← Κύπρος

Ο περί Ανάκαμψης ΚΕΠΕΥ και Λοιπών Οντοτήτων υπό την Εποπτεία της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και για Συναφή Θέματα Νόμος του 2016 - 20(I)/2016

Εν συντομία

Αυτός ο Νόμος θεσπίζει ένα πλαίσιο για την ανάκαμψη και την εξυγίανση Κυπριακών Επιχειρήσεων Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (ΚΕΠΕΥ) και άλλων οντοτήτων που εποπτεύονται από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, με σκοπό την εναρμόνιση με την Οδηγία 2014/59/ΕΕ της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Τι ρυθμίζει

Ποιους αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
Ο περί Ανάκαμψης ΚΕΠΕΥ και Λοιπών Οντοτήτων υπό την Εποπτεία της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και για Συναφή Θέματα Νόμος του 2016 - 20(I)/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | Επικοινωνία Κατάλογος Ενοποιημένης Νομοθεσίας Ο περί Ανάκαμψης ΚΕΠΕΥ και Λοιπών Οντοτήτων υπό την Εποπτεία της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και για Συναφή Θέματα Νόμος του 2016 (20(I)/2016) Περιεχόμενα Πλήρες Κείμενο Εκτύπωση Ιστορικό Τροποποιήσεων 20(I)/2016 73(I)/2019 92(I)/2021 19(I)/2023 13(I)/2025 Προοίμιο Για σκοπούς εναρμόνισης με την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Οδηγία 2014/59/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 15ης Μαΐου 2014 για τη θέσπιση πλαισίου για την ανάκαμψη και την εξυγίανση πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων και για την τροποποίηση της οδηγίας 82/891/ΕΟΚ του Συμβουλίου, και των οδηγιών 2001/24/ΕΚ, 2002/47/ΕΚ, 2004/25/ΕΚ, 2005/56/ΕΚ, 2007/36/ΕΚ, 2011/35/ΕΕ, 2012/30/ΕΕ και 2013/36/ΕΕ, καθώς και των κανονισμών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 και (ΕΕ) αριθ. 648/2012», Η Βουλή των Αντιπροσώπων ψηφίζει ως ακολούθως: ΜΕΡΟΣ Ι ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ Συνοπτικός τίτλος 1. Ο παρών Νόμος θα αναφέρεται ως ο περί Ανάκαμψης ΚΕΠΕΥ και Λοιπών Οντοτήτων υπό την Εποπτεία της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και για Συναφή Θέματα Νόμος του 2016. 20(I)/2016 Ερμηνεία 2.-(1) Στον παρόντα Νόμο, εκτός και εάν από το κείμενο προκύπτει διαφορετική έννοια - «ανώτατα διοικητικά στελέχη» σημαίνει φυσικά πρόσωπα που ασκούν εκτελεστικά καθήκοντα σε ίδρυμα ή σε οντότητες, που αναφέρονται στις παραγράφους (β) ή (δ) του άρθρου 3, τα οποία φυσικά πρόσωπα είναι υπεύθυνα και λογοδοτούν στο διοικητικό όργανο για την καθημερινή διοίκηση του ιδρύματος ή οντότητας· «απαιτήσεις ιδίων κεφαλαίων» σημαίνει απαιτήσεις που προβλέπονται στα Άρθρα 92 έως 98 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· «αρμόδια αρχή» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το Άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 40), του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, και περιλαμβάνει την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα όσον αφορά τα ειδικά καθήκοντα που της έχουν ανατεθεί δυνάμει του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1024/2013∙ «αρμόδιο υπουργείο κράτους μέλους» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμου∙ «αρχείο καταγραφής συναλλαγών» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το Άρθρο 2, σημείο 2), του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012· «αρχή ενοποιημένης εποπτείας» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το Άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 41), του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· «αρχή εξυγίανσης» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμου και, κατά περίπτωση, έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο «αρχή εξυγίανσης κράτους μέλους» του άρθρου 2 του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμου∙ «αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμου∙ «αρχή μακροπροληπτικής εποπτείας» σημαίνει την Κεντρική Τράπεζα Κύπρου∙ «διασυνοριακός όμιλος» σημαίνει όμιλος με οντότητες του ομίλου εγκατεστημένες σε περισσότερα του ενός κράτη μέλη· «διοικητικό όργανο» σημαίνει όργανο νομικού προσώπου που εξουσιοδοτείται να καθορίζει τη στρατηγική, τους στόχους και τη γενική κατεύθυνση του νομικού προσώπου και που επιβλέπει και παρακολουθεί τη λήψη αποφάσεων από τη διοίκηση, και περιλαμβάνει πρόσωπο που πράγματι διευθύνει την επιχειρηματική δραστηριότητα του νομικού προσώπου∙ «δράση εξυγίανσης» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμου∙ «ΕΑΤ» σημαίνει την Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών που συγκροτήθηκε δια του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010· «έκτακτη δημόσια χρηματοπιστωτική στήριξη» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμου∙ «ενδεδειγμένη αρχή» σημαίνει αρχή που, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 27, είναι αρμόδια να προβαίνει στις διαπιστώσεις σχετικά με την απομείωση ή τη μετατροπή των κεφαλαιακών μέσων, δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (2) του άρθρου 26· «ενοποιημένη βάση» σημαίνει τη βάση της ενοποιημένης κατάστασης του ομίλου, όπως αυτή ορίζεται στο Άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο 47), του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· «Ένωση» ή «ΕΕ» σημαίνει την Ευρωπαϊκή Ένωση· «εξουσία εξυγίανσης» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμου∙ «εξυγίανση» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμου∙ «επιλέξιμα μέσα χαμηλής κατάταξης» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό στο άρθρο 2 του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμου· «επιλέξιμες υποχρεώσεις» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό στο άρθρο 2 του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμου· «επιχείρηση επενδύσεων» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το Άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο 2), του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· «Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς» ή «Επιτροπή» σημαίνει το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου που προβλέπεται από τον περί της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου Νόμο ως διορθώθηκε· «θυγατρική» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το Άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 16) του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και, για σκοπούς εφαρμογής των άρθρων 6, 10(3), 26, 27 και 28 του παρόντος Νόμου επί των ομίλων εξυγίανσης οι οποίοι αναφέρονται στην παράγραφο (β) του ορισμού του όρου ‟όμιλος εξυγίανσηςˮ στο εδάφιο (1) του άρθρου 2 του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμου, περιλαμβάνει, όπου και όπως αρμόζει, πιστωτικά ιδρύματα που είναι μόνιμα συνδεδεμένα με κεντρικό οργανισμό, τον ίδιο τον κεντρικό οργανισμό και τις αντίστοιχες θυγατρικές τους, λαμβάνοντας υπόψη τον τρόπο με τον οποίο οι εν λόγω όμιλοι εξυγίανσης συμμορφώνονται με το εδάφιο (3) του άρθρου 25Δ του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμου· «ίδια κεφάλαια» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το Άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 118), του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· «ίδρυμα» σημαίνει αδειοδοτημένο πιστωτικό ίδρυμα που έχει συσταθεί στη Δημοκρατία ή ΚΕΠΕΥ που υπόκειται στην απαίτηση αρχικού κεφαλαίου σύμφωνα με το εδάφιο (1) του άρθρου 10 του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμου ως διορθώθηκε· «ίδρυμα τρίτης χώρας» σημαίνει οντότητα της οποίας η κεντρική διοίκηση εδρεύει σε τρίτη χώρα και η οποία, εάν ήταν εγκατεστημένη εντός της Ένωσης, θα ενέπιπτε στον ορισμό του όρου «ίδρυμα»· «κανονικές διαδικασίες αφερεγγυότητας» σημαίνει συλλογική πτωχευτική διαδικασία λόγω αφερεγγυότητας του οφειλέτη, η οποία συνεπάγεται τη μερική ή ολική εκποίηση περιουσιακών του στοιχείων και τον διορισμό εκκαθαριστή ή διαχειριστή σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους V του περί Εταιρειών Νόμου ως διορθώθηκε· «Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1024/2013» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας με τίτλο «Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1024/2013 του Συμβουλίου, της 15ης Οκτωβρίου 2013, για την ανάθεση ειδικών καθηκόντων στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα σχετικά με τις πολιτικές που αφορούν την προληπτική εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων» ως διορθώθηκε· «Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1093/2010» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 24ης Νοεμβρίου 2010 σχετικά με τη σύσταση Ευρωπαϊκής Εποπτικής Αρχής (Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών), την τροποποίηση της απόφασης αριθ. 716/2009/ΕΚ και την κατάργηση της απόφασης 2009/78/ΕΚ της Επιτροπής» όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 806/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 15ης Ιουλίου 2014»· «Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 575/2013» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 575/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012» όπως τροποποιήθηκε τελευταία από τον Εκτελεστικό Κανονισμό (ΕΕ) 2015/880 της Επιτροπής της 4ης Ιουνίου 2015· «Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 600/2014» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 600/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 15ης Μαΐου 2014 για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 648/2012»∙ «Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 648/1012» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Κανονισμός (ΕΕ) 648/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 4ης Ιουλίου 2012 για τα εξωχρηματιστηριακά παράγωγα, τους κεντρικούς αντισυμβαλλομένους και τα αρχεία καταγραφής συναλλαγών» όπως τροποποιήθηκε τελευταία από την Οδηγία (ΕΕ) 2015/849 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 20ης Μαΐου 2015· «Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 2022/2554» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο “Κανονισμός (ΕΕ) 2022/2554 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 14ης Δεκεμβρίου 2022 σχετικά με την ψηφιακή επιχειρησιακή ανθεκτικότητα του χρηματοοικονομικού τομέα και την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 1060/2009, (ΕΕ) αριθ. 648/2012, (ΕΕ) αριθ. 600/2014, (ΕΕ) αριθ. 909/2014 και (ΕΕ) 2016/1011”· «Κεντρική Τράπεζα Κύπρου» σημαίνει την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου που διέπεται από τον περί της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου Νόμο ως διορθώθηκε· «ΚΕΠΕΥ» σημαίνει Κυπριακή Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών όπως ορίζεται στο εδάφιο (1) του άρθρου 2 του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμου ως διορθώθηκε, η οποία αναφέρεται στην παράγραφο (α) του άρθρου 3 του παρόντος Νόμου∙ «μεικτή εταιρεία συμμετοχών» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το Άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 22), του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· «μεικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το Άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 21), του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· «μέσα κοινών μετοχών της κατηγορίας 1» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμου∙ «μέσα κοινών μετοχών της κατηγορίας 2» σημαίνει κεφαλαιακά μέσα ή δάνεια μειωμένης εξασφάλισης, που πληρούν τις προϋποθέσεις του Άρθρου 63 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· «μεταβατικό ίδρυμα» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμου∙ «μέτοχοι» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμου∙ «μέτρο πρόληψης κρίσεων» σημαίνει την άσκηση εξουσιών προκειμένου να αντιμετωπιστούν ελλείψεις ή εμπόδια στην εφαρμογή του σχεδίου ανάκαμψης σύμφωνα με τις διατάξεις των εδαφίων (6) έως (9) του άρθρου 7 του παρόντος Νόμου, την άσκηση εξουσιών για την αντιμετώπιση ή την εξάλειψη των εμποδίων στη δυνατότητα εξυγίανσης σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 20 του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμου, την εφαρμογή μέτρου έγκαιρης παρέμβασης σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 18 του παρόντος Νόμου, τον διορισμό προσωρινού διαχειριστή σύμφωνα με τις διατάξεις το άρθρου 20 του παρόντος Νόμου, ή την άσκηση εξουσιών απομείωσης ή μετατροπής κεφαλαιακών μέσων σύμφωνα με τις διατάξεις το άρθρου 26 του παρόντος Νόμου· «μητρική επιχείρηση» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το Άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 15), στοιχείο α), του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· «μητρική επιχείρηση της Ένωσης» σημαίνει μητρικό ίδρυμα εγκατεστημένο στην ΕΕ, μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην ΕΕ ή μητρική μεικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην ΕΕ· «μητρική επιχείρηση τρίτης χώρας» σημαίνει μητρικό ίδρυμα, μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών ή μητρική μεικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών, εγκατεστημένο/η σε τρίτη χώρα· «μητρική μεικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη σε κράτος μέλος» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το Άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 32), του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· «μητρική μεικτή χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην ΕΕ» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το Άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 33), του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· «μητρική χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη σε κράτος μέλος» ή «μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη σε κράτος μέλος» σημαίνει μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών σε κράτος μέλος όπως ορίζεται στο Άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 30), του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· «μητρική χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην ΕΕ» ή «μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην ΕΕ» σημαίνει μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών της ΕΕ, όπως ορίζεται στο Άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 31), του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· «μητρικό ίδρυμα εγκατεστημένο σε κράτος μέλος» σημαίνει μητρικό ίδρυμα εγκατεστημένο σε ένα κράτος μέλος το οποίο διαθέτει θυγατρικό ίδρυμα ή χρηματοδοτικό ίδρυμα ή το οποίο κατέχει συμμετοχή σε θυγατρικό ίδρυμα ή χρηματοδοτικό ίδρυμα, και το οποίο μητρικό ίδρυμα δεν αποτελεί το ίδιο θυγατρική άλλου ιδρύματος με άδεια λειτουργίας στο ίδιο κράτος μέλος ή χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών ή μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών που έχει ιδρυθεί στο ίδιο κράτος μέλος· «μητρικό ίδρυμα εγκατεστημένο στην ΕΕ» σημαίνει μητρικό ίδρυμα εντός κράτους μέλους, το οποίο δεν αποτελεί θυγατρική άλλου ιδρύματος με άδεια λειτουργίας σε οποιοδήποτε κράτος μέλος ή χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών ή μικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών που έχει ιδρυθεί σε οποιοδήποτε κράτος μέλος· «Οδηγία 2013/36/ΕΕ» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Οδηγία 2013/36/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2013 σχετικά με την πρόσβαση στη δραστηριότητα πιστωτικών ιδρυμάτων και την προληπτική εποπτεία πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων, για την τροποποίηση της οδηγίας 2002/87/ΕΚ και για την κατάργηση των οδηγιών 2006/48/ΕΚ και 2006/49/ΕΚ» ως τροποποιήθηκε τελευταία από την Οδηγία 2014/59/ΕΕ· «Οδηγία 2014/59/ΕΕ» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Οδηγία 2014/59/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 15ης Μαΐου 2014 για τη θέσπιση πλαισίου για την ανάκαμψη και την εξυγίανση πιστωτικών ιδρυμάτων και επιχειρήσεων επενδύσεων και για την τροποποίηση της οδηγίας 82/891/ΕΟΚ του Συμβουλίου, και των οδηγιών 2001/24/ΕΚ, 2002/47/ΕΚ, 2004/25/ΕΚ, 2005/56/ΕΚ, 2007/36/ΕΚ, 2011/35/ΕΕ, 2012/30/ΕΕ και 2013/36/ΕΕ, καθώς και των κανονισμών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ) αριθ. 1093/2010 και (ΕΕ) αριθ. 648/2012»· «Οδηγία 2014/65/ΕΕ» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Οδηγία 2014/65/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 15ης Μαΐου 2014 για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων και την τροποποίηση της οδηγίας 2002/92/ΕΚ και της οδηγίας 2011/61/ΕΕ» ως τροποποιήθηκε τελευταία από τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 909/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 2ης Ιουλίου 2014· «Οδηγία ΟΔ144-2014-14» σημαίνει την Οδηγία ΟΔ144-2014-14 της Επιτροπής, για την Προληπτική Εποπτεία των Επιχειρήσεων Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών· «όμιλος» σημαίνει μητρική επιχείρηση και τις θυγατρικές της· «όμιλος εξυγίανσης» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό στο άρθρο 2 του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμου· «οντότητα εξυγίανσης» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό στο άρθρο 2 του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμου· «οντότητα του ομίλου» σημαίνει νομικό πρόσωπο το οποίο αποτελεί μέρος ενός ομίλου· «πιστωτικό ίδρυμα» σημαίνει πιστωτικό ίδρυμα όπως ορίζεται στο Άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 1), του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013, εκτός των οντοτήτων που αναφέρονται στο Άρθρο 2, παράγραφος 5, της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ· «προϋποθέσεις εξυγίανσης» έχει την έννοια που του αποδίδει το άρθρο 2 του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμου∙ «σημαντικό υποκατάστημα» σημαίνει υποκατάστημα που στο κράτος μέλος υποδοχής θα κρινόταν σημαντικό σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 131Β του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμου ως διορθώθηκε· «στόχοι εξυγίανσης» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμου∙ «συμφωνία ενδοομιλικής χρηματοπιστωτικής στήριξης» σημαίνει την συμφωνία για παροχή ενδοομιλικής χρηματοπιστωτικής στήριξης που συνάπτεται δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (2) του άρθρου 11. «σύστημα εγγύησης των καταθέσεων» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμου· «σχέδιο ανάκαμψης ομίλου» σημαίνει σχέδιο ανάκαμψης ομίλου που προβλέπεται στο άρθρο 6· «σχέδιο ανάκαμψης» σημαίνει σχέδιο ανάκαμψης που καταρτίζεται και διατηρείται από μια ΚΕΠΕΥ σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 4· «σχέδιο εξυγίανσης» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμου∙ «σχετικά κεφαλαιακά μέσα» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμου∙ «σχετική αρχή τρίτης χώρας» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμου∙ «σώμα εξυγίανσης» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμου∙ «σώμα εποπτείας» σημαίνει σώμα εποπτών που συστήνεται σύμφωνα με το Άρθρο 116 της Οδηγίας 2013/36/ΕΕ· «υποκατάστημα» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το Άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 17), του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· «Υπουργός» σημαίνει τον Υπουργό Οικονομικών· «υποχρεώσεις υποκείμενες στο μέτρο διάσωσης με ίδια μέσα» σημαίνει τις υποχρεώσεις και τα κεφαλαιακά μέσα που δεν χαρακτηρίζονται ως μέσα κοινών μετοχών της κατηγορίας 1, πρόσθετα μέσα της κατηγορίας 1 ή μέσα της κατηγορίας 2 μιας ΚΕΠΕΥ ή μιας οντότητας που αναφέρεται στις παραγράφους (β), (γ) ή (δ) του άρθρου 3 του παρόντος Νόμου, οι οποίες δεν εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής του εργαλείου διάσωσης με ίδια μέσα δυνάμει του άρθρου 54(2) έως (5) του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμου· «χρηματοοικονομική εταιρεία συμμετοχών» ή «χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών» σημαίνει χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών όπως ορίζεται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 20), του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· «χρηματοοικονομικό ίδρυμα» ή «χρηματοδοτικό ίδρυμα» σημαίνει χρηματοδοτικό ίδρυμα, όπως ορίζεται στο Άρθρο 4, παράγραφος 1, σημείο 26), του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· «χρηματοπιστωτική σύμβαση» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμου. (2)(α) Στον παρόντα Νόμο και στις δυνάμει αυτού εκδιδόμενες κανονιστικές διοικητικές πράξεις, οποιαδήποτε αναφορά σε Οδηγία, Κανονισμό, Απόφαση ή άλλη νομοθετική πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σημαίνει την εν λόγω πράξη όπως εκάστοτε διορθώνεται, τροποποιείται ή αντικαθίσταται, εκτός εάν προκύπτει διαφορετική έννοια από το κείμενο. (β) Στον παρόντα Νόμο και στις δυνάμει αυτού εκδιδόμενες κανονιστικές διοικητικές πράξεις, οποιαδήποτε αναφορά σε νόμο ή κανονιστική διοικητική πράξη της Δημοκρατίας, σημαίνει τον εν λόγω νόμο ή κανονιστική διοικητική πράξη όπως εκάστοτε διορθώνεται, τροποποιείται ή αντικαθίσταται, εκτός εάν προκύπτει διαφορετική έννοια από το κείμενο. 20(I)/2016 92(I)/2021 13(I)/2025 Πεδίο εφαρμογής 3. O παρών Νόμος εφαρμόζεται στις εξής οντότητες: (α) ΚΕΠΕΥ η οποία ανταποκρίνεται στον ορισμό του Άρθρου 4, παράγραφος 1, σημείο 2), του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 και η οποία υπόκειται στην απαίτηση αρχικού κεφαλαίου σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (1) του άρθρου 10 του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμου ως διορθώθηκε· (β) χρηματοοικονομικό ίδρυμα που είναι εγκατεστημένο στην Ένωση και είναι θυγατρική είτε μιας ΚΕΠΕΥ είτε εταιρείας που αναφέρεται στην παράγραφο (γ) ή (δ) και καλύπτεται από την εποπτεία της μητρικής επιχείρησης σε ενοποιημένη βάση, σύμφωνα με τα Άρθρα 6 έως 17 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013· (γ) χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών, μεικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών και μεικτές εταιρείες συμμετοχών, που είναι εγκατεστημένες στην Ένωση και που εμπίπτουν στην εποπτεία της Επιτροπής· (δ) μητρικές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών εγκατεστημένες σε κράτος μέλος, μητρικές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών εγκατεστημένες στην ΕΕ, μητρικές μεικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών εγκατεστημένες σε κράτος μέλος, μητρικές μεικτές χρηματοοικονομικές εταιρείες συμμετοχών εγκατεστημένες στην ΕΕ, και που εμπίπτουν στην εποπτεία της Επιτροπής· (ε) υποκαταστήματα επιχειρήσεων επενδύσεων τρίτων χωρών που είναι εγκατεστημένα στη Δημοκρατία σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 78 του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμου ως διορθώθηκε και σύμφωνα με τις ειδικές προϋποθέσεις που ορίζονται στο Μέρος ΙΧ του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμου. 20(I)/2016 73(I)/2019 ΜΕΡΟΣ ΙΙ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΑΝΑΚΑΜΨΗΣ Σχέδια ανάκαμψης ΚΕΠΕΥ που δεν αποτελούν μέρος ομίλου που υπόκειται σε ενοποιημένη εποπτεία 4.-(1) Το παρόν άρθρο εφαρμόζεται σε ΚΕΠΕΥ που δεν αποτελούν μέρος ομίλου που υπόκειται σε ενοποιημένη εποπτεία σύμφωνα με τα Άρθρα 36 και 37 της Οδηγίας ΟΔ144-2014-14. (2) Έκαστη ΚΕΠΕΥ που προβλέπεται στο εδάφιο (1) οφείλει - (α) Να καταρτίζει και να διατηρεί σχέδιο ανάκαμψης, το οποίο να προβλέπει τα μέτρα που λαμβάνει η ΚΕΠΕΥ για την αποκατάσταση της χρηματοοικονομικής της θέσης έπειτα από σημαντική επιδείνωση της χρηματοοικονομικής της κατάστασης∙ το εν λόγω σχέδιο ανάκαμψης θεωρείται ρύθμιση διακυβέρνησης κατά την έννοια της παραγράφου (ε) του εδαφίου (2) του άρθρου 18 του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμου ως διορθώθηκε∙ και (β) να περιλαμβάνει στο σχέδιο ανάκαμψής της - (i) κατά περίπτωση, μια ανάλυση του τρόπου και του χρόνου που δύναται να υποβάλει αίτηση, βάσει των όρων του σχεδίου, για χρήση των διευκολύνσεων που παρέχουν οι κεντρικές τράπεζες και προσδιορισμό των περιουσιακών στοιχείων που λογικά αναμένεται να γίνουν δεκτά ως εξασφαλίσεις, και (ii) τουλάχιστον τις πληροφορίες που απαριθμούνται στο Παράρτημα Α, και (iii) τα ενδεχόμενα μέτρα που μπορεί να λάβει όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις για έγκαιρη παρέμβαση δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 18, και (iv) κατάλληλες προϋποθέσεις και διαδικασίες για να διασφαλίζει την έγκαιρη εφαρμογή των δράσεων ανάκαμψης, καθώς και ένα ευρύ φάσμα επιλογών ανάκαμψης, και (v) πρόνοιες που λαμβάνουν υπόψη διάφορα σενάρια σοβαρών μακροοικονομικών και χρηματοοικονομικών δυσχερειών που σχετίζονται με τις συγκεκριμένες συνθήκες της ΚΕΠΕΥ, συμπεριλαμβανομένων γεγονότων που επηρεάζουν ολόκληρο το οικονομικό σύστημα και δυσχερειών που επικεντρώνονται σε συγκεκριμένα νομικά πρόσωπα αλλά και που επηρεάζουν, όπου αυτό ισχύει, το σύνολο του ομίλου, και (vi) ένα σχέδιο δεικτών σχετικά με τη λήψη των αρμόδιων δράσεων που αναφέρονται στο σχέδιο ανάκαμψης, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 9, και (vii) οποιαδήποτε πρόσθετη πληροφορία ζητηθεί από την Επιτροπή, και (viii) οποιαδήποτε άλλη πληροφορία ζητηθεί δυνάμει οδηγίας που εκδίδει η Επιτροπή. (3) Απαγορεύεται σε ΚΕΠΕΥ που προβλέπεται στο εδάφιο (1) να περιλαμβάνει στα σχέδια ανάκαμψης της πρόνοιες λήψης, ή πρόσβασης σε έκτακτη δημόσια χρηματοοικονομική στήριξη. (4) Το σχέδιο ανάκαμψης εγκρίνεται από το διοικητικό όργανο της ΚΕΠΕΥ πριν την υποβολή του στην Επιτροπή. (5) Έκαστη ΚΕΠΕΥ που προβλέπεται στο εδάφιο (1) επικαιροποιεί το σχέδιο ανάκαμψής της - (α) Έπειτα από μεταβολή στη νομική ή την οργανωτική δομή, τις δραστηριότητές ή τη χρηματοοικονομική κατάσταση της ΚΕΠΕΥ, όπου η μεταβολή αυτή ενδέχεται να επηρεάσει σημαντικά το σχέδιο ανάκαμψης ή να καθιστά την αλλαγή του σχεδίου ανάκαμψης απαραίτητη· και (β) σε κάθε περίπτωση, τουλάχιστον ετησίως: Νοείται ότι, η Επιτροπή δύναται να απαιτεί από ΚΕΠΕΥ να επικαιροποιεί τα σχέδια ανάκαμψής της σε συχνότερη βάση, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου (β) του εδαφίου (1) του άρθρου 5. 20(I)/2016 Αξιολόγηση Επιτροπής για εφαρμογή απλουστευμένων υποχρεώσεων στην κατάρτιση σχεδίου ανάκαμψης 5.-(1) Έχοντας υπόψη τις επιπτώσεις που θα μπορούσε να έχει η κατάσταση αφερεγγυότητας μιας ΚΕΠΕΥ, λόγω της φύσης των επιχειρηματικών της δραστηριοτήτων, της μετοχικής της δομής, της νομικής της μορφής, του προφίλ κινδύνου της, του μεγέθους και του νομικού της καθεστώτος, της διασύνδεσής της με άλλα ιδρύματα ή με το χρηματοπιστωτικό σύστημα γενικότερα, του εύρους και της πολυπλοκότητας των δραστηριοτήτων της, και κατά πόσον ασκεί επενδυτικές υπηρεσίες ή επενδυτικές δραστηριότητες, όπως ορίζονται στο άρθρο 2 του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμου ως διορθώθηκε, και εάν η πτώχευσή της και η επακόλουθη εκκαθάρισή της υπό φυσιολογικές διαδικασίες αφερεγγυότητας είναι πιθανόν να έχουν σημαντική αρνητική επίπτωση στις χρηματοπιστωτικές αγορές, σε άλλα ιδρύματα ή στους όρους χρηματοδότησης ή στην ευρύτερη οικονομία, η Επιτροπή προσδιορίζει με οδηγία της απλουστευμένες υποχρεώσεις ως προς - (α) Το περιεχόμενο και τις λεπτομέρειες των σχεδίων ανάκαμψης, που προβλέπονται στα άρθρα 4 έως 9· (β) την καταληκτική ημερομηνία για την κατάρτιση των πρώτων σχεδίων ανάκαμψης και τη συχνότητα επικαιροποίησης των σχεδίων ανάκαμψης, η οποία μπορεί να είναι μικρότερη εκείνων που προβλέπονται στην παράγραφο (β) του εδαφίου (5) του άρθρου 4 και στην υποπαράγραφο (i) της παραγράφου (β) του εδαφίου (3) του άρθρου 6· (γ) το περιεχόμενο και τα επιμέρους στοιχεία των πληροφοριών που απαιτούνται από τις οντότητες που προβλέπονται στο εδάφιο (1) του άρθρου 4 και στο εδάφιο (1) του άρθρου 6 όπως προβλέπεται σύμφωνα με τις διατάξεις της υποπαραγράφου (ii) της παραγράφου (β) του εδαφίου (2) του άρθρου 4, καθώς και στο Παράρτημα Α. (2) Η Επιτροπή πραγματοποιεί την αξιολόγηση σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (1) έπειτα από διαβούλευση, όποτε ενδείκνυται, με την αρχή μακροληπητικής εποπτείας. (3) Χωρίς επηρεασμό των διατάξεων του εδαφίου (1), η Επιτροπή δύναται ανά πάσα στιγμή να επιβάλλει στις οντότητες που προβλέπονται στο εδάφιο (1) του άρθρου 4 και στο εδάφιο (1) του άρθρου 6 γενικές, μη απλουστευμένες, υποχρεώσεις ως προς τα όσα αναφέρονται στο εδάφιο (1). (4) Η επιβολή απλουστευμένων υποχρεώσεων δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (1) δεν επηρεάζει αφ’ εαυτής τις εξουσίες της Επιτροπής να λαμβάνει μέτρα πρόληψης κρίσεων ή μέτρα διαχείρισης κρίσεων. (5) Η Επιτροπή ενημερώνει την ΕΑΤ για την επιβολή απλουστευμένων υποχρεώσεων σε ΚΕΠΕΥ δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (1), καθώς και για την κατάρτιση σχεδίων ανάκαμψης δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (6). (6)(α) ΚΕΠΕΥ, που αντιπροσωπεύουν σημαντικό μερίδιο του χρηματοπιστωτικού συστήματος της Δημοκρατίας, οφείλουν να καταρτίζουν δικά τους σχέδια ανάκαμψης σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 4 έως 9. (β) Για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, οι λειτουργίες μιας ΚΕΠΕΥ θεωρείται ότι αντιπροσωπεύουν σημαντικό μερίδιο του χρηματοπιστωτικού συστήματος στη Δημοκρατία εάν πληρούν οποιεσδήποτε από τις ακόλουθες προϋποθέσεις: (i) Η συνολική αξία του ενεργητικού της υπερβαίνει τα τριάντα δισεκατομμύρια ευρώ (€30.000.000.000)· ή (ii) το ποσοστό του συνόλου του ενεργητικού της ως προς το ΑΕΠ του κράτους μέλους εγκατάστασης υπερβαίνει το είκοσι τοις εκατόν (20%), εκτός εάν η συνολική αξία του ενεργητικού της δεν υπερβαίνει τα πέντε δισεκατομμύρια ευρώ (€5.000.000.000). 20(I)/2016 73(I)/2019 Σχέδιο ανάκαμψης ομίλου 6.-(1) Το παρόν άρθρο εφαρμόζεται σε μητρικές επιχειρήσεις της Ένωσης που εποπτεύονται σε ενοποιημένη βάση από την Επιτροπή, υπό την ιδιότητα της ως αρχή ενοποιημένης εποπτείας. (2) Οι μητρικές επιχειρήσεις που προβλέπονται στο εδάφιο (1) οφείλουν να εκπονούν και υποβάλλουν στην Επιτροπή σχέδιο ανάκαμψης ομίλου, το οποίο - (α) Συνίσταται σε σχέδιο ανάκαμψης ολόκληρου του ομίλου του οποίου είναι επικεφαλής η εν λόγω μητρική επιχείρηση· και (β) προβλέπει μέτρα που ενδέχεται να εφαρμοστούν στο επίπεδο της μητρικής επιχείρησης του ομίλου και σε κάθε θυγατρική του ομίλου· και (γ) έχει ως στόχο την επίτευξη της σταθεροποίησης του ομίλου ως συνόλου ή οποιασδήποτε ΚΕΠΕΥ του ομίλου, όταν βρίσκεται σε δυσχερή κατάσταση, ούτως ώστε να αντιμετωπιστούν ή να εξαλειφθούν τα αίτια των δυσχερειών και να αποκατασταθεί η χρηματοοικονομική θέση του ομίλου ή της συγκεκριμένης ΚΕΠΕΥ, λαμβάνοντας ταυτόχρονα υπόψη τη χρηματοοικονομική θέση άλλων οντοτήτων του ομίλου. (3) Οι μητρικές επιχειρήσεις που προβλέπονται στο εδάφιο (1) εξασφαλίζουν ότι - (α) το σχέδιο ανάκαμψης ομίλου περιλαμβάνει ρυθμίσεις για τη διασφάλιση του συντονισμού και της συνέπειας μέτρων που πρέπει να ληφθούν στο επίπεδο - (i) της μητρικής επιχείρησης που είναι εγκατεστημένη στην Ένωση, και (ii) των οντοτήτων που αναφέρονται στις παραγράφους (γ) ή (δ) του άρθρου 3, και (iii) των θυγατρικών του ομίλου, και (iv) των σημαντικών υποκαταστημάτων, όπου αυτό προβλέπεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 131Β του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμου ως διορθώθηκε∙ και (β) τόσο το σχέδιο ανάκαμψης ομίλου που εκπονούν οι μητρικές επιχειρήσεις που προβλέπονται στο εδάφιο (1) όσο και το σχέδιο ανάκαμψης που δύναται να υλοποιηθεί για μια επιμέρους θυγατρική του ομίλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (4), περιλαμβάνει - (i) τα στοιχεία που προβλέπονται στο άρθρο 4, και (ii) κατά περίπτωση, ρυθμίσεις για ενδοομιλική χρηματοπιστωτική στήριξη, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 11, και (iii) σειρά επιλογών ανάκαμψης, όπου παρουσιάζονται οι ενέργειες για αντιμετώπιση των σεναρίων που προβλέπονται στην υποπαράγραφο (v) της παραγράφου (β) του εδαφίου (2) του άρθρου 4, και (iv) ένα σχέδιο δεικτών σχετικά με τη λήψη των αρμόδιων δράσεων που αναφέρονται στο σχέδιο ανάκαμψης, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 9, και (v) οποιαδήποτε πρόσθετη πληροφορία ζητηθεί από την Επιτροπή, και (vi) οποιαδήποτε άλλη πληροφορία ζητηθεί δυνάμει οδηγίας που εκδίδει η Επιτροπή∙ και (γ) για κάθε ένα από τα εν λόγω σενάρια που προβλέπονται στην υποπαράγραφο (v) της παραγράφου (β) του εδαφίου (2) του άρθρου 4 προσδιορίζεται στο σχέδιο ανάκαμψης κατά πόσο υπάρχουν εμπόδια στην εφαρμογή μέτρων ανάκαμψης εντός του ομίλου, καθώς και σε επίπεδο επιμέρους οντοτήτων που καλύπτει το σχέδιο, και κατά πόσο υπάρχουν ουσιαστικά πρακτικά ή νομικά κωλύματα ως προς την άμεση μεταφορά ιδίων κεφαλαίων ή την εξόφληση υποχρεώσεων ή περιουσιακών στοιχείων εντός του ομίλου. (4) Σε περίπτωση που η Επιτροπή είναι η αρμόδια αρχή για θυγατρική εταιρεία ομίλου που εποπτεύεται σε ενοποιημένη βάση από άλλο κράτος μέλος, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 8, η Επιτροπή δύναται να ζητήσει από την εν λόγω θυγατρική να εκπονήσει και να υποβάλει στην Επιτροπή σχέδιο ανάκαμψης σε ατομική βάση. (5) Οι μητρικές επιχειρήσεις που προβλέπονται στο εδάφιο (1) εξασφαλίζουν ότι το διοικητικό όργανό τους αξιολογεί και εγκρίνει το σχέδιο ανάκαμψης του ομίλου πριν την υποβολή του σχεδίου ανάκαμψης στην Επιτροπή. (6) Λαμβάνοντας υπόψη τις απαιτήσεις εμπιστευτικότητας που προβλέπονται στο άρθρο 30, η Επιτροπή διαβιβάζει τα σχέδια ανάκαμψης ομίλου: (α) Στις οικείες αρμόδιες αρχές που αναφέρονται στα άρθρα 39A και 40 της Οδηγίας 144-2014-14· (β) στις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών όπου είναι εγκατεστημένα σημαντικά υποκαταστήματα, στον βαθμό στον οποίο τα σχέδια αφορούν το συγκεκριμένο υποκατάστημα· (γ) στη αρχή εξυγίανσης σε επίπεδο ομίλου· και (δ) στις αρχές εξυγίανσης των θυγατρικών. 20(I)/2016 Αξιολόγηση σχεδίου ανάκαμψης, γενικές πρόνοιες 7.-(1) Οι οντότητες, που υποχρεούνται να εκπονούν σχέδια ανάκαμψης σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (1) του άρθρου 4 και τις διατάξεις του εδαφίου (1) του άρθρου 6, οφείλουν να υποβάλλουν τα εν λόγω σχέδια ανάκαμψης στην Επιτροπή για εξέταση και αξιολόγηση. (2) Οι οντότητες που προβλέπονται στο εδάφιο (1) οφείλουν να ικανοποιήσουν την Επιτροπή ότι- (α) Η εφαρμογή των προτεινόμενων από το σχέδιο ανάκαμψης ρυθμίσεων είναι ευλόγως πιθανό να διατηρήσει ή να αποκαταστήσει τη βιωσιμότητα και τη χρηματοοικονομική θέση της ΚΕΠΕΥ ή του ομίλου, λαμβανομένων υπόψη των προπαρασκευαστικών μέτρων που έλαβε ή σκοπεύει να λάβει η ΚΕΠΕΥ ή, κατά περίπτωση, η ΚΕΠΕΥ η οποία έχει μητρική επιχείρηση σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (1) του άρθρου 6· και (β) το σχέδιο ανάκαμψης και οι συγκεκριμένες πρόνοιες που συμπεριλήφθηκαν σε αυτό είναι ευλόγως πιθανό να εφαρμοστούν ταχέως και αποτελεσματικά σε καταστάσεις οικονομικής πίεσης, αποφεύγοντας στο μέγιστο δυνατόν βαθμό τυχόν σημαντικές δυσμενείς επιπτώσεις στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, συμπεριλαμβανομένων και σεναρίων που θα μπορούσαν να οδηγήσουν και άλλα ιδρύματα να εφαρμόσουν σχέδια ανάκαμψης εντός της ιδίας χρονικής περιόδου. (3) Η Επιτροπή, εντός έξι (6) μηνών από την υποβολή του κάθε σχεδίου ανάκαμψης και εφόσον το σχέδιο αφορά συγκεκριμένο υποκατάστημα, μετά από διαβούλευση με την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους στο οποίο είναι εγκατεστημένο το σημαντικό υποκατάστημα, εξετάζει το εν λόγω σχέδιο και αξιολογεί - (α) Κατά πόσο το σχέδιο ικανοποιεί τις απαιτήσεις που προβλέπονται στο άρθρο 4· και (β) κατά πόσο το σχέδιο ικανοποιεί τα κριτήρια που προβλέπονται στο εδάφιο (2)·και (γ) την καταλληλότητα του σχεδίου, λαμβάνοντας υπόψη την καταλληλότητα της κεφαλαιακής και χρηματοδοτικής δομής της ΚΕΠΕΥ ή, κατά περίπτωση, της ΚΕΠΕΥ η οποία έχει μητρική επιχείρηση σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (1) του άρθρου 6 σε σχέση με τον βαθμό πολυπλοκότητας της οργανωτικής δομής και του προφίλ κινδύνου της: Νοείται ότι, στις περιπτώσεις σημαντικών υποκαταστημάτων που είναι εγκατεστημένα στη Δημοκρατία, για τα οποία η Επιτροπή είναι η αρμόδια αρχή, υφίσταται αντίστοιχη δυνατότητα διαβούλευσης. (4) Σε περίπτωση που, βάσει της αξιολόγησης δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (3), η Επιτροπή κρίνει ότι υπάρχουν σημαντικές ελλείψεις στο σχέδιο ανάκαμψης ή σημαντικά εμπόδια στην εφαρμογή του - (α) Κοινοποιεί στην οντότητα που προβλέπεται στο εδάφιο (1) την αξιολόγησή της· και (β) απαιτεί από αυτήν, αφού της παρέχει την ευκαιρία να διατυπώσει τη γνώμη της για την εν λόγω απαίτηση, να υποβάλει, εντός προθεσμίας δύο (2) μηνών, αναθεωρημένο σχέδιο, παρουσιάζοντας τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίστηκαν οι εν λόγω ελλείψεις ή εμπόδια∙ Νοείται ότι, η εν λόγω προθεσμία δύναται να παραταθεί κατά ένα μήνα, με την έγκριση της Επιτροπής. (5) Σε περίπτωση που η Επιτροπή, μετά την αξιολόγηση του αναθεωρημένου σχεδίου ανάκαμψης, κρίνει ότι οι ελλείψεις και τα εμπόδια δεν αντιμετωπίσθηκαν επαρκώς δυνάμει των διατάξεων της παραγράφου (β) του εδαφίου (4), δύναται να ζητήσει από την ενδιαφερόμενη οντότητα να πραγματοποιήσει συγκεκριμένες αλλαγές στο σχέδιο ανάκαμψης. (6) Σε περίπτωση που - (α) Οντότητα που προβλέπεται στο εδάφιο (1) δεν υποβάλει αναθεωρημένο σχέδιο ανάκαμψης· ή (β) η Επιτροπή διαπιστώσει πως το αναθεωρημένο σχέδιο ανάκαμψης δεν αντιμετωπίζει επαρκώς τις ελλείψεις και τα πιθανά εμπόδια που εντοπίστηκαν κατά την αρχική της αξιολόγηση και δεν είναι δυνατόν να αντιμετωπισθούν επαρκώς οι ελλείψεις ή τα εμπόδια μέσω σύστασης δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (5), για συγκεκριμένες αλλαγές στο σχέδιο ανάκαμψης, η Επιτροπή απαιτεί από την εν λόγω οντότητα να προσδιορίσει, εντός εύλογης προθεσμίας, αλλαγές τις οποίες μπορεί να επιφέρει στις επιχειρηματικές της δραστηριότητες προκειμένου να αντιμετωπίσει τις ελλείψεις ή τα εμπόδια στην εφαρμογή του σχεδίου ανάκαμψης. (7) Σε περίπτωση που, οντότητα που προβλέπεται στο εδάφιο (1) - (α) Δεν προσδιορίσει τις απαιτούμενες αλλαγές εντός της ορισθείσας προθεσμίας δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (6)·ή (β) η Επιτροπή εκτιμήσει ότι οι προτεινόμενες από την εν λόγω οντότητα δράσεις δεν αντιμετωπίζουν επαρκώς τις ελλείψεις ή τα εμπόδια στην εφαρμογή του σχεδίου ανάκαμψης, η Επιτροπή δύναται να προβεί σε υποδείξεις, ώστε η εν λόγω οντότητα να λάβει κάθε μέτρο που κρίνει η Επιτροπή ως απαραίτητο και αναλογικό, λαμβάνοντας υπόψη της σοβαρότητα των ελλείψεων και των εμποδίων, και την επίπτωση των μέτρων αυτών στις επιχειρηματικές δραστηριότητες της ΚΕΠΕΥ ή, κατά περίπτωση, της ΚΕΠΕΥ η οποία έχει μητρική επιχείρηση σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (1) του άρθρου 6. (8) Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 30 της Οδηγίας ΟΔ144-2014-14, η Επιτροπή δύναται να συστήσει σε οντότητα που προβλέπεται στο εδάφιο (1) - (α) Να μειώσει το προφίλ κινδύνου της ΚΕΠΕΥ ή, κατά περίπτωση, της ΚΕΠΕΥ η οποία έχει μητρική επιχείρηση σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου 1 του άρθρου 6 συμπεριλαμβανομένου του κινδύνου ρευστότητας· (β) να καταστήσει δυνατή την έγκαιρη λήψη μέτρων ανακεφαλαιοποίησης· (γ) να επανεξετάσει τη στρατηγική και τη δομή της ΚΕΠΕΥ ή, κατά περίπτωση, της ΚΕΠΕΥ η οποία έχει μητρική επιχείρηση σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (1) του άρθρου 6· (δ) να πραγματοποιήσει αλλαγές στη στρατηγική χρηματοδότησης, ώστε να βελτιωθεί η ανθεκτικότητα των βασικών επιχειρηματικών τομέων και των κρίσιμων λειτουργιών· (ε) να πραγματοποιηθούν αλλαγές στη δομή διακυβέρνησης της ΚΕΠΕΥ ή, κατά περίπτωση, της ΚΕΠΕΥ η οποία έχει μητρική επιχείρηση σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου (1) του άρθρου 6. (9) Η Επιτροπή δύναται με οδηγία της να εξειδικεύει τη λήψη μέτρων επιπλέον από αυτά που αναφέρονται στο εδάφιο (8). (10) Η απόφαση της Επιτροπής για μέτρα σύμφωνα με το παρόν άρθρο- (α) Είναι αιτιολογημένη και αναλογική· (β) κοινοποιείται γραπτώς στην οντότητα που προβλέπεται στο εδάφιο (1) και μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής σύμφωνα με τις διατάξεις του Άρθρου 146 του Συντάγματος. (11) Η Επιτροπή υποβάλλει το σχέδιο ανάκαμψης στην αρχή εξυγίανσης. 20(I)/2016 Αξιολόγηση σχεδίου ανάκαμψης, ειδικές πρόνοιες για ομίλους 8.-(1)Η Επιτροπή, υπό την ιδιότητα της ως αρχή ενοποιημένης εποπτείας: - (α) Εξετάζει το σχέδιο ανάκαμψης του ομίλου: (i) από κοινού με τις αρμόδιες αρχές για τις θυγατρικές, (ii) μετά από διαβούλευση με τις αρμόδιες αρχές που αναφέρονται στο άρθρο 40 της Οδηγίας ΟΔ144-2014-14 και τις αρμόδιες αρχές των σημαντικών υποκαταστημάτων, στον βαθμό που αυτό αφορά το σημαντικό υποκατάστημα, και (β) αξιολογεί τον βαθμό στον οποίο ανταποκρίνεται το σχέδιο ανάκαμψης ομίλου στις απαιτήσεις και τα κριτήρια σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 6 και 7. Στην περίπτωση που άλλη εποπτική αρχή είναι η αρχή ενοποιημένης εποπτείας, και όπου η Επιτροπή είναι αρμόδια αρχή ως ορίζεται στην παράγραφο (α) υφίσταται αντίστοιχη δυνατότητα εξέτασης και διαβούλευσης. Η αξιολόγηση σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου (β), πραγματοποιείται σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 6 και με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, και λαμβάνει υπόψη τον ενδεχόμενο αντίκτυπο των μέτρων ανάκαμψης στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα σε όλα τα κράτη μέλη όπου δραστηριοποιείται ο όμιλος. (2) Η Επιτροπή, υπό την ιδιότητά της ως αρχή ενοποιημένης εποπτείας, προσπαθεί να καταλήξει σε κοινή απόφαση με τις αρμόδιες αρχές για τις θυγατρικές σχετικά με τα εξής: (α) Την εξέταση και την αξιολόγηση του σχεδίου ανάκαμψης του ομίλου· και (β) κατά πόσο θα εκπονηθεί σχέδιο ανάκαμψης σε ατομική βάση για ιδρύματα που αποτελούν μέρος του ομίλου· και (γ) την εφαρμογή των μέτρων που προβλέπονται στα εδάφια (4) έως (9) του άρθρου 7. Νοείται ότι, στην περίπτωση που άλλη εποπτική αρχή είναι η αρχή ενοποιημένης εποπτείας, και όπου η Επιτροπή είναι αρμόδια αρχή για θυγατρική, υφίσταται αντίστοιχη διαδικασία για κοινή απόφαση: Νοείται έτι περαιτέρω ότι, η Επιτροπή δύναται να υποβάλει αίτηση στην ΕΑΤ για να βοηθήσει τις αρμόδιες αρχές να καταλήξουν σε κοινή συμφωνία βάσει του Άρθρου 31(γ) του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010: Νοείται έτι έτι περαιτέρω ότι, αντίστοιχη διαδικασία υφίσταται για αίτηση στην ΕΑΤ από τις άλλες αρμόδιες αρχές. (3)(α) Ελλείψει κοινής απόφασης μεταξύ των αρμόδιων αρχών, εντός τεσσάρων (4) μηνών από τη μέρα διαβίβασης του σχεδίου ανάκαμψης σχετικά με – (i) Την εξέταση και αξιολόγηση του σχεδίου ανάκαμψης του ομίλου, ή (ii) οποιαδήποτε άλλα μέτρα που απαιτείται να λάβει η μητρική επιχείρηση της Ένωσης σύμφωνα με τις διατάξεις των εδαφίων (4) έως (9) του άρθρου 7, η Επιτροπή, υπό την ιδιότητα της ως αρχή ενοποιημένης εποπτείας λαμβάνει η ίδια την απόφαση σχετικά με τα ζητήματα αυτά, συνεκτιμώντας τις απόψεις και τις επιφυλάξεις που εκφράστηκαν από τις άλλες αρμόδιες αρχές κατά την τετράμηνη περίοδο, και κοινοποιεί την απόφαση στη μητρική επιχείρηση της Ένωσης και στις υπόλοιπες αρμόδιες αρχές: Νοείται ότι, στην περίπτωση που άλλη εποπτική αρχή είναι η αρχή ενοποιημένης εποπτείας, και όπου η Επιτροπή είναι αρμόδια αρχή, υφίσταται αντίστοιχη διαδικασία για λήψη και κοινοποίηση απόφασης. (β) Εάν, εντός της τετράμηνης προθεσμίας, οποιαδήποτε από τις αρμόδιες αρχές που προβλέπονται στο εδάφιο (2) έχει παραπέμψει θέμα που προβλέπεται στο εδάφιο (7) στην ΕΑΤ σύμφωνα με το Άρθρο 19 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, η αρχή ενοποιημένης εποπτείας αναβάλλει την απόφασή της, αναμένει οποιαδήποτε απόφαση λάβει ενδεχομένως η ΕΑΤ σύμφωνα με το Άρθρο 19(3) του εν λόγω κανονισμού, και λαμβάνει την απόφασή της σύμφωνα με την απόφαση της ΕΑΤ. Το χρονικό διάστημα των τεσσάρων (4) μηνών θεωρείται ως η περίοδος συμβιβασμού κατά την έννοια του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010. (γ) Κανένα ζήτημα δεν παραπέμπεται στην ΕΑΤ μετά τη λήξη της τετράμηνης περιόδου ή έπειτα από λήψη μιας κοινής απόφασης. (δ) Ελλείψει αποφάσεως της ΕΑΤ εντός ενός μηνός, εφαρμόζεται η απόφαση της αρχής ενοποιημένης εποπτείας. (4)(α) Ελλείψει κοινής απόφασης μεταξύ των αρμόδιων αρχών, εντός τεσσάρων (4) μηνών από τη μέρα διαβίβασης του σχεδίου ανάκαμψης σχετικά με - (i) το κατά πόσο θα εκπονηθεί σχέδιο ανάκαμψης σε ατομική βάση για ιδρύματα που υπάγονται στη δικαιοδοσία μιας αρμόδιας αρχής· και (ii) την εφαρμογή, σε επίπεδο θυγατρικών, των μέτρων που αναφέρονται σύμφωνα με τις διατάξεις των εδαφίων (4) έως (9) του άρθρου 7, κάθε αρμόδια αρχή αποφασίζει η ίδια για το εν λόγω ζήτημα. (β) Εάν, κατά το τέλος της τετράμηνης περιόδου, οποιαδήποτε από τις σχετικές αρμόδιες αρχές έχει παραπέμψει θέμα που προβλέπεται στο εδάφιο (7) στην ΕΑΤ σύμφωνα με το Άρθρο 19 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, η αρμόδια αρχή για θυγατρική αναβάλλει την απόφασή της, αναμένει οποιαδήποτε απόφαση λάβει ενδεχομένως η ΕΑΤ σύμφωνα με το Άρθρο 19(3) του εν λόγω κανονισμού και λαμβάνει την απόφασή της σύμφωνα με την απόφαση της ΕΑΤ. (γ) Κανένα ζήτημα δεν παραπέμπεται στην ΕΑΤ μετά τη λήξη της τετράμηνης περιόδου ή έπειτα από λήψη μιας κοινής απόφασης. (δ) Ελλείψει αποφάσεως της ΕΑΤ εντός ενός μηνός, εφαρμόζεται η απόφαση της αρμόδιας αρχής που είναι υπεύθυνη για τη θυγατρική σε ατομικό επίπεδο. (5) Σε περίπτωση που η Επιτροπή και άλλες αρμόδιες αρχές δεν έχουν διαφωνήσει στα πλαίσια των διατάξεων του εδαφίου (4), δύναται να λάβουν κοινή απόφαση με τις άλλες αρμόδιες αρχές σχετικά με το σχέδιο ανάκαμψης του ομίλου η οποία καλύπτει οντότητες υπό τη δικαιοδοσία τους. (6) Η κοινή απόφαση που αναφέρεται στα εδάφια (2) ή (5) και οι αποφάσεις που λαμβάνονται από τις αρμόδιες αρχές ελλείψει κοινής απόφασης, όπως αναφέρεται στα εδάφια (3) και (4), αναγνωρίζονται ως οριστικές και εφαρμόζονται από τις αρμόδιες αρχές στα οικεία κράτη μέλη. (7) Μετά από αίτημα αρμόδιας αρχής σύμφωνα με τις διατάξεις των εδαφίων (3) ή (4), η ΕΑΤ μπορεί να βοηθήσει τις αρμόδιες αρχές για την επίτευξη συμφωνίας βάσει του άρθρου 19(3) Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1093/2010 σε ό,τι αφορά: (α) Την αξιολόγηση των σχεδίων ανάκαμψης· και (β) την εφαρμογή των μέτρων που αναφέρονται στις παραγράφους (α), (β) και (δ) του εδαφίου 8 του άρθρου 7 του παρόντος Νόμου. 20(I)/2016 73(I)/2019 Δείκτες σχεδίου ανάκαμψης 9.-(1) Για σκοπούς των διατάξεων των άρθρων 4, 6, 7 και 8, οι οντότητες που προβλέπονται στο εδάφιο (1) του άρθρου 4 και στο εδάφιο (1) του άρθρου 6, οφείλουν - (α) Να καταρτίζουν και να συμπεριλαμβάνουν στο σχέδιο ανάκαμψής τους ένα πλαίσιο δεικτών που να προσδιορίζει τα σημεία στα οποία δύναται να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα ως αυτές αναφέρονται στο σχέδιο ανάκαμψης∙ (β) να εξασφαλίζουν πως είναι δυνατή η εύκολη παρακολούθηση των εν λόγω δεικτών∙ (γ) να εφαρμόζουν κατάλληλες ρυθμίσεις για την τακτική παρακολούθηση των εν λόγω δεικτών. (2) Οι δείκτες μπορεί να είναι ποιοτικής ή ποσοτικής φύσης, σχετιζόμενης με τη χρηματοοικονομική κατάσταση της ΚΕΠΕΥ ή, κατά περίπτωση, της ΚΕΠΕΥ η οποία έχει μητρική επιχείρηση σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (1) του άρθρου 6. (3) Οι δείκτες αυτοί συμφωνούνται από τις αρμόδιες αρχές όταν προβαίνουν σε αξιολόγηση των σχεδίων ανάκαμψης σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 7 και 8. (4) Η Επιτροπή εξετάζει και εγκρίνει τους εν λόγω δείκτες κατά την αξιολόγηση των σχεδίων ανάκαμψης δυνάμει των άρθρων 7 και 8. (5) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου (1), οι ΚΕΠΕΥ που προβλέπονται στο εδάφιο (1) του άρθρου 4 και οι μητρικές επιχειρήσεις που προβλέπονται στο εδάφιο (1) του άρθρου 6 δύναται - (α) Να λάβουν κάποιο από τα μέτρα που αναφέρονται στο σχέδιο ανάκαμψής τους, στην περίπτωση που δεν πληρούνται οι όροι του σχετικού δείκτη, εφόσον το διοικητικό όργανο της ΚΕΠΕΥ ή, κατά περίπτωση, της ΚΕΠΕΥ η οποία έχει μητρική επιχείρηση σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (1) του άρθρου 6, το κρίνει σκόπιμο υπό τις περιστάσεις· ή (β) να μην λάβουν κάποιο τα εν λόγω μέτρα, εφόσον το διοικητικό όργανο της ΚΕΠΕΥ ή, κατά περίπτωση, της ΚΕΠΕΥ η οποία έχει μητρική επιχείρηση σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (1) του άρθρου 6, δεν το κρίνει σκόπιμο υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις. (6) Οι ΚΕΠΕΥ που προβλέπονται στο εδάφιο (1) του άρθρου 4 και οι μητρικές επιχειρήσεις που προβλέπονται στο εδάφιο (1) του άρθρου 6 οφείλουν να κοινοποιούν χωρίς καθυστέρηση οποιαδήποτε απόφαση λήψης ή μη λήψης μέτρων σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (5) στην Επιτροπή. 20(I)/2016 ΜΕΡΟΣ ΙΙΙ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ Πληροφορίες για τους σκοπούς των σχεδίων εξυγίανσης 10.-(1) Για σκοπούς επανεξέτασης και επικαιροποίησης των σχεδίων εξυγίανσης που καταρτίζονται από την αρχή εξυγίανσης δυνάμει των διατάξεων του Μέρους ΙΙΙ, Κεφάλαιο Ι του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμου, η Επιτροπή κοινοποιεί άμεσα στην αρχή εξυγίανσης οποιαδήποτε ουσιαστική μεταβολή η οποία καθιστά αναγκαία την αναθεώρηση ή επικαιροποίηση του σχεδίου εξυγίανσης. (2) Η Επιτροπή, κατά τη συλλογή των αναγκαίων, για την αρχή εξυγίανσης, πληροφοριών σχετικά με την κατάρτιση και την εφαρμογή σχεδίων εξυγίανσης, δυνάμει των διατάξεων του Μέρους ΙΙΙ, Κεφάλαιο Ι του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμου, οφείλει να συνεργάζεται με την αρχή εξυγίανσης προκειμένου να επαληθεύει εάν οι πληροφορίες που απαιτούνται από τις ΚΕΠΕΥ ή άλλη οντότητα υπό την εποπτεία της Επιτροπής που υποχρεούται να εκπονήσει σχέδιο εξυγίανσης δυνάμει του εν λόγω Νόμου, είναι ήδη διαθέσιμες στην Επιτροπή και εφόσον οι εν λόγω πληροφορίες είναι διαθέσιμες, η Επιτροπή τις παρέχει στην αρχή εξυγίανσης. (3) Σε περίπτωση που η Επιτροπή απαιτεί από ΚΕΠΕΥ ή άλλη οντότητα υπό την εποπτεία της Επιτροπής που υποχρεούται να εκπονήσει σχέδιο εξυγίανσης δυνάμει των διατάξεων του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμου, την υποβολή στοιχείων και ή πληροφοριών, ή τη λήψη μέτρων μέσα στα πλαίσια εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 20 του εν λόγω Νόμου, η εν λόγω ΚΕΠΕΥ ή άλλη σχετική οντότητα οφείλει να συμμορφωθεί άμεσα με το σχετικό αίτημα της Επιτροπής. 20(I)/2016 ΜΕΡΟΣ IV ΕΝΔΟΟΜΙΛΙΚΗ ΧΡΗΜΑΤΟΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΣΤΗΡΙΞΗ Ενδοομιλική χρηματοπιστωτική στήριξη 11.-(1) Εκτός εάν προκύπτει διαφορετικά από το κείμενο, το παρόν Μέρος εφαρμόζεται σε μητρικά ιδρύματα εγκατεστημένα σε κράτος μέλος, σε μητρικά ιδρύματα εγκατεστημένα στην ΕΕ, σε οντότητες που αναφέρονται στις παραγράφους (γ) ή (δ) του άρθρου 3 και στις θυγατρικές τους σε άλλα κράτη μέλη ή τρίτες χώρες, τουλάχιστον μια από τις οποίες είναι ΚΕΠΕΥ ή χρηματοοικονομικό ίδρυμα που καλύπτεται από την ενοποιημένη εποπτεία της μητρικής επιχείρησης. (2) Με την επιφύλαξη της παραγράφου (α) του εδαφίου (4) οι οντότητες που προβλέπονται στο εδάφιο (1) δύναται να συνάψουν συμφωνία για παροχή ενδοομιλικής χρηματοπιστωτικής στήριξης σε κάθε άλλο μέρος της συμφωνίας, εφόσον - (α) Το μέρος που λαμβάνει χρηματοοικονομική στήριξη δυνάμει συμφωνίας ενδοομιλικής χρηματοπιστωτικής στήριξης πληροί τις προϋποθέσεις έγκαιρης παρέμβασης, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 18, κατά το χρόνο παροχής της εν λόγω στήριξης· και (β) η συμφωνία ενδοομιλικής χρηματοπιστωτικής στήριξης πληροί τις προϋποθέσεις του παρόντος Μέρους. (3) Το παρόν Μέρος δεν εφαρμόζεται σε ενδοομιλικές χρηματοπιστωτικές συμφωνίες, συμπεριλαμβανομένων, συμφωνιών χρηματοδότησης και περιπτώσεων εφαρμογής συμφωνιών κεντρικής χρηματοδότησης, εφόσον κανένα από τα μέρη τέτοιων συμφωνιών δεν πληροί της προϋποθέσεις έγκαιρης παρέμβασης σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 18. (4) Οι οντότητες που προβλέπονται στο εδάφιο (1) δύνανται να παρέχουν χρηματοπιστωτική στήριξη σε οποιαδήποτε οντότητα του ομίλου που αντιμετωπίζει χρηματοοικονομικές δυσκολίες, χωρίς να αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση η σύναψη συμφωνίας ενδοομιλικής χρηματοπιστωτικής στήριξης, εφόσον - (α) Η εν λόγω οντότητα αποφασίσει την παροχή τέτοιας στήριξης, κατά περίπτωση και σύμφωνα με τις πολιτικές του ομίλου της· και (β) η παροχή στήριξης κατά αυτό τον τρόπο δε συνιστά κίνδυνο για το σύνολο του ομίλου: Νοείται ότι, η συμφωνία ενδοομιλικής χρηματοπιστωτικής στήριξης δεν αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για τη λειτουργία της εν λόγω οντότητας στη Δημοκρατία. (5) Η συμφωνία ενδοομιλικής χρηματοοικονομικής στήριξης δύναται- (α) Να καλύπτει μία ή περισσότερες θυγατρικές του ομίλου και να προβλέπει χρηματοπιστωτική στήριξη από τη μητρική επιχείρηση προς θυγατρικές, από θυγατρικές προς τη μητρική επιχείρηση, μεταξύ θυγατρικών του ομίλου που αποτελούν μέρη της συμφωνίας, ή κάθε άλλου συνδυασμού αυτών των οντοτήτων· (β) να προβλέπει χρηματοπιστωτική στήριξη με τη μορφή δανείου, παροχής εγγυήσεων ή παροχής περιουσιακών στοιχείων προκειμένου να χρησιμοποιηθούν ως εξασφάλιση, ή οποιονδήποτε συνδυασμό των εν λόγω μορφών χρηματοπιστωτικής στήριξης, σε μία ή περισσότερες συναλλαγές, συμπεριλαμβανομένων συναλλαγών μεταξύ του δικαιούχου της στήριξης και τρίτου μέρους· (γ) να περιλαμβάνει αμοιβαία συμφωνία εκ μέρους μιας οντότητας του ομίλου, που έχει συμφωνήσει να παράσχει χρηματοπιστωτική στήριξη σε άλλη οντότητα του ομίλου, να λαμβάνει χρηματοπιστωτική στήριξη από την οντότητα στην οποία θα παρέχει τη στήριξη. (6) Οι οντότητες που προβλέπονται στο εδάφιο (1) οφείλουν - (α) Να προσδιορίζουν, στη συμφωνία ενδοομιλικής χρηματοοικονομικής στήριξης, τις αρχές του υπολογισμού του ανταλλάγματος για κάθε συναλλαγή που πραγματοποιείται δυνάμει της συμφωνίας· και (β) να περιλαμβάνουν στη συμφωνία ενδοομιλικής χρηματοοικονομικής στήριξης, την υποχρέωση να καθορίζεται το αντάλλαγμα κατά την παροχή της χρηματοπιστωτικής στήριξης μέσα στις αρχές που προσδιορίζουν σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου (α)∙ και (γ) να διασφαλίζουν ότι η συμφωνία ενδοομιλικής χρηματοοικονομικής στήριξης συμμορφώνεται προς τις ακόλουθες αρχές: (i) κάθε μέρος πρέπει να ενεργεί ελεύθερα κατά τη σύναψη της συμφωνίας, (ii) κατά τη σύναψη της συμφωνίας και τον καθορισμό του ανταλλάγματος για την παροχή χρηματοπιστωτικής στήριξης, κάθε μέρος πρέπει να δρα προς το μέγιστο συμφέρον του, στο οποίο μπορεί να συγκαταλέγεται κάθε άμεσο ή έμμεσο όφελος που ενδέχεται να προκύψει για ένα μέρος ως αποτέλεσμα της παροχής χρηματοπιστωτικής στήριξης, (iii) κάθε μέρος, που παρέχει χρηματοπιστωτική στήριξη, πρέπει να έχει πλήρη γνώση των σχετικών πληροφοριών από τα μέρη που λαμβάνουν χρηματοπιστωτική στήριξη πριν από τον καθορισμό του ανταλλάγματος για την παροχή χρηματοπιστωτικής στήριξης και πριν από κάθε απόφαση για την παροχή χρηματοπιστωτικής στήριξης, (iv) σχετικά με το αντάλλαγμα για την παροχή χρηματοπιστωτικής στήριξης, δύναται να λαμβάνονται υπόψη οι πληροφορίες οι οποίες βρίσκονται στην κατοχή του μέρους που παρέχει χρηματοπιστωτική στήριξη βάσει του γεγονότος ότι ανήκει στον ίδιο όμιλο με το μέρος που λαμβάνει τη χρηματοπιστωτική στήριξη και οι οποίες δεν είναι δημοσιοποιημένες στην αγορά, (v) οι αρχές υπολογισμού του ανταλλάγματος για την παροχή χρηματοπιστωτικής στήριξης δεν είναι υποχρεωτικό να λαμβάνουν υπόψη οποιοδήποτε προσωρινό αντίκτυπο στις αγοραίες τιμές ο οποίος προκύπτει από γεγονότα εξωτερικά προς τον όμιλο. (7) Η Επιτροπή εγκρίνει την σύναψη συμφωνίας ενδοομιλικής χρηματοπιστωτικής στήριξης μόνο εφόσον, κατά τη σύναψη της προτεινόμενης συμφωνίας, κατά τη γνώμη της Επιτροπής, κανένα από τα μέρη στη συμφωνία ενδοομιλικής χρηματοπιστωτικής στήριξης δεν πληροί τις προϋποθέσεις για έγκαιρη παρέμβαση σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 18. (8) Τα δικαιώματα, απαιτήσεις ή ενέργειες που προκύπτουν από τη συμφωνία χρηματοοικονομικής στήριξης ομίλου δύναται να ασκούνται μόνο από τα μέρη της εν λόγω συμφωνίας και σε καμία περίπτωση από οποιοδήποτε τρίτο μέρος. 20(I)/2016 Υποβολή αίτησης για έγκριση ενδοομιλικής χρηματοπιστωτικής συμφωνίας 12.-(1) Τα μητρικά ιδρύματα εγκατεστημένα στην Ένωση οφείλουν να υποβάλουν αίτηση, για έγκριση κάθε προτεινόμενης ενδοομιλικής χρηματοπιστωτικής συμφωνίας που προτείνεται βάσει των διατάξεων του άρθρου 11 - (α) Στην Επιτροπή, όπου το μητρικό ίδρυμα εγκατεστημένο στην ΕΕ εποπτεύεται σε ενοποιημένη βάση από την Επιτροπή υπό την ιδιότητά της ως αρχή ενοποιημένης εποπτείας· ή (β) στην αρχή ενοποιημένης εποπτείας του μητρικού ιδρύματος που είναι εγκατεστημένο στην ΕΕ, σε κάθε άλλη περίπτωση: Νοείται ότι, η οντότητα που υποβάλλει την αίτηση δυνάμει των διατάξεων του παρόντος εδαφίου περιλαμβάνει στην αίτηση το κείμενο της προτεινόμενης συμφωνίας και προσδιορίζει τις οντότητες του ομίλου που προτείνονται ως συμβαλλόμενα μέρη. (2) Η Επιτροπή, υπό την ιδιότητά της ως αρχή ενοποιημένης εποπτείας: (α) Διαβιβάζει χωρίς καθυστέρηση την αίτηση που προβλέπεται στο εδάφιο (1) στις αρμόδιες αρχές κάθε θυγατρικής που προτείνεται ως συμβαλλόμενο μέρος της συμφωνίας, προκειμένου να ληφθεί κοινή απόφαση, (β) σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στα εδάφια (3) ως (7), χορηγεί την άδεια εφόσον οι όροι της προτεινόμενης συμφωνίας συνάδουν με τις προϋποθέσεις χρηματοπιστωτικής στήριξης που καθορίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις το άρθρου 15, και (γ) δύναται, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στα εδάφια (3) έως (7) να απαγορεύσει τη σύναψη της προτεινόμενης συμφωνίας, εάν κρίνεται ότι δε συνάδει με τις προϋποθέσεις χρηματοπιστωτικής στήριξης που καθορίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 15: Νοείται ότι, στην περίπτωση που άλλη εποπτική αρχή είναι η αρχή ενοποιημένης εποπτείας, και όπου η Επιτροπή είναι αρμόδια αρχή, υφίσταται αντίστοιχη διαδικασία διαβίβασης για την κοινή απόφαση. (3) Η Επιτροπή καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια να καταλήξει σε κοινή απόφαση με τις άλλες αρμόδιες αρχές, λαμβάνοντας υπόψη τον ενδεχόμενο αντίκτυπο της εφαρμογής της συμφωνίας, συμπεριλαμβανομένης οποιασδήποτε δημοσιονομικής συνέπειας, σε όλα τα κράτη μέλη όπου δραστηριοποιείται ο όμιλος, ως προς το εάν οι όροι της προτεινόμενης συμφωνίας συνάδουν με τις προϋποθέσεις για χρηματοπιστωτική στήριξη που καθορίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 15, εντός τεσσάρων (4) μηνών από την ημερομηνία παραλαβής της αίτησης από την αρχή που είναι η αρχή ενοποιημένης εποπτείας, κατά περίπτωση. (4) Η Επιτροπή, υπό την ιδιότητά της ως αρχή ενοποιημένης εποπτείας, παρουσιάζει την κοινή απόφαση μέσω εγγράφου που περιέχει την πλήρως αιτιολογημένη απόφαση, το οποίο διαβιβάζει στην αιτούσα οντότητα: Νοείται ότι, στην περίπτωση που άλλη εποπτική αρχή είναι η αρχή ενοποιημένης εποπτείας, και όπου η Επιτροπή είναι αρμόδια αρχή σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου (α) του εδαφίου (1), υφίσταται αντίστοιχη κοινοποίηση της κοινής απόφασης. (5) Ελλείψει κοινής απόφασης των αρμοδίων αρχών εντός τεσσάρων (4) μηνών, η Επιτροπή, υπό την ιδιότητα της ως η αρχή ενοποιημένης εποπτείας λαμβάνει η ίδια την απόφαση σχετικά με την αίτηση και κοινοποιεί την απόφασή της στην αιτούσα οντότητα και στις υπόλοιπες αρμόδιες αρχές: Νοείται ότι, η απόφαση παρουσιάζεται σε έγγραφο που περιέχει την πλήρη αιτιολόγηση και λαμβάνει υπόψη τις απόψεις και τις επιφυλάξεις των άλλων αρμοδίων αρχών οι οποίες είχαν εκφραστεί κατά την τετράμηνη περίοδο: Νοείται περαιτέρω ότι, στην περίπτωση που άλλη εποπτική αρχή είναι η αρχή ενοποιημένης εποπτείας και όπου η Επιτροπή είναι αρμόδια αρχή σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου (α) του εδαφίου (1), υφίσταται αντίστοιχη διαδικασία για λήψη και κοινοποίηση απόφασης. (6) Η ΕΑΤ μπορεί, κατόπιν αιτήσεως μιας αρμόδιας αρχής, να βοηθήσει τις αρμόδιες αρχές να καταλήξουν σε συμφωνία, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 31 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010. (7) Εάν, κατά το τέλος της τετράμηνης περιόδου, οποιαδήποτε από τις σχετικές αρμόδιες αρχές έχει παραπέμψει το ζήτημα στην ΕΑΤ, σύμφωνα με το Άρθρο 19 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, όπου η Επιτροπή τελεί υπό την ιδιότητά της ως αρχή ενοποιημένης εποπτείας, αναβάλλει την απόφασή της, αναμένει οποιαδήποτε απόφαση λάβει ενδεχομένως η ΕΑΤ σύμφωνα με το Άρθρο 19(3) του εν λόγω κανονισμού και λαμβάνει την απόφασή της σύμφωνα με την απόφαση της ΕΑΤ. Το χρονικό διάστημα των τεσσάρων (4) μηνών θεωρείται ως η περίοδος συμβιβασμού κατά την έννοια του Κανονισμού 1093/2010: Νοείται ότι, το ζήτημα δεν παραπέμπεται στην ΕΑΤ μετά τη λήξη της τετράμηνης περιόδου ή έπειτα από λήψη μιας κοινής απόφασης. Νοείται περαιτέρω ότι, στις περιπτώσεις που άλλη εποπτική αρχή είναι η αρχή ενοποιημένης εποπτείας, υφίσταται αντίστοιχη διαδικασία λήψης απόφασης. 20(I)/2016 73(I)/2019 Έγκριση της προτεινόμενης συμφωνίας από τους μετόχους 13.-(1) Οι οντότητες που προβλέπονται στο εδάφιο (1) του άρθρου 11 διασφαλίζουν ότι κάθε προτεινόμενη συμφωνία, για την οποία έχει χορηγηθεί άδεια από την Επιτροπή, υποβάλλεται στους μετόχους του εν λόγω οντοτήτων προς έγκριση: Νοείται ότι, στην περίπτωση αυτή, η συμφωνία ισχύει μόνο για τα μέρη των οποίων οι μέτοχοι ενέκριναν τη συμφωνία σύμφωνα με τις διατάξεις του εδάφιου (2). (2)   Η εν λόγω συμφωνία είναι έγκυρη ως προς μια οντότητα του ομίλου μόνο εφόσον οι μέτοχοι της εν λόγω οντότητας έχουν εξουσιοδοτήσει το διοικητικό όργανο της να αποφασίσει ότι η οντότητα αυτή παρέχει ή λαμβάνει χρηματοπιστωτική στήριξη σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας και με τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο παρόν Μέρος και η εν λόγω έγκριση των μετόχων δεν έχει ανακληθεί. (3) Το διοικητικό όργανο μιας οντότητας που αποτελεί μέρος τέτοιας συμφωνίας οφείλει να υποβάλλει ετήσια έκθεση στους μετόχους σχετικά με την εκτέλεση της συμφωνίας και την εφαρμογή κάθε απόφασης που λαμβάνει σύμφωνα με αυτήν. 20(I)/2016 Διαβίβαση ενδοομιλικών συμφωνιών χρηματοπιστωτικής στήριξης στις αρχές εξυγίανσης 14. Η Επιτροπή διαβιβάζει στις σχετικές αρχές εξυγίανσης τις ενδοομιλικές συμφωνίες χρηματοπιστωτικής στήριξης που έχει εγκρίνει και τυχόν αλλαγές σε αυτές. 20(I)/2016 Προϋποθέσεις για τη χρηματοπιστωτική στήριξη ομίλου 15. Η χρηματοπιστωτική στήριξη δύναται να παρέχεται από οντότητα του ομίλου σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 11, μόνον εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) Η παρεχόμενη στήριξη αναμένεται ευλόγως να αποκαταστήσει σε σημαντικό βαθμό τις χρηματοπιστωτικές δυσχέρειες της οντότητας του ομίλου η οποία τη λαμβάνει· (β) η παροχή χρηματοπιστωτικής στήριξης στοχεύει στη διατήρηση ή την αποκατάσταση της χρηματοοικονομικής σταθερότητας ολόκληρου του ομίλου ή οποιασδήποτε οντότητας του ομίλου, και είναι προς το συμφέρον της οντότητας του ομίλου η οποία παρέχει τη στήριξη· ( …

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.