📄 Κείμενο νόμου
Ο περί της Σύστασης και Λειτουργίας του Ενιαίου Φορέα Εξώδικης Επίλυσης Διαφορών Χρηματοοικονομικής Φύσεως Νόμος του 2010 - 84(I)/2010
ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ
CyLaw
|
Αναφορικά μ'εμάς
|
Επικοινωνία
Κατάλογος Ενοποιημένης Νομοθεσίας
Ο περί της Σύστασης και Λειτουργίας του Ενιαίου Φορέα Εξώδικης Επίλυσης Διαφορών Χρηματοοικονομικής Φύσεως Νόμος του 2010 (84(I)/2010)
Περιεχόμενα
Πλήρες Κείμενο
Εκτύπωση
Ιστορικό Τροποποιήσεων
84(I)/2010
125(Ι)/2014
126(Ι)/2014
125(I)/2015
80(I)/2017
174(I)/2017
ΔΙΟΡΘ. Ε.Ε. Παρ. Ι(Ι), Αρ. 4632, 15.12.2017
75(I)/2018
159(I)/2018
125(I)/2020
153(I)/2023
154(I)/2023
87(I)/2026
Προοίμιο
Για σκοπούς εναρμόνισης με την πράξη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας με τίτλο «Σύσταση 98/257/ΕΚ της Επιτροπής της 30ής Μαρτίου 1998 σχετικά με τις αρχές που διέπουν τα αρμόδια όργανα για την εξώδικη επίλυση των διαφορών κατανάλωσης»,
Η Βουλή των Αντιπροσώπων ψηφίζει ως ακολούθως:
ΜΕΡΟΣ Ι ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Συνοπτικός τίτλος
1. Ο παρών Νόμος θα αναφέρεται ως ο περί της Σύστασης και Λειτουργίας του Ενιαίου Φορέα Εξώδικης Επίλυσης Διαφορών Χρηματοοικονομικής Φύσεως Νόμος του 2010.
84(I)/2010
Ερμηνεία
2.-(1) Στον παρόντα Νόμο, εκτός εάν από το κείμενο προκύπτει διαφορετική έννοια:
«αγοραστής πιστώσεων» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από την εναρμονιστική νομοθεσία για τη μεταφορά του Άρθρου 2 της Οδηγίας (ΕΕ) 2021/2167 στο ημεδαπό δίκαιο·
«αδειοδοτημένο ίδρυμα» σημαίνει πιστωτικό ίδρυμα ή εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων ή διαχειριστή πιστώσεων που λειτουργεί στη Δημοκρατία·
«αδειοδοτημένο πιστωτικό ίδρυμα ή «ΑΠΙ», έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 των περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμων του 1997 έως (Αρ. 4) του 2013, όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται·
«αναδιάρθρωση» σημαίνει οποιαδήποτε ενέργεια από αδειοδοτημένο ίδρυμα ή αγοραστή πιστώσεων η οποία επιφέρει αλλαγές στους όρους ή/και προϋποθέσεις πιστωτικής διευκόλυνσης και αποσκοπεί στην αντιμετώπιση υφιστάμενων ή αναμενόμενων δυσκολιών στην εκ μέρους του χρεώστη εξυπηρέτηση της πιστωτικής διευκόλυνσης σύμφωνα με το υφιστάμενο πρόγραμμα αποπληρωμής·
«αρμόδια εποπτική αρχή» σημαίνει:
(α) σε σχέση με αδειοδοτημένο ίδρυμα ή αγοραστή πιστώσεων ή ίδρυμα ηλεκτρονικού χρήματος ή πιστωτή ή/και μεσίτη πιστώσεων κατά τα οριζόμενα στον περί Συμβάσεων Πίστωσης για Καταναλωτές σε σχέση με Ακίνητα που προορίζονται για Κατοικία Νόμο του 2017 ή πάροχο υπηρεσιών πληρωμής ή νομικό πρόσωπο που κατέχει άδεια παροχής υπηρεσιών διαμεσολάβησης στη μεταφορά χρημάτων από και προς τη Δημοκρατία, την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου,
(β) σε σχέση με Ε.Π.Ε.Υ. ή Ε.Δ.Α.Κ., την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου και
(γ) σε σχέση με Ασφαλιστική Επιχείρηση ή νομικό ή φυσικό πρόσωπο το οποίο ασκεί εργασίες διαμεσολάβησης στον ασφαλιστικό τομέα, τον Έφορο Ασφαλίσεων.
«Ασφαλιστική Επιχείρηση» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί της Ασκήσεως Ασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμου.
«Βοηθός Επίτροπος» σημαίνει το διοριζόμενο σύμφωνα με το άρθρο 7 Βοηθό Χρηματοοικονομικό Επίτροπο.
«δεσμευτική απόφαση» σημαίνει τη γραπτή και αιτιολογημένη απόφαση του Επιτρόπου ή του Βοηθού Επιτρόπου, η οποία, τηρουμένων των προϋποθέσεων του παρόντος Νόμου, καθίσταται νομικά δεσμευτική και συνεπάγεται νομική υποχρέωση συμμόρφωσης εκ μέρους των μερών·
«διαχειριστής πιστώσεων» σημαίνει-
(α) τον διαχειριστή ή διαχειριστή πιστωτικών διευκολύνσεων κατά την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμου· ή/και
(β) πρόσωπο που δραστηριοποιείται ως διαχειριστής πιστώσεων δυνάμει της εναρμονιστικής νομοθεσίας για τη μεταφορά του Άρθρου 2 της Οδηγίας (ΕΕ) 2021/2167 στο ημεδαπό δίκαιο·
«δικαιούχος πληρωμής» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το Άρθρο 2, σημείο 13, του Κανονισμού (ΕΕ) 2015/751·
«διακανονισμός» σημαίνει την εξώδικη επίτευξη συναινετικής διευθέτησης από τον Επίτροπο, νοουμένου ότι τα εμπλεκόμενα μέρη έχουν αποδεχτεί τη δεσμευτικότητα της απόφασής του σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου.
«διασυνοριακή διαφορά» σημαίνει την διαφορά μεταξύ ενός καταναλωτή και ενός φορέα παροχής χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών, όταν ο φορέας παροχής είναι εγκατεστημένος σε κράτος μέλος άλλο απ’ αυτό στο οποίο διαμένει ο καταναλωτής.
«εμπειρογνώμονας» σημαίνει ειδικό σε ένα τομέα ο οποίος έχει επαρκή εμπειρία και γνώση και καλείται να γνωμοδοτήσει σε θέματα της ειδικότητάς του·
«επιλέξιμος οφειλέτης» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 44ΙΕ του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου·
«Επίτροπος» σημαίνει το διοριζόμενο σύμφωνα με το άρθρο 7 Χρηματοοικονομικό Επίτροπο.
«Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών» ή κατά ταυτόσημη έννοια «Ε.Π.Ε.Υ.», έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμου.
«εργασίες διαμεσολάβησης» έχει την έννοια που αποδίδει στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί της Ασκήσεως Ασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμου.
«Εταιρεία Διαχειρίσεως Αμοιβαίου Κεφαλαίου» ή κατά ταυτόσημη έννοια «Ε.Δ.Α.Κ.», σημαίνει Εταιρεία Διαχείρισης όπως αυτή καθορίζεται στο άρθρο 41 του περί των Ανοικτού Τύπου Οργανισμών Συλλογικών Επενδύσεων σε Κινητές Αξίες (ΟΣΕΚΑ) και περί Συναφών Θεμάτων Νόμου.
«εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμου·
«Έφορος Ασφαλίσεων» σημαίνει τον ασκούντα καθήκοντα Εφόρου Ασφαλίσεων δημόσιο λειτουργό, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 4 του περί της Ασκήσεως Ασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμου·
«Έφορος της Υπηρεσίας Εποπτείας και Ανάπτυξης Συνεργατικών Εταιρειών» [Διαγράφηκε]·
«ίδρυμα ηλεκτρονικού χρήματος» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί των Ιδρυμάτων Ηλεκτρονικού Χρήματος Νόμου·
«ίδρυμα πληρωμών» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το άρθρο 2 του περί Υπηρεσιών Πληρωμών Νόμου·
«Κανονισμοί Πολιτικής Δικονομίας» σημαίνει τους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 2023, όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται·
«Κανονισμός (ΕΕ) 2015/751» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Κανονισμός (ΕΕ) 2015/751 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2015, σχετικά με τις διατραπεζικές προμήθειες για πράξεις πληρωμών με κάρτες·
«καταναλωτής» σημαίνει, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 10, φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή φιλανθρωπικό ίδρυμα ή σωματείο ή ένωση προσώπων ή καταπίστευμα ή ταμείο προνοίας αλλά δεν περιλαμβάνει αρμόδια εποπτική αρχή ή, τηρουμένης της επιφύλαξης της παραγράφου (α) και της πρώτης επιφύλαξης της παραγράφου (β) του άρθρου 10, οποιαδήποτε χρηματοοικονομική επιχείρηση·
«κράτος μέλος» σημαίνει κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή άλλο κράτος το οποίο είναι συμβαλλόμενο μέρος στην Συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, η οποία υπογράφηκε στο Οπόρτο στις 2 Μαρτίου 1992, και προσαρμόστηκε από το Πρωτόκολλο το οποίο υπογράφηκε στις Βρυξέλλες στις 17 Μαΐου 1993, ως η Συμφωνία εκάστοτε περαιτέρω τροποποιείται·
«κώδικας» σημαίνει τον κώδικα συμπεριφοράς για το χειρισμό δανειοληπτών οι οποίοι δε δύνανται καθόλου ή δε δύνανται επαρκώς να ανταποκριθούν στις τρέχουσες δανειακές υποχρεώσεις τους έναντι τράπεζας λόγω οικονομικών δυσκολιών και οι οποίοι επιδιώκουν αναδιαρθρώσεις των δανείων τους, ο οποίος εκδόθηκε από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου βάσει της Οδηγίας Διαχείρισης Καθυστερήσεων του 2013 και 2014·
«Οδηγίες» σημαίνει τις Οδηγίες που εκδίδονται δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 21·
«Οδηγία (ΕΕ) 2021/2167» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο “Οδηγία (ΕΕ) 2021/2167 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου τους 24ης Νοεμβρίου 2021 για τους διαχειριστές πιστώσεων και τους αγοραστές πιστώσεων και την τροποποίηση των οδηγιών 2008/48/ΕΚ και 2014/17/ΕΕ”∙
«παράπονο» σημαίνει τη γραπτή υποβολή στο Φορέα διαμαρτυρίας ή αντίρρησης ή διαφοράς εναντίον χρηματοοικονομικής επιχείρησης, το ύψος της οποίας δεν υπερβαίνει το ποσό των διακοσίων πενήντα χιλιάδων ευρώ (€250.000):
Νοείται ότι, από τον ορισμό του όρου “παράπονο” για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου εξαιρούνται παράπονα τρίτων, εκτός στις περιπτώσεις όπου ο παραπονούμενος είναι άτομο στο οποίο μεταβιβάζεται το όφελος της απαίτησης βάσει ασφαλιστηρίου εναντίον της επιχείρησης, με σύμβαση εκχώρησης δικαιωμάτων, σύμβαση υποκατάστασης ή βάσει νομοθεσίας:
Νοείται περαιτέρω ότι, “παράπονο” σημαίνει και το παράπονο που υποβάλλεται από επιλέξιμο οφειλέτη δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (4) του άρθρου 44Γ του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου, ανεξαρτήτως του ποσού της διαφοράς·
«πάροχος υπηρεσιών πληρωμής» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από το Άρθρο 2, σημείο 24, του Κανονισμού (ΕΕ) 2015/751·
«πιστωτικό ίδρυμα» σημαίνει ΑΠΙ ή υποκατάστημα το οποίο λειτουργεί στη Δημοκρατία δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 10Α του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου·
«Συμβούλιο» σημαίνει το Διοικητικό Συμβούλιο του Φορέα που διορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 5 ·
«σύμβουλος αφερεγγυότητας» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τις διατάξεις του εδαφίου (1) του άρθρου 2 του περί Συμβούλων Αφερεγγυότητας Νόμου·
«συνδεδεμένα πρόσωπα» σημαίνει, σε σχέση με μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου ή σε σχέση με τον Επίτροπο ή το Βοηθό Επίτροπο-
(α) συγγενείς μέχρι δευτέρου βαθμού εξ αίματος ή σύζυγο·
(β) εργοδότη μέλους του Συμβουλίου ή όμιλο στον οποίο ανήκει ο εργοδότης·
(γ) ελεγχόμενες από μέλος του Συμβουλίου ή τον Επίτροπο ή το Βοηθό Επίτροπο ή από τα αναφερόμενα στις παραγράφους (α) και (β) πρόσωπα επιχειρήσεις, στις οποίες αυτοί κατέχουν τουλάχιστον ποσοστό είκοσι τοις εκατόν (20%) του μετοχικού κεφαλαίου ή των δικαιωμάτων ψήφου.
«τράπεζα» [Διαγράφηκε]·
«τρίτη χώρα» σημαίνει χώρα εκτός των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
«Υπουργός» σημαίνει τον Υπουργό Οικονομικών ή οποιονδήποτε δεόντως εξουσιοδοτημένο από αυτόν λειτουργό του υπουργείου του·
«Φορέας» σημαίνει τον Ενιαίο Φορέα Εξώδικης Επίλυσης Διαφορών Χρηματοοικονομικής Φύσης που συνίσταται κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 3·
«χρηματοοικονομική επιχείρηση» σημαίνει:
(α) ΑΠΙ,
(β) ίδρυμα ηλεκτρονικού χρήματος,
(γ) ίδρυμα πληρωμών,
(δ) νομικό πρόσωπο που κατέχει άδεια παροχής υπηρεσιών διαμεσολάβησης στη μεταφορά χρημάτων από και προς τη Δημοκρατία,
(ε) Ασφαλιστική Επιχείρηση,
(στ) Ε.Π.Ε.Υ.,
(ζ) Ε.Δ.Α.Κ.,
(η) άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο που λειτουργεί στη Δημοκρατία σύμφωνα με άδεια λειτουργίας χορηγηθείσας από αρμόδια εποπτική αρχή ή δυνάμει καθεστώτος ελεύθερης εγκατάστασης δυνάμει του:
(i) περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου·
(ii) περί των Ανοικτού Τύπου Οργανισμών Συλλογικών Επενδύσεων σε Κινητές Αξίες (ΟΣΕΚΑ) και περί Συναφών Θεμάτων Νόμου
(iii) περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμου
(iv) περί της Ασκήσεως Ασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμου
(v) περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμου
(vi) εναρμονιστικού νομοθετήματος για τη μεταφορά της Οδηγίας (ΕΕ) 2021/2167 στο ημεδαπό δίκαιο.
και περιλαμβάνει νομικό ή φυσικό πρόσωπο, το οποίο εμπίπτει στον ορισμό του όρου «διαμεσολαβητής» όπως αυτός καθορίζεται στο άρθρο 2 του περί της Ασκήσεως Ασφαλιστικών Εργασιών και Άλλων Συναφών Θεμάτων Νόμου και ασκεί εργασίες διαμεσολάβησης στον ασφαλιστικό τομέα και
(θ) αγοραστή πιστώσεων.
«Χρηματοοικονομικός τομέας» σημαίνει τον τομέα-
(α) στον οποίο υπάγονται χρηματοοικονομικές επιχειρήσεις που λειτουργούν στη Δημοκρατία βάσει άδειας λειτουργίας χορηγηθείσας από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου ή δυνάμει καθεστώτος ελεύθερης εγκατάστασης όπως προβλέπεται στον περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμο ή/και που εποπτεύονται από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου δυνάμει του εναρμονιστικού νομοθετήματος για τη μεταφορά της Οδηγίας (ΕΕ) 2021/2167 στο ημεδαπό δίκαιο·
(β) στον οποίο υπάγονται χρηματοοικονομικές επιχειρήσεις που λειτουργούν στη Δημοκρατία βάσει άδειας λειτουργίας χορηγηθείσας από τον Έφορο Ασφαλίσεων Κύπρου· ή
(γ) που περιλαμβάνει χρηματοοικονομικές επιχειρήσεις που λειτουργούν στη Δημοκρατία βάσει άδειας λειτουργίας χορηγηθείσας από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου.
(2) Στον παρόντα Νόμο και στις δυνάμει αυτού εκδιδόμενες οδηγίες, οποιαδήποτε αναφορά σε νομοθετική πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως Οδηγία, Κανονισμός ή Απόφαση, σημαίνει την εν λόγω πράξη όπως εκάστοτε διορθώνεται, τροποποιείται ή αντικαθίσταται, εκτός εάν προκύπτει διαφορετική έννοια από το κείμενο του παρόντος Νόμου ή από τις δυνάμει αυτού εκδιδόμενες οδηγίες.
(3) Στον παρόντα Νόμο και στις δυνάμει αυτού εκδιδόμενες οδηγίες, οποιαδήποτε αναφορά σε νόμο ή κανονιστική διοικητική πράξη της Δημοκρατίας ή διάταγμα, σημαίνει τον εν λόγω νόμο ή την εν λόγω κανονιστική διοικητική πράξη ή διάταγμα όπως εκάστοτε διορθώνεται, τροποποιείται ή αντικαθίσταται, εκτός εάν προκύπτει από το κείμενο του παρόντος Νόμου ή από τις δυνάμει αυτού εκδιδόμενες οδηγίες διαφορετική έννοια.
84(I)/2010
125(Ι)/2014
80(I)/2017
174(I)/2017
75(I)/2018
159(I)/2018
153(I)/2023
154(I)/2023
87(I)/2026
ΜΕΡΟΣ II ΣΥΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΦΟΡΕΑ
Σύσταση Φορέα
3.-(1) Συνίσταται νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, με τον τίτλο “Ενιαίος Φορέας Εξώδικης Επίλυσης Διαφορών Χρηματοοικονομικής Φύσης”, το οποίο αποτελείται από το Διοικητικό Συμβούλιο του Φορέα, το Χρηματοοικονομικό Επίτροπο, το Βοηθό Χρηματοοικονομικό Επίτροπο και το προσωπικό που εργοδοτείται από τον Φορέα.
(2) O Φορέας διοικείται από το Συμβούλιο, κατά τα οριζόμενα στο Μέρος IV του παρόντος Νόμου.
(3) Η έδρα του Φορέα βρίσκεται στη Λευκωσία.
84(I)/2010
ΜΕΡΟΣ ΙΙΙ ΣΚΟΠΟΣ ΤΟΥ ΦΟΡΕΑ
Σκοπός του Φορέα
4.-(1) Ο Φορέας επιλαμβάνεται παραπόνων από καταναλωτές εναντίον χρηματοοικονομικών επιχειρήσεων σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, με σκοπό το διακανονισμό των διαφορών που ενδέχεται να έχουν καταναλωτές υπηρεσιών χρηματοοικονομικών επιχειρήσεων εναντίον χρηματοοικονομικών επιχειρήσεων.
(2) Ο Φορέας κατά την άσκηση των καθηκόντων του ενεργεί κατά τρόπο δίκαιο και αμερόληπτο, ακολουθώντας διαφανείς, γρήγορες και αποτελεσματικές διαδικασίες, με γνώμονα τη διασφάλιση των συμφερόντων των καταναλωτών.
84(I)/2010
ΜΕΡΟΣ IV ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΟΥ ΦΟΡΕΑ
Διοικητικό Συμβούλιο του Φορέα
5.-(1) Ο Φορέας διοικείται από εννιαμελές Συμβούλιο το οποίο απαρτίζεται από τον Πρόεδρο, τον Αντιπρόεδρο και επτά (7) μέλη που διορίζονται από το Υπουργικό Συμβούλιο, κατόπιν πρότασης του Υπουργού Οικονομικών, ως ακολούθως:
(α) Στη θέση του Προέδρου και του Αντιπροέδρου διορίζεται ένας εκπρόσωπος του Υπουργείου Οικονομικών και ένας εκπρόσωπος του Υπουργείου Ενέργειας, Εμπορίου και Βιομηχανίας, αντίστοιχαˑ και
(β) στη θέση των υπόλοιπων επτά (7) μελών του Συμβουλίου διορίζονται-
(i)ένας εκπρόσωπος που ορίζεται από το Υπουργείο Οικονομικών·
(ii)ένας εκπρόσωπος που ορίζεται από το Υπουργείο Ενέργειας, Εμπορίου και Βιομηχανίας·
(iii) ένας εκπρόσωπος των τραπεζών, κατόπιν εισήγησης του Συνδέσμου Τραπεζών Κύπρου·
(iv) ένας εκπρόσωπος των Εταιρειών Εξαγοράς Πιστώσεων και Διαχειριστών Πιστώσεων κατόπιν εισήγησης του Συνδέσμου Εταιρειών Εξαγοράς Πιστώσεων και Διαχείρισης Πιστώσεων·
(v) ένας εκπρόσωπος των Ασφαλιστικών Επιχειρήσεων, κατόπιν εισήγησης του Συνδέσμου Ασφαλιστικών Εταιρειών Κύπρου·
(vi) ένας εκπρόσωπος των Ε.Π.Ε.Υ, κατόπιν εισήγησης των νόμιμα συσταθέντων οργανισμών ή συνδέσμων που εκπροσωπούν τις επιχειρήσεις αυτές· και
(vii) ένας εκπρόσωπος των καταναλωτών, κατόπιν εισήγησης των νόμιμα συσταθέντων οργανισμών ή συνδέσμων που εκπροσωπούν τους καταναλωτές:
Νοείται ότι, ανεξαρτήτως των διατάξεων του παρόντος εδαφίου, πρόσωπο που κατέχει, κατά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί της Σύστασης και Λειτουργίας του Ενιαίου Φορέα Εξώδικης Επίλυσης Διαφορών Χρηματοοικονομικής Φύσεως (Τροποποιητικού) Νόμου του 2023, θέση μέλους στο Συμβούλιο του Φορέα, περιλαμβανομένου του Προέδρου και του Αντιπροέδρου, εξακολουθεί να κατέχει τη θέση αυτή υπό τους ίδιους όρους, μέχρι την ολοκλήρωση της θητείας του ή μέχρι την κένωση της θέσης του δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (4) ή μέχρι τον διορισμό νέων μελών, δυνάμει του παρόντος εδαφίου, οποιαδήποτε από τις πιο πάνω περιπτώσεις επέλθει νωρίτερα.
(2) Κάθε μέλος του Συμβουλίου, περιλαμβανομένου του Προέδρου και Αντιπροέδρου, το οποίο διορίζεται από το Υπουργικό Συμβούλιο σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (1), πρέπει να πληροί σωρευτικά τα ακόλουθα κριτήρια -
(α) Να είναι πολίτης της Δημοκρατίας∙
(β) να είναι πρόσωπο ανωτάτου ηθικού επιπέδου, εγνωσμένου κύρους, εντιμότητας και εγνωσμένης πείρας και κατάρτισης νομικής ή/και χρηματοοικονομικής φύσεως και να είναι ικανό να συμβάλει στην πραγμάτωση των σκοπών του παρόντος Νόμου και της λειτουργίας του Φορέα∙ και
(γ) να είναι πρόσωπο που δεν στερείται της ικανότητας διορισμού για οποιοδήποτε από τους ακόλουθους λόγους-
(i) έχει καταδικαστεί για αδίκημα ενέχον έλλειψη τιμιότητας ή ηθική αισχρότητα∙
(ii) έχει κηρυχθεί σε πτώχευση και εφόσον δεν έχει αποκατασταθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Πτωχεύσεως Νόμου ή τελεί υπό αναγκαστική διαχείριση ή βρίσκεται σε συμβιβασμό με τους πιστωτές του∙
(iii) τελεί υπό δικαστική απαγόρευση λόγω φρενοβλάβειας ή έχει κηρυχθεί ως πρόσωπο μειωμένης νοητικής ικανότητας.
(2Α) Τηρουμένων των διατάξεων του εδάφιου (2), πρόσωπο που είναι μέλος διοικητικού οργάνου, αξιωματούχος ή υπάλληλος χρηματοοικονομικής επιχείρησης ή θυγατρικής αυτής ή έχει ως μέτοχος συμφέρον δυνάμει του οποίου ελέγχει οποιαδήποτε χρηματοοικονομική επιχείρηση ή θυγατρική αυτής που λειτουργεί στη Δημοκρατία ή που ελέγχεται από οργανισμό που λειτουργεί στη Δημοκρατία, δεν δύναται να διοριστεί ως Πρόεδρος, Αντιπρόεδρος ή μέλος του Συμβουλίου δυνάμει των διατάξεων της παραγράφου (α) του εδαφίου (1).
(3) Η θητεία των μελών του Συμβουλίου είναι πενταετής.
(4) Η θέση μέλους του Συμβουλίου κενούται σε περίπτωση-
(α) θανάτου,
(β) παραίτησης,
(γ) ανάκλησης του διορισμού του:
Νοείται ότι, το Υπουργικό Συμβούλιο δύναται οποτεδήποτε πριν από τη λήξη της θητείας οποιουδήποτε μέλους του Συμβουλίου να ανακαλέσει το διορισμό του σε περίπτωση-
(i) παράβασης οποιασδήποτε των διατάξεων του εδαφίου (5)·
(ii) καταδίκης για το αδίκημα της παράβασης της υποχρέωσης προς εχεμύθεια και της τήρησης του επαγγελματικού απορρήτου κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 22·
(iii) καταδίκης για αδίκημα ατιμωτικό ή που ενέχει ηθική αισχρότητα, το οποίο συνιστά κώλυμα διορισμού στο Συμβούλιο ή καταδίκη για διάπραξη ποινικού αδικήματος:
Νοείται περαιτέρω ότι, σε περίπτωση που η θέση μέλους του Συμβουλίου κενούται πριν τη λήξη της θητείας του σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων (α), (β) ή (γ), τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (1), στη θέση του διορίζεται πρόσωπο για το υπόλοιπο της θητείας του μέλους, του οποίου η θέση κενώθηκε·
(δ) απώλειας της εκτελεστικής ή υπαλληλικής του ιδιότητας με βάση την οποία διορίστηκε.
(4Α) Χηρεία θέσης στο Συμβούλιο ή ελάττωμα στο διορισμό μέλους του δεν επιφέρει ακυρότητα των πράξεων ή διαδικασιών του Συμβουλίου.
(5) Απαγορεύεται σε μέλος του Συμβουλίου να μετέχει ή να παρίσταται στη συζήτηση και στη λήψη αποφάσεων από το Συμβούλιο για θέματα που αφορούν συνδεδεμένα με αυτό πρόσωπα.
(6) Απαρτία σε συνεδρίαση του Συμβουλίου του Φορέα αποτελεί η παρουσία τουλάχιστον πέντε (5) μελών του, από τα οποία απαραίτητα το ένα είναι ο Πρόεδρος ή ο Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου.
(7) Οι αποφάσεις του Συμβουλίου λαμβάνονται κατά πλειοψηφία των παρόντων μελών και σε περίπτωση ισοψηφίας, ακολουθεί δεύτερη ψηφοφορία, κατά την οποία μέλος το οποίο προεδρεύει της συνεδρίασης έχει νικώσα ψήφο.
(8) Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Νόμου, το Συμβούλιο ρυθμίζει τον τρόπο διεξαγωγής των εργασιών του και ειδικά τον τρόπο σύγκλησης των συνεδριών, την ακολουθούμενη κατά τις συνεδρίες διαδικασία και τον τρόπο τήρησης και επικύρωσης των πρακτικών των συνεδριών:
Νοείται ότι, ο Επίτροπος ή/και ο Βοηθός Επίτροπος δύναται να καλούνται από το Συμβούλιο του Φορέα να παρίστανται στις συνεδρίες του Συμβουλίου, χωρίς δικαίωμα ψήφουː
Νοείται περαιτέρω ότι, ο Επίτροπος ή/και ο Βοηθός Επίτροπος αποχωρούν από τη συνεδρία του Συμβουλίου κατά την τελική συζήτηση για λήψη αποφάσεων:
Νοείται έτι περαιτέρω ότι, ο Επίτροπος και ο Βοηθός Επίτροπος δεν μετέχουν ή παρίστανται στη συζήτηση και στη λήψη αποφάσεων από το Συμβούλιο για θέματα που αφορούν τους ίδιους προσωπικά ή συνδεδεμένα με αυτούς πρόσωπα.
(9) Τα μέλη του Συμβουλίου λαμβάνουν αποζημίωση, το ποσό της οποίας καθορίζεται από το Υπουργικό Συμβούλιο.
(10) Τα μέλη του Συμβουλίου ή συνδεδεμένα με αυτό πρόσωπα δε δύναται να αποκομίζουν όφελος από συμβόλαια που συνάπτονται, συναλλαγές που γίνονται ή υπηρεσίες που προσφέρονται σε σχέση με τις ανάγκες του Φορέα.
(11) Το Συμβούλιο λαμβάνοντας υπόψη την άποψη του Επιτρόπου ή/και του Βοηθού Επιτρόπου, προβαίνει στις προσλήψεις, παύσεις και προαγωγές των υπαλλήλων που αποτελούν το προσωπικό του Φορέα και στην άσκηση πειθαρχικού ελέγχου επ’ αυτών.
84(I)/2010
174(I)/2017
153(I)/2023
87(I)/2026
Αρμοδιότητες του Συμβουλίου
6.-(1) Το Συμβούλιο καθορίζει και εποπτεύει όλες τις εργασίες του Φορέα και έχει εξουσία για τη διαχείριση της περιουσίας του και τη διοίκηση του προσωπικού του, κατά τα οριζόμενα στον παρόντα Νόμο και σε Οδηγίες που εκδίδονται δυνάμει αυτού:
Νοείται ότι, μέλος του Συμβουλίου δεν υπέχει προσωπικής ευθύνης για τις πράξεις ή παραλείψεις του κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων του, εκτός αν η εν λόγω πράξη ή παράλειψη αποδεδειγμένα έγινε εκ προθέσεως.
(2) Το Συμβούλιο -
(α) εκπροσωπεί, διά του Προέδρου ή του Αντιπροέδρου του, το Φορέα ενώπιον των δικαστικών και άλλων αρχών:
Νοείται ότι, με απόφαση του Προέδρου του Συμβουλίου και εφόσον το θέμα αφορά τις αρμοδιότητες του Επιτρόπου, το Συμβούλιο δύναται να εκπροσωπείται ενώπιον των δικαστικών και άλλων αρχών από τον Επίτροπο ή, στην απουσία του, από το Βοηθό Επίτροπο·
(β) καθορίζει τις κατευθυντήριες αρχές, για την ομαλή λειτουργία του Φορέα·
(γ) τηρουμένων των διατάξεων των εδαφίων (1) και (3) του άρθρου 7, εισηγείται το διορισμό και διατυπώνει γνώμη για την παύση του Επιτρόπου και τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (11) του άρθρου 5, διορίζει και παύει τους υπαλλήλους που αποτελούν το προσωπικό του Φορέα·
(δ) διεξάγει έρευνες και ασκεί πειθαρχική εξουσία επί του Επιτρόπου, του Βοηθού Επιτρόπου και, τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (11) του άρθρου 5, των υπαλλήλων που αποτελούν το προσωπικό του Φορέα και επιβάλλει σε αυτούς πειθαρχικές κυρώσεις·
(ε) μεριμνά για την τήρηση λογαριασμών και για την κατάρτιση και υποβολή εκθέσεων και οικονομικών καταστάσεων όπως προβλέπεται στο Μέρος VIII·
(στ) λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα για την απρόσκοπτη και ομαλή διεξαγωγή των εργασιών του Φορέα·
(ζ) καταρτίζει και εκδίδει Οδηγίες μετά από διαβούλευση με τον Επίτροπο, δυνάμει του άρθρου 21·
(η) διαμορφώνει τη διοικητική διάρθρωση του Φορέα· και
(θ) είναι γενικά αρμόδιο για κάθε ενέργεια, η οποία κατά τον παρόντα Νόμο, τις δυνάμει αυτού εκδιδόμενες Οδηγίες και την κειμένη νομοθεσία, προσιδιάζει στους σκοπούς και τις αρμοδιότητες του Φορέα όπως καθορίζονται με βάση τον παρόντα Νόμο:
Νοείται ότι, το Συμβούλιο δεν έχει αρμοδιότητα σε σχέση με τον τρόπο που ο Επίτροπος, ο Βοηθός Επίτροπος ή το προσωπικό που εργοδοτείται από το Φορέα χειρίζονται ένα παράπονο ή μία διαφορά, εκτός αν διαπιστώσει μη συμμόρφωση με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου ή τις δυνάμει αυτού εκδιδόμενες Οδηγίες.
84(I)/2010
174(I)/2017
ΔΙΟΡΘ. Ε.Ε. Παρ. Ι(Ι), Αρ. 4632, 15.12.2017
153(I)/2023
ΜΕΡΟΣ V ΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΥ ΕΠΙΤΡΟΠΟΥ, ΒΟΗΘΟΥ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΥ ΕΠΙΤΡΟΠΟΥ ΚΑΙ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΤΟΥ ΦΟΡΕΑ
Χρηματοοικονομικός Επίτροπος και Βοηθός Χρηματοοικονομικός Επίτροπος
7.-(1) Ο Χρηματοοικονομικός Επίτροπος και ο Βοηθός Χρηματοοικονομικός Επίτροπος διορίζονται από το Υπουργικό Συμβούλιο, λαμβανομένης υπόψη εισήγησης του Συμβουλίου και είναι:
(α) Πολίτες της Δημοκρατίας,
(β) πρόσωπα ανώτατου ηθικού επιπέδου, εγνωσμένου κύρους και εντιμότητας και
(γ) πρόσωπα που κατά την κρίση του Συμβουλίου είτε διαθέτουν γνώση και πείρα σε οικονομικά ή χρηματοοικονομικά θέματα και είναι κάτοχοι πτυχίου στα νομικά είτε διαθέτουν γνώση και πείρα σε νομικά θέματα και είναι κάτοχοι πτυχίου στα οικονομικά ή στα χρηματοοικονομικά.
(2) Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (3), η θητεία του Επιτρόπου και του Βοηθού Επιτρόπου είναι πενταετής και δύναται να ανανεώνεται για ακόμη μία θητεία:
Νοείται ότι, τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (1) το Υπουργικό Συμβούλιο προχωρεί στο διορισμό Βοηθού Επιτρόπου όταν κατά την κρίση του, αυτό είναι αναγκαίο για την εύρυθμη λειτουργία του Φορέα:
Νοείται περαιτέρω ότι, κατ’ εξαίρεση, ο Επίτροπος ο οποίος είχε διοριστεί πριν από την έναρξη της ισχύος του περί της Σύστασης και Λειτουργίας του Ενιαίου Φορέα Εξώδικης Επίλυσης Διαφορών Χρηματοοικονομικής Φύσεως (Τροποποιητικού) (Αρ. 2) Νόμου του 2017, συνεχίζει να εκτελεί τα καθήκοντά του μέχρι τη λήξη της θητείας του.
(3) Ο Επίτροπος και ο Βοηθός Επίτροπος, κατά τη διάρκεια της θητείας τους, παύονται από το Υπουργικό Συμβούλιο, λαμβανομένης υπόψη της γνώμης του Συμβουλίου ή/και απολύονται, για τους ίδιους λόγους και με τον ίδιο τρόπο που παύεται ή/και απολύεται από τη Δικαστική Υπηρεσία Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δυνάμει των διατάξεων της παραγράφου (3) και (4) του εδαφίου (7) του Άρθρο 133 του Συντάγματος ή/και αποχωρούν από τον Φορέα για τους ίδιους λόγους που αποχωρεί από την Δικαστική Υπηρεσία Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου δυνάμει των διατάξεων της παραγράφου (1) του εδαφίου (7) του Άρθρου 133 του Συντάγματος:
Νοείται ότι, σε περίπτωση κατά την οποία η θέση του Επιτρόπου ή του Βοηθού Επιτρόπου κενούται πριν από τη λήξη της θητείας του, τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (1), στη θέση του διορίζεται πρόσωπο για το υπόλοιπο της θητείας του Επιτρόπου ή του Βοηθού Επιτρόπου, του οποίου η θέση κενώθηκε.
(4) Η αντιμισθία και οι λοιποί όροι υπηρεσίας του Επιτρόπου και του Βοηθού Επιτρόπου καθορίζονται από το Υπουργικό Συμβούλιο γραπτώς για ολόκληρη τη θητεία:
Νοείται ότι, η αντιμισθία και τα λοιπά ωφελήματα του Επιτρόπου και του Βοηθού Επιτρόπου καταβάλλονται μέσω του κρατικού προϋπολογισμού.
(5) Η θέση του Επιτρόπου και του Βοηθού Επιτρόπου είναι πλήρους απασχόλησης και το πρόσωπο που κατέχει τη θέση δεν επιτρέπεται να ασκεί άλλη επαγγελματική δραστηριότητα.
(6) Ο Βοηθός Επίτροπος αναπληρώνει τον Επίτροπο σε περίπτωση απουσίας ή κωλύματος στην άσκηση των καθηκόντων του ή σε περίπτωση κένωσης της θέσης του.
(7) Στη θέση του Επιτρόπου ή στη θέση του Βοηθού Επιτρόπου δε δύναται να διορισθεί:
(α) Μέλος της Βουλής των Αντιπροσώπων,
(β) μέλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου,
(γ) δήμαρχος ή μέλος δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου,
(δ) μέλος του Υπουργικού Συμβουλίου,
(ε) δημόσιος υπάλληλος ή υπάλληλος νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου,
(στ) ανεξάρτητος αξιωματούχος της Δημοκρατίας,
(ζ) πρόσωπο, το οποίο, κατά την κρίση του Συμβουλίου, έχει είτε το ίδιο είτε συνδεδεμένο με αυτό πρόσωπο είτε με οποιοδήποτε άλλο τρόπο, ουσιώδες ως προς αυτό, συμφέρον σε χρηματοοικονομική επιχείρηση στη Δημοκρατία ή σε συνδεδεμένη με αυτή επιχείρηση ή έχει εργοδοτηθεί ή παρείχε υπηρεσίες σε χρηματοοικονομική επιχείρηση στη Δημοκρατία ή σε συνδεδεμένη με αυτή επιχείρηση κατά τα τελευταία δύο (2) χρόνια πριν από τον προτεινόμενο διορισμό του ως Επίτροπος ή ως Βοηθός Επίτροπος,
(η) υπάλληλος ή μέλος διοικητικού συμβουλίου αρμόδιας εποπτικής αρχής, και
(θ) πρόσωπο που έχει καταδικαστεί για ποινικό αδίκημα ή για αδίκημα που ενέχει έλλειψη τιμιότητας ή ηθική αισχρότητα.
(8) Ο Επίτροπος και ο Βοηθός Επίτροπος δε δύναται για περίοδο δύο (2) ετών μετά τη λήξη της θητείας τους ή της παραίτησής τους να εργοδοτούνται από, ή να παρέχουν υπηρεσίες σε, ή να είναι μέλη διοικητικού συμβουλίου χρηματοοικονομικής επιχείρησης.
(9) Ο Επίτροπος και ο Βοηθός Επίτροπος δεν υπέχουν οποιασδήποτε ευθύνης σε περίπτωση αγωγής, αίτησης ή άλλης νομικής διαδικασίας για αποζημιώσεις σχετικά με οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων του Φορέα δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου ή οποιωνδήποτε Οδηγιών εκδίδονται δυνάμει αυτού, εκτός εάν αποδειχθεί ότι η εν λόγω πράξη ή παράλειψη δεν έγινε καλή τη πίστει ή ήταν αποτέλεσμα σοβαρής αμέλειας.
(10) Ο Επίτροπος δύναται να εξουσιοδοτήσει το Βοηθό Επίτροπο ή οποιοδήποτε μέλος του προσωπικού του Φορέα να εκτελεί οποιαδήποτε καθήκοντα που ο παρών Νόμος αναθέτει στον Επίτροπο:
Νοείται ότι, ο Βοηθός Επίτροπος και το προσωπικό, εκτελούν τα καθήκοντά τους και ασκούν τις εξουσίες τους με ανεξαρτησία και αμεροληψία.
(11) Οι υπαλληλοι που αποτελούν το προσωπικό του Φορέα ακολουθούν τις οδηγίες του Επιτρόπου και τον ενημερώνουν για την πορεία της εξέτασης των παραπόνων που τους ανατίθενται.
84(I)/2010
174(I)/2017
153(I)/2023
Αρμοδιότητες Βοηθού Επιτρόπου
7Α. Ο Βοηθός Επίτροπος-
(α) συμβουλεύει και βοηθά τον Επίτροπο στην άσκηση των αρμοδιοτήτων, εξουσιών και καθηκόντων του, κατά τρόπο, ως ήθελε εκάστοτε αποφασίσει το Συμβούλιο, κατόπιν διαβούλευσης με τον Επίτροπο·
(β) συνεργάζεται με τον Επίτροπο στην καθημερινή διαχείριση του Φορέα και την εσωτερική οργάνωση του προσωπικού του Φορέα·
(γ) χειρίζεται παράπονα, καταγγελίες ή διαφορές κατά χρηματοοικονομικών επιχειρήσεων κατά τα οριζόμενα στον παρόντα Νόμο και σε Οδηγίες που εκδίδονται δυνάμει αυτού· και
(δ) ασκεί όλες τις εξουσίες και αρμοδιότητες που του ανατίθενται κατά τα οριζόμενα στον παρόντα Νόμο και σε Οδηγίες που εκδίδονται δυνάμει αυτού.
153(I)/2023
87(I)/2026
Προσωπικό του Φορέα
8.-(1) Το προσωπικό του Φορέα εργοδοτείται επί πλήρους απασχολήσεως και δεν επιτρέπεται να ασκεί οποιαδήποτε άλλη επαγγελματική δραστηριότητα.
(2) Το Συμβούλιο του Φορέα αποφασίζει για τους όρους εργοδότησης του προσωπικού του Φορέα και εκδίδει σχετικές Οδηγίες δυνάμει της παραγράφου (ε) του εδαφίου (2) του άρθρου 21.
(3) Το προσωπικό του Φορέα δεν υπέχει οποιασδήποτε ευθύνης σε περίπτωση αγωγής, αίτησης ή άλλης νομικής διαδικασίας για αποζημιώσεις σχετικά με οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων του Φορέα δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου ή οποιωνδήποτε Οδηγιών εκδίδονται δυνάμει αυτού, εκτός εάν αποδειχθεί ότι η εν λόγω πράξη ή παράλειψη δεν έγινε καλή τη πίστει ή ήταν αποτέλεσμα σοβαρής αμέλειας.
(4) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις των εδαφίων (1) και (2), για σκοπούς αποτελεσματικότερης λειτουργίας του Φορέα είναι δυνατή η στελέχωση αυτού με δημόσιους υπαλλήλους ή με ωρομίσθιο προσωπικό της δημόσιας υπηρεσίας, ανάλογα με την περίπτωση, το οποίο υπηρετεί ή μετακινείται ή αποσπάται στο Υπουργείο Οικονομικών και παραχωρείται για απασχόληση στο Φορέα:
Νοείται ότι, ο αριθμός των δημόσιων υπαλλήλων ή του ωρομίσθιου προσωπικού της δημόσιας υπηρεσίας που δυνατό να παραχωρηθεί για σκοπούς στελέχωσης του Φορέα, καθώς και το χρονικό διάστημα παραχώρησής του στο Φορέα, το οποίο δυνατό να ανανεώνεται, αποφασίζεται από τον Υπουργό Οικονομικών, ύστερα από σχετικό αίτημα του Συμβουλίου, με τη σύμφωνη γνώμη του Χρηματοοικονομικού Επιτρόπου:
Νοείται περαιτέρω ότι, η αξιολόγηση των δημοσίων υπαλλήλων που απασχολούνται στο Φορέα, διενεργείται από το Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Οικονομικών, αφού ληφθούν υπόψη οι γραπτές απόψεις του Επιτρόπου.
84(I)/2010
125(Ι)/2014
174(I)/2017
153(I)/2023
ΜΕΡΟΣ VI ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΕΣ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΥ ΕΠΙΤΡΟΠΟΥ ΚΑΙ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΥΠΟΒΟΛΗΣ ΚΑΙ ΕΞΕΤΑΣΗΣ ΠΑΡΑΠΟΝΩΝ
Δικαιοδοσία Επιτρόπου
9.-(1) Ο Επίτροπος έχει τις ακόλουθες αρμοδιότητες-
(α) Αναλαμβάνει την καθημερινή διαχείριση του Φορέα και την εσωτερική οργάνωση του προσωπικού του Φορέα, σε συνεργασία με τον Βοηθό Επίτροπο·
(β) δέχεται και επιλαμβάνεται παραπόνων ή καταγγελιών κατά χρηματοοικονομικών επιχειρήσεων ή διαφορών με χρηματοοικονομικές επιχειρήσεις κατά τα οριζόμενα στον παρόντα Νόμο και σε Οδηγίες που εκδίδονται δυνάμει αυτού αυτού και κατά τα οριζόμενα στο εδάφιο (4) του άρθρου 44Γ του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου·
(γ) διορίζει διαμεσολαβητή ως προς την αναδιάρθρωση πιστωτικών διευκολύνσεων μετά από αίτηση του χρεώστη δυνάμει των διατάξεων του Μέρους VIA του παρόντος Νόμου και των Οδηγιών που εκδίδονται δυνάμει αυτού·
(δ) ασκεί όλες τις εξουσίες και αρμοδιότητες που του ανατίθενται κατά τα οριζόμενα στον παρόντα Νόμο και σε Οδηγίες που εκδίδονται δυνάμει αυτού·
(ε) προτείνει στο Συμβούλιο την πρόσληψη προσωπικού ή/και τη σύναψη συμβάσεων με φυσικά ή νομικά πρόσωπα για την παροχή υπηρεσιών σύμφωνα με τις διαδικασίες που προβλέπονται στον περί της Ρύθμισης των Διαδικασιών Σύναψης Δημοσίων Συμβάσεων και για Συναφή Θέματα Νόμο·
(στ) εφαρμόζει τις αποφάσεις του Συμβουλίου·
(ζ) ετοιμάζει, υποβάλλει και δημοσιεύει εκθέσεις κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 20·
(η) καταρτίζει και εκδίδει Οδηγίες δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 21·
(θ) συνεργάζεται στα θέματα των αρμοδιοτήτων του με τα αρμόδια όργανα άλλων κρατών μελών και με τις αρμόδιες εποπτικές αρχές της Δημοκρατίας κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 24·
(ι) δύναται, σε συνεργασία με το Φορέα, να εκδίδει ή να δημοσιεύει ενημερωτικά δελτία που να παρέχουν πληροφορίες ή συμβουλές, τις οποίες θεωρεί κατάλληλες με βάση τα παράπονα που υποβλήθηκαν ή βάσει των γραπτών αποφάσεών του·
(ια) τηρεί και δημοσιεύει Ειδικό Μητρώο Διαμεσολαβητών· και
(ιβ) διορίζει εμπειρογνώμονα για τους σκοπούς εφαρμογής των διατάξεων του εδαφίου (4).
(1Α) Ο Επίτροπος επιλαμβάνεται παραπόνων κατά χρηματοοικονομικών επιχειρήσεων σε σχέση με τα οποία πληρούνται σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
(α) Το παράπονο να υποβάλλεται από καταναλωτή·
(β) προτού να υποβληθεί το παράπονο εναντίον χρηματοοικονομικής επιχείρησης στον Επίτροπο, ο καταναλωτής να έχει υποβάλει το παράπονό του στην επηρεαζόμενη χρηματοοικονομική επιχείρηση κατά τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 11·
(γ) η χρηματοοικονομική επιχείρηση, κατά της οποίας υποβάλλεται το παράπονο, να λειτουργούσε κατά το χρόνο στον οποίο αναφέρεται το παράπονο βάσει νομίμως χορηγηθείσας άδειας λειτουργίας ή να λειτουργούσε δυνάμει καθεστώτος ελεύθερης εγκατάστασης ή να εποπτευόταν από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου δυνάμει της εναρμονιστικής νομοθεσίας για τη μεταφορά της Οδηγίας (ΕΕ) 2021/2167 στο ημεδαπό δίκαιο:
Νοείται ότι, σε περίπτωση που χρηματοοικονομική επιχείρηση, εναντίον της οποίας υποβάλλεται το παράπονο, λειτουργεί στη Δημοκρατία δυνάμει καθεστώτος ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, ο Επίτροπος δεν εξετάζει το υποβληθέν παράπονο, αλλά το διαβιβάζει στο όργανο του κράτους μέλους που είναι αρμόδιο για τον εξώδικο διακανονισμό της σχετικής διαφοράς και ενημερώνει τον καταναλωτή για την ενέργεια αυτή:
Νοείται περαιτέρω ότι, σε περίπτωση που στο εν λόγω κράτος δεν έχει συσταθεί αρμόδιο όργανο υπεύθυνο για τον εξώδικο διακανονισμό διαφοράς που προκύπτει σύμφωνα με το παράπονο, ο Επίτροπος επιλαμβάνεται του εν λόγω παραπόνου.
(1Β) Χωρίς επηρεασμό των διατάξεων του εδαφίου (1Α), ο Επίτροπος επιλαμβάνεται επιπροσθέτως, παραπόνου επιλέξιμου οφειλέτη κατά χρηματοοικονομικών επιχειρήσεων, το οποίο υποβάλλεται δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (4) του άρθρου 44Γ του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου.
(2) Με την υποβολή ενός παραπόνου, ο καταναλωτής δύναται να παραπονεθεί εναντίον περισσοτέρων της μιας χρηματοοικονομικών επιχειρήσεων στην ίδια διαδικασία, υπό την προϋπόθεση ότι το παράπονο εναντίον της κάθε χρηματοοικονομικής επιχείρησης συνδέεται άμεσα με το ίδιο αντικείμενο με αυτό του παραπόνου.
(3) Ο Επίτροπος δεν επιλαμβάνεται παραπόνου, το οποίο -
(α) αφορά συναλλαγή, που δεν εμπίπτει στις εποπτικές αρμοδιότητες των αρμοδίων εποπτικών αρχών·
(β) κατά την ημέρα υποβολής του, σύμφωνα με την προβλεπόμενη στο άρθρο 12 διαδικασία, είχε ήδη εκδοθεί απόφαση για το ίδιο παράπονο από δικαστήριο της Δημοκρατίας ή έχει εξεταστεί προηγουμένως από τον Επίτροπο ή από άλλο φορέα εναλλακτικής επίλυσης διαφορών ή ευρίσκεται σε εξέλιξη δικαστική διαδικασία για την εξέταση του ίδιου παραπόνου τηρουμένης της δεύτερης επιφύλαξης του εδαφίου (2) του άρθρου 13·
(γ) υποβάλλεται στον Επίτροπο μετά την πάροδο δεκαοχτώ μηνών (18) από την ημερομηνία κατά την οποία ο καταναλωτής έλαβε γνώση ή, που λογικά θα έπρεπε κατά την κρίση του Επιτρόπου να είχε λάβει γνώση της επιβλαβούς πράξης ή παράλειψης της χρηματοοικονομικής επιχείρησης ή του γεγονότος ότι είχε έρεισμα για υποβολή παραπόνου· ή
(δ) κατά την κρίση του είναι κακόβουλο ή η διαφορά που προκύπτει είναι επουσιώδης.
(4) Ο Επίτροπος δύναται να χρησιμοποιεί εμπειρογνώμονες στις περιπτώσεις κατά τις οποίες τεκμηριωμένα απαιτείται να λάβει γνώμη, για συγκεκριμένης εξειδικευμένης φύσεως παράπονα ή καταγγελίες, περιλαμβανομένων και όχι περιορισμένων, σε ιατρική γνωμάτευση, αναλογιστική μελέτη, μελέτη εκτίμησης ακινήτου, εξειδικευμένης χρηματοοικονομικής ανάλυσης:
Νοείται ότι, η διαδικασία που ακολουθείται ρυθμίζεται με Οδηγία που εκδίδεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 21.
(5) Ανεξαρτήτως των διατάξεων της παραγράφου (β) του εδαφίου (3), ο Επίτροπος δύναται να επιληφθεί παραπόνου κατά χρηματοοικονομικής επιχείρησης εάν το Δικαστήριο, ενώπιον του οποίου διεξάγεται δικαστική διαδικασία για υπόθεση το αντικείμενο της οποίας εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος Νόμου σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας πριν από την έκδοση απόφασης-
(α) καλέσει τους διάδικους να παραστούν ενώπιόν του για ενημέρωση αναφορικά με τη δυνατότητα υποβολής παραπόνου από καταναλωτή εναντίον χρηματοοικονομικής επιχείρησης, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, και διακανονισμό της διαφοράς τους με τη διαδικασία αυτή· και
(β) κατόπιν κοινής αίτησης όλων των διαδίκων ή κατόπιν αίτησης ενός από τους διάδικους και με τη ρητή συναίνεση των υπολοίπων, ανάλογα με την περίπτωση και λαμβάνοντας υπόψη όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης αποφασίσει την αναβολή της δικαστικής διαδικασίας για να λάβει χώρα εξώδικος διακανονισμός της διαφοράς που προκύπτει σύμφωνα με το παράπονο.
(6) Σε περίπτωση κατά την οποία οποιοσδήποτε από τους διάδικους δεν συμφωνεί με την προσφυγή στον Επίτροπο, το δικαστήριο προχωρεί με τη δικαστική διαδικασία.
(7) Στην απόφαση του δικαστηρίου για αναβολή της δικαστικής διαδικασίας που εκδίδεται δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (5) περιλαμβάνεται ρητή αναφορά στη συναίνεση των διαδίκων και στη διάρκεια του διακανονισμού της διαφοράς, η οποία δεν δύναται να υπερβαίνει τους δύο (2) μήνες.
(8) Με τη συμπλήρωση της χρονικής διάρκειας που καθορίζεται στην απόφαση του Δικαστηρίου, οι διάδικοι ενημερώνουν το δικαστήριο για την ακολουθούμενη διαδικασία και το αποτέλεσμα της εξέτασης του παραπόνου και, σε περίπτωση που δεν έχουν καταλήξει σε διακανονισμό της διαφοράς, δύναται να ζητήσουν παράταση της διάρκειας της εξέτασης του παραπόνου για περίοδο που δεν υπερβαίνει τους δύο (2) μήνες.
(9) Το δικαστήριο δύναται, αυτεπάγγελτα ή κατόπιν αιτήματος οποιουδήποτε διάδικου, να διακόψει τη διαδικασία εξέτασης του παραπόνου πριν από τη λήξη της καθορισμένης δυνάμει του παρόντος άρθρου προθεσμίας.
(10) Απόφαση του δικαστηρίου που εκδίδεται δυνάμει των διατάξεων των εδαφίων (8) και (9) δεν υπόκειται σε έφεση.
84(I)/2010
125(Ι)/2014
174(I)/2017
125(I)/2020
153(I)/2023
154(I)/2023
87(I)/2026
Δικαίωμα υποβολής παραπόνου
10.-(1) Καταναλωτής δύναται να υποβάλει παράπονο στον Επίτροπο, σύμφωνα με τη διαδικασία που καθορίζεται στο άρθρο 12, εφόσον είναι-
(α) φυσικό πρόσωπο που δεν τελέι υπό καθεστώς πτώχευσης:
Νοείται ότι, φυσικό πρόσωπο που εμπίπτει στον ορισμό του όρου «χρηματοοικονομική επιχείρηση» όπως αυτός ορίζεται στο άρθρο 2, δύναται να υποβάλλει παράπονο στον Επίτροπο εναντίον άλλης χρηματοοικονομικής επιχείρησης, μόνο στην περίπτωση που το παράπονό του αφορά υπηρεσίες που το ίδιο δεν προσφέρει στους πελάτες του··
(β) νομικό πρόσωπο νομίμως εγγεγραμμένο που δεν τελεί υπό καθεστώς εκκαθάρισης, του οποίου ο ετήσιος κύκλος εργασιών κατά το έτος που προηγείται του έτους εντός του οποίου υποβάλλεται το παράπονο στον Επίτροπο, δεν υπερβαίνει τις τριακόσιες πενήντα χιλιάδες ευρώ (€350.000):
Νοείται ότι, νομικό πρόσωπο που εμπίπτει στον ορισμό του όρου «χρηματοοικονομική επιχείρηση» όπως αυτός ορίζεται στο άρθρο 2, δύναται να υποβάλει παράπονο στον Επίτροπο εναντίον άλλης χρηματοοικονομικής επιχείρησης, μόνο στην περίπτωση που το παράπονό του αφορά υπηρεσίες που το ίδιο δεν προσφέρει στους πελάτες του:
Νοείται περαιτέρω ότι, σε περίπτωση που το νομικό πρόσωπο συστάθηκε κατά τη διάρκεια του έτους που προηγείται του έτους εντός του οποίου υποβάλλεται το παράπονο στον Επίτροπο, ως ετήσιος κύκλος εργασιών λογίζεται ο κύκλος εργασιών της περιόδου από την 1η Ιανουαρίου του έτους εντός του οποίου υποβάλλεται το παράπονο μέχρι την ημερομηνία υποβολής του παραπόνου στον Επίτροπο με αναγωγή κατ’ αναλογίαν στους δώδεκα μήνες·
(γ) φιλανθρωπικό ίδρυμα ή σωματείο ή ένωση προσώπων, του οποίου τα ετήσια έσοδα κατά το έτος που προηγείται του έτους εντός του οποίου υποβάλλεται το παράπονο στον Επίτροπο, δεν υπερβαίνουν τις διακόσιες πενήντα χιλιάδες ευρώ (€250.000):
Νοείται ότι, σε περίπτωση που το φιλανθρωπικό ίδρυμα ή το σωματείο ή η ένωση προσώπων συστάθηκε κατά τη διάρκεια του έτους που προηγείται του έτους εντός του οποίου υποβάλλεται το παράπονο στον Επίτροπο, ως ετήσια έσοδα λογίζονται τα έσοδα της περιόδου από την 1η Ιανουαρίου του έτους εντός του οποίου υποβάλλεται το παράπονο μέχρι την ημερομηνία υποβολής του παραπόνου στον Επίτροπο, με αναγωγή κατ’ αναλογίαν στους δώδεκα μήνες·
(δ) καταπίστευμα, το καθαρό ενεργητικό του οποίου κατά την 31η Δεκεμβρίου του έτους που προηγείται του έτους εντός του οποίου υποβάλλεται το παράπονο στον Επίτροπο, δεν υπερβαίνει τις διακόσιες πενήντα χιλιάδες ευρώ (€250.000):
Νοείται ότι, σε περίπτωση που το καταπίστευμα συστάθηκε κατά τη διάρκεια του έτους εντός του οποίου υποβάλλεται το παράπονο στον Επίτροπο, το καθαρό ενεργητικό του καταπιστεύματος κατά την ημερομηνία υποβολής του παραπόνου δεν πρέπει να υπερβαίνει τις διακόσιες πενήντα χιλιάδες ευρώ (€250.000) ή
(ε) ταμείο προνοίας, το καθαρό ενεργητικό του οποίου κατά την 31η Δεκεμβρίου του έτους που προηγείται του έτους εντός του οποίου υποβάλλεται το παράπονο στον Επίτροπο, δεν υπερβαίνει τις διακόσιες πενήντα χιλιάδες ευρώ (€250.000):
Νοείται ότι, σε περίπτωση που το ταμείο προνοίας συστάθηκε κατά τη διάρκεια του έτους εντός του οποίου υποβάλλεται το παράπονο στον Επίτροπο, το καθαρό ενεργητικό του ταμείου προνοίας κατά την ημερομηνία υποβολής του παραπόνου δεν πρέπει να υπερβαίνει τις διακόσιες πενήντα χιλιάδες ευρώ (€250.000).
(2) Καταναλωτής του οποίου η πιστωτική διευκόλυνση εξαγοράζεται από εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων ή αγοραστή πιστώσεων δυνάμει των διατάξεων του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμου και της εναρμονιστικής νομοθεσίας για τη μεταφορά της Οδηγίας (ΕΕ) 2021/2167 στο ημεδαπό δίκαιο, αντίστοιχα, έχει το δικαίωμά υποβολής παραπόνου στον Επίτροπο δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου.
84(I)/2010
174(I)/2017
159(I)/2018
153(I)/2023
Υποβολή παραπόνου στον Επίτροπο για επιβεβαίωση χρέους
10Α.-(1) Ανεξαρτήτως των διατάξεων του άρθρου 10, καταναλωτής δύναται να υποβάλει παράπονο στον Επίτροπο δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (4) του άρθρου 44Γ του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου, το οποίο εξετάζεται σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στα άρθρα 12 έως 14, εφόσον-
(α) εμπίπτει στον ορισμό του «επιλέξιμου οφειλέτη» όπως ορίζεται στο Μέρος VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου· και
(β)έχει υποβάλει το αίτημά του στον Επίτροπο εντός τριάντα (30) ημερών από την παραλαβή της ειδοποίησης κατά τον Τύπο «Ι» δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (1) του άρθρου 44Γ του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου ή κατά τον Τύπο «ΙΑ» δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (2) του άρθρου 44Γ του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου:
Νοείται ότι, το δικαίωμα του επιλέξιμου οφειλέτη για υποβολή παραπόνου στον Επίτροπο κατόπιν παραλαβής της ειδοποίησης κατά τον Τύπο «Ι» ή «ΙΑ», ως αναφέρεται στην παρούσα παράγραφο, δύναται να ασκηθεί μόνο μια φορά.
(2) Η διαδικασία που προβλέπεται στα άρθρα 12, 13 και 14 εφαρμόζεται και για την εξέταση αιτήματος αναφορικά με τους λόγους που προβλέπονται στο εδάφιο (4) του άρθρου 44Γ του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου.
(2Α) Σε περίπτωση κατά την οποία ο Επίτροπος εκδώσει δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (4) του άρθρου 44Γ του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου, απόφαση ως προς το ύψος του επαληθευμένου απαιτητού ποσού και η απόφαση αυτή γίνει αποδεκτή ως δεσμευτική τόσο από το αδειοδοτημένο ίδρυμα όσο και από τον επιλέξιμο οφειλέτη, παρέχεται προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την ημερομηνία αποδοχής της απόφασης, εντός της οποίας τα μέρη δύνανται να συμφωνήσουν τον τρόπο διευθέτησης της οφειλής μέσω ρύθμισης και/ή εξόφλησης αυτού.
(2Β) Σε περίπτωση που ο επιλέξιμος οφειλέτης αθετήσει οποιονδήποτε όρο της αναφερόμενης στις διατάξεις του εδαφίου (2Α) συμφωνίας αναφορικά με τον τρόπο διευθέτησης της οφειλής, το αδειοδοτημένο ίδρυμα δύναται να συνεχίσει με τη διαδικασία της σκοπούμενης πώλησης, ως προβλέπεται στο Μέρος VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου.
(2Γ) Σε περίπτωση που κατά τη λήξη της αναφερόμενης στις διατάξεις του εδαφίου (2Α) προθεσμίας δεν επέλθει συμφωνία διευθέτησης της οφειλής, παρέχεται στον επιλέξιμο οφειλέτη περίοδος εξήντα (60) ημερών, κατά τη διάρκεια της οποίας αναστέλλονται οποιεσδήποτε διαδικασίες εκποίησης από το αδειοδοτημένο ίδρυμα και ο οφειλέτης δύναται να απευθυνθεί σε αδειοδοτημένο σύμβουλο αφερεγγυότητας δυνάμει των διατάξεων του περί Συμβούλων Αφερεγγυότητας Νόμου και των σχετικών Κανονισμών:
Νοείται ότι, με την πάροδο της χρονικής περιόδου η οποία προβλέπεται στο παρόν εδάφιο, το αδειοδοτημένο ίδρυμα δύναται να συνεχίσει με τη διαδικασία της σκοπούμενης πώλησης, ως προβλέπεται στο Μέρος VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου:
Νοείται περαιτέρω ότι, οι διατάξεις του παρόντος Νόμου δεν επηρεάζουν τις διαδικασίες που προβλέπονται στις διατάξεις του περί Συμβούλων Αφερεγγυότητας Νόμου και του περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διάταγμα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμου και οποιαδήποτε πράξη ή απόφαση που εκδίδεται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου δεν επηρεάζει τυχόν πράξεις ή αποφάσεις που εκδίδονται στο πλαίσιο του εν λόγω Νόμου.
154(I)/2023
87(I)/2026
Υποβολή παραπόνου προς χρηματοοικονομική επιχείρηση
11.-(1) Καταναλωτής που έχει παράπονο εναντίον χρηματοοικονομικής επιχείρησης, δύναται να το υποβάλει γραπτώς στην χρηματοοικονομική επιχείρηση, εντός προθεσμίας έξι (6) μηνών από την ημερομηνία που έλαβε γνώση ή που λογικά θα έπρεπε να είχε λάβει γνώση της επιβλαβούς, κατά την άποψή του, πράξης ή παράλειψης της χρηματοοικονομικής επιχείρησης ή του γεγονότος ότι είχε έρεισμα για υποβολή παραπόνου.
(2) Η χρηματοοικονομική επιχείρηση γνωστοποιεί τη λήψη του παραπόνου εντός προθεσμίας δεκαπέντε ημερών (15) από της ημερομηνίας παραλαβής του παραπόνου και απαντά στον καταναλωτή επί του παραπόνου εντός προθεσμίας τριών μηνών (3) από της ημερομηνίας παραλαβής του:
Νοείται ότι, η προθεσμία αναφορικά με τη γνωστοποίηση λήψης του παραπόνου δεν εφαρμόζεται σε περίπτωση που η χρηματοοικονομική επιχείρηση, απαντήσει στον καταναλωτή επί του παραπόνου εντός των προβλεπόμενων δεκαπέντε (15) ημερών.
(3) Σε περίπτωση που η χρηματοοικονομική επιχείρηση-
(α) απαντήσει εντός της προθεσμίας που καθορίζεται στο εδάφιο (2) και ο καταναλωτής δεν ικανοποιείται από την απάντηση, τότε δύναται, εντός δώδεκα (12) μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία υπέβαλε παράπονο στη χρηματοοικονομική επιχείρηση, να υποβάλει το παράπονό του στον Επίτροπο, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 12·
(β) δεν απαντήσει στον καταναλωτή εντός της προθεσμίας που καθορίζεται στο εδάφιο (2), τότε ο καταναλωτής δύναται, εντός δώδεκα (12) μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία υπέβαλε παράπονο στη χρηματοοικονομική επιχείρηση στον καταναλωτή, να υποβάλει το παράπονό του στον Επίτροπο, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 12.
84(I)/2010
125(I)/2020
Υποβολή παραπόνου στον Επίτροπο
12.-(1) Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (3) του άρθρου 11, ο καταναλωτής δύναται να υποβάλλει ενυπόγραφο παράπονο στον Επίτροπο και τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 10Α, ο επιλέξιμος οφειλέτης δύναται να υποβάλει ενυπόγραφο παράπονο στον Επίτροπο.
(2) Το παράπονο υποβάλλεται στον Επίτροπο δια χειρός ή ταχυδρομικά ή μέσω τηλεομοιοτύπου ή ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και, όπου είναι δυνατό, συνοδεύεται από αντίγραφο του παραπόνου που υποβλήθηκε στη χρηματοοικονομική επιχείρηση όπου ισχύει και της οποιασδήποτε απάντησης τυχόν έχει δοθεί.
(3) Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Άρθρου, ο τύπος και ο τρόπος υποβολής παραπόνων καθορίζεται με Οδηγίες που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 21.
(4) [Διαγράφηκε].
(5) [Διαγράφηκε].
(6) Καταναλωτής που υπέβαλε παράπονο στον Επίτροπο δύναται με έγγραφη ειδοποίηση προς αυτόν να αποσύρει το εν λόγω παράπονο και, εφόσον το πράξει, δε δύναται να υποβάλει νέο παράπονο στον Επίτροπο με αντικείμενο το ίδιο με εκείνο του αρχικού παραπόνου.
(7) Ο καταναλωτής καταβάλλει, κατά την υποβολή του παραπόνου του στον Επίτροπο, τέλος ύψους είκοσι ευρώ (€20) ανά παράπονο.
84(I)/2010
125(I)/2020
154(I)/2023
Εξέταση παραπόνου από τον Επίτροπο
13.-(1) Ο Επίτροπος εξετάζει τα παράπονα που εμπίπτουν στην αρμοδιότητά του, σύμφωνα με τις Οδηγίες που εκδίδονται δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 21.
(2) Σε περίπτωση που, μετά την υποβολή παραπόνου προς τον Επίτροπο, ο καταναλωτής καταχωρίσει αγωγή με αντικείμενο το ίδιο με αυτό του παραπόνου που είχε υποβάλει εναντίον της χρηματοοικονομικής επιχείρησης, τότε αυθημερόν ειδοποιεί τον Επίτροπο για την ενέργεια αυτή:
Νοείται ότι, με τη λήψη της πιο πάνω ειδοποίησης ή της με οποιοδήποτε άλλο τρόπο ενημέρωσής του για την έναρξη της δικαστικής διαδικασίας, ο Επίτροπος τερματίζει τη διαδικασία εξέτασης του παραπόνου και ειδοποιεί σχετικά τη χρηματοοικονομική επιχείρηση.
Νοείται περαιτέρω ότι, για τις περιπτώσεις υποβολής παραπόνου από επιλέξιμο οφειλέτη δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (1Β) του άρθρου 9, ο εν λόγω οφειλέτης δύναται να ζητήσει από τον Επίτροπο να μην τερματίσει τη διαδικασία και να εξετάσει το παράπονο πριν από την έκδοση της απόφασης του Δικαστηρίου, με σκοπό την εξωδικαστική επίλυση του παραπόνου, όπου είναι δυνατό και σε τέτοια περίπτωση, ο επιλέξιμος οφειλέτης ενημερώνει σχετικά το Δικαστήριο σε οποιαδήποτε εκκρεμούσα διαδικασία.
(3) Σε περίπτωση που τα εμπλεκόμενα στο παράπονο μέρη καταλήξουν σε διευθέτηση της μεταξύ τους διαφοράς, οφείλουν να ειδοποιήσουν προς τούτο τον Επίτροπο, παρέχοντας λεπτομέρειες της συμφωνίας που επήλθε:
Νοείται ότι, με τη λήψη όλων των ειδοποιήσεων, ο Επίτροπος τερματίζει τη διαδικασία εξέτασης του παραπόνου εφόσον βεβαιωθεί ότι τυχόν ποσό αποζημίωσης που έχει συμφωνηθεί, μεταξύ των εμπλεκομένων στο παράπονο, μερών έχει καταβληθεί στον καταναλωτή.
84(I)/2010
154(I)/2023
Απόφαση επί του παραπόνου
14.-(1) Ο Επίτροπος όταν ολοκληρώσει την εξέταση του παραπόνου, εκδίδει γραπτώς την τελική του απόφαση, την οποία λαμβάνει σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου και τις δυνάμει αυτού εκδιδόμενες Οδηγίες και την κοινοποιεί τόσο στον καταναλωτή που υπέβαλε το παράπονο όσο και στη χρηματοοικονομική επιχείρηση, εναντίον της οποίας ο εν λόγω καταναλωτής είχε υποβάλει το παράπονο:
Νοείται ότι, ο Επίτροπος καταλήγει στην τελική του απόφαση, λαμβάνοντας υπόψη το νομικό πλαίσιο εντός του οποίου λειτουργούν οι χρηματοοικονομικές επιχειρήσεις, τους σχετικούς κώδικες επαγγελματικής συμπεριφοράς και τη γενικά αποδεκτή ακολουθούμενη επιχειρηματική πρακτική, έχοντας ως στόχο τον διακανονισμό των παραπόνων που υποβάλλονται σ’ αυτόν.
(2) Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (2Α), ο Επίτροπος στη γραπτή απόφασή του, η οποία δέον να είναι αιτιολογημένη και να φέρει την υπογραφή του, καθορίζει τα ακόλουθα:
(α) το διακανονισμό που επιτεύχθηκε ή ανάλογα με την περίπτωση το γεγονός ότι δεν επιτεύχθηκε διακανονισμός·
(β) σε περίπτωση που τα εμπλεκόμενα μέρη δεν έχουν αποδεχτεί την δεσμευτικότητα της απόφασης σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, αίτημα προς τους εμπλεκομένους όπως τον ειδοποιήσουν γραπτώς, εντός δύο (2) μηνών, κατά πόσο αποδέχονται την εκδοθείσα απόφαση ή εντός δέκα (10) εργάσιμων ημερών για τις περιπτώσεις παραπόνου από επιλέξιμο οφειλέτη·
(γ) την προθεσμία, εντός της οποίας τα εμπλεκόμενα μέρη οφείλουν να συμμορφωθούν με την απόφαση·
(δ) ότι η αποδοχή και από τα δύο μέρη της δεσμευτικότητας της απόφασης αυτής, την καθιστά τελική και μη υποκείμενη σε έφεση ενώπιον Δικαστηρίου ή ότι σε περίπτωση έκδοσης δεσμευτικής απόφασης του Επιτρόπου ή του Βοηθού Επιτρόπου, δυνάμει των διατάξεων της παραγράφου (α) του εδαφίου (15), τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις των παραγράφων (γ) και (δ) του εδαφίου (15)·
(ε) ότι η προτεινόμενη λύση ενδέχεται να είναι διαφορετική από το αποτέλεσμα που θα προέκυπτε από ένα δικαστήριο.
(2Α) Σε περίπτωση έκδοσης δεσμευτικής απόφασης του Επιτρόπου ή του Βοηθού Επιτρόπου, δυνάμει των διατάξεων της παραγράφου (α) του εδαφίου (15)-
(α) η διαδικασία δήλωσης αποδοχής της δεσμευτικότητας της απόφασης του Επιτρόπου ή του Βοηθού Επιτρόπου από τα μέρη, ως περιγράφεται στις διατάξεις του άρθρου 14, δεν τυγχάνει εφαρμογής· και
(β) εάν ο Επίτροπος ή ο Βοηθός Επίτροπος στην απόφασή του δεν καθορίζει συγκεκριμένη προθεσμία συμμόρφωσης της χρηματοοικονομικής επιχείρησης, εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου (στ) του εδαφίου (15).
(3) Εάν εντός της προθεσμίας των δύο (2) μηνών ή των δέκα (10) εργάσιμων ημερών για τις περιπτώσεις παραπόνου από επιλέξιμο οφειλέτη που καθορίζεται στην απόφαση, ο καταναλωτής ή η χρηματοοικονομική επιχείρηση ή και τα δύο μέρη απορρίψουν την απόφαση ή και δεν ειδοποιήσουν γραπτώς τον Επίτροπο κατά τα διαλαμβανόμενα στην παράγραφο (β) του εδαφίου (2), τότε ο Επίτροπος αμέσως μετά την εκπνοή της προθεσμίας αυτής θεωρεί ότι ο καταναλωτής και η χρηματοοικονομική επιχείρηση έχουν απορρίψει την απόφασή του και ως εκ τούτου η απόφαση δε θεωρείται πλέον δεσμευτική για οποιονδήποτε.
(4) Τηρουμένων των διατάξεων των εδαφίων (2) και (3), μετά την εκπνοή της προθεσμίας των δύο μηνών ή των δέκα (10) εργάσιμων ημερών για τις περιπτώσεις παραπόνου από επιλέξιμο οφειλέτη που καθορίζεται στη απόφαση, ο Επίτροπος ενημερώνει τη χρηματοοικονομική επιχείρηση κατά πόσον ο καταναλωτής έχει αποδεχτεί ή απορρίψει την απόφαση και τον καταναλωτή, κατά πόσον η χρηματοοικονομική επιχείρηση έχει αποδεχτεί ή απορρίψει την απόφαση και ότι η εξέταση του παραπόνου θεωρείται ότι έχει ολοκληρωθεί.
(5) Σε περίπτωση που παράπονο εξετάστηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου και η τελική γραπτή απόφαση εκδίδεται προς όφελος του καταναλωτή και εναντίον της χρηματοοικονομικής επιχείρησης, τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (2), ο Επίτροπος στην απόφασή του:
(α) καθορίζει την καταβλητέα από τη χρηματοοικονομική επιχείρηση προς τον καταναλωτή, χρηματική αποζημίωση την οποία θεωρεί δίκαιη για την πραγματική χρηματική ζημιά που υπέστη ο καταναλωτής και, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό των εκατόν χιλιάδων ευρώ (€100.000) και
(β) δύναται:
(i) να απευθύνει σύσταση προς τη χρηματοοικονομική επιχείρηση όπως λάβει τα κατά την κρίση του δίκαια και κατάλληλα μέτρα για την άρση του προβλήματος ή της διαφοράς και για την αποφυγή δημιουργίας παρόμοιας διαφοράς στο μέλλον·
(ii) να επιβάλει την καταβολή από τη χρηματοοικονομική επιχείρηση προς το Φορέα του κόστους, μέχρι του ποσού των τριακοσίων ευρώ (€300), για τις υπηρεσίες που δυνατό να έχουν παρασχεθεί στο Φορέα από εμπειρογνώμονα κατά την εξέταση το παραπόνου.
(5Α) Χωρίς επηρεασμό των διατάξεων του εδαφίου (5), σε περίπτωση εξέτασης παραπόνου που υποβλήθηκε από επιλέξιμο οφειλέτη αναφορικά με αμφισβήτηση του ύψους του νόμιμα απαιτητού ποσού, ο Επίτροπος στην απόφασή του δηλώνει το κατά την άποψή του ύψος του νόμιμα απαιτητού ποσού.
(6) Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (5), οι Οδηγίες δυνατό να καθορίζουν το ανώτατο ποσό που επιβάλλεται δυνάμει του εδαφίου (5) ως δίκαιη αποζημίωση για συγκεκριμένο είδος απώλειας ή ζημίας, το οποίο δεν επιτρέπεται σε καμία περίπτωση να υπερβαίνει το ποσό των εκατόν χιλιάδων ευρώ (€100.000).
(7) Ο Επίτροπος δύναται εφόσον κρίνει ότι η δίκαιη αποζημίωση συνεπάγεται την καταβολή μεγαλύτερου χρηματικού ποσού από το ανώτατο ποσό που καθορίζεται στο εδάφιο (5), να συστήσει στη χρηματοοικονομική επιχείρηση να καταβάλει, οικειοθελώς και επιπρόσθετα στον καταναλωτή, τη διαφορά μεταξύ του ανώτατου ποσού που καθορίζεται στο εδάφιο (5) και του μεγαλύτερου χρηματικού ποσού που ο ίδιος κρίνει ότι αποτελεί δίκαιη αποζημίωση.
(8) Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (5), ο Επίτροπος δύναται στην απόφασή του να καθορίσει ότι η χρηματική αποζημίωση περιλαμβάνει και την καταβολή τόκου καθορίζοντας την ημερομηνία, από την οποία άρχεται ο υπολογισμός του τόκου:
Νοείται ότι, το επιτόκιο καθορίζεται με βάση το άρθρο 33 του περί Δικαστηρίων Νόμου.
(9) Σε περίπτωση που:
(α) παράπονο εξετάστηκε από τον Επίτροπο σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου,
(β) εκδόθηκε από τον Επίτροπο γραπτή απόφαση προς όφελος του καταναλωτή,
(γ) ο καταναλωτής και η χρηματοοικονομική επιχείρηση, εναντίον της οποίας είχε υποβληθεί το παράπονο αποδέχτηκαν τη δεσμευτικότητα της απόφασης του Επιτρόπου δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου, και
(δ) μετά την έκδοση της απόφασης και τα δύο μέρη δηλώσουν ρητά ότι αποδέχονται τη δεσμευτικότητά της δυνάμει της παραγράφου (β) του εδαφίου (2), αλλά η χρηματοοικονομική επιχείρηση δε συμμορφώνεται με την απόφαση του Επιτρόπου εντός της προθεσμίας του προβλέπεται στην εν λόγω απόφαση,
ο καταναλωτής δύναται να λάβει δικαστικά μέτρα κατά της χρηματοικονομικής επιχείρησης, ενημερώνοντας παράλληλα γραπτώς τον Επίτροπο για την ενέργεια αυτή.
(10) [Διαγράφηκε].
(11) Η τελική γραπτή απόφαση του Επιτρόπου γνωστοποιείται ως ακολούθως:
(α) Σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου (ε) του άρθρου 9 του περί της Εναλλακτικής Επίλυσης Καταναλωτικών Διαφορών Νόμου, στην περίπτωση που το παράπονο υποβάλλεται από καταναλωτή, ο οποίος είναι φυσικό πρόσωπο,
(β) το αργότερο εντός ενενήντα (90) ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία ο Φορέας έλαβε, κατά την κρίση του Επιτρόπου, τον πλήρη φάκελο του παραπόνου στην περίπτωση που το παράπονο υποβάλλεται από καταναλωτή, ο οποίος είναι νομικό πρόσωπο:
Νοείται ότι, ο Επίτροπος κατ’ εξαίρεση και σε ιδιαίτερα περίπλοκες περιστάσεις, δύναται να παρατείνει την προθεσμία των ενενήντα (90) ημερών μετά από σχετική ενημέρωση του Συμβουλίου του Φορέα και ενημερώνει τα μέρη για κάθε παράταση της προθεσμίας, καθώς και για το χρονικό διάστημα που αναμένεται να απαιτηθεί για την έκδοση απόφασης επί του παραπόνου,
(γ) το αργότερο εντός σαράντα πέντε (45) ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία ο Φορέας έλαβε το παράπονο από επιλέξιμο οφειλέτη, δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (4) του άρθρου 44Γ του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου.
(12) Ανεξαρτήτως των διατάξεων του παρόντος Μέρους, σε περίπτωση διορισμού Βοηθού Επιτρόπου δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 7, ο Επίτροπος εξουσιοδοτεί τον Βοηθό Επίτροπο όπως για παράπονο για διαμαρτυρία ή αντίρρηση ή διαφορά εναντίον χρηματοοικονομικής επιχείρησης, το ύψος της οποίας-
(α) δεν υπερβαίνει το όριο, ως αυτό καθορίζεται δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (13), εξετάζεται από τον Βοηθό Επίτροπο, ο οποίος αποφαίνεται επί του παραπόνου, αφού προηγηθεί ενημέρωση του Επιτρόπου· και
(β) ξεπερνά το όριο, ως αυτό καθορίζεται δυνάμει του εδαφίου (13), εξετάζεται από τον Επίτροπο, ο οποίος αποφαίνεται επί του παραπόνου μετά από διαβούλευση με τον Βοηθό Επίτροπο.
(13) Η διαδικασία και το όριο του αναφερόμενου στις παραγράφους (α) και (β) του εδαφίου (12) ποσού της διαφοράς, το οποίο δύναται να είναι διαφορετικό ανά τομέα χρηματοοικονομικής επιχείρησης, καθορίζεται από το Συμβούλιο με Οδηγία που εκδίδει εντός τριών (3) μηνών από την ημερομηνία εφαρμογής του περί της Σύστασης και Λειτουργίας του Ενιαίου Φορέα Εξώδικης Επίλυσης Διαφορών Χρηματοοικονομικής Φύσεως (Τροποποιητικού) Νόμου του 2023, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 21:
Νοείται ότι, μέχρι την ημερομηνία έκδοσης της προβλεπόμενης στο εδάφιο (13) Οδηγίας όλα τα παράπονα, ανεξαρτήτως ορίου ποσού της διαφοράς, τυγχάνουν χειρισμού από τον Επίτροπο.
(14) Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (12), οι διατάξεις των άρθρων 13 και 14 ισχύουν κατ’ αναλογία για τον Βοηθό Επίτροπο, όπου εφαρμόζεται.
(15)(α) Ανεξαρτήτως των διατάξεων του παρόντος Νόμου, απόφαση του Επιτρόπου ή του Βοηθ …
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.