Ο περί της Σύστασης και Λειτουργίας του Ενιαίου Φορέα Εξώδικης Επίλυσης Διαφορών Χρηματοοικονομικής Φύσεως Νόμος του 2010 - 84(I)/2010
Τι αφορά αυτή η πράξη;
Αυτός ο νόμος αφορά τη σύσταση και λειτουργία ενός ενιαίου φορέα για την εξώδικη επίλυση διαφορών χρηματοοικονομικής φύσης. Σκοπός του είναι η εναρμόνιση με ευρωπαϊκές συστάσεις για την εξώδικη επίλυση διαφορών καταναλωτών.
Για ποιους: Καταναλωτές (φυσικά ή νομικά πρόσωπα, φιλανθρωπικά ιδρύματα, σωματεία, ενώσεις προσώπων, καταπιστεύματα, ταμεία προνοίας) που έχουν διαφορές με χρηματοοικονομικές επιχειρήσεις; Χρηματοοικονομικές επιχειρήσεις, όπως πιστωτικά ιδρύματα, ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος, ασφαλιστικές επιχειρήσεις, εταιρείες παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, εταιρείες διαχείρισης αμοιβαίων κεφαλαίων και αγοραστές πιστώσεων.
Με μια ματιά
- Χώρα
- Κύπρος
- Τομέας δικαίου
- Δίκαιο καταναλωτή
- Άρθρα
- 28
- Πηγή
- cylaw.org
- Ανάκτηση κειμένου
- Ενημέρωση επεξήγησης
Τι ρυθμίζει αυτή η πράξη;
- Τη σύσταση ενός νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την ονομασία "Ενιαίος Φορέας Εξώδικης Επίλυσης Διαφορών Χρηματοοικονομικής Φύσης".
- Τη διοίκηση του Φορέα από ένα Διοικητικό Συμβούλιο.
- Τον ορισμό του Χρηματοοικονομικού Επιτρόπου και του Βοηθού Χρηματοοικονομικού Επιτρόπου.
- Τον ορισμό του "παραπόνου" ως γραπτής διαμαρτυρίας ή διαφοράς εναντίον χρηματοοικονομικής επιχείρησης, με ανώτατο όριο ποσού τα €250.000, εκτός από συγκεκριμένες περιπτώσεις.
Ποιους αφορά αυτή η πράξη;
- Καταναλωτές (φυσικά ή νομικά πρόσωπα, φιλανθρωπικά ιδρύματα, σωματεία, ενώσεις προσώπων, καταπιστεύματα, ταμεία προνοίας) που έχουν διαφορές με χρηματοοικονομικές επιχειρήσεις.
- Χρηματοοικονομικές επιχειρήσεις, όπως πιστωτικά ιδρύματα, ιδρύματα ηλεκτρονικού χρήματος, ασφαλιστικές επιχειρήσεις, εταιρείες παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, εταιρείες διαχείρισης αμοιβαίων κεφαλαίων και αγοραστές πιστώσεων.
Ποια είναι τα βασικά σημεία;
- Ο Φορέας είναι νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου.
- Ένα "παράπονο" δεν μπορεί να υπερβαίνει τα €250.000, εκτός αν υποβάλλεται από επιλέξιμο οφειλέτη δυνάμει του άρθρου 44Γ του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου.
- Ο Φορέας διοικείται από το Συμβούλιο.
- Ο νόμος αναφέρεται ως ο περί της Σύστασης και Λειτουργίας του Ενιαίου Φορέα Εξώδικης Επίλυσης Διαφορών Χρηματοοικονομικής Φύσεως Νόμος του 2010.
Δίκαιο καταναλωτή
Κείμενο νόμου
Κείμενο νόμου
Ο περί της Σύστασης και Λειτουργίας του Ενιαίου Φορέα Εξώδικης Επίλυσης Διαφορών Χρηματοοικονομικής Φύσεως Νόμος του 2010 - 84(I)/2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | Επικοινωνία Κατάλογος Ενοποιημένης Νομοθεσίας Ο περί της Σύστασης και Λειτουργίας του Ενιαίου Φορέα Εξώδικης Επίλυσης Διαφορών Χρηματοοικονομικής Φύσεως Νόμος του 2010 (84(I)/2010) Περιεχόμενα Πλήρες Κείμενο Εκτύπωση Ιστορικό Τροποποιήσεων 84(I)/2010 125(Ι)/2014 126(Ι)/2014 125(I)/2015 80(I)/2017 174(I)/2017 ΔΙΟΡΘ. Ε.Ε. Παρ. Ι(Ι), Αρ. 4632, 15.12.2017 75(I)/2018 159(I)/2018 125(I)/2020 153(I)/2023 154(I)/2023 87(I)/2026 Προοίμιο Για σκοπούς εναρμόνισης με την πράξη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας με τίτλο «Σύσταση 98/257/ΕΚ της Επιτροπής της 30ής Μαρτίου 1998 σχετικά με τις αρχές που διέπουν τα αρμόδια όργανα για την εξώδικη επίλυση των διαφορών κατανάλωσης», Η Βουλή των Αντιπροσώπων ψηφίζει ως ακολούθως:
ΜΕΡΟΣ Ι ΕΙΣΑΓΩΓΗ Συνοπτικός τίτλος
Άρθρο 1
84(I)/2010 Ερμηνεία
Άρθρο 2
2.-(1) Στον παρόντα Νόμο, εκτός εάν από το κείμενο προκύπτει διαφορετική έννοια: «αγοραστής πιστώσεων» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από την εναρμονιστική νομοθεσία για τη μεταφορά του Άρθρου 2 της Οδηγίας (ΕΕ) 2021/2167 στο ημεδαπό δίκαιο· «αδειοδοτημένο ίδρυμα» σημαίνει πιστωτικό ίδρυμα ή εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων ή διαχειριστή πιστώσεων που λειτουργεί στη Δημοκρατία· «αδειοδοτημένο πιστωτικό ίδρυμα ή «ΑΠΙ», έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 των περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμων του 1997 έως (Αρ. 4) του 2013, όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται· «αναδιάρθρωση» σημαίνει οποιαδήποτε ενέργεια από αδειοδοτημένο ίδρυμα ή αγοραστή πιστώσεων η οποία επιφέρει αλλαγές στους όρους ή/και προϋποθέσεις πιστωτικής διευκόλυνσης και αποσκοπεί στην αντιμετώπιση υφιστάμενων ή αναμενόμενων δυσκολιών στην εκ μέρους του χρεώστη εξυπηρέτηση της πιστωτικής διευκόλυνσης σύμφωνα με το υφιστάμενο πρόγραμμα αποπληρωμής· «αρμόδια εποπτική αρχή» σημαίνει: (α) σε σχέση με αδειοδοτημένο ίδρυμα ή αγοραστή πιστώσεων ή ίδρυμα ηλεκτρονικού χρήματος ή πιστωτή ή/και μεσίτη πιστώσεων κατά τα οριζόμενα στον περί Συμβάσεων Πίστωσης για Καταναλωτές σε σχέση με Ακίνητα που προορίζονται για Κατοικία Νόμο του 2017 ή πάροχο υπηρεσιών πληρωμής ή νομικό πρόσωπο που κατέχει άδεια παροχής υπηρεσιών διαμεσολάβησης στη μεταφορά χρημάτων από και προς τη Δημοκρατία, την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, (β) σε σχέση με Ε.Π.Ε.Υ. ή Ε.Δ.Α.Κ., την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου και (γ) σε σχέση με Ασφαλιστική Επιχείρηση ή νομικό ή φυσικό πρόσωπο το οποίο ασκεί εργασίες διαμεσολάβησης στον ασφαλιστικό τομέα, τον Έφορο Ασφαλίσεων. «Ασφαλιστική Επιχείρηση» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί της Ασκήσεως Ασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμου. «Βοηθός Επίτροπος» σημαίνει το διοριζόμενο σύμφωνα με το άρθρο 7 Βοηθό Χρηματοοικονομικό Επίτροπο. «δεσμευτική απόφαση» σημαίνει τη γραπτή και αιτιολογημένη απόφαση του Επιτρόπου ή του Βοηθού Επιτρόπου, η οποία, τηρουμένων των προϋποθέσεων του παρόντος Νόμου, καθίσταται νομικά δεσμευτική και συνεπάγεται νομική υποχρέωση συμμόρφωσης εκ μέρους των μερών· «διαχειριστής πιστώσεων» σημαίνει- (α) τον διαχειριστή ή διαχειριστή πιστωτικών διευκολύνσεων κατά την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμου· ή/και (β) πρόσωπο που δραστηριοποιείται ως διαχειριστής πιστώσεων δυνάμει της εναρμονιστικής νομοθεσίας για τη μεταφορά του Άρθρου 2 της Οδηγίας (ΕΕ) 2021/2167 στο ημεδαπό δίκαιο·
«δικαιούχος πληρωμής» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το Άρθρο 2, σημείο 13, του Κανονισμού (ΕΕ) 2015/751· «διακανονισμός» σημαίνει την εξώδικη επίτευξη συναινετικής διευθέτησης από τον Επίτροπο, νοουμένου ότι τα εμπλεκόμενα μέρη έχουν αποδεχτεί τη δεσμευτικότητα της απόφασής του σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου. «διασυνοριακή διαφορά» σημαίνει την διαφορά μεταξύ ενός καταναλωτή και ενός φορέα παροχής χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, όταν ο φορέας παροχής είναι εγκατεστημένος σε κράτος μέλος άλλο απ’ αυτό στο οποίο διαμένει ο καταναλωτής. «εμπειρογνώμονας» σημαίνει ειδικό σε ένα τομέα ο οποίος έχει επαρκή εμπειρία και γνώση και καλείται να γνωμοδοτήσει σε θέματα της ειδικότητάς του· «επιλέξιμος οφειλέτης» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 44ΙΕ του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου· «Επίτροπος» σημαίνει το διοριζόμενο σύμφωνα με το άρθρο 7 Χρηματοοικονομικό Επίτροπο. «Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών» ή κατά ταυτόσημη έννοια «Ε.Π.Ε.Υ.», έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμου. «εργασίες διαμεσολάβησης» έχει την έννοια που αποδίδει στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί της Ασκήσεως Ασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμου. «Εταιρεία Διαχειρίσεως Αμοιβαίου Κεφαλαίου» ή κατά ταυτόσημη έννοια «Ε.Δ.Α.Κ.», σημαίνει Εταιρεία Διαχείρισης όπως αυτή καθορίζεται στο άρθρο 41 του περί των Ανοικτού Τύπου Οργανισμών Συλλογικών Επενδύσεων σε Κινητές Αξίες (ΟΣΕΚΑ) και περί Συναφών Θεμάτων Νόμου. «εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμου· «Έφορος Ασφαλίσεων» σημαίνει τον ασκούντα καθήκοντα Εφόρου Ασφαλίσεων δημόσιο λειτουργό, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 4 του περί της Ασκήσεως Ασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμου· «Έφορος της Υπηρεσίας Εποπτείας και Ανάπτυξης Συνεργατικών Εταιρειών» [Διαγράφηκε]· «ίδρυμα ηλεκτρονικού χρήματος» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί των Ιδρυμάτων Ηλεκτρονικού Χρήματος Νόμου· «ίδρυμα πληρωμών» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Υπηρεσιών Πληρωμών Νόμου· «Κανονισμοί Πολιτικής Δικονομίας» σημαίνει τους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 2023, όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται· «Κανονισμός (ΕΕ) 2015/751» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Κανονισμός (ΕΕ) 2015/751 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2015, σχετικά με τις διατραπεζικές προμήθειες για πράξεις πληρωμών με κάρτες·
«καταναλωτής» σημαίνει, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 10, φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή φιλανθρωπικό ίδρυμα ή σωματείο ή ένωση προσώπων ή καταπίστευμα ή ταμείο προνοίας αλλά δεν περιλαμβάνει αρμόδια εποπτική αρχή ή, τηρουμένης της επιφύλαξης της παραγράφου (α) και της πρώτης επιφύλαξης της παραγράφου (β) του άρθρου 10, οποιαδήποτε χρηματοοικονομική επιχείρηση· «κράτος μέλος» σημαίνει κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή άλλο κράτος το οποίο είναι συμβαλλόμενο μέρος στην Συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, η οποία υπογράφηκε στο Οπόρτο στις 2 Μαρτίου 1992, και προσαρμόστηκε από το Πρωτόκολλο το οποίο υπογράφηκε στις Βρυξέλλες στις 17 Μαΐου 1993, ως η Συμφωνία εκάστοτε περαιτέρω τροποποιείται· «κώδικας» σημαίνει τον κώδικα συμπεριφοράς για το χειρισμό δανειοληπτών οι οποίοι δε δύνανται καθόλου ή δε δύνανται επαρκώς να ανταποκριθούν στις τρέχουσες δανειακές υποχρεώσεις τους έναντι τράπεζας λόγω οικονομικών δυσκολιών και οι οποίοι επιδιώκουν αναδιαρθρώσεις των δανείων τους, ο οποίος εκδόθηκε από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου βάσει της Οδηγίας Διαχείρισης Καθυστερήσεων του 2013 και 2014· «Οδηγίες» σημαίνει τις Οδηγίες που εκδίδονται δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 21· «Οδηγία (ΕΕ) 2021/2167» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο “Οδηγία (ΕΕ) 2021/2167 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου τους 24ης Νοεμβρίου 2021 για τους διαχειριστές πιστώσεων και τους αγοραστές πιστώσεων και την τροποποίηση των οδηγιών 2008/48/ΕΚ και 2014/17/ΕΕ”∙ «παράπονο» σημαίνει τη γραπτή υποβολή στο Φορέα διαμαρτυρίας ή αντίρρησης ή διαφοράς εναντίον χρηματοοικονομικής επιχείρησης, το ύψος της οποίας δεν υπερβαίνει το ποσό των διακοσίων πενήντα χιλιάδων ευρώ (€250.000):
Νοείται ότι, από τον ορισμό του όρου “παράπονο” για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου εξαιρούνται παράπονα τρίτων, εκτός στις περιπτώσεις όπου ο παραπονούμενος είναι άτομο στο οποίο μεταβιβάζεται το όφελος της απαίτησης βάσει ασφαλιστηρίου εναντίον της επιχείρησης, με σύμβαση εκχώρησης δικαιωμάτων, σύμβαση υποκατάστασης ή βάσει νομοθεσίας:
Νοείται περαιτέρω ότι, “παράπονο” σημαίνει και το παράπονο που υποβάλλεται από επιλέξιμο οφειλέτη δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (4) του άρθρου 44Γ του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου, ανεξαρτήτως του ποσού της διαφοράς· «πάροχος υπηρεσιών πληρωμής» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το Άρθρο 2, σημείο 24, του Κανονισμού (ΕΕ) 2015/751· «πιστωτικό ίδρυμα» σημαίνει ΑΠΙ ή υποκατάστημα το οποίο λειτουργεί στη Δημοκρατία δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 10Α του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου· «Συμβούλιο» σημαίνει το Διοικητικό Συμβούλιο του Φορέα που διορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 5 · «σύμβουλος αφερεγγυότητας» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τις διατάξεις του εδαφίου (1) του άρθρου 2 του περί Συμβούλων Αφερεγγυότητας Νόμου· «συνδεδεμένα πρόσωπα» σημαίνει, σε σχέση με μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου ή σε σχέση με τον Επίτροπο ή το Βοηθό Επίτροπο- (α) συγγενείς μέχρι δευτέρου βαθμού εξ αίματος ή σύζυγο· (β) εργοδότη μέλους του Συμβουλίου ή όμιλο στον οποίο ανήκει ο εργοδότης· (γ) ελεγχόμενες από μέλος του Συμβουλίου ή τον Επίτροπο ή το Βοηθό Επίτροπο ή από τα αναφερόμενα στις παραγράφους (α) και (β) πρόσωπα επιχειρήσεις, στις οποίες αυτοί κατέχουν τουλάχιστον ποσοστό είκοσι τοις εκατόν (20%) του μετοχικού κεφαλαίου ή των δικαιωμάτων ψήφου. «τράπεζα» [Διαγράφηκε]· «τρίτη χώρα» σημαίνει χώρα εκτός των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. «Υπουργός» σημαίνει τον Υπουργό Οικονομικών ή οποιονδήποτε δεόντως εξουσιοδοτημένο από αυτόν λειτουργό του υπουργείου του· «Φορέας» σημαίνει τον Ενιαίο Φορέα Εξώδικης Επίλυσης Διαφορών Χρηματοοικονομικής Φύσης που συνίσταται κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 3· «χρηματοοικονομική επιχείρηση» σημαίνει: (α) ΑΠΙ, (β) ίδρυμα ηλεκτρονικού χρήματος, (γ) ίδρυμα πληρωμών, (δ) νομικό πρόσωπο που κατέχει άδεια παροχής υπηρεσιών διαμεσολάβησης στη μεταφορά χρημάτων από και προς τη Δημοκρατία, (ε) Ασφαλιστική Επιχείρηση, (στ) Ε.Π.Ε.Υ., (ζ) Ε.Δ.Α.Κ., (η) άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο που λειτουργεί στη Δημοκρατία σύμφωνα με άδεια λειτουργίας χορηγηθείσας από αρμόδια εποπτική αρχή ή δυνάμει καθεστώτος ελεύθερης εγκατάστασης δυνάμει του: (i) περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου· (ii) περί των Ανοικτού Τύπου Οργανισμών Συλλογικών Επενδύσεων σε Κινητές Αξίες (ΟΣΕΚΑ) και περί Συναφών Θεμάτων Νόμου (iii) περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμου (iv) περί της Ασκήσεως Ασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμου (v) περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμου
(vi) εναρμονιστικού νομοθετήματος για τη μεταφορά της Οδηγίας (ΕΕ) 2021/2167 στο ημεδαπό δίκαιο. και περιλαμβάνει νομικό ή φυσικό πρόσωπο, το οποίο εμπίπτει στον ορισμό του όρου «διαμεσολαβητής» όπως αυτός καθορίζεται στο άρθρο 2 του περί της Ασκήσεως Ασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμου και ασκεί εργασίες διαμεσολάβησης στον ασφαλιστικό τομέα και (θ) αγοραστή πιστώσεων. «Χρηματοοικονομικός τομέας» σημαίνει τον τομέα- (α) στον οποίο υπάγονται χρηματοοικονομικές επιχειρήσεις που λειτουργούν στη Δημοκρατία βάσει άδειας λειτουργίας χορηγηθείσας από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου ή δυνάμει καθεστώτος ελεύθερης εγκατάστασης όπως προβλέπεται στον περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμο ή/και που εποπτεύονται από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου δυνάμει του εναρμονιστικού νομοθετήματος για τη μεταφορά της Οδηγίας (ΕΕ) 2021/2167 στο ημεδαπό δίκαιο· (β) στον οποίο υπάγονται χρηματοοικονομικές επιχειρήσεις που λειτουργούν στη Δημοκρατία βάσει άδειας λειτουργίας χορηγηθείσας από τον Έφορο Ασφαλίσεων Κύπρου· ή (γ) που περιλαμβάνει χρηματοοικονομικές επιχειρήσεις που λειτουργούν στη Δημοκρατία βάσει άδειας λειτουργίας χορηγηθείσας από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου.
84(I)/2010 125(Ι)/2014 80(I)/2017 174(I)/2017 75(I)/2018 159(I)/2018 153(I)/2023 154(I)/2023 87(I)/2026
ΜΕΡΟΣ II ΣΥΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΦΟΡΕΑ
Σύσταση Φορέα
Άρθρο 3
3.-(1) Συνίσταται νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, με τον τίτλο “Ενιαίος Φορέας Εξώδικης Επίλυσης Διαφορών Χρηματοοικονομικής Φύσης”, το οποίο αποτελείται από το Διοικητικό Συμβούλιο του Φορέα, το Χρηματοοικονομικό Επίτροπο, το Βοηθό Χρηματοοικονομικό Επίτροπο και το προσωπικό που εργοδοτείται από τον Φορέα.
84(I)/2010 ΜΕΡΟΣ ΙΙΙ ΣΚΟΠΟΣ ΤΟΥ ΦΟΡΕΑ Σκοπός του Φορέα
Άρθρο 4
4.-(1) Ο Φορέας επιλαμβάνεται παραπόνων από καταναλωτές εναντίον χρηματοοικονομικών επιχειρήσεων σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, με σκοπό το διακανονισμό των διαφορών που ενδέχεται να έχουν καταναλωτές υπηρεσιών χρηματοοικονομικών επιχειρήσεων εναντίον χρηματοοικονομικών επιχειρήσεων.
84(I)/2010
ΜΕΡΟΣ IV ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΟΥ ΦΟΡΕΑ
Διοικητικό Συμβούλιο του Φορέα
Άρθρο 5
5.-(1) Ο Φορέας διοικείται από εννιαμελές Συμβούλιο το οποίο απαρτίζεται από τον Πρόεδρο, τον Αντιπρόεδρο και επτά (7) μέλη που διορίζονται από το Υπουργικό Συμβούλιο, κατόπιν πρότασης του Υπουργού Οικονομικών, ως ακολούθως: (α) Στη θέση του Προέδρου και του Αντιπροέδρου διορίζεται ένας εκπρόσωπος του Υπουργείου Οικονομικών και ένας εκπρόσωπος του Υπουργείου Ενέργειας, Εμπορίου και Βιομηχανίας, αντίστοιχαˑ και (β) στη θέση των υπόλοιπων επτά (7) μελών του Συμβουλίου διορίζονται- (i)ένας εκπρόσωπος που ορίζεται από το Υπουργείο Οικονομικών· (ii)ένας εκπρόσωπος που ορίζεται από το Υπουργείο Ενέργειας, Εμπορίου και Βιομηχανίας· (iii) ένας εκπρόσωπος των τραπεζών, κατόπιν εισήγησης του Συνδέσμου Τραπεζών Κύπρου· (iv) ένας εκπρόσωπος των Εταιρειών Εξαγοράς Πιστώσεων και Διαχειριστών Πιστώσεων κατόπιν εισήγησης του Συνδέσμου Εταιρειών Εξαγοράς Πιστώσεων και Διαχείρισης Πιστώσεων· (v) ένας εκπρόσωπος των Ασφαλιστικών Επιχειρήσεων, κατόπιν εισήγησης του Συνδέσμου Ασφαλιστικών Εταιρειών Κύπρου· (vi) ένας εκπρόσωπος των Ε.Π.Ε.Υ, κατόπιν εισήγησης των νόμιμα συσταθέντων οργανισμών ή συνδέσμων που εκπροσωπούν τις επιχειρήσεις αυτές· και (vii) ένας εκπρόσωπος των καταναλωτών, κατόπιν εισήγησης των νόμιμα συσταθέντων οργανισμών ή συνδέσμων που εκπροσωπούν τους καταναλωτές:
Νοείται ότι, ανεξαρτήτως των διατάξεων του παρόντος εδαφίου, πρόσωπο που κατέχει, κατά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί της Σύστασης και Λειτουργίας του Ενιαίου Φορέα Εξώδικης Επίλυσης Διαφορών Χρηματοοικονομικής Φύσεως (Τροποποιητικού) Νόμου του 2023, θέση μέλους στο Συμβούλιο του Φορέα, περιλαμβανομένου του Προέδρου και του Αντιπροέδρου, εξακολουθεί να κατέχει τη θέση αυτή υπό τους ίδιους όρους, μέχρι την ολοκλήρωση της θητείας του ή μέχρι την κένωση της θέσης του δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (4) ή μέχρι τον διορισμό νέων μελών, δυνάμει του παρόντος εδαφίου, οποιαδήποτε από τις πιο πάνω περιπτώσεις επέλθει νωρίτερα.
Νοείται ότι, το Υπουργικό Συμβούλιο δύναται οποτεδήποτε πριν από τη λήξη της θητείας οποιουδήποτε μέλους του Συμβουλίου να ανακαλέσει το διορισμό του σε περίπτωση- (i) παράβασης οποιασδήποτε των διατάξεων του εδαφίου (5)· (ii) καταδίκης για το αδίκημα της παράβασης της υποχρέωσης προς εχεμύθεια και της τήρησης του επαγγελματικού απορρήτου κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 22· (iii) καταδίκης για αδίκημα ατιμωτικό ή που ενέχει ηθική αισχρότητα, το οποίο συνιστά κώλυμα διορισμού στο Συμβούλιο ή καταδίκη για διάπραξη ποινικού αδικήματος:
Νοείται περαιτέρω ότι, σε περίπτωση που η θέση μέλους του Συμβουλίου κενούται πριν τη λήξη της θητείας του σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων (α), (β) ή (γ), τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (1), στη θέση του διορίζεται πρόσωπο για το υπόλοιπο της θητείας του μέλους, του οποίου η θέση κενώθηκε· (δ) απώλειας της εκτελεστικής ή υπαλληλικής του ιδιότητας με βάση την οποία διορίστηκε. (4Α) Χηρεία θέσης στο Συμβούλιο ή ελάττωμα στο διορισμό μέλους του δεν επιφέρει ακυρότητα των πράξεων ή διαδικασιών του Συμβουλίου.
Νοείται ότι, ο Επίτροπος ή/και ο Βοηθός Επίτροπος δύναται να καλούνται από το Συμβούλιο του Φορέα να παρίστανται στις συνεδρίες του Συμβουλίου, χωρίς δικαίωμα ψήφουː Νοείται περαιτέρω ότι, ο Επίτροπος ή/και ο Βοηθός Επίτροπος αποχωρούν από τη συνεδρία του Συμβουλίου κατά την τελική συζήτηση για λήψη αποφάσεων:
Νοείται έτι περαιτέρω ότι, ο Επίτροπος και ο Βοηθός Επίτροπος δεν μετέχουν ή παρίστανται στη συζήτηση και στη λήψη αποφάσεων από το Συμβούλιο για θέματα που αφορούν τους ίδιους προσωπικά ή συνδεδεμένα με αυτούς πρόσωπα.
84(I)/2010 174(I)/2017 153(I)/2023 87(I)/2026 Αρμοδιότητες του Συμβουλίου
Άρθρο 6
6.-(1) Το Συμβούλιο καθορίζει και εποπτεύει όλες τις εργασίες του Φορέα και έχει εξουσία για τη διαχείριση της περιουσίας του και τη διοίκηση του προσωπικού του, κατά τα οριζόμενα στον παρόντα Νόμο και σε Οδηγίες που εκδίδονται δυνάμει αυτού:
Νοείται ότι, μέλος του Συμβουλίου δεν υπέχει προσωπικής ευθύνης για τις πράξεις ή παραλείψεις του κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων του, εκτός αν η εν λόγω πράξη ή παράλειψη αποδεδειγμένα έγινε εκ προθέσεως.
Νοείται ότι, με απόφαση του Προέδρου του Συμβουλίου και εφόσον το θέμα αφορά τις αρμοδιότητες του Επιτρόπου, το Συμβούλιο δύναται να εκπροσωπείται ενώπιον των δικαστικών και άλλων αρχών από τον Επίτροπο ή, στην απουσία του, από το Βοηθό Επίτροπο· (β) καθορίζει τις κατευθυντήριες αρχές, για την ομαλή λειτουργία του Φορέα· (γ) τηρουμένων των διατάξεων των εδαφίων (1) και (3) του άρθρου 7, εισηγείται το διορισμό και διατυπώνει γνώμη για την παύση του Επιτρόπου και τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (11) του άρθρου 5, διορίζει και παύει τους υπαλλήλους που αποτελούν το προσωπικό του Φορέα· (δ) διεξάγει έρευνες και ασκεί πειθαρχική εξουσία επί του Επιτρόπου, του Βοηθού Επιτρόπου και, τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (11) του άρθρου 5, των υπαλλήλων που αποτελούν το προσωπικό του Φορέα και επιβάλλει σε αυτούς πειθαρχικές κυρώσεις· (ε) μεριμνά για την τήρηση λογαριασμών και για την κατάρτιση και υποβολή εκθέσεων και οικονομικών καταστάσεων όπως προβλέπεται στο Μέρος VIII· (στ) λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα για την απρόσκοπτη και ομαλή διεξαγωγή των εργασιών του Φορέα· (ζ) καταρτίζει και εκδίδει Οδηγίες μετά από διαβούλευση με τον Επίτροπο, δυνάμει του άρθρου 21· (η) διαμορφώνει τη διοικητική διάρθρωση του Φορέα· και (θ) είναι γενικά αρμόδιο για κάθε ενέργεια, η οποία κατά τον παρόντα Νόμο, τις δυνάμει αυτού εκδιδόμενες Οδηγίες και την κειμένη νομοθεσία, προσιδιάζει στους σκοπούς και τις αρμοδιότητες του Φορέα όπως καθορίζονται με βάση τον παρόντα Νόμο:
Νοείται ότι, το Συμβούλιο δεν έχει αρμοδιότητα σε σχέση με τον τρόπο που ο Επίτροπος, ο Βοηθός Επίτροπος ή το προσωπικό που εργοδοτείται από το Φορέα χειρίζονται ένα παράπονο ή μία διαφορά, εκτός αν διαπιστώσει μη συμμόρφωση με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου ή τις δυνάμει αυτού εκδιδόμενες Οδηγίες.
84(I)/2010 174(I)/2017 ΔΙΟΡΘ. Ε.Ε. Παρ. Ι(Ι), Αρ. 4632, 15.12.2017 153(I)/2023
ΜΕΡΟΣ V ΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΥ ΕΠΙΤΡΟΠΟΥ, ΒΟΗΘΟΥ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΥ ΕΠΙΤΡΟΠΟΥ ΚΑΙ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΤΟΥ ΦΟΡΕΑ
Χρηματοοικονομικός Επίτροπος και Βοηθός Χρηματοοικονομικός Επίτροπος
Άρθρο 7
7.-(1) Ο Χρηματοοικονομικός Επίτροπος και ο Βοηθός Χρηματοοικονομικός Επίτροπος διορίζονται από το Υπουργικό Συμβούλιο, λαμβανομένης υπόψη εισήγησης του Συμβουλίου και είναι: (α) Πολίτες της Δημοκρατίας, (β) πρόσωπα ανώτατου ηθικού επιπέδου, εγνωσμένου κύρους και εντιμότητας και (γ) πρόσωπα που κατά την κρίση του Συμβουλίου είτε διαθέτουν γνώση και πείρα σε οικονομικά ή χρηματοοικονομικά θέματα και είναι κάτοχοι πτυχίου στα νομικά είτε διαθέτουν γνώση και πείρα σε νομικά θέματα και είναι κάτοχοι πτυχίου στα οικονομικά ή στα χρηματοοικονομικά.
Νοείται ότι, τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (1) το Υπουργικό Συμβούλιο προχωρεί στο διορισμό Βοηθού Επιτρόπου όταν κατά την κρίση του, αυτό είναι αναγκαίο για την εύρυθμη λειτουργία του Φορέα:
Νοείται περαιτέρω ότι, κατ’ εξαίρεση, ο Επίτροπος ο οποίος είχε διοριστεί πριν από την έναρξη της ισχύος του περί της Σύστασης και Λειτουργίας του Ενιαίου Φορέα Εξώδικης Επίλυσης Διαφορών Χρηματοοικονομικής Φύσεως (Τροποποιητικού) (Αρ. 2) Νόμου του 2017, συνεχίζει να εκτελεί τα καθήκοντά του μέχρι τη λήξη της θητείας του.
Νοείται ότι, σε περίπτωση κατά την οποία η θέση του Επιτρόπου ή του Βοηθού Επιτρόπου κενούται πριν από τη λήξη της θητείας του, τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (1), στη θέση του διορίζεται πρόσωπο για το υπόλοιπο της θητείας του Επιτρόπου ή του Βοηθού Επιτρόπου, του οποίου η θέση κενώθηκε.
Νοείται ότι, η αντιμισθία και τα λοιπά ωφελήματα του Επιτρόπου και του Βοηθού Επιτρόπου καταβάλλονται μέσω του κρατικού προϋπολογισμού.
Νοείται ότι, ο Βοηθός Επίτροπος και το προσωπικό, εκτελούν τα καθήκοντά τους και ασκούν τις εξουσίες τους με ανεξαρτησία και αμεροληψία.
84(I)/2010 174(I)/2017 153(I)/2023 Αρμοδιότητες Βοηθού Επιτρόπου 7Α. Ο Βοηθός Επίτροπος- (α) συμβουλεύει και βοηθά τον Επίτροπο στην άσκηση των αρμοδιοτήτων, εξουσιών και καθηκόντων του, κατά τρόπο, ως ήθελε εκάστοτε αποφασίσει το Συμβούλιο, κατόπιν διαβούλευσης με τον Επίτροπο· (β) συνεργάζεται με τον Επίτροπο στην καθημερινή διαχείριση του Φορέα και την εσωτερική οργάνωση του προσωπικού του Φορέα· (γ) χειρίζεται παράπονα, καταγγελίες ή διαφορές κατά χρηματοοικονομικών επιχειρήσεων κατά τα οριζόμενα στον παρόντα Νόμο και σε Οδηγίες που εκδίδονται δυνάμει αυτού· και (δ) ασκεί όλες τις εξουσίες και αρμοδιότητες που του ανατίθενται κατά τα οριζόμενα στον παρόντα Νόμο και σε Οδηγίες που εκδίδονται δυνάμει αυτού.
153(I)/2023 87(I)/2026 Προσωπικό του Φορέα
Άρθρο 8
8.-(1) Το προσωπικό του Φορέα εργοδοτείται επί πλήρους απασχολήσεως και δεν επιτρέπεται να ασκεί οποιαδήποτε άλλη επαγγελματική δραστηριότητα.
Νοείται ότι, ο αριθμός των δημόσιων υπαλλήλων ή του ωρομίσθιου προσωπικού της δημόσιας υπηρεσίας που δυνατό να παραχωρηθεί για σκοπούς στελέχωσης του Φορέα, καθώς και το χρονικό διάστημα παραχώρησής του στο Φορέα, το οποίο δυνατό να ανανεώνεται, αποφασίζεται από τον Υπουργό Οικονομικών, ύστερα από σχετικό αίτημα του Συμβουλίου, με τη σύμφωνη γνώμη του Χρηματοοικονομικού Επιτρόπου:
Νοείται περαιτέρω ότι, η αξιολόγηση των δημοσίων υπαλλήλων που απασχολούνται στο Φορέα, διενεργείται από το Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Οικονομικών, αφού ληφθούν υπόψη οι γραπτές απόψεις του Επιτρόπου.
84(I)/2010 125(Ι)/2014 174(I)/2017 153(I)/2023
ΜΕΡΟΣ VI ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΕΣ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΥ ΕΠΙΤΡΟΠΟΥ ΚΑΙ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΥΠΟΒΟΛΗΣ ΚΑΙ ΕΞΕΤΑΣΗΣ ΠΑΡΑΠΟΝΩΝ
Δικαιοδοσία Επιτρόπου
Άρθρο 9
9.-(1) Ο Επίτροπος έχει τις ακόλουθες αρμοδιότητες- (α) Αναλαμβάνει την καθημερινή διαχείριση του Φορέα και την εσωτερική οργάνωση του προσωπικού του Φορέα, σε συνεργασία με τον Βοηθό Επίτροπο· (β) δέχεται και επιλαμβάνεται παραπόνων ή καταγγελιών κατά χρηματοοικονομικών επιχειρήσεων ή διαφορών με χρηματοοικονομικές επιχειρήσεις κατά τα οριζόμενα στον παρόντα Νόμο και σε Οδηγίες που εκδίδονται δυνάμει αυτού αυτού και κατά τα οριζόμενα στο εδάφιο (4) του άρθρου 44Γ του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου· (γ) διορίζει διαμεσολαβητή ως προς την αναδιάρθρωση πιστωτικών διευκολύνσεων μετά από αίτηση του χρεώστη δυνάμει των διατάξεων του Μέρους VIA του παρόντος Νόμου και των Οδηγιών που εκδίδονται δυνάμει αυτού· (δ) ασκεί όλες τις εξουσίες και αρμοδιότητες που του ανατίθενται κατά τα οριζόμενα στον παρόντα Νόμο και σε Οδηγίες που εκδίδονται δυνάμει αυτού· (ε) προτείνει στο Συμβούλιο την πρόσληψη προσωπικού ή/και τη σύναψη συμβάσεων με φυσικά ή νομικά πρόσωπα για την παροχή υπηρεσιών σύμφωνα με τις διαδικασίες που προβλέπονται στον περί της Ρύθμισης των Διαδικασιών Σύναψης Δημοσίων Συμβάσεων και για Συναφή Θέματα Νόμο· (στ) εφαρμόζει τις αποφάσεις του Συμβουλίου· (ζ) ετοιμάζει, υποβάλλει και δημοσιεύει εκθέσεις κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 20· (η) καταρτίζει και εκδίδει Οδηγίες δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 21· (θ) συνεργάζεται στα θέματα των αρμοδιοτήτων του με τα αρμόδια όργανα άλλων κρατών μελών και με τις αρμόδιες εποπτικές αρχές της Δημοκρατίας κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 24· (ι) δύναται, σε συνεργασία με το Φορέα, να εκδίδει ή να δημοσιεύει ενημερωτικά δελτία που να παρέχουν πληροφορίες ή συμβουλές, τις οποίες θεωρεί κατάλληλες με βάση τα παράπονα που υποβλήθηκαν ή βάσει των γραπτών αποφάσεών του· (ια) τηρεί και δημοσιεύει Ειδικό Μητρώο Διαμεσολαβητών· και (ιβ) διορίζει εμπειρογνώμονα για τους σκοπούς εφαρμογής των διατάξεων του εδαφίου (4). (1Α) Ο Επίτροπος επιλαμβάνεται παραπόνων κατά χρηματοοικονομικών επιχειρήσεων σε σχέση με τα οποία πληρούνται σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) Το παράπονο να υποβάλλεται από καταναλωτή· (β) προτού να υποβληθεί το παράπονο εναντίον χρηματοοικονομικής επιχείρησης στον Επίτροπο, ο καταναλωτής να έχει υποβάλει το παράπονό του στην επηρεαζόμενη χρηματοοικονομική επιχείρηση κατά τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 11· (γ) η χρηματοοικονομική επιχείρηση, κατά της οποίας υποβάλλεται το παράπονο, να λειτουργούσε κατά το χρόνο στον οποίο αναφέρεται το παράπονο βάσει νομίμως χορηγηθείσας άδειας λειτουργίας ή να λειτουργούσε δυνάμει καθεστώτος ελεύθερης εγκατάστασης ή να εποπτευόταν από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου δυνάμει της εναρμονιστικής νομοθεσίας για τη μεταφορά της Οδηγίας (ΕΕ) 2021/2167 στο ημεδαπό δίκαιο:
Νοείται ότι, σε περίπτωση που χρηματοοικονομική επιχείρηση, εναντίον της οποίας υποβάλλεται το παράπονο, λειτουργεί στη Δημοκρατία δυνάμει καθεστώτος ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, ο Επίτροπος δεν εξετάζει το υποβληθέν παράπονο, αλλά το διαβιβάζει στο όργανο του κράτους μέλους που είναι αρμόδιο για τον εξώδικο διακανονισμό της σχετικής διαφοράς και ενημερώνει τον καταναλωτή για την ενέργεια αυτή:
Νοείται περαιτέρω ότι, σε περίπτωση που στο εν λόγω κράτος δεν έχει συσταθεί αρμόδιο όργανο υπεύθυνο για τον εξώδικο διακανονισμό διαφοράς που προκύπτει σύμφωνα με το παράπονο, ο Επίτροπος επιλαμβάνεται του εν λόγω παραπόνου. (1Β) Χωρίς επηρεασμό των διατάξεων του εδαφίου (1Α), ο Επίτροπος επιλαμβάνεται επιπροσθέτως, παραπόνου επιλέξιμου οφειλέτη κατά χρηματοοικονομικών επιχειρήσεων, το οποίο υποβάλλεται δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (4) του άρθρου 44Γ του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου.
Νοείται ότι, η διαδικασία που ακολουθείται ρυθμίζεται με Οδηγία που εκδίδεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 21.
84(I)/2010 125(Ι)/2014 174(I)/2017 125(I)/2020 153(I)/2023 154(I)/2023 87(I)/2026 Δικαίωμα υποβολής παραπόνου
Άρθρο 10
10.-(1) Καταναλωτής δύναται να υποβάλει παράπονο στον Επίτροπο, σύμφωνα με τη διαδικασία που καθορίζεται στο άρθρο 12, εφόσον είναι- (α) φυσικό πρόσωπο που δεν τελέι υπό καθεστώς πτώχευσης:
Νοείται ότι, φυσικό πρόσωπο που εμπίπτει στον ορισμό του όρου «χρηματοοικονομική επιχείρηση» όπως αυτός ορίζεται στο άρθρο 2, δύναται να υποβάλλει παράπονο στον Επίτροπο εναντίον άλλης χρηματοοικονομικής επιχείρησης, μόνο στην περίπτωση που το παράπονό του αφορά υπηρεσίες που το ίδιο δεν προσφέρει στους πελάτες του·· (β) νομικό πρόσωπο νομίμως εγγεγραμμένο που δεν τελεί υπό καθεστώς εκκαθάρισης, του οποίου ο ετήσιος κύκλος εργασιών κατά το έτος που προηγείται του έτους εντός του οποίου υποβάλλεται το παράπονο στον Επίτροπο, δεν υπερβαίνει τις τριακόσιες πενήντα χιλιάδες ευρώ (€350.000):
Νοείται ότι, νομικό πρόσωπο που εμπίπτει στον ορισμό του όρου «χρηματοοικονομική επιχείρηση» όπως αυτός ορίζεται στο άρθρο 2, δύναται να υποβάλει παράπονο στον Επίτροπο εναντίον άλλης χρηματοοικονομικής επιχείρησης, μόνο στην περίπτωση που το παράπονό του αφορά υπηρεσίες που το ίδιο δεν προσφέρει στους πελάτες του:
Νοείται περαιτέρω ότι, σε περίπτωση που το νομικό πρόσωπο συστάθηκε κατά τη διάρκεια του έτους που προηγείται του έτους εντός του οποίου υποβάλλεται το παράπονο στον Επίτροπο, ως ετήσιος κύκλος εργασιών λογίζεται ο κύκλος εργασιών της περιόδου από την 1η Ιανουαρίου του έτους εντός του οποίου υποβάλλεται το παράπονο μέχρι την ημερομηνία υποβολής του παραπόνου στον Επίτροπο με αναγωγή κατ’ αναλογίαν στους δώδεκα μήνες· (γ) φιλανθρωπικό ίδρυμα ή σωματείο ή ένωση προσώπων, του οποίου τα ετήσια έσοδα κατά το έτος που προηγείται του έτους εντός του οποίου υποβάλλεται το παράπονο στον Επίτροπο, δεν υπερβαίνουν τις διακόσιες πενήντα χιλιάδες ευρώ (€250.000):
Νοείται ότι, σε περίπτωση που το φιλανθρωπικό ίδρυμα ή το σωματείο ή η ένωση προσώπων συστάθηκε κατά τη διάρκεια του έτους που προηγείται του έτους εντός του οποίου υποβάλλεται το παράπονο στον Επίτροπο, ως ετήσια έσοδα λογίζονται τα έσοδα της περιόδου από την 1η Ιανουαρίου του έτους εντός του οποίου υποβάλλεται το παράπονο μέχρι την ημερομηνία υποβολής του παραπόνου στον Επίτροπο, με αναγωγή κατ’ αναλογίαν στους δώδεκα μήνες· (δ) καταπίστευμα, το καθαρό ενεργητικό του οποίου κατά την 31η Δεκεμβρίου του έτους που προηγείται του έτους εντός του οποίου υποβάλλεται το παράπονο στον Επίτροπο, δεν υπερβαίνει τις διακόσιες πενήντα χιλιάδες ευρώ (€250.000):
Νοείται ότι, σε περίπτωση που το καταπίστευμα συστάθηκε κατά τη διάρκεια του έτους εντός του οποίου υποβάλλεται το παράπονο στον Επίτροπο, το καθαρό ενεργητικό του καταπιστεύματος κατά την ημερομηνία υποβολής του παραπόνου δεν πρέπει να υπερβαίνει τις διακόσιες πενήντα χιλιάδες ευρώ (€250.000) ή (ε) ταμείο προνοίας, το καθαρό ενεργητικό του οποίου κατά την 31η Δεκεμβρίου του έτους που προηγείται του έτους εντός του οποίου υποβάλλεται το παράπονο στον Επίτροπο, δεν υπερβαίνει τις διακόσιες πενήντα χιλιάδες ευρώ (€250.000):
Νοείται ότι, σε περίπτωση που το ταμείο προνοίας συστάθηκε κατά τη διάρκεια του έτους εντός του οποίου υποβάλλεται το παράπονο στον Επίτροπο, το καθαρό ενεργητικό του ταμείου προνοίας κατά την ημερομηνία υποβολής του παραπόνου δεν πρέπει να υπερβαίνει τις διακόσιες πενήντα χιλιάδες ευρώ (€250.000).
84(I)/2010 174(I)/2017 159(I)/2018 153(I)/2023 Υποβολή παραπόνου στον Επίτροπο για επιβεβαίωση χρέους 10Α.-(1) Ανεξαρτήτως των διατάξεων του άρθρου 10, καταναλωτής δύναται να υποβάλει παράπονο στον Επίτροπο δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (4) του άρθρου 44Γ του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου, το οποίο εξετάζεται σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στα άρθρα 12 έως 14, εφόσον- (α) εμπίπτει στον ορισμό του «επιλέξιμου οφειλέτη» όπως ορίζεται στο Μέρος VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου· και (β)έχει υποβάλει το αίτημά του στον Επίτροπο εντός τριάντα (30) ημερών από την παραλαβή της ειδοποίησης κατά τον Τύπο «Ι» δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (1) του άρθρου 44Γ του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου ή κατά τον Τύπο «ΙΑ» δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (2) του άρθρου 44Γ του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου:
Νοείται ότι, το δικαίωμα του επιλέξιμου οφειλέτη για υποβολή παραπόνου στον Επίτροπο κατόπιν παραλαβής της ειδοποίησης κατά τον Τύπο «Ι» ή «ΙΑ», ως αναφέρεται στην παρούσα παράγραφο, δύναται να ασκηθεί μόνο μια φορά.
Νοείται ότι, με την πάροδο της χρονικής περιόδου η οποία προβλέπεται στο παρόν εδάφιο, το αδειοδοτημένο ίδρυμα δύναται να συνεχίσει με τη διαδικασία της σκοπούμενης πώλησης, ως προβλέπεται στο Μέρος VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου:
Νοείται περαιτέρω ότι, οι διατάξεις του παρόντος Νόμου δεν επηρεάζουν τις διαδικασίες που προβλέπονται στις διατάξεις του περί Συμβούλων Αφερεγγυότητας Νόμου και του περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διάταγμα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμου και οποιαδήποτε πράξη ή απόφαση που εκδίδεται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου δεν επηρεάζει τυχόν πράξεις ή αποφάσεις που εκδίδονται στο πλαίσιο του εν λόγω Νόμου.
154(I)/2023 87(I)/2026 Υποβολή παραπόνου προς χρηματοοικονομική επιχείρηση
Άρθρο 11
11.-(1) Καταναλωτής που έχει παράπονο εναντίον χρηματοοικονομικής επιχείρησης, δύναται να το υποβάλει γραπτώς στην χρηματοοικονομική επιχείρηση, εντός προθεσμίας έξι (6) μηνών από την ημερομηνία που έλαβε γνώση ή που λογικά θα έπρεπε να είχε λάβει γνώση της επιβλαβούς, κατά την άποψή του, πράξης ή παράλειψης της χρηματοοικονομικής επιχείρησης ή του γεγονότος ότι είχε έρεισμα για υποβολή παραπόνου.
Νοείται ότι, η προθεσμία αναφορικά με τη γνωστοποίηση λήψης του παραπόνου δεν εφαρμόζεται σε περίπτωση που η χρηματοοικονομική επιχείρηση, απαντήσει στον καταναλωτή επί του παραπόνου εντός των προβλεπόμενων δεκαπέντε (15) ημερών.
84(I)/2010 125(I)/2020 Υποβολή παραπόνου στον Επίτροπο
Άρθρο 12
12.-(1) Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (3) του άρθρου 11, ο καταναλωτής δύναται να υποβάλλει ενυπόγραφο παράπονο στον Επίτροπο και τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 10Α, ο επιλέξιμος οφειλέτης δύναται να υποβάλει ενυπόγραφο παράπονο στον Επίτροπο.
84(I)/2010 125(I)/2020 154(I)/2023 Εξέταση παραπόνου από τον Επίτροπο
Άρθρο 13
13.-(1) Ο Επίτροπος εξετάζει τα παράπονα που εμπίπτουν στην αρμοδιότητά του, σύμφωνα με τις Οδηγίες που εκδίδονται δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 21.
Νοείται ότι, με τη λήψη της πιο πάνω ειδοποίησης ή της με οποιοδήποτε άλλο τρόπο ενημέρωσής του για την έναρξη της δικαστικής διαδικασίας, ο Επίτροπος τερματίζει τη διαδικασία εξέτασης του παραπόνου και ειδοποιεί σχετικά τη χρηματοοικονομική επιχείρηση.
Νοείται περαιτέρω ότι, για τις περιπτώσεις υποβολής παραπόνου από επιλέξιμο οφειλέτη δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (1Β) του άρθρου 9, ο εν λόγω οφειλέτης δύναται να ζητήσει από τον Επίτροπο να μην τερματίσει τη διαδικασία και να εξετάσει το παράπονο πριν από την έκδοση της απόφασης του Δικαστηρίου, με σκοπό την εξωδικαστική επίλυση του παραπόνου, όπου είναι δυνατό και σε τέτοια περίπτωση, ο επιλέξιμος οφειλέτης ενημερώνει σχετικά το Δικαστήριο σε οποιαδήποτε εκκρεμούσα διαδικασία.
Νοείται ότι, με τη λήψη όλων των ειδοποιήσεων, ο Επίτροπος τερματίζει τη διαδικασία εξέτασης του παραπόνου εφόσον βεβαιωθεί ότι τυχόν ποσό αποζημίωσης που έχει συμφωνηθεί, μεταξύ των εμπλεκομένων στο παράπονο, μερών έχει καταβληθεί στον καταναλωτή.
84(I)/2010 154(I)/2023 Απόφαση επί του παραπόνου
Άρθρο 14
14.-(1) Ο Επίτροπος όταν ολοκληρώσει την εξέταση του παραπόνου, εκδίδει γραπτώς την τελική του απόφαση, την οποία λαμβάνει σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου και τις δυνάμει αυτού εκδιδόμενες Οδηγίες και την κοινοποιεί τόσο στον καταναλωτή που υπέβαλε το παράπονο όσο και στη χρηματοοικονομική επιχείρηση, εναντίον της οποίας ο εν λόγω καταναλωτής είχε υποβάλει το παράπονο:
Νοείται ότι, ο Επίτροπος καταλήγει στην τελική του απόφαση, λαμβάνοντας υπόψη το νομικό πλαίσιο εντός του οποίου λειτουργούν οι χρηματοοικονομικές επιχειρήσεις, τους σχετικούς κώδικες επαγγελματικής συμπεριφοράς και τη γενικά αποδεκτή ακολουθούμενη επιχειρηματική πρακτική, έχοντας ως στόχο τον διακανονισμό των παραπόνων που υποβάλλονται σ’ αυτόν.
Νοείται ότι, το επιτόκιο καθορίζεται με βάση το άρθρο 33 του περί Δικαστηρίων Νόμου.
Νοείται ότι, ο Επίτροπος κατ’ εξαίρεση και σε ιδιαίτερα περίπλοκες περιστάσεις, δύναται να παρατείνει την προθεσμία των ενενήντα (90) ημερών μετά από σχετική ενημέρωση του Συμβουλίου του Φορέα και ενημερώνει τα μέρη για κάθε παράταση της προθεσμίας, καθώς και για το χρονικό διάστημα που αναμένεται να απαιτηθεί για την έκδοση απόφασης επί του παραπόνου, (γ) το αργότερο εντός σαράντα πέντε (45) ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία ο Φορέας έλαβε το παράπονο από επιλέξιμο οφειλέτη, δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (4) του άρθρου 44Γ του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου.
Νοείται ότι, μέχρι την ημερομηνία έκδοσης της προβλεπόμενης στο εδάφιο (13) Οδηγίας όλα τα παράπονα, ανεξαρτήτως ορίου ποσού της διαφοράς, τυγχάνουν χειρισμού από τον Επίτροπο.
84(I)/2010 174(I)/2017 125(I)/2020 153(I)/2023 154(I)/2023 87(I)/2026 ΜΕΡΟΣ VIA ΤΟΝ ΔΙΟΡΙΣΜΟ ΔΙΑΜΕΣΟΛΑΒΗΤΗ ΓΙΑ ΣΚΟΠΟΥΣ ΑΝΑΔΙΑΡΘΡΩΣΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΩΝ ΔΙΕΥΚΟΛΥΝΣΕΩΝ Ερμηνεία 14Α. Για τους σκοπούς του παρόντος Μέρους- «αίτηση» σημαίνει τη γραπτή υποβολή, από χρεώστη στον Επίτροπο, αιτήματος για διορισμό διαμεσολαβητή σε σχέση με διαδικασία αναδιάρθρωσης πιστωτικών διευκολύνσεων∙ «επαγγελματική στέγη» σημαίνει ακίνητο το οποίο χρησιμοποιείται ως χώρος στέγασης και διεξαγωγής των επιχειρηματικών ή/και εμπορικών δραστηριοτήτων της επιχείρησης του χρεώστη και το οποίο είναι απαραίτητο για τη συνέχιση της λειτουργίας αυτής· «Επιτροπή Επίλυσης Διαφορών» σημαίνει την επιτροπή που διορίζεται από το αδειοδοτημένο ίδρυμα ή αγοραστή πιστώσεων, όπου εφαρμόζεται, η οποία έχει την ευθύνη σύμφωνα με την περί Διαχείρισης Καθυστερήσεων Οδηγία της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, για εξέταση παραπόνων από χρεώστη, σε σχέση με απόφαση που έχει ληφθεί από το αδειοδοτημένο ίδρυμα ή αγοραστή πιστώσεων ή παράλειψη ή άρνηση λήψης απόφασης του αδειοδοτημένου ιδρύματος ή αγοραστή πιστώσεων, σε σχέση με την αναδιάρθρωση πιστωτικών διευκολύνσεων του χρεώστη∙ «κύρια κατοικία» σημαίνει την κατοικία που χρησιμοποιείται για τη διαμονή του ιδιοκτήτη της ή την υπό ανέγερση κατοικία που θα χρησιμοποιείται για τη διαμονή του ιδιοκτήτη της ή σε περίπτωση σύμβασης χρηματοδοτικής μίσθωσης, του αντισυμβαλλομένου στη σύμβαση, μισθωτή της, για περίοδο τουλάχιστον έξι (6) μηνών κατ’ έτος∙ «Οδηγία Διαχείρισης Καθυστερήσεων» σημαίνει την περί Διαχείρισης Καθυστερήσεων Οδηγία του 2013 και 2014, η οποία δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας την 9η Σεπτεμβρίου 2013, όπως αυτή εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται∙ «πιστωτική διευκόλυνση» σημαίνει- (α) δάνειο ή όριο υπεραναλήψεως ή όριο πιστωτικής κάρτας συνολικής συμβατικής υποχρέωσης μέχρι του ποσού των τριακοσίων πενήντα χιλιάδων ευρώ (€350.000), το οποίο εκδόθηκε αρχικά από πιστωτικό ίδρυμα σε χρεώστη ή/και τροποποιήθηκε ή/και αντικαταστάθηκε και το οποίο εξασφαλίζεται με υποθήκη ή με σύμβαση εκχώρησης εξασφάλισης που κατατέθηκε στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας επί ακινήτου που χρησιμοποιείται ως κύρια κατοικία ή ως επαγγελματική στέγη, η εκτιμημένη αξία της οποίας δεν υπερβαίνει τις τριακόσιες πενήντα χιλιάδες ευρώ (€350.000) και επτακόσιες πενήντα χιλιάδες ευρώ (€750.000), αντίστοιχα· ή (β) χρηματοδοτική μίσθωση ακινήτου, το οποίο χρησιμοποιείται ως κύρια κατοικία ή ως επαγγελματική στέγη, η εκτιμημένη αξία της οποίας δεν υπερβαίνει τις τριακόσιες πενήντα χιλιάδες ευρώ (€350.000) και επτακόσιες πενήντα χιλιάδες ευρώ (€750.000), αντίστοιχα, συνολικής συμβατικής υποχρέωσης μέχρι του ποσού των τριακόσιων πενήντα χιλιάδων ευρώ (€350.000):
Νοείται ότι, η εκτίμηση της αξίας της κύριας κατοικίας ή επαγγελματικής στέγης διενεργείται από εκτιμητή μέλος του Επιστημονικού και Τεχνικού Επιμελητηρίου Κύπρου· «σύμβαση εκχώρησης εξασφάλισης» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τον περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμο. «τερματισμένη πιστωτική διευκόλυνση» σημαίνει την πιστωτική διευκόλυνση η οποία ήταν τερματισμένη κατά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί της Σύστασης και Λειτουργίας του Ενιαίου Φορέα Εξώδικης Επίλυσης Διαφορών Χρηματοοικονομικής Φύσεως (Τροποποιητικού) Νόμου του 2023· «χρεώστης» σημαίνει καταναλωτή, όπως ο όρος αυτός ορίζεται στο άρθρο 2, του οποίου οι πιστωτικές διευκολύνσεις προς πιστωτικό ίδρυμα ή εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων ή αγοραστή πιστώσεων, παρουσιάζουν καθυστερήσεις ή υπερβάσεις και ως εκ τούτου χρήζουν αναδιάρθρωσης ή έχουν τερματιστεί, νοουμένου ότι ο καταναλωτής δεν έχει κηρυχθεί σε πτώχευση ή δεν βρίσκεται σε διαδικασία εκκαθάρισης, ανάλογα με την περίπτωση.
125(Ι)/2014 174(I)/2017 153(I)/2023 Πεδίο εφαρμογής του παρόντος Μέρους 14Β.(1) Στις περιπτώσεις διαδικασιών αναδιάρθρωσης πιστωτικών διευκολύνσεων χρεωστών, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 14Α όπου εφαρμόζεται και στην Οδηγία Διαχείρισης Καθυστερήσεων, εφαρμόζονται οι διατάξεις του παρόντος Μέρους:
Νοείται ότι, οι διατάξεις του παρόντος Μέρους αποτελούν πρόσθετη αρμοδιότητα του Φορέα, από τα οριζόμενα στο άρθρο 4, για τη διευκόλυνση της διαδικασίας διαμεσολάβησης αναφορικά με τη διαδικασία αναδιάρθρωσης πιστωτικών διευκολύνσεων χρεωστών μέχρι των ορίων που προβλέπονται στον ορισμό του όρου «πιστωτική διευκόλυνση» του άρθρου 14Α και που εξασφαλίζονται με υποθήκη ή με σύμβαση εκχώρησης εξασφάλισης που κατατέθηκε στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας επί ακινήτου που χρησιμοποιείται ως κύρια κατοικία ή ως επαγγελματική στέγη, για τους οποίους κρίνεται πρόσφορη η υιοθέτηση διαδικασίας διαμεσολάβησης με βάση τις διατάξεις του παρόντος Μέρους.
Νοείται ότι, η εν λόγω υποχρέωση του αδειοδοτημένου ιδρύματος ή αγοραστή πιστώσεων παύει να ισχύει σε περίπτωση που το δικαστήριο, αυτεπάγγελτα ή κατόπιν αιτήματος οποιουδήποτε διάδικου, διακόψει δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (7) τη διαδικασία διαμεσολάβησης πριν από τη λήξη της αναφερόμενης στα εδάφια (5) και (6) αναβολής.
125(Ι)/2014 153(I)/2023 Υποβολή αίτησης από χρεώστη και διαμεσολάβηση 14Γ. (1) Χρεώστης δύναται, για σκοπούς διαδικασίας αναδιάρθρωσης πιστωτικών διευκολύνσεων, να υποβάλει αίτηση στον Επίτροπο προκειμένου αυτός να διορίσει διαμεσολαβητή, ο οποίος είναι εγγεγραμμένος στο Μητρώο Διαμεσολαβητών που προβλέπεται στις υποπαραγράφους (i) και (ii) της παραγράφου (α) του άρθρου 7 του περί Ορισμένων Θεμάτων Διαμεσολάβησης σε Αστικές Διαφορές Νόμου και ο οποίος επιπρόσθετα έχει τύχει επιμόρφωσης από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου σε θέματα αναδιάρθρωσης πιστωτικών διευκολύνσεων και έχει επιτύχει σε γραπτές εξετάσεις των οποίων το περιεχόμενο, ο τρόπος διεξαγωγής, η συχνότητα, η εξεταστέα ύλη, καθώς και οποιοδήποτε άλλο θέμα χρήζει ή είναι επιδεκτικό καθορισμού, εξειδίκευσης ή διευκρίνισης, καθορίζεται, εξειδικεύεται ή διευκρινίζεται με Οδηγίες που εκδίδονται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 21:
Νοείται ότι, πρόσωπο που είναι εγγεγραμμένο στο Μητρώο Διαμεσολαβητών, το οποίο προβλέπεται στην υποπαράγραφο (i) της παραγράφου (α) του άρθρου 7 του περί Ορισμένων Θεμάτων Διαμεσολάβησης σε Αστικές Διαφορές Νόμου, θα πρέπει να έχει τύχει κατάρτισης για θέματα διαμεσολάβησης από αναγνωρισμένους οίκους και να έχει λάβει πιστοποιητικό μετά από Ειδικές εξετάσεις:
Νοείται περαιτέρω ότι, η υποχρέωση επιτυχίας σε γραπτές εξετάσεις σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (1), δεν εφαρμόζεται πριν τη διεξαγωγή των πρώτων εξετάσεων σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (1):
Νοείται έτι περαιτέρω ότι, σε περίπτωση αποτυχίας υποψηφίου στις πρώτες εξετάσεις, αυτός δύναται να διεκπεραιώσει οποιεσδήποτε ανειλημμένες κατά το χρόνο της αποτυχίας, υποθέσεις διαμεσολάβησης:
Νοείται έτι έτι περαιτέρω ότι, για σκοπούς επιμόρφωσης των διαμεσολαβητών σε θέματα πιστωτικών διευκολύνσεων, η Κεντρική Τράπεζα διοργανώνει τα εν λόγω σεμινάρια σε τακτή βάση, εν πάση δε περιπτώσει το διάστημα το οποίο απέχει μεταξύ δύο σεμιναρίων δεν πρέπει να υπερβαίνει τα δύο (2) έτη.
Νοείται ότι, ο χρεώστης περιλαμβάνει στην κατά τα οριζόμενα στο εδάφιο (1) αίτησή του- (α) την ημερομηνία κατά την οποία υπήρξε η πρώτη επαφή μεταξύ χρεώστη και αδειοδοτημένου ιδρύματος ή αγοραστή πιστώσεων· (β) το στάδιο στο οποίο βρίσκεται η διαδικασία αναδιάρθρωσης των πιστωτικών διευκολύνσεων, όπου εφαρμόζεται· (γ) τους λόγους για τους οποίους κρίνει απαραίτητο τον διορισμό διαμεσολαβητή· και (δ) στοιχεία και πληροφορίες που αφορούν την πιστωτική διευκόλυνση, τις καθυστερήσεις ή υπερβάσεις, την πρόταση αναδιάρθρωσης πιστωτικής διευκόλυνσης ή την επιστολή τερματισμού της πιστωτικής διευκόλυνσης του αδειοδοτημένου ιδρύματος ή του αγοραστή πιστώσεων, σε περίπτωση που τέτοια πρόταση υποβλήθηκε, καθώς και οποιαδήποτε άλλα στοιχεία που είναι απαραίτητα για σκοπούς της διαδικασίας της διαμεσολάβησης:
Νοείται περαιτέρω ότι, σε περίπτωση που αδειοδοτημένο ίδρυμα ή αγοραστής πιστώσεων δεν υποβάλει πρόταση αναδιάρθρωσης πιστωτικής διευκόλυνσης ή δεν αποστείλει επιστολή αρνητικής απόφασης εντός έξι (6) μηνών από την ημερομηνία της αναφερόμενης στην παράγραφο (α) υποβολής κατάστασης σχετικών οικονομικών στοιχείων από το χρεώστη, ο χρεώστης δύναται να υποβάλει την κατά τα οριζόμενα στο εδάφιο (1) αίτηση, εντός χρονικού διαστήματος τριάντα (30) εργάσιμων ημερών από την παρέλευση της προαναφερθείσας εξάμηνης προθεσμίας.
Νοείται ότι το αδειοδοτημένο ίδρυμα ή αγορά πιστώσεων οφείλει να συμμετάσχει στη διαδικασία διαμεσολάβησης.
Νοείται ότι, ο Επίτροπος δύναται με ερμηνευτική εγκύκλιό του, κατά τα οριζόμενα στο εδάφιο (12), να καθορίσει τον τρόπο υπολογισμού του κόστους για τη χρήση των υπηρεσιών του διαμεσολαβητή.
Νοείται ότι, ο Επίτροπος ενημερώνει γραπτώς την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου ανά τριμηνία σε σχέση με τις περιπτώσεις για τις οποίες δεν έχει επιτευχθεί συμφωνία και η διαμεσολάβηση κηρύχθηκε άκαρπη και για τις οποίες η έκθεση του διαμεσολαβητή περιέχει αναφορές σε μη ικανοποιητική εφαρμογή των προνοιών του Κώδικα από το αδειοδοτημένο ίδρυμα ή τον αγοραστή πιστώσεων. (δ) [Διαγράφηκε].
Νοείται ότι, ο χρόνος ολοκλήρωσης της διαδικασίας δύναται να παραταθεί, αν κατά την κρίση του Επιτρόπου, συντρέχει σοβαρός λόγος για ακόμη ένα μήνα.
Νοείται ότι, ο χρεώστης δε δύναται να αποταθεί εκ νέου στον Επίτροπο για διορισμό διαμεσολαβητή.
125(Ι)/2014 125(I)/2015 174(I)/2017 ΔΙΟΡΘ. Ε.Ε. Παρ. Ι(Ι), Αρ. 4632, 15.12.2017 125(I)/2020 153(I)/2023 Μη συμμόρφωση ΑΠΙ προς τις διατάξεις του παρόντος Νόμου 14Δ. [Διαγράφηκε] Ιστορικό Τροποποιήσεων 153(I)/2023 ΜΕΡΟΣ VIB ΕΙΔΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΠΟΥ ΡΥΘΜΙΖΟΥΝ ΤΗΝ ΕΠΙΛΥΣΗ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ ΠΙΣΤΩΣΗΣ ΠΟΥ ΑΦΟΡΟΥΝ ΤΗΝ ΑΠΟΚΤΗΣΗ ΑΚΙΝΗΤΩΝ Η ΥΠΟΘΗΚΕΥΣΗ ΚΑΤΟΙΚΙΑΣ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΗ Ερμηνεία 14Ε. Για σκοπούς του παρόντος Μέρους, εκτός εάν από το κείμενο προκύπτει διαφορετική έννοια- «καταγγελία» σημαίνει υποβολή από καταναλωτή στο Φορέα γραπτής διαμαρτυρίας, αντίρρησης ή διαφοράς εναντίον πιστωτή ή/και μεσίτη πιστώσεων, εξαιρουμένων καταγγελιών τρίτων εκτός από την περίπτωση που ο καταγγέλλων είναι πρόσωπο στο οποίο μεταβιβάζεται το όφελος της απαίτησης βάσει ασφαλιστηρίου, με σύμβαση εκχώρησης δικαιωμάτων, σύμβαση υποκατάστασης ή δυνάμει νομοθεσίας∙ «καταναλωτής» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το Νόμο∙ «μεσίτης πιστώσεων» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το Νόμο· «Νόμος» σημαίνει τον περί Συμβάσεων Πίστωσης για Καταναλωτές σε σχέση με Ακίνητα που προορίζονται για Κατοικία Νόμο του 2017∙ «Οδηγία 2014/17/ΕΕ» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Οδηγία 2014/17/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 4ης Φεβρουαρίου 2014 σχετικά με τις συμβάσεις πίστωσης για καταναλωτές για ακίνητα που προορίζονται για κατοικία και την τροποποίηση των οδηγιών 2008/48/ΕΚ και 2013/36/ΕΕ και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1093/2010, όπως διορθώθηκε και όπως τροποποιήθηκε από τον Κανονισμό (ΕΕ) 2016/1011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 8ης Ιουνίου 2016 σχετικά με τους δείκτες που χρησιμοποιούνται ως δείκτες αναφοράς σε χρηματοπιστωτικά μέσα και χρηματοπιστωτικές συμβάσεις ή για τη μέτρηση της απόδοσης επενδυτικών κεφαλαίων, και για την τροποποίηση των οδηγιών 2008/48/ΕΚ και 2014/17/ΕΕ και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 596/2014 και όπως εκάστοτε περαιτέρω τροποποιείται ή αντικαθίσταται· «πιστωτής» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το Νόμο∙ «σύμβαση πίστωσης» σημαίνει σύμβαση πίστωσης η οποία εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του Νόμου ή/και των εθνικών νομοθεσιών άλλων κρατών μελών, δυνάμει των οποίων μεταφέρονται στο εθνικό τους δίκαιο οι πρόνοιες της Οδηγίας 2014/17/ΕΕ.
80(I)/2017 Πεδίο εφαρμογής του παρόντος Μέρους 14ΣΤ. Το παρόν Μέρος εφαρμόζεται στις περιπτώσεις διαφορών μεταξύ καταναλωτή αφενός και πιστωτή ή/και μεσίτη πιστώσεων αφετέρου, σχετικά με τα δικαιώματα του καταναλωτή και τις υποχρεώσεις του πιστωτή ή/και μεσίτη πιστώσεων, όπως προκύπτουν από τις διατάξεις του Νόμου:
Νοείται ότι, οι διατάξεις του παρόντος Μέρους αποτελούν πρόσθετη αρμοδιότητα του Φορέα, από τα οριζόμενα στο άρθρο 4.
80(I)/2017 Δικαίωμα καταναλωτή για υποβολή καταγγελίας 14Ζ.-(1) Καταναλωτής δύναται, για σκοπούς επίλυσης διαφορών του με πιστωτή ή/και μεσίτη πιστώσεων, σχετικά με τα δικαιώματα του καταναλωτή και τις υποχρεώσεις πιστωτή ή/και μεσίτη πιστώσεων όπως προκύπτουν από τις διατάξεις του Νόμου, να υποβάλει καταγγελία στον Επίτροπο, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 14Η.
80(I)/2017 Δικαιοδοσία Επιτρόπου 14Η.-(1) Ο Επίτροπος επιλαμβάνεται καταγγελίας σε σχέση με την οποία πληρούνται σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) Η καταγγελία υποβάλλεται από καταναλωτή∙ (β) ο πιστωτής ή/και μεσίτης πιστώσεων εναντίον του οποίου υποβάλλεται η καταγγελία, λειτουργούσε κατά το χρόνο στον οποίο αναφέρεται η καταγγελία βάσει νομίμως χορηγηθείσας άδειας λειτουργίας η οποία εκδόθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου ή λειτουργούσε δυνάμει καθεστώτος ελεύθερης εγκατάστασης:
Νοείται ότι, σε περίπτωση που πιστωτής ή/και μεσίτης πιστώσεων εναντίον του οποίου υποβάλλεται η καταγγελία, λειτουργεί στη Δημοκρατία δυνάμει καθεστώτος ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, ο Επίτροπος δεν εξετάζει το υποβληθέν παράπονο, αλλά διαβιβάζει αυτό στο όργανο του κράτους μέλους που είναι αρμόδιο για τον εξώδικο διακανονισμό της σχετικής διαφοράς και ενημερώνει τον καταναλωτή για την ενέργεια αυτή:
Νοείται περαιτέρω ότι, σε περίπτωση που στο εν λόγω κράτος δεν έχει συσταθεί αρμόδιο όργανο υπεύθυνο για τον εξώδικο διακανονισμό διαφοράς που προκύπτει σύμφωνα με την καταγγελία, ο Επίτροπος επιλαμβάνεται της εν λόγω καταγγελίας.
Νοείται ότι, ο Επίτροπος δύναται να επιλαμβάνεται καταγγελίας η οποία παραπέμπεται σε διαμεσολάβηση από το δικαστήριο κατ’ αναλογία των διατάξεων των εδαφίων (5) έως (10) του άρθρου 9· (β) για την οποία κατά την κρίση του Επιτρόπου δεν υπάρχει βάση για την υποβολή παραπόνου· ή (γ) η οποία κατά την ημερομηνία υποβολής της εξετάζεται ή έχει εξεταστεί προηγουμένως από τον Επίτροπο ή από άλλο φορέα εναλλακτικής επίλυσης διαφορών ή από Δικαστήριο.
80(I)/2017 125(I)/2020 153(I)/2023 Υποβολή καταγγελίας στον Επίτροπο 14Θ.-(1) Ο καταναλωτής δύναται να υποβάλλει στον Επίτροπο καταγγελία, υπό τον όρο ότι αυτή φέρει την υπογραφή του καταναλωτή.
Νοείται ότι, σε περίπτωση που οποιοδήποτε από τα εμπλεκόμενα μέρη δεν δηλώσει γραπτώς αποδοχή ή μη αποδοχή της δεσμευτικότητας της απόφασης, ο Επίτροπος θεωρεί ότι το εν λόγω μέρος δεν αποδέχτηκε τη δεσμευτικότητα της απόφασής του:
Νοείται περαιτέρω ότι, η απόφαση του Επιτρόπου είναι δεσμευτική μόνον εφόσον έχουν αποδεχτεί την δεσμευτικότητά της όλα τα εμπλεκόμενα μέρη. (5Α) Ανεξαρτήτως της αποδοχής των εμπλεκόμενων μερών της δεσμευτικότητας της απόφασης δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (5), απόφαση του Επιτρόπου ή του Βοηθού Επιτρόπου η οποία καθορίζει χρηματική αποζημίωση ή επιβάλλει άλλη υποχρέωση σε χρηματοοικονομική επιχείρηση, η χρηματική αξία της οποίας δεν υπερβαίνει τις είκοσι χιλιάδες ευρώ (€20.000), καθίσταται δεσμευτική απόφαση για τα μέρη. (5Β) Τα μέρη διατηρούν το δικαίωμά τους να αμφισβητήσουν τη δεσμευτική απόφαση του Επιτρόπου ή του Βοηθού Επιτρόπου, η οποία εκδίδεται δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (5Α), με την καταχώριση αίτησης ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου εντός προθεσμίας τριάντα (30) ημερών από την κοινοποίηση της απόφασης και σε περίπτωση που τα μέρη καταχωρήσουν αίτηση η δεσμευτικότητα της απόφασης αίρεται μέχρι την έκδοση τελικής απόφασης από το Δικαστήριο. (5Γ) Τα μέρη υποχρεούνται να συμμορφωθούν πλήρως με το διατακτικό της δεσμευτικής απόφασης εντός τριάντα (30) ημερών από την εκπνοή της προθεσμίας καταχώρησης αίτησης ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου, εκτός εάν ο Επίτροπος ή ο Βοηθός Επίτροπος, αιτιολογημένα και λαμβάνοντας υπόψη τη φύση της καταγγελίας, έχει καθορίσει διαφορετικό χρονικό διάστημα στο κείμενο της απόφασής του ή από την ημερομηνία έκδοσης απόφασης από το Επαρχιακό Δικαστήριο επί τέτοιας αίτησης.
80(I)/2017 125(I)/2020 153(I)/2023 87(I)/2026 Τερματισμός της διαδικασίας εξέτασης καταγγελίας 14Ι.-(1) Σε περίπτωση που μετά την υποβολή καταγγελίας ο καταναλωτής καταχωρεί αγωγή με αντικείμενο ίδιο με αυτό της καταγγελίας, τότε ειδοποιεί αυθημερόν τον Επίτροπο για την ενέργεια αυτή:
Νοείται ότι, με τη λήψη της πιο πάνω ειδοποίησης ή της με οποιοδήποτε άλλο τρόπο ενημέρωσής του για την έναρξη της δικαστικής διαδικασίας, ο Επίτροπος τερματίζει τη διαδικασία εξέτασης της καταγγελίας και ειδοποιεί σχετικά τον πιστωτή ή/και μεσίτη πιστώσεων:
Νοείται περαιτέρω ότι, σε περίπτωση τερματισμού της διαδικασίας εξέτασης της καταγγελίας εντός δεκαπέντε (15) ημερών από την υποβολή της καταγγελίας από τον καταναλωτή και πριν από την έναρξη της διαδικασίας εξέτασης της καταγγελίας, ο Επίτροπος επιστρέφει το καταβληθέν δυνάμει των διατάξεων της παραγράφου (ε) του εδαφίου (2) του άρθρου 15 ποσό.
Νοείται ότι, με τη λήψη όλων των ειδοποιήσεων ο Επίτροπος τερματίζει τη διαδικασία εξέτασης της καταγγελίας εφόσον βεβαιωθεί ότι τυχόν ποσό αποζημίωσης που έχει συμφωνηθεί μεταξύ των εμπλεκόμενων μερών έχει καταβληθεί στον καταναλωτή.
80(I)/2017 Απόφαση επί καταγγελίας 14ΙΑ.-(1) Ο Επίτροπος, αφού ολοκληρώσει την εξέταση της καταγγελίας, εκδίδει γραπτώς την τελική του απόφαση και την κοινοποιεί στον καταναλωτή που υπέβαλε την καταγγελία και στον πιστωτή ή/και μεσίτη πιστώσεων εναντίον του οποίου ο καταναλωτής υπέβαλε την καταγγελία:
Νοείται ότι, ο Επίτροπος καταλήγει στην τελική του απόφαση λαμβάνοντας υπόψη το νομικό πλαίσιο εντός του οποίου λειτουργούν οι πιστωτές ή/και μεσίτες πιστώσεων δυνάμει των διατάξεων του Νόμου, οποιασδήποτε άλλης σχετικής νομοθεσίας, της νομολογίας, των σχετικών κώδικων επαγγελματικής συμπεριφοράς και της γενικά αποδεκτής ακολουθούμενης επιχειρηματικής πρακτικής, έχοντας ως στόχο τον διακανονισμό και επίλυση των καταγγελιών που υποβάλλονται σε αυτόν.
80(I)/2017 125(I)/2020 153(I)/2023 87(I)/2026 ΜΕΡΟΣ VΙΓ ΕΙΔΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΠΟΥ ΡΥΘΜΙΖΟΥΝ ΤΗΝ ΕΠΙΛΥΣΗ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΠΟΥ ΠΡΟΚΥΠΤΟΥΝ ΜΕΤΑΞΥ ΤΩΝ ΔΙΚΑΙΟΥΧΩΝ ΠΛΗΡΩΜΗΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΟΙΚΕΙΩΝ ΠΑΡΟΧΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΠΛΗΡΩΜΗΣ Ερμηνεία 14ΙΒ. Για σκοπούς του παρόντος Μέρους, εκτός εάν από το κείμενο προκύπτει διαφορετική έννοια- «παράπονο» σημαίνει τη γραπτή υποβολή, από δικαιούχο πληρωμής στο Φορέα, διαμαρτυρίας ή αντίρρησης, εναντίον παρόχου υπηρεσιών πληρωμής σχετικά με διαφορά· «διαφορά» σημαίνει διαφορά που προκύπτει στο πλαίσιο του Κανονισμού (ΕΕ) 2015/751 μεταξύ δικαιούχου πληρωμής και παρόχου υπηρεσιών πληρωμής· 75(I)/2018 Πεδίο εφαρμογής του παρόντος Μέρους 14ΙΓ. Το παρόν Μέρος εφαρμόζεται στις περιπτώσεις διαφορών μεταξύ δικαιούχου πληρωμής και οικείου παρόχου υπηρεσιών πληρωμής:
Νοείται ότι οι διατάξεις του παρόντος Μέρους αποτελούν πρόσθετη αρμοδιότητα του Φορέα, από τα οριζόμενα στο άρθρο 4.
75(I)/2018 Δικαίωμα δικαιούχου πληρωμής για υποβολή παραπόνου 14ΙΔ. Δικαιούχος πληρωμής δύναται, για σκοπούς επίλυσης διαφοράς, να υποβάλει παράπονο στον Επίτροπο, τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Μέρους.
75(I)/2018 Αρμοδιότητα Επιτρόπου 14ΙΕ.-(1) Ο Επίτροπος επιλαμβάνεται διαφορών κατά παρόχων υπηρεσιών πληρωμής σε σχέση με τις οποίες πληρούνται σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) Το παράπονο υποβάλλεται από δικαιούχο πληρωμής· (β) προτού υποβληθεί παράπονο κατά παρόχου υπηρεσιών πληρωμής στον Επίτροπο, ο δικαιούχος πληρωμής πρέπει να έχει υποβάλει το σχετικό παράπονο στον εν λόγω πάροχο υπηρεσιών πληρωμής κατά τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 14ΙΣΤ· (γ) ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμής, εναντίον του οποίου υποβάλλεται το παράπονο, λειτουργούσε κατά το χρόνο στον οποίο αναφέρεται το παράπονο βάσει νομίμως χορηγηθείσας άδειας λειτουργίας η οποία εκδόθηκε από την Κεντρική Τράπεζα ή λειτουργούσε δυνάμει καθεστώτος ελεύθερης εγκατάστασης:
Νοείται ότι, σε περίπτωση που ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμής, εναντίον του οποίου υποβάλλεται το παράπονο, λειτουργεί στη Δημοκρατία δυνάμει καθεστώτος ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, ο Επίτροπος δεν εξετάζει το υποβληθέν παράπονο, αλλά το διαβιβάζει στο όργανο του κράτους μέλους που είναι αρμόδιο για τον εξώδικο διακανονισμό της σχετικής διαφοράς, και ενημερώνει το δικαιούχο πληρωμής για την ενέργεια αυτή. Στην περίπτωση που στο εν λόγω κράτος δεν έχει συσταθεί αρμόδιο όργανο υπεύθυνο για τον εξώδικο διακανονισμό διαφοράς που προκύπτει σύμφωνα με το παράπονο, ο Επίτροπος επιλαμβάνεται του εν λόγω παραπόνου.
75(I)/2018 153(I)/2023 Υποβολή παραπόνου στον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών και τον Επίτροπο, εξέταση της διαφοράς και απόφαση επί της διαφοράς 14ΙΣΤ.-(1) Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (2), οι διατάξεις των άρθρων 11 έως 14 του παρόντος Νόμου εφαρμόζονται κατ’ αναλογία σε παράπονα και διαφορές που εμπίπτουν στο πεδίο εφρμογής του παρόντος Μέρους και όπου γίνεται αναφορά στα άρθρα 11 έως 14 σε καταναλωτή ή χρηματοοικονομική επιχείρηση, θεωρείται ότι συνιστά κατ’ αναλογία αναφορά σε δικαιούχο πληρωμής ή πάροχο υπηρεσιών πληρωμής, αντίστοιχα, και όπου γίνεται αναφορά σε αυτά τα άρθρα σε παράπονο ή διαφορά, θεωρείται ότι συνιστά κατ’ αναλογία αναφορά σε παράπονο ή διαφορά, αντίστοιχα, που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος Μέρους.
75(I)/2018 ΜΕΡΟΣ VIΔ ΕΠΙΒΟΛΗ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟΥ ΠΡΟΣΤΙΜΟΥ ΚΑΙ ΠΡΟΣΦΥΓΗ ΣΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΩΝ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ Επιβολή διοικητικού προστίμου λόγω μη συμμόρφωσης 14ΙΖ.-(1) Σε περίπτωση που χρηματοοικονομική επιχείρηση παραλείπει, αρνείται ή αμελεί να συμμορφωθεί με δεσμευτική απόφαση του Επιτρόπου ή του Βοηθού Επιτρόπου η οποία εκδίδεται κατόπιν εξουσιοδότησης του Επιτρόπου δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 14, εντός του χρονικού πλαισίου που καθορίζεται στις διατάξεις του παρόντος Νόμου, ο Επίτροπος δύναται να επιβάλει διοικητικό πρόστιμο το οποίο δεν υπερβαίνει τη χρηματική αξία της απόφασης του Επιτρόπου ή του Βοηθού Επιτρόπου η οποία εκδίδεται κατόπιν εξουσιοδότησης του Επιτρόπου δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 14:
Νοείται ότι, πριν την επιβολή διοικητικού προστίμου, ο Επίτροπος ή ο Βοηθός Επίτροπος οφείλει να παράσχει στη χρηματοοικονομική επιχείρηση, δικαίωμα ακρόασης, καθορίζοντας προθεσμία τουλάχιστον τριάντα (30) ημερών για την υποβολή γραπτών παραστάσεων.
87(I)/2026 Προσφυγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο 14ΙΗ. Άνευ επηρεασμού των όσων προβλέπονται στις διατάξεις του άρθρου 14ΙΖ, σε περίπτωση που η χρηματοοικονομική επιχείρηση παραλείπει, αρνείται ή αμελεί να συμμορφωθεί με δεσμευτική απόφαση του Επιτρόπου ή του Βοηθού Επιτρόπου η οποία απόφαση εκδίδεται δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 9, ο Επίτροπος ή ο Βοηθός Επίτροπος ή το μέρος υπέρ του οποίου εκδόθηκε δεσμευτική απόφαση, δύναται να καταχωρήσουν στο Επαρχιακό Δικαστήριο, αίτηση σύμφωνα με τους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας, και να ζητήσουν την έκδοση διατάγματος εναντίον της χρηματοοικονομικής επιχείρησης για συμμόρφωση με την προθεσμία που τέθηκε στη δεσμευτική απόφαση και/ή με τις Οδηγίες του Επιτρόπου ή του Βοηθού Επιτρόπου.
87(I)/2026
ΜΕΡΟΣ VII ΤΑΜΕΙΟ, ΕΣΟΔΑ ΚΑΙ ΑΠΟΘΕΜΑΤΙΚΟ ΤΟΥ ΦΟΡΕΑ
Ταμείο και πόροι του Φορέα
Άρθρο 15
15.-(1) Το Συμβούλιο με την έναρξη λειτουργίας του Φορέα, συστήνει Ταμείο, στο οποίο κατατίθενται όλα τα έσοδα του Φορέα και από το οποίο καταβάλλονται όλες οι δαπάνες του, εφεξής καλούμενο «Ταμείο».
Νοείται ότι, το Συμβούλιο, στα πλαίσια του ετήσιου προϋπολογισμού του, καθορίζει το ύψος της ετήσιας εισφοράς εκάστου χρηματοοικονομικού τομέα, η οποία στο σύνολό της, κατανέμεται ως ακολούθως: (i) σε ποσοστό εβδομήντα τοις εκατόν (70%), κατ΄ αναλογίαν της συνεισφοράς του κάθε τομέα στο συνολικό ακαθάριστο εγχώριο προϊόν που αντιστοιχεί στο σύνολο των χρηματοοικονομικών επιχειρήσεων· και (ii) σε ποσοστό τριάντα τοις εκατόν (30%), κατ’ αναλογίαν του αριθμού των παραπόνων που έχουν υποβληθεί ανά τομέα κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος και για τα οποία η γραπτώς εκδοθείσα απόφαση του Επιτρόπου στρέφεται εναντίον των χρηματοοικονομικών επιχειρήσεων:
Νοείται ότι, σε περίπτωση που στα πλαίσια του προϋπολογισμού του Φορέα υπολογίζεται ότι το ετήσιο κόστος του Φορέα που αφορά στο μέρος της επίτευξης των σκοπών που προβλέπονται στο Μέρος VIA, υπερβαίνει τα συνολικά ετήσια έσοδα του Φορέα δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (6) του άρθρου 14Γ, το Συμβούλιο δύναται να καθορίσει ότι η εν λόγω υπέρβαση δε θα κατανεμηθεί βάσει των πιο πάνω διατάξεων και ότι το εν λόγω κόστος θα επιβαρύνει αποκλειστικά την ετήσια εισφορά του τομέα που παρέχει πιστωτικές διευκολύνσεις, κατά την έννοια του άρθρου 14Α:
Νοείται περαιτέρω ότι, το Συμβούλιο καθορίζει την εισφορά εκάστης χρηματοοικονομικής επιχείρησης, στη βάση του συνολικού ποσού που αναλαμβάνει ο κάθε τομέας ξεχωριστά, λαμβάνοντας υπόψη τις εισηγήσεις του εκπροσώπου του κάθε τομέα:
Νοείται έτι περαιτέρω ότι, το ύψος της πάγιας ετήσιας εισφοράς του κάθε τομέα, καθορίζεται αφού πρώτα ληφθεί υπόψη το σύνολο όλων των εσόδων και δαπανών, καθώς και οποιοδήποτε τυχόν πλεόνασμα έχει συσσωρευτεί κατά τα προηγούμενα έτη. (γ) την καταβολή από κάθε χρηματοοικονομική επιχείρηση στο Φορέα- (i) του ποσού των τριακόσιων πενήντα ευρώ (€350) για κάθε παράπονο που υποβάλλεται στο Φορέα, για το οποίο η απόφαση του Επιτρόπου στρέφεται εναντίον της χρηματοοικονομικής επιχείρησης:
Νοείται ότι, το πιο πάνω ποσό καταβάλλεται από τη χρηματοοικονομική επιχείρηση, έστω και εάν η χρηματοοικονομική επιχείρηση δεν έχει αποδεχτεί την απόφαση ή έχει στο μεταξύ επέλθει διακανονισμός. (ii) του κόστους για τις υπηρεσίες που δυνατό να έχουν παρασχεθεί στο Φορέα από εμπειρογνώμονα κατά την εξέταση του παραπόνου· (δ) τις επιβαρύνσεις που καθίστανται πληρωτέες σε περίπτωση που χρηματοοικονομική επιχείρηση παραλείψει να καταβάλει στο Φορέα τα ποσά που ορίζονται στις παραγράφους (β) και (γ) του παρόντος εδαφίου· (ε) την καταβολή από κάθε πιστωτή ή/και κάθε μεσίτη πιστώσεων στο Φορέα - (i) του ποσού των τριακόσιων πενήντα ευρώ (€350) για κάθε καταγγελία που υποβάλλεται στο Φορέα κατά τις διατάξεις του Μέρους VΙB, για την οποία η απόφαση του Επιτρόπου στρέφεται εναντίον του πιστωτή ή/και μεσίτη πιστώσεων:
Νοείται ότι, το ποσό καταβάλλεται από τον πιστωτή ή/και μεσίτη πιστώσεων έστω και εάν ο πιστωτής ή/και μεσίτης πιστώσεων δεν έχει αποδεχτεί την απόφαση ή έχει στο μεταξύ επέλθει διακανονισμός:
Νοείται περαιτέρω ότι, όταν η καταγγελία στρέφεται εναντίον πιστωτή και μεσίτη πιστώσεων από κοινού και κεχωρισμένα και αφορά την ίδια σύμβαση πίστωσης, το ποσό των τριακόσιων πενήντα ευρώ (€350) καταβάλλεται από κοινού από τον πιστωτή και το μεσίτη πιστώσεων∙ (ii) του κόστους, το οποίο δεν υπερβαίνει τα τριακόσια ευρώ (€300) για τις υπηρεσίες που δυνατό να έχουν παρασχεθεί στο Φορέα από εμπειρογνώμονα κατά την εξέταση της καταγγελίας που υποβάλλεται στο Φορέα κατά τις διατάξεις του Μέρους VΙB, για την οποία η απόφαση του Επιτρόπου στρέφεται εναντίον του πιστωτή ή/και μεσίτη πιστώσεων∙ και (στ) την καταβολή από κάθε πάροχο υπηρεσιών πληρωμής στο Φορέα- (i) του ποσού των τριακόσιων πενήντα ευρώ (€350) για κάθε παράπονο που υποβάλλεται στο Φορέα κατά τις διατάξεις του Μέρους VIΓ, για την οποία η απόφαση του Επιτρόπου στρέφεται εναντίον του παρόχου υπηρεσιών πληρωμής:
Νοείται ότι το ποσό καταβάλλεται από τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμής, έστω και εάν ο πάροχος υπηρεσιών πληρωμής δεν έχει αποδεχτεί την απόφαση ή έχει στο μεταξύ επέλθει διακανονισμός∙ (ii) του κόστους, το οποίο δεν υπερβαίνει τα τριακόσια ευρώ (€300) για τις υπηρεσίες που δυνατό να έχουν παρασχεθεί στο Φορέα από εμπειρογνώμονα κατά την εξέταση του παραπόνου που υποβάλλεται στο Φορέα κατά τις διατάξεις του Μέρους VIΓ, για την οποία η απόφαση του Επιτρόπου στρέφεται εναντίον του παρόχου υπηρεσιών πληρωμής.
84(I)/2010 125(Ι)/2014 80(I)/2017 174(I)/2017 75(I)/2018 125(I)/2020 Καταβολή πάγιας ετήσιας εισφοράς, ατομικής εισφοράς και επιβαρύνσεων
Άρθρο 16
16.-(1) Όλες οι χρηματοοικονομικές επιχειρήσεις υποχρεούνται να καταβάλλουν στο Ταμείο πάγια ετήσια εισφορά κατά τα οριζόμενα στο εδάφιο (2) του άρθρου 15.
Νοείται ότι, η χρηματική επιβάρυνση και ο τόκος αποτελούν εξ ολοκλήρου πρόσοδο του Ταμείου του Φορέα.
Νοείται ότι, η χρηματική επιβάρυνση καθώς και ο τόκος αποτελούν εξ ολοκλήρου πρόσοδο του Ταμείου του Φορέα.
84(I)/2010 Αποθεματικό του Φορέα
Άρθρο 17
84(I)/2010 174(I)/2017 MEΡΟΣ VIII ΤΗΡΗΣΗ ΒΙΒΛΙΩΝ, ΠΡΟΫΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ, ΕΚΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΕΚΔΟΣΗ ΟΔΗΓΙΩΝ Υποχρεώσεις Φορέα
Άρθρο 18
18.-(1) Ο Φορέας τηρεί κατάλληλα λογιστικά βιβλία και λογαριασμούς για τις δραστηριότητές του, σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα χρηματοοικονομικής αναφοράς.
84(I)/2010 Ετήσιος προϋπολογισμός
Άρθρο 19
19.-(1) Ο Φορέας, μετά από πρόταση που υποβάλλει ο Επίτροπος, καταρτίζει για κάθε οικονομικό έτος, το οποίο αρχίζει την 1η Ιανουαρίου και λήγει την 31η Δεκεμβρίου του ίδιου έτους, προϋπολογισμό εσόδων και δαπανών.
84(I)/2010 174(I)/2017 Υποβολή εκθέσεων
Άρθρο 20
20.-(1) Ο Επίτροπος υποβάλλει στο Συμβούλιο, εντός τριών (3) μηνών από της ημερομηνίας λήξης έκαστου οικονομικού έτους, έκθεση δραστηριοτήτων για το λήξαν έτος, περιλαμβανομένων οικονομικών αποτελεσμάτων.
Νοείται ότι, στην πιο πάνω έκθεση δημοσιεύεται το όνομα της κάθε χρηματοοικονομικής επιχείρησης η οποία, δεν συμμορφώθηκε με δεσμευτική απόφαση ή ενώ αποδέχθηκε τη δεσμευτικότητα της απόφασης του Επιτρόπου, δεν συμμορφώθηκε με την απόφαση αυτή, ο αριθμός των παραπόνων για τα οποία η εν λόγω χρηματοοικονομική επιχείρηση αποδέχθηκε τη δεσμευτικότητα της απόφασης του Επιτρόπου ή και συμμορφώθηκε με αυτή ή συμμορφώθηκε με δεσμευτική απόφαση και ο αριθμός των παραπόνων σε σχέση με τα οποία η εν λόγω χρηματοοικονομική επιχείρηση αποδέχθηκε τη δεσμευτικότητα της απόφασης και δεν συμμορφώθηκε με αυτή.
84(I)/2010 174(I)/2017 153(I)/2023 87(I)/2026 Έκδοση Οδηγιών
Άρθρο 21
21.-(1) Το Συμβούλιο, μετά από διαβούλευση με τον Επίτροπο, δύναται να εκδίδει κανονιστικής φύσεως Οδηγίες που δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας για την καλύτερη εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Νόμου.
84(I)/2010 174(I)/2017 153(I)/2023 ΜΕΡΟΣ ΙΧ ΑΠΟΡΡΗΤΟ Απόρρητο
Άρθρο 22
22.-(1) Ο Επίτροπος, ο Βοηθός Επίτροπος, οποιοδήποτε μέλος του Συμβουλίου, το προσωπικό του Φορέα και οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο έχει με οποιοδήποτε τρόπο πρόσβαση στα αρχεία του Φορέα απαγορεύεται να παρέχει, να κοινοποιεί, να αποκαλύπτει ή να χρησιμοποιεί δι’ ίδιον όφελος οποιεσδήποτε πληροφορίες αναφορικά με το λογαριασμό ή συμβόλαιο καταναλωτή ο οποίος υπέβαλε παράπονο εναντίον χρηματοοικονομικής επιχείρησης, τόσο κατά τη διάρκεια της εργοδότησης ή της επαγγελματικής του σχέσης με το Φορέα, ανάλογα με την περίπτωση, όσο και μετά τον τερματισμό της.