← Κύπρος

Ο Περί Γενικού Συστήματος Υγείας Νόμος του 2001 - 89(I)/2001

Εν συντομία

Αυτός ο Νόμος αφορά τη θέσπιση και λειτουργία του Γενικού Συστήματος Υγείας στην Κύπρο, με στόχο τη βελτίωση της ποιότητας των υπηρεσιών υγείας. Επιδιώκει να καταστήσει το σύστημα καθολικό, οικονομικά βιώσιμο, να παρέχει ισότιμη μεταχείριση και να εξασφαλίζει υψηλού επιπέδου υπηρεσίες φροντίδας υγείας.

Τι ρυθμίζει

Ποιους αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
Ο Περί Γενικού Συστήματος Υγείας Νόμος του 2001 - 89(I)/2001 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | Επικοινωνία Κατάλογος Ενοποιημένης Νομοθεσίας Ο Περί Γενικού Συστήματος Υγείας Νόμος του 2001 (89(I)/2001) Περιεχόμενα Πλήρες Κείμενο Εκτύπωση Ιστορικό Τροποποιήσεων 89(I)/2001 134(I)/2002 101(I)/2004 62(I)/2005 74(I)/2017 25(I)/2020 180(I)/2022 148(I)/2023 29(I)/2025 53(I)/2025 118(I)/2025 139(I)/2025 60(I)/2026 61(I)/2026 Προοίμιο Για σκοπούς πλήρους εναρμόνισης με την  πράξη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας με τίτλο «Οδηγία 89/105/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 21ης Δεκεμβρίου 1988 σχετικά με τη διαφάνεια των μέτρων που ρυθμίζουν τον καθορισμό των τιμών των φαρμάκων για ανθρώπινη χρήση και την κάλυψη του κόστους των στα πλαίσια των εθνικών ασφαλιστικών συστημάτων υγείας». ΕΠΕΙΔΗ υπάρχει η ανάγκη βελτίωσης της ποιότητας παροχής υπηρεσιών υγείας στην Κύπρο∙ ΚΑΙ ΕΠΕΙΔΗ το σύστημα, όπως προνοείται από τους περί Γενικού Συστήματος Υγείας Νόμους του 2001 μέχρι 2005, πρέπει να καταστεί λειτουργικό και να ανταποκρίνεται καλύτερα στις διαχρονικές ανάγκες της κοινωνίας∙ ΚΑΙ ΕΠΕΙΔΗ υπάρχει ανάγκη το σύστημα να είναι καθολικό, οικονομικά βιώσιμο, να παρέχει ισότιμη μεταχείριση και να εξασφαλίζει υψηλού επιπέδου υπηρεσίες φροντίδας υγείας∙ ΚΑΙ ΕΠΕΙΔΗ καθίσταται αναγκαίο να εξειδικευτούν θέματα τα οποία υπήρχαν σε γενικό πλαίσιο στους περί Γενικού Συστήματος Υγείας Νόμους του 2001 μέχρι 2005, περιλαμβανομένων των παρεχόμενων υπηρεσιών φροντίδας υγείας, θέματα που αφορούν στους παροχείς υπηρεσιών φροντίδας υγείας, καθώς και του τρόπου χρηματοδότησης του συστήματος μέσω των εισφορών, συνεισφορών και συμπληρωμών∙ ΚΑΙ ΕΠΕΙΔΗ η εφαρμογή του συστήματος για την παροχή υπηρεσιών φροντίδας υγείας στους δικαιούχους καθίσταται απολύτως αναγκαία προς το συμφέρον της δημόσιας υγείας. Η Βουλή των Αντιπροσώπων ψηφίζει ως ακολούθως: Συνοπτικός τίτλος 1. Ο παρών Νόμος θα αναφέρεται ως ο περί Γενικού Συστήματος Υγείας Νόμος του 2001. 89(I)/2001 ΜΕΡΟΣ I ΠΡΟΚΑΤΑΡΚΤΙΚΑ Ερμηνεία. 2. Για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου, εκτός αν από το κείμενο προκύπτει διαφορετική έννοια: «άλλοι επαγγελματίες υγείας» σημαίνει εγγεγραμμένους φυσιοθεραπευτές κατά την έννοια του περί Εγγραφής Φυσιοθεραπευτών Νόμου, εγγεγραμμένους επαγγελματίες εργοθεραπευτές κατά την έννοια του περί Εγγραφής Επαγγελματιών Εργοθεραπευτών Νόμου, εγγεγραμμένους λογοπαθολόγους κατά την έννοια του περί Εγγραφής Λογοπαθολόγων Νόμου, εγγεγραμμένους ψυχολόγους με ειδικότητα στην κλινική ψυχολογία κατά την έννοια του περί Εγγραφής Ψυχολόγων Νόμου, εγγεγραμμένους ψυχολόγους με ειδικότητα στη συμβουλευτική ψυχολογία κατά την έννοια του περί Εγγραφής Ψυχολόγων Νόμου, κλινικούς διαιτολόγους κατά την έννοια του περί Εγγραφής Επιστημόνων Τροφίμων και Διαιτολόγων Νόμου ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο που ασκεί επάγγελμα στον τομέα της υγείας, σύμφωνα με όρους και προϋποθέσεις που καθορίζει ο Οργανισμός με Κανονισμούς∙ «Αναθεωρητικό Συμβούλιο Ιατροτεχνολογικών Προϊόντων και Υγειονομικών Ειδών» σημαίνει το συμβούλιο που καθιδρύεται δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 33Γ· «Αναθεωρητικό Συμβούλιο Φαρμάκων» σημαίνει το συμβούλιο που καθιδρύεται δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 33Γ· «ανακουφιστική φροντίδα υγείας» σημαίνει την παροχή υπηρεσιών φροντίδας υγείας σε δικαιούχους με χρόνιες εξελικτικές ασθένειες, τον έλεγχο του πόνου και άλλων συμπτωμάτων με στόχο τη βελτίωση της ποιότητας ζωής των δικαιούχων, διά της παροχής σφαιρικής φροντίδας υγείας στο δικαιούχο μέχρι το θάνατο από παροχείς υπηρεσιών φροντίδας υγείας, η οποία δύναται να παραχωρείται σε συνδυασμό με τη θεραπευτική αγωγή∙ «αποδοχές»- α) σε σχέση με μισθωτό, έχει την έννοια που αποδίδεται  στον όρο αυτό από τον περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμο, εξαιρουμένων των αποδοχών των ναυτικών οι οποίοι δεν είναι μόνιμοι κάτοικοι της Δημοκρατίας: Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου, ναυτικοί λογίζονται και οι εργαζόμενοι στην εσωτερική ναυσιπλοΐα· (β) σε σχέση με αυτοτελώς εργαζόμενο σημαίνει- (i) τις ασφαλιστέες αποδοχές κατά την έννοια του περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμου και των Κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει αυτού∙ (ii) το ποσό που προέρχεται κάθε έτος από τις πηγές που καθορίζονται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (1) και στην παράγραφο (α) του εδαφίου (2) του άρθρου 5 του περί Φορολογίας του Εισοδήματος Νόμου και είναι πέραν του ποσού που αναφέρεται στην υποπαράγραφο (i) ανωτέρω∙ (γ) σε σχέση με πρόσωπο που κατέχει ή ασκεί οποιοδήποτε αξίωμα, σημαίνει το ποσό που προέρχεται κάθε έτος από τις πηγές που καθορίζονται στην παράγραφο (β) του εδαφίου (1) και στην παράγραφο (β) του εδαφίου (2) του άρθρου 5 του περί Φορολογίας του Εισοδήματος Νόμου. «αποζημίωση προέδρου και μελών» σημαίνει την αποζημίωση που καταβάλλεται στον πρόεδρο και στα μέλη δυνάμει του άρθρου 6∙ «Απόφαση» σημαίνει απόφαση του Οργανισμού που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας∙ «αρμόδια αρχή» σημαίνει τον Υπουργό ή εξουσιοδοτημένο εκπρόσωπό του∙ «ασθενής» σημαίνει πρόσωπο το οποίο πάσχει από οποιαδήποτε ασθένεια ή πάθηση ή κάθε πρόσωπο το οποίο ζητά ή στο οποίο παρέχονται υπηρεσίες φροντίδας υγείας∙ «ασφαλισμένος στη Δημοκρατία» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο “ασφαλισμένος στην Κυπριακή Δημοκρατία” από το άρθρο 2 του περί Εφαρμογής των Δικαιωμάτων των Ασθενών στο πλαίσιο της Διασυνοριακής Υγειονομικής Περίθαλψης Νόμου· «ατύχημα» σημαίνει απρόβλεπτο περιστατικό το οποίο μπορεί να οδηγήσει σε θάνατο ή τραυματισμό προσώπου, ανεξάρτητα από το εάν το πρόσωπο αυτό εμπλέκεται άμεσα ή έμμεσα στα αίτια του ατυχήματος· «αυτοτελώς εργαζόμενος» έχει την έννοια που δίνει στον όρο ο περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμος· «Γενικός Διευθυντής» σημαίνει τον Γενικό Διευθυντή του Οργανισμού και κάθε δεόντως εξουσιοδοτημένο από  αυτόν πρόσωπο· «γενικός ιατρός» [Καταργήθηκε]· «Δημοκρατία» σημαίνει την Κυπριακή Δημοκρατία· «δημόσιο νοσηλευτήριο» σημαίνει νοσηλευτήριο, το οποίο ανήκει ή ελέγχεται από τη Δημοκρατία ή από οποιοδήποτε νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή αρχή τοπικής αυτοδιοίκησης∙ «διασυνοριακή υγειονομική περίθαλψη» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Εφαρμογής των Δικαιωμάτων των Ασθενών στο πλαίσιο της Διασυνοριακής Υγειονομικής Περίθαλψης Νόμου· «δικαιούχος» σημαίνει πρόσωπο που δικαιούται υπηρεσίες φροντίδας υγείας δυνάμει του άρθρου 16∙ «δυσμενής διάκριση» σημαίνει άμεση ή έμμεση διάκριση στη βάση, μεταξύ άλλων, του φύλου, της θρησκείας, της φυλετικής ή εθνοτικής καταγωγής, του χρώματος, των φιλοσοφικών, πολιτικών και θρησκευτικών πεποιθήσεων, του γενετήσιου προσανατολισμού, της ηλικίας, της κατάστασης της υγείας, της αναπηρίας και της κοινωνικοοικονομικής κατάστασης∙ «Εθνικό Κέντρο Κλινικής Τεκμηρίωσης και Ποιότητας Υπηρεσιών Υγείας» ή «Κέντρο» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Εθνικού Κέντρου Κλινικής Τεκμηρίωσης και Ποιότητας Υπηρεσιών Υγείας Νόμου· «ειδικός ιατρός» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τις διατάξεις του εδαφίου (3) του άρθρου 23∙ «εισόδημα» σημαίνει το εισόδημα κάθε φυσικού προσώπου προερχόμενο από τις πηγές που καθορίζονται στο άρθρο 5 του περί Φορολογίας του Εισοδήματος Νόμου, εκτός από αποδοχές ή σύνταξη και περιλαμβάνει μερίσματα, όπως αυτά καθορίζονται στον περί Εκτάκτου Εισφοράς για την Άμυνα της Δημοκρατίας Νόμο, εξαιρουμένου οποιουδήποτε εφάπαξ ποσού ή φιλοδωρήματος που καταβάλλεται σε εργαζομένους στον δημόσιο, ευρύτερο δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, από Ταμεία Προνοίας, Σχέδια ή Ταμεία Συντάξεων, καθώς και οποιουδήποτε εισοδήματος προερχόμενου από τις πηγές που καθορίζονται στην παράγραφο (β) των εδαφίων (1) και (2) του άρθρου 5, αντίστοιχα, του περί Φορολογίας του Εισοδήματος Νόμου σε σχέση με μισθωτές υπηρεσίες ναυτικών μη μόνιμων κατοίκων της Δημοκρατίας: Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου, ναυτικοί λογίζονται και οι εργαζόμενοι στην εσωτερική ναυσιπλοΐα· «εισοδηματίας» σημαίνει οποιοδήποτε φυσικό πρόσωπο έχει εισόδημα∙ «εισφορά» σημαίνει εισφορά που καταβάλλεται δυνάμει του παρόντος Νόμου· «εισφορέας» σημαίνει κάθε πρόσωπο το οποίο έχει υποχρέωση καταβολής εισφορών δυνάμει του άρθρου 19∙ «ενδονοσοκομειακή φροντίδα υγείας» σημαίνει την παροχή υπηρεσιών φροντίδας υγείας σε δικαιούχο o οποίος εισάγεται σε νοσηλευτήριο διότι απαιτείται- (α) τουλάχιστον μία διανυκτέρευση του δικαιούχου, ή/και (β) η χρήση εξειδικευμένης ιατρικής υποδομής ή/και ιατρικού εξοπλισμού που βρίσκεται σε νοσηλευτήριο∙ «επείγον περιστατικό» σημαίνει περιστατικό το οποίο απειλεί πρόσωπο με άμεσο κίνδυνο για τη ζωή ή/και την υγεία του ή με σοβαρή, μη αναστρέψιμη ανικανότητα, σε περίπτωση που οι υπηρεσίες φροντίδας υγείας δεν παρασχεθούν εγκαίρως∙ «εργαστήριο» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο “κλινικό εργαστήριο” από το άρθρο 2 του περί Εγγραφής και Λειτουργίας Κλινικών Εργαστηρίων Νόμου∙ «εργοδότης» περιλαμβάνει και την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας· «εσωτερικοί κανονισμοί» σημαίνει κανονισμούς που εκδίδονται από τον Οργανισμό, εγκρίνονται από τον Υπουργό και δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας∙ «εταιρεία» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τον περί Φορολογίας του Εισοδήματος Νόμο∙ «Ευρωπαϊκή Επιτροπή» σημαίνει την Επιτροπή  της Ευρωπαϊκής Ένωσης∙ «Ιατρικό Συμβούλιο Κύπρου» σημαίνει το Συμβούλιο που καθιδρύεται δυνάμει του άρθρου 3 του περί Εγγραφής Ιατρών Νόμου∙ «Ιατροσυμβούλιο» σημαίνει το συμβούλιο το οποίο ιδρύεται δυνάμει του άρθρου 59· «ιατροτεχνολογικό προϊόν» έχει την έννοια που αποδίδεται στους όρους «ιατροτεχνολογικό προϊόν ή προϊόν» ή «ιατροτεχνολογικό προϊόν ή προϊόν  που χρησιμοποιείται στη διάγνωση in vitro» από τους περί των Βασικών Απαιτήσεων (Ιατροτεχνολογικά Προϊόντα) Κανονισμούς∙ «ιδιωτικό νοσηλευτήριο» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τον περί Ιδιωτικών Νοσηλευτηρίων (Έλεγχος Ίδρυσης και Λειτουργίας) Νόμο, το οποίο χρησιμοποιείται για την εισδοχή και παραμονή δικαιούχων για σκοπούς παροχής σε αυτούς υπηρεσιών φροντίδας υγείας ή ενδονοσοκομειακής φροντίδας υγείας∙ «Κανονισμοί» σημαίνει Κανονισμούς, οι οποίοι κατατίθενται στη Βουλή των Αντιπροσώπων για έγκριση δυνάμει των διατάξεων του περί Καταθέσεως στη Βουλή των Αντιπροσώπων των Κανονισμών που Εκδίδονται με Εξουσιοδότηση Νόμου, Νόμο∙ «Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 883/2004» σημαίνει τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 883/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 29ης  Απριλίου 2004  για το συντονισμό των συστημάτων κοινωνικής ασφάλειας∙ «Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 987/2009» σημαίνει τον Κανονισμό (EK) αριθ. 987/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Σεπτεμβρίου 2009 για τον καθορισμό της διαδικασίας εφαρμογής του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 883/2004∙ «Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1231/2010» σημαίνει τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1231/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 24ης Νοεμβρίου 2010  για την επέκταση της εφαρμογής του Κανονισμού ΕΚ αριθ. 883/2004 και του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 987/2009 στους υπηκόους τρίτων χωρών οι οποίοι δεν διέπονται ήδη από τους κανονισμούς αυτούς μόνο λόγω της ιθαγένειάς τους∙ «κατάλογος ιατροτεχνολογικών προϊόντων και υγειονομικών ειδών» σημαίνει τον κατάλογο ιατροτεχνολογικών προϊόντων, υγειονομικών ειδών, ή/και κατηγοριών των πιο πάνω, των οποίων τη δαπάνη ή μέρος της δαπάνης καλύπτει ο Οργανισμός στα πλαίσια του Συστήματος∙ «κατάλογος φαρμακευτικών προϊόντων» σημαίνει τον κατάλογο των φαρμακευτικών προϊόντων ή /και κατηγοριών φαρμακευτικών προϊόντων, των οποίων τη δαπάνη ή μέρος της δαπάνης καλύπτει ο Οργανισμός στα  πλαίσια του Συστήματος∙ «κοινωνική σύνταξη» έχει την έννοια που δίνει στον όρο αυτό ο περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμος· «κρατικές υπηρεσίες υγείας» σημαίνει  υπηρεσίες φροντίδας υγείας, οι οποίες παρέχονται από φυσικά πρόσωπα τα οποία έχουν ως εργοδότη τη Δημοκρατία και/ή νομικά πρόσωπα τα οποία ανήκουν ή ελέγχονται από τη Δημοκρατία∙ «κρατικό νοσηλευτήριο» [Καταργήθηκε]· «κράτος μέλος» σημαίνει κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή άλλο Συμβαλλόμενο μέρος της Συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο και την Ελβετία∙ «μαία» σημαίνει εγγεγραμμένη μαία κατά την έννοια του περί Νοσηλευτικής και Μαιευτικής Νόμου∙ «μεγάλος ημικρατικός οργανισμός» [Καταργήθηκε] «μέγιστη συμπληρωμή» σημαίνει το μέγιστο συνολικό ποσό συμπληρωμών που δύναται να καταβάλει κάθε δικαιούχος σε παροχείς υπηρεσιών φροντίδας υγείας κατά τη διάρκεια ενός έτους ∙ «μισθωτός» έχει την έννοια που δίνει στον όρο ο περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμος· «ναυτικός» σημαίνει πρόσωπο, το οποίο εργάζεται με οποιαδήποτε ιδιότητα σε πλοίο, περιλαμβανομένου και του πλοιάρχου∙ «νοσηλευτήριο» σημαίνει οποιαδήποτε υγειονομική μονάδα, η οποία χρησιμοποιείται ή προορίζεται να χρησιμοποιηθεί για την εισδοχή και παραμονή δικαιούχων για σκοπούς παροχής σε αυτούς υπηρεσιών φροντίδας υγείας∙ «νοσηλευτής» σημαίνει εγγεγραμμένο νοσηλευτή κατά την έννοια του περί Νοσηλευτικής και Μαιευτικής Νόμου∙ «οδοντίατρος» σημαίνει εγγεγραμμένο οδοντίατρο, δυνάμει των διατάξεων του περί Εγγραφής Οδοντιάτρων Νόμου∙ «Οργανισμός» σημαίνει τον Οργανισμό Ασφάλισης Υγείας που ιδρύεται δυνάμει του άρθρου 3· «παροχέας υπηρεσιών φροντίδας υγείας» σημαίνει φυσικό ή νομικό πρόσωπο ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου ή τις ενώσεις αυτών ή τις κρατικές υπηρεσίες υγείας που συμβάλλονται με τον Οργανισμό για την παροχή προς τους δικαιούχους των υπηρεσιών φροντίδας υγείας που παρέχονται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων Κανονισμών, εσωτερικών κανονισμών και Αποφάσεων∙ «πρόεδρος» σημαίνει τον πρόεδρο του Συμβουλίου∙ «προμηθευτής» [Καταργήθηκε]· «προσωπικός ιατρός» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τις διατάξεις του εδαφίου (2) του άρθρου 23∙ «πρωτόκολλο» σημαίνει οδηγίες του Συστήματος για την παροχή αποτελεσματικών και αποδοτικών υπηρεσιών φροντίδας υγείας, οι οποίες διατυπώθηκαν στη βάση υψηλού βαθμού τεκμηριωμένης επιστημονικής βιβλιογραφίας. «Συμβουλευτική Επιτροπή» [Καταργήθηκε]· «Συμβουλευτική Επιτροπή Αποζημίωσης Φαρμάκων» σημαίνει την επιτροπή που διορίζεται δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 35Β· «Συμβούλιο» σημαίνει το Διοικητικό Συμβούλιο του Οργανισμού· «Συμβούλιο Φαρμάκων» σημαίνει το συμβούλιο που εγκαθιδρύεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 4 του περί Φαρμάκων Ανθρώπινης Χρήσης (Έλεγχος Ποιότητας, Προμήθειας και Τιμών) Νόμου∙ «συμπληρωμή» σημαίνει το ποσό που ο δικαιούχος έχει υποχρέωση να καταβάλει στους παροχείς υπηρεσιών φροντίδας υγείας για τις υπηρεσίες φροντίδας υγείας που λαμβάνει∙ «Συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο» σημαίνει τη Συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο που υπογράφτηκε στο Οπόρτο στις 2 Μαϊου 1992, όπως αυτή εκάστοτε τροποποιείται· «συνεισφορά» σημαίνει είτε τη συνεισφορά Ι είτε τη συνεισφορά ΙΙ∙ «συνεισφορά Ι» σημαίνει το ποσό που ο δικαιούχος έχει υποχρέωση να καταβάλει στους παροχείς υπηρεσιών φροντίδας υγείας για τις υπηρεσίες φροντίδας υγείας που λαμβάνει στις περιπτώσεις που καθορίζονται στην παράγραφο (β) του εδαφίου (1) του άρθρου 20Α∙ «συνεισφορά II» σημαίνει το ποσό, επιπλέον της συμπληρωμής ή συνεισφοράς Ι, το οποίο ο δικαιούχος έχει υποχρέωση να καταβάλει στο φαρμακοποιό για τη λήψη φαρμακευτικών προϊόντων ή /και ιατροτεχνολογικών προϊόντων και υγειονομικών ειδών πέραν της δαπάνης την οποία καλύπτει ο Οργανισμός∙ «συνταγή» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τον περί Φαρμακευτικής και Δηλητηρίων Νόμο∙ «σύνταξη» σημαίνει τη σύνταξη κάθε φυσικού προσώπου προερχόμενη από τις πηγές που καθορίζονται στο άρθρο 5 του περί Φορολογίας του Εισοδήματος Νόμου και ο όρος «συνταξιούχος» ερμηνεύεται ανάλογα∙ «Σύστημα» σημαίνει το Γενικό Σύστημα Υγείας που εγκαθιδρύεται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου∙ «σύστημα πληροφορικής» σημαίνει το σύστημα πληροφορικής, το οποίο ο Οργανισμός αναπτύσσει και λειτουργεί δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (3) του άρθρου 4 του παρόντος Νόμου. «τέκνο» σημαίνει γόνο και περιλαμβάνει προγονό, εξώγαμο αναγνωρισμένο τέκνο και τέκνο που υιοθετήθηκε κατά τρόπο που αναγνωρίζεται από το δίκαιο και οι ορισμοί “γονείς”, “μητέρα” και “πατέρας” ερμηνεύονται ανάλογα∙ «Ταμείο» σημαίνει το Ταμείο Ασφάλισης Υγείας το οποίο ιδρύεται δυνάμει του άρθρου 18· «υγειονομικά είδη» σημαίνει αναλώσιμα υλικά, ορθοπεδικά και ορθωτικά είδη, τεχνητά μέλη και εμφυτεύματα∙ «υπηρεσίες» [Καταργήθηκε]· «υπηρεσίες φροντίδας υγείας» σημαίνει τις υπηρεσίες που καθορίζονται στο Μέρος VII του παρόντος Νόμου∙ «Υπουργός» σημαίνει τον Υπουργό Υγείας∙ «φαρμακείο» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Φαρμακευτικής και Δηλητηρίων Νόμου∙ «φαρμακευτικό προϊόν» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τον περί Φαρμάκων Ανθρώπινης Χρήσης (Έλεγχος Ποιότητας, Προμήθειας και Τιμών) Νόμο∙ «φαρμακοποιός» σημαίνει εγγεγραμμένο φαρμακοποιό δυνάμει των διατάξεων του περί Φαρμακευτικής και Δηλητηρίων Νόμου. 89(I)/2001 134(I)/2002 101(I)/2004 74(I)/2017 180(I)/2022 53(I)/2025 139(I)/2025 60(I)/2026 61(I)/2026 Σκοπός του παρόντος Νόμου 2Α. Σκοπός του παρόντος Νόμου είναι η εισαγωγή γενικού συστήματος υγείας στη Δημοκρατία ως σύστημα κοινωνικής ασφάλισης για παροχές υγείας και η εγκαθίδρυση Οργανισμού Ασφάλισης Υγείας (“ο Οργανισμός”) για την εφαρμογή, παρακολούθηση και διαχείριση του Συστήματος, ώστε να προάγεται η κοινωνική αλληλεγγύη, η ισότιμη πρόσβαση και η αποδοτική χρήση των πόρων. 74(I)/2017 ΜΕΡΟΣ II ΙΔΡΥΣΗ ΚΑΙ ΣΚΟΠΟΙ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΥΓΕΙΑΣ Ίδρυση Οργανισμού 3. Ιδρύεται Οργανισμός με την επωνυμία «Οργανισμός Ασφάλισης Υγείας», ο οποίος αποτελεί νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με συνεχή διαδοχή και κοινή σφραγίδα και με την εξουσία να αποκτά, να κατέχει και να διαθέτει περιουσία, να συμβάλλεται, να ενάγει και να ενάγεται με την επωνυμία του και να πράττει οτιδήποτε είναι αναγκαίο για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου. 89(I)/2001 Σκοπός και αρμοδιότητες του Οργανισμού 4.—(1) Σκοπός του Οργανισμού είναι η εφαρμογή γενικού συστήματος υγείας, δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου. (2) Άνευ επηρεασμού της γενικότητας του εδαφίου (1), ο Οργανισμός έχει αρμοδιότητα- (α) Να διαχειρίζεται το Ταμείο· (β) να εξασφαλίζει την ισότιμη πρόσβαση και την παροχή στους δικαιούχους, των προβλεπόμενων από τον παρόντα Νόμο υπηρεσιών φροντίδας υγείας, χωρίς οποιεσδήποτε διακρίσεις∙ (γ) να συμβάλλεται με τους παροχείς υπηρεσιών φροντίδας υγείας, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου∙ (δ) τηρουμένων των διατάξεων του περί Δημοσιονομικής Ευθύνης και του Δημοσιονομικού Πλαισίου Νόμου και κατόπιν σχετικής έγκρισης του Υπουργού και του Υπουργού Οικονομικών, ιδρύει εταιρείες ή συμμετέχει σε εταιρείες ή επιχειρήσεις στις οποίες κατέχει άμεσα ή έμμεσα, μέσω εταιρειών των οποίων κατέχει την πλειοψηφία των μετοχών ή όλες τις εκδομένες μετοχές, οποιοδήποτε ποσοστό μετοχών στο εκδομένο κεφάλαιό τους, για σκοπούς διεξαγωγής επιχείρησης είτε στη Δημοκρατία είτε στο εξωτερικό, σε περιπτώσεις που θεωρεί ότι αυτό εξυπηρετεί το σκοπό και την αποστολή του· (ε) να διεξάγει ετήσιες αναλογιστικές ανασκοπήσεις της οικονομικής κατάστασης του Ταμείου σε συνάρτηση με τις υποχρεώσεις του από την εφαρμογή του παρόντος Νόμου· (στ) να διαθέτει χρήματα του Ταμείου για σκοπούς έρευνας, διαφώτισης, επιμόρφωσης και εκπαίδευσης για την καλύτερη λειτουργία και αποδοτικότητα του συστήματος· (ζ) να παρέχει κίνητρα και υποτροφίες για μεταπτυχιακές σπουδές σε εξειδικευμένα θέματα που ο Οργανισμός θεωρεί αναγκαία και σκόπιμα· (η) να διαθέτει ποσοστό των χρημάτων του ετήσιου προϋπολογισμού το οποίο να μην υπερβαίνει το 5% για τη διαχείριση του ίδιου του Οργανισμού, εκτός αν με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου το ποσοστό αυτό αυξηθεί· (θ) να τηρεί αρχεία· (ι) να προβαίνει σε κάθε άλλη πράξη ή ενέργεια η οποία είναι συναφής με τις πιο πάνω αρμοδιότητες· (ια) να ασκεί οποιεσδήποτε άλλες αρμοδιότητες προβλέπονται σε επιμέρους διατάξεις του παρόντος Νόμου και σε οποιουσδήποτε δυνάμει αυτού εκδιδόμενους Κανονισμούς ή εσωτερικούς κανονισμούς ή Αποφάσεις. (3) Για την εκτέλεση των αρμοδιοτήτων που αναφέρονται στα εδάφια (1) και (2), ο Οργανισμός αναπτύσσει και λειτουργεί σύστημα πληροφορικής. 89(I)/2001 74(I)/2017 Διοικητικό Συμβούλιο 5.—(1) Ο Οργανισμός διοικείται και ενεργεί μέσω του Διοικητικού Συμβουλίου, το οποίο διαχειρίζεται την περιουσία και τους πόρους του Οργανισμού, τον οποίο εκπροσωπεί ενώπιον κάθε αρχής. (2)  Το Συμβούλιο απαρτίζεται από- (α) Τον πρόεδρο∙ (β) δύο ως εκ της θέσης τους (ex-officio) μέλη που είναι- (i) ο Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου Υγείας∙ και (ii) ο Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου Οικονομικών∙ (γ) δέκα διοριζόμενα μέλη από τα οποία- (i) δύο αντιπροσωπεύουν την Κυβέρνηση∙ (ii) τρία αντιπροσωπεύουν τις εργοδοτικές οργανώσεις∙ (iii) τρία αντιπροσωπεύουν τις εργατικές οργανώσεις∙ (iv) ένα αντιπροσωπεύει τους ασθενείς∙ και (v) ένα αντιπροσωπεύει τους αυτοτελώς εργαζόμενους. (3) Τηρουμένων των προνοιών του νόμου,  ο πρόεδρος και τα διοριζόμενα μέλη διορίζονται από το Υπουργικό Συμβούλιο, με όρους που καθορίζονται από το Υπουργικό Συμβούλιο στην πράξη του διορισμού τους: Νοείται ότι για το διορισμό ή την παύση ή την αντικατάσταση του προέδρου και πριν το διορισμό, την παύση και την αντικατάσταση, ως ήθελε να είναι η περίπτωση, διεξάγονται διαβουλεύσεις μεταξύ του Υπουργού, του Προέδρου της Βουλής των Αντιπροσώπων και των αρχηγών ή κοινοβουλευτικών εκπροσώπων των εκάστοτε, κατά πρακτική, λογιζόμενων κοινοβουλευτικών ομάδων στη Βουλή των Αντιπροσώπων. (4) Ο πρόεδρος του Συμβουλίου είναι ανεξάρτητο πρόσωπο το οποίο διορίζεται για πενταετή θητεία, με δυνατότητα επαναδιορισμού. (5) Το Υπουργικό Συμβούλιο διορίζει αναπληρωτές των ως εκ της θέσης τους (ex officio) μελών του Συμβουλίου. (6) Η θητεία των διοριζόμενων μελών που αναφέρονται στην παράγραφο (γ) του εδαφίου (2) είναι πενταετής με δικαίωμα επαναδιορισμού. (7)  Ο διορισμός των μελών που αναφέρονται στην υποπαράγραφο (i) της παραγράφου (γ) του εδαφίου (2) γίνεται ύστερα από σύσταση του Υπουργού. (8) Ο διορισμός των μελών που αναφέρονται στην υποπαράγραφο (ii) της παραγράφου (γ) του εδαφίου (2) γίνεται ύστερα από σύσταση του Υπουργού με βάση κατάλογο προσώπων που υποβάλλεται σε αυτόν από τις εργοδοτικές οργανώσεις. (9) Ο διορισμός των μελών που αναφέρονται στην υποπαράγραφο (iii) της παραγράφου (γ) του εδαφίου (2) γίνεται ύστερα από σύσταση του Υπουργού με βάση κατάλογο προσώπων που υποβάλλεται σε αυτόν από τις εργατικές οργανώσεις. (10) Ο διορισμός του μέλους που αναφέρεται στην υποπαράγραφο (iv)  της παραγράφου (γ) του εδαφίου (2) γίνεται ύστερα από σύσταση του Υπουργού, με βάση κατάλογο προσώπων που υποβάλλεται σ΄αυτόν από την Παγκύπρια Ομοσπονδία Συνδέσμων Πασχόντων και Φίλων. (11) Ο διορισμός του μέλους που αναφέρεται στην υποπαράγραφο (v) της παραγράφου (γ) του εδαφίου (2) γίνεται ύστερα από σύσταση του Υπουργού. (12) Τα διοριζόμενα μέλη που καθορίζονται στην παράγραφο (γ) του εδαφίου (2) του παρόντος άρθρου, είναι ανωτάτου ηθικού και επαγγελματικού επιπέδου και κατέχουν γνώσεις και πείρα σε θέματα συναφή με τις αρμοδιότητες του Οργανισμού. (13) Ο πρόεδρος και τα διοριζόμενα μέλη του Συμβουλίου που εμπίπτουν στις διατάξεις της παραγράφου (γ) του εδαφίου (2) και είχαν διοριστεί πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Γενικού Συστήματος Υγείας (Τροποποιητικού) Νόμου του 2017, διατηρούν το διορισμό τους μέχρι τη λήξη της θητείας τους. 89(I)/2001 134(I)/2002 74(I)/2017 Αντιμισθία προέδρου και μελών του Συμβουλίου 6. Ο πρόεδρος και τα μέλη του Συμβουλίου δύναται να λαμβάνουν αποζημίωση, όπως ορίζεται από το Υπουργικό Συμβούλιο. 89(I)/2001 134(I)/2002 74(I)/2017 Κένωση της θέσης προέδρου και μέλους του Συμβουλίου 7.-(1) Η θέση του προέδρου ή μέλους του Συμβουλίου, κενούται- (α) Σε περίπτωση θανάτου∙ (β) σε περίπτωση παραίτησης, η οποία υποβάλλεται γραπτώς στο Υπουργικό Συμβούλιο∙ (γ) σε περίπτωση παύσης του από το Υπουργικό Συμβούλιο, κατά τα διαλαμβανόμενα στο εδάφιο (2). (2) Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (3) του άρθρου 5 και του εδαφίου (1) του άρθρου 8, το Υπουργικό Συμβούλιο δύναται με απόφασή του να παύει τον πρόεδρο ή μέλος του Συμβουλίου- (α) Λόγω καταδίκης του κατόχου της θέσης για την τέλεση ποινικού αδικήματος, το οποίο ενέχει έλλειψη τιμιότητας ή ηθική αισχρότητα∙ (β) λόγω επιβολής στον κάτοχο της θέσης της ποινής της φυλάκισης για την τέλεση ποινικού αδικήματος∙ (γ) λόγω ανικανότητας να εκπληρώνει επαρκώς τις αρμοδιότητες, τις εξουσίες ή τα καθήκοντα της θέσης του για το υπόλοιπο της θητείας του∙ (δ) λόγω ανάκλησης της εξουσίας αντιπροσώπευσης μέλους του Συμβουλίου από τον αντιπροσωπευόμενο στο Συμβούλιο οργανισμό∙ (ε) λόγω κήρυξης του κατόχου της θέσης σε κατάσταση πτώχευσης, σύμφωνα με τους νόμους της Δημοκρατίας∙ (στ) λόγω κήρυξης του κατόχου της θέσης σε κατάσταση φρενοβλάβιας ή άνοιας, σύμφωνα με τους νόμους της Δημοκρατίας∙ (ζ) λόγω κατάχρησης της θέσης του κατά τρόπο ώστε η συνέχιση της θητείας του  να αποβεί επιβλαβής για το δημόσιο συμφέρον∙ (η) ύστερα από εισήγηση του Συμβουλίου, σε περίπτωση αδικαιολόγητης αποχής από την άσκηση των καθηκόντων του και ιδιαίτερα ύστερα από αδικαιολόγητη απουσία από τις συνεδρίες του Συμβουλίου για τρεις συνεχόμενες φορές∙ (θ) για οποιοδήποτε λόγο, αναφορικά μόνο με τα μέλη του Συμβουλίου που εκπροσωπούν την Κυβέρνηση. (3) Σε περίπτωση που η θέση του προέδρου ή  μέλους του Συμβουλίου κενούται πριν από τη λήξη της θητείας του, το Υπουργικό Συμβούλιο προβαίνει, τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (3) του άρθρου 5, στο διορισμό νέου προέδρου ή μέλους, ανάλογα με την  περίπτωση, για το υπόλοιπο της θητείας του απερχομένου. 89(I)/2001 74(I)/2017 Προσωρινή αντικατάσταση προέδρου ή μέλους 7Α.-(1) Σε περίπτωση κατά την οποία ο πρόεδρος  κωλύεται προσωρινά για οποιοδήποτε λόγο να ασκήσει τα καθήκοντά του, το Υπουργικό Συμβούλιο, δύναται να διορίσει προσωρινά ένα από τα μέλη του Συμβουλίου ως αντικαταστάτη του για την περίοδο της προσωρινής απουσίας, και ο διορισμός αυτός λήγει πάραυτα με την επιστροφή του προέδρου στην άσκηση των καθηκόντων του. (2) Σε περίπτωση κατά την οποία μέλος του Συμβουλίου κωλύεται προσωρινά για οποιοδήποτε λόγο να ασκήσει τα καθήκοντά του, το Υπουργικό Συμβούλιο, δύναται να διορίσει προσωρινά άλλο πρόσωπο ως αντικαταστάτη του για την περίοδο της προσωρινής απουσίας του, και ο διορισμός αυτός λήγει πάραυτα με την επιστροφή του μέλους του Συμβουλίου στην άσκηση των καθηκόντων του. (3) Σε περίπτωση που οποιοδήποτε από τα ex officio μέλη του Συμβουλίου αδυνατεί για οποιοδήποτε λόγο να εκτελέσει τα καθήκοντά του, το Υπουργικό Συμβούλιο δύναται να διορίσει τον αναπληρωτή του ως προσωρινό μέλος του Συμβουλίου. 74(I)/2017 Ασυμβίβαστο προέδρου και μελών του Συμβουλίου 8.—(1) Πρόσωπο το οποίο είναι παροχέας υπηρεσιών φροντίδας υγείας ή έχει οποιοδήποτε συμφέρον, σε σχέση με την παροχή υπηρεσιών φροντίδας υγείας που παρέχονται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, δε δύναται να διοριστεί ή να συνεχίσει να είναι πρόεδρος ή μέλος του Συμβουλίου, τηρουμένων των διατάξεων του περί του Ασυμβιβάστου προς την Άσκηση των Καθηκόντων Ορισμένων Αξιωματούχων της Δημοκρατίας Ορισμένων Επαγγελματικών και Άλλων Συναφών Δραστηριοτήτων τους Νόμου. (2) (α) Αν ο πρόεδρος ή μέλος του Συμβουλίου έχει άμεσο ή έμμεσο συμφέρον σε σύμβαση η οποία έχει συναφθεί ή θα συναφθεί από τον Οργανισμό για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου, οφείλει να γνωστοποιήσει τη φύση του εν λόγω συμφέροντος σε συνεδρίαση του Συμβουλίου και ακολούθως δε δύναται να μετέχει στις συζητήσεις ή στη λήψη απόφασης του Συμβουλίου σχετικά με τη σύμβαση αυτή. (β) Η γνωστοποίηση του συμφέροντος καταγράφεται στα πρακτικά. (3) Για τους σκοπούς του εδαφίου (2), αν σε συνεδρίαση του Συμβουλίου γίνει από τον πρόεδρο ή από μέλος του Συμβουλίου γενική δήλωση ότι μετέχει σε συγκεκριμένη εταιρεία ή οργανισμό, αυτή θεωρείται επαρκής γνωστοποίηση συμφέροντος σχετικά με οποιαδήποτε σύμβαση συνάπτεται με την εν λόγω εταιρεία ή τον οργανισμό μετά την ημερομηνία κατά την οποία έγινε η γενική δήλωση. (4) Η γνωστοποίηση συμφέροντος δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (2) δεν απαιτείται να γίνεται αυτοπροσώπως από τον πρόεδρο ή από το μέλος που έχει το συμφέρον, νοουμένου ότι η εν λόγω δήλωσή του περιέρχεται σε γνώση όλων των μελών του Συμβουλίου. 89(I)/2001 74(I)/2017 Συνεδριάσεις κ.λπ. του Συμβουλίου 9.-(1)(α) Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Νόμου, το Συμβούλιο ρυθμίζει τα των συνεδριάσεών του, τον τρόπο και το χρόνο της σύγκλησής τους και την ακολουθούμενη σε αυτές διαδικασία. (β) Τηρουμένων των διατάξεων της παραγράφου (α),  οι συνεδριάσεις του Συμβουλίου συγκαλούνται από τον πρόεδρο ή τον προεδρεύοντα αυτού δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (2) ή αν δεν δύναται να συγκληθεί για οποιοδήποτε λόγο από τον πρόεδρο ή τον προεδρεύοντα,  από το γηραιότερο μέλος του Συμβουλίου. (2) Τηρουμένων των διατάξεων της παραγράφου (β) του εδαφίου (1), των συνεδριάσεων του Συμβουλίου προεδρεύει ο πρόεδρος και σε περίπτωση απουσίας του ή προσωρινού κωλύματος, το Συμβούλιο επιλέγει με απλή πλειοψηφία ένα από τα μέλη του ως προεδρεύοντα της συνεδρίας. (3) Ο πρόεδρος και έξι άλλα μέλη ή, σε περίπτωση απουσίας του προέδρου, ο προεδρεύων και οκτώ άλλα μέλη αποτελούν απαρτία. (4) Οι αποφάσεις του Συμβουλίου λαμβάνονται κατά πλειοψηφία των παρόντων και ψηφιζόντων μελών και σε περίπτωση ισοψηφίας ο πρόεδρος ή ο προεδρεύων, ανάλογα με την περίπτωση, έχει δεύτερη ή νικώσα ψήφο. (5) Σε κάθε συνεδρίαση του Συμβουλίου τηρούνται πρακτικά των εργασιών τα οποία  εφόσον επικυρωθούν από το Συμβούλιο υπογράφονται από τον πρόεδρο ή τον  προεδρεύοντα της συνεδρίασης. (6) Στις συνεδριάσεις του Συμβουλίου συμμετέχει ο Γενικός Διευθυντής ή εκπρόσωπός του και κάθε άλλος λειτουργός του Οργανισμού ή πρόσωπο που καλείται από το Συμβούλιο για να εκφράσει τις απόψεις του για οποιοδήποτε θέμα, χωρίς δικαίωμα ψήφου. (7) Το Συμβούλιο ενεργεί νόμιμα και οι διαδικασίες του είναι καθ’ όλα έγκυρες ανεξαρτήτως της κένωσης οποιασδήποτε θέσης του ή οποιουδήποτε ελαττώματος στο διορισμό του προέδρου ή οποιουδήποτε μέλους του. 89(I)/2001 74(I)/2017 Ανάθεση αρμοδιοτήτων 10.-(1) Το Συμβούλιο δύναται, με απόφασή του, να αναθέτει την άσκηση οποιασδήποτε από τις εξουσίες και τις αρμοδιότητες που του παραχωρούνται από τον παρόντα Νόμο στον πρόεδρο ή σε οποιοδήποτε από τα μέλη του, περιλαμβανομένης της υπογραφής εκ μέρους του και της σφράγισης με τη σφραγίδα του Οργανισμού κάθε σύμβασης την οποία συνάπτει ή πράξης στην οποία προβαίνει ο Οργανισμός, υπό τους όρους και τις  προϋποθέσεις που αυτό καθορίζει. (2) Το Συμβούλιο δύναται, με απόφασή του, να μεταβιβάζει προσωρινά στο Γενικό Διευθυντή ή/και σε άλλους υπαλλήλους του Οργανισμού οποιεσδήποτε από τις αρμοδιότητές του, οι οποίες εκτελούνται εντός των ορίων που καθορίζονται από αυτό και υπόκεινται στον έλεγχό του. 89(I)/2001 134(I)/2002 74(I)/2017 Εξέταση παραπόνων από το Συμβούλιο 11. Η σύσταση επιτροπών και οι διαδικασίες που ακολουθούνται για την εξέταση παραπόνων που υποβάλλονται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου από οποιοδήποτε πρόσωπο καθορίζονται με Αποφάσεις. 89(I)/2001 74(I)/2017 Εξουσίες Υπουργού 11Α.-(1) Ο Υπουργός δύναται, να εκδίδει προς τον Οργανισμό οδηγίες γενικής φύσεως αναφορικά με τις δραστηριότητές του και ο Οργανισμός οφείλει να εφαρμόζει κάθε τέτοια οδηγία. (2) Τηρουμένων των διατάξεων του περί Δημοσιονομικής Ευθύνης και Δημοσιονομικού Πλαισίου Νόμου, ο Οργανισμός παρέχει στον Υπουργό Οικονομικών, κατόπιν αίτησής του, μέσω του Υπουργού εκθέσεις, λογαριασμούς και λοιπές πληροφορίες που σχετίζονται με την ιδιοκτησία και τις δραστηριότητες αυτού καθώς και κάθε διευκόλυνση για τον έλεγχο των πληροφοριών αυτών, κατά το χρόνο και τον τρόπο που αυτός ήθελε εύλογα απαιτήσει. (3) (α) Ο Οργανισμός υποχρεούται ανά τρία (3) έτη να συντάσσει έκθεση αξιολόγησης της αποδοτικότητας και λειτουργικότητας του όλου συστήματος και την υποβάλλει στον Υπουργό για ενημέρωση του Υπουργικού Συμβουλίου και λήψη απόφασης για τυχόν τροποποίηση του πλαισίου για βελτίωση της αποδοτικότητας και της λειτουργικότητας του Συστήματος. (β)  Η έκθεση αξιολόγησης που αναφέρεται στην παράγραφο (α) ανωτέρω κοινοποιείται στη Βουλή των Αντιπροσώπων. 74(I)/2017 ΜΕΡΟΣ III ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ ΤΟΥ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ Διορισμός και καθήκοντα Γενικού Διευθυντή 12.-(1) Των υπηρεσιών του Οργανισμού προΐσταται  ο Γενικός Διευθυντής, ο οποίος είναι το ανώτατο εκτελεστικό όργανο του Οργανισμού και τελεί υπό το διοικητικό έλεγχο του Συμβουλίου. (2) Ο Γενικός Διευθυντής επιλέγεται και διορίζεται μετά από απόφαση του Συμβουλίου και σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου (Διορισμός Γενικών Διευθυντών) Νόμου. (3) Τα γενικά καθήκοντα και οι ευθύνες, καθώς και τα προσόντα που απαιτούνται για τη θέση του Γενικού Διευθυντή του Οργανισμού, καθορίζονται σε σχέδιο υπηρεσίας που καταρτίζεται υπό τη μορφή Κανονισμών οι οποίοι εκδίδονται από το Συμβούλιο και εγκρίνονται από το Υπουργικό Συμβούλιο και τη Βουλή των Αντιπροσώπων. 89(I)/2001 134(I)/2002 62(I)/2005 74(I)/2017 Εργασιακά θέματα του Οργανισμού 12Α.-(1) Οι υπάλληλοι του Οργανισμού διορίζονται από και τελούν υπό το διοικητικό έλεγχο του Συμβουλίου. (2) Κανονισμοί οι οποίοι εκδίδονται από το Συμβούλιο και εγκρίνονται από το Υπουργικό Συμβούλιο και τη Βουλή των Αντιπροσώπων καθορίζουν- (α) Τα σχέδια υπηρεσίας των υπαλλήλων του Οργανισμού∙ (β) τους γενικούς όρους υπηρεσίας και ιδιαίτερα τα θέματα σχετικά με τους διορισμούς, τις προαγωγές, τις μεταθέσεις, τις αξιολογήσεις και τα πειθαρχικά παραπτώματα υπαλλήλων∙ (γ) τη χορήγηση ωφελημάτων αφυπηρέτησης, άλλων επιδομάτων, αποζημιώσεων και οικονομικών ωφελημάτων∙(δ)οποιοδήποτε θέμα παρεμπίπτον, συμπληρωματικό και παρεμφερές προς αυτά που αναφέρονται στις παραγράφους (β) και (γ). (3) Με την επιφύλαξη των διατάξεων του εδαφίου (2), εσωτερικοί κανονισμοί καθορίζουν- (α) Ειδικά κριτήρια για τη μισθοδοτική  τοποθέτηση προσώπου που δεν απασχολείται στον Οργανισμό και διορίζεται σε θέση στον Οργανισμό σε ψηλότερο σημείο από την αρχική βαθμίδα της κλίμακας της θέσης στην οποία διορίζεται κατ’ αναλογίαν των εκάστοτε ισχυόντων κριτηρίων στη δημόσια υπηρεσία∙ (β) τον πειθαρχικό κώδικα των υπαλλήλων του Οργανισμού∙ (γ) οτιδήποτε αφορά στο ωρομίσθιο προσωπικό∙ (δ)οποιοδήποτε θέμα παρεμπίπτον, συμπληρωματικό και παρεμφερές προς αυτά που αναφέρονται στις παραγράφους (α), (β) και (γ). (4) Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (2), Αποφάσεις καθορίζουν- (α) Τον τρόπο, τη διαδικασία ετοιμασίας, τον τύπο των εντύπων και την υποβολή των εκθέσεων αξιολόγησης∙ (β) το χρόνο εργασίας των υπαλλήλων, ανάλογα με τις ανάγκες του Οργανισμού∙ (γ)οποιοδήποτε θέμα παρεμπίπτον, συμπληρωματικό και παρεμφερές προς αυτά που αναφέρονται στις παραγράφους (α) και (β). (5) Για οποιοδήποτε θέμα που αφορά στους υπαλλήλους του Οργανισμού και δεν έχει γίνει ρύθμιση με Κανονισμούς, εσωτερικούς κανονισμούς ή Απόφαση ή/και μέχρι την έκδοση αυτών, εφαρμόζονται κατ’ αναλογία οι διατάξεις του περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμου και για το ωρομίσθιο προσωπικό οι πρόνοιες των Κανονισμών Όρων Απασχόλησης Ωρομίσθιου Κυβερνητικού Προσωπικού. (6) Για τους σκοπούς των εδαφίων (2), (3), (4) και (5), ο όρος «υπάλληλος» περιλαμβάνει και το Γενικό Διευθυντή, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 12. 74(I)/2017 Ιδιότητα των μελών του Συμβουλίου και των υπαλλήλων του Οργανισμού 13.-(1) Ο πρόεδρος και τα μέλη του Συμβουλίου, ο Γενικός Διευθυντής και οι υπάλληλοι του Οργανισμού θεωρούνται δημόσιοι λειτουργοί εντός της έννοιας του Ποινικού Κώδικα. (2) Ο πρόεδρος, τα μέλη του Συμβουλίου, ο Γενικός Διευθυντής και οποιοσδήποτε άλλος υπάλληλος του Οργανισμού, που κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, διαπιστώνει ή έχει εύλογη αιτία να πιστεύει ότι έχει τελεστεί πράξη διαφθοράς ή δωροδοκίας από τον πρόεδρο, μέλος του Συμβουλίου, το Γενικό Διευθυντή ή οποιοδήποτε άλλο υπάλληλο του Οργανισμού, οφείλει να το αναφέρει εγγράφως στην ολομέλεια του Συμβουλίου, δίδοντας όλα τα αναγκαία στοιχεία προς τεκμηρίωση του ισχυρισμού του. 89(I)/2001 74(I)/2017 ΜΕΡΟΣ IV ΣΥΣΤΑΣΗ ΕΠΙΤΡΟΠΩΝ Διορισμός εμπειρογνωμόνων και σύσταση εξειδικευμένων σωμάτων και επιτροπών 14.—(1) Το Συμβούλιο δύναται, για σκοπούς εφαρμογής των προνοιών του παρόντος Νόμου, να διορίζει εμπειρογνώμονες ή/και να προβαίνει στη σύσταση εξειδικευμένων σωμάτων και επιτροπών, για να βοηθούν και να συμβουλεύουν το Συμβούλιο ή/και τον Γενικό Διευθυντή στην άσκηση των αρμοδιοτήτων του. (2) Χωρίς επηρεασμό της γενικότητας του εδαφίου (1), το Συμβούλιο δύναται να προβαίνει στη σύσταση Επιτροπής Εσωτερικού Ελέγχου, Επιτροπής Οικονομικής Διαχείρισης και Επιτροπής Βιωσιμότητας του Ταμείου. (3) Το Συμβούλιο εκδίδει Αποφάσεις για τα καθήκοντα και τη λειτουργία των εμπειρογνωμόνων και των επιτροπών και σωμάτων που ιδρύονται δυνάμει του άρθρου αυτού. 89(I)/2001 74(I)/2017 60(I)/2026 Συμβουλευτική Επιτροπή 15. [Διαγράφηκε] Ιστορικό Τροποποιήσεων 89(I)/2001 74(I)/2017 ΜΕΡΟΣ V ΔΙΚΑΙΟΥΧΟΙ Δικαιούχοι υπηρεσιών φροντίδας υγείας 16.-(1) Δικαιούχος υπηρεσιών φροντίδας υγείας είναι κάθε πρόσωπο που έχει τη συνήθη διαμονή του στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές και το οποίο είναι- (α) Πολίτης της Δημοκρατίας: Νοείται ότι, όπου εφαρμόζονται, ισχύουν οι διατάξεις των   Κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 883/2004 και (ΕΚ) αριθ. 987/2009∙ (β) πολίτης της Ένωσης που είναι, μισθωτός εργαζόμενος ή μη μισθωτός εργαζόμενος στη Δημοκρατία, ή διατηρεί αυτή την ιδιότητα, ή έχει αποκτήσει δικαίωμα μόνιμης διαμονής, δυνάμει των διατάξεων του περί του Δικαιώματος των Πολιτών της Ένωσης και των Μελών των Οικογενειών τους να Κυκλοφορούν και Νοείται ότι, όπου εφαρμόζονται, ισχύουν οι διατάξεις των Κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 883/2004  και (ΕΚ) αριθ. 987/2009∙να Διαμένουν Ελεύθερα στη Δημοκρατία Νόμου: Νοείται ότι, όπου εφαρμόζονται, ισχύουν οι διατάξεις των Κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 883/2004  και (ΕΚ) αριθ. 987/2009∙ (γ) πολίτης τρίτης χώρας, ο οποίος  έχει αποκτήσει νόμιμα το δικαίωμα μόνιμης διαμονής του στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές δυνάμει των διατάξεων του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου: Νοείται ότι, όπου εφαρμόζονται, ισχύουν οι διατάξεις του Κανονισμού (EK) αριθ. 1231/2010∙  (δ) πολίτης τρίτης χώρας ο οποίος έχει αποκτήσει νόμιμα δικαίωμα ίσης μεταχείρισης στους κλάδους της κοινωνικής ασφάλισης δυνάμει των διατάξεων του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου∙ (ε) αναγνωρισμένος πρόσφυγας ή πρόσωπο με καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας που παραχωρείται σε αυτό δυνάμει των διατάξεων του περί Προσφύγων Νόμου∙ (στ) πρόσωπο το οποίο είναι μέλος της οικογένειας των προσώπων που καθορίζονται στις παραγράφους (α), (β)  και (δ): Νοείται ότι, όπου εφαρμόζονται, ισχύουν οι διατάξεις των Κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 883/2004 και (ΕΚ) αριθ. 987/2009∙ (η) κάθε πρόσωπο το οποίο είναι μέλος της οικογένειας των προσώπων που καθορίζονται στη παράγραφο (γ) και έχει αποκτήσει νόμιμα το δικαίωμα μόνιμης διαμονής στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές δυνάμει των διατάξεων του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου: Νοείται ότι, όπου εφαρμόζεται, ισχύουν οι διατάξεις του Κανονισμού (EK) αριθ. 1231/2010. (2) Δικαιούχος υπηρεσιών φροντίδας υγείας είναι κάθε πολίτης της Δημοκρατίας ο οποίος έχει τη συνήθη διαμονή του στο έδαφος των κυρίαρχων περιοχών των βάσεων του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και Βορείου Ιρλανδίας στην Κύπρο, καθώς και οποιοδήποτε πρόσωπο είναι μέλος της οικογένειας  αυτού το οποίο έχει τη συνήθη διαμονή του στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές ή στο έδαφος των κυρίαρχων περιοχών των βάσεων του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και Βορείου Ιρλανδίας στην Κύπρο∙ (3)  Για τους σκοπούς του εδαφίου (1), «μέλος της οικογένειας» σημαίνει- (α) Το/τη σύζυγο δικαιούχου, (β) τα τέκνα δικαιούχου ηλικίας κάτω των 21 ετών, και (γ) τα τέκνα δικαιούχου ηλικίας άνω των 21 ετών, τα οποία είναι  συντηρούμενα από αυτόν ή τον/τη σύζυγό του, όπως καθορίζεται με Κανονισμούς. (4) Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, η συνήθης διαμονή εφόσον αμφισβητείται, αποδεικνύεται βάσει στοιχείων που καθορίζονται με Κανονισμούς. (5) Αποφάσεις καθορίζουν τις διαδικασίες εγγραφής και διαγραφής των δικαιούχων στο Σύστημα, καθώς και τις διαδικασίες έναρξης, ανανέωσης και τερματισμού του δικαιώματος σε υπηρεσίες φροντίδας υγείας, σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου. 89(I)/2001 101(I)/2004 74(I)/2017 Ειδικές περιπτώσεις 17. Το Συμβούλιο δύναται, αν το κρίνει σκόπιμο και δίκαιο, να καλύψει οποιαδήποτε άλλη περίπτωση υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις που καθορίζονται με Κανονισμούς κατόπιν υποβολής σχετικής αίτησης. 89(I)/2001 74(I)/2017 ΜΕΡΟΣ VI ΣΥΣΤΗΜΑ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΥΓΕΙΑΣ Ίδρυση και πόροι του Ταμείου 18.—(1) Για σκοπούς εφαρμογής του παρόντος Νόμου ιδρύεται Ταμείο Ασφάλισης Υγείας. (2) Τα έσοδα του Ταμείου είναι- (α) Οι εισφορές που προνοούνται στο άρθρο 19∙ β) η συμπληρωμή και η συνεισφορά Ι∙ (γ) οι δωρεές και τα κληροδοτήματα∙ (δ) οι πρόσοδοι από περιουσιακά στοιχεία του Οργανισμού∙ (ε) κάθε άλλο έσοδο που προκύπτει από τις δραστηριότητες του Οργανισμού. (3) Το Συμβούλιο δύναται να επενδύσει σε επενδύσεις τις οποίες εγκρίνει ο Υπουργός Οικονομικών χρήματα που ανήκουν στο Ταμείο και τα οποία υπολογίζει ότι δεν απαιτούνται για την κάλυψη των υποχρεώσεών του. 89(I)/2001 74(I)/2017 Υποχρέωση καταβολής εισφορών 19.-(1) Υποχρέωση για καταβολή εισφορών δυνάμει του Νόμου αυτού έχει- (α) Κάθε μισθωτός σε ποσοστό 2,65% επί των αποδοχών του∙ (β) κάθε εργοδότης σε ποσοστό 2,90% επί των αποδοχών κάθε μισθωτού του∙ (γ) κάθε αυτοτελώς εργαζόμενος σε ποσοστό 4,00% επί των αποδοχών του∙ (δ) κάθε συνταξιούχος σε ποσοστό 2,65% επί του ποσού της σύνταξής του∙ (ε) κάθε πρόσωπο που κατέχει ή ασκεί οποιοδήποτε αξίωμα σε ποσοστό 2,65% επί των αποδοχών του∙ (στ) η Δημοκρατία ή κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που είναι υπεύθυνο για την καταβολή σε αξιωματούχο των προβλεπόμενων από το διορισμό ή την εκλογή του αποδοχών,  καταβάλλει εισφορά σε ποσοστό 2,90% επί των αποδοχών του∙ (ζ) κάθε εισοδηματίας σε ποσοστό 2,65% επί του εισοδήματός του∙ (η) το Πάγιο Ταμείο της Δημοκρατίας σε ποσοστό 4,70% επί των αποδοχών και των συντάξεων των προσώπων που αναφέρονται στις παραγράφους (α), (γ), (δ) και (ε). (2) Για τους σκοπούς των παραγράφων (ε) και (στ) του εδαφίου (1), πρόσωπο που κατέχει ή ασκεί οποιοδήποτε αξίωμα σημαίνει πρόσωπο που κατέχει ή ασκεί πολιτειακό ή δημοτικό ή άλλο αξίωμα, καθώς και κάθε επίτροπος ή ρυθμιστής που διορίζεται με βάση πρόνοια νόμου και οι αποδοχές του από το αξίωμα αυτό δεν υπάγονται στις αποδοχές των παραγράφων (α) ή (γ) ή (δ) ή (ζ) του εδαφίου (1) του παρόντος άρθρου. (3) Το πρόσωπο που αναφέρεται στις παραγράφους (α), (γ), (δ), (ε) και (ζ) του εδαφίου (1) οφείλει να καταβάλει εισφορές ταυτόχρονα ή διαδοχικά επί των αποδοχών του, επί του ποσού της σύνταξής του και επί του εισοδήματός του. (4)(α) Σε περίπτωση όπου το άθροισμα των αποδοχών, συντάξεων και εισοδημάτων του εισφορέα που αναφέρονται στις παραγράφους  (α), (γ), (δ), (ε) και (ζ) του εδαφίου (1), είναι πέραν των εκατόν ογδόντα χιλιάδων ευρώ (€180.000), εισφορά καταβάλλεται μόνο επί του ποσού των εκατόν ογδόντα χιλιάδων ευρώ (€180.000). (β) Η σειρά του αθροίσματος για τον υπολογισμό των εκατόν ογδόντα χιλιάδων ευρώ (€180.000) είναι πρώτα οι αποδοχές με σειρά αναφοράς (α), (β), (γ) όπως καθορίζονται στον ορισμό «αποδοχές»,  ακολούθως οι συντάξεις και τέλος τα εισοδήματα: Νοείται ότι, σε περίπτωση που καταβληθεί εισφορά επί ποσού πέραν των εκατόν ογδόντα χιλιάδων ευρώ (€180.000), τότε ο εισφορέας δύναται να απαιτήσει την επιστροφή του ποσού της εισφοράς που καταβλήθηκε στον Οργανισμό για ποσό πέραν των εκατόν ογδόντα χιλιάδων ευρώ (€180.000) υποβάλλοντας σχετικό αίτημα όπως καθορίζεται με Απόφαση του Οργανισμού: Νοείται περαιτέρω ότι, εισφορά που έχει καταβληθεί στον Οργανισμό επί ποσού πέραν των εκατόν ογδόντα χιλιάδων ευρώ (€180.000) και αφορά έτος εισφορών που αρχίζει κατά ή μετά την 1η Ιανουαρίου 2025, επιστρέφεται στον εισφορέα από τον Έφορο Φορολογίας, με βάση τις διατάξεις του περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων Νόμου. (5)(α) Τηρουμένων των διατάξεων της παραγράφου (β) του παρόντος εδαφίου, καμία εισφορά δεν καταβάλλεται μετά την πάροδο έξι (6) ετών από το τέλος της περιόδου εισφοράς για την οποία οφείλεται η εισφορά. (β) Αν έχει απολεσθεί εισφορά ως αποτέλεσμα δόλου ή εσκεμμένης παράλειψης του υπόχρεου προσώπου, τότε μπορεί να εισπραχθεί εισφορά ως εάν η αναφορά σε έξι (6) έτη στην παράγραφο (α) του παρόντος εδαφίου ήταν αναφορά σε δώδεκα (12) έτη. (6) Τουλάχιστον ανά τρία (3) έτη ο Οργανισμός υποβάλλει έκθεση αξιολόγησης για το Σύστημα στον Υπουργό, με εισηγήσεις για τυχόν τροποποιήσεις στη νομοθεσία που αφορά στις εισφορές, συμπληρωμές και συνεισφορές, καθώς και τις παρεχόμενες υπηρεσίες προς τους δικαιούχους του Συστήματος, καθώς και οποιοδήποτε στοιχείο κρίνεται σκόπιμο, η οποία υποβάλλεται στο Υπουργικό Συμβούλιο για έγκριση, μετά από έγκριση του Υπουργού και του Υπουργού Οικονομικών. [Σ.Σ.: βλ. άρθρο 68(β)] 89(I)/2001 74(I)/2017 118(I)/2025 Τρόπος είσπραξης εισφορών 20.-(1) Τηρουμένων των διατάξεων του Νόμου, υπεύθυνος για την είσπραξη των εισφορών που καθορίζονται στις παραγράφους (α), (β) και (γ) του εδαφίου (1) του άρθρου 19 είναι ο Διευθυντής των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων: Νοείται ότι, οποιαδήποτε είσπραξη εισφορών που γίνεται δυνάμει της παραγράφου (γ) του εδαφίου (1) του άρθρου 19 γίνεται επί των ασφαλιστέων αποδοχών κατά την έννοια του περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμου. (2) (α)  Ευθύνη για την παρακράτηση και καταβολή των εισφορών που αναφέρονται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (1) του άρθρου 19 έχει ο κάθε εργοδότης για οποιαδήποτε περίοδο κατά την οποία ή για τμήμα της οποίας πρόσωπο απασχολήθηκε από αυτόν ως μισθωτός. (β) Τηρουμένων των διατάξεων της παραγράφου (α), οι εισφορές που καταβλήθηκαν από τον εργοδότη για λογαριασμό του μισθωτού λογίζονται ως εισφορές που καταβλήθηκαν από το μισθωτό. (3) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου (2), στις περιπτώσεις μισθωτού απασχολούμενου σε περισσότερο από ένα (1) εργοδότες σε ιδιωτικά νοικοκυριά, για εργασίες οικιακής φύσεως μέσα στην ίδια περίοδο εισφοράς, την ευθύνη για την καταβολή των αναφερόμενων εισφορών στις παραγράφους (α) και (β) του εδαφίου (1) του άρθρου 19 έχει ο μισθωτός. (4) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου (1), οι εισφορές που καταβάλλονται από μισθωτούς που απασχολούνται από τη Δημοκρατία και οι αντίστοιχες εισφορές της Δημοκρατίας ως εργοδότη καταβάλλονται στο Ταμείο από το Γενικό Λογιστή της Δημοκρατίας. (5) Τηρουμένων των διατάξεων του Νόμου, υπεύθυνος για την είσπραξη των εισφορών που καθορίζονται στην παράγραφο (γ) του εδαφίου (1) του άρθρου 19 επί των αποδοχών πέραν των ασφαλιστέων αποδοχών κατά την έννοια του περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμου είναι ο Έφορος Φορολογίας. (6)(α) (i) Κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή ταμείο που παρέχει οποιαδήποτε σύνταξη υποχρεούται να παρακρατεί την εισφορά την αναφερόμενη στην παράγραφο (δ) του εδαφίου (1) του άρθρου 19 από το ποσό της σύνταξης κάθε συνταξιούχου. (ii) Υπεύθυνος για την είσπραξη της αναφερόμενης στην υποπαράγραφο (i) της παραγράφου (α) του παρόντος εδαφίου εισφοράς, είναι ο Έφορος Φορολογίας, εξαιρουμένων των εισφορών που παρακρατεί ο Διευθυντής των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων και ο Γενικός Λογιστής της Δημοκρατίας. (β) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις της παραγράφου (α) του παρόντος εδαφίου, σε περίπτωση προσώπου που λαμβάνει σύνταξη από το εξωτερικό, συμπεριλαμβανομένων των προσώπων επί των οποίων εφαρμόζονται οι διατάξεις των Κανονισμών  (ΕΚ) αριθ. 883/2004 και (ΕΚ) αριθ. 987/2009, όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται, η αναφερόμενη στην παράγραφο (δ) του εδαφίου (1) του άρθρου 19 εισφορά εισπράττεται από τον Έφορο Φορολογίας. (γ) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις της παραγράφου (α) του παρόντος εδαφίου, ο Διευθυντής των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων παρακρατεί την αναφερόμενη στην παράγραφο (δ) του εδαφίου (1) του άρθρου 19 εισφορά, η οποία αφορά στο ποσό της κοινωνικής σύνταξης, όπως αυτή παραχωρείται από το Πάγιο Ταμείο της Δημοκρατίας. (δ) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις της παραγράφου (α) του παρόντος εδαφίου, ο Γενικός Λογιστής της Δημοκρατίας παρακρατεί την αναφερόμενη στην παράγραφο (δ) του εδαφίου (1) του άρθρου 19 εισφορά, η οποία αφορά στο ποσό της σύνταξης, όπως αυτή παραχωρείται από το Πάγιο Ταμείο της Δημοκρατίας. (7) (α) Η παρακράτηση ή/και καταβολή των εισφορών που αναφέρονται στις παραγράφους (ε) και (στ) του εδαφίου (1) του άρθρου 19, γίνεται από τη Δημοκρατία ή κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που είναι υπεύθυνο για την καταβολή στον αξιωματούχο των προβλεπόμενων από το διορισμό ή την εκλογή του αποδοχών. (β) Υπεύθυνος για την είσπραξη των αναφερόμενων στην παράγραφο (α) του παρόντος εδαφίου εισφορών, οι οποίες παρακρατούνται ή/και καταβάλλονται από κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που είναι υπεύθυνο για την καταβολή στον αξιωματούχο των προβλεπόμενων από το διορισμό ή την εκλογή του αποδοχών, είναι ο Έφορος Φορολογίας. (γ) Υπεύθυνος για την καταβολή στο Ταμείο των αναφερόμενων στην παράγραφο (α) του παρόντος εδαφίου εισφορών, οι οποίες παρακρατούνται ή/και καταβάλλονται από τη Δημοκρατία, είναι ο Γενικός Λογιστής της Δημοκρατίας. (8) (α) Οι εισφορές που καταβάλλονται δυνάμει της παραγράφου (ζ) του εδαφίου (1) του άρθρου 19, εισπράττονται από τον Έφορο Φορολογίας. (β) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις της παραγράφου (α) του παρόντος εδαφίου, οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο καταβάλλει μερίσματα ή τόκους ή οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο πληρώνει ενοίκια, από πηγές εντός της Δημοκρατίας σε φυσικό πρόσωπο, οφείλει όπως παρακρατεί την προβλεπόμενη στην παράγραφο (ζ) του εδαφίου (1) του άρθρου 19 εισφορά από οποιαδήποτε καταβολή ή/και πληρωμή γίνεται, την οποία καταβάλλει στον Έφορο Φορολογίας. (γ)  Για τους σκοπούς της παραγράφου (β) του παρόντος εδαφίου, «πρόσωπο» το οποίο καταβάλλει  μερίσματα ή τόκους έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Φορολογίας του Εισοδήματος Νόμου και συμπεριλαμβάνει και τη Δημοκρατία. (δ)  Για τους σκοπούς της παραγράφου (β) του παρόντος εδαφίου, «πρόσωπο» το οποίο πληρώνει ενοίκια έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από την επιφύλαξη του εδαφίου (1) του άρθρου 4 του περί Εκτάκτου Εισφοράς για την Άμυνα της Δημοκρατίας Νόμου. (ε) Οποιαδήποτε εισφορά η οποία απαιτείται όπως παρακρατηθεί δυνάμει των διατάξεων του παρόντος εδαφίου, θεωρείται ως εισφορά που επιβλήθηκε στο φυσικό πρόσωπο από το οποίο απαιτείται  και δύναται να ανακτηθεί από αυτό. (9) Η εισφορά του Πάγιου Ταμείου που αναφέρεται στην παράγραφο (η) του εδαφίου (1) του άρθρου 19, καταβάλλεται στο Ταμείο από το Υπουργείο Υγείας. (10)  Οι εισφορές οι οποίες εισπράττονται ή/και παρακρατούνται από το Διευθυντή των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων, τον Έφορο Φορολογίας και το Γενικό Λογιστή της Δημοκρατίας καταβάλλονται  από αυτούς στο Ταμείο. (11)(α) Ο Διευθυντής των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων έχει, τηρουμένων των αναλογιών, όλες τις εξουσίες, αρμοδιότητες και υποχρεώσεις, συμπεριλαμβανομένης και της επιβολής διοικητικών προστίμων ή/και άλλων διοικητικών κυρώσεων, περιλαμβανομένων ποινών ή/και πρόσθετου τέλους, που καθορίζονται στον περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμο για να ασκεί τα καθήκοντα που του ανατίθενται, καθώς και για την επίλυση οποιωνδήποτε ζητημάτων που μπορούν να προκύψουν, δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου και των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων Κανονισμών, εσωτερικών κανονισμών και Αποφάσεων. (β) Ο Έφορος Φορολογίας έχει, τηρουμένων των αναλογιών, όλες τις εξουσίες, αρμοδιότητες και υποχρεώσεις, συμπεριλαμβανομένης και της επιβολής διοικητικών προστίμων ή/και άλλων διοικητικών κυρώσεων, περιλαμβανομένων ποινών ή/και πρόσθετου τέλους, που καθορίζονται στον περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεων Φόρων Νόμο και στον περί Εκτάκτου Εισφοράς για την Άμυνα της Δημοκρατίας Νόμο για να ασκεί τα καθήκοντα που του ανατίθενται, καθώς και για την επίλυση οποιωνδήποτε ζητημάτων που μπορούν να προκύψουν, δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου και των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων Κανονισμών, εσωτερικών κανονισμών και Αποφάσεων. (12) Το ποσό το οποίο υπολογίζει ο Υπουργός Οικονομικών σε διαβούλευση με τον Οργανισμό ως αντιπροσωπεύον τις δαπάνες που συνεπάγεται η είσπραξη των εισφορών από το Διευθυντή των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων και τον Έφορο Φορολογίας καταβάλλεται από το Ταμείο στο Πάγιο Ταμείο της Δημοκρατίας. (13) Η είσπραξη ή/και η παρακράτηση ή/και η καταβολή των εισφορών που αναφέρονται στο παρόν άρθρο διενεργούνται σύμφωνα με διαδικασίες που καθορίζονται με Κανονισμούς. 89(I)/2001 74(I)/2017 Συμπληρωμή και συνεισφορά 20Α.-(1)(α) Τηρουμένων των διατάξεων της παραγράφου (β)(ii), ο Οργανισμός δύναται να απαιτεί την καταβολή συμπληρωμής από τους δικαιούχους για  τις υπηρεσίες φροντίδας υγείας που λαμβάνουν, όπως καθορίζεται με Κανονισμούς. (β)(i) Ο Οργανισμός δύναται να απαιτεί την καταβολή συνεισφοράς Ι μετά από απευθείας πρόσβαση του δικαιούχου σε ειδικό ιατρό της επιλογής του, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου (β) του εδαφίου 2  του άρθρου 28, τόσο για την επίσκεψη, όσο και για οποιεσδήποτε άλλες υπηρεσίες φροντίδας υγείας που προκύπτουν από την επίσκεψη, όπως καθορίζεται με Κανονισμούς. (ii) Στην περίπτωση που ο δικαιούχος καταβάλει συνεισφορά Ι για υπηρεσίες φροντίδας υγείας που έχει λάβει από παροχέα υπηρεσιών φροντίδας υγείας δεν υποχρεούται να καταβάλει συμπληρωμή για τις ίδιες υπηρεσίες φροντίδας υγείας. (γ) Άνευ επηρεασμού των διατάξεων των παραγράφων (α), (β) και (δ) του παρόντος εδαφίου, ο Οργανισμός δύναται να απαιτεί την καταβολή συνεισφοράς ΙΙ, επιπλέον της συμπληρωμής ή της συνεισφοράς Ι, για τη λήψη φαρμακευτικών προϊόντων, όπως καθορίζεται με Κανονισμούς. (δ) Άνευ επηρεασμού των διατάξεων των παραγράφων (α), (β) και (γ) του παρόντος εδαφίου, ο Οργανισμός δύναται να απαιτεί την καταβολή συνεισφοράς ΙΙ, επιπλέον της συμπληρωμής ή της συνεισφοράς Ι, για τη λήψη ιατροτεχνολογικών προϊόντων και υγειονομικών ειδών, όπως καθορίζεται με Κανονισμούς. (2) Οι διαδικασίες καταβολής συμπληρωμής ή/και συνεισφοράς καθορίζονται με Κανονισμούς. (3) Το ύψος της συνεισφοράς Ι και ΙΙ καθορίζεται με Κανονισμούς. (4)(α) Η μέγιστη συμπληρωμή καθορίζεται με Κανονισμούς. (β) Σε περίπτωση κατά την οποία κατά τη διάρκεια ενός έτους, δικαιούχος κατέβαλε συμπληρωμές το συνολικό ύψος των οποίων ισούται ή υπερβαίνει τη μέγιστη συμπληρωμή που ισχύει για την περίπτωσή του, τότε δεν υποχρεούται να καταβάλει οποιαδήποτε επιπρόσθετη συμπληρωμή για το υπόλοιπο του έτους: Νοείται ότι, σε περίπτωση που δικαιούχος καταβάλει συμπληρωμή πέραν της μέγιστης συμπληρωμής, τότε ο παροχέας υπηρεσιών φροντίδας υγείας υποχρεούται να επιστρέψει στο δικαιούχο το ποσό πέραν της μέγιστης συμπληρωμής  το  οποίο εισέπραξε. (γ) Ο παροχέας υπηρεσιών φροντίδας υγείας υποχρεούται να ενημερώσει το δικαιούχο ότι έχει καταβάλει τη μέγιστη συμπληρωμή για το έτος και να μην εισπράξει οποιοδήποτε επιπρόσθετο ποσό συμπληρωμής. 74(I)/2017 Εθελοντική ασφάλιση 21.—(1) Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος άρθρου, εξαιρούμενα πρόσωπα δύνανται να ενταχθούν στο γενικό σύστημα υγείας επί εθελοντικής βάσης, υπό όρους και προϋποθέσεις που καθορίζονται με εσωτερικούς κανονισμούς. (2) Οι διατάξεις του εδαφίου (1) εφαρμόζονται όταν ο Οργανισμός εξαγγείλει ειδικό σύστημα για εθελοντική ασφάλιση, στο οποίο η εισφορά, οι όροι και η παροχή των υπηρεσιών δυνατό να διαφέρουν από τους όρους της εισφοράς και της παροχής υπηρεσιών από το γενικό σύστημα υγείας. (3) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις των εδαφίων (1) και (2), ο Οργανισμός δεν υποχρεούται να συνάψει οποιαδήποτε συμφωνία δυνάμει του παρόντος άρθρου, ακόμη και αν πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις για υποβολή της σχετικής αίτησης. (4) Η εφαρμογή του παρόντος άρθρου ρυθμίζεται με εσωτερικούς κανονισμούς. 89(I)/2001 74(I)/2017 ΜΕΡΟΣ VII ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΗΣ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΦΡΟΝΤΙΔΑΣ ΥΓΕΙΑΣ Παρεχόμενη φροντίδα υγείας από το Σύστημα 22.-(1) Η παρεχόμενη από το Σύστημα φροντίδα υγείας περιλαμβάνει τις υπηρεσίες φροντίδας υγείας που αναφέρονται στο παρόν Μέρος, όπως αυτές καθορίζονται με Κανονισμούς ή/και πρωτόκολλα που υιοθετούνται από τον Οργανισμό,  καθώς και κάθε άλλη υπηρεσία φροντίδας υγείας που δυνατό να καθορίζεται με Κανονισμούς. (2) Άνευ επηρεασμού της γενικότητας του εδαφίου (1), οι υπηρεσίες φροντίδας υγείας δύναται να  περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων τις ακόλουθες υπηρεσίες φροντίδας υγείας - (α) φροντίδα υγείας από προσωπικούς ιατρούς: Νοείται ότι, το Συμβούλιο δύναται, σε εξαιρετικές περιπτώσεις όπως αυτές  καθορίζονται με Απόφαση, να ζητήσει από τον Υπουργό να επιτρέψει σε συγκεκριμένη ειδικότητα ιατρών που επιλέγουν να συμβληθούν με τον Οργανισμό ως προσωπικοί ιατροί για να παρέχουν ενδονοσοκομειακή φροντίδα υγείας σε δικαιούχους που είναι εγγεγραμμένοι στον κατάλογό τους∙ (β) φροντίδα υγείας από ειδικούς ιατρούς∙ (γ) εργαστηριακές εξετάσεις ∙ (δ) τα αναγκαία φαρμακευτικά προϊόντα, ιατροτεχνολογικά προϊόντα και υγειονομικά είδη που χορηγούνται με βάση συνταγή που εκδίδει ιατρός ή οδοντίατρος ο οποίος έχει συνάψει σύμβαση με τον Οργανισμό δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (1) του άρθρου 38, ή/και ιατρός ή οδοντίατρος ο οποίος παρέχει υπηρεσίες φροντίδας υγείας εκ μέρους παροχέα υπηρεσιών φροντίδας υγείας σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (2) του άρθρου 38 και τα οποία περιλαμβάνονται στον κατάλογο φαρμακευτικών προϊόντων και στον κατάλογο ιατροτεχνολογικών προϊόντων και υγειονομικών ειδών: Νοείται ότι, υπό όρους και προϋποθέσεις που καθορίζονται με εσωτερικούς κανονισμούς, δύναται να επιτρέπεται σε ονομαστική βάση η χορήγηση- (α) φαρμακευτικών προϊόντων, ιατροτεχνολογικών προϊόντων και υγειονομικών ειδών τα οποία δεν περιλαμβάνονται στον κατάλογο φαρμακευτικών προϊόντων ή/και στον κατάλογο ιατροτεχνολογικών προϊόντων και υγειονομικών ειδών· και (β) φαρμακευτικών προϊόντων και ιατροτεχνολογικών προϊόντων και υγειονομικών ειδών, τα οποία περιλαμβάνονται στον κατάλογο φαρμακευτικών προϊόντων και στον κατάλογο ιατροτεχνολογικών προϊόντων και υγειονομικών ειδών, νοουμένου ότι ο δικαιούχος δεν πληροί τους όρους του εγκεκριμένου πρωτοκόλλου που έχει υιοθετήσει ο Οργανισμός: Νοείται περαιτέρω ότι, για σκοπούς εφαρμογής της πιο πάνω επιφύλαξης, ο Οργανισμός δύναται να διορίζει εμπειρογνώμονες ή/και να συστήνει επιτροπές για να βοηθούν και να συμβουλεύουν τον Γενικό Διευθυντή ή/και το Συμβούλιο στην άσκηση των αρμοδιοτήτων τους για την εξέταση των αιτημάτων σε ονομαστική βάση ή/και των ενστάσεων, η σύνθεση, τα καθήκοντα, ο τρόπος λειτουργίας και οι διαδικασίες των οποίων καθορίζονται με εσωτερικούς κανονισμούς. (ε) φροντίδα υγείας από νοσηλευτές και μαίες∙ (στ) ανακουφιστική φροντίδα υγείας∙ (ζ) φροντίδα υγείας από άλλους επαγγελματίες υγείας∙ (η) ενδονοσοκομειακή φροντίδα υγείας∙ (θ) προληπτική οδοντιατρική φροντίδα υγείας∙ (ι) ιατρική αποκατάσταση, περιλαμβανομένης της προμήθειας, της συντήρησης και της ανανέωσης ορθοπεδικών και ορθωτικών ειδών  και τεχνητών μελών∙ (ια) κατ’ οίκον επισκέψεις∙ (ιβ) μεταφορά δικαιούχου με ασθενοφόρο∙ (ιγ) φροντίδα υγείας, όπως καθορίζεται με Κανονισμούς, σε περιπτώσεις ατυχημάτων και επειγόντων περιστατικών. (3) Η παρεχόμενη φροντίδα υγείας δεν περιλαμβάνει χρόνια ψυχιατρική ιδρυματική ή υποχρεωτική φροντίδα η οποία παρέχεται δυνάμει των διατάξεων του περί Ψυχιατρικής Νοσηλείας Νόμου. (4)(α) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, το Συμβούλιο δύναται, μετά από γνωμάτευση του Ιατροσυμβουλίου εμπειρογνωμόνων ή/και εξειδικευμένων επιτροπών, οι οποίες συστήνονται δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 14 ή/και της Συμβουλευτικής Επιτροπής Αποζημίωσης Φαρμάκων,, να απορρίπτει, με αιτιολογημένη απόφασή του, την παροχή υπηρεσιών φροντίδας υγείας περιορισμένης ή αμφιβόλου αποτελεσματικότητας ή υπηρεσιών φροντίδας υγείας των οποίων η δαπάνη είναι πολύ ψηλή με πιθανότητα να θέτει σε κίνδυνο τη βιωσιμότητα του Συστήματος. (β) (i) Εναντίον της απόφασης του Συμβουλίου για απόρριψη της παροχής υπηρεσιών φροντίδας υγείας από το Σύστημα, δυνάμει της παραγράφου (α), επιτρέπεται η υποβολή ένστασης από το ενδιαφερόμενο μέρος με γραπτή αίτηση στο Συμβούλιο σε τριάντα (30) ημέρες από την κοινοποίηση σε αυτό της απόφασης. (ii) Το Συμβούλιο πριν την εξέταση της ένστασης παραπέμπει την υπόθεση για γνωμοδότηση στο Δευτεροβάθμιο Ιατροσυμβούλιο ή στο Αναθεωρητικό Συμβούλιο Φαρμάκων, ανάλογα με την περίπτωση. (γ) Εσωτερικοί κανονισμοί καθορίζουν τις διαδικασίες και οποιοδήποτε συναφές με την εφαρμογή του παρόντος εδαφίου θέμα που χρήζει καθορισμού. (5) Οι δυνάμει του παρόντος άρθρου υπηρεσίες φροντίδας υγείας παρέχονται μόνο από συμβεβλημένους με τον Οργανισμό παροχείς υπηρεσιών φροντίδας υγείας της επιλογής των δικαιούχων, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου. (5Α) Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (6), η έκδοση συνταγής …

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.