← Κύπρος

Ο Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμος του 2013 - 17(I)/2013

Εν συντομία

Αυτός ο νόμος αφορά την εξυγίανση πιστωτικών και άλλων ιδρυμάτων, δηλαδή τη διαδικασία διάσωσης ή αναδιάρθρωσης προβληματικών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων. Στόχος του είναι η διατήρηση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας και η προστασία των καταθετών και των δημοσίων πόρων.

Τι ρυθμίζει

Ποιον αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
Ο Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμος του 2013 - 17(I)/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | Επικοινωνία Κατάλογος Ενοποιημένης Νομοθεσίας Ο Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμος του 2013 (17(I)/2013) Περιεχόμενα Πλήρες Κείμενο Εκτύπωση Ιστορικό Τροποποιήσεων 17(I)/2013 38(I)/2013 97(Ι)/2013 90(Ι)/2014 22(I)/2016 Προοίμιο Η Βουλή των Αντιπροσώπων ψηφίζει ως ακολούθως: Συνοπτικός τίτλος 1. Ο παρών Νόμος θα αναφέρεται ως ο περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμος του 2013. 17(I)/2013 ΜΕΡΟΣ Ι ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ Ερμηνεία 2. Στον παρόντα Νόμο, εκτός εάν από το κείμενο προκύπτει διαφορετική έννοια- «ανώτατη εκτελεστική διεύθυνση» σημαίνει τους διευθυντές ή και εκτελεστικούς συμβούλους, όπως αυτοί ορίζονται στην περί της Ικανότητας και Καταλληλότητας (Κριτήρια Αξιολόγησης) των Συμβούλων και των Διευθυντών Τραπεζών Οδηγία του 2006 και 2007 που εκδόθηκε δυνάμει των περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμων του 1997 έως 2013. «ανώτερα διευθυντικά στελέχη» σημαίνει οποιοδήποτε πρόσωπο δίνει απευθείας αναφορά ή λαμβάνει απευθείας οδηγίες από την ανώτατη εκτελεστική διεύθυνση∙ «αρμόδια εποπτική αρχή» σημαίνει την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου∙ «Αρχή Εξυγίανσης» σημαίνει την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου∙ «εγγυημένη κατάθεση» σημαίνει την κατάθεση που καλύπτεται, σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Σύστασης και Λειτουργίας Σχεδίου Προστασίας Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013 και των περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμων του 1985 έως 2013∙ «Ειδικός Διαχειριστής» σημαίνει τον ειδικό διαχειριστή όπως προβλέπεται στο Μέρος IV∙ «εκκαθάριση» σημαίνει- (α) σε σχέση με επηρεαζόμενο ίδρυμα που είναι τράπεζα ή συνεργατικό πιστωτικό ίδρυμα, την ειδική εκκαθάρισή του, δυνάμει των διατάξεων του Μέρους ΧΙΙΙ των περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμων του 1997 έως (Αρ. 4) του 2013, (β) σε σχέση με τον Οργανισμό Χρηματοδότησης Στέγης, την εκκαθάρισή του, σύμφωνα με νόμο που ψηφίζεται για το σκοπό αυτό, (γ) σε σχέση με εταιρεία διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων, την εκκαθάρισή της, δυνάμει των διατάξεων του περί Εταιρειών Νόμου∙ «ενδιάμεση τράπεζα» σημαίνει την τράπεζα που ιδρύεται, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 10∙ «επηρεαζόμενο ίδρυμα» σημαίνει ίδρυμα, που υπόκειται στις πρόνοιες του παρόντος Νόμου και περιλαμβάνει- (α) τράπεζα, με την έννοια που αποδίδουν στον όρο αυτό, οι περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμοι του 1997 έως 2013, περιλαμβανομένων και των υποκαταστημάτων τραπεζών που έχουν την έδρα τους σε τρίτες χώρες και λειτουργούν στη Δημοκρατία, (β) μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στην Δημοκρατία, (γ) συνεργατικό πιστωτικό ίδρυμα, με την έννοια που αποδίδουν στον όρο αυτό, οι περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμοι του 1997 έως (Αρ. 4) του 2013· (δ) τον Οργανισμό Χρηματοδότησης Στέγης∙ «Επιτροπή Εξυγίανσης» σημαίνει την Επιτροπή που προβλέπεται στο άρθρο 2Α ∙ «εταιρεία διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων» σημαίνει την εταιρεία που συστήνεται κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 11∙ «καταθέτης» σημαίνει πρόσωπο, το οποίο κατέχει κατάθεση σε επηρεαζόμενο ίδρυμα, με την έννοια που αποδίδεται στον όρο «κατάθεση», από το άρθρο 2 των περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμων του 1997 έως (Αρ. 4) του 2013∙ «μέτρα εξυγίανσης» σημαίνει τα μέτρα, τα οποία προβλέπονται στο Μέρος ΙΙΙ∙ «ίδρυμα που υπόκειται σε εξυγίανση» σημαίνει επηρεαζόμενο ίδρυμα, για το οποίο αναλαμβάνεται δράση εξυγίανσης∙ «Κεντρική Τράπεζα» σημαίνει την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου∙ «κράτος μέλος» σημαίνει κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή άλλο κράτος που είναι συμβαλλόμενο μέρος στη Συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, η οποία υπογράφτηκε στο Οπόρτο στις 2 Μαΐου 1992 και προσαρμόστηκε από το Πρωτόκολλο, το οποίο υπογράφτηκε στις Βρυξέλλες την 17η Μαΐου 1993, ως η Συμφωνία αυτή περαιτέρω εκάστοτε τροποποιείται∙ «Μονάδα Εξυγίανσης» σημαίνει τη Μονάδα που προβλέπεται στο άρθρο 5Α· «μητρική χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών εγκατεστημένη στη Δημοκρατία» σημαίνει χρηματοδοτική εταιρεία συμμετοχών, η οποία δεν αποτελεί η ίδια θυγατρική ιδρύματος με άδεια λειτουργίας στη Δημοκρατία ή άλλης χρηματοδοτικής εταιρείας συμμετοχών ή μεικτής χρηματοοικονομικής εταιρείας συμμετοχών συσταθείσας στη Δημοκρατία∙ «Οδηγία» σημαίνει την κανονιστικού περιεχομένου Οδηγία της Αρχής Εξυγίανσης που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας∙ «συνεργατικό πιστωτικό ίδρυμα» σημαίνει συνεργατικό πιστωτικό ίδρυμα, με την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό, από το άρθρο 2 των περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμων του 1997 έως (Αρ. 4) του 2013∙ «Σχέδιο» σημαίνει το Σχέδιο Προστασίας Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων που συστάθηκε δυνάμει του περί Σύστασης και Λειτουργίας Σχεδίου Προστασίας Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013∙ «Ταμείο Προστασίας Καταθέσεων» σημαίνει- (α) σε σχέση με τον Οργανισμό Χρηματοδότησης Στέγης ή επηρεαζόμενο ίδρυμα που είναι τράπεζα, το Ταμείο Προστασίας Καταθέσεων που προνοείται στους περί Σύστασης και Λειτουργίας Σχεδίου Προστασίας Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμους του 2013∙ (β) σε σχέση με επηρεαζόμενο ίδρυμα που είναι συνεργατικό πιστωτικό ίδρυμα, το Ταμείο Προστασίας Καταθέσεων ΣΠΙ που προνοείται στους περί Σύστασης και Λειτουργίας Σχεδίου Προστασίας Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμους του 2013∙ «Ταμεία» σημαίνει το Ταμείο Προστασίας Καταθέσεων και το Ταμείο Εξυγίανσης, ως αυτά ορίζονται στο παρόν άρθρο∙ «Ταμείο Εξυγίανσης» σημαίνει το Ταμείο Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων που συστάθηκε δυνάμει του περί Σύστασης και Λειτουργίας Σχεδίου Προστασίας Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013∙ «τίτλοι» σημαίνει τίτλους ιδιοκτησίας ή χρεωστικούς τίτλους ή δικαιώματα απόκτησης χρεωστικών τίτλων που εκδόθηκαν από επηρεαζόμενο ίδρυμα∙ «τίτλοι ιδιοκτησίας» σημαίνει μετοχές, αξιόγραφα μετατρέψιμα σε μετοχές, δικαιώματα απόκτησης μετοχών και δικαιώματα απόκτησης αξιογράφων μετατρέψιμων σε μετοχές, που εκδόθηκαν από επηρεαζόμενο ίδρυμα∙ «τρίτη χώρα» σημαίνει κράτος, άλλο από το κράτος μέλος. 17(I)/2013 97(Ι)/2013 90(Ι)/2014 Σύσταση και λειτουργία της Επιτροπής Εξυγίανσης υπό την Αρχή Εξυγίανσης 2Α.(1) Συστήνεται Επιτροπή Εξυγίανσης, υπό την Αρχή Εξυγίανσης, η οποία συγκροτείται από το/τη Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας και τους εκάστοτε διοριζόμενους, δυνάμει του άρθρου 13 των περί Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου Νόμων του 2002 έως 2014, εκτελεστικούς συμβούλους της Κεντρικής Τράπεζας. (2) Η Επιτροπή Εξυγίανσης είναι το αποφασίζον εκτελεστικό όργανο της Αρχής Εξυγίανσης και έχει ως κύρια αρμοδιότητα την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Νόμου, τη λήψη αποφάσεων και την έκδοση Διαταγμάτων ή Οδηγιών, ανάλογα με την περίπτωση, κατά τα οριζόμενα στον παρόντα Νόμο. (3)(α) Οι αποφάσεις της Επιτροπής Εξυγίανσης λαμβάνονται με απλή πλειοψηφία. (β) Σε περίπτωση συνεδριών που συμμετέχουν δύο μέλη, οι αποφάσεις της Επιτροπής Εξυγίανσης λαμβάνονται με τη σύμφωνη γνώμη και των δύο παρόντων μελών. (4)  Πρόεδρος της Επιτροπής Εξυγίανσης είναι ο/η Διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας.  Σε περίπτωση απουσίας ή άλλου κωλύματος του προέδρου, προεδρεύει το μέλος που επιλέγεται για το σκοπό αυτό από τα παριστάμενα μέλη. (5)  Για την έγκυρη διεξαγωγή των συνεδριών της Επιτροπής Εξυγίανσης, απαιτείται η παρουσία τουλάχιστον δύο μελών. (6)(α) Οι συνεδρίες συγκαλούνται από τον Πρόεδρο ή από οποιοδήποτε άλλο μέλος της Επιτροπής Εξυγίανσης. (β) Οι συνεδρίες της Επιτροπής Εξυγίανσης δύνανται να πραγματοποιούνται με ηλεκτρονικά μέσα, συμπεριλαμβανομένης της τηλεδιάσκεψης ή άλλων οπτικοακουστικών μέσων. (7)  Η πρόσκληση σε συνεδρία είναι γραπτή και απευθύνεται σε όλα τα μέλη της Επιτροπής Εξυγίανσης, μία τουλάχιστο μέρα πριν από την καθορισμένη για τη συνεδρία ημερομηνία: Νοείται ότι, η πρόσκληση δύναται να αποστέλλεται με ηλεκτρονικά μέσα, συμπεριλαμβανομένου ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ή τηλεομοιότυπου: Νοείται περαιτέρω ότι, σε έκτακτες, κατά την κρίση του Προέδρου της Επιτροπής Εξυγίανσης, περιπτώσεις, συνεδρία της Επιτροπής Εξυγίανσης συγκαλείται μετά από προφορική ή γραπτή πρόσκληση που κοινοποιείται από τον Πρόεδρο στα μέλη της Επιτροπής Εξυγίανσης το συντομότερο δυνατό και, εν πάση περιπτώσει, πριν από τον καθορισμένο για τη συνεδρία χρόνο. (8)(α) Τα πρακτικά της συνεδρίας τηρούνται από το Γραμματέα της Επιτροπής Εξυγίανσης, ο οποίος διορίζεται από την ίδια την Επιτροπή.  Σε περίπτωση απουσίας του Γραμματέα, πρακτικά τηρούνται από άλλο πρόσωπο που αποφασίζει ειδικά για αυτό το σκοπό η Επιτροπή. (β) Τα πρακτικά των συνεδριών τηρούνται εμπιστευτικά, εκτός αν αποφασισθεί διαφορετικά από την Επιτροπής Εξυγίανσης. (9) Η κατάργηση ή η χηρεία της θέσης οποιουδήποτε μέλους της Επιτροπής Εξυγίανσης δεν επηρεάζει την εγκυρότητα οποιουδήποτε διατάγματος, πράξης, απόφασης ή εργασίας της Επιτροπής Εξυγίανσης, εφόσον ο αριθμός των μελών δεν μειωθεί κάτω του απαιτούμενου για την απαρτία αριθμού μελών. 97(Ι)/2013 90(Ι)/2014 ΜΕΡΟΣ ΙΙ ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ ΚΑΙ ΑΡΧΗ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ Γενικές αρχές εξυγίανσης. 3. (1) Η Επιτροπή Εξυγίανσης, με τη σύμφωνη γνώμη του Υπουργού Οικονομικών, δύναται να αποφασίζει τη λήψη μέτρων εξυγίανσης, με γνώμονα την καλύτερη επίτευξη των πιο κάτω στόχων: (α) Τη συνέχιση προσφοράς κρίσιμων τραπεζικών ή χρηματοοικονομικών υπηρεσιών, (β) την πρόληψη δημιουργίας ή εξάπλωσης κινδύνων που πιθανόν να έχουν δυσμενείς επιπτώσεις στη σταθερότητα του χρηματοοικονομικού συστήματος, εντός ή και εκτός της Δημοκρατίας, (γ) τη διατήρηση της εμπιστοσύνης του κοινού στο χρηματοοικονομικό σύστημα, (δ) την προστασία των δημόσιων πόρων αποτρέποντας επηρεαζόμενα ιδρύματα από το να βασίζονται σε δημόσια στήριξη για τη διάσωσή τους, (ε) την προστασία των καταθετών που καλύπτονται από το Ταμείο Προστασίας Καταθέσεων, (στ) την ελαχιστοποίηση του κόστους εξυγίανσης για τους φορολογούμενους, (ζ) την προαγωγή της δημοσίας ωφέλειας και την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος. (2) Κατά τη λήψη και εφαρμογή των μέτρων εξυγίανσης, κατά τα οριζόμενα στο εδάφιο (1), εφαρμόζονται οι πιο κάτω γενικές αρχές: (α) Οι μέτοχοι ιδρύματος που υπόκειται σε εξυγίανση επωμίζονται πρώτοι τυχόν ζημιές που προκύπτουν από την εφαρμογή μέτρων εξυγίανσης, (β) οι πιστωτές ιδρύματος που υπόκειται σε εξυγίανση επωμίζονται τις ζημιές μετά τους μετόχους, σύμφωνα με τη σειρά προτεραιότητας των απαιτήσεων τους δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 4, (γ) εκτός όπου προνοείται διαφορετικά στον παρόντα Νόμο, ή εφόσον συντρέχουν επιτακτικοί λόγοι δημοσίου συμφέροντος, οι πιστωτές της ίδιας τάξεως τυγχάνουν ίσης μεταχείρισης, (δ) οι πιστωτές του ιδρύματος που υπόκειται σε εξυγίανση δεν βρίσκονται σε δυσμενέστερη οικονομική θέση ως αποτέλεσμα της εφαρμογής μέτρων εξυγίανσης συγκριτικά με τη θέση που θα βρίσκονταν εάν το εν λόγω ίδρυμα τίθετο εναλλακτικά σε εκκαθάριση, (ε) δύναται να αντικαθίσταται η ανώτατη εκτελεστική διεύθυνση του ιδρύματος που υπόκειται σε εξυγίανση, (στ) τα ανώτερα διευθυντικά στελέχη του ιδρύματος που υπόκειται σε εξυγίανση επωμίζονται ζημιές ανάλογες, με την ατομική ευθύνη που φέρουν για τους λόγους που έθεσαν το ίδρυμα σε εκκαθάριση, βάσει του αστικού ή ποινικού δικαίου, (ζ) η επέμβαση επί των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας δεν υπερβαίνει πρόνοιες του Συντάγματος και της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρώπινων Δικαιωμάτων, (η) δεν δημιουργείται σύγκρουση με το κοινοτικό πλαίσιο για τις δημόσιες ενισχύσεις και τους κανόνες ανταγωνισμού: Νοείται ότι, οποιεσδήποτε ζημιές, δαπάνες ή άλλα έξοδα, τα οποία προκύπτουν από την εφαρμογή των μέτρων εξυγίανσης αναλαμβάνονται πρωτίστως από τους μετόχους και τους πιστωτές του ιδρύματος που υπόκειται σε εξυγίανση, ενώ μόνον εφόσον εξαντληθούν οι πόροι των μετόχων και των πιστωτών, οι ζημίες, οι δαπάνες και τα άλλα έξοδα που προκύπτουν από την εφαρμογή των μέτρων εξυγίανσης αναλαμβάνονται προσωρινά από το Ταμείο Εξυγίανσης. 17(I)/2013 97(Ι)/2013 90(Ι)/2014 Προτεραιότητα απαιτήσεων 4. (1) Στην περίπτωση εκκαθάρισης ιδρύματος που υπόκειται σε εξυγίανση, εφαρμόζεται, κατά προτεραιότητα, το εδάφιο (1) και (2) του άρθρου 300 του περί Εταιρειών Νόμου. (2) Χωρίς επηρεασμό των διατάξεων του εδαφίου (1), καταβάλλονται χρέη ή απαιτήσεις εξασφαλισμένες με επιβάρυνση στην περιουσία του ιδρύματος που υπόκειται σε εξυγίανση, μέχρι ποσού που προκύπτει από τη ρευστοποίηση της εξασφάλισης ή η εξασφάλιση παραδίδεται στο δικαιούχο πιστωτή. (3) Λοιπά χρέη ή απαιτήσεις καταβάλλονται από τα έσοδα της εκκαθάρισης, με την ακόλουθη σειρά: (α) Αναγκαία και εύλογα έξοδα του ειδικού εκκαθαριστή και της Αρχής Εξυγίανσης, συμπεριλαμβανομένων επαγγελματικών εξόδων κατά την εφαρμογή των διατάξεων της εν λόγω εκκαθάρισης, (β) πιστώσεις που παραχωρήθηκαν στο ίδρυμα που υπόκειται σε εξυγίανση μετά το διορισμό του ειδικού εκκαθαριστή, (γ) πιστώσεις που παραχωρήθηκαν στο ίδρυμα που υπόκειται σε εξυγίανση από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου ή τα Ταμεία πριν το διορισμό του ειδικού εκκαθαριστή, (δ) εγγυημένη κατάθεση, ποσά οφειλόμενα προς το Ταμείο Προστασίας Καταθέσεων, οποιαδήποτε κρατική στήριξη δόθηκε στο ίδρυμα που υπόκειται σε εξυγίανση, δυνάμει του περί της Αναδιάρθρωσης Χρηματοοικονομικών Οργανισμών Νόμου του 2013 και κυβερνητικές εγγυήσεις που παραχωρήθηκαν στο ίδρυμα που υπόκειται σε εξυγίανση δυνάμει του περί της Παραχώρησης Κυβερνητικών Εγγυήσεων για τη Σύναψη Δανείων ή και την Έκδοση Ομολόγων από Πιστωτικά Ιδρύματα Νόμου του 2012, (ε) άλλα χρέη ή απαιτήσεις που δεν εξασφαλίζονται με επιβάρυνση στην περιουσία του ιδρύματος που υπόκειται σε εξυγίανση, (στ) χρέη ή απαιτήσεις μειωμένης εξασφάλισης (δευτεροβάθμιο κεφάλαιο). (4) Στην περίπτωση όπου το διαθέσιμο ποσό για πληρωμή οποιωνδήποτε χρεών ή απαιτήσεων ως διαλαμβάνονται στο εδάφιο (3) δεν επαρκεί για την πλήρη εξόφλησή τους, τα εν λόγω χρέη ή απαιτήσεις μειώνονται κατ’ αναλογία. Για οποιαδήποτε πληρωμή χρεών ή απαιτήσεων, τηρείται αυστηρά η σειρά προτεραιότητας, ως αυτή διαλαμβάνεται στο εδάφιο (3). (5) Χρέη ή απαιτήσεις που έχουν καταχωρηθεί εκτός της προθεσμίας που καθορίζεται σε σχετική νομοθεσία δεν ικανοποιούνται. Τυχόν έσοδα που απομένουν μετά την πλήρη εξόφληση των άλλων πιστωτών κατανέμονται μεταξύ των μετόχων του ιδρύματος που υπόκειται σε εξυγίανση, κατ’ αναλογία με τα δικαιώματά τους. (6) Η Αρχή Εξυγίανσης δύναται να διαχωρίζει χρέη και υποχρεώσεις της ίδιας τάξης, εάν θεωρείται αναγκαίο για τη διασφάλιση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας εντός και εκτός της Δημοκρατίας ή, όταν αυτό είναι προς όφελος των πιστωτών στο σύνολό τους και για την προαγωγή της δημόσιας ωφέλειας και την εξυπηρέτηση του δημόσιου συμφέροντος 17(I)/2013 Εξουσίες Αρχής Εξυγίανσης 5. (1) Για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου, η Αρχή Εξυγίανσης έχει την αποκλειστική εξουσία να λαμβάνει και να εφαρμόζει μέτρα εξυγίανσης σε επηρεαζόμενα ιδρύματα. (2) Η Αρχή Εξυγίανσης λαμβάνει τα απαραίτητα μέτρα για τη δημιουργία πλαισίου συνεργασίας με αρμόδια αρχή κράτους μέλους ή τρίτης χώρας για την προετοιμασία, τον προγραμματισμό και την εφαρμογή μέτρων εξυγίανσης, σε περίπτωση που οι εργασίες επηρεαζόμενου ιδρύματος στο έδαφος του εν λόγω κράτους μέλους ή τρίτης χώρας είναι σημαντικές για τη βιωσιμότητα του εν λόγω ιδρύματος. (3) Η Αρχή Εξυγίανσης ενημερώνει την αρμόδια αρχή κράτους μέλους ή τρίτης χώρας για την εφαρμογή μέτρων εξυγίανσης, κατά τα οριζόμενα στο εδάφιο (1) του άρθρου 7, σε επηρεαζόμενο ίδρυμα, το οποίο διατηρεί υποκατάστημα ή θυγατρική σε άλλο κράτος μέλος ή τρίτη χώρα ή αποτελεί θυγατρική ή υποκατάστημα τράπεζας με έδρα σε άλλο κράτος μέλος ή τρίτη χώρα. (4) Η Αρχή Εξυγίανσης δύναται να συνεργάζεται με αρμόδια αρχή της χώρας καταγωγής τράπεζας που έχει συσταθεί σε κράτος μέλος ή τρίτη χώρα, το οποίο διατηρεί θυγατρική εταιρεία που κατέχει άδεια διεξαγωγής τραπεζικών εργασιών ή υποκατάστημα στη Δημοκρατία, στο πλαίσιο μιας διασυνοριακής εξυγίανσης της εν λόγω τράπεζας. (5) Η Αρχή Εξυγίανσης δεν έχει εξουσία να εφαρμόζει μέτρα εξυγίανσης επί υποκαταστημάτων στη Δημοκρατία, των τραπεζών, που είναι εγκατεστημένα σε άλλο κράτος μέλος. (6) Η Κεντρική Τράπεζα λαμβάνει όλα τα απαραίτητα μέτρα για τη διασφάλιση- (i) του αποτελεσματικού διαχωρισμού των αρμοδιοτήτων της εποπτείας, ως προνοούνται στους περί Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου Νόμους του 2002 έως 2014, και της εφαρμογής των μέτρων εξυγίανσης, ως προνοούνται στον παρόντα Νόμο, (ii) της λειτουργικής ανεξαρτησίας μεταξύ των αρμοδιοτήτων εποπτείας, ως προνοούνται στους περί Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου Νόμους του 2002 έως 2014, και της εφαρμογής των μέτρων εξυγίανσης, ως προνοούνται στον παρόντα Νόμο, (iii) της επάρκειας της εμπειρογνωμοσύνης, των πόρων και της επιχειρησιακής ικανότητας για την εφαρμογή των μέτρων εξυγίανσης και της ικανότητας γρήγορης και ευέλικτης άσκησης των εξουσιών για την επίτευξη των σκοπών της. (7) Εφόσον ληφθούν μέτρα εξυγίανσης σε επηρεαζόμενο ίδρυμα, όλες οι εξουσίες, καθήκοντα και ευθύνες των μετόχων ή μελών, των συμβούλων ή μελών της επιτροπείας και των διευθυντών του ιδρύματος που υπόκειται σε εξυγίανση, δύνανται να ασκούνται από την Αρχή Εξυγίανσης ή και από τον Ειδικό Διαχειριστή, ο οποίος διορίζεται δυνάμει του άρθρου 14 και, σε τέτοια περίπτωση, οποιεσδήποτε ενέργειες ή αποφάσεις λαμβάνονται από το εν λόγω ίδρυμα ή από τρίτο, για λογαριασμό του εν λόγω ιδρύματος, θεωρούνται άκυρες, εκτός αν έχουν ληφθεί από ή με τη συγκατάθεση της Αρχής Εξυγίανσης. (8) Χωρίς επηρεασμό της γενικότητας του εδαφίου (7), η Αρχή Εξυγίανσης δύναται να απαιτεί την απομάκρυνση ή αντικατάσταση σύμβουλου ή μέλους της επιτροπείας ή διευθυντή του ιδρύματος που υπόκειται σε εξυγίανση, ανεξάρτητα από τις πρόνοιες οποιουδήποτε σε ισχύ νόμου. (9) Η Αρχή Εξυγίανσης ή και ο Ειδικός Διαχειριστής λαμβάνουν τα απαραίτητα μέτρα για να εξασφαλίσουν το φυσικό έλεγχο και την προστασία των εγκαταστάσεων, της περιουσίας, των λογιστικών βιβλίων και άλλων εγγράφων του ιδρύματος που υπόκειται σε εξυγίανση. (10) Για την εφαρμογή των μέτρων εξυγίανσης, η Αρχή Εξυγίανσης ή και ο Ειδικός Διαχειριστής έχουν δικαίωμα ελεύθερης εισόδου στις εγκαταστάσεις και ελεύθερη πρόσβαση στην περιουσία, στα λογιστικά βιβλία και σε άλλα έγγραφα του ιδρύματος που υπόκειται σε εξυγίανση. (11) Κατόπιν αιτήματος της Αρχής Εξυγίανσης ή και του Ειδικού Διαχειριστή, οι αστυνομικές αρχές βοηθούν την Αρχή Εξυγίανσης ή και τον Ειδικό Διαχειριστή να αποκτήσουν πρόσβαση σε όλους τους χώρους του ιδρύματος που υπόκειται σε εξυγίανση και να αποκτήσουν τον έλεγχο και να ασφαλίσουν την περιουσία, τα γραφεία, τα περιουσιακά στοιχεία, τα βιβλία, τα αρχεία και άλλα έγγραφα του ιδρύματος που υπόκειται σε εξυγίανση. (12) (α) Για την επίτευξη των σκοπών του παρόντος Νόμου και για την εκτέλεση των αρμοδιοτήτων της δυνάμει του παρόντος Νόμου και τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Νόμου, η Αρχή Εξυγίανσης δύναται να εκδίδει γενικές ή ειδικές οδηγίες ή διατάγματα, τα οποία γνωστοποιεί με οποιοδήποτε τρόπο ήθελε ορίσει. (β) Η Αρχή Εξυγίανσης δύναται να εκδίδει γενικές ή ειδικές οδηγίες ή εγκυκλίους, τις οποίες γνωστοποιεί με οποιοδήποτε τρόπο ήθελε ορίσει, σχετικά με τον καταρτισμό σχεδίων εξυγίανσης, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 30Β των περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμων του 1997 έως 2013 και στο άρθρο 51Δ των περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμων του 1985 έως 2013. (13) Η Αρχή Εξυγίανσης έχει πρόσβαση σε όλες τις πληροφορίες που βρίσκονται στην κατοχή της αρμόδιας εποπτικής αρχής, που θεωρούνται αναγκαίες για την εφαρμογή των μέτρων εξυγίανσης και την άσκηση των αρμοδιοτήτων της, δυνάμει του παρόντος Νόμου: Νοείται ότι, η αρμόδια εποπτική αρχή παρέχει στην Αρχή Εξυγίανσης, χωρίς καθυστέρηση, οποιαδήποτε πληροφορία θεωρεί σχετική με την άσκηση των αρμοδιοτήτων της Αρχής Εξυγίανσης, έστω και αν η Αρχή Εξυγίανσης δεν έχει ρητά ζητήσει τις εν λόγω πληροφορίες. (14) Η Αρχή Εξυγίανσης δύναται να αντιπροσωπεύει το ίδρυμα που υπόκειται σε εξυγίανση σε δικαστικές διαδικασίες, στις οποίες το εν λόγω ίδρυμα είναι διάδικος ή ενδιαφερόμενο μέρος και, οι οποίες εκκρεμούν κατά το χρόνο λήψης των μέτρων εξυγίανσης. 17(I)/2013 97(Ι)/2013 90(Ι)/2014 Σύσταση Μονάδας Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων 5Α.(1)Η Κεντρική Τράπεζα συστήνει Μονάδα Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων, με κύρια αρμοδιότητα την παροχή στήριξης στην Αρχή Εξυγίανσης και στην Επιτροπή Εξυγίανσης, σε σχέση με την εκτέλεση σκοπών, εξουσιών, αρμοδιοτήτων και καθηκόντων της δυνάμει του παρόντος Νόμου. (2) Η δυνάμει του εδαφίου (1) Μονάδα Εξυγίανσης, αναφέρεται απευθείας στην Επιτροπή Εξυγίανσης και στελεχώνεται από προσωπικό της Κεντρικής Τράπεζας. (3)  Μετά τον τερματισμό των μέτρων εξυγίανσης σε πιστωτικό ή άλλο ίδρυμα, η Αρχή Εξυγίανσης δύναται να αποφασίσει ότι η Μονάδα Εξυγίανσης συνεχίζει τη λειτουργία της, για αναγκαίους υπό τις περιστάσεις της εξυγίανσης, λόγους: Νοείται ότι, σε περίπτωση που κατά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου, εκκρεμούν μέτρα εξυγίανσης σε πιστωτικό ή άλλο ίδρυμα που υπόκεινται σε εξυγίανση, η Μονάδα Εξυγίανσης συστήνεται και στελεχώνεται, εντός επτά (7) ημερών από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου. (4)(α) Η Μονάδα Εξυγίανσης έχει ως πρωταρχικό καθήκον την παρακολούθηση της εφαρμογής των μέτρων εξυγίανσης και την αντιμετώπιση θεμάτων που προκύπτουν από την εφαρμογή αυτή. (β) Χωρίς επηρεασμό της γενικότητας της παραγράφου (α), τα καθήκοντα και οι αρμοδιότητες της Μονάδας Εξυγίανσης είναι μεταξύ άλλων- (i) η παροχή στήριξης στην Αρχή Εξυγίανσης και στην Επιτροπή Εξυγίανσης προς εκτέλεση των σκοπών και εξουσιών τους, κατά τα οριζόμενα στον παρόντα Νόμο· (ii) η δημιουργία και παρακολούθηση των σχεδίων εξυγίανσης· (iii) η προκαταρκτική αποτίμηση των περιουσιακών στοιχείων υπό εξυγίανση πιστωτικού ή άλλου ιδρύματος, δυνάμει του εδαφίου (1) του άρθρου 22· (iv) η αξιολόγηση των εναλλακτικών μέτρων εξυγίανσης που θα μπορούσαν να εφαρμοστούν επί επηρεαζόμενου ιδρύματος, λαμβάνοντας υπόψη τις γενικές αρχές εξυγίανσης, δυνάμει του άρθρου 3· (v) η συμμετοχή σε ομάδες εργασίας, επιτροπές και συμβούλια που συστήνονται σε ευρωπαϊκό επίπεδο και αφορούν θέματα σχετικά με την εξυγίανση πιστωτικών και άλλων ιδρυμάτων· και (vi) η εκτέλεση οποιωνδήποτε άλλων καθηκόντων ανατεθούν στη Μονάδα Εξυγίανσης από την Επιτροπή Εξυγίανσης. 90(Ι)/2014 Προϋποθέσεις λήψης μέτρων εξυγίανσης 6. (1) Η Αρχή Εξυγίανσης λαμβάνει μέτρα εξυγίανσης σε επηρεαζόμενο ίδρυμα, μόνο εάν ισχύουν όλες οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) Η αρμόδια εποπτική αρχή αφού διαβουλευθεί με την Επιτροπή Εξυγίανσης αποφασίζει ότι το επηρεαζόμενο ίδρυμα δεν είναι βιώσιμο ή πιθανόν να καταστεί μη βιώσιμο και διαφαίνεται εύλογος κίνδυνος ότι το επηρεαζόμενο ίδρυμα δυνατό να μην είναι σε θέση να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του ή και να συνεχίσει να λειτουργεί ως δρώσα οικονομική μονάδα, (β) χωρίς τη λήψη μέτρων εξυγίανσης, άλλες ενέργειες που δυνατό να ληφθούν σε εύλογο χρόνο από το επηρεαζόμενο ίδρυμα ή από την αρμόδια εποπτική αρχή, σύμφωνα με την αξιολόγηση της αρμόδιας εποπτικής αρχής, δεν επαρκούν ούτως ώστε το ίδρυμα να μπορεί να τηρεί τις απαιτήσεις κεφαλαιακής επάρκειας ή και ρευστότητας, και (γ) το μέτρο εξυγίανσης είναι αναγκαίο για την προαγωγή της δημόσιας ωφέλειας και την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος. (2) Για σκοπούς αξιολόγησης, κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο (α) του εδαφίου (1), η αρμόδια εποπτική αρχή δύναται να λαμβάνει υπόψη μία ή περισσότερες από τις ακόλουθες περιστάσεις, χωρίς ο κατάλογος αυτός να είναι εξαντλητικός: (α) Το επηρεαζόμενο ίδρυμα αδυνατεί ή ενδέχεται να αδυνατεί να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του όταν καθίστανται απαιτητές∙ (β) τα περιουσιακά στοιχεία του επηρεαζόμενου ιδρύματος υπολείπονται ή ενδέχεται να υπολείπονται των υποχρεώσεών του∙ (γ) το επηρεαζόμενο ίδρυμα αδυνατεί ή ενδέχεται να αδυνατεί να τηρεί τις απαιτήσεις κεφαλαιακής επάρκειας ή και ρευστότητας∙ (δ) έχει μειωθεί σημαντικά η πρόσβαση του επηρεαζόμενου ιδρύματος σε πηγές χρηματοδότησης∙ (ε) η διατήρηση της λειτουργίας του επηρεαζόμενου ιδρύματος εξαρτάται από δημόσια χρηματοδοτική στήριξη ή θα υπήρχε τέτοια εξάρτηση ελλείψει εφαρμογής μέτρων εξυγίανσης, εκτός από την περίπτωση που, προκειμένου να διατηρηθεί η χρηματοοικονομική σταθερότητα, το ίδρυμα ζητεί ένα από τα εξής: (i) κρατική εγγύηση για την άντληση ταμειακών διευκολύνσεων∙ ή (ii) κρατική εγγύηση για την ανάληψη νέων υποχρεώσεων προκειμένου να αντιμετωπιστεί σοβαρή διαταραχή στην οικονομία της Δημοκρατίας∙ (στ) υπάρχει σημαντική απομείωση της αξίας των περιουσιακών στοιχείων του επηρεαζόμενου ιδρύματος∙ (ζ) έχει χαθεί η εμπιστοσύνη του κοινού προς το επηρεαζόμενο ίδρυμα∙ (η) υπάρχουν θεμελιώδεις ελλείψεις στο επιχειρησιακό σχέδιο του επηρεαζόμενου ιδρύματος ή το επηρεαζόμενο ίδρυμα έχει παραβιάσει ή ενδέχεται να παραβιάσει τους όρους, βάσει των οποίων του χορηγήθηκε άδεια άσκησης εργασιών∙ (θ) είναι ορατός ο κίνδυνος έναρξης διαδικασίας εκκαθάρισης∙ (ι) το επηρεαζόμενο ίδρυμα λειτουργεί σε μη συνετή και ορθή βάση. (3) Για τους σκοπούς της παραγράφου (γ) του εδαφίου (1), η λήψη και εφαρμογή μέτρων εξυγίανσης σε επηρεαζόμενο ίδρυμα θεωρείται απαραίτητη, εφόσον οι ανάγκες για την προαγωγή της δημόσιας ωφέλειας και την εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος δεν καλύπτονται εξίσου από ενδεχόμενη εκκαθάριση. (4) Η εφαρμογή μέτρων εξυγίανσης δεν ενεργοποιεί- (α) τη διαδικασία αποζημίωσης καταθετών, δυνάμει του περί Σύστασης και Λειτουργίας Σχεδίου Προστασίας Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013 και των περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμων του 1985 έως 2013 και τη διαδικασία αποζημίωσης επενδυτών πελατών, δυνάμει των περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Ταμείου Αποζημίωσης Επενδυτών Πελατών Τραπεζών Κανονισμών του 2004 έως 2007∙ (β) συμβατική ρήτρα που ενεργοποιείται, σε περίπτωση εκκαθάρισης ή αφερεγγυότητας ή επέλευσης άλλου γεγονότος που δύναται να χαρακτηρίζεται ως πιστωτικό γεγονός ή ισοδύναμο αφερεγγυότητας: Νοείται ότι, το άρθρο 9 των περί Συμφωνιών Παροχής Χρηματοοικονομικής Εξασφάλισης Νόμων του 2004 και 2011 δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση εφαρμογής μέτρων εξυγίανσης, κατά τα οριζόμενα στον παρόντα Νόμο∙ (γ) τα δικαιώματα ασφαλισμένων πιστωτών του επηρεαζόμενου ιδρύματος επί των περιουσιακών στοιχείων και δικαιωμάτων που εξασφαλίζουν τις απαιτήσεις τους κατά του επηρεαζόμενου ιδρύματος. 17(I)/2013 90(Ι)/2014 Λήψη και εφαρμογή μέτρων εξυγίανσης 7. (1) Με τη σύμφωνη γνώμη του Υπουργού Οικονομικών, η Επιτροπή Εξυγίανσης, αφού λάβει υπόψη της την έκθεση της αρμόδιας εποπτικής αρχής για την τρέχουσα οικονομική κατάσταση και βιωσιμότητα του επηρεαζόμενου ιδρύματος και το σχέδιο εξυγίανσης που ετοιμάζεται από την ίδια, σε συνεργασία με την αρμόδια εποπτική αρχή βάσει του άρθρου 30Β των περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμων του 1997 έως 2013 και του άρθρου 12Γ των περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμων του 1985 έως 2013, ανάλογα με την περίπτωση, έχει την εξουσία να απαιτήσει από το εν λόγω ίδρυμα να εφαρμόσει τα ακόλουθα μέτρα εξυγίανσης, είτε μεμονωμένα, είτε σε συνδυασμό: (α) Αύξηση κεφαλαίου, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 8, (β) πώληση εργασιών, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 9, (γ) μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων σε ενδιάμεση τράπεζα, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 10, (δ) μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων και δικαιωμάτων σε εταιρεία διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 11, (ε) διάσωση με ίδια μέσα, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 12: Νοείται ότι, το μέτρο εξυγίανσης της παραγράφου (δ) δύναται να εφαρμοστεί μόνο σε συνδυασμό με ένα ή περισσότερα μέτρα εξυγίανσης του παρόντος εδαφίου: Νοείται περαιτέρω ότι, η Επιτροπή Εξυγίανσης δύναται να απαιτήσει την αναστολή των υποχρεώσεων του ιδρύματος που υπόκειται σε εξυγίανση για περίοδο δύο (2) εργάσιμων ημερών, με τη δυνατότητα παράτασης, με απόφαση της Αρχής Εξυγίανσης, για περαιτέρω δύο (2) εργάσιμες ημέρες. (2) Σε περίπτωση που η Αρχή Εξυγίανσης αποφασίσει, στη βάση των πληροφοριών που υποβλήθηκαν δυνάμει του εδαφίου (1), ότι κανένα από τα μέτρα εξυγίανσης δεν μπορεί να εξυπηρετήσει τις γενικές αρχές εξυγίανσης που καθορίζονται στο εδάφιο (1) του άρθρου 3, δύναται να εισηγηθεί στην αρμόδια εποπτική αρχή την ανάκληση της άδειας του επηρεαζόμενου ιδρύματος. (3) Στην περίπτωση εφαρμογής του μέτρου εξυγίανσης της πώλησης εργασιών, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 9, η Αρχή Εξυγίανσης δύναται να αναστείλει την απόφαση για την εφαρμογή του μέτρου αυτού, σε περίπτωση όπου οι προσφορές που έχουν ληφθεί κρίνονται από την Αρχή Εξυγίανσης ως μη συμφέρουσες. Σε τέτοια περίπτωση, η Αρχή Εξυγίανσης δύναται να αποφασίσει την εφαρμογή άλλων μέτρων εξυγίανσης ή να εισηγηθεί στην αρμόδια εποπτική αρχή την ανάκληση της άδειας του ιδρύματος που υπόκειται σε εξυγίανση. (4) Σε περίπτωση που, κατά την κρίση της Αρχής Εξυγίανσης, ισχύουν οι προϋποθέσεις λήψης μέτρων εξυγίανσης που αναφέρονται στο εδάφιο (1) του άρθρου 6, η Αρχή Εξυγίανσης γνωστοποιεί το γεγονός αυτό στη Διαχειριστική Επιτροπή του Σχεδίου. (5) Η εφαρμογή μέτρων εξυγίανσης δυνάμει του εδαφίου (1), κοινοποιείται αυθημερόν στο ίδρυμα που υπόκειται σε εξυγίανση, στην αρμόδια εποπτική αρχή και στη Διαχειριστική Επιτροπή του Σχεδίου και δημοσιεύεται αυθημερόν στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας και στον ιστότοπο της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου. Η κοινοποίηση περιλαμβάνει αντίγραφο του διατάγματος, δυνάμει του οποίου ασκούνται οι σχετικές εξουσίες και αναφέρει την ημερομηνία, που τίθενται σε εφαρμογή, τα μέτρα εξυγίανσης. 17(I)/2013 97(Ι)/2013 90(Ι)/2014 ΜΕΡΟΣ ΙΙΙ ΜΕΤΡΑ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ Αύξηση κεφαλαίου ιδρύματος που υπόκειται σε εξυγίανση. 8. (1) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του περί Εταιρειών Νόμου, των περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμων του 1985 έως 2013, των περί Δημοσίων Προτάσεων Εξαγοράς Νόμων του 2007 και 2009 και, ανεξαρτήτως των όρων του καταστατικού ή των ειδικών κανονισμών του ιδρύματος που υπόκειται σε εξυγίανση που ρυθμίζουν την αύξηση κεφαλαίου και, εκτός εάν προνοείται διαφορετικά στο παρόν άρθρο, η Αρχή Εξυγίανσης δύναται, μέσω της έκδοσης διατάγματος, να απαιτήσει από ίδρυμα και/ή θυγατρική εταιρεία αυτού, που υπόκειται σε εξυγίανση την αύξηση κεφαλαίου του μέσω- (α) της έκδοσης νέων μετοχών στους υφιστάμενους μετόχους, εκτός εάν έχει ήδη επιτυχώς ενεργοποιηθεί το άρθρο 30Α των περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμων του 1997 έως 2013 ή το άρθρο 12Γ των περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμων του 1985 έως 2013: Νοείται ότι, οι υφιστάμενοι μέτοχοι ειδοποιούνται για το ποσό της αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου που απαιτείται, σύμφωνα με τους κανόνες κεφαλαιακής επάρκειας και τους δίδεται χρόνος τριών (3) εργάσιμων ημερών, από την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος της Αρχής Εξυγίανσης, για να υποβάλουν δεσμευτική προσφορά, η οποία είναι ίση με το ποσό της απαιτούμενης αύξησης κεφαλαίου, για την εγγραφή και την μετέπειτα αγορά των νέων μετοχών∙ (β) της έκδοσης των νέων μετοχών σε άλλα πρόσωπα χωρίς την προηγούμενη προσφορά τους στους υφιστάμενους μετόχους, σε περίπτωση που η Αρχή Εξυγίανσης αποφασίσει ότι- (i) οι υφιστάμενοι μέτοχοι απέτυχαν να συμμορφωθούν με τις διατάξεις της παραγράφου (α)· (ii) οι υφιστάμενοι μέτοχοι δεν είναι πλέον κατάλληλοι να κατέχουν σημαντικό μερίδιο του μετοχικού κεφαλαίου του ιδρύματος που υπόκειται σε εξυγίανση· ή (iii) απαιτείται η εσπευσμένη αύξηση κεφαλαίου για σκοπούς διατήρησης της χρηματοοικονομικής σταθερότητας ή για λόγους προαγωγής της δημόσιας ωφέλειας ή εξυπηρέτησης του δημοσίου συμφέροντος. (2) Οι υφιστάμενοι μέτοχοι του ιδρύματος και/ή θυγατρικής εταιρείας αυτού, που υπόκειται σε εξυγίανση δεν έχουν δικαίωμα προτίμησης για αγορά των νέων μετοχών, εκτός όπως προνοείται στο παρόν άρθρο. (3) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις άλλης νομοθεσίας, η αρμόδια αρχή, σύμφωνα με τους εν λόγω νόμους, λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα για να επιτρέπει την έκδοση μετοχών, κατά τα οριζόμενα στο παρόν άρθρο, εντός τριών (3) εργάσιμων ημερών, ανεξάρτητα από το εάν η νομοθεσία που ρυθμίζει την κεφαλαιαγορά επιτρέπει την έκδοση μετοχών εντός της προαναφερόμενης προθεσμίας: Νοείται ότι, σε περίπτωση συνεργατικού πιστωτικού ιδρύματος, εφαρμόζονται τα άρθρα 8 και 12Α των περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμων του 1987 έως 2013. 17(I)/2013 90(Ι)/2014 Πώληση εργασιών 9. (1) Η Αρχή Εξυγίανσης δύναται να απαιτεί, μέσω της έκδοσης διατάγματος, την πώληση εργασιών ιδρύματος που υπόκειται σε εξυγίανση σε ένα ή περισσότερα πιστωτικά ιδρύματα ή άλλα πρόσωπα, τα οποία διαθέτουν την κατάλληλη άδεια διεξαγωγής τέτοιων εργασιών, προκειμένου να συνεχίσουν τις εργασίες αυτές, μη περιλαμβανομένης ενδιάμεσης τράπεζας, με εμπορικούς όρους, σύμφωνα με τους κανόνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχετικά με κρατικές ενισχύσεις και τηρουμένης της διαδικασίας του εδαφίου (4), ακόμη και χωρίς τη συγκατάθεση του Διοικητικού Συμβουλίου ή των μετόχων ή μελών του εν λόγω ιδρύματος: Νοείται ότι, η Αρχή Εξυγίανσης δύναται να ασκεί έλεγχο στο ίδρυμα που υπόκειται σε εξυγίανση, έτσι ώστε να μπορεί να διαχειριστεί και να διαθέσει τα περιουσιακά στοιχεία και την περιουσία του ιδρύματος που υπόκειται σε εξυγίανση. (2) Για την πώληση εργασιών, κατά τα οριζόμενα στο εδάφιο (1), η Αρχή Εξυγίανσης δύναται να απαιτεί, μία ή περισσότερες φορές, διαδοχικά ή παράλληλα, την σε ένα ή περισσότερα πιστωτικά ιδρύματα ή άλλα πρόσωπα- (α) μεταβίβαση τίτλων ιδιοκτησίας του ιδρύματος που υπόκειται σε εξυγίανση· (β) μεταβίβαση μερικών ή όλων των περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων του εν λόγω ιδρύματος. (3) (α) Η μεταβίβαση τίτλων ιδιοκτησίας του ιδρύματος που υπόκειται σε εξυγίανση δύναται- (i) να αναφέρεται σε μεταβίβαση συγκεκριμένων τίτλων ή τίτλων με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, (ii) να καθορίζει πρόνοιες για, ή σε σχέση με, τη μεταβίβαση των εν λόγω τίτλων. (β) Η μεταβίβαση τίτλων ιδιοκτησίας θεωρείται καθ’ όλα έγκυρη πράξη και ισχύει έναντι τρίτων, ανεξάρτητα από την ισχύ οποιουδήποτε περιορισμού που επιβάλλεται δυνάμει διατάξεων νόμου ή ορών σύμβασης ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο, περιλαμβανομένης της συμμόρφωσης με νομικές διαδικασίες που διαφορετικά θα εφαρμόζονταν δυνάμει, μεταξύ άλλων, του άρθρου 17 των περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμων του 1997 έως 2013 ή του περί Εταιρειών Νόμου ή των περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμων του 1985 έως 2013 ή των περί Δημοσίων Προτάσεων Εξαγοράς Νόμων του 2007 έως 2009: Νοείται ότι, στην περίπτωση τίτλων ιδιοκτησίας συνεργατικού πιστωτικού ιδρύματος, εφαρμόζονται τα άρθρα 8 και 12Α των περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμων του 1985 έως 2013. (4) (α) Η Αρχή Εξυγίανσης καλεί όλα τα πιστωτικά ιδρύματα ή άλλα πρόσωπα, τα οποία, κατά την κρίση της, και σύμφωνα με τις διαθέσιμες σε αυτήν πληροφορίες, είναι κατάλληλα για την κτήση τίτλων ιδιοκτησίας, περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων από πώληση εργασιών του ιδρύματος που υπόκειται σε εξυγίανση, σε άτυπη και εμπιστευτική διαδικασία υποβολής προσφορών για την απόκτησή τους. (β) Τα πιστωτικά ιδρύματα ή άλλα πρόσωπα που καλούνται για υποβολή προσφορών, καθώς και οι διευθυντές, υπάλληλοι και συνεργάτες τους, τηρούν απόρρητο, ως προς τη διαδικασία υποβολής πληροφοριών και τυχόν πληροφορίες που έχουν αποκτήσει μέσω αυτής. (γ) Πρόσωπο, που παραβαίνει τις διατάξεις της παραγράφου (β), υπόκειται σε πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις τριακόσιες χιλιάδες ευρώ (€300.000). (5) Η Αρχή Εξυγίανσης καθορίζει το αντάλλαγμα της πώλησης στη βάση των προσφορών που έχουν ληφθεί, λαμβάνοντας υπόψη τη διαδικασία αποτίμησης των μεταβιβαζόμενων τίτλων ιδιοκτησίας, περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 22. (6) Σε περίπτωση που η αξία των μεταβιβαζόμενων δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων υπερβαίνει την αξία των μεταβιβαζόμενων περιουσιακών στοιχείων, σύμφωνα με τη διαδικασία αποτίμησης που διενεργείται, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 22, το ποσό της διαφοράς καλύπτεται από το Ταμείο Εξυγίανσης, αφού πρώτα καταβάλει το Ταμείο Προστασίας Καταθέσεων, ποσό ίσο με την αξία των εγγυημένων καταθέσεων, αφαιρούμενης της αξίας των μεταβιβαζόμενων περιουσιακών στοιχείων. (7) Η Αρχή Εξυγίανσης προβαίνει σε όλες τις αναγκαίες διαδικασίες για να τεθούν σε πώληση τα περιουσιακά στοιχεία, δικαιώματα ή υποχρεώσεις που η Αρχή Εξυγίανσης σκοπεύει να μεταφέρει. (8) Η διαδικασία που προνοείται στο εδάφιο (7) πραγματοποιείται σύμφωνα με τα ακόλουθα κριτήρια: (α) Είναι όσο το δυνατόν διαφανέστερη, έχοντας υπόψη τις περιστάσεις, και, ιδίως, την ανάγκη να διατηρηθεί η χρηματοοικονομική σταθερότητα· (β) δεν ευνοεί κάποιους δυνητικούς αγοραστές, ούτε δημιουργεί διακρίσεις μεταξύ τους· (γ) δεν επηρεάζεται από συγκρούσεις συμφερόντων· (δ) δεν προσφέρει τυχόν αθέμιτο πλεονέκτημα σε δυνητικό αγοραστή· (ε) λαμβάνει υπόψη την ανάγκη να πραγματοποιηθεί ταχέως η δράση εξυγίανσης· (στ) στοχεύει στη μεγιστοποίηση, κατά το δυνατόν, της τιμής πώλησης των σχετικών περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων: Νοείται ότι, τα κριτήρια που καθορίζονται στο παρόν εδάφιο, δεν εμποδίζουν την Αρχή Εξυγίανσης να προσκαλέσει συγκεκριμένους δυνητικούς αγοραστές. (9) Η Αρχή Εξυγίανσης , με τη σύμφωνη γνώμη του Υπουργού Οικονομικών, δύναται να εφαρμόζει το μέτρο πώλησης εργασιών, χωρίς να συμμορφώνεται με τις διαδικασίες, που καθορίζονται στο εδάφιο (8), όταν διαπιστώνει ότι η συμμόρφωση με τις εν λόγω διαδικασίες ενδέχεται να υπονομεύσει έναν ή περισσότερους από τους στόχους εξυγίανσης, και, ιδίως, εάν πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) Η Αρχή Εξυγίανσης θεωρεί ότι υπάρχει ουσιαστική απειλή για τη χρηματοοικονομική σταθερότητα, προερχόμενη ή επιδεινούμενη από την ενδεχόμενη εκκαθάριση του ιδρύματος υπό εξυγίανση· και (β) η συμμόρφωση με τις απαιτήσεις αυτές ενδέχεται να υπονομεύσει την αποτελεσματικότητα του μέτρου πώλησης δραστηριοτήτων ως προς την αντιμετώπιση της απειλής αυτής ή την επίτευξη του στόχου της εξυγίανσης, που καθορίζεται στην παράγραφο (β) του εδαφίου (1) του άρθρου 3. 17(I)/2013 90(Ι)/2014 Μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων σε ενδιάμεση τράπεζα 10. (1) Η Αρχή Εξυγίανσης , με τη σύμφωνη γνώμη του Υπουργού Οικονομικών, δύναται να απαιτεί, μέσω της έκδοσης διατάγματος, τη μεταβίβαση όλων ή ορισμένων περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων του ιδρύματος που υπόκειται σε εξυγίανση, σε ενδιάμεση τράπεζα, κατά τα οριζόμενα στο εδάφιο (2), ακόμη και χωρίς τη συγκατάθεση του Διοικητικού Συμβουλίου ή των μετόχων ή μελών του εν λόγω ιδρύματος. (2) Η ενδιάμεση τράπεζα συστήνεται ως εταιρεία, από την Αρχή Εξυγίανσης και λειτουργεί ως τράπεζα, δυνάμει άδειας, που χορηγείται σε αυτήν από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, δυνάμει του εδαφίου (4), με σκοπό – (α) τη συνέχιση των απαραίτητων, για σκοπούς δημόσιου συμφέροντος, τραπεζικών εργασιών και υπηρεσιών πληρωμών του ιδρύματος που υπόκειται σε εξυγίανση, (β) τη διαφύλαξη της αξίας της μεταβιβαζόμενης περιουσίας, και (γ) την ομαλή λειτουργία της προς μεγιστοποίηση της αξίας των μεταβιβασθέντων περιουσιακών στοιχείων, μέχρι την πώληση όλων ή μέρους των εργασιών της ενδιάμεσης τράπεζας, δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (8) ή την εκκαθάρισή της δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (12): Νοείται ότι, η ενδιάμεση τράπεζα θεωρείται ότι αποτελεί συνέχεια του ιδρύματος υπό εξυγίανση, και συνεχίζει να ασκεί κάθε τέτοιο δικαίωμα, το οποίο ασκούσε το ίδρυμα υπό εξυγίανση, όσον αφορά τα προς αυτή μεταβιβαζόμενα περιουσιακά στοιχεία, δικαιώματα ή υποχρεώσεις, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων συμμετοχής και πρόσβασης σε συστήματα πληρωμών, εκκαθάρισης και διακανονισμού: Νοείται περαιτέρω ότι, οι μέτοχοι ή οι πιστωτές του ιδρύματος που υπόκειται σε εξυγίανση και άλλα τρίτα μέρη, των οποίων τα περιουσιακά στοιχεία, δικαιώματα ή υποχρεώσεις δεν μεταβιβάζονται, δεν έχουν δικαιώματα, άμεσα ή έμμεσα, επί των περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων που έχουν μεταβιβαστεί στην ενδιάμεση τράπεζα. (3) Η Αρχή Εξυγίανσης μεριμνά για τη λειτουργία της ενδιάμεσης τράπεζας, περιλαμβανομένων, μεταξύ άλλων, των ακόλουθων - (α) Το ύψος και τον τρόπο καταβολής του μετοχικού κεφαλαίου: Νοείται ότι, το μετοχικό κεφάλαιο της ενδιάμεσης τράπεζας, καταβάλλεται από το Ταμείο Εξυγίανσης και κατέχεται από το Σχέδιο. (β) την ετοιμασία των ιδρυτικών εγγράφων, (γ) το διορισμό διοικητικών συμβούλων και, το διορισμό διευθυντών και τον καθορισμό των ευθυνών και των απολαβών τους. (4) Η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου χορηγεί άδεια σε ενδιάμεση τράπεζα: Νοείται ότι, η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, κατά την κρίση της, θέτει ρητή προθεσμία στην ενδιάμεση τράπεζα, προς συμμόρφωση με τις προϋποθέσεις αδειοδότησης της και τις απαιτήσεις, κατά τα οριζόμενα στους περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμους του 1997 έως 2013. (5) Η αρμόδια εποπτική αρχή δεν ανακαλεί την άδεια εργασιών ιδρύματος που υπόκειται σε εξυγίανση πριν τη σύσταση της ενδιάμεσης τράπεζας. Η άδεια εργασιών ιδρύματος που υπόκειται σε εξυγίανση ανακαλείται, το αργότερο, όταν ολοκληρωθεί η μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων στην ενδιάμεση τράπεζα. Η άδεια εργασιών ιδρύματος που υπόκειται σε εξυγίανση αναστέλλεται με την έναρξη των εργασιών της ενδιάμεσης τράπεζας. Η αναστολή αυτή παραμένει σε ισχύ μέχρι την ολοκλήρωση της μεταβίβασης των περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων. (6) Η Αρχή Εξυγίανσης δύναται , μέσω της έκδοσης Διατάγματος, με τη σύμφωνη γνώμη του Υπουργού Οικονομικών, οποτεδήποτε κρίνει σκόπιμο, να απαιτεί, μία ή περισσότερες φορές, διαδοχικά ή παράλληλα, τη μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων από το ίδρυμα που υπόκειται σε εξυγίανση, στην ενδιάμεση τράπεζα. (7) Σε περίπτωση που η αξία των μεταβιβαζόμενων δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων υπερβαίνει την αξία των μεταβιβαζόμενων περιουσιακών στοιχείων, σύμφωνα με την αποτίμηση που διενεργείται, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 22, η Αρχή Εξυγίανσης καθορίζει τη διαφορά, η οποία καλύπτεται από το Ταμείο Εξυγίανσης, αφού πρώτα το Ταμείο Προστασίας Καταθέσεων καταβάλει ποσό, ίσο με την αξία των εγγυημένων καταθέσεων, αφαιρούμενης της αξίας των μεταβιβαζόμενων περιουσιακών στοιχείων. (8) Οι σύμβουλοι και διευθυντές της ενδιάμεσης τράπεζας διαχειρίζονται την τράπεζα αυτή ως επιχείρηση, με σκοπό την πώληση της ή την πώληση όλων ή μέρους των εργασιών της, σύμφωνα με τα κριτήρια που τίθενται στο εδάφιο (8) του άρθρου 9, σε ένα ή περισσότερους αγοραστές, εντός τριών (3) ετών από τη σύστασή της, όταν οι συνθήκες είναι, κατά την κρίση της Αρχής Εξυγίανσης, οι κατάλληλες. (9) Η ενδιάμεση τράπεζα, ανάλογα με την περίπτωση, εκπονεί επιχειρησιακό σχέδιο σε προθεσμία που θέτει η αρμόδια εποπτική αρχή, στο οποίο περιγράφει τη στρατηγική της για τη βιώσιμη λειτουργία, τη διασφάλιση και ενίσχυση της φερεγγυότητάς της και την εν γένει εκπλήρωση των σκοπών της, το οποίο εγκρίνεται από την Αρχή Εξυγίανσης, αφού λάβει υπόψη τη γνώμη της αρμόδιας εποπτικής αρχής. (10) Η Αρχή Εξυγίανσης, με τη σύμφωνη γνώμη του Υπουργού Οικονομικών, δύναται να απαιτεί, μέσω της έκδοσης Διατάγματος,οποτεδήποτε κρίνει σκόπιμο, μία ή περισσότερες φορές, διαδοχικά ή παράλληλα, τη μεταβίβαση, με εμπορικούς όρους,περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων από την ενδιάμεση τράπεζα, στο ίδρυμα που υπόκειται σε εξυγίανση. (11) Σε περίπτωση που η Αρχή Εξυγίανσης κρίνει αναγκαία τη συνέχιση των εργασιών της ενδιάμεσης τράπεζας, πέραν των τριών (3) ετών για σκοπούς εξυπηρέτησης του δημόσιου συμφέροντος, η περίοδος που αναφέρεται στο εδάφιο (8), δύναται να παραταθεί για επιπλέον δύο (2) χρονικές περιόδους ενός έτους έκαστη. (12) Σε περίπτωση που η ενδιάμεση τράπεζα δεν πωληθεί εντός των περιόδων που προνοούνται στα εδάφια (8) ή (11), η ενδιάμεση τράπεζα τίθεται σε εκκαθάριση. (13) Οποιοδήποτε πλεόνασμα από τυχόν εκκαθάριση ή πώληση της ενδιάμεσης τράπεζας, μετά την ικανοποίηση στο ακέραιο όλων των νόμιμων απαιτήσεων των πιστωτών της ενδιάμεσης τράπεζας, περιλαμβανομένων και των απαιτήσεων και τυχόν εξόδων της Αρχής Εξυγίανσης, καταβάλλεται στο ίδρυμα που υπόκειται σε εξυγίανση. (14) Οι σύμβουλοι, διευθυντές και υπάλληλοι της ενδιάμεσης τράπεζας, δεν υπέχουν οποιαδήποτε ευθύνη σε περίπτωση αγωγής, αίτησης ή άλλης νομικής διαδικασίας, σε σχέση με αποζημιώσεις, αναφορικά με οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, εκτός αν αποδειχθεί ότι η πράξη ή παράλειψη δεν έγινε καλή τη πίστη ή είναι αποτέλεσμα δόλου ή βαριάς αμέλειας. 17(I)/2013 90(Ι)/2014 Μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων και δικαιωμάτων σε εταιρεία διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων 11. (1) Η Αρχή Εξυγίανσης, με τη σύμφωνη γνώμη του Υπουργού Οικονομικών, δύναται να απαιτεί, μέσω της έκδοσης διατάγματος, τη μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων και δικαιωμάτων σε εταιρεία διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων που συστήνεται από την Αρχή Εξυγίανσης, ακόμη και χωρίς τη συγκατάθεση του Διοικητικού Συμβουλίου ή των μετόχων ή μελών του ιδρύματος που υπόκειται σε εξυγίανση, σε περίπτωση που – (α) η κατάσταση της αγοράς σε σχέση με τα περιουσιακά στοιχεία και δικαιώματα που μεταβιβάζονται είναι τέτοια που τυχόν ρευστοποίησή τους ως μέρος της εκκαθάρισης του ιδρύματος που υπόκειται σε εξυγίανση δεν θα εξυπηρετούσε την προαγωγή της δημόσιας ωφέλειας ή το δημόσιο συμφέρον· και (β) η μεταβίβασή τους έχει σκοπό τη μεγιστοποίηση της αξίας τους από μεταγενέστερη πώλησή τους σε ένα ή περισσότερους αγοραστές. (2) Η Αρχή Εξυγίανσης μεριμνά για τη λειτουργία της εταιρείας διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων περιλαμβανομένων, μεταξύ άλλων, των ακόλουθων στοιχείων: (α) Το ύψος και τον τρόπο καταβολής του μετοχικού κεφαλαίου: Νοείται ότι, το μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων, καταβάλλεται από το Ταμείο Εξυγίανσης και κατέχεται από το Σχέδιο, (β) την ετοιμασία των ιδρυτικών εγγράφων, (γ) το διορισμό των διοικητικών συμβούλων και των διαχειριστών περιουσιακών στοιχείων και τον καθορισμό των ευθυνών και των απολαβών τους. (3) Η μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων και δικαιωμάτων σε εταιρεία διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων διενεργείται στην αξία που καθορίζεται, σύμφωνα με την αποτίμηση, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 22. (4) Η Αρχή Εξυγίανσης, με τη σύμφωνη γνώμη του Υπουργού Οικονομικών, δύναται να απαιτεί, μέσω της έκδοσης Διατάγματος, οποτεδήποτε κρίνει σκόπιμο, μία ή περισσότερες φορές, διαδοχικά ή παράλληλα, τη μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων και δικαιωμάτων από το ίδρυμα που υπόκειται σε εξυγίανση ή από ενδιάμεση τράπεζα, σε περίπτωση που έχει ήδη εφαρμοστεί το μέτρο εξυγίανσης που αναφέρεται στην παράγραφο (γ) του εδαφίου (1) του άρθρου 7, στην εταιρεία διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων. (5) Η Αρχή Εξυγίανσης, με τη σύμφωνη γνώμη του Υπουργού Οικονομικών, δύναται να απαιτεί, μέσω της έκδοσης Διατάγματος, τη μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων και δικαιωμάτων μία ή περισσότερες φορές, διαδοχικά ή παράλληλα, από την εταιρεία διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων, στο ίδρυμα που υπόκειται σε εξυγίανση ή στην ενδιάμεση τράπεζα, σε περίπτωση που έχει ήδη εφαρμοστεί το μέτρο εξυγίανσης, που αναφέρεται στην παράγραφο (γ) του εδαφίου (1) του άρθρου 7, μόνο σε μια από τις ακόλουθες περιπτώσεις: (α) Η δυνατότητα να μπορούν να μεταβιβάζονται τα συγκεκριμένα δικαιώματα και περιουσιακά στοιχεία πίσω στο ίδρυμα που υπόκειται σε εξυγίανση δηλώνεται ρητώς στο διάταγμα, με το οποίο πραγματοποιήθηκε η μεταβίβαση σύμφωνα με το εδάφιο (1)∙ (β) τα συγκεκριμένα δικαιώματα και περιουσιακά στοιχεία δεν εμπίπτουν, ούτε πληρούν τις προϋποθέσεις για να εμπίπτουν, στις κατηγορίες δικαιωμάτων και περιουσιακών στοιχείων, που καθορίζονται στο διάταγμα, με το οποίο πραγματοποιήθηκε η μεταβίβαση σύμφωνα με το εδάφιο (1). (6) Οποιοδήποτε πλεόνασμα από την πώληση περιουσιακών στοιχείων και δικαιωμάτων από την εταιρεία διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων σε ένα ή περισσότερους αγοραστές, μετά την ικανοποίηση στο ακέραιο όλων των νόμιμων απαιτήσεων των πιστωτών της εν λόγω εταιρείας, περιλαμβανομένων και των απαιτήσεων και τυχόν εξόδων της Αρχής Εξυγίανσης, επανέρχεται στην περιουσία του ιδρύματος που υπόκειται σε εξυγίανση ή στην ενδιάμεση τράπεζα, σε περίπτωση που έχει ήδη εφαρμοστεί το μέτρο εξυγίανσης, που αναφέρεται στην παράγραφο (γ) του εδαφίου (1) του άρθρου 7. (7) Ο διαχειριστής περιουσιακών στοιχείων, αξιωματούχος, εργοδοτούμενος ή αντιπρόσωπος της εταιρείας διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων, δεν υπέχει οποιαδήποτε ευθύνη σε περίπτωση αγωγής, αίτησης, ή άλλης νομικής διαδικασίας, σε σχέση με αποζημιώσεις, αναφορικά με οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη, κατά την άσκηση των καθηκόντων του, εκτός αν αποδειχθεί ότι η πράξη ή παράλειψη δεν έγινε καλή τη πίστη ή είναι αποτέλεσμα δόλου ή βαριάς αμέλειας. 17(I)/2013 90(Ι)/2014 Διάσωση με ίδια μέσα 12. (1) Η Αρχή Εξυγίανσης δύναται να απαιτεί, όποτε η ίδια κρίνει αναγκαίο, εφόσον εξασφαλίσει τη σύμφωνη γνώμη του Υπουργού Οικονομικών, μέσω της έκδοσης διατάγματος, την αναδιάρθρωση των χρεών και υποχρεώσεων, υφιστάμενων ή μελλοντικών, οποιουδήποτε τύπου, του ιδρύματος που υπόκειται σε εξυγίανση, συμπεριλαμβανομένης της μείωσης, τροποποίησης, διευθέτησης ή αντικατάστασης του αρχικού κεφαλαίου ή του υπολειπόμενου ποσού, ή την ολική ή μερική μετατροπή χρεωστικών τίτλων ή υποχρεώσεων σε μετοχικό κεφάλαιο: Νοείται ότι οι εγγυημένες καταθέσεις εξαιρούνται του παρόντος μέτρου εξυγίανσης. (2) Η Αρχή Εξυγίανσης, κατά τη λήψη της απόφασης άσκησης των εξουσιών της δυνάμει του εδαφίου (1), διασφαλίζει την εφαρμογή των γενικών αρχών που αναφέρονται στο άρθρο 3. (3) H Αρχή Εξυγίανσης, κατά την εφαρμογή του μέτρου διάσωσης με ίδια μέσα, έχει, πέραν των εξουσιών που αναφέρονται στο άρθρο 5, τις ακόλουθες εξουσίες: (α) Να απομειώνει ή να μετατρέπει τα χρέη και υποχρεώσεις του ιδρύματος που υπόκειται σε εξυγίανση σε μετοχές ή άλλους τίτλους ιδιοκτησίας του ιδρύματος, (β) να μειώνει, συμπεριλαμβανομένου του μηδενισμού, την αξία ή το οφειλόμενο ανεξόφλητο υπόλοιπο των χρεών και υποχρεώσεων του ιδρύματος που υπόκειται σε εξυγίανση, (γ) να ακυρώνει τίτλους που εκδίδονται από το ίδρυμα που υπόκειται σε εξυγίανση, (δ) να απαιτεί τη μετατροπή των χρεωστικών τίτλων ή άλλων αξιών που περιέχουν συμβατική ρήτρα μετατροπής, ανεξαρτήτως των προνοιών βάσει των οποίων οι συμβατικές ρήτρες ενεργοποιούνται, (ε) να απαιτεί από το ίδρυμα που υπόκειται σε εξυγίανση να εκδώσει νέες μετοχές ή άλλους τίτλους, συμπεριλαμβανομένων προνομιούχων μετοχών και μετατρέψιμων χρεωστικών τίτλων, τα οποία θα διατεθούν στα θιγόμενα από την εφαρμογή του μέτρου διάσωσης με ίδια μέσα, μέρη, (ζ) να τροποποιεί ή να μεταβάλλει τη διάρκεια των χρεωστικών τίτλων που εκδίδονται από το ίδρυμα που υπόκειται σε εξυγίανση ή να τροποποιεί το ύψος των πληρωτέων τόκων βάσει των εν λόγω τίτλων, καθώς επίσης την αναστολή της πληρωμής τους για ένα προσωρινό χρονικό διάστημα. (4) Η Αρχή Εξυγίανσης, κατά την εφαρμογή του μέτρου διάσωσης με ίδια μέσα, δεν υπόκειται σε καμία απαίτηση ή υποχρέωση, οι οποίες διαφορετικά θα εφαρμόζονταν δυνάμει των διατάξεων του περί Εταιρειών Νόμου, των περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμων του 1985 έως 2013, των περί Δημοσίων Προτάσεων Εξαγοράς Νόμων του 2007 και 2009, των όρων του καταστατικού ή ειδικών κανονισμών ή άλλων νόμων ή συμβατικών υποχρεώσεων του ιδρύματος που υπόκειται σε εξυγίανση. (5) Το διάταγμα της Αρχής Εξυγίανσης για εφαρμογή μέτρου διάσωσης με ίδια μέσα, είναι αμέσως δεσμευτικό για το ίδρυμα που υπόκειται σε εξυγίανση και τα θιγόμενα από το εν λόγω διάταγμα μέρη, και εκτελέσιμο στο χρόνο που καθορίζει η Αρχή Εξυγίανσης. (6) Όταν η Αρχή Εξυγίανσης μηδενίζει την αξία ή το οφειλόμενο ανεξόφλητο υπόλοιπο ενός χρέους ή μιας υποχρέωσης, το εν λόγω χρέος ή η υποχρέωση και οι όποιοι μη δεδουλευμένοι, μέχρι τη στιγμή που εφαρμόζεται το μέτρο, τόκοι, ή άλλες συσσωρευμένες οφειλές που προκύπτουν από αυτά, θεωρούνται ότι έχουν εξοφληθεί για κάθε σκοπό, και δεν είναι αποδείξιμα σε τυχόν μεταγενέστερες διαδικασίες που αφορούν το ίδρυμα, που υπόκειται σε εξυγίανση ή κάθε διάδοχο ίδρυμα, σε οποιαδήποτε μεταγενέστερη εκκαθάριση, δυνάμει οποιουδήποτε νόμου. (7) Όταν η Αρχή Εξυγίανσης μειώνει εν μέρει, αλλά όχι εξ ολοκλήρου, την αξία ή το οφειλόμενο ανεξόφλητο υπόλοιπο ενός χρέους ή μιας υποχρέωσης- (α) το χρέος ή η υποχρέωση εξοφλείται κατ’ αναλογία του ποσού της μείωσης και το ποσό της μείωσης δεν είναι αποδείξιμο σε τυχόν μεταγενέστερες διαδικασίες που αφορούν το ίδρυμα που υπόκειται σε εξυγίανση ή κάθε διάδοχο ίδρυμα, σε οποιαδήποτε μεταγενέστερη εκκαθάριση, δυνάμει οποιουδήποτε νόμου, (β) το σχετικό μέσο ή η συμφωνία που δημιούργησε το αρχικό χρέος ή η υποχρέωση εξακολουθεί να ισχύει ως προς την εναπομένουσα αξία ή το οφειλόμενο ανεξόφλητο υπόλοιπο του χρέους ή της υποχρέωσης, υπό την επιφύλαξη ενδεχόμενης τροποποίησης του ύψους των πληρωτέων τόκων, προκειμένου να αντικατοπτρίζεται η μείωση της αξίας και οποιασδήποτε περαιτέρω τροποποίησης των όρων, την οποία δύναται να καθορίσει η Αρχή Εξυγίανσης. (8) Όταν εφαρμόζεται μέτρο διάσωσης με ίδια μέσα, η Αρχή Εξυγίανσης ασκεί τις εξουσίες απομείωσης και μετατροπής, τηρώντας πιστά την ακόλουθη σειρά: (α) Απομειώνει πρώτα το μετοχικό κεφάλαιο και δικαιώματα απόκτησης μετοχών κατ’ αναλογία προς τις ζημίες και μέχρι τη μέγιστη του αξία, εάν οι ζημίες υπερβαίνουν τη συνολική αξία του εν λόγω στοιχείου, οπόταν και ακυρώνεται, (β) σε περίπτωση όπου η απομείωση δυνάμει της παραγράφου (α) δεν επαρκεί για την κάλυψη των ζημιών, η Αρχή Εξυγίανσης απομειώνει την αξία των αξιογράφων μετατρέψιμων σε μετοχές και των δικαιωμάτων απόκτησης αξιογράφων μετατρέψιμων σε μετοχές, (γ) η Αρχή Εξυγίανσης απομειώνει τους χρεωστικούς τίτλους και τα δικαιώματα απόκτησης χρεωστικών τίτλων, (δ) εάν, και μόνον εάν, η συνολική μείωση των στοιχείων των παραγράφων (α), (β) και (γ) είναι μικρότερη από το συνολικό ποσό των ζημιών, η Αρχή Εξυγίανσης, δύναται να επέμβει στις άλλες υποχρεώσεις του εν λόγω ιδρύματος. (9) Σε περίπτωση ολικής απομείωσης της αξίας τίτλων, ο μηδενισμός είναι μόνιμος. (10) Η Αρχή Εξυγίανσης δύναται να εφαρμόσει τις εξουσίες απομείωσης και μετατροπής σε υπολειμματική αξία τίτλων, οι οποίοι έχουν υποστεί μείωση, αλλά δεν έχουν μηδενιστεί. (11) Η Αρχή Εξυγίανσης και ο Υπουργός Οικονομικών δεν έχουν καμία υποχρέωση έναντι των θιγόμενων μερών, των οποίων οι αξίες των χρεών και υποχρεώσεών τους απομειώθηκαν ή μετατράπηκαν ένεκα της εφαρμογής του μέτρου διάσωσης με ίδια μέσα, εκτός των ήδη δεδουλευμένων που υφίστανται πριν από την εφαρμογή του μέτρου. (12) Η αποτίμηση για σκοπούς υπολογισμού του συνολικού ποσού, κατά το οποίο πρέπει να απομειωθούν ή να μετατραπούν χρέη και υποχρεώσεις, διενεργείται σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στο Μέρος V. (13) Κατά τη μετατροπή των χρεωστικών τίτλων σε μετοχές του ιδρύματος που υπόκειται σε εξυγίανση, η Αρχή Εξυγίανσης εφαρμόζει διαφορετικούς συντελεστές μετατροπής, σύμφωνα με την κατηγορία των χρεωστικών τίτλων υπό μετατροπή: Νοείται ότι, ο συντελεστής μετατροπής που εφαρμόζεται στους χρεωστικούς τίτλους υψηλής εξασφάλισης είναι υψηλότερος από το συντελεστή μετατροπής που εφαρμόζεται στις υποχρεώσεις μειωμένης εξασφάλισης. (14) Σε περίπτωση εφαρμογής από την Αρχή Εξυγίανσης του μέτρου διάσωσης με ίδια μέσα, τα θιγόμενα μέρη λαμβάνουν, κατά την εξόφληση των απαιτήσεών τους, τουλάχιστον όσα θα είχαν λάβει εάν το ίδρυμα που υπόκειται σε εξυγίανση είχε εκκαθαριστεί σύμφωνα με τον περί Εταιρειών Νόμο ή τους περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμους του 1985 έως 2013, ανάλογα με την περίπτωση, αμέσως πριν από την εφαρμογή του εν λόγω μέτρου. (15) Τα θιγόμενα μέρη δεν δύνανται να ξεκινήσουν οποιαδήποτε διαδικασία απαιτώντας την πληρωμή των χρεών και υποχρεώσεων που επηρεάστηκαν από την εφαρμογή του μέτρου διάσωσης με ίδια μέσα, στη βάση μη εκπλήρωσης των όρων και προϋποθέσεων του μέσου, βάσει του οποίου έχουν εκδοθεί ή συνομολογηθεί, αν οι πιο πάνω όροι και προϋποθέσεις έχουν επηρεαστεί από την εφαρμογή του εν λόγω μέτρου. (16) Τα θιγόμενα μέρη δεν δύνανται να απαιτήσουν, είτε από το ίδρυμα που υπόκειται σε εξυγίανση, είτε από τη Δημοκρατία, οποιαδήποτε χρηματική αποζημίωση για ζημιές που δυνατόν να έχουν υποστεί ως αποτέλεσμα της εφαρμογής του μέτρου διάσωσης με ίδια μέσα. (17) Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται και σε περίπτωση μεταβίβασης χρεών και υποχρεώσεων που έχουν μεταβιβαστεί από το ίδρυμα που υπόκειται σε εξυγίανση σε ενδιάμεση τράπεζα. 17(I)/2013 90(Ι)/2014 Μεταβίβαση τίτλων, περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων 13. (1) Το διάταγμα που εκδίδεται από την Αρχή Εξυγίανσης για σκοπούς μεταβίβασης τίτλων, περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων σύμφωνα με τα άρθρα 9, 10 και 11 δύναται – (α) να περιλαμβάνει τη μεταβίβαση – (i) όλων των τίτλων, περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων, (ii) όλων των τίτλων, περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων, εξαιρουμένων συγκεκριμένων τίτλων, περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων, (iii) συγκεκριμένων τίτλων, περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων, ή (iv) τίτλων, περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων με καθορισμένα χαρακτηριστικά, (β) να διαλαμβάνει πρόνοιες για, ή σε σχέση με, τη μεταβίβαση των εν λόγω τίτλων, περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων. (2) Η μεταβίβαση τίτλων, περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων, δυνάμει του εδαφίου (1), θεωρείται καθ’ όλα έγκυρη πράξη και ισχύει έναντι τρίτων, ανεξάρτητα από την ισχύ οποιουδήποτε περιορισμού που επιβάλλεται δυνάμει διατάξεων νόμου ή ορών σύμβασης ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο, συμπεριλαμβανομένων, μεταξύ άλλων, – (α) Οποιασδήποτε αναγγελίας, έγκρισης ή συναίνεσης προσώπων που είναι υποκείμενα δικαιωμάτων, υποχρεώσεων ή συμβατικών σχέσεων που μεταβιβάζονται, (β) της εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 301 του περί Εταιρειών Νόμου ή των διατάξεων των περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμων του 1985 έως 2013 σε σχέση με τους τίτλους, περιουσιακά στοιχεία, δικαιώματα ή υποχρεώσεις που μεταβιβάζονται: Νοείται ότι, για τη μεταβίβαση τίτλων ιδιοκτησίας συνεργατικών εταιρειών, εφαρμόζονται τα άρθρα 8 και 12Α των περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμων του 1985 έως 2013, (γ) κάθε άλλου περιορισμού που επηρεάζει το αντικείμενο εκχώρησης ή μεταβίβασης, γενικά ή από τρίτο πρόσωπο. (3) Χωρίς επηρεασμό της γενικότητας των διατάξεων της παραγράφου (β) του εδαφίου (1), στο διάταγμα που εκδίδει η Αρχή Εξυγίανσης δυνάμει των άρθρων 9, 10, και 11, δύνανται να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, πρόνοιες αναφορικά με- (α) το χρόνο υλοποίησης της διαδικασίας μεταβίβασης, (β) την άσκηση των δικαιωμάτων των κατόχων τίτλων, συμπεριλαμβανομένων των ακολούθων: (i) Της ισχύος της μεταβίβασης τίτλων ελεύθερης από κάθε υποχρέωση ή άλλη επιβάρυνση, (ii) της ακύρωσης δικαιωμάτων απόκτησης τίτλων, (iii) της διακοπής της διαπραγμάτευσης των τίτλων, (iv) της μη ενεργοποίησης συμβατικής ρήτρας που ενεργοποιείται, σε περίπτωση εκκαθάρισης ή αφερεγγυότητας ή επέλευσης άλλου γεγονότος, που δύναται να χαρακτηρίζεται ως πιστωτικό γεγονός ή ισοδύναμο αφερεγγυότητας, συμπεριλαμβανομένης ρήτρας συμψηφισμού, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 9 των περί Συμφωνιών Παροχής Χρηματοοικονομικής Εξασφάλισης Νόμων του 2004 και 2011, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 24, (γ) την αντιμετώπιση του αποκτώντος προσώπου ως να είναι το ίδιο πρόσωπο με το ίδρυμα που υπόκειται σε εξυγίανση, σε σχέση με τίτλους, περιουσιακά στοιχεία, δικαιώματα ή υποχρεώσεις που μεταβιβάζονται, (δ) την αντιμετώπιση συμφωνιών που έχουν συναφθεί με ή σε σχέση με το ίδρυμα που υπόκειται σε εξυγίανση, ως να έχουν συναφθεί με ή η σχέση με το αποκτών πρόσωπο, (ε) τη συνέχιση διαδικασίας που σχετίζεται με τίτλους, περιουσιακά στοιχεία, δικαιώματα ή υποχρεώσεις που μεταβιβάζονται, συμπεριλαμβανομένων νομικών διαδικασιών, από ή σε σχέση, με το αποκτών πρόσωπο, (στ) τη μεταβίβαση συμβάσεων εργασίας υπαλλήλων του ιδρύματος που υπόκειται σε εξυγίανση, στο αποκτών πρόσωπο, (ζ) την τροποποίηση διατάξεων πράξης ή εγγράφου του ιδρύματος που υπόκειται σε εξυγίανση, (η) την παροχή υποστήριξης ή πληροφοριών από το ίδρυμα που υπόκειται σε εξυγίανση, (θ) την παροχή υποστήριξης ή πληροφοριών από το αποκτών πρόσωπο. (4) Η μεταβίβαση τίτλων, περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων δυνάμει του εδαφίου (2) – (α) διασφαλίζει τη μεταβίβαση τίτλων, περιουσιακών στοιχείων, δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων που διέπονται από συμφωνίες παροχής χρηματοοικονομικής εξασφάλισης ή υπόκεινται σε συμψηφισμό δυνάμει σύμβασης ή διατάξεων νόμου στο σύνολό τους, (β) διασφαλίζει τη μεταβίβαση τίτλων, περιουσιακών στοιχείων που εξασφαλίζουν υποχρέωση έναντι ασφαλισμένου πιστωτή, μόνον εφόσον μεταβιβάζεται η εν λόγω υποχρέωση και η αξίωση της εξασφάλισης, (γ) δεν επηρεάζει το δικαίωμα υπαλλήλου να τερματίσει την εργοδότησή του στο αποκτών πρόσωπο, (δ) δεν επηρεάζει την άσκηση δικαιωμάτων των αντισυμβαλλομένων του ιδρύματος που υπόκειται σε εξυγίανση σε μια συμφωνία, συμπεριλαμβανομένου και του δικ …

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.