📄 Κείμενο νόμου
Ο περί Συμβάσεων Νόμος - ΚΕΦ.149
ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ
CyLaw
|
Αναφορικά μ'εμάς
|
Επικοινωνία
Κατάλογος Ενοποιημένης Νομοθεσίας
Ο περί Συμβάσεων Νόμος (ΚΕΦ.149)
Περιεχόμενα
Πλήρες Κείμενο
Εκτύπωση
Ιστορικό Τροποποιήσεων
ΚΕΦ.149
22(I)/1995
ΑΝΑΚ.3374
99(I)/2013
ΜΕΡΟΣ Ι ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Συνοπτικός τίτλος
1. Ο παρών Νόμος θα αναφέρεται ως ο περί Συμβάσεων Νόμος.
ΚΕΦ.149
Γενικός κανόνας ερμηνείας του Νόμου
2.-(1) Ο Νόμος αυτός ερμηνεύεται σύμφωνα με τις αρχές νομικής ερμηνείας που επικρατούν στην Αγγλία, και οι εκφράσεις που χρησιμοποιούνται σε αυτόν θεωρούνται κατά τεκμήριο ότι χρησιμοποιούνται με την έννοια, την οποία απέδωσε σε αυτές το αγγλικό δίκαιο, και τυγχάνουν ανάλογης ερμηνείας στο μέτρο κατά το οποίο η ερμηνεία αυτή δεν αντίκειται στο περιεχόμενο του κειμένου και νοουμένου ότι δεν προνοείται ρητά κάποια άλλη έννοια.
(2) Στο Νόμο αυτό, εκτός αν από το κείμενο προκύπτει διαφορετικά, οι ακόλουθες λέξεις και εκφράσεις χρησιμοποιούνται με την ακόλουθη έννοια:
(α) πρόσωπο το οποίο δηλώνει σε άλλο τη βούληση του για πράξη ή αποχή, με σκοπό να εξασφαλίσει τη συγκατάθεση του άλλου στην πράξη αυτή ή αποχή, θεωρείται ότι προβαίνει σε πρόταση~
(β) η πρόταση θεωρείται ότι έγινε αποδεκτή, όταν το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται, δηλώσει τη συγκατάθεση του σε αυτή. Η πρόταση όταν γίνει αποδεκτή, καθίσταται υπόσχεση~
(γ) το πρόσωπο που προτείνει καλείται “οφειλέτης”, και το πρόσωπο που αποδέχεται την πρόταση “δανειστής”~
(δ) όταν, με απαίτηση του οφειλέτη, ο δανειστής ή οποιοσδήποτε τρίτος προέβηκε ή προβαίνει ή υπόσχεται να προβεί σε πράξη ή αποχή, η πράξη αυτή ή αποχή καλείται “αντιπαροχή” για την υπόσχεση~
(ε) κάθε υπόσχεση και κάθε σύνολο υποσχέσεων, οι οποίες συνιστούν την αντιπαροχή μεταξύ τους, είναι συμφωνία~
(στ) αμοιβαίες υποσχέσεις καλούνται οι υποσχέσεις, οι οποίες συνιστούν την αντιπαροχή ή μέρος της αντιπαροχής μεταξύ τους~
(ζ) συμφωνία νομικά μη εκτελεστή, είναι άκυρη~
(η) συμφωνία νομικά εκτελεστή, είναι σύμβαση~
(θ) συμφωνία νομικά εκτελεστή κατ’ εκλογή ενός ή περισσότερων μερών, όχι όμως κατ’ εκλογή του άλλου ή άλλων, είναι ακυρώσιμη σύμβαση~
(ι) σύμβαση η οποία παύει να είναι νομικά εκτελεστή, καθίσταται άκυρη όταν αυτή παύσει να είναι εκτελεστή~
(3) “Εκπρόσωποι αποθανόντα” σημαίνει τους διαδόχους της περιουσίας του αποθανόντα σύμφωνα με το νόμο.
“προίκα” σημαίνει περιουσία που δίδεται από τον ένα των συζύγων ή μελλόντων συζύγων ή από τρίτο πρόσωπο χάριν του ενός των συζύγων ή του ενός των μελλόντων συζύγων στον άλλο σύζυγο ή, ανάλογα με την περίπτωση, στον άλλο μέλλοντα σύζυγο, με αντάλλαγμα την τέλεση γάμου.
“προικοσύμφωνο” σημαίνει συμφωνία για την παροχή προίκας.
ΚΕΦ.149
22(I)/1995
ΜΕΡΟΣ ΙΙ ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ, ΑΠΟΔΟΧΗ ΚΑΙ ΑΝΑΚΛΗΣΗ ΠΡΟΤΑΣΕΩΝ
Κοινοποίηση, αποδοχή και ανάκληση πρότασης
3. Η κοινοποίηση της πρότασης, η αποδοχή της πρότασης, και η ανάκληση της πρότασης και της αποδοχής αντίστοιχα, θεωρείται ότι έγινε με οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη του προσώπου που προτείνει, αποδέχεται ή ανακαλεί, με την οποία αυτό προτίθεται να κοινοποιήσει την εν λόγω πρόταση, αποδοχή ή ανάκληση η οποία επάγεται κοινοποίηση αυτής.
ΚΕΦ.149
Πότε συντελείται η κοινοποίηση
4.-(1) Η κοινοποίηση της πρότασης συντελείται όταν αυτή περιέλθει σε γνώση του προσώπου προς το οποίο απευθύνεται.
(2) Η κοινοποίηση της αποδοχής συντελείται-
(α) έναντι του προσώπου που πρότεινε, όταν αυτή τεθεί στην οδό της διαβίβασης προς αυτό, ώστε αυτή να φύγει από την εξουσία του προσώπου που αποδέχεται~
(β) έναντι του προσώπου που αποδέχεται, όταν αυτή περιέλθει σε γνώση του προσώπου που πρότεινε~
(3) Η κοινοποίηση της ανάκλησης συντελείται-
(α) έναντι του προσώπου που ανακαλεί, όταν αυτή τεθεί στην οδό της διαβίβασης προς το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται ώστε αυτή να φύγει από την εξουσία του προσώπου που ανακαλεί~
(β) έναντι του προσώπου προς το οποίο απευθύνεται, όταν περιέλθει σε γνώση του.
ΚΕΦ.149
Ανάκληση πρότασης και αποδοχής
5. Η πρόταση δύναται να ανακληθεί σε οποιοδήποτε χρόνο προτού συντελεστεί η κοινοποίηση για αποδοχή της έναντι του προσώπου που πρότεινε, αλλά όχι αργότερα.
Η αποδοχή δύναται να ανακληθεί σε οποιοδήποτε χρόνο προτού συντελεστεί η κοινοποίηση αυτής έναντι του προσώπου που αποδέχεται, αλλά όχι αργότερα.
ΚΕΦ.149
Τρόπος ανάκλησης
6. Η πρόταση ανακαλείται-
(α) με την κοινοποίηση δήλωσης ανάκλησης προς το άλλο μέρος από το πρόσωπο που πρότεινε~
(β) με την πάροδο της προθεσμίας που καθορίστηκε στην πρόταση για αποδοχή ή σε περίπτωση που δεν καθορίστηκε τέτοια προθεσμία, με την πάροδο εύλογου χρόνου από τη διενέργεια της πρότασης, χωρίς κοινοποίηση της αποδοχής~
(γ) με τη μη εκπλήρωση από το πρόσωπο που αποδέχεται, αναβλητικής αίρεσης της αποδοχής~ ή
(δ) με το θάνατο ή τη φρενοπάθεια του προσώπου που πρότεινε, αν ο θάνατος ή η φρενοπάθεια περιέλθει σε γνώση του προσώπου που αποδέχεται πριν από την αποδοχή.
ΚΕΦ.149
Η αποδοχή πρέπει να είναι απόλυτη
7. Για να μετατραπεί η πρόταση σε υπόσχεση, η αποδοχή πρέπει-
(α) να είναι απόλυτη και ανεπιφύλακτη~
(β) να εκδηλώθηκε κατά το συνήθη και εύλογο τρόπο, εκτός αν η πρόταση καθορίζει συγχρόνως και τον τρόπο της αποδοχής. Αν η πρόταση καθορίζει τον τρόπο της αποδοχής, και η αποδοχή δεν έγινε σύμφωνα με τον τρόπο που καθορίστηκε, το πρόσωπο που προτείνει δύναται, εντός εύλογου χρόνου από την κοινοποίηση της αποδοχής σε αυτό, να εμμείνει όπως η πρόταση του γίνει αποδεκτή κατά τον τρόπο που καθορίστηκε και όχι με άλλο τρόπο~ αν όμως δεν εμμείνει, αποδέχεται την αποδοχή.
ΚΕΦ.149
Αποδοχή με εκπλήρωση όρων ή με λήψη αντιπαροχής
8. Η εκπλήρωση των όρων της πρότασης ή η αποδοχή οποιασδήποτε αντιπαροχής για αμοιβαία υπόσχεση που τυχόν προσφέρθηκε με την πρόταση συνιστά αποδοχή της πρότασης.
ΚΕΦ.149
Υποσχέσεις, ρητές και σιωπηρές
9. Ρητή θεωρείται η υπόσχεση, στο μέτρο που η πρόταση ή η αποδοχή γίνεται γραπτά ή προφορικά. Σιωπηρή θεωρείται η υπόσχεση, στο μέτρο που η πρόταση ή η αποδοχή γίνεται με άλλον τρόπο και όχι γραπτά ή προφορικά.
ΚΕΦ.149
ΜΕΡΟΣ ΙΙΙ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ, ΑΚΥΡΩΣΙΜΕΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ ΚΑΙ ΑΚΥΡΕΣ ΣΥΜΦΩΝΙΕΣ
Ποιες συμφωνίες συνιστούν συμβάσεις
10.-(1) Συμβάσεις είναι όλες οι συμφωνίες οι οποίες καταρτίζονται με την ελεύθερη συναίνεση μερών ικανών προς το συμβάλλεσθαι, για νόμιμη αντιπαροχή και νόμιμο σκοπό, οι οποίες δεν χαρακτηρίζονται ρητά από το Νόμο αυτό ως άκυρες~ τηρουμένων των διατάξεων του Νόμου αυτού, οι συμβάσεις δύνανται να καταρτίζονται γραπτά, ή προφορικά, ή μερικώς γραπτά και μερικώς προφορικά, ή δύνανται να συνάγονται από τη συμπεριφορά των μερών.
(2) Καμία από τις διατάξεις που περιλαμβάνονται στο Νόμο αυτό δεν επηρεάζει Νόμο που ισχύει στη Δημοκρατία και ο οποίος δεν καταργείται ρητά από το Νόμο αυτό, με τον οποίο απαιτείται όπως οποιαδήποτε σύμβαση καταρτιστεί γραπτώς ή στην παρουσία μαρτύρων, ή την ισχύ οποιουδήποτε Νόμου που αφορά την καταχώριση εγγράφων.
ΚΕΦ.149
Ικανότητα προς το συμβάλλεσθαι
11. Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (2), ικανός προς το συμβάλλεσθαι είναι όποιος-
(α) έχει σώες τις φρένες~ και
(β) δεν στερείται της ικανότητας του συμβάλλεσθαι, δυνάμει οποιουδήποτε Νόμου.
(2) Το δίκαιο που ισχύει εκάστοτε στην Αγγλία, και αφορά συμβάσεις που συνάπτονται με ανήλικο, εφαρμόζεται σε συμβάσεις που συνάπτονται με πρόσωπο που δεν συμπλήρωσε το δέκατο όγδοο έτος:
Νοείται ότι έγγαμο πρόσωπο δεν θεωρείται ανίκανο προς το συμβάλλεσθαι από μόνο το λόγο ότι δεν συμπλήρωσε το δέκατο όγδοο έτος.
ΚΕΦ.149
Ορισμός συμβαλλόμενου που έχει σώες τις φρένες
12. Πρόσωπο θεωρείται ότι έχει σώες τις φρένες για σκοπούς κατάρτισης σύμβασης, αν κατά το χρόνο της κατάρτισης της, δύναται να αντιληφθεί αυτήν και να διαμορφώσει λογική κρίση για τις συνέπειες της επί των συμφερόντων του.
Πρόσωπο το οποίο δεν έχει συνήθως σώες τις φρένες, αλλά έχει σώες τις φρένες κατά διαλείμματα, δύναται να καταρτίσει σύμβαση κατά το χρόνο που έχει σώες τις φρένες.
Πρόσωπο το οποίο συνήθως έχει σώες τις φρένες αλλά κατά διαλείμματα δεν έχει σώες τις φρένες, δεν δύναται να καταρτίσει σύμβαση κατά το χρόνο που δεν έχει σώες τις φρένες.
ΚΕΦ.149
Ορισμός “συναίνεσης”
13. Δύο οι περισσότεροι θεωρούνται ότι συναινούν, όταν συμφωνούν για το ίδιο πράγμα με την ίδια έννοια.
ΚΕΦ.149
Ορισμός “ελεύθερης συναίνεσης”
14. Η συναίνεση θεωρείται ελεύθερη, όταν δεν προκαλείται με-
(α) εξαναγκασμό, όπως ορίζεται στο άρθρο 15~ ή
(β) ψυχική πίεση, όπως ορίζεται στο άρθρο 16~ ή
(γ) απάτη, όπως ορίζεται στο άρθρο 17~ ή
(δ) ψευδή παράσταση όπως ορίζεται στο άρθρο 18~ ή
(ε) πλάνη, τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 20, 21 και 22.
Συναίνεση θεωρείται ότι προκλήθηκε κατά τον πιο πάνω τρόπο, εφόσον αυτή δεν θα παρεχόταν ελλείψει του εν λόγω εξαναγκασμού, ψυχικής πίεσης, απάτης, ψευδούς παράστασης ή πλάνης.
ΚΕΦ.149
Ορισμός “εξαναγκασμού”
15.-(1) “Εξαναγκασμός” είναι η διάπραξη ή η απειλή διάπραξης πράξης απαγορευμένης από τον Ποινικό Κώδικα ή από τροποποίηση του, ή η παράνομη κατακράτηση, ή η απειλή κατακράτησης, περιουσιακού στοιχείου, προς βλάβη οποιουδήποτε προσώπου, η οποία γίνεται με πρόθεση να αναγκαστεί άλλος να συνάψει συμφωνία.
(2) Είναι αδιάφορο κατά πόσο ο Ποινικός Κώδικας ή οποιαδήποτε τροποποίηση του, είναι σε ισχύ ή όχι στον τόπο όπου ασκείται ο εξαναγκασμός.
ΚΕΦ.149
Ορισμός “ψυχικής πίεσης”
16.-(1) Η σύμβαση θεωρείται ότι συνάφθηκε συνεπεία “ψυχικής πίεσης” όταν οι σχέσεις που υπάρχουν μεταξύ των μερών είναι τέτοιες ώστε το ένα από αυτά να είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης του άλλου και να επωφελείται από τη θέση αυτή για να εξασφαλίσει αθέμιτο όφελος έναντι του άλλου.
(2) Ειδικότερα και χωρίς επηρεασμό της πιο πάνω αρχής, θεωρείται ότι είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης άλλου, κάθε πρόσωπο το οποίο-
(α) έχει πραγματική ή προφανή εξουσία επί του άλλου ή βρίσκεται σε σχέση εμπιστοσύνης έναντι του άλλου. ή
(β) καταρτίζει σύμβαση με πρόσωπο, του οποίου η πνευματική ικανότητα είναι προσωρινά ή μόνιμα επηρεασμένη λόγω ηλικίας, ασθένειας ή πνευματικής ή σωματικής κατάπτωσης.
(3) Όταν πρόσωπο το οποίο είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης άλλου, συμβάλλεται μαζί με αυτόν, και η συναλλαγή φαίνεται από μόνη της ή από τα αποδεικτικά στοιχεία που προσάχθηκαν, ότι είναι υπέρμετρα επαχθής, το βάρος απόδειξης ότι η σύμβαση δεν συνάφθηκε συνεπεία ψυχικής πίεσης φέρει το πρόσωπο που είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης του άλλου.
ΚΕΦ.149
Ορισμός “απάτης”
17.-(1) “Απάτη” περιλαμβάνει οποιαδήποτε από τις πιο κάτω πράξεις οι οποίες διαπράττονται από κάποιο από τους συμβαλλόμενους, ή με τη συγκατάθεση αυτού, ή από τον αντιπρόσωπο του, με σκοπό εξαπάτησης άλλου συμβαλλόμενου ή του αντιπροσώπου του, ή εξώθησης αυτού στη σύναψη σύμβασης-
(α) την παράσταση αναληθούς γεγονότος ως αληθούς, από πρόσωπο που δεν πιστεύει ότι αυτό είναι αληθές~
(β) την ενεργό απόκρυψη γεγονότος από πρόσωπο που γνωρίζει το γεγονός ή πιστεύει αυτό~
(γ) υπόσχεση που δόθηκε χωρίς πρόθεση εκπλήρωσης της~
(δ) κάθε άλλη πράξη επιτήδεια προς εξαπάτηση~
(ε) κάθε πράξη ή παράλειψη που ορίζεται ειδικά από το νόμο ως απάτη.
(2) Απλή σιωπή ως προς γεγονότα, τα οποία ενδέχεται να επηρεάσουν τη βούληση προσώπου προς σύναψη σύμβασης, δεν συνιστά απάτη, εκτός αν οι περιστάσεις είναι τέτοιες ώστε, λαμβανομένων αυτών υπόψη, το πρόσωπο που σιωπά να έχει υποχρέωση να δηλώσει αυτά ή εκτός αν η σιωπή αυτού ισοδυναμεί από μόνη της με δήλωση.
ΚΕΦ.149
Ορισμός “ψευδούς παράστασης”
18. “Ψευδής παράσταση” περιλαμβάνει-
(α) τη θετική βεβαίωση κατά τρόπο που δεν δικαιολογείται από τις πληροφορίες του προσώπου που βεβαιώνει, γεγονότος αναληθούς παρόλο ότι το πρόσωπο που βεβαιώνει πιστεύει ότι είναι αληθές~
(β) κάθε παράβαση καθήκοντος, η οποία, χωρίς πρόθεση εξαπάτησης, επιφέρει όφελος στον υπαίτιο ή σε οποιοδήποτε ο οποίος αξιώνει μέσω αυτού, με την παραπλάνηση άλλου προς βλάβη αυτού ή προς βλάβη οποιουδήποτε που αξιώνει μέσω αυτού~
(γ) την πρόκληση, έστω και ανυπαίτια, πλάνης ως προς την ουσία του αντικειμένου της συμφωνίας σε μέρος αυτής.
ΚΕΦ.149
Ακυρώσιμο συμφωνιών που συνάπτονται χωρίς ελεύθερη συναίνεση
19.-(1) Αν η συναίνεση σε συμφωνία παρασχέθηκε συνεπεία εξαναγκασμού, απάτης ή ψευδούς παράστασης, η συμφωνία είναι σύμβαση ακυρώσιμη κατ’ εκλογή του μέρους, του οποίου η συναίνεση παρασχέθηκε με τον τρόπο αυτό.
(2) Ο συμβαλλόμενος, του οποίου η συναίνεση παρασχέθηκε συνεπεία απάτης ή ψευδούς παράστασης, δύναται αν θεωρεί αυτό σκόπιμο, να εμμείνει στην εκπλήρωση της σύμβασης και να αποκατασταθεί στη θέση που θα βρισκόταν αν οι παραστάσεις που έγιναν ήταν αληθείς.
(3) Αν η συναίνεση αυτή παρασχέθηκε συνεπεία ψευδούς παράστασης ή τήρησης σιωπής, που συνιστά απάτη εντός της έννοιας του άρθρου 17, η σύμβαση, παρόλα αυτά, δεν είναι ακυρώσιμη, αν το μέρος του οποίου η συναίνεση παρασχέθηκε με τον τρόπο αυτό, ήταν σε θέση να ανακαλύψει την αλήθεια καταβάλλοντας τη συνήθη επιμέλεια.
(4) Απάτη ή ψευδής παράσταση η οποία δεν προκάλεσε τη συναίνεση προς σύναψη σύμβασης του μέρους επί του οποίου ασκήθηκε η απάτη, ή στο οποίο έγινε η ψευδής παράσταση, δεν καθιστά τη σύμβαση ακυρώσιμη.
ΚΕΦ.149
Εξουσία ακύρωσης σύμβασης που συνάφθηκε συνεπεία ψυχικής πίεσης
20.-(1) Αν η συναίνεση σε συμφωνία παρασχέθηκε συνεπεία ψυχικής πίεσης, η συμφωνία είναι σύμβαση ακυρώσιμη κατ’ εκλογή του μέρους του οποίου η συναίνεση παρασχέθηκε με τον τρόπο αυτό.
(2) Η σύμβαση αυτή δύναται να ακυρωθεί είτε απόλυτα είτε, αν το μέρος που δικαιούται σε ακύρωση αποκόμισε δυνάμει αυτής οποιοδήποτε όφελος, με τέτοιους όρους ως το Δικαστήριο ήθελε κρίνει δίκαιο να επιβάλει.
ΚΕΦ.149
Συμφωνία καθίσταται άκυρη αν και τα δύο μέρη τελούν σε πλάνη αναφορικά με πραγματικό γεγονός. Συνέπειες νομικής πλάνης
21.-(1) Αν και τα δύο μέρη της συμφωνίας τελούν σε πλάνη αναφορικά με πραγματικό γεγονός, ουσιώδες στη συμφωνία, η συμφωνία είναι άκυρη.
Πεπλανημένη αντίληψη αναφορικά με την αξία του αντικειμένου της συμφωνίας, δεν θεωρείται ως πλάνη αναφορικά με πραγματικό γεγονός.
(2) Η σύμβαση δεν είναι ακυρώσιμη επειδή συνάφθηκε συνεπεία πλάνης αναφορικά με οποιοδήποτε νόμο που ισχύει στη Δημοκρατία~ πλάνη όμως για νόμο που δεν ισχύει στη Δημοκρατία επιφέρει τις ίδιες συνέπειες, όπως και η πλάνη αναφορικά με πραγματικό γεγονός.
ΚΕΦ.149
Σύμβαση που συνάφθηκε συνεπεία πλάνης ενός από τους συμβαλλόμενους για πραγματικό γεγονός
22. Η σύμβαση δεν είναι ακυρώσιμη από μόνο το λόγο ότι συνάφθηκε από ένα από τους συμβαλλόμενους ο οποίος τελούσε σε πλάνη αναφορικά με πραγματικό γεγονός.
ΚΕΦ.149
Αντιπαροχές και σκοποί νόμιμοι και μη
23. Η αντιπαροχή ή ο σκοπός της συμφωνίας είναι νόμιμος εκτός αν-
(α) είναι απαγορευμένος από νόμο~ ή
(β) είναι τέτοιας φύσης ώστε, αν επιτρεπόταν, θα καταστρατηγούσε τις διατάξεις οποιουδήποτε νόμου~ ή
(γ) συνιστά απάτη~ ή
(δ) επιφέρει ή ενέχει βλάβη στο πρόσωπο ή την περιουσία άλλου~ ή
(ε) το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτός αντίκειται στα χρηστά ήθη ή τη δημόσια πολιτική.
Σε καθεμιά από τις περιπτώσεις αυτές η αντιπαροχή ή ο σκοπός της συμφωνίας θεωρείται παράνομος. Κάθε συμφωνία της οποίας ο σκοπός ή αντιπαροχή είναι παράνομος, είναι άκυρη.
ΚΕΦ.149
Άκυρες Συμφωνίες
Συμφωνία καθίσταται άκυρη αν ο σκοπός και η αντιπαροχή είναι μερικώς παράνομη
24. Αν οποιοδήποτε μέρος μιας και μόνης αντιπαροχής για ένα ή περισσότερους σκοπούς ή μία οποιαδήποτε αντιπαροχή ή οποιοδήποτε μέρος μιας από περισσότερες αντιπαροχές για ένα και μόνο σκοπό, είναι παράνομος, η συμφωνία είναι άκυρη.
ΚΕΦ.149
Συμφωνία χωρίς αντιπαροχή είναι άκυρη εκτός αν είναι γραπτή
25.-(1) Συμφωνία που συνάφθηκε χωρίς αντιπαροχή είναι άκυρη, εκτός αν-
(α) καταρτιστεί γραπτώς και υπογραφτεί από το μέρος που φέρει το βάρος αυτής και συνάπτεται λόγω φυσικής αγάπης και στοργής μεταξύ των μερών, οι οποίοι έχουν στενή συγγένεια μεταξύ τους~ ή εκτός αν
(β) είναι υπόσχεση αποζημίωσης, εν όλω ή εν μέρει, προσώπου το οποίο ήδη έπραξε κάτι εκούσια για τον οφειλέτη ή έπραξε κάτι το οποίο ο οφειλέτης θα μπορούσε νομικά να υποχρεωθεί να πράξει~ ή εκτός αν
(γ) είναι υπόσχεση, που παρέχεται γραπτώς και υπογράφεται από το μέρος που φέρει το βάρος αυτής, για ολική ή μερική καταβολή χρέους, την καταβολή του οποίου ο πιστωτής θα μπορούσε να επιβάλει ελλείψει οποιουδήποτε νόμου που ισχύει εκάστοτε και αφορά την παραγραφή.
Σε κάθε τέτοια περίπτωση η συμφωνία συνιστά σύμβαση.
(2) Οι διατάξεις του άρθρου αυτού δεν επηρεάζουν το έγκυρο, όσον αφορά τη σχέση μεταξύ δωρητή και δωρεοδόχου, δωρεάς που ήδη έγινε.
(3) Συμφωνία που συνάφθηκε με την ελεύθερη συναίνεση του οφειλέτη δεν είναι άκυρη από μόνο το λόγο, ότι η αντιπαροχή είναι ανεπαρκής~ η ανεπάρκεια όμως της αντιπαροχής δύναται να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο κατά την κρίση του ζητήματος κατά πόσο η συναίνεση του οφειλέτη παρασχέθηκε ελεύθερα.
ΚΕΦ.149
Συμφωνία περιοριστική της ελευθερίας προς γάμο είναι άκυρη
26. Κάθε συμφωνία περιοριστική της ελευθερίας προς γάμο είναι άκυρη.
ΚΕΦ.149
Προικοσύμφωνο έγγραφο και συμβάσεις παρόμοιας φύσης άκυρες
26Α. Κάθε προικοσύμφωνο έγγραφο και κάθε σύμβαση παρόμοιας φύσης, το κύρος των οποίων διέπεται από το κυπριακό δίκαιο, και με τις οποίες αναλαμβάνεται υποχρέωση όπως αιτία γάμου παρασχεθεί περιουσία σε μελλόνυμφους ή σε κάθε ένα ξεχωριστά από αυτούς είναι άκυρες:
Νοείται ότι το παρόν άρθρο δεν τυγχάνει εφαρμογής επί συμβάσεων αιτία γάμου μεταξύ Μωαμεθανών αναλαμβανομένων κατά την πρακτική, την κρατούσα στα Τουρκικά Οικογενειακά Δικαστήρια.
ΚΕΦ.149
22(I)/1995
Συμφωνία περιοριστική του εμπορίου είναι άκυρη. Επιφυλάξεις
27.-(1) Κάθε συμφωνία στο μέτρο που είναι περιοριστική της ελευθερίας προς άσκηση νόμιμου επαγγέλματος, εμπορίου ή οποιασδήποτε φύσης επιχείρησης, είναι άκυρη.
(2)(α) Το πρόσωπο που πωλεί την εμπορική εύνοια επιχείρησης δύναται να συμφωνήσει με τον αγοραστή να απέχει από την άσκηση παρόμοιας επιχείρησης, εντός ορισμένων τοπικών ορίων, για το χρονικό διάστημα κατά το οποίο, ο αγοραστής ή ο δικαιοδόχος αυτού στην εμπορική εύνοια, ασκεί εντός των ορίων αυτών παρόμοια επιχείρηση, νοουμένου ότι τα όρια αυτά θα κριθούν από το Δικαστήριο εύλογα, λαμβανομένης υπόψη της φύσης της επιχείρησης~
(β) με τη διάλυση ή επί τη προόψει διάλυσης ομόρρυθμης ή ετερόρρυθμης εταιρείας, οι συνεταίροι δύνανται να συμφωνήσουν ότι μερικοί από αυτούς ή όλοι δεν θα ασκήσουν επιχείρηση παρόμοια με αυτήν που ασκείται από την εταιρεία, εντός τέτοιων τοπικών ορίων, όπως αναφέρονται στο εδάφιο (α)~
(γ) οι συνεταίροι δύνανται να συμφωνήσουν ότι, υφιστάμενης της ομόρρυθμης ή ετερόρρυθμης εταιρείας, μερικοί από αυτούς ή όλοι δεν θα ασκήσουν επιχείρηση άλλη από αυτή που ασκείται από την εταιρεία.
ΚΕΦ.149
Συμφωνίες περιοριστικές της ελευθερίας προς λήψη δικαστικών μέτρων είναι άκυρες
28.-(1) Κάθε συμφωνία, στο μέτρο που περιορίζει απόλυτα την ελευθερία οποιουδήποτε από τα μέρη προς επιβολή των δικαιωμάτων αυτού δυνάμει ή σε σχέση με οποιαδήποτε σύμβαση, μέσω των συνήθων δικαστικών μέτρων, ή στο μέτρο που περιορίζει την προθεσμία της επιβολής των εν λόγω δικαιωμάτων, είναι άκυρη.
(2) Το άρθρο αυτό δεν καθιστά παράνομη σύμβαση, με την οποία δύο ή περισσότεροι συμφωνούν ότι οποιαδήποτε διαφορά η οποία δυνατό να προκύψει μεταξύ αυτών σχετικά με οποιοδήποτε θέμα ή κατηγορία θεμάτων, θα παραπέμπεται σε διαιτησία και ότι μόνο το ποσό που επιδικάζεται στη διαιτησία δύναται να ανακτηθεί σχετικά με τη διαφορά που παραπέμφθηκε με τον τρόπο αυτό.
Αφού καταρτιστεί η σύμβαση αυτή, δύνανται να ληφθούν δικαστικά μέτρα για ειδική εκτέλεση αυτής, αν όμως ληφθούν δικαστικά μέτρα άλλα από αυτά που αφορούν ειδική εκτέλεση της σύμβασης ή ανάκτηση του ποσού που επιδικάστηκε με τον τρόπο αυτό, από ένα από τους συμβαλλόμενους εναντίον άλλου σχετικά με οποιοδήποτε θέμα το οποίο συμφωνήθηκε να παραπεμφθεί σε διαιτησία, η ύπαρξη της σύμβασης αυτής συνιστά κώλυμα στα δικαστικά μέτρα που λήφθηκαν.
(3) Το άρθρο αυτό δεν καθιστά παράνομη έγγραφη σύμβαση με την οποία δύο ή περισσότεροι συμφωνούν να παραπέμψουν σε διαιτησία οποιοδήποτε ζήτημα που έχει ήδη προκύψει μεταξύ τους, ούτε επηρεάζει οποιαδήποτε διάταξη νόμου που ισχύει εκάστοτε και αφορά παραπομπές σε διαιτησία.
ΚΕΦ.149
Συμφωνίες άκυρες λόγω αοριστίας
29. Συμφωνίες, των οποίων το νόημα δεν είναι σαφές ή δεν δύναται να καταστεί σαφές, είναι άκυρες.
ΚΕΦ.149
Συμφωνίες υπό τύπο στοιχήματος είναι άκυρες
30. Συμφωνίες υπό τύπο στοιχήματος είναι άκυρες και κανένα δικαστικό μέτρο δεν δύναται να ληφθεί προς αναζήτηση ο,τιδήποτε για το οποίο υπάρχει ισχυρισμός ότι κερδίθηκε από στοίχημα ή εμπιστεύτηκε σε άλλον εν αναμονή του αποτελέσματος οποιουδήποτε παιγνιδιού ή άλλου αβέβαιου γεγονότος επί του οποίου στηρίζεται το στοίχημα.
ΚΕΦ.149
ΜΕΡΟΣ IV ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ ΥΠΟ ΑΙΡΕΣΗ
Ορισμός “σύμβασης υπό αίρεση”
31. “Σύμβαση υπό αίρεση” είναι σύμβαση για πράξη ή αποχή από πράξη, αν γεγονός συνακόλουθο της σύμβασης επέλθει ή δεν επέλθει.
ΚΕΦ.149
Εκτελεστό σύμβασης υπό την αίρεση επέλευσης γεγονότος
32. Σύμβαση για πράξη ή αποχή από πράξη υπό την αίρεση της επέλευσης μελλοντικού και αβέβαιου γεγονότος δεν είναι νομικά εκτελεστή μέχρι την επέλευση του γεγονότος.
ΚΕΦ.149
Εκτελεστό σύμβασης υπό την αίρεση της μη επέλευσης γεγονότος..
33. Σύμβαση για πράξη ή αποχή από πράξη, υπό την αίρεση της μη επέλευσης μελλοντικού και αβέβαιου γεγονότος καθίσταται εκτελεστή, όταν η επέλευση του γεγονότος καταστεί αδύνατη και όχι προηγουμένως.
ΚΕΦ.149
Αίρεση εξαρτώμενη από μελλοντική συμπεριφορά προσώπου που βρίσκεται στη ζωή
34. Αν το μελλοντικό γεγονός, από το οποίο εξαρτάται η σύμβαση, είναι ο τρόπος συμπεριφοράς προσώπου σε ακαθόριστο χρόνο, το γεγονός θεωρείται ότι κατέστη αδύνατο όταν το πρόσωπο αυτό πράξει κάτι, το οποίο καθιστά αδύνατη τη συμπεριφορά αυτή σε οποιοδήποτε ορισμένο χρόνο ή διαφορετικά αν εκπληρωθούν περαιτέρω αιρέσεις.
ΚΕΦ.149
Αίρεση εξαρτώμενη από την επέλευση συγκεκριμένου γεγονότος εντός ορισμένου χρόνου..
35.-(1) Σύμβαση για πράξη ή αποχή από πράξη υπό την αίρεση της επέλευσης ορισμένου αβέβαιου γεγονότος εντός ορισμένου χρόνου καθίσταται άκυρη αν, με την πάροδο του ορισμένου χρόνου, το γεγονός δεν επήλθε, ή αν πριν από τον ορισμένο χρόνο, το γεγονός κατέστη αδύνατο.
(2) Σύμβαση για πράξη ή αποχή από πράξη υπό την αίρεση της μη επέλευσης ορισμένου αβέβαιου γεγονότος εντός ορισμένου χρόνου καθίσταται νομικά εκτελεστή, όταν με την πάροδο του ορισμένου χρόνου δεν επέλθει το γεγονός ή πριν από την πάροδο του ορισμένου χρόνου, αν καταστεί βέβαιο ότι το γεγονός δεν θα επέλθει.
ΚΕΦ.149
Συμφωνία υπό αδύνατη αίρεση είναι άκυρη
36. Συμφωνία για πράξη ή αποχή από πράξη υπό την αίρεση της επέλευσης αδύνατου γεγονότος είναι άκυρη, ανεξάρτητα αν κατά το χρόνο της σύναψης της συμφωνίας τα μέρη γνώριζαν ή όχι ότι η αίρεση ήταν αδύνατη.
ΚΕΦ.149
ΜΕΡΟΣ V ΕΚΠΛΗΡΩΣΗ ΤΩΝ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ
Συμβάσεις που χρήζουν εκπλήρωσης
Υποχρέωση των συμβαλλόμενων
37.-(1) Οι συμβαλλόμενοι έχουν υποχρέωση να εκπληρώσουν ή προσφερθούν να εκπληρώσουν τις υποσχέσεις τους, εκτός αν απαλλάσσονται ή εξαιρούνται από την εκτέλεση αυτή, δυνάμει των διατάξεων του Νόμου αυτού ή οποιουδήποτε άλλου Νόμου.
(2) Εκτός αν από τη σύμβαση συνάγεται αντίθετη πρόθεση, σε περίπτωση θανάτου του οφειλέτη πριν από την εκπλήρωση της σύμβασης, η υπόσχεση δεσμεύει τους εκπροσώπους αυτού.
ΚΕΦ.149
Συνέπειες αποποίησης προσφοράς προς εκπλήρωση
38.-(1) Αν ο οφειλέτης προσφέρθηκε να εκπληρώσει, και ο δανειστής δεν αποδέχτηκε την προσφορά, ο οφειλέτης δεν ευθύνεται για μη εκπλήρωση, ούτε χάνει τα δικαιώματα του από τη σύμβαση.
(2) Κάθε προσφορά προς εκπλήρωση πρέπει να πληρεί τις ακόλουθες προυποθέσεις-
(α) να είναι χωρίς όρους~
(β) να γίνεται σε κατάλληλο χρόνο και τόπο και υπό τέτοιες περιστάσεις, ώστε να παρέχεται εύλογη δυνατότητα στο πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται να διακριβώσει κατά πόσο αυτός που προσφέρεται να εκπληρώσει είναι ικανός και πρόθυμος κατά τον εν λόγω χρόνο και τόπο να εκπληρώσει κάθε τι το οποίο οφείλει δυνάμει της υπόσχεσης του~
(γ) αν η προσφορά αφορά την παράδοση πράγματος στο δανειστή, πρέπει να παρέχεται σε αυτόν, εύλογη δυνατότητα να εξετάσει κατά πόσο το πράγμα που προσφέρθηκε είναι αυτό το οποίο ο οφειλέτης οφείλει να παραδώσει δυνάμει της υπόσχεσης του.
(3) Προσφορά σε ένα από τους πολλούς συνδανειστές επιφέρει τις ίδιες έννομες συνέπειες όπως αν γινόταν σε όλους.
ΚΕΦ.149
Συνέπειες άρνησης συμβαλλόμενου να εκπληρώσει την υπόσχεση στο σύνολο της
39. Αν ένας από τους συμβαλλόμενους αρνηθεί να εκπληρώσει, ή καταστήσει τον εαυτό του ανίκανο να εκπληρώσει, την υπόσχεση του στο σύνολο της, ο δανειστής δύναται να τερματίσει τη σύμβαση, εκτός αν εκδήλωσε προφορικά ή με συμπεριφορά, τη συγκατάθεση του για συνέχιση της σύμβασης.
ΚΕΦ.149
Υπόχρεοι προς εκπλήρωση συμβάσεων
Υπόχρεος προς εκπλήρωση υπόσχεσης
40. Αν από τη φύση της σύμβασης προκύπτει ότι πρόθεση των συμβαλλόμενων ήταν όπως οποιαδήποτε υπόσχεση σε αυτή εκπληρωθεί προσωπικά από τον οφειλέτη, η υπόσχεση πρέπει να εκπληρωθεί από τον οφειλέτη. Σε άλλες περιπτώσεις ο οφειλέτης ή οι εκπρόσωποι αποβιώσαντος οφειλέτη δύνανται προς εκπλήρωση της υπόσχεσης, να χρησιμοποιήσουν ικανό πρόσωπο για αυτό.
ΚΕΦ.149
Συνέπειες αποδοχής εκπλήρωσης από τρίτο
41. Αν ο δανειστής αποδεχτεί εκπλήρωση της υπόσχεσης από τρίτο, δεν δύναται έπειτα να στραφεί προς εκτέλεση εναντίον του οφειλέτη.
ΚΕΦ.149
Μεταβίβαση κοινών υποχρεώσεων
42. Εκτός αν από τη σύμβαση συνάγεται αντίθετη πρόθεση, αν δύο ή περισσότεροι έδωσαν κοινή υπόσχεση, η υποχρέωση προς εκπλήρωση βαρύνει όλους αυτούς ενόσω βρίσκονται στη ζωή, ενώ μετά το θάνατο οποιουδήποτε από αυτούς, τους εκπροσώπους του αποβιώσαντος από κοινού με τον επιζώντα ή τους επιζώντες, και μετά το θάνατο του τελευταίου επιζώντα τους εκπροσώπους όλων των αποβιωσάντων από κοινού.
ΚΕΦ.149
Καθένας από τους συνοφειλέτες δύναται να εξαναγκαστεί προς εκπλήρωση
43.-(1) Αν δύο ή περισσότεροι έδωσαν κοινή υπόσχεση, ο δανειστής δύναται, ελλείψει ρητής συμφωνίας για το αντίθετο, να εξαναγκάσει ένα ή περισσότερους από τους συνοφειλέτες να εκπληρώσουν την υπόσχεση στο σύνολο της.
(2) Εκτός αν από τη σύμβαση συνάγεται αντίθετη πρόθεση, καθένας από τους συνοφειλέτες δύναται να εξαναγκάσει οποιοδήποτε από τους υπόλοιπους να εισφέρει εξίσου λόγο με αυτόν στην εκπλήρωση της υπόσχεσης.
(3) Αν οποιοσδήποτε από τους συνοφειλέτες, παραλείψει να εισφέρει, η ζημιά από την παράλειψη βαρύνει σε ίσα μερίδια τους υπόλοιπους.
(4) Οι διατάξεις του άρθρου αυτού δεν εμποδίζουν τον εγγυητή να αναζητήσει από τον πρωτοφειλέτη πληρωμές που έγιναν από τον εγγυητή για λογαριασμό του πρωτοφειλέτη, ούτε παρέχουν το δικαίωμα στον πρωτοφειλέτη να αναζητήσει οτιδήποτε από τον εγγυητή για πληρωμές που έγιναν από τον πρωτοφειλέτη.
ΚΕΦ.149
Συνέπειες απαλλαγής ενός από τους συνοφειλέτες
44. Αν δύο ή περισσότεροι έδωσαν κοινή υπόσχεση, η απαλλαγή του ενός από το δανειστή δεν απαλλάσσει του υπόλοιπους, ούτε απελευθερώνει αυτόν που απαλλάχτηκε από την ευθύνη του έναντι των υπόλοιπων συνοφειλετών.
ΚΕΦ.149
Μεταβίβαση κοινών δικαιωμάτων
45. Εκτός αν από τη σύμβαση συνάγεται αντίθετη πρόθεση, αν πρόσωπο έδωσε υπόσχεση σε δύο ή περισσότερους από κοινού, το δικαίωμα προς αξίωση εκπλήρωσης της υπόσχεσης, όσον αφορά τις σχέσεις μεταξύ αυτού και των μερών, έχουν όλοι οι συνδανειστές ενόσω βρίσκονται στη ζωή, ενώ μετά το θάνατο οποιουδήποτε από αυτούς, οι εκπρόσωποι του αποβιώσαντος, από κοινού με τον επιζώντα ή τους επιζώντες, και μετά το θάνατο του τελευταίου επιζώντα οι εκπρόσωποι όλων των αποβιωσάντων από κοινού.
ΚΕΦ.149
Χρόνος και τόπος εκπλήρωσης
Χρόνος εκπλήρωσης όταν δεν απαιτείται όχληση και δεν ορίζεται χρόνος εκπλήρωσης
46. Αν δυνάμει της σύμβασης, ο οφειλέτης υποχρεούται να εκπληρώσει την υπόσχεση χωρίς όχληση του δανειστή και δεν ορίζεται στη σύμβαση χρόνος εκπλήρωσης, η υποχρέωση πρέπει να εκπληρωθεί εντός εύλογου χρόνου.
Το “τι είναι εύλογος χρόνος”, αποτελεί σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, πραγματικό ζήτημα.
ΚΕΦ.149
Χρόνος και τόπος εκπλήρωσης όταν ορίζεται ο χρόνος αλλά δεν απαιτείται όχληση
47. Αν η υπόσχεση ορίστηκε να εκπληρωθεί σε ορισμένη ημέρα και ο οφειλέτης ανέλαβε να εκπληρώσει αυτή χωρίς όχληση του δανειστή, η εκπλήρωση δύναται να γίνει σε οποιοδήποτε χρόνο κατά τις συνήθεις ώρες εργασίας της ημέρας αυτής και στον τόπο στον οποίο πρέπει να εκπληρωθεί.
ΚΕΦ.149
Η όχληση προς εκπλήρωση σε ορισμένη ημέρα πρέπει να διενεργηθεί στον κατάλληλο χρόνο και τόπο
48. Αν η υπόσχεση ορίστηκε να εκπληρωθεί σε ορισμένη ημέρα και ο οφειλέτης δεν ανέλαβε να εκπληρώσει αυτήν χωρίς όχληση του δανειστή, ο δανειστής υποχρεούται να οχλήσει τον οφειλέτη προς εκπλήρωση στον κατάλληλο τόπο και κατά τις συνηθισμένες ώρες εργασίας.
Το “τι είναι κατάλληλος χρόνος και τόπος” αποτελεί, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, πραγματικό ζήτημα.
ΚΕΦ.149
Τόπος εκπλήρωσης όταν δεν απαιτείται όχληση και δεν ορίζεται τόπος εκπλήρωσης
49. Αν η υπόσχεση ορίστηκε να εκπληρωθεί χωρίς όχληση του δανειστή και δεν ορίστηκε τόπος εκπλήρωσης, ο οφειλέτης υποχρεούται να οχλήσει το δανειστή για να ορίσει εύλογο τόπο για την εκπλήρωση της υπόσχεσης και εκπληρώσει αυτήν στον τόπο αυτό.
ΚΕΦ.149
Εκπλήρωση κατά τον τρόπο ή στο χρόνο που καθορίζεται ή εγκρίνεται από το δανειστή
50. Η εκπλήρωση της υπόσχεσης δύναται να γίνει κατ’ οποιοδήποτε τρόπο ή σε οποιοδήποτε χρόνο τον οποίο ορίζει ή εγκρίνει ο δανειστής.
ΚΕΦ.149
Εκπλήρωση αμοιβαίων υποσχέσεων
Σε περίπτωση αμοιβαίων υποσχέσεων κανένας δεν υποχρεούται να εκπληρώσει εκτός αν και ο άλλος είναι έτοιμος και πρόθυμος να εκπληρώσει
51. Αν η σύμβαση συνίσταται από αμοιβαίες υποσχέσεις που πρέπει να εκπληρωθούν ταυτόχρονα, κανένας από τους οφειλέτες δεν υποχρεούται να εκπληρώσει την υπόσχεση που τον βαρύνει εκτός αν ο άλλος είναι έτοιμος και πρόθυμος να εκπληρώσει την υπόσχεση που τον βαρύνει.
ΚΕΦ.149
Τάξη εκπλήρωσης αμοιβαίων υποσχέσεων
52. Σε περίπτωση που η σύμβαση ορίζει ρητά την τάξη κατά την οποία θα εκπληρωθούν οι αμοιβαίες υποσχέσεις, αυτές πρέπει να εκπληρώνονται κατά την οριζόμενη τάξη~ ελλείψει τέτοιου όρου στη σύμβαση, οι υποσχέσεις πρέπει να εκπληρώνονται κατά την τάξη που επιβάλλει η φύση της συναλλαγής.
ΚΕΦ.149
Ευθύνη συμβαλλόμενου ο οποίος εμποδίζει την εκτέλεση της σύμβασης
53. Αν η σύμβαση περιέχει αμοιβαίες υποσχέσεις και ο ένας από τους συμβαλλόμενους εμποδίζει τον άλλο να εκπληρώσει την υπόσχεση που τον βαρύνει, η σύμβαση καθίσταται ακυρώσιμη κατ’ εκλογή του συμβαλλόμενου που εμποδίζεται και ο τελευταίος έχει δικαίωμα αποζημίωσης από τον άλλο για οποιαδήποτε ζημιά την οποία ήθελε υποστεί λόγω της μη εκπλήρωσης της σύμβασης.
ΚΕΦ.149
Συνέπειες μη εκπλήρωσης υπόσχεσης η οποία έπρεπε να εκπληρωθεί πρώτη δυνάμει σύμβασης που συνίσταται από αμοιβαίες υποσχέσεις
54. Αν μια από τις αμοιβαίες υποσχέσεις από τις οποίες συνίσταται η σύμβαση, δεν δύναται να εκπληρωθεί ή η εκπλήρωση της δεν δύναται να αξιωθεί πριν από την εκπλήρωση της άλλης, το πρόσωπο που βαρύνεται με την άλλη αυτή υπόσχεση, αν παραλείψει να την εκπληρώσει, δεν δύναται να αξιώσει εκπλήρωση της υπόσχεσης με την οποία βαρύνεται ο άλλος από τους συμβαλλόμενους, υποχρεούται όμως να τον αποζημιώσει για κάθε ζημιά, την οποία ήθελε υποστεί, λόγω της μη εκπλήρωσης της σύμβασης.
ΚΕΦ.149
Συνέπειες μη εκπλήρωσης εντός ορισμένου χρόνου, σε σύμβαση στην οποία ο χρόνος είναι ουσιώδης
55.-(1) Αν ένας από τους συμβαλλόμενους ανέλαβε την υποχρέωση να προβεί σε ορισμένη ενέργεια εντός ορισμένου χρόνου ή πριν από το χρόνο αυτό, ή σε ορισμένες ενέργειες εντός ορισμένων χρόνων ή πριν από τους χρόνους αυτούς, και παραλείψει να προβεί σε οποιαδήποτε τέτοια ενέργεια κατά ή πριν από τον ορισμένο χρόνο, η σύμβαση ή το μέρος της σύμβασης που δεν εκπληρώθηκε ακόμη καθίσταται ακυρώσιμο κατ’ εκλογή του δανειστή, αν πρόθεση των συμβαλλόμενων ήταν να καταστήσουν το χρόνο ουσιώδη όρο της σύμβασης.
(2) Αν πρόθεση των συμβαλλόμενων δεν ήταν να καταστήσουν το χρόνο ουσιώδη όρο της σύμβασης, η σύμβαση δεν καθίσταται ακυρώσιμη λόγω παράλειψης του οφειλέτη να ενεργήσει εντός του ορισμένου χρόνου ή πριν από αυτόν~ ο δανειστής όμως έχει δικαίωμα αποζημίωσης από τον οφειλέτη για κάθε ζημιά, την οποία ήθελε υποστεί λόγω της παράλειψης αυτής.
(3) Σε περίπτωση ακυρώσιμης σύμβασης λόγω παράλειψης του οφειλέτη να εκπληρώσει την υπόσχεση του στο χρόνο που συμφωνήθηκε, αν ο δανειστής αποδεχτεί εκπλήρωση της υπόσχεσης σε χρόνο άλλον από αυτόν που συμφωνήθηκε, τότε δεν δύναται να αξιώσει αποζημίωση για ζημιά που υπέστη λόγω μη εκπλήρωσης κατά το χρόνο που συμφωνήθηκε, εκτός αν, κατά το χρόνο της αποδοχής, γνωστοποιήσει στον οφειλέτη την πρόθεση του να αξιώσει αποζημίωση.
ΚΕΦ.149
Συμφωνία τέλεσης αδύνατης πράξης
56.-(1) Συμφωνία προς τέλεση πράξης αφ’ εαυτής αδύνατης είναι άκυρη.
(2) Σύμβαση προς τέλεση πράξης, η οποία μετά την κατάρτιση της σύμβασης καθίσταται αδύνατη, ή παράνομη λόγω γεγονότος το οποίο ο οφειλέτης δεν μπορούσε να αποτρέψει, καθίσταται άκυρη μόλις η πράξη καταστεί αδύνατη ή παράνομη.
(3) Αν η υπόσχεση αφορά πράξη αδύνατη ή παράνομη και ο οφειλέτης γνώριζε ή αν κατέβαλλε εύλογη επιμέλεια, μπορούσε να γνώριζε το αδύνατο ή το παράνομο αυτής, ο δε δανειστής δεν γνώριζε ότι αυτή ήταν αδύνατη ή παράνομη, ο οφειλέτης υποχρεούται να αποζημιώσει το δανειστή για κάθε ζημιά, την οποία αυτός ήθελε υποστεί λόγω της μη εκπλήρωσης της υπόσχεσης.
ΚΕΦ.149
Αμοιβαίες υποσχέσεις προς τέλεση πράξεων νόμιμων και παράνομων
57. Αν δυνάμει αμοιβαίων υποσχέσεων αναλήφθηκε υποχρέωση προς τέλεση, κατά πρώτο λόγο, ορισμένων πράξεων νόμιμων, κατά δεύτερο δε λόγο, υπό ορισμένες περιστάσεις, άλλων πράξεων παράνομων, το μέρος των υποσχέσεων που αφορά τις νόμιμες πράξεις συνιστά σύμβαση, ενώ το μέρος των υποσχέσεων που αφορά τις παράνομες πράξεις συνιστά άκυρη συμφωνία.
ΚΕΦ.149
Διαζευκτική υπόσχεση της οποίας το ένα σκέλος είναι παράνομο
58. Στην περίπτωση διαζευκτικής υπόσχεσης, της οποίας το ένα σκέλος είναι νόμιμο και το άλλο παράνομο, μόνο το νόμιμο σκέλος είναι εκτελεστό.
ΚΕΦ.149
Καταλογισμός πληρωμών
Καταλογισμός πληρωμής προς εξόφληση υποδειχθέντος χρέους
59. Αν οφειλέτης χρέους, ο οποίος χρωστεί διάφορα συγκεκριμένα χρέη στο ίδιο πρόσωπο, διενεργήσει οποιαδήποτε πληρωμή σε αυτό, είτε ορίζοντας ρητά είτε υπό περιστάσεις από τις οποίες συνάγεται ότι η πληρωμή πρέπει να καταλογιστεί προς εξόφληση ειδικού χρέους, η πληρωμή, αν γίνει αποδεκτή, πρέπει να καταλογιστεί προς εξόφληση του χρέους αυτού.
ΚΕΦ.149
Καταλογισμός πληρωμής προς εξόφληση μη υποδειχθέντος χρέους
60. Αν ο οφειλέτης δεν ορίσει το χρέος το οποίο αφορά η πληρωμή που έγινε και αυτό δεν δύναται να συναχθεί από άλλες περιστάσεις, ο πιστωτής δύναται κατά βούληση να καταλογίσει την πληρωμή αυτή σε οποιοδήποτε νόμιμο χρέος του οφειλέτη αυτού, το οποίο είναι πληρωτέο προς αυτόν και απαιτητό, ανεξάρτητα αν η ανάκτηση αυτού εμποδίζεται ή όχι από τον εκάστοτε σε ισχύ νόμο που αφορά την παραγραφή.
ΚΕΦ.149
Καταλογισμός πληρωμής σε περίπτωση που κανένας από τους ενδιαφερόμενους δεν προβεί σε καταλογισμό
61. Αν κανένας από τους ενδιαφερόμενους δεν προβεί στον καταλογισμό πληρωμής που έγινε, αυτή καταλογίζεται προς εξόφληση των χρεών κατά σειρά αρχαιότητας, ανεξάρτητα αν αυτά δύνανται ή όχι να ανακτηθούν κατ’ εφαρμογή του εκάστοτε σε ισχύ νόμου που αφορά την παραγραφή. Αν τα χρέη έχουν την ίδια σειρά αρχαιότητας, ο καταλογισμός της πληρωμής γίνεται συμμετρικά.
ΚΕΦ.149
Συμβάσεις που δεν χρειάζονται εκπλήρωση
Συνέπειες ανανέωσης, υπαναχώρησης και τροποποίησης της σύμβασης
62. Αν οι συμβαλλόμενοι συμφωνούν να αντικαταστήσουν τη σύμβαση με νέα, ή να υπαναχωρήσουν από τη σύμβαση ή να τροποποιήσουν αυτήν, η αρχική σύμβαση δεν χρειάζεται εκπλήρωση.
ΚΕΦ.149
Ο δανειστής δύναται να απαλλάξει τον οφειλέτη ή να παραιτηθεί από την αξίωση του προς εκπλήρωση
63. Ο δανειστής δύναται να απαλλάξει ολικά ή μερικά τον οφειλέτη από την υποχρέωση του προς εκπλήρωση ή δύναται να παραιτηθεί ολικά ή μερικά από την αξίωση του προς εκπλήρωση ή να παρατείνει το χρόνο της εκπλήρωσης ή να δεχτεί αντί αυτής οποιαδήποτε ικανοποίηση την οποία θεωρεί προσήκουσα.
ΚΕΦ.149
Συνέπειες υπαναχώρησης από ακυρώσιμη σύμβαση
64. Αν ο συμβαλλόμενος κατ’ εκλογή του οποίου η σύμβαση είναι ακυρώσιμη υπαναχωρήσει από αυτή, ο αντισυμβαλλόμενος δεν υποχρεούται να εκπληρώσει οποιαδήποτε υπόσχεση που τον βαρύνει στη σύμβαση, Το πρόσωπο που υπαναχωρεί από ακυρώσιμη σύμβαση υποχρεούται, αν από αυτή προσπορίστηκε οποιοδήποτε όφελος από άλλο συμβαλλόμενο, να αποκαταστήσει το όφελος αυτό, στο μέτρο του εφικτού, στο πρόσωπο από το οποίο προσπορίστηκε αυτό.
ΚΕΦ.149
Υποχρέωση οφειλέτη από άκυρη συμφωνία ή σύμβαση
65. Αν η συμφωνία αποδειχτεί εξ υπαρχής άκυρη, ή η σύμβαση καταστεί άκυρη, το πρόσωπο που προσπορίστηκε οποιοδήποτε όφελος δυνάμει της εν λόγω συμφωνίας ή σύμβασης υποχρεούται να αποκαταστήσει το όφελος αυτό ή να καταβάλει αποζημίωση στο πρόσωπο από το οποίο προσπορίστηκε αυτό.
ΚΕΦ.149
Τρόπος κοινοποίησης ή ανάκλησης υπαναχώρησης από ακυρώσιμη σύμβαση
66. Η υπαναχώρηση από ακυρώσιμη σύμβαση δύναται να κοινοποιηθεί ή ανακληθεί κατά τον ίδιο τρόπο και υπό τους ίδιους κανόνες, με εκείνους που διέπουν την κοινοποίηση ή ανάκληση πρότασης.
ΚΕΦ.149
Συνέπειες παράλειψης του δανειστή να παράσχει στον οφειλέτη εύλογες διευκολύνσεις προς εκπλήρωση
67. Αν ο δανειστής παραλείψει ή αρνηθεί να παράσχει στον οφειλέτη εύλογες διευκολύνσεις προς εκπλήρωση της υπόσχεσης του, ο οφειλέτης δεν έχει καμιά ευθύνη για τη μη εκπλήρωση, η οποία οφείλεται στην εν λόγω παράλειψη ή άρνηση.
ΚΕΦ.149
ΜΕΡΟΣ VI ΣΧΕΣΕΙΣ ΠΟΥ ΠΡΟΣΟΜΟΙΑΖΟΥΝ ΜΕ ΤΙΣ ΣΥΜΒΑΤΙΚΕΣ
Απαίτηση για χρειώδη τα οποία προμηθεύτηκαν σε πρόσωπο ανίκανο προς το συμβάλλεσθαι ή για λογαριασμό του
68. Αυτός που εφοδιάζει πρόσωπο το οποίο στερείται της ικανότητας να συμβάλλεται ή άλλο πρόσωπο που συντηρείται κατά νόμο από το πρόσωπο αυτό, με τα χρειώδη τα οποία είναι κατάλληλα για τη θέση του στην κοινωνία, δικαιούται να αποζημιωθεί από την περιουσία του εν λόγω προσώπου.
ΚΕΦ.149
Αποζημίωση προσώπου το οποίο καταβάλλει χρήματα που οφείλονται από άλλον
69. Πρόσωπο το οποίο έχει συμφέρον στην καταβολή χρημάτων που οφείλονται κατά νόμο από άλλον, και συνεπεία αυτού καταβάλλει αυτά, έχει δικαίωμα να αποζημιωθεί από τον άλλο.
ΚΕΦ.149
Υποχρέωση προσώπου που προσπορίζεται όφελος από μη χαριστική πράξη
70. Αν κάποιος πράξει κάτι νόμιμα για λογαριασμό άλλου ή παραδώσει σε αυτόν ο,τιδήποτε, χωρίς πρόθεση να το πράξει χαριστικά, ο τελευταίος εφόσον ήθελε προσποριστεί όφελος, υποχρεούται να αποζημιώσει τον πρώτο σε σχέση με την πράξη που διενεργήθηκε ή να επιστρέψει το πράγμα που παραδόθηκε.
ΚΕΦ.149
Ευθύνη ευρέτη
71. Πρόσωπο το οποίο ανευρίσκει αγαθά που ανήκουν σε άλλο, και θέτει αυτά υπό τη φύλαξη του, έχει την ίδια ευθύνη με την ευθύνη του θεματοφύλακα.
ΚΕΦ.149
Ευθύνη προσώπου στο οποίο καταβλήθηκαν χρήματα ή παραδόθηκε πράγμα συνεπεία πλάνης ή εξαναγκασμού
72. Πρόσωπο στο οποίο καταβλήθηκαν χρήματα ή παραδόθηκε οτιδήποτε συνεπεία πλάνης ή εξαναγκασμού, οφείλει να τα επιστρέψει.
ΚΕΦ.149
ΜΕΡΟΣ VII ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΠΑΡΑΒΑΣΗΣ ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ
Αποζημίωση για απώλεια ή ζημιά που προκλήθηκε λόγω παράβασης της σύμβασης
73.-(1) Σε περίπτωση παράβασης της σύμβασης, ο συμβαλλόμενος που ζημιώνεται από την εν λόγω παράβαση έχει δικαίωμα αποζημίωσης από τον υπαίτιο αντισυμβαλλόμενο, για τη ζημιά ή απώλεια που υπέστη συνεπεία αυτής, η οποία προέκυψε φυσικά κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από την εν λόγω παράβαση ή την οποία οι συμβαλλόμενοι γνώριζαν όταν συνήπτετο η σύμβαση, ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράβασης της σύμβασης.
Καμιά αποζημίωση δεν καταβάλλεται για απομακρυσμένη και έμμεση απώλεια ή ζημιά που προξενήθηκε συνεπεία παράβασης της σύμβασης.
(2) Το πρόσωπο το οποίο ζημιώνεται από τη μη εκπλήρωση υποχρέωσης που προσομοιάζει με τις συμβατικές, δικαιούται να λάβει από τον υπαίτιο την ίδια αποζημίωση, ωσάν να επρόκειτο για παράβαση σύμβασης.
(3) Κατά τον υπολογισμό της απώλειας ή της ζημιάς που προέκυψε από την παράβαση της σύμβασης, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα μέσα τα οποία υπήρχαν για θεραπεία της δυσχέρειας η οποία προκλήθηκε συνεπεία της μη εκτέλεσης της σύμβασης.
ΚΕΦ.149
Αποζημίωση για παράβαση σύμβασης η οποία διαλαμβάνει ποινική ρήτρα
74.-(1) Αν στη σύμβαση διαλαμβάνεται όρος ως προς το ποσό το οποίο πρέπει να καταβληθεί σε περίπτωση παράβασης αυτής ή ποινική ρήτρα, σε περίπτωση παράβασης της σύμβασης από τον ένα από τους συμβαλλόμενους, ο άλλος δικαιούται, και αν ακόμη δεν αποδειχτεί ότι υπέστη από την παράβαση πραγματική ζημιά ή απώλεια, να λάβει από τον υπαίτιο εύλογη αποζημίωση που δεν υπερβαίνει το ποσό που ορίστηκε κατά τον πιο πάνω τρόπο, ή ανάλογα με την περίπτωση, την ποινική ρήτρα.
Ρήτρα για καταβολή αυξημένου τόκου από την υπερημερία, δύναται να θεωρηθεί ως ποινική ρήτρα.
(2) Το πρόσωπο το οποίο συνομολογεί εγγυητικό γραμμάτιο, προσωπική υποχρέωση ή άλλο έγγραφο της ίδιας φύσης, ή δυνάμει των διατάξεων οποιουδήποτε Νόμου ή κατ’ εντολή της Κυβέρνησης της Κυπριακής Δημοκρατίας, παρέχει έγγραφο ασφάλειας για την εκτέλεση δημόσιου καθήκοντος ή πράξης κοινού ενδιαφέροντος, υποχρεούται σε περίπτωση παράβασης του όρου οποιουδήποτε τέτοιου εγγράφου, να καταβάλει ολόκληρο το ποσό που αναφέρεται σε αυτό:
Νοείται ότι η σύναψη σύμβασης με την Κυβέρνηση δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκη την ανάληψη δημόσιου καθήκοντος ή την υπόσχεση προς τέλεση πράξης κοινού ενδιαφέροντος.
ΚΕΦ.149
Το πρόσωπο το οποίο υπαναχωρεί νόμιμα δικαιούται αποζημίωση
75. Το πρόσωπο το οποίο υπαναχωρεί νόμιμα από τη σύμβαση, δικαιούται αποζημίωση για κάθε ζημιά την οποία υπέστη συνεπεία της μη εκπλήρωσης της σύμβασης.
ΚΕΦ.149
ΜΕΡΟΣ VIII ΕΙΔΙΚΗ ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΤΩΝ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ
Ειδική εκτέλεση σύμβασης και προϋποθέσεις
76.-(1) Η σύμβαση είναι δεκτική ειδικής εκτέλεσης από το Δικαστήριο αν-
(α) δεν είναι άκυρη δυνάμει του Νόμου αυτού ή οποιουδήποτε άλλου Νόμου~ και
(β) είναι γραπτή~ και
(γ) υπογράφεται στο τέλος αυτής από το πρόσωπο που φέρει το βάρος αυτής~και
(δ) το Δικαστήριο κρίνει, ενόψει όλων των περιστάσεων, ότι η επιβολή ειδικής εκτέλεσης της σύμβασης δεν θα ήταν παράλογη ή άλλως πως ανεπιεικής ή πρακτικά ανεφάρμοστη.
(2) Οι διατάξεις του άρθρου αυτού, δεν επηρεάζουν την ειδική εκτέλεση συμβάσεων πώλησης ακίνητης ιδιοκτησίας δυνάμει των διατάξεων του περί Πωλήσεως Γης (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου, ή οποιασδήποτε τροποποίησης αυτού.
ΚΕΦ.149
ΜΕΡΟΣ ΙΧ ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΣΥΜΒΑΣΕΩΝ ΠΟΥ ΑΦΟΡΟΥΝ ΟΡΙΣΜΕΝΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ
Προϋποθέσεις μισθώσεων και συμβάσεων λόγω γάμου
77.-(1) Σύμβαση που αφορά τη μίσθωση ακίνητης ιδιοκτησίας για περίοδο που υπερβαίνει το ένα έτος δεν είναι έγκυρη και εκτελεστή εκτός αν-
(α) είναι γραπτή~ και
(β) υπογράφεται στο τέλος αυτής, από το κάθε πρόσωπο που βαρύνεται από τη σύμβαση ή από πρόσωπο το οποίο είναι ικανό προς το συμβάλλεσθαι και το οποίο έχει δεόντως εξουσιοδοτηθεί να υπογράψει εκ μέρους του πιο πάνω προσώπου στην παρουσία δύο τουλάχιστο μαρτύρων ικανών προς το συμβάλλεσθαι, οι οποίοι και προσυπογράφουν τη σύμβαση ως μάρτυρες.
(2) Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 26Α του παρόντος Νόμου, σύμβαση αιτία γάμου που δεν αποτελεί προικοσύμφωνο έγγραφο ή σύμβαση παρόμοιας φύσης, δεν είναι έγκυρη και εκτελεστή εκτός αν-
(α) είναι γραπτή~ και
(β) υπογράφεται στο τέλος αυτής, από το κάθε πρόσωπο που βαρύνεται από τη σύμβαση ή από πρόσωπο το οποίο είναι ικανό προς το συμβάλλεσθαι και το οποίο έχει δεόντως εξουσιοδοτηθεί να υπογράψει εκ μέρους του πιο πάνω προσώπου, στην παρουσία δύο τουλάχιστο μαρτύρων, ικανών προς το συμβάλλεσθαι, οι οποίοι και προσυπογράφουν τη σύμβαση ως μάρτυρες:
Νοείται ότι το εδάφιο αυτό δεν εφαρμόζεται σε υποχρεώσεις λόγω γάμου μεταξύ Μωαμεθανών που αναλαμβάνονται σύμφωνα με την πρακτική, που επικρατεί στα Τουρκικά Οικογενειακά Δικαστήρια.
ΚΕΦ.149
22(I)/1995
Υποχρέωση κατάθεσης σύμβασης πώλησης ακίνητης ιδιοκτησίας στο αρμόδιο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο
77Α(1). Τηρουμένων των λοιπών προϋποθέσεων του παρόντος Νόμου και οποιουδήποτε άλλου σχετικού νόμου, πιστό αντίγραφο σύμβασης πώλησης ακίνητης ιδιοκτησίας πρέπει να κατατίθεται στο αρμόδιο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο από τον αγοραστή της εν λόγω ακίνητης ιδιοκτησίας μέσα σε έξι (6) μήνες από την ημερομηνία της υπογραφής της από τα συμβαλλόμενα μέρη:
Νοείται ότι, σε αντίθετη περίπτωση ο αγοραστής της εν λόγω ακίνητης ιδιοκτησίας θα υπόκειται σε αυξημένα τέλη μεταβίβασης κατά δέκα τοις εκατόν (10%) επί των τελών που επιβάλλονται με βάση τον Πίνακα του περί Κτηματολογικού και Χωρομετρικού Τμήματος (Τέλη και Δικαιώματα) Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται:
Νοείται περαιτέρω ότι, σε περίπτωση που δεν επιβάλλονται μεταβιβαστικά τέλη ή επιβάλλονται μειωμένα τέλη δυνάμει των άρθρων 7 και 10 του περί Κτηματολογικού και Χωρομετρικού Τμήματος (Τέλη και Δικαιώματα) Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, η εν λόγω επιβάρυνση του δέκα τοις εκατόν (10%) επί των μεταβιβαστικών τελών θα επιβάλλεται στα τέλη που θα επιβάλλονταν δυνάμει του προαναφερόμενου Νόμου, ως εάν να μην ίσχυε η σχετική απαλλαγή και ή εξαίρεση:
Νοείται έτι περαιτέρω ότι, το παρόν άρθρο εφαρμόζεται μόνο για συμβάσεις πώλησης ακίνητης ιδιοκτησίας που υπογράφονται από τα συμβαλλόμενα μέρη μετά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Συμβάσεων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2013.
(2)Η σύμφωνα με το εδάφιο (1) κατάθεση του πιστού αντιγράφου της σύμβασης πώλησης στο αρμόδιο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο σημειώνεται έναντι της καταχώρισης του επηρεαζόμενου ακινήτου στα μητρώα του Γραφείου αυτού.
(3)Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου-
“ακίνητη ιδιοκτησία” έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τον περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο, που περιλαμβάνει εμπράγματο δικαίωμα που αποκτάται με την εγγραφή Σύμβασης Μίσθωσης σύμφωνα με τις πρόνοιες του ίδιου Νόμου·
“Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο” έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται·
“πώληση” περιλαμβάνει ανταλλαγή, αντιπαροχή και ενοικιαγορά.
99(I)/2013
ΜΕΡΟΣ Χ ΓΡΑΜΜΑΤΙΑ ΣΥΝΗΘΟΥΣ ΤΥΠΟΥ
Ορισμοί “γραμματίου συνήθους τύπου”, “οφειλέτη χρέους” και “πιστωτή”, και ουσιώδη στοιχεία του γραμματίου
78. “Γραμμάτιο συνήθους τύπου” είναι γραπτή υπόσχεση, που παρέχεται από ένα πρόσωπο σε άλλο, υπογράφεται από το πρόσωπο που την παρέχει στην παρουσία δύο τουλάχιστο μαρτύρων ικανών προς το συμβάλλεσθαι, για πληρωμή, σε πρώτη ζήτηση ή σε ορισμένο χρόνο ή σε προσδιορίσιμο μέλλοντα χρόνο προς πρόσωπο το οποίο ορίζεται στο γραμμάτιο, ποσού χρημάτων, πλέον τόκο που ορίζεται σε αυτό κατά ανώτατο όριο προς εννέα τοις εκατό κατ’ έτος και, σε περίπτωση λήψης δικαστικών μέτρων επ’ αυτού, τα συναφή έξοδα, και αναφέρει την αντιπαροχή για την οποία παρέχεται η υπόσχεση.
Το πρόσωπο που παρέχει την υπόσχεση καλείται “οφειλέτης χρέους” ενώ το πρόσωπο στο οποίο παρέχεται η υπόσχεση καλείται “πιστωτής”.
ΚΕΦ.149
Γραμμάτιο ασφαλισμένο με εγγύηση, ενέχυρο ή υποθήκη
79. Το γραμμάτιο συνήθους τύπου δεν είναι άκυρο από μόνο το λόγο ότι αυτό ασφαλίζεται με εγγύηση, ή ενέχυρο ή υποθήκη επί ακίνητης ιδιοκτησίας και περιλαμβάνει σχετικές προς τούτο ρήτρες.
ΚΕΦ.149
Αμάχητο περιεχόμενο του γραμματίου
80. Σε κάθε δικαστικό μέτρο που λήφθηκε βάσει γραμματίου συνήθους τύπου, το περιεχόμενο του εν λόγω γραμματίου συνιστά αμάχητη απόδειξη των γεγονότων που εκτίθενται σε αυτό:
Νοείται ότι σε οποιοδήποτε τέτοιο δικαστικό μέτρο, αποτελεί επαρκή υπεράσπιση το γεγονός ότι η υπογραφή του οφειλέτη χρέους ή άλλου που υπόγραψε το γραμμάτιο δεν είναι στην πραγματικότητα η υπογραφή του, ή ότι η έκδοση του γραμματίου επιτεύχθηκε συνεπεία εξαναγκασμού ή απάτης ή υπό περιστάσεις που ανάγονται σε εξαναγκασμό ή απάτη.
ΚΕΦ.149
Επιφύλαξη
81. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού, δεν επηρεάζουν, όσον αφορά γραμμάτια συνήθους τύπου, οποιαδήποτε εξουσία που δόθηκε ή δύναται να ασκηθεί από ή δυνάμει των διατάξεων οποιουδήποτε από τους ακόλουθους νόμους ή οποιωνδήποτε τροποποιήσεων αυτών-
(α) του περί Τοκογλυφίας (Αγρότες) Νόμου~
(β) του περί Σχέσεων Εμπόρων και Γεωργών Νόμου.
ΚΕΦ.149
ΜΕΡΟΣ ΧΙ ΚΑΛΥΨΗ ΚΑΙ ΕΓΓΥΗΣΗ
Ορισμός “σύμβασης κάλυψης”
82. Η σύμβαση με την οποία ο ένας από τους συμβαλλόμενους υπόσχεται να καλύψει τον άλλο για ζημιά την οποία δυνατό να υποστεί από τη συμπεριφορά του ίδιου του οφειλέτη ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου, καλείται “σύμβαση κάλυψης”.
ΚΕΦ.149
Δικαιώματα εναχθέντα δανειστή από σύμβαση κάλυψης
83. Ο εκ συμβάσεως κάλυψης δανειστής, ενεργώντας εντός των ορίων της εξουσίας του, δικαιούται να αναζητήσει από τον οφειλέτη-
(α) όλη την αποζημίωση, την οποία αυτός δυνατό να υποχρεωθεί να καταβάλει σε οποιοδήποτε δικαστικό μέτρο αναφορικά με οποιοδήποτε θέμα το οποίο καλύπτεται από την υπόσχεση κάλυψης~
(β) όλα τα έξοδα τα οποία αυτός δυνατό να υποχρεωθεί να καταβάλει σε οποιοδήποτε τέτοιο δικαστικό μέτρο, αν κατά τη λήψη αυτού ή κατά την προβολή υπεράσπισης σε αυτό, δεν παρέβει τις εντολές του οφειλέτη, και ενέργησε κατά τρόπο που θα ήταν σώφρον για το δανειστή να ενεργήσει ελλείψει σύμβασης κάλυψης, ή αν ο οφειλέτης τον εξουσιοδότησε να λάβει ή προβάλει υπεράσπιση στο δικαστικό μέτρο~
(γ) όλο το ποσό το οποίο αυτός δυνατό να καταβάλει δυνάμει των όρων συμβιβασμού που επιτεύχθηκε σε δικαστικό μέτρο, αν ο συμβιβασμός που επιτεύχθηκε δεν αντίκειται στις εντολές του οφειλέτη, και είναι συμβιβασμός, ο οποίος θα ήταν σώφρον για το δανειστή να γίνει ελλείψει σύμβασης κάλυψης, ή αν ο οφειλέτης τον εξουσιοδότησε να έρθει σε δικαστικό συμβιβασμό.
ΚΕΦ.149
“Σύμβαση εγγύησης”, “εγγυητής”, “πρωτοφειλέτης” και “πιστωτής”
84. “Σύμβαση εγγύησης” είναι η σύμβαση προς εκπλήρωση της υπόσχεσης ή υποχρέωσης τρίτου, σε περίπτωση μη εκπλήρωσης από τον τρίτο~ το πρόσωπο που παρέχει την εγγύηση καλείται “εγγυητής”, το πρόσωπο υπέρ του οποίου παρέχεται “πρωτοφειλέτης”, και το πρόσωπο προς το οποίο παρέχεται “πιστωτής”.
ΚΕΦ.149
Αντιπαροχή εγγύησης
85. Κάθε πράξη ή υπόσχεση προς όφελος του πρωτοφειλέτη, δύναται να αποτελεί επαρκή αντιπαροχή για τον εγγυητή για παροχή της εγγύησης.
ΚΕΦ.149
Ευθύνη εγγυητή
86. Εκτός αν προνοείται διαφορετικά στη σύμβαση, ο εγγυητής ευθύνεται στην έκταση που ευθύνεται και ο πρωτοφειλέτης.
ΚΕΦ.149
“Συνεχής εγγύηση”
87. Εγγύηση η οποία εκτείνεται σε σειρά συναλλαγών, καλείται “συνεχής εγγύηση”.
ΚΕΦ.149
Ανάκληση συνεχούς εγγύησης
88. Η συνεχής εγγύηση, δύναται να ανακληθεί οποτεδήποτε από τον εγγυητή, αναφορικά με μελλοντικές συναλλαγές, με ειδοποίηση προς τον πιστωτή.
ΚΕΦ.149
Ανάκληση συνεχούς εγγύησης λόγω θανάτου του εγγυητή
89. Αν δεν υπάρχει συμβατικός όρος για το αντίθετο, ο θάνατος του εγγυητή ενεργεί, αναφορικά με μελλοντικές συναλλαγές, ως ανάκληση της συνεχούς εγγύησης.
ΚΕΦ.149
Ευθύνη συνπρωτοφειλετών δεν επηρεάζεται από τη συμφωνία μεταξύ αυτών ότι ο ένας θα είναι εγγυητής σε περίπτωση μη εκπλήρωσης από τον άλλο
90. Αν δύο συμβληθούν με τρίτο να αναλάβουν ορισμένη ευθύνη, και αν συμβληθούν επίσης μεταξύ τους ότι ο ένας από αυτούς ευθύνεται μόνο σε περίπτωση μη εκπλήρωσης από τον άλλο, χωρίς ο τρίτος να είναι μέρος της σύμβασης αυτής, η ευθύνη καθενός από αυτούς έναντι του τρίτου δυνάμει της πρώτης σύμβασης δεν επηρεάζεται καθόλου από την ύπαρξη της δεύτερης έστω και αν ο τρίτος εγνώριζε την ύπαρξη αυτής.
ΚΕΦ.149
Απαλλαγή εγγυητή με τη μεταβολή των όρων της σύμβασης
91. Κάθε μεταβολή των όρων της μεταξύ πρωτοφειλέτη και πιστωτή σύμβασης, η οποία γίνεται χωρίς τη συναίνεση του εγγυητή, απαλλάσσει τον εγγυητή από κάθε ευθύνη για συναλλαγές μεταγενέστερες της μεταβολής.
ΚΕΦ.149
Απαλλαγή εγγυητή με απαλλαγή του πρωτοφειλέτη
92. Ο εγγυητής απαλλάσσεται από κάθε ευθύνη με τη σύναψη σύμβασης μεταξύ πιστωτή και πρωτοφειλέτη, με την οποία απαλλάσσεται ο πρωτοφειλέτης, ή με πράξη ή παράλειψη του πιστωτή η οποία επιφέρει κατά νόμο απαλλαγή του πρωτοφειλέτη.
ΚΕΦ.149
Απαλλαγή εγγυητή σε περίπτωση συμβιβασμού, παράτασης του χρόνου εκπλήρωσης, ή συμφωνίας για μη έγερση αγωγής εναντίον του πρωτοφειλέτη από τον πιστωτή
93. Σύμβαση μεταξύ πιστωτή και πρωτοφειλέτη με την οποία ο πιστωτής προβαίνει σε συμβιβασμό με τον πρωτοφειλέτη, ή υπόσχεται να δώσει παράταση του χρόνου εκπλήρωσης ή να μην εναγάγει τον πρωτοφειλέτη, απαλλάσσει τον εγγυητή από κάθε ευθύνη, εκτός αν ο εγγυητής συγκατατίθεται στη σύναψη της σύμβασης αυτής.
ΚΕΦ.149
Συμφωνία για παράταση του χρόνου εκπλήρωσης μεταξύ πιστωτή και τρίτου δεν απαλλάσσει τον εγγυητή
94. Αν η σύμβαση για παράταση του χρόνου εκπλήρωσης από τον πρωτοφειλέτη συναφθεί μεταξύ πιστωτή και τρίτου, και όχι με τον πρωτοφειλέτη, ο εγγυητής δεν απαλλάσσεται.
ΚΕΦ.149
Αποχή του πιστωτή από την έγερση αγωγής δεν απαλλάσσει τον εγγυητή
95. Αν στη σύμβαση της εγγύησης δεν υπάρχει όρος για το αντίθετο, απλή αποχή του πιστωτή από την έγερση αγωγής ή τη λήψη άλλων μέσων θεραπείας κατά του πρωτοφειλέτη, δεν απαλλάσσει τον εγγυητή.
ΚΕΦ.149
Απαλλαγή ενός συνεγγυητή δεν απαλλάσσει τους υπόλοιπους
96. Όταν υπάρχουν συνεγγυητές, απαλλαγή του ενός από τον πιστωτή δεν συνεπάγεται απαλλαγή των υπολοίπων, ούτε ελευθερώνει αυτόν που απαλλάχτηκε από την ευθύνη του έναντι των υπόλοιπων εγγυητών.
ΚΕΦ.149
Απαλλαγή εγγυητή λόγω πράξης ή παράλειψης του πιστωτή η οποία παραβλάπτει τελική ικανοποίηση του εγγυητή
97. Αν ο πιστωτής τελέσει πράξη ασυμβίβαστη με τα δικαιώματα του εγγυητή, ή παραλείψει να τελέσει πράξη η οποία επιβάλλεται από τις υποχρεώσεις του προς τον εγγυητή, και συνεπεία αυτού παραβλάπτεται η τελική ικανοποίηση του ίδιου του εγγυητή από τον πρωτοφειλέτη, ο εγγυητής απαλλάσσεται.
ΚΕΦ.149
Δικαιώματα εγγυητή σε περίπτωση καταβολής ή εκπλήρωσης
98. Αν το χρέος, για το οποίο δόθηκε η εγγύηση, καταστεί απαιτητό ή ο πρωτοφειλέτης παραλείψει να εκπληρώσει υποχρέωση που καλύπτεται από την εγγύηση, ο εγγυητής, με την καταβολή ή την εκπλήρωση όλων για τα οποία ευθύνεται, υποκαθίσταται σε όλα τα δικαιώματα του πιστωτή έναντι του πρωτοφειλέτη.
ΚΕΦ.149
Δικαίωμα εγγυητή να επωφεληθεί των υπέρ του πιστωτή ασφαλειών. Επιφύλαξη
99.-(1) Ο εγγυητής δικαιούται το όφελος κάθε ασφάλειας την οποία ο πιστωτής είχε έναντι του πρωτοφειλέτη κατά τη σύναψη της σύμβασης εγγύησης, είτε ο εγγυητής γνώριζε την ύπαρξη της ασφάλειας αυτής είτε όχι~ και αν ο πιστωτής χάσει ή, χωρίς τη συναίνεση του εγγυητή, αποξενωθεί από αυτή, ο εγγυητής απαλλάσσεται κατά την έκταση της αξίας της ασφάλειας.
(2) Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ή του προηγούμενου άρθρου δεν επηρεάζουν τις διατάξεις του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου ή οποιασδήποτε τροποποίησης αυτού.
ΚΕΦ.149
Εγγύηση που εξασφαλίστηκε με ψευδή παράσταση δεν είναι έγκυρη
100. Εγγύηση που εξασφαλίστηκε με ψευδή παράσταση που έγινε από τον πιστωτή, ή εν γνώσει και με τη συγκατάθεση αυτού, η οποία αφορά ουσιαστικό μέρος της συναλλαγής, δεν είναι έγκυρη.
ΚΕΦ.149
Εγγύηση που εξασφαλίστηκε με απόκρυψη δεν είναι έγκυρη
101. Εγγύηση που εξασφαλίστηκε από τον πιστωτή τηρώντας σιωπή ως προς ουσιαστικό περιστατικό δεν είναι έγκυρη.
ΚΕΦ.149
Εγγύηση υπό τον όρο προσχώρησης συνεγγυητή
102. Αν πρόσωπο δώσει εγγύηση με το συμβατικό όρο ότι ο πιστωτής δεν θα ασκήσει τα δικαιώματα του που απορρέουν από αυτή, μέχρις ότου προσχωρήσει άλλο πρόσωπο ως συνεγγυητής, η εγγύηση δεν είναι έγκυρη αν το άλλο αυτό πρόσωπο δεν προσχωρήσει.
ΚΕΦ.149
Σιωπηρή υπόσχεση για κάλυψη εγγυητή
103. Σε κάθε σύμβαση εγγύησης περιέχεται σιωπηρή υπόσχεση του πρωτοφειλέτη για κάλυψη του εγγυητή, και ο εγγυητής δικαιούται να αναζητήσει από τον πρωτοφειλέτη κάθε ποσό καλώς καταβληθέν από αυτόν δυνάμει της εγγύησης, αλλά δεν δύναται να αναζητήσει ποσό κακώς καταβληθέν.
ΚΕΦ.149
Συνεγγυητές ευθύνονται σε εισφορά εξίσου
104. Όταν δύο ή περισσότερα πρόσωπα είναι συνεγγυητές για το ίδιο χρέος ή υποχρέωση, είτε από κοινού είτε χωριστά, και είτε δυνάμει της ίδιας είτε δυνάμει διαφόρων συμβάσεων, και είτε εν γνώσει των υπολοίπων είτε όχι, οι συνεγγυητές, αν δεν υπάρχει συμβατικός όρος για το αντίθετο, ευθύνονται μεταξύ τους, εξίσου για την καταβολή ολόκληρου του οφειλόμενου χρέους ή του μέρους αυτού που δεν καταβλήθηκε ακόμη από τον πρωτοφειλέτη.
ΚΕΦ.149
Συνεγγυητές οι οποίοι ευθύνονται για διαφορετικά ποσά
105. Συνεγγυητές οι οποίοι ευθύνονται για διαφορετικό ποσό, υποχρεούνται να καταβάλουν το οφειλόμενο εξίσου, εντός των ορίων των αντίστοιχων τους υποχρεώσεων.
ΚΕΦ.149
ΜΕΡΟΣ ΧΙΙ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΗ ΜΕ ΕΥΡΕΙΑ ΕΝΝΟΙΑ
Ορισμοί “αγαθών”, “εταιρείας”, “παρακαταθήκης με ευρεία έννοια”, “παρακαταθέτη” και “θεματοφύλακα”
106.-(1) Στο Μέρος αυτό-
(α) “αγαθά” σημαίνει κινητή ιδιοκτησία κάθε είδους και περιλαμβάνει συναλλαγματικές, γραμμάτια εις διαταγή, γραμμάτια συνήθους ή όχι τύπου άλλα από αυτά που είναι ασφαλισμένα με υποθήκη επί ακίνητης ιδιοκτησίας, πιστοποιητικό μετοχών ή πιστοποιητικά μετοχών στον κομιστή σε εταιρεία~
“εταιρεία” σημαίνει εταιρεία περιορισμένης ευθύνης που συστάθηκε δυνάμει των διατάξεων του περί Εταιρειών Νόμου ή οποιασδήποτε τροποποίησης αυτού ή οποιαδήποτε ανώνυμη εταιρεία η οποία αρχικά συστάθηκε δυνάμει των διατάξεων του Οθωμανικού Εμπορικού Κώδικα~
(β) “παρακαταθήκη με ευρεία έννοια” είναι η παράδοση αγαθών από ένα πρόσωπο σε άλλο για κάποιο σκοπό, με το συμβατικό όρο ότι μόλις εκπληρωθεί ο σκοπός για τον οποίο παραδόθηκαν, αυτά θα επιστραφούν ή διατεθούν σύμφωνα με τις οδηγίες του προσώπου που τα παράδωσε. Το πρόσωπο που παράδωσε τα αγαθά καλείται “παρακαταθέτης” ενώ το πρόσωπο στο οποίο παραδόθηκαν “θεματοφύλακας”.
(2) Το πρόσωπο που έχει στην κατοχή του αγαθά που ανήκουν σε άλλο, αν συμβληθεί να κρατήσει αυτά ως θεματοφύλακας, καθίσταται θεματοφύλακας των αγαθών, και ο κύριος καθίσταται παρακαταθέτης, έστω και αν δεν έγινε παράδοση των αγαθών με παρακαταθήκη με ευρεία έννοια.
ΚΕΦ.149
Τρόπος παράδοσης
107. Η παράδοση στο θεματοφύλακα δύναται να γίνει με οποιαδήποτε πράξη, η οποία έχει ως αποτέλεσμα να περιέλθουν τα αγαθά στην κατοχή του σκοπούμενου θεματοφύλακα ή άλλου εξουσιοδοτημένου προσώπου να κατέχει αυτά για λογαριασμό του.
ΚΕΦ.149
Υποχρέωση παρακαταθέτη να γνωστοποιεί τα ελαττώματα των αγαθών που παρακατατέθηκαν
108.-(1) Ο παρακαταθέτης οφείλει να γνωστοποιήσει στο θεματοφύλακα τα ελαττώματα των αγαθών που παρακατατέθηκαν, τα οποία γνωρίζει ο παρακαταθέτης και τα οποία παραβλάπτουν ουσιωδώς τη χρήση αυτών ή εκθέτουν το θεματοφύλακα σε ασυνήθιστους κινδύνους~ αν ο παρακαταθέτης παραλείψει να γνωστοποιήσει τα ελαττώματα αυτά, ευθύνεται για κάθε ζημιά, την οποία ο θεματοφύλακας υφίσταται άμεσα από τα εν λόγω ελαττώματα.
(2) Αν τα αγαθά παρακατατέθηκαν επί μισθώσει, ο παρακαταθέτης ευθύνεται για τη ζημιά αυτή, ανεξάρτητα αν γνώριζε ή όχι την ύπαρξη των εν λόγω ελαττωμάτων στα αγαθά που παρακατατέθηκαν.
ΚΕΦ.149
Επιμέλεια θεματοφύλακα
109. Σε όλες τις περιπτώσεις παρακαταθήκης με ευρεία έννοια, ο θεματοφύλακας υποχρεούται να καταβάλλει αναφορικά με τα αγαθά που παρακατατέθηκαν την επιμέλεια την οποία θα κατέβαλλε άνθρωπος συνηθισμένης σύνεσης υπό παρόμοιες περιστάσεις για τα δικά του αγαθά, του ίδιου όγκου, ποιότητας και αξίας με τα αγαθά που παρακατατέθηκαν.
ΚΕΦ.149
Περιπτώσεις κατά τις οποίες ο θεματοφύλακας δεν ευθύνεται για απώλεια, κλπ., αγαθών που παρακατατέθηκαν
110. Αν δεν υπάρχει ειδικός συμβατικός όρος, ο θεματοφύλακας δεν φέρει καμιά ευθύνη για την απώλεια, καταστροφή ή τη χειροτέρευση των αγαθών που παρακατατέθηκαν, αν κατέβαλε την επιμέλεια που απαιτείται από το άρθρο 109.
ΚΕΦ.149
Λύση παρακαταθήκης με ευρεία έννοια με πράξη του θεματοφύλακα ασυμβίβαστη με τους όρους αυτής
111. Η σύμβαση παρακαταθήκης εν ευρεία έννοια, είναι ακυρώσιμη κατ’ εκλογή του παρακαταθέτη, αν ο θεματοφύλακας τελέσει οποιαδήποτε πράξη αναφορικά με τα αγαθά που παρακατατέθηκαν η οποία είναι ασυμβίβαστη με τους όρους της παρακαταθήκης.
ΚΕΦ.149
Ευθύνη θεματοφύλακα ο οποίος χρησιμοποιεί τα αγαθά που παρακατατέθηκαν κατά τρόπο που δεν συνάδει με τους όρους της παρακαταθήκης με ευρεία έννοια
112. Ο θεματοφύλακας, ο οποίος χρησιμοποιεί τα αγαθά που παρακατατέθηκαν κατά τρόπο που δεν συνάδει με τους όρους της παρακαταθήκης με ευρεία έννοια, υποχρεούται να καταβάλει αποζημίωση στον παρακαταθέτη για κάθε ζημιά που προκαλείται στα αγαθά από ή κατά τη χρήση αυτή.
ΚΕΦ.149
Συνέπειες ανάμιξης με τη συναίνεση του παρακαταθέτη των αγαθών που παρακατατέθηκαν με τα αγαθά του θεματοφύλακα
113. Αν ο θεματοφύλακας, με τη συναίνεση του παρακαταθέτη, αναμίξει τα αγαθά που παρακατατέθηκαν με τα δικά του, ο παρακαταθέτης και ο θεματοφύλακας θα έχουν επί του μείγματος που προέκυψε συμφέρον κατ’ αναλογία των μεριδίων τους.
ΚΕΦ.149
Συνέπειες ανάμιξης, χωρίς τη συναίνεση του παρακαταθέτη, όταν τα αγαθά είναι δεκτικά διαχωρισμού
114. Αν ο θεματοφύλακας, χωρίς τη συναίνεση του παρακαταθέτη, αναμίξει τα αγαθά που παρακατατέθηκαν με τα δικά του, και τα αγαθά είναι δεκτικά διαχωρισμού ή διαίρεσης, η κυριότητα των αγαθών παραμένει ως είχε και προηγουμένως~ ο θεματοφύλακας όμως οφείλει να υποστεί τη δαπάνη του διαχωρισμού ή της διαίρεσης, καθώς και κάθε ζημιά που προκαλείται από την ανάμιξη.
ΚΕΦ.149
Συνέπειες ανάμιξης, χωρίς τη συναίνεση του παρακαταθέτη, όταν …
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.