Ο περί των Συμβάσεων Καταναλωτικής Πίστης Νόμος του 2010 - 106(I)/2010
Τι αφορά αυτή η πράξη;
Αυτός ο Νόμος ρυθμίζει τις συμβάσεις καταναλωτικής πίστης, δηλαδή συμφωνίες όπου ένας πιστωτικός φορέας χορηγεί πίστωση σε φυσικό πρόσωπο για μη εμπορικούς σκοπούς. Στόχος του είναι η εναρμόνιση με ευρωπαϊκές οδηγίες που αφορούν τις συμβάσεις πίστωσης για καταναλωτές.
Για ποιους: Φυσικά πρόσωπα (καταναλωτές) που συνάπτουν συμβάσεις πίστωσης για προσωπική χρήση; Πιστωτικούς φορείς (φυσικά ή νομικά πρόσωπα) που χορηγούν πίστωση.
Με μια ματιά
- Χώρα
- Κύπρος
- Τομέας δικαίου
- Εμπορικό και εταιρικό δίκαιο
- Άρθρα
- 33
- Πηγή
- cylaw.org
- Ανάκτηση κειμένου
- Ενημέρωση επεξήγησης
Τι ρυθμίζει αυτή η πράξη;
- Συμβάσεις πίστωσης που χορηγούνται σε καταναλωτές.
- Όρους και προϋποθέσεις για τη χορήγηση πίστωσης από πιστωτικούς φορείς.
- Πληροφορίες που πρέπει να παρέχονται στους καταναλωτές σχετικά με την πίστωση.
- Δυνατότητες υπερανάληψης και υπερβάσεις λογαριασμών.
Ποιους αφορά αυτή η πράξη;
- Φυσικά πρόσωπα (καταναλωτές) που συνάπτουν συμβάσεις πίστωσης για προσωπική χρήση.
- Πιστωτικούς φορείς (φυσικά ή νομικά πρόσωπα) που χορηγούν πίστωση.
- Μεσιτές πιστώσεων που προσφέρουν ή προετοιμάζουν συμβάσεις πίστωσης.
Ποια είναι τα βασικά σημεία;
- Ο Νόμος δεν εφαρμόζεται σε συμβάσεις πίστωσης που εξασφαλίζονται με υποθήκη ακινήτων ή αφορούν την απόκτηση ακίνητης ιδιοκτησίας.
- Δεν εφαρμόζεται σε συμβάσεις πίστωσης με συνολικό ποσό μικρότερο των €200 ή μεγαλύτερο των €75.000, εκτός από μη εξασφαλισμένες συμβάσεις για ανακαίνιση κατοικίας άνω των €75.000.
- Εξαιρούνται συμβάσεις πίστωσης που χορηγούνται άτοκα και χωρίς άλλες χρεώσεις, ή που πρέπει να εξοφληθούν εντός τριών (3) μηνών με χρέωση μικρότερη των €10.
- Ο Νόμος ορίζει τι συνιστά "συνολικό ετήσιο πραγματικό επιτόκιο" και "συνολικό κόστος της πίστωσης για τον καταναλωτή".
Εμπορικό και εταιρικό δίκαιο
Κείμενο νόμου
Κείμενο νόμου
Ο περί των Συμβάσεων Καταναλωτικής Πίστης Νόμος του 2010 - 106(I)/2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | Επικοινωνία Κατάλογος Ενοποιημένης Νομοθεσίας Ο περί των Συμβάσεων Καταναλωτικής Πίστης Νόμος του 2010 (106(I)/2010) Περιεχόμενα Πλήρες Κείμενο Εκτύπωση Ιστορικό Τροποποιήσεων 106(I)/2010 176(I)/2012 40(Ι)/2013 50(I)/2013 42(I)/2017 120(I)/2024 83(I)/2026 Προοίμιο Για σκοπούς εναρμόνισης- (α) Με το Άρθρο 46 της πράξης της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Οδηγία 2017/17/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 4ης Φεβρουαρίου 2014 σχετικά με τις συμβάσεις πίστωσης για καταναλωτές για ακίνητα που προορίζονται για κατοικία και την τροποποίηση των οδηγιών 2008/48/ΕΚ και 2013/36/ΕΕ αριθ. 1093/2010». και (β) Με το Άρθρο 57 της πράξης της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Κανονισμός (ΕΕ) 2016/1011 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 8ης Ιουνίου 2016 σχετικά με τους δείκτες που χρησιμοποιούνται ως δείκτες αναφοράς σε χρηματοπιστωτικά μέσα και χρηματοπιστωτικές συμβάσεις ή για μέτρηση της απόδοσης επενδυτικών κεφαλαίων, και για την τροποποίηση των οδηγιών 2008/48/ΕΚ και του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 596/2014», Για σκοπούς εναρμόνισης με την πράξη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας με τίτλο «Οδηγία 2008/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 23ης Απριλίου 2008 για τις συμβάσεις καταναλωτικής πίστης και την κατάργηση της οδηγίας 87/102/ΕΟΚ του Συμβουλίου», Η Βουλή των Αντιπροσώπων ψηφίζει ως ακολούθως:- ΜΕΡΟΣ Ι ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ Συνοπτικός τίτλος
Άρθρο 1
106(I)/2010 Ερμηνεία
Άρθρο 2
«πιστωτικός φορέας» σημαίνει κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που χορηγεί ή υπόσχεται να χορηγήσει πίστωση στο πλαίσιο της εμπορικής, επιχειρηματικής ή επαγγελματικής του δραστηριότητας· «σταθερό μέσο» σημαίνει κάθε μέσο που επιτρέπει στον καταναλωτή να αποθηκεύει πληροφορίες απευθυνόμενες προσωπικά σε αυτόν, κατά τρόπο προσπελάσιμο για μελλοντική αναδρομή επί χρονικό διάστημα επαρκές για τους σκοπούς που εξυπηρετούν οι πληροφορίες και το οποίο επιτρέπει την ακριβή αναπαραγωγή των αποθηκευμένων πληροφοριών· «σταθερό χρεωστικό επιτόκιο» σημαίνει όρο στη σύμβαση πίστωσης με τον οποίο ο πιστωτής και ο καταναλωτής συμφωνούν για όλη τη διάρκεια της σύμβασης πίστωσης ως προς ένα χρεωστικό επιτόκιο ή ως προς πλείονα χρεωστικά επιτόκια για τμηματικές περιόδους, εφαρμόζοντας αποκλειστικά συγκεκριμένο σταθερό ποσοστό:
Νοείται ότι, εάν η σύμβαση πίστωσης δεν ορίζει όλα τα χρεωστικά επιτόκια, το χρεωστικό επιτόκιο τεκμαίρεται ότι ορίζεται μόνο για τις τμηματικές περιόδους, στην περίπτωση των οποίων τα χρεωστικά επιτόκια ορίζονται αποκλειστικά με συγκεκριμένο σταθερό ποσοστό που συμφωνείται κατά τη σύναψη της σύμβασης πίστωσης· «σύμβαση πίστωσης» σημαίνει σύμβαση δυνάμει της οποίας πιστωτικός φορέας χορηγεί ή υπόσχεται να χορηγήσει σε καταναλωτή πίστωση υπό μορφή προθεσμιακής καταβολής, δανείου ή οποιασδήποτε άλλης παρόμοιας χρηματοδοτικής διευκόλυνσης, εξαιρουμένης σύμβασης που συνάπτεται για τη συνεχή παροχή υπηρεσιών ή για την προμήθεια αγαθών του ίδιου είδους, σύμφωνα με την οποία ο καταναλωτής καταβάλλει με δόσεις το τίμημα για τις εν λόγω υπηρεσίες ή αγαθά κατά τη διάρκεια της παροχής τους· «συνδεδεμένη σύμβαση πίστωσης» σημαίνει σύμβαση πίστωσης στην οποία: (α) η πίστωση χρησιμεύει αποκλειστικά για τη χρηματοδότηση σύμβασης που αφορά την προμήθεια συγκεκριμένων αγαθών ή την παροχή συγκεκριμένης υπηρεσίας· και (β) οι δυο συνδεδεμένες συμβάσεις συνιστούν αντικειμενικά μία οικονομική ενότητα· θεωρείται ότι υπάρχει οικονομική ενότητα όταν ο προμηθευτής του αγαθού ή ο πάροχος της υπηρεσίας χρηματοδοτεί ο ίδιος την πίστωση του καταναλωτή ή σε περίπτωση χρηματοδότησης της πίστωσης από τρίτο, εάν ο πιστωτικός φορέας χρησιμοποιεί τις υπηρεσίες του προμηθευτή του αγαθού ή του παρόχου της υπηρεσίας για τη σύναψη ή την προετοιμασία της σύμβασης πίστωσης ή εάν τα συγκεκριμένα αγαθά ή η παροχή συγκεκριμένης υπηρεσίας καθορίζονται ρητώς στη σύμβαση πίστωσης· «συνολικό ετήσιο πραγματικό επιτόκιο» σημαίνει το συνολικό κόστος της πίστωσης για τον καταναλωτή, εκφραζόμενο ως ετήσιο ποσοστό του συνολικού ποσού της πίστωσης, συμπεριλαμβανομένου, κατά περίπτωση, του κόστους σύμφωνα με τις διατάξεις των εδαφίων (2) και (3) του άρθρου 19· «συνολικό κόστος της πίστωσης για τον καταναλωτή» σημαίνει το σύνολο των χρεώσεων, συμπεριλαμβανομένων των τόκων, των προμηθειών, των φόρων, των τελών, και των κάθε άλλου είδους αμοιβών, που καλείται να πληρώσει ο καταναλωτής για τη σύμβαση πίστωσης και τα οποία γνωρίζει ο πιστωτικός φορέας, εξαιρουμένων των συμβολαιογραφικών δαπανών και περιλαμβάνει τα έξοδα που αφορούν συμπληρωματικές υπηρεσίες σχετικές με τη σύμβαση πίστωσης, ιδίως τα ασφάλιστρα εάν, επιπρόσθετα, η σύναψη της σύμβασης υπηρεσίας είναι υποχρεωτική για την έγκριση της πίστωσης ή για τη χορήγησή της υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις που διαφημίζονται· «συνολικό ποσό πληρωτέο από τον καταναλωτή» σημαίνει το άθροισμα του συνολικού ποσού της πίστωσης και του συνολικού κόστους της πίστωσης για τον καταναλωτή·
«συνολικό ποσό της πίστωσης» σημαίνει το ανώτατο όριο ή το σύνολο των ποσών που διατίθενται βάσει σύμβασης πίστωσης· «τυποποιημένες ευρωπαϊκές πληροφορίες καταναλωτικής πίστης» σημαίνει τις πληροφορίες που καθορίζονται στο Παράρτημα ΙΙ∙ «Υπηρεσία» σημαίνει το Διευθυντή της Υπηρεσίας Ανταγωνισμού και Προστασίας Καταναλωτών του Υπουργείου Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού και οποιονδήποτε λειτουργό της Υπηρεσίας Ανταγωνισμού και Προστασίας Καταναλωτών ο οποίος είναι γραπτώς εξουσιοδοτημένος από τον Διευθυντή για να ενεργεί εκ μέρους αυτού· «υπέρβαση» σημαίνει σιωπηρή αποδοχή υπερανάληψης στο πλαίσιο της οποίας ο πιστωτικός φορέας διαθέτει σε καταναλωτή κεφάλαια που υπερβαίνουν το τρέχον υπόλοιπο του τρέχοντος λογαριασμού του καταναλωτή ή τη συμφωνημένη δυνατότητα υπερανάληψης· «Υπουργός» σημαίνει τον Υπουργό Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού. «χρεωστικό επιτόκιο» σημαίνει επιτόκιο εκφραζόμενο ως σταθερό ή μεταβλητό ποσοστό, το οποίο εφαρμόζεται σε ετήσια βάση στο ποσό της πίστωσης που αναλαμβάνεται.
106(I)/2010 50(I)/2013 42(I)/2017 Πεδίο εφαρμογής του παρόντος Νόμου
Άρθρο 3
3.-(1) Ο παρών Νόμος εφαρμόζεται στις συμβάσεις πίστωσης εκτός από- (α) τις συμβάσεις πίστωσης που εξασφαλίζονται είτε με υποθήκη είτε με άλλη παρόμοια εγγύηση που επιβαρύνει ακίνητα περιουσιακά στοιχεία ή που εξασφαλίζονται βάσει δικαιώματος σχετιζομένου με ακίνητα περιουσιακά στοιχεία· (β) τις συμβάσεις πίστωσης, σκοπός των οποίων είναι η απόκτηση ή διατήρηση δικαιωμάτων ιδιοκτησίας επί ακίνητης ιδιοκτησίας ή επί υπάρχοντος ή υπό κατασκευή κτιρίου· (γ) τις συμβάσεις πίστωσης που αφορούν συνολικό ποσό πίστωσης μικρότερο των διακόσιων ευρώ (€200) ή μεγαλύτερο των εβδομήντα πέντε χιλιάδων ευρώ (€75.000)· (δ) τις συμβάσεις μίσθωσης ή χρηματοδοτικής μίσθωσης στις οποίες ούτε η ίδια η σύμβαση ούτε τυχόν άλλη αυτοτελής σύμβαση ορίζει υποχρέωση αγοράς του αντικειμένου της σύμβασης:
Νοείται ότι, η ύπαρξη υποχρέωσης αγοράς του αντικειμένου θεωρείται ότι υφίσταται όταν αποφασίζεται μονομερώς από τον πιστωτικό φορέα· (ε) τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (8) του άρθρου 6, τις συμβάσεις πίστωσης υπό μορφή δυνατότητας υπερανάληψης και στις οποίες η πίστωση πρέπει να εξοφληθεί εντός ενός (1) μηνός· (στ) τις συμβάσεις πίστωσης δυνάμει των οποίων η πίστωση χορηγείται άτοκα και χωρίς άλλες χρεώσεις καθώς και συμβάσεις πίστωσης δυνάμει των οποίων η πίστωση πρέπει να εξοφληθεί εντός τριών (3) μηνών και για τις οποίες η καταβλητέα χρέωση είναι μικρότερη των δέκα ευρώ (€10) · (ζ) τις συμβάσεις πίστωσης δυνάμει των οποίων η πίστωση χορηγείται από εργοδότη στους εργαζομένους του ως δευτερεύουσα δραστηριότητα άτοκα ή με συνολικά ετήσια ποσοστά χρέωσης χαμηλότερα από εκείνα που επικρατούν στην αγορά και τα οποία δεν προσφέρονται γενικά στο κοινό· (η) τις συμβάσεις πίστωσης, οι οποίες συνάπτονται με επιχειρήσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών όπως αυτές ορίζονται στο άρθρο 2 του περί των Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμου ή με πιστωτικά ιδρύματα όπως αυτά ορίζονται στο άρθρο 2 του περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου με σκοπό την παροχή της δυνατότητας στον επενδυτή να διενεργήσει συναλλαγή όσον αφορά μία ή περισσότερες από τις πράξεις, οι οποίες αφορούν οποιοδήποτε από τα χρηματοπιστωτικά μέσα που προσδιορίζονται στο Μέρος ΙΙΙ του Τρίτου Παραρτήματος του περί των Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμου, όταν η επενδυτική επιχείρηση ή το πιστωτικό ίδρυμα που χορηγεί την πίστωση συμμετέχει στην εν λόγω συναλλαγή· (θ) τις συμβάσεις πίστωσης που απορρέουν από διακανονισμό που επιτεύχθηκε ενώπιον δικαστηρίου ή άλλης δημόσιας αρχής· (ι) τις συμβάσεις πίστωσης που αφορούν την προθεσμιακή εξόφληση υπάρχουσας οφειλής χωρίς χρεώσεις· (ια) τις συμβάσεις πίστωσης, κατά τη σύναψη των οποίων ο καταναλωτής καλείται να καταθέσει εμπράγματη ασφάλεια στον πιστωτικό φορέα ως ενέχυρο και στις οποίες η ευθύνη του καταναλωτή περιορίζεται αυστηρά στο εν λόγω ενέχυρο· (ιβ) τις συμβάσεις πίστωσης που σχετίζονται με δάνεια χορηγούμενα σε περιορισμένο κοινό δυνάμει νόμου για σκοπούς κοινής ωφελείας, με επιτόκιο χαμηλότερο από το συνήθως προτεινόμενο στην αγορά ή άτοκα ή με άλλους όρους, οι οποίοι είναι πιο ευνοϊκοί για τον καταναλωτή από αυτούς που επικρατούν στην αγορά και με επιτόκιο όχι υψηλότερο από αυτό που επικρατεί στην αγορά. (1Α) Με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου (γ) του εδαφίου (1), ο παρών Νόμος εφαρμόζεται σε μη εξασφαλισμένες συμβάσεις πίστωσης, για την ανακαίνιση ακινήτου που προορίζεται για κατοικία και οι οποίες συνεπάγονται συνολικό ποσό πίστωσης που υπερβαίνει τις εβδομήντα πέντε χιλιάδες ευρώ (€75.000).
106(I)/2010 42(I)/2017 ΜΕΡΟΣ ΙΙ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΠΟΥ ΠΑΡΕΧΟΝΤΑΙ ΚΑΙ ΠΡΑΚΤΙΚΕΣ ΠΟΥ ΑΚΟΛΟΥΘΟΥΝΤΑΙ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΝΑΨΗ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΠΙΣΤΩΣΗΣ Τυποποιημένες πληροφορίες που περιλαμβάνονται σε διαφήμιση
Άρθρο 4
4.-(1) Με την επιφύλαξη των διατάξεων του περί των Αθέμιτων Εμπορικών Πρακτικών των Επιχειρήσεων προς τους Καταναλωτές Νόμου και του εδαφίου (2) του παρόντος άρθρου, κάθε διαφήμιση για συμβάσεις πίστωσης που αναφέρει συγκεκριμένο επιτόκιο ή οποιαδήποτε άλλα αριθμητικά στοιχεία που αφορούν το κόστος της πίστωσης για τον καταναλωτή περιλαμβάνει τις τυποποιημένες πληροφορίες που αναφέρονται στο παρόν άρθρο.
106(I)/2010 Παροχή πληροφοριών πριν από τη σύναψη σύμβασης
Άρθρο 5
5.-(1) Ο πιστωτικός φορέας και, κατά περίπτωση, ο μεσίτης πιστώσεων παρέχουν στον καταναλωτή, σε εύλογο χρονικό διάστημα και προτού ο τελευταίος δεσμευθεί από οποιαδήποτε σύμβαση πίστωσης ή σχετική προσφορά, βάσει των πιστωτικών όρων και προϋποθέσεων που προσφέρει ο πιστωτικός φορέας και, ενδεχομένως, των προτιμήσεων που έχει εκφράσει και των πληροφοριών που έχει παράσχει ο καταναλωτής, τις πληροφορίες που είναι απαραίτητες για τη σύγκριση διάφορων προσφορών προκειμένου να ληφθεί τεκμηριωμένη απόφαση σχετικά με τη σύναψη σύμβασης πίστωσης.
Νοείται ότι, σε περίπτωση που ισχύουν διαφορετικά χρεωστικά επιτόκια υπό διαφορετικές συνθήκες, ο καταναλωτής ενημερώνεται για τις πιο πάνω πληροφορίες σχετικά με όλα τα ισχύοντα επιτόκια· (ζ) το συνολικό ετήσιο πραγματικό επιτόκιο και το συνολικό ποσό που πρέπει να πληρώσει ο καταναλωτής, με αντιπροσωπευτικό παράδειγμα, που αναφέρει όλα τα στοιχεία που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό του εν λόγω επιτοκίου· Νοείται ότι, εφόσον ο καταναλωτής έχει πληροφορήσει τον πιστωτικό φορέα για ένα ή περισσότερα συστατικά στοιχεία της πίστωσης που προτιμά, όπως τη διάρκεια της σύμβασης πίστωσης και το συνολικό ποσό της πίστωσης, ο πιστωτικός φορέας πρέπει να λαμβάνει υπόψη τα στοιχεία αυτά:
Νοείται περαιτέρω ότι, εάν η σύμβαση πίστωσης προβλέπει διαφορετικούς τρόπους ανάληψης με διαφορετικές χρεώσεις ή χρεωστικά επιτόκια και ο πιστωτικός φορέας εφαρμόζει το κριτήριο υπολογισμού του συνολικού ετήσιου πραγματικού επιτοκίου που αναφέρεται στο στοιχείο (β) του Μέρους ΙΙ του Παραρτήματος ΙΙΙ, ο καταναλωτής ενημερώνεται ότι άλλοι μηχανισμοί ανάληψης για τον εν λόγω τύπο σύμβασης πίστωσης μπορεί να έχουν ως αποτέλεσμα υψηλότερα ετήσια πραγματικά επιτόκια· (η) το ποσό, τον αριθμό και την περιοδικότητα των καταβολών που πρέπει να πραγματοποιηθούν από τον καταναλωτή και, κατά περίπτωση, τη σειρά με την οποία κατανέμονται οι δόσεις σε διάφορα τρέχοντα υπόλοιπα στα οποία εφαρμόζονται διαφορετικά χρεωστικά επιτόκια για τους σκοπούς της εξόφλησης· (θ) κατά περίπτωση, τις χρεώσεις για την τήρηση λογαριασμού ή λογαριασμών στους οποίους εγγράφονται τόσο οι καταβολές όσο και οι αναλήψεις, εκτός εάν είναι προαιρετικό το άνοιγμα λογαριασμού, τις χρεώσεις για τη χρήση ενός μέσου πληρωμής τόσο για τις καταβολές όσο και για τις αναλήψεις καθώς επίσης τις τυχόν χρεώσεις που προκύπτουν από τη σύμβαση πίστωσης και τους όρους υπό τους οποίους μπορούν να τροποποιούνται αυτές οι χρεώσεις· (ι) κατά περίπτωση, την ύπαρξη εξόδων, τα οποία καταβάλλει ο καταναλωτής σε συμβολαιογράφο κατά τη σύναψη της σύμβασης πίστωσης· (ια) την τυχόν υποχρέωση σύναψης σύμβασης για συμπληρωματική υπηρεσία σχετική με τη σύμβαση πίστωσης, ιδίως ασφάλισης, όταν η σύναψη σύμβασης για την υπηρεσία αυτή είναι υποχρεωτική για την έγκριση της πίστωσης ή για τη χορήγησή της υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις που διαφημίζονται· (ιβ) το επιτόκιο που προβλέπεται σε περίπτωση καθυστέρησης των καταβολών καθώς και τις λεπτομέρειες για την προσαρμογή του και, ενδεχομένως, τα έξοδα σε περίπτωση μη καταβολής · (ιγ) προειδοποίηση, για τις συνέπειες της παράλειψης καταβολής· (ιδ) κατά περίπτωση, τις απαιτούμενες εξασφαλίσεις· (ιε) την ύπαρξη ή μη δικαιώματος υπαναχώρησης· (ιστ) το δικαίωμα πρόωρης εξόφλησης και, κατά περίπτωση, το δικαίωμα αποζημίωσης του πιστωτικού φορέα και τον τρόπο καθορισμού της αποζημίωσης αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 16· (ιζ) το δικαίωμα του καταναλωτή να λαμβάνει άμεση και δωρεάν ενημέρωση για το αποτέλεσμα έρευνας σε βάση δεδομένων για την αξιολόγηση της πιστοληπτικής του ικανότητας, κατά τα διαλαμβανόμενα στο εδάφιο (2) του άρθρου 9· (ιη) το δικαίωμά του καταναλωτή να λαμβάνει δωρεάν αντίγραφο του σχεδίου σύμβασης πίστωσης, κατόπιν αιτήσεως, εκτός εάν ο πιστωτικός φορέας, κατά την υποβολή της αίτησης, δεν επιθυμεί να προβεί στη σύναψη σύμβασης πίστωσης με τον καταναλωτή· και
(ιθ) κατά περίπτωση, το χρονικό διάστημα για το οποίο δεσμεύεται ο πιστωτικός φορέας από τις πληροφορίες τις οποίες παρέχει πριν από τη σύναψη της σύμβασης. (4Α) Σε περίπτωση που η σύμβαση πίστωσης αναφέρεται σε δείκτη αναφοράς, όπως αυτός ορίζεται στο Άρθρο 3, παράγραφος 1, σημείο 3 του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/1011, ο πιστωτικός φορέας ή, κατά περίπτωση, ο μεσίτης πιστώσεων παρέχει το όνομα του δείκτη αναφοράς και του διαχειριστή του και τις δυνητικές επιπτώσεις στους καταναλωτές, σε χωριστό έγγραφο προοριζόμενο για τους καταναλωτές, το οποίο μπορεί να επισυνάπτεται στο έντυπο τυποποιημένων ευρωπαϊκών πληροφοριών καταναλωτικής πίστης.
Νοείται ότι, ο καταναλωτής δεν λαμβάνει δωρεάν αντίγραφο εάν κατά την υποβολή της αίτησης ο πιστωτικός φορέας δεν επιθυμεί να προβεί στη σύναψη σύμβασης πίστωσης με τον καταναλωτή.
106(I)/2010 42(I)/2017 Συμβάσεις πίστωσης που έχουν τη μορφή δυνατότητας υπερανάληψης και ειδικές συμβάσεις πίστωσης
Άρθρο 6
6.-(1) Ο πιστωτικός φορέας και, κατά περίπτωση, ο μεσίτης πιστώσεων παρέχει στον καταναλωτή εγκαίρως, πριν δεσμευθεί ο καταναλωτής από οποιαδήποτε σύμβαση πίστωσης ή από οποιαδήποτε προσφορά σχετική με σύμβαση πίστωσης όπως καθορίζεται στα εδάφια (2), (4), (5) ή (6) του άρθρου 3, βάσει των πιστωτικών όρων και προϋποθέσεων που προσφέρει ο πιστωτικός φορέας και, ενδεχομένως, των προτιμήσεων που έχει εκφράσει και των πληροφοριών που έχει παράσχει ο καταναλωτής, τις πληροφορίες που είναι απαραίτητες για τη σύγκριση διάφορων προσφορών και τη λήψη τεκμηριωμένης απόφασης σχετικά με τη σύναψη σύμβασης πίστωσης.
Νοείται ότι, εάν, κατά την υποβολή του αιτήματος, ο πιστωτικός φορέας δεν επιθυμεί να προβεί στη σύναψη σύμβασης πίστωσης με τον καταναλωτή, δεν παρέχεται σ’ αυτόν δωρεάν αντίγραφο του σχεδίου σύμβασης πίστωσης.
106(I)/2010 Εξαιρέσεις από την υποχρέωση χορήγησης προσυμβατικών πληροφοριών
Άρθρο 7
106(I)/2010 Υποχρέωση αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας του καταναλωτή
Άρθρο 8
8.-(1) Με την επιφύλαξη των διατάξεων του περί Επεξεργασίας Προσωπικών Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα Νόμου και ανεξάρτητα από το είδος της παρεχόμενης πίστωσης, ο πιστωτικός φορέας αξιολογεί την πιστοληπτική ικανότητα του καταναλωτή πριν από τη σύναψη της σύμβασης, με βάση επαρκή στοιχεία που λαμβάνονται, κατά περίπτωση, από τον καταναλωτή και, όπου χρειάζεται, κατόπιν έρευνας στην κατάλληλη βάση δεδομένων που λειτουργεί νόμιμα στη Δημοκρατία.
106(I)/2010 Πρόσβαση πιστωτικού φορέα άλλου κράτους μέλους σε βάσεις δεδομένων
Άρθρο 9
9.-(1) Με την επιφύλαξη των διατάξεων του περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα Νόμου, σε περίπτωση διασυνοριακής πίστωσης, πιστωτικός φορέας άλλου κράτους μέλους έχει δικαίωμα πρόσβασης σε βάσεις δεδομένων που νόμιμα λειτουργούν στη Δημοκρατία για την αξιολόγηση της πιστοληπτικής ικανότητας των καταναλωτών σύμφωνα με τους όρους που αφορούν μη διασυνοριακή πίστωση.
106(I)/2010 Συμμόρφωση πιστωτικών φορέων αναφορικά με την πρόσβαση σε βάσεις δεδομένων 9Α. Τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 8 και 9, οι πιστωτικοί φορείς και οι πιστωτικοί φορείς άλλου κράτους μέλους συμμορφώνονται με τις διατάξεις του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου και των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων οδηγιών, αναφορικά με την πρόσβαση στις βάσεις δεδομένων που διατηρούνται δυνάμει του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου και των δυνάμει αυτού εκδιδόμενων οδηγιών.
83(I)/2026 ΜΕΡΟΣ ΙΙΙ ΠΑΡΟΧΗ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΚΑΙ ΑΣΚΗΣΗ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΙΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ ΠΙΣΤΩΣΗΣ Πληροφορίες που περιλαμβάνονται στη σύμβαση πίστωσης
Άρθρο 10
10.-(1)(α) Τηρουμένων των διατάξεων του περί Συμβάσεων Νόμου που αφορούν το κύρος της σύναψης σύμβασης, η σύναψη σύμβασης πίστωσης υπόκειται στις διατάξεις του παρόντος άρθρου. (β) Η σύμβαση πίστωσης καταρτίζεται εγγράφως ή επί άλλου σταθερού μέσου και περιέχει τις πληροφορίες που αναφέρονται στο παρόν άρθρο.
Νοείται ότι, σε περίπτωση που ισχύουν διαφορετικά χρεωστικά επιτόκια υπό διαφορετικές συνθήκες, προσδιορίζονται οι πληροφορίες αυτές σχετικά με όλα τα ισχύοντα επιτόκια· (ζ) το συνολικό ετήσιο πραγματικό επιτόκιο και το συνολικό ποσό που πρέπει να πληρώσει ο καταναλωτής, υπολογιζόμενο κατά το χρόνο της σύναψης της σύμβασης πίστωσης και όλα τα στοιχεία που χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό του επιτοκίου αυτού· (η) το ποσό, ο αριθμός και η περιοδικότητα των καταβολών που πρέπει να πραγματοποιηθούν από τον καταναλωτή και, κατά περίπτωση, η σειρά με την οποία κατανέμονται οι δόσεις σε διάφορα τρέχοντα υπόλοιπα στα οποία εφαρμόζονται διαφορετικά χρεωστικά επιτόκια για τους σκοπούς της εξόφλησης· (θ) σε περίπτωση απόσβεσης του κεφαλαίου σύμβασης πίστωσης που έχει σταθερή διάρκεια, το δικαίωμα του καταναλωτή να παραλαμβάνει δωρεάν, κατόπιν αίτησης, οποτεδήποτε κατά τη διάρκεια της σύμβασης πίστωσης, κατάσταση λογαριασμού με τη μορφή πίνακα χρεολυσίων. (ι) εάν υπάρχει καταβολή εξόδων και τόκων χωρίς να υπάρχει απόσβεση κεφαλαίου, η κατάσταση των περιόδων και των όρων καταβολής τόκων και τυχόν σχετικών περιοδικών και μη περιοδικών δαπανών· (ια) κατά περίπτωση, οι χρεώσεις για την τήρηση ενός ή περισσότερων λογαριασμών, στους οποίους να καταγράφονται τόσο οι καταβολές όσο και οι αναλήψεις, εκτός εάν το άνοιγμα του λογαριασμού είναι προαιρετικό, καθώς και οι χρεώσεις για τη χρήση ενός μέσου πληρωμής τόσο για τις καταβολές όσο και για τις αναλήψεις, καθώς και κάθε άλλη χρέωση που προκύπτει από τις συμβάσεις πίστωσης και τους όρους υπό τους οποίους μπορούν να τροποποιηθούν οι χρεώσεις αυτές· (ιβ) το εφαρμοζόμενο επιτόκιο υπερημερίας, όπως ισχύει κατά το χρόνο της σύναψης της σύμβασης πίστωσης, οι ρυθμίσεις για την προσαρμογή του και, κατά περίπτωση, τα έξοδα για αθέτηση καταβολής· (ιγ) η προειδοποίηση για τις συνέπειες της παράλειψης καταβολής· (ιδ) κατά περίπτωση, η επιβολή συμβολαιογραφικών τελών· (ιε) οι τυχόν απαιτούμενες εγγυήσεις και ασφάλειες· (ιστ) η ύπαρξη ή μη δικαιώματος υπαναχώρησης, η περίοδος κατά τη διάρκεια της οποίας μπορεί να ασκηθεί και άλλοι όροι που διέπουν την άσκησή του εν λόγω δικαιώματος, συμπεριλαμβανομένων πληροφοριών σχετικά με την υποχρέωση του καταναλωτή να καταβάλλει το αναληφθέν κεφάλαιο και οι τόκοι σύμφωνα με την παράγραφο (β) του εδαφίου (3) του άρθρου 14, και το ποσό των καταβλητέων τόκων σε ημερήσια βάση· (ιζ) πληροφορίες για τα δικαιώματα που απορρέουν από το άρθρο 15 καθώς και οι όροι άσκησης των δικαιωμάτων αυτών· (ιη) το δικαίωμα πρόωρης εξόφλησης, η διαδικασία πρόωρης εξόφλησης και, κατά περίπτωση, το δικαίωμα αποζημίωσης του πιστωτικού φορέα και ο τρόπος καθορισμού της αποζημίωσης αυτής·
(ιθ) η διαδικασία που πρέπει να ακολουθείται για την άσκηση του δικαιώματος τερματισμού της σύμβασης πίστωσης· (κ) η ύπαρξη ή μη εξωδικαστικών διαδικασιών και μηχανισμών επανόρθωσης στις οποίες έχει πρόσβαση ο καταναλωτής και, σε περίπτωση που υπάρχουν, ο τρόπος πρόσβασης σε αυτούς· (κα) τυχόν άλλοι συμβατικοί όροι και προϋποθέσεις· (κβ) κατά περίπτωση, η ονομασία και η διεύθυνση της Υπηρεσίας Ανταγωνισμού και Προστασίας Καταναλωτών του Υπουργείου Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού.
106(I)/2010 Πληροφορίες σχετικά με την τροποποίηση των όρων και προϋποθέσεων σύμβασης πίστωσης 10Α. Υπό την επιφύλαξη άλλων υποχρεώσεων που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο, πριν από την τροποποίηση των όρων και των προϋποθέσεων της σύμβασης πίστωσης, ο πιστωτής γνωστοποιεί στον καταναλωτή τις ακόλουθες πληροφορίες: (α) Σαφή περιγραφή των προτεινόμενων τροποποιήσεων και, κατά περίπτωση, της ανάγκης συναίνεσης του καταναλωτή ή των τροποποιήσεων που επήλθαν με την εφαρμογή της νομοθεσίας· (β) το χρονοδιάγραμμα για την εφαρμογή των προβλεπόμενων στην παράγραφο (α) τροποποιήσεων· (γ) τα διαθέσιμα στον καταναλωτή μέσα υποβολής καταγγελίας όσον αφορά τις προβλεπόμενες στην παράγραφο (α) τροποποιήσεις· (δ) τη διαθέσιμη προθεσμία για την υποβολή τυχόν καταγγελίας· (ε) την ονομασία και τη διεύθυνση της αρμόδιας αρχής στην οποία ο καταναλωτής δύναται να υποβάλει καταγγελία.
120(I)/2024 Πληροφορίες για το χρεωστικό επιτόκιο
Άρθρο 11
11.-(1) Με την επιφύλαξη του εδαφίου (2), ο καταναλωτής, κατά περίπτωση, ενημερώνεται για: (α) τυχόν μεταβολή του χρεωστικού επιτοκίου εγγράφως ή επί άλλου σταθερού μέσου, πριν από την έναρξη ισχύος του νέου επιτοκίου, (β) το ποσό των καταβολών μετά την έναρξη ισχύος του νέου χρεωστικού επιτοκίου και, εάν υπάρχει μεταβολή του αριθμού ή της περιοδικότητας των καταβολών, για τη μεταβολή αυτή.
106(I)/2010 Υποχρεώσεις σε περίπτωση σύμβασης πίστωσης υπό μορφή δυνατότητας υπερανάληψης
Άρθρο 12
12.-(1) Όταν σύμβαση πίστωσης συνάπτεται υπό τη μορφή δυνατότητας υπερανάληψης, ο καταναλωτής ενημερώνεται περιοδικά μέσω ανάλυσης λογαριασμού εγγράφως ή επί άλλου σταθερού μέσου, η οποία περιλαμβάνει τις ακόλουθες πληροφορίες: (α) την ακριβή περίοδο, την οποία αφορά η ανάλυση του λογαριασμού· (β) τα αναληφθέντα ποσά και τις ημερομηνίες των αναλήψεων· (γ) το υπόλοιπο από την προηγούμενη ανάλυση λογαριασμού και την ημερομηνία της προηγούμενης ανάλυσης· (δ) το νέο υπόλοιπο· (ε) τις ημερομηνίες και τα ποσά των καταβολών που πραγματοποιήθηκαν από τον καταναλωτή· (στ) το εφαρμοσθέν χρεωστικό επιτόκιο· (ζ) οποιεσδήποτε επιβληθείσες χρεώσεις· (η) κατά περίπτωση, το ελάχιστο καταβλητέο ποσό.
106(I)/2010 Συμβάσεις πίστωσης αόριστης διάρκειας
Άρθρο 13
13.-(1) Ο καταναλωτής δύναται να τερματίσει σύμβαση πίστωσης αόριστης διάρκειας οποτεδήποτε και χωρίς χρέωση, εκτός εάν τα μέρη έχουν συμφωνήσει προθεσμία προειδοποίησης, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τον ένα (1) μήνα.
106(I)/2010 Δικαίωμα υπαναχώρησης
Άρθρο 14
14.-(1) Ο καταναλωτής δύναται, χωρίς να αναφέρει τους λόγους, να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση πίστωσης εντός προθεσμίας δεκατεσσάρων (14) ημερών.
106(I)/2010 Συνδεδεμένες συμβάσεις πίστωσης
Άρθρο 15
15.-(1) Σε περίπτωση που ο καταναλωτής ασκήσει δικαίωμα υπαναχώρησης από σύμβαση παροχής αγαθών ή υπηρεσιών, σύμφωνα με νομοθεσία που ενσωματώνει κοινοτικές νομικές πράξεις, τότε αυτός δε δεσμεύεται εφεξής από συνδεδεμένη σύμβαση πίστωσης.
106(I)/2010 Πρόωρη εξόφληση
Άρθρο 16
16.-(1) Ο καταναλωτής δύναται οποτεδήποτε να εκπληρώσει το σύνολο ή μέρος των υποχρεώσεών του που απορρέουν από σύμβαση πίστωσης.
106(I)/2010 Καθυστερούμενες οφειλές και κίνηση νομικών μέτρων ή διαδικασιών 16Α.-(1)(α) Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (3), οι πιστωτές διαθέτουν κατάλληλες πολιτικές και διαδικασίες κατά τρόπο ώστε να επιδεικνύουν, όπου απαιτείται, εύλογη ανοχή πριν από την κίνηση νομικών διαδικασιών ή μέτρων. (β) Τα μέτρα ανοχής λαμβάνουν υπόψη, μεταξύ άλλων στοιχείων, την κατάσταση του καταναλωτή και δύναται να συνίστανται, μεταξύ άλλων δυνατοτήτων, στα ακόλουθα: (i) Πλήρη ή μερική αναχρηματοδότηση σύμβασης πίστωσης· (ii) τροποποίηση των υφιστάμενων όρων και προϋποθέσεων της σύμβασης πίστωσης, περιλαμβανομένων μεταξύ άλλων- (αα) παράταση της διάρκειας της σύμβασης πίστωσης· (ββ) μετατροπή του είδους της σύμβασης πίστωσης· (γγ) αναβολή της καταβολής του συνόλου ή μέρους των δόσεων αποπληρωμής για μια συγκεκριμένη περίοδο· (δδ) αλλαγή του επιτοκίου· (εε) παροχή αναστολής καταβολής δόσεων· (στστ) μερική αποπληρωμή δόσεων· (ζζ) μετατροπή νομίσματος· και (ηη) μερική διαγραφή και ενοποίηση του χρέους.
Νοείται ότι, σε περίπτωση κατά την οποία οι υποχρεώσεις του πιστωτή δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (1) και της περί της Διαχείρισης Καθυστερήσεων Οδηγίας της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου ή άλλης νομοθεσίας είναι οι ίδιες, δεν απαιτείται η επίδειξη, όπου απαιτείται, εύλογης ανοχής πριν από την κίνηση νομικών διαδικασιών ή μέτρων, πέραν της μίας φοράς.
120(I)/2024 Εκχώρηση δικαιωμάτων
Άρθρο 17
17.-(1) Όταν τα δικαιώματα του πιστωτικού φορέα από σύμβαση πίστωσης ή η ίδια η σύμβαση εκχωρούνται σε τρίτο πρόσωπο, ο καταναλωτής δικαιούται να αντιτάσσει κατά του τρίτου αυτού προσώπου τα ίδια δικαιώματα που είχε κατά του αρχικού πιστωτικού φορέα, συμπεριλαμβανομένου του συμψηφισμού.
106(I)/2010 Υπέρβαση
Άρθρο 18
18.-(1)(α) Σε περίπτωση σύμβασης ανοίγματος τρεχούμενου λογαριασμού, που περιλαμβάνει δυνατότητα να επιτραπεί υπέρβαση στον καταναλωτή, η σύμβαση αυτή περιέχει και τις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο (ε) του εδαφίου (2) του άρθρου 6. (β) Ο πιστωτικός φορέας παρέχει εγγράφως ή επί άλλου σταθερού μέσου σε τακτά χρονικά διαστήματα τις πληροφορίες που αναφέρονται στην παράγραφο (α).
106(I)/2010
ΜΕΡΟΣ IV ΣΥΝΟΛΙΚΟ ΕΤΗΣΙΟ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ ΕΠΙΤΟΚΙΟ ΚΑΙ ΜΕΣΙΤΕΣ ΠΙΣΤΩΣΕΩΝ
Υπολογισμός συνολικού ετήσιου πραγματικού επιτοκίου
Άρθρο 19
19.-(1) Το συνολικό ετήσιο πραγματικό επιτόκιο που εξισώνει σε ετήσια βάση την παρούσα αξία του συνόλου των τρεχουσών ή μελλοντικών υποχρεώσεων όπως αναλήψεων, εξοφλήσεων και χρεώσεων που έχουν συμφωνηθεί από τον πιστωτικό φορέα και τον καταναλωτή, υπολογίζεται σύμφωνα με τον μαθηματικό τύπο που παρατίθεται στο Μέρος Ι του Παραρτήματος ΙΙΙ.
106(I)/2010 Υποχρεώσεις των μεσιτών πιστώσεων έναντι των καταναλωτών
Άρθρο 20
106(I)/2010
ΜΕΡΟΣ V ΚΑΘΗΚΟΝΤΑ, ΑΡΜΟ∆ΙΟΤΗΤΕΣ ΚΑΙ ΕΞΟΥΣΙΕΣ ΤΗΣ ΕΝΤΕΤΑΛΜΕΝΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ
Καθήκοντα και αρμοδιότητες της Υπηρεσίας
Άρθρο 21
21.-(1) Με την επιφύλαξη των διατάξεων του περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου και του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου, για σκοπούς του παρόντος Νόμου η Υπηρεσία έχει τα ακόλουθα καθήκοντα και αρμοδιότητες: (α) εποπτεύει τους πιστωτικούς φορείς και τους μεσίτες πιστώσεων προς διασφάλιση της εφαρμογής του παρόντος Νόμου∙ (β) διεξάγει έρευνες για σκοπούς εξέτασης οποιασδήποτε πιθανής παράβασης των απαγορευτικών, ή/και προστατευτικών των συμφερόντων των καταναλωτών διατάξεων∙ (γ) λαμβάνει όλα ή οποιαδήποτε από τα μέτρα που αναφέρονται στις παραγράφους (α) και (β) του εδαφίου (2) του άρθρου 23, σε περίπτωση που πιστωτικός φορέας ή μεσίτης πιστώσεων παραβιάζει οποιαδήποτε απαγορευτική ή/και προστατευτική των συμφερόντων των καταναλωτών διάταξη∙ (δ) προβαίνει στις αναγκαίες ενέργειες για την έκδοση δικαστικών διαταγμάτων σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 25∙ και (ε) επιβάλλει διοικητικά πρόστιμα σε περίπτωση παράβασης οποιωνδήποτε απαγορευτικών ή/και επιτακτικών διατάξεων του παρόντος Νόμου.
106(I)/2010 Εξουσίες της Υπηρεσίας σε σχέση με έρευνες
Άρθρο 22
22.-(1) Η Υπηρεσία, μέσω εξουσιοδοτημένου λειτουργού που ενεργεί εκ μέρους της, δύναται για τους σκοπούς έρευνας που διεξάγεται με βάση τον παρόντα Νόμο να απαιτήσει από πρόσωπο το οποίο κατά τη γνώμη της κατέχει πληροφορίες ή έχει υπό τον έλεγχο ή την εξουσία του έγγραφα ή τα στοιχεία σχετικά με την έρευνα, να παράσχει αυτές τις πληροφορίες, τα έγγραφα ή στοιχεία στην Υπηρεσία και, εάν τούτο είναι αναγκαίο, δύναται να απαιτήσει από το πρόσωπο αυτό να προσέλθει στην Υπηρεσία για το σκοπό αυτό:
Νοείται ότι, για την απόκτηση πληροφοριών, εγγράφων ή στοιχείων που αφορούν παράπονα ή λογαριασμούς συγκεκριμένου πελάτη εξασφαλίζεται εκ των προτέρων η έγγραφη συγκατάθεσή του.
106(I)/2010 Εξέταση παραβάσεων
Άρθρο 23
23.-(1) Η Υπηρεσία εξετάζει, κατόπιν υποβολής παραπόνου ή και αυτεπάγγελτα, παραβάσεις οποιασδήποτε απαγορευτικής ή προστατευτικής των συμφερόντων των καταναλωτών διάταξης του παρόντος Νόμου από πιστωτικούς φορείς και μεσίτες πιστώσεων.
106(I)/2010 Επιβολή προστίμων
Άρθρο 24
24.-(1) Τα προβλεπόμενα στο εδάφιο (2) του άρθρου 23 διοικητικά πρόστιμα επιβάλλονται στον παραβάτη, με αιτιολογημένη απόφαση της Υπηρεσίας που βεβαιώνει την παράβαση, αφού ακούσει ή δώσει την ευκαιρία στον ενδιαφερόμενο παραβάτη ή εκπρόσωπό του να ακουστεί προφορικώς ή γραπτώς.
Νοείται ότι, σε περίπτωση που ασκείται ιεραρχική προσφυγή ενώπιον του Υπουργού σύμφωνα με το εδάφιο (2) η εν λόγω προθεσμία αρχίζει, από την κοινοποίηση στον παραβάτη της απόφασης του Υπουργού επί της ιεραρχικής προσφυγής.
106(I)/2010 Έκδοση διαταγμάτων
Άρθρο 25
25.-(1) Δικαστήριο ενώπιον του οποίου εκδικάζεται οποιαδήποτε αίτηση δυνάμει της παραγράφου (ε) του εδαφίου (2) του άρθρου 23 έχει εξουσία να εκδώσει απαγορευτικό ή προστακτικό διάταγμα, περιλαμβανομένου και προσωρινού διατάγματος, με το οποίο να διατάσσει- (α) την άμεση παύση και/ή μη επανάληψη της γενόμενης παράβασης· (β) την εντός ορισμένης προθεσμίας λήψη τέτοιων διορθωτικών κατά την κρίση του δικαστηρίου μέτρων προς άρση της παράνομης κατάστασης που δημιούργησε η σχετική παράβαση· (γ) τη δημοσίευση του συνόλου ή μέρους της σχετικής απόφασης του δικαστηρίου ή τη δημοσίευση επανορθωτικής ανακοίνωσης με σκοπό την απάλειψη των τυχόν συνεχιζόμενων επιπτώσεων της παράβασης· και/ή (δ) οποιαδήποτε άλλη ενέργεια ή μέτρο ήθελε κριθεί αναγκαίο ή εύλογο υπό τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης.
106(I)/2010 Οδηγίες της Υπηρεσίας αναφορικά με ανακοινώσεις και αγγελίες
Άρθρο 26
26.-(1) Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Νόμου, η Υπηρεσία δύναται, με τρόπο που αυτή θεωρεί κατάλληλο, να εκδίδει οδηγίες ως προς τη μορφή, το περιεχόμενο, τη θέση και το μέγεθος οποιασδήποτε ανακοίνωσης ή αγγελίας που απαιτείται να δημοσιεύεται δυνάμει του παρόντος Νόμου.
106(I)/2010 Δημοσιοποίηση αποφάσεων και πληροφοριών
Άρθρο 27
106(I)/2010 Ευθύνη αξιωµατούχων νοµικών προσώπων
Άρθρο 28
106(I)/2010
ΜΕΡΟΣ VI ΠΟΙΚΙΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Αναγκαστικός χαρακτήρας των διατάξεων
Άρθρο 29
29.-(1) Κάθε δικαίωμα ή προστασία που παρέχεται σε καταναλωτή δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου απαγορεύεται να αναιρεθεί ή να περιοριστεί με οποιοδήποτε συμβατικό όρο ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο και οποιοσδήποτε τέτοιος όρος που τυχόν εισάγεται σε οποιαδήποτε συμφωνία είναι άκυρος.
106(I)/2010 Επιλογή εφαρμοστέου δικαίου
Άρθρο 30
106(I)/2010 Εξωδικαστική επίλυση διαφορών
Άρθρο 31
106(I)/2010 Κανονισµοί
Άρθρο 32
106(I)/2010 Επιφυλάξεις
Άρθρο 33
33.-(1) Με την επιφύλαξη των διατάξεων του εδαφίου (2), ο παρών Νόµος δεν εφαρμόζεται σε συμβάσεις πίστωσης που έχουν συναφθεί πριν από την έναρξη ισχύος του παρόντος Νόμου.
106(I)/2010 ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΑ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ι ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Ι (Άρθρο 2) ΕΥΡΩΠΑΪΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΙΚΗΣ ΠΙΣΤΗΣ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ:
Όπου σημειώνεται "κατά περίπτωση", ο πιστωτικός φορέας πρέπει να συμπληρώνει το τετραγωνίδιο εάν οι πληροφορίες αφορούν το πιστωτικό προϊόν ή να διαγράφει τις σχετικές πληροφορίες ή ολόκληρη τη σειρά εάν οι πληροφορίες δεν αφορούν τον συγκεκριμένο τύπο πίστωσης.
Οι μεταξύ αγκυλών ενδείξεις παρέχουν εξηγήσεις στον πιστωτικό φορέα και πρέπει να αντικαθίστανται από τις αντίστοιχες πληροφορίες.
ΙΙ. Περιγραφή των βασικών χαρακτηριστικών του πιστωτικού προϊόντος Είδος πίστωσης Συνολικό ποσό της πίστωσης Δηλαδή το ανώτατο όριο ή τα συνολικά ποσά που διατίθενται βάσει της σύμβασης πίστωσης Διάρκεια της σύμβασης πίστωσης Κατά περίπτωση Πιθανό να σας ζητηθεί να εξοφλήσετε το ποσό της πίστωσης στο ακέραιο και ανά πάσα στιγμή μόλις σας ζητηθεί ΙΙΙ. Κόστος της πίστωσης Το χρεωστικό επιτόκιο, ή κατά περίπτωση τα διάφορα χρεωστικά επιτόκια που εφαρμόζονται στη σύμβαση πίστωσης [ %
Αυτό δεν ισχύει όταν η παροχή των σχετικών πληροφοριών απαγορεύεται από νομοθεσία που ενσωματώνει κοινοτικές νομικές πράξεις ή αντιβαίνει στη δημόσια πολιτική ή δημόσια ασφάλεια Κατά περίπτωση Χρονική περίοδος κατά την οποία ο πιστωτικός φορέας δεσμεύεται από τις προσυμβατικές υποχρεώσεις Οι πληροφορίες αυτές ισχύουν από ... έως ...
Κατά περίπτωση V. Πρόσθετες πληροφορίες που δίδονται σε περίπτωση που οι πληροφορίες πριν από τη σύναψη της σύμβασης παρέχονται από ορισμένους πιστωτικούς οργανισμούς σύμφωνα με το εδάφιο (4) του άρθρου 3 του περί των Συμβάσεων Καταναλωτικής Πίστης Νόμου του 2010 ή αφορούν καταναλωτική πίστη για μετατροπή χρεών Δόσεις και, κατά περίπτωση, σειρά με την οποία θα κατανεμηθούν οι δόσεις Θα πρέπει να καταβάλετε τα εξής: [Αντιπροσωπευτικό παράδειγμα πίνακα, συμπεριλαμβανομένου του ποσού δόσεων, του αριθμού και της συχνότητας των καταβολών που θα πραγματοποιήσει ο καταναλωτής] Συνολικό ποσό που θα πρέπει να καταβληθεί Πρόωρη εξόφληση Έχετε δικαίωμα πρόωρης εξόφλησης οποτεδήποτε, εν όλω ή εν μέρει Κατά περίπτωση Ο πιστωτικός φορέας δικαιούται αποζημίωση σε περίπτωση πρόωρης εξόφλησης [Προσδιορισμός της αποζημίωσης (μέθοδος υπολογισμού) σύμφωνα με τις διατάξεις για την εφαρμογή του άρθρου 16 του περί των Συμβάσεων Καταναλωτικής Πίστης Νόμου Κατά περίπτωση VI. Πρόσθετες πληροφορίες που δίδονται σε περίπτωση εμπορίας χρηματοοικονομικών υπηρεσιών εξ αποστάσεως (α) Όσον αφορά τον πιστωτικό φορέα Κατά περίπτωση Εκπρόσωπος του πιστωτικού φορέα στο κράτος μέλος κατοικίας σας [Στοιχεία ταυτότητας] Διεύθυνση Αριθμός τηλεφώνου [*] Ηλεκτρονική διεύθυνση [*] Αριθμός φαξ [*] Διεύθυνση ιστοτόπου [*] [Γεωγραφική διεύθυνση που θα χρησιμοποιεί ο καταναλωτής] Κατά περίπτωση Εγγραφή σε μητρώο [Κατά περίπτωση, εμπορικό μητρώο στο οποίο είναι εγγεγραμμένος ο πιστωτικός φορέας και αριθμός καταχώρισής του ή ανάλογο μέσο ταυτοποίησής του στο μητρώο αυτό] Κατά περίπτωση Εποπτική αρχή (β) Όσον αφορά τη σύμβαση πίστωσης Δικαίωμα υπαναχώρησης Έχετε το δικαίωμα να υπαναχωρήσετε από την πιστωτική σύμβαση εντός 14 ημερολογιακών ημερών Κατά περίπτωση Άσκηση του δικαιώματος υπαναχώρησης Ναι/όχι [Πρακτικές οδηγίες για την άσκηση του δικαιώματος υπαναχώρησης, οι οποίες αναφέρουν, μεταξύ άλλων, τη διεύθυνση στην οποία πρέπει να αποσταλεί η κοινοποίηση της άσκησης του δικαιώματος υπαναχώρησης· συνέπειες της μη άσκησης του δικαιώματος] Κατά περίπτωση Δίκαιο το οποίο εφάρμοσε ο πιστωτικός φορέας στις σχέσεις του με τον καταναλωτή πριν από τη σύναψη της σύμβασης πίστωσης Κατά περίπτωση Όρος σχετικά με το δίκαιο που διέπει τη σύμβαση πίστωσης και/ή το αρμόδιο δικαστήριο [Παρατίθεται ο σχετικός όρος] Κατά περίπτωση Γλωσσικό καθεστώς Οι πληροφορίες και οι συμβατικοί όροι παρέχονται στα [συγκεκριμένη γλώσσα]. Με τη συγκατάθεσή σας, σκοπεύουμε να επικοινωνούμε στα [συγκεκριμένη γλώσσα/γλώσσες] κατά τη διάρκεια της σύμβασης πίστωσης (γ) Όσον αφορά την επανόρθωση Εξωδικαστικές διαδικασίες και
μηχανισμοί επανόρθωσης [Εάν υφίστανται εξωδικαστικές διαδικασίες και μηχανισμός επανόρθωσης για τον καταναλωτή ο οποίος συμμετέχει στη σύμβαση εξ αποστάσεως και, εάν ναι, τρόπος πρόσβασης σε αυτά] [*] Οι πληροφορίες αυτές είναι προαιρετικές για τον πιστωτικό φορέα.
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙ (Άρθρα 2 και 5) ΤΥΠΟΠΟΙΗΜΕΝΕΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΙΚΗΣ ΠΙΣΤΗΣ Ι. Στοιχεία ταυτότητας και στοιχεία επαφής του πιστωτικού φορέα/μεσίτη πιστώσεων Πιστωτικός φορέας Διεύθυνση Αριθμός τηλεφώνου [*] Ηλεκτρονική διεύθυνση [*] Αριθμός φαξ [*] Διεύθυνση ιστοτόπου [*] Στοιχεία ταυτότητας: [Γεωγραφική διεύθυνση που χρησιμοποιείται από τον καταναλωτή] Κατά περίπτωση Μεσίτης Διεύθυνση Αριθμός τηλεφώνου [*] Ηλεκτρονική διεύθυνση [*] Αριθμός φαξ [*] Διεύθυνση ιστοτόπου [*] [Στοιχεία ταυτότητας] [Γεωγραφική διεύθυνση που χρησιμοποιείται από τον καταναλωτή] [*] Οι πληροφορίες αυτές είναι προαιρετικές για τον πιστωτικό φορέα Όπου σημειώνεται "κατά περίπτωση", ο πιστωτικός φορέας πρέπει να συμπληρώνει το τετραγωνίδιο εάν οι πληροφορίες αφορούν το πιστωτικό προϊόν ή να διαγράφει τις σχετικές πληροφορίες ή ολόκληρη τη σειρά, εάν οι πληροφορίες δεν αφορούν τον συγκεκριμένο τύπο πίστωσης.
Οι μεταξύ αγκυλών ενδείξεις παρέχουν εξηγήσεις στον πιστωτικό φορέα και πρέπει να αντικαθίστανται από τις αντίστοιχες πληροφορίες.
ΙΙ. Περιγραφή των βασικών χαρακτηριστικών του πιστωτικού προϊόντος Είδος πίστωσης Συνολικό ποσό της πίστωσης Δηλαδή το ανώτατο όριο ή τα συνολικά ποσά που διατίθενται βάσει της σύμβασης πίστωσης Όροι που διέπουν την ανάληψη Δηλαδή πώς και πότε θα λάβετε τα χρήματα Διάρκεια της σύμβασης πίστωσης Δόσεις και, κατά περίπτωση, σειρά με την οποία θα κατανεμηθούν οι δόσεις Θα πρέπει να καταβάλετε τα εξής: [Ποσό, αριθμός και συχνότητα των καταβολών στις οποίες θα προβεί ο καταναλωτής] Οι τόκοι και/ή τα τέλη θα καταβληθούν ως εξής:
Το συνολικό ποσό που θα πρέπει να καταβληθεί Δηλαδή το ποσό του κεφαλαίου δανεισμού συν τους τόκους και τις ενδεχόμενες δαπάνες που σχετίζονται με την πίστωση [Άθροισμα του συνολικού ποσού της πίστωσης και του συνολικού κόστους της πίστωσης] Κατά περίπτωση Πίστωση χορηγούμενη υπό μορφή προθεσμιακής καταβολής για αγαθό ή υπηρεσία, ή σχετιζόμενη με την παροχή συγκεκριμένου αγαθού ή με την παροχή υπηρεσίας Όνομα αγαθού/υπηρεσίας Τιμή μετρητοίς Κατά περίπτωση Απαιτούμενες εγγυήσεις Πρόκειται για περιγραφή της εγγύησης που θα παρασχεθεί σε σχέση με τη σύμβαση πίστωσης [Είδος εγγυήσεων] Κατά περίπτωση Οι εξοφλήσεις δε συνεπάγονται άμεση απόσβεση του κεφαλαίου ΙΙΙ. Κόστος της πίστωσης Το χρεωστικό επιτόκιο, ή, ενδεχομένως, τα διάφορα χρεωστικά επιτόκια που εφαρμόζονται στη σύμβαση πίστωσης [ %
Το ΣΕΠΕ βοηθά στη σύγκριση διαφόρων προσφορών [ % Στο σημείο αυτό, θα πρέπει να παρατεθεί αντιπροσωπευτικό παράδειγμα που να περιλαμβάνει όλα τα χρησιμοποιηθέντα τεκμήρια για τον υπολογισμό του επιτοκίου] Είναι υποχρεωτικό, για τη λήψη της πίστωσσης ή για τη λήψη της σύμφωνα με τους εμπορικούς όρους και προϋποθέσεις, η συνομολόγηση
Κατά περίπτωση V. Πρόσθετες πληροφορίες σε περίπτωση εμπορίας χρηματοοικονομικών υπηρεσιών εξ αποστάσεως (α) Όσον αφορά τον πιστωτικό φορέα Κατά περίπτωση Εκπρόσωπος του πιστωτικού φορέα στο κράτος μέλος κατοικίας σας Διεύθυνση Αριθμός τηλεφώνου [*] Ηλεκτρονική διεύθυνση [*] Αριθμός φαξ [*] Διεύθυνση ιστοτόπου [*] [Στοιχεία ταυτότητας] [Γεωγραφική διεύθυνση που θα χρησιμοποιεί ο καταναλωτής] Κατά περίπτωση Εγγραφή σε μητρώο [Κατά περίπτωση, εμπορικό μητρώο στο οποίο είναι εγγεγραμμένος ο πιστωτικός φορέας και αριθμός καταχώρισής του ή ανάλογο μέσο ταυτοποίησής του στο μητρώο αυτό] Κατά περίπτωση Αρμόδια εποπτική αρχή (β) Όσον αφορά τη σύμβαση πίστωσης Κατά περίπτωση Άσκηση του δικαιώματος υπαναχώρησης [Πρακτικές οδηγίες για την άσκηση του δικαιώματος υπαναχώρησης, μεταξύ άλλων περίοδος κατά την οποία ασκείται· διεύθυνση προς την οποία πρέπει να αποσταλεί η κοινοποίηση της άσκησης του δικαιώματος υπαναχώρησης· συνέπειες της μη άσκησης του δικαιώματος] Κατά περίπτωση Δίκαιο το οποίο εφήρμοσε ο πιστωτικός φορέας στις σχέσεις του με τον καταναλωτή πριν από τη σύναψη της σύμβασης πίστωσης Κατά περίπτωση Όρος σχετικά με το δίκαιο που διέπει τη σύμβαση πίστωσης και/ή το αρμόδιο δικαστήριο [Παρατίθεται ο σχετικός όρος] Κατά περίπτωση Γλωσσικό καθεστώς Οι πληροφορίες και οι συμβατικοί όροι παρέχονται στα [συγκεκριμένη γλώσσα]. Με τη συγκατάθεσή σας, σκοπεύουμε να επικοινωνούμε στα [συγκεκριμένη γλώσσα/γλώσσες] κατά τη διάρκεια της σύμβασης πίστωσης (γ) Όσον αφορά την επανόρθωση Ύπαρξη εξωδικαστικών διαδικασιών υποβολής ενστάσεων και προσφυγών [Εάν υφίστανται εξωδικαστικές διαδικασίες υποβολής ενστάσεων και προσφυγών για τον καταναλωτή, ο οποίος συμμετέχει στη σύμβαση εξ αποστάσεως και, εάν ναι, τρόπος πρόσβασης σε αυτές] [*] Οι πληροφορίες αυτές είναι προαιρετικές για τον πιστωτικό φορέα.
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙΙ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙΙ (Άρθρα 5 και 19) Εξίσωση Υπολογισμού του Συνολικού Ετήσιου Πραγματικού Επιτοκίου και Πρόσθετα Κριτήρια Ι. Βασική εξίσωση που εκφράζει την ισοδυναμία των αναλήψεων, αφενός, και των εξοφλητικών δόσεων και καταβολών, αφετέρου Η βασική εξίσωση, με την οποία προσδιορίζεται το συνολικό ετήσιο πραγματικό επιτόκιο (ΣΕΠΕ), εκφράζει σε ετήσια βάση την ισοδυναμία μεταξύ του αθροίσματος της παρούσας αξίας των αναλήψεων, αφενός, και του αθροίσματος της παρούσας αξίας των ποσών των εξοφλητικών δόσεων και των καταβολών, αφετέρου, ήτοι: "PHOTO ΤΥΠΟΣ" όπου:
X | είναι το ΣΕΠΕ, | m | είναι ο αύξων αριθμός της τελευταίας ανάληψης, | k | είναι ο αύξων αριθμός μιας ανάληψης, με 1 ≤ k ≤ m, | Ck | είναι το ποσό της υπ’ αριθμόν k ανάληψης, | tk | είναι το χρονικό διάστημα, που εκφράζεται σε έτη και κλάσματα έτους, μεταξύ της ημερομηνίας της πρώτης ανάληψης και της ημερομηνίας κάθε νέας ανάληψης, με t1 = 0, | m' | είναι ο αύξων αριθμός της τελευταίας εξοφλητικής δόσης ή καταβολής, | l | είναι ο αύξων αριθμός μιας εξοφλητικής δόσης ή καταβολής, | Dl | είναι το ποσό μιας εξοφλητικής δόσης ή καταβολής, | sl | είναι το χρονικό διάστημα, που εκφράζεται σε έτη και κλάσματα έτους, μεταξύ της ημερομηνίας της πρώτης ανάληψης και της ημερομηνίας κάθε εξοφλητικής δόσης ή καταβολής. | Παρατηρήσεις: (α) Τα ποσά που καταβάλλονται και από τις δύο πλευρές σε διαφορετικές χρονικές στιγμές δεν είναι κατ’ ανάγκη ίσα ούτε καταβάλλονται κατ’ ανάγκη ανά ίσα διαστήματα. (β) Εναρκτήρια ημερομηνία είναι η ημερομηνία της πρώτης ανάληψης. (γ) Ο χρόνος που μεσολαβεί μεταξύ των ημερομηνιών που λαμβάνονται υπόψη κατά τον υπολογισμό εκφράζεται σε έτη ή κλάσματα έτους∙ το έτος θεωρείται ότι έχει 365 ημέρες (για τα δίσεκτα έτη 366 ημέρες), 52 εβδομάδες ή 12 ισόχρονους μήνες. Ο ισόχρονος μήνας έχει 30,41666 ημέρες δηλαδή 365/12, είτε ανήκει σε δίσεκτο έτος είτε όχι. (δ) Το αποτέλεσμα του υπολογισμού εκφράζεται με ακρίβεια ενός δεκαδικού ψηφίου. Εάν το επόμενο δεκαδικό ψηφίο είναι μεγαλύτερο ή ίσο του 5, το πρώτο δεκαδικό ψηφίο αυξάνεται κατά τη μονάδα. (ε) Η εξίσωση μπορεί να ξαναγραφεί με τη χρήση ενός μόνο αθροιστικού συμβόλου και με την εισαγωγή της έννοιας των χρηματικών ροών (Ak), που θα έχουν είτε θετικό είτε αρνητικό πρόσημο, είτε δηλαδή θα καταβάλλονται είτε θα εισπράττονται κατά τις χρονικές περιόδους 1 έως k, αντίστοιχα, και εκφράζονται σε έτη, ήτοι: "PHOTO ΤΥΠΟΣ" όπου S είναι το υπόλοιπο της παρούσας αξίας των ροών∙ η τιμή του πρέπει να είναι μηδενική, εάν ο σκοπός είναι να διατηρηθεί η ισοδυναμία.
II. Τα πρόσθετα κριτήρια για τον υπολογισμό του συνολικού ετησίου πραγματικού επιτοκίου είναι τα εξής: (α) Εάν η σύμβαση πίστωσης δίνει στον καταναλωτή τη δυνατότητα ελεύθερης επιλογής όσον αφορά τις αναλήψεις, θεωρείται ότι πραγματοποιείται πλήρης και άμεση ανάληψη του συνολικού ποσού της πίστωσης. (β) Εάν η σύμβαση πίστωσης δίνει γενικά στον καταναλωτή τη δυνατότητα ελεύθερης επιλογής όσον αφορά τις αναλήψεις, αλλά επιβάλλει, μεταξύ των διαφόρων τρόπων ανάληψης, περιορισμό ως προς το ποσό και τη χρονική περίοδο, θεωρείται ότι το ποσό της πίστωσης αναλαμβάνεται κατά την πρώτη ημερομηνία που προβλέπεται στη σύμβαση και σύμφωνα με τα καθοριζόμενα όρια ανάληψης. (γ) Εάν η σύμβαση πίστωσης προβλέπει διαφορετικούς τρόπους ανάληψης με διαφορετικές επιβαρύνσεις ή χρεωστικά επιτόκια, θεωρείται ότι το συνολικό ποσό της πίστωσης αναλαμβάνεται με την υψηλότερη επιβάρυνση και χρεωστικό επιτόκιο που ισχύει για την κατηγορία των αναλήψεων που χρησιμοποιούνται συχνότερα στο πλαίσιο της εν λόγω κατηγορίας σύμβασης πίστωσης. (δ) Σε περίπτωση διευκόλυνσης υπερανάληψης, θεωρείται ότι πραγματοποιείται πλήρης ανάληψη του συνολικού ποσού της πίστωσης για όλη τη διάρκεια της σύμβασης πίστωσης. Εάν η διάρκεια της σύμβασης πίστωσης δεν είναι γνωστή, το συνολικό ετήσιο πραγματικό επιτόκιο υπολογίζεται βάση της παραδοχής ότι η διάρκεια της σύμβασης είναι τρίμηνη. (ε) Στην περίπτωση μιας σύμβασης πίστωσης αόριστης διάρκειας, εκτός της διευκόλυνσης υπερανάληψης θεωρείται ότι: (i) Η πίστωση χορηγείται για περίοδο ενός έτους από την ημερομηνία της αρχικής ανάληψης και ότι με την τελική πληρωμή που πραγματοποιεί ο καταναλωτής εξοφλείται κάθε υπόλοιπο από κεφάλαιο, τόκους και τυχόν άλλες επιβαρύνσεις· (ii) το κεφάλαιο εξοφλείται από τον καταναλωτή σε ισόποσες μηνιαίες δόσεις, αρχής γενομένης έναν μήνα μετά την ημερομηνία της αρχικής ανάληψης. Ωστόσο, όταν το κεφάλαιο πρέπει να εξοφληθεί πλήρως μόνο με εφάπαξ, σε κάθε περίοδο πληρωμής, οι διαδοχικές αναλήψεις και εξοφλήσεις ολόκληρου του κεφαλαίου από τον καταναλωτή θεωρείται ότι πραγματοποιούνται εντός περιόδου ενός έτους. Οι τόκοι και οι άλλες επιβαρύνσεις εφαρμόζονται σύμφωνα με τις εν λόγω αναλήψεις και εξοφλήσεις του κεφαλαίου και όπως προβλέπεται στη σύμβαση πίστωσης.
Για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, μια σύμβαση πίστωσης αόριστης διάρκειας είναι μια σύμβαση πίστωσης χωρίς σταθερή διάρκεια και περιλαμβάνει πιστώσεις που πρέπει να εξοφληθούν πλήρως εντός μιας περιόδου ή με τη λήξη της αλλά, μόλις εξοφληθούν, είναι εκ νέου διαθέσιμες για ανάληψη. (στ) Στην περίπτωση συμβάσεων πίστωσης πλην των υπεραναλήψεων και των πιστώσεων αόριστης διάρκειας που αναφέρονται στα κριτήρια των παραγράφων (δ) και (ε)· (i) εάν η ημερομηνία ή το ποσό εξόφλησης του κεφαλαίου που πρέπει να πραγματοποιήσει ο καταναλωτής δεν μπορούν να επιβεβαιωθούν, θεωρείται ότι η εξόφληση πραγματοποιείται την πρώτη ημερομηνία που προβλέπεται στη σύμβαση πίστωσης και για το χαμηλότερο ποσό το οποίο προβλέπει η σύμβαση πίστωσης· (ii) εάν η ημερομηνία σύναψης της σύμβασης πίστωσης δεν είναι γνωστή, η ημερομηνία της αρχικής ανάληψης θεωρείται ότι είναι η ημερομηνία που έχει ως αποτέλεσμα το συντομότερο διάστημα μεταξύ της εν λόγω ημερομηνίας και της ημερομηνίας πρώτης πληρωμής που θα πραγματοποιήσει ο καταναλωτής. (ζ) Όταν η ημερομηνία ή το ποσό πληρωμής που πρέπει να πραγματοποιήσει ο καταναλωτής δεν μπορούν να επιβεβαιωθούν βάσει της σύμβασης πίστωσης ή βάσει των κριτηρίων των παραγράφων (δ), (ε) ή (στ), θεωρείται ότι η πληρωμή γίνεται σύμφωνα με τις ημερομηνίες και τους όρους που απαιτεί ο πιστωτής και, όταν αυτά δεν είναι γνωστά - (i) οι τόκοι καταβάλλονται μαζί με τις εξοφλήσεις του κεφαλαίου· (ii) η επιβάρυνση που δεν έχει σχέση με τόκο, εκφραζόμενη ως κατ' αποκοπή ποσό, πληρώνεται την ημερομηνία της σύναψης της σύμβασης πίστωσης· (iii) οι επιβαρύνσεις που δεν έχουν σχέση με τόκο, εκφραζόμενες ως διάφορες πληρωμές, καταβάλλονται σε τακτά διαστήματα, αρχής γενομένης από την ημερομηνία της πρώτης εξόφλησης του κεφαλαίου, και, αν το ποσό των πληρωμών αυτών δεν είναι γνωστό, θεωρούνται ισόποσες· (iv) με την τελική πληρωμή εξοφλείται κάθε υπόλοιπο κεφαλαίου, τόκων και άλλων επιβαρύνσεων, αν υπάρχουν. (η) Το εφαρμοζόμενο ανώτατο όριο της πίστωσης, εάν δεν έχει συμφωνηθεί ήδη, θεωρείται ότι ανέρχεται σε 1500 ευρώ. (θ) Εάν προσφέρονται διαφορετικά χρεωστικά επιτόκια και επιβαρύνσεις για περιορισμένο διάστημα ή ποσό, ως χρεωστικό επιτόκιο και επιβαρύνσεις θεωρούνται τα υψηλότερα για όλη τη διάρκεια της σύμβασης πίστωσης. (ι) Όσον αφορά τις συμβάσεις καταναλωτικής πίστης για τις οποίες συμφωνείται σταθερό χρεωστικό επιτόκιο σε σχέση με την αρχική περίοδο, στο τέλος της οποίας καθορίζεται νέο χρεωστικό επιτόκιο το οποίο εν συνεχεία προσαρμόζεται περιοδικά βάσει συμφωνηθέντος δείκτη, ο υπολογισμός του συνολικού ετησίου πραγματικού επιτοκίου βασίζεται στην παραδοχή ότι, στο τέλος της περιόδου για την οποία έχει καθοριστεί σταθερό χρεωστικό επιτόκιο, το χρεωστικό επιτόκιο είναι ίσο προς εκείνο που ισχύει κατά τον χρόνο υπολογισμού του συνολικού ετησίου πραγματικού επιτοκίου, βάσει της αξίας του συμφωνηθέντος δείκτη κατά τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή.
Σημείωση 5 του Ν. 42(Ι)/2017Έναρξη της ισχύος του παρόντος Νόμου [Σ.Σ.: δηλαδή του Ν. 42(Ι)/2017] 5.-(1) Με την επιφύλαξη των διατάξεων του εδαφίου (2), ο παρών Νόμος [Σ.Σ.:δηλαδή ο Ν. 42(Ι)/2017] τίθεται σε ισχύ κατά την ημερομηνία δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας.
Εκτύπωση Cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii και τη ConvertPLC για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο