερών, εφαρμόζονται μεμονωμένες αποφάσεις που λαμβάνονται σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(1)ή
(3), ή
(8)ή αντίστοιχων διαδικασιών που προνοούνται για άλλες αρμόδιες αρχές. 20(I)/2016 ΜΕΡΟΣ VI ΕΞΥΓΙΑΝΣΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1-ΣΤΟΧΟΙ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ Προϋποθέσεις για την εξυγίανση 22.-
(1)Κατά την εξακρίβωση από την αρχή εξυγίανσης της ύπαρξης προϋποθέσεων εξυγίανσης ως αυτές ορίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 42 και 43 του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμου, η Επιτροπή δύναται- (α) Να προβεί στη διαπίστωση, μετά από διαβούλευση με την αρχή εξυγίανσης, ότι μια ΚΕΠΕΥ τελεί υπό κατάσταση αφερεγγυότητας ή ενδεχόμενης αφερεγγυότητας σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(3), και (β) να προβεί στη διαπίστωση, ενημερώνοντας την αρχή εξυγίανσης προς τούτο, ότι κανένα άλλο εναλλακτικό μέτρο του ιδιωτικού τομέα, συμπεριλαμβανομένων μέτρων από θεσμικό σύστημα προστασίας, και καμία αναλαμβανόμενη εποπτική δράση έναντι της ΚΕΠΕΥ, συμπεριλαμβανομένων των μέτρων έγκαιρης παρέμβασης ή απομείωσης ή μετατροπής των σχετικών κεφαλαιακών μέσων και των επιλέξιμων υποχρεώσεων που αναφέρονται στο άρθρο 30
(1)του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμου, δεν θα απέτρεπε την αφερεγγυότητα της ΚΕΠΕΥ εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, λαμβάνοντας υπόψη τη χρονική στιγμή και άλλες σχετικές παραμέτρους, και
(2)Κατά την εξακρίβωση από την αρχή εξυγίανσης της ύπαρξης προϋποθέσεων εξυγίανσης ως αυτές ορίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 42 και 43 του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμου, η Επιτροπή δύναται- (α) Να προβεί στη διαπίστωση, μετά από διαβούλευση με την αρχή εξυγίανσης, ότι οι ακόλουθοι τελούν υπό κατάσταση αφερεγγυότητας ή ενδεχόμενης αφερεγγυότητας, σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(3): (
  1. i)τα χρηματοοικονομικά ιδρύματα που αναφέρονται στην παράγραφο (β) του άρθρου 3 και τις μητρικές επιχειρήσεις τους που υπόκεινται σε ενοποιημένη εποπτεία από την Επιτροπή· και (
  2. ii)οι οντότητες που αναφέρονται στις παραγράφους (γ) ή (δ) του άρθρου 3. (β) να ενημερώσει την αρχή εξυγίανσης σε περίπτωση που κανένα εναλλακτικό μέτρο του ιδιωτικού τομέα και καμιά εποπτική δράση που αναλαμβάνεται έναντι των οντοτήτων που αναφέρονται στις υποπαραγράφους (
  3. i)και (
  4. ii)της παραγράφου (α), συμπεριλαμβανομένων των μέτρων έγκαιρης παρέμβασης ή απομείωσης ή της μετατροπής των οικείων κεφαλαιακών μέσων σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(2)του άρθρου 26, δεν προσδοκάται εύλογα ότι θα αποτρέψει την αφερεγγυότητα τους εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, λαμβάνοντας υπόψη τη χρονική στιγμή και άλλες σχετικές παραμέτρους·
(3)Για σκοπούς των διατάξεων των εδαφίων
(1)και
(2), η Επιτροπή διαπιστώνει ότι μια οντότητα που προβλέπεται στα εδάφια
(1)και
(2)τελεί υπό κατάσταση αφερεγγυότητας ή ενδεχόμενης αφερεγγυότητας, εφόσον ισχύει οποιοδήποτε από τα ακόλουθα: (α) Η εν λόγω οντότητα παραβιάζει ή υπάρχουν αντικειμενικά στοιχεία βάσει των οποίων κρίνεται ότι πρόκειται να παραβιάσει στο εγγύς μέλλον τις απαιτήσεις από τις οποίες εξαρτάται η διατήρηση της άδειας λειτουργίας της, κατά τρόπο που θα δικαιολογούσε την ανάκληση της άδειας λειτουργίας της από την Επιτροπή, μεταξύ άλλων διότι η εν λόγω οντότητα έχει υποστεί ή είναι πιθανόν να υποστεί ζημίες οι οποίες θα εξαντλήσουν σημαντικό μέρος των ιδίων κεφαλαίων της· (β) τα περιουσιακά στοιχεία της εν λόγω οντότητας υπολείπονται, ή υπάρχουν αντικειμενικά στοιχεία που υποστηρίζουν το συμπέρασμα ότι τα περιουσιακά στοιχεία του πρόκειται, στο εγγύς μέλλον, να υπολείπονται, των υποχρεώσεών της· (γ) η εν λόγω οντότητα δεν είναι σε θέση ή υπάρχουν αντικειμενικά στοιχεία βάσει των οποίων κρίνεται ότι η εν λόγω οντότητα δεν θα είναι σε θέση, στο εγγύς μέλλον, να εξοφλήσει τις οφειλές της ή να ανταποκριθεί σε άλλες υποχρεώσεις της όταν αυτές καταστούν απαιτητές· (δ) απαιτείται έκτακτη δημόσια χρηματοπιστωτική στήριξη εκτός εάν, προκειμένου να αποτραπεί ή να αντιμετωπιστεί σοβαρή διαταραχή στην οικονομία ενός κράτους μέλους και να διατηρηθεί η χρηματοπιστωτική σταθερότητα, η έκτακτη δημόσια χρηματοπιστωτική στήριξη λάβει οποιαδήποτε από τις ακόλουθες μορφές: (
  1. i)κρατική εγγύηση για την κάλυψη διευκολύνσεων ρευστότητας που παρέχονται από κεντρικές τράπεζες σύμφωνα με τους όρους των κεντρικών τραπεζών, ή (
  2. ii)κρατική εγγύηση για νεοκδοθείσες υποχρεώσεις, ή (iii) εισφορά ιδίων κεφαλαίων ή αγορά κεφαλαιακών μέσων σε τιμές και με όρους που δεν παρέχουν πλεονέκτημα υπέρ του ιδρύματος, εφόσον δεν υφίστανται ούτε οι περιστάσεις που εκτίθενται στις παραγράφους (α), (β) ή (γ) του παρόντος εδαφίου, ούτε οι περιστάσεις που εκτίθενται στο άρθρο 26, κατά τη στιγμή της χορήγησης της κρατικής στήριξης: Νοείται ότι, σε καθεμία από τις περιπτώσεις που αναφέρονται στις υποπαραγράφους (i), (
  3. ii)και (iii), τα αναφερόμενα εγγυοδοτικά ή ισοδύναμα μέτρα περιορίζονται σε φερέγγυα ιδρύματα και υπόκεινται σε έγκριση δυνάμει του πλαισίου περί κρατικών ενισχύσεων στην Ένωση. Τα μέτρα αυτά έχουν προληπτικό και προσωρινό χαρακτήρα, είναι αναλογικά ως προς την αντιμετώπιση των συνεπειών της σοβαρής διαταραχής και δεν χρησιμοποιούνται για να καλυφθούν ζημίες που ήδη έχει υποστεί η οντότητα ή είναι πιθανό να υποστεί στο εγγύς μέλλον: Νοείται περαιτέρω ότι, τα μέτρα στήριξης της υποπαραγράφου (iii) περιορίζονται στις εισφορές τις αναγκαίες για να αντιμετωπιστεί η έλλειψη κεφαλαίων που έχει διαπιστωθεί στο πλαίσιο προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων σε επίπεδο εθνικό, ενωσιακό ή ενιαίου μηχανισμού εποπτείας, ελέγχου της ποιότητας των στοιχείων ενεργητικού ή ισοδύναμου ελέγχου εκ μέρους της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, της ΕΑΤ ή των εθνικών αρχών, κατά περίπτωση, με επιβεβαίωση από την αρμόδια αρχή.
(4)Η διαπίστωση που προβλέπεται στο εδάφιο
(3)δύναται να πραγματοποιηθεί και από την αρχή εξυγίανσης, μετά από διαβούλευση με την Επιτροπή. Για την τεκμηρίωση της αξιολόγησης της αρχής εξυγίανσης, η Επιτροπή παρέχει χωρίς καθυστέρηση στην αρχή εξυγίανσης κάθε σχετική πληροφορία τυχόν ζητηθεί από την αρχή εξυγίανσης. 20(I)/2016 92(I)/2021 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2-ΜΕΤΡΑ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ Μέτρο πώλησης εργασιών 23.-
(1)Στο πλαίσιο της άσκησης των εξουσιών εξυγίανσης δυνάμει των διατάξεων του Κεφαλαίου VI του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμου για ΚΕΠΕΥ και της εφαρμογής του μέτρου πώλησης εργασιών από την αρχή εξυγίανσης δυνάμει των εξουσιών που της έχουν ανατεθεί από τις διατάξεις του άρθρου 48 του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμου, η Επιτροπή εξετάζει κατά πόσον ο προτιθέμενος αγοραστής διαθέτει τη δέουσα άδεια λειτουργίας ΚΕΠΕΥ προκειμένου να διεκπεραιώσει τις επιχειρηματικές δραστηριότητες τις οποίες αναλαμβάνει όταν πραγματοποιείται η μεταβίβαση δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 48 του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμου: Νοείται ότι, η Επιτροπή εξασφαλίζει την έγκαιρη εξέταση της αίτησης χορήγησης άδειας, σε συνδυασμό με τη μεταβίβαση.
(2)Ανεξάρτητα από τα Άρθρα 10
(3), 11
(1)και
(2), 12 και 13 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ, καθώς και από την απαίτηση κοινοποίησης του Άρθρου 11
(3)της εν λόγω οδηγίας, σε περίπτωση που μια μεταβίβαση μετοχών ή άλλων μέσων ιδιοκτησίας στο πλαίσιο της εφαρμογής του μέτρου πώλησης εργασιών της ΚΕΠΕΥ θα κατέληγε σε απόκτηση ή αύξηση ειδικής συμμετοχής σε ΚΕΠΕΥ, του είδους που αναφέρεται στο Άρθρο 11
(1)της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ, η Επιτροπή πραγματοποιεί εγκαίρως την αξιολόγηση που προβλέπεται στα εν λόγω Άρθρα, κατά τρόπο που δεν καθυστερεί την εφαρμογή του μέτρου πώλησης εργασιών και δεν εμποδίζει τη δράση εξυγίανσης ως αυτή ορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμου να επιτύχει τους σχετικούς στόχους εξυγίανσης.
(3)Σε περίπτωση που η Επιτροπή δεν έχει ολοκληρώσει την αξιολόγηση που αναφέρεται στο εδάφιο
(2)κατά την ημερομηνία μεταβίβασης των μετοχών ή άλλων μέσων ιδιοκτησίας στο πλαίσιο της εφαρμογής του μέτρου πώλησης εργασιών της ΚΕΠΕΥ - (α) Εφαρμόζονται οι διατάξεις του εδαφίου
(8)του άρθρου 48 του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμου· και (β) αμέσως μετά την ολοκλήρωση της αξιολόγησης από την Επιτροπή, η Επιτροπή ειδοποιεί εγγράφως την αρχή εξυγίανσης και τον αγοραστή αναφορικά με την έγκριση η αντίταξη στη μεταβίβαση των μετοχών ή άλλων μέσων ιδιοκτησίας προς τον αγοραστή· 20(I)/2016 Μέτρο μεταβίβασης περιουσιακών στοιχείων 24. Στο πλαίσιο της εφαρμογής του μέτρου μεταβίβασης περιουσιακών στοιχείων δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 50 του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμου, και παρά τις διατάξεις των υποπαραγράφων (v) και (vii) της παραγράφου (α) του εδαφίου
(1)του άρθρου 51 του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμου σχετικά με τη σύσταση μεταβατικού ιδρύματος, η Επιτροπή δύναται, κατόπιν σχετικού αιτήματος από την αρχή εξυγίανσης, και εφόσον αυτό απαιτείται προκειμένου να επιτευχθούν οι στόχοι εξυγίανσης, να αποφασίσει την χορήγηση άδειας για σύσταση και αδειοδότηση μεταβατικού ιδρύματος, χωρίς να συμμορφώνεται με τις διατάξεις του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμου ως διορθώθηκε ή της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ, για σύντομο χρονικό διάστημα κατά την έναρξη της λειτουργίας του: Νοείται ότι, σε περίπτωση που η Επιτροπή αποφασίσει να χορηγήσει την εν λόγω άδεια, υποδεικνύει την περίοδο για την οποία το μεταβατικό ίδρυμα απαλλάσσεται από τη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις των προαναφερόμενων νομικών διατάξεων. 20(I)/2016 Μεταχείριση των μετόχων σε περιπτώσεις λήψης μέτρων αναδιάρθρωσης χρεών και υποχρεώσεων ή απομείωσης ή μετατροπής κεφαλαιακών μέσων 25.-
(1)Ανεξάρτητα από τα άρθρα 10
(3), 11
(1)και
(2), 12 και 13 της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ καθώς και από την απαίτηση κοινοποίησης του Άρθρου 11
(3)της εν λόγω Οδηγίας, σε περίπτωση που - (α) Η εφαρμογή από την αρχή εξυγίανσης, του μέτρου διάσωσης με ίδια μέσα, δυνάμει των εξουσιών που της έχουν ανατεθεί από τις διατάξεις του άρθρου 53 του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμου, ή (β) η μετατροπή κεφαλαιακών μέσων από την αρχή εξυγίανσης δυνάμει των εξουσιών που της έχουν ανατεθεί από τις διατάξεις του άρθρου 30 του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμου, θα κατέληγε σε απόκτηση ή αύξηση ειδικής συμμετοχής σε ΚΕΠΕΥ, του είδους που αναφέρεται στο Άρθρο 11
(1)της Οδηγίας 2014/65/ΕΕ, η Επιτροπή πραγματοποιεί εγκαίρως την αξιολόγηση που προβλέπεται στα εν λόγω άρθρα, κατά τρόπο που δεν καθυστερεί την εφαρμογή του μέτρου αναδιάρθρωσης χρεών ή τη μετατροπή των κεφαλαιακών μέσων και δεν εμποδίζει τη δράση εξυγίανσης να επιτύχει τους σχετικούς στόχους εξυγίανσης.
(2)Σε περίπτωση που η Επιτροπή δεν έχει ολοκληρώσει την αξιολόγηση που απαιτείται δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(1)κατά την ημερομηνία εφαρμογής του μέτρου αναδιάρθρωσης χρεών ή της μετατροπής των κεφαλαιακών μέσων από την αρχή εξυγίανσης, εφαρμόζονται οι διατάξεις του εδαφίου
(3)του άρθρου 23, σε σχέση με κάθε απόκτηση ή αύξηση ειδικής συμμετοχής από τον αποκτώντα που προκύπτει από την εφαρμογή της διάσωσης με ίδια μέσα ή τη μετατροπή κεφαλαιακών μέσων. 20(I)/2016 Πώληση επιλέξιμων μέσων χαμηλής κατάταξης σε ιδιώτες πελάτες 25Α.-
(1)Το παρόν άρθρο εφαρμόζεται σε οντότητα η οποία αναφέρεται στο εδάφιο
(7)(εφεξής, στο παρόν άρθρο ‟ο πωλητήςˮ) και η οποία προτίθεται να πωλήσει- (α) επιλέξιμες υποχρεώσεις οι οποίες πληρούν όλες τις προϋποθέσεις του Άρθρου 72α του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, με εξαίρεση των προϋποθέσεων του στοιχείου β) της παραγράφου 1 του Άρθρου 72α του εν λόγω Κανονισμού και των προϋποθέσεων των παραγράφων 3 έως 5 του Άρθρου 72β του εν λόγω Κανονισμού ή/και (β) άλλα μέσα που χαρακτηρίζονται ως ίδια κεφάλαια ή υποχρεώσεις υποκείμενες στο μέτρο διάσωσης με ίδια μέσα.
(2)Πωλητής δύναται να πωλήσει υποχρεώσεις ή μέσα, που αναφέρονται στο εδάφιο
(1), σε ιδιώτη πελάτη ως αυτός ορίζεται στο άρθρο 2 του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμου, μόνο εφόσον πληρούνται σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) Ο πωλητής έχει προβεί σε έλεγχο καταλληλότητας σύμφωνα με το εδάφιο
(2)του άρθρου 26 του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμου∙ (β) ο πωλητής έχει πειστεί, με βάση τον έλεγχο που προβλέπεται στην παράγραφο (α), ότι οι υποχρεώσεις ή/και τα μέσα είναι κατάλληλα για τον εν λόγω ιδιώτη πελάτη∙ (γ) ο πωλητής τεκμηριώνει την καταλληλότητα σύμφωνα με το εδάφιο
(6)του άρθρου 26 του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμου.
(3)Σε περίπτωση που πληρούνται οι προϋποθέσεις που αναφέρονται στο εδάφιο
(2)και το χαρτοφυλάκιο χρηματοοικονομικών μέσων του ιδιώτη πελάτη δεν υπερβαίνει, κατά τον χρόνο της αγοράς, τις πεντακόσιες χιλιάδες ευρώ (€500.000), ο πωλητής διασφαλίζει, με βάση τις πληροφορίες που του παρέχονται από τον ιδιώτη πελάτη δυνάμει του εδαφίου
(4), ότι κατά τη στιγμή της αγοράς πληρούνται σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) Το συνολικό ποσό που επενδύει ο ιδιώτης πελάτης σε υποχρεώσεις και μέσα, που αναφέρονται στο εδάφιο
(1), δεν υπερβαίνει το δέκα τοις εκατόν (10%) του χαρτοφυλακίου χρηματοοικονομικών μέσων του∙ (β) το ποσό της αρχικής επένδυσης που επενδύθηκε σε μία ή περισσότερες υποχρεώσεις ή/και σε ένα ή περισσότερα μέσα, που αναφέρονται στο εδάφιο
(1), ανέρχεται τουλάχιστον σε δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000).
(4)(α) Ο ιδιώτης πελάτης παρέχει στον πωλητή ακριβείς πληροφορίες σχετικά με το χαρτοφυλάκιο χρηματοοικονομικών μέσων του, περιλαμβανομένων τυχόν επενδύσεων σε υποχρεώσεις ή/και μέσα, που αναφέρονται στο εδάφιο
(1). (β) Σε περίπτωση που ο ιδιώτης πελάτης παραλείψει να ενεργήσει σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου (α) και η παράλειψη περιέλθει σε γνώση του πωλητή, ο πωλητής προειδοποιεί τον ιδιώτη πελάτη ότι ο πωλητής δεν είναι σε θέση να διαπιστώσει κατά πόσο οι υποχρεώσεις ή/και τα μέσα που αναφέρονται στο εδάφιο
(1)είναι συμβατά με τον ιδιώτη πελάτη: Νοείται ότι, η προειδοποίηση δύναται να παρέχεται σε τυποποιημένη μορφή.
(5)Για τους σκοπούς των εδαφίων
(3)και
(4), το χαρτοφυλάκιο χρηματοπιστωτικών μέσων του ιδιώτη πελάτη περιλαμβάνει καταθέσεις μετρητών και χρηματοπιστωτικά μέσα, αποκλειομένων τυχόν χρηματοπιστωτικών μέσων που έχουν δοθεί ως ασφάλεια.
(6)Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται σε υποχρεώσεις ή/και μέσα που αναφέρονται στο εδάφιο
(1)και που έχουν εκδοθεί πριν, κατά ή μετά την 28η Δεκεμβρίου 2020.
(7)Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ‟πωλητήςˮ σημαίνει οποιαδήποτε από τις ακόλουθες οντότητες: (α) ΚΕΠΕΥ, όπως ορίζεται στο άρθρο 2 του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμου· (β) Εταιρεία Διαχείρισης, όπως ορίζεται στο άρθρο 2 του περί των Ανοικτού Τύπου Οργανισμών Συλλογικών Επενδύσεων Νόμου, της οποίας κράτος μέλος καταγωγής είναι η Δημοκρατία και η οποία έχει αδειοδοτηθεί για να παρέχει τις υπηρεσίες του άρθρου 109
(4)του ιδίου Νόμου· (γ) ΔΟΕΕ της Δημοκρατίας, όπως ορίζεται στο άρθρο 2 του περί Διαχειριστών Οργανισμών Εναλλακτικών Επενδύσεων Νόμου, ο οποίος έχει αδειοδοτηθεί για να παρέχει τις υπηρεσίες του άρθρου 6
(6)του ιδίου Νόμου. 92(I)/2021 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3-ΑΠΟΜΕΙΩΣΗ Ή ΜΕΤΑΤΡΟΠΗ ΚΕΦΑΛΑΙΑΚΩΝ ΜΕΣΩΝ ΚΑΙ ΕΠΙΛΕΞΙΜΩΝ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΩΝ Απομείωση ή μετατροπή των κεφαλαιακών μέσων ή επιλέξιμων υποχρεώσεων 26.-
(1)Εκτός εάν προκύπτει διαφορετικά από το κείμενο, το παρόν άρθρο εφαρμόζεται σε ΚΕΠΕΥ και σε οντότητες που εμπίπτουν στις διατάξεις των παραγράφων (β), (γ) ή (δ) του άρθρου 3.
(2)Η Επιτροπή, ενημερώνει την αρχή εξυγίανσης, προκειμένου να προβεί, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 30 και 31 του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμου, σε απομείωση ή μετατροπή κεφαλαιακών μέσων ή επιλέξιμων υποχρεώσεων, οι οποίες αναφέρονται στο εδάφιο
(5)του άρθρου 30 του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμου, που εκδίδονται από ΚΕΠΕΥ ή οντότητες που προβλέπονται στο εδάφιο
(1), όταν - (α) Διαπιστώσει, πριν από την ανάληψη οποιασδήποτε δράσης εξυγίανσης, ότι πληρούνται σε σχέση με την ΚΕΠΕΥ ή άλλη οντότητα που προβλέπεται στο εδάφιο
(1), οι προϋποθέσεις εξυγίανσης σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 22· ή (β) διαπιστώσει ότι, αν η αρχή εξυγίανσης δεν προβεί σε απομείωση ή μετατροπή όσον αφορά τα σχετικά κεφαλαιακά μέσα ή επιλέξιμες υποχρεώσεις, οι οποίες αναφέρονται στο εδάφιο
(5)του άρθρου 30 του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 34 του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμου, η ΚΕΠΕΥ ή άλλη οντότητα που προβλέπεται στο εδάφιο
(1)θα παύσει να είναι βιώσιμη· ή (γ) η Επιτροπή, είτε υπό την ιδιότητα της ως αρχή ενοποιημένης εποπτείας είτε ως αρμόδια αρχή θυγατρικής, διαπιστώσει από κοινού με την ενδεδειγμένη αρχή του κράτους μέλους της θυγατρικής ή την αρχή ενοποιημένης εποπτείας αντίστοιχα, ότι, εάν δεν ασκηθεί η εξουσία απομείωσης ή μετατροπής σε κεφαλαιακά μέσα που: (i) έχουν εκδοθεί από ΚΕΠΕΥ ή άλλη οντότητα που προβλέπεται στο εδάφιο
(1)που είναι θυγατρική, και (ii) αναγνωρίζονται προκειμένου να πληρούνται οι απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων τόσο σε ατομική όσο και σε ενοποιημένη βάση, ο όμιλος θα παύσει να είναι βιώσιμος: Νοείται ότι, η διαπίστωση έχει τη μορφή κοινής απόφασης σύμφωνα με τις διατάξεις των εδαφίων
(2)και
(3)του άρθρου 94 του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμου· ή (δ) η Επιτροπή υπό την ιδιότητα της αρχή ενοποιημένης εποπτείας διαπιστώσει ότι, εάν δεν ασκηθεί η εξουσία απομείωσης ή μετατροπής στα εν λόγω μέσα, ο όμιλος θα παύσει να είναι βιώσιμος, αναφορικά με κεφαλαιακά μέσα που: (i) έχουν εκδοθεί από ΚΕΠΕΥ ή άλλη οντότητα που προβλέπεται στο εδάφιο
(1)που είναι μητρική επιχείρηση, και (ii) αναγνωρίζονται προκειμένου να πληρούνται οι απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων σε ατομική βάση στο επίπεδο της μητρικής επιχείρησης ή σε ενοποιημένη βάση· ή (ε) απαιτείται έκτακτη δημόσια χρηματοδοτική στήριξη για οντότητα που προβλέπεται στο εδάφιο
(1), εξαιρουμένων των περιπτώσεων που προβλέπονται στην υποπαράγραφο (iii) της παραγράφου (δ) του εδαφίου
(3)του άρθρου 22.
(3)Για σκοπούς των διατάξεων του εδαφίου
(2), οι ΚΕΠΕΥ και οι άλλες οντότητες που προβλέπονται στο εδάφιο
(1)ή ο όμιλος αυτών, θεωρούνται ότι παύουν να είναι βιώσιμες, μόνο όταν πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) Η εν λόγω ΚΕΠΕΥ, οντότητα ή όμιλος τελεί υπό κατάσταση αφερεγγυότητας ή ενδεχόμενης αφερεγγυότητας· (β) λαμβανομένου υπόψη του χρονικού σημείου και άλλων σχετικών παραμέτρων, καμία δράση, περιλαμβανομένης της εναλλακτικής δράσης του ιδιωτικού τομέα ή της εποπτικής δράσης, συμπεριλαμβανομένων των μέτρων έγκαιρης παρέμβασης, πλην της απομείωσης ή της μετατροπής κεφαλαιακών μέσων ή επιλέξιμων υποχρεώσεων, οι οποίες αναφέρονται στο εδάφιο
(5)του άρθρου 30 του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμου, μεμονωμένα ή σε συνδυασμό με δράση εξυγίανσης, δεν αναμένεται ευλόγως να αποτρέψει την αφερεγγυότητα της ΚΕΠΕΥ, της οντότητας ή του ομίλου εντός εύλογου χρονικού διαστήματος.
(4)Για σκοπούς των διατάξεων της παραγράφου (α) του εδαφίου
(3)- (α) ΚΕΠΕΥ και άλλη οντότητα που προβλέπεται στο εδάφιο
(1)θεωρείται ότι τελεί υπό κατάσταση αφερεγγυότητας ή ενδεχόμενης αφερεγγυότητας όταν ισχύει οποιαδήποτε από τις περιστάσεις που προβλέπονται στο εδάφιο
(3)του άρθρου 22· (β) ένας όμιλος θεωρείται ότι τελεί υπό κατάσταση αφερεγγυότητας ή ενδεχόμενης αφερεγγυότητας όταν παραβιάζει ή όταν υπάρχουν αντικειμενικά τεκμήρια που καταδεικνύουν ότι πρόκειται να παραβιάσει στο εγγύς μέλλον, τις απαιτήσεις ενοποιημένης προληπτικής εποπτείας με τρόπο που να δικαιολογούσε την ανάληψη δράσης από την Επιτροπή, μεταξύ άλλων διότι ο όμιλος έχει υποστεί ή είναι πιθανό να υποστεί ζημιές οι οποίες θα εξαντλήσουν όλα ή σημαντικό μέρος των ιδίων κεφαλαίων του.
(5)Σχετικό κεφαλαιακό μέσο που έχει εκδοθεί από θυγατρική δεν απομειώνεται σε μεγαλύτερο βαθμό ούτε μετατρέπεται υπό χειρότερους όρους, δυνάμει των διατάξεων της παραγράφου (γ) του εδαφίου
(2), από όσο έχουν απομειωθεί ή μετατραπεί ίδιας κατηγορίας κεφαλαιακά μέσα στο επίπεδο της μητρικής επιχείρησης.
(6)Σε περίπτωση που η Επιτροπή καταλήξει στη διαπίστωση που προβλέπεται στο εδάφιο
(2), την γνωστοποιεί αμέσως στην αρμόδια αρχή εξυγίανσης της ΚΕΠΕΥ ή άλλης οντότητας που προβλέπεται στο εδάφιο
(1).
(7)Σε περίπτωση που η Επιτροπή καταλήξει στη διαπίστωση ότι ένας όμιλος τελεί υπό κατάσταση αφερεγγυότητας ή ενδεχόμενης αφερεγγυότητας, την γνωστοποιεί αμέσως στην αρμόδια αρχή εξυγίανσης.
(8)Πριν καταλήξει στη διαπίστωση που προβλέπεται στην παράγραφο (γ) του εδαφίου
(2), όσον αφορά θυγατρική που εκδίδει σχετικά κεφαλαιακά μέσα τα οποία αναγνωρίζονται για τους σκοπούς κάλυψης των απαιτήσεων ιδίων κεφαλαίων σε ατομική και σε ενοποιημένη βάση, η Επιτροπή εφαρμόζει τις απαιτήσεις γνωστοποίησης και διαβούλευσης που προβλέπονται στο άρθρο 28. 20(I)/2016 92(I)/2021 Αρχές αρμόδιες για τη διαπίστωση σχετικά με την απομείωση ή μετατροπή κεφαλαιακών μέσων 27.-
(1)Σε περίπτωση που τα σχετικά κεφαλαιακά μέσα αναγνωρίζονται προκειμένου να πληρούνται οι απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων σε ατομική βάση, σύμφωνα με το Άρθρο 92 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, η αρχή που είναι αρμόδια να προβαίνει σε διαπιστώσεις δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(2)του άρθρου 26 του παρόντος Νόμου αναφορικά με ΚΕΠΕΥ ή άλλη οντότητα που προβλέπεται στο εδάφιο
(1)του άρθρου 26 του παρόντος Νόμου είναι η Επιτροπή, υπό την ιδιότητα της ως ενδεδειγμένη αρχή του κράτους μέλους από όπου έχει λάβει άδεια λειτουργίας η ΚΕΠΕΥ ή η σχετική οντότητα, σύμφωνα με τον Τίτλο III της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ. (1Α) Σε περίπτωση που τα σχετικά κεφαλαιακά μέσα ή οι επιλέξιμες υποχρεώσεις, οι οποίες αναφέρονται στο εδάφιο
(5)του άρθρου 30 του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμου, αναγνωρίζονται προκειμένου να πληρούνται οι απαιτήσεις που αναφέρονται στα εδάφια
(1)και
(2)του άρθρου 25Ε του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμου, η αρχή που είναι αρμόδια να προβαίνει στη διαπίστωση που αναφέρεται στο εδάφιο
(2)του άρθρου 26 του παρόντος Νόμου αναφορικά με ΚΕΠΕΥ ή άλλη οντότητα που αναφέρεται στο εδάφιο
(1)του άρθρου 26 του παρόντος Νόμου, είναι η Επιτροπή, υπό την ιδιότητά της ως ενδεδειγμένη αρχή της Δημοκρατίας από όπου έχει λάβει άδεια λειτουργίας η ΚΕΠΕΥ ή η οντότητα σύμφωνα με τον Τίτλο ΙΙΙ της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ.
(2)Σε περίπτωση που τα σχετικά κεφαλαιακά μέσα εκδίδονται από ΚΕΠΕΥ ή άλλη οντότητα που προβλέπεται στο εδάφιο
(1)του άρθρου 26 του παρόντος Νόμου που είναι θυγατρική, και αναγνωρίζονται προκειμένου να πληρούνται οι απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων σε ατομική ή ενοποιημένη βάση, η Επιτροπή είναι αρμόδια να προβαίνει στις διαπιστώσεις που προβλέπονται στο εδάφιο
(2)του άρθρου 26 του παρόντος Νόμου ως ακολούθως: (α) Σχετικά με ΚΕΠΕΥ ή άλλη οντότητα που προβλέπεται στο εδάφιο
(1)του άρθρου 26 του παρόντος Νόμου η Επιτροπή είναι αρμόδια να προβαίνει στις διαπιστώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο (β) του εδαφίου
(2)του άρθρου 26 του παρόντος Νόμου υπό την ιδιότητα της ως ενδεδειγμένη αρχή του κράτους μέλους όπου είναι εγκατεστημένο η ΚΕΠΕΥ ή η οντότητα που εξέδωσε τα εν λόγω μέσα, σύμφωνα με τον Τίτλο III της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ· (β) σχετικά με ΚΕΠΕΥ ή άλλη οντότητα που προβλέπεται στο εδάφιο
(1)του άρθρου 26 του παρόντος Νόμου που είναι θυγατρική, η Επιτροπή είναι αρμόδια να προβαίνει στις διαπιστώσεις που προβλέπονται στην παράγραφο (γ) του εδαφίου
(2)του άρθρου 26 είτε υπό την ιδιότητα της ως ενδεδειγμένη αρχή του κράτους μέλους ενοποιημένης εποπτείας ή είτε υπό την ιδιότητα της ως ενδεδειγμένη αρχή του κράτους μέλους όπου είναι εγκατεστημένη η εν λόγω θυγατρική, σύμφωνα με τον Τίτλο III της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ: Νοείται ότι, η διαπίστωση λαμβάνει τη μορφή κοινής απόφασης μεταξύ των ενδεδειγμένων αρχών του κράτους μέλους ενοποιημένης εποπτείας και θυγατρικής, όπως προβλέπεται στην παράγραφο (γ) του εδαφίου
(2)του άρθρου 26 του παρόντος Νόμου. 20(I)/2016 92(I)/2021 Ενοποιημένη εφαρμογή και διαδικασία διαπίστωσης 28.-
(1)Η Επιτροπή, υπό την ιδιότητα της ως ενδεδειγμένη αρχή του κράτους μέλους όπου είναι εγκατεστημένη θυγατρική που εκδίδει σχετικά κεφαλαιακά μέσα ή επιλέξιμες υποχρεώσεις, οι οποίες αναφέρονται στο εδάφιο
(5)του άρθρου 30 του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμου, προκειμένου να πληρούνται οι απαιτήσεις που αναφέρονται στο άρθρο 25Ε του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμου σε ατομική βάση, ή σχετικά κεφαλαιακά μέσα τα οποία αναγνωρίζονται προκειμένου να πληρούνται οι απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων σε ατομική και ενοποιημένη βάση, προτού προβεί στη διαπίστωση που προβλέπεται στις παραγράφους (β), (γ), (δ) ή (ε) του εδαφίου
(2)του άρθρου 26 του παρόντος Νόμου, όσον αφορά τη θυγατρική, διασφαλίζει ότι συμμορφώνεται με τις ακόλουθες απαιτήσεις: (α) όταν εξετάζει κατά πόσο θα προβεί στην εν λόγω διαπίστωση, κατόπιν διαβούλευσης με την αρχή εξυγίανσης της σχετικής οντότητας εξυγίανσης, αποστέλλει κοινοποίηση, εντός είκοσι τεσσάρων
(24)ωρών από τη διαβούλευση με την εν λόγω αρχή εξυγίανσης- (
  1. i)στην αρχή ενοποιημένης εποπτείας και, εάν πρόκειται για διαφορετική αρχή, στην ενδεδειγμένη αρχή του κράτους μέλους όπου είναι εγκατεστημένη η αρχή ενοποιημένης εποπτείας· (
  2. ii)στις αρχές εξυγίανσης άλλων οντοτήτων εντός του ίδιου ομίλου εξυγίανσης που αγόρασαν άμεσα ή έμμεσα υποχρεώσεις κατά τα οριζόμενα στο εδάφιο
(3)του άρθρου 25Ε του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμου, από οντότητα που υπόκειται στις διατάξεις των εδαφίων
(1)και
(2)του άρθρου 25Ε του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμου· (β) όταν εξετάζει κατά πόσο θα προβεί σε διαπίστωση που αναφέρεται στην παράγραφο (γ) του εδαφίου
(2)του άρθρου 26, αποστέλλει αμελλητί κοινοποίηση στην αρμόδια αρχή που είναι υπεύθυνη για κάθε επιχείρηση επενδύσεων ή οντότητα που αναφέρεται στο Άρθρο 1
(1)(β), (γ) ή (δ) της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ, που έχει εκδώσει σχετικά κεφαλαιακά μέσα ως προς τα οποία πρόκειται να ασκηθεί η εξουσία απομείωσης ή μετατροπής, εάν πραγματοποιηθεί η διαπίστωση και, εάν πρόκειται για διαφορετικές αρχές, στις ενδεδειγμένες αρχές του κράτους μέλους που είναι εγκατεστημένες οι εν λόγω αρμόδιες αρχές και η αρχή ενοποιημένης εποπτείας.
(2)Σε περίπτωση που προβαίνει σε διαπίστωση που προβλέπεται στις παραγράφους (γ), (δ) ή (ε) του εδαφίου
(2)του άρθρου 26, όσον αφορά την εξυγίανση ΚΕΠΕΥ ή ομίλου με διασυνοριακή δραστηριότητα, η Επιτροπή λαμβάνει υπόψη τον ενδεχόμενο αντίκτυπο της εξυγίανσης σε όλα τα κράτη μέλη στα οποία η ΚΕΠΕΥ ή ο όμιλος ασκεί δραστηριότητα.
(3)Η Επιτροπή συνοδεύει την κοινοποίηση που πραγματοποιείται σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(1)με την επεξήγηση των λόγων για τους οποίους προτίθεται να προβεί στην εν λόγω διαπίστωση.
(4)Αφού προβεί στην κοινοποίηση που προβλέπεται στο εδάφιο
(1), η Επιτροπή εξετάζει τα ακόλουθα ζητήματα, μετά από διαβούλευση με τις άλλες αρχές στις οποίες απεστάλη η κοινοποίηση σύμφωνα με την υποπαράγραφο (i) της παραγράφου (α) ή με την παράγραφο (β) του εδαφίου
(1): (α) Εάν υπάρχει διαθέσιμο εναλλακτικό μέτρο, αντί της άσκησης της εξουσίας απομείωσης ή μετατροπής σύμφωνα με το εδάφιο
(2)του άρθρου 26· (β) εάν όντως υπάρχει διαθέσιμο εναλλακτικό μέτρο, κατά πόσον είναι εφικτή η εφαρμογή του· (γ) εάν το εν λόγω εναλλακτικό μέτρο είναι εφικτό να εφαρμοστεί, και κατά πόσον υπάρχει ρεαλιστική προοπτική να μπορέσει να αντιμετωπίσει, σε κατάλληλο χρονικό διάστημα, τις περιστάσεις για τις οποίες ειδάλλως θα ήταν επιβεβλημένη μια διαπίστωση που αναφέρεται στο εδάφιο
(2)του άρθρου 26: Νοείται ότι, για σκοπούς του παρόντος εδαφίου, «εναλλακτικά μέτρα» σημαίνει τα μέτρα έγκαιρης παρέμβασης που αναφέρονται στο άρθρο 18 του παρόντος Νόμου, τα μέτρα που αναφέρονται στο άρθρο 30
(1)της οδηγίας ΟΔ144-2014-14 ή η μεταβίβαση πόρων ή κεφαλαίων από τη μητρική επιχείρηση.
(5)Εάν, δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(4)μετά από διαβούλευση με τις αρχές στις οποίες απεστάλη η κοινοποίηση, η Επιτροπή κρίνει ότι υπάρχει διαθέσιμο ένα ή περισσότερα εναλλακτικά μέτρα, ότι είναι εφικτή η εφαρμογή τους και ότι θα μπορούσαν να επιφέρουν το αποτέλεσμα που προβλέπεται στην παράγραφο (γ) του εδαφίου
(4), εξασφαλίζει την εφαρμογή των μέτρων αυτών.
(6)Εάν, στην περίπτωση που προβλέπεται στην παράγραφο (α) του εδαφίου
(1)και κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του εδαφίου
(4), μετά από διαβούλευση με τις αρχές στις οποίες απεστάλη η κοινοποίηση, η Επιτροπή κρίνει ότι δεν υπάρχουν διαθέσιμα εναλλακτικά μέτρα που θα μπορούσαν να επιφέρουν το αποτέλεσμα που προβλέπεται στην παράγραφο (γ) του εδαφίου
(4), αποφασίζει αν είναι σκόπιμο να προβεί στη διαπίστωση που προβλέπεται στο εδάφιο
(2)του άρθρου 26, η οποία είναι υπό εξέταση.
(7)Σε περίπτωση που η Επιτροπή αποφασίσει να προβεί στη διαπίστωση σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου (γ) του εδαφίου
(2)του άρθρου 26, αποστέλλει αμελλητί κοινοποίηση στις ενδεδειγμένες αρχές των κρατών μελών στα οποία είναι εγκατεστημένες οι επηρεαζόμενες θυγατρικές και η διαπίστωση λαμβάνει τη μορφή κοινής απόφασης όπως ορίζεται στα εδάφια
(3)και
(4)του άρθρου 94 του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμου. Ελλείψει κοινής απόφασης, δεν πραγματοποιείται διαπίστωση δυνάμει των διατάξεων της παραγράφου (γ) του εδαφίου
(2)του άρθρου 26. 20(I)/2016 73(I)/2019 92(I)/2021 ΜΕΡΟΣ VII ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΕΣ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ Απαιτήσεις κοινοποίησης 29.-
(1)Το διοικητικό όργανο μιας ΚΕΠΕΥ ή μιας οντότητας που προβλέπεται στις παραγράφους (β), (γ) ή (δ) του άρθρου 3, οφείλει να αποστείλει κοινοποίηση στην Επιτροπή, όταν κρίνει πως η εν λόγω ΚΕΠΕΥ ή οντότητα βρίσκεται σε σημείο αφερεγγυότητας ή ενδεχόμενης αφερεγγυότητας σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(3)του άρθρου 22.
(2)Η Επιτροπή οφείλει να ενημερώσει τις σχετικές αρχές εξυγίανσης σχετικά με οποιαδήποτε κοινοποίηση έχει λάβει σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(1), και σχετικά με κάθε μέτρο πρόληψης κρίσεων ή με κάθε δράση του άρθρου 30
(1)της Οδηγίας ΟΔ144-2014-14, που απαιτεί να λάβει μια οντότητα που προβλέπεται από το εδάφιο
(1).
(3)Εάν η Επιτροπή διαπιστώσει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις που προβλέπονται σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(1)του άρθρου 22 όσον αφορά οντότητα που προβλέπεται στο εδάφιο
(1), κοινοποιεί χωρίς καθυστέρηση τη διαπίστωση αυτή στις ακόλουθες αρχές, εάν πρόκειται για διαφορετικές αρχές: (α) Στην αρχή εξυγίανσης της εν λόγω οντότητας· (β) στην αρμόδια αρχή της εν λόγω οντότητας· (γ) στην αρμόδια αρχή κάθε υποκαταστήματος της εν λόγω οντότητας· (δ) στην αρχή εξυγίανσης κάθε υποκαταστήματος της εν λόγω οντότητας· (ε) στην Κεντρική Τράπεζα Κύπρου ή, κατά περίπτωση, την αρμόδια κεντρική τράπεζα κράτους μέλους· (στ) στο σύστημα εγγύησης των καταθέσεων στο οποίο συμμετέχει σχετική οντότητα που είναι πιστωτικό ίδρυμα, εφόσον είναι αναγκαίο για να μπορέσει το σύστημα εγγύησης των καταθέσεων να εκπληρώσει τα καθήκοντά του· (ζ) στον φορέα που είναι υπεύθυνος για τις χρηματοδοτικές ρυθμίσεις εξυγίανσης, εφόσον αυτό είναι αναγκαίο για την επιτέλεση της λειτουργίας των χρηματοδοτικών ρυθμίσεων εξυγίανσης· (η) ανάλογα με την περίπτωση, στην αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου· (θ) στον Υπουργό ή, κατά περίπτωση, στο αρμόδιο υπουργείο κράτους μέλους· (ι) στην αρχή ενοποιημένης εποπτείας εάν η εν λόγω οντότητα υπόκειται σε εποπτεία σε ενοποιημένη βάση, σύμφωνα με τον Τίτλο VII, Κεφάλαιο 3, της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ· (ια) στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Συστημικού Κινδύνου (ΕΣΣΚ) και στην αρχή μακροπροληπτικής εποπτείας.
(4)Εάν η διαβίβαση πληροφοριών που προβλέπεται σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων (στ) και (ζ) του εδαφίου
(3), δεν εγγυάται τον κατάλληλο βαθμό εμπιστευτικότητας, η Επιτροπή εφαρμόζει εναλλακτικές διαδικασίες επικοινωνίας, οι οποίες επιτυγχάνουν τους ίδιους στόχους ενώ συγχρόνως εξασφαλίζουν τον κατάλληλο βαθμό εμπιστευτικότητας. 20(I)/2016 Εμπιστευτικότητα 30.-
(1)Οι διατάξεις του περί της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου Νόμου ως διορθώθηκε, που έχουν ως αντικείμενο την άρση του απορρήτου έναντι της Επιτροπής, από τα εποπτευόμενα και ελεγχόμενα απ’ αυτή πρόσωπα ή οποιαδήποτε άλλα πρόσωπα, καθώς και την υποχρέωση εχεμύθειας και την τήρηση του επαγγελματικού απορρήτου από την Επιτροπή, εφαρμόζονται κατ’ αναλογία ως προς την άσκηση από την Επιτροπή των αρμοδιοτήτων της δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου.
(2)Οι απαιτήσεις τήρησης του επαγγελματικού απορρήτου είναι δεσμευτικές όσον αφορά τα ακόλουθα πρόσωπα: (α) Την αρχή εξυγίανσης∙ (β) την ΕΑΤ· (γ) τον Υπουργό ή, κατά περίπτωση, το αρμόδιο υπουργείο κράτους μέλους· (δ) τους προσωρινούς διαχειριστές που διορίζονται βάσει των διατάξεων του παρόντος Νόμου· (ε) τους πιθανούς αγοραστές με τους οποίους έρχεται σε επαφή η Επιτροπή, ανεξαρτήτως εάν η εν λόγω επαφή πραγματοποιήθηκε ως προετοιμασία για τη χρήση του μέτρου πώλησης εργασιών, και ανεξαρτήτως εάν η πρόσκληση κατέληξε σε απόκτηση· (στ) τους ελεγκτές, λογιστές, νομικούς και επαγγελματικούς σύμβουλους, εκτιμητές και άλλους εμπειρογνώμονες και κάθε πρόσωπο που προσλαμβάνεται άμεσα ή έμμεσα και ασκεί ή έχει ασκήσει δραστηριότητα για λογαριασμό της Επιτροπής ή άλλα πρόσωπα που αναφέρονται στις παραγράφους (α), (γ), και (ε). (ζ) φορείς που διαχειρίζονται συστήματα εγγύησης καταθέσεων· (η) φορείς που διαχειρίζονται συστήματα αποζημίωσης επενδυτών· (θ) τον φορέα που είναι υπεύθυνος για τις χρηματοδοτικές ρυθμίσεις εξυγίανσης· (ι) κεντρικές τράπεζες και άλλες αρχές που εμπλέκονται στη διαδικασία εξυγίανσης· (ια) το μεταβατικό ίδρυμα ή τον φορέα διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων· (ιβ) κάθε άλλο πρόσωπο που παρέχει ή έχει παράσχει υπηρεσίες άμεσα ή έμμεσα, σε μόνιμη βάση ή περιστασιακά, στα πρόσωπα που προβλέπονται στις παραγράφους (α) έως (ια)· (ιγ) τα ανώτερα διοικητικά στελέχη, τα μέλη του διοικητικού οργάνου και τους υπάλληλους των φορέων ή των οντοτήτων που προβλέπονται στις παραγράφους (α) έως (ια), κατά τη διάρκεια του διορισμού τους και μετέπειτα.
(3)Καμία εμπιστευτική πληροφορία την οποία έχουν λάβει η Επιτροπή, οι αρχές, οι φορείς και τα πρόσωπα που προβλέπονται στο εδάφιο
(2)δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου κατά την άσκηση των επαγγελματικών τους δραστηριοτήτων ή την οποία έχουν λάβει από την Επιτροπή ή την αρχή εξυγίανσης σε σχέση με τις λειτουργίες τους σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, δεν αποκαλύπτεται, σε οιοδήποτε πρόσωπο ή αρχή, παρά μόνο στο πλαίσιο της άσκησης των καθηκόντων των προσώπων που προβλέπονται στα εδάφια
(1)και
(2)βάσει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, και - (α) Μόνο σε συνοπτική ή συγκεντρωτική μορφή, ούτως ώστε να μην είναι δυνατή η αναγνώριση μεμονωμένου ιδρύματος ή οντότητας· ή (β) με τη ρητή και προηγούμενη συγκατάθεση της αρχής ή ιδρύματος ή της οντότητας που παρείχε τις πληροφορίες.
(4)Τυχόν εμπιστευτικές πληροφορίες που λαμβάνονται, ανταλλάσσονται ή διαβιβάζονται βάσει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, υπόκεινται στους όρους περί επαγγελματικού απορρήτου που προβλέπει το παρόν άρθρο, χωρίς το άρθρο αυτό να εμποδίζει - (α) Τους υπαλλήλους και εμπειρογνώμονες της Επιτροπής και των φορέων ή οντοτήτων που προβλέπονται σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων (α) έως (ι) του εδαφίου
(2)από τη μεταξύ τους ανταλλαγή πληροφοριών στο πλαίσιο εκάστου φορέα ή οντότητας· ή (β) την Επιτροπή, συμπεριλαμβανομέ

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.