← Κύπρος

Ο περί των Βασικών Απαιτήσεων που πρέπει να πληρούν Καθορισμένες Κατηγορίες Προϊόντων Νόμος του 2002 - 30(I)/2002

Εν συντομία

Αυτός ο νόμος θεσπίζει ένα νομικό πλαίσιο για τον έλεγχο της αγοράς και τις βασικές απαιτήσεις που πρέπει να πληρούν συγκεκριμένες κατηγορίες προϊόντων, καθώς και τη διαδικασία εκτίμησης της συμμόρφωσης και τη σήμανση. Σκοπός του είναι να διασφαλίσει ότι τα προϊόντα που διατίθενται στην αγορά δεν θέτουν σε κίνδυνο την ασφάλεια, την υγεία ή το περιβάλλον.

Τι ρυθμίζει

Ποιον αφορά

Βασικά σημεία

📄 Κείμενο νόμου
Ο περί των Βασικών Απαιτήσεων που πρέπει να πληρούν Καθορισμένες Κατηγορίες Προϊόντων Νόμος του 2002 - 30(I)/2002 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | Επικοινωνία Κατάλογος Ενοποιημένης Νομοθεσίας Ο περί των Βασικών Απαιτήσεων που πρέπει να πληρούν Καθορισμένες Κατηγορίες Προϊόντων Νόμος του 2002 (30(I)/2002) Περιεχόμενα Πλήρες Κείμενο Εκτύπωση Ιστορικό Τροποποιήσεων 30(I)/2002 29(I)/2003 258(I)/2004 89(I)/2005 71(I)/2009 7(I)/2011 90(I)/2011 54(I)/2013 225(I)/2022 Προοίμιο Για σκοπούς θέσπισης νομοθετικού πλαισίου αναφορικά με τον έλεγχο της αγοράς και τις βασικές απαιτήσεις, τη διαδικασία εκτίμησης της συμμόρφωσης με αυτές και τη σήμανση που οφείλουν να πληρούν και φέρουν, προϊόντα τα οποία καθορίζονται εκάστοτε με τις Οδηγίες Νέας Προσέγγισης της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, οι οποίες θα μεταφέρονται με δευτερογενή νομοθεσία δυνάμει του παρόντος Νόμου. Η Βουλή των Αντιπροσώπων ψηφίζει ως ακολούθως: Συνοπτικός τίτλος 1. Ο παρών Νόμος θα αναφέρεται ως ο περί των Βασικών Απαιτήσεων που πρέπει να πληρούν Καθορισμένες Κατηγορίες Προϊόντων Νόμος του 2002. ΜΕΡΟΣ I - ΕΡΜΗΝΕΙΑ - ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ - ΣΚΟΠΟΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ 30(I)/2002 ΜΕΡΟΣ I ΕΡΜΗΝΕΙΑ - ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ - ΣΚΟΠΟΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ Ερμηνεία 2. Για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου, εκτός εάν από το κείμενο προκύπτει διαφορετική έννοια- «αγορά» σημαίνει την κοινοτική αγορά· «ανάκληση» σημαίνει κάθε μέτρο που αποσκοπεί στην επιστροφή προϊόντος που έχει ήδη καταστεί διαθέσιμο στον τελικό χρήστη· «αριθμός αναγνώρισης» σημαίνει αριθμό τον οποίο παραχωρεί η Επιτροπή σε κυπριακό κοινοποιημένο οργανισμό κατά την κοινοποίησή του από το Υπουργείο δυνάμει του άρθρου 21 και σε κοινοποιημένο από κράτος μέλος οργανισμό· «αρμόδια αρχή» σημαίνει την καθοριζόμενη με Κανονισμούς για κάθε προϊόν αρχή για την εφαρμογή των σχετικών με αυτό Κανονισμών και την επιτήρηση της αγοράς· «βασικές απαιτήσεις» σημαίνει τις απαιτήσεις ασφάλειας, προστασίας και υγείας τις οποίες απαιτείται να πληροί σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου το προϊόν και οι οποίες καθορίζονται στους Κανονισμούς· «δήλωση ΕΚ συμμόρφωσης» έχει την έννοια που αποδίδεται σε αυτή από το άρθρο 15 του παρόντος Νόμου· «διαδικασία εκτίμησης της συμμόρφωσης» σημαίνει τη διαδικασία που περιγράφεται στο άρθρο 12 του παρόντος Νόμου με βάση την οποία τεκμηριώνεται η συμμόρφωση προϊόντος με τις βασικές απαιτήσεις· «διαδικασία επίκλησης ρήτρας διασφάλισης» σημαίνει τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 41 του παρόντος Νόμου· «διάθεση στην αγορά» σημαίνει την  πρώτη φορά κατά την οποία ένα προϊόν καθίσταται διαθέσιμο στην Κοινοτική αγορά· ο όρος “διαθέτω στην αγορά” τυγχάνει ανάλογης ερμηνείας· «διαθεσιμότητα στην αγορά» σημαίνει κάθε προσφορά προϊόντος για διανομή, κατανάλωση ή χρήση στην Κοινοτική αγορά στο πλαίσιο εμπορικής δραστηριότητας, είτε έναντι αντιτίμου είτε δωρεάν· «διανομέας» σημαίνει πρόσωπο το οποίο αναλαμβάνει εμπορική δράση, αφού το προϊόν διατεθεί στην αγορά με σκοπό την προώθηση του προϊόντος προς τον τελικό χρήστη- «διαπίστευση» έχει την έννοια που αποδίδει στον όρο αυτό το άρθρο 2 του περί Τυποποίησης, Διαπίστευσης και Τεχνικής Πληροφόρησης Νόμου· «εγκεκριμένος οργανισμός» σημαίνει ανεξάρτητο νομικό πρόσωπο το οποίο εμπίπτει στη δικαιοδοσία της Δημοκρατίας και πληροί τις προβλεπόμενες από τον παρόντα Νόμο και τους Κανονισμούς προϋποθέσεις για την εκτέλεση εργασιών σχετικών με τη διαδικασία εκτίμησης της συμμόρφωσης προϊόντων, το οποίο εγκρίνεται για το σκοπό αυτό από την Κοινοποιούσα Αρχή· «Εθνικός Φορέας Τυποποίησης» σημαίνει το αρμόδιο για την τυποποίηση πρόσωπο δυνάμει του περί Τυποποίησης, Διαπίστευσης και Τεχνικής Πληροφόρησης Νόμου του 2002˙ «εισαγωγέας» σημαίνει πρόσωπο το οποίο διαθέτει στην αγορά προϊόν που προέρχεται από τρίτη χώρα ή το οποίο διαμεσολαβεί για τη διάθεση στην αγορά τέτοιου προϊόντος· «εναρμονισμένο πρότυπο» σημαίνει Ευρωπαϊκό πρότυπο το οποίο σύμφωνα με δημοσίευση της Επιτροπής στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων  ανταποκρίνεται στις βασικές απαιτήσεις που πρέπει να πληροί το προϊόν στο οποίο αναφέρεται δυνάμει των σχετικών με αυτό Οδηγιών, το οποίο καταρτίζεται σύμφωνα με τις γενικές κατευθυντήριες γραμμές που συμφωνούνται μεταξύ της Επιτροπής και των Ευρωπαϊκών Οργανισμών Τυποποίησης οι οποίοι ακολουθούν εντολή που εκδίδεται από την Επιτροπή μετά από διαβούλευση με τα κράτη μέλη και εγκρίνεται από τους Ευρωπαϊκούς Οργανισμούς Τυποποίησης «εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος» σημαίνει πρόσωπο το οποίο βρίσκεται εγκατεστημένο στην Κοινότητα και εξουσιοδοτείται από τον κατασκευαστή, ο οποίος βρίσκεται εγκατεστημένος σε τρίτη χώρα, να τον εκπροσωπεί σε σχέση με τις υποχρεώσεις του που προκύπτουν από τον παρόντα Νόμο και τους Κανονισμούς- «επιτήρηση της αγοράς» σημαίνει την παρακολούθηση, από την αρμόδια αρχή της Κυπριακής αγοράς, έτσι ώστε να διασφαλίζεται η διάθεση σε αυτή προϊόντων τα οποία συμμορφώνονται με τον παρόντα Νόμο και τους Κανονισμούς και την άσκηση των εξουσιών και αρμοδιοτήτων που αναφέρονται στο Μέρος VI του παρόντος Νόμου, προς επιβολή της συμμόρφωσης όπου αυτό απαιτείται- «Επιτροπή» σημαίνει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή· «Επιτροπή Έγκρισης» [Διαγράφηκε]· «Ευρωπαϊκός Οργανισμός Τυποποίησης» σημαίνει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Τυποποίησης (CEN), την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Ηλεκτροτεχνικής Τυποποίησης (CENELEC) και το Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο Τηλεπικοινωνιακών Προτύπων (ETSI)· «θέση σε λειτουργία» σημαίνει την πρώτη χρήση του προϊόντος εντός της Κοινότητας από τον τελικό χρήστη· «Κανονισμοί» σημαίνει τους Κανονισμούς οι οποίοι εκδίδονται με βάση το άρθρο 59 του παρόντος Νόμου για κάθε συγκεκριμένο προϊόν οι οποίοι μεταξύ άλλων ενσωματώνουν τις πρόνοιες των Οδηγιών· «Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 765/2008» σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας με τίτλο «Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 765/2008 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 9ης Ιουλίου 2008 για τον καθορισμό των απαιτήσεων διαπίστευσης και εποπτείας της αγοράς όσον αφορά την εμπορία των προϊόντων και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 339/93 του Συμβουλίου», όπως εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται· «Κανονισμός (ΕΚ) αριθμ. 1222/2009» σημαίνει τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1222/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 25ης Νοεμβρίου 2009 σχετικά με τη σήμανση των ελαστικών επισώτρων αναφορικά με την εξοικονόμηση καυσίμου και άλλες ουσιώδεις παραμέτρους», όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται· «κατασκευαστής», με οποιαδήποτε εξειδικευμένη ονομασία δυνατό να αναφέρεται σε Κανονισμούς για συγκεκριμένο προϊόν, σημαίνει νομικό ή φυσικό πρόσωπο το οποίο είναι υπεύθυνο για το σχεδιασμό, την κατασκευή, τη συσκευασία και τη σήμανση ενός προϊόντος, προκειμένου αυτό να διατεθεί στην αγορά υπό την επωνυμία του, ανεξάρτητα από το κατά πόσο οι ενέργειες αυτές αναλαμβάνονται από το ίδιο ή από τρίτο πρόσωπο για λογαριασμό του και περιλαμβάνει το φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο τροποποιεί την προτιθέμενη χρήση ενός προϊόντος με τρόπο ώστε να καθίστανται εφαρμοστέες διαφορετικές ή πρόσθετες βασικές απαιτήσεις, ή τροποποιεί ουσιωδώς ή ανακατασκευάζει ένα προϊόν, δημιουργώντας κατ΄ αυτόν τον τρόπο  νέο προϊόν, προκειμένου να το διαθέσει στην αγορά×ή εγκαθιστά το προϊόν όπου αυτό προνοείται σε Κανονισμούς για συγκεκριμένο προϊόν· «κοινοποιημένος οργανισμός» σημαίνει κυπριακό κοινοποιημένο οργανισμό και κάθε οργανισμό ο οποίος εγκρίνεται και κοινοποιείται από κράτος μέλος στην Επιτροπή και στα άλλα κράτη μέλη, για σκοπούς εκτέλεσης της διαδικασίας εκτίμησης της συμμόρφωσης δυνάμει των σχετικών με το προϊόν Οδηγιών, και ο οποίος περιλαμβάνεται στον κατάλογο κοινοποιημένων οργανισμών που δημοσιεύεται από την Επιτροπή στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και περιλαμβάνει οργανισμούς οι οποίοι δυνατό να αναφέρονται σε Κανονισμούς ως αναγνωρισμένοι τρίτοι φορείς, οργανισμοί επιθεώρησης, ελεγκτικές υπηρεσίες των χρηστών, εργαστήρια δοκιμών και οργανισμοί πιστοποίησης· «κοινοποίηση» σημαίνει την πράξη με την οποία το Υπουργείο ή κράτος μέλος γνωστοποιεί στην Επιτροπή, αφού αυτή παραχωρήσει τον αριθμό αναγνώρισης, και στα άλλα κράτη μέλη, τους οργανισμούς που επιλέγει για την εκτέλεση της διαδικασίας εκτίμησης της συμμόρφωσης προϊόντος· «Κοινοποιούσα Αρχή» σημαίνει την Επιτροπή που εγκαθιδρύεται δυνάμει του άρθρου 18∙ «Κοινοτική αγορά» σημαίνει την αγορά των κρατών μελών˙ «κράτος μέλος» σημαίνει τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και περιλαμβάνει τα κράτη μέλη της Συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο· «κυπριακός κοινοποιημένος οργανισμόςʼ σημαίνει εγκεκριμένο οργανισμό, ο οποίος εγκρίνεται σύμφωνα με τις πρόνοιες του Μέρους IV και κοινοποιείται από την Κοινοποιούσα Αρχή στην Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 21·». «Κυπριακός Οργανισμός Προώθησης Ποιότητας» σημαίνει τον οργανισμό που εγκαθιδρύεται δυνάμει του περί Τυποποίησης, Διαπίστευσης και Τεχνικής Πληροφόρησης Νόμου του 2002˙ «κυπριακό πρότυπο» σημαίνει πρότυπο που εκδίδεται ή υιοθετείται από τον Εθνικό Φορέα Τυποποίησης˙ «Οδηγίες» σημαίνει τις Οδηγίες Νέας Προσέγγισης της Ευρωπαϊκής Κοινότητας που ισχύουν για τα καθορισμένα προϊόντα˙ «προϊόν» σημαίνει- (α) κάθε καινούργιο προϊόν, ανεξάρτητα από το αν κατασκευάστηκε στη Δημοκρατία, σε κράτος μέλος ή σε τρίτη χώρα, είτε (β) κάθε μεταχειρισμένο ή χρησιμοποιημένο προϊόν που εισάγεται από τρίτη χώρα, είτε (γ) κάθε τροποποιημένο με τέτοιο τρόπο προϊόν ώστε να αποτελεί νέο προϊόν, το οποίο περιλαμβάνεται στις κατηγορίες προϊόντων ή διέπεται από τις φυσικές ιδιότητες που αναφέρονται στο Παράρτημα και το οποίο εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των Κανονισμών στην έκταση και με τον τρόπο που καθορίζεται σε αυτούς· «πρότυπο» σημαίνει τεχνική προδιαγραφή η οποία εγκρίνεται από αναγνωρισμένο φορέα τυποποίησης για επαναλαμβανόμενη ή συνεχή εφαρμογή, με την οποία η συμμόρφωση δεν είναι υποχρεωτική και το οποίο μπορεί να είναι ένα από τα πιο κάτω: (α) Διεθνές πρότυπο το οποίο εκδίδεται από διεθνή φορέα τυποποίησης και το οποίο δημοσιεύεται, (β) Ευρωπαϊκό πρότυπο το οποίο εκδίδεται από Ευρωπαϊκό Οργανισμό Τυποποίησης και το οποίο δημοσιεύεται, (γ) εθνικό πρότυπο το οποίο εκδίδεται από εθνικό φορέα τυποποίησης οποιουδήποτε κράτους και το οποίο δημοσιεύεται· «σήμανση συμμόρφωσης» σημαίνει τη σήμανση η οποία επιτίθεται επί του προϊόντος σύμφωνα με τις πρόνοιες του Μέρους V και η οποία υποδηλώνει τη συμμόρφωσή του με τις πρόνοιες του παρόντος Νόμου και των Κανονισμών και την ολοκλήρωση της σχετικής με το προϊόν διαδικασίας εκτίμησης της συμμόρφωσης και περιλαμβάνει οποιεσδήποτε ενδείξεις ή άλλες σημάνσεις δυνατό να προβλέπονται σε Κανονισμούς για συγκεκριμένο προϊόν· «τεχνικές προδιαγραφές> σημαίνει προδιαγραφές που περιλαμβάνονται σε έγγραφο το οποίο αναφέρει τα απαιτούμενα χαρακτηριστικά για ένα προϊόν όπως τα επίπεδα ποιότητας, την απόδοση, την ασφάλεια ή τις διαστάσεις του,  περιλαμβανομένων απαιτήσεων σε σχέση με το προϊόν αναφορικά με την ονομασία υπό την οποία πωλείται, την ορολογία, τα σύμβολα, τις δοκιμές και τις μεθόδους δοκιμών, τη συσκευασία, τη σήμανση ή επικόλληση ετικέτας και τις διαδικασίες εκτίμησης της συμμόρφωσης· «τεχνική τεκμηρίωση» σημαίνει το σύνολο των εγγράφων και πληροφοριών για το προϊόν όπως αυτά καθορίζονται στους Κανονισμούς· «τρίτη χώρα» σημαίνει χώρα μη κράτος μέλος· «Υπουργείο» σημαίνει το Υπουργείο Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού· «Υπουργός» σημαίνει τον Υπουργό Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού. 30(I)/2002 29(I)/2003 89(I)/2005 7(I)/2011 90(I)/2011 54(I)/2013 Πεδίο Εφαρμογής 3.-(1) Ο παρών Νόμος εφαρμόζεται σε κάθε προϊόν, που εμπίπτει σε οποιαδήποτε κατηγορία προϊόντων ή διέπεται από τις φυσικές ιδιότητες που περιλαμβάνονται στο Παράρτημα, στην έκταση και όπως καθορίζεται στους Κανονισμούς. (2) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου (1), οι διατάξεις του παρόντος Νόμου που αφορούν τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 765/2008 εφαρμόζονται στα προϊόντα τα οποία εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του εν λόγω Κανονισμού. 30(I)/2002 7(I)/2011 Σκοπός του παρόντος Νόμου 4.Σκοπός του παρόντος Νόμου είναι: (α) η διασφάλιση της διάθεσης στην αγορά και/ή της θέσης σε λειτουργία προϊόντων τα οποία δε θέτουν σε κίνδυνο την ασφάλεια και υγεία των προσώπων, ή την προστασία του περιβάλλοντος, συμπεριλαμβανομένων των κατοικίδιων ζώων, ή την περιουσία οποιουδήποτε προσώπου, νοουμένου ότι τα προϊόντα αυτά εγκαθίστανται, συντηρούντα και χρησιμοποιούνται για τους σκοπούς για τους οποίους προορίζονται ή, ανάλογα με την κατηγορία του προϊόντος, χρησιμοποιούνται με άλλο προβλεπτό τρόπο σε σχέση με τη συμπεριφορά του τελικού χρήση, όπως αυτό καθορίζεται σε Κανονισμούς. (β) η αποτελεσματική εφαρμογή του Κανονισμού (ΕΚ) αριθμ. 765/2008· (γ) η αποτελεσματική εφαρμογή του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1222/2009. 30(I)/2002 7(I)/2011 54(I)/2013 ΜΕΡΟΣ II ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ ΠΟΥ ΔΙΕΠΟΥΝ ΤΗΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ Διάθεση προϊόντων στην αγορά και θέση σε λειτουργία 5.—(1) Προϊόν επιτρέπεται να διατίθεται στην αγορά και/ή να τίθεται σε λειτουργία και /ή να εγκαθίσταται, μόνο εφόσον συμμορφώνεται με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου και των Κανονισμών. (2) Με την επιφύλαξη των άρθρων 41 μέχρι 43 δεν είναι δυνατό να απαγορευθεί, περιοριστεί ή παρεμποδιστεί η διάθεση στην αγορά και/ή η θέση σε λειτουργία και/ή η εγκατάσταση προϊόντος το οποίο συμμορφώνεται με τις διατάξεις τους παρόντος Νόμου και των Κανονισμών. (3) Ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του πιο πάνω εδαφίου, Κανονισμοί δύνανται να προβλέπουν περιορισμούς για τη διάθεση στην κυπριακή αγορά και τη θέση σε λειτουργία συγκεκριμένων προϊόντων. (4) Κάθε προϊόν πρέπει να συνοδεύεται από οδηγίες εγκατάστασης, χρήσης και συντήρησης και τις απαραίτητες προειδοποιήσεις, γραπτώς με σαφή και ευκόλως κατανοητό τρόπο στην ελληνική γλώσσα, χωρίς να απαγορεύεται η χρήση άλλης επιπρόσθετης γλώσσας, εκτός αν προνοείται διαφορετικά σε Κανονισμούς. 30(I)/2002 29(I)/2003 7(I)/2011 Συμμόρφωση προϊόντος 6.—(1) Προϊόν συμμορφώνεται με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου και των Κανονισμών όταν πληροί τις βασικές απαιτήσεις και φέρει την προβλεπόμενη σήμανση συμμόρφωσης, εκτός εάν προνοείται διαφορετικά σε Κανονισμούς. (2) Συμμόρφωση προϊόντος με τεχνικές προδιαγραφές, των οποίων τα στοιχεία  δημοσιεύονται από την Επιτροπή στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και στην περίπτωση των εναρμονισμένων προτύπων  υιοθετούνται επίσης ως κυπριακά πρότυπα από τον Εθνικό Φορέα Τυποποίησης ή από οποιοδήποτε άλλο εθνικό φορέα τυποποίησης κράτους μέλους, παρέχει τεκμήριο συμμόρφωσης του προϊόντος με τις αντίστοιχες βασικές απαιτήσεις. (3) Προϊόν για το οποίο ο κατασκευαστής δεν έχει εφαρμόσει ή έχει εφαρμόσει μόνο μερικώς τεχνική προδιαγραφή ή για το οποίο δεν εκδόθηκε τέτοια προδιαγραφή θεωρείται, εκτός αν προνοείται διαφορετικά στους Κανονισμούς, ότι συμμορφώνεται με τις βασικές απαιτήσεις, μετά τη σύνταξη δήλωσης ΕΚ συμμόρφωσης, δυνάμει του άρθρου 15, όπου αυτό απαιτείται δυνάμει των σχετικών με το προϊόν Κανονισμών, και την επίθεση της σήμανσης συμμόρφωσης σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 27. (4) [Διαγράφηκε] 30(I)/2002 29(I)/2003 7(I)/2011 Απόσυρση τεκμηρίου συμμόρφωσης 6Α. Σε περίπτωση που η αρμόδια αρχή κρίνει ότι τεχνική προδιαγραφή δεν ανταποκρίνεται πλήρως στις βασικές απαιτήσεις για το συγκεκριμένο προϊόν, ενημερώνει σχετικά το Υπουργείο παραθέτοντας τους λόγους πάνω στους οποίους βασίζεται η ενέργειά της αυτή, το οποίο ενημερώνει την επιτροπή που καθιδρύεται δυνάμει της Οδηγίας 98/34/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 22ας Ιουνίου 1998 για την καθιέρωση μιας διαδικασίας πληροφόρησης στον τομέα των τεχνικών προτύπων και κανονισμών και των κανόνων σχετικά με τις υπηρεσίες της κοινωνίας των πληροφοριών, εκτός αν προνοείται διαφορετικά στους Κανονισμούς. (2) [Διαγράφηκε] 29(I)/2003 7(I)/2011 Δημοσίευση τεχνικών προδιαγραφών 7. Εξαιρουμένων των τεχνικών προδιαγραφών που αναφέρονται στο εδάφιο (2) του άρθρου 6, ο τίτλος και ο αριθμός των τεχνικών προδιαγραφών που αφορούν συγκεκριμένο προϊόν, των οποίων η εφαρμογή από τον κατασκευαστή προσδίδει τεκμήριο συμμόρφωσης με τις βασικές απαιτήσεις, καθώς και οποιεσδήποτε τροποποιήσεις αυτού, δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας από την αρμόδια αρχή. 30(I)/2002 29(I)/2003 7(I)/2011 Ταυτόχρονη εφαρμογή Κανονισμών επί προϊόντος 8. Προϊόν για το οποίο τυγχάνουν εφαρμογής περισσότεροι από ένας Κανονισμοί, διατίθεται στην αγορά και /ή τίθεται σε λειτουργία μόνο σε περίπτωση κατά την οποία συμμορφώνεται πλήρως με όλους τους σχετικούς με αυτό Κανονισμούς. 30(I)/2002 Δικαιώματα και υποχρεώσεις εμπλεκόμενων φορέων 9. Οι υποχρεώσεις και τα δικαιώματα του κατασκευαστή, του εξουσιοδοτημένου αντιπροσώπου του, του εισαγωγέα και του διανομέα σε σχέση με την εφαρμογή του παρόντος Νόμου, δύνανται να καθορίζονται στους Κανονισμούς για κάθε συγκεκριμένο προϊόν. 30(I)/2002 Ευθύνη εργοδοτών 10.—(1) Τηρουμένων των προνοιών του περί Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία Νόμου του 1996 καθώς και οποιουδήποτε άλλου νόμου τον τροποποιεί ή τον αντικαθιστά, ο εργοδότης οφείλει να προμηθεύεται ή να χρησιμοποιεί, μόνο προϊόντα τα οποία συμμορφώνονται με τις πρόνοιες του παρόντος Νόμου και των Κανονισμών. (2) Κανονισμοί δύνανται να προβλέπουν περαιτέρω υποχρεώσεις του εργοδότη σε σχέση με συγκεκριμένα προϊόντα. 30(I)/2002 Εφαρμογή νομοθεσίας κρατών μελών 10Α. Οποιεσδήποτε αναφορές στον παρόντα Νόμο για συμμόρφωση με τις πρόνοιες του παρόντος Νόμου και των Κανονισμών, σε σχέση με πράξεις που διεξάγονται στο έδαφος κράτους μέλους άλλου από τη Δημοκρατία, θεωρούνται αναφορές για συμμόρφωση με τις πρόνοιες της νομοθεσίας εκείνου του κράτους μέλους, η οποία ενσωματώνει τις Οδηγίες και σε περίπτωση που δεν υπάρχει τέτοια νομοθεσία, θεωρούνται αναφορές για συμμόρφωση με τις πρόνοιες των Οδηγιών. 29(I)/2003 Νομική ευθύνη για ελαττωματικά προϊόντα 11. Οι διατάξεις του περί Ελαττωματικών Προϊόντων (Αστική Ευθύνη) Νόμου, καθώς και οποιουδήποτε άλλου νόμου τον τροποποιεί ή τον αντικαθιστά, εφαρμόζονται ανάλογα, σε σχέση με προϊόν το οποίο εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος Νόμου, και σε τέτοια περίπτωση ο κατασκευαστής θεωρείται ως παραγωγός. 30(I)/2002 Μέρους ΙΙΑ ΓΕΝΙΚΕΣ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΕΜΠΛΕΚΟΜΕΝΩΝ ΦΟΡΕΩΝ Γενικές υποχρεώσεις κατασκευαστή 11Α. (1) Ο κατασκευαστής φέρει αποκλειστική και τελική ευθύνη για τη συμμόρφωση του προϊόντος με τον παρόντα Νόμο και τους Κανονισμούς, είτε έχει σχεδιάσει και κατασκευάσει ο ίδιος το προϊόν είτε θεωρείται ως κατασκευαστής λόγω του ότι το προϊόν διατίθεται στην αγορά υπό την επωνυμία του. (2) Ο κατασκευαστής είναι υπεύθυνος για: (α) Το σχεδιασμό και την κατασκευή του προϊόντος σύμφωνα με τις βασικές απαιτήσεις, (β) την υλοποίηση της διαδικασίας εκτίμησης της συμμόρφωσης όπως αυτή καθορίζεται στους Κανονισμούς, (γ) την τοποθέτηση των απαραίτητων σημάνσεων συμμόρφωσης δυνάμει του άρθρου 27, (δ) τον καταρτισμό της τεχνικής τεκμηρίωσης, και (ε) τη σύνταξη της δήλωσης ΕΚ συμμόρφωσης όπου αυτό απαιτείται. (3) Σε περίπτωση υπεργολαβικής ανάθεσης, ο κατασκευαστής οφείλει να διατηρεί τον έλεγχο για το προϊόν και να διασφαλίζει ότι λαμβάνει όλες τις απαραίτητες πληροφορίες ώστε να μπορεί να αντεπεξέλθει στα καθήκοντά του δυνάμει του παρόντος Νόμου και των Κανονισμών. (4) Ο κατασκευαστής δεν απαλλάσσεται  από τις υποχρεώσεις του με την εκχώρηση μέρους ή του συνόλου τους σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο. (5) Σε περίπτωση που προϊόν τίθεται σε λειτουργία χωρίς προηγούμενη διάθεση στην αγορά, το πρόσωπο το οποίο θέτει το προϊόν σε λειτουργία θεωρείται κατασκευαστής για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου. (6) Κατασκευαστής ο οποίος βρίσκεται εγκατεστημένος σε τρίτη χώρα δύναται, εκτός εάν Κανονισμοί προνοούν  υποχρέωσή του, να ορίζει εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπό του, με γραπτή και ρητή εκχώρηση αρμοδιοτήτων, η οποία να καθορίζει σαφώς το περιεχόμενο των υποχρεώσεων και τα όρια των αρμοδιοτήτων του εξουσιοδοτημένου αντιπροσώπου. (7) Κανονισμοί δύνανται να προβλέπουν επιπρόσθετες από τις πιο πάνω υποχρεώσεις για τον κατασκευαστή. 29(I)/2003 Υποχρεώσεις εξουσιοδοτημένου αντιπροσώπου 11Β. (1) Οι υποχρεώσεις του εξουσιοδοτημένου αντιπροσώπου, οι οποίες πρέπει να είναι διοικητικής μόνο φύσης, καθορίζονται σε γραπτή εκχώρηση αρμοδιοτήτων του κατασκευαστή, η οποία δύναται να περιλαμβάνει ειδικότερα: (α) Αρμοδιότητα να διασφαλίζει και να δηλώνει ότι το προϊόν συμμορφώνεται με τις βασικές απαιτήσεις· (β) την τοποθέτηση των απαραίτητων σημάνσεων συμμόρφωσης και του αριθμού αναγνώρισης κοινοποιημένου οργανισμού επί του προϊόντος· (γ) τη σύνταξη και υπογραφή της δήλωσης ΕΚ συμμόρφωσης· (δ) την τήρηση και θέση στη διάθεση των αρμόδιων αρχών της τεχνικής τεκμηρίωσης. (2) Σε περίπτωση που στο πρόσωπο του εξουσιοδοτημένου αντιπροσώπου συμπίπτουν και οι ιδιότητες του υπεργολάβου ή/και του εισαγωγέα ή/και του διανομέα, οι υποχρεώσεις του προσδιορίζονται ανάλογα με την περίπτωση. (3) Κανονισμοί προβλέπουν τις συγκεκριμένες υποχρεώσεις και δικαιώματα του εξουσιοδοτημένου αντιπροσώπου για συγκεκριμένο προϊόν, οι οποίες δυνατό να είναι επιπρόσθετες από τις πιο πάνω αναφερόμενες. 29(I)/2003 Υποχρεώσεις εισαγωγέα 11Γ. (1) Ο εισαγωγέας οφείλει να παραχωρεί όλες τις απαραίτητες πληροφορίες αναφορικά με το προϊόν στην αρμόδια αρχή, σε περίπτωση που ο κατασκευαστής δεν έχει διορίσει εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο. (2) Εκτός εάν Κανονισμοί προβλέπουν διαφορετικά για συγκεκριμένο προϊόν, ο εισαγωγέας οφείλει να απαιτεί γραπτή διαβεβαίωση από τον κατασκευαστή ότι όλες οι σχετικές πληροφορίες για το προϊόν, περιλαμβανομένης της τεχνικής τεκμηρίωσης θα βρίσκονται στη διάθεσή του, σε περίπτωση που αυτές ζητηθούν από τη αρμόδια αρχή. (3) Για σκοπούς του παρόντος Νόμου και των Κανονισμών ο εισαγωγέας θεωρείται κατασκευαστής, και όταν διαθέτει προϊόν στην αγορά με το όνομα ή το εμπορικό σήμα του ή τροποποιεί προϊόν που έχει ήδη διατεθεί στην αγορά κατά τρόπο που μπορεί να θίξει τη συμμόρφωση με τις βασικές απαιτήσεις, υπόκειται στις υποχρεώσεις του κατασκευαστή σύμφωνα με το άρθρο 11Α. 29(I)/2003 7(I)/2011 Υποχρεώσεις διανομέα 11Δ. (1) Ο διανομέας οφείλει να ενεργεί με τη δέουσα φροντίδα και να έχει βασική γνώση των νομικών προϋποθέσεων που ισχύουν για το προϊόν, ώστε να μη διαθέτει σαφώς μη συμμορφούμενα προϊόντα στην αγορά και πρέπει να βρίσκεται σε θέση να το επιδεικνύει αυτό στην αρμόδια αρχή. (2) Ο διανομέας πρέπει να λαμβάνει τα απαραίτητα μέτρα ώστε οι συνθήκες διανομής του προϊόντος να μην επηρεάζουν τη συμμόρφωσή του προς τις βασικές απαιτήσεις. (3) Ο διανομέας πρέπει να είναι σε θέση να προσδιορίζει τον κατασκευαστή, τον εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο, τον εισαγωγέα ή το πρόσωπο που του προμήθευσε το προϊόν, προκειμένου να βοηθά την αρμόδια αρχή κατά την άσκηση των εξουσιών της για επιτήρηση της αγοράς. (4)  Για σκοπούς του παρόντος Νόμου και των Κανονισμών ο διανομέας θεωρείται κατασκευαστής και, όταν διαθέτει προϊόν στην αγορά με το όνομα ή το εμπορικό σήμα του ή τροποποιεί προϊόν που έχει ήδη διατεθεί στην αγορά κατά τρόπο που μπορεί να θίξει τη συμμόρφωση με τις βασικές απαιτήσεις, υπόκειται στις υποχρεώσεις του κατασκευαστή σύμφωνα με το άρθρο 11Α. 29(I)/2003 7(I)/2011 Υπεύθυνος συναρμολόγησης και υπεύθυνος εγκατάστασης 11Ε. Κανονισμοί για συγκεκριμένο προϊόν δύνανται να προβλέπουν τις προϋποθέσεις κάτω από τις οποίες ο υπεύθυνος συναρμολόγησης και ο υπεύθυνος εγκατάστασης προϊόντος φέρουν υποχρεώσεις σε σχέση με τη συμμόρφωση του προϊόντος προς τις βασικές απαιτήσεις καθώς και να καθορίζουν τις υποχρεώσεις αυτές. 29(I)/2003 ΜΕΡΟΣ III ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΚΤΙΜΗΣΗΣ ΤΗΣ ΣΥΜΜΟΡΦΩΣΗΣ - ΤΕΧΝΙΚΗ ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ-ΔΗΛΩΣΗ ΕΚ ΣΥΜΜΟΡΦΩΣΗΣ Διαδικασία εκτίμησης της συμμόρφωσης 12.—(1) Ο κατασκευαστής υποχρεούται να θέτει το προϊόν σε διαδικασία εκτίμησης της συμμόρφωσής του προς τις βασικές απαιτήσεις, είτε κατά το στάδιο σχεδιασμού του είτε κατά το στάδιο της παραγωγής του είτε και στα δύο, ανάλογα με τις πρόνοιες των Κανονισμών. (2) Η διαδικασία εκτίμησης της συμμόρφωσης που εφαρμόζεται για κάθε προϊόν καθορίζεται στους σχετικούς με το προϊόν Κανονισμούς. (3) Σε περίπτωση κατά την οποία για τη διαδικασία εκτίμησης της συμμόρφωσης απαιτείται επαλήθευση από τρίτο μέρος, μόνο κοινοποιημένοι οργανισμοί κατά την έννοια του παρόντος Νόμου και των σχετικών με το προϊόν Κανονισμών επιτρέπεται να διεξάγουν τη διαδικασία εκτίμησης της συμμόρφωσης. 30(I)/2002 7(I)/2011 Εφαρμογή εναρμονισμένων προτύπων για τα συστήματα διασφάλισης ποιότητας 13.—(1) Σε περίπτωση κατά την οποία για τη διαδικασία εκτίμησης της συμμόρφωσης ο κατασκευαστής επιλέγει την εφαρμογή ενός συστήματος διασφάλισης της ποιότητας, η εφαρμογή των συστημάτων διασφάλισης της ποιότητας με βάση εναρμονισμένα πρότυπα, παρέχει τεκμήριο συμμόρφωσης προς τις αντίστοιχες διαδικασίες συμμόρφωσης τις οποίες καλύπτουν τα εν λόγω πρότυπα, νοουμένου ότι το σύστημα διασφάλισης της ποιότητας παρέχει τη δυνατότητα στον κατασκευαστή να αποδεικνύει ότι το προϊόν πληροί τις σχετικές βασικές απαιτήσεις. (2) Για σκοπούς συμμόρφωσης με τον παρόντα Νόμο και τους Κανονισμούς, ο κατασκευαστής, στην περίπτωση του πιο πάνω εδαφίου, οφείλει να διασφαλίζει ότι το σύστημα διασφάλισης της ποιότητας εφαρμόζεται με τρόπο ώστε να διασφαλίζεται η πλήρης συμμόρφωση του προϊόντος με τις σχετικές βασικές απαιτήσεις. 30(I)/2002 Τεχνική τεκμηρίωση 14.—(1) Ο κατασκευαστής υποχρεούται να συντάσσει τεχνική τεκμηρίωση η οποία να περιέχει πληροφορίες που αποδεικνύουν τη συμμόρφωση του προϊόντος προς τις βασικές απαιτήσεις εκτός εάν προνοείται διαφορετικά σε Κανονισμούς για συγκεκριμένο προϊόν. (2) Η τεχνική τεκμηρίωση δύναται να αποτελεί μέρος της τεκμηρίωσης του συστήματος διασφάλισης της ποιότητας, σε περιπτώσεις όπου Κανονισμοί προβλέπουν διαδικασία εκτίμησης της συμμόρφωσης, βάσει συστήματος διασφάλισης της ποιότητας. (3) Ο κατασκευαστής ή ο εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος του ή ο εισαγωγέας, ανάλογα με την περίπτωση και όπως καθορίζεται σε Κανονισμούς, οφείλουν να διατηρούν την τεχνική τεκμηρίωση για δέκα τουλάχιστο χρόνια από την τελευταία ημερομηνία κατασκευής του προϊόντος, εκτός εάν Κανονισμοί προνοούν διαφορετικά για συγκεκριμένο προϊόν. (4) Η τεχνική τεκμηρίωση συντάσσεται σε επίσημη γλώσσα του κράτους μέλους στο οποίο διεξάγεται η διαδικασία εκτίμησης της συμμόρφωσης ή στο οποίο βρίσκεται εγκατεστημένος ο κοινοποιημένος οργανισμός ή σε γλώσσα αποδεκτή από αυτόν, νοουμένου ότι  η γλώσσα που θα χρησιμοποιηθεί είναι πάντοτε κατανοητή από τον κοινοποιημένο οργανισμό, εκτός εάν Κανονισμοί προβλέπουν διαφορετικά. 30(I)/2002 29(I)/2003 Δήλωση ΕΚ συμμόρφωσης 15.—(1) Για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου, «δήλωση ΕΚ συμμόρφωσης» σημαίνει τη δήλωση που συντάσσεται, όπου αυτό απαιτείται, στα πλαίσια της διαδικασίας εκτίμησης της συμμόρφωσης, από τον κατασκευαστή ή τον εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο του όταν το προϊόν διατίθεται στην αγορά, η οποία βεβαιώνει ότι το προϊόν πληροί τις βασικές απαιτήσεις που το αφορούν και της οποίας το συγκεκριμένο περιεχόμενο καθορίζεται στους Κανονισμούς που εκδίδονται για κάθε συγκεκριμένο προϊόν. (2) Ο κατασκευαστής ή ο εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος του ή ο εισαγωγέας ανάλογα με την περίπτωση και όπως καθορίζεται σε Κανονισμούς, οφείλουν να διατηρούν τη δήλωση ΕΚ συμμόρφωσης για δέκα τουλάχιστο χρόνια από την τελευταία ημερομηνία κατασκευής του προϊόντος, εκτός εάν Κανονισμοί προβλέπουν διαφορετικά για συγκεκριμένο προϊόν. (3) Η δήλωση ΕΚ συμμόρφωσης περιλαμβάνει τουλάχιστο τις ακόλουθες πληροφορίες, εκτός εάν Κανονισμοί προβλέπουν διαφορετικά για συγκεκριμένο προϊόν: (α) Το όνομα και τη διεύθυνση του κατασκευαστή ή του εξουσιοδοτημένου του αντιπροσώπου που τη συντάσσει· (β) τα στοιχεία αναγνώρισης του προϊόντος περιλαμβανομένου του ονόματος, του αριθμού τύπου ή μοντέλου καθώς και οποιαδήποτε σχετική συμπληρωματική πληροφορία όπως η παρτίδα, η δέσμη ή ο αριθμός της σειράς, οι πηγές και ο αριθμός τεμαχίων· (γ) την αναφορά στην Οδηγία ή στις Οδηγίες που εφαρμόζονται για το συγκεκριμένο προϊόν· (δ) Σε περίπτωση που στο προϊόν εφαρμόζονται περισσότερες από μία Οδηγίες, η δήλωση ΕΚ συμμόρφωσης πρέπει να αναφέρει όλες τις Οδηγίες με τις οποίες συμμορφώνεται το εν λόγω προϊόν, εκτός εάν Κανονισμοί προβλέπουν διαφορετικά· (ε) την ημερομηνία έκδοσης της δήλωσης ΕΚ συμμόρφωσης· (στ) δήλωση ότι η δήλωση ΕΚ συμμόρφωσης συντάσσεται υπό την αποκλειστική ευθύνη του κατασκευαστή ή, όπου αυτό είναι εφαρμόσιμο, του εξουσιοδοτημένου αντιπροσώπου του· (ζ) το όνομα και τη διεύθυνση του προσώπου που φυλάσσει την τεχνική τεκμηρίωση· (η) το όνομα, τη διεύθυνση και το χαρακτηριστικό αριθμό αναγνώρισης του κοινοποιημένου οργανισμού, όπου αυτό εφαρμόζεται. (4) Σε περίπτωση που στο προϊόν εφαρμόζονται περισσότεροι από ένας Κανονισμοί ή κανονιστικές διατάξεις άλλου κράτους μέλους, η δήλωση ΕΚ συμμόρφωσης πρέπει να αναφέρει όλους τους Κανονισμούς ή τις κανονιστικές διατάξεις με τις οποίες συμμορφώνεται το εν λόγω προϊόν, εκτός εάν Κανονισμοί προβλέπουν διαφορετικά για συγκεκριμένο προϊόν. (5)(α) Η Δήλωση ΕΚ Συμμόρφωσης συντάσσεται σε μια από τις Επίσημες γλώσσες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και σε περίπτωση που αυτή συντάσσεται στη Δημοκρατία ή σε περίπτωση προϊόντων που απαιτείται από Κανονισμούς να συνοδεύονται απαραίτητα από αυτή ή σε περίπτωση που η διαδικασία εκτίμησης της συμμόρφωσης γίνεται από κυπριακό κοινοποιημένο οργανισμό, συντάσσεται ή/και μεταφράζεται και σε επίσημη γλώσσα της Δημοκρατίας. (β) Κανονισμοί δύνανται να προβλέπουν διαφορετικά ως προς τη γλώσσα στην οποία συντάσσεται η δήλωση ΕΚ συμμόρφωσης για συγκεκριμένο προϊόν. (6) Η δήλωση ΕΚ συμμόρφωσης καθίσταται διαθέσιμη προς την αρμόδια αρχή αμέσως μετά από αίτησή της δυνάμει του άρθρου 32 του παρόντος Νόμου. 30(I)/2002 29(I)/2003 7(I)/2011 ΜΕΡΟΣ IV ΕΓΚΕΚΡΙΜΕΝΟΙ ΚΑΙ ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΜΕΝΟΙ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΙ Κοινοποιούσα Αρχή 16. Η Κοινοποιούσα Αρχή εγκρίνει οργανισμούς  οι οποίοι πληρούν τις προϋποθέσεις του παρόντος Νόμου και των Κανονισμών για τη διεξαγωγή ενεργειών που καθορίζονται στη διαδικασία εκτίμησης της συμμόρφωσης προϊόντος και τους κοινοποιεί στην Επιτροπή και στα κράτη μέλη. 30(I)/2002 90(I)/2011 Απαιτήσεις σχετικά με την Κοινοποιούσα Αρχή 16Α.-(1) Η Κοινοποιούσα Αρχή συγκροτείται κατά τρόπο που δεν συνεπάγεται σύγκρουση συμφερόντων με τους οργανισμούς αξιολόγησης της συμμόρφωσης. (2) Η Κοινοποιούσα Αρχή οργανώνεται και λειτουργεί κατά τρόπον ώστε να διασφαλίζεται η αντικειμενικότητα και η αμεροληψία των δραστηριοτήτων της. (3) Η Κοινοποιούσα Αρχή οργανώνεται κατά τρόπον ώστε κάθε απόφαση που αφορά την κοινοποίηση του οργανισμού αξιολόγησης της συμμόρφωσης να λαμβάνεται από τα αρμόδια πρόσωπα που είναι άλλα από τα πρόσωπα που διεξήγαγαν την αξιολόγηση. (4) Η Κοινοποιούσα Αρχή δεν προσφέρει ούτε προβλέπει δραστηριότητες που εκτελούνται από τους οργανισμούς αξιολόγησης της συμμόρφωσης ούτε παρέχει συμβουλευτικές υπηρεσίες σε εμπορική ή ανταγωνιστική βάση. (5) Η Κοινοποιούσα Αρχή εξασφαλίζει την εμπιστευτικότητα των πληροφοριών που λαμβάνει. (6) Η Κοινοποιούσα Αρχή διαθέτει επαρκή αριθμό αρμόδιου προσωπικού για τη σωστή εκτέλεση των καθηκόντων της. 90(I)/2011 Ελάχιστες προϋποθέσεις που οφείλουν να πληρούν οι προς έγκριση οργανισμοί 17.—(1) Οι προς έγκριση οργανισμοί απαιτείται να πληρούν τις ακόλουθες ελάχιστες προϋποθέσεις: (α) Απαραίτητη υποδομή σε εγκαταστάσεις, μέσα και εξοπλισμό- (β) απαραίτητο προσωπικό το οποίο είναι επαρκώς τεχνικά καταρτισμένο σε σχέση με το προϊόν ή τα προϊόντα για τα οποία εγκρίνεται ο οργανισμός, καθώς και σε σχέση με τη σχετική διαδικασία εκτίμησης της συμμόρφωσης και το οποίο διακρίνεται για την επαγγελματική ακεραιότητά του ιδίως σε σχέση με τη διατήρηση του επαγγελματικού απορρήτου· (γ) ανεξαρτησία και αντικειμενικότητα σε σχέση με τα πρόσωπα τα οποία σχετίζονται άμεσα ή έμμεσα με το προϊόν, και ιδιαίτερα με τον κατασκευαστή, το σχεδιαστή, τον εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο και το διανομέα αναφορικά με τις δοκιμές, τη σύνταξη των εκθέσεων, την έκδοση των πιστοποιητικών και την πραγματοποίηση της επίβλεψης που προβλέπονται στα πλαίσια του παρόντος Νόμου και των Κανονισμών· (δ) ασφάλιση με οποιοδήποτε ασφαλιστή, έναντι της αστικής τους ευθύνης η οποία προκύπτει σε σχέση με την ασφάλεια των προϊόντων και τη συμμόρφωσή τους με τις βασικές απαιτήσεις. (2) Κανονισμοί δύνανται να προβλέπουν περαιτέρω προϋποθέσεις που οφείλει να πληροί ο προς έγκριση οργανισμός ανάλογα με το προϊόν ή τα προϊόντα για τα οποία επιθυμεί να εγκριθεί και να κοινοποιηθεί. (3) Κανονισμοί δύνανται να προβλέπουν ότι συμμόρφωση του υπό έγκριση οργανισμού με καθορισμένα σε αυτούς ευρωπαϊκά ή διεθνή πρότυπα, συνεπάγεται τεκμήριο συμμόρφωσης του οργανισμού με τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για έγκριση. 30(I)/2002 29(I)/2003 Έγκριση οργανισμών 18.-(1) Η εξέταση της αίτησης του οργανισμού για έγκριση, γίνεται από την Κοινοποιούσα Αρχή η οποία απαρτίζεται από- (α) Εκπρόσωπο του Υπουργείου· (β) εκπρόσωπο της αρμόδιας αρχής για το προϊόν ή τα προϊόντα για τα οποία ζητείται η έγκριση· (γ) εκπρόσωπο του Κυπριακού Οργανισμού Προώθησης Ποιότητας. (2) Η Κοινοποιούσα αρχή εξετάζει τα υποβαλλόμενα δυνάμει του άρθρου 17 δικαιολογητικά και διαπιστώνει την τήρηση ή μη των απαραίτητων προϋποθέσεων, εκ μέρους του υπό έγκριση οργανισμού. (3) Η διαδικασία λειτουργίας της Κοινοποιούσας Αρχής καθορίζεται με εσωτερικούς κανονισμούς. 30(I)/2002 29(I)/2003 7(I)/2011 90(I)/2011 Αίτηση για έγκριση οργανισμού 19.-(1) Ο ενδιαφερόμενος οργανισμός υποβάλλει στην Κοινοποιούσα Αρχή αίτηση, σε τύπο που καθορίζεται με γνωστοποίηση του Υπουργού, η οποία δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, στην οποία δηλώνει το ενδιαφέρον δραστηριοποίησής του ως κυπριακός κοινοποιημένος οργανισμός για συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα προϊόντα και στην οποία επισυνάπτει τα ακόλουθα πιστοποιητικά ή πληροφορίες: (α) Τις τεχνικές προδιαγραφές οι οποίες χρησιμοποιούνται για τη διαδικασία εκτίμησης της συμμόρφωσης του προϊόντος με τις βασικές απαιτήσεις ή περιγραφή της δικής του μεθόδου όπου δε χρησιμοποιούνται τέτοιες προδιαγραφές· (β) τη/τις διαδικασία/ες εκτίμησης της συμμόρφωσης που προβλέπονται από τους Κανονισμούς για το συγκεκριμένο προϊόν ή προϊόντα για τα οποία επιθυμεί να εγκριθεί· (γ) το πιστοποιητικό διαπίστευσης, το οποίο εκδόθηκε από τον Κυπριακό Οργανισμό Προώθησης Ποιότητας, εκτός αν προνοείται διαφορετικά στους Κανονισμούς, δια του οποίου τεκμηριώνεται ότι ο οργανισμός πληροί τις απαιτήσεις του άρθρου 17. (2) Με την υποβολή της αίτησης, ο ενδιαφερόμενος οργανισμός υποχρεούται να καταβάλει στο Υπουργείο τέλος, το οποίο καθορίζεται με Κανονισμούς, για την εξέταση και αξιολόγηση της αίτησης από την Κοινοποιούσα Αρχή. (3) Η Κοινοποιούσα Αρχή δέχεται αιτήσεις μόνο από ενδιαφερόμενους οργανισμούς που είναι νομικά πρόσωπα και είναι εγκατεστημένα στη Δημοκρατία. 30(I)/2002 89(I)/2005 7(I)/2011 90(I)/2011 Οργανισμοί εγκατεστημένοι σε άλλο κράτος μέλος 20. Οργανισµοί οι οποίοι είναι εγκατεστημένοι σε άλλο κράτος μέλος και οι οποίοι επιθυµούν να δραστηριοποιηθούν εντός του πεδίου εφαρµογής του παρόντος Νόμου, οφείλουν να- (α) είναι κοινοποιηµένοι για το σκοπό αυτό από το κράτος μέλος στο οποίο έχουν την έδρα τους· και (β) ενημερώνουν την κοινοποιούσα αρχή του κράτους μέλους αυτού για την  πρόθεση τέτοιας δραστηριοποίησής τους, η οποία αρχή πρέπει να είναι σε θέση να διασφαλίζει την παρακολούθηση της συνολικής δραστηριότητας του οργανισμού, συμπεριλαμβανομένης και της  εκτός της επικράτειας του εν λόγω κράτους μέλους. 30(I)/2002 29(I)/2003 7(I)/2011 Κοινοποίηση εγκεκριμένων οργανισμών 21.—(1) Η Κοινοποιούσα Αρχή κοινοποιεί στην Επιτροπή και στα κράτη μέλη τους εγκεκριμένους οργανισμούς, με χρήση του ηλεκτρονικού μέσου κοινοποίησης που έχει δημιουργήσει και διαχειρίζεται η Επιτροπή. (2) Κατά την κοινοποίηση, η Κοινοποιούσα Αρχή παραχωρεί στην Επιτροπή τις ακόλουθες πληροφορίες για τον εγκεκριμένο οργανισμό: (α) Όνομα και διεύθυνση του οργανισμού· (β) την περίοδο για την οποία ισχύει η κοινοποίηση· (γ) τον τρόπο αξιολόγησης των τεχνικών ικανοτήτων του οργανισμού· (δ) το προϊόν ή τα προϊόντα για τα οποία εγκρίθηκε να διεξάγει τη διαδικασία εκτίμησης της συμμόρφωσης και για τα οποία κοινοποιείται καθώς και τη διαδικασία εκτίμησης της συμμόρφωσης την οποία θα ακολουθήσει. (ε) [Διαγράφηκε] (3) Η Κοινοποιούσα Αρχή ενημερώνει την Επιτροπή και τα κράτη μέλη για οποιεσδήποτε επακόλουθες  αλλαγές στην κοινοποίηση. 30(I)/2002 29(I)/2003 89(I)/2005 7(I)/2011 90(I)/2011 Επιτήρηση κυπριακών κοινοποιημένων οργανισμών 22.—(1) Οι κυπριακοί κοινοποιημένοι οργανισμοί επιτηρούνται από τον Κυπριακό Οργανισμό Προώθησης Ποιότητας, έτσι ώστε να διασφαλίζεται ότι διατηρούν ανά πάσα στιγμή την ικανότητα διεξαγωγής της διαδικασίας εκτίμησης της συμμόρφωσης για την οποία κοινοποιήθηκαν και ότι εξακολουθούν να πληρούν τις προϋποθέσεις βάσει των οποίων εγκρίθηκαν και κοινοποιήθηκαν. (2) Οι κυπριακοί κοινοποιημένοι οργανισμοί υποβάλλουν στην Η Κοινοποιούσα Αρχή ετήσια έκθεση επιτήρησης, η οποία εκδίδεται από τον Κυπριακό Οργανισμό Προώθησης Ποιότητας, και η οποία περιλαμβάνει την εκτίμηση του τελευταίου, κατά πόσο ο κοινοποιημένος οργανισμός εξακολουθεί να διατηρεί την ικανότητα εκτέλεσης της διαδικασίας εκτίμησης της συμμόρφωσης για τα προϊόντα για τα οποία έχει κοινοποιηθεί, εξακολουθεί να πληροί τις προϋποθέσεις έγκρισης και κατά πόσο εφαρμόζει με συνέπεια τις διαδικασίες εκτίμησης της συμμόρφωσης των σχετικών προϊόντων. 30(I)/2002 29(I)/2003 90(I)/2011 Ανάκληση έγκρισης και κοινοποίησης κοινοποιημένου οργανισμού 23.—(1) Η Κοινοποιούσα Αρχή ανακαλεί την κοινοποίηση κυπριακού κοινοποιημένου οργανισμού στις περιπτώσεις που- (α) Δεν πληροί πλέον τις προϋποθέσεις με βάση τις οποίες εγκρίθηκε και κοινοποιήθηκε· (β) δεν εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του για τις οποίες εγκρίθηκε και κοινοποιήθηκε· (γ) είτε η Επιτροπή είτε κράτος μέλος έχουν δικαιωθεί σε διαδικασία εναντίον της Δημοκρατίας για το γεγονός ότι ο οργανισμός δεν πληροί τις απαραίτητες προϋποθέσεις ή δεν εκπληρώνει τις υποχρεώσεις για τις οποίες εγκρίθηκε και κοινοποιήθηκε. (2) Η Κοινοποιούσα Αρχή δημοσιεύει στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας την ανάκληση της έγκρισης και κοινοποίησης κυπριακού κοινοποιημένου οργανισμού και ενημερώνει την Επιτροπή και τα κράτη μέλη για την εν λόγω ανάκληση. (3) Η ανάκληση έγκρισης και κοινοποίησης οργανισμού δεν επηρεάζει οποιαδήποτε πιστοποιητικά έχουν εκδοθεί από τον εν λόγω οργανισμό, μέχρι του χρονικού εκείνου σημείου κατά το οποίο μπορεί να αποδειχθεί ότι τα πιστοποιητικά οφείλουν να ανακληθούν. (4) Σε περίπτωση ανάκλησης έγκρισης και κοινοποίησης οργανισμού, η Κοινοποιούσα Αρχή διασφαλίζει ότι άλλος κοινοποιημένος οργανισμός επεξεργάζεται τους φακέλους του πρώτου, προκειμένου να διασφαλίζεται η απαιτούμενη συνέχεια. 30(I)/2002 90(I)/2011 Ιεραρχική Προσφυγή κατά της απόφασης ανάκλησης της έγκρισης και της κοινοποίησης 24.—(1) Η απόφαση της Κοινοποιούσας Αρχής να ανακαλέσει την έγκριση κυπριακού κοινοποιημένου οργανισμού, υπόκειται σε ιεραρχική προσφυγή ενώπιον του Υπουργικού Συμβουλίου, η οποία ασκείται μέσα σε τριάντα ημέρες από την ημέρα που ο κυπριακός κοινοποιημένος οργανισμός λαμβάνει γνώση της απόφασης. (2) Η απόφαση της Κοινοποιούσας Αρχής για ανάκληση της έγκρισης δεν καθίσταται εκτελεστή πριν από την πάροδο της πιο πάνω προβλεπόμενης προθεσμίας για άσκηση ιεραρχικής προσφυγής και σε περίπτωση άσκησης ιεραρχικής προσφυγής από τον κυπριακό κοινοποιημένο οργανισμό, πριν από την έκδοση της απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου, η οποία εκδίδεται μέσα σε ενενήντα ημέρες από την ημερομηνία άσκησης της ιεραρχικής προσφυγής. 30(I)/2002 90(I)/2011 Γενικές υποχρεώσεις κοινοποιημένων οργανισμών 25.-(1) Οι κυπριακοί κοινοποιημένοι οργανισμοί έχουν υποχρέωση να- (α) παραχωρούν στην Κοινοποιούσα Αρχή- (i) οποιαδήποτε πληροφορία σχετική με τη σωστή εφαρμογή των προϋποθέσεων βάσει των οποίων κοινοποιήθηκαν και, εφόσον τους ζητηθεί, όλες τις πληροφορίες και έγγραφα, περιλαμβανομένων των εγγράφων του προϋπολογισμού, τα οποία χρειάζεται η Κοινοποιούσα Αρχή για να ελέγχει την τήρηση των διατάξεων του παρόντος άρθρου· και (ii) οποιεσδήποτε πληροφορίες σχετικές με τις δραστηριότητές τους· (β) ενημερώνουν την Κοινοποιούσα Αρχή και τους άλλους κοινοποιημένους οργανισμούς για όλα τα πιστοποιητικά τα οποία ανακαλούν ή των οποίων αναστέλλουν την εφαρμογή και σε περίπτωση που τους ζητηθεί, τα πιστοποιητικά που παραχωρούν ή των οποίων αρνούνται την παραχώρηση· (β1) ενημερώνουν την αρμόδια αρχή σχετικά με την ανάκληση ή την αναστολή εφαρμογής πιστοποιητικού και κατά πόσο είναι αναγκαία η λήψη μέτρων εκ μέρους της, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου· (γ) παραχωρούν στην αρμόδια αρχή, και όπου προβλέπεται σε Κανονισμούς, στις αρμόδιες αρχές επιτήρησης της αγοράς των κρατών μελών, σχετικές πληροφορίες για σκοπούς επιτήρησης της αγοράς· (δ) παραχωρούν, σε περίπτωση που αυτό τους ζητηθεί, στις αρμόδιες υπηρεσίες της Επιτροπής πληροφορίες σχετικές με το προϊόν ή τη διαδικασία εκτίμησης της συμμόρφωσης· (ε) παραμένουν τρίτα μέρη ανεξάρτητα από τους πελάτες τους και άλλα ενδιαφερόμενα μέρη· (ε1) εφαρμόζουν διαδικασίες και υιοθετούν δομές που να διασφαλίζουν την ουδετερότητα, την αντικειμενικότητα, την ανεξαρτησία και αμεροληψία τους· (ε2) εφαρμόζουν πολιτικές και διαδικασίες οι οποίες σαφώς διακρίνουν μεταξύ των καθηκόντων που διεξάγουν ως κοινοποιημένοι οργανισμοί και τυχόν άλλων δραστηριοτήτων στις οποίες είναι αναμεμειγμένοι, καθιστώντας τη διάκριση αυτή σαφή στους πελάτες τους· (ε3) διασφαλίζουν ότι τυχόν άλλες δραστηριότητές τους εκτός του πεδίου εφαρμογής του παρόντος Νόμου και των Κανονισμών, δεν επηρεάζουν ή δεν περιορίζουν την εμπιστοσύνη στην αρμοδιότητα, στην αντικειμενικότητα, στην αμεροληψία ή στην επιχειρησιακή τους αξιοπιστία ως κοινοποιημένοι οργανισμοί· (ε4) εφαρμόζουν τεκμηριωμένες διαδικασίες για την αναγνώριση, τη διερεύνηση και την επίλυση όλων των περιπτώσεων στις οποίες υπάρχει υποψία ή απόδειξη συγκρούσεως συμφερόντων και να ζητούν από το προσωπικό που ενεργεί εξ ονόματός τους να δηλώνουν οποιαδήποτε ενδεχόμενη σύγκρουση συμφερόντων· (στ) να διαθέτουν το απαραίτητο προσωπικό, το οποίο έχει επαρκή γνώση και πείρα σχετικά με τα προϊόντα και τη σχετική διαδικασία εκτίμησης της συμμόρφωσης, και το οποίο υπόκειται σε κατάλληλη κατάρτιση· (στ1) βρίσκονται σε θέση να διαχειρίζονται, να ελέγχουν και να είναι υπεύθυνοι για τις επιδόσεις του προσωπικού τους και να διατηρούν πλήρη αρχεία τα οποία περιλαμβάνουν την καταλληλότητα όλου του προσωπικού το οποίο αξιοποιείται σε ιδιαίτερους τομείς είτε είναι υπάλληλοί του, είτε απασχολούνται με σύμβαση είτε παρέχονται από άλλους οργανισμούς· (στ2) διαθέτουν κατάλληλες δομές και διαδικασίες ώστε να διασφαλίζουν ότι ο τρόπος διεξαγωγής της διαδικασίας εκτίμησης της συμμόρφωσης, η άρνηση έκδοσης των σχετικών πιστοποιητικών, η άρση και ανάκληση των σχετικών πιστοποιητικών, οι αιτήσεις που απευθύνονται στον κατασκευαστή ώστε να λαμβάνει διορθωτικά μέτρα και το περιεχόμενο των σχετικών εκθέσεων που υποβάλλονται στην αρμόδια αρχή υπόκεινται σε προσφυγή ενώπιόν τους (ζ) διατηρούν την εμπιστευτικότητα των πληροφοριών που κατέχουν κατά τη διεξαγωγή της διαδικασίας εκτίμησης της συμμόρφωσης και ειδικότερα να διασφαλίζουν ότι κανένα αποτέλεσμα ή άλλη πληροφορία δεν αποκαλύπτεται σε οποιοδήποτε πρόσωπο πέραν από την Κοινοποιούσα Αρχή και την αρμόδια αρχή, όταν αυτό ζητηθεί, και τον κατασκευαστή ή τον εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο του· (η) ενημερώνουν την Κοινοποιούσα Αρχή για την πρόθεσή τους για οποιαδήποτε υπεργολαβική ανάθεση σε άλλο οργανισμό, μέρους των εργασιών τους· (θ) ασφαλίζονται με οποιοδήποτε ασφαλιστή έναντι της αστικής τους ευθύνης· (ι) συμμετέχουν σε δραστηριότητες συνεργασίας μεταξύ άλλων κοινοποιημένων οργανισμών, των κρατών μελών και της Επιτροπής- (κ) αποδεικνύουν ότι ενημερώνονται με οποιοδήποτε τρόπο για την πορεία των σχετικών με τη διαδικασία εκτίμησης της συμμόρφωσης για την οποία κοινοποιούνται, τεχνικών προδιαγραφών. (2) Η Κοινοποιούσα Αρχή ενημερώνει σχετικά τα άλλα κράτη μέλη και την Επιτροπή στις περιπτώσεις που αναφέρονται στις παραγράφους (α), (β), (β1), (γ) και (δ) του εδαφίου (1). 30(I)/2002 29(I)/2003 71(I)/2009 90(I)/2011 Υπεργολαβική ανάθεση καθηκόντων από κοινοποιημένους οργανισμούς 26.—(1) Κυπριακός κοινοποιημένος οργανισμός δύναται να αναθέσει με υπεργολαβία μέρος των εργασιών που ο ίδιος οφείλει να εκπληρώσει, σε άλλο οργανισμό αφού πρώτα ενημερώσει για την πρόθεση του αυτή την Κοινοποιούσα Αρχή. (2) Οργανισμός ο οποίος αναλαμβάνει με υπεργολαβία την εκτέλεση των πιο πάνω αναφερόμενων εργασιών, δεν είναι απαραίτητο να είναι εγκεκριμένος και κοινοποιημένος αλλά οφείλει να κατέχει την απαραίτητη τεχνική ικανότητα και να επιδεικνύει την ίδια ανεξαρτησία και αντικειμενικότητα η οποία απαιτείται από τους κοινοποιημένους οργανισμούς. (3) Ο κοινοποιημένος οργανισμός δικαιούται να αναθέτει με υπεργολαβία δυνάμει του εδαφίου (1), αυστηρά περιορισμένες τεχνικές αρμοδιότητες, ενόσω αυτές μπορούν να θεωρηθούν ως σημαντικές και συναφείς με τις τεχνικές πτυχές της διαδικασίας εκτίμησης της συμμόρφωσης και σε καμία περίπτωση δε δικαιούται να αναθέτει με υπεργολαβία όλες του τις αρμοδιότητες. (4) Η ανάθεση με υπεργολαβία μέρος των εργασιών κοινοποιημένου οργανισμού σε άλλο οργανισμό γίνεται βάσει συμβολαίου το οποίο διασφαλίζει την εκπλήρωση των γενικότερων υποχρεώσεων του κοινοποιημένου οργανισμού, καθώς και τη διαφάνεια και εμπιστευτικότητα που πρέπει να διέπει τις εργασίες τόσο του κοινοποιημένου οργανισμού όσο και του οργανισμού, ο οποίος αναλαμβάνει καθήκοντα με υπεργολαβία. (5) Ο κοινοποιημένος οργανισμός τηρεί μητρώο με όλες τις δραστηριότητες τις οποίες αναθέτει με υπεργολαβία σε άλλους οργανισμούς, το οποίο και ενημερώνει συστηματικά και το οποίο θέτει στη διάθεση της  Κοινοποιούσας Αρχής όποτε αυτό του ζητηθεί. (6) Ανεξάρτητα από την ανάθεση οποιουδήποτε μέρους των εργασιών της διαδικασίας εκτίμησης της συμμόρφωσης σε άλλο οργανισμό, ο κοινοποιημένος οργανισμός παραμένει αποκλειστικά υπεύθυνος για τις εργασίες που διεξάγονται από τον άλλο οργανισμό. 30(I)/2002 7(I)/2011 90(I)/2011 Διαδικασίες και κριτήρια έγκρισης κοινοποιημένων οργανισμών για σκοπούς άλλους από τη διεξαγωγή της διαδικασίας εκτίμησης της συμμόρφωσης 26Α.-(1) Η Κοινοποιούσα Αρχή κοινοποιεί στην Επιτροπή, οργανισμούς για σκοπούς χορήγησης εγκρίσεων σε σχέση με τεχνικές προδιαγραφές που αφορούν συγκεκριμένα προϊόντα, σύμφωνα με διαδικασίες και κριτήρια που καθορίζονται για τα προϊόντα αυτά σε Κανονισμούς. (2) Κανονισμοί δύνανται να προβλέπουν διαφορετικές διαδικασίες και διαφορετικά ή περαιτέρω κριτήρια από το αναφερόμενα στο παρόν Μέρος, για την έγκριση αναγνωρισμένων τρίτων φορέων, οργανισμών επιθεώρησης, ελεγκτικών υπηρεσιών των χρηστών, εργαστηρίων δοκιμών και οργανισμών πιστοποίησης αναφορικά με συγκεκριμένα προϊόντα. 29(I)/2003 90(I)/2011 ΜΕΡΟΣ V ΣΗΜΑΝΣΗ ΣΥΜΜΟΡΦΩΣΗΣ Υποχρεωτική επίθεση της σήμανσης συμμόρφωσης 27.-(1) Η σήμανση συμμόρφωσης για κάθε προϊόν, καθορίζεται στους Κανονισμούς και απαιτείται να επιτίθεται σε κάθε προϊόν το οποίο συμμορφώνεται με τις βασικές απαιτήσεις και για το οποίο έχει ολοκληρωθεί η διαδικασία εκτίμησης της συμμόρφωσης και το οποίο διατίθεται στην αγορά σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Μέρους. (2) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του πιο πάνω εδαφίου, Κανονισμοί δύνανται να καθορίζουν ότι  για ορισμένα προϊόντα απαιτείται η επίθεση άλλων ενδείξεων ή σημάνσεων επί αυτών, αντί της σήμανσης συμμόρφωσης ή ότι δεν απαιτείται η επίθεση σήμανσης συμμόρφωσης. 30(I)/2002 29(I)/2003 Επίθεση σήμανσης συμμόρφωσης 28.—(1) Η σήμανση συμμόρφωσης επιτίθεται στο προϊόν από τον κατασκευαστή ή τον εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο του και υπό προϋποθέσεις από τον εισαγωγέα, στη μορφή που καθορίζεται στους Κανονισμούς. (2) Η σήμανση συμμόρφωσης τοποθετείται κατά τρόπο εμφανή, ευανάγνωστο και ανεξίτηλο πάνω στο προϊόν ή σε πινακίδα τοποθετημένη στο προϊόν για το σκοπό αυτό η οποία πρέπει να έχει σχεδιαστεί με τρόπο που να μην είναι δυνατό να επαναχρησιμοποιηθεί και, όπου αυτό δεν είναι δυνατό ή δεν είναι διασφαλισμένη η διατήρησή της λόγω της φύσης του προϊόντος, πρέπει να τοποθετείται στη συσκευασία, εφόσον υπάρχει, και στα συνοδευτικά του προϊόντος έγγραφα, όπου αυτό προβλέπεται από τους Κανονισμούς: Νοείται ότι η σήμανση συμμόρφωσης του προϊόντος δεν παραλείπεται ούτε υποκαθίσταται με σήμανση που τοποθετείται στη συσκευασία του προϊόντος ή στα συνοδευτικά έγγραφα, για αισθητικούς λόγους. (3) Σε περίπτωση κατά την οποία στη διαδικασία εκτίμησης της συμμόρφωσης με τις βασικές απαιτήσεις, απαιτείται να συμμετέχει και κοινοποιημένος οργανισμός, τη σήμανση συμμόρφωσης ακολουθεί ο αριθμός αναγνώρισης του κοινοποιημένου οργανισμού, μόνο όμως σε περίπτωση που ο κοινοποιημένος οργανισμός συμμετέχει στη φάση παραγωγής του προϊόντος, και ο οποίος τοποθετείται υπό την ευθύνη του κοινοποιημένου οργανισμού, από τον κατασκευαστή ή τον εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο του: Νοείται ότι σε περίπτωση συμμετοχής περισσότερων κοινοποιημένων οργανισμών στη φάση παραγωγής του προϊόντος, τη σήμανση συμμόρφωσης ακολουθούν οι αριθμοί αναγνώρισης όλων των κοινοποιημένων οργανισμών. 30(I)/2002 29(I)/2003 Επίθεση άλλων σημάνσεων 29. Η επίθεση άλλων σημάνσεων επί του προϊόντος επιτρέπεται μόνο εφόσον οι σημάνσεις αυτές εκπληρώνουν διαφορετική λειτουργία από αυτή της σήμανσης συμμόρφωσης, δεν είναι ικανές να προκαλέσουν σύγχυση με αυτή, δεν μπορούν να παραπλανήσουν τρίτους ως προς τη σημασία και τη γραφική απεικόνιση της σήμανσης συμμόρφωσης και δεν επηρεάζουν με οποιοδήποτε τρόπο την εύκολη ανάγνωση και θέα της. 30(I)/2002 29(I)/2003 Εφαρμογή περισσότερων Κανονισμών 30.-(1) Σε περίπτωση που στο προϊόν εφαρμόζονται περισσότερες από μία Οδηγίες, η επίθεση της σήμανσης συμμόρφωσης υποδηλώνει συμμόρφωση με τις πρόνοιες όλων των Οδηγιών. (2) Σε περίπτωση που μία ή περισσότερες εφαρμοζόμενες Οδηγίες επιτρέπουν στον κατασκευαστή να επιλέξει, κατά τη διάρκεια μεταβατικής περιόδου, τις πρόνοιες που θα εφαρμόζει, η σήμανση συμμόρφωσης υποδηλώνει συμμόρφωση μόνο με τις πρόνοιες των Οδηγιών που εφαρμόζει ο κατασκευαστής, και σε τέτοια περίπτωση, τα στοιχεία των σχετικών Οδηγιών, όπως αυτές δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, πρέπει να αναγράφονται στα έγγραφα, φύλλα ή οδηγίες που απαιτούνται από τις συγκεκριμένες Οδηγίες να συνοδεύουν τα προϊόντα. 30(I)/2002 29(I)/2003 ΜΕΡΟΣ VI ΕΠΙΤΗΡΗΣΗ ΤΗΣ ΑΓΟΡΑΣ - ΕΞΟΥΣΙΕΣ ΑΡΜΟΔΙΑΣ ΑΡΧΗΣ Επιτήρηση της αγοράς 31.—(1) Η αρμόδια αρχή ασκεί τις εξουσίες που προβλέπονται στο παρόν Μέρος για την επιτήρηση της αγοράς με τρόπο ανεξάρτητο, αμερόληπτο και χωρίς διακρίσεις, λαμβάνοντας τα απαραίτητα μέτρα ανάλογα με το βαθμό κίνδυνου ή μη συμμόρφωσης. (2) Η αρμόδια αρχή δύναται να αναθέτει με υπεργολαβία τεχνικές λειτουργίες σε άλλο οργανισμό, νοουμένου ότι δεν υπάρχει σύγκρουση συμφερόντων του οργανισμού αυτού σε σχέση με οποιεσδήποτε άλλες δραστηριότητες δυνατό να διεξάγει και νοουμένου ότι την ευθύνη για τις αποφάσεις του οργανισμού αυτού εξακολουθεί να έχει η αρμόδια αρχή. 30(I)/2002 Εφαρμογή των Κεφαλαίων ΙΙΙ και IV του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 765/2008 31Α.-(1)(α)  Η αρμόδια αρχή ενεργεί ως αρχή εποπτείας της αγοράς - (i) σύμφωνα με το Κεφάλαιο ΙΙΙ του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 765/2008, και (ii) για τους σκοπούς του Κεφαλαίου IV του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 765/2008. (β) Σε περίπτωση που δεν υφίσταται αρμόδια αρχή αναφορικά με συγκεκριμένο προϊόν το οποίο εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του Κεφαλαίου ΙΙΙ ή/και IV του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 765/2008, το Υπουργείο ενεργεί ως αρχή εποπτείας της αγοράς σύμφωνα με το εν λόγω Κεφάλαιο αναφορικά με το εν λόγω προϊόν. (2) Το Υπουργείο εφαρμόζει τα ακόλουθα άρθρα του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 765/2008: (α) Άρθρο 17∙ (β) άρθρο 18, παράγραφοι 5 και 6∙ και (γ) άρθρο 22. (3) Τα λοιπά άρθρα του παρόντος Μέρους και το Μέρος VIII του παρόντος Νόμου εφαρμόζονται, τηρουμένων των αναλογιών, για  σκοπούς εφαρμογής του Κεφαλαίου ΙΙΙ του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 765/2008. (4) Ο Διευθυντής του Τμήματος Τελωνείων ενεργεί ως η αρχή που είναι αρμόδια για τον έλεγχο στα εξωτερικά σύνορα, σύμφωνα με το Τμήμα 3 του Κεφαλαίου ΙΙΙ του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 765/2008. 7(I)/2011 Εφαρμογή του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1222/2009 31Β.- (1) Η Υπηρεσία Ενέργειας του Υπουργείου εφαρμόζει το Άρθρο 12 του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1222/2009. (2) Τα λοιπά άρθρα του παρόντος Μέρους, εκτός του άρθρου 31Α, εφαρμόζονται, τηρουμένων των αναλογιών, για σκοπούς εφαρμογής του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1222/2009. 54(I)/2013 Εξουσία λήψης πληροφοριών 32.—(1) Η αρμόδια αρχή για σκοπούς επιτήρησης της αγοράς ή σε περίπτωση που έχει εύλογη υποψία ότι το προϊόν δεν είναι ασφαλές, έχει εξουσία να απαιτεί, με ειδοποίηση που επιδίδεται στο κατάλληλο πρόσωπο, όλες τις απαραίτητες πληροφορίες σχετικά με το προϊόν και πιο συγκεκριμένα, έχει εξουσία να απαιτεί- (α) Τη δήλωση ΕΚ συμμόρφωσης ή/και τη σήμανση συμμόρφωσης, όπου αυτό είναι εφαρμόσιμο, από τον κατασκευαστή ή τον εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο του ή τον εισαγωγέα, ανάλογα με την περίπτωση· (β) περίληψη της τεχνικής τεκμηρίωσης από τον κατασκευαστή ή τον εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο του ή τον εισαγωγέα, ανάλογα με την περίπτωση, και σε περίπτωση σοβαρών αμφιβολιών για τη συμμόρφωση του προϊόντος με τις πρόνοιες του παρόντος Νόμου και των Κανονισμών, την πλήρη τεχνική τεκμηρίωση· (γ) την παροχή πληροφοριών σε σχέση με τη διαδικασία εκτίμησης της συμμόρφωσης από τον κοινοποιημένο οργανισμό, όπου αυτό είναι εφαρμόσιμο. (2) Η πιο πάνω προβλεπόμενη ειδοποίηση καθορίζει την προθεσμία στην οποία το πρόσωπο στο οποίο επιδίδεται οφείλει να παραχωρήσει τις πληροφορίες και καθορίζει τον τόπο στον οποίο οφείλει να τις παρουσιάσει. (3) Η αρμόδια αρχή δύναται, εάν το θεωρεί απαραίτητο,  να ζητήσει από τον κατασκευαστή, από τον εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο, από τον εισαγωγέα ή, αν προνοείται διαφορετικά στους Κανονισμούς, από το διανομέα, ανάλογα με την περίπτωση, μετάφραση της δήλωσης ΕΚ Συμμόρφωσης και συγκεκριμένου μέρους της τεχνικής τεκμηρίωσης το οποίο καθορίζεται από την ίδια, σε επίσημη γλώσσα της Δημοκρατίας. 30(I)/2002 29(I)/2003 7(I)/2011 Εμπιστευτικότητα των πληροφοριών 33.—(1) Τηρουμένων των διατάξεων που αφορούν το ιατρικό απόρρητο, οποιαδήποτε πληροφορία λαμβάνεται από οποιοδήποτε πρόσωπο κατά την άσκηση των εξουσιών που προβλέπονται στο άρθρο 32, θεωρείται εμπιστευτική και απαγορεύεται η αποκάλυψη ή η ανοχή διαρροής της. (1Α) Οι διατάξεις του εδαφίου (1) εφαρμόζονται χωρίς επηρεασμό της υποχρέωσης της αρμόδιας αρχής και των κοινοποιημένων οργανισμών για αμοιβαία ενημέρωση και δημοσίευση προειδοποιήσεων. (2) Οι διατάξεις του πιο πάνω εδαφίου, δεν ισχύουν σε περίπτωση που η πληροφορία είναι δημοσιευμένη ή η αποκάλυψη γίνεται- (α) Επειδή τίθεται σε σοβαρό και άμεσο κίνδυνο η υγεία και ασφάλεια οποιουδήποτε προσώπου και ιδιαίτερα των καταναλωτών και των εργαζομένων ή η προστασία του περιβάλλοντος· (β) σε σχέση με τη διερεύνηση οποιουδήποτε ποινικού αδικήματος δυνάμει του παρόντος νόμου ή για σκοπούς οποιασδήποτε διοικητικής, αστικής ή ποινικής διαδικασίας που εγείρεται δυνάμει του παρόντος Νόμου. (3) Κανονισμοί δύνανται να προβλέπουν συγκεκριμένες πληροφορίες, οι οποίες δεν θεωρούνται εμπιστευτικές. 30(I)/2002 71(I)/2009 Γενικές εξουσίες αρμόδιας αρχής 34.—(1) Η αρμόδια αρχή, για να διαπιστωθεί η συμμόρφωση προϊόντος που διατίθεται στην αγορά με τις πρόνοιες του παρόντος Νόμου και των Κανονισμών, έχει εξουσία είτε αυτεπάγγελτα είτε μετά την υποβολή παραπόνου από οποιοδήποτε πρόσωπο, είτε μετά από αναφορά από οποιαδήποτε άλλη Υπηρεσία κατά την ενάσκηση των καθηκόντων της δυνάμει οποιουδήποτε άλλου Νόμου να- (α) Διενεργεί τακτικές επισκέψεις προς έλεγχο σε εμπορικούς, και βιομηχανικούς χώρους καθώς και σε χώρους αποθήκευσης των προϊόντων (β) διενεργεί επισκέψεις προς έλεγχο είτε σε χώρους εργασίας είτε σε οποιοδήποτε άλλο χώρο, σε περίπτωση προϊόντων τα οποία τίθενται σε λειτουργία στους χώρους αυτούς· (γ) διεξάγει τυχαίους δειγματοληπτικούς ελέγχους των προϊόντων (δ) λαμβάνει δείγματα προϊόντων και να τα υποβάλλει σε εξέταση και δοκιμή. (2) Η αρμόδια αρχή σε περίπτωση που διαπιστωθεί μη συμμόρφωση προϊόντος με τις σχετικές βασικές απαιτήσεις, δύναται να διεξάγει έλεγχο και στις εγκαταστάσεις παραγωγής του προϊόντος, κατά το στάδιο παραγωγής του, νοουμένου ότι η παραγωγή γίνεται στη Δημοκρατία, για να διαπιστωθεί κατά πόσο η μη συμμόρφωση οφείλεται σε λάθος το οποίο συμβαίνει κατ' εξακολούθηση. 30(I)/2002 29(I)/2003 7(I)/2011 Αγορά προϊόντος για σκοπούς δοκιμής ή/και εξέτασης 35.—(1) Η αρμόδια αρχή έχει εξουσία, για να διαπιστωθεί κατά πόσο έχει γίνει παράβαση οποιασδήποτε πρόνοιας του παρόντος Νόμου σε σχέση με οποιοδήποτε προϊόν, να προβαίνει ή να εξουσιοδοτεί λειτουργό της να προβαίνει σε οποιαδήποτε αγορά προϊόντος. (2) Όταν οποιαδήποτε προϊόντα που αγοράζονται δυνάμει του παρόντος άρθρου, από ή για λογαριασμό της αρμόδιας αρχής, υποβάλλονται σε δοκιμή ή/και εξέταση η οποία οδηγεί- (α) Στην έγερση ποινικής δίωξης για αδίκημα αναφορικά με παράβαση του άρθρου 52, ή (β) σε διαδικασία δήμευσης προϊόντων δυνάμει του άρθρου 43, ή (γ) στην επίδοση ειδοποίησης αναστολής ή απόσυρσης αναφορικά με οποιαδήποτε προϊόντα δυνάμει του άρθρου 42, η αρμόδια αρχή επιτρέπει στο πρόσωπο από το οποίο έχουν αγοραστεί τα προϊόντα ή σε οποιοδήποτε πρόσωπο αποτελεί μέρος της ποινικής διαδικασίας ή της διαδικασίας δήμευσης ή το οποίο έχει συμφέρον σε οποιαδήποτε προϊόντα τα οποία αφορά η ειδοποίηση αναστολής ή απόσυρσης, να υποβάλει επίσης τα προϊόντα σε δοκιμή ή/και εξέταση. 30(I)/2002 29(I)/2003 7(I)/2011 Εξουσία έρευνας και κατάσχεσης 36.—(1) Δεόντως εξουσιοδοτημένος λειτουργός της αρμόδιας αρχής δύναται, προς το σκοπό της διαπίστωσης οποιασδήποτε παράβασης του παρόντος Νόμου κατά οποιαδήποτε εύλογη ώρα και επιδεικνύοντας το πιστοποιητικό της ιδιότητάς του, να ασκήσει οποιαδήποτε από τις πιο κάτω εξουσίες: (α) Να επιθεωρεί οποιαδήποτε προϊόντα και να εισέρχεται σε οποιαδήποτε υποστατικά, εκτός από εκείνα που χρησιμοποιούνται αποκλειστικά ως κατοικία· (β) να εξετάζει οποιαδήποτε διαδικασία, περιλαμβανομένων οποιωνδήποτε διευθετήσεων για διεξαγωγή δοκιμής, σχετικής με την παραγωγή οποιωνδήποτε προϊόντων. (2) Αν ο εξουσιοδοτημένος λειτουργός έχει εύλογη αιτία να πιστεύει ότι έχει παραβιαστεί οποιαδήποτε διάταξη του παρόντος Νόμου σε σχέση με οποιοδήποτε προϊόν, τότε δύναται- (α) Να απαιτήσει από το κατάλληλο πρόσωπο τις πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 32· (β) να πάρει αντίγραφα των πληροφοριών που παρουσιάζονται δυνάμει της παραγράφου (α) ή οποιασδήποτε γενόμενης καταχώρησης σε αυτές· (γ) να κατάσχει και να κατακρατήσει το προϊόν για να διαπιστωθεί, με δοκιμή ή άλλως πως, οποιαδήποτε τέτοια παράβαση· (3) Ο εξουσιοδοτημένος λειτουργός δύναται να κατάσχει και να κατακρατεί- (α) Οποιοδήποτε προϊόν η πληροφορίες για τις οποίες έχει εύλογη αιτία να υποπτεύεται ότι μπορεί να χρειαστούν για αποδεικτικούς σκοπούς σε ποινική διαδικασία για αδίκημα αναφορικά με παράβαση του άρθρου 52 του παρόντος Νόμου· (β) οποιοδήποτε προϊόν το οποίο έχει εύλογη αιτία να υποπτεύεται ότι δυνατό να υπόκειται σε δήμευση δυνάμει του άρθρου 43. 30(I)/2002 Ειδοποίηση κατάσχεσης 37. Η αρμόδια αρχή η οποία προβαίνει σε κατάσχεση οποιουδήποτε προϊόντος ή σχετικών με το προϊόν πληροφοριών δυνάμει του πιο πάνω άρθρου, οφείλει να πληροφορεί το πρόσωπο από το οποίο αυτά έχουν κατασχεθεί και σε περίπτωση εισαγόμενων προϊόντων τα οποία κατακρατούνται μέσα σε οποιοδήποτε υποστατικό υπό τον έλεγχο των τελωνειακών αρχών της Δημοκρατίας δυνάμει του άρθρου 48, τον εισαγωγέα των προϊόντων ότι τα προϊόντα αυτά έχουν κατασχεθεί ή κατακρατηθεί ανάλογα με την περίπτωση. 30(I)/2002 Ένταλμα εισόδου και έρευνας υποστατικών 38.—(1) Τηρουμένων κατά τα λοιπά των σχετικών με την έκδοση και εκτέλεση δικαστικών ενταλμάτων έρευνας διατάξεων του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Επαρχιακός Δικαστής, με βάση ένορκη καταγγελία- (α) Αφού ικανοποιηθεί ότι- (i) Οποιοδήποτε προϊόν ή πληροφορίες, για τα οποία οποιοσδήποτε εξουσιοδοτημένος λειτουργός της αρμόδιας αρχής έχει εξουσία δυνάμει του παρόντος Νόμου να επιθεωρεί, βρίσκονται σε οποιαδήποτε υποστατικά και ότι η επιθεώρησή τους είναι πιθανόν να αποκαλύψει αποδεικτικά στοιχεία για την ύπαρξη οποιασδήποτε παράβασης του παρόντος Νόμου, ή (ii) τέτοια παράβαση έχει λάβει χώρα ή πρόκειται να λάβει χώρα σε οποιαδήποτε υποστατικά, και (β) αφού ικανοποιηθεί επίσης ότι- (i) η είσοδος στα υποστατικά έχει εμποδιστεί ή είναι πιθανόν να εμποδιστεί και ότι έχει δοθεί στον κάτοχο αυτών ειδοποίηση περί της προθέσεως για αίτηση τέτοιου εντάλματος, ή (ii) η αίτηση άδειας εισόδου ή η παροχή τέτοιας ειδοποίησης θα ματαίωνε το σκοπό της εισόδου, ή (iii) τα υποστατικά είναι κενά κατοχής, δύναται να εκδώσει δικαστικό ένταλμα, με ισχύ ενός μ …

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.