📄 Κείμενο νόμου
Ο περί Προστασίας και Διαχείρισης της Φύσης και της Άγριας Ζωής Νόμος του 2003 - 153(I)/2003
ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ
CyLaw
|
Αναφορικά μ'εμάς
|
Επικοινωνία
Κατάλογος Ενοποιημένης Νομοθεσίας
Ο περί Προστασίας και Διαχείρισης της Φύσης και της Άγριας Ζωής Νόμος του 2003 (153(I)/2003)
Περιεχόμενα
Πλήρες Κείμενο
Εκτύπωση
Ιστορικό Τροποποιήσεων
153(I)/2003
131(I)/2006
113(I)/2012
67(I)/2015
Προοίμιο
Για σκοπούς μερικής εναρμόνισης με την πράξη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας με τίτλο «Οδηγία 92/43/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 21ης Μαΐου 1992 για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων, καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας» (ΕΕ L 206 της 22.7.1992, σ.7), όπως τροποποιήθηκε από την «Οδηγία 97/62/ΕΚ του Συμβουλίου της 27ης Οκτωβρίου 1997 για την τεχνική και επιστημονική αναπροσαρμογή της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων, καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας» (ΕΕ L 305 της 8.11.1997, σ.42), και για σκοπούς εναρμόνισης με την πράξη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας με τίτλο «Οδηγία 83/129/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 28ης Μαρτίου 1983 σχετικά με την εισαγωγή στα κράτη μέλη δερμάτων ορισμένων νεογνών φώκιας και προϊόντων που προέρχονται από αυτά» (ΕΕ L 91 της 9.4.1983, σ. 30), όπως τροποποιήθηκε μέχρι και την «Οδηγία 89/370 /ΕΟΚ του Συμβουλίου της 8ης Ιουνίου 1989 για την τροποποίηση της Οδηγίας 83/129/ΕΟΚ σχετικά με την εισαγωγή στα κράτη μέλη δερμάτων ορισμένων νεογνών φώκιας και προϊόντων που προέρχονται από αυτά» (ΕΕ L 163 της 14.6.1989, σ. 37),
Για σκοπούς ορθότερης εναρμόνισης με το Άρθρο 6, παράγραφος 3 της πράξης της Ευρωπαϊκής Κοινότητας με τίτλο-
«Οδηγία 92/43/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 21ης Μαΐου 1992 για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας», όπως αυτή τροποποιήθηκε τελευταία από την Οδηγία 2013/17/ΕΕ,
Η Βουλή των Αντιπροσώπων ψηφίζει ως ακολούθως:
ΜΕΡΟΣ Ι ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Συνοπτικός τίτλος
1. Ο παρών Νόμος θα αναφέρεται ως ο περί Προστασίας και Διαχείρισης της Φύσης και της Άγριας Ζωής Νόμος του 2003.
153(I)/2003
Ερμηνεία
2. Στον παρόντα Νόμο, εκτός αν από το κείμενο προκύπτει διαφορετική έννοια:
«άγρια πανίδα» σημαίνει κάθε ζώο το οποίο ζει εκ φύσεως σε άγρια κατάσταση, αλλά δεν περιλαμβάνει τα άγρια πτηνά, τα θηράματα και το αγρινό·
«αγρινό» σημαίνει το είδος Ovis orientalis ophion·
«άγριο πτηνό» έχει την έννοια που αποδίδει στον όρο αυτό το άρθρο 2 του περί Προστασίας και Διαχείρισης Άγριων Πτηνών και Θηραμάτων Νόμου του 2003·
«ακίνητη ιδιοκτησία» έχει την έννοια που αποδίδει στον όρο αυτό το άρθρο 2 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου·
«αρχή τοπικής αυτοδιοίκησης» σημαίνει δήμο ή κοινοτικό συμβούλιο·
«αστυνομικός» έχει την έννοια που αποδίδει στον όρο αυτό το άρθρο 2 του περί Αστυνομίας Νόμου·
«δείγμα» σημαίνει οποιοδήποτε ζώο ή φυτό, ζωντανό ή νεκρό, των ειδών κοινοτικού ενδιαφέροντος που απαριθμούνται στα Παραρτήματα ΙΙ, III και IV, οποιοδήποτε μέρος ή προϊόν που προέρχεται από αυτά, καθώς και κάθε άλλο εμπόρευμα που αποδεικνύεται ότι είναι μέρος ή προϊόν ζώων ή φυτών αυτών των ειδών, βάσει συνοδευτικού εγγράφου, συσκευασίας ή σήματος ή σήμανσης ή άλλου στοιχείου·
«δημόσιο έργο» σημαίνει έργο που εκτελείται από κρατική υπηρεσία, αρχή τοπικής αυτοδιοίκησης ή νομικό πρόσωπο δημόσιου δικαίου·
«διατήρηση» σημαίνει το σύνολο των μέτρων που απαιτούνται για να διατηρηθούν ή αποκατασταθούν οι φυσικοί οικότοποι και οι πληθυσμοί ειδών άγριας χλωρίδας και πανίδας σε ικανοποιητική κατάσταση, όπως αυτή περιγράφεται στα εδάφια (3) και (4) του άρθρου 13·
«διευθυντής» σημαίνει το διευθυντή της Υπηρεσίας Περιβάλλοντος του Υπουργείου Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος ή εκπρόσωπό του·
«είδη κοινοτικού ενδιαφέροντος» σημαίνει τα είδη τα οποία αναγράφονται στα Παραρτήματα ΙΙ, III ή IV·
«είδη προτεραιότητας» σημαίνει τα είδη κοινοτικού ενδιαφέροντος τα οποία σημειώνονται με αστερίσκο (*) στο Παράρτημα ΙΙ·
«ειδική ζώνη διατήρησης» σημαίνει τον τόπο κοινοτικής σημασίας ο οποίος ορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 13·
«είδος» σημαίνει το σύνολο των οργανισμών που αναπαράγονται ή μπορούν να αναπαραχθούν μεταξύ τους, παράγοντας γόνιμους απογόνους, και είναι απομονωμένοι αναπαραγωγικά από άλλα σύνολα οργανισμών·
«Επιστημονική Επιτροπή» σημαίνει την επιτροπή η οποία ιδρύεται με βάση το άρθρο 4·
«Επιτροπή» σημαίνει την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων·
«έργο» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τον περί της Εκτίμησης των Επιπτώσεων στο Περιβάλλον από Ορισμένα Έργα Νόμο του 2001·
«Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1007/2009» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1007/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Σεπτεμβρίου 2009 περί εμπορίου προϊόντων φώκιας·
«κατάσταση διατήρησης ενός είδους» σημαίνει το αποτέλεσμα του συνόλου των παραγόντων που, επιδρώντας στο οικείο είδος, είναι δυνατόν να αλλοιώσουν μακροπρόθεσμα την κατανομή και το μέγεθος των πληθυσμών του στο έδαφος της Δημοκρατίας·
«κατάσταση της διατήρησης ενός φυσικού οικότοπου» σημαίνει το αποτέλεσμα του συνόλου των παραγόντων που επιδρούν σε ένα φυσικό οικότοπο, καθώς και στα χαρακτηριστικά είδη που βρίσκονται σε αυτόν, και οι οποίοι παράγοντες μπορούν να αλλοιώσουν μακροπρόθεσμα τη φυσική κατανομή, τη δομή του και τις λειτουργίες του οικότοπου, καθώς και τη μακροπρόθεσμη επιβίωση των χαρακτηριστικών ειδών του στο έδαφος της Δημοκρατίας·
«κρατική υπηρεσία» σημαίνει υπουργείο ή υπηρεσία που υπάγεται σε υπουργείο ή σε ανεξάρτητο αξιωματούχο της Δημοκρατίας και περιλαμβάνει τμήμα ή κλάδο υπουργείου·
«κράτος μέλος» σημαίνει κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης·
«μέλος της Υπηρεσίας του Ταμείου Θήρας» έχει την έννοια που αποδίδει στον όρο αυτό το άρθρο 2 του περί Προστασίας και Διαχείρισης Άγριων Πτηνών και Θηραμάτων Νόμου του 2003·
«οικότοπος ενός είδους» σημαίνει το περιβάλλον που ορίζεται από βιολογικούς και μη βιολογικούς χαρακτηριστικούς παράγοντες στο οποίο ζει το οικείο είδος, σε ένα από τα στάδια του βιολογικού του κύκλου·
«περιβαλλοντική αρχή» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τον περί της Εκτίμησης των Επιπτώσεων στο Περιβάλλον από Ορισμένα Έργα Νόμο του 2001·
«περιβαλλοντική εκτίμηση» σημαίνει την εκπόνηση περιβαλλοντικής μελέτης, τη διεξαγωγή διαβουλεύσεων, τη συνεκτίμηση της περιβαλλοντικής μελέτης και των αποτελεσμάτων των διαβουλεύσεων κατά τη λήψη αποφάσεων, καθώς και την παροχή πληροφοριών σχετικά με την απόφαση·
«πολεοδομική αρχή» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τον περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας Νόμο του 1972 μέχρι 2002·
«Συμβούλιο» σημαίνει το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης·
«σχέδιο» σημαίνει κάθε σχέδιο ή πρόγραμμα, περιλαμβανομένων εκείνων που συγχρηματοδοτούνται από την Ευρωπαϊκή Κοινότητα, καθώς και τις τροποποιήσεις τους, τα οποία:
(α)εκπονούνται ή /και εγκρίνονται από οποιαδήποτε αρμόδια αρχή σε εθνικό, περιφερειακό ή τοπικό επίπεδο ή που εκπονούνται από οποιαδήποτε αρμόδια αρχή, προκειμένου να εγκριθούν μέσω νομοθετικής διαδικασίας,
(β)απαιτούνται βάσει νομοθετικών, κανονιστικών ή διοικητικών διατάξεων·
«τόπος» σημαίνει κάθε γεωγραφικά καθορισμένη περιοχή, όπως αυτή καθορίζεται στο αρχείο που τηρείται με βάση το άρθρο 9·
«τόπος κοινοτικής σημασίας» σημαίνει τον τόπο ο οποίος εγκρίθηκε ως τέτοιος από την Επιτροπή ή το Συμβούλιο και είναι καταχωρισμένος στο αρχείο που τηρείται με βάση το άρθρο 9·
«τύποι φυσικών οικοτόπων προτεραιότητας» σημαίνει τους τύπους φυσικών οικοτόπων κοινοτικού ενδιαφέροντος που σημειώνονται με αστερίσκο (*) στο Παράρτημα Ι·
«Υπουργός» σημαίνει τον Υπουργό Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος·
«Φύση 2000» σημαίνει το συνεκτικό ευρωπαϊκό οικολογικό δίκτυο ειδικών ζωνών (Natura 2000), το οποίο περιλαμβάνει τις ειδικές ζώνες διατήρησης και τις ζώνες ειδικής προστασίας που ορίζονται με βάση το άρθρο 7 του περί Προστασίας και Διαχείρισης Άγριων Πτηνών και Θηραμάτων Νόμου του 2003·
«φυσικοί οικότοποι» σημαίνει τις χερσαίες ή θαλάσσιες περιοχές ή υγροτόπους που διακρίνονται χάρη στα βιολογικά και μη βιολογικά γεωγραφικά τους χαρακτηριστικά, είτε είναι εξ ολοκλήρου φυσικές είτε είναι ημιφυσικές·
«φυσικοί οικότοποι κοινοτικού ενδιαφέροντος» σημαίνει τους οικότοπους οι οποίοι αναγράφονται στο Παράρτημα Ι.
153(I)/2003
113(I)/2012
Σκοπός
3.-(1) Ο σκοπός του παρόντος Νόμου είναι:
(α)η προστασία της βιολογικής ποικιλομορφίας, μέσω της διατήρησης των φυσικών οικοτόπων και της άγριας πανίδας και χλωρίδας στη Δημοκρατία·
(β)η διασφάλιση της διατήρησης ή αποκατάσταση σε ικανοποιητική κατάσταση διατήρησης των φυσικών οικοτόπων κοινοτικού ενδιαφέροντος και των ειδών κοινοτικού ενδιαφέροντος·
(γ)η απαγόρευση εισαγωγής, με σκοπό την εμπορία, στη Δημοκρατία δερμάτων ορισμένων νεογνών φώκιας και προϊόντων που προέρχονται από αυτά.
(2) Ο Υπουργός, κατά τη λήψη οποιουδήποτε μέτρου, δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, λαμβάνει υπόψη οικονομικές, κοινωνικές και πολιτιστικές απαιτήσεις, καθώς και τις περιφερειακές και τοπικές ιδιομορφίες με κύριο στόχο τη διατήρηση της βιοποικιλότητας.
153(I)/2003
Επιστημονική Επιτροπή
4. Για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου ιδρύεται Επιστημονική Επιτροπή, η οποία αποτελείται από τα ακόλουθα δώδεκα μέλη, ως ακολούθως:
(α)το Διευθυντή ή εκπρόσωπό του, ο οποίος ενεργεί ως πρόεδρος της Επιστημονικής Επιτροπής,
(β)τον Προϊστάμενο του Ταμείου Θήρας ή εκπρόσωπό του,
(γ)το Διευθυντή του Τμήματος Αλιείας και Θαλάσσιων Ερευνών ή εκπρόσωπό του,
(δ)το Διευθυντή του Τμήματος Δασών ή εκπρόσωπό του,
(ε)το Διευθυντή του Ινστιτούτου Γεωργικών Ερευνών ή εκπρόσωπό του,
(στ)το Διευθυντή του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως ή εκπρόσωπό του,
(ζ)ένα μέλος με εξειδικευμένες γνώσεις στα θέματα που ρυθμίζει ο παρών Νόμος που υποδεικνύεται από την Ένωση Δήμων Κύπρου,
(η)ένα μέλος με εξειδικευμένες γνώσεις στα θέματα που ρυθμίζει ο παρών Νόμος που υποδεικνύεται από την Ένωση Κοινοτήτων Κύπρου,
(θ)ένα μέλος με εξειδικευμένες γνώσεις στα θέματα που ρυθμίζει ο παρών Νόμος που υποδεικνύεται από την Ομοσπονδία Περιβαλλοντικών και Οικολογικών Οργανώσεων Κύπρου,
(ι)ένα μέλος με εξειδικευμένες γνώσεις στα θέματα που ρυθμίζει ο παρών Νόμος που υποδεικνύεται από την Κυπριακή Ομοσπονδία Κυνηγίου και Διατήρησης Άγριας Ζωής,
(ια)δύο μέλη με εξειδικευμένες γνώσεις στα θέματα που ρυθμίζει ο παρών Νόμος που υποδεικνύονται από τον Υπουργό.
153(I)/2003
Λειτουργία της Επιστημονικής Επιτροπής
5.-(1) Ο πρόεδρος της Επιστημονικής Επιτροπής διευθύνει τις εργασίες της, καταρτίζει την ημερήσια διάταξη κάθε συνεδρίασης και μεριμνά, ώστε αυτή, μαζί με γραπτή πρόσκληση, να κοινοποιείται σε κάθε μέλος τουλάχιστον επτά μέρες πριν από τη συνεδρίαση.
(2) Η Επιστημονική Επιτροπή βρίσκεται σε απαρτία, όταν παρευρίσκονται στη συνεδρίαση ο πρόεδρος ή εκπρόσωπός του και έξι τουλάχιστον μέλη.
(3) Οι αποφάσεις λαμβάνονται με απλή πλειοψηφία και σε περόπτωση ισοψηφίας, ο πρόεδρος έχει τη νικώσα ψήφο.
(4) Οποιοδήποτε θέμα αφορά την εσωτερική λειτουργία της Επιστημονικής Επιτροπής μπορεί να ρυθμιστεί με σχετική απόφασή της.
153(I)/2003
Γραμματέας Επιστημονικής Επιτροπής
6. Ο πρόεδρος της Επιστημονικής Επιτροπής ορίζει λειτουργό της Υπηρεσίας Περιβάλλοντος του Υπουργείου Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος ως γραμματέα της Επιστημονικής Επιτροπής, ο οποίος παρευρίσκεται σε όλες τις συνεδριάσεις και τηρεί συνοπτικά πρακτικά της διαδικασίας.
153(I)/2003
Αρμοδιότητες Επιστημονικής Επιτροπής
7.-(1) Η Επιστημονική Επιτροπή έχει καθήκον και αρμοδιότητα να συμβουλεύει τον Υπουργό και τον Υπουργό Εσωτερικών, αυτεπάγγελτα ή ύστερα από αναφορά του Υπουργού ή του Υπουργού Εσωτερικών προς αυτή, και να γνωμοδοτεί στον Υπουργό και τον Υπουργό Εσωτερικών για κάθε θέμα που αφορά τον παρόντα Νόμο, καθώς και για τα θέματα για τα οποία γίνεται σχετική αναφορά στην Επιστημονική Επιτροπή στον περί Προστασίας και Διαχείρισης Άγριων Πτηνών και Θηραμάτων Νόμο του 2003 και γενικά αναφορικά με τα ακόλουθα θέματα:
(α)την ενθάρρυνση των αναγκαίων ερευνών και εργασιών για την προστασία, διαχείριση και εκμετάλλευση των πληθυσμών των ειδών άγριας πανίδας και των άγριων πτηνών·
(β)τον προσδιορισμό της επίδρασης των τρόπων απολήψεως στους πληθυσμούς άγριας πανίδας και των άγριων πτηνών·
(γ)την τελειοποίηση και ανάπτυξη οικολογικών μεθόδων για την πρόληψη των ζημιών που προκαλούνται από την άγρια πανίδα και τα άγρια πτηνά·
(δ)τον προσδιορισμό του ρόλου ορισμένων ειδών άγριας πανίδας και άγριων πτηνών ως δεικτών ρύπανσης·
(ε)τη μελέτη των επιβλαβών αποτελεσμάτων της χημικής ρύπανσης πάνω στο επίπεδο των πληθυσμών των ειδών άγριας πανίδας και των άγριων πτηνών·
(στ)την προώθηση της αναγκαίας έρευνας και επιστημονικών δραστηριοτήτων για την επίτευξη των σκοπών του παρόντος Νόμου και της υποχρέωσης εποπτείας που προβλέπεται στο άρθρο 19·
(ζ)την ανταλλαγή πληροφοριών για τον αποτελεσματικό συντονισμό της έρευνας για τους φυσικούς οικότοπους και την άγρια πανίδα που πραγματοποιείται σε επίπεδο κρατών μελών·
(η)τις επιστημονικές δραστηριότητες που απαιτούνται για την εφαρμογή των άρθρων 11, 12, 13 και 18·
(θ)την παροχή κινήτρων για τη διασυνοριακή συνεργασία με κράτη μέλη σε θέματα έρευνας·
(ι)την προώθηση της εκπαίδευσης και τη γενική ενημέρωση σχετικά με την ανάγκη προστασίας των ειδών της άγριας πανίδας και χλωρίδας και διατήρησης των οικοτόπων τους και των φυσικών οικοτόπων.
(ια)τις περιοχές που καθορίζονται ως προστατευόμενα τοπία και ως ακτές και περιοχές προστασίας της φύσης σε σχέδια ανάπτυξης που εκπονούνται με βαση τον περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας Νόμο.
(2) Η Επιστημονική Επιτροπή ασκεί και οποιαδήποτε άλλα καθήκοντα της ανατίθενται διά νόμου.
153(I)/2003
Εξουσίες και υποχρεώσεις της Επιστημονικής Επιτροπής
8.-(1) Η Επιστημονική Επιτροπή δύναται, μέσω του προέδρου της, να καλέσει σε συνεδρία, για να τη συμβουλεύσει, οποιοδήποτε λειτουργό κρατικής υπηρεσίας, αρχής τοπικής αυτοδιοίκησης ή νομικού προσώπου δημόσιου δικαίου, καθώς και οποιοδήποτε πρόσωπο του οποίου οι απόψεις ή εξειδικευμένες γνώσεις σε συγκεκριμένο θέμα δυνατό να κριθούν χρήσιμες ή αναγκαίες για το έργο της.
(2) Η Επιστημονική Επιτροπή δύναται:
(α)να ορίζει ειδικές τεχνικές επιτροπές για τη μελέτη εξειδικευμένων θεμάτων που εγείρονται κατά την εξέταση θέματος που αναφέρεται στο εδάφιο (1) του άρθρου 7 ή οποιουδήποτε άλλου θέματος, αναφορικά με το οποίο ο Υπουργός ασκεί αρμοδιότητα, με βάση τον παρόντα Νόμο, ή ο Υπουργός Εσωτερικών ασκεί αρμοδιότητα, με βάση τον περί Προστασίας και Διαχείρισης Άγριων Πτηνών και Θηραμάτων Νόμο του 2003, και για το οποίο γίνεται αναφορά στην Επιστημονική Επιτροπή ή οποιουδήποτε θέματος της ανατίθεται, και
(β)να καθορίζει τους όρους εντολής τους και να λαμβάνει υπόψη τα πορίσματα των μελετών που διενεργούν.
(3) Οι ειδικές τεχνικές επιτροπές προεδρεύονται από το φορέα που είναι κατά νόμο υπεύθυνος για το εξειδικευμένο θέμα το οποίο έχουν οριστεί να μελετήσουν ή, ελλείψει αυτού, από πρόσωπο που ορίζεται από την Επιστημονική Επιτροπή.
(4) Η Επιστημονική Επιτροπή εξετάζει και λαμβάνει υπόψη τις απόψεις των αρχών τοπικής αυτοδιοίκησης των οποίων περιοχές δυνατόν να επηρεάζονται από οποιοδήποτε θέμα εξετάζεται από την Επιστημονική Επιτροπή, με κύριο στόχο τη διατήρηση της βιοποικιλότητας.
153(I)/2003
Αρχείο
9.-(1) Ο Διευθυντής τηρεί αρχείο σε μορφή που καθορίζει, περιλαμβανομένης και της ηλεκτρονικής, στο οποίο καταχωρούνται:
(α)οι ειδικές ζώνες διατήρησης στη Δημοκρατία, μόλις κηρυχθούν από τον Υπουργό, με βάση το εδάφιο (1) του άρθρου 13,
(β)οι τόποι κοινοτικής σημασίας, στη Δημοκρατία, μόλις υιοθετηθούν ως τέτοιοι από την Επιτροπή, μέχρι την κήρυξή τους σε ειδικές ζώνες διατήρησης,
(γ)κάθε τόπος στη Δημοκρατία ο οποίος περιλαμβάνει τύπους φυσικών οικοτόπων προτεραιότητας ή είδη προτεραιότητας, αναφορικά με τον οποίο άρχισαν διαβουλεύσεις, με βάση την παράγραφο 1 του άρθρου 5 της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ, καθ’ όλη τη διάρκεια των διαβουλεύσεων ή εν αναμονή της απόφασης του Συμβουλίου, με βάση την παράγραφο (3) του άρθρου 5 της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ,
(δ)κάθε ζώνη ειδικής προστασίας η οποία καθορίζεται με βάση το άρθρο 7 του περί Προστασίας και Διαχείρισης Άγριων Πτηνών και Θηραμάτων Νόμου του 2003,
(ε)κάθε τόπος στη Δημοκρατία ο οποίος συμπεριλαμβάνεται στον κατάλογο που καταρτίζεται από τον υπουργό και αποστέλλεται στην Επιτροπή, με βάση το άρθρο 13,
(στ)κάθε ειδική ζώνη διατήρησης η οποία αποχαρακτηρίζεται από την Επιτροπή, με βάση το άρθρο 9 της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ.
(2) Τα όρια των τόπων και ζωνών που αναφέρονται στο εδάφιο (1) καθορίζονται σε χάρτη της Δημοκρατίας.
(3) Ο Διευθυντής τηρεί το αρχείο ενήμερο, προβαίνοντας στις ανάλογες τροποποιήσεις ή διαγραφές οποιασδήποτε καταχώρισης στο αρχείο.
(4) Αντίγραφο του αρχείου είναι διαθέσιμο για δωρεάν θεώρηση από το κοινό κατά τις ώρες λειτουργίας της Υπηρεσίας Περιβάλλοντος.
(5) Ο Διευθυντής κοινοποιεί κάθε καταχώριση, τροποποίηση καταχώρησης ή διαγραφή καταχώρισης από το αρχείο:
(α)Σε κάθε ιδιοκτήτη, κάτοχο ή ένοικο ακίνητης ιδιοκτησίας εντός του τόπου,
(β)σε κάθε πολεοδομική αρχή εντός της δικαιοδοσίας της οποίας εμπίπτει ο τόπος ή μέρος του τόπου,
(γ)σε κάθε αρχή τοπικής αυτοδιοίκησης εντός της δικαιοδοσίας της οποίας εμπίπτει ο τόπος ή μέρος του τόπου,
(δ)σε κάθε άλλο πρόσωπο που ορίζει ο Υπουργός με γνωστοποίηση στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας.
153(I)/2003
Καθήκοντα διευθυντή
10. Ο Διευθυντής έχει τη γενική ευθύνη της διοικητικής διαχείρισης των αποφάσεων του Υπουργού και έχει αρμοδιότητα για -
(α)την κατάρτιση καταλόγου με τα είδη άγριας πανίδας που απειλούνται με αφανισμό ή κινδυνεύουν ιδιαίτερα, λαμβάνοντας υπόψη τη γεωγραφική ζώνη εξάπλωσής τους,
(β)το συντονισμό της απογραφής και της οικολογικής περιγραφής των ζωνών που έχουν ιδιαίτερη σημασία για τα αποδημητικά είδη άγριας πανίδας στη διάρκεια της μετανάστευσης, της διαχειμάσεως και της φωλεοποιήσεώς τους,
(γ)να εκπροσωπεί τη Δημοκρατία στα όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης που είναι αρμόδια για τις Οδηγίες με τις οποίες εναρμονίζεται ο παρών Νόμος και να συντονίζει τις επαφές των διάφορων υπηρεσιών με αυτά, και
(δ)γενικά να διεκπεραιώνει τα καθήκοντα που του ανατίθενται δυνάμει του παρόντος Νόμου.
153(I)/2003
ΜΕΡΟΣ ΙΙ ΔΙΑΤΗΡΗΣΗ ΤΩΝ ΦΥΣΙΚΩΝ ΟΙΚΟΤΟΠΩΝ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΓΡΙΑΣ ΠΑΝΙΔΑΣ ΚΑΙ ΧΛΩΡΙΔΑΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄ - ΔΙΑΤΗΡΗΣΗ ΤΩΝ ΦΥΣΙΚΩΝ ΟΙΚΟΤΟΠΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΟΙΚΟΤΟΠΩΝ ΤΩΝ ΕΙΔΩΝ
Επιλογή περιοχών που μπορούν να αποτελέσουν τόπους κοινοτικής σημασίας
11.-(1) Ο Υπουργός καταρτίζει, μετά από γραπτή γνωμοδότηση της Επιστημονικής Επιτροπής, η οποία συντάσσεται με βάση τα κριτήρια του άρθρου 12, κατάλογο περιοχών περιβαλλοντικής σημασίας με τον οποίο υποδεικνύει, αναφορικά με την κάθε περιοχή:
(α)τους τύπους φυσικών οικοτόπων κοινοτικού ενδιαφέροντος και του τύπους φυσικών οικοτόπων προτεραιότητας, από τους αναφερόμενους στο Παράρτημα Ι, που περιλαμβάνει η περιοχή,
(β)τα τοπικά είδη κοινοτικού ενδιαφέροντος και τα τοπικά είδη προτεραιότητας, από τα αναφερόμενα στο Παράρτημα ΙΙ, που απαντώνται στην ανωτέρω περιοχή, και
(γ)άλλους σημαντικούς οικότοπους και είδη.
(2) Για τα είδη που καταλαμβάνουν εκτεταμένες εκτάσεις, οι περιοχές που αναφέρονται στο εδάφιο (1) πρέπει να συμπίπτουν με τους τόπους που περιλαμβάνονται στην περιοχή της φυσικής κατανομής αυτών των ειδών, οι οποίοι παρουσιάζουν τα ουσιώδη φυσικά ή βιολογικά στοιχεία για τη ζωή ή την αναπαραγωγή τους.
(3) Για τα υδρόβια είδη που καταλαμβάνουν εκτεταμένες εκτάσεις, οι περιοχές που αναφέρονται στο εδάφιο (1) προτείνονται, μόνο αν είναι δυνατός ο σαφής προσδιορισμός μιας ζώνης που να παρουσιάζει τα ουσιώδη φυσικά ή βιολογικά στοιχεία για τη ζωή ή την αναπαραγωγή τους.
(4) Ο κατάλογος που συντάσσεται σύμφωνα με το εδάφιο (1) δημοσιεύεται στον τύπο που καθορίζει ο Υπουργός με γνωστοποίηση στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας και περιλαμβάνει αναφορικά με κάθε περιοχή:
(α)χάρτη της περιοχής,
(β)την ονομασία της,
(γ)τη θέση της,
(δ)την έκτασή της,
(ε)τα δεδομένα που προκύπτουν από την εφαρμογή των κριτηρίων του άρθρου 12.
(5) Μετά τη δημοσίευση της γνωστοποίησης που αναφέρεται στο εδάφιο (4) είναι δυνατόν να κατατεθούν στο Διευθυντή ενστάσεις μέσα σε περίοδο τριάντα ημερών από την ημερομηνία δημοσίευσης της γνωστοποίησης.
(6) Μετά την πάροδο της προθεσμίας που ορίζεται στο εδάφιο (5), οι τυχόν ενστάσεις που έχουν υποβληθεί εξετάζονται από την Επιστημονική Επιτροπή, η οποία και υποβάλλει τις σχετικές της παρατηρήσεις προς τον Υπουργό, ο οποίος, αφού τις λάβει υπόψη, καταρτίζει τον τελικό κατάλογο των περιοχών.
(7) (α) Ο Υπουργός υποβάλλει τον τελικό κατάλογο στο Υπουργικό Συμβούλιο για έγκριση.
(β) Ο τελικός κατάλογος δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, με γνωστοποίηση του Υπουργού, και διαβιβάζεται στην Επιτροπή από το Διευθυντή.
(8) Ακολουθώντας τις διαδικασίες που αναφέρονται στα εδάφια (4), (5), (6) και (7), ο Υπουργός, με γνωστοποίηση που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, δύναται να καταρτίσει κατάλογο και για άλλους τύπους οικοτόπων και ειδών τοπικού ενδιαφέροντος και προτεραιότητας.
153(I)/2003
Κριτήρια επιλογής περιοχών που μπορούν να υιοθετηθούν ως τόποι κοινοτικής σημασίας και να κηρυχθούν σε ειδικές ζώνες διατήρησης
12.-(1) Η Επιστημονική Επιτροπή προβαίνει, σύμφωνα με τις σχετικές επιστημονικές πληροφορίες και τα κριτήρια των εδαφίων (2) και (3), σε αξιολόγηση της σημασίας οποιασδήποτε περιοχής η οποία κρίνει ότι αποτελεί τύπο φυσικού οικότοπου κοινοτικού ενδιαφέροντος του Παραρτήματος Ι, κατά πόσο περιλαμβάνει είδος κοινοτικού ενδιαφέροντος του Παραρτήματος ΙΙ, συμπεριλαμβανομένων των τύπων φυσικών οικοτόπων προτεραιότητας και των ειδών προτεραιότητας.
(2) Τα κριτήρια αξιολόγησης της περιοχής για ένα δεδομένο τύπο φυσικού οικότοπου κοινοτικού ενδιαφέροντος του Παραρτήματος Ι είναι:
(α)(i) ο βαθμός αντιπροσωπευτικότητας του τύπου του φυσικού οικότοπου κοινοτικού ενδιαφέροντος στην περιοχή,
(ii) η έκταση της περιοχής που καλύπτεται από τον τύπο φυσικού οικότοπου κοινοτικού ενδιαφέροντος, σε σχέση με τη συνολική επιφάνεια η οποία καλύπτεται από αυτό τον τύπο φυσικού οικοτόπου κοινοτικού ενδιαφέροντος στο έδαφος της Δημοκρατίας,
(iii) ο βαθμός διατήρησης της δομής και των λειτουργιών του συγκεκριμένου τύπου φυσικού οικότοπου κοινοτικού ενδιαφέροντος και η δυνατότητα αποκατάστασής του, και
(iv) η συνολική αξιολόγηση της αξίας της περιοχής για τη διατήρηση του συγκεκριμένου τύπου φυσικού οικότοπου κοινοτικού ενδιαφέροντος· και
(β)κατά πόσο συντρέχει μια από τις παρακάτω προϋποθέσεις:
(i) Ο τύπος φυσικού οικότοπου κοινοτικού ενδιαφέροντος διατρέχει κίνδυνο να υποβαθμιστεί ή και να εξαφανισθεί από την περιοχή της φυσικής του κατανομής στη Δημοκρατία,
(ii) ο τύπος φυσικού οικότοπου κοινοτικού ενδιαφέροντος έχει περιορισμένη περιοχή φυσικής κατανομής στη Δημοκρατία, λόγω της μείωσής του ή λόγω του ότι η περιοχή του, εκ της φύσεώς της, είναι περιορισμένη, ή
(iii) ο τύπος φυσικού οικότοπου κοινοτικού ενδιαφέροντος αποτελεί σημαντικό δείγμα τυπικών χαρακτηριστικών της μεσογειακής βιογεωγραφικής περιοχής στη Δημοκρατία.
(3) Τα κριτήρια αξιολόγησης της περιοχής για ένα δεδομένο είδος κοινοτικού ενδιαφέροντος του Παραρτήματος ΙΙ είναι:
(α)(i) το μέγεθος και η πυκνότητα του πληθυσμού του είδους κοινοτικού ενδιαφέροντος που είναι παρόν στην περιοχή, σε σχέση με τους πληθυσμούς που είναι παρόντες στο έδαφος της Δημοκρατίας,
(ιι) ο βαθμός διατήρησης των στοιχείων του οικότοπου που είναι σημαντικά για το συγκεκριμένο είδος κοινοτικού ενδιαφέροντος και η δυνατότητα αποκατάστασης,
(iii) ο βαθμός απομόνωσης του πληθυσμού που είναι παρών στην περιοχή, σε σχέση με τον ευρύτερο χώρο φυσικής κατανομής του είδους κοινοτικού ενδιαφέροντος, και
(iv) η συνολική αξιολόγηση της αξίας της περιοχής για τη διατήρηση του συγκεκριμένου είδους κοινοτικού ενδιαφέροντος· και
(β)κατά πόσο συντρέχει μια από τις παρακάτω προϋποθέσεις:
(i) Το είδος κοινοτικού ενδιαφέροντος, εξαιρουμένων εκείνων η περιοχή φυσικής κατανομής των οποίων εκτείνεται οριακά μόνο στο έδαφος της Δημοκρατίας, διατρέχει κίνδυνο στη Δημοκρατία,
(ii) το είδος κοινοτικού ενδιαφέροντος είναι ευπρόσβλητο στη Δημοκρατία, δηλαδή αν ενδέχεται να περιληφθεί στην κατηγορία των ειδών κοινοτικού ενδιαφέροντος που διατρέχουν κίνδυνο, εφόσον εξακολουθήσουν να υπάρχουν οι παράγοντες που δημιουργούν αυτόν τον κίνδυνο,
(iii) το είδος κοινοτικού ενδιαφέροντος είναι σπάνιο στη Δημοκρατία, δηλαδή ο πληθυσμός του είναι ολιγάριθμος και μολονότι δε διατρέχει επί του παρόντος κίνδυνο ούτε είναι ευπρόσβλητο, υπάρχει κίνδυνος να καταστεί τέτοιο· αυτά τα είδη κοινοτικού ενδιαφέροντος βρίσκονται σε γεωγραφικές περιοχές μικρές ή αραιά διασκορπισμένες σε μία μεγαλύτερη έκταση, ή
(iv) το είδος κοινοτικού ενδιαφέροντος είναι ενδημικό στη Δημοκρατία και απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή, λόγω της ιδιομορφίας του οικότοπου του ή των ενδεχομένων επιπτώσεων που μπορεί να έχει η εκμετάλλευση ή η ρύθμιση του πληθυσμού του στην κατάσταση της διατήρησής του.
(4) Η Επιστημονική Επιτροπή ακολουθεί, τηρουμένων των αναλογιών, τα ίδια κριτήρια που αναφέρονται στα εδάφια (1), (2) και (3) και για τις περιπτώσεις εφαρμογής του εδαφίου (8) του άρθρου 11.
153(I)/2003
Υιοθέτηση καταλόγου και κήρυξη ειδικών ζωνών διατήρησης
13.-(1) Όταν μια περιοχή η οποία προτείνεται για τόπος κοινοτικής σημασίας υιοθετείται ως τόπος κοινοτικής σημασίας από την Επιτροπή, ο Υπουργός κηρύσσει την εν λόγω περιοχή, με γνωστοποίηση που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, ως ειδική ζώνη διατήρησης το συντομότερο δυνατό και το αργότερο μέσα σε τέσσερα χρόνια από την υιοθέτησή της ως τόπου κοινοτικής σημασίας.
(2) Ο Υπουργός, με βάση γραπτή γνωμοδότηση της Επιστημονικής Επιτροπής, η οποία συντάσσεται σύμφωνα με τα εδάφια (3) και (4), καθορίζει, με διάταγμα που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, όσον αφορά κάθε ειδική ζώνη διατήρησης, μέτρα προτεραιότητας σε συνάρτηση με:
(α)τη σημασία της ειδικής ζώνης διατήρησης για:
(i) τη διατήρηση ή την αποκατάσταση σε ικανοποιητική κατάσταση διατήρησης ενός τύπου φυσικού οικότοπου κοινοτικού ενδιαφέροντος του Παραρτήματος Ι ή ενός είδους κοινοτικού ενδιαφέροντος του Παραρτήματος ΙΙ, και
(ii) για τη συνεκτικότητα του «Φύση 2000»·
(β)τους κινδύνους υποβάθμισης ή καταστροφής που απειλούν την εν λόγω ειδική ζώνη διατήρησης· και
(γ) την υποχρέωση πρόληψης και αποφυγής της υποβάθμισης των φυσικών οικοτόπων και των οικοτόπων των ειδών, καθώς και των οχλήσεων που έχουν επιπτώσεις στα είδη για τα οποία οι ειδικές ζώνες διατήρησης έχουν ορισθεί, εφόσον οι οχλήσεις αυτές θα μπορούσαν να έχουν σημαντικές επιπτώσεις, όσον αφορά τους στόχους του παρόντος Νόμου.
(3) Η Επιστημονική Επιτροπή, κατά τη σύνταξη της γραπτής γνωμοδότησης που αναφέρεται στο εδάφιο (2), κρίνει την κατάσταση της διατήρησης ενός φυσικού οικότοπου ως ικανοποιητική, όταν:
(α)η περιοχή της φυσικής κατανομής του και οι εκτάσεις που καταλαμβάνει μένουν σταθερές ή αυξάνονται,
(β)η δομή και οι ειδικές λειτουργίες που απαιτούνται για τη μακροπρόθεσμη συντήρησή του υφίστανται και είναι δυνατό να συνεχίσουν να υφίστανται κατά το προβλεπτό μέλλον, και
(γ)η κατάσταση της διατήρησης των χαρακτηριστικών για τον εν λόγω οικότοπο ειδών, που δύναται να περιλαμβάνουν το αγρινό, κρίνεται ικανοποιητική, σύμφωνα με το εδάφιο (4).
(4) Η Επιστημονική Επιτροπή, κατά τη σύνταξη της γραπτής γνωμοδότησης που αναφέρεται στο εδάφιο (2), κρίνει την κατάσταση διατήρησης ενός είδους ως ικανοποιητική, όταν:
(α)τα δεδομένα που σχετίζονται με την εξέλιξη των πληθυσμών του οικείου είδους δείχνουν ότι το είδος αυτό εξακολουθεί και μπορεί να εξακολουθεί μακροπρόθεσμα να αποτελεί ένα ζωτικό στοιχείο των φυσικών οικοτόπων στους οποίους ανήκει,
(β)η περιοχή της φυσικής κατανομής του οικείου είδους δε φθίνει ούτε υπάρχει κίνδυνος να μειωθεί κατά το προβλεπτό μέλλον, και
(γ)υπάρχει ένας οικότοπος σε επαρκή έκταση, ώστε οι πληθυσμοί του να διατηρηθούν μακροπρόθεσμα.
(5) Σε περίπτωση που η Επιτροπή εγγράψει περιοχή στον κατάλογο των τόπων κοινοτικής σημασίας, ο οποίος καταρτίζεται και τηρείται από αυτήν, εφαρμόζονται για την εν λόγω περιοχή οι διατάξεις των άρθρων 15 και 16.
(6) Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται, κατ’ αναλογία, και στην περίπτωση των περιοχών που περιλαμβάνονται στον κατάλογο που καταρτίζεται σύμφωνα με το εδάφιο (8) του άρθρου 11.
153(I)/2003
131(I)/2006
Διαβουλεύσεις για περιοχές που δε συμπεριλαμβάνονται στον κατάλογο του άρθρου 11
14.-(1) Σε περίπτωση που η Επιτροπή αρχίσει διαβουλεύσεις με τη Δημοκρατία, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 5 της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ, αναφορικά με περιοχή η οποία δε συμπεριλαμβάνεται στον κατάλογο που καταρτίζεται και διαβιβάζεται στην Επιτροπή, με βάση το άρθρο 11, αλλά περιλαμβάνει τύπους φυσικών οικοτόπων προτεραιότητας ή είδη προτεραιότητας, και
(α)Η Δημοκρατία συμφωνεί με την Επιτροπή για υιοθέτηση της περιοχής ως τόπου κοινοτικής σημασίας, ή
(β)το Συμβούλιο, μετά από πρόταση της Επιτροπής, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 5 της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ, αποφασίζει την υιοθέτηση της περιοχής ως τόπου κοινοτικής σημασίας,
η περιοχή θεωρείται ως τόπος κοινοτικής σημασίας και κηρύσσεται από τον Υπουργό σε ειδική ζώνη διατήρησης από την ημερομηνία της συμφωνίας ή της απόφασης του Συμβουλίου.
(2) Κατά την περίοδο των διαβουλεύσεων ή εν αναμονή της απόφασης του Συμβουλίου, για την εν λόγω περιοχή εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 15 και 16.
153(I)/2003
Διάταγμα διαχείρισης και προστασίας της φύσης
15.-(1) Ο Υπουργός, μετά από γραπτή γνωμοδότηση της Επιστημονικής Επιτροπής και αφού λάβει υπόψη τις θέσεις των αρμόδιων αρχών που αναφέρονται στην παράγραφο (ε) του εδαφίου (2) καθώς και τις σχετικές πληροφορίες που υποβλήθηκαν με βάση το εδάφιο (3), εκδίδει διάταγμα διαχείρισης και προστασίας της φύσης, αναφορικά με ειδική ζώνη διατήρησης, το οποίο δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, με το οποίο:
(α)απαγορεύει συγκεκριμένη δραστηριότητα ή λειτουργία,
(β)διατάζει την ανάληψη συγκεκριμένης δραστηριότητας ή λειτουργίας,
(γ)καθορίζει συγκεκριμένα μέτρα διατήρησης,
(δ)καθορίζει συγκεκριμένα σχέδια διαχείρισης.
(2) Η Επιστημονική Επιτροπή, κατά τη σύνταξη της γνωμοδότησης που αναφέρεται στο εδάφιο (1):
(α)αναφέρει τις οικολογικές απαιτήσεις των τύπων φυσικών οικοτόπων κοινοτικού ενδιαφέροντος του Παραρτήματος Ι ή των τύπων που περιλαμβάνονται σε κατάλογο που καταρτίζεται με βάση το εδάφιο (8) του άρθρου 11, που απαντώνται στην ειδική ζώνη διατήρησης,
(β)αναφέρει τις οικολογικές απαιτήσεις των ειδών κοινοτικού ενδιαφέροντος του Παραρτήματος ΙΙ ή των ειδών που περιλαμβάνονται σε κατάλογο που καταρτίζεται με βάση το εδάφιο (8) του άρθρου 11, που απαντώνται στην ειδική ζώνη διατήρησης,
(γ)καθορίζει κάθε πράξη ή δραστηριότητα ή λειτουργία η οποία υποβαθμίζει τους φυσικούς οικότοπους και τους οικότοπους των ειδών, σε σχέση με τους στόχους διατήρησής τους, και η οποία πρέπει να αποφεύγεται,
(δ)προτείνει κατάλληλα μέτρα διατήρησης και σχέδια διαχείρισης για τους εν λόγω φυσικούς οικότοπους και τους οικοτόπους των ειδών,
(ε)καθορίζει σε ποιο βαθμό οι εισηγήσεις της στον Υπουργό αφορούν πράξεις, δραστηριότητες ή λειτουργίες που επιτρέπονται με βάση οποιαδήποτε νομοθεσία σύμφωνα με την οποία θα πρέπει να ληφθούν ανάλογες αποφάσεις από τις καθ’ ύλην αρμόδιες αρχές και ενσωματώνει στη γνωμοδότησή της τις θέσεις των αρχών αυτών.
(3)(α)Η Επιστημονική Επιτροπή πριν υποβάλει τη γνωμοδότησή της στον Υπουργό δημοσιεύει στον ημερήσιο τύπο γνωστοποίηση, σχετικά με τη γραπτή γνωμοδότηση, με την οποία καλείται κάθε ενδιαφερόμενος να υποβάλει στο Διευθυντή, εντός τριάντα ημερών, τυχόν απόψεις, παρατηρήσεις ή ενστάσεις.
(β)Μετά την πάροδο της προθεσμίας που αναφέρεται στην παράγραφο (α) η Επιστημονική Επιτροπή εξετάζει τυχόν ενστάσεις και δύναται να τροποποιήσει ανάλογα τη γνωμοδότησή της.
(γ)Η τελική γνωμοδότηση της Επιστημονικής Επιτροπής υποβάλλεται στον Υπουργό για τους σκοπούς του εδαφίου (1) αναφέροντας τις απόψεις, παρατηρήσεις και ενστάσεις που υποβλήθηκαν και τον τρόπο χειρισμού τους.
153(I)/2003
131(I)/2006
Εκτίμηση επιπτώσεων στο περιβάλλον
16.-(1) Κάθε σχέδιο ή έργο το οποίο δεν υπόκειται σε πολεοδομική άδεια και το οποίο δεν είναι άμεσα συνδεόμενο ή αναγκαίο για τη διαχείριση περιοχής που εμπίπτει σε ειδική ζώνη διατήρησης, αλλά δύναται να την επηρεάζει, καθεαυτό ή από κοινού με άλλο σχέδιο ή έργο, υπόκειται από την περιβαλλοντική αρχή σε περιβαλλοντική εκτίμηση, αν είναι σχέδιο, και περιβαλλοντική έγκριση, αν είναι έργο. Σκοπός της πιο πάνω διαδικασίας είναι η δέουσα εκτίμηση των επιπτώσεων του εν λόγω σχεδίου ή έργου στην περιοχή, λαμβάνοντας καθοριστικά υπόψη τους στόχους διατήρησης της περιοχής αυτής και της οικείας ειδικής ζώνης διατήρησης και την δημόσια γνώμη για το σχέδιο ή έργο:
Νοείται ότι οι στόχοι, τα χαρακτηριστικά της διαδικασίας, η ίδια η διαδικασία εξασφάλισης της δημόσιας γνώμης, καθώς και οποιαδήποτε θέματα σχετικά με την έκφραση της δημόσιας γνώμης μπορεί να καθοριστούν μέσω κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει του παρόντος Νόμου.
(2) Σχέδιο ή έργο που δεν υπόκειται σε πολεοδομική άδεια υιοθετείται ή εγκρίνεται από την περιβαλλοντική αρχή, μόνο εφόσον αυτή βεβαιωθεί ότι το εν λόγω σχέδιο ή έργο δεν παραβλάπτει την ακεραιότητα της περιοχής ή προκαλεί αλλοίωση του χαρακτήρα της:
Νοείται ότι το εν λόγω σχέδιο δύναται να υιοθετηθεί ή η περιβαλλοντική αρχή δύναται να εγκρίνει το εν λόγω έργο, παρά το ότι αυτό παραβλάπτει την ακεραιότητα της περιοχής, αν η έγκρισή του κριθεί αναγκαία για επιτακτικούς λόγους σημαντικού δημοσίου συμφέροντος, συμπεριλαμβανομένων λόγων κοινωνικής ή οικονομικής φύσης:
Νοείται περαιτέρω ότι το εν λόγω σχέδιο δύναται να υιοθετηθεί ή η περιβαλλοντική αρχή δύναται να εγκρίνει το εν λόγω έργο, παρά το ότι αυτό παραβλάπτει την ακεραιότητα περιοχής η οποία φιλοξενεί τύπο φυσικού οικότοπου προτεραιότητας ή είδος προτεραιότητας μόνο για λόγους σχετικούς με την υγεία των ανθρώπων, τη δημόσια ασφάλεια, για λόγους σχετικούς με θετικές συνέπειες πρωταρχικής σημασίας για το περιβάλλον ή για λόγους σχετικούς με άλλους επιτακτικούς λόγους οι οποίοι, σύμφωνα με γνωμοδότηση της Επιτροπής, συνιστούν λόγους σημαντικού δημόσιου συμφέροντος.
(3) Κάθε έργο που υπόκειται σε πολεοδομική άδεια, κάθε δημόσιο έργο και κάθε σχέδιο που καθορίζει το πλαίσιο έγκρισής τους, όταν το εν λόγω έργο, δημόσιο έργο ή σχέδιο δεν είναι άμεσα συνδεόμενο ή αναγκαίο για τη διαχείριση περιοχής η οποία εμπίπτει σε ειδική ζώνη διατήρησης, αλλά δύναται να την επηρεάζει, καθεαυτό ή από κοινού με άλλο έργο, δημόσιο έργο ή σχέδιο, υπόκειται σε δέουσα εκτίμηση των επιπτώσεων του στην περιοχή, λαμβάνοντας καθοριστικά υπόψη τους στόχους διατήρησης της περιοχής αυτής και της οικείας ειδικής ζώνης διατήρησης και τη δημόσια γνώμη για το σχέδιο ή έργο:
Νοείται ότι οι στόχοι, τα χαρακτηριστικά της διαδικασίας, η ίδια η διαδικασία εξασφάλισης της δημόσιας γνώμης, καθώς και οποιαδήποτε θέματα σχετικά με την έκφραση της δημόσιας γνώμης μπορεί να καθοριστούν μέσω κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει του παρόντος Νόμου.
(4) Με την επιφύλαξη των διατάξεων των εδαφίων (5) και (6), έργο που υπόκειται σε πολεοδομική άδεια, δημόσιο έργο, ή σχέδιο που καθορίζει το πλαίσιο έγκρισής τους εγκρίνεται ή υιοθετείται από την πολεοδομική αρχή ή την κρατική υπηρεσία, αρχή τοπικής αυτοδιοίκησης ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, ανάλογα με την περίπτωση, μόνο εφόσον η γνωμάτευση της περιβαλλοντικής αρχής βεβαιώνει ότι το εν λόγω έργο, δημόσιο έργο ή σχέδιο δεν παραβλάπτει την ακεραιότητα της περιοχής ή προκαλεί αλλοίωση του χαρακτήρα της.
(5) Σε περίπτωση που η γνωμάτευση της περιβαλλοντικής αρχής είναι αρνητική, αλλά, ελλείψει εναλλακτικών λύσεων, η πολεοδομική αρχή ή η κρατική υπηρεσία, αρχή τοπικής αυτοδιοίκησης ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, ανάλογα με την περίπτωση, κρίνει ότι η έγκριση έργου που υπόκειται σε πολεοδομική άδεια, δημόσιου έργου ή σχεδίου που καθορίζει το πλαίσιο έγκρισής τους είναι αναγκαία, για επιτακτικούς λόγους σημαντικού δημοσίου συμφέροντος, συμπεριλαμβανομένων λόγων κοινωνικής ή οικονομικής φύσης, δύναται, τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (6), να εγκρίνει το εν λόγω έργο ή δημόσιο έργο ή να υιοθετήσει το εν λόγω σχέδιο.
(6) Η πολεοδομική αρχή ή η κρατική υπηρεσία, αρχή τοπικής αυτοδιοίκησης ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, ανάλογα με την περίπτωση, δύναται να εγκρίνει έργο που υπόκειται σε πολεοδομική άδεια ή δημόσιο έργο ή να υιοθετήσει σχέδιο, όταν το εν λόγω έργο, δημόσιο έργο ή σχέδιο αφορά περιοχή η οποία φιλοξενεί τύπο φυσικού οικότοπου προτεραιότητας ή είδος προτεραιότητας, με βάση το εδάφιο (5), μόνο για λόγους σχετικούς με:
(α) την υγεία των ανθρώπων,
(β) τη δημόσια ασφάλεια,
(γ) θετικές συνέπειες πρωταρχικής σημασίας για το περιβάλλον, ή
(δ) άλλους επιτακτικούς λόγους σημαντικού δημοσίου συμφέροντος, οι οποίοι ορίζονται ως τέτοιοι σύμφωνα με γνωμοδότηση της Επιτροπής.
(7) Σε περίπτωση που:
(α) σχέδιο υιοθετείται,
(β) η περιβαλλοντική αρχή εγκρίνει έργο που δεν υπόκειται σε πολεοδομική άδεια, με βάση τις επιφυλάξεις του εδαφίου (2),
(γ) η πολεοδομική αρχή εγκρίνει έργο που υπόκειται σε πολεοδομική άδεια, με βάση τα εδάφια (5) και (6),
(δ) κρατική υπηρεσία, αρχή τοπικής αυτοδιοίκησης ή νομικό πρόσωπο δημόσιου δικαίου εγκρίνει δημόσιο έργο, με βάση τα εδάφια (5) και (6),
ο Υπουργός επιβάλλει, μετά από γραπτή γνωμοδότηση της Επιστημονικής Επιτροπής, με διάταγμα που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, συγκεκριμένους όρους ως αντισταθμιστικά μέτρα, αναφορικά με την υιοθέτηση του σχεδίου ή την εκτέλεση του έργου, οι οποίοι αποσκοπούν στην εξάλειψη ή μείωση των επιπτώσεων που η υιοθέτηση του σχεδίου ή ή εκτέλεση ή λειτουργία του έργου δυνατό να επιφέρει στην ειδική ζώνη διατήρησης στην οποία εμπίπτει η οικεία περιοχή.
(8) O Διευθυντής ενημερώνει την Επιτροπή για κάθε συγκεκριμένο όρο που επιβάλλεται ως αντισταθμιστικό μέτρο, με βάση το εδάφιο (7).
153(I)/2003
131(I)/2006
Συγχρηματοδότηση
17.-(1) Ο Υπουργός δύναται να αποφασίσει την αναβολή της προώθησης συγχρηματοδοτούμενων μέτρων που δεν περιλήφθηκαν στο πλαίσιο δράσης προτεραιότητας, που θεσπίζεται από την Επιτροπή, με βάση την παράγραφο 4 του άρθρου 8 της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ, καθώς και συγχρηματοδοτούμενων μέτρων που έχουν περιληφθεί στο εν λόγω πλαίσιο δράσης, αλλά δεν έχουν λάβει την αναγκαία συγχρηματοδότηση ή συγχρηματοδοτήθηκαν μόνο εν μέρει.
(2) Απαγορεύεται η λήψη οποιουδήποτε νέου μέτρου ενδέχεται να επιδεινώσει την κατάσταση των ειδικών ζωνών διατήρησης, στις οποίες τα εξαρτώμενα από συγχρηματοδότηση μέτρα αναβάλλονται από τον Υπουργό, με βάση το εδάφιο (1).
153(I)/2003
Προώθηση και διαχείριση στοιχείων του τοπίου
18.-(1) Κατά την άσκηση των εξουσιών και αρμοδιοτήτων του, ο Διευθυντής του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως, στο πλαίσιο της πολιτικής για χρήση και ανάπτυξη της γης, ενθαρρύνει τη διαχείριση εκείνων των στοιχείων του τοπίου τα οποία έχουν ιδιαίτερη σημασία για την άγρια πανίδα και χλωρίδα.
(2) Τα στοιχεία που αναφέρονται στο εδάφιο (1) είναι τα στοιχεία που, λόγω,
(α)του γραμμικού και συνεχούς χαρακτήρα τους, συμπεριλαμβανομένων των υδάτινων ρευμάτων και των οχθών τους και των παραδοσιακών συστημάτων προσδιορισμού των ορίων των αγρών, ή
(β)του συνδετικού ρόλου τους, συμπεριλαμβανομένων των ελών και των αλσών,
είναι απαραίτητα για τη μετανάστευση, τη γεωγραφική κατανομή και τη γενετική ανταλλαγή άγριων ειδών.
153(I)/2003
Εποπτεία
19. Κάθε φυσικός οικότοπος κοινοτικού ενδιαφέροντος και κάθε είδος κοινοτικού ενδιαφέροντος, περιλαμβανομένου του αγρινού, και ειδικότερα οι τύποι φυσικών οικοτόπων προτεραιότητας και τα είδη προτεραιότητας, καθώς και κάθε οικότοπος και κάθε είδος που περιλαμβάνεται σε κατάλογο που καταρτίζεται με βάση το εδάφιο (8) του άρθρου 11 υπόκεινται σε εποπτεία, σύμφωνα με την παράγραφο (α) του εδαφίου (1) του άρθρου 39.
153(I)/2003
Εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου και του Κεφαλαίου Γ΄ στην περίπτωση του αγρινού
20. Για τους σκοπούς του παρόντος Κεφαλαίου και του Κεφαλαίου Γ΄ του παρόντος Νόμου, οι όροι «είδος κοινοτικού ενδιαφέροντος του Παραρτήματος ΙΙ» και «είδος προτεραιότητας» περιλαμβάνουν το αγρινό.
153(I)/2003
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄- ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΕΙΔΩΝ ΚΟΙΝΟΤΙΚΟΥ ΚΑΙ ΤΟΠΙΚΟΥ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΟΣ
Είδη πανίδας κοινοτικού ενδιαφέροντος
21.-(1) Απαγορεύεται, στην περιοχή φυσικής κατανομής τους, κάθε μορφής εκ προθέσεως σύλληψη ή θανάτωση των ειδών πανίδας κοινοτικού ενδιαφέροντος τα οποία περιλαμβάνονται στο Μέρος Α΄ του Παραρτήματος ΙΙΙ.
(2) Απαγορεύεται, στην περιοχή φυσικής κατανομής τους, η εκ προθέσεως παρενόχληση των ειδών πανίδας κοινοτικού ενδιαφέροντος τα οποία περιλαμβάνονται στο Μέρος Α΄ του Παραρτήματος ΙΙΙ, κατά την περίοδο αναπαραγωγής, την περίοδο κατά την οποία τα νεογνά εξαρτώνται από τη μητέρα, την περίοδο της χειμερίας νάρκης και κατά τη μετανάστευση.
(3) Απαγορεύεται, στην περιοχή φυσικής κατανομής τους, η εκ προθέσεως καταστροφή ή συλλογή των αυγών των ειδών πανίδας κοινοτικού ενδιαφέροντος τα οποία περιλαμβάνονται στο Μέρος Α΄ του Παραρτήματος ΙΙΙ.
(4) Απαγορεύεται, στην περιοχή φυσικής κατανομής τους, η βλάβη ή καταστροφή ή και διατάραξη των τόπων αναπαραγωγής ή ανάπαυσης των ειδών πανίδας κοινοτικού ενδιαφέροντος τα οποία περιλαμβάνονται στο Μέρος Α΄ του Παραρτήματος ΙΙΙ.
(5) Απαγορεύεται η κατοχή, η μεταφορά, η πώληση ή η ανταλλαγή ή η προσφορά προς πώληση ή ανταλλαγή οποιουδήποτε δείγματος είδους πανίδας κοινοτικού ενδιαφέροντος το οποίο περιλαμβάνεται στο Μέρος Α΄ του Παραρτήματος ΙΙΙ ή δείγματος αυτού.
(6) Οι διατάξεις των εδαφίων (1), (2) και (5) εφαρμόζονται σε όλα τα στάδια της ζωής των ειδών πανίδας κοινοτικού ενδιαφέροντος τα οποία περιλαμβάνονται στο Μέρος Α΄ του Παραρτήματος ΙΙΙ.
(7) Οι διατάξεις των εδαφίων (1) έως (6) ισχύουν και για τα είδη τοπικού ενδιαφέροντος που περιλαμβάνονται σε κατάλογο που καταρτίζεται με βάση το εδάφιο (8) του άρθρου 11.
153(I)/2003
Σύστημα συνεχούς παρακολούθησης τυχαίων συλλήψεων ή θανατώσεων των ειδών πανίδας κοινοτικού ενδιαφέροντος
22.-(1) Το Υπουργικό Συμβούλιο δύναται, με βάση πρόταση του Υπουργού, η οποία υποβάλλεται μετά από γραπτή γνωμοδότηση της Επιστημονικής Επιτροπής, να θεσπίσει, με κανονισμούς, σύστημα συνεχούς παρακολούθησης των τυχαίων συλλήψεων ή θανατώσεων των ειδών πανίδας κοινοτικού ενδιαφέροντος, που απαριθμούνται στο Μέρος Α΄ του Παραρτήματος ΙΙΙ, καθώς και στο εδάφιο (8) του άρθρου 11.
(2) Με βάση τα αποτελέσματα του συστήματος συνεχούς παρακολούθησης, που αναφέρεται στο εδάφιο (1), το Υπουργικό Συμβούλιο δύναται, με βάση πρόταση του Υπουργού, η οποία υποβάλλεται μετά από γραπτή γνωμοδότηση της Επιστημονικής Επιτροπής, να καθορίσει, με κανονισμούς, τις αναγκαίες επιπρόσθετες έρευνες ή μέτρα διατήρησης, ούτως ώστε να διασφαλιστεί ότι οι εν λόγω τυχαίες συλλήψεις ή θανατώσεις δεν έχουν αρνητικές επιπτώσεις στα εν λόγω είδη κοινοτικού ενδιαφέροντος.
153(I)/2003
Είδη χλωρίδας κοινοτικού ενδιαφέροντος
23.-(1) Τηρουμένων των διατάξεων των περί Δασών Νόμων του 1967 έως 2003, απαγορεύεται, στην περιοχή φυσικής κατανομής τους, η εκ προθέσεως αποκομιδή, συλλογή, κοπή, εκρίζωση ή καταστροφή δειγμάτων των ειδών χλωρίδας κοινοτικού
ενδιαφέροντος τα οποία περιλαμβάνονται στο Μέρος Β΄ του Παραρτήματος ΙΙΙ.
(2) Απαγορεύεται, στην περιοχή φυσικής κατανομής τους, η κατοχή, η μεταφορά, η πώληση ή ανταλλαγή ή η προσφορά προς πώληση ή ανταλλαγή οποιουδήποτε είδους χλωρίδας κοινοτικού ενδιαφέροντος το οποίο περιλαμβάνεται στο Μέρος Β΄ του Παραρτήματος ΙΙΙ.
(3) Οι διατάξεις των εδαφίων (1) και (2) εφαρμόζονται σε όλα τα στάδια του βιολογικού κύκλου των ειδών χλωρίδας κοινοτικού ενδιαφέροντος τα οποία περιλαμβάνονται στο Μέρος Β΄ του Παραρτήματος ΙΙΙ.
153(I)/2003
Διατήρηση ειδών του Παραρτήματος IV
24.-(1) Ο Υπουργός, μετά από γραπτή γνωμοδότηση της Επιστημονικής Επιτροπής και εφόσον λάβει υπόψη τα αποτελέσματα της εποπτείας που προβλέπεται στο άρθρο 19, δύναται, με διάταγμα που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, να διατάξει τη λήψη οποιωνδήποτε ή όλων των μέτρων που αναφέρονται στο εδάφιο (2), ώστε η λήψη δειγμάτων των ειδών πανίδας και χλωρίδας κοινοτικού ενδιαφέροντος, τα οποία περιλαμβάνονται στο Παράρτημα IV, από το φυσικό περιβάλλον, καθώς και η εκμετάλλευσή τους να μην αντιβαίνουν προς τη διατήρηση των εν λόγω ειδών σε ικανοποιητική κατάσταση διατήρησης.
(2) Τα μέτρα που αναφέρονται στο εδάφιο (1) συνεπάγονται τη συνέχιση της εποπτείας που αναφέρεται στο άρθρο 19 και δύναται επιπλέον να περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων -
(α)κανόνες για την πρόσβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία,
(β)την προσωρινή ή τοπική απαγόρευση της λήψης δειγμάτων από το φυσικό περιβάλλον και της εκμετάλλευσης ορισμένων πληθυσμών,
(γ)την υπαγωγή σε κανόνες των περιόδων ή των τρόπων λήψης δειγμάτων,
(δ)την υπαγωγή της λήψης δειγμάτων σε κυνηγετικούς ή αλιευτικούς κανόνες που υιοθετούνται με βάση τον περί Προστασίας και Διαχείρισης Άγριων Πτηνών και Θηραμάτων Νόμο του 2003 και τον περί Αλιείας Νόμο, αντίστοιχα, ώστε να λαμβάνεται υπόψη η διατήρηση και προστασία των οικείων ειδών,
(ε)διατάξεις για την εκτροφή ζωικών ειδών υπό αιχμαλωσία που εκδίδονται με βάση την παράγραφο (ζ) του εδαφίου (2) του άρθρου 32 των περί Προστασίας και Ευημερίας των Ζώων Νόμων του 1994 μέχρι 2002, καθώς και την τεχνητή αναπαραγωγή φυτικών ειδών, υπό συνθήκες αυστηρά ελεγχόμενες, με σκοπό τη μείωση της λήψης δειγμάτων από το φυσικό περιβάλλον.
(3) Τα αποτελέσματα τυχόν μέτρων που λαμβάνονται με βάση το εδάφιο (1) ή με βάση κανονισμούς που δυνατό να εκδοθούν από το Υπουργικό Συμβούλιο, δυνάμει των παραγράφων (α) και (β) του εδαφίου (2) του άρθρου 42, αξιολογούνται από την Επιστημονική Επιτροπή, με βάση τα αποτελέσματα της εποπτείας που προβλέπεται στο άρθρο 19.
153(I)/2003
Απαγορευμένα μέσα σύλληψης ή θανάτωσης ειδών πανίδας κοινοτικού ενδιαφέροντος
25.-(1) Απαγορεύεται η σύλληψη ή η θανάτωση των ειδών πανίδας κοινοτικού ενδιαφέροντος τα οποία περιλαμβάνονται στο Μέρος A΄ του Παραρτήματος IV, με τη χρησιμοποίηση όλων των μη επιλεκτικών μέσων που είναι δυνατό να προκαλέσουν τοπικά την εξαφάνιση ή να διαταράξουν τον πληθυσμό ενός είδους κοινοτικού ενδιαφέροντος και ειδικότερα με τη χρησιμοποίηση των μέσων που απαριθμούνται στα εδάφια (3), (4) και (5).
(2) Σε περίπτωση που εφαρμόζονται παρεκκλίσεις, σύμφωνα με το άρθρο 26, για τη λήψη δειγμάτων, τη σύλληψη ή τη θανάτωση των ειδών πανίδας κοινοτικού ενδιαφέροντος, που απαριθμούνται στο Μέρος A΄ του Παραρτήματος III, απαγορεύεται η χρησιμοποίηση όλων των μη επιλεκτικών μέσων που είναι δυνατό να προκαλέσουν τοπικά την εξαφάνιση ή να διαταράξουν την ησυχία των πληθυσμών ενός είδους κοινοτικού ενδιαφέροντος και ειδικότερα με τη χρησιμοποίηση των μέσων που απαριθμούνται στα εδάφια (3), (4) και (5).
(3) Απαγορεύεται η χρήση των ακόλουθων μη επιλεκτικών μέσων σύλληψης και θανάτωσης θηλαστικών:
(α)τυφλά ή ακρωτηριασμένα ζώα που χρησιμοποιούνται ως δόλωμα·
(β)μαγνητόφωνα·
(γ)ηλεκτρικά ή ηλεκτρονικά συστήματα που μπορούν να θανατώνουν ή να προκαλούν σύγχυση·
(δ)τεχνητές φωτεινές πηγές·
(ε)καθρέπτες και άλλα μέσα που θαμπώνουν·
(στ)μέσα φωτισμού στόχων·
(ζ)συστήματα στοχάστρων για νυχτερινή σκόπευση που περιλαμβάνουν μεγεθυντή εικόνων ή μετατροπέα ηλεκτρονικών εικόνων·
(η)εκρηκτικά·
(θ)δίκτυα μη επιλεκτικά ως προς την αρχή που διέπει τη χρήση τους ή ως προς τις συνθήκες χρήσης τους·
(ι)βαλλίστρα·
(ια)δηλητήρια ή δολώματα με δηλητήριο ή με αναισθητικό·
(ιβ)διοχέτευση αερίων ή καπνών·
(ιγ)ημιαυτόματα ή αυτόματα όπλα των οποίων ο γεμιστήρας μπορεί να χωρέσει περισσότερα από δύο φυσίγγια.
(4) Απαγορεύεται η χρήση των ακόλουθων μη επιλεκτικών μέσων σύλληψης και θανάτωσης ιχθύων:
(α)δηλητήρια·
(β)εκρηκτικά·
(5) Απαγορεύεται κάθε μορφής σύλληψη και θανάτωση είδους πανίδας κοινοτικού ενδιαφέροντος του Μέρους Α΄ του Παραρτήματος ΙΙΙ και του Μέρους Α΄ του Παραρτήματος IV με τη χρησιμοποίηση αεροσκάφους ή οχήματος με κινητήρα το οποίο βρίσκεται σε κίνηση.
153(I)/2003
Επιφύλαξη
26.-(1) Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (2), ο Υπουργός δύναται, μετά από γραπτή γνωμοδότηση της Επιστημονικής Επιτροπής, να επιτρέψει, με δεόντως αιτιολογημένο διάταγμα που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, παρέκκλιση από τις διατάξεις των άρθρων 21, 22, 23, 24 και 25, μόνο για τους ακόλουθους λόγους:
(α)για την πρόληψη σοβαρής ζημιάς σε καλλιέργειες, στην κτηνοτροφία, σε δάση, σε πληθυσμούς ιχθύων και των υδάτων, σε κινητή ή ακίνητη ιδιοκτησία,
(β)για την προστασία της άγριας πανίδας και χλωρίδας και τη διατήρηση φυσικών οικοτόπων,
(γ)για λόγους δημόσιας υγείας και δημόσιας ασφάλειας ή για άλλους επιτακτικούς λόγους δημόσιου συμφέροντος, συμπεριλαμβανομένων τυχόν λόγων κοινωνικού ή οικονομικού χαρακτήρα και ευεργετικών συνεπειών πρωταρχικής σημασίας για το περιβάλλον,
(δ)για εκπαιδευτικούς και ερευνητικούς λόγους,
(ε)για λόγους αποκατάστασης πληθυσμών και επανεισαγωγής ειδών κοινοτικού ενδιαφέροντος και για επιχειρήσεις αναπαραγωγής που απαιτούνται για τους σκοπούς αυτούς, συμπεριλαμβανομένης της τεχνητής αναπαραγωγής των φυτών,
(στ)για να επιτρέψει, υπό όρους, την επιλεκτική και ποσοτικά περιορισμένη σύλληψη ή κράτηση προσδιορισμένου και περιορισμένου αριθμού μερικών δειγμάτων των ειδών κοινοτικού ενδιαφέροντος τα οποία αναφέρονται στο Παράρτημα ΙΙΙ.
(2) Ο Υπουργός δύναται να επιτρέψει παρέκκλιση από τις διατάξεις των άρθρων 21, 22, 23, 24 και 25, σύμφωνα με το εδάφιο (1), μόνο εφόσον ικανοποιηθεί ότι:
(α)δεν υπάρχει άλλη αποτελεσματική, εναλλακτική λύση, και
(β)τέτοια παρέκκλιση δεν παραβλάπτει τη διατήρηση σε ικανοποιητική κατάσταση διατήρησης των πληθυσμών των συγκεκριμένων ειδών κοινοτικού ενδιαφέροντος στην περιοχή της φυσικής τους κατανομής.
(3) Σε περίπτωση που ο Υπουργός επιτρέπει παρέκκλιση από τις διατάξεις των άρθρων 21, 22, 23, 24 και 25, με βάση το εδάφιο (1), καθορίζει στο διάταγμα που αναφέρεται στο εδάφιο (1):
(α)τα είδη κοινοτικού ενδιαφέροντος που αποτελούν το αντικείμενο παρέκκλισης,
(β)τα επιτρεπόμενα μέσα, συστήματα ή μεθόδους σύλληψης ή θανάτωσής τους,
(γ)τις χρονικές και τοπικές συνθήκες στις οποίες εφαρμόζεται η παρέκκλιση,
(δ)κάθε πρόσωπο το οποίο αφορά η παρέκκλιση,
(ε)τυχόν ελέγχους που πρέπει να πραγματοποιούνται από εντεταλμένο Επιθεωρητή.
(στ)Συγκεκριμένους χώρους όπου ισχύει παρέκκλιση.
(4) Ο Διευθυντής συντάσσει και αποστέλλει στην Επιτροπή, με κοινοποίηση στα μέλη της Επιστημονικής Επιτροπής, κάθε δύο χρόνια έκθεση για τις παρεκκλίσεις που παραχωρήθηκαν με βάση το εδάφιο (1) και αυτές που παραχωρήθηκαν με βάση το άρθρο 18 του περί Προστασίας και Διαχείρισης Άγριων Πτηνών και Θηραμάτων Νόμου του 2003.
(5) Η έκθεση που αναφέρεται στο εδάφιο (4) πρέπει να περιλαμβάνει πληροφορίες αναφορικά με:
(α)τα είδη κοινοτικού ενδιαφέροντος τα οποία αφορούν οι παρεκκλίσεις και τους λόγους της παρέκκλισης, περιλαμβανομένης της φύσης του κινδύνου και ενδεχομένως οποιεσδήποτε εναλλακτικές λύσεις που δεν έγιναν δεκτές και τα επιστημονικά δεδομένα που χρησιμοποιήθηκαν,
(β)τα μέσα, τα συστήματα ή τις μεθόδους σύλληψης ή θανάτωσης ειδών πανίδας κοινοτικού ενδιαφέροντος που έχουν επιτραπεί και τους λόγους της χρησιμοποίησής τους,
(γ)το χρόνο και τον τόπο παροχής των εν λόγω παρεκκλίσεων,
(δ)τυχόν ελέγχους που πρέπει να πραγματοποιούνται από εντεταλμένο Επιθεωρητή ή μέλος της Υπηρεσίας του Ταμείου Θήρας.
153(I)/2003
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄- ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ, ΕΡΕΥΝΑ ΚΑΙ ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Εξαετής έκθεση
27. Κάθε έξι χρόνια ο Διευθυντής συντάσσει έκθεση, η οποία δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Μέρους, την οποία διαβιβάζει στην Επιτροπή και περιλαμβάνει:
(α)πληροφορίες σχετικές με τα μέτρα διατήρησης και τα σχέδια διαχείρισης,
(β)εκτίμηση της αποτελεσματικότητας των εν λόγω μέτρων και σχεδίων στην κατάσταση διατήρησης των τύπων φυσικών οικοτόπων κοινοτικού ενδιαφέροντος που αναφέρονται στο Παράρτημα Ι και των ειδών κοινοτικού ενδιαφέροντος που αναφέρονται στο Παράρτημα ΙΙ,
(γ)τα κυριότερα αποτελέσματα της εποπτείας που προβλέπεται στο άρθρο 19.
153(I)/2003
Πινακίδες
28. Κάθε ειδική ζώνη διατήρησης σημαίνεται με ειδικές πινακίδες, το περιεχόμενο των οποίων καθορίζεται από τον Υπουργό με γνωστοποίηση στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας.
153(I)/2003
Επανεισαγωγή ειδών κοινοτικού ενδιαφέροντος στη Δημοκρατία
29. Κατά την εφαρμογή του παρόντος Μέρους, η Επιστημονική Επιτροπή εξετάζει κατά πόσο είναι σκόπιμη η επανεισαγωγή τοπικών ειδών πανίδας και χλωρίδας κοινοτικού ενδιαφέροντος, τα οποία περιλαμβάνονται στο Παράρτημα ΙΙΙ, στο έδαφος της Δημοκρατίας και αν η επανεισαγωγή μπορεί να συμβάλει στη διατήρηση των εν λόγω ειδών κοινοτικού ενδιαφέροντος, εφόσον:
(α)προκύπτει από έρευνα που έχει διεξαχθεί και από την εμπειρία κρατών μελών ότι η εν λόγω επανεισαγωγή συμβάλλει αποτελεσματικά στην αποκατάσταση των εν λόγω ειδών κοινοτικού ενδιαφέροντος σε ικανοποιητική κατάσταση διατήρησης, και
(β)πριν από οποιαδήποτε επανεισαγωγή διεξαχθούν οι δέουσες διαβουλεύσεις με κάθε ενδιαφερόμενο πρόσωπο.
153(I)/2003
Απαγόρευση απελευθέρωσης στο φυσικό περιβάλλον μη τοπικών ειδών άγριας πανίδας ή χλωρίδας
30. Απαγορεύεται η απελευθέρωση στο φυσικό περιβάλλον μη ιθαγενών ειδών άγριας πανίδας ή χλωρίδας:
Νοείται ότι άδεια για την ηθελημένη απελευθέρωση μη ιθαγενούς είδους άγριας πανίδας ή χλωρίδας μπορεί να παραχωρηθεί από τον Υπουργό δυνάμει κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει του παρόντος Νόμου.
153(I)/2003
131(I)/2006
Επιστημονική έρευνα
31.- (1) Για τα είδη της άγριας πανίδας που καλύπτονται από τον παρόντα Νόμο, η αναγκαία επιστημονική έρευνα, καταμέτρηση των πληθυσμών των ειδών και τα μέτρα που αφορούν τη διαχείρισή τους διεξάγονται από εξουσιοδοτημένη αρχή η οποία καθορίζεται από τον Υπουργό, μετά από γραπτή γνωμοδότηση της Επιστημονικής Επιτροπής.
(2) Ο Υπουργός μπορεί, μετά από γνωμοδότηση της Επιστημονικής Επιτροπής, να επιτρέψει τη διεξαγωγή επιστημονικής έρευνας από οποιοδήποτε πρόσωπο, με την παραχώρηση σχετικής άδειας και σύμφωνα με τους όρους που αναφέρονται στην άδεια.
153(I)/2003
Ταρίχευση ειδών άγριας πανίδας
32.- (1) Πρόσωπο το οποίο ταριχεύει ή διατηρεί ταριχευμένα είδη άγριας πανίδας χωρίς άδεια είναι ένοχο αδικήματος.
(2) Ο Διευθυντής μπορεί να χορηγήσει σχετική άδεια σε ταριχευτές ειδών άγριας πανίδας ή σε οποιοδήποτε πρόσωπο για την ταρίχευση ή κατοχή συγκεκριμένου ταριχευμένου είδους άγριας πανίδας υπό οποιουσδήποτε όρους κρίνει αναγκαίους και με την καταβολή σχετικού τέλους:
Νοείται ότι ο Διευθυντής έχει δικαίωμα να αρνηθεί την παραχώρηση άδειας για ταρίχευση είδους άγριας πανίδας ή για την κατοχή ταριχευμένων ειδών, αν έχει υποψία ότι η κατοχή του είδους είναι αποτέλεσμα αδικήματος, κατά παράβαση του παρόντος Νόμου.
(3) Κάθε κάτοχος ταριχευμένων ειδών άγριας πανίδας υποχρεούται, μέσα σε έξι μήνες από τη δημοσίευση του παρόντος Νόμου, να απευθυνθεί στο Διευθυντή για την εξασφάλιση της σχετικής άδειας.
(4) Πρόσωπο το οποίο επιθυμεί να αποκτήσει άδεια ταριχευτή ειδών άγριας πανίδας υποβάλλει σχετική αίτηση στο Διευθυντή.
(5) Ο κάτοχος άδειας ταρίχευσης εκθέτει την άδεια σε περίοπτο μέρος του εργαστηρίου του.
(6) (α) Κάθε κάτοχος άδειας ταρίχευσης τηρεί βιβλίο καταγραφής στο οποίο καταχωρεί για κάθε είδος άγριας πανίδας αληθή και ακριβή στοιχεία, όπως καθορίζεται στην άδεια.
(β)για κάθε είδος άγριας πανίδας συμπληρώνονται τρία αντίγραφα:
(i)το πρώτο αντίγραφο δίδεται στον πελάτη ως άδεια κατοχής του είδους άγριας πανίδας,
(ii)το δεύτερο αντιγραφο κατακρατείται από τον κάτοχο άδειας ταρίχευσης για σκοπούς ελέγχου, και
(iii)το τρίτο αντίγραφο αποστέλλεται στο Διευθυντή.
(7) Ο κάτοχος άδειας ταρίχευσης προσκομίζει στο Διευθυντή για εξέταση κάθε είδος άγριας πανίδας που προορίζεται για ταρίχευση, μαζί με το βιβλίο καταγραφής, για έγκριση προς ταρίχευση.
153(I)/2003
ΜΕΡΟΣ ΙΙΙ ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΔΕΡΜΑΤΩΝ ΝΕΟΓΝΩΝ ΦΩΚΙΑΣ ΚΑΙ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ ΠΟΥ ΠΡΟΕΡΧΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΑΥΤΑ
Εισαγωγή στη Δημοκρατία προϊόντων από δέρματα νεογνών φώκιας
33.-(1) Απαγορεύεται η εισαγωγή, με σκοπό την εμπορία, στη Δημοκρατία οποιουδήποτε προϊόντος το οποίο περιλαμβάνεται στο Παράρτημα V.
(2) Οι διατάξεις του εδαφίου (1) δεν εφαρμόζονται σε προϊόντα τα οποία προέρχονται από το παραδοσιακό κυνήγι των πληθυσμών Inuit.
153(I)/2003
ΜΕΡΟΣ IV ΠΟΙΚΙΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Καθορισμός αρμόδιας αρχής για τους σκοπούς του Κανονισμού ΕΚ/35/97
34. Αρμόδια αρχή για την έκδοση του πιστοποιητικού που αναφέρεται στην παράγραφο (2) του άρθρου 1 του Κανονισμού (ΕΚ) αρ. 35/97 της Επιτροπής, της 10ης Ιανουαρίου 1997, για τον καθορισμό διατάξεων που αφορούν την πιστοποίηση γουνών και άλλων εμπορευμάτων τα οποία καλύπτονται από τον Κανονισμό (ΕΟΚ) αρ. 3254/91 του Συμβουλίου, είναι ο Διευθυντής.
153(I)/2003
Καθορισμός αρμόδιας αρχής για τους σκοπούς του Κανονισμού ΕΟΚ/348/81
35. Αρμόδια αρχή για την χορήγηση της άδειας εισαγωγής που αναφέρεται στο άρθρο 1 του Κανονισμού (ΕΟΚ) αρ. 348/81 του Συμβουλίου, της 20ης Ιανουαρίου 1981, περί κοινού καθεστώτος που εφαρμόζεται στις εισαγωγές των προϊόντων που προέρχονται από κητοειδή, είναι ο Διευθυντής.
153(I)/2003
Καθορισμός αρμόδιας αρχής για τους σκοπούς του Κανονισμού ΕΟΚ/3418/83
36.- (1) Αρμόδια αρχή για την έκδοση των εντύπων και της ετικέτας που αναφέρονται στο άρθρο 1 του Κανονισμού της Επιτροπής ΕΟΚ/3418/83, της 28ης Νοεμβρίου 1983, για τη θέσπιση των διατάξεων σχετικά με την ομοιόμορφη έκδοση και χρήση των εγγράφων που απαιτούνται για την εφαρμογή στην Κοινότητα της σύμβασης για το διεθνές εμπόριο των ειδών άγριας πανίδας και χλωρίδας που απειλούνται με εξαφάνιση, είναι ο Διευθυντής.
(2) Αρμόδια αρχή για την έκδοση των πιστοποιητικών που αναφέρονται στο άρθρο 22 του Κανονισμού, που αναφέρεται στο εδάφιο (1), είναι ο Διευθυντής.
(3) Αρμόδια αρχή για την έκδοση της ετικέτας που αναφέρεται στο άρθρο 25 του Κανονισμού, που αναφέρεται στο εδάφιο (1), είναι ο Διευθυντής.
153(I)/2003
Καθορισμός διαχειριστικού οργάνου και επιστημονικής αρχής για τους σκοπούς των Κανονισμών ΕΚ/338/97 και ΕΚ/939/97
37.-(1) Για τους σκοπούς εφαρμογής του Κανονισμού (ΕΚ) αρ. 338/97 του Συμβουλίου, της 9ης Δεκεμβρίου 1996, για την προστασία των ειδών άγριας πανίδας και χλωρίδας, με τον έλεγχο του εμπορίου τους, και του Κανονισμού (ΕΚ) αρ. 939/97 της Επιτροπής, της 26ης Μαΐου 1997, περί των λεπτομερειών εφαρμογής του Κανονισμού (ΕΚ) αρ. 338/97 του Συμβουλίου για την προστασία των ειδών άγριας πανίδας και χλωρίδας, με τον έλεγχο του εμπορίου τους:
«διαχειριστικό όργανο» σημαίνει το Διευθυντή της Υπηρεσίας Περιβάλλοντος του Υπουργείου Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος ή εκπρόσωπό του,
«επιστημονική αρχή» σημαίνει τις επιτροπές που ιδρύονται με βάση το εδάφιο (2).
(2) Για σκοπούς εφαρμογής των Κανονισμών που αναφέρονται στο εδάφιο (1), ιδρύονται οι ακόλουθες επιστημονικές επιτροπές:
(α)επιστημονική επιτροπή για τα είδη υδρόβιας πανίδας και χλωρίδας, την οποία απαρτίζουν εκπρόσωποι του Τμήματος Αλιείας και Θαλάσσιων Ερευνών, της Υπηρεσίας Περιβάλλοντος και του Τμήματος Κτηνιατρικών Υπηρεσιών·
(β)επιστημονική επιτροπή για τα είδη χερσαίας πανίδας, την οποία απαρτίζουν εκπρόσωποι της Υπηρεσίας Περιβάλλοντος, του Τμήματος Δασών, του Τμήματος Κτηνιατρικών Υπηρεσιών και του Ταμείου Θήρας·
(γ)επιστημονική επιτροπή για τα είδη πτηνοπανίδας, την οποία απαρτίζουν εκπρόσωποι του Ταμείου Θήρας, του Τμήματος Δασών, του Τμήματος Κτηνιατρικών Υπηρεσιών και της Υπηρεσίας Περιβάλλοντος· και
(δ)επιστημονική επιτροπή για είδη χερσαίας χλωρίδας, την οποία απαρτίζουν εκπρόσωποι του Τμήματος Δασών, του Ινστιτούτου Γεωργικών Ερευνών, του Τμήματος Γεωργίας και της Υπηρεσίας Περιβάλλοντος.
(3) Οι επιστημονικές επιτροπές που αναφέρονται στο εδάφιο (2) εξετάζουν θέματα των αρμοδιοτήτων τους, σχετικά με τους Κανονισμούς που αναφέρονται στο εδάφιο (1), που παραπέμπονται σε αυτές από το διαχειριστικό όργανο.
(4) Οι επιστημονικές επιτροπές που αναφέρονται στο εδάφιο (2) συγκαλούνται από την υπηρεσία που αναφέρεται πρώτη στο εδάφιο (2) για κάθε επιστημονική επιτροπή.
(5) Το διαχειριστικό όργανο τηρεί αρχείο σε οποιαδήποτε μορφή ήθελε αποφασίσει συμπεριλαμβανομένου και του ηλεκτρονικού.
153(I)/2003
Αρμόδια αρχή για τους σκοπούς του Κανονισμού (EK) αριθ. 1007/2009
37Α. Αρμόδια αρχή για την εφαρμογή του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1007/2009 είναι ο Διευθυντής.
113(I)/2012
Αρχιεπιθεωρητής και εντεταλμένοι επιθεωρητές
38.-(1) Ο Υπουργός, με γνωστοποίηση που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, ορίζει λειτουργούς του υπουργείου του ως εντεταλμένους επιθεωρητές, για σκοπούς εποπτείας, επιθεώρησης, ελέγχου και εφαρμογής του παρόντος Νόμου και των δυνάμει αυτού εκδιδομένων κανονισμών ή διαταγμάτων.
(2) Ο Υπουργός, με γνωστοποίηση που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, ορίζει έναν εκ των εντεταλμένων Επιθεωρητών, που ορίζονται δυνάμει του εδαφίου (1), ως Αρχιεπιθεωρητή.
(3) Ο Υπουργός, με γνωστοποίηση που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, δύναται, με τη σύμφωνη γνώμη του Υπουργού Εσωτερικών, να ορίσει …
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.