📄 Κείμενο νόμου
Ο περί της Κυπριακής Υπηρεσίας Πληροφοριών (ΚΥΠ) Νόμος του 2016 - 75(I)/2016
ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ
CyLaw
|
Αναφορικά μ'εμάς
|
Επικοινωνία
Κατάλογος Ενοποιημένης Νομοθεσίας
Ο περί της Κυπριακής Υπηρεσίας Πληροφοριών (ΚΥΠ) Νόμος του 2016 (75(I)/2016)
Περιεχόμενα
Πλήρες Κείμενο
Εκτύπωση
Ιστορικό Τροποποιήσεων
75(I)/2016
14(I)/2023
Προοίμιο
ΕΠΕΙΔΗ η Κυπριακή Υπηρεσία Πληροφοριών της Δημοκρατίας αποτελεί το κύριο όργανο για την ενημέρωση του Προέδρου της Δημοκρατίας για θέματα που άπτονται εξωτερικών και εσωτερικών κινδύνων που αφορούν στην κρατική ασφάλεια και στην κρατική κυριαρχία, καθώς και σε θέματα όπως η τρομοκρατία, η λαθρομετανάστευση και το οργανωμένο έγκλημα, και
ΕΠΕΙΔΗ επιβάλλεται όπως διασφαλιστεί ότι η Κυπριακή Υπηρεσία Πληροφοριών λειτουργεί αποκλειστικά προς εξυπηρέτηση των εθνικών και κρατικών συμφερόντων, στα πλαίσια της λειτουργίας του δημοκρατικού πολιτεύματος, του κράτους δικαίου και του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ως αυτά κατοχυρώνονται στο Σύνταγμα και στο εκάστοτε σε ισχύ στη Δημοκρατία δίκαιο, και
ΕΠΕΙΔΗ η αποτελεσματική και εύρυθμη λειτουργία της ΚΥΠ στα ανωτέρω πλαίσια μπορεί να διασφαλιστεί μόνο μέσα από τη νομοθετική ρύθμιση της θέσπισης, οργάνωσης και λειτουργίας της,
Η Βουλή των Αντιπροσώπων ψηφίζει ως ακολούθως:
Συνοπτικός τίτλος
1. Ο παρών Νόμος θα αναφέρεται ως ο περί της Κυπριακής Υπηρεσίας Πληροφοριών (ΚΥΠ) Νόμος του 2016.
75(I)/2016
Ερμηνεία
2. Στον παρόντα Νόμο, εκτός αν από το κείμενο προκύπτει διαφορετική έννοια-
«άλλο πρόσωπο» σημαίνει οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο δεν είναι μέλος του προσωπικού της ΚΥΠ, στο οποίο ο Διοικητής αποφασίζει να χορηγήσει παράλληλη ταυτότητα για την από μέρους του χρήση της, ως συνεργάτης της ΚΥΠ·
«Ανώτατο Συμβούλιο» σημαίνει το Συμβούλιο που καθιδρύεται δυνάμει του άρθρου 17 του παρόντος Νόμου∙
«αρχές τοπικής διοίκησης» έχει την έννοια που αποδίδουν στον όρο αυτό ο περί Δήμων Νόμος του 1985 και ο περί Κοινοτήτων Νόμος του 1999, όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται∙
«Γενικό Επιτελείο Εθνικής Φρουράς» ή «ΓΕΕΦ» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό στο άρθρο 2 του περί Εθνικής Φρουράς Νόμου του 2011, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται∙
«Γραμματέας του Ανώτατου Συμβουλίου» και «Αναπληρωτής Γραμματέας του Ανώτατου Συμβουλίου» σημαίνει τα μέλη του προσωπικού της ΚΥΠ τα οποία ορίζονται από τον Διοικητή, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 17E·
«δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα» ή «δεδομένα» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό στο άρθρο 2 του περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Προστασία του Ατόμου) Νόμου του 2001, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται∙
«Δήλωση» σημαίνει τη δήλωση περιουσιακών στοιχείων που συμπληρώνει μέλος του προσωπικού της ΚΥΠ, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 13Α·
«δημόσια υπηρεσία» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό στο άρθρο 2 του περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμου του 1990, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται·
«δημόσιος τομέας» σημαίνει υπηρεσία που υπάγεται στη Δημοκρατία και περιλαμβάνει υπηρεσία σε θέση στη Δημόσια Υπηρεσία, στη Δημόσια Εκπαιδευτική Υπηρεσία, στις Ένοπλες Δυνάμεις της Δημοκρατίας, στις Δυνάμεις Ασφαλείας της Δημοκρατίας, σε οποιαδήποτε θέση Δικαστού σε οποιοδήποτε Δικαστήριο της Δημοκρατίας, στη θέση του Γενικού και Βοηθού Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, του Γενικού και Βοηθού Γενικού Ελεγκτή, του Γενικού και Βοηθού Γενικού Λογιστή, καθώς και υπηρεσία σε οποιαδήποτε θέση στην κρατική υπηρεσία αναφορικά με την οποία γίνεται ειδική πρόνοια σε ειδικό νόμο·
«διαβαθμισμένα έγγραφα» σημαίνει έγγραφα που περιέχουν διαβαθμισμένες πληροφορίες ή και διαβαθμισμένες πληροφορίες ΕΕ∙
«διαβαθμισμένη πληροφορία» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό στο άρθρο 2 του περί Κανονισμών Ασφαλείας Διαβαθμισμένων Πληροφοριών, Εγγράφων και Υλικού και για Συναφή Θέματα Νόμου του 2002, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται·
«διαβαθμισμένη πληροφορία ΕΕ» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό στο άρθρο 2 του περί Κανονισμών Ασφαλείας Διαβαθμισμένων Πληροφοριών, Εγγράφων και Υλικού και για Συναφή Θέματα Νόμου του 2002, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται·
«διαβαθμισμένο καθεστώς της ΚΥΠ» σημαίνει ότι η ΚΥΠ, ως όργανο ενημέρωσης του Προέδρου της Δημοκρατίας, προστατεύεται με διαβάθμιση γενικά για κάθε διοικητική και επιχειρησιακή διαδικασία της και οποιοδήποτε στοιχείο αφορά τη λειτουργία της, η οποία είναι αναπόσπαστο μέρος της ασφάλειας της ΚΥΠ, και απαγορεύεται η κυκλοφορία ή η αποκάλυψη των στοιχείων αυτών, χωρίς να δοθεί η προηγούμενη έγκριση του Διοικητή για κυκλοφορία του ή και για ολική ή/και μερική αποκάλυψή του, με διατήρηση ή μη της διαβάθμισής του·
«διαδικασία εκδίκασης θέματος ασφάλειας» σημαίνει τη διαδικασία που ακολουθεί το αποτέλεσμα μιας έρευνας για ενδεχόμενη παραβίαση της ασφάλειας της ΚΥΠ, η οποία προβλέπεται στις διατάξεις του άρθρου 27 και στους εσωτερικούς κανονισμούς που εκδίδει ο Διοικητής με βάση τις διατάξεις του άρθρου 27(4Γ) του παρόντος Νόμου και περιλαμβάνει την απαγγελία του κατηγορητηρίου, την ακρόαση της υπόθεσης, την έκδοση απόφασης και την επιβολή της ποινής·
«διοικητική διαδικασία της ΚΥΠ» σημαίνει κάθε διαδικασία που επιτελείται στο πλαίσιο της άσκησης των διοικητικών ενεργειών, πράξεων και αποφάσεων μονομελούς ή συλλογικού οργάνου της ΚΥΠ ή που ενεργεί κατ’ εξουσιοδότηση της ΚΥΠ, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου·
«διοικητική κατάσταση μέλους του προσωπικού της ΚΥΠ» σημαίνει οτιδήποτε αφορά τη θέση, τα καθήκοντα, τις αρμοδιότητες και την αποστολή του μέλους αυτού στην ΚΥΠ·
«Διοικητής» σημαίνει το πρόσωπο που προΐσταται της ΚΥΠ, τα καθήκοντα και οι αρμοδιότητες του οποίου καθορίζονται στο άρθρο 8 του παρόντος Νόμου∙
«δίωξη από την ΚΥΠ για θέμα ασφάλειας» σημαίνει τη διαδικασία η οποία αρχίζει από την έρευνα για ενδεχόμενη παραβίαση της ασφάλειας της ΚΥΠ μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας εκδίκασης θέματος ασφάλειας·
«εγγραφή οχήματος» σημαίνει την εγγραφή και την καταχώριση οχήματος στη Δημοκρατία, σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου·
«έγγραφο» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό στο άρθρο 2 του περί Κανονισμών Ασφαλείας Διαβαθμισμένων Πληροφοριών, Εγγράφων και Υλικού και για Συναφή Θέματα Νόμου του 2002, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται και το άρθρο 2 του περί Απόδειξης Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται·
«ειδική άδεια ασφάλειας» σημαίνει την άδεια που παραχωρείται από την ΚΥΠ, με βάση τη διαδικασία, τα κριτήρια και τις προϋποθέσεις ελέγχου ασφάλειας, που καθορίζονται με εσωτερικούς κανονισμούς που εκδίδει ο Διοικητής·
«επεξεργασία» ή «επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό στο άρθρο 2 του περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Προστασία του Ατόμου) Νόμου του 2001, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται∙
«επιχειρησιακή διαδικασία της ΚΥΠ» σημαίνει κάθε ενέργεια, αποστολή ή δράση της ΚΥΠ για την επιτέλεση της αποστολής και των αρμοδιοτήτων της, με στόχο την ενημέρωση του Προέδρου της Δημοκρατίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου·
«έρευνα ασφάλειας» ή «έλεγχος ασφάλειας» σημαίνει-
(α) τη διαδικασία που διεξάγεται από την ΚΥΠ, όπως αυτή καθορίζεται με εσωτερικούς κανονισμούς που εκδίδει ο Διοικητής, με βάση το αποτέλεσμα της οποίας ο Διοικητής αναγνωρίζει την ικανότητα προσώπου να καταστεί, να παραμείνει μέλος του προσωπικού της ΚΥΠ, να λάβει εξουσιοδότηση για χειρισμό διαβαθμισμένων πληροφοριών ή/και να λάβει ειδική άδεια ασφάλειας∙ και
(β) τη διαδικασία που διεξάγεται από την Εθνική Αρχή Ασφαλείας για την πραγματοποίηση του ελέγχου ασφάλειας που προβλέπεται στο περί Ασφάλειας Διαβαθμισμένων Πληροφοριών Διάταγμα του 2013 και στο περί της Ασφάλειας Διαβαθμισμένων Πληροφοριών, Εγγράφων και Υλικού της Ευρωπαϊκής Ένωσης Διάταγμα του 2004 και την αναγνώριση του προσώπου στο οποίο αυτή αφορά της αρμοδιότητας να χειρίζεται διαβαθμισμένες πληροφορίες και την παροχή σε αυτό σχετικής εξουσιοδότησης·
«έρευνα για ενδεχόμενη παραβίαση της ασφάλειας της ΚΥΠ» σημαίνει την έρευνα που διεξάγει η ΚΥΠ για τη διερεύνηση ισχυρισμού για παραβίαση της ασφάλειας της ΚΥΠ·
«ευρύτερος δημόσιος τομέας» σημαίνει κάθε ανεξάρτητη υπηρεσία ή αρχή ή γραφείο ανεξάρτητου αξιωματούχου ή νομικό πρόσωπο δημόσιου δικαίου ή οργανισμό δημόσιου δικαίου, περιλαμβανομένων των αρχών τοπικής διοίκησης, ή οποιονδήποτε άλλο οργανισμό δημόσιου δικαίου χωρίς νομική προσωπικότητα που ιδρύεται με νόμο προς το δημόσιο συμφέρον και τα κεφάλαια του οποίου είτε παρέχονται είτε είναι εγγυημένα από τη Δημοκρατία·
«θέση» σημαίνει οργανική θέση στην ΚΥΠ, που περιλαμβάνεται στον προϋπολογισμό της ΚΥΠ∙
«κανόνες ασφάλειας της λειτουργίας της ΚΥΠ» σημαίνει τους κανόνες που εκδίδει ο Διοικητής με εσωτερικούς κανονισμούς·
«κανόνες ασφάλειας του προσωπικού της ΚΥΠ» σημαίνει τους κανόνες που εκδίδει ο Διοικητής με εσωτερικούς κανονισμούς·
«κράτος μέλος» σημαίνει κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης∙
«Κυπριακή Υπηρεσία Πληροφοριών» ή «ΚΥΠ» σημαίνει την με τον παρόντα Νόμο θεσπιζόμενη Κυπριακή Υπηρεσία Πληροφοριών∙
«μέλος της αστυνομίας στην ΚΥΠ» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό στο άρθρο 2 του περί Αστυνομίας Νόμου και σημαίνει το μέλος της Αστυνομίας που προβλέπεται στις διατάξεις της παραγράφου (δ) του εδαφίου (1) του άρθρου 13∙
«μέλος του προσωπικού της ΚΥΠ» σημαίνει φυσικό πρόσωπο που στελεχώνει την ΚΥΠ, το οποίο ανήκει σε οποιαδήποτε από τις κατηγορίες που προβλέπονται στο άρθρο 13 του παρόντος Νόμου∙
«μέλος του στρατού στην ΚΥΠ» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό στο άρθρο 2 του περί Στρατού της Δημοκρατίας Νόμο και σημαίνει το μέλος του στρατού που προβλέπεται στις διατάξεις της παραγράφου (γ) του εδαφίου (1) του άρθρου 13·
«μέλος που κατέχει θέση στην ΚΥΠ» σημαίνει πρόσωπο που κατέχει θέση στην ΚΥΠ δυνάμει των διατάξεων της παραγράφου (α) του εδαφίου (1) του άρθρου 13·
«μέλος που παρέχει υπηρεσίες στην ΚΥΠ» σημαίνει πρόσωπο που συνήψε σύμβαση παροχής υπηρεσιών στην ΚΥΠ δυνάμει των διατάξεων της παραγράφου (β) του εδαφίου (1) του άρθρου 13·
«νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου» έχει την έννοια που αποδίδεται στον όρο αυτό στο άρθρο 2 του περί Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου (Ψήφιση Προυπολογισμών) Νόμου του 1987, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται∙
«παραβίαση ασφάλειας της ΚΥΠ» σημαίνει το αδίκημα της παραβίασης των κανόνων ασφάλειας λειτουργίας της ΚΥΠ ή/και των κανόνων ασφάλειας από μέλος του προσωπικού της ΚΥΠ ή/και παραβίασης του διαβαθμισμένου καθεστώτος της ΚΥΠ·
«παράλληλη ταυτότητα» σημαίνει δελτίο ταυτότητας ή/και πιστοποιητικό γέννησης ή/και διαβατήριο, όπως οι όροι αυτοί καθορίζονται από τις διατάξεις του άρθρου 2 του περί Αρχείου Πληθυσμού Νόμου, που εκδίδεται σύμφωνα με το άρθρο 14Α για χρήση από μέλος του προσωπικού της ΚΥΠ και όπου υπάρχει ανάγκη από μέλη της οικογένειάς του ή και από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο με το οποίο ο Διοικητής έχει αποφασίσει αρμοδίως ότι η συνεργασία μαζί του απαιτείται για την εκπλήρωση της αποστολής και των αρμοδιοτήτων της ΚΥΠ, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου·
«Συμβούλιο Εφέσεων» σημαίνει το Ανώτατο Συμβούλιο, όταν ελέγχει σε δεύτερο βαθμό τις αποφάσεις του Πειθαρχικού Συμβουλίου, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου (στ) του εδαφίου (1) του άρθρου 17.
«τρίτη χώρα» σημαίνει οποιοδήποτε κράτος που δεν είναι κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης∙
«τρομοκρατία» σημαίνει πράξεις που συνιστούν αδικήματα τρομοκρατίας, όπως αυτά καθορίζονται στο άρθρο 5 του περί Καταπολέμησης της Τρομοκρατίας Νόμου του 2010, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται∙
«Υποδιοικητής» σημαίνει φυσικό πρόσωπο που διορίζεται στην ΚΥΠ, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 7 του παρόντος Νόμου.
75(I)/2016
14(I)/2023
Θέσπιση ΚΥΠ
3. Θεσπίζεται ανεξάρτητη αρχή που θα καλείται «Κυπριακή Υπηρεσία Πληροφοριών» (στο εξής «ΚΥΠ»).
75(I)/2016
Αποστολή της ΚΥΠ
4. Η ΚΥΠ έχει ως αποστολή, μέσα στα πλαίσια του σεβασμού των θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, του Συντάγματος και των νόμων, την αναζήτηση, συλλογή, αξιολόγηση, ανάλυση, επεξεργασία και γνωστοποίηση, στις κατά περίπτωση αρμόδιες αρχές, των πληροφοριών που αφορούν –
(α) Την προστασία και την προώθηση των εθνικών και κρατικών συμφερόντων της Δημοκρατίας∙
(β) την πρόληψη και τον χειρισμό δραστηριοτήτων που συνιστούν απειλή κατά της ασφάλειας και της κυριαρχίας της Δημοκρατίας∙ και
(γ) την πρόληψη και την αντιμετώπιση δραστηριοτήτων τρομοκρατικών οργανώσεων και άλλων ομάδων οργανωμένου εγκλήματος.
75(I)/2016
Αρμοδιότητες της ΚΥΠ
5.-(1) Για την εκπλήρωση της αποστολής της, η ΚΥΠ-
(α) Αναζητεί, συλλέγει, εκτιμά, επεξεργάζεται και παρέχει δεδομένα, πληροφορίες και στοιχεία, και υποβάλλει προτάσεις στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας για την πρόληψη ή την αποτροπή απειλής που σχετίζεται με τα όσα αναφέρονται στο άρθρο 4 του παρόντος Νόμου∙
(β) μεριμνά για την πρόληψη και την αντιμετώπιση τρομοκρατικών δραστηριοτήτων∙
(γ) μεριμνά για την πρόληψη και την αντιμετώπιση της κατασκοπευτικής δραστηριότητας σε βάρος της Δημοκρατίας∙
(δ) συντονίζει, στο πλαίσιο των αποφάσεων του Υπουργικού Συμβουλίου, τη δράση των υπηρεσιών πληροφοριών και ασφάλειας της Δημοκρατίας στον τομέα της συλλογής και διάθεσης πληροφοριών, που έχουν σχέση με το αντικείμενο της αποστολής της∙
(ε) παρέχει στα αρμόδια συλλογικά όργανα του κράτους, για την αντιμετώπιση κρίσεων, την αναγκαία πληροφοριακή συνδρομή για την επιτέλεση της αποστολής τους∙
(στ) παρέχει στους αρμόδιους φορείς του ΓΕΕΦ την εντός των ορίων της αρμοδιότητάς της, πληροφοριακή υποστήριξη, που είναι αναγκαία για την επιχειρησιακή σχεδίαση του ΓΕΕΦ∙
(ζ) συνεργάζεται, με τις αντίστοιχες με αυτή υπηρεσίες άλλων κρατών μελών ή τρίτων χωρών ή διεθνών οργανισμών, για την αποτελεσματικότερη εκπλήρωση της αποστολής της∙ και
(η) συντάσσει, με βάση τις πληροφορίες που διαθέτει, πληροφοριακά δελτία, μελέτες και εκθέσεις, τις οποίες διαβιβάζει, στις κατά περίπτωση, αρμόδιες αρχές της Δημοκρατίας.
(2) Οι αρχές και διαδικασίες που τηρεί και εφαρμόζει η ΚΥΠ αναφορικά με αρχεία, έγγραφα, πληροφορίες που περιέχουν προσωπικά δεδομένα, αφορούν ή σχετίζονται με τη λειτουργία, την αποστολή και τις αρμοδιότητες της ΚΥΠ και για την προστασία του διαβαθμισμένου καθεστώτος της ΚΥΠ τυγχάνουν επεξεργασίας με βάση εσωτερικούς κανονισμούς που εκδίδει ο Διοικητής και δεν εφαρμόζονται για οποιαδήποτε τέτοια επεξεργασία οι σχετικές πρόνοιες του Γενικού Κανονισμού για την Προστασία Δεδομένων (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Απριλίου 2016, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και για την κατάργηση της Οδηγίας 95/46/ΕΚ (Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων) και οι διατάξεις του περί της Προστασίας των Φυσικών Προσώπων Έναντι της Επεξεργασίας των Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και της Ελεύθερης Κυκλοφορίας των Δεδομένων αυτών Νόμου.
(3) Ο Διοικητής δύναται να συνάπτει μνημόνια συνεργασίας και πρωτόκολλα για την καλύτερη εκτέλεση της αποστολής και των αρμοδιοτήτων της ΚΥΠ και να ενημερώνει σχετικά και εκ των προτέρων τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας.
75(I)/2016
14(I)/2023
Τριμελής Επιτροπή
6.-(1) Η νομιμότητα των ειδικών επιχειρησιακών δράσεων της ΚΥΠ, που αφορά θέματα θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αξιολογείται από Τριμελή Επιτροπή που διορίζει το Υπουργικό Συμβούλιο μετά από εισήγηση του Προέδρου της Δημοκρατίας:
Νοείται ότι η αξιολόγηση αυτή δεν αποτελεί εκ των προτέρων έγκριση των δράσεων της ΚΥΠ ή μέσο παράκαμψης των νόμιμων συνταγματικών διαδικασιών αλλά σκοπός της αξιολόγησης είναι η βελτίωση της άσκησης των αρμοδιοτήτων της ΚΥΠ.
(2) Την Τριμελή Επιτροπή αποτελούν ένα (1) νομομαθές πρόσωπο εγνωσμένου κύρους και ανώτατου επαγγελματικού και ηθικού επιπέδου, ως επικεφαλής, και δύο (2) πρόσωπα εγνωσμένου κύρους και ανώτατου ηθικού επιπέδου.
(3) (α) Η λειτουργία της Τριμελούς Επιτροπής διέπεται από εσωτερικούς κανόνες που καταρτίζει η ίδια σε συνεργασία με τον Διοικητή και τους Υποδιοικητές, καθώς και με προϊστάμενο άλλης αρμόδιας αρχής που ορίζει άλλος νόμος, δυνάμει του οποίου προβλέπεται επέκταση των αρμοδιοτήτων της Τριμελούς Επιτροπής.
(β) Επιπροσθέτως των προβλεπομένων στην παράγραφο (α), οι εσωτερικοί κανονισμοί δυνατόν να προβλέπουν μεταξύ άλλων τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις των μελών της Τριμελούς Επιτροπής, την αποζημίωσή τους, τον τρόπο διορισμού γραμματέα, τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις του, την απαρτία της Τριμελούς Επιτροπής και άλλα συναφή θέματα.
(γ) Τα έξοδα λειτουργίας της Τριμελούς Επιτροπής καλύπτονται από τον ετήσιο προϋπολογισμό της ΚΥΠ, καθώς και από τη συνεισφορά από τον ετήσιο προϋπολογισμό οποιασδήποτε άλλης αρμόδιας αρχής, την οποία, με βάση τον οικείο νόμο, ελέγχει η Τριμελής Επιτροπή.
(δ) Τα μέλη της Τριμελούς Επιτροπής με τον διορισμό τους υποβάλλουν υπεύθυνη δήλωση στο Υπουργικό Συμβούλιο ότι θα ασκούν τα καθήκοντά τους με αντικειμενικότητα και αμεροληψία.
75(I)/2016
14(I)/2023
Ασυμβίβαστο μελών της Τριμελούς Επιτροπής
6Α. Τα μέλη της Τριμελούς Επιτροπής, σε περίπτωση που κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, έχουν οιονδήποτε οικονομικό ή άλλο συμφέρον ή οιανδήποτε προσωπική, οικογενειακή, επαγγελματική ή ιδιάζουσα σχέση ή σύνδεση με οποιονδήποτε φορέα ή πρόσωπο το οποίο έχει σχέση με θέμα που ασχολείται η Επιτροπή και ο βαθμός της σχέσης τους δυνατόν να επηρεάσει την αμερόληπτη εκτέλεση των καθηκόντων τους ή/και την απόφασή τους, οφείλουν να το δηλώσουν και να απέχουν από τη συνεδρία ή τον έλεγχο του σχετικού θέματος και σε τέτοια περίπτωση δεν δικαιούνται να παρευρίσκονται στον χώρο της συνεδρίασης ή στον χώρο του ελέγχου, ούτε να συμμετέχουν στη λήψη απόφασης του υπό εξέταση θέματος:
Νοείται ότι, σε αντίθετη περίπτωση, το μέλος που παραβιάζει τις διατάξεις του παρόντος άρθρου ενεργεί κατά παράβαση και της υπεύθυνης δήλωσής του προς το Υπουργικό Συμβούλιο.
14(I)/2023
Διορισμός, παύση και αντιμισθία Διοικητή και Υποδιοικητών
7.-(1) Το Υπουργικό Συμβούλιο, μετά από εισήγηση του Προέδρου της Δημοκρατίας, διορίζει έναν (1) πολίτη της Δημοκρατίας ως Διοικητή της ΚΥΠ και δύο (2) πολίτες της Δημοκρατίας ως Υποδιοικητές της ΚΥΠ και ορίζει τη μεταξύ τους ιεραρχία για θητεία που λήγει το αργότερο τρεις (3) μήνες μετά τη λήξη της θητείας του Προέδρου της Δημοκρατίας:
Νοείται ότι, ανεξαρτήτως των διατάξεων του παρόντος εδαφίου, το Υπουργικό Συμβούλιο δύναται, μετά από εισήγηση του Προέδρου της Δημοκρατίας, να παύσει τον Διοικητή ή και τους Υποδιοικητές όποτε αυτό κριθεί σκόπιμο.
(2) Τα πρόσωπα που διορίζονται στη θέση του Διοικητή και των Υποδιοικητών της ΚΥΠ, απαιτείται να κατέχουν, τουλάχιστον, πτυχίο σχολής τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, διοικητική πείρα στο δημόσιο ή στον ιδιωτικό τομέα και να είναι εγνωσμένου ήθους, κύρους και εντιμότητας.
(3)(α) Στον Διοικητή καταβάλλεται αποζημίωση και ωφελήματα, συμπεριλαμβανομένων συνταξιοδοτικών ωφελημάτων, ίσα με αυτά που καταβάλλονται στον Αρχηγό της Αστυνομίας.
(β) Στους Υποδιοικητές καταβάλλεται αποζημίωση και ωφελήματα, συμπεριλαμβανομένων συνταξιοδοτικών ωφελημάτων, ίσα με αυτά που καταβάλλονται στον Υπαρχηγό Αστυνομίας.
(4) Ο Διοικητής και οι Υποδιοικητές μπορούν να υποβάλουν οποτεδήποτε παραίτηση, η οποία υποβάλλεται γραπτώς και απευθύνεται στο Υπουργικό Συμβούλιο.
75(I)/2016
14(I)/2023
Διοικητής
8.-(1) Ο Διοικητής-
(α) Προΐσταται της ΚΥΠ∙
(α1) ορίζει τα καθήκοντα των δύο (2) Υποδιοικητών της ΚΥΠ∙
(β) διοικεί την ΚΥΠ∙
(γ) καθοδηγεί, συντονίζει, εποπτεύει και ελέγχει το έργο της ΚΥΠ∙
(δ) είναι απευθείας υπόλογος στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας∙
(ε) είναι υπεύθυνος, έναντι του Προέδρου της Δημοκρατίας, για την άσκηση των καθηκόντων και την ορθή εκπλήρωση της αποστολής της ΚΥΠ∙ και
(στ) δύναται, με απόφαση του Προέδρου της Δημοκρατίας, να ενημερώνει την άτυπη σύσκεψη του Προέδρου της Δημοκρατίας και των Αρχηγών των Κομμάτων της Βουλής των Αντιπροσώπων για τις ειδικές επιχειρησιακές δράσεις της ΚΥΠ που άπτονται εξωτερικών και εσωτερικών κινδύνων που αφορούν στην κρατική ασφάλεια και στην κρατική κυριαρχία∙
(ζ) παρίσταται και δύναται να ενημερώνει την Κοινοβουλευτική Επιτροπή Θεσμών, Αξιών και Επιτρόπου Διοικήσεως της Βουλής των Αντιπροσώπων, σε κλειστή συνεδρία, αναφορικά με τις δράσεις της ΚΥΠ.
(2) Ο Διοικητής υποβάλλει στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, τουλάχιστον μια (1) φορά τον χρόνο ή εντός οποιασδήποτε άλλης μικρότερης χρονικής περιόδου κριθεί αναγκαίο, έκθεση αναφορικά με τις δραστηριότητες της ΚΥΠ κατά τη διάρκεια της εν λόγω χρονικής περιόδου και ενημερώνει τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, όταν τούτο του ζητηθεί ή όταν ο ίδιος κρίνει τούτο σκόπιμο ή αναγκαίο.
(3) Σε περίπτωση συνήθους απουσίας του Διοικητή, για υπηρεσιακούς λόγους στο εξωτερικό ή λόγω ασθενείας ή λόγω άδειας ανάπαυσης, καθήκοντα Διοικητή ασκεί ένας (1) εκ των Υποδιοικητών, τον οποίο ορίζει εκάστοτε ο Διοικητής:
Νοείται ότι σε περίπτωση που ο Διοικητής αδυνατεί, λόγω ασθένειας, να ορίσει έναν (1) εκ των δύο (2) Υποδιοικητών για να ασκεί καθήκοντα Διοικητή τότε αυτός ορίζεται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας.
(4) Σε περίπτωση που ο Διοικητής βρίσκεται σε άδεια, πέραν της συνήθους περιόδου άδειας σύμφωνα με τους κείμενους Νόμους και Κανονισμούς ή σε περίπτωση παρατεταμένης απουσίας του από την Κύπρο ή σε περίπτωση παρατεταμένης άδειας λόγω ασθένειας ή πνευματικής ή σωματικής ανικανότητας ή για οποιοδήποτε άλλο λόγο αδυνατεί να εκτελέσει τα καθήκοντά του ή να ασκήσει τις αρμοδιότητές του ως Διοικητής σύμφωνα με τον παρόντα Νόμο, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας προτείνει και το Υπουργικό Συμβούλιο διορίζει έναν (1) εκ των δύο (2) Υποδιοικητών ως προσωρινό Διοικητή για τη χρονική περίοδο κατά τη διάρκεια της οποίας ο Διοικητής βρίσκεται σε τέτοια παρατεταμένη αδυναμία εκτέλεσης των καθηκόντων του:
Νοείται ότι αν οι λόγοι που οδηγούν τον Διοικητή σε αδυναμία εκτέλεσης των καθηκόντων του δεν είναι προσωρινής φύσεως ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας εισηγείται στο Υπουργικό Συμβούλιο την παύση του και το διορισμό νέου Διοικητή στη θέση του.
75(I)/2016
14(I)/2023
Οργανωτική δομή
9.-(1) Η ΚΥΠ συγκροτείται από την Κεντρική Υπηρεσία και τις Περιφερειακές Μονάδες και περιλαμβάνει Διευθύνσεις, Τμήματα και Γραφεία.
(2) Στην Κεντρική Υπηρεσία περιλαμβάνονται τα άτομα που ενεργούν ως σύνδεσμοι, που τοποθετούνται στο εξωτερικό για την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους, σε ορισμένη περιφέρεια.
(3) Οποιαδήποτε άλλα θέματα αφορούν την οργανωτική δομή της ΚΥΠ ρυθμίζονται με εσωτερικούς κανονισμούς ή/και αποφάσεις ή/και διαταγές, συμπεριλαμβανομένων κανόνων και οδηγιών που εκδίδει ο Διοικητής.
75(I)/2016
14(I)/2023
Αρχείο ΚΥΠ
10.-(1)(α) Με την επιφύλαξη των διατάξεων του εδαφίου (2), τα έγγραφα και το οπτικοακουστικό υλικό της ΚΥΠ αρχειοθετούνται στο Αρχείο που λειτουργεί στην ΚΥΠ για τον σκοπό αυτό, σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Κρατικού Αρχείου Νόμου του 1991, του περί των Κανονισμών Ασφαλείας Διαβαθμισμένων Πληροφοριών, Εγγράφων και Υλικού και για Συναφή Θέματα Νόμου του 2002 και του περί της Ασφάλειας Διαβαθμισμένων Πληροφοριών Διατάγματος του 2013, όπως αυτά εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται.
(β) Η πρόσβαση στο Αρχείο της ΚΥΠ επιτρέπεται μόνο -
(i) στο Διοικητή,
(ii) σε μέλη του προσωπικού της ΚΥΠ, στα πλαίσια της εκτέλεσης των καθηκόντων τους, και κατόπιν ειδικής εξουσιοδότησης που παραχωρείται από τον Διοικητή, και
(iii) στα μέλη της Συμβουλευτικής Επιτροπής που συστήνεται και λειτουργεί δυνάμει των διατάξεων των εδαφίων (2) και (3) του παρόντος άρθρου.
(2)(α) Οι διατάξεις των άρθρων 6, 7, 8 και 9 του περί Κρατικού Αρχείου Νόμου του 1991, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, εφαρμόζονται στην έκταση που δεν είναι αντίθετες προς τις διατάξεις του παρόντος εδαφίου.
(β)(i) Η επιλογή των εγγράφων και του οπτικοακουστικού υλικού που αναφέρονται στο εδάφιο (1) για διαφύλαξη στο Κρατικό Αρχείο γίνεται με απόφαση του Διοικητή η οποία λαμβάνεται ύστερα από εισήγηση της Συμβουλευτικής Επιτροπής που συστήνεται για τον σκοπό αυτό.
(ii) O Διοικητής δύναται να προβεί σε παρατηρήσεις επί της εισήγησης της Συμβουλευτικής Επιτροπής και σε περίπτωση που η Συμβουλευτική Επιτροπή εμμένει σε διαφορετική θέση, ο Διοικητής υποβάλλει με σχετική έκθεση το ζήτημα στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας για τη λήψη τελικής απόφασης.
(γ) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις της παραγράφου (β) του παρόντος εδαφίου, τα έγγραφα και το οπτικοακουστικό υλικό που αναφέρονται στο εδάφιο (1) μεταφέρονται αυτόματα για διαφύλαξη στο Κρατικό Αρχείο το αργότερο μετά την πάροδο τριάντα (30) ετών από την παραγωγή τους και στην περίπτωση που αυτά αποτελούν διαβαθμισμένα έγγραφα, εφόσον αυτά αποχαρακτηριστούν σύμφωνα με τις διατάξεις του περί της Ασφάλειας Διαβαθμισμένων Πληροφοριών Διατάγματος του 2013, όπως αυτό εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται:
Νοείται ότι όσα έγγραφα και οπτικοακουστικό υλικό δεν έχουν αποχαρακτηριστεί μετά την πάροδο των τριάντα (30) ετών από την παραγωγή τους ή δεν επιλεγούν για διαφύλαξη στο Κρατικό Αρχείο με βάση τη διαδικασία που προβλέπεται στις παραγράφους (β) και (γ) του παρόντος εδαφίου, αφού ενημερωθεί συνοπτικά η Κοινοβουλευτική Επιτροπή Θεσμών, Αξιών και Επιτρόπου Διοικήσεως, παραμένουν στο Αρχείο της ΚΥΠ και φυλάσσονται σε κατάλληλο χώρο:
Νοείται περαιτέρω ότι όλα τα έγγραφα και το οπτικοακουστικό υλικό που επιλέγονται για διαφύλαξη στο Κρατικό Αρχείο, δυνάμει των διατάξεων του παρόντος εδαφίου, είναι ανοιχτά για επιθεώρηση από το κοινό.
(δ) Κανένα έγγραφο ή άλλο οπτικοακουστικό υλικό του Αρχείου της ΚΥΠ ή που διαφυλάσσεται στο Κρατικό Αρχείο, μετά τη μεταφορά του από το Αρχείο της ΚΥΠ, δεν καταστρέφεται εκτός αν αυτό υπάρχει εις διπλούν.
(3)(α) Η δυνάμει του εδαφίου (2) Συμβουλευτική Επιτροπή απαρτίζεται από τρία (3) πρόσωπα εγνωσμένου κύρους και ανώτατου επαγγελματικού και ηθικού επιπέδου που προτείνονται από τον Διοικητή και διορίζονται από το Υπουργικό Συμβούλιο, έπειτα από εισήγηση του Προέδρου της Δημοκρατίας.
(β) Για τη συγκρότηση και κάθε αλλαγή στη σύνθεση της Συμβουλευτικής Επιτροπής, το Υπουργικό Συμβούλιο ενημερώνει δεόντως την Κοινοβουλευτική Επιτροπή Θεσμών, Αξιών και Επιτρόπου Διοικήσεως.
(γ) Η θητεία των μελών της Συμβουλευτικής Επιτροπής είναι πενταετής και σε κάθε περίπτωση λήγει με τη λήξη της θητείας του εκάστοτε Προέδρου της Δημοκρατίας:
Νοείται ότι το Υπουργικό Συμβούλιο δύναται να παύσει οποιοδήποτε μέλος της Συμβουλευτικής Επιτροπής οποτεδήποτε το κρίνει σκόπιμο.
(δ) Ο τρόπος λειτουργίας της Συμβουλευτικής Επιτροπής διέπεται από Κανονισμούς που εκδίδει το Υπουργικό Συμβούλιο και δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας.
75(I)/2016
Συνεργασία με τον δημόσιο και ευρύτερο δημόσιο τομέα
11.-(1) Κάθε υπηρεσία στον δημόσιο τομέα και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα παρέχει σε ειδικά εξουσιοδοτημένο μέλος της ΚΥΠ, κατόπιν γραπτού αιτιολογημένου αιτήματος υπογεγραμμένου από τον Διοικητή της ΚΥΠ το οποίο απευθύνεται στον Προϊστάμενο κάθε υπηρεσίας, κάθε πληροφορία, στοιχείο, έγγραφο ή συνδρομή που ζητείται για την εκπλήρωση της αποστολής και των αρμοδιοτήτων της ΚΥΠ.
(2) Οι φορείς και το προσωπικό της ΚΥΠ που αναφέρονται στο εδάφιο (1), οφείλουν να τηρούν το απόρρητο της επικοινωνίας και του περιεχομένου του αιτήματος, καθώς και των στοιχείων του προσωπικού που επιλήφθηκε του ζητήματος αυτού.
(3) Άρνηση, παρέλκυση, αμέλεια, ατελής ή μη έγκαιρη ανταπόκριση σε αίτημα υπηρεσιακής συνδρομής, για το οποίο νόμιμα η ΚΥΠ ζητά πληροφορίες, συνιστούν πειθαρχικό παράπτωμα, και προκειμένου για-
(α) Δημόσιο υπάλληλο εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 73 έως 86 του περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμου του 1990, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται ∙ ή
(β) υπάλληλο, λειτουργό ή μέλος του δημόσιου και ευρύτερου δημόσιου τομέα, εφαρμόζονται οι αντίστοιχες, κατά περίπτωση, διατάξεις της οικείας νομοθεσίας που ρυθμίζει θέματα πειθαρχικών παραπτωμάτων ή και ποινικών αδικημάτων, ανάλογα με την περίπτωση και έχει εφαρμογή για το συγκεκριμένο υπάλληλο, λειτουργό ή μέλος.
(4) Ανάλογα με τις ανάγκες της ΚΥΠ, για σκοπούς συνεργασίας με τις διάφορες υπηρεσίες του δημόσιου τομέα και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, η ΚΥΠ δύναται είτε να απευθύνεται μεμονωμένα σε αρμόδιο υπάλληλο της σχετικής υπηρεσίας είτε, εφόσον κρίνεται από την ΚΥΠ αναγκαίο, να υπογράφονται μνημόνια συνεργασίας και συναντίληψης με τον προϊστάμενο εκάστης σχετικής υπηρεσίας.
75(I)/2016
14(I)/2023
Συνεργασία με φυσικά πρόσωπα ή νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου
12.-(1) Οποιοδήποτε φυσικό πρόσωπο ή νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου καθώς και οποιοσδήποτε ιδιωτικός φορέας εφαρμόζει τα όσα αναφέρονται στα εδάφια (1) και (2) του άρθρου 11 του παρόντος Νόμου.
(2) Τα πρόσωπα που αναφέρονται στο εδάφιο (1) οφείλουν όπως μη παρέχουν είτε εκ προθέσεως είτε εξ αμελείας, ψευδείς, ελλιπείς, ανακριβείς ή παραπλανητικές πληροφορίες στην ΚΥΠ ή συνδράμουν μη ικανοποιητικά την ΚΥΠ.
75(I)/2016
14(I)/2023
Στελέχωση της ΚΥΠ
13.-(1) Το προσωπικό της ΚΥΠ δύναται να αποτελείται από-
(α) Πρόσωπα που κατέχουν θέση στην ΚΥΠ∙
(β) πρόσωπα που συνήψαν σύμβαση παροχής υπηρεσιών στην ΚΥΠ σύμφωνα με το άρθρο 20 του παρόντος Νόμου∙
(γ) μέλη του στρατού, εν ενεργεία αξιωματικοί ή υπαξιωματικοί της Εθνικής Φρουράς, τα οποία, κατόπιν τοποθέτησης, μετάθεσης, απόσπασης ή διάθεσής τους στο Υπουργείο Άμυνας, παρέχουν τις υπηρεσίες τους στην ΚΥΠ∙ και
(δ) μέλη της αστυνομίας τα οποία, κατόπιν μετάθεσής τους στο Αρχηγείο Αστυνομίας Κύπρου, παρέχουν τις υπηρεσίες τους στην ΚΥΠ.
(2) Οποιαδήποτε άλλα θέματα αφορούν το προσωπικό της ΚΥΠ ρυθμίζονται με εσωτερικούς κανονισμούς ή/και αποφάσεις ή/και διαταγές, συμπεριλαμβανομένων κανόνων και οδηγιών που εκδίδει ο Διοικητής.
(3) Για να καταστεί δυνατή η τοποθέτηση, μετάθεση, απόσπαση ή διάθεση στην ΚΥΠ προσώπου που προβλέπεται στην παράγραφο (γ) του εδαφίου (1) ή η μετάθεση στο Αρχηγείο Αστυνομίας, για να παρέχει υπηρεσίες στην ΚΥΠ, προσώπου που προβλέπεται στην παράγραφο (δ) του εδαφίου (1), απαιτείται όπως το πρόσωπο αυτό συναινέσει ενυπόγραφα για την υπαγωγή του στις διοικητικές διαδικασίες σε ενδεχόμενη πειθαρχική έρευνα, πειθαρχική δίωξη, έρευνα για ενδεχόμενη παραβίαση της ασφάλειας της ΚΥΠ και δίωξη από την ΚΥΠ για θέμα ασφάλειας που προβλέπονται στις διατάξεις του παρόντος Νόμου πριν από κάθε άλλη σχετική ενέργεια ή απόφαση, ανάλογα με την περίπτωση, του Υπουργού Άμυνας ή του Αρχηγού Αστυνομίας.
75(I)/2016
14(I)/2023
Υποχρέωση υποβολής Δήλωσης περιουσιακών στοιχείων
13Α.-(1) Κάθε μέλος του προσωπικού της ΚΥΠ, εντός ενός μηνός από την ανάληψη των καθηκόντων του, ενημερώνει γραπτώς τον Διοικητή αναφορικά με την περιουσιακή του κατάσταση και συμπληρώνει τη σχετική Δήλωση:
Νοείται ότι, η χρονική περίοδος του ενός μηνός για τη συμπλήρωση της εν λόγω Δήλωσης δεσμεύει και τα μέλη του προσωπικού της ΚΥΠ που παρέχουν τις υπηρεσίες τους στην ΚΥΠ, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου.
(2) Ο Διοικητής εκδίδει εσωτερικούς κανονισμούς με τους οποίους ρυθμίζονται θέματα που αφορούν τον τύπο της Δήλωσης, τη φύλαξη της Δήλωσης από την ΚΥΠ, καθώς και το περιεχόμενο της Δήλωσης, η οποία δύναται να περιλαμβάνει μεταξύ άλλων-
(α) τα προσωπικά στοιχεία του μέλους του προσωπικού της ΚΥΠ·
(β) τα προσωπικά στοιχεία πρώτου βαθμού συγγενών του μέλους του προσωπικού της ΚΥΠ και στοιχεία ενήλικων προσώπων με τα οποία το εν λόγω μέλος έχει ιδιάζουσα σχέση:
Νοείται ότι, μέλος του προσωπικού της ΚΥΠ δεν δύναται να παρέχει τα στοιχεία αυτά, εάν δεν του έχει δοθεί προηγουμένως η σχετική συγκατάθεση των προσώπων αυτών, και, αναφορικά με τα στοιχεία των ανήλικων τέκνων του, εάν δεν έχει τη συγκατάθεση και των δύο γονέων του:
Νοείται περαιτέρω ότι, τόσο η συγκατάθεση όσο και η άρνηση να δοθεί τέτοια συγκατάθεση δίνονται γραπτώς και το μέλος του προσωπικού της ΚΥΠ την επισυνάπτει στη Δήλωση·
(γ) τα περιουσιακά στοιχεία του μέλους του προσωπικού της ΚΥΠ·
(δ) υπεύθυνη δήλωση για την αλήθεια του περιεχομένου της.
(3) Η Δήλωση επικαιροποιείται κάθε τρία (3) χρόνια, εφόσον το μέλος εξακολουθεί να προσφέρει τις υπηρεσίες του στην ΚΥΠ.
(4) Το μέλος του προσωπικού της ΚΥΠ υποβάλλει νέα Δήλωση σε οποιονδήποτε χρόνο, εάν σε οποιοδήποτε στάδιο διαφοροποιηθούν, σε μεγάλο βαθμό, τα περιουσιακά του στοιχεία, και επεξηγεί τους λόγους της διαφοροποίησης.
(5) Η Δήλωση καταστρέφεται μετά την παρέλευση επτά (7) ετών από τον τερματισμό των υπηρεσιών του μέλους του προσωπικού της ΚΥΠ, εκτός εάν εναντίον του μέλους αυτού εκκρεμεί οποιαδήποτε γραπτή επώνυμη καταγγελία ή έχει αρχίσει οποιαδήποτε ποινική ή πειθαρχική έρευνα εναντίον του η οποία σχετίζεται με οικονομικά αδικήματα ή υπάρχουν υπόνοιες ότι η Δήλωσή του είναι αναληθής ή ψευδής.
(6) Η Δήλωση των προσώπων τα οποία κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος του περί της Κυπριακής Υπηρεσίας Πληροφοριών (ΚΥΠ) (Τροποποιητικού) Νόμου του 2023, είναι μέλη του προσωπικού της ΚΥΠ, περιλαμβάνει τα περιουσιακά στοιχεία που αυτά κατέχουν κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος του εν λόγω Νόμου.
14(I)/2023
Προστασία του υπηρεσιακού καθεστώτος των μελών του προσωπικού της ΚΥΠ
14.-(1) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του παρόντος Νόμου ή οποιουδήποτε άλλου νόμου, διατηρείται το απόρρητο αναφορικά με το υπηρεσιακό καθεστώς των μελών του προσωπικού της ΚΥΠ:
Νοείται ότι, απαγορεύεται η δημοσίευση ή η με οποιονδήποτε τρόπο αποκάλυψη της ιδιότητας μέλους του προσωπικού της ΚΥΠ ως και το περιεχόμενο ή μέρος του περιεχομένου οποιασδήποτε δικαστικής απόφασης η οποία περιλαμβάνει αναφορά στο όνομά του ή στην ιδιότητα ή/και στα καθήκοντά του ως μέλους του προσωπικού της ΚΥΠ, για σκοπούς διασφάλισης της εθνικής και δημόσιας ασφάλειας και της τήρησης των κανόνων ασφάλειας των μελών του προσωπικού της ΚΥΠ:
Νοείται περαιτέρω ότι, οι διαδικασίες και οι αποφάσεις της ΚΥΠ σχετικά με τη διοικητική κατάσταση μέλους του προσωπικού της ΚΥΠ δεν δημοσιεύονται:
Νοείται έτι περαιτέρω ότι, ο Διοικητής δύναται να εκδίδει με εσωτερικούς κανονισμούς, κανόνες ασφαλείας μέλους του προσωπικού της ΚΥΠ.
(2) Πρόσωπο το οποίο παραβιάζει τις διατάξεις του εδαφίου (1) είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα πέντε (5) έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις εκατό πενήντα χιλιάδες ευρώ (€150.000) ή/και τις δύο αυτές ποινές.
75(I)/2016
14(I)/2023
Παράλληλη ταυτότητα και άδεια οδήγηση
14Α.-(1) Ο Διοικητής έχει εξουσία να αποφασίζει, με βάση τις ταυτότητα και αναγκαίες επιχειρησιακές δράσεις της ΚΥΠ, την χορήγηση παράλληλης ταυτότητας ή/και άδειας οδήγησης για αποτελεσματική προστασία του υπηρεσιακού καθεστώτος μέλους του προσωπικού της ΚΥΠ ή/και άλλου προσώπου, καθώς και για την καλύτερη διεκπεραίωση της αποστολής και των αρμοδιοτήτων της ΚΥΠ και της αποτελεσματικής κατοχύρωσης του απορρήτου της αποστολής και των αρμοδιοτήτων των προσώπων αυτών και της ΚΥΠ.
(2) Η χρήση της παράλληλης ταυτότητας ή/και της άδειας οδήγησης συνοδεύεται από σχετική εξουσιοδότηση προς το μέλος του προσωπικού στην ΚΥΠ ή και σε άλλο πρόσωπο, η οποία, εφαρμοζόμενων των σχετικών εσωτερικών κανονισμών που εκδίδει ο Διοικητής, ενδεικτικά και όχι περιοριστικά, δύναται να ορίζει το χρονικό διάστημα της ισχύος της εξουσιοδότησης αυτών, με δυνατότητα παράτασης ή τερματισμού τους, κατά την κρίση του Διοικητή, και πριν από το τέλος της ισχύος της.
(3) Χωρίς επηρεασμό της νομιμότητας των πράξεων του μέλους του προσωπικού της ΚΥΠ, όταν αυτό ενεργεί με βάση την ταυτότητα ή/και την άδεια οδήγησής του, είναι νόμιμες, καθώς και κάθε πράξη του μέλους αυτού ή και του άλλου προσώπου, όταν αυτό ενεργεί με την παράλληλη ταυτότητα ή/και την άδεια οδήγησης που τυχόν του έχει χορηγηθεί, σύμφωνα με το εδάφιο (1) και για όσο χρονικό διάστημα αυτές ισχύουν, υπό την προϋπόθεση ότι οι πράξεις αυτές είναι μέσα στα πλαίσια της εντολής που χορηγείται στο πρόσωπο αυτό, κατά περίπτωση, από τον Διοικητή.
(4) Ο Διοικητής συνάπτει άκρως απόρρητο Μνημόνιο Συνεργασίας με τον Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Εσωτερικών, στο οποίο καταγράφεται η διαδικασία που ακολουθείται από τη στιγμή που αποστέλλεται στον Γενικό Διευθυντή η διαβαθμισμένη επιστολή του Διοικητή με το σχετικό αίτημα μέχρι την ανάκλησή της και τον τερματισμό του αιτήματος.
(5) Σε περίπτωση που ο Διοικητής αποφασίσει την έκδοση παράλληλης ταυτότητας ή/και άδειας οδήγησης, ζητά από τον Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Εσωτερικών ή τον Έφορο Μηχανοκινήτων Οχημάτων, ανάλογα με την περίπτωση, με διαβαθμισμένη επιστολή του, την έκδοση τέτοιας ταυτότητας ή/και άδειας οδήγησης.
(6) Εσωτερικοί κανονισμοί που εκδίδει ο Διοικητής ρυθμίζουν τη διαδικασία, τις προϋποθέσεις και κριτήρια έκδοσης παράλληλης ταυτότητας ή/και άδειας οδήγησης, καθώς και τον τύπο της έκδοσης της εξουσιοδότησης για χρήση της παράλληλης ταυτότητας ή/και άδειας οδήγησης προς τα πρόσωπα στα οποία αφορά η χορήγησή τους.
(7) Στην εξουσιοδότηση για χρήση της παράλληλης ταυτότητας ή/και άδειας οδήγησης καθορίζονται και προστίθενται από τον Διοικητή οι κατά περίπτωση εντολές, οδηγίες και θέματα, σύμφωνα με τις ανάγκες που η εξουσιοδότηση αυτή έχει σκοπό να καλύψει το συμφέρον της αποστολής της ΚΥΠ.
14(I)/2023
Δεύτερη ή πολλαπλή εγγραφή υπηρεσιακού οχήματος
14Β.-(1) Κάθε υπηρεσιακό όχημα της ΚΥΠ δύναται να έχει ταυτόχρονα περισσότερες της μίας εγγραφές για την αποτελεσματικότερη διεκπεραίωση και προστασία της αποστολής και των αρμοδιοτήτων της ΚΥΠ, καθώς και της προστασίας του απορρήτου του υπηρεσιακού καθεστώτος των μελών του προσωπικού της ΚΥΠ ή/και άλλων προσώπων που χρησιμοποιούν σχετικό όχημα, για τους σκοπούς των αρμοδιοτήτων και της αποστολής της ΚΥΠ.
(2) Ο Διοικητής, με διαβαθμισμένη επιστολή του στον Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Μεταφορών, Επικοινωνιών και Έργων, δύναται να ζητά δεύτερη ή πολλαπλή εγγραφή ενός υπηρεσιακού οχήματος της ΚΥΠ, καθώς και την έκδοση σχετικής άδειας κυκλοφορίας του εν λόγω οχήματος, χωρίς αυτό να επηρεάζει την πρώτη εγγραφή και τη νομιμότητα της κυκλοφορίας του.
(3) Ο Διοικητής συνάπτει άκρως απόρρητο Μνημόνιο Συνεργασίας με τον Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Μεταφορών, Επικοινωνιών και Έργων σχετικά με αίτημα του Διοικητή για δεύτερη ή πολλαπλή εγγραφή ενός υπηρεσιακού οχήματος της ΚΥΠ, χωρίς αυτό να επηρεάζει την πρώτη εγγραφή και τη νομιμότητα της κυκλοφορίας του, στο οποίο καταγράφεται η διαδικασία που εφαρμόζεται, από τη στιγμή που αποστέλλεται στον Γενικό Διευθυντή η διαβαθμισμένη επιστολή του Διοικητή με το σχετικό αίτημα μέχρι την ανάκλησή της και τον τερματισμό του αιτήματος.
(4) Εσωτερικοί κανονισμοί που εκδίδονται από τον Διοικητή δύνανται να ρυθμίζουν τη διαδικασία και τον τρόπο χρήσης της δεύτερης ή πολλαπλής εγγραφής υπηρεσιακού οχήματος της ΚΥΠ.
14(I)/2023
Εκπαίδευση των μελών του προσωπικού της ΚΥΠ
15.-(1) Για την αποτελεσματικότερη εκτέλεση των καθηκόντων τους, τα μέλη του προσωπικού της ΚΥΠ εκπαιδεύονται, επιμορφώνονται και εξειδικεύονται σε σχολή εκπαίδευσης της ΚΥΠ η οποία ιδρύεται και λειτουργεί σύμφωνα με εσωτερικούς κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει του άρθρου 33 του παρόντος Νόμου.
(2) Το προσωπικό δύναται, περαιτέρω, να εκπαιδευτεί ή μετεκπαιδευτεί σε σχολές της Εθνικής Φρουράς και της Αστυνομίας ή άλλων δημόσιων και ιδιωτικών υπηρεσιών ή φορέων εντός ή εκτός της Δημοκρατίας.
(3) Κανονισμοί που εκδίδονται δυνάμει του άρθρου 34 δύνανται να προβλέπουν την επιτυχία, από μέλος που κατέχει θέση στην ΚΥΠ, σε εξεταστικές δοκιμασίες, θεωρητικές ή και πρακτικές, που ρυθμίζονται με εσωτερικούς κανονισμούς που εκδίδει ο Διοικητής, ως προϋπόθεση, για να δικαιούται να διεκδικήσει προαγωγή ή να του παραχωρηθεί μισθοδοτική προσαύξηση.
75(I)/2016
14(I)/2023
Υπηρεσιακός οπλισμός προσωπικού της ΚΥΠ
16.-(1) To προσωπικό της ΚΥΠ δύναται να φέρει υπηρεσιακό οπλισμό για σκοπούς εκτέλεσης των καθηκόντων του, προστασίας του και φύλαξης των εγκαταστάσεων της ΚΥΠ.
(2) Το προσωπικό της ΚΥΠ εκπαιδεύεται στη χρήση όπλων και οπτικών και ακουστικών μέσων συλλογής πληροφοριών για σκοπούς εκπλήρωσης της αποστολής της.
(3) Για σκοπούς εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος Νόμου και σύμφωνα με την παράγραφο (στ) του άρθρου 33, ο Διοικητής ορίζει με κανόνες την έκδοση και χορήγηση αδειών οπλοφορίας και οπλοκατοχής σε μέλη του προσωπικού της ΚΥΠ που εμπίπτουν στις διατάξεις των υποπαραγράφων (α), (β) και (γ) του εδαφίου (1) του άρθρου 13 καθώς επίσης τα κριτήρια και τους όρους χορήγησης αυτών των αδειών.
75(I)/2016
Ανώτατο Συμβούλιο
17.-(1) Καθιδρύεται Ανώτατο Συμβούλιο, που αποτελείται από τον Διοικητή, ως πρόεδρο, και τους δύο (2) Υποδιοικητές, ως μέλη, για να επιλαμβάνεται όλων των ζητημάτων που αφορούν το προσωπικό της ΚΥΠ, συμπεριλαμβανομένων-
(α) Το διορισμό προσώπου σε θέση στην ΚΥΠ∙
(β) τη σύναψη συμβάσεων παροχής υπηρεσιών∙
(γ) την επικύρωση διορισμού σε θέση στην ΚΥΠ, κατόπιν παρέλευσης διετούς περιόδου δοκιμασίας∙
(δ) την προαγωγή σε θέση στην ΚΥΠ∙
(ε) την αφυπηρέτηση από θέση στην ΚΥΠ∙
(ε1) την εκδίκαση, έκδοση απόφασης και επιβολή ποινής σε σχέση με υπόθεση ασφάλειας εναντίον μέλους του προσωπικού της ΚΥΠ που υπάγεται σε οποιαδήποτε από τις κατηγορίες που προβλέπονται στις παραγράφους (α), (γ) και (δ) του εδαφίου (1) του άρθρου 13∙
(στ) τον έλεγχο σε δεύτερο βαθμό των αποφάσεων του Πειθαρχικού Συμβουλίου, οπότε ενεργεί ως Συμβούλιο Εφέσεων∙ και
(ζ) τις αρμοδιότητες που του ανατίθενται από τους Κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 34 και τους εσωτερικούς κανονισμούς, αποφάσεις, διαταγές, κανόνες και οδηγίες που εκδίδονται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου.
(2) Τα πρόσωπα που απαρτίζουν το Ανώτατο Συμβούλιο και τα πρόσωπα που διορίζονται από αυτό ελέγχονται και τυγχάνουν έγκρισης σε επίπεδο εξουσιοδότησης «άκρως απόρρητο», σύμφωνα με τις διατάξεις της σχετικής νομοθεσίας.
75(I)/2016
14(I)/2023
Συνεδρίαση, ημερήσια διάταξη και εκτέλεση απόφασης του Ανώτατου Συμβουλίου
17Α.-(1) Ο πρόεδρος συγκαλεί τις συνεδριάσεις του Ανώτατου Συμβουλίου κατά την εκτέλεση των αρμοδιοτήτων του και υπογράφει κάθε σχετικό έγγραφο.
(2)(α) Ο πρόεδρος καταρτίζει την ημερήσια διάταξη κάθε συνεδρίασης και φροντίζει όπως αυτή κοινοποιηθεί στα άλλα δύο μέλη του Ανώτατου Συμβουλίου είκοσι τέσσερις (24) τουλάχιστον ώρες πριν από τη συνεδρίαση.
(β) Σε περίπτωση επείγουσας ανάγκης, η ημερήσια διάταξη δύναται να κυκλοφορήσει στα μέλη του Ανώτατου Συμβουλίου αμέσως πριν από τη συνεδρίασή του, εφόσον τόσο ο πρόεδρος όσο και τα άλλα δύο μέλη του Ανώτατου Συμβουλίου είναι παρόντα.
(3) Κάθε μέλος του Ανώτατου Συμβουλίου δύναται, με γραπτό αίτημά του, να ζητά την εγγραφή θέματος στην ημερήσια διάταξη που θα αποσταλεί από τον πρόεδρο.
(4) Από τη λήψη αιτήματος από μέλος του Ανώτατου Συμβουλίου για εγγραφή θέματος στην ημερήσια διάταξη, ο πρόεδρος εγγράφει το θέμα αυτό στην ημερήσια διάταξη της συνεδρίας του Ανώτατου Συμβουλίου που ακολουθεί την υποβολή του αιτήματος.
(5) Ο πρόεδρος μεριμνά για τη δέουσα εκτέλεση κάθε απόφασης του Ανώτατου Συμβουλίου.
14(I)/2023
Νόμιμη συγκρότηση του Ανώτατου Συμβουλίου
17Β. Η νόμιμη συγκρότηση του Ανώτατου Συμβουλίου, όπως αυτή καθορίζεται στις διατάξεις του άρθρου 17, δεν επηρεάζεται εξαιτίας προσωρινής απουσίας μέλους του, εφόσον κατά τη διαδικασία λήψης απόφασης ο αριθμός των παρόντων μελών του, εκ των οποίων το ένα μέλος είναι ο πρόεδρος, δεν είναι λιγότερος των δύο (2).
14(I)/2023
Εγκυρότητα αποφάσεων του Ανώτατου Συμβουλίου
17Γ. Απόφαση του Ανώτατου Συμβουλίου είναι έγκυρη όταν λαμβάνεται με πλειοψηφία των παρόντων μελών του:
Νοείται ότι, σε περίπτωση που τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 17Β, ο πρόεδρος έχει δεύτερη ή νικώσα ψήφο. Πρακτικά συνεδριάσεων του Ανώτατου Συμβουλίου.
14(I)/2023
Πρακτικά συνεδριάσεων του Ανωτάτου Συμβουλίου
17Δ.-(1) Κατά τις συνεδρίες του Ανώτατου Συμβουλίου τηρούνται πρακτικά.
(2) Κάθε μέλος του Ανώτατου Συμβουλίου δύναται να ζητήσει όπως οι σχετικές με τη συζήτηση εκφρασθείσες απόψεις του καταγραφούν στα πρακτικά.
(3)(α) Αντίγραφο των πρακτικών του Ανώτατου Συμβουλίου διανέμεται, το γρηγορότερο δυνατό, στα μέλη του Ανώτατου Συμβουλίου και η οποιαδήποτε παρατήρηση δύναται να υποβάλλεται στον πρόεδρο γραπτώς πριν από την επόμενη συνεδρία ή προφορικά κατά τη διάρκεια της επόμενης συνεδρίας και λαμβάνεται απόφαση πάνω σε αυτήν κατά την εν λόγω συνεδρία.
(β) Τα πρακτικά του Ανώτατου Συμβουλίου επικυρώνονται κατά τη συνεδρία που έπεται της συνεδρίας κατά την οποία αυτά τηρήθηκαν.
(4) Τα πρακτικά υπογράφονται από τον πρόεδρο και τηρούνται σε μητρώο καλούμενο «Μητρώο Πρακτικών Ανώτατου Συμβουλίου».
(5) Η εσωτερική λειτουργία του Ανώτατου Συμβουλίου, τηρουμένων τωνδιατάξεων του παρόντος Νόμου και των προνοιών των Κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει αυτού, δύναται να ρυθμιστεί περαιτέρω, εφόσον κριθεί αναγκαίο, με εσωτερικούς κανονισμούς τους οποίους εκδίδει ο Διοικητής.
14(I)/2023
Καθήκοντα Γραμματέα και Αναπληρωτή Γραμματέα του Ανώτατου Συμβουλίου
17Ε.-(1) Καθήκοντα Γραμματέα του Ανώτατου Συμβουλίου και Αναπληρωτή Γραμματέα ασκούν μέλη του προσωπικού της ΚΥΠ τα οποία ορίζονται από τον Διοικητή.
(2) Ο Γραμματέας ή ο Αναπληρωτής Γραμματέας του ΑνώτατουΣυμβουλίου, μεταξύ άλλων καθηκόντων που τους ανατίθενται με οδηγίες του Διοικητή για τη στήριξη των εργασιών του Ανώτατου Συμβουλίου, δύνανται να παρίστανται στις συνεδρίες του Ανώτατου Συμβουλίου και να τηρούν πρακτικά, αλλά αποχωρούν από τη συνεδρία κατά την ψηφοφορία για λήψη απόφασης.
14(I)/2023
Γενικές προϋποθέσεις διορισμού, τοποθέτησης, απόσπασης ή παροχής υπηρεσιών στην ΚΥΠ
18. Ουδείς διορίζεται σε θέση στην ΚΥΠ ή τοποθετείται ή αποσπάται ή παρέχει υπηρεσίες στην ΚΥΠ, εκτός εάν-
(α) Είναι πολίτης της Κυπριακής Δημοκρατίας,
(β) έχει συμπληρώσει το 18ο έτος της ηλικίας του,
(γ) έχει εκπληρώσει τις στρατιωτικές του υποχρεώσεις ή έχει απαλλαγεί νόμιμα από αυτές,
(δ) έχει πιστοποιηθεί από κυβερνητικό ιατρικό λειτουργό, ύστερα από ιατρική εξέταση, ως κατάλληλος για τη θέση από πλευράς υγείας,
(ε) δεν έχει καταδικαστεί για γενεσιουργό αδίκημα με βάση τις διατάξεις του περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου του 2007, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται,
(στ) κατέχει τα προσόντα που καθορίζονται στο οικείο σχέδιο υπηρεσίας, εφόσον πρόκειται για θέση,
(ζ) δεν έχει παραβιάσει τις διατάξεις του περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Προστασία του Ατόμου) Νόμου του 2001, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται,
(η) δεν έχει απολυθεί ή δεν έχουν τερματισθεί οι υπηρεσίες του στο παρελθόν από τη δημόσια υπηρεσία ή από οποιαδήποτε υπηρεσία ή σώμα ασφαλείας της Δημοκρατίας ή άλλου κράτους μέλους ή τρίτης χώρας ή από οργανισμό δημόσιου δικαίου της Δημοκρατίας ή άλλου κράτους μέλους ή τρίτης χώρας ή από περιφερειακό ή διεθνή οργανισμό, λόγω διάπραξης πειθαρχικού παραπτώματος,
(θ) πληροί τις προϋποθέσεις φυσικής, διανοητικής, ψυχικής και ψυχολογικής ικανότητας που απαιτούνται για την άσκηση των καθηκόντων του στην ΚΥΠ,
(ι) δεν έχει στοιχεία στο ποινικό του μητρώο που είναι ασυμβίβαστα με την εκτέλεση των καθηκόντων του στην ΚΥΠ, και
(ια) έχει επιτύχει σε έλεγχο ασφάλειας.
75(I)/2016
14(I)/2023
Προσωπικό και διάρθρωση προσωπικού που κατέχει θέση στην ΚΥΠ
19.-(1) Η διάρθρωση και ο ανώτατος αριθμός των θέσεων στην ΚΥΠ, περιλαμβάνονται στον προϋπολογισμό της ΚΥΠ, ο οποίος καθορίζει-
(α) τις κατηγορίες/τάξεις των θέσεων της ΚΥΠ∙
(β) τον τίτλο και τον πάγιο μισθό ή τη μισθοδοτική κλίμακα κάθε κατηγορίας των θέσεων στην ΚΥΠ∙
(γ) τους κλάδους και τις ειδικότητες στην κάθε κατηγορία/τάξη θέσεων στην ΚΥΠ.
(2) (α) Τα σχέδια υπηρεσίας, η διαδικασία διορισμού ή προαγωγής, η επικύρωση διορισμού σε θέση στην ΚΥΠ κατόπιν της παρέλευσης της περιόδου δοκιμασίας στη θέση αυτή, η τοποθέτηση, ο αναπληρωματικός διορισμός, η μετάθεση, η μετακίνηση, η παραίτηση, η αφυπηρέτηση, η ηλικία του προσωπικού που κατέχει θέση στην ΚΥΠ και συναφή θέματα ρυθμίζονται με Κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει των διατάξεων των εδαφίων (1) και (2) του άρθρου 34:
Νοείται ότι, η ΚΥΠ δύναται να προκηρύσσει την πλήρωση κενών θέσεων στην ΚΥΠ μέσω άλλου φορέα, χωρίς να αποκαλύπτεται κατά την προκήρυξη ο υποψήφιος εργοδότης.
(β) Ο πειθαρχικός κώδικας, η διαθεσιμότητα και ο πειθαρχικός έλεγχος των μελών του προσωπικού της ΚΥΠ, για τα οποία εφαρμόζονται οι διατάξεις των παραγράφων (α), (γ) και (δ) του εδαφίου (1) του άρθρου 13 και συναφή θέματα, ρυθμίζονται περαιτέρω με Κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει των διατάξεων των εδαφίων (1) και (2) του άρθρου 34.
(γ) Οι απολαβές, τα επιδόματα και άλλα οικονομικά ωφελήματα και συναφή θέματα των μελών που κατέχουν θέση στην ΚΥΠ ρυθμίζονται με Κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει των διατάξεων των εδαφίων (1) και (2) του άρθρου 34 του παρόντος Νόμου.
(3)(α) Η επιλογή για διορισμό και προαγωγή στην ΚΥΠ γίνεται με γνώμονα την ίση μεταχείριση όλων των υποψηφίων, ώστε να επιλέγονται οι πλέον άξιοι και κατάλληλοι, τηρουμένης της γενικής αρχής της ισότητας και της δυνατότητας του προσώπου που θα επιλεγεί να επιτελέσει με επάρκεια και εχεμύθεια τις αρμοδιότητες και τα καθήκοντα που θα του ανατεθούν, προς επιτέλεση του σκοπού και της αποστολής της ΚΥΠ.
(β) Ουδείς δύναται να προσληφθεί ή να προαχθεί ή να αναλάβει καθήκοντα ή να συνεχίσει να παρέχει υπηρεσίες στην ΚΥΠ, εκτός εάν έχει επιτύχει σε έρευνα ασφάλειας και του έχει χορηγηθεί σχετική άδεια ασφάλειας, την οποία διατηρεί:
Νοείται ότι, το περιεχόμενο της έρευνας ασφάλειας και της σχετικής απόφασης που ακολουθεί, με την οποία χορηγείται, απορρίπτεται ή ανακαλείται η άδεια ασφάλειας ή ειδική άδεια ασφάλειας, προστατεύονται από το διαβαθμισμένο καθεστώς της ΚΥΠ και δεν αιτιολογούνται.
(γ) Τα μέλη του προσωπικού της ΚΥΠ ενημερώνουν το Ανώτατο Συμβούλιο για τις αλλαγές που επηρεάζουν την προσωπική τους κατάσταση, η οποία, εάν κριθεί από το Ανώτατο Συμβούλιο ότι έχει αρνητικές συνέπειες στην προστασία του διαβαθμισμένου καθεστώτος της ΚΥΠ, δυνατόν να αποτελέσει λόγο για άρση της άδειας ασφάλειας ή της ειδικής άδειας ασφάλειας που τους έχει χορηγηθεί:
Νοείται ότι, η παραβίαση των υποχρεώσεων αυτών από μέλος του προσωπικού της ΚΥΠ δύναται να θέσει το μέλος αυτό σε διαθεσιμότητα και σε αναστολή της άδειας ασφάλειας ή της ειδικής άδειας ασφάλειας που του έχει χορηγηθεί και σε διαδικασία έρευνας για πιθανή παραβίαση των κανόνων ασφάλειας και του διαβαθμισμένου καθεστώτος της ΚΥΠ ή και σε πειθαρχική διαδικασία εναντίον του, χωρίς να αποκλείεται η ποινική του δίωξη, εάν συντρέχει τέτοια περίπτωση, με βάση τις διατάξεις του παρόντος Νόμου ή οποιουδήποτε άλλου Νόμου.
(4) Η σύνταξη των εκθέσεων αξιολόγησης του προσωπικού που κατέχει θέση στην ΚΥΠ, γίνονται από τον άμεσα προϊστάμενο του ατόμου που αξιολογείται και υποβάλλονται στον Διοικητή.
75(I)/2016
14(I)/2023
Προσωπικό με σύμβαση παροχής υπηρεσιών
20. Η διαδικασία για τη σύναψη σύμβασης παροχής υπηρεσιών με τα πρόσωπα τα οποία αναφέρονται στην υποπαράγραφο (β) του εδαφίου (1) του άρθρου 13 του παρόντος Νόμου, γίνεται από το Ανώτατο Συμβούλιο και στο συμβόλαιο αυτό καθορίζεται η διάρκειά του, οι απολαβές, οι όροι παροχής των υπηρεσιών αυτών, οι προϋποθέσεις αναστολής της παροχής των υπηρεσιών αυτών και/ή τερματισμού τους καθώς και λοιποί όροι.
75(I)/2016
Μέλη της αστυνομίας που παρέχουν υπηρεσίες στην ΚΥΠ
21.-(1)(α) Ανεξάρτητα από οποιεσδήποτε διατάξεις του περί Αστυνομίας Νόμου του 2004, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, και των Κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει αυτού, όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται, μέλος της αστυνομίας δύναται να παρέχει υπηρεσίες στην ΚΥΠ, κατόπιν αιτήματος του Διοικητή και με τη σύμφωνη γνώμη του Αρχηγού Αστυνομίας.
(β) Οι διατάξεις του περί Αστυνομίας Νόμου του 2004, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, και οι Κανονισμοί που εκδίδονται δυνάμει αυτού, όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται, εφαρμόζονται σε σχέση με μέλος της αστυνομίας που παρέχει υπηρεσίες στην ΚΥΠ, εκτός εάν προνοείται διαφορετικά στον παρόντα Νόμο.
(γ) Μέλος της αστυνομίας που παρέχει υπηρεσίες στην ΚΥΠ, δύναται να εκτελεί ειδικά καθήκοντα που δεν προβλέπονται στον περί Αστυνομίας Νόμο του 2004, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, και στους Κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει αυτού, όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται, μόνον κατόπιν αιτήματος του Διοικητή και με τη σύμφωνη γνώμη του μέλους της αστυνομίας και του Αρχηγού Αστυνομίας.
(2) Μέλος της αστυνομίας που παρέχει υπηρεσίες στην ΚΥΠ εξακολουθεί να κατέχει τη θέση από την οποία αποσπάται και τον βαθμό του, και η υπηρεσία μέλους της αστυνομίας στην ΚΥΠ θεωρείται ως υπηρεσία στη θέση και στον βαθμό που αυτός κατέχει στην Αστυνομία, για όλους τους σκοπούς του περί Αστυνομίας Νόμου του 2004, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, και των Κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει αυτού, όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται, συμπεριλαμβανομένων προσαυξήσεων, προαγωγών, απολαβών και ωφελημάτων, συνταξιοδοτικών και άλλων ωφελημάτων, υπόκειται όμως στον ιεραρχικό διοικητικό και επιχειρησιακό έλεγχο του Διοικητή σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου.
(3) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του περί Αστυνομίας Νόμου του 2004, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, και των Κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει αυτού, όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται, σε μέλος της αστυνομίας που παρέχει υπηρεσίες στην ΚΥΠ, δυνατό να ανατεθούν διευθυντικά, εποπτικά, διοικητικά και άλλα καθήκοντα σύμφωνα με την ιεραρχία της ΚΥΠ και λαμβάνοντας υπόψη τη θέση του στη δομή της Αστυνομίας.
(4) Οι απολαβές μέλους της αστυνομίας που παρέχει υπηρεσίες στην ΚΥΠ καταβάλλονται από την Αστυνομία.
(5) Η παροχή υπηρεσιών μέλους της αστυνομίας στην ΚΥΠ τερματίζεται οποτεδήποτε το κρίνει σκόπιμο ο Διοικητής και το μέλος της αστυνομίας επιστρέφει στο Αρχηγείο Αστυνομίας.
(6)(α) Για τη σύνταξη των ετήσιων εκθέσεων αξιολόγησης μέλους της αστυνομίας που παρέχει υπηρεσίες στην ΚΥΠ, εφαρμόζονται κατ’ αναλογία οι σχετικές διατάξεις του περί Αστυνομίας Νόμου του 2004, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, και των Κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει αυτού, όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται.
(β) Σε περίπτωση που άμεσα προϊστάμενος του μέλους της αστυνομίας, δεν είναι αξιωματικός της Αστυνομίας, η αξιολόγηση γίνεται από το ιεραρχικά ανώτερο μέλος της Αστυνομίας, αφού συμβουλευτεί τον άμεσα προϊστάμενό του.
(γ) Οι ετήσιες εκθέσεις αξιολόγησης των μελών της αστυνομίας, αποστέλλονται στο Αρχηγείο Αστυνομίας.
(7)(α) Σε περίπτωση κατά την οποία υφίσταται ισχυρισμός για ενδεχόμενη διάπραξη πειθαρχικού αδικήματος από μέλος της αστυνομίας που παρέχει υπηρεσίες στην ΚΥΠ, κατά παράβαση του περί Αστυνομίας Νόμου και των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων Κανονισμών, ο Διοικητής ενημερώνει αμέσως, γραπτώς, τον Βοηθό Αρχηγό που θα οριστεί από τον Αρχηγό Αστυνομίας για να ενεργήσει σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Αστυνομίας Νόμου του 2004, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται και των περί Αστυνομίας (Πειθαρχικών) Κανονισμών του 1989, όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται.
(β) Σε περίπτωση που ασκηθεί πειθαρχική δίωξη εναντίον μέλους της αστυνομίας που παρέχει υπηρεσίες στην ΚΥΠ ή πειθαρχική δίωξη ύστερα από ποινική δίωξη ή, το μέλος αυτό τεθεί σε διαθεσιμότητα, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου (α) και τις διατάξεις του περί Αστυνομίας Νόμου και των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων Κανονισμών, εφαρμόζονται οι σχετικές διατάξεις του περί Αστυνομίας Νόμου του 2004, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται και των Κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει αυτού, όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται.
(γ) Ανεξαρτήτως των διατάξεων των παραγράφων (α) και (β) ή των διατάξεων οποιουδήποτε άλλου Νόμου ή των προνοιών Κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει αυτού, σε περίπτωση που εναντίον μέλους της αστυνομίας το οποίο παρέχει υπηρεσίες στην ΚΥΠ δυνάμει των διατάξεων της παραγράφου (δ) του εδαφίου (1) του άρθρου 13 υφίσταται ισχυρισμός-
(i) για ενδεχόμενη διάπραξη πειθαρχικού αδικήματος κατά παράβαση των διατάξεων του παρόντος Νόμου και των των Κανονισμών ή/και εσωτερικών κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει αυτού, διεξάγεται από την ΚΥΠ πειθαρχική έρευνα∙ ή
(ii) για ενδεχόμενη παραβίαση των κανόνων ασφάλειας της λειτουργίας της ΚΥΠ, των κανόνων ασφάλειας του προσωπικού της ΚΥΠ, καθώς και του διαβαθμισμένου καθεστώτος της ΚΥΠ, διεξάγεται από την ΚΥΠ έρευνα για ενδεχόμενη παραβίαση της ασφάλειας της ΚΥΠ και εφαρμόζεται η σχετική για την κάθε ως άνω περίπτωση διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 27, στις διατάξεις του παρόντος Νόμου, στους Κανονισμούς και στους εσωτερικούς κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου:
Νοείται ότι, σε περίπτωση έναρξης πειθαρχικής έρευνας ή έρευνας για ενδεχόμενη παραβίαση της ασφάλειας της ΚΥΠ, ο Αρχηγός Αστυνομίας τυγχάνει από τον Διοικητή σχετικής ενημέρωσης.
(δ) Σε περίπτωση κατά την οποία ασκηθεί από την ΚΥΠ πειθαρχική δίωξη ή δίωξη για θέμα ασφάλειας σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου (γ) και του άρθρου 27 ή πειθαρχική δίωξη ύστερα από ποινική δίωξη σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 28 ή, σε περίπτωση που το μέλος αυτό τεθεί σε διαθεσιμότητα σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 29, εφαρμόζονται οι σχετικές για κάθε περίπτωση διατάξεις του παρόντος Νόμου και των Κανονισμών και εσωτερικών κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει αυτού.
75(I)/2016
14(I)/2023
Μέλη του στρατού που τοποθετούνται ή μετατίθενται ή αποσπώνται ή διατίθενται στην ΚΥΠ
22.-(1)(α) Ο Διοικητής δύναται να ζητά την απόσπαση ή την τοποθέτηση ή τη μετάθεση ή τη διάθεση οποιουδήποτε μέλους του στρατού στην ΚΥΠ και ενημερώνει προς τούτο τον Υπουργό Άμυνας, ο οποίος αποφασίζει για τα περαιτέρω.
(β) Οι διατάξεις του περί Στρατού της Δημοκρατίας Νόμου του 1990, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, εφαρμόζονται σε σχέση με μέλος του στρατού που αποσπάται ή τοποθετείται ή μετατίθεται ή διατίθεται στην ΚΥΠ, εκτός εάν προνοείται διαφορετικά στον παρόντα Νόμο.
(γ) Μέλος του στρατού που αποσπάται ή τοποθετείται ή μετατίθεται ή διατίθεται στην ΚΥΠ, δύναται να εκτελεί ειδικά καθήκοντα που δεν προβλέπονται στην οικεία νομοθεσία, μόνον κατόπιν αιτήματος του Διοικητή και με τη σύμφωνη γνώμη του μέλους του στρατού και του Υπουργού Άμυνας.
(2) Μέλος του στρατού που αποσπάται ή τοποθετείται ή μετατίθεται ή διατίθεται στην ΚΥΠ, εξακολουθεί να κατέχει την οργανική θέση και τον βαθμό που είχε πριν την απόσπαση ή την τοποθέτησή του ή τη μετάθεση ή τη διάθεσή του και η υπηρεσία του θεωρείται ως υπηρεσία στην οργανική θέση και στον βαθμό που αυτός κατέχει στον Στρατό, για όλους τους σκοπούς του περί Στρατού της Δημοκρατίας Νόμου του 1990, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, συμπεριλαμβανομένων προσαυξήσεων, προαγωγών, απολαβών και ωφελημάτων, συνταξιοδοτικών και άλλων ωφελημάτων, υπόκειται όμως στον ιεραρχικό διοικητικό και επιχειρησιακό έλεγχο του Διοικητή της ΚΥΠ σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου.
(3) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του περί Στρατού της Δημοκρατίας Νόμου του 1990, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, σε μέλος του στρατού που αποσπάται ή τοποθετείται ή μετατίθεται ή διατίθεται στην ΚΥΠ, δυνατό να ανατεθούν διευθυντικά, εποπτικά, διοικητικά και άλλα καθήκοντα σύμφωνα με την ιεραρχία της ΚΥΠ και λαμβάνοντας υπόψη τη θέση του στη δομή του Στρατού της Δημοκρατίας.
(4) Οι απολαβές μέλους του στρατού που αποσπάται ή τοποθετείται ή μετατίθεται ή διατίθεται στην ΚΥΠ καταβάλλονται από τον Στρατό της Δημοκρατίας.
(5) Ο Διοικητής δύναται να τερματίσει, οποτεδήποτε το κρίνει σκόπιμο, τις υπηρεσίες μέλους του στρατού που είναι αποσπασμένο ή τοποθετημένο στην ΚΥΠ και ενημερώνει προς τούτο τον Υπουργό Άμυνας, ο οποίος αποφασίζει για τα περαιτέρω.
(6) Η σύνταξη των ετήσιων εκθέσεων μέλους του στρατού που αποσπάται ή τοποθετείται ή μετατίθεται ή διατίθεται στην ΚΥΠ διενεργείται κατ’ αναλογία των σχετικών διατάξεων του περί Στρατού της Δημοκρατίας Νόμου του 1990, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται.
(7) Σε περίπτωση που ασκηθεί πειθαρχική δίωξη εναντίον μέλους του στρατού που έχει αποσπαστεί ή τοποθετηθεί ή μετατεθεί ή διατεθεί στην ΚΥΠ ή πειθαρχική δίωξη ύστερα από ποινική δίωξη ή σε περίπτωση που το μέλος αυτό τεθεί σε διαθεσιμότητα, κατόπιν αναφοράς ή ισχυρισμού για παράβαση των σχετικών διατάξεων του περί Στρατού Νόμου ή του περί Εθνικής Φρουράς Νόμου ή των σχετικών Κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει αυτών, εφαρμόζονται οι σχετικές διατάξεις του περί Στρατού της Δημοκρατίας Νόμου του 1990, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, και των Κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει αυτού, όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται, καθώς και οι διατάξεις του περί της Εθνικής Φρουράς Νόμου το …
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.