📄 Κείμενο νόμου
Ο Περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Απεικόνισης Υλικού Σεξουαλικής Κακοποίησης Παιδιών Νόμος του 2014 - 91(Ι)/2014
ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ
CyLaw
|
Αναφορικά μ'εμάς
|
Επικοινωνία
Κατάλογος Ενοποιημένης Νομοθεσίας
Ο Περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Απεικόνισης Υλικού Σεξουαλικής Κακοποίησης Παιδιών Νόμος του 2014 (91(Ι)/2014)
Περιεχόμενα
Πλήρες Κείμενο
Εκτύπωση
Ιστορικό Τροποποιήσεων
91(Ι)/2014
105(Ι)/2014
59(I)/2025
Προοίμιο
Για σκοπούς εναρμόνισης με τις πράξεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο -
«Απόφαση-Πλαίσιο του Συμβουλίου, της 15ης Μαρτίου 2001, σχετικά με το καθεστώς των θυμάτων σε ποινικές διαδικασίες (2001/220/ΔΕΥ)»· και
«Οδηγία 2011/93/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Δεκεμβρίου 2011, σχετικά με την καταπολέμηση της σεξουαλικής κακοποίησης και σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιών και της παιδικής πορνογραφίας και την αντικατάσταση της απόφασης-πλαίσιο 2004/68/ΔΕΥ του Συμβουλίου»· και
για σκοπούς καλύτερης εφαρμογής του περί Προαιρετικού Πρωτοκόλλου στη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα του Παιδιού, για την Πώληση Παιδιών, Παιδική Πορνεία και Πορνογραφία (Κυρωτικού) Νόμου, του περί της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών κατά του Διεθνικού Οργανωμένου Εγκλήματος και Πρωτοκόλλων (Κυρωτικού) Νόμου, του περί της Σύμβασης κατά του Εγκλήματος μέσω του Διαδικτύου (Κυρωτικού) Νόμου, του περί της Σύμβασης περί των Δικαιωμάτων του Παιδιού (Κυρωτικού) Νόμου και του περί της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τη Άσκηση των Δικαιωμάτων του Παιδιού (Κυρωτικού) Νόμου, όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται, καθώς επίσης και της εφαρμογής της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για την Προστασία των Παιδιών ενάντια στη Σεξουαλική Εκμετάλλευση και τη Σεξουαλική Κακοποίηση η οποία υπογράφτηκε στο Lanzarote στις 25 Οκτωβρίου 2007.
Η Βουλή των Αντιπροσώπων ψηφίζει ως ακολούθως:
Συνοπτικός τίτλος
1. Ο παρών Νόμος θα αναφέρεται ως ο περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Σεξουαλικής Κακοποίησης, της Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Παιδιών και της Παιδικής Πορνογραφίας Νόμος του 2014.
91(Ι)/2014
ΜΕΡΟΣ I ΕΡΜΗΝΕΙΑ, ΣΚΟΠΟΣ ΚΑΙ ΠΕΔΙΟ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ
Ερμηνεία
2. Στο Νόμο αυτό, εκτός αν από το κείμενο προκύπτει διαφορετική έννοια-
«Αρχή Εποπτείας» σημαίνει την Αρχή Εποπτείας Καταδικασθέντων για Αδικήματα Σεξουαλικής Φύσης κατά Ανηλίκων, που εγκαθιδρύεται σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 47.
«βία» περιλαμβάνει οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη ή συμπεριφορά με την οποία δύναται να προκληθεί βλάβη στο θύμα·
«βλάβη» περιλαμβάνει τη σωματική ή σεξουαλική ή ψυχική βλάβη ή ασθένεια ή διαταραχή, είτε μόνιμη είτε προσωρινή, ή οποιαδήποτε άλλη βλάβη κατά συγκεκριμένου προσώπου, καθώς και βλάβη στην οικογένεια, στην περιουσία, στη φήμη αυτού∙
«διαδικασία» περιλαμβάνει, πέραν της ποινικής διαδικασίας, όλες τις επαφές που πραγματοποιεί το θύμα υπό την ιδιότητα του θύματος, με κάθε αρχή, δημόσια υπηρεσία ή οργάνωση υποστήριξης θυμάτων, σε σχέση με την υπόθεσή του, πριν, κατά ή μετά την ποινική διαδικασία·
«διάταγμα αποκλεισμού» σημαίνει διάταγμα που εκδίδεται από αρμόδιο δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 34 του παρόντος Νόμου∙
«διωκτικές αρχές» σημαίνει το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ή/και την Αστυνομία∙
«εμπλεκόμενες υπηρεσίες» σημαίνει τη Νομική Υπηρεσία της Δημοκρατίας, το Υπουργείο Εργασίας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας και τις Υπηρεσίες Κοινωνικών Ασφαλίσεων του Υπουργείου Εργασίας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, το Υπουργείο Υγείας, τις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας του Υπουργείου Υγείας, το Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού, το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης, την Αστυνομία, το Υπουργείο Εσωτερικών, το Τμήμα Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης και την Υπηρεσία Ασύλου του Υπουργείου Εσωτερικών, το Υπουργείο Εξωτερικών και τις προξενικές αρχές της Δημοκρατίας στο Εξωτερικό∙
«εξαναγκασμός» περιλαμβάνει -
(α) απειλές για βλάβη εναντίον οποιουδήποτε προσώπου ή περιουσίας ή για φυσικό περιορισμό οποιουδήποτε προσώπου∙
(β) οποιαδήποτε συμπεριφορά ή σχέδιο που στοχεύει στο να δημιουργήσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο την εντύπωση ότι η παράλειψη εκτέλεσης μιας πράξης θα επιφέρει τη βλάβη εναντίον οποιουδήποτε προσώπου ή περιουσίας ή το φυσικό περιορισμό οποιουδήποτε προσώπου∙
(γ) κατάχρηση ή απειλούμενη κατάχρηση νομικών ή διοικητικών διαδικασιών αναφορικά με το καθεστώς οποιουδήποτε προσώπου∙ και
(δ) κατάχρηση σχέσης εμπιστοσύνης ή εξουσίας ή επιρροής ή/και ευάλωτης θέσης∙
«εκπαιδευτικός» σημαίνει δάσκαλο ή καθηγητή της προδημοτικής, δημοτικής, μέσης ή ανωτέρας εκπαίδευσης, ο οποίος δραστηριοποιείται στο δημόσιο ή στον ιδιωτικό τομέα∙
«Επίτροπος» έχει την έννοια που αποδίδει στον όρο αυτό το άρθρο 2 του περί Επιτρόπου Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται∙
«ηλεκτρονικό σύστημα» σημαίνει κάθε μέσο ή ομάδα διασυνδεδεμένων ή συναφών μέσων εκ των οποίων ένα ή περισσότερα, προβαίνουν σε αυτόματη επεξεργασία δεδομένων, σύμφωνα με συγκεκριμένο πρόγραμμα∙
«ηλικία συναίνεσης» σημαίνει την ηλικία κάτω της οποίας, απαγορεύεται η τέλεση σεξουαλικών πράξεων με παιδί και η οποία ορίζεται ως η ηλικία των δεκαεπτά (17) ετών·
«θέση εμπιστοσύνης, εξουσίας ή επιρροής» περιλαμβάνει –
(α) σχέση συγγένειας εξ αίματος ή εξ αγχιστείας μέχρι του τρίτου βαθμού μεταξύ του θύματος και του προσώπου που διαπράττει ποινικό αδίκημα που προβλέπεται στον παρόντα Νόμο, ή
(β) οποιαδήποτε άλλη σχέση μεταξύ του θύματος και του προσώπου αυτού, λόγω της θέσης του ή της ιδιότητάς του περιλαμβανομένης της σχέσης του με τον κηδεμόνα του παιδιού, εκπαιδευτικό, εργοδότη, υπεύθυνο οποιουδήποτε δημόσιου ή ιδιωτικού ιδρύματος το οποίο φιλοξενεί παιδιά ή στο οποίο περιορίζονται ή κρατούνται πρόσωπα δυνάμει οποιουδήποτε νόμου ή απόφασης διοικητικών ή δικαστικών αρχών, καθώς και με άλλα πρόσωπα με ανάλογη θέση ή ιδιότητα∙
«θύμα» σημαίνει παιδί σχετικά με το οποίο ξεκινά ή υπάρχει εν εξελίξει διαδικασία σε σχέση με οποιοδήποτε από τα αδικήματα τα οποία περιγράφονται στον παρόντα Νόμο∙
«κατάχρηση θέσης εξουσίας, εμπιστοσύνης ή επιρροής ή ευάλωτης θέσης» περιλαμβάνει την περίπτωση όπου το θύμα δεν έχει άλλη πραγματική ή παραδεκτή επιλογή από το να υποστεί ή να υποκύψει στη συγκεκριμένη κατάχρηση∙
«κράτος μέλος» σημαίνει κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης∙
«μη κυβερνητικοί οργανισμοί» σημαίνει μη κερδοσκοπικές οργανώσεις δεόντως εγγεγραμμένες δυνάμει του περί Σωματείων και Ιδρυμάτων Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, οι οποίες δυνάμει του καταστατικού τους έχουν εντολή να δραστηριοποιούνται στους τομείς των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ή των δικαιωμάτων των παιδιών ή ενάντια στη βία στην οικογένεια και οι οποίες παρέχουν οποιεσδήποτε υποστηρικτικές υπηρεσίες∙
«νομικό πρόσωπο» σημαίνει κάθε οντότητα με νομική προσωπικότητα η οποία αναγνωρίζεται ως τέτοια δυνάμει των σχετικών νόμων της Δημοκρατίας ή οποιασδήποτε άλλης σχετικής εφαρμοστέας νομοθεσίας, εξαιρουμένων των κρατικών υπηρεσιών ή άλλων οργανισμών δημοσίου δικαίου όταν ασκούν κρατική εξουσία και των δημόσιων διεθνών οργανισμών∙
«οπτικογράφηση» σημαίνει την καταγραφή με οποιαδήποτε συσκευή σε κινούμενες εικόνες αντικειμένων, γεγονότων, οργανισμών και προσώπων είτε αυτά ομιλούν ή κινούνται είτε όχι που μπορούν να αναπαραχθούν και παρουσιαστούν με τη χρήση οποιουδήποτε τεχνικού μέσου·
«παιδί» σημαίνει πρόσωπο ηλικίας κάτω των δεκαοκτώ (18) ετών∙
«παιδική εκμετάλλευση σε πορνεία» περιλαμβάνει τη χρησιμοποίηση παιδιού για σεξουαλικές πράξεις με την προσφορά χρημάτων ή άλλου είδους αμοιβής ή ανταλλάγματος ως πληρωμή ή υπόσχεση πληρωμής, προκειμένου το παιδί να συμμετάσχει σε σεξουαλικές πράξεις, ανεξάρτητα από το εάν η εν λόγω πληρωμή, η υπόσχεση πληρωμής ή το αντάλλαγμα δίνονται στο παιδί ή σε τρίτο∙
«παραστάσεις σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού» σημαίνει την απευθείας έκθεση, η οποία προορίζεται για ακροατήριο το οποίο αποτελείται από ένα ή περισσότερα άτομα, μεταξύ άλλων και με τη χρήση της τεχνολογίας των πληροφοριών και των επικοινωνιών-
(α) παιδιού το οποίο επιδίδεται σε πραγματική ή προσομοιωμένη πράξη σεξουαλικού χαρακτήρα∙ ή
(β) του σεξουαλικού χαρακτήρα των γεννητικών οργάνων παιδιού ή των γεννητικών οργάνων παιδιού προς κυρίως σεξουαλικούς σκοπούς∙
«ποινική διαδικασία» περιλαμβάνει το στάδιο της διερεύνησης, δίωξης και εκδίκασης της υπόθεσης για οποιοδήποτε αδίκημα προβλέπεται στο Μέρος ΙΙ του παρόντος Νόμου∙
«σεξουαλική εκμετάλλευση και σεξουαλική κακοποίηση παιδιού» περιλαμβάνει τη συμπεριφορά όπως αυτή αναφέρεται στα άρθρα 6 μέχρι 10 του παρόντος Νόμου∙
«σεξουαλική πράξη» περιλαμβάνει οποιαδήποτε πράξη η οποία εύλογα θεωρείται-
(α) ως εκ της φύσεώς της σεξουαλική, ανεξάρτητα από το σκοπό του προσώπου που προβαίνει σε αυτή, ή
(β) δυνατό να είναι ως εκ της φύσεώς της σεξουαλική και οι περιστάσεις υπό τις οποίες διενεργείται την καθιστούν σεξουαλική∙
“υλικό σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού” σημαίνει υλικό, το οποίο παράγεται με οποιονδήποτε τρόπο και μέσο και περιλαμβάνει-
(α) κάθε υλικό στο οποίο απεικονίζεται παιδί να επιδίδεται σε πραγματική ή προσομοιωμένη πράξη σεξουαλικού χαρακτήρα∙
(β) κάθε απεικόνιση του σεξουαλικού χαρακτήρα των γεννητικών οργάνων παιδιού ή των γεννητικών οργάνων παιδιού για κυρίως σεξουαλικούς σκοπούς·
(γ) κάθε υλικό στο οποίο απεικονίζεται πρόσωπο το οποίο εμφανίζεται ως παιδί να επιδίδεται σε πραγματική ή προσομοιωμένη πράξη σεξουαλικού χαρακτήρα ή κάθε απεικόνιση των γεννητικών οργάνων οποιουδήποτε προσώπου εμφανίζεται ως παιδί∙
(δ) ρεαλιστικές εικόνες, αναπαραγωγές ή αναπαραστάσεις παιδιού στις οποίες απεικονίζεται να επιδίδεται σε πράξη σεξουαλικού χαρακτήρα ή ρεαλιστικές εικόνες, αναπαραγωγές ή αναπαραστάσεις των γεννητικών οργάνων παιδιού∙ ή
(ε) κάθε υλικό, ανεξαρτήτως μορφής, το οποίο προορίζεται για την παροχή συμβουλών, καθοδήγησης ή οδηγιών σχετικά με τον τρόπο διάπραξης σεξουαλικής κακοποίησης ή σεξουαλικής εκμετάλλευσης ή άγρας παιδιών ή αδικημάτων τα οποία σχετίζονται με υλικό σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού∙
«Υπουργός» σημαίνει τον Υπουργό Εργασίας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων∙
«υποχρέωση κοινοποίησης» σημαίνει την υποχρέωση κοινοποίησης που επιβάλλεται σε καταδικασθέντα δυνάμει του άρθρου 22 του παρόντος Νόμου.
91(Ι)/2014
59(I)/2025
Σκοπός του παρόντος Νόμου
3. Σκοπός του παρόντος Νόμου είναι η λήψη μέτρων για την πρόληψη, καταστολή και καταπολέμηση των αδικημάτων της σεξουαλικής κακοποίησης και σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιών, των αδικημάτων που αφορούν το υλικό σεξουαλικής κακοποίησης του παιδιού και του αδικήματος της άγρας παιδιών για σεξουαλικούς σκοπούς, η προστασία και στήριξη των θυμάτων των εν λόγω αδικημάτων, η δημιουργία μηχανισμών ελέγχου και εποπτείας θυμάτων και θυτών και η προώθηση της διεθνούς συνεργασίας για την εφαρμογή των πιο πάνω μέτρων.
91(Ι)/2014
59(I)/2025
Αρχές επί των οποίων βασίζεται η εφαρμογή του παρόντος Νόμου
4.(1) Η εφαρμογή του παρόντος Νόμου από οποιαδήποτε εμπλεκόμενη υπηρεσία και μη κυβερνητικό οργανισμό και η χρήση των μέτρων για την προστασία και προώθηση των δικαιωμάτων των θυμάτων διασφαλίζεται χωρίς καμία διάκριση λόγω φύλου, φυλής, χρώματος, γλώσσας, θρησκείας, πολιτικής ή άλλης άποψης, εθνικής ή κοινωνικής καταγωγής, σχέσης με εθνική μειονότητα, περιουσίας, γέννησης, σεξουαλικού προσανατολισμού, κατάστασης υγείας, αναπηρίας ή άλλης κατάστασης.
(2) Κάθε εμπλεκόμενη υπηρεσία και μη κυβερνητικός οργανισμός, κατά την εφαρμογή του παρόντος Νόμου διασφαλίζει το συμφέρον του παιδιού λαμβάνοντας υπόψη την ηλικία και το βαθμό ψυχολογικής και σωματικής ανάπτυξης ή ωριμότητάς του καθώς και της ευάλωτης κατάστασής του.
91(Ι)/2014
Πεδίο εφαρμογής
5.(1) Ο παρών Νόμος εφαρμόζεται για την πρόληψη, έρευνα και δίωξη των αδικημάτων που καθορίζονται στο Μέρος ΙΙ αυτού, καθώς επίσης και για την προστασία των θυμάτων τέτοιων αδικημάτων, όπου-
(α) τέτοια αδικήματα είναι διεθνικά ως εκ της φύσεώς τους και στα οποία υπάρχει ανάμειξη οργανωμένης εγκληματικής ομάδας κατά την έννοια του άρθρου 63Β του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται∙
(β) τέτοια αδικήματα είναι διεθνικά ως εκ της φύσεώς τους χωρίς να υπάρχει ανάμειξη οργανωμένης εγκληματικής ομάδας κατά την πιο πάνω έννοια∙ ή
(γ) τέτοια αδικήματα δεν είναι διεθνικά ως εκ της φύσεώς τους και ανεξάρτητα από το κατά πόσο υπάρχει ή όχι ανάμειξη οργανωμένης εγκληματικής ομάδας.
(2) Ο παρών Νόμος είναι συμπληρωματικός των διατάξεων του περί της Πρόληψης και της Καταπολέμησης της Εμπορίας και Εκμετάλλευσης Προσώπων και της Προστασίας των Θυμάτων Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, αναφορικά με τα αδικήματα εις βάρος των ανήλικων θυμάτων, καθώς και των διατάξεων του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, όπου τα αδικήματα του παρόντος Νόμου διαπράττονται ενδοοικογενειακά από μέλος της οικογένειας κατά την έννοια του νόμου αυτού.
91(Ι)/2014
ΜΕΡΟΣ ΙΙ ΠΟΙΝΙΚΑ ΑΔΙΚΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩΝ
Σεξουαλική κακοποίηση παιδιού
6.(1) Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 12, όποιος προκαλεί ώστε παιδί το οποίο δεν έχει φτάσει στην ηλικία συναίνεσης, γίνει μάρτυρας σεξουαλικών πράξεων ή απεικόνισης σεξουαλικών πράξεων, ακόμα και αν το εν λόγω παιδί δεν συμμετέχει σε αυτές, είναι ένοχος κακουργήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δέκα (10) έτη.
(2) Όποιος προκαλεί ώστε παιδί το οποίο δεν έχει φτάσει στην ηλικία συναίνεσης γίνει μάρτυρας σεξουαλικής κακοποίησης ή απεικόνισης σεξουαλικής κακοποίησης, ακόμα και αν το εν λόγω παιδί δεν συμμετέχει σε αυτή, είναι ένοχος κακουργήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δεκαπέντε (15) έτη.
(3) Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 12, όποιος συμμετέχει σε σεξουαλική πράξη με παιδί το οποίο δεν έχει φτάσει στην ηλικία συναίνεσης είναι ένοχος κακουργήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα είκοσι (20) έτη.
(4) Όποιος συμμετέχει σε σεξουαλική πράξη με παιδί όταν -
(α) γίνεται κατάχρηση θέσης εμπιστοσύνης, εξουσίας ή επιρροής επάνω στο παιδί, είναι ένοχος κακουργήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης διά βίου,
(β) γίνεται κατάχρηση ευάλωτης θέσης του παιδιού, κυρίως λόγω διανοητικής ή σωματικής αναπηρίας ή κατάστασης εξάρτησης είναι ένοχος κακουργήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης διά βίου,
(γ) γίνεται χρήση εξαναγκασμού, βίας ή απειλής, είναι ένοχος κακουργήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης διά βίου:
Νοείται ότι σε περίπτωση όπου το παιδί έχει υπερβεί την ηλικία συναίνεσης κατά το χρόνο διάπραξης του αδικήματος, η ποινή φυλάκισης που προνοείται στις παραγράφους (α) και (γ) δεν υπερβαίνει τα είκοσι (20) έτη.
(5) Όποιος εξαναγκάζει παιδί ή χρησιμοποιεί βία ή χρησιμοποιεί απειλές προς παιδί, το οποίο δεν έχει φτάσει στην ηλικία συναίνεσης, προκειμένου να τελέσει σεξουαλική πράξη με τρίτο πρόσωπο, είναι ένοχος κακουργήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης διά βίου:
Νοείται ότι σε περίπτωση όπου το παιδί έχει υπερβεί την ηλικία συναίνεσης κατά το χρόνο διάπραξης του αδικήματος, η ποινή φυλάκισης που προνοείται στο παρόν εδάφιο δεν υπερβαίνει τα είκοσι (20) έτη.
(6) Όποιος εξαναγκάζει ή εξωθεί παιδί να συμμετάσχει σε σεξουαλική πράξη με τρίτο πρόσωπο είναι ένοχος κακουργήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα είκοσι πέντε (25) έτη.
(7) Όποιος διαπράττει οποιοδήποτε από τα αδικήματα του παρόντος άρθρου και το θύμα είναι παιδί το οποίο, κατά την διάπραξη του αδικήματος, ήταν ηλικίας κάτω των δεκατριών (13) ετών υπόκειται σε ποινή φυλάκισης διά βίου.
91(Ι)/2014
Σεξουαλική εκμετάλλευση παιδιών
7.(1) Όποιος προκαλεί τη συμμετοχή παιδιού σε παραστάσεις σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού ή στρατολογεί παιδί προκειμένου αυτό να συμμετάσχει σε αυτές ή αποκομίζει κέρδη από τη συμμετοχή παιδιού σε παραστάσεις σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού ή εκμεταλλεύεται παιδί με άλλους τρόπους προς τον σκοπό αυτό είναι ένοχος κακουργήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα είκοσι (20) έτη:
Νοείται ότι εάν το παιδί έχει υπερβεί την ηλικία συναίνεσης κατά το χρόνο διάπραξης του αδικήματος, η ποινή φυλάκισης δεν υπερβαίνει τα δέκα πέντε (15) έτη.
(2) Όποιος εξαναγκάζει παιδί ή κάνει χρήση βίας προκειμένου να συμμετάσχει παιδί σε παραστάσεις σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού ή απειλεί παιδί προς τον σκοπό αυτό είναι ένοχος κακουργήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα είκοσι πέντε (25) έτη:
Νοείται ότι εάν το παιδί έχει υπερβεί την ηλικία συναίνεσης κατά το χρόνο διάπραξης του αδικήματος η ποινή φυλάκισης δεν υπερβαίνει τα δέκα πέντε (15) έτη.
(3) Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 12, όποιος εν γνώσει του παρακολουθεί παραστάσεις σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού ή υλικό σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού διά ζώσης ή διά άλλων μέσων, είναι ένοχος κακουργήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δέκα πέντε (15) έτη:
Νοείται ότι εάν το παιδί έχει υπερβεί την ηλικία συναίνεσης κατά το χρόνο διάπραξης του αδικήματος, η ποινή φυλάκισης δεν υπερβαίνει τα δέκα (10) έτη.
(4) Όποιος διά ζώσης ή μέσω της τεχνολογίας της πληροφορικής και των επικοινωνιών, προκαλεί ή προτείνει σε παιδί το οποίο δεν έχει φτάσει στην ηλικία συναίνεσης, όπως το παιδί αυτό συμμετέχει σε παραστάσεις σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού, με σκοπό ο προκαλών ή ο προτείνων ή το τρίτο πρόσωπο να παρακολουθήσει την παράσταση αυτή, είναι ένοχος κακουργήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δέκα (10) έτη.
(5) Όποιος προκαλεί τη συμμετοχή παιδιού σε παιδική εκμετάλλευση σε πορνεία ή στρατολογεί παιδί προκειμένου να συμμετάσχει σε αυτήν. για να αποκομίσει κέρδη από το παιδί ή εκμεταλλεύεται το παιδί με άλλους τρόπους προς τον σκοπό αυτό, είναι ένοχος κακουργήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα είκοσι πέντε (25) έτη:
Νοείται ότι εάν το παιδί έχει υπερβεί την ηλικία συναίνεσης κατά το χρόνο διάπραξης του αδικήματος η ποινή φυλάκισης δεν υπερβαίνει τα είκοσι (20) έτη.
(6) Όποιος εξαναγκάζει ή χρησιμοποιεί βία προκειμένου να συμμετάσχει το παιδί σε παιδική εκμετάλλευση σε πορνεία ή απειλεί το παιδί προς τον σκοπό αυτό, είναι ένοχος κακουργήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα είκοσι πέντε (25) έτη:
Νοείται ότι εάν παιδί έχει υπερβεί την ηλικία συναίνεσης κατά το χρόνο διάπραξης του αδικήματος η ποινή φυλάκισης δεν υπερβαίνει τα είκοσι (20) έτη.
(7) Όποιος τελεί σεξουαλικές πράξεις με παιδί οι οποίες πραγματοποιούνται μέσω παιδικής εκμετάλλευσης σε πορνεία είναι ένοχος κακουργήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα είκοσι πέντε (25) έτη:
Νοείται ότι εάν το παιδί έχει υπερβεί την ηλικία συναίνεσης κατά το χρόνο διάπραξης του αδικήματος η ποινή φυλάκισης δεν υπερβαίνει τα δέκα πέντε (15) έτη.
(8) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις των εδαφίων (1) έως (7), όποιος διαπράττει οποιοδήποτε από τα αδικήματα του παρόντος άρθρου με παιδί το οποίο, κατά το χρόνο διάπραξης του αδικήματος, ήταν ηλικίας κάτω των δεκατριών (13) ετών υπόκειται σε ποινή φυλάκισης διά βίου.
91(Ι)/2014
59(I)/2025
Υλικό σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού
8.(1) Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 12, όποιος αποκτά ή έχει στην κατοχή του υλικό σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού είναι ένοχος κακουργήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δέκα (10) έτη.
(2) Όποιος εν γνώσει του αποκτά πρόσβαση σε υλικό σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού μέσω της τεχνολογίας της πληροφορικής και των επικοινωνιών είναι ένοχος κακουργήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δέκα (10) έτη.
(3) Όποιος διανέμει, διαδίδει ή μεταδίδει υλικό σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού είναι ένοχος κακουργήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δέκα πέντε (15) έτη.
(4) Όποιος προσφέρει ή παρέχει ή διαθέτει υλικό σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού ή παρέχει πληροφορίες ως προς τον τρόπο απόκτησης υλικού σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού, είναι ένοχος κακουργήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δέκα πέντε (15) έτη.
(5) Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 12, όποιος παράγει υλικό σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού είναι ένοχος κακουργήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα είκοσι (20) έτη.
(6) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις των εδαφίων (1) έως (5), όποιος διαπράττει οποιοδήποτε από τα αδικήματα του παρόντος άρθρου όπου το παιδί το οποίο απεικονίζεται στο υλικό σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού είναι ηλικίας κάτω των δεκατριών (13) ετών υπόκειται σε ποινή φυλάκισης διά βίου.
91(Ι)/2014
59(I)/2025
Άγρα παιδιών για σεξουαλικούς σκοπούς
9.(1) Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 12, όποιος προτείνει σε παιδί το οποίο δεν έχει φτάσει στην ηλικία συναίνεσης, μέσω της τεχνολογίας της πληροφορικής και των επικοινωνιών, να το συναντήσει, με σκοπό την τέλεση σεξουαλικής πράξης μαζί του ή την παραγωγή υλικού σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού ή την σεξουαλική εκμετάλλευση του παιδιού το οποίο δεν έχει φτάσει στην ηλικία συναίνεσης, και η εν λόγω πρόταση ακολουθείται από την τέλεση πράξεων οι οποίες οδηγούν σε συνάντηση, είναι ένοχος κακουργήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δέκα (10) έτη.
(2) Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 12, όποιος μέσω της τεχνολογίας της πληροφορικής και των επικοινωνιών, προσκαλεί ή προσεγγίζει παιδί το οποίο δεν έχει φτάσει στην ηλικία συναίνεσης και αποπειράται να αποκτήσει ή αποπειράται να έχει πρόσβαση ή αποκτά ή επιτυγχάνει πρόσβαση σε υλικό υλικό σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού που απεικονίζει το παιδί αυτό, είναι ένοχος κακουργήματος, και σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα δέκα έτη.
91(Ι)/2014
59(I)/2025
Προβολή ευκαιριών κακοποίησης και σεξουαλικού τουρισμού εις βάρος παιδιών
10.(1) Όποιος διοχετεύει υλικό που προβάλλει ευκαιρίες για τη διάπραξη οποιουδήποτε αδικήματος που προβλέπεται στα άρθρα 6 μέχρι 9 του παρόντος Νόμου είναι ένοχος κακουργήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δέκα (10) έτη.
(2) Όποιος διοργανώνει ταξίδια για τρίτα πρόσωπα, για εμπορικούς ή μη σκοπούς, με σκοπό τη διάπραξη οποιουδήποτε αδικήματος που προβλέπεται στα άρθρα 6 μέχρι 9 του παρόντος Νόμου, είναι ένοχος κακουργήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δέκα (10) έτη.
91(Ι)/2014
Ιστότοποι που περιέχουν ή διαδίδουν υλικό σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού
11.(1) Για την τιμωρία της παραγωγής, προσφοράς, διανομής ή διαβίβασης, εξασφάλισης ή κατοχής υλικού σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού μέσω της χρήσης συστήματος ηλεκτρονικού υπολογιστή, εφαρμόζονται οι διατάξεις του περί της Σύμβασης κατά του Εγκλήματος μέσω του Διαδικτύου (Κυρωτικός) Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται.
(2) Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (1), το δικαστήριο σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας δύναται να διατάξει τα πιο κάτω:
(α) Την κατάργηση ή/και την μη πρόσβαση από τους χρήστες σε ιστότοπους που φιλοξενούν ιστοσελίδες που περιέχουν υλικό σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού ή διαδίδουν υλικό σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού·
(β) τη φραγή της πρόσβασης σε ιστοσελίδες που περιλαμβάνουν ή διαδίδουν υλικό σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού, για τους χρήστες του διαδικτύου που διαμένουν στη Δημοκρατία.
(3)(α) Πάροχοι διαδικτύου οι οποίοι προσφέρουν υπηρεσίες ή πρόσβαση στο διαδίκτυο εντός του εδάφους της Δημοκρατίας, υπέχουν υποχρέωση όπως όταν αποκτήσουν γνώση ή όταν ενημερωθούν από την εμπλεκόμενη υπηρεσία για την ύπαρξη υλικού σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού σε οποιονδήποτε ιστότοπο, λάβουν άμεσα τα κατάλληλα μέτρα για την διακοπή της πρόσβασης από τους χρήστες διαδικτύου.
(β) Παράβαση της αναφερόμενης στην παράγραφο (α) υποχρέωσης συνιστά ποινικό αδίκημα, που τιμωρείται με ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία (3) έτη ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις εκατόν εβδομήντα χιλιάδες ευρώ (€170.000) ή και με τις δύο αυτές ποινές.
91(Ι)/2014
59(I)/2025
Συναινετικές σεξουαλικές πράξεις μεταξύ ανηλίκων ή μεταξύ παιδιού και ενήλικα, όπου η διαφορά ηλικίας μεταξύ των δύο δεν υπερβαίνει τα τρία χρόνια ή στα πλαίσια γάμου
12.(1) Συναινετικές σεξουαλικές δραστηριότητες όπως καθορίζονται στα εδάφια (1) και (3) του άρθρου 6, στο εδάφιο (3) του άρθρου 7, στα εδάφια (1) και (5) του άρθρου 8 και στα εδάφια (1) και (2) του άρθρου 9 μεταξύ δύο παιδιών τα οποία δεν έχουν φτάσει στην ηλικία συναίνεσης και τα οποία έχουν παρόμοια ηλικία και παρόμοιο βαθμό ψυχολογικής και σωματικής ανάπτυξης ή ωριμότητας, και οι οποίες δραστηριότητες δεν περιλαμβάνουν οποιαδήποτε κακοποίηση ή βία ή εκμετάλλευση ή εξαναγκασμό δεν συνιστούν ποινικό αδίκημα δυνάμει του παρόντος Νόμου.
(2) Συναινετικές σεξουαλικές δραστηριότητες όπως καθορίζονται στα εδάφια (1) και (3) του άρθρου 6, στο εδάφιο (3) του άρθρου 7, στα εδάφια (1) και (5) του άρθρου 8 και στα εδάφια (1) και (2) του άρθρου 9, μεταξύ ενός ενήλικα και ενός παιδιού το οποίο δεν έχει φτάσει στην ηλικία συναίνεσης, όπου η διαφορά ηλικίας μεταξύ των δύο δεν υπερβαίνει τα τρία (3) χρόνια και οι οποίες δραστηριότητες δεν περιλαμβάνουν οποιαδήποτε κακοποίηση ή βία ή εκμετάλλευση ή εξαναγκασμό δεν συνιστούν ποινικό αδίκημα δυνάμει του παρόντος Νόμου.
(3) Συναινετικές σεξουαλικές δραστηριότητες, όπως καθορίζονται στα εδάφια (1) και (3) του άρθρου 6, στο εδάφιο (3) του άρθρου 7, στα εδάφια (1) και (3) του άρθρου 8 και στα εδάφια (1) και (2) του άρθρου 9, δεν συνιστούν ποινικό αδίκημα δυνάμει του παρόντος Νόμου σε περίπτωση που έχει συναφθεί γάμος όπως προβλέπεται στο άρθρο 15 του περί Γάμου Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, μεταξύ παιδιού και του προσώπου που διενήργησε την πράξη και εφόσον στην εν λόγω πράξη δεν περιλαμβάνεται οποιαδήποτε κακοποίηση ή βία ή εκμετάλλευση ή εξαναγκασμός.
(4) Το παρόν άρθρο δεν εφαρμόζεται σε περιπτώσεις όπου οποιοδήποτε από τα εμπλεκόμενα παιδιά είναι ηλικίας κάτω των δεκατριών (13) ετών.
91(Ι)/2014
Ευθύνη νομικών προσώπων
13.(1) Νομικό πρόσωπο είναι υπεύθυνο για τα αδικήματα που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο όταν αυτά διαπράττονται προς όφελός του, από οποιοδήποτε πρόσωπο, το οποίο ενεργεί είτε ατομικά είτε ως μέλος οργάνου του νομικού προσώπου και το οποίο κατέχει στο νομικό αυτό πρόσωπο ηγετική θέση που βασίζεται σε –
(α) εξουσία αντιπροσώπευσης του νομικού προσώπου· ή
(β) εξουσία να λαμβάνει αποφάσεις εκ μέρους του νομικού προσώπου· ή
(γ) εξουσία να ασκεί έλεγχο εντός του νομικού προσώπου.
(2) Άνευ επηρεασμού των διατάξεων του εδαφίου (1), νομικό πρόσωπο δύναται να θεωρηθεί υπεύθυνο για τη διάπραξη των αδικημάτων που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο σε περίπτωση κατά την οποία η ελλιπής εποπτεία ή ο ελλιπής έλεγχος από πρόσωπο που καθορίζεται στο εδάφιο (1) έχει καταστήσει δυνατή τη διάπραξη των εν λόγω αδικημάτων προς όφελος του νομικού προσώπου από πρόσωπο το οποίο ενεργεί υπό την δικαιοδοσία του.
(3) Η ευθύνη του νομικού προσώπου δυνάμει των εδαφίων (1) και (2), δεν αποκλείει την ποινική δίωξη των φυσικών προσώπων που ενεργούν ως αυτουργοί, ηθικοί αυτουργοί ή συνεργοί στα αδικήματα που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο.
(4) Νομικό πρόσωπο το οποίο καταδικάζεται για τη διάπραξη οποιουδήποτε αδικήματος προβλέπεται στο παρόν Μέρος, υπόκειται σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις εξακόσιες χιλιάδες ευρώ (€600.000).
(5) Πέραν τις ποινικής ευθύνης για τη διάπραξη των αδικημάτων που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο, το νομικό πρόσωπο υπέχει επίσης και αστική ευθύνη.
91(Ι)/2014
Επιπρόσθετες ποινές ή κυρώσεις κατά νομικών ή φυσικών προσώπων
14.(1) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου και ανεξάρτητα από την επιβολή οποιασδήποτε άλλης ποινής ή κύρωσης για τη διάπραξη των ποινικών αδικημάτων που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο, το Δικαστήριο δύναται, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας ή κατά την επιβολή ποινής σε καταδικασθέντα φυσικό ή νομικό πρόσωπο, να διατάξει ως επιπρόσθετη ποινή ή κύρωση-
(α) τον αποκλεισμό από δημόσιες παροχές ή ενισχύσεις·
(β) την προσωρινή ή τη μόνιμη απαγόρευση άσκησης καθορισμένης εμπορικής δραστηριότητας ή παροχή υπηρεσιών είτε απ΄ευθείας είτε μέσω τρίτου∙
(γ) την επιβολή δικαστικής εποπτείας ή την παραπομπή στην Αρχή Εποπτείας που εγκαθιδρύεται δυνάμει του άρθρου 47 του παρόντος Νόμου για χρονικό διάστημα που καθορίζει το Δικαστήριο:
Νοείται ότι διάταγμα που εκδίδεται δυνάμει του παρόντος εδαφίου δύναται να τροποποιηθεί, να ανανεωθεί ή να καταργηθεί από το Δικαστήριο, κατόπιν αίτησης του προσώπου για το οποίο έχει εκδοθεί το διάταγμα ή του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας.
(δ) τη διάλυση του νομικού προσώπου∙
(ε) το προσωρινό ή το μόνιμο κλείσιμο των υποστατικών ή εγκαταστάσεων που χρησιμοποιήθηκαν για τη διάπραξη του αδικήματος∙
(στ) την απαγόρευση εργοδότησης του καταδικασθέντος σε χώρους όπου βρίσκονται ή συχνάζουν παιδιά∙
(ζ) τον τερματισμό απασχόλησης του καταδικασθέντος σε χώρους όπου βρίσκονται ή συχνάζουν παιδιά∙
(η) την απαγόρευση διαμονής του καταδικασθέντος στο χώρο διαμονής του θύματος ή άλλων παιδιών ή σε χώρο ο οποίος γειτνιάζει είτε με τον τόπο διαμονής του θύματος ή άλλων παιδιών είτε με οργανωμένους χώρους όπου βρίσκονται ή συχνάζουν παιδιά∙
(θ) την κατάσχεση και τη δήμευση οποιουδήποτε αντικειμένου ή μέσου το οποίο χρησιμοποιήθηκε για τη διάπραξη οποιουδήποτε αδικήματος που προβλέπεται στον παρόντα Νόμο σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 16∙
(ι) την ενεργοποίηση του συστήματος ηλεκτρονικής παρακολούθησης και προειδοποίησης όπως αυτό καθορίζεται στο εδάφιο (2) του άρθρου 21Β του περί Φυλακών Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται.
(2) Το Δικαστήριο δύναται, με τη συγκατάθεση του προσώπου για το οποίο εκδίδεται το διάταγμα, να διατάξει την υποβολή του προσώπου αυτού σε διαγνωστική εξέταση από ψυχίατρο και/ή κλινικό ψυχολόγο των Υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας ή θεραπεία από ψυχίατρο και/ή κλινικό ψυχολόγο των Υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας:
Νοείται ότι σε περίπτωση που το πιο πάνω πρόσωπο εκτίει ποινή φυλάκισης η ευθύνη της αξιολόγησης, αντιμετώπισης πιθανής συννοσηρότητας, παρακολούθησης, προσπάθειας ανάπτυξης θεραπευτικών κινήτρων, στήριξης για βελτίωση της εναισθησίας του καταδικασθέντος, και προετοιμασία του για εποπτεία η οποία δύναται να διαταχθεί και μετά την αποφυλάκισή του ανήκει στο Τμήμα Ψυχικής Υγείας των Φυλακών.
(3) Παράλειψη συμμόρφωσης με διάταγμα του Δικαστηρίου που εκδίδεται δυνάμει του εδαφίου (1), συνιστά ποινικό αδίκημα και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα πέντε (5) έτη ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις εκατόν εβδομήντα χιλιάδες ευρώ (€170.000) ή και με τις δύο αυτές ποινές.
(4) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του περί Αποκαταστάσεως Καταδικασθέντων Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, σε περίπτωση που πρόσωπο καταδικάζεται για αδίκημα που προβλέπεται στα άρθρα 6 μέχρι 10 και 15 του παρόντος Νόμου, η εν λόγω καταδίκη καταχωρείται στο ποινικό μητρώο αυτού και δεν διαγράφεται.
(5) Σε περίπτωση καταδίκης οποιουδήποτε προσώπου για τη διάπραξη αδικήματος που προβλέπεται στον παρόντα Νόμο, το Δικαστήριο, δύναται κατά την επιβολή ποινής να λαμβάνει υπόψη του τυχόν προηγούμενες καταδίκες του ίδιου προσώπου από Δικαστήρια των άλλων συμβαλλομένων κρατών της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για τη Δράση ενάντια στην Εμπορία Ανθρώπων, όπως αυτή κυρώθηκε με τον περί της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για τη Δράση ενάντια στην Εμπορία Ανθρώπων (Κυρωτικό) Νόμο και της Σύμβασης του Συμβουλίου της Ευρώπης για την Προστασία των Παιδιών ενάντια στη Σεξουαλική Εκμετάλλευση και τη Σεξουαλική Κακοποίηση η οποία υπογράφτηκε στο Lanzarote στις 25 Οκτωβρίου 2007.
(6) Πέραν τις ποινικής ευθύνης για τη διάπραξη των αδικημάτων που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο, ο καταδικασθείς υπέχει επίσης και αστική ευθύνη.
91(Ι)/2014
Υποκίνηση, συνέργια και απόπειρα διάπραξης των αδικημάτων του παρόντος Νόμου
15.(1) Όποιος συνδράμει, υποκινεί ή συνεργάζεται με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο για τη διάπραξη αδικήματος που προβλέπεται στον παρόντα Νόμο είναι ένοχος αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται στην ίδια ποινή φυλάκισης που φέρουν τα εν λόγω αδικήματα για τον αυτουργό.
(2) Όποιος αποπειράται τη διάπραξη των αδικημάτων τα οποία προνοούνται στα εδάφια (3), (4), (5), (6) και (7) του άρθρου 6, στα εδάφια (1), (2), (5), (6), (7) και (8) του άρθρου 7, και στα εδάφια (3), (4), (5) και (6) του άρθρου 8 του παρόντος Νόμου είναι ένοχος αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δεκατέσσερα (14) έτη.
(3) Όποιος αποπειράται τη διάπραξη των αδικημάτων τα οποία προνοούνται στα εδάφια (1) και (2) του άρθρου 6, στα εδάφια (3) και (4) του άρθρου 7, στα εδάφια (1) και (2) του άρθρου 8, και στα εδάφια (1) και (2) του άρθρου 9 του παρόντος Νόμου είναι ένοχος αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα εφτά (7) έτη.
(4) Για την απόδειξη των αδικημάτων της απόπειρας, συνδρομής, υποκίνησης, συνέργειας για τη διάπραξη των αδικημάτων που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο εφαρμόζονται κατ΄ αναλογία οι διατάξεις των άρθρων 20 μέχρι 23 του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται.
91(Ι)/2014
Γενεσιουργά αδικήματα και δήμευση προϊόντων αδικημάτων
16.(1) Τα αδικήματα που προβλέπονται στα άρθρα 7 μέχρι 11 του παρόντος Νόμου θεωρούνται γενεσιουργά αδικήματα δυνάμει του περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται.
(2) Οποιαδήποτε έσοδα προκύπτουν από τη διάπραξη των αδικημάτων που προβλέπονται στα άρθρα 7 μέχρι 11 του παρόντος Νόμου δημεύονται δυνάμει των διατάξεων του περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται.
(3) Ανεξαρτήτως των διατάξεων του περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, το προϊόν δήμευσης που προκύπτει δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (2) καθώς και οποιαδήποτε χρηματική ποινή που επιβάλλεται από το Δικαστήριο για τη διάπραξη των αδικημάτων που προβλέπονται στα άρθρα 6 μέχρι 11 του παρόντος Νόμου, κατατίθενται στο Ταμείο Ανήλικων Θυμάτων Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης και Κακοποίησης που εγκαθιδρύεται δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 46 του παρόντος Νόμου.
91(Ι)/2014
Επέκταση της δικαιοδοσίας των δικαστηρίων
17.(1) Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 5 του Ποινικού Κώδικα και παρά τις διατάξεις του άρθρου 6 του Ποινικού Κώδικα, τα δικαστήρια της Δημοκρατίας έχουν δικαιοδοσία να εκδικάζουν αδικήματα που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο εφόσον αυτά διαπράττονται για λογαριασμό νομικού προσώπου το οποίο είναι εγκατεστημένο στη Δημοκρατία.
(2) Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 5 του Ποινικού Κώδικα και παρά τις διατάξεις του άρθρου 6 του Ποινικού Κώδικα, τα δικαστήρια της Δημοκρατίας έχουν δικαιοδοσία να εκδικάζουν αδικήματα που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο εφόσον αυτά διαπράττονται με τη βοήθεια ηλεκτρονικού συστήματος στο οποίο υπάρχει πρόσβαση από το έδαφος της Δημοκρατίας, ασχέτως εάν το ηλεκτρονικό σύστημα ευρίσκεται ή όχι στο έδαφος της Δημοκρατίας.
91(Ι)/2014
Αποκλεισμός ορισμένων υπερασπίσεων
18.(1) Δεν αποτελεί υπεράσπιση σχετικά με οποιοδήποτε από τα αδικήματα που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος δεν γνώριζε ή δεν πίστευε ότι το θύμα του αδικήματος ήταν παιδί το οποίο δεν έχει φτάσει την ηλικία συναίνεσης.
(2) Η συναίνεση του παιδιού το οποίο δεν έχει φτάσει την ηλικία συναίνεσης, είτε αυτή είναι πραγματική είτε δίνεται ως αποτέλεσμα χρήσης απειλής ή βίας ή άλλης μορφής εξαναγκασμού ή δόλου ή εξαπάτησης ή κατάχρησης εξουσίας ή εκμετάλλευσης της ευάλωτης θέσης του παιδιού ή παροχής ή λήψης πληρωμών ή ωφελημάτων δεν αποτελεί υπεράσπιση σχετικά με οποιοδήποτε από τα αδικήματα που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο.
91(Ι)/2014
Επιβαρυντικές περιστάσεις
19. Κατά την εκδίκαση των αδικημάτων που προβλέπονται στα άρθρα 6 μέχρι 9 και 15 και στην επιμέτρηση της ποινής, λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο, ως επιβαρυντικές οι ακόλουθες περιστάσεις:
(α) Η διάπραξη του αδικήματος εξέθεσε εξ υπαίτιας ή ανυπαίτιας σοβαρής μορφής αμέλειας σε κίνδυνο τη ζωή του θύματος∙
(β) το αδίκημα διεπράχθη εις βάρος παιδιού ευάλωτης θέσης, όπως για παράδειγμα παιδιού με διανοητική ή σωματική αναπηρία, σε κατάσταση εξάρτησης ή σε κατάσταση σωματικής ή διανοητικής ανικανότητας∙
(γ) το αδίκημα διεπράχθη από μέλος της οικογένειας του θύματος, από πρόσωπο που συγκατοικεί με το θύμα ή από πρόσωπο που έχει κάνει κατάχρηση θέσεως εμπιστοσύνης, επιρροής ή εξουσίας·
(δ) το αδίκημα διεπράχθη από τουλάχιστον δύο πρόσωπα που ενέργησαν από κοινού·
(ε) κατά τη διάπραξη του ποινικού αδικήματος χρησιμοποιήθηκε βία ή προκλήθηκε βλάβη στο θύμα∙
(στ) το ποινικό αδίκημα διεπράχθη στο πλαίσιο εγκληματικής οργάνωσης όπως αυτή καθορίζεται στο άρθρο 63Β του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται∙
(ζ) ο δράστης έχει καταδικασθεί στο παρελθόν για αδικήματα του ίδιου τύπου·
(η) το αδίκημα διεπράχθη από δημόσιο λειτουργό κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του.
91(Ι)/2014
Μεταχείριση παιδιών θυτών
20. Ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου Νόμου, δικαστήριο το οποίο εκδικάζει υπόθεση για διάπραξη αδικήματος που αναφέρεται στον παρόντα Νόμο από παιδί λαμβάνοντας υπόψη το συμφέρον τόσο του παιδιού θύματος όσο και του παιδιού θύτη αποφασίζει, όπου αυτό είναι δυνατό, την εφαρμογή του περί Κηδεμονίας και Άλλων Τρόπων Μεταχείρισης Αδικοπραγούντων Νόμου και εφαρμόζει την αρχή ότι η επιβολή της ποινής της φυλάκισης αποτελεί την έσχατη λύση και, σε περίπτωση που αποφασίζει την επιβολή ποινής φυλάκισης, κατά τον καθορισμό της λαμβάνει σοβαρά υπόψη το γεγονός ότι πρόκειται για παιδί.
91(Ι)/2014
Ενισχυτική μαρτυρία και άμεση καταγγελία αποδεκτή ως μαρτυρία
21.(1) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου, για σκοπούς απόδειξης των αδικημάτων που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο δεν απαιτείται ενισχυτική μαρτυρία.
(2) Χωρίς να επηρεάζονται οι διατάξεις του άρθρου 10 του περί Αποδείξεως Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, καταγγελία η οποία γίνεται από θύμα αδικήματος που προβλέπεται στον παρόντα Νόμο προς οποιοδήποτε αστυνομικό, λειτουργό κοινωνικών υπηρεσιών, ψυχολόγο, ψυχίατρο ή γιατρό άλλης ειδικότητας που εξετάζει το θύμα, εκπαιδευτικό, μέλος μη κυβερνητικού οργανισμού που παρέχει συνδρομή και στήριξη σε θύματα ή μέλος του στενού περιβάλλοντος του θύματος εντός εύλογου χρονικού διαστήματος από τη διάπραξή του, αποτελεί ικανή μαρτυρία.
(3) Μαρτυρία θύματος που δίδεται σε εμπειρογνώμονα αποτελεί ικανή μαρτυρία.
91(Ι)/2014
Τήρηση Αρχείου και υποχρέωση κοινοποίησης
22.(1) Η Αστυνομία διατηρεί Αρχείο, στο οποίο καταχωρούνται τα αναφερόμενα στο εδάφιο (2) στοιχεία σε σχέση με φυσικά ή νομικά πρόσωπα τα οποία καταδικάστηκαν για οποιοδήποτε από τα πιο κάτω αδικήματα ή για τα οποία λαμβάνεται ειδοποίηση ότι καταδικάστηκαν για τέτοιου είδους αδικήματα στο εξωτερικό, σύμφωνα με τις διατάξεις της Απόφασης-πλαίσιο 2009/315/ΔΕΥ ή οποιασδήποτε διεθνούς συνθήκης που έχει υπογράψει η Δημοκρατία:
(α) Αδίκημα που προβλέπεται στα άρθρα 6 μέχρι 10 και 15 του παρόντος Νόμου,
(β) αδίκημα κατά παιδιού που προβλέπεται στο Μέρος IV του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου,
(γ) αδίκημα που προβλέπεται στα άρθρα 9, 10 και 11 των περί της Καταπολέμησης της Εμπορίας και της Εκμετάλλευσης Προσώπων και της Προστασίας των Θυμάτων Νόμων του 2007 και 2012,
(δ) αδίκημα κατά ανηλίκου που προβλέπεται στα άρθρα 3 και 4 του περί της Καταπολέμησης της Εμπορίας Προσώπων και περί Σεξουαλικής Εκμετάλλευσης Ανηλίκων Νόμου του 2000,
(ε) αδίκημα που προβλέπεται στον περί της Σύμβασης κατά του Εγκλήματος μέσω του Διαδικτύου (Κυρωτικού) Νόμο, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται,
(στ) αδίκημα που προβλέπεται στον περί Προαιρετικού Πρωτοκόλλου στη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα του Παιδιού, για την Πώληση Παιδιών, Παιδική Πορνεία και Πορνογραφία (Κυρωτικού) Νόμο, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται,
(ζ) αδίκημα που προβλέπεται στα άρθρα 9, 10 και 11 του περί της Καταπολέμησης της Εμπορίας και της Εκμετάλλευσης Προσώπων και της Προστασίας των Θυμάτων Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται.
(2) Τα πιο κάτω στοιχεία καταχωρούνται στο Αρχείο το οποίο δημιουργείται δυνάμει του εδαφίου (1) του παρόντος άρθρου για κάθε πρόσωπο που εμπίπτει στις πρόνοιες του παρόντος άρθρου:
(α) Η ημερομηνία γέννησής του ή, στην περίπτωση νομικού πρόσωπου, η ημερομηνία εγγραφής του στο Μητρώο Εταιρειών,
(β) ο αριθμός ταυτότητάς του ή, στην περίπτωση νομικού πρόσωπου, ο αριθμός εγγραφής του στο Μητρώο Εταιρειών,
(γ) το όνομά του και, σε περίπτωση που χρησιμοποιεί άλλο όνομα ή άλλα ονόματα, τα ονόματα αυτά,
(δ) η διεύθυνση κατοικίας του ή, στην περίπτωση νομικού πρόσωπου, τη διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου του κατά την ημερομηνία συμπερίληψής του στο Αρχείο,
(ε) η διεύθυνση οποιουδήποτε υποστατικού εντός του εδάφους της Δημοκρατίας στο οποίο διαμένει ή παραμένει τακτικά ή εργοδοτείται ή διεξάγει εργασίες,
(στ) σε περίπτωση που έχει διαβατήριο ή διαβατήρια, οι πιο κάτω λεπτομέρειες για κάθε διαβατήριο που κατέχει:
(i) Η εκδίδουσα αρχή,
(ii) ο αριθμός διαβατηρίου,
(iii) οι ημερομηνίες έκδοσης και λήξης, και
(iv) το όνομα και η ημερομηνία γέννησης του προσώπου στο οποίο εκδόθηκε το διαβατήριο,
(ζ) τρεις φωτογραφίες του (πρόσοψη και προφίλ),
(η) το ύψος του,
(θ) τα δακτυλικά του αποτυπώματα,
(ι) δεδομένα σχετικά με το γενετικό του προφίλ (DNA), και
(κ) οι κατηγορίες για τις οποίες έχει καταδικασθεί, οι κατηγορίες για τις οποίες υπήρξε άμεση παραδοχή και ο συνήθης τρόπος δράσης αυτού.
(3) Πρόσωπο το οποίο έχει καταδικασθεί για αδίκημα δυνάμει του παρόντος Νόμου υπέχει υποχρέωση κοινοποίησης στην Αστυνομία των στοιχείων που καθορίζονται στο εδάφιο (2), καθώς και υποχρέωση κοινοποίησης στην Αστυνομία οποιασδήποτε αλλαγής στα στοιχεία αυτά εντός τριών (3) ημερών από την ημερομηνία της αλλαγής αυτής ή πριν από αυτή την ημερομηνία, καθώς και για τη χρήση οποιουδήποτε ονόματος άλλου από αυτά που έχει δηλώσει εντός τριών (3) ημερών από την ημερομηνία της χρήσης αυτού ή πριν από αυτή την ημερομηνία:
Νοείται ότι, ο καταδικασθείς δύναται να ειδοποιήσει την Αστυνομία για τα πιο πάνω στοιχεία μέχρι και τρεις (3) ημέρες πριν την ημερομηνία αλλαγής των στοιχείων αυτών ή της χρήσης άλλου ονόματος καθορίζοντας και την ημερομηνία που πρόκειται να πραγματοποιηθεί αυτή η αλλαγή ή η χρήση:
Νοείται περαιτέρω ότι, ανεξάρτητα από τις διατάξεις του παρόντος εδαφίου, ο καταδικασθείς υπέχει υποχρέωση κοινοποίησης στην Αστυνομία τουλάχιστον δεκαπέντε (15) ημέρες πριν από την ημερομηνία αλλαγής σε σχέση με τα στοιχεία που καθορίζονται στις παραγράφους (δ) και (ε) του εδαφίου (2) του παρόντος άρθρου.
(4) Ο καταδικασθείς κοινοποιεί στην Αστυνομία τα αναφερόμενα στις παραγράφους (α) έως (ζ) του εδαφίου (2) στοιχεία σε κάθε περίπτωση τουλάχιστο μία (1) φορά κάθε έτος, μετά την αρχική τους κοινοποίηση.
(5) Παράλειψη συμμόρφωσης με την υποχρέωση κοινοποίησης που επιβάλλεται δυνάμει των προνοιών του παρόντος άρθρου συνιστά ποινικό αδίκημα και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία (3) έτη ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις εκατόν εβδομήντα χιλιάδες ευρώ (€170.000) ή και με τις δύο αυτές ποινές.
(6) Οποιοσδήποτε προτίθεται να εργοδοτήσει πρόσωπο για επαγγελματικές ή οργανωμένες δραστηριότητες ή δραστηριότητες εθελοντικού χαρακτήρα, οι οποίες περιλαμβάνουν τακτικές επαφές με παιδιά, υπέχει υποχρέωση όπως μην προχωρήσει στην εργοδότηση οποιουδήποτε προσώπου, εκτός εάν αυτό προσκομίσει πιστοποιητικό ότι δεν περιλαμβάνεται στο Αρχείο που τηρείται δυνάμει των προνοιών του παρόντος άρθρου.
(7) Παράλειψη συμμόρφωσης με την υποχρέωση που επιβάλλεται δυνάμει των προνοιών του εδαφίου (6) του παρόντος άρθρου συνιστά ποινικό αδίκημα και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία (3) έτη ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις εκατόν εβδομήντα χιλιάδες ευρώ (€170.000) ή και με τις δύο αυτές ποινές.
91(Ι)/2014
Διάρκεια υποχρέωσης ειδοποίησης
23.(1) Τηρουμένων των προνοιών του εδαφίου (2), η αναφερόμενη στο άρθρο 22 υποχρέωση κοινοποίησης υφίσταται για περίοδο που καθορίζεται ως ακολούθως:
(α) Σχετικά με πρόσωπο που καταδικάστηκε σε διά βίου φυλάκιση ή σε φυλάκιση για χρονική περίοδο μεγαλύτερη των τριάντα (30) μηνών, επ’ αόριστον,
(β) σχετικά με πρόσωπο που καταδικάστηκε σε φυλάκιση για χρονική περίοδο μεγαλύτερη των έξι (6) μηνών αλλά όχι μεγαλύτερη των τριάντα (30) μηνών, για περίοδο δέκα (10) ετών αρχόμενη από την ημερομηνία της καταδίκης του,
(γ) σχετικά με πρόσωπο που καταδικάστηκε σε φυλάκιση για χρονική περίοδο που δεν υπερβαίνει τους έξι (6) μήνες, για περίοδο επτά (7) ετών αρχόμενη από την ημερομηνία της καταδίκης του.
(2) Σε περίπτωση που ο καταδικασθείς είναι πρόσωπο το οποίο κατά την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος ήταν ηλικίας κάτω των δεκαοκτώ (18) ετών, οι αναφερόμενες στο εδάφιο (1) περίοδοι υποχρέωσης ειδοποίησης μειώνονται κατά το ένα δεύτερο (1/2).
(3) Στον υπολογισμό των αναφερόμενων στα εδάφια (1) και (2) χρονικών περιόδων, δε λαμβάνεται υπόψη οποιαδήποτε χρονική περίοδος κατά την οποία ο καταδικασθείς βρίσκεται σε φυλάκιση ή σε κράτηση.
91(Ι)/2014
Μέθοδος ειδοποίησης
24. Ο καταδικασθείς δίνει την αναφερόμενη στο άρθρο 22 ειδοποίηση στον κεντρικό αστυνομικό σταθμό της επαρχίας στην οποία διαμένει κατά τη χρονική στιγμή της ειδοποίησης και λαμβάνει γραπτή απόδειξη στην οποία αναφέρεται ότι λήφθηκε η εν λόγω ειδοποίηση.
91(Ι)/2014
Αναθεώρηση επ’ αόριστον υποχρέωσης ειδοποίησης
25.(1) Η επ’ αόριστον υποχρέωση ειδοποίησης, όπως προβλέπεται στο άρθρο 23, αναθεωρείται μετά από την πάροδο δεκαπέντε (15) ετών από την ημερομηνία καταδίκης του καταδικασθέντος:
Νοείται ότι, σε περίπτωση που το εν λόγω πρόσωπο ήταν ηλικίας κάτω των δεκαοκτώ (18) ετών κατά την ημερομηνία της καταδίκης του, η χρονική αυτή περίοδος μειώνεται στα οκτώ (8) έτη.
(2) Κατά τον υπολογισμό της αναφερόμενης στο εδάφιο (1) χρονικής περιόδου δε λαμβάνεται υπόψη οποιαδήποτε χρονική περίοδος κατά την οποία ο καταδικασθείς βρίσκεται σε φυλάκιση ή σε κράτηση.
91(Ι)/2014
Λήψη της απόφασης από το δικαστήριο και ενημέρωση του καταδικασθέντος
26.(1) Στο τέλος της αναφερόμενης στο άρθρο 23 χρονικής περιόδου, ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας υποβάλλει στο αρμόδιο δικαστήριο όλα τα σχετικά στοιχεία και το δικαστήριο αποφασίζει είτε τη συνέχιση της υποχρέωσης κοινοποίησης για περαιτέρω περίοδο που δεν υπερβαίνει τα δεκαπέντε (15) έτη είτε τη διακοπή αυτής.
(2) Σε περίπτωση το δικαστήριο αποφασίσει τη συνέχιση της υποχρέωσης ειδοποίησης, ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας υποβάλλει στο αρμόδιο δικαστήριο όλα τα σχετικά στοιχεία κατά το τέλος της χρονικής περιόδου που καθορίζεται στην απόφαση αυτή, και το δικαστήριο αποφασίζει εκ νέου είτε τη συνέχιση της υποχρέωσης ειδοποίησης για περαιτέρω περίοδο που δεν υπερβαίνει τα δεκαπέντε (15) έτη είτε τη διακοπή αυτής.
(3) Η Αστυνομία ενημερώνει τον καταδικασθέντα, όχι αργότερα από την ημερομηνία κατά την οποία συμπληρώνονται τα δεκαπέντε (15) ή τα οκτώ (8) έτη, ανάλογα με την περίπτωση, κατά πόσο συνεχίζεται ή τερματίζεται η υποχρέωση ειδοποίησης, με επίδοση της απόφασης του δικαστηρίου.
(4) Κατά τη λήψη της αναφερόμενης στο εδάφιο (1) απόφασης, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τα ακόλουθα:
(α) Την πιθανότητα ο καταδικασθείς να αποτελεί κίνδυνο πρόκλησης σεξουαλικής βλάβης στον πληθυσμό ή σε μέρος του πληθυσμού της Δημοκρατίας,
(β) τη σοβαρότητα του αδικήματος ή των αδικημάτων για τα οποία καταδικάστηκε, στην οποία καταδίκη βασίζεται η υποχρέωση ειδοποίησης,
(γ) το χρονικό διάστημα που παρήλθε από τη διάπραξη του αδικήματος ή των αδικημάτων,
(δ) κατά πόσο ο καταδικασθείς διέπραξε αδίκημα δυνάμει του εδαφίου (5) του άρθρου 22 του παρόντος Νόμου,
(ε) την ηλικία του καταδικασθέντος κατά το χρόνο λήψης της απόφασης από το δικαστήριο,
(στ) την ηλικία του καταδικασθέντος κατά το χρόνο της διάπραξης του αδικήματος,
(ζ) την ηλικία του ανήλικου προσώπου που ήταν το θύμα τέτοιου αδικήματος και τη διαφορά ηλικίας μεταξύ του θύματος και του καταδικασθέντος,
(η) οποιαδήποτε άλλη καταδίκη για αδίκημα που περιλαμβάνεται στον παρόντα Νόμο ή/και αδίκημα κατά των ηθών εναντίον ανήλικου προσώπου δυνάμει των διατάξεων του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου ή οποιουδήποτε άλλου νόμου,
(θ) κατά πόσο εκκρεμεί ποινική διαδικασία εναντίον του καταδικασθέντος για αδίκημα που περιλαμβάνεται στον παρόντα Νόμο ή/και αδίκημα κατά των ηθών εναντίον ανήλικου προσώπου δυνάμει των διατάξεων του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου ή οποιουδήποτε άλλου νόμου,
(ι) οποιαδήποτε στοιχεία κατατέθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου αναφορικά με τον κίνδυνο που αποτελεί ο καταδικασθείς στον πληθυσμό ή σε οποιοδήποτε μέρος του πληθυσμού της Δημοκρατίας, περιλαμβανομένης της άποψης της Αρχής Εποπτείας,
(ια) οποιαδήποτε στοιχεία κατατέθηκαν από ή εκ μέρους του καταδικασθέντος που να καταδεικνύουν ότι αυτός δεν αποτελεί κίνδυνο στον πληθυσμό ή σε οποιοδήποτε μέρος του πληθυσμού της Δημοκρατίας,
(ιβ) οτιδήποτε άλλο το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να ληφθεί υπόψη για τη λήψη της απόφασής του.
91(Ι)/2014
Δικαίωμα του καταδικασθέντος για υποβολή αίτησης αναθεώρησης
27. Σε περίπτωση που η Αστυνομία δεν καταθέσει τα σχετικά στοιχεία στο δικαστήριο, όπως προβλέπεται στο άρθρο 25 του παρόντος Νόμου, ο καταδικασθείς δύναται να απευθυνθεί ο ίδιος στο δικαστήριο, με γραπτό αίτημά του, για αναθεώρηση της υποχρέωσης ειδοποίησης και το δικαστήριο λαμβάνει σχετική απόφαση όπως προβλέπεται στο άρθρο αυτό.
91(Ι)/2014
Ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ κρατών μελών
28. Τα στοιχεία που αναφέρονται στο άρθρο 22 του παρόντος Νόμου, καθώς και του ποινικού μητρώου των καταδικασθέντων προσώπων, διαβιβάζονται σύμφωνα με τις διαδικασίες που καθορίζονται στην Απόφαση-Πλαίσιο 2009/315/ΔΕΥ.
91(Ι)/2014
Επιπρόσθετες υποχρεώσεις Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και Αρχηγού της Αστυνομίας σε σχέση με την ποινική έρευνα και δίωξη των αδικημάτων
29. Ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, ο Αρχηγός της Αστυνομίας και το δικαστήριο ενώπιον του οποίου εκκρεμεί προς εκδίκαση ποινική υπόθεση για διάπραξη αδικήματος δυνάμει του παρόντος Νόμου, στο πλαίσιο των εξουσιών και αρμοδιοτήτων τους λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να -
(α) διασφαλίσουν ότι η ποινική διαδικασία που αφορά τα αδικήματα που προβλέπονται στο παρόντα Νόμο έχει προτεραιότητα και διεξάγονται χωρίς καθυστέρηση∙
(β) διασφαλίσουν ότι η διεξαγωγή της ποινικής διαδικασίας δεν θα επιδεινώσει την τραυματική εμπειρία που βίωσε το θύμα∙
(γ) εξασφαλίσουν ότι τα πρόσωπα, οι μονάδες ή οι υπηρεσίες που είναι επιφορτισμένες με την ποινική έρευνα, δίωξη και προσαγωγή των αδικημάτων που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο τυγχάνουν της ανάλογης επιμόρφωσης αναφορικά με την εφαρμογή του παρόντος Νόμου∙
(δ) θέσουν στη διάθεση των προσώπων, μονάδων ή υπηρεσιών που είναι επιφορτισμένες με την ποινική έρευνα και δίωξη των αδικημάτων που αναφέρονται στον παρόντα Νόμο, αποτελεσματικά εργαλεία έρευνας, όπως αυτά που χρησιμοποιούνται κατά του οργανωμένου εγκλήματος ή άλλων σοβαρών εγκλημάτων καθώς και άλλων απαραίτητων μέσων και διευκολύνσεων∙
(ε) δοθεί η δυνατότητα στις ερευνητικές μονάδες ή υπηρεσίες να επιχειρούν την ταυτοποίηση των θυμάτων των αδικημάτων που αναφέρονται στα άρθρα 6 έως 10, ειδικότερα μέσω ανάλυσης υλικού σεξουαλικής κακοποίησης παιδιού, όπως φωτογραφίες και οπτικοακουστικές εγγραφές που μεταδίδονται ή καθίστανται διαθέσιμες μέσω της τεχνολογίας των πληροφοριών και των επικοινωνιών· και
(στ) διασφαλιστεί ότι η αβεβαιότητα για την πραγματική ηλικία του θύματος δεν θα αποτρέψει την εκκίνηση των ποινικών ερευνών.
91(Ι)/2014
59(I)/2025
Αναφορά υποψίας σεξουαλικής εκμετάλλευσης και κακοποίησης παιδιών και προώθηση καταγγελίας
30.(1) Οποιοσδήποτε παραλείπει να καταγγείλει περίπτωση που περιέρχεται σε γνώση του, όπου εμπλέκεται παιδί ή παιδί με διανοητική ή ψυχική ανεπάρκεια σε αδικήματα που προβλέπονται στα άρθρα 6 μέχρι 10 και 15 του παρόντος Νόμου ή δεν προωθεί σχετική καταγγελία, διαπράττει αδίκημα και σε περίπτωση καταδίκης του υπόκειται σε ποινή φυλάκισης μέχρι δεκαπέντε (15) έτη ή σε χρηματική ποινή μέχρι είκοσι χιλιάδες ευρώ (€20.000) ή και στις δύο αυτές ποινές.
(2) Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, κατά την επιμέτρηση της ποινής το δικαστήριο λαμβάνει ως επιβαρυντική περίσταση το γεγονός ότι το πρόσωπο που παραλείπει να καταγγείλει ή δεν προωθεί καταγγελία, είναι εκπαιδευτικός, λειτουργός των κοινωνικών υπηρεσιών ή δικηγόρος ο οποίος ασκεί το επάγγελμα ή μέλος του αστυνομικού σώματος ή επαγγελματίας υγείας, όπως ψυχίατρος, ιατρός οποιασδήποτε άλλης ειδικότητας, νοσηλευτής, ψυχολόγος ή άλλος επαγγελματίας με συναφείς προς το αντικείμενο δραστηριότητες.
(3) Κατά την επιμέτρηση της ποινής για την διάπραξη του αδικήματος που προβλέπεται στο εδάφιο (1) δεν αποτελεί υπεράσπιση ότι τα άτομα που αναφέρονται στο εδάφιο (2) παρέλειψαν να προβούν σε καταγγελία λόγω του επαγγελματικού τους απόρρητου.
91(Ι)/2014
ΜΕΡΟΣ ΙΙΙ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΤΩΝ ΘΥΜΑΤΩΝ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ - ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΘΥΜΑΤΩΝ ΓΙΑ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΙΣ
Υποχρεώσεις των εμπλεκόμενων υπηρεσιών για τα μέτρα συνδρομής, στήριξης και προστασίας των θυμάτων
31.(1) Οι εμπλεκόμενες υπηρεσίες καθώς και οι εμπλεκόμενοι μη κυβερνητικοί οργανισμοί μεταχειρίζονται τα θύματα με τον οφειλόμενο σεβασμό της αξιοπρέπειάς τους, αναγνωρίζουν τα δικαιώματα και τα έννομα συμφέροντά τους, ιδίως στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας καθώς και διασφαλίζουν ότι τυγχάνουν ειδικής μεταχείρισης, που ανταποκρίνεται με τον καλύτερο τρόπο στο συμφέρον τους, την κατάστασή τους, την ηλικία και το βαθμό της ωριμότητάς τους.
(2) Οι Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας διασφαλίζουν ότι παρέχεται συνδρομή, στήριξη και προστασία σε παιδί αμέσως μόλις αυτές ή οποιαδήποτε άλλη εμπλεκόμενη υπηρεσία, έχουν βάσιμους λόγους να πιστεύουν ότι ενδέχεται να έχει διαπραχθεί εις βάρος του κάποιο εκ των αδικημάτων που προβλέπονται στα άρθρα 6 έως 10 και 15 ανεξαρτήτως της προθυμίας του παιδιού να συνεργαστεί σε ποινική ανάκριση, έρευνα, δίωξη ή δίκη.
(3) Οι Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας διασφαλίζουν ότι, όταν η ηλικία προσώπου που έχει υποστεί κάποιο εκ των αδικημάτων που προβλέπονται στα άρθρα 6 έως 10 και 15 είναι αβέβαιη και υπάρχουν λόγοι να πιστεύεται ότι πρόκειται για παιδί, το εν λόγω πρόσωπο θεωρείται κατά τεκμήριο παιδί, έτσι ώστε να έχει άμεση πρόσβαση σε συνδρομή, στήριξη και προστασία, σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους ΙΙΙ και IV του παρόντος Νόμου.
91(Ι)/2014
Διάταγμα απομάκρυνσης θύματος
32.(1) Το δικαστήριο δύναται, κατά ή μετά την εκδίκαση υπόθεσης για τα αδικήματα τα οποία προνοούνται στον παρόντα Νόμο, να διατάξει για οποιαδήποτε χρονική περίοδο ήθελε κρίνει αναγκαία την απομάκρυνση του θύματος και την τοποθέτησή του σε ασφαλές μέρος ή την ανάθεση της φροντίδας του στο Διευθυντή Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας του Υπουργείου Εργασίας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, εφόσον κρίνει ότι αυτό είναι απαραίτητο προς το συμφέρον του παιδιού, και νοουμένου ότι οποιαδήποτε άλλα μέτρα εναντίον του θύτη δεν εξασφαλίζουν το συμφέρον και την προστασία του παιδιού.
(2) Το δικαστήριο δύναται να εκδώσει προσωρινό διάταγμα απομάκρυνσης θύματος εφαρμόζοντας τις διατάξεις του άρθρου 33 του παρόντος Νόμου.
91(Ι)/2014
Προσωρινό διάταγμα αποκλεισμού υπόπτου ή απομάκρυνσης θύματος
33.(1) Το δικαστήριο δύναται, έπειτα από αίτηση μέλους της οικογένειας ή της αστυνομίας ή του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ή επιτρόπου διορισμένου δυνάμει των διατάξεων του περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται, ή του Διευθυντή Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας ή του Επιτρόπου ή άλλου προσώπου που ενεργεί για λογαριασμό οποιουδήποτε απ' αυτούς, να εκδώσει προσωρινό διάταγμα αποκλεισμού του υπόπτου ή απομάκρυνσης θύματος, μέχρις ότου καταχωρισθεί και εκδικαστεί ποινική υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου για ποινικό αδίκημα το οποίο προνοείται στον παρόντα Νόμο.
(2) Το δικαστήριο εκδίδει το διάταγμα καθ’ οιονδήποτε χρόνο έπειτα από αίτηση που συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του θύματος ή οποιουδήποτε προσώπου που είναι σε θέση να έχει άμεση γνώση των γεγονότων ή εφόσον προσκομιστούν ενώπιόν του οποιαδήποτε άλλα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία δημιουργούν εκ πρώτης όψεως κίνδυνο άσκησης βίας ή επανάληψης του αδικήματος ή την αναγκαιότητα προστασίας του θύματος από επηρεασμό ή άλλως πως, περιλαμβανομένων και καταθέσεων του θύματος ή άλλων προσώπων σε οποιαδήποτε μορφή, πιστοποιητικών, βεβαιώσεων και άλλων αποδεικτικών στοιχείων δυνάμει του παρόντος Νόμου ή οποιουδήποτε άλλου νόμου.
(3)(α) Το προσωρινό διάταγμα ισχύει για περίοδο που δεν υπερβαίνει τις οκτώ (8) ημέρες από την ημέρα επίδοσής του στον ύποπτο και είναι επιστρεπτέο στο δικαστήριο εντός της περιόδου αυτής σε ώρα και ημέρα που θα ορίσει το δικαστήριο.
(β) Κατά την ορισμένη από το δικαστήριο ημέρα και ώρα το δικαστήριο ακούει τον ύποπτο ή και κάθε επηρεαζόμενο ή ενδιαφερόμενο πρόσωπο που θα παρουσιασθεί και αποφασίζει εάν θα τερματίσει την ισχύ του διατάγματος ή εάν θα το παρατείνει μέχρι οκτώ επιπρόσθετες ημέρες.
(γ) Το δικαστήριο δύναται να παρατείνει περαιτέρω την ισχύ διατάγματος για περίοδο που δεν υπερβαίνει τις οκτώ (8) ημέρες σε κάθε περίπτωση, χωρίς όμως η συνολική περίοδος ισχύος του διατάγματος να υπερβαίνει τις είκοσι τέσσερις (24) ημέρες πριν από την καταχώριση ποινικής δίωξης εναντίον υπόπτου.
(δ) Το δικαστήριο δύναται μετά την καταχώριση ποινικής δίωξης εναντίον υπόπτου να εκδώσει ή παρατείνει διάταγμα αποκλεισμού ή απομάκρυνσης θύματος με ισχύ μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης.
91(Ι)/2014
Διάταγμα αποκλεισμού
34.(1) Το δικαστήριο δύναται να εκδώσει εναντίον προσώπου που κατηγορείται για διάπραξη οποιουδήποτε αδικήματος με βάση τον παρόντα Νόμο, διάταγμα, το οποίο θα ισχύει για την περίοδο και με τους όρους που δυνατό να θέσει, με το οποίο να απαγορεύει σε αυτό να εισέρχεται ή να πλησιάζει σε συγκεκριμένη απόσταση ή να παραμένει στην κατοικία ή το χώρο διαμονής του θύματος ή σε χώρους όπου συχνάζουν παιδιά.
(2) Το δικαστήριο στο διάταγμα αποκλεισμού που εκδίδει ορίζει ημερομηνία πριν από την εκπνοή της περιόδου αποκλεισμού κατά την οποία εξετάζει το ενδεχόμενο παράτασης ή διαφοροποίησης του διατάγματος αυτού.
(3) Κατά την πιο πάνω εξέταση, το δικαστήριο ακούει τις απόψεις του κατηγορούμενου, του θύματος ή εκπροσώπου αυτού και οποιουδήποτε άλλου προσώπου το οποίο επηρεάζεται από την έκδοση του διατάγματος, εκτός όπου δεν κρίνεται σκόπιμο να καταθέσουν εναντίον του κατηγορούμενου, καθώς και τις απόψεις των εμπλεκόμενων υπηρεσιών.
(4) Ο κατηγορούμενος δύναται να ζητήσει αναθεώρηση ή ακύρωση του διατάγματος κατά την εκπνοή της καθοριζόμενης σε αυτό περιόδου.
(5) Διάταγμα αποκλεισμού δύναται να επιβληθεί και αντί οποιασδήποτε άλλης ποινής του παρόντος άρθρου ή μαζί με άλλες ποινές τις οποίες το δικαστήριο έχει εξουσία να επιβάλει δυνάμει οποιουδήποτε άλλου νόμου.
(6) Πρόσωπο εναντίον του οποίου εκδόθηκε διάταγμα αποκλεισμού και το οποίο, ενώ το εν λόγω διάταγμα βρίσκεται σε ισχύ, παραβαίνει οποιοδήποτε από τους όρους που περιλαμβάνονται σ' αυτό διαπράττει αδίκημα και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης μέχρι δύο (2) έτη.
91(Ι)/2014
Προστασία θυμάτων από ποινικοποίηση
35.(1) Τα θύματα σεξουαλικής κακοποίησης και σεξουαλικής εκμετάλλευσης δεν διώκονται ποινικά και δεν υπόκεινται σε κυρώσεις για τη συμμετοχή τους σε εγκληματικές δραστηριότητες, τις οποίες εξαναγκάστηκαν να διαπράξουν ως άμεση συνέπεια του γεγονότος ότι υπέστησαν οιαδήποτε των πράξεων μνεία των οποίων γίνεται στα άρθρα 6 και 7 και στο εδάφιο (5) του άρθρου 8.
(2) Δικαστήριο ενώπιον του οποίου εκ …
Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.