← Κύπρος

Ο Περί της Πρόσβασης στο Επάγγελμα του Οδικού Μεταφορέα Νόμος του 2001 - 101(I)/2001

Εν συντομία

Αυτός ο Νόμος, ο Περί της Πρόσβασης στο Επάγγελμα του Οδικού Μεταφορέα Νόμος του 2001, ρυθμίζει τους όρους και τις προϋποθέσεις για την άσκηση του επαγγέλματος του οδικού μεταφορέα στην Κύπρο.

Τι ρυθμίζει

Ποιον αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
Ο Περί της Πρόσβασης στο Επάγγελμα του Οδικού Μεταφορέα Νόμος του 2001 - 101(I)/2001 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | Επικοινωνία Κατάλογος Ενοποιημένης Νομοθεσίας Ο Περί της Πρόσβασης στο Επάγγελμα του Οδικού Μεταφορέα Νόμος του 2001 (101(I)/2001) Περιεχόμενα Πλήρες Κείμενο Εκτύπωση Ιστορικό Τροποποιήσεων 101(I)/2001 171(I)/2002 36(I)/2003 261(I)/2004 37(I)/2005 45(I)/2005 54(I)/2005 36(I)/2006 180(I)/2007 71(I)/2008 15(I)/2009 101(I)/2009 38(I)/2011 157(Ι)/2013 4(Ι)/2014 116(Ι)/2014 9(Ι)/2015 7(I)/2017 46(I)/2024 74(I)/2024 Προοίμιο Η Βουλή των Αντιπροσώπων ψηφίζει ως ακολούθως: Συνοπτικός τίτλος 1. Ο παρών Νόμος θα αναφέρεται ως ο περί της Πρόσβασης στο Επάγγελμα του Οδικού Μεταφορέα Νόμος του 2001. 101(I)/2001 Ερμηνεία 2.—(1) Στον παρόντα Νόμο, εκτός αν προκύπτει διαφορετικά από το κείμενο- «άδεια» σημαίνει τη δυνάμει του άρθρου 5 χορηγούμενη άδεια άσκησης του επαγγέλματος- (α) του οδικού μεταφορέα εμπορευμάτων για- (i) διεθνείς οδικές μεταφορές· (ii) εσωτερικές οδικές μεταφορές· και (β) του οδικού μεταφορέα επιβατών για- (i) διεθνείς οδικές μεταφορές· (ii) εσωτερικές οδικές μεταφορές· «αδειούχο όχημα» σημαίνει- (α) Φορτηγό όχημα με μέγιστο μικτό επιτρεπόμενο βάρος ίσο ή μεγαλύτερο των 3,5 τόνων στο οποίο έχει χορηγηθεί άδεια «Α» σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου, (β) επιβατηγό όχημα στο οποίο έχει χορηγηθεί άδεια «Ε» για μεταφορά επιβατών σε τακτικές γραμμές ή/και για τη μεταφορά ομάδων επιβατών σε έκτακτες γραμμές σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου· (γ) επιβατηγό όχημα, το οποίο αναφέρεται σε σύμβαση παραχώρησης δημόσιας υπηρεσίας ότι θα χρησιμοποιείται από το φορέα δημόσιας υπηρεσίας ή/και τους εργοδοτουμένους του για την παροχή της δημόσιας υπηρεσίας εσωτερικών οδικών επιβατηγών μεταφορών∙ «αδειούχος» σημαίνει επιχείρηση στην οποία έχει χορηγηθεί άδεια δυνάμει του άρθρου 5 του παρόντος Νόμου· «ανάδοχος φορέας» σημαίνει το φορέα δημόσιας υπηρεσίας∙ «αναθέτουσα αρχή» σημαίνει το Υπουργείο Συγκοινωνιών και Έργων, το οποίο ενεργεί μέσω του Γενικού  Διευθυντή του ή εξουσιοδοτημένου εκπροσώπου του: Νοείται ότι η αναθέτουσα αρχή είναι αρμόδια για την εφαρμογή του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 181/2011, σύμφωνα με το καθορισμένο στις παραγράφους 1, 2 και 3 του άρθρου 2 του εν λόγω Κανονισμού πεδίο εφαρμογής· «αποκλειστικό δικαίωμα εκμετάλλευσης» σημαίνει το δικαίωμα που παραχωρείται από την αναθέτουσα αρχή σε μια επιχείρηση και με το οποίο παρέχεται η δυνατότητα στην επιχείρηση αυτή να εκμεταλλεύεται  τη δημόσια υπηρεσία εσωτερικών οδικών επιβατικών μεταφορών σε μια καθορισμένη περιοχή αποκλειόμενης οποιασδήποτε άλλης επιχείρησης· «αρμόδια αρχή» σημαίνει τον Υπουργό Συγκοινωνιών και Έργων και οποιοδήποτε άλλο γενικά ή ειδικά προς τούτο εξουσιοδοτημένο από τον Υπουργό πρόσωπο· «Δημοκρατία» σημαίνει την Κυπριακή Δημοκρατία· «δημόσια υπηρεσία εσωτερικών οδικών επιβατικών μεταφορών» σημαίνει τη γενικού οικονομικού συμφέροντος υπηρεσία εσωτερικών οδικών μεταφορών επιβατών σε τακτικές γραμμές, που παρέχεται στο κοινό χωρίς διακρίσεις και σε συνεχή βάση· «διαστική διαδρομή» σημαίνει διαδρομή μεταξύ δυο (2) ή περισσοτέρων πόλεων, η οποία καθορίζεται από την αναθέτουσα αρχή, πραγματοποιείται σε αυτοκινητόδρομο ή δρόμο ταχείας κυκλοφορίας ή σε δευτερεύον οδικό δίκτυο και περιλαμβάνει στάσεις στις πόλεις ή σε κύρια συνδετικά σημεία του δικτύου των δημόσιων επιβατικών μεταφορών· «διεθνής οδική μεταφορά» σημαίνει- (α) Τη μετακίνηση ενός οχήματος με σημείο αφετηρίας και σημείο άφιξης σε δύο διαφορετικά κράτη, με ή χωρίς διέλευση υπό καθεστώς διαμετακόμισης από ένα ή περισσότερα κράτη· (β) τη μετακίνηση ενός οχήματος από ένα κράτος προς τρίτη χώρα και αντίστροφα, με ή χωρίς διέλευση υπό καθεστώς διαμετακόμισης από ένα ή περισσότερα κράτη· (γ) τη μετακίνηση ενός οχήματος μεταξύ τρίτων κρατών, με διέλευση υπό καθεστώς διαμετακόμισης από το έδαφος ενός ή περισσότερων κρατών· (δ) τη μετακίνηση ενός οχήματος χωρίς φορτίο που έχει σχέση με τις εν λόγω μεταφορές· «Διευθυντής» σημαίνει το Διευθυντή του Τμήματος Οδικών Μεταφορών του Υπουργείου Συγκοινωνιών και Έργων· «εγχώριος φορέας» σημαίνει νομικώς ανεξάρτητη οντότητα, επί της οποίας η αναθέτουσα αρχή ασκεί έλεγχο ανάλογο εκείνου που ασκεί επί των υπηρεσιακών μονάδων της∙ «έκτακτες γραμμές» σημαίνει τις μη τακτικές γραμμές επιβατηγών οχημάτων δημόσιας χρήσης, στα οποία χορηγήθηκε άδεια «Ε» δυνάμει του άρθρου 15 οι οποίες χαρακτηρίζονται από το γεγονός ότι μεταφέρουν ομάδες επιβατών με μίσθωση ή σύμβαση και όχι με κόμιστρο κατά επιβάτη, και έχουν συσταθεί μετά από πρωτοβουλία ενός εντολέα ή του ίδιου του μεταφορέα και περιλαμβάνουν- (α) τις περιηγήσεις, δηλαδή τις γραμμές στις οποίες το ίδιο όχημα μεταφέρει μία ή περισσότερες προσχηματισμένες ομάδες επιβατών και επαναφέρει καθεμία τους στο σημείο απ' όπου αναχώρησε κατά τη διάρκεια του ίδιου ταξιδιού· (β) τις γραμμές στις οποίες εκτελούνται μεταφορές προσχηματισμένων ομάδων επιβατών, χωρίς οι επιβάτες να επανέρχονται στο σημείο αναχώρησης κατά τη διάρκεια του ίδιου ταξιδιού· (γ) τις γραμμές που οργανώνονται με την ευκαιρία συνεδρίων, σεμιναρίων, πολιτιστικών, κοινωνικών ή αθλητικών εκδηλώσεων· «Εκτελεστικός Κανονισμός (ΕΕ) 2016/480» σημαίνει τον Εκτελεστικό Κανονισμό (ΕΕ) 2016/480 της Επιτροπής της 1ης Απριλίου 2016 για τη θέσπιση κοινών κανόνων όσον αφορά τη διασύνδεση των εθνικών ηλεκτρονικών μητρώων των επιχειρήσεων οδικών μεταφορών και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1213/2010 της Επιτροπής· «εμπόρευμα» σημαίνει κάθε φυσικό ή τεχνικό προϊόν το οποίο γίνεται αντικείμενο εμπορίου· «επάγγελμα οδικού μεταφορέα εμπορευμάτων» σημαίνει τη δραστηριότητα κάθε αδειούχου με αδειούχο όχημα ο οποίος εκτελεί με μίσθωση ή με αμοιβή μεταφορά εμπορευμάτων, για λογαριασμό τρίτων, είτε με όχημα με κινητήρα είτε με συνδυασμό οχημάτων· «επάγγελμα οδικού μεταφορέα επιβατών» σημαίνει τη δραστηριότητα κάθε αδειούχου με αδειούχο όχημα ο οποίος εκτελεί μεταφορές επιβατών ή για ορισμένες κατηγορίες επιβατών με όχημα το οποίο από την κατασκευή και τον εξοπλισμό του μπορεί να μεταφέρει περισσότερα από εννέα άτομα - περιλαμβανομένου και του οδηγού - και το οποίο προορίζεται για το σκοπό αυτό έναντι κομίστρου που καταβάλλεται είτε από τον κάθε επιβάτη είτε από το διοργανωτή της μεταφοράς· «επιβατηγό όχημα» σημαίνει το μηχανοκίνητο όχημα δημόσιας χρήσης το οποίο από την κατασκευή και τον εξοπλισμό του μπορεί να μεταφέρει περισσότερα από εννέα άτομα περιλαμβανομένου και του οδηγού και το οποίο χρησιμοποιείται για τη μεταφορά επιβατών είτε με κόμιστρο κατ΄ επιβάτη είτε με μίσθωση∙ «επιθεωρητής» σημαίνει το δυνάμει του εδαφίου (2) του άρθρου 20 οριζόμενο πρόσωπο· «επιτροπή εξετάσεων» σημαίνει την επιτροπή εξετάσεων που καθιδρύεται δυνάμει του άρθρου 9· «επιχείρηση» σημαίνει κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που ασκεί κερδοσκοπική ή μη δραστηριότητα, κάθε οργάνωση ή ένωση προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα που ασκεί κερδοσκοπική ή μη δραστηριότητα, καθώς και κάθε δημόσιο οργανισμό που έχει ιδία νομική προσωπικότητα ή εξαρτάται από αρχή που έχει νομική προσωπικότητα· «εσωτερική οδική μεταφορά» σημαίνει την οδική μεταφορά εμπορευμάτων ή επιβατών που διενεργείται εξ ολοκλήρου μέσα στην εδαφική επικράτεια της Κυπριακής Δημοκρατίας· «εταιρεία» σημαίνει εταιρεία εγγεγραμμένη δυνάμει του περί Εταιρειών Νόμου ή του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου ή του περί Ομορρύθμων και Ετερορρύθμων Εταιρειών και Εμπορικών Επωνυμιών Νόμου· «καθορισμένη περιοχή» σημαίνει γεωγραφική περιοχή ή διαστική διαδρομή που καθορίζεται από την αρμόδια αρχή με διάταγμα που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας και στην οποία η αγορά παροχής της δημόσιας υπηρεσίας εσωτερικών οδικών επιβατικών μεταφορών είναι κλειστή στον ανταγωνισμό: Νοείται ότι για σκοπούς μετεπιβίβασης των επιβατών από επιβατηγά οχήματα του ενός παρόχου σε επιβατηγά οχήματα ενός άλλου παρόχου, σημείο ή σημεία μεταξύ δυο ή περισσοτέρων γεωγραφικών περιοχών ή διαστικών διαδρομών μπορούν να συμπίπτουν· «καθορισμένο» σημαίνει καθορισμένο με Κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει του παρόντος Νόμου· «Κανονισμοί» σημαίνει τους Κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει του παρόντος Νόμου· «Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1071/2009» σημαίνει τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1071/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 21ης Οκτωβρίου 2009 σχετικά με τη θέσπιση κοινών κανόνων όσον αφορά τους όρους που πρέπει να πληρούνται για την άσκηση του επαγγέλματος του οδικού μεταφορέα και για την κατάργηση της οδηγίας 96/26/ΕΚ του Συμβουλίου· «Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1072/2009» σημαίνει τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1072/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 21ης Οκτωβρίου 2009 για τους κοινούς κανόνες πρόσβασης στην αγορά διεθνών οδικών εμπορευματικών μεταφορών· «Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 181/2011» σημαίνει τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 181/2011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Φεβρουαρίου 2011 για τα δικαιώματα των επιβατών λεωφορείων και πούλμαν και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 2006/2004∙ «Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1370/2007» σημαίνει τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1370/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 23ης Οκτωβρίου 2007, για τις δημόσιες επιβατικές σιδηροδρομικές και οδικές μεταφορές και την κατάργηση των κανονισμών του Συμβουλίου (ΕΟΚ) αριθ. 1191/69 και (ΕΟΚ) αριθ. 1107/70, όπως εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται∙ «μεταφορά εμπορευμάτων» σημαίνει τη μεταφορά εμπορευμάτων με μίσθωση ή με αμοιβή· «όχημα δημόσιας χρήσης» σημαίνει φορτηγό όχημα δημόσιας χρήσης στο οποίο χορηγήθηκε άδεια «Α» ή «Δ» δυνάμει των άρθρων 13 ή 13Α αντίστοιχα, όπως και επιβατηγό όχημα δημόσιας χρήσης στο οποίο χορηγήθηκε άδεια «Ε» δυνάμει του άρθρου 15· «πιστοποιητικό επαγγελματικής επάρκειας» σημαίνει το δυνάμει του άρθρου 9, χορηγούμενο πιστοποιητικό επαγγελματικής επάρκειας, για τη διεύθυνση επιχειρήσεων οι οποίες εκτελούν οδικές μεταφορές, διεθνείς ή εσωτερικές, εμπορευμάτων ή επιβατών· «ρυμουλκό όχημα» σημαίνει μηχανοκίνητο όχημα κατασκευασμένο ή διασκευασμένο για τη ρυμούλκηση ρυμουλκούμενου ή ημιρυμουλκούμενου οχήματος· «σύμβαση παραχώρησης δημόσιας υπηρεσίας» σημαίνει σύμβαση, η οποία παρουσιάζει τα  ίδια χαρακτηριστικά με μια σύμβαση παροχής υπηρεσιών, εκτός από το γεγονός ότι το εργολαβικό αντάλλαγμα συνίσταται είτε στο αποκλειστικό δικαίωμα εκμετάλλευσης της δημόσιας υπηρεσίας εσωτερικών οδικών επιβατικών μεταφορών είτε στο δικαίωμα αυτό σε συνδυασμό με την καταβολή αμοιβής· «Συμβούλιο» σημαίνει το Συμβούλιο Οδικών Μεταφορών που καθιδρύεται δυνάμει του άρθρου 3· «συνήθης διαμονή» σημαίνει τον τόπο στον οποίο ένα άτομο διαμένει συνήθως, δηλαδή τουλάχιστον επί 185 ημέρες κατά ημερολογιακό έτος, λόγω προσωπικών και επαγγελματικών δεσμών ή, σε περίπτωση ατόμου χωρίς επαγγελματικούς δεσμούς, λόγω προσωπικών δεσμών, από τους οποίους προκύπτει στενή σχέση μεταξύ του προσώπου αυτού και του τόπου στον οποίο διαμένει: Νοείται ότι ως συνήθης διαμονή ενός ατόμου του οποίου οι επαγγελματικοί δεσμοί βρίσκονται σε τόπο διαφορετικό από εκείνο των προσωπικών του δεσμών και το οποίο, εξ αιτίας του γεγονότος αυτού, υποχρεούται να διαμένει εναλλακτικά σε διαφορετικούς τόπους που βρίσκονται σε δύο ή περισσότερα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, θεωρείται ο τόπος στον οποίο βρίσκονται οι προσωπικοί του δεσμοί υπό την προϋπόθεση ότι διαμένει εκεί τακτικά: Νοείται περαιτέρω, ότι η τελευταία αυτή προϋπόθεση δεν είναι απαραίτητη όταν το άτομο διαμένει σε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την εκτέλεση αποστολής συγκεκριμένης διάρκειας η δε φοίτηση σε πανεπιστήμιο ή σε σχολείο δεν αποτελεί αλλαγή της συνήθους διαμονής· «τακτικές γραμμές» σημαίνει τις γραμμές επιβατηγών οχημάτων δημόσιας χρήσης, με τις οποίες μεταφέρονται επιβάτες με κόμιστρο κατά επιβάτη με προκαθορισμένη συχνότητα και διαδρομή και στις οποίες οι επιβάτες μπορούν να επιβιβάζονται και να αποβιβάζονται σε προκαθορισμένες στάσεις. Οι τακτικές γραμμές είναι ανοικτές σε όλους ανεξάρτητα από την υποχρέωση κράτησης θέσης. Ο τακτικός χαρακτήρας της γραμμής δεν επηρεάζεται από ενδεχόμενη προσαρμογή των όρων εκμετάλλευσής της: Νοείται ότι στις τακτικές γραμμές περιλαμβάνονται και εκείνες με τις οποίες μεταφέρονται με προκαθορισμένη συχνότητα και διαδρομή, συγκεκριμένες κατηγορίες επιβατών στις οποίες οι επιβάτες μπορούν να επιβιβάζονται και να αποβιβάζονται σε προκαθορισμένες στάσεις και αφορούν- (α) Στη μεταφορά των εργαζομένων από τον τόπο της κατοικίας τους στον τόπο εργασίας τους και αντιστρόφως· (β) στη μεταφορά μαθητών και σπουδαστών από τον τόπο κατοικίας τους στον τόπο του εκπαιδευτικού τους ιδρύματος και αντιστρόφως: Νοείται περαιτέρω ότι ο τακτικός χαρακτήρας των γραμμών αυτών δεν επηρεάζεται από τον τρόπο πληρωμής της αμοιβής του λεωφορείου ή από το γεγονός ότι η οργάνωση της μεταφοράς προσαρμόζεται στις μεταβαλλόμενες ανάγκες των επιβατών· «τακτική γραμμή ειδικής διαδρομής» σημαίνει διαδρομή για κάλυψη των αναγκών εξυπηρέτησης του επιβατικού κοινού για τα αεροδρόμια για την οποία χορηγείται άδεια δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 15Α· «Τμήμα» σημαίνει το Τμήμα Οδικών Μεταφορών του Υπουργείου Συγκοινωνιών και Έργων· «Υπουργός» σημαίνει τον Υπουργό Συγκοινωνιών και Έργων· «υποχρέωση παροχής δημόσιας υπηρεσίας» σημαίνει την απαίτηση που προσδιορίζεται ή καθορίζεται από την αναθέτουσα αρχή, προκειμένου να εξασφαλίζεται δημόσια υπηρεσία εσωτερικών οδικών επιβατικών μεταφορών, την οποία δεν θα αναλάμβανε ένας φορέας που μεριμνά περί των ιδίων εμπορικών συμφερόντων ή τουλάχιστον δεν θα την αναλάμβανε στην ίδια έκταση ή υπό τις ίδιες προϋποθέσεις χωρίς αμοιβή∙ «φορέας δημόσιας υπηρεσίας» σημαίνει την επιχείρηση, στην οποία η αναθέτουσα αρχή έχει παραχωρήσει αποκλειστικό δικαίωμα εκμετάλλευσης της δημόσιας υπηρεσίας εσωτερικών οδικών επιβατικών μεταφορών σε καθορισμένη περιοχή. (2) Διά τους σκοπούς του παρόντος Νόμου, όροι που δεν καθορίζονται με οποιοδήποτε τρόπο σ' αυτόν, εκτός αν προκύπτει διαφορετικά από το κείμενο, έχουν την έννοια την οποία αποδίδουν σ' αυτούς, αντίστοιχα, οι περί Ρυθμίσεως της Τροχαίας Μεταφοράς Νόμοι και οι περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμοι ή οποιοσδήποτε εκάστοτε σε ισχύ νόμος τους τροποποιεί ή τους αντικαθιστά. 101(I)/2001 261(I)/2004 15(I)/2009 101(I)/2009 157(Ι)/2013 4(Ι)/2014 116(Ι)/2014 9(Ι)/2015 7(I)/2017 46(I)/2024 74(I)/2024 Συμβούλιο Οδικών Μεταφορών. Εξουσίες 3.—(1) Καθιδρύεται Συμβούλιο Οδικών Μεταφορών στο οποίο ανατίθεται η εξουσία και το καθήκον της χορήγησης, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου και των Κανονισμών, αδειών άσκησης του επαγγέλματος του οδικού μεταφορέα εμπορευμάτων ή του οδικού μεταφορέα επιβατών, σε επιχειρήσεις που επιθυμούν να ασκήσουν το επάγγελμα του οδικού μεταφορέα εμπορευμάτων ή επιβατών, η άσκηση της πειθαρχικής δικαιοδοσίας πάνω στους αδειούχους οδικούς μεταφορείς, όπως ειδικότερα προβλέπουν οι Κανονισμοί, καθώς και οποιαδήποτε άλλη εξουσία ή καθήκον ήθελε ειδικά ανατεθεί σ' αυτόν δυνάμει του παρόντος Νόμου ή των Κανονισμών. (2) Το Συμβούλιο θα απαρτίζεται από τα ακόλουθα πρόσωπα: (α) Το Διευθυντή του Τμήματος Οδικών Μεταφορών ως Πρόεδρο· (β) έναν εκπρόσωπο της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας, ως Αναπληρωτή Πρόεδρο· (γ) έναν εκπρόσωπο του Γενικού Λογιστή ως μέλος· (δ) έναν εκπρόσωπο του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων ως μέλος· και (ε) έναν εκπρόσωπο του Κυπριακού Οργανισμού Τουρισμού. (3) Η θητεία του Συμβουλίου θα είναι τετραετής. (4) Ο Πρόεδρος προΐσταται του Συμβουλίου, συγκαλεί και προεδρεύει των συνεδριάσεών του και υπογράφει τα πρακτικά. (5) Αποτελεί καθήκον του Προέδρου να μεριμνά όπως κάθε απόφαση του Συμβουλίου εκτελείται δεόντως. (6) Σε περίπτωση απουσίας ή προσωρινού κωλύματος του προέδρου, καθήκοντα Προέδρου ασκεί ο Αναπληρωτής Πρόεδρος. (7) Το Συμβούλιο έχει εξουσία να αναθέτει στον Πρόεδρο του την άσκηση οποιασδήποτε εξουσίας ή καθήκοντος που ανατίθεται σ' αυτό δυνάμει του παρόντος Νόμου ή των Κανονισμών, πλην των εξουσιών χορήγησης, ανάκλησης, αναστολής άδειας ή άσκησης πειθαρχικής δικαιοδοσίας. Οποιαδήποτε δε πράξη του Προέδρου ενεργουμένη δυνάμει τέτοιας εξουσιοδότησης θα θεωρείται ότι έγινε από το ίδιο το Συμβούλιο: Νοείται ότι σε περίπτωση απουσίας ή κωλύματος του Προέδρου η δυνάμει του παρόντος εδαφίου ανάθεση εξουσιών στον Πρόεδρο περιλαμβάνει και τον Αναπληρωτή Πρόεδρο του Συμβουλίου. (8) Ο Πρόεδρος ή ο Αναπληρωτής Πρόεδρος που ασκεί καθήκοντα Προέδρου και άλλα δύο μέλη αποτελούν απαρτία. Οι αποφάσεις λαμβάνονται κατά πλειοψηφία, σε περίπτωση δε ισοψηφίας ο Πρόεδρος της συνεδριάσεως έχει νικώσα ψήφο. (9) Το Συμβούλιο συνέρχεται σε τακτικές συνεδρίες και ρυθμίζει το ίδιο τη διαδικασία που θα ακολουθείται στις συνεδριάσεις του. (10) Οι αποφάσεις του Συμβουλίου με τις οποίες απορρίπτεται η χορήγηση, αναστέλλεται ή ανακαλείται η άδεια, υπόκεινται σε προσφυγή σύμφωνα με το Άρθρο 146 του Συντάγματος. 101(I)/2001 171(I)/2002 Απαγόρευση άσκησης του επαγγέλματος του οδικού μεταφορέα εμπορευμάτων ή επιβατών χωρίς άδεια 4.—(1) Με την επιφύλαξη των εδαφίων (2) και (3) του παρόντος άρθρου, από την ημερομηνία έναρξης ισχύος του παρόντος Νόμου απαγορεύεται σε οποιαδήποτε επιχείρηση να ασκεί το επάγγελμα του οδικού μεταφορέα εμπορευμάτων ή το επάγγελμα του οδικού μεταφορέα επιβατών εκτός αν η επιχείρηση αυτή κατέχει άδεια άσκησης του επαγγέλματος του οδικού μεταφορέα εμπορευμάτων ή επιβατών, αντίστοιχα, που χορηγήθηκε δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου. (2) Επιχείρηση η οποία κατά την αμέσως προηγούμενη ημέρα της έναρξης ισχύος του παρόντος Νόμου υφίστατο και λειτουργούσε στην επικράτεια της Δημοκρατίας και ασκούσε κατά τα τρία τελευταία χρόνια τις οδικές μεταφορές ως κύριο επάγγελμα, δυνάμει αδείας οδικής χρήσεως που εκδόθηκε με βάση τους περί Ρυθμίσεως της Τροχαίας Μεταφοράς Νόμους, για μια από τις ακόλουθες κατηγορίες: (α) Μεταφορά επιβατών με κόμιστρο κατά επιβάτη επί αστικών ή υπεραστικών οδικών γραμμών, που αναφερόταν σε λεωφορείο, (β) την περιοδεία τουριστικών ομάδων και μεταφορά ομάδων επιβατών σε εκδρομές καθορισμένου προορισμού, (γ) μεταφορά επιβατών επί συμβάσει, (δ) τη μεταφορά φορτίου με άδεια μεταφορέως «Α», που αναφερόταν σε φορτηγό μηχανοκίνητο όχημα με μέγιστο επιτρεπόμενο βάρος ίσο ή μεγαλύτερο των 3,5 τόνων, (ε) διεθνείς οδικές μεταφορές- (i) σε φορτηγό όχημα για μεταφορά φορτίου με μίσθωση ή με αμοιβή, ή (ii) σε λεωφορείο δημόσιας χρήσης, δικαιούται, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 24, να υφίσταται και να λειτουργεί και μετά την πιο πάνω ημερομηνία, αλλά θα διέπεται στο εξής ως προς όλα τα θέματα από τις διατάξεις του παρόντος Νόμου και των Κανονισμών. (3) Επιχείρηση μπορεί να λειτουργεί χωρίς τη δυνάμει του παρόντος Νόμου άδεια- (α) Όταν ασκεί το επάγγελμα με φορτηγό όχημα του οποίου το μέγιστο μικτό επιτρεπόμενο βάρος είναι μικρότερο από 3,5 τόνους· (β) όταν χρησιμοποιεί φορτηγό όχημα που είναι κατασκευασμένο ή διασκευασμένο να εκτελεί έργο που δε σχετίζεται με τη μεταφορά εμπορευμάτων· (γ) όταν ασχολείται με τις ακόλουθες εσωτερικές οδικές μεταφορικές δραστηριότητες: (i) ταχυδρομική μεταφορά που εκτελείται στα πλαίσια καθεστώτος δημόσιας υπηρεσίας, (ii) μεταφορά έτοιμου σκυροδέματος, (iii) μεταφορά νερού με βυτιοφόρο όχημα, (iv) μεταφορά γάλακτος με βυτιοφόρο όχημα, (ν) [Διαγράφηκε], (νi) μεταφορά σκυβάλων, (vii) μεταφορά οχημάτων που έχουν υποστεί βλάβη ή ζημιά, (viii) μεταφορά κάδων απορριμμάτων (δ) όταν ασκεί το επάγγελμα του οδικού μεταφορέα επιβατών με άδεια οδικής χρήσης για- (i) [Διαγράφηκε], (ii) μεταφορά επιβατών με μίσθωση με αστικό ή αγροτικό ταξί, (iii) μεταφορά επιβατών με κόμιστρο κατά επιβάτη με υπεραστικό ταξί· (ε) όταν η μεταφορά αφορά σε μεταφορά φαρμάκων, ιατρικών συσκευών και εξοπλισμού, καθώς και άλλων αναγκαίων αντικειμένων ή ειδών σε περίπτωση βοηθειών έκτακτης ανάγκης ή θεομηνίας. (4) Από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί της Πρόσβασης στο Επάγγελμα του Οδικού Μεταφορέα (Τροποποιητικού) (Αρ. 2) Νόμου του 2009, επιχείρηση η οποία κατά την αμέσως προηγούμενη ημέρα της έναρξης ισχύος του εν λόγω νόμου υφίστατο και λειτουργούσε στην επικράτεια της Δημοκρατίας και ασκούσε τις οδικές μεταφορές ως κύριο επάγγελμα, δυνάμει άδειας οδικής χρήσεως που εκδόθηκε με βάσει τον περί Ρυθμίσεως της Τροχαίας Μεταφοράς Νόμο για την κατηγορία της μεταφοράς επιβατών με κόμιστρο κατά επιβάτη με λεωφορείο σε αγροτική οδική γραμμή, δικαιούται, τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 16A και 16Β, να υφίσταται και να λειτουργεί και μετά από την πιο πάνω ημερομηνία, και θα διέπεται στο εξής ως προς όλα τα θέματα από τις διατάξεις του παρόντος Νόμου και των Κανονισμών. 101(I)/2001 37(I)/2005 101(I)/2009 Χορήγηση άδειας 5.—(1) Για τη χορήγηση άδειας υποβάλλεται από την επιχείρηση γραπτή αίτηση στο Συμβούλιο σε έντυπο συνοδευόμενο από τέτοια πιστοποιητικά ή άλλα έγγραφα όπως καθορίζονται στους Κανονισμούς. (2) Η άδεια χορηγείται εφόσον ο το Συμβούλιο ικανοποιηθεί, με βάση τα υποβαλλόμενα από την επιχείρηση πιστοποιητικά, βεβαιώσεις, στοιχεία και πληροφορίες, ότι συντρέχουν οι όροι και προϋποθέσεις που προβλέπονται στα άρθρα 6, 7, 8 και 9 του παρόντος Νόμου και αφού καταβληθεί το καθορισμένο τέλος. (3) Η άδεια εκδίδεται σε έντυπο όπως αυτό καθορίζεται στο Παράρτημα του παρόντος Νόμου και δύναται να αφορά σε μια ή σε περισσότερες από τις κατηγορίες οδικών μεταφορών που αναφέρονται στο άρθρο 2 και να περιέχει τέτοιους όρους και περιορισμούς τους οποίους εύλογα θα καθορίσει το Συμβούλιο για καθεμιά κατηγορία οδικών μεταφορών. Οι όροι και περιορισμοί της άδειας καταγράφονται στα προσαρτήματά της στο καθορισμένο έντυπο. 101(I)/2001 Προϋποθέσεις χορήγησης της άδειας 6.—(1) Κάθε επιχείρηση που εδρεύει στην επικράτεια της Δημοκρατίας δικαιούται να αποκτήσει άδεια εφόσον ικανοποιήσει το Συμβούλιο ότι- (α) Πληροί τα εχέγγυα της αξιοπιστίας όπως αυτά καθορίζονται στο άρθρο 7· (β) διαθέτει κατάλληλη οικονομική επιφάνεια όπως αυτή καθορίζεται στο άρθρο 8· (γ) πληροί την προϋπόθεση της επαγγελματικής επάρκειας όπως αυτή καθορίζεται στο άρθρο 9. (2) Αν η αιτήτρια επιχείρηση είναι φυσικό πρόσωπο που δεν πληροί την προϋπόθεση (γ) του εδαφίου (1) του παρόντος άρθρου, το Συμβούλιο δύναται να της επιτρέψει να ασκήσει το επάγγελμα του οδικού μεταφορέα εμπορευμάτων ή επιβατών νοουμένου ότι θα υποδείξει άλλο πρόσωπο το οποίο πληροί τις προϋποθέσεις (α) και (γ) του ίδιου εδαφίου και το οποίο θα διευθύνει πραγματικά και μόνιμα τις δραστηριότητες της επιχείρησης. (3) Αν η αιτήτρια επιχείρηση δεν είναι φυσικό πρόσωπο θα πρέπει- (α) Η προϋπόθεση (α) του εδαφίου (1) του παρόντος άρθρου να πληρούται από το πρόσωπο ή τα πρόσωπα που διευθύνουν πραγματικά και μόνιμα τις μεταφορικές δραστηριότητες της επιχείρησης καθώς και από όλους τους ιδιοκτήτες που μετέχουν πραγματικά και μόνιμα στις δραστηριότητές της, και (β) η προϋπόθεση (γ) του ίδιου εδαφίου να πληρούται από το πρόσωπο ή τα πρόσωπα που διευθύνουν πραγματικά και μόνιμα τις μεταφορικές δραστηριότητες της επιχείρησης. (4) Το Συμβούλιο οφείλει να επιβεβαιώνει τακτικά, και τουλάχιστο μια φορά ανά πενταετία, ότι ο αδειούχος εξακολουθεί να πληροί τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο παρόν άρθρο: Νοείται ότι σε περίπτωση που η προϋπόθεση της οικονομικής επιφάνειας δεν πληρούται κατά τη στιγμή του ελέγχου, η γενική όμως οικονομική κατάσταση της επιχείρησης προσφέρει προοπτικές ότι η προϋπόθεση αυτή θα πληρωθεί ξανά και διαρκώς με βάση ένα οικονομικό πρόγραμμα, σε προβλεπτό μέλλον, το Συμβούλιο μπορεί να παραχωρεί συμπληρωματική προθεσμία, η οποία δε θα υπερβαίνει το ένα έτος κατά τη λήξη της οποίας θα επανεξετάσει το θέμα. 101(I)/2001 Εχέγγυα αξιοπιστίας 7.-(1) Για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου και ανεξάρτητα από τις διατάξεις του περί Αποκαταστάσεως Καταδικασθέντων Νόμου, τα εχέγγυα αξιοπιστίας που προνοούνται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (1) του άρθρου 6 θεωρούνται ότι δεν πληρούνται ή ότι έπαψαν να πληρούνται, εφόσον το φυσικό πρόσωπο, το οποίο πρέπει να πληρεί τα εν λόγω εχέγγυα, έχει καταδικαστεί από δικαστήριο για οποιοδήποτε αδίκημα και έχει επιβληθεί σε αυτό ποινή φυλάκισης όπως καθορίζεται στην πρώτη στήλη του Πίνακα του παρόντος Νόμου και δεν έχει παρέλθει από την ημερομηνία κατά την οποία του έχει απαγγελθεί η καταδίκη, σε σχέση με την οποία έχει επιβληθεί η ποινή, το χρονικό διάστημα που καθορίζεται στη δεύτερη, τρίτη και τέταρτη στήλη του εν λόγω Πίνακα το οποίο αντιστοιχεί προς την ποινή αυτή: Νοείται ότι σε περίπτωση καταδίκης προσώπου σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τους τρεις μήνες ή επιβολής οποιασδήποτε χρηματικής ποινής ή οποιασδήποτε άλλης ποινής που δεν αποκλείει την αποκατάσταση με βάση τον περί Αποκαταστάσεως Καταδικασθέντων Νόμο, δε θεωρείται ότι δεν πληρούνται ή έπαψαν να πληρούνται τα εχέγγυα αξιοπιστίας που προνοούνται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (1) του άρθρου 6: Νοείται περαιτέρω ότι σε περίπτωση καταδίκης προσώπου σε φυλάκιση δια βίου ή για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει τα δυο χρόνια εφαρμόζονται οι αντίστοιχες διατάξεις του περί Αποκαταστάσεως Καταδικασθέντων Νόμου. (2) Ως απόδειξη αξιοπιστίας θεωρείται το πιστοποιητικό αξιοπιστίας το οποίο εκδίδεται στο καθορισμένο έντυπο από τον Αρχηγό Αστυνομία. 101(I)/2001 54(I)/2005 Κατάλληλη οικονομική επιφάνεια 8.—(1) Η προβλεπόμενη στην παράγραφο (β) του εδαφίου (1) του άρθρου 6 κατάλληλη οικονομική επιφάνεια συνίσταται στην ύπαρξη των οικονομικών πόρων που είναι αναγκαίοι για να εξασφαλίζεται η ορθή έναρξη και η καλή διαχείριση της επιχείρησης. (2) Το Συμβούλιο για να εκτιμήσει την οικονομική επιφάνεια εξετάζει τα ακόλουθα: (α) Τους ετήσιους λογαριασμούς της επιχείρησης, (β) τα διαθέσιμα κεφάλαια, στα οποία συμπεριλαμβάνονται τα τραπεζικά διαθέσιμα κεφάλαια, (γ) τις δυνατότητες υπέρβασης του διαθέσιμου υπόλοιπου και τη δανειοληπτική ικανότητα, (δ) το ενεργητικό, συμπεριλαμβανομένων των στοιχείων τα οποία μπορούν να χρησιμεύσουν ως εγγύηση για την επιχείρηση, (ε) τις δαπάνες συμπεριλαμβανομένου του κόστους αγοράς ή της προκαταβολής για την αγορά των οχημάτων, των κτιρίων, των εγκαταστάσεων και του εξοπλισμού, (στ) το κεφάλαιο κινήσεως. (3) Η προβλεπόμενη στην παράγραφο (β) του εδαφίου (1) του άρθρου 6 κατάλληλη οικονομική επιφάνεια πληρούται όταν η επιχείρηση διαθέτει κεφάλαιο και αποθεματικό ύψους τουλάχιστο του ισάξιου σε κυπριακές λίρες 9.000 Ευρώ όταν χρησιμοποιεί ένα και μόνο όχημα και 5.000 Ευρώ για κάθε πρόσθετο όχημα, όταν χρησιμοποιεί περισσότερα από ένα οχήματα: Νοείται ότι για σκοπούς του παρόντος εδαφίου η ισοτιμία του Ευρώ σε κυπριακές λίρες είναι αυτή της πρώτης εργάσιμης ημέρας του Οκτωβρίου και τίθεται σε ισχύ από την 1η Ιανουαρίου του επόμενου ημερολογιακού έτους. (4) Για τους σκοπούς του εδαφίου (1) του παρόντος άρθρου, το Συμβούλιο δύναται να αποδέχεται ως αποδεικτικό στοιχείο την επιβεβαίωση ή την παροχή ασφάλειας από Τράπεζα ή άλλο αρμόδιο ίδρυμα η οποία μπορεί να παρέχεται με τραπεζική εγγύηση, ενεχυρίαση, ή εγγυητική κατάθεση, ή με οποιοδήποτε άλλο παρόμοιο μέσο. 101(I)/2001 Επαγγελματική επάρκεια 9.—(1) Η προβλεπόμενη στην παράγραφο (γ) του εδαφίου (1) του άρθρου 6 προϋπόθεση της επαγγελματικής επάρκειας συνίσταται στην κατοχή των γνώσεων που αντιστοιχούν στο επίπεδο εκπαίδευσης που προβλέπεται στους Κανονισμούς, στα θέματα που απαριθμούνται σ' αυτούς και διαπιστώνεται με υποχρεωτική γραπτή εξέταση όπως αυτή ορίζεται σ' αυτούς: Νοείται ότι η εν λόγω επάρκεια όσων προτίθενται να διευθύνουν σε πραγματική και μόνιμη βάση επιχειρήσεις οι οποίες θα εκτελούν μόνο μιας κατηγορίας μεταφορές θα περιορίζεται μόνο σε θέματα σχετικά με τις εν λόγω μεταφορές και το γεγονός αυτό θα αντικατοπτρίζεται στο πιστοποιητικό που θα τους χορηγείται από την επιτροπή εξετάσεων με βάση τις διατάξεις του εδαφίου (4) του παρόντος άρθρου. (2) Για να εξακριβωθεί αν οι υποψήφιοι οδικοί μεταφορείς διαθέτουν το απαιτούμενο επίπεδο γνώσεων στα θέματα που αναφέρονται στους Κανονισμούς, ο Υπουργός ορίζει πενταμελή επιτροπή εξετάσεων η οποία αναλαμβάνει την οργάνωση γραπτών εξετάσεων, τουλάχιστο μια φορά ανά διετία. Νοείται ότι ο Υπουργός μπορεί να ορίσει τριμελή επιτροπή ή τριμελείς επιτροπές η οποία ή οι οποίες θα αναλάβουν την οργάνωση των εξετάσεων που προνοούνται δυνάμει των διατάξεων της παραγράφου (γ) του εδαφίου (3) του άρθρου 24. (3) Η επιτροπή εξετάσεων απαλλάσσει από τις εξετάσεις που προβλέπονται στο εδάφιο (2) του παρόντος άρθρου- (α) Τους αιτητές οι οποίοι αποδεικνύουν ότι διαθέτουν τουλάχιστο πενταετή πρακτική πείρα, σε διευθυντικό επίπεδο, σε επιχείρηση μεταφορών, με την προϋπόθεση ότι αυτοί επιτυγχάνουν σε εξέταση ελέγχου της πείρας τους κατά τον τρόπο που θα καθορίσει ειδικότερα ο Υπουργός· (β) περαιτέρω ο Υπουργός δύναται να απαλλάσσει από τις εν λόγω εξετάσεις τους αιτητές που είναι κάτοχοι διπλώματος τριτοβάθμιας εκπαίδευσης το οποίο συνεπάγεται άρτια γνώση της πλειονότητας τουλάχιστο των θεμάτων που αναφέρονται στους Κανονισμούς. (4) Ως απόδειξη επαγγελματικής επάρκειας η επιτροπή εξετάσεων χορηγεί πιστοποιητικό που συντάσσεται σύμφωνα με το καθορισμένο υπόδειγμα πιστοποιητικού στο οποίο θα αναφέρεται κατά πόσο ο κάτοχος του δικαιούται αποκλειστικά και μόνο να διευθύνει σε ουσιαστική και μόνιμη βάση επιχειρήσεις που εκτελούν οδικές μεταφορές μόνο στην επικράτεια της Δημοκρατίας ή αν δικαιούται να διευθύνει επιχειρήσεις που εκτελούν διεθνείς οδικές μεταφορές καθώς επίσης αν η επάρκεια αυτή αφορά σε οδικές μεταφορές εμπορευμάτων ή επιβατών. (5) Από την ημερομηνία που θα καθοριστεί με διάταγμα του Υπουργοί, που θα δημοσιευτεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, οι κάτοχοι πιστοποιητικού επαγγελματικής επάρκειας που έχει χορηγήσει αρμόδια αρχή κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν απαιτείται να παρακαθήσουν σε συμπληρωματική ή άλλη εξέταση που αφορά στο επάγγελμα του οδικού μεταφορέα και το πιστοποιητικό τους θεωρείται έγκυρο για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου. 101(I)/2001 36(I)/2003 Ανάκληση ή αναστολή άδειας 10.—(1) Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (3) του παρόντος άρθρου, το Συμβούλιο ανακαλεί ή αναστέλλει την ισχύ άδειας για οποιοδήποτε από τους ακόλουθους λόγους: (α) Αν η χορήγηση της άδειας έχει εξασφαλισθεί με δόλο, ψευδή δήλωση ή απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος που έγινε εν γνώσει του αδειούχου· ή (β) αν το φυσικό πρόσωπο του αδειούχου, το οποίο πληρεί την προϋπόθεση που προνοείται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (1) του άρθρου 6, έχει καταδικαστεί σε ποινή φυλάκισης ή δεν έχει αποκατασταθεί δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (1) του άρθρου 7· ή (γ) αν έπαυσαν να πληρούνται οι προϋποθέσεις χορήγησης της άδειας που προβλέπονται στις παραγράφους (β) και (γ) του εδαφίου (1) του άρθρου 6· ή (δ) αν το φυσικό πρόσωπο του αδειούχου, το οποίο πληροί την προϋπόθεση που προβλέπεται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (1) του άρθρου 6, χωρίς εύλογη αιτία παραλείπει να συμμορφωθεί ή επιτρέπει ή ανέχεται με οποιοδήποτε τρόπο παράβαση οποιασδήποτε υποχρέωσης που επιβάλλεται στον αδειούχο αυτό δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 13, 13Α, 15, 17, 18, 19, 20, και 21· ή (ε) αν το φυσικό πρόσωπο του αδειούχου το οποίο πληροί την προϋπόθεση που προβλέπεται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (1) του άρθρου 6 χωρίς εύλογη αιτία παρακωλύει ή επιτρέπει ή ανέχεται την παρακώλυση οποιουδήποτε επιθεωρητή στην άσκηση των καθηκόντων του δυνάμει του παρόντος Νόμου ή αν αρνείται να συνεργασθεί ή να συμμορφωθεί με οποιαδήποτε εντολή ή οδηγία επιθεωρητή που δίνεται νόμιμα κατά την άσκηση των καθηκόντων του. (2) Προτού το Συμβούλιο ανακαλέσει ή αναστείλει την ισχύ άδειας δυνάμει του εδαφίου (1) του παρόντος άρθρου, παρέχει στον αδειούχο προειδοποίηση τουλάχιστο τριών εβδομάδων για την πρόθεση του αυτή, αναφέροντας λεπτομερώς τους λόγους της ενέργειάς του αυτής και δίνοντας την ευκαιρία στον αδειούχο να υποβάλει γραπτώς τις πιθανές παραστάσεις του. Το Συμβούλιο λαμβάνει υπόψη τις εν λόγω παραστάσεις: Νοείται ότι ο αδειούχος μπορεί να υποβάλει γραπτές παραστάσεις μέσα σε δεκαπέντε το αργότερο μέρες από την ημερομηνία λήψης της προειδοποίησης. (3) Σε περίπτωση ανάκλησης ή αναστολής της ισχύος της άδειας, που αποφασίζεται δυνάμει του παρόντος άρθρου, ο αδειούχος που την κατέχει, οφείλει, χωρίς καθυστέρηση, να την επιστρέψει στο Συμβούλιο χωρίς να δικαιούται να του επιστραφούν τέλη που έχει καταβάλει. Αν ο αδειούχος που κατέχει τέτοια άδεια παραλείψει να την επιστρέψει, όπως προβλέπεται πιο πάνω, η άδεια κατάσχεται και επιστρέφεται στην αρμόδια αρχή από οποιοδήποτε επιθεωρητή ή αστυνομικό με στολή. 101(I)/2001 261(I)/2004 54(I)/2005 Τερματισμός της ισχύος άδειας 11. Η ισχύς της άδειας τερματίζεται αυτόματα- (α) Με το θάνατο ή την επέλευση φυσικής ή δικαιοπρακτικής ανικανότητας του φυσικού προσώπου που είναι κάτοχος της: Νοείται ότι το Συμβούλιο μετά από αίτηση του εκτελεστή ή διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος ή του φυσικώς ή δικαιοπρακτικώς ανίκανου, μπορεί να επιτρέψει, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 6, σε πρόσωπο που υποδεικνύεται από τον εν λόγω εκτελεστή ή διαχειριστή να συνεχίσει την επιχείρηση μέχρι περάτωσης της διαχείρισης, αλλά εν πάση περιπτώσει όχι πέραν των 18 μηνών από την ημερομηνία που επεσυνέβει ο θάνατος ή η φυσική ή δικαιοπρακτική ανικανότητα του κατόχου του πιστοποιητικού· (β) Με τη διάλυση ή εκκαθάριση του νομικού προσώπου που ασκεί την επιχείρηση· (γ) Με την πτώχευση του αδειούχου. 101(I)/2001 Μεταβίβαση ή αλλαγή στην κυριότητα επιχείρησης 12. Τηρουμένων των διατάξεων οποιουδήποτε άλλου νόμου ή κανονισμού, το δικαίωμα κυριότητας επί της επιχείρησης και της επωνυμίας της επιτρέπεται να μεταβιβαστεί τηρουμένων των πιο κάτω διατάξεων: (α) Για τη μεταβίβαση του εν λόγω δικαιώματος απαιτείται όπως ο νέος ιδιοκτήτης ή οι νέοι ιδιοκτήτες πληρούν τις προϋποθέσεις χορήγησης της άδειας που αναφέρονται στο εδάφιο (1) του άρθρου 6. (β) Για τη μεταβίβαση του εν λόγω δικαιώματος απαιτείται η κατάρτιση γραπτής συμφωνίας μεταξύ του κατόχου και του αποκτώντος το δικαίωμα ότι το δικαίωμα μεταβιβάζεται στον αποκτώντα. (γ) Η αναφερόμενη στην παράγραφο (β) του παρόντος άρθρου συμφωνία δεν παράγει οποιοδήποτε έννομο αποτέλεσμα για σκοπούς του παρόντος Νόμου εκτός αν αντίγραφο της διαβιβαστεί στο Συμβούλιο μέσα σ' ένα μήνα από τη σύναψή της και εγκριθεί από αυτό: Νοείται ότι το Συμβούλιο δεν μπορεί να αρνηθεί έγκριση για συμφωνία μεταβίβασης, εκτός αν ο αποκτών αποτύχει να αποδείξει ότι πληροί τις προϋποθέσεις χορήγησης της άδειας που αναφέρεται στο εδάφιο (1) του άρθρου 6. (δ) Κάθε αλλαγή στη διεύθυνση του αδειούχου καθώς και στη σύνθεση του Διοικητικού Συμβουλίου ή των μετόχων αδειούχου που δεν είναι φυσικό πρόσωπο, πρέπει να γνωστοποιείται γραπτώς στο Συμβούλιο από τον εκάστοτε υπεύθυνο για τη λειτουργία της επιχείρησης, ο οποίος οφείλει να υποβάλει ταυτόχρονα τα αναγκαία στοιχεία και έγγραφα αναφορικά με την αλλαγή αυτή: Νοείται ότι το Συμβούλιο δεν μπορεί να αρνηθεί έγκριση για τις εν λόγω αλλαγές εκτός αν οι αλλαγές αφορούν σε πρόσωπο ή πρόσωπα τα οποία με βάση τον παρόντα Νόμο πρέπει να καλύπτουν τις προϋποθέσεις των παραγράφων (α) και (γ) του εδαφίου (1) του άρθρου 6 και το νέο πρόσωπο ή τα νέα πρόσωπα δεν καλύπτουν τις προϋποθέσεις αυτές. 101(I)/2001 Άδεια «Α» εσωτερικών μεταφορών 13.—(1) Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (3) του άρθρου 4, κανένα φορτηγό όχημα δε θα χρησιμοποιείται για εσωτερικές οδικές μεταφορές εμπορευμάτων, με μίσθωση ή με αμοιβή, εκτός αν είναι εφοδιασμένο με άδεια σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου και μόνο υπό τους όρους που αυτή διαλαμβάνει. (2) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις κάθε άλλου νόμου ή κανονισμών, κανένα φορτηγό όχημα δεν επιτρέπεται να εκτελεί οδικές εμπορευματικές μεταφορές με μίσθωση ή με αμοιβή εντός της Δημοκρατίας, εκτός αν είναι εφοδιασμένο με άδεια εσωτερικών οδικών εμπορευματικών μεταφορών, με μίσθωση ή με αμοιβή (που στο εξής θα αναφέρεται ως άδεια “A”), σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου. (3) Η άδεια «Α» χορηγείται από την αρμόδια αρχή σε φορτηγό μηχανοκίνητο όχημα για μια από τις ακόλουθες κατηγορίες: (α) Μονοκόμματο φορτηγό με ή χωρίς υδραυλικό ανυψωτήρα· (β) ρυμουλκό. (4) Η άδεια «Α» χορηγείται μετά από γραπτή αίτηση που υποβάλλεται στην αρμόδια αρχή στο καθορισμένο έντυπο και αφού καταβληθεί το καθορισμένο τέλος: Νοείται ότι η αρμόδια αρχή δε δύναται να αρνηθεί τη χορήγηση άδειας «Α», εκτός εάν- (α) Ο αιτητής δεν είναι αδειούχος· (β) ο αιτητής έπαυσε να είναι αδειούχος για οποιοδήποτε λόγο· (γ) ο αριθμός των αιτούμενων αδειών «Α» είναι μεγαλύτερος από αυτό που καλύπτεται από την οικονομική επιφάνεια του αιτητή, οπότε χορηγείται τόσος αριθμός αδειών «Α» όσος καλύπτεται από την οικονομική επιφάνεια του αιτητή, όπως καθορίζεται στο άρθρο 8, και έχει αποφασίσει σχετικά η αρμόδια αρχή· (δ) ο αιτητής αποδείξει την αποτυχία του να εξασφαλίσει τη συγκατάθεση άλλου αδειούχου να του μεταβιβάσει άδεια «A»: Νοείται περαιτέρω ότι η άδεια «Α» εκδίδεται στο καθορισμένο έντυπο και μπορεί να περιέχει τέτοιους όρους και περιορισμούς τους οποίους θα καθορίσει εύλογα η αρμόδια αρχή. (5) Η αρμόδια αρχή, πριν την άσκηση της εξουσίας της να χορηγεί άδειες «Α», ακούει τις παραστάσεις των οργανώσεων των επιχειρήσεων που ασκούν το επάγγελμα του οδικού μεταφορέα εμπορευμάτων. (6) Η άδεια «Α» ισχύει για χρονική περίοδο μέχρι πέντε ετών από την ημερομηνία έκδοσής της και ανανεώνεται για περαιτέρω περιόδους μέχρι πέντε ετών η καθεμιά με την καταβολή του καθορισμένου τέλους, εκτός αν προηγουμένως ανακληθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου. (7) Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Νόμου η άδεια «Α» αναφέρεται σε συγκεκριμένο αδειούχο και αποκτά οντότητα μέσω συγκεκριμένου φορτηγού οχήματος το οποίο- (α) Πληροί τις διατάξεις των εκάστοτε σε ισχύ αναφορικά με τα μηχανοκίνητα οχήματα νόμων, κανονισμών και διαταγμάτων (β) είναι σε καλή κατάσταση από πλευράς οδικής ασφάλειας και να είναι διαθέσιμο για τεχνικό έλεγχο ή επιθεώρηση οποτεδήποτε ζητηθεί αυτό από τον Έφορο· και (γ) φέρει το διακριτικό γνώρισμα της ιδιότητάς του ως φορτηγού οχήματος με άδεια «Α» το οποίο εκδίδεται από την αρμόδια αρχή σύμφωνα με τον καθορισμένο τρόπο και τύπο και ισχύει ενόσω ισχύει η άδεια «Α». (8) Ο αδειούχος δικαιούται να μεταφέρει την άδεια «Α» σε άλλο φορτηγό όχημα νοουμένου ότι- (α) Εξακολουθούν να πληρούνται οι προϋποθέσεις κατοχής της άδειας· και (β) αποταθεί προς τούτο γραπτώς στο καθορισμένο έντυπο, καταβάλλοντος το καθορισμένο τέλος. (9) Η αρμόδια αρχή μπορεί οποτεδήποτε να τροποποιεί τους όρους που έχουν επιβληθεί στην άδεια «Α». (10) Η άδεια «Α» δύναται να μεταβιβαστεί από τον αδειούχο στον οποίο αυτή αναφέρεται σε άλλον αδειούχο. 101(I)/2001 261(I)/2004 Άδεια «Δ» διεθνών μεταφορών 13Α. (1)  Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (3) του άρθρου 4, κανένα φορτηγό όχημα δε χρησιμοποιείται για διεθνείς οδικές μεταφορές εμπορευμάτων, με μίσθωση ή με αμοιβή, εκτός αν είναι εφοδιασμένο με άδεια σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου και μόνο υπό τους όρους που αυτή διαλαμβάνει. (2) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις κάθε άλλου νόμου ή κανονισμών, κανένα φορτηγό όχημα δεν επιτρέπεται να εκτελεί διεθνείς οδικές εμπορευματικές μεταφορές με μίσθωση ή με αμοιβή εκτός αν είναι εφοδιασμένο με άδεια διεθνών οδικών εμπορευματικών μεταφορών με μίσθωση ή με αμοιβή (που στο εξής θα αναφέρεται ως άδεια «Δ»), σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου: Νοείται ότι το φορτηγό όχημα απαλλάσσεται από την υποχρέωση κατοχής άδειας “Δ” ή οποιασδήποτε άλλης άδειας μεταφοράς, όταν: (i) το συνολικό επιτρεπόμενο μεικτό βάρος του, συμπεριλαμβανομένων των ρυμουλ-κουμένων του, δεν υπερβαίνει τους έξι (6) τόνους ή όταν το επιτρεπόμενο ωφέλιμο φορτίο του, συμπεριλαμβανομένων των ρυμουλκουμένων του, δεν υπερβαίνει τους τρισήμισυ (3,5) τόνους∙ (ii) τα εμπορεύματα, που μεταφέρει, ανήκουν στην επιχείρηση ή έχουν πωληθεί, αγορασθεί, μισθωθεί ή εκμισθωθεί, παραχθεί, εξορυχθεί, μεταποιηθεί ή επισκευασθεί από αυτήν∙ (iii) εκτελεί μεταφορά, η οποία εξυπηρετεί την αποστολή εμπορευμάτων από και προς την επιχείρηση ή τη μετακίνησή τους εντός της επιχείρησης ή, για λογαριασμό της, εκτός αυτής∙ (iv) οδηγείται από το προσωπικό της επιχείρησης∙ (v) ανήκει στην επιχείρηση ή έχει αγορασθεί από αυτήν επί πιστώσει ή έχει μισθωθεί, εφόσον, στην τελευταία αυτή περίπτωση, πληροί τις διατάξεις του άρθρου 17 του παρόντος Νόμου: Νοείται ότι η διάταξη αυτή δεν ισχύει, όταν χρησιμοποιείται εφεδρικό όχημα, κατά τη διάρκεια σύντομης βλάβης του οχήματος, που χρησιμοποιείται κανονικά∙ και (vi) εκτελεί μεταφορά, η οποία αποτελεί επικουρική δραστηριότητα, στα πλαίσια του συνόλου των δραστηριοτήτων της επιχείρησης. (3) Η άδεια «Δ» χορηγείται από την αρμόδια αρχή σε φορτηγό μηχανοκίνητο όχημα για μια από τις ακόλουθες κατηγορίες: (α) Μονοκόμματο φορτηγό με ή χωρίς υδραυλικό ανυψωτήρα∙ (β) ρυμουλκό. (4)  Η άδεια «Δ» χορηγείται μετά από γραπτή αίτηση που υποβάλλεται στην αρμόδια αρχή στο καθορισμένο έντυπο και αφού καταβληθεί το καθορισμένο τέλος: Νοείται ότι η αρμόδια αρχή δε δύναται να αρνηθεί τη χορήγηση άδειας «Δ», εκτός εάν - (α) ο αιτητής δεν είναι αδειούχος. (β) ο αιτητής έπαυσε να είναι αδειούχος για οποιοδήποτε λόγο∙ (γ) ο αριθμός των αιτούμενων αδειών «Δ» είναι μεγαλύτερος από αυτόν που καλύπτεται από την οικονομική επιφάνεια του αιτητή, οπότε χορηγείται τόσος αριθμός αδειών “Δ” όσος καλύπτεται από την οικονομική επιφάνεια του αιτητή, όπως καθορίζεται στο άρθρο 8, και έχει αποφασίσει σχετικά η αρμόδια αρχή: Νοείται περαιτέρω ότι η άδεια «Δ» εκδίδεται στο καθορισμένο έντυπο και μπορεί να περιέχει τέτοιους όρους και περιορισμούς τους οποίους θα καθορίσει εύλογα η αρμόδια αρχή. (5)  Η άδεια «Δ» ισχύει για χρονική περίοδο μέχρι πέντε ετών από την ημερομηνία έκδοσής της και ανανεώνεται για περαιτέρω περιόδους μέχρι πέντε ετών η καθεμιά με την καταβολή του καθορισμένου τέλους, εκτός αν προηγουμένως ανακληθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου. (6) Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Νόμου η άδεια «Δ» αναφέρεται σε συγκεκριμένο αδειούχο, δε μεταβιβάζεται και αποκτά οντότητα μέσω συγκεκριμένου φορτηγού οχήματος το οποίο: (α)  Πληροί τις διατάξεις των εκάστοτε σε ισχύ αναφορικά με τα μηχανοκίνητα οχήματα νόμων, κανονισμών και διαταγμάτων, (β) είναι σε καλή κατάσταση από πλευράς οδικής ασφάλειας και είναι διαθέσιμο για τεχνικό έλεγχο ή επιθεώρηση οποτεδήποτε ζητηθεί αυτό από τον Έφορο, και (γ) φέρει το διακριτικό γνώρισμα της ιδιότητάς του ως φορτηγού οχήματος με άδεια «Δ», το οποίο εκδίδεται από την αρμόδια αρχή σύμφωνα με τον καθορισμένο τρόπο και τύπο και ισχύει ενόσω ισχύει η άδεια «Δ». (7)  Ο αδειούχος δικαιούται να μεταφέρει την άδεια «Δ» σε άλλο φορτηγό όχημα,  νοουμένου ότι - (α) εξακολουθούν να πληρούνται οι προϋποθέσεις κατοχής της άδειας,  και (β) αποτείνεται προς τούτο γραπτώς με το  καθορισμένο έντυπο, καταβάλλοντας το καθορισμένο τέλος. (8)  Η αρμόδια αρχή μπορεί οποτεδήποτε να τροποποιεί τους όρους που έχουν επιβληθεί στην άδεια «Δ». 261(I)/2004 180(I)/2007 Ανάκληση ή αναστολή άδειας «Α» ή «Δ» 14.—(1) Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (2) του παρόντος άρθρου, η αρμόδια αρχή ανακαλεί ή αναστέλλει την ισχύ άδειας «Α» ή «Δ» για οποιοδήποτε από τους ακόλουθους λόγους: (α) Αν η χορήγηση της άδειας «Α» ή «Δ» έχει εξασφαλιστεί με δόλο, ψευδή δήλωση ή απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος που έγινε εν γνώσει του αδειούχου· ή (β) αν συχνά ή συστηματικά ο αδειούχος παραβιάζει διατάξεις του παρόντος Νόμου ή των Κανονισμών ή τους όρους υπό τους οποίους χορηγήθηκε η άδεια «Α» ή «Δ». (2) Προτού η αρμόδια αρχή ανακαλέσει ή αναστείλει την ισχύ άδειας «Α» ή «Δ» δυνάμει του εδαφίου (1) του παρόντος άρθρου, παρέχει στον αδειούχο, στον οποίο αναφέρεται η άδεια «Α» ή «Δ», προειδοποίηση τουλάχιστο δύο εβδομάδων για την πρόθεσή της αυτή, αναφέροντας λεπτομερώς τους λόγους της ανάκλησης ή της αναστολής, και δίνοντας την ευκαιρία στον αδειούχο να υποβάλει γραπτώς τις πιθανές παραστάσεις του. Η αρμόδια αρχή λαμβάνει υπόψη τις εν λόγω παραστάσεις: Νοείται ότι ο αδειούχος στον οποίο αναφέρεται η άδεια «Α» ή «Δ» μπορεί να υποβάλει γραπτές παραστάσεις μέσα σε δεκαπέντε το αργότερο μέρες από την ημερομηνία λήψης της προειδοποίησης. (3) Η ισχύς άδειας «Α» ή «Δ» ανακαλείται αυτόματα- (α) Αν το Συμβούλιο ανακάλεσε την ισχύ της άδειας· ή (β) αν το φορτηγό όχημα έπαυσε να πληροί τις διατάξεις των εκάστοτε σε ισχύ νόμων, κανονισμών και διαταγμάτων που αφορούν στα φορτηγά οχήματα: Νοείται ότι άδεια «Α» που ανακλήθηκε με βάση την παρούσα παράγραφο, είτε πριν είτε μετά την έναρξη της ισχύος του παρόντος Νόμου, δυνάμει να επανεκδοθεί έπειτα από αίτηση του κατόχου της, με την καταβολή του καθορισμένου τέλους για επανέκδοση άδειας «Α» σύμφωνα με τους κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει του Νόμου, όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται, νοουμένου ότι φορτηγό όχημα μέσω του οποίου η άδεια «Α» αποκτά οντότητα πληροί τις διατάξεις των εκάστοτε σε ισχύ νόμων, κανονισμών και διαταγμάτων που αφορούν στα φορτηγά οχήματα. (4) Η ισχύς άδειας «Α» ή «Δ» αναστέλλεται αυτόματα αν το Συμβούλιο ανέστειλε την ισχύ της άδειας. Η διάρκεια της αναστολής της ισχύος άδειας «Α» ή «Δ» είναι ίση και ταυτόχρονη με τη διάρκεια της αναστολής της ισχύος της άδειας. (5) Σε περίπτωση ανάκλησης ή αναστολής της ισχύος άδειας «Α» ή «Δ», που αποφασίζεται δυνάμει του παρόντος άρθρου, ο αδειούχος στον οποίο αναφέρεται η άδεια «Α» ή «Δ» οφείλει, χωρίς καθυστέρηση, να την επιστρέψει στην αρμόδια αρχή χωρίς να δικαιούται να του επιστραφούν τέλη που έχει καταβάλει. Αν ο αδειούχος που κατέχει τέτοια άδεια παραλείψει να την επιστρέψει, όπως προβλέπεται πιο πάνω, η άδεια «Α» ή «Δ» κατάσχεται και επιστρέφεται στην αρμόδια αρχή από οποιοδήποτε επιθεωρητή ή αστυνομικό με στολή. 101(I)/2001 261(I)/2004 38(I)/2011 Άδεια «Ε» 15.—(1)  Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (3) του άρθρου 4, κανένα επιβατηγό όχημα δεν χρησιμοποιείται- (α) Για διεθνείς οδικές μεταφορές επιβατών σε τακτικές γραμμές, ή (β) για διεθνείς ή εσωτερικές οδικές μεταφορές επιβατών σε έκτακτες γραμμές, ή (γ) για τακτικές γραμμές ειδικής διαδρομής, εκτός εάν είναι εφοδιασμένο με άδεια που χορηγείται από την αρμόδια αρχή σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου ή ανάλογα με την περίπτωση, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 15Α και μόνο υπό τους όρους που αυτή διαλαμβάνει. (2) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις κάθε άλλου νόμου ή κανονισμών, κανένα επιβατηγό όχημα το οποίο θα χρησιμοποιείται για τις οδικές μεταφορές που αναφέρονται στο εδάφιο (1) δεν επιτρέπεται να εγγραφεί ή να παραμείνει εγγεγραμμένο ως επιβατηγό όχημα, εκτός εάν είναι εφοδιασμένο με άδεια οδικής μεταφοράς επιβατών, που θα αναφέρεται ως άδεια «Ε», σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου. (3) Η άδεια «Ε» χορηγείται από την αρμόδια αρχή σε επιβατηγό όχημα για μια ή περισσότερες από τις οδικές μεταφορές που αναφέρονται στο εδάφιο (1). (4) Η άδεια «Ε» χορηγείται μετά από γραπτή αίτηση που υποβάλλεται στην αρμόδια αρχή στο καθορισμένο έντυπο και αφού καταβληθεί το καθορισμένο τέλος: Νοείται ότι η αρμόδια αρχή δε δύναται να αρνηθεί τη χορήγηση άδειας «Ε», εκτός εάν- (α) Ο αιτητής δεν είναι αδειούχος· (β) ο αιτητής έπαυσε να είναι αδειούχος για οποιοδήποτε λόγο· (γ) ο αριθμός των αιτούμενων αδειών «Ε» είναι μεγαλύτερος από αυτό που καλύπτεται από την οικονομική επιφάνεια του αιτητή, οπότε χορηγείται τόσος αριθμός αδειών «Ε» όσος καλύπτεται από την οικονομική επιφάνεια του αιτητή όπως προσδιορίζεται στο άρθρο 8, και έχει αποφασίσει σχετικά η αρμόδια αρχή: Νοείται περαιτέρω ότι η άδεια «Ε» εκδίδεται στο καθορισμένο έντυπο και μπορεί να περιέχει τέτοιους όρους και περιορισμούς τους οποίους θα καθορίσει εύλογα η αρμόδια αρχή. (5) [Διαγράφηκε]. (6) Η άδεια «Ε» ισχύει για χρονική περίοδο μέχρι πέντε ετών από την ημερομηνία έκδοσής της και ανανεώνεται για περαιτέρω περιόδους μέχρι πέντε ετών η καθεμιά με την καταβολή του καθορισμένου τέλους, εκτός αν προηγουμένως ανακληθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου. (7) Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Νόμου η άδεια «Ε» αναφέρεται σε συγκεκριμένο αδειούχο, δε μεταβιβάζεται και αποκτά οντότητα μέσω συγκεκριμένου επιβατηγού οχήματος το οποίο- (α) Πληροί τις διατάξεις των εκάστοτε σε ισχύ αναφορικά με τα μηχανοκίνητα οχήματα νόμων, κανονισμών και διαταγμάτων (β) είναι σε καλή κατάσταση από πλευράς οδικής ασφάλειας και να είναι διαθέσιμο για τεχνικό έλεγχο ή επιθεώρηση οποτεδήποτε ζητηθεί αυτό από τον Έφορο και (γ) φέρει το διακριτικό γνώρισμα της ιδιότητας του ως λεωφορείου με άδεια «Ε» το οποίο εκδίδεται από την αρμόδια αρχή σύμφωνα με τον καθορισμένο τρόπο και τύπο και ισχύει ενόσω ισχύει η άδεια «Ε». (8) Ο αδειούχος δικαιούται να μεταφέρει την άδεια «Ε» σε άλλο επιβατηγό όχημα νοουμένου ότι- (α) Εξακολουθούν να πληρούνται οι προϋποθέσεις κατοχής άδειας· και (β) αποταθεί προς τούτο γραπτώς στο καθορισμένο έντυπο, καταβάλλοντος το καθορισμένο τέλος. (9) Η αρμόδια αρχή μπορεί οποτεδήποτε να τροποποιεί τους όρους που έχουν επιβληθεί στην άδεια «Ε». 101(I)/2001 15(I)/2009 101(I)/2009 7(I)/2017 Άδεια τακτικής γραμμής ειδικής διαδρομής 15Α.-(1) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου ή κανονισμών, η αρμόδια αρχή χορηγεί, μετά από αίτηση ενδιαφερομένου, σε επιβατηγά οχήματα για τα οποία χορηγήθηκε άδεια «Ε» δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 15, άδεια εκτέλεσης τακτικών γραμμών ειδικής διαδρομής για σκοπούς κάλυψης των αναγκών εξυπηρέτησης του επιβατικού κοινού για τα αεροδρόμια, τηρουμένων των ακόλουθων όρων και κριτηρίων: (α) Κάθε επιβατηγό όχημα μεταφέρει την ομάδα επιβατών που σχηματίζεται από το σημείο αφετηρίας στο τέρμα της διαδρομής: Νοείται ότι, είναι επιτρεπτό να εκτελούνται μέχρι δύο (2) ενδιάμεσες στάσεις, εφόσον αυτές βρίσκονται εκτός των πόλεων αφετηρίας και τέρματος της διαδρομής και εφόσον οι στάσεις έχουν εγκριθεί από την αρμόδια αρχή: Νοείται περαιτέρω ότι, δύο (2) ή περισσότεροι αδειούχοι δύνανται να συνεργάζονται και να συνδυάζουν τις διαδρομές τους για σκοπούς κάλυψης αεροδρομίου που βρίσκεται μετά από δύο (2) πόλεις∙ (β) ο αδειούχος διαθέτει κατάλληλο χώρο και εγκαταστάσεις στο σημείο αφετηρίας του το οποίο- (i) στελεχώνεται καθ’ όλη τη διάρκεια παροχής της υπηρεσίας∙ (ii) διαθέτει καλυμμένο χώρο υποδοχής στον οποίο τουλάχιστον είκοσι (20) επιβάτες δύνανται να αναμένουν καθήμενοι∙ και (iii) διαθέτει χώρους και εγκαταστάσεις υγιεινής∙ (γ) το σημείο αφετηρίας αδειούχου που λαμβάνει άδεια εκτέλεσης τακτικής γραμμής ειδικής διαδρομής δεν επιτρέπεται να βρίσκεται σε απόσταση μικρότερη των πεντακοσίων (500) μέτρων από το σημείο αφετηρίας άλλου μεταφορέα που κατέχει ήδη άδεια εκτέλεσης τακτικής γραμμής ειδικής διαδρομής: Νοείται ότι, η απόσταση των πεντακοσίων (500) μέτρων μετριέται σε ακτίνα επί χάρτου∙ (δ) αναφορικά με τις περιπτώσεις που αναφέρονται στις διατάξεις της παραγράφου (ε) του παρόντος εδαφίου ο αδειούχος διαθέτει, καθ’ όλη τη διάρκεια της παροχής της υπηρεσίας, δύο (2) τουλάχιστον επιβατηγά οχήματα που είναι προσβάσιμα σε άτομα που διακινούνται με αναπηρικό τροχοκάθισμα, σε δε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση ο αδειούχος διαθέτει, καθ’ όλη τη διάρκεια παροχής της υπηρεσίας, ένα (1) τουλάχιστον τέτοιο επιβατηγό όχημα. (ε) σε σχέση με τακτική γραμμή ειδικής διαδρομής που διενεργείται για σκοπούς εξυπηρέτησης των πόλεων Λευκωσίας και Λεμεσού για το αεροδρόμιο Λάρνακας, η άδεια που αναφέρεται στο παρόν εδάφιο χορηγείται με έναρξη της ισχύος της άδειας όχι ενωρίτερα από την 1η Ιανουαρίου 2020, νοουμένου ότι πληρούνται τα ακόλουθα κριτήρια: (i) Ο αδειούχος εκτελεί καθημερινά κατ’ ελάχιστον τριάντα (30) δρομολόγια που καλύπτουν επαρκώς τις ανάγκες όλο το εικοσιτετράωρο, καθ’ όλη τη διάρκεια των δώδεκα (12) μηνών κάθε έτους∙ (ii) η έναρξη των δρομολογίων κάθε αδειούχου αρχίζει το μήνα Ιανουάριο, ανεξάρτητα από την ημερομηνία που του χορηγείται η άδεια εκτέλεσης τακτικής γραμμής ειδικής διαδρομής∙ (iii)ο αδειούχος έχει στην ιδιοκτησία του τουλάχιστον δώδεκα (12) επιβατηγά οχήματα, τα οποία λαμβάνουν άδεια εκτέλεσης τακτικής γραμμής ειδικής διαδρομής: Νοείται ότι, αδειούχοι που έχουν λάβει, με βάση τις διατάξεις της παραγράφου (3) του Κανονισμού 24 των περί της Πρόσβασης στο Επάγγελμα του Οδικού Μεταφορέα Κανονισμών, έγκριση, με απόφαση της αρμόδιας αρχής, για να εκτελούν τακτικές γραμμές για σκοπούς εξυπηρέτησης των πόλεων Λευκωσίας και Λεμεσού για το αεροδρόμιο Λάρνακας, θεωρούνται ότι κατέχουν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου άδεια εκτέλεσης τακτικών γραμμών ειδικής διαδρομής για την κάλυψη των αναγκών εξυπηρέτησης του επιβατικού κοινού για το αεροδρόμιο Λάρνακας από τις πόλεις της Λευκωσίας και Λεμεσού, ανάλογα με την περίπτωση, νοουμένου ότι δηλώσουν τα στοιχεία των επιβατηγών οχημάτων που αναφέρονται στις διατάξεις της υποπαραγράφου (iii) της παρούσας παραγράφου και καταβάλουν το προβλεπόμενο ποσό που καθορίζεται στις διατάξεις του εδαφίου (2) του παρόντος άρθρου για κάθε επιβατηγό όχημα: Νοείται περαιτέρω ότι, για τους εν λόγω αδειούχους δεν ισχύουν οι διατάξεις των άρθρων 16Α και 16Β, αναφορικά με διαδρομές που εκτελούνται στη βάση της άδειας εκτέλεσης τακτικών γραμμών ειδικής διαδρομής για την κάλυψη των αναγκών εξυπηρέτησης του επιβατικού κοινού για το αεροδρόμιο Λάρνακας από τις πόλεις της Λευκωσίας και Λεμεσού, ανάλογα με την περίπτωση∙ (στ) σε σχέση με τακτική γραμμή ειδικής διαδρομής που διενεργείται για σκοπούς εξυπηρέτησης αεροδρομίων για περιπτώσεις που δεν αναφέρονται στις διατάξεις της παραγράφου (ε), ο αδειούχος εκτελεί αριθμό δρομολογίων που καλύπτουν επαρκώς τις ανάγκες εξυπηρέτησης του επιβατικού κοινού, όπως καθορίζεται από την αρμόδια αρχή στη σχετική άδεια, ανάλογα με την περίπτωση∙ (ζ) κάθε αδειούχος ανακοινώνει στο κοινό και κοινοποιεί στην αρμόδια αρχή το πρόγραμμα δρομολογίων του και το ποσό χρέωσης που ο ίδιος αποφασίζει να χρεώνει για την παροχή της υπηρεσίας για κάθε διαδρομή για την οποία λαμβάνει άδεια: Νοείται ότι, ο αδειούχος δύναται να τροποποιεί τα δρομολόγια και το ποσό χρέωσης για την παροχή υπηρεσίας, νοουμένου ότι οι τροποποιήσεις ανακοινωθούν στο κοινό και κοινοποιηθούν στην αρμόδια αρχή τουλάχιστον δεκαπέντε (15) ημερολογιακές ημέρες προηγουμένως: Νοείται περαιτέρω ότι, ο αδειούχος αποφασίζει το ποσό χρέωσης, τηρουμένων των διατάξεων της παραγράφου 2 του άρθρου 4 και των διατάξεων της παραγράφου 1 του άρθρου 6 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 181/2011∙ (η) δεν χορηγείται άδεια εκτέλεσης τακτικής γραμμής ειδικής διαδρομής για διαδρομή με αφετηρία εντός της επαρχίας όπου βρίσκεται το αεροδρόμιο και τέρμα το ίδιο το αεροδρόμιο, εκτός εάν η απόσταση μεταξύ των δύο αυτών σημείων είναι μεγαλύτερη από σαράντα (40) χιλιόμετρα επί οδού. (2) Η άδεια είναι πενταετούς διάρκειας και εκδίδεται αφού καταβληθεί το ποσό των εκατό ευρώ (€100,00) για κάθε επιβατηγό όχημα που χρησιμοποιείται για την εκτέλεση των τακτικών γραμμών ειδικής διαδρομής. (3) Η αρμόδια αρχή δύναται να ζητήσει από τους αδειούχους που λαμβάνουν άδεια με βάση τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, να εγκαταστήσουν συστήματα τηλεματικής τεχνολογίας μέσω των οποίων να μπορεί να ελέγχει την εκ μέρους των μεταφορέων τήρηση του ανακοινωμένου προγράμματος δρομολογίων που αναφέρεται στις διατάξεις της παραγράφου (ζ) του εδαφίου (1). (4) Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου - (α) «διαδρομή» σημαίνει καθορισμένη τακτική γραμμή ειδικής διαδρομής που έχει συγκεκριμένη γεωγραφική αρχή, πορεία επί της οδού και τέρμα∙ (β) «δρομολόγιο» σημαίνει συγκεκριμένη μετακίνηση εντός μίας διαδρομής που έχει προγραμματισμένη χρονική αρχή και τέλος. (5) Η αρμόδια αρχή δύναται να ανακαλέσει προσωρινά ή μόνιμα τις άδειες που χορηγήθηκαν με βάση τις διατάξεις του παρόντος άρθρου- (α) εάν διαπιστώσει ότι δεν τηρείται εκ μέρους του αδειούχου οποιοσδήποτε όρος ή κριτήριο που καθορίζεται στις διατάξεις του παρόντος άρθρου, περιλαμβανομένης και της υποχρέωσης για τήρηση του προγράμματος δρομολογίων, που αναφέρεται στις διατάξεις της παραγράφου (ζ) του εδαφίου (1) του παρόντος άρθρου∙ ή (β) εάν διαπιστώσει ότι η χορήγηση των αδειών έχει εξασφαλιστεί με δόλο, ψευδή δήλωση ή απόκρυψη ουσιώδους στοιχείου. (6) Η μη τήρηση από τον αδειούχο ή/και από οποιοδήποτε εργοδοτούμενό του, ανάλογα με την περίπτωση, οποιασδήποτε από τις υποχρεώσεις που καθορίζονται στις διατάξεις του παρόντος άρθρου τιμωρείται, ανεξάρτητα εάν συντρέχει περίπτωση ποινικής ευθύνης ή εάν συντρέχει περίπτωση ανάκλησης των αδειών με βάση τις διατάξεις του εδαφίου (5), με διοικητικό πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις πενήντα χιλιάδες ευρώ (€50.000,00), ανάλογα με τη βαρύτητα της παράβασης και, σε περίπτωση συνεχιζόμενης παράβασης, σε περαιτέρω διοικητικό πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τα χίλια ευρώ (€1.000,00) για κάθε ημέρα κατά την οποία συνεχίζεται η παράβαση. (7) Το διοικητικό πρόστιμο που αναφέρεται στις διατάξεις του εδαφίου (6) επιβάλλεται από την αρμόδια αρχή στον αδειούχο ή/και στον εργοδοτούμενό του, ανάλογα με την περίπτωση, με αιτιολογημένη απόφαση της αρμόδιας αρχής. (8) Η αρμόδια αρχή πριν προβεί στην έκδοση της απόφασής της για ανάκληση άδειας σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου (5) ή για επιβολή διοικητικού προστίμου με βάση τις διατάξεις του εδαφίου (6), κοινοποιεί εγγράφως την πρόθεσή της στον αδειούχο ή/και στον εργοδοτούμενό του, ανάλογα με την περίπτωση, και παραθέτει τους λόγους που δικαιολογούν την απόφασή της παραχωρώντας τουλάχιστον δύο (2) εβδομάδες διορία για να υποβληθούν τυχόν παραστάσεις, τις οποίες μελετά πριν εκδώσει την απόφασή της. (9) Το ποσό του διοικητικού προστίμου που αναφέρεται στις διατάξεις του εδαφίου (6) εισπράττεται από την αρμόδια αρχή εάν περάσει άπρακτη η προς άσκηση προσφυγής ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου προθεσμία των εβδομήντα πέντε ημερών (75) από της κοινοποίησης της σχετικής απόφασης ή σε περίπτωση που ασκήθηκε προσφυγή, μετά την έκδοση μη ακυρωτικής δικαστικής απόφασης. (10)  Σε περίπτωση παράλειψης πληρωμής των κατά τον παρόντα Νόμο επιβαλλομένων διοικητικών προστίμων, η αρμόδια αρχή λαμβάνει δικαστικά μέτρα και εισπράττει το οφειλόμενο ποσό ως αστικό χρέος οφειλόμενο προς τη Δημοκρατία. 7(I)/2017 Ανάκληση ή αναστολή άδειας «Ε» 16.—(1) Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (2) του παρόντος άρθρου, η αρμόδια αρχή ανακαλεί ή αναστέλλει την ισχύ της δυνάμει του άρθρου 15 χορηγούμενης άδειας «Ε» για οποιοδήποτε από τους ακόλουθους λόγους: (α) Αν η χορήγηση της άδειας «Ε» έχει εξασφαλιστεί με δόλο, ψευδή δήλωση ή απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος που έγινε εν γνώσει του αδειούχου· ή (β) αν συχνά ή συστηματικά ο αδειούχος παραβιάζει διατάξεις του παρόντος Νόμου ή των Κανονισμών ή τους όρους υπό τους οποίους χορηγήθηκε η άδεια «Ε»: (2) Προτού η αρμόδια αρχή ανακαλέσει ή αναστείλει την ισχύ άδειας «Ε» δυνάμει του εδαφίου (1) του παρόντος άρθρου, παρέχει στον αδειούχο στον οποίο αναφέρεται η άδεια «Ε» προειδοποίηση τουλάχιστο δύο εβδομάδων για την πρόθεσή της αυτή αναφέροντας λεπτομερώς τους λόγους της ανάκλησης ή της αναστολής, και δίνοντας την ευκαιρία στον αδειούχο να υποβάλει γραπτώς τις πιθανές παραστάσεις του. Η αρμόδια αρχή λαμβάνει υπόψη τις εν λόγω παραστάσεις: Νοείται ότι ο αδειούχος στον οποίο αναφέρεται η άδεια «Ε» μπορεί να υποβάλει γραπτές παραστάσεις μέσα σε δεκαπέντε το αργότερο μέρες από την ημερομηνία λήψης της προειδοποίησης. (3) Η ισχύς άδειας «Ε» ανακαλείται αυτόματα- (α) Αν το Συμβούλιο ανακάλεσε την ισχύ της άδειας· ή (β) αν το επιβατηγό όχημα έπαυσε να πληροί τις διατάξεις των εκάστοτε σε ισχύ νόμων, κανονισμών και διαταγμάτων που αφορούν στα επιβατηγά οχήματα. (4) Η ισχύς άδειας «Ε» αναστέλλεται αυτόματα αν το Συμβούλιο ανέστειλε την ισχύ της άδειας. Η διάρκεια της αναστολής της ισχύος άδειας «Ε» είναι ίση και ταυτόχρονη με τη διάρκεια της αναστολής της ισχύος της άδειας. (5) Σε περίπτωση ανάκλησης ή αναστολής της ισχύος άδειας «Ε», που αποφασίζεται δυνάμει του παρόντος άρθρου, ο αδειούχος στον οποίο αναφέρεται η άδεια «Ε» οφείλει, χωρίς καθυστέρηση, να την επιστρέψει στην αρμόδια αρχή χωρίς να δικαιούται να του επιστραφούν τέλη που έχει καταβάλει. Αν ο αδειούχος που κατέχει τέτοια άδεια παραλείψει να την επιστρέψει, όπως προβλέπεται πιο πάνω, η άδεια «Ε» κατάσχεται και επιστρέφεται στην αρμόδια αρχή από οποιοδήποτε επιθεωρητή ή αστυνομικό με στολή. 101(I)/2001 Δημόσια υπηρεσία εσωτερικών οδικών επιβατικών μεταφορών 16A.- (1) Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 16Β, από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί της Πρόσβασης στο Επάγγελμα του Οδικού Μεταφορέα (Τροποποιητικού) (Αρ. 2) Νόμου του 2009 απαγορεύεται: (α) σε οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή ένωση προσώπων να παρέχει εσωτερικές οδικές επιβατικές μεταφορές σε τακτικές γραμμές σε καθορισμένη περιοχή, εκτός εάν κατέχει αποκλειστικό δικαίωμα εκμετάλλευσης στην εν λόγω περιοχή δυνάμει έγκυρης σύμβασης παραχώρησης δημόσιας υπηρεσίας και υπό τους όρους που προβλέπονται στη σύμβαση αυτή∙ (β) σε οποιοδήποτε επιβατηγό όχημα να χρησιμοποιείται για την παροχή εσωτερικών οδικών επιβατικών μεταφορών σε τακτικές γραμμές σε καθορισμένη …

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.