📄 Κείμενο νόμου
Ο Περί Αστυνομίας Νόμος του 2004 - 73(I)/2004
ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ
CyLaw
|
Αναφορικά μ'εμάς
|
Επικοινωνία
Κατάλογος Ενοποιημένης Νομοθεσίας
Ο Περί Αστυνομίας Νόμος του 2004 (73(I)/2004)
Περιεχόμενα
Πλήρες Κείμενο
Εκτύπωση
Ιστορικό Τροποποιήσεων
73(I)/2004
94(I)/2005
28(I)/2006
73(I)/2006
153(I)/2006
93(I)/2008
36(I)/2010
169(I)/2011
52(I)/2012
115(Ι)/2012
4(Ι)/2013
84(I)/2015
64(I)/2016
99(I)/2016
114(I)/2016
4(I)/2018
66(I)/2018
51(I)/2019
101(I)/2019
162(I)/2019
4(I)/2021
18(I)/2021
42(I)/2021
146(I)/2021
198(I)/2021
93(I)/2022
175(Ι)/2022
176(I)/2022
29(I)/2023
53(I)/2026
ΜΕΡΟΣ Ι ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Συνοπτικός τίτλος
1. Ο παρών Νόμος θα αναφέρεται ως ο περί Αστυνομίας Νόμος του 2004.
73(I)/2004
Ερμηνεία
2.- (1) Στον παρόντα Νόμο, εκτός αν από το κείμενό του προκύπτει διαφορετική έννοια -
“άδεια” περιλαμβάνει συγκατάθεση, πιστοποιητικό ή οποιοδήποτε άλλο έγγραφο που σχετίζεται με οποιοδήποτε αντικείμενο ή πράγμα·
“ΑΑΔΙΠΑ” σημαίνει την Ανεξάρτητη Αρχή Διερεύνησης Ισχυρισμών και Παραπόνων κατά της Αστυνομίας, η οποία καθιδρύεται δυνάμει των διατάξεων του περί Αστυνομίας (Ανεξάρτητη Αρχή Διερεύνησης Ισχυρισμών και Παραπόνων) Νόμου∙
“Ανώτερος Αξιωματικός” σημαίνει κάθε μέλος της Αστυνομίας βαθμού Αστυνόμου Β΄ και ανώτερου·
“Αξιωματικός” σημαίνει κάθε μέλος της Αστυνομίας βαθμού Ανώτερου Υπαστυνόμου και Υπαστυνόμου·
“Αρχηγός” σημαίνει τον Αρχηγό της Αστυνομίας·
“αστυνομική διαταγή” σημαίνει οποιαδήποτε διάταξη ή διαταγή που εκδίδεται από τον Αρχηγό για την ευταξία και τη χρηστή διοίκηση της Αστυνομίας και την καθοδήγηση των μελών της Αστυνομίας κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους·
“Αστυνομία” σημαίνει την προβλεπόμενη στο άρθρο 3 Αστυνομία Κύπρου και περιλαμβάνει τους τακτικούς ειδικούς αστυνομικούς και τους ειδικούς αστυνομικούς·
“Αστυνομία για τα Ζώα” σημαίνει το κλιμάκιο που συγκροτείται από μέλη της Αστυνομίας σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (1) του άρθρου 28Α·
“αστυνομικός” σημαίνει μέλος της Αστυνομίας που κατέχει βαθμό του Αστυφύλακα·
“Αστυνομικός Διευθυντής” σημαίνει τον Ανώτερο Αξιωματικό, ο οποίος είναι υπεύθυνος Διεύθυνσης Επαρχίας και περιλαμβάνει οποιοδήποτε υπεύθυνο Διεύθυνσης και Τμήματος του Αρχηγείου και το Διευθυντή Μελετών.
“Αστυνόμος” σημαίνει Ανώτερο Αστυνόμο, Αστυνόμο Α΄ και Αστυνόμο Β΄·
“Βοηθός” σημαίνει Βοηθό Αρχηγού Αστυνομίας·
“δακτυλικό αποτύπωμα” περιλαμβάνει αποτύπωμα αντίχειρα, παλάμης και πέλματος·
“Διεύθυνση” και όλες οι συγγενείς εκφράσεις σημαίνει Αστυνομική Διεύθυνση·
“Δικαστήριο” σημαίνει Δικαστήριο αρμόδιας δικαιοδοσίας·
“Διοικητής Μονάδας” σημαίνει οποιοδήποτε μέλος της Αστυνομίας που ορίζεται από τον Αρχηγό ως Διοικητής στην Αστυνομική Ακαδημία Κύπρου (Α.Α.Κ) ή στη Μηχανοκίνητη Μονάδα Άμεσης Δράσης (ΜΜΑΔ) ή στην Υπηρεσία Αλλοδαπών και Μετανάστευσης (ΥΑΜ) ή στην Υπηρεσία Καταπολέμησης Ναρκωτικών (ΥΚΑΝ) ή στη Μονάδα Προεδρικής Φρουράς (ΜΠΦ) ή στη Λιμενική και Ναυτική Αστυνομία, (Λ.Ν.Α)·
“ειδικός αστυνομικός” σημαίνει το μέλος της Αστυνομίας που διορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 39 του παρόντος Νόμου·
“εξειδικευμένο μέλος της Αστυνομίας” σημαίνει τον κάτοχο θέσης των εδαφίων 35, 42 και 100 του Κεφαλαίου 13.03 – Αστυνομία, του εκάστοτε εν ισχύ κρατικού προϋπολογισμού.
“Επαρχιακή Επιτροπή Ευημερίας των Ζώων” έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο «Επαρχιακή Επιτροπή» στις διατάξεις του άρθρου 2 του περί Προστασίας και Ευημερίας των Ζώων Νόμου·
“επιχείρηση υψηλού κινδύνου” σημαίνει κατάσταση η οποία εύλογα θεωρείται επικίνδυνη ή έκρυθμη ή απρόβλεπτη ή εύθραυστη και η οποία εξελίσσεται κατά τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει θάνατο ή τραυματισμό προσώπου ή ζημιά σε περιουσία, και για την αποφυγή δυσμενών συνεπειών αυτής ή κλιμάκωσής της, αλλά και για τον περιορισμό της έντασης και της έκτασής της, απαιτείται η άμεση λήψη μέτρων και ενεργειών από την Αστυνομία και στον παρόντα ορισμό περιλαμβάνονται-
(α) καταστολή ταραχών∙
(β) τρομοκρατικό επεισόδιο∙
(γ) απαγωγή προσώπου∙
(δ) ομηρεία∙
(ε) αεροπειρατεία∙
(στ) λεωφοροπειρατεία∙
(ζ) πειρατεία∙
(η) εξέγερση φυλακισμένων και/ή κρατουμένων∙
(θ) οχύρωση καταζητούμενων προσώπων∙
(ι) οχλαγωγία ή μαζικά επεισόδια βίας∙
(ια) ένοπλη ληστεία∙
(ιβ) παγίδευση εγκληματιών σε κτήριο∙
(ιγ) ανταλλαγή πυροβολισμών∙
(ιδ) απόπειρα αυτοκτονίας∙
(ιε) εκτέλεση διαταγμάτων και άσκηση εξουσιών δυνάμει των διατάξεων του περί Ψυχιατρικής Νοσηλείας Νόμου∙ και
(ιστ) περιπτώσεις που αφορούν πρόσωπα που εύλογα κρίνονται ως επικίνδυνα λόγω του ότι είναι υπό την επήρεια ναρκωτικών, φαρμάκων ή άλλων ψυχοτρόπων ουσιών ή πάσχουν από ενεργή σοβαρή ψυχική διαταραχή, ως αυτή ερμηνεύεται στο άρθρο 4 του περί Ψυχιατρικής Νοσηλείας Νόμου∙
“ζώα” έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό στις διατάξεις του άρθρου 2 του περί Προστασίας και Ευημερίας των Ζώων Νόμου·
“Κανονισμοί” σημαίνει οποιουσδήποτε Κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου·
“Κοινοτική Αστυνόμευση” σημαίνει το θεσμό της κοινοτικής αστυνόμευσης όπως αυτός προβλέπεται σε σχετική αστυνομική διαταγή που εκδίδεται δυνάμει των προνοιών του Κανονισμού 46 των περί Αστυνομίας (Γενικών) Κανονισμών·
“Λοχίας” περιλαμβάνει Αναπληρωτή Λοχία·
“μέλος της Αστυνομίας” σημαίνει οποιοδήποτε πρόσωπο που διορίζεται με βάση τον παρόντα Νόμο·
“μέλος της Αστυνομίας για τα Ζώα” σημαίνει κάθε μέλος της Αστυνομίας που ορίζεται από τον Αρχηγό για την άσκηση καθηκόντων σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 28Α·
“μεταφορικό μέσο” σημαίνει οποιοδήποτε αεροσκάφος, ζώο, άμαξα, σκάφος, σιδηροδρομικό βαγόνι, ποδήλατο, μηχανοκίνητο όχημα οποιασδήποτε περιγραφής ή οποιοδήποτε άλλο όχημα που χρησιμοποιείται για το σκοπό μεταφοράς προσώπων ή αγαθών·
“πράξεις διαφθοράς” σημαίνει τα αδικήματα που προβλέπονται στον περί της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για την ποινικοποίηση της Διαφθοράς (Κυρωτικό) Νόμο, στον περί του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου στη Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για την ποινικοποίηση της Διαφθοράς (Κυρωτικό) Νόμο, στον περί Πρόληψης της Διαφθοράς Νόμο, στον περί Αθέμιτης Κτήσης Περιουσιακού Οφέλους από Αξιωματούχους και Λειτουργούς του Δημοσίου Νόμο, καθώς και τα αδικήματα που περιλαμβάνονται στον περί Ποινικού Κώδικα Νόμο, εναντίον της άσκησης νόμιμης εξουσίας, τα οποία εμπεριέχουν το στοιχείο του δεκασμού, ή της κατάχρησης εξουσίας ή εμπιστοσύνης ή εναντίον της άσκησης νόμιμης εξουσίας, και οποιαδήποτε άλλα αδικήματα που από τη φύση τους θα συνιστούσαν πράξη διαφθοράς·
“πράξεις εν δυνάμει διαφθοράς” σημαίνει καταχρηστικές ή αθέμιτες συμπεριφορές, ενέργειες, παραλείψεις ή πρακτικές, οι οποίες παραβιάζουν ή σκοπό έχουν να παραβιάσουν οποιαδήποτε νομική υποχρέωση, περιλαμβανομένης της κατάχρησης εξουσίας και περιλαμβάνει τη συγκάλυψη όλων ή οποιουδήποτε από τα ανωτέρω·
“Σταθμός” σημαίνει αστυνομικό σταθμό·
“συμβασιούχος ειδικός αστυνομικός” σημαίνει πρόσωπο που προσλαμβάνεται στην Αστυνομία δυνάμει των διατάξεων του Μέρους VIA∙
“συνδυασμένη θέση” σημαίνει δύο ή περισσότερες χωριστές θέσεις ή δύο ή περισσότερες τάξεις ή βαθμούς της ίδιας θέσης, οι οποίες έχουν ενιαίο τον ανώτατο αριθμό θέσεων.
“Συντεχνία” έχει την ίδια έννοια όπως στον περί Συντεχνιών Νόμο ή σε οποιοδήποτε Νόμο που τροποποιεί ή αντικαθιστά αυτόν·
“Υπαρχηγός” σημαίνει τον Υπαρχηγό Αστυνομίας·
“Υπαστυνόμος” σημαίνει μέλος της Αστυνομίας βαθμού Υπαστυνόμου και Ανώτερου Υπαστυνόμου·
“Υπεύθυνος Αστυνομίας” σημαίνει το μέλος της Αστυνομίας που διορίζεται από τον Αρχηγό ως υπεύθυνος Αστυνομίας σε οποιοδήποτε τόπο·
“Υπηρεσία Εσωτερικού Ελέγχου της Αστυνομίας σημαίνει την υπηρεσία που ιδρύεται δυνάμει του άρθρου 3 του περί Σύστασης και Λειτουργίας της Υπηρεσίας Εσωτερικού Ελέγχου της Αστυνομίας Νόμου·
“Υπουργός” σημαίνει τον Υπουργό Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως.
“φορητή κάμερα” σημαίνει κάθε συσκευή ή μηχάνημα που χρησιμοποιείται για τη λήψη και καταγραφή ήχου και εικόνας, η οποία τοποθετείται κατόπιν έγκρισης του Αρχηγού στην αστυνομική στολή και εξάρτυση των μελών της Αστυνομίας ή στα ενδύματα των μελών της Αστυνομίας που υπηρετούν με πολιτική περιβολή ή σε οχήματα της Αστυνομίας, με ή χωρίς αστυνομικά διακριτικά, για χρήση σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 24Α∙
(2) Η περιοχή στην οποία ο αστυνομικός ορίζεται για υπηρεσία, είτε γενικά ή για ορισμένη περίοδο ωρών, θα είναι γνωστή ως «Τομέας Περιπολίας». Αριθμός τέτοιων τομέων ενωμένων για σκοπούς εποπτείας από Λοχία ή Αξιωματικό θα είναι γνωστός ως «Σταθμός». Αριθμός Σταθμών ενωμένων για σκοπούς εποπτείας από Αξιωματικό θα είναι γνωστός ως «Σύμπλεγμα». Αριθμός Συμπλεγμάτων ενωμένων για σκοπούς εποπτείας από Ανώτερο Αξιωματικό θα είναι γνωστός ως «Αστυνομική Διεύθυνση.
73(I)/2004
94(I)/2005
73(I)/2006
64(I)/2016
4(I)/2018
18(I)/2021
42(I)/2021
146(I)/2021
93(I)/2022
53(I)/2026
ΜΕΡΟΣ ΙΙ ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΚΑΙ ΔΙΟΙΚΗΣΗ
Καθίδρυση Αστυνομίας Κύπρου
3. Στην Κυπριακή Δημοκρατία υφίσταται και λειτουργεί δύναμη ασφάλειας γνωστή ως Αστυνομία Κύπρου.
73(I)/2004
Εξουσίες Υπουργού
4. Ο Υπουργός φέρει την ευθύνη της εφαρμογής του Νόμου αυτού, έχει τη γενική εποπτεία της Αστυνομίας και εκδίδει προς την Αστυνομία τέτοιες οδηγίες αναφορικά με την εκτέλεση αρμοδιοτήτων που θα ήταν αναγκαίες χάριν του γενικού συμφέροντος της Δημοκρατίας.
73(I)/2004
Συγκρότηση Αστυνομίας
5.- (1) Η Αστυνομία συγκροτείται σύμφωνα με τις εκάστοτε εγκεκριμένες οργανικές θέσεις και διάρθρωση από τέτοια μέλη των ακόλουθων βαθμών όπως το Υπουργικό Συμβούλιο δυνατό να ορίζει, δηλαδή από τους-
Αρχηγό,
Υπαρχηγό,
Βοηθό Αρχηγό,
Ανώτερο Αστυνόμο,
Αστυνόμο Α΄,
Αστυνόμο Β΄,
Ανώτερο Υπαστυνόμο,
Υπαστυνόμο,
Λοχία,
Αστυφύλακα:
Νοείται ότι ο Αρχηγός δύναται, σε περιπτώσεις που καθορίζεται σε Κανονισμούς, να διορίσει μέλος της Αστυνομίας ως αναπληρωτή για χρονική περίοδο, που δεν υπερβαίνει τα δύο (2) χρόνια, νοουμένου ότι αυτό κατέχει τα προσόντα για προαγωγή στη θέση στην οποία διορίζεται να ενεργεί αναπληρωματικά:
Νοείται περαιτέρω ότι ο Αρχηγός δύναται πριν, κατά ή μετά τη λήξη της ως άνω αναφερόμενης χρονικής περιόδου των δύο (2) χρόνων και εφόσον οι λόγοι για τους οποίους διενεργήθηκε ο αναπληρωματικός διορισμός εξακολουθούν να υφίστανται, να παρατείνει τη χρονική διάρκεια του αναπληρωματικού διορισμού ή να επαναδιορίσει το ίδιο μέλος της Αστυνομίας, για να ενεργεί αναπληρωματικά στην ίδια θέση, για ακόμα μία μόνο φορά για χρονική περίοδο που δεν υπερβαίνει τα δύο (2) χρόνια:
Νοείται έτι περαιτέρω ότι η συνολική χρονική διάρκεια του αναπληρωματικού διορισμού στην ίδια θέση δεν υπερβαίνει για το ίδιο μέλος τα τέσσερα (4) χρόνια:
Νοείται έτι έτι περαιτέρω ότι ο αναπληρωματικός διορισμός ή η παράταση αναπληρωματικού διορισμού ή ο αναπληρωματικός επαναδιορισμός σε θέση βαθμού Ανώτερου Αξιωματικού διενεργείται μετά από έγκριση του Υπουργού.
(2) Ο Αρχηγός, ο Υπαρχηγός και οι Βοηθοί Αρχηγοί αποτελούν την Ανώτατη Ηγεσία της Αστυνομίας.
73(I)/2004
162(I)/2019
Εξουσίες της Αστυνομίας
6. Η Αστυνομία ασκεί τις εξουσίες της σε όλο τον εδαφικό χώρο της Δημοκρατίας για τη διατήρηση του νόμου και της τάξης, τη διαφύλαξη της ειρήνης, την πρόληψη και εξιχνίαση του εγκλήματος και τη σύλληψη και δίωξη των παρανομούντων. Για την εκτέλεση των καθηκόντων αυτών τα μέλη της Αστυνομίας δικαιούνται να μεταφέρουν όπλα.
73(I)/2004
Καθήκοντα της Αστυνομίας σε καιρούς πολέμου ή έκτακτης ανάγκης
7. Το Υπουργικό Συμβούλιο δύναται, στην περίπτωση πολέμου ή άλλης έκτακτης ανάγκης, να αναθέτει στην Αστυνομία ή σε οποιοδήποτε τμήμα αυτής καθήκοντα σχετικά με την άμυνα της Δημοκρατίας και στη διάρκεια που ισχύει η ανάθεση αυτή τα μέλη της υπόκεινται στο στρατιωτικό νόμο.
73(I)/2004
Γενικές εξουσίες του Αρχηγού
8. Ο Αρχηγός, τηρουμένης οποιασδήποτε διαταγής ή οδηγίας από το Υπουργικό Συμβούλιο, έχει τη διοίκηση και διεύθυνση της Αστυνομίας και είναι υπόλογος στο Υπουργικό Συμβούλιο για την τήρηση του νόμου και της τάξης σε όλο τον εδαφικό χώρο της Δημοκρατίας, για την επαρκή διοίκηση και διακυβέρνηση της Αστυνομίας και για τη νόμιμη διάθεση όλων των δημοσίων χρημάτων που προορίζονται για την εξυπηρέτησή της.
73(I)/2004
Υπηρεσία στο εξωτερικό
8Α. (1) Ο Αρχηγός αφού εξασφαλίσει έγκριση από το Υπουργικό Συμβούλιο για να προβεί σε αριθμό αποσπάσεων στο εξωτερικό δύναται, λαμβανομένων υπόψη των προσωπικών καταστάσεων του επηρεαζομένου-
(α) να αποσπάσει οποιοδήποτε μέλος της Αστυνομίας σε οποιαδήποτε Πρεσβεία ή σε άλλη Διπλωματική Αποστολή της Δημοκρατίας στο εξωτερικό, για την εκεί εκτέλεση οποιωνδήποτε ειδικών καθηκόντων.
(β) να διατάξει οποιοδήποτε μέλος της Αστυνομίας όπως μεταβεί στο εξωτερικό για να υπηρετήσει σε διεθνή οργανισμό ή σε οποιαδήποτε υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή για να λάβει μέρος σε ειρηνευτική αποστολή διεθνούς ή Ευρωπαϊκού Οργανισμού για σκοπούς εκπλήρωσης διεθνών υποχρεώσεων ή δεσμεύσεων της Δημοκρατίας:
Νοείται ότι, η χρονική περίοδος της υπηρεσίας μέλους σε οποιαδήποτε Πρεσβεία ή σε Διπλωματική Αποστολή ή άλλη αποστολή της Δημοκρατίας στο εξωτερικό δεν δύναται να υπερβαίνει τη χρονική περίοδο υπηρεσίας μέλους της Εξωτερικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας στο εξωτερικό, όπως αυτή καθορίζεται στους περί Εξωτερικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας (Ειδικοί Εφημερίδα Όροι Υπηρεσίας) Κανονισμούς.
(2) Όταν ο Αρχηγός προβαίνει σε οποιαδήποτε ενέργεια, δυνάμει του εδαφίου (1), εκδίδει ταυτόχρονα και σχετική διαταγή, στην οποία καθορίζει-
(α) τα καθήκοντα και τις εξουσίες που θα ασκούν τα μέλη της Αστυνομίας κατά την υπηρεσία τους στο εξωτερικό,
(β) οποιαδήποτε πρόσθετα επιδόματα ή άλλα ωφελήματα που θα χορηγούνται στα εν λόγω μέλη κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας τους στο εξωτερικό, σύμφωνα με τα κατά καιρούς ισχύοντα στη δημόσια υπηρεσία,
(γ) τον οπλισμό, τα τεχνικά, μηχανικά ή άλλα μέσα που θα χρησιμοποιούν τα μέλη αυτά, κατά την υπηρεσία τους στο εξωτερικό.
(3) Τηρουμένων των εδαφίων (1) και (2), τα μέλη της Αστυνομίας που υπηρετούν στο εξωτερικό, σύμφωνα με τις διατάξεις των εδαφίων αυτών, εξακολουθούν, καθ’ όλη τη διάρκεια της υπηρεσίας αυτής, να υπάγονται διοικητικά στον Αρχηγό της Αστυνομίας και να υπόκεινται σε όλες τις διατάξεις του Νόμου και των Κανονισμών, που εκδίδονται με βάση αυτόν περιλαμβανομένων και των περί Αστυνομίας (Πειθαρχικών) Κανονισμών.
94(I)/2005
4(I)/2021
Τήρηση Αρχείου Προηγούμενων Καταδικών
9. Ο Αρχηγός Αστυνομίας ή κατάλληλα εξουσιοδοτημένο από αυτόν μέλος της Αστυνομίας τηρεί Αρχείο Προηγούμενων Καταδικών για σκοπούς έκδοσης πιστοποιητικών ποινικού μητρώου ή παρουσίασης καταδικών ενώπιον αρμόδιου δικαστηρίου, στα πλαίσια ποινικής διαδικασίας, ή εκπλήρωσης υποχρεώσεων της Δημοκρατίας που προκύπτουν με βάση το ευρωπαϊκό κεκτημένο, διεθνή σύμβαση ή ισχύοντα νόμο στη Δημοκρατία.
73(I)/2004
84(I)/2015
Έκδοση πιστοποιητικών ποινικού μητρώου
10.- (1) Ο Αρχηγός ή κατάλληλα εξουσιοδοτημένο από αυτόν μέλος της Αστυνομίας εκδίδει, ύστερα από σχετική αίτηση αιτητή ή δεόντως εξουσιοδοτημένου από τον αιτητή προσώπου, αφού βεβαιωθεί ότι το μητρώο του αιτητή είναι λευκό, πιστοποιητικό λευκού ποινικού μητρώου-
(α) σε πολίτη της Κυπριακής Δημοκρατίας ή
(β) σε αλλοδαπό που διαμένει νόμιμα στην Κύπρο για έξι τουλάχιστο μήνες ή
(γ)σε εταιρεία, συνεταιρισμό, σωματείο ή άλλο πρόσωπο ή ένωση προσώπων με νομική προσωπικότητα.
(2) Ο Αρχηγός ή κατάλληλα εξουσιοδοτημένο από αυτόν μέλος της Αστυνομίας εκδίδει, ύστερα από σχετική αίτηση του αιτητή ή δεόντως εξουσιοδοτημένου από τον αιτητή προσώπου, πιστοποιητικό ποινικού μητρώου στο οποίο αναφέρονται οι καταδίκες που τον αφορούν-
(α) σε πολίτη της Κυπριακής Δημοκρατίας ή
(β) σε αλλοδαπό που διαμένει νόμιμα στην Κύπρο για έξι τουλάχιστο μήνες ή
(γ) σε εταιρεία, συνεταιρισμό, σωματείο ή άλλο πρόσωπο ή ένωση προσώπων με νομική προσωπικότητα.
(3) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του περί Αποκαταστάσεως Καταδικασθέντων Νόμου και του περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Προστασία του Ατόμου) Νόμου, για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, παρέχεται πιστοποιητικό λευκού ποινικού μητρώου και σε όσους έχουν καταδικαστεί για πρώτη φορά για αδίκημα για το οποίο τους επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης όχι μεγαλύτερη των τριών μηνών ή πρόστιμο όχι μεγαλύτερο των χιλίων λιρών.
(4) Ανεξάρτητα από την επιβληθείσα ποινή και νοουμένου ότι οι καταδίκες δεν έχουν αποκατασταθεί, σύμφωνα με τον περί Αποκαταστάσεως Καταδικασθέντων Νόμο, δεν εκδίδεται πιστοποιητικό λευκού ποινικού μητρώου αναφορικά με καταδίκη για τα ακόλουθα αδικήματα:
(α) Αδικήματα εναντίον της δημόσιας τάξεως (άρθρα 36-42, Κεφ. 154).
(β) Φόνο εκ προμελέτης και απόπειρα (άρθρο 203, Κεφ. 154).
(γ) Ανθρωποκτονία και απόπειρα (άρθρα 205, 209, 214, Κεφ. 154).
(δ) Αδικήματα κατά των ηθών (άρθρα 144-177, Κεφ. 154).
(ε) Ληστεία και απόπειρα (άρθρα 282-286, Κεφ. 154).
(στ) Διάρρηξη (άρθρα 291-296, Κεφ. 154).
(ζ) Κλοπή (άρθρα 255-272, Κεφ. 154).
(η) Εμπρησμό και απόπειρα (άρθρα 315-316, Κεφ. 154).
(θ) Οποιοδήποτε αδίκημα κατά παράβαση του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου.
(ι) Εκρηκτικές ύλες, εκτός από φυσίγγια [άρθρο 4(4), Κεφ. 54].
(ια) Εισαγωγή/ κατοχή/ μεταφορά/ χρήση απαγορευμένου τύπου πυροβόλου όπλου, σύμφωνα με το άρθρο 3 του περί Πυροβόλων Όπλων Νόμου.
73(I)/2004
153(I)/2006
18(I)/2021
Υπαρχηγός
11. Ο Υπαρχηγός ασκεί τις αρμοδιότητες που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο και τους δυνάμει αυτού εκδιδόμενους Κανονισμούς, εκτελεί τα καθήκοντα που του κατανέμονται από τον Αρχηγό και ασκεί όλες τις αρμοδιότητες του Αρχηγού όταν αυτός απουσιάζει ή κωλύεται να εκτελεί τα καθήκοντά του για οποιοδήποτε λόγο.
73(I)/2004
Διοίκηση της Αστυνομίας
12.- (1) Η διοίκηση της Αστυνομίας σε όλο τον εδαφικό χώρο της Δημοκρατίας ανατίθεται στον Αρχηγό, ο οποίος για το σκοπό αυτό δύναται να εκδίδει αστυνομικές διαταγές.
(2) Ο έλεγχος της αστυνομίας σε οποιοδήποτε τόπο ανατίθεται σε τέτοια μέλη της Αστυνομίας που δυνατό να διορίζονται από τον Αρχηγό, για να είναι υπεύθυνοι αυτού. Τέτοια μέλη είναι υπόλογα προς τον Αρχηγό και εκτελούν τις διαταγές του για όλα τα θέματα που αφορούν την πειθαρχία, την εσωτερική οικονομία και την εκπαίδευση των υφισταμένων αυτού μελών της Αστυνομίας.
(3) Ο Αρχηγός δύναται να απονέμει σε μέλη της Αστυνομίας ηθικές και υλικές αμοιβές, βραβεία, μετάλλια, κύπελλα και διαμνημονεύσεις, σύμφωνα με σχετικές αστυνομικές διαταγές.
73(I)/2004
Αστυνομικοί Κανονισμοί
13.- (1) Το Υπουργικό Συμβούλιο μπορεί, αφού λάβει υπόψη τη γνώμη του Αρχηγού, να εκδίδει από καιρό σε καιρό Κανονισμούς για την ευταξία, διοίκηση και διακυβέρνηση της Αστυνομίας, οι οποίοι κατατίθενται στη Βουλή των Αντιπροσώπων για έγκριση.
(2) Άνευ βλάβης της γενικότητας των εξουσιών που χορηγούνται δυνάμει του εδαφίου (1), οι Κανονισμοί θα προνοούν για όλα ή για οποιαδήποτε από τα ακόλουθα ζητήματα:
(α) Τους όρους υπηρεσίας, περιλαμβανομένων των ωρών καθήκοντος·
(β) τα πειθαρχικά αδικήματα και την πειθαρχική διαδικασία·
(γ) [Διαγράφηκε]·
(δ) τη διαθεσιμότητα·
(ε) τη διαμονή και την καταβολή επιδόματος ενοικίου·
(στ) την καταβολή επιδομάτων·
(ζ) την άδεια απουσίας, περιλαμβανομένων των ημεραργιών και των δημόσιων αργιών·
(η) το ταμείο προστίμων και αμοιβών·
(θ) τους ειδικούς αστυνομικούς·
(ι) [Διαγράφηκε]·
(ια) τη χορήγηση ή στέρηση επιδόματος καλής διαγωγής ή ευδόκιμης υπηρεσίας·
(ιβ) τη στολή και εξάρτυση, περιλαμβανομένου οπλισμού·
(ιγ) την εκπαίδευση περιλαμβανομένης της εκγύμνασης·
(ιδ) την άδεια ασθένειας·
(ιε) τις γυναίκες αστυνομικούς·
(ιστ) τα προσωπικά αρχεία και ατομικά δελτία·
(ιζ) τη μίσθωση αστυνομικών υπηρεσιών·
(ιη) τους περιορισμούς σε δραστηριότητες μελών της Αστυνομίας·
(ιθ) την ευημερία·
(κ) τους αναπληρωματικούς διορισμούς μελών της Αστυνομίας·
(κα) την αξιολόγηση μελών της Αστυνομίας μέσω ετήσιων εμπιστευτικών εκθέσεων·
(κβ) την ηλικία και άλλα προσόντα για διορισμό·
(κγ) τον τύπο της αίτησης και το τέλος για έκδοση πιστοποιητικού ποινικού μητρώου, τον τύπο του πιστοποιητικού λευκού ποινικού μητρώου και του πιστοποιητικού ποινικού μητρώου:
Νοείται ότι, μέχρι την έκδοση Κανονισμών, ο τύπος της αίτησης για έκδοση ποινικού μητρώου είναι όπως καθορίζεται στον Πίνακα, Μέρος Ι, ο τύπος του πιστοποιητικού λευκού ποινικού μητρώου είναι όπως καθορίζεται στον Πίνακα, Μέρος ΙΙ και ο τύπος του πιστοποιητικού ποινικού μητρώου είναι όπως καθορίζεται στον Πίνακα, Μέρος ΙΙΙ:
Νοείται περαιτέρω ότι, μέχρι την έκδοση Κανονισμών, το τέλος της αίτησης για την έκδοση των πιο πάνω πιστοποιητικών είναι είκοσι ευρώ·
(κδ) τους όρους υπηρεσίας μελών της Αστυνομίας που υπηρετούν σε αποστολές ή με απόσπαση στο εξωτερικό·
(κε) την ασφαλιστική κάλυψη μελών της Αστυνομίας για εκτέλεση επικίνδυνης εργασίας·
(κστ) τη διεκπεραίωση τεχνικών, εκπαιδευτικών και επιστημονικών ζητημάτων που άπτονται των διαδικασιών αξιολόγησης των υποψηφίων για διορισμό.
(3) Κανονισμοί που εκδίδονται δυνάμει του άρθρου αυτού δύναται να προνοούν την επιβολή των πιο κάτω ποινών στα μέλη της Αστυνομίας τα οποία ήθελαν παραβεί τους Κανονισμούς αυτούς:
(α) Απόλυση·
(β) υποχρεωτική αφυπηρέτηση·
(γ) υποβιβασμό σε βαθμό ή τάξη·
(δ) κατακράτηση, διακοπή ή αναβολή ετήσιας προσαύξησης·
(ε) πειθαρχική μετάθεση για χρονική περίοδο ενός (1) μέχρι πέντε (5) ετών·
(στ) χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000)·
(ζ) αυστηρή επίπληξη·
(η) επίπληξη.
(4) Κανονισμοί οι οποίοι εκδίδονται δυνάμει του παρόντος άρθρου δύναται να προνοούν για την αναδρομική εφαρμογή όλων ή ορισμένων από τις πρόνοιες των Κανονισμών αυτών:
Νοείται ότι Κανονισμοί που εκδίδονται δυνάμει της παραγράφου (β) του εδαφίου (2) και του εδαφίου (3) δεν δύναται να έχουν αναδρομική ισχύ:
Νοείται περαιτέρω ότι, σε περίπτωση έκδοσης κανονισμών με αναδρομική ισχύ, αυτοί δεν εφαρμόζονται ούτε επηρεάζουν με οποιοδήποτε τρόπο πράξεις ή παραλείψεις, με την έννοια του Άρθρου 146.1 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, αναφορικά με τις οποίες είτε δεν έχει παρέλθει η προβλεπόμενη στο Άρθρο 146.3 του Συντάγματος προθεσμία κατά την ημέρα της δημοσίευσης των Κανονισμών αυτών είτε εκκρεμεί αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου είτε, σε περίπτωση πρωτόδικης ακύρωσης αυτών, δεν έχει παρέλθει η προθεσμία εφέσεως ή εκκρεμεί έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης.
73(I)/2004
73(I)/2006
93(I)/2008
4(Ι)/2013
4(I)/2018
101(I)/2019
146(I)/2021
198(I)/2021
Βιβλία, αρχεία και αναφορές από μέλη της Αστυνομίας
14. Κάθε μέλος της Αστυνομίας τηρεί τέτοια βιβλία και αρχεία και υποβάλλει τέτοιες αναφορές στον Αρχηγό, όπως ο Αρχηγός δύναται από καιρό σε καιρό να ορίζει.
73(I)/2004
Αποθήκες και δημόσια χρήματα
15. Κάθε μέλος της Αστυνομίας είναι υπεύθυνο για όλες τις δημόσιες αποθήκες και δημόσια χρήματα που δίδονται σε αυτό ή που τελούν υπό τη φροντίδα του και λογοδοτεί για αυτά στον Αρχηγό.
73(I)/2004
ΜΕΡΟΣ ΙΙΙ ΔΙΟΡΙΣΜΟΙ, ΕΓΓΡΑΦΗ, ΠΡΟΑΓΩΓΕΣ, ΟΡΟΙ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΚΑΙ ΑΠΟΛΥΣΗ
Προαγωγές κ.λπ. Ανώτερων Αξιωματικών της Αστυνομίας
16.- (1) Τηρουμένων των επόμενων διατάξεων, οι Ανώτεροι Αξιωματικοί προάγονται και απολύονται από τον Υπουργό, κατόπιν σύστασης του Αρχηγού.
(2) (α) Για το σκοπό υποβολής της σύστασής του, ο Αρχηγός αξιολογεί τους υποψηφίους για προαγωγή στη θέση Ανώτερου Αξιωματικού και αποστέλλει δεόντως αιτιολογημένη έκθεση για κάθε έναν από αυτούς στον Υπουργό, η οποία περιέχει επίσης κατά αλφαβητική σειρά τα ονόματα των προσώπων που συστήνονται για προαγωγή:
Νοείται ότι για κάθε κενή θέση συστήνονται όχι λιγότεροι από τέσσερις, εφόσον υπάρχουν κατάλληλα πρόσωπα για τέτοια σύσταση.
(β) Ο Αρχηγός ενεργώντας σύμφωνα με την παράγραφο (α) λαμβάνει υπόψη την αξιολόγηση των υποψηφίων που διενεργείται από Επιτροπή, η οποία συστήνεται για το σκοπό αυτό και η οποία, αφού αξιολογήσει τους υποψηφίους με βάση την αξία, τα προσόντα και την αρχαιότητα, συντάσσει αιτιολογημένη έκθεση για κάθε υποψήφιο για προαγωγή και την παραδίδει στον Αρχηγό.
(3) Ο Υπουργός προβαίνει στην προαγωγή των υποψηφίων που συστήνονται από τον Αρχηγό με δεόντως αιτιολογημένη απόφασή του.
(4) Οι όροι και η διαδικασία προαγωγής και απόλυσης των Ανώτερων Αξιωματικών προβλέπονται με Κανονισμούς που εκδίδονται, αφού ληφθεί υπόψη η γνώμη του Αρχηγού, από το Υπουργικό Συμβούλιο, εγκρίνονται από τη Βουλή των Αντιπροσώπων, δυνάμει του άρθρου αυτού, και δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας.
(5) [Διαγράφηκε]
73(I)/2004
94(I)/2005
73(I)/2006
Διορισμοί κ.λπ. μελών της Αστυνομίας μέχρι και του βαθμού του Ανώτερου Υπαστυνόμου
17.- (1) Τα μέλη της Αστυνομίας μέχρι και του βαθμού του Ανώτερου Υπαστυνόμου διορίζονται, εγγράφονται, προάγονται και απολύονται από τον Αρχηγό με την έγκριση του Υπουργού:
Νοείται ότι, για την προαγωγή μέλους της Αστυνομίας στο βαθμό του Υπαστυνόμου αποτελεί προϋπόθεση η επιτυχία του στην εκπαίδευση που καθορίζεται στους περί Αστυνομίας (Προαγωγές) Κανονισμούς.
(2) (α) Οι όροι και η διαδικασία διορισμού, εγγραφής, προαγωγής, υπηρεσίας και απόλυσης μελών της Αστυνομίας μέχρι και το βαθμό Ανώτερου Υπαστυνόμου προβλέπονται σε Κανονισμούς που εκδίδονται από το Υπουργικό Συμβούλιο, αφού ληφθεί υπόψη η γνώμη του Αρχηγού, οι οποίοι εγκρίνονται από τη Βουλή των Αντιπροσώπων και δημοσιεύονται μετά την έγκρισή τους στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας.
(β) Κανονισμοί που εκδίδονται δυνάμει του εδαφίου αυτού κατοχυρώνουν και διασφαλίζουν κατά τις προσλήψεις στην Αστυνομία τη δίκαιη μεταχείριση όλων των υποψηφίων, ώστε να εκλέγονται οι άξιοι, τηρουμένων των γενικών αρχών της ισότητας.
(3) (α) Άνευ επηρεασμού της γενικότητας του εδαφίου (2), πριν από κάθε προαγωγή στη θέση Λοχία, Υπαστυνόμου, ή Ανώτερου Υπαστυνόμου, ο Αρχηγός-
(i) ζητά τη συμβουλή του Συμβουλίου Κρίσης που συστήνεται για το σκοπό αυτό.
(ii) δύναται, μετά από έγκριση του Υπουργού, να αποφασίσει τη διεξαγωγή γραπτής εξέτασης και σε τέτοια περίπτωση, το Συμβούλιο Κρίσης αναθέτει τη διενέργειά τους σε ανεξάρτητη επιτροπή που συστήνεται για το σκοπό αυτό, όπως καθορίζεται σε κανονισμούς.
(β) Το Συμβούλιο Κρίσης λαμβάνει υπόψη του την αξιολόγηση των υποψηφίων που διενεργείται από την Επιτροπή Αξιολόγησης, η οποία συστήνεται για το σκοπό αυτό, και η οποία αξιολογεί τους υποψηφίους με βάση την αξία, τα προσόντα και την αρχαιότητα, όπως καθορίζεται σε κανονισμούς.
(γ) Οι ενστάσεις των υποψηφίων για την αξιολόγησή τους από την Επιτροπή Αξιολόγησης εξετάζονται από την Επιτροπή Εξέτασης Ενστάσεων που συστήνεται για το σκοπό αυτό, όπως καθορίζεται σε κανονισμούς.
(4) Το Συμβούλιο Κρίσης καταρτίζει κατ’ έτος Πίνακες, οι οποίοι περιέχουν τα ονόματα όλων όσοι συστήνονται για προαγωγή κατά σειρά επιτυχίας. Σε περίπτωση που ο Πίνακας των συστημένων για προαγωγή εξαντληθεί και υπάρχουν ακόμα κενές θέσεις, η διαδικασία καταρτισμού του Πίνακα αρχίζει εκ νέου.
(5) Ο Αρχηγός προβαίνει στην επιλογή όλων όσοι θα προαχθούν από τους Πίνακες που καταρτίζονται από το Συμβούλιο Κρίσης:
Νοείται ότι σε περίπτωση μη τήρησης της κατάταξης κατά σειρά επιτυχίας υποψηφίου στους Πίνακες, απαιτείται ειδική αιτιολογία του Αρχηγού.
(6) Οι Πίνακες που καταρτίζονται κατ’έτος από το Συμβούλιο Κρίσης ισχύουν μέχρι τη σύνταξη κατά το ερχόμενο έτος νέων Πινάκων από το Συμβούλιο Κρίσης.
(7) Η σύσταση, οι αρμοδιότητες, η διαδικασία και οι μέθοδοι ενεργείας του Συμβουλίου Κρίσης καθορίζονται με Κανονισμούς, που εκδίδονται, αφού ληφθεί υπόψη η γνώμη του Αρχηγού, από το Υπουργικό Συμβούλιο, εγκρίνονται από τη Βουλή των Αντιπροσώπων και δημοσιεύονται, μετά την έγκρισή τους, στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας. Οι Κανονισμοί αυτοί δύνανται επίσης να προνοούν για τη σύσταση, τις αρμοδιότητες, τη διαδικασία και τις μεθόδους ενεργείας της Επιτροπής Αξιολόγησης των υποψηφίων για προαγωγή.
(8) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, ο Αρχηγός δύναται, με την έγκριση του Υπουργού, να προβαίνει σε προαγωγή μέλους της Αστυνομίας:
(α) επ’ ανδραγαθία·
(β) αν το μέλος αποδεδειγμένα έχει επιδείξει ιδιαίτερα αξιόλογο ενδιαφέρον, ζήλο και αφοσίωση προς την υπηρεσία πέραν του συνήθους κατά τα τελευταία πέντε χρόνια της υπηρεσίας του:
Νοείται ότι η διαδικασία προαγωγών βάσει του παρόντος εδαφίου καθορίζεται με Κανονισμούς που εκδίδονται, αφού ληφθεί υπόψη η γνώμη του Αρχηγού, από το Υπουργικό Συμβούλιο και εγκρίνονται από τη Βουλή των Αντιπροσώπων:
Νοείται περαιτέρω ότι ο αριθμός των μελών της Αστυνομίας που προάγονται δυνάμει της υποπαραγράφου (β) του παρόντος εδαφίου, δεν υπερβαίνει το 5% των θέσεων που υπάρχουν για πλήρωση κάθε χρόνο.
(9) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, ο Αρχηγός δύναται, με την έγκριση του Υπουργού, να προβαίνει-
(α) Σε διορισμό στο βαθμό Αστυφύλακα, ειδικού ή τακτικού ειδικού αστυνομικού, ο οποίος έπεσε υπέρ πατρίδος ή έχασε τη ζωή του ή αγνοείται από πράξη ανδραγαθίας κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του·
(β) σε προαγωγή στο βαθμό Λοχία, ειδικού ή τακτικού ειδικού αστυνομικού, αμέσως μετά το διορισμό του, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου (α):
Νοείται ότι προαγωγή που διενεργείται δυνάμει των διατάξεων της παρούσας παραγράφου δεν συνεπάγεται οποιαδήποτε πρόσθετα συνταξιοδοτικά ωφελήματα·
(γ) σε διορισμό στο βαθμό Αστυφύλακα, ειδικού ή τακτικού ειδικού αστυνομικού, ο οποίος υπέστη επικίνδυνη σωματική βλάβη που εξέθεσε σε κίνδυνο τη ζωή του ή αποδεδειγμένα αντιμετώπισε σοβαρά το ενδεχόμενο να υποστεί σωματική βλάβη που δυνατό να έθετε σε κίνδυνο τη ζωή του από πράξη ανδραγαθίας κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του·
(δ) σε προαγωγή στο βαθμό Λοχία, ειδικού ή τακτικού ειδικού αστυνομικού, αμέσως μετά το διορισμό του, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου (γ):
Νοείται ότι, ειδικός ή τακτικός ειδικός αστυνομικός, ο οποίος έπεσε υπέρ πατρίδος ή έχασε τη ζωή του ή αγνοείται από πράξη ανδραγαθίας κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του προασπιζόμενος τη δημοκρατία και τη συνταγματική τάξη, ή την ανεξαρτησία και εδαφική ακεραιότητα της Δημοκρατίας πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος των διατάξεων του περί Αστυνομίας (Τροποποιητικού) Νόμου του 2019 και ο οποίος δεν έχει μέχρι την ημερομηνία αυτή διοριστεί στο βαθμό Αστυφύλακα ή προαχθεί στο βαθμό Λοχία, δύναται να διοριστεί και να προαχθεί βάσει των διατάξεων των παραγράφων (α) και (β) ανωτέρω, μετά την εν λόγω ημερομηνία, χωρίς οποιοδήποτε χρονικό περιορισμό:
Νοείται περαιτέρω ότι, ο διορισμός ή/και η προαγωγή που διενεργείται βάσει των διατάξεων των παραγράφων (γ) και (δ), διενεργούνται χωρίς καθυστέρηση και, εν πάση περιπτώσει, το αργότερο εντός δύο (2) μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία εκτελέστηκε η πράξη ανδραγαθίας:
Νοείται έτι περαιτέρω ότι διορισμοί ή/και οι προαγωγές που διενεργούνται δυνάμει των διατάξεων των παραγράφων (γ) και (δ), δυνατόν να αφορούν πράξεις ανδραγαθίας που εκτελέστηκαν μέχρι δώδεκα (12) μήνες πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος των διατάξεων του περί Αστυνομίας (Τροποποιητικού) Νόμου του 2019 και, στην περίπτωση αυτή, ο διορισμός ή/και η προαγωγή διενεργείται εντός δύο (2) μηνών από την εν λόγω ημερομηνία και τίθεται σε ισχύ αναδρομικά, το αργότερο δύο (2) μήνες από την ημερομηνία κατά την οποία εκτελέστηκε η πράξη ανδραγαθίας:
Νοείται έτι έτι περαιτέρω ότι, η διαδικασία διενέργειας διορισμού και προαγωγής βάσει των παραγράφων (γ) και (δ), καθορίζεται με Κανονισμούς που εκδίδονται, αφού ληφθεί υπόψη η γνώμη του Αρχηγού, από το Υπουργικό Συμβούλιο και εγκρίνονται από τη Βουλή των Αντιπροσώπων.
(10) Άνευ επηρεασμού της γενικότητας του εδαφίου (2), πριν από κάθε πρόσληψη στην Αστυνομία, ο Αρχηγός ζητά τη συμβουλή του Συμβουλίου Προσλήψεων που συστήνεται για το σκοπό αυτό, η σύνθεση και οι αρμοδιότητες του οποίου καθορίζονται με Κανονισμούς που εκδίδονται, αφού ληφθεί υπόψη η γνώμη του Αρχηγού, από το Υπουργικό Συμβούλιο και εγκρίνονται από τη Βουλή των Αντιπροσώπων.
(11) (α)Το Συμβούλιο Προσλήψεων, που συστήνεται δυνάμει του εδαφίου (10), για το σκοπό της πρόσληψης αστυνομικών ή ειδικών αστυνομικών, ανάλογα με την περίπτωση, καταρτίζει Πίνακα Διοριστέων, όπου αναγράφονται οι υποψήφιοι κατά σειράν επιτυχίας όπως καθορίζεται σε κανονισμούς.
(β) Ο Πίνακας Διοριστέων που καταρτίζεται από το Συμβούλιο Προσλήψεων χρησιμοποιείται για την πλήρωση των θέσεων που είναι κενές κατά την ημερομηνία καταρτισμού του και για θέσεις που θα κενωθούν στο διάστημα ενός έτους από την ημερομηνία αυτή. Σε περίπτωση που όλοι οι υποψήφιοι που περιλαμβάνονται στον Πίνακα Διοριστέων διοριστούν ή διαγραφούν λόγω της μη αποδοχής από αυτούς διορισμού σε θέση που τους προσφέρθηκε και υπάρχουν ακόμα κενές θέσεις, η διαδικασία καταρτισμού του Πίνακα Διοριστέων αρχίζει εκ νέου:
Νοείται ότι, ανεξάρτητα από οποιεσδήποτε διατάξεις του περί Αξιολόγησης Υποψηφίων για Διορισμό στη Δημόσια Υπηρεσία Νόμου ή του παρόντος Νόμου ή των Κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει αυτών, ο τελευταίος Πίνακας Διοριστέων, ο οποίος κατά την ημερομηνία έναρξης του περί Αστυνομίας (Τροποποιητικού) Νόμου του 2012 χρησιμοποιείται για την πλήρωση κενών θέσεων, θα συνεχίσει να χρησιμοποιείται τόσο για την πλήρωση των θέσεων που είναι κενές κατά την ημερομηνία αυτή όσο και για θέσεις που θα κενωθούν στο διάστημα ενός έτους από την ημερομηνία που θα συμπληρωθεί ένα έτος από την ημερομηνία καταρτισμού του:
Νοείται περαιτέρω ότι ο πρώτος Πίνακας Διοριστέων που θα καταρτιστεί μετά την ημερομηνία έναρξης του περί Αστυνομίας (Τροποποιητικού) Νόμου του 2012 θα χρησιμοποιηθεί για την πλήρωση των θέσεων που θα παραμείνουν κενές μετά την εξάντληση του Πίνακα ο οποίος αναφέρεται στην πιο πάνω επιφύλαξη και για τις θέσεις που θα κενωθούν στο διάστημα δύο ετών από την ημερομηνία του καταρτισμού του εν λόγω πρώτου Πίνακα.
73(I)/2004
94(I)/2005
73(I)/2006
52(I)/2012
66(I)/2018
51(I)/2019
Διορισμοί, προαγωγές κ.λπ. εξειδικευμένων μελών της Αστυνομίας
17Α. (1) Ανεξάρτητα από οποιεσδήποτε άλλες διατάξεις του παρόντος Νόμου και τηρουμένων των λοιπών διατάξεων του παρόντος άρθρου, ο Αρχηγός δύναται ύστερα από έγκριση του Υπουργού, να διορίζει ως εξειδικευμένο μέλος της Αστυνομίας στη συνδυασμένη θέση Αστυφύλακα, Λοχία, Υπαστυνόμου, Ανώτερου Υπαστυνόμου και Αστυνόμου Β’, όπως αυτή προβλέπεται στον εκάστοτε εν ισχύ κρατικό προϋπολογισμό, πρόσωπο, το οποίο κατέχει αναγνωρισμένο με βάση την κειμένη νομοθεσία πανεπιστημιακό δίπλωμα ή τίτλο ή άλλο ισοδύναμο προσόν συναφές προς τα καθήκοντα της συνδυασμένης θέσης, όπως αυτά θα καθορίζονται κατά την προκήρυξή της:
Νοείται ότι:
(α) ο διορισμός προσώπου που είναι κάτοχος πανεπιστημιακού διπλώματος ή τίτλου ή άλλου ισοδύναμου προσόντος, περιλαμβανομένης σε ισχύ επαγγελματικής άδειας χειριστή, ηλεκτρολόγου, μηχανικού ή ηλεκτρονικού πτητικών μέσων, ανάλογα με την περίπτωση, διενεργείται στο βαθμό του Λοχία,
(β) στις περιπτώσεις ειδικοτήτων, ο διορισμός προσώπου που είναι κατάλληλο και κατέχει αναγνωρισμένο με βάση την κειμένη νομοθεσία δίπλωμα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης ή τριετούς μεταλυκειακού κύκλου σπουδών, διενεργείται στο βαθμό του Αστυφύλακα,
(γ) σε περίπτωση που μέλος της Αστυνομίας που φέρει το βαθμό του Λοχία ή ανώτερο βαθμό διορίζεται ως εξειδικευμένο μέλος της Αστυνομίας σε συνδυασμένη θέση, εντάσσεται στο βαθμό της συνδυασμένης θέσης που αντιστοιχεί στο βαθμό που κατείχε πριν το διορισμό του ως εξειδικευμένο μέλος της Αστυνομίας. και
(δ) στις περιπτώσεις των ειδικοτήτων χειριστών πτητικών μέσων, μηχανικών πτητικών μέσων, ηλεκτρονικών μηχανικών πτητικών μέσων, κυβερνητών αστυνομικών ακάτων, ηλεκτρολόγων αστυνομικών ακάτων, ηλεκτρονικών αστυνομικών ακάτων, μηχανολόγων μηχανικών αστυνομικών ακάτων, οι υποψήφιοι για διορισμό πρέπει να μην έχουν συμπληρώσει το τεσσαρακοστό (40ο) έτος της ηλικίας τους, εκτός εάν οι υποψήφιοι υπηρετούν ήδη στην Αστυνομία και εκτελούν τα καθήκοντα της κενής προς πλήρωση θέσης, όπως αυτά καθορίζονται κατά την προκήρυξή της:
Νοείται περαιτέρω ότι έγκυρη και σε ισχύ επαγγελματική άδεια χειριστή, μηχανικού, ηλεκτρολόγου ή ηλεκτρονικού πτητικών μέσων θεωρείται μόνον η άδεια που έχει νόμιμα εκδοθεί ή ανανεωθεί από τις αρμόδιες υπηρεσίες πολιτικής αεροπορίας της χώρας έκδοσης, εφόσον η εν λόγω χώρα είναι μέλος του Διεθνούς Οργανισμού Πολιτικής Αεροπορίας και η εν λόγω άδεια τυγχάνει αναγνώρισης από το Τμήμα Πολιτικής Αεροπορίας της Δημοκρατίας.
(2) Για σκοπούς διορισμού δυνάμει της παραγράφου (1) του παρόντος άρθρου εφαρμόζεται η ακόλουθη διαδικασία:
(α) Πριν από την προκήρυξη της θέσης, ο Αρχηγός, με την έγκριση του Υπουργού, διορίζει Συμβουλευτική Επιτροπή Επιλογής, αποτελούμενη από ένα Βοηθό Αρχηγό, ως πρόεδρο, τρεις Ανώτερους Αξιωματικούς και ένα μέλος της δημόσιας υπηρεσίας που κατέχει θέση με μισθολογική κλίμακα Α13 ή ανώτερη, με εξειδικευμένες γνώσεις στον τομέα που πρόκειται να απασχοληθεί ο υποψήφιος για διορισμό: Νοείται ότι το μέλος της δημόσιας υπηρεσίας διορίζεται από τον Υπουργό μετά από συνεννόηση με την αρμοδία αρχή του διοριζόμενου μέλους.
(β) Ο Αρχηγός, ανάλογα με τις ανάγκες της υπηρεσίας, προβαίνει σε προκήρυξη της θέσης με δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, στην οποία αναφέρονται τα απαιτούμενα προσόντα, οι προϋποθέσεις διορισμού και τα καθήκοντα της θέσης, καθώς και η προθεσμία υποβολής αιτήσεων:
Νοείται ότι, σε περίπτωση κένωσης θέσης, λόγω αφυπηρέτησης του κατόχου της, η προκήρυξη της θέσης αυτής μπορεί να γίνει οποτεδήποτε μέσα σε χρονική περίοδο έξι μηνών πριν από την κένωσή της.
(γ) Η Συμβουλευτική Επιτροπή Επιλογής, αφού αξιολογήσει τις αιτήσεις που υποβάλλονται δυνάμει της προηγούμενης παραγράφου, καλεί τους υποψηφίους που ικανοποιούν τα απαιτούμενα στην προκήρυξη προσόντα σε προφορική ή/και γραπτή εξέταση σε θέματα συναφή με τα καθήκοντα της θέσης.
(δ) Η Συμβουλευτική Επιτροπή Επιλογής μετά την ολοκλήρωση της προφορικής και/ή γραπτής εξέτασης, ανάλογα με την περίπτωση, υποβάλλει αιτιολογημένη έκθεση για κάθε υποψήφιο στον Αρχηγό, ο οποίος ενεργεί σύμφωνα με το εδάφιο (1) του παρόντος άρθρου.
(2Α)(α) Τα εξειδικευμένα μέλη της Αστυνομίας κατατάσσονται, με βάση τα ακαδημαϊκά τους προσόντα ή την ειδικότητα την οποία κατέχουν, σε κατηγορίες/ομάδες, όπως αυτές προβλέπονται στον εκάστοτε εν ισχύι κρατικό προϋπολογισμό.
(β) Για κάθε μία από τις προβλεπόμενες στην παράγραφο (α) κατηγορίες/ομάδες προβλέπονται στον εκάστοτε εν ισχύι κρατικό προϋπολογισμό θέσεις προαγωγής σε Αστυνόμο Α΄, οι οποίες δύναται να πληρωθούν μόνο από μέλος το οποίο ανήκει στην αντίστοιχη κατηγορία/ομάδα και υπηρετεί στον βαθμό Αστυνόμου Β΄.
(3) (α) Η προαγωγή εξειδικευμένου μέλους της Αστυνομίας στους βαθμούς της συνδυασμένης θέσης Αστυφύλακα, Λοχία, Υπαστυνόμου, Ανώτερου Υπαστυνόμου και Αστυνόμου Β΄ διενεργείται από τον Αρχηγό με έγκριση του Υπουργού, εκτός αν με αιτιολογημένη απόφασή του θεωρήσει ότι αυτό είναι ακατάλληλο να ανταποκριθεί στα καθήκοντα του επόμενου βαθμού. Η προαγωγή εξειδικευμένου μέλους της Αστυνομίας στο βαθμό του Αστυνόμου Α΄ διενεργείται από τον Υπουργό με σύσταση του Αρχηγού.
(β) Οι όροι και διαδικασία προαγωγής των εξειδικευμένων μελών της Αστυνομίας στους βαθμούς της συνδυασμένης θέσης Αστυφύλακα, Λοχία, Υπαστυνόμου, Ανώτερου Υπαστυνόμου και Αστυνόμου Β΄ και προαγωγής στο βαθμό του Αστυνόμου Α΄ προβλέπονται σε Κανονισμούς που εκδίδονται από το Υπουργικό Συμβούλιο, αφού ληφθεί υπόψη η γνώμη του Αρχηγού, οι οποίοι εγκρίνονται από τη Βουλή των Αντιπροσώπων και δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας.
73(I)/2006
93(I)/2008
114(I)/2016
176(I)/2022
29(I)/2023
Υπεράριθμες προαγωγές
18.- (1) Ο Υπουργός μπορεί, ύστερα από σύσταση του Αρχηγού, να προβεί σε υπεράριθμη προαγωγή σε θέση Ανώτερου Αξιωματικού, όταν η κενή θέση ανώτερου βαθμού δεν μπορεί να πληρωθεί λόγω μη υπάρξεως προσοντούχου υποψηφίου:
Νοείται ότι ο Αρχηγός δύναται να μη συστήσει την πλήρωση κενής θέσης με υπεράριθμη προαγωγή στις περιπτώσεις που κρίνει σύμφωνα με τους σχετικούς Κανονισμούς, ότι συντρέχουν ειδικοί λόγοι με βάση τους οποίους δεν είναι αναγκαία η συμπλήρωση του απαιτούμενου χρόνου υπηρεσίας στον κατώτερο βαθμό.
(2) Ο Αρχηγός μπορεί, με την έγκριση του Υπουργού, να προβεί σε υπεράριθμη προαγωγή σε θέση μέχρι και το βαθμό Ανώτερου Υπαστυνόμου, όταν η κενή θέση ανώτερου βαθμού δεν μπορεί να πληρωθεί λόγω μη υπάρξεως προσοντούχου υποψηφίου.
(3) Κάθε υπεράριθμη προαγωγή γίνεται σε προσωρινή βάση και ισχύει για όσο χρονικό διάστημα παραμένει κενή η θέση ανώτερου βαθμού. Με την πλήρωση της θέσης ανώτερου βαθμού, το πρόσωπο που προήχθη στην κατώτερη θέση με υπεράριθμη προαγωγή καταλαμβάνει την οργανική θέση του βαθμού χωρίς οποιαδήποτε άλλη διαδικασία.
73(I)/2004
Αποκατάσταση μελών της Αστυνομίας των οποίων η προαγωγή ακυρώθηκε
19. (1) Σε περίπτωση κατά την οποία η προαγωγή μέλους της αστυνομίας ακυρώνεται, ύστερα από απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου, ο Αρχηγός, με την έγκριση του Υπουργού στις περιπτώσεις μελών της Αστυνομίας μέχρι και του βαθμού Ανώτερου Υπαστυνόμου και ο Υπουργός, ύστερα από σύσταση του Αρχηγού στις περιπτώσεις Ανώτερων Αξιωματικών, μπορεί, αν κατά την επανεξέταση δεν αποφασίσει την εκ νέου προαγωγή του στο βαθμό αυτό και εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις οι οποίες ορίζονται στο εδάφιο (2), να αποφασίσει την προαγωγή ή την υπεράριθμη προαγωγή του, ανεξάρτητα με το αν υπάρχει ή όχι κενή θέση, σε θέση στην οποία κατά πάσα λογική πιθανότητα θα προαγόταν, αν δε γινόταν η προαγωγή του που ακυρώθηκε.
(2) Η δυνάμει του εδαφίου (1) εξουσία του Αρχηγού ή του Υπουργού, αναλόγως της περιπτώσεως, ασκείται μόνο όταν αυτοί, αφού λάβουν υπόψη όλα τα στοιχεία που αφορούν το μέλος της Αστυνομίας, περιλαμβανομένων των στοιχείων της Επιτροπής Αξιολόγησης και του Συμβουλίου Κρίσης, καθώς και του αριθμού των κενών θέσεων οι οποίες πληρώθηκαν κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ της απόφασής του και της ακύρωσης αυτής, πεισθούν ότι επηρεάστηκε πράγματι η σταδιοδρομία του μέλους της Αστυνομίας.
(3) Ανεξάρτητα από οποιαδήποτε άλλη διάταξη του παρόντος Νόμου, όταν αποφασίζεται η υπεράριθμη προαγωγή ενός μέλους της Αστυνομίας, δυνάμει του εδαφίου (1), το μέλος της Αστυνομίας υπηρετεί στο βαθμό αυτό έχοντας όλα τα δικαιώματα και ωφελήματα του βαθμού, μέχρις ότου υπάρξει κενή θέση με τον ίδιο βαθμό, οπότε το μέλος της Αστυνομίας την καταλαμβάνει με προαγωγή σ’ αυτή.
73(I)/2004
Απολαβές και ωφελήματα αφυπηρέτησης
20. (1) Οι απολαβές μέλους της Αστυνομίας περιλαμβάνουν το μισθό του και τα εκάστοτε καθορισμένα επιδόματα.
(2) Τα ωφελήματα αφυπηρέτησης μέλους της Αστυνομίας είναι αυτά που καθορίζονται στον περί Συντάξεων Νόμο ή οποιοδήποτε άλλο Νόμο που τον τροποποιεί ή τον αντικαθιστά και σε οποιουσδήποτε Κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει αυτού.
73(I)/2004
Διαβεβαίωση
21. Κάθε μέλος της Αστυνομίας κατά την εγγραφή ή την επανεγγραφή του δίνει και υπογράφει ενώπιον του Αρχηγού ή εκπροσώπου του, την ακόλουθη διαβεβαίωση:
“Διαβεβαιώ επισήμως πίστιν και σεβασμόν εις το Σύνταγμα και τους συνάδοντας αυτώ νόμους και εις την διατήρησιν της ανεξαρτησίας και της εδαφικής ακεραιότητος της Δημοκρατίας της Κύπρου”:
Νοείται ότι ο Αρχηγός και ο Υπαρχηγός δίδουν και υπογράφουν την πιο πάνω διαβεβαίωση ενώπιον του Υπουργού.
73(I)/2004
Οπλισμός και εξαρτύσεις παραδίδονται, όταν μέλος παύσει να ανήκει στην Αστυνομία
22.- (1) Μέλος της Αστυνομίας που παύει να ανήκει στην Αστυνομία ή που παύει να βρίσκεται σε ενεργό υπηρεσία, παραδίδει αμέσως στο πρόσωπο που διορίζεται από τον Αρχηγό για το σκοπό αυτό ή στον προϊστάμενο του μέρους στο οποίο το μέλος στάθμευσε τελευταίως όλο τον οπλισμό, τα πυρομαχικά, τις εξαρτύσεις, τη στολή και τα άλλα εφόδια με τα οποία εφοδιάστηκε και που αποτελούν περιουσία της κυβέρνησης.
(2) Μέλος της Αστυνομίας το οποίο, ενώ έπαυσε να ανήκει στην Αστυνομία ή έπαυσε να βρίσκεται σε ενεργό υπηρεσία, παραλείπει να παραδώσει τον οπλισμό, τα πυρομαχικά, τις εξαρτύσεις, της στολή ή τα άλλα εφόδια, όπως απαιτείται από το άρθρο αυτό, σε περίπτωση καταδίκης του υπόκειται σε φυλάκιση για περίοδο που δεν υπερβαίνει τους τρεις μήνες ή σε πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις πεντακόσιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές και το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει ένταλμα έρευνας και κατάσχεσης όλου του οπλισμού, των πυρομαχικών, των εξαρτύσεων, της στολής και των άλλων εφοδίων τα οποία δεν παραδόθηκαν με τον τρόπο αυτό.
73(I)/2004
ΜΕΡΟΣ IV ΕΞΟΥΣΙΕΣ ΚΑΙ ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ ΜΕΛΩΝ ΤΗΣ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ
Ιδιωτική απασχόληση
23.- (1) Το σύνολο του χρόνου των μελών της Αστυνομίας τελεί στη διάθεση της Δημοκρατίας, εκτός αν προβλέπεται, ρητά, διαφορετικά στους όρους του διορισμού τους.
(2) Μέλος της Αστυνομίας του οποίου το σύνολο του χρόνου τελεί στη διάθεση της Δημοκρατίας δεν επιτρέπεται να ασκεί οποιοδήποτε επάγγελμα ή επιτήδευμα ή να ασχολείται ή μετέχει σε οποιαδήποτε εργασία ή επιχείρηση:
Νοείται ότι, σε εξαιρετικές περιπτώσεις και με τη σύσταση του Αρχηγού, ο Υπουργός δύναται να χορηγήσει άδεια σε μέλος της Αστυνομίας για μερική ιδιωτική απασχόληση ή πρόσληψη, εφόσον-
(α) κρίνεται ότι αυτή δεν επηρεάζει την άρτια εκτέλεση των καθηκόντων του,
(β) εξασφαλίζεται προς τούτο η σύμφωνη γνώμη του Υπουργού Εργασίας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, και
(γ) χορηγείται σύμφωνα με τους όρους και προϋποθέσεις που καθορίζονται από το Υπουργικό Συμβούλιο για την παραχώρηση άδειας μερικής ιδιωτικής απασχόλησης στους δημόσιους υπαλλήλους:
Νοείται περαιτέρω ότι κάθε τέτοια άδεια δυνατό να υπόκειται στον όρο ότι το σύνολο ή οποιοδήποτε μέρος κάθε αμοιβής πληρωτέας σε σχέση με οποιαδήποτε τέτοια απασχόληση ή πρόσληψη θα καταβάλλεται στο δημόσιο ταμείο.
(3) Κάθε μέλος της Αστυνομίας του οποίου μέλος της οικογένειας διατηρεί κατάστημα ή ασκεί εμπόριο ή προτίθεται να ανοίξει κατάστημα ή να ασκήσει εμπόριο οφείλει να δώσει γι’ αυτό γραπτή ειδοποίηση στον Αρχηγό.
Για τους σκοπούς του εδαφίου αυτού “μέλος της οικογένειας” σημαίνει σύζυγο με την οποία το μέλος της Αστυνομίας δε βρίσκεται σε διάσταση και τέκνο του μέλους της Αστυνομίας που διαμένει μαζί του.
(4)(α) Δεν επιτρέπεται σε μέλος της Αστυνομίας να-
(i) συμμετέχει στη διοίκηση οποιασδήποτε μη δημόσιας εταιρείας ή συνεταιρισμού ή άλλης επιχείρησης ιδιωτικής φύσης∙ και
(ii) κατέχει μετοχές, ή άλλο συμφέρον σε οποιαδήποτε μη δημόσια εταιρεία ή συνεταιρισμό ή άλλη επιχείρηση ιδιωτικής φύσης∙
εφόσον δεν έχει προηγουμένως εξασφαλίσει άδεια από τον Υπουργό, η οποία δύναται να χορηγηθεί κατόπιν σύστασης του Αρχηγού, με τέτοιους όρους όπως ήθελε καθορίσει ο Υπουργός, υπό την προϋπόθεση ότι η χορήγηση τέτοιας άδειας δεν είναι ασυμβίβαστη με την εκτέλεση των καθηκόντων του ως μέλους της Αστυνομίας.
(β) Δεν επιτρέπεται σε μέλος της Αστυνομίας να συμμετέχει στη διοίκηση οποιασδήποτε δημόσιας εταιρείας.
(5) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου (4), ο Υπουργός χορηγεί σε μέλος της Αστυνομίας άδεια, όπως αυτή προβλέπεται στις διατάξεις της παραγράφου (α) αυτού, στις ακόλουθες περιπτώσεις:
(α) Όταν η χορήγησή της εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον∙
(β) όταν το συμφέρον του μέλους της Αστυνομίας στην εταιρεία, στον συνεταιρισμό ή στην επιχείρηση ιδιωτικής φύσης προήλθε από κληρονομική διαδοχή και η κατοχή των μετοχών δεν επηρεάζει το μέλος στην εκτέλεση των καθηκόντων του.
(6) Μέλος της Αστυνομίας δύναται να κατέχει μετοχές δημόσιων εταιρειών, ο αριθμός των οποίων δεν υπερβαίνει το ποσοστό του μετοχικού κεφαλαίου, το οποίο καθορίζει ο Υπουργός Οικονομικών, για ανάλογες περιπτώσεις, για τους δημόσιους υπαλλήλους της Δημοκρατίας:
Νοείται ότι, μέλος της Αστυνομίας δεν δύναται να κατέχει μετοχές σε δημόσια εταιρεία, οι οποίες του παρέχουν δικαίωμα για έλεγχο ή διοίκηση σε αυτή.
(7) Κάθε μέλος της Αστυνομίας, μετά τον διορισμό του στην Αστυνομία και στη συνέχεια κάθε έτος, δηλώνει στον Αρχηγό τα στοιχεία οποιασδήποτε επένδυσης ή συμφέροντος τα οποία τυχόν έχει σε οποιαδήποτε εταιρεία ή συνεταιρισμό ή επιχείρηση ιδιωτικής φύσης, οι εργασίες της οποίας σχετίζονται άμεσα ή έμμεσα με τα καθήκοντά του.
73(I)/2004
4(I)/2021
175(Ι)/2022
Γενικές εξουσίες και καθήκοντα μελών της Αστυνομίας
24.- (1) Κάθε μέλος της Αστυνομίας ασκεί τέτοιες εξουσίες και εκτελεί τέτοια καθήκοντα που δυνατό να ανατίθενται ή επιβάλλονται σε μέλος της Αστυνομίας βάσει οποιουδήποτε νόμου και υπακούει σε όλες τις νόμιμες διαταγές σε σχέση με την άσκηση του αξιώματός του, τις οποίες δύναται από καιρό σε καιρό να λαμβάνει από τους ανωτέρους του στην Αστυνομία.
(2) Είναι καθήκον κάθε μέλους της Αστυνομίας πρόθυμα να υπακούει και να εκτελεί όλες τις διαταγές και εντάλματα που νόμιμα εκδίδονται σε αυτόν από οποιαδήποτε αρμόδια αρχή, να συλλέγει και να μεταδίδει πληροφορίες που επηρεάζουν τη δημόσια γαλήνη και την ασφάλεια της Κυπριακής Δημοκρατίας, να εμποδίζει τη διάπραξη αδικημάτων και δημόσιας οχληρίας, να ανακαλύπτει και να προσάγει παραβάτες ενώπιον της δικαιοσύνης και να συλλαμβάνει όλα τα πρόσωπα τα οποία είναι νόμιμα εξουσιοδοτημένος να συλλαμβάνει, για τη σύλληψη των οποίων υπάρχει ικανοποιητικός λόγος.
(3) Κάθε μέλος της Αστυνομίας θεωρείται ότι βρίσκεται σε καθήκον πάντοτε και δύναται, οποτεδήποτε, να κληθεί σε καθήκον σε οποιοδήποτε μέρος της Δημοκρατίας.
(4) Όταν μέλος της Αστυνομίας εκτελεί τα καθήκοντα δεσμοφύλακα, το μέλος αυτό της Αστυνομίας, ενώ είναι απασχολημένο με οποιοδήποτε τέτοιο καθήκον, θεωρείται ως δεσμοφύλακας και έχει όλες τις εξουσίες, την προστασία και τα προνόμια που δίδονται σε τέτοιο λειτουργό.
73(I)/2004
Χρήση φορητών καμερών
24Α.-(1) Κάθε μέλος της Αστυνομίας δύναται, τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (2), να ενεργοποιεί φορητή κάμερα και να τη χρησιμοποιεί για λήψη και καταγραφή ήχου και εικόνας κατά τις ακόλουθες περιπτώσεις:
(α) Σύλληψη ή/και έρευνα οποιουδήποτε προσώπου∙
(β) είσοδος σε οποιονδήποτε τόπο για έρευνα και κατά τη διεξαγωγή αυτής∙
(γ) καταδίωξη οποιουδήποτε προσώπου ή μεταφορικού μέσου∙
(δ) ανακοπή προσώπου ή/και μεταφορικού μέσου για-
(ι) έρευνα, περιλαμβανομένης της διεξαγωγής αυτής∙ και
(ιι) καταγγελία οποιουδήποτε αδικήματος κατά παράβαση οποιουδήποτε νόμου∙
(ε) προσέλευση μελών της Αστυνομίας σε σκηνή διάπραξης αδικήματος κατά παράβαση οποιουδήποτε νόμου∙
(στ) διεξαγωγή επιχείρησης υψηλού κινδύνου∙ και
(ζ) όταν το μέλος της Αστυνομίας υφίσταται επίθεση ή αντιμετωπίζει αντίσταση ή παρεμποδίζεται κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του.
(2) Η ενεργοποίηση και χρήση φορητής κάμερας σε οχήματα της Αστυνομίας χωρίς αστυνομικά διακριτικά για σκοπούς λήψης και καταγραφής ήχου και εικόνας επιτρέπεται, νοουμένου ότι προηγουμένως έχει καταστεί εμφανές στο πρόσωπο που καταδιώκεται ή ανακόπτεται ότι πρόκειται για όχημα της Αστυνομίας είτε με τη χρήση της αστυνομικής σειρήνας ή/και του αστυνομικού φάρου του οχήματος είτε με οποιονδήποτε άλλο κατανοητό για το εν λόγω πρόσωπο τρόπο.
(3) Για την εφαρμογή των διατάξεων των εδαφίων (1) και (2)-
(α) αμέσως μετά την ενεργοποίηση της φορητής κάμερας, το μέλος της Αστυνομίας που τη θέτει σε λειτουργία αναφέρει με σαφήνεια για σκοπούς καταγραφής την ημέρα, ώρα, και τόπο όπου αυτός βρίσκεται∙
(β) αμέσως μετά την έναρξη της λειτουργίας της φορητής κάμερας και κατά τη διάρκεια λήψης και καταγραφής ήχου και εικόνας, το μέλος της Αστυνομίας που τη θέτει σε λειτουργία ενημερώνει για τη λήψη και καταγραφή του οπτικοακουστικού υλικού, εκτός σε εξαιρετικές περιπτώσεις που αυτό δεν είναι άμεσα και εύλογα εφικτό-
(i) το πρόσωπο για το οποίο τέθηκε εξ υπαρχής η φορητή κάμερα σε λειτουργία∙ και
(ii) κάθε πρόσωπο το οποίο εισέρχεται στο πεδίο λήψης και καταγραφής του οπτικοακουστικού υλικού, ενώ η φορητή κάμερα βρίσκεται σε λειτουργία∙
(γ) η Αστυνομία χρησιμοποιεί φορητές κάμερες οι οποίες κατά τη λήψη και καταγραφή ήχου και εικόνας εκπέμπουν φωτεινό σήμα, ώστε να καθίσταται οπτικά αντιληπτή η λειτουργία τους∙
(δ) το μέλος της Αστυνομίας που έθεσε σε λειτουργία τη φορητή κάμερα τερματίζει τη λειτουργία της αμέσως μετά την ολοκλήρωση του σκοπού για το οποίο την είχε θέσει εξ υπαρχής σε λειτουργία, αφού προηγουμένως αναφέρει με σαφήνεια για σκοπούς καταγραφής, την ημέρα, ώρα, και τόπο όπου αυτός βρίσκεται:
Νοείται ότι, η συνεχής και χωρίς αιτιολογία λειτουργία φορητής κάμερας και η λήψη και καταγραφή οπτικοακουστικού υλικού δεν είναι επιτρεπτή∙ και
(ε) η λήψη και καταγραφή με φορητή κάμερα σκηνών σωματικής έρευνας ευαίσθητων περιοχών του σώματος οποιουδήποτε προσώπου ή/και προσώπου χωρίς ενδυμασία ή/και μερικώς ενδεδυμένου κατά τρόπο που παραμένουν ακάλυπτες οι ευαίσθητες περιοχές του σώματος επιτρέπεται, νοουμένου ότι κατά την προβολή του οπτικοακουστικού υλικού που καταγράφηκε από φορητή κάμερα οι εν λόγω περιοχές σκιάζονται τεχνικά:
Νοείται ότι, για σκοπούς της παρούσας παραγράφου ευαίσθητες περιοχές σώματος σημαίνει τα γεννητικά όργανα, την πρωκτική περιοχή, τους γλουτούς και τους μαστούς.
(4) Το οπτικοακουστικό υλικό που προκύπτει από την ενεργοποίηση και χρήση φορητής κάμερας σύμφωνα με τις διατάξεις των εδάφιων (1), (2) και (3)-
(α) καταγράφεται και αποθηκεύεται κρυπτογραφημένα στη φορητή κάμερα και σε διακομιστή της Αστυνομίας με τέτοιο τρόπο, ώστε να προστατεύεται από οποιαδήποτε αλλοίωση, διαρροή, τροποποίηση ή άλλη παρέμβαση, ως προνοείται σε σχετική αστυνομική διαταγή∙
(β) δεν υποκαθιστά οποιοδήποτε άλλο ανακριτικό μέτρο και δεν επηρεάζει με οποιονδήποτε τρόπο τη διαδικασία που ακολουθείται για την ολοκλήρωση της διερεύνησης αδικήματος∙
(γ) δύναται να χρησιμοποιείται ως μαρτυρικό υλικό, σε κάθε ποινική ή πολιτική δικαστική διαδικασία ή πειθαρχική διαδικασία∙ και
(δ) τυγχάνει επεξεργασίας, ανάλογα με την περίπτωση, σύμφωνα με τις διατάξεις-
(i) του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Απριλίου 2016 για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ (Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων)∙
(ii) του περί της Προστασίας των Φυσικών Προσώπων Έναντι της Επεξεργασίας των Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και της Ελεύθερης Κυκλοφορίας των Δεδομένων αυτών Νόμου∙ και/ή
(iii) του περί της Προστασίας των Φυσικών Προσώπων Έναντι της Επεξεργασίας των Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα από Αρμόδιες Αρχές για τους Σκοπούς της Πρόληψης, Διερεύνησης, Ανίχνευσης ή Δίωξης Ποινικών Αδικημάτων ή της Εκτέλεσης Ποινικών Κυρώσεων και για την Ελεύθερη Κυκλοφορία των Δεδομένων αυτών Νόμου.
(5) Σε περίπτωση κατά την οποία το μέλος της Αστυνομίας που έφερε τη φορητή κάμερα κρίνει, με τη σύμφωνη γνώμη του αρμόδιου Αστυνομικού Διευθυντή ή Διοικητή Μονάδας, ότι το οπτικοακουστικό υλικό που λήφθηκε και καταγράφηκε από αυτή δεν σχετίζεται και δεν υποβοηθάει με οποιονδήποτε τρόπο τη διερεύνηση ή δίωξη ποινικού ή πειθαρχικού αδικήματος και υπό την προϋπόθεση ότι δεν έχει υποβληθεί οποιοδήποτε παράπονο στην ΑΑΔΙΠΑ σε σχέση με το εν λόγω οπτικοακουστικό υλικό ή οποιοδήποτε αίτημα στην Αστυνομία για διαφύλαξη του υλικού αυτού για αξιοποίησή του σε πολιτική δικαστική διαδικασία, το υλικό αυτό και οποιοδήποτε αντίγραφό του καταστρέφονται μετά την πάροδο τριών (3) μηνών από την ημερομηνία που παρασχέθηκε η σύμφωνη γνώμη του αρμόδιου Αστυνομικού Διευθυντή ή Διοικητή Μονάδας και σε κάθε περίπτωση το αργότερο σε έξι (6) μήνες από την ημερομηνία λήψης του υλικού:
Νοείται ότι, σε περίπτωση που υποβάλλεται αίτημα για διαφύλαξη του υλικού αυτού στην Αστυνομία για αξιοποίησή του σε πολιτική δικαστική διαδικασία ή σε περίπτωση που έχει κινηθεί σε σχέση με αυτό οποιαδήποτε τέτοια διαδικασία, το υλικό αυτό διατηρείται για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα και καταστρέφεται με την περάτωση της διαδικασίας αυτής ενώπιον του Δικαστηρίου ή με την παραγραφή του δικαιώματος έγερσης πολιτικής δικαστικής διαδικασίας σε σχέση με αυτό.
(6) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου (5), το οπτικοακουστικό υλικό φορητής κάμερας δύναται να διατηρείται για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, αποκλειστικά για σκοπούς διερεύνησης των αδικημάτων που προβλέπονται στις διατάξεις του εδαφίου (8) και με το πέρας της διερεύνησης, καταστρέφεται σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (7).
(7) Οπτικοακουστικό υλικό που λήφθηκε και καταγράφηκε από φορητή κάμερα, το οποίο αποτελεί μέρος μαρτυρίας, στην περίπτωση περάτωσης της διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου ή διακοπής της διαδικασίας διερεύνησης, καταστρέφεται σύμφωνα με τις διατάξεις πολιτικής καταστροφής του μαρτυρικού υλικού που καθορίζει ο Αρχηγός με αστυνομική διαταγή.
(8) Πρόσωπο το οποίο-
(α) εσκεμμένα θέτει σε λειτουργία και χρησιμοποιεί φορητή κάμερα κατά παράβαση των διατάξεων των εδαφίων (1), (2) και (3)∙
(β) εσκεμμένα και χωρίς εξουσιοδότηση αποκτά πρόσβαση ή αποπειράται να αποκτήσει πρόσβαση ή προκαλεί ή επιτρέπει σε άλλο μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο να αποκτήσει πρόσβαση σε οπτικοακουστικό υλικό φορητής κάμερας που λήφθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις των εδαφίων (1), (2) και (3) ή κατά παράβαση αυτών∙ ή
(γ) εσκεμμένα και χωρίς εξουσιοδότηση αποκαλύπτει ή αποπειράται να αποκαλύψει σε άλλο μη εξουσιοδοτημένο πρόσωπο το οπτικοακουστικό υλικό φορητής κάμερας που λήφθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις των εδαφίων (1), (2) και (3) ή κατά παράβαση αυτών,
είναι ένοχο αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία (3) έτη.
(9) Για σκοπούς του παρόντος άρθρου “τόπος” έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό από τις διατάξεις του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου.
53(I)/2026
Μετρήσεις, φωτογραφίες, δακτυλικά αποτυπώματα κ.λπ. προσώπων που τελούν υπό νόμιμη κράτηση
25.- (1) Κάθε μέλος της Αστυνομίας με βαθμό Λοχία ή ανώτερο μπορεί να λάβει ή να μεριμνήσει ώστε να ληφθούν από οποιοδήποτε πρόσωπο που τελεί υπό νόμιμη κράτηση ή το οποίο υπόκειται σε αστυνομική επιτήρηση, για σκοπούς καταχώρισης, σύγκρισης, αναγνώρισης και γενικά για σκοπούς διερεύνησης οποιουδήποτε αδικήματος:
(α) μετρήσεις, φωτογραφίες, δακτυλικά αποτυπώματα, αποτυπώματα παλάμης και πέλματος, δείγματα γραφικού χαρακτήρα, αποκόμματα ονύχων, δείγματα τριχών, σάλιου, κατάλοιπα ξένης ουσίας στο σώμα οποιουδήποτε από τα πρόσωπα αυτά με συναίνεσή του ή κατόπιν διαταγής του Δικαστηρίου, αν αυτό δε συναινεί.
(β) με τη βοήθεια ιατρικού λειτουργού δείγματα αίματος και ούρων οποιουδήποτε από τα πρόσωπα αυτά με συναίνεσή του ή κατόπιν διαταγής του Δικαστηρίου, αν αυτό δε συναινεί.
(2) Εάν το πρόσωπο στο οποίο αφορούν τα στοιχεία που λήφθηκαν με βάση το εδάφιο (1) δεν κατηγορηθεί στο δικαστήριο για αδίκημα ή εάν απολυθεί χωρίς να διατυπωθούν εναντίον του κατηγορίες ή αθωωθεί από το Δικαστήριο και δε βαρύνεται με προηγούμενη καταδίκη για ποινικό αδίκημα, τότε όλες οι καταχωρίσεις των μετρήσεων, φωτογραφιών, δακτυλικών αποτυπωμάτων και αποτυπωμάτων παλάμης και πέλματος και οποιαδήποτε αρνητικά αντίγραφα των φωτογραφιών αυτών ή των φωτογραφιών των δακτυλικών αυτών αποτυπωμάτων καταστρέφονται αμέσως ή παραδίδονται στο πρόσωπο στο οποίο αφορούν.
(3) Πρόσωπο που τελεί υπό νόμιμη κράτηση ή το οποίο υπόκειται σε αστυνομική επιτήρηση και αρνείται ή παρεμποδίζει ή δεν επιτρέπει να ληφθούν τα στοιχεία που αναφέρονται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (1) είναι ένοχο αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε φυλάκιση για περίοδο που δεν υπερβαίνει τους έξι μήνες ή σε χρηματική ποινή μέχρι τετρακόσιες πενήντα λίρες ή και στις δυο αυτές ποινές.
73(I)/2004
73(I)/2006
Εξουσίες μήνυσης
26. Τηρουμένης οποιασδήποτε οδηγίας του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, θα είναι νόμιμο για οποιοδήποτε μέλος της Αστυνομίας να προβαίνει σε μήνυση ή κατηγορία εναντίον οποιουδήποτε προσώπου ενώπιον των Δικαστηρίων και να αιτείται την έκδοση κλήσης, εντάλματος, εντάλματος έρευνας ή τέτοιας άλλης νομικής διαδικασίας που δυνατό να εκδοθεί με νόμο εναντίον οποιουδήποτε προσώπου και να καλεί ενώπιον των Δικαστηρίων οποιοδήποτε πρόσωπο που κατηγορείται για αδίκημα και να διευθύνει δημόσιες ποινικές διώξεις εναντίον οποιουδήποτε τέτοιου προσώπου.
Νοείται ότι κανένα μέλος της Αστυνομίας δεν εμφανίζεται και ενεργεί ως δημόσιος κατήγορος, αν δεν κατέχει όλα τα προσόντα που προβλέπει ο περί Δημόσιων Κατηγόρων Νόμος.
73(I)/2004
169(I)/2011
Καμιά ευθύνη για πράξη που γίνεται βάσει εξουσιοδότησης εντάλματος
27.- (1) Όταν η υπεράσπιση σε οποιαδήποτε αγωγή που εγείρεται εναντίον μέλους της Αστυνομίας είναι ότι η πράξη για την οποία γίνεται η μήνυση διενεργείται προς υπακοή εντάλματος που φέρεται ότι εκδόθηκε από Δικαστήριο, το Δικαστήριο που εκδικάζει την αγωγή αυτή, με την προσαγωγή του εντάλματος που περιέχει την υπογραφή μέλους του Δικαστηρίου που αναφέρεται και με την απόδειξη ότι η πράξη για την οποία γίνεται η μήνυση διενεργήθηκε προς υπακοή προς στο ένταλμα αυτό, δύναται να εκδώσει απόφαση υπέρ του μέλους αυτού της Αστυνομίας:
Νοείται ότι η υπεράσπιση αυτή δεν παρέχεται σε μέλος της Αστυνομίας, αν αποδειχθεί ότι το ένταλμα εκδόθηκε ως αποτέλεσμα οποιασδήποτε ψευδούς δήλωσης ή απόκρυψης που έγινε στο Δικαστήριο από το μέλος της Αστυνομίας που επικαλείται την προστασία που προβλέπεται στο εδάφιο αυτό.
(2) Καμιά απόδειξη της υπογραφής του μέλους του Δικαστηρίου δεν απαιτείται, εκτός αν το Δικαστήριο που εκδικάζει την αγωγή έχει λόγο να αμφισβητεί τη γνησιότητά της και, όταν αποδειχθεί ότι η υπογραφή αυτή δεν είναι γνήσια, ανεξάρτητα από αυτό εκδίδεται απόφαση υπέρ του μέλους αυτού της Αστυνομίας, αν αποδειχθεί ότι, κατά το χρόνο κατά τον οποίο διαπράχθηκε η πράξη για την οποία γίνεται η μήνυση …
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.