📄 Κείμενο νόμου
Ο περί Συγκάλυψης, Έρευνας και Δήμευσης Εσόδων από Ορισμένες Εγκληματικές Πράξεις Νόμοι του 1996 - 61(I)/1996
ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ
CyLaw
|
Αναφορικά μ'εμάς
|
Επικοινωνία
Κατάλογος Ενοποιημένης Νομοθεσίας
Ο περί Συγκάλυψης, Έρευνας και Δήμευσης Εσόδων από Ορισμένες Εγκληματικές Πράξεις Νόμοι του 1996 (61(I)/1996)
Περιεχόμενα
Πλήρες Κείμενο
Εκτύπωση
Ιστορικό Τροποποιήσεων
61(I)/1996
ΔΙΟΡΘ/I(I)/3364/12.11.99
25(I)/1997
41(I)/1998
120(I)/1999
152(I)/2000
118(I)/2003
185(I)/2004
188(I)/2007
ΜΕΡΟΣ Ι ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Συνοπτικός τίτλος
1. Οι περί Συγκάλυψης, Έρευνας και Δήμευσης Εσόδων από Ορισμένες Εγκληματικές Πράξεις Νόμοι του 1996 έως 2000 θα αναφέρονται μαζί ως οι περί Συγκάλυψης, Έρευνας και Δήμευσης Εσόδων από Ορισμένες Εγκληματικές Πράξεις Νόμοι του 1996 έως 2000.
61(I)/1996
Ερμηνεία
2.-(1) Για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου, εκτός αν προκύπτει από το κείμενο διαφορετική έννοια:
“αδίκημα διακίνησης ναρκωτικών” σημαίνει οποιοδήποτε αδίκημα το οποίο διαπράττεται κατά παράβαση-
(α) Των άρθρων 4, 5, 5Α, 6, 7, 9, 12, 20, 21, 22, 25 και 26 του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου~
(β) των άρθρων 39, 40, 48, 49, 55, 191 και 193 του περί Τελωνείων και Φόρων Καταναλώσεως Νόμου~
(γ) των παραγράφων (γ) και (δ) του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα σε σχέση με τη διάπραξη οποιουδήποτε από τα αδικήματα που αναφέρονται στις παραγράφους (α) και (β) πιο πάνω~
(δ) του άρθρου 370 του Ποινικού Κώδικα σε σχέση με τη διάπραξη οποιουδήποτε από τα αδικήματα που αναφέρονται στις παραγράφους (α) και (β) πιο πάνω~
(ε) του άρθρου 371 του Ποινικού Κώδικα σε σχέση με τη διάπραξη οποιουδήποτε από τα αδικήματα που αναφέρονται στην παράγραφο (α) πιο πάνω~
“αδικήματα συγκάλυψης” (ή αδικήματα ξεπλύματος παράνομου χρήματος όπως διαφορετικά αποκαλούνται) σημαίνει τα αδικήματα που αναφέρονται στο άρθρο 4~
“ακίνητη ιδιοκτησία ή περιουσία” έχει την έννοια την οποία δίνει στον όρο αυτό ο περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμος~
“γενεσιουργά αδικήματα” σημαίνει τα αδικήματα που αναφέρονται στο άρθρο 5~
“Γενικός Εισαγγελέας” σημαίνει το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας~
“Δημοκρατία” σημαίνει την Κυπριακή Δημοκρατία~
“διακίνηση ναρκωτικών” σημαίνει τη διάπραξη ή την ανάμειξη στη διάπραξη εντός ή εκτός της Δημοκρατίας των πιο κάτω πράξεων:
(α) Παραγωγή ή προμήθεια ελεγχόμενου φαρμάκου, η οποία απαγορεύεται από τον περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμο ή άλλο αντίστοιχο νόμο~
(β) μεταφορά ή φύλαξη ελεγχόμενου φαρμάκου, η κατοχή του οποίου απαγορεύεται από τον περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμο ή άλλο αντίστοιχο νόμο~
(γ) εισαγωγή ή εξαγωγή ελεγχόμενου φαρμάκου, η οποία απαγορεύεται από τον περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμο ή από τον περί Τελωνείων και Φόρων Καταναλώσεως Νόμο ή από άλλους συναφείς νόμους~
(δ) σύναψη συμφωνίας ή διευθέτηση με σκοπό-
(i) την παροχή βοήθειας ή διευκόλυνσης σε άλλο πρόσωπο, για να διατηρήσει τα έσοδα του από τη διακίνηση ναρκωτικών ή για να διατηρήσει τον έλεγχο στα εν λόγω έσοδα~
(ii) την εξασφάλιση ή τη διάθεση ποσών προερχομένων από τη διακίνηση ναρκωτικών για την απόκτηση από το πρόσωπο το οποίο έχει προβεί στη διακίνηση ναρκωτικών περιουσίας υπό μορφή επένδυσης~
“δικαστήριο” σημαίνει κακουργιοδικείο ή επαρχιακό δικαστήριο κατά την άσκηση της ποινικής του δικαιοδοσίας και για τους σκοπούς του άρθρου 38 (Διαδικασία εκτέλεσης διαταγμάτων εξωτερικού) έχει την έννοια που δίνει στον όρο αυτό το Μέρος IV του Νόμου αυτού~
“εμπίστευμα μονάδων” (unit trusts) σημαίνει εμπίστευμα που δημιουργείται με σκοπό ή που έχει ως αποτέλεσμα την παροχή σε πρόσωπα που έχουν διαθέσιμα κεφάλαια για επενδυτικές διευκολύνσεις του δικαιώματος να συμμετέχουν ως δικαιούχοι με βάση το εμπίστευμα σε κέρδη ή εισοδήματα τα οποία προκύπτουν από την απόκτηση, διαχείριση ή διάθεση οποιασδήποτε περιουσίας~
“Εποπτικές Αρχές” σημαίνει τις Αρχές οι οποίες εγκαθιδρύονται δυνάμει του άρθρου 60~
“έσοδο” σημαίνει οποιασδήποτε μορφής περιουσία, που προήλθε από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος~
“καθορισμένα αδικήματα” σημαίνει τα αδικήματα που αναφέρονται στο άρθρο 3~
“κινητή πειρουσία ή κινητά” σημαίνει οποιαδήποτε περιουσία δεν είναι ακίνητη~
“κυβερνητικά ομόλογα” (government stocks) περιλαμβάνει ομόλογα ανάπτυξης, βραχυπρόθεσμα κρατικά άτοκα ομόλογα, πιστοποιητικά αποταμίευσης και οποιοδήποτε άλλο τύπο αξιόγραφου το οποίο εκδίδεται στο όνομα συγκεκριμένου προσώπου, αλλά δεν περιλαμβάνει αξιόγραφο ταμιευτηρίου ή άλλο αξιόγραφο που δεν εκδίδεται στο όνομα του κομιστή~
“μέρισμα” περιλαμβάνει τόκους, κάθε μορφής εισόδημα προερχόμενο από αξιόγραφα και οποιοδήποτε εισόδημα προερχόμενο από διανομή κερδών σε σχέση με μονάδες σε εμπίστευμα μονάδων~
“μέσα” σημαίνει οποιαδήποτε περιουσία η οποία έχει χρησιμοποιηθεί ή σκοπός της είναι να χρησιμοποιηθεί ολικά ή μερικά για τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος~
“Μονάδα” σημαίνει τη Μονάδα Καταπολέμησης Αδικημάτων Συγκάλυψης η οποία εγκαθιδρύεται δυνάμει του άρθρου 53~
“ομόλογα” περιλαμβάνει μετοχές (shares), χρεόγραφα εταιρειών (debentures) και άλλα αξιόγραφα νομικού προσώπου, ανεξάρτητα αν αυτά συνιστούν ή όχι επιβάρυνση επί των περιουσιακών στοιχείων του εν λόγω νομικού προσώπου~
“περάτωση ποινικής διαδικασίας” μαζί με τις φραστικές παραλλαγές του όρου σημαίνει-
(α) Την ανάκληση του κατηγορητηρίου δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 91 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου~
(β) την αναστολή της δίωξης δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 154 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου~
(γ) την αθώωση του κατηγορουμένου είτε από το πρωτόδικο δικαστήριο είτε από το Ανώτατο Δικαστήριο κατόπιν έφεσης~
(δ) την απονομή χάριτος από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας~
(ε) την επιβολή ποινής για διάπραξη καθορισμένου αδικήματος χωρίς να εκδοθεί διάταγμα δήμευσης~ ή
(στ) την πλήρη συμμόρφωση προς διάταγμα δήμευσης είτε με την πληρωμή του οφειλόμενου ποσού είτε με την έκτιση ποινής φυλάκισης αντί της πληρωμής του ποσού~
“περιουσία” σημαίνει κινητή και ακίνητη περιουσία, οπουδήποτε και αν βρίσκονται αυτές~
“ποινική διαδικασία” σημαίνει οποιαδήποτε ποινική διαδικασία με την έννοια που δίνει στον όρο αυτό ο περί Δικαστηρίων Νόμος~
“πολιτική διαδικασία” σημαίνει οποιαδήποτε διαδικασία αστικής φύσεως που δεν είναι ποινική~
“Συμβουλευτική Αρχή” σημαίνει τη Συμβουλευτική Αρχή Καταπολέμησης Αδικημάτων Συγκάλυψης η οποία εγκαθιδρύεται δυνάμει του άρθρου 55.
(2) Οι λέξεις και οι φράσεις που εκτίθενται στην πρώτη στήλη ερμηνεύονται στα άρθρα του παρόντος Νόμου τα οποία εκτίθενται στη δεύτερη στήλη:
Αξία δωρεάς 13
Αξία περιουσίας 13
Απαγορευμένη δωρεά 13
Διάταγμα αποκάλυψης πληροφοριών 45
Διάταγμα εξωτερικού 37
Διάταγμα επιβάρυνσης (βλέπε επιβαρυντικό διάταγμα) 15
Διάταγμα δήμευσης 8
Διάταγμα κατακράτησης 32
Διάταγμα παγοποίησης 14
Διάταγμα πώλησης ομολόγων 18
Επιβαρυντικό διάταγμα ή διάταγμα επιβάρυνσης 15
Έσοδα από τη διάπραξη καθορισμένου αδικήματος 7
Εταιρεία 21
Έφεση 37
Οικογένεια του κατηγορουμένου 49
Οικονομική κατάσταση του κατηγορουμένου 49
Παρέμβαση σε σχέση με περιουσία 14
Πληροφορία 44
Προβαίνει σε δωρεά 13
Προνομιούχα χρέη 13
Προνομιούχα πληροφορία 44
Ρευστοποιήσιμη περιουσία 13
Χρηματική ποινή 8(2).
(3) Κάθε αναφορά στον παρόντα Νόμο σε αδικήματα περιλαμβάνει και αδικήματα που διαπράχθηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος του παρόντος Νόμου, αλλά τα δικαστήρια δεν έχουν υποχρέωση να ασκήσουν οποιαδήποτε από τις εξουσίες που παρέχονται σ’ αυτά από τον παρόντα Νόμο σε σχέση με ποινική υπόθεση για διάπραξη καθορισμένου αδικήματος η οποία καταχωρήθηκε πριν από την έναρξη της ισχύος του παρόντος Νόμου.
61(I)/1996
41(I)/1998
120(I)/1999
Καθορισμένα αδικήματα
3. Ο Νόμος αυτός εφαρμόζεται σε σχέση με αδικήματα που αναφέρονται πιο κάτω και τα οποία για σκοπούς του Νόμου αυτού θα καλούνται καθορισμένα αδικήματα:
(α) Αδικήματα συγκάλυψης~
(β) γενεσιουργά αδικήματα.
61(I)/1996
Αδικήματα συγκάλυψης
4.-(1) Κάθε πρόσωπο το οποίο ενώ (α) γνωρίζει ή (β) όφειλε να γνωρίζει ότι οποιασδήποτε μορφής περιουσία αποτελεί έσοδο από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος, προβαίνει σε οποιαδήποτε από τις πιο κάτω ενέργειες:
(i) μετατρέπει, μεταβιβάζει, ή μετακινεί τέτοια περιουσία με σκοπό να αποκρύψει ή, να συγκαλύψει την παράνομη προέλευση της ή να παράσχει με οποιοδήποτε τρόπο βοήθεια σε πρόσωπο το οποίο είναι αναμιγμένο στη διάπραξη του γενεσιουργού αδικήματος για να προβεί το πρόσωπο αυτό σε οποιαδήποτε από τις πιο πάνω πράξεις και ενέργειες ή άλλως ενεργεί για να αποφύγει τις νομικές συνέπειες των πράξεων και ενεργειών του~
(ii) αποκρύπτει ή συγκαλύπτει την αληθή φύση, την πηγή, τον τόπο, τη διάθεση, την κίνηση, τα δικαιώματα σε σχέση με περιουσία ή με την κυριότητα αυτή~
(iii) αποκτά, κατέχει ή χρησιμοποιεί τέτοια περιουσία~
(iv) συμμετέχει, συμπράττει, συνεργάζεται, συνομωτεί για να διαπραχθεί, ή αποπειράται να διαπράξει και παρέχει συνδρομή και βοήθεια, καθοδήγηση ή συμβουλή στη διάπραξη οποιωνδήποτε από τα αδικήματα που αναφέρονται πιο πάνω~
(v) παρέχει πληροφορίες σχετικά με έρευνες που γίνονται για συγκάλυψη εσόδων γενεσιουργού αδικήματος με σκοπό να δυνηθεί το πρόσωπο που αποκόμισε όφελος από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος να διατηρήσει τα έσοδα ή τον έλεγχο των εσόδων από τη διάπραξη του εν λόγω αδικήματος,
διαπράττει αδίκημα τιμωρούμενο με φυλάκιση δεκατεσσάρων ετών ή με χρηματική ποινή ή και με τις δύο αυτές ποινές στην περίπτωση (α) πιο πάνω, ή με φυλάκιση πέντε ετών ή με χρηματική ποινή ή και με τις δύο αυτές ποινές στην περίπτωση (β) πιο πάνω.
(2) Για σκοπούς του εδαφίου (1)-
(α) Δεν έχει καμιά σημασία κατά πόσο το γενεσιουργό αδίκημα υπόκειται ή όχι στη δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων~
(β) τα αδικήματα συγκάλυψης δύνανται να διαπραχθούν και από τους δράστες γενεσιουργών αδικημάτων~
(γ) η γνώση, πρόθεση ή σκοπός που απαιτούνται ως στοιχεία αδικημάτων που αναφέρονται στο εδάφιο (1) δύνανται να συναχθούν από αντικειμενικές πραγματικές περιστάσεις.
61(I)/1996
ΔΙΟΡΘ/I(I)/3364/12.11.99
120(I)/1999
Γενεσιουργά αδικήματα
5.-(1) Γενεσιουργά αδικήματα είναι τα ποινικά αδικήματα τα τιμωρούμενα με ποινή φυλάκισης κατ’ ανώτατο όριο άνω του ενός έτους, ως αποτέλεσμα των οποίων προήλθαν έσοδα, τα οποία δύνανται να αποτελέσουν το αντικείμενο αδικήματος συγκάλυψης, όπως ορίζεται στο άρθρο 4.
61(I)/1996
41(I)/1998
152(I)/2000
ΜΕΡΟΣ ΙΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΑ ΔΗΜΕΥΣΗΣ, ΠΡΟΣΩΡΙΝΑ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΑ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΜΕΤΡΑ
Α. Διατάγματα Δήμευσης
Έρευνα για διαπίστωση αν ο κατηγορούμενος είχε έσοδα
6.-(1) Δικαστήριο το οποίο έχει καταδικάσει πρόσωπο για καθορισμένο αδίκημα προτού επιβάλει ποινή προβαίνει σε έρευνα για να διαπιστώσει αν ο κατηγορούμενος απεκόμισε οποιαδήποτε έσοδα από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος ακολουθώντας τη διαδικασία που καθορίζει το παρόν Μέρος του Νόμου ή τη διαδικασία που αναφέρεται στο Μέρος VI.
(2) Για να ακολουθηθεί η διαδικασία που καθορίζει το Μέρος αυτό αποφασίζει ο Γενικός Εισαγγελέας ο οποίος και υποβάλλει σχετική αίτηση στο Δικαστήριο. Το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει διάταγμα δήμευσης αν ακολουθηθεί η διαδικασία δυνάμει του Μέρους αυτού ή να επιβάλει ανάλογη χρηματική ποινή αν ακολουθηθεί η διαδικασία δυνάμει του Μέρους VI.
61(I)/1996
118(I)/2003
Υπολογισμός εσόδων από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος
7.-(1) Για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου-
(α) Λογίζονται ως έσοδα του κατηγορουμένου από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος όλες οι πληρωμές οι οποίες καταβλήθηκαν σ’ αυτόν ή σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο είτε πριν είτε μετά την έναρξη της ισχύος του Νόμου αυτού σε σχέση με τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος, ανεξάρτητα αν αυτό έχει διαπραχθεί από τον ίδιο τον κατηγορούμενο ή από άλλο πρόσωπο~
(β) τα έσοδα του κατηγορουμένου από η διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος είναι το σύνολο των πληρωμών ή αμοιβών οι οποίες έχουν καταβληθεί σ’ αυτόν ή το προϊόν του γενεσιουργού αδικήματος.
(2) Το Δικαστήριο, για να διαπιστώσει κατά πόσο ο κατηγορούμενος απεκόμισε έσοδα από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος και για να υπολογίσει το ύψος των εσόδων του από την εν λόγω διάπραξη, δύναται, εκτός αν στη συγκεκριμένη περίπτωση καταδειχθεί το αντίθετο, να υποθέσει ότι-
(α) Οποιαδήποτε περιουσία απέκτησε ο κατηγορούμενος μετά τη διάπραξη του εν λόγω αδικήματος ή μεταβιβάστηκε σε αυτόν οποτεδήποτε κατά τη διάρκεια των τελευταίων έξι ετών πριν από την έναρξη της ποινικής διαδικασίας εναντίον του αποτελεί έσοδο, πληρωμή ή αμοιβή από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος από αυτόν το νωρίτερο που θα κρίνει το δικαστήριο ότι την απέκτησε~
(β) κάθε δαπάνη του κατηγορουμένου κατά τη διάρκεια της πιο πάνω περιόδου έχει γίνει από πληρωμές ή αμοιβές οι οποίες καταβλήθηκαν σε αυτόν σε σχέση με τη διάπραξη από τον ίδιο γενεσιουργού αδικήματος~
(γ) οποιαδήποτε περιουσία απέκτησε ο κατηγορούμενος σύμφωνα με την παράγραφο (α) την παρέλαβε ελεύθερη από επιβαρύνσεις και συμφέροντα άλλων προσώπων για σκοπούς υπολογισμού της αξίας της.
(3) Οι πρόνοιες του εδαφίου (2) δεν εφαρμόζονται αν-
(α) Αποδειχθεί ότι δεν ισχύουν στην περίπτωση του κατηγορουμένου~ ή
(β) το δικαστήριο κρίνει ότι θα υπήρχε σοβαρός κίνδυνος αδικίας εις βάρος του κατηγορουμένου αν εφαρμόζονταν.
(4) Σε περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο δεν εφαρμόζει τις πρόνοιες του εδαφίου (2), εκθέτει τους λόγους του για την απόφαση του αυτή.
(5) Για σκοπούς υπολογισμού των εσόδων του κατηγορουμένου από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος, αν σε προηγούμενη περίπτωση εκδόθηκε εναντίον του διάταγμα δήμευσης, το δικαστήριο δε θεωρεί έσοδα από διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος τα έσοδα τα οποία θα καταδειχθεί ότι λήφθηκαν υπόψη για τον υπολογισμό του ποσού το οποίο αναφέρεται στο προηγούμενο διάταγμα.
61(I)/1996
41(I)/1998
120(I)/1999
Διάταγμα δήμευσης
8.-(1) Σε περίπτωση όπου το δικαστήριο μετά τη διεξαγωγή έρευνας δυνάμει του Μέρους αυτού διαπιστώσει ότι ο κατηγορούμενος απεκόμισε έσοδα, προτού επιβάλει ποινή είτε για το αδίκημα για το οποίο έχει καταδικαστεί είτε για άλλα αδικήματα τα οποία το δικαστήριο δύναται να λάβει υπόψη στην επιβολή της ποινής-
(α) Εκδίδει διάταγμα δήμευσης για την είσπραξη του ποσού των εσόδων σύμφωνα με το άρθρο 9 όπως αυτά υπολογίζονται και εξακριβώνονται δυνάμει του άρθρου 7~
(β) εκδίδει διάταγμα δήμευσης μέσων~
και ακολούθως επιβάλλει οποιαδήποτε από τις ποινές τις οποίες έχει αρμοδιότητα να επιβάλει.
(2) Η έκδοση διατάγματος δήμευσης δεν επηρεάζεται από οποιαδήποτε πρόνοια άλλων νόμων η οποία περιορίζει την αρμοδιότητα του δικαστηρίου στην επιβολή χρηματικών ποινών.
61(I)/1996
Διαδικασία εκτέλεσης διατάγματος δήμευσης
9.-(1) Χωρίς να επηρεάζονται οι εξουσίες του δικαστηρίου που αναφέρονται στα άρθρα 17 μέχρι 19, οι συνέπειες του διατάγματος δήμευσης είναι οι ίδιες με τις συνέπειες της επιβολής χρηματικής ποινής και ο Πίνακας του άρθρου 128 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου αντικαθίσταται για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου με τον ακόλουθο:
ΠΙΝΑΚΑΣ
Πρώτη στήλη Δεύτερη Στήλη
Ποσό που δεν υπερβαίνει τις .50 ....................................... 7 ημέρες
Ποσό που υπερβαίνει τις .50 αλλά όχι τις .100 ................ 14 ημέρες
Ποσό που υπερβαίνει τις .100 αλλά όχι τις .500 .............. 30 ημέρες
Ποσό που υπερβαίνει τις .500 αλλά όχι τις .1.000 ........... 60 ημέρες
Ποσό που υπερβαίνει τις .1.000 αλλά όχι τις .2.000 ........ 90 ημέρες
Ποσό που υπερβαίνει τις .2.000 αλλά όχι τις .5.000 ........ 6 μήνες
Ποσό που υπερβαίνει τις .5.000 αλλά όχι τις .10.000 ....... 9 μήνες
Ποσό που υπερβαίνει τις .10.000 αλλά όχι τις .20.000 ..... 12 μήνες
Ποσό που υπερβαίνει τις .20.000 αλλά όχι τις .50.000 ..... 18 μήνες
Ποσό που υπερβαίνει τις .50.000 αλλά όχι τις .100.000 ..... 2 έτη
Ποσό που υπερβαίνει τις .100.000 αλλά όχι τις .250.000 ..... 3 έτη
Ποσό που υπερβαίνει τις .250.000 αλλά όχι το ένα εκατομ-
μύριο λίρες .............................................................................. 5 έτη
Ποσό που υπερβαίνει το ένα εκατομμύριο λίρες ..................... 10 έτη
(2) Οι διατάξεις του εδαφίου (1) του άρθρου αυτού εφαρμόζονται και στην περίπτωση έκδοσης διατάγματος δήμευσης δυνάμει του άρθρου 28 (Διάταγμα δήμευσης σε περίπτωση θανάτου ή διαφυγής του κατηγορουμένου) όπου ο κατηγορούμενος είχε διαφύγει και εμφανίστηκε σε μεταγενέστερο στάδιο.
61(I)/1996
Εκτέλεση διατάγματος δήμευσης μέσων
10. Η εκτέλεση διατάγματος για τη δήμευση μέσων γίνεται με κατάσχεση ακολουθώντας τυχόν οδηγίες του δικαστηρίου ανάλογα με το είδος του μέσου.
61(I)/1996
Έκθεση γεγονότων και στοιχείων
11.-(1) Η κατηγορούσα αρχή παρουσιάζει, μαζί με την αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα για έρευνα δυνάμει του άρθρου 6 (Έρευνα για διαπίστωση αν ο κατηγορούμενος είχε έσοδα) ή δυνάμει των άρθρων 35 (Επανεξέταση υπόθεσης) ή 36 (Αναθεώρηση υπολογισμού εσόδων) ή εντός της προθεσμίας την οποία καθορίζει το δικαστήριο, έκθεση ισχυρισμών στην οποία εκτίθενται γεγονότα και στοιχεία σχετικά με την έρευνα για τη διαπίστωση τυχόν εσόδων του κατηγορουμένου από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος ή με τον υπολογισμό των εν λόγω εσόδων και, αν ο κατηγορούμενος, σύμφωνα με τη διαδικασία που καθορίζεται στο παρόν άρθρο, παραδεχθεί την ορθότητα του περιεχομένου της εν λόγω έκθεσης ή μέρους της, το δικαστήριο για τους σκοπούς της εν λόγω έρευνας και για σκοπούς υπολογισμού δύναται να εκλάβει την εν λόγω παραδοχή ως αναμφισβήτητη απόδειξη των γεγονότων και στοιχείων στα οποία αναφέρεται.
(2) Μετά την παρουσίαση από την κατηγορούσα αρχή της έκθεσης γεγονότων και στοιχείων, σύμφωνα με τις πρόνοιες του εδαφίου (1), το δικαστήριο, αφού ικανοποιηθεί ότι αντίγραφο της επιδόθηκε στον κατηγορούμενο, τον καλεί να δηλώσει κατά πόσο παραδέχεται οποιουσδήποτε από τους ισχυρισμούς της έκθεσης και να υποβάλει έκθεση σχετικά με όσους δεν παραδέχεται (η οποία θα καλείται “έκθεση αντίκρουσης ισχυρισμών”) στην οποία να υποδεικνύει τα στοιχεία και τους λόγους επί των οποίων προτίθεται να στηρίξει την υπόθεση του τόσο για αντίκρουση των ισχυρισμών της κατηγορούσας αρχής όσο και σχετικά με το ποσό το οποίο διαπιστώθηκε ότι δύναται να ληφθεί από τη ρευστοποιήσιμη περιουσία του. Η έκθεση αντίκρουσης ισχυρισμών υποβάλλεται μέσα στη χρονική περίοδο την οποία καθορίζει το δικαστήριο ή μέσα σε τρεις ημέρες από την επίδοση στον κατηγορούμενο της έκθεσης γεγονότων και στοιχείων της κατηγορούσας αρχής.
(3) Η παράλειψη του κατηγορουμένου να συμμορφωθεί προς οποιαδήποτε από τις οδηγίες του δικαστηρίου λογίζεται για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου ως παραδοχή όλων των ισχυρισμών που περιλαμβάνονται στην έκθεση.
(4) Σε περίπτωση κατά την οποία στην έκθεση αντίκρουσης ισχυρισμών περιλαμβάνονται ισχυρισμοί σχετικά με το ποσό το οποίο διαπιστώθηκε ότι δύναται να ληφθεί κατά την έκδοση του διατάγματος δήμευσης και η κατηγορούσα αρχή αποδέχεται όλους τους ισχυρισμούς ή μερικούς από αυτούς ή μέρος τους, το δικαστήριο δύναται για τους σκοπούς της πιο πάνω διαπίστωσης να θεωρήσει την εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής αποδοχή αναμφισβήτητη απόδειξη των ισχυρισμών στους οποίους αναφέρεται.
(5) Η αποδοχή ισχυρισμών είτε αυτή αφορά τον κατηγορούμενο είτε την κατηγορούσα αρχή γίνεται προφορικά ενώπιον του δικαστηρίου, εκτός αν το δικαστήριο διατάξει διαφορετικά.
(6) Η παραδοχή στην οποία προβαίνει ο κατηγορούμενος για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου δε δύναται να γίνει δεκτή ως μαρτυρία σε οποιαδήποτε άλλη ποινική διαδικασία.
(7) Το δικαστήριο δύναται να ορίσει ημερομηνία για τη διεξαγωγή της έρευνας και να την αναβάλει οποτεδήποτε το κρίνει αναγκαίο.
(8) Το δικαστήριο εκδίδει αιτιολογημένη απόφαση για όλα τα θέματα της έρευνας.
61(I)/1996
Ποσό που ανακτάται δυνάμει διατάγματος δήμευσης
12.-(1) Τηρουμένων των προνοιών του εδαφίου (2), το ποσό το οποίο πρέπει να ανακτηθεί με την έκδοση διατάγματος δήμευσης είναι το ποσό το οποίο το δικαστήριο υπολογίζει ότι αντιπροσωπεύει τα έσοδα του κατηγορουμένου από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος.
(2) Αν το δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι κατά την έκδοση του διατάγματος το ποσό το οποίο θα ήταν δυνατό να ρευστοποιηθεί είναι μικρότερο του ποσού το οποίο το δικαστήριο υπολόγισε ως αντιπροσωπευτικό των εσόδων του κατηγορουμένου από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος, το ποσό το οποίο, σύμφωνα με το διάταγμα δήμευσης, πρέπει να ανακτηθεί είναι το ποσό το οποίο, κατά την άποψη του δικαστηρίου, δύναται στην πραγματικότητα να εξασφαλισθεί από τη ρευστοποιήσιμη περιουσία. Στην περίπτωση αυτή αναφέρεται στο διάταγμα και το ποσό το οποίο έπρεπε να ανακτηθεί ως αντιπροσωπευτικό των εσόδων του κατηγορουμένου από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος.
(3) Σε περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το ποσό το οποίο δύναται να ληφθεί από τη ρευστοποιήσιμη περιουσία είναι μικρότερο από το ποσό το οποίο θα έπρεπε να ληφθεί, δύναται να εκδώσει για τη διαφορά μεταξύ των δύο ποσών διάταγμα είτε για τη διαγραφή της διαφοράς είτε για την αναστολή της είσπραξης της, το οποίο, κατά τη γνώμη του και λαμβανομένων υπόψη των λόγων της διαφοράς, κρίνει δίκαιο και σκόπιμο.
61(I)/1996
Ρευστοποιήσιμη περιουσία και άλλοι βασικοί ορισμοί
13.-(1) Στον παρόντα Νόμο, τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (2), “ρευστοποιήσιμη περιουσία” σημαίνει-
(α) Περιουσία την οποία έχει ο κατηγορούμενος· και
(β) περιουσία την οποία έχει άλλο πρόσωπο προς το οποίο ο κατηγορούμενος άμεσα ή έμμεσα προέβη σε απαγορευμένη από τον παρόντα Νόμο δωρεά.
(2) Στην έννοια της ρευστοποιήσιμης περιουσίας δεν περιλαμβάνεται οποιαδήποτε περιουσία η οποία υπόκειται σε κατάσχεση με βάση διάταγμα δικαστηρίου το οποίο εκδόθηκε σε ποινική υπόθεση.
(3) Για τους σκοπούς των άρθρων 11 (Έκθεση γεγονότων και στοιχείων) και 12 (Ποσό που λαμβάνεται δυνάμει διατάγματος δήμευσης) το ποσό το οποίο δύναται, κατά την έκδοση του διατάγματος δήμευσης, να εξασφαλισθεί είναι-
(α) Το σύνολο των αξιών όλης της ρευστοποιήσιμης περιουσίας την οποία έχει ο κατηγορούμενος κατά την έκδοση του διατάγματος·
(β) πλέον το σύνολο όλων των αξιών των κατά την έκδοση του διατάγματος απαγορευμένων από το Νόμο δωρεών·
(γ) μείον το σύνολο των υποχρεώσεων οι οποίες, κατά την έκδοση του διατάγματος, έχουν, σύμφωνα με το εδάφιο (6), προτεραιότητα.
(4) Τηρουμένων των ακόλουθων προνοιών του παρόντος άρθρου, αξία περιουσίας, εκτός από μετρητά, είναι-
(α) Η αγοραία αξία της περιουσίας, όταν αυτή ανήκει αποκλειστικά σε ένα πρόσωπο·
(β) σε περίπτωση κατά την οποία και άλλο πρόσωπο έχει συμφέρον στην εν λόγω περιουσία, η αγοραία αξία της περιουσίας μείον το ποσό το οποίο απαιτείται για την ικανοποίηση του συμφέροντος του άλλου προσώπου και την ακύρωση οποιασδήποτε επιβάρυνσης, εξαιρουμένης επιβάρυνσης με βάση επιβαρυντικό διάταγμα.
(5) Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος άρθρου, αναφορά στην αξία δωρεάς σημαίνει την αξία της περιουσίας στην ανοικτή αγορά κατά το χρόνο της έκδοσης του διατάγματος δήμευσης ή κατά το χρόνο της δωρεάς, αν η αξία της τότε ήταν μεγαλύτερη από την αξία της κατά την έκδοση του διατάγματος δήμευσης.
(6) Για τους σκοπούς του εδαφίου (3) οι υποχρεώσεις του κατηγορουμένου οι οποίες έχουν προτεραιότητα έναντι άλλων είναι-
(α) Οι υποχρεώσεις για την καταβολή χρηματικών ποινών οι οποίες επιβλήθηκαν πριν από την έκδοση του διατάγματος δήμευσης ή άλλων ποσών πληρωτέων δυνάμει διατάγματος του δικαστηρίου το οποίο εκδόθηκε πριν από την έκδοση του διατάγματος δήμευσης·
(β) η υποχρέωση του για την πληρωμή ποσών τα οποία θα περιλαμβάνονται μεταξύ των προνομιούχων χρεών του κατηγορουμένου, αν κατά την έκδοση του διατάγματος δήμευσης κηρυσσόταν σε πτώχευση ή, προκειμένου περί εταιρείας, αν διαταζόταν η διάλυση της·
(γ) οποιαδήποτε άλλη καλόπιστη απαίτηση εναντίον του κατηγορουμένου την οποία το δικαστήριο κρίνει κατάλληλη για να της δοθεί προτεραιότητα με την επιβολή των όρων που το δικαστήριο κρίνει δίκαιους υπό τις περιστάσεις·
και “Προνομιούχα χρέη” στο εδάφιο αυτό σημαίνει-
(i) σχετικά με πτώχευση, τα χρέη τα οποία πληρώνονται κατά προτεραιότητα, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 38 του περί Πτωχεύσεως Νόμου ή οποιουδήποτε άλλου νόμου, ως εάν ήταν η ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος δήμευσης η ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος παραλαβής·
(ii) σχετικά με διάλυση εταιρείας, τα χρέη τα οποία πληρώνονται κατά προτεραιότητα, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 300 του περί Εταιρειών Νόμου ή οποιουδήποτε άλλου νόμου, ως εάν ήταν η ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος δήμευσης η ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος διάλυσης της εταιρείας·
(iii) σχετικά τόσο με πτώχευση φυσικού προσώπου όσο και με διάλυση εταιρείας, οι απαιτήσεις που αναφέρονται στην παράγραφο (γ) του εδαφίου (6) πιο πάνω.
(7) Οι δωρεές, περιλαμβανομένων και των δωρεών που έγιναν πριν από την έναρξη της ισχύος του παρόντος Νόμου, που θεωρούνται απαγορευμένες από τον Νόμο αυτό είναι-
(α) Όσες έγιναν από τον κατηγορούμενο κατά τα τελευταία έξι έτη πριν από την έναρξη της ποινικής διαδικασίας εναντίον του· ή
(β) όσες έγιναν από τον κατηγορούμενο οποτεδήποτε και αφορούν περιουσία-
(i) την οποία αποδέχτηκε ο κατηγορούμενος ως δωρεά σε σχέση με γενεσιουργό αδίκημα το οποίο διέπραξε ο ίδιος ή άλλο πρόσωπο·
(ii) η οποία εξολοκλήρου ή μερικώς αντιπροσωπεύει άμεσα ή έμμεσα περιουσία την οποία αποδέχτηκε σε σχέση με γενεσιουργό αδίκημα το οποίο διέπραξε ο ίδιος ή άλλο πρόσωπο.
(8) Για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου ο κατηγορούμενος λογίζεται ότι προβαίνει σε δωρεά και σε περίπτωση που άμεσα ή έμμεσα μεταβιβάζει περιουσία με αντάλλαγμα σημαντικά χαμηλότερο της πραγματικής αξίας της περιουσίας κατά το χρόνο της μεταβίβασης. Στην περίπτωση αυτή οι προηγούμενες πρόνοιες του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται ως εάν προέβη ο κατηγορούμενος στη δωρεά εκείνου του μέρους της περιουσίας το οποίο σε σύγκριση με την αξία ολόκληρης της περιουσίας αντιπροσωπεύει το ποσοστό της διαφοράς μεταξύ της αξίας του ανταλλάγματος το οποίο δέχτηκε για τη μεταβίβαση της και της πραγματικής αξίας της περιουσίας κατά το χρόνο της μεταβίβασης.
61(I)/1996
118(I)/2003
Β. Προσωρινά Διατάγματα
Διάταγμα παγοποίησης
14.-(1) Το δικαστήριο έχει την εξουσία να εκδίδει διάταγμα παγοποίησης σε περίπτωση κατά την οποία-
(α) Έχει αρχίσει και δεν έχει περατωθεί ή επίκειται η έναρξη εντός της Δημοκρατίας ποινικής διαδικασίας εναντίον προσώπου για διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος, ή έχει γίνει αίτηση από το Γενικό Εισαγγελέα δυνάμει των άρθρων 28 (Διάταγμα δήμευσης σε περίπτωση θανάτου ή διαφυγής του κατηγορουμένου), 35 (Επανεξέταση υπόθεσης) ή 36 (Αναθεώρηση υπολογισμού εσόδων) του Νόμου αυτού~ ή
(β) η Μονάδα κατέχει πληροφορία βάσει της οποίας δημιουργείται εύλογη υποψία ότι πρόσωπο δύναται να κατηγορηθεί για διάπραξη αδικήματος συγκάλυψης~ και
(γ) το δικαστήριο είναι ικανοποιημένο ότι υπάρχει εύλογη αιτία να πιστεύει ότι-
(i) στην περίπτωση αίτησης δυνάμει του άρθρου 36 πληρούνται οι διατάξεις του εδαφίου (3) του ίδιου άρθρου~ και
(ii) το αναφερόμενο στις παραγράφους (α) και (β) πρόσωπο έχει αποκομίσει οποιοδήποτε όφελος από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος.
(2) Το διάταγμα παγοποίησης το οποίο εκδίδεται δυνάμει του εδαφίου (1) απαγορεύει τη συναλλαγή με οποιοδήποτε τρόπο σε ρευστοποιήσιμη περιουσία. Η απαγόρευση υπόκειται σε όρους ή εξαιρέσεις που το δικαστήριο επιβάλλει ή καθορίζει στο διάταγμα.
(3) Το διάταγμα παγοποίησης δύναται να επηρεάζει-
(α) Ολόκληρη τη ρευστοποιήσιμη περιουσία την οποία έχει συγκεκριμένο πρόσωπο, ανεξάρτητα αν αυτή περιγράφεται ή όχι στο διάταγμα~ και
(β) τη ρευστοποιήσιμη εκείνη περιουσία την οποία έχει συγκεκριμένο πρόσωπο η οποία μεταβιβάστηκε σ’ αυτό μετά την έκδοση του διατάγματος.
(4) Οι πρόνοιες του παρόντος άρθρου δεν εφαρμόζονται σε σχέση με περιουσία η οποία βαρύνεται με διάταγμα επιβάρυνσης το οποίο έχει εκδοθεί δυνάμει του άρθρου 15 (Διάταγμα επιβάρυνσης).
(5) Το διάταγμα παγοποίησης-
(α) Εκδίδεται κατόπιν μονομέρους αίτησης (ex parte) του Γενικού Εισαγγελέα~ και
(β) περιλαμβάνει πρόνοια για την επίδοση ειδοποίησης προς όλα τα επηρεαζόμενα από το διάταγμα πρόσωπα.
(6) Το διάταγμα παγοποίησης-
(α) Δύναται να ακυρωθεί ή να τροποποιηθεί αναφορικά με την περιουσία που επηρεάζεται~
(β) ακυρώνεται μετά την περάτωση της ποινικής διαδικασίας εναντίον του κατηγορουμένου για τα αδικήματα για τα οποία κατηγορείται~
(γ) ακυρώνεται αν αίτηση δυνάμει του άρθρου 35 (Επανεξέταση υπόθεσης) ή του άρθρου 36 (Αναθεώρηση υπολογισμού εσόδων) δεν υποβληθεί σε εύλογο κατά τη γνώμη του δικαστηρίου χρόνο.
(7) Το δικαστήριο δύναται οποτεδήποτε μετά την έκδοση του διατάγματος παγοποίησης να διορίσει παραλήπτη-
(α) Για να θέσει υπό την κατοχή και τον έλεγχο του ρευστοποιήσιμη περιουσία~ και
(β) για να διαχειρίζεται ή άλλως πως να συναλλάσσεται σε σχέση με την εν λόγω περιουσία, σύμφωνα με τις οδηγίες του δικαστηρίου.
(8) Το δικαστήριο δύναται κατά το διορισμό του παραλήπτη να επιβάλει τους όρους που κρίνει αναγκαίους και να διατάξει οποιοδήποτε πρόσωπο στην κατοχή του οποίου βρίσκεται περιουσία για την οποία έχει διοριστεί ο παραλήπτης να την παραδώσει σε αυτόν.
(9) Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου και χωρίς να επηρεάζεται η γενικότητα της, η φράση “συναλλάσσεται σε σχέση με περιουσία” περιλαμβάνει-
(α) Πληρωμή έναντι χρέους με σκοπό τη μείωση του~ και
(β) τη μετακίνηση ή μεταφορά της περιουσίας εκτός της Δημοκρατίας.
(10) Μετά την έκδοση διατάγματος παγοποίησης η ρευστοποιήσιμη περιουσία δύναται να κατασχεθεί με σκοπό να παρεμποδιστεί η μετακίνηση ή μεταφορά της εκτός Κύπρου.
(11) Περιουσία η οποία κατάσχεται δυνάμει του εδαφίου (10) πιο πάνω υπόκειται στις οδηγίες του δικαστηρίου.
(12) Το Δικαστήριο δεν ασκεί τις εξουσίες που του παρέχονται δυνάμει του άρθρου αυτού-
(α) Αν ικανοποιηθεί ότι η προώθηση της διαδικασίας ή αίτησης καθυστερεί χωρίς να υπάρχει εύλογη αιτία~ ή
(β) αν ο Γενικός Εισαγγελέας δηλώσει ότι δε σκοπεύει να προωθήσει την εν λόγω διαδικασία ή αίτηση.
61(I)/1996
Διάταγμα επιβάρυνσης
15.-(1) Το δικαστήριο έχει την εξουσία να εκδίδει διάταγμα επιβάρυνσης τόσο πριν όσο και μετά την έκδοση διατάγματος δήμευσης, αλλά το διάταγμα επιβάρυνσης εκδίδεται πριν από την έκδοση διατάγματος δήμευσης μόνο αν-
(α) Έχει αρχίσει και δεν έχει περατωθεί ή επίκειται η έναρξη εντός της Δημοκρατίας ποινικής διαδικασίας εναντίον προσώπου για διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος, ή έχει γίνει αίτηση από το Γενικό Εισαγγελέα δυνάμει των άρθρων 28 (Διάταγμα δήμευσης σε περίπτωση θανάτου ή διαφυγής του κατηγορουμένου), 35 (Επανεξέταση υπόθεσης) ή 36 (Αναθεώρηση υπολογισμού εσόδων) του Νόμου αυτού~ ή
(β) η Μονάδα κατέχει πληροφορία βάσει της οποίας δημιουργείται εύλογη υποψία ότι πρόσωπο δύναται να κατηγορηθεί για διάπραξη αδικήματος συγκάλυψης~ και
(γ) το δικαστήριο είναι ικανοποιημένο ότι υπάρχει εύλογη αιτία να πιστεύει ότι-
(i) στην περίπτωση αίτησης δυνάμει του άρθρου 36 (Αναθεώρηση υπολογισμού εσόδων) πληρούνται οι διατάξεις του εδαφίου (3) του ίδιου άρθρου~ και
(ii) το αναφερόμενο στις παραγράφους (α) και (β) πρόσωπο έχει αποκομίσει όφελος από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος.
(2) Το διάταγμα το οποίο εκδίδεται δυνάμει του εδαφίου (1) καλείται διάταγμα επιβάρυνσης ή επιβαρυντικό διάταγμα και ανεξαρτήτως των προνοιών άλλων νόμων δημιουργεί επιβάρυνση επί ρευστοποιήσιμης περιουσίας, όπως αυτή προσδιορίζεται στο διάταγμα, με σκοπό την εξασφάλιση καταβολής προς τη Δημοκρατία-
(α) Ποσού ίσου με την αξία της περιουσίας η οποία επιβαρύνεται με το διάταγμα στις περιπτώσεις εκείνες κατά τις οποίες δεν έχει εκδοθεί διάταγμα δήμευσης~ και
(β) σε όλες τις άλλες περιπτώσεις ποσού το οποίο δεν υπερβαίνει το δυνάμει του διατάγματος δήμευσης πληρωτέο ποσό.
(3) Επιβαρυντικό διάταγμα εκδίδεται κατόπιν μονομερούς αίτησης (ex parte) του Γενικού Εισαγγελέα.
(4) Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (6), επιβάρυνση δυνάμει επιβαρυντικού διατάγματος δύναται να επιβληθεί μόνο-
(α) Επί συμφέροντος το οποίο ο κατηγορούμενος έχει σε ρευστοποιήσιμη περιουσία είτε του είδους που περιγράφεται στο εδάφιο (5) πιο κάτω είτε δυνάμει εμπιστεύματος~
(β) επί συμφέροντος το οποίο έχει άλλο πρόσωπο σε ρευστοποιήσιμη περιουσία είτε του είδους που περιγράφεται στο εδάφιο (5) πιο κάτω είτε δυνάμει εμπιστεύματος και προς το οποίο ο κατηγορούμενος έχει προβεί σε δωρεά απαγορευμένη από το Νόμο αυτό.
(5) Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (12), τα είδη περιουσίας που αναφέρονται στο εδάφιο (4) είναι-
(α) Ακίνητη περιουσία~
(β) τα ακόλουθα ομόλογα:
(i) κυβερνητικά ομόλογα~
(ii) ομόλογα οποιουδήποτε νομικού προσώπου που συστάθηκε στη Δημοκρατία~
(iii) ομόλογα νομικού προσώπου που συστάθηκε εκτός της Δημοκρατίας και τα οποία είναι εγγεγραμμένα σε μητρώο το οποίο τηρείται στη Δημοκρατία~
(γ) μερίδιο σε εμπίστευμα μονάδων για το οποίο τηρείται μητρώο των μεριδούχων οπουδήποτε εντός της Δημοκρατίας~
(δ) καταθέσεις σε δικαστήριο.
(6) Όταν το δικαστήριο εκδίδει διάταγμα επιβάρυνσης επί συμφέροντος σε είδος περιουσίας από τα αναφερόμενα στις παραγράφους (β) και (γ) του εδαφίου (5), δύναται να διατάξει όπως η επιβάρυνση επεκταθεί και καλύψει συμφέρον επί μερίσματος ή επί τόκου πληρωτέου σε σχέση με την εν λόγω περιουσία.
(7) Το δικαστήριο δύναται με διάταγμα του να ακυρώσει ή να τροποποιήσει επιβαρυντικό διάταγμα και εν πάση περιπτώσει ακυρώνει επιβαρυντικό διάταγμα μετά την περάτωση της ποινικής διαδικασίας για το αδίκημα ή κατόπιν κατάθεσης στο δικαστήριο του ποσού η πληρωμή του οποίου εξασφαλίστηκε με την έκδοση του επιβαρυντικού διατάγματος ή αν οι αιτήσεις δυνάμει των άρθρων 35 (Επανεξέταση υπόθεσης) ή 36 (Αναθεώρηση υπολογισμού εσόδων) δε γίνουν μέσα σε εύλογο κατά τη γνώμη του δικαστηρίου χρόνο.
(8) Το δικαστήριο δύναται να εκδώσει διάταγμα επιβάρυνσης χωρίς όρους ή με την επιβολή όρων σχετικά με την επίδοση γνωστοποίησης στα πρόσωπα τα οποία έχουν οποιοδήποτε συμφέρον στην επηρεαζόμενη περιουσία ή σχετικά με το χρόνο εκτέλεσης της επιβάρυνσης ή σχετικά με άλλα θέματα.
(9) Η έκδοση επιβαρυντικού διατάγματος σε σχέση με τα περιουσιακά στοιχεία (β), (γ) και (δ) του εδαφίου (5) έχει όλες ή μερικές από τις πιο κάτω συνέπειες, τις οποίες καθορίζει το δικαστήριο, το οποίο δύναται να επιβάλει τους όρους ή να δώσει τις οδηγίες που κρίνει αναγκαίες ή συμπληρωματικές της συνέπειας ή των συνεπειών που έχει ορίσει-
(α) Τη δημιουργία επιβάρυνσης υπέρ της Δημοκρατίας στην περιουσία για την οποία εκδίδεται το διάταγμα με την πληρωμή του ποσού που αναφέρεται στο εδάφιο (1) με προτεραιότητα του συμφέροντος της Δημοκρατίας έναντι όλων των χρεών και υποχρεώσεων του κατηγορουμένου που δεν αποτέλεσαν αντικείμενο προγενέστερου επιβαρυντικού διατάγματος στα ίδια περιουσιακά στοιχεία ή άλλων επιβαρύνσεων που δε δημιουργήθηκαν πριν από την έκδοση του διατάγματος με οποιοδήποτε νομικό τρόπο~
(β) την απαγόρευση μεταβιβάσεων, πωλήσεων, πληρωμών ή άλλων συναλλαγών σε σχέση με το αντικείμενο του διατάγματος, χωρίς να επηρεάζεται η εκτέλεση αποφάσεων ή διαταγμάτων του δικαστηρίου που εκδόθηκαν πριν από την έκδοση του διατάγματος~
(γ) την απαγόρευση πληρωμής μερισμάτων στο χρεώστη σε σχέση με το αντικείμενο του διατάγματος~
(δ) στην περίπτωση εμπιστεύματος μονάδων, την απαγόρευση οποιασδήποτε απόκτησης των μονάδων ή συναλλαγής σε σχέση με τις μονάδες από οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που ασκεί αρμοδιότητα βάσει του εμπιστεύματος.
Μετά την επίδοση του διατάγματος σε οποιοδήποτε πρόσωπο δυνάμει του εδαφίου αυτού δημιουργείται υποχρέωση του προσώπου αυτού να συμμορφωθεί προς το περιεχόμενο του διατάγματος και περαιτέρω, αν το πρόσωπο αυτό τηρεί οποιοδήποτε μητρώο σχετικά με την εγγραφή μεταβίβασης ή οποιαδήποτε άλλη συναλλαγή σχετική με το αντικείμενο του διατάγματος, οφείλει να προβεί σε όλες τις καταχωρήσεις ή τροποποιήσεις σ’ αυτή που είναι επακόλουθο του διατάγματος.
(10) Επιβαρυντικό διάταγμα το οποίο εκδόθηκε σε σχέση με ακίνητη περιουσία κατατίθεται στο επαρχιακό κτηματολογικό γραφείο της επαρχίας όπου βρίσκεται η περιουσία που επηρεάζεται και ακολούθως εφαρμόζονται με ανάλογες αναπροσαρμογές οι πρόνοιες των άρθρων 57, 60 και 61 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, ως εάν-
(α) Το επιβαρυντικό διάταγμα αποτελούσε απόφαση του Δικαστηρίου για χρέος~ και
(β) η κατάθεση του διατάγματος αποτελούσε εγγραφή της απόφασης του δικαστηρίου για χρέος.
(11) Κάθε διάταγμα το οποίο τροποποιεί ή ακυρώνει επιβαρυντικό διάταγμα επί ακινήτου περιουσίας κατατίθεται στο επαρχιακό κτηματολογικό γραφείο της επαρχίας όπου βρίσκεται η περιουσία που επηρεάζεται και ο Επαρχιακός Κτηματολογικός Λειτουργός τροποποιεί ή διαγράφει, ανάλογα με την περίπτωση, τη σχετική καταχώριση στο μητρώο το οποίο τηρείται με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 60 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου.
(12)(α) Το Υπουργικό Συμβούλιο δύναται με Κανονισμούς να τροποποιεί το εδάφιο (5) με την προσθήκη ή αφαίρεση περιουσιακών στοιχείων τα οποία, κατά τη γνώμη του, έπρεπε να είχαν προστεθεί ή διαγραφεί, νοουμένου ότι σε περίπτωση προσθήκης νέου περιουσιακού στοιχείου η εν λόγω προσθήκη δε συνεπάγεται άλλες τροποποιήσεις του Νόμου.
(β) Κανονισμοί που εκδίδονται με βάση το εδάφιο αυτό κατατίθενται στη Βουλή των Αντιπροσώπων για έγκριση και ακολούθως εφαρμόζονται οι πρόνοιες του εδαφίου (2) του άρθρου 3 του περί Καταθέσεως στη Βουλή των Αντιπροσώπων των Κανονισμών που Εκδίδονται με Εξουσιοδότηση Νόμου, Νόμου του 1989.
(13) Το Δικαστήριο δεν ασκεί τις εξουσίες που του παρέχονται δυνάμει του άρθρου αυτού-
(α) Αν ικανοποιηθεί ότι η προώθηση της διαδικασίας ή αίτησης καθυστερεί χωρίς να υπάρχει εύλογη αιτία~ ή
(β) αν ο Γενικός Εισαγγελέας δηλώσει ότι δε σκοπεύει να προωθήσει τη διαδικασία ή αίτηση.
61(I)/1996
Ακύρωση διατάγματος παγοποίησης και επιβάρυνσης
16.-(1) Το δικαστήριο ακυρώνει διατάγματα τα οποία εκδόθηκαν πριν από την έκδοση διατάγματος δήμευσης με βάση τις πρόνοιες των άρθρων 14 (Διάταγμα παγοποίησης) και 15 (Διάταγμα επιβάρυνσης), αν η επικείμενη ποινική διαδικασία δεν έχει αρχίσει μέσα σε λογική χρονική περίοδο ή μέσα στη χρονική περίοδο την οποία το δικαστήριο όρισε το ίδιο το διάταγμα.
(2) Όταν οι εξουσίες οι οποίες παρέχονται δυνάμει των άρθρων 14 και 15 ασκούνται πριν αρχίσει η ποινική διαδικασία, τότε-
(α) Η αναφορά στον κατηγορούμενο που γίνεται στον παρόντα Νόμο ερμηνεύεται ως αναφορά στο πρόσωπο που αναφέρεται στο άρθρο 14(1)(α) και το άρθρο 15(1)(α)~
(β) η αναφορά στη ρευστοποιήσιμη περιουσία που γίνεται στον παρόντα Νόμο ερμηνεύεται ως εάν είχε αρχίσει ποινική διαδικασία εναντίον του προσώπου το οποίο αναφέρεται στο άρθρο 14(1)(α) ή στο άρθρο 15(1)(α) για τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος αμέσως πριν από την έκδοση του σχετικού διατάγματος δυνάμει των άρθρων 14 (Διάταγμα παγοποίησης) και 15 (Διάταγμα επιβάρυνσης).
61(I)/1996
118(I)/2003
Γ. Άλλα μέτρα
Διορισμός παραλήπτη
17.-(1) Μετά την έκδοση διατάγματος δήμευσης για το οποίο δεν έχει καταχωρισθεί έφεση και το οποίο παραμένει ανεκτέλεστο, το δικαστήριο δύναται με αίτηση της κατηγορούσας αρχής να ασκήσει τις ακόλουθες εξουσίες:
(α) Να προβεί στο διορισμό παραλήπτη για τη ρευστοποίηση της περιουσίας~
(β) να εξουσιοδοτήσει τον εν λόγω παραλήπτη ή τον παραλήπτη που διορίζεται δυνάμει των προνοιών του εδαφίου (7) του άρθρου 14 ή δυνάμει άλλων προνοιών σχετικά με την έκδοση επιβαρυντικών διαταγμάτων-
(i) να εκτελέσει οποιαδήποτε επιβάρυνση η οποία έχει επιβληθεί δυνάμει του άρθρου 15 επί ρευστοποιήσιμης περιουσίας ή επί τόκων ή μερισμάτων πληρωτέων σε σχέση με την περιουσία αυτή~ και
(ii) να θέσει υπό την κατοχή του οποιαδήποτε άλλη ρευστοποιήσιμη περιουσία η οποία δεν υπόκειται σε επιβάρυνση με την επιβολή όρων και εξαιρέσεων, αν το δικαστήριο το κρίνει σκόπιμο~
(γ) να διατάξει οποιοδήποτε πρόσωπο στην κατοχή του οποίου βρίσκεται ρευστοποιήσιμη περιουσία να την παραδώσει στον εν λόγω παραλήπτη~
(δ) να εξουσιοδοτήσει τον εν λόγω παραλήπτη να ρευστοποιήσει ρευστοποιήσιμη περιουσία με τον τρόπο που το δικαστήριο ορίζει~
(ε) να διατάξει οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο έχει συμφέρον επί ρευστοποιήσιμης περιουσίας να πληρώσει στον παραλήπτη οποιαδήποτε ποσά σχετικά με οποιοδήποτε συμφέρον το οποίο έχει ο κατηγορούμενος ή ο δωρεοδόχος απαγορευμένης δωρεάς και ακολούθως το δικαστήριο δύναται, αφού γίνει η πληρωμή, να διατάξει να μεταβιβαστεί, παραχωρηθεί ή διαγραφεί οποιοδήποτε συμφέρον στην περιουσία.
(2) Οι παράγραφοι (γ), (δ) και (ε) του εδαφίου (1) δεν εφαρμόζονται σχετικά με περιουσία η οποία επηρεάζεται από επιβάρυνση η οποία έχει δημιουργηθεί με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 15 (Διάταγμα επιβάρυνσης).
(3) Το δικαστήριο ασκεί τις εξουσίες που του παρέχουν οι παράγραφοι (β)(i), (δ) και (ε) του εδαφίου (1), μόνο αν πεισθεί ότι δόθηκε η εύλογη ευκαιρία σε όλα τα πρόσωπα τα οποία έχουν συμφέρον στην περιουσία που επηρεάζεται να υποβάλουν τις απόψεις τους στο δικαστήριο.
(4) Παραλήπτης διοριζόμενος δυνάμει του παρόντος άρθρου έχει τις ίδιες εξουσίες, στην έκταση που αυτές δε συγκρούονται με πρόνοιες του παρόντος Νόμου, που θα είχε αν διοριζόταν για σκοπούς πώλησης, διάθεσης ή ρευστοποίησης περιουσιακών στοιχείων βαρυνόμενων με επιβαρυντικό διάταγμα για την ικανοποίηση χρέους σε πολιτική υπόθεση, σύμφωνα με τον περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Νόμο.
61(I)/1996
Διάταγμα πώλησης ομολόγων
18.-(1) Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (4), σε περίπτωση κατά την οποία αντικείμενο του διατάγματος επιβάρυνσης είναι η περιουσία που αναφέρεται στις παραγράφους (β) και (γ) του εδαφίου (5) του άρθρου 15 (Διάταγμα επιβάρυνσης), η διάθεση, πώληση ή ρευστοποίηση της εν λόγω περιουσίας γίνεται μόνο με διάταγμα του δικαστηρίου το οποίο εκδίδεται κατόπιν αίτησης της κατηγορούσας αρχής ή του παραλήπτη ο οποίος έχει διοριστεί δυνάμει του άρθρου 17 (Διορισμός παραλήπτη) και το οποίο καλείται διάταγμα πώλησης ομολόγων.
(2) Το δικαστήριο, κατά την έκδοση διατάγματος πώλησης ομολόγων, δύναται να επιβάλει οποιουσδήποτε όρους κρίνει αναγκαίους για τη διασφάλιση των συμφερόντων όσων έχουν συμφέρον στην πώληση των εν λόγω ομολόγων.
(3) Το δικαστήριο, προτού εκδώσει διάταγμα πώλησης ομολόγων, εξασφαλίζει τις απόψεις όλων των ενδιαφερομένων, περιλαμβανομένου του Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη, καθώς και των συμβούλων εταιρείας ή άλλου νομικού προσώπου, με σκοπό την εξακρίβωση των διάφορων συμφερόντων στην υπό επιβάρυνση περιουσία τα οποία δυνατό να επηρεάζονται από την πώληση, ρευστοποίηση ή διάθεση της. Το δικαστήριο δύναται για το σκοπό αυτό να δώσει οποιεσδήποτε οδηγίες κρίνει υπό τις περιστάσεις σκόπιμες και αναγκαίες.
(4) Διάταγμα πώλησης ομολόγων δύναται να εκδοθεί μόνο μετά την έκδοση διατάγματος δήμευσης.
(5) Σε περίπτωση κατά την οποία αντικείμενο του επιβαρυντικού διατάγματος είναι μετοχές εταιρείας, η πώληση τους γίνεται με δημόσιο πλειστηριασμό, εκτός αν το δικαστήριο διατάξει διαφορετικά, και ακολούθως ισχύουν οι ίδιες διατάξεις που ισχύουν και στις περιπτώσεις κατά τις οποίες το επιβαρυντικό διάταγμα εκδίδεται για χρέος σε πολιτική υπόθεση, σύμφωνα με τον περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Νόμο.
61(I)/1996
Διάθεση του προϊόντος της ρευστοποίησης περιουσίας
19.-(1) Τα ποσά που αναφέρονται στο εδάφιο (2) και τα οποία περιέρχονται στην κατοχή του παραλήπτη, είτε αυτός διορίστηκε με βάση τις πρόνοιες των άρθρων 14 (Διάταγμα παγοποίησης) ή 17 (Διορισμός παραλήπτη) είτε με σκοπό την εκτέλεση επιβαρυντικού διατάγματος, διατίθενται για λογαριασμό του κατηγορουμένου, σύμφωνα με τις πρόνοιες του εδαφίου (4), έναντι του δυνάμει του διατάγματος δήμευσης πληρωτέου ποσού, το οποίο και μειώνεται ανάλογα, αφού προηγουμένως αφαιρεθούν από αυτά τα ποσά που αναφέρονται στο εδάφιο (3).
(2) Τα ποσά που διατίθενται σύμφωνα με το εδάφιο (1) είναι -
(α) Οι εισπράξεις από την εκποίηση επιβάρυνσης η οποία έχει επιβληθεί με βάση το άρθρο 15 (Διάταγμα επιβάρυνσης)~
(β) οι εισπράξεις από τη ρευστοποίηση περιουσίας δυνάμει των προνοιών των άρθρων 14 ή 17 οι οποίες δεν προέρχονται από εκποίηση επιβάρυνσης~
(γ) άλλα ποσά τα οποία ανήκουν στον κατηγορούμενο.
(3) Ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του άρθρου 126 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, τα ποσά τα οποία αφαιρούνται από τα ποσά που αναφέρονται στο εδάφιο (2), προτού μειωθεί το οφειλόμενο δυνάμει του διατάγματος δήμευσης ποσό, είναι-
(α) Η αμοιβή και τα έξοδα του παραλήπτη~
(β) τα ποσά εκείνα τα οποία η κατηγορούσα αρχή κατέβαλε δυνάμει του εδαφίου (2) του άρθρου 24 (Παραλήπτης. Συμπληρωματικές διατάξεις)~
(γ) πληρωμές τις οποίες διέταξε το δικαστήριο.
(4) Τα ποσά που αναφέρονται στο εδάφιο (2) διατίθενται ως ακολούθως:
(α) Τα ποσά που αναφέρονται στο εδάφιο (3) πληρώνονται με τη σειρά που ακολουθείται στο εν λόγω εδάφιο, εκτός αν το δικαστήριο διατάξει διαφορετκά~
(β) το υπόλοιπο θεωρείται χρηματική ποινή και διατίθεται για εξόφληση του πληρωτέου δυνάμει του διατάγματος δήμευσης ποσού~
(γ) αν μετά την πλήρη εξόφληση του πληρωτέου δυνάμει του διατάγματος δήμευσης ποσού παραμένει οποιοδήποτε υπόλοιπο, αυτό διανέμεται μεταξύ όσων είχαν δικαιώματα επί της περιουσίας που ρευστοποιήθηκε και με την αναλογία την οποία το δικαστήριο ορίζει, αφού προηγουμένως παρασχεθεί εύλογη ευκαιρία σε όλα τα πιο πάνω πρόσωπα να εκθέσουν τις απόψεις τους ενώπιον του δικαστηρίου.
61(I)/1996
Γενικές αρχές για την άσκηση ορισμένων εξουσιών
20. Οι βασικές αρχές βάσει των οποίων ασκούνται οι εξουσίες οι οποίες παρέχονται στο δικαστήριο δυνάμει των άρθρων 15 (Διάταγμα επιβάρυνσης) και 19 (Διάθεση του προϊόντος της ρευστοποίησης περιουσίας) ή στον παραλήπτη ο οποίος έχει διοριστεί δυνάμει των άρθρων 14 (Διάταγμα παγοποίησης) και 17 (Διορισμός παραλήπτη) ή κατ’ ακολουθίαν επιβαρυντικού διατάγματος είναι οι ακόλουθες:
(α) Σε περίπτωση κατά την οποία ρευστοποιήσιμη περιουσία βρίσκεται στην κατοχή προσώπου προς το οποίο ο κατηγορούμενος άμεσα ή έμμεσα προέβη σε απαγορευμένη δωρεά, ανακτάται η αξία της δωρεάς και όχι περισσότερο~
(β) επιτρέπεται σε οποιοδήποτε πρόσωπο, εκτός του κατηγορουμένου ή του δωρεοδόχου απαγορευμένης δωρεάς, να κρατήσει ή να επανακτήσει την αξία οποιασδήποτε περιουσίας του ανήκει~
(γ) παραβλέπονται τυχόν υποχρεώσεις του κατηγορουμένου ή του δωρεοδόχου απαγορευμένης δωρεάς οι οποίες συγκρούονται με την υποχρέωση για εξόφληση του πληρωτέου δυνάμει του διατάγματος δήμευσης ποσού~
(δ) τηρουμένων των πιο πάνω αρχών, εξοφλείται το πληρωτέο δυνάμει του διατάγματος δήμευσης ποσό με την εξασφάλιση της τρέχουσας αξίας της ρευστοποιήσιμης περιουσίας.
61(I)/1996
Τροποποίηση διατάγματος δήμευσης
21.-(1) Το δικαστήριο, αν κατόπιν αίτησης του κατηγορουμένου ή του παραλήπτη που έχει διοριστεί δυνάμει του άρθρου 17 (Διορισμός παραλήπτη), ή κατόπιν αίτησης για έκδοση επιβαρυντικού διατάγματος, ικανοποιηθεί ότι η ρευστοποιήσιμη περιουσία δεν επαρκεί για την εξόφληση οποιουδήποτε ποσού το οποίο οφείλεται δυνάμει διατάγματος δήμευσης, δύναται, τηρουμένων των προνοιών του εδαφίου (2), να τροποποιήσει το διάταγμα δήμευσης-
(α) Με την αντικατάσταση του ποσού του διατάγματος δήμευσης με οποιοδήποτε μικρότερο ποσό το οποίο κρίνει δίκαιο~ και
(β) με την αντικατάσταση των περιόδων φυλάκισης, όπως αυτές καθορίζονται στο άρθρο 126 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου και στο άρθρο 9 (Διαδικασία εκτέλεσης διατάγματος δήμευσης) του παρόντος Νόμου, σχετικά με το ποσό το οποίο θα έπρεπε να εισπραχθεί με βάση το διάταγμα δήμευσης, με οποιαδήποτε άλλη μικρότερη περίοδο ανάλογη, σύμφωνα με τις πιο πάνω πρόνοιες, με το μικρότερο ποσό το οποίο θα εισπραχθεί.
(2) Για τους σκοπούς του εδαφίου (1)-
(α) Σε περίπτωση κατά την οποία ρευστοποιήσιμη περιουσία ανήκει σε πτωχεύσαντα, αυτή λογίζεται ως περιουσία της οποίας το μέρος το οποίο θα ήταν δυνατό να διανεμηθεί μεταξύ των πιστωτών του πτωχεύσαντος δεν μπορεί να ανακτηθεί, αλλά
(β) δε λογίζεται ως περιουσία που δεν μπορεί να ανακτηθεί οποιαδήποτε ανεπάρκεια στη ρευστοποιήσιμη περιουσία η οποία, κατά την άποψη του δικαστηρίου, οφείλεται εξ ολοκλήρου ή μερικώς σε πράξεις του κατηγορουμένου οι οποίες σκοπό είχαν την προστασία περιουσίας προσώπου στο οποίο ο κατηγορούμενος άμεσα ή έμμεσα προέβη σε απαγορευμένη δωρεά από τους κινδύνους ρευστοποίησης της δυνάμει των προνοιών του παρόντος Νόμου.
(3) Η αίτηση για τροποποίηση του διατάγματος δήμευσης υποβάλλεται γραπτώς, συνοδεύεται από ένορκη δήλωση προς επιβεβαίωση των γεγονότων στα οποία στηρίζεται και επιδίδεται στην κατηγορούσα αρχή και σε άλλα πρόσωπα που επηρεάζονται, όπως διατάσσει το δικαστήριο.
(4) Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου “δικαστήριο” σημαίνει το δικαστήριο το οποίο εξέδωσε το διάταγμα δήμευσης ή άλλο δικαστήριο με την ίδια καθ’ ύλην δικαιοδοσία.
61(I)/1996
Πτώχευση του κατηγορουμένου
22.-(1) Όταν πρόσωπο το οποίο έχει ρευστοποιήσιμη περιουσία κηρυχθεί σε πτώχευση, για τους σκοπούς του περί Πτωχεύσεως Νόμου εξαιρείται από την περιουσία του προσώπου αυτού-
(α) Περιουσία η οποία αποτελεί αντικείμενο διατάγματος παγοποίησης το οποίο εκδόθηκε πριν από την έκδοση του διατάγματος δυνάμει του οποίου το εν λόγω πρόσωπο κηρύχθηκε σε πτώχευση~ και
(β) το προϊόν της ρευστοποίησης περιουσίας με βάση τις πρόνοιες των άρθρων 14(6), 17(1)(δ) και 17(1)(ε) το οποίο βρίσκεται στην κατοχή παραλήπτη ο οποίος διορίστηκε με βάση τα άρθρα 14 (Διάταγμα παγοποίησης) ή 17 (Διορισμός παραλήπτη).
(2) Όταν πρόσωπο κηρυχθεί σε πτώχευση, οι εξουσίες οι οποίες παρέχονται είτε στο δικαστήριο δυνάμει των άρθρων 14 μέχρι 18 είτε στον παραλήπτη ο οποίος έχει διοριστεί για τους σκοπούς των εν λόγω άρθρων δεν ασκούνται σε σχέση με οποιαδήποτε περιουσία του πτωχεύσαντος η οποία, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 41 του περί Πτωχεύσεως Νόμου, υπόκειται σε διανομή μεταξύ των πιστωτών.
(3) Οι πρόνοιες του εδαφίου (1) δεν επηρεάζουν την εκτέλεση επιβαρυντικού διατάγματος το οποίο εκδόθηκε πριν από την έκδοση του διατάγματος πτώχευσης ή εκδόθηκε σε σχέση με περιουσία η οποία αποτελούσε αντικείμενο διατάγματος παγοποίησης, όταν εκδιδόταν το διάταγμα πτώχευσης.
(4) Οι πρόνοιες του περί Πτωχεύσεως Νόμου δεν περιορίζουν με οποιοδήποτε τρόπο την άσκηση των εξουσιών που αναφέρονται στο εδάφιο (2).
(5) Σε περίπτωση κατά την οποία ο Επίσημος Παραλήπτης ενεργεί ως προσωρινός παραλήπτης δυνάμει των άρθρων 9 και 10 του περί Πτωχεύσεως Νόμου και η περιουσία του χρεώστη αποτελεί αντικείμενο διατάγματος παγοποίησης, η διαχείριση της περιουσίας αυτής γίνεται σύμφωνα με οδηγίες του δικαστηρίου, χωρίς να επηρεάζεται τυχόν δικαίωμα επίσχεσης εξόδων, περιλαμβανομένης και της αμοιβής του παραλήπτη, τα οποία έχουν γίνει σε σχέση με την περιουσία αυτή.
(6) Όταν πρόσωπο το οποίο έχει κηρυχθεί σε πτώχευση άμεσα ή έμμεσα προβαίνει σε απαγορευμένη δωρεά περιουσίας, οι πρόνοιες του άρθρου 46 του περί Πτωχεύσεως Νόμου-
(α) Δεν εφαρμόζονται αναφορικά με την εν λόγω δωρεά, αν-
(i) αυτή έγινε οποτεδήποτε κατά τη διάρκεια που εκκρεμούσε εναντίον του πτωχεύσαντος ποινική διαδικασία για διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος~
(ii) αυτή έγινε κατά τη διάρκεια εκκρεμότητας αίτησης εναντίον του πτωχεύσαντος, δυνάμει των άρθρων 28 (Διάταγμα δήμευσης σε περίπτωση θανάτου ή διαφυγής του κατηγορουμένου), 35 (Επανεξέταση υπόθεσης) ή 36 (Αναθεώρηση υπολογισμού εσόδων)~ ή
(iii) αν η περιουσία του δωρεοδόχου αποτελεί αντικείμενο διατάγματος παγοποίησης ή επιβάρυνσης, αλλά
(β) εφαρμόζονται μετά την περάτωση της ποινικής διαδικασίας για διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος, αφού ληφθούν υπόψη τυχόν ρευστοποιήσεις που έχουν γίνει με βάση τις πρόνοιες του παρόντος Νόμου σε σχέση με την περιουσία του δωρεοδόχου.
61(I)/1996
Διάλυση εταιρείας που κατέχει ρευστοποιήσιμη περιουσία
23.-(1) Όταν ρευστοποιήσιμη περιουσία ανήκει σε εταιρεία αναφορικά με τη διάλυση της οποίας έχει εκδοθεί διάταγμα διάλυσης ή έχει εγκριθεί σχετική απόφαση, οι αρμοδιότητες του εκκαθαριστή ή του προσωρινού εκκαθαριστή δεν ασκούνται σε σχέση με-
(α) Περιουσία η οποία αποτελεί το αντικείμενο διατάγματος παγοποίησης το οποίο εκδόθηκε πριν από τη σχετική ημερομηνία, όπως αυτή ορίζεται στο εδάφιο (4)~
(β) το προϊόν της ρευστοποίησης περιουσίας δυνάμει των άρθρων 14(6), 17(1)(δ) ή 17(1)(ε) το οποίο βρίσκεται στην κατοχή παραλήπτη που διορίστηκε δυνάμει του άρθρου 14 (Διάταγμα παγοποίησης) ή 17 (Διορισμός παραλήπτη):
Νοείται ότι θα πληρώνονται από τα πιο πάνω περιουσιακά στοιχεία οι δαπάνες, περιλαμβανομένης και της αμοιβής του εκκαθαριστή ή του προσωρινού εκκαθαριστή, οι οποίες έχουν γίνει σχετικά με την εν λόγω περιουσία κατά τη διάλυση της εταιρείας.
(2) Σε περίπτωση εταιρείας για τη διάλυση της οποίας έχει εκδοθεί διάταγμα διάλυσης ή έχει εγκριθεί σχετική απόφαση, οι εξουσίες οι οποίες παρέχονται στο δικαστήριο δυνάμει των άρθρων 14 μέχρι 18 ή στον παραλήπτη ο οποίος έχει διοριστεί με βάση τα εν λόγω άρθρα δεν ασκούνται για ρευστοποιήσιμη περιουσία της εταιρείας σε σχέση με την οποία ο εκκαθαριστής της εταιρείας θα μπορούσε να ασκήσει τις αρμοδιότητες του, αν με την άσκηση των πιο πανω εξουσιών ο εκκαθαριστής-
(α) Εμποδίζεται στην άσκηση των εν λόγω αρμοδιοτήτων του για σκοπούς διανομής της περιουσίας της εταιρείας στους πιστωτές της~ ή
(β) εμποδίζεται στην πληρωμή δαπανών περιλαμβανομένης και της αμοιβής του εκκαθαριστή ή του προσωρινού εκκαθαριστή, οι οποίες δεόντως έχουν γίνει σχετικά με την εν λόγω περιουσία κατά τη διάλυση της εταιρείας:
Νοείται ότι οι πρόνοιες του περί Εταιρειών Νόμου δεν περιορίζουν με οποιοδήποτε τρόπο την άσκηση των πιο πάνω εξουσιών.
(3) Το εδάφιο (2) δεν επηρεάζει την εκτέλεση διατάγματος επιβάρυνσης το οποίο εκδόθηκε πριν από τη σχετική ημερομηνία ή σε σχέση με περιουσία η οποία αποτελούσε αντικείμενο διατάγματος παγοποίησης κατά τη σχετική ημερομηνία, όπως αυτή ορίζεται στο εδάφιο (4).
(4) Για σκοπούς του παρόντος άρθρου:
“εταιρεία” σημαίνει εταιρεία η οποία διαλύεται με βάση τις πρόνοιες του περί Εταιρειών Νόμου~
“σχετική ημερομηνία” σημαίνει-
(α) Την ημερομηνία κατά την οποία εγκρίθηκε η απόφαση για την εθελοντική διάλυση εταιρείας στις περιπτώσεις κατά τις οποίες-
(i) δεν έχει εκδοθεί διάταγμα για τη διάλυση της~ ή
(ii) εκδόθηκε διάταγμα διάλυσης, αλλά, προτού καταχωριστεί η αίτηση για τη διάλυση της από το δικαστήριο, εγκρίθηκε απόφαση για τη διάλυση της~
(β) την ημερομηνία έκδοσης διατάγματος για τη διάλυση της σε όλες τις άλλες περιπτώσεις κατά τις οποίες εκδόθηκε διάταγμα διάλυσης.
61(I)/1996
Παραλήπτης. Συμπληρωματικές διατάξεις
24.-(1) Παραλήπτης ο οποίος διορίζεται δυνάμει των άρθρων 14 (Διάταγμα παγοποίησης) ή 17 (Διορισμός παραλήπτη) ή διορίζεται κατ’ ακολουθίαν επιβαρυντικού διατάγματος δεν είναι υπεύθυνος έναντι οποιουδήποτε προσώπου για τυχόν απώλεια ή ζημιά που προκαλείται σε αυτό από οποιαδήποτε πράξη του σε σχέση με περιουσία του προσώπου η οποία δεν ήταν ρευστοποιήσιμη, νοουμένου ότι ο εν λόγω παραλήπτης-
(α) Θα είχε το δικαίωμα να προβεί στη συγκεκριμένη πράξη, αν η εν λόγω περιουσία ήταν ρευστοποιήσιμη~
(β) είχε την πεποίθηση ή βάσιμους λόγους να πιστεύει ότι είχε δικαίωμα να προβεί στη συγκεκριμένη πράξη~ και
(γ) η απώλεια ή ζημιά δεν προκλήθηκε από αμέλεια του.
(2) Αν ποσά τα οποία οφείλονται σχετικά με την αμοιβή ή τα έξοδα του παραλήπτη ο οποίος έχει διοριστεί για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου παραμένουν απλήρωτα, επειδή δεν υπάρχουν επαρκή διαθέσιμα ποσά για την πληρωμή της αμοιβής ή των εξόδων, σύμφωνα με το εδάφιο (3) του άρθρου 19 (Διάθεση του προϊόντος της ρευστοποίησης περιουσίας) τα απλήρωτα αυτά ποσά καταβάλλονται από τη Δημοκρατία.
61(I)/1996
Αποζημιώσεις
25.-(1) Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (3) το δικαστήριο δύναται να επιδικάσει αποζημιώσεις σε οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο είχε ρευστοποιήσιμη περιουσία, σε περίπτωση κατά την οποία η ποινική διαδικασία η οποία άρχισε εναντίον του προσώπου σχετικά με τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος-
(α) Δεν κατέληξε σε καταδίκη~ ή
(β) κατέληξε σε καταδίκη, αλλά κατόπιν έφεσης η καταδίκη ακυρώθηκε, χωρίς να αντικατασταθεί με καταδίκη για άλλο παρόμοιο αδίκημα.
(2) Η αξίωση για καταβολή αποζημιώσεων υποβάλλεται με αγωγή.
(3) Το δικαστήριο επιδικάζει αποζημιώσεις δυνάμει του εδαφίου (1) πιο πάνω αν ικανοποιηθεί ότι-
(α) Υπήρξε σοβαρή παράλειψη εκ μέρους οποιουδήποτε προσώπου το οποίο έλαβε μέρος στη διερεύνηση ή στη δίωξη του εν λόγω αδικήματος ή αδικημάτων και ότι η δίωξη δε θα άρχιζε ή δε θα συνεχιζόταν, αν δεν υπήρχε η εν λόγω παράλειψη, και
(β) ο ενάγων υπέστη ουσιαστική ζημιά ως αποτέλεσμα οποιασδήποτε πράξης ή ενέργειας που έγινε σε σχέση με περιουσία του δυνάμει διατάγματος του δικαστηρίου το οποίο εκδόθηκε με βάση τα άρθρα 14 μέχρι 18, και των δύο περιλαμβανομένων.
(4) Το ποσό των αποζημιώσεων πρέπει να είναι δίκαιο, αφού το δικαστήριο λάβει υπόψη κατά τον υπολογισμό των αποζημιώσεων όλα τα περιστατικά της υπόθεσης.
(5) Οι διατάξεις του άρθρου αυτού δεν εφαρμόζονται στην περίπτωση όπου το δικαστήριο εκδίδει διάταγμα δήμευσης δυνάμει του άρθρου 28 (Διάταγμα δήμευσης σε περίπτωση θανάτου ή διαφυγής του κατηγορουμένου).
61(I)/1996
Ειδικές υπερασπίσεις προσώπων τα οποία παρέχουν βοήθεια για διάπραξη αδικημάτων συγκάλυψης
26.-(1) Σε ποινική διαδικασία σχετικά με παροχή βοήθειας για διάπραξη αδικήματος συγκάλυψης κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 4 (Αδικήματα συγκάλυψης) αποτελεί υπεράσπιση για τον κατηγορούμενο, αν αποδείξει ότι σκόπευε να αποκαλύψει σε αστυνομικό ή στη Μονάδα την υποψία ή την πεποίθηση του ή τα γεγονότα επί των οποίων στήριζε την υποψία ή την πεποίθηση του, σχετικά με τη συμφωνία ή τη διευθέτηση, και ότι η παράλειψη του να πράξει αυτό οφειλόταν σε λογική αιτία.
(2) Όταν πρόσωπο αποκαλύψει σε αστυνομικό ή στη Μονάδα την υποψία ή την πεποίθηση του ότι ποσά ή επενδύσεις προέρχονται από γενεσιουργό αδίκημα ή χρησιμοποιούνται σε σχέση με αυτό, καθώς και οτιδήποτε άλλο επί του οποίου στηρίζει την εν λόγω υποψία ή πεποίθηση του, τότε-
(α) Η αποκάλυψη αυτή δε λογίζεται ως παραβίαση οποιουδήποτε συμβατικού περιορισμού στην αποκάλυψη πληροφοριών· και
(β) αν το εν λόγω πρόσωπο προέβη σε οποιαδήποτε ενέργεια κατά παράβαση του άρθρου 4 (Αδικήματα συγκάλυψης) και η αποκάλυψη αναφέρεται στην εν λόγω ενέργεια, το πρόσωπο αυτό δε διαπράττει αδίκημα κατά παράβαση των προνοιών του εν λόγω άρθρου, αν πληρούνται οι πιο κάτω διατάξεις:
(i) η εν λόγω ενέργεια έγινε με τη συγκατάθεση του αστυνομικού ή της Μονάδας μετά την πιο πάνω αποκάλυψη· ή
(ii) αν η ενέργεια έγινε πριν από την αποκάλυψη, η αποκάλυψη έγινε αυτοβούλως και χωρίς καθυστέρηση, αμέσως μόλις παρασχέθηκε στον πληροφοριοδότη σχετική εύλογη ευκαιρία.
(γ) η μη εκτέλεση ή η καθυστέρηση της εκτέλεσης εντολής υπό του εν λόγω προσώπου, μετά από οδηγίες της Μονάδας, σχετικά με ποσά ή επενδύσεις που αναφέρονται πιο πάνω, δε θα λογίζεται ως παράβαση οποιασδήποτε συμβατικής ή άλλης υποχρέωσης του εν λόγω προσώπου ή/και των εργοδοτών του.
(3) Σε περίπτωση όπου πρόσωπο κατά τον ουσιώδη χρόνο βρίσκεται υπό την εργοδοσία άλλου προσώπου του οποίου εργασίες εποπτεύονται από μια από τις Αρχές οι οποίες εγκαθιδρύονται δυνάμει του άρθρου 60 (Εποπτικές Αρχές), τα εδάφια (1) και (2) πιο πάνω εφαρμόζονται σε σχέση με αποκαλύψεις ή προτιθέμενες αποκαλύψεις στο αρμόδιο πρόσωπο σύμφωνα με τη διαδικασία την οποία ο εργοδότης ήθελε καθιερώσει για σκοπούς τέτοιων αποκαλύψεων και θα έχουν την ίδια συνέπεια όπως και οι αποκαλύψεις ή προτιθέμενες αποκαλύψεις σε αστυνομικό ή στη Μονάδα.
61(I)/1996
118(I)/2003
Άλλα αδικήματα σε σχέση με διάπραξη αδικημάτων συγκάλυψης
27.-(1) Πρόσωπο το οποίο-
(α) Γνωρίζει, ή έχει εύλογη υποψία ότι άλλο πρόσωπο ενέχεται σε διάπραξη αδικημάτων συγκάλυψης, και
(β) οι πληροφορίες πάνω στις οποίες βασίζεται η γνώση ή η εύλογη υποψία περιήλθαν στην αντίληψη του κατά τη διάρκεια της απασχόλησης του, επαγγέλματος ή επιχείρισης του~
διαπράττει αδίκημα αν δεν αποκαλύψει τις εν λόγω πληροφορίες σε αστυνομικό ή στη Μονάδα μετά που περιέρχονται στην αντίληψη του, όταν αυτό είναι ευλόγως δυνατό.
(2) Η παράλειψη αποκάλυψης πληροφορίας η οποία έχει περιέλθει σε γνώση δικηγόρου και αποτελεί προνομιούχα πληροφορία δε συνιστά αδίκημα.
(3) Ποινική δίωξη εναντίον προσώπου για διάπραξη των αδικημάτων που αναφέρονται στο εδάφιο (1), άρχεται ύστερα από ρητή έγκριση του Γενικού Εισαγγελέα.
(4) Αδίκημα βάσει του παρόντος άρθρου τιμωρείται με ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα πέντε χρόνια ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις τρεις χιλιάδες λίρες ή και με τις δύο αυτές ποινές.
61(I)/1996
Διάταγμα δήμευσης σε περίπτωση θανάτου ή διαφυγής του κατηγορουμένου
28.-(1) Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (3) και ύστερα από αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα, δικαστήριο το οποίο έχει καταδικάσει πρόσωπο για γενεσιουργό αδίκημα δύναται να εκδώσει διάταγμα δήμευσης δυνάμει του άρθρου 8 (Διάταγμα Δήμευσης) εναντίον κατηγορουμένου ο οποίος έχει διαφύγει ή αποθάνει.
(2) Ο Γενικός Εισαγγελέας παρουσιάζει, μαζί με την αίτηση του δυνάμει του εδαφίου (1) ή εντός της προθεσμίας την οποία ορίζει το δικαστήριο, έκθεση ισχυρισμών στην οποία εκτίθενται γεγονότα και στοιχεία σχετικά με την έρευνα για τη διαπίστωση τυχόν εσόδων του κατηγορουμένου από τη διάπραξη γενεσιουργού αδικήματος ή με τον υπολογισμό των εν λόγω εσόδων.
(3) Το Δικαστήριο δεν εκδίδει διάταγμα δήμευσης δυνάμει του εδαφίου (1)-
(α) Εκτός αν ικανοποιηθεί ότι ο Γενικός Εισαγγελέας έχει καταβάλει εύλογες προσπάθειες να επικοινωνήσει μαζί του~ και
(β) …
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.