Ο περί Προσφύγων Νόμος του 2000 - 6(I)/2000
Τι αφορά αυτή η πράξη;
Ο παρών Νόμος, γνωστός ως ο περί Προσφύγων Νόμος του 2000, καθορίζει τις διαδικασίες και τα κριτήρια για την παροχή διεθνούς προστασίας σε υπηκόους τρίτων χωρών ή ανιθαγενείς στην Κυπριακή Δημοκρατία.
Για ποιους: Υπηκόους τρίτων χωρών ή ανιθαγενείς που υποβάλλουν αίτηση για διεθνή προστασία στην Κυπριακή Δημοκρατία; Πρόσωπα που έχουν αναγνωριστεί ως πρόσφυγες ή δικαιούχοι συμπληρωματικής προστασίας.
Προθεσμίες:
- "Ασυνόδευτος ανήλικος" είναι ανήλικος κάτω των 18 ετών που φθάνει ή παύει να συνοδεύεται στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές.
Με μια ματιά
- Χώρα
- Κύπρος
- Τομέας δικαίου
- Δικονομικό δίκαιο
- Άρθρα
- 11
- Πηγή
- cylaw.org
- Ανάκτηση κειμένου
- Ενημέρωση επεξήγησης
Τι ρυθμίζει αυτή η πράξη;
- Τις αιτήσεις για διεθνή προστασία, συμπεριλαμβανομένου του καθεστώτος πρόσφυγα και της συμπληρωματικής προστασίας.
- Τους ορισμούς και τα δικαιώματα των αιτητών, των προσφύγων και των δικαιούχων συμπληρωματικής προστασίας.
- Τις διαδικασίες ανάκλησης ή παύσης του καθεστώτος διεθνούς προστασίας.
- Τις ειδικές διατάξεις για ευάλωτα πρόσωπα, όπως ασυνόδευτους ανηλίκους και αιτητές με ειδικές ανάγκες υποδοχής.
Ποιους αφορά αυτή η πράξη;
- Υπηκόους τρίτων χωρών ή ανιθαγενείς που υποβάλλουν αίτηση για διεθνή προστασία στην Κυπριακή Δημοκρατία.
- Πρόσωπα που έχουν αναγνωριστεί ως πρόσφυγες ή δικαιούχοι συμπληρωματικής προστασίας.
Ποια είναι τα βασικά σημεία;
- "Αίτηση" σημαίνει αίτηση για παραχώρηση διεθνούς προστασίας.
- "Αιτητής" είναι υπήκοος τρίτης χώρας ή ανιθαγενής που έχει υποβάλει αίτηση διεθνούς προστασίας, συμπεριλαμβανομένου ανηλίκου.
- "Διεθνής προστασία" περιλαμβάνει το καθεστώς πρόσφυγα ή/και το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.
- "Ασυνόδευτος ανήλικος" είναι ανήλικος κάτω των 18 ετών που φθάνει ή παύει να συνοδεύεται στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές.
Legal guide
Δικονομικό δίκαιο
Κείμενο νόμου
Κείμενο νόμου
Ο περί Προσφύγων Νόμος του 2000 - 6(I)/2000 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | Επικοινωνία Κατάλογος Ενοποιημένης Νομοθεσίας Ο περί Προσφύγων Νόμος του 2000 (6(I)/2000) Περιεχόμενα Πλήρες Κείμενο Εκτύπωση Ιστορικό Τροποποιήσεων 6(I)/2000 6(I)/2002 53(I)/2003 67(I)/2003 9(I)/2004 241(I)/2004 154(I)/2005 112(I)/2007 122(I)/2009 9(Ι)/2013 58(Ι)/2014 59(Ι)/2014 105(I)/2016 106(I)/2016 80(I)/2018 116(I)/2019 142(I)/2020 178(I)/2022 86(I)/2023 228(I)/2025 Προοίμιο Η Βουλή των Αντιπροσώπων ψηφίζει ως ακολούθως:
ΜΕΡΟΣ Ι ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ Συνοπτικός τίτλος
Άρθρο 1
6(I)/2000 Ερμηνεία
Άρθρο 2
2.-(1) Στο Νόμο αυτό, εκτός αν από το κείμενο προκύπτει διαφορετική έννοια- "αίτηση" σημαίνει αίτηση για παραχώρηση διεθνούς προστασίας υποβληθείσα από αιτητή ο οποίος δεν αιτείται ρητά να του παρασχεθεί άλλη μορφή προστασίας δυνάμενη να ζητηθεί αυτοτελώς· "αιτητής" σημαίνει υπήκοο τρίτης χώρας ή ανιθαγενή, ο οποίος έχει υποβάλει αίτηση διεθνούς προστασίας και η ιδιότητα αυτή ισχύει για την περίοδο από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης μέχρι τη λήψη τελικής απόφασης σε σχέση με την αίτηση αυτή· η έννοια του αιτητή περιλαμβάνει και ανήλικο· “αιτητής με ειδικές ανάγκες υποδοχής” σημαίνει ευάλωτο πρόσωπο, σύμφωνα με το άρθρο 9ΚΓ, το οποίο χρειάζεται ειδικές εγγυήσεις, ώστε να απολαύει των δικαιωμάτων και να συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στην παράγραφο (β) του εδαφίου (1) και το εδάφιο (2) του άρθρου 8, στα άρθρα 9Α μέχρι 9ΚΘ και στα εδάφια (1Β), (2), (2Α), (2Β), (2Γ), (2Δ) και (2Ε) του άρθρου 10· “αιτητής που χρήζει ειδικών διαδικαστικών εγγυήσεων” σημαίνει κάθε αιτητή του οποίου η ικανότητα να απολαύει των δικαιωμάτων και να συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο περιορίζεται λόγω ιδιαίτερων περιστάσεων όπως ηλικία, φύλο, γενετήσιος προσανατολισμός, ταυτότητα φύλου, αναπηρία, σοβαρή ασθένεια, ψυχική διαταραχή ή ως συνέπεια βασανισμού, βιασμού ή άλλων σοβαρών μορφών ψυχολογικής, σωματικής ή σεξουαλικής βίας· "αλλοδαπός" σημαίνει πρόσωπο, όπως αυτό ορίζεται στον περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμο· "Αναθεωρητική Αρχή" [Διαγράφηκε, βλ. Υποσημείωση αρ. 37(2) του Ν. 105(I)/2016]· “ανάκληση διεθνούς προστασίας” σημαίνει οποιαδήποτε από τις ακόλουθες αποφάσεις του Προϊσταμένου: (α) απόφαση ανάκλησης του καθεστώτος πρόσφυγα ή συμπληρωματικής προστασίας, σύμφωνα με το εδάφιο (4) του άρθρου 5∙ (β) απόφαση παύσης της ιδιότητας πρόσφυγα σύμφωνα με το άρθρο 6∙ (γ) απόφαση ανάκλησης της ιδιότητας πρόσφυγα σύμφωνα με το άρθρο 6Α∙ (δ) απόφαση ανάκλησης του καθεστώτος διεθνούς προστασίας σύμφωνα με το άρθρο 6Β∙ (ε) απόφαση παύσης του καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας σύμφωνα με το εδάφιο (3) του άρθρου 19∙ (στ) απόφαση ανάκλησης του καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας σύμφωνα με το άρθρο (3Α) του άρθρου 19∙ "ανήλικος" σημαίνει υπήκοο τρίτης χώρας ή ανιθαγενή ηλικίας κάτω των δεκαοχτώ (18) ετών· “αρμόδιος λειτουργός” σημαίνει λειτουργό ο οποίος υπηρετεί στην Υπηρεσία Ασύλου και έχει τύχει ειδικής εκπαίδευσης σε θέματα ασύλου και συμπληρωματικής προστασίας· "Αρχή" [Διαγράφηκε]· "άσυλο" σημαίνει τη με βάση τον παρόντα Νόμο προστασία και δικαιώματα, που παρέχονται σε αλλοδαπό, ο οποίος αναγνωρίζεται ως πρόσφυγας σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου αυτού·
"ασυνόδευτος ανήλικος" σημαίνει ανήλικο που - (α) φθάνει στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές χωρίς να συνοδεύεται από ενήλικο πρόσωπο υπεύθυνο για αυτόν βάσει νόμου ή πρακτικής και για όσο χρόνο κανένα τέτοιο ενήλικο πρόσωπο δεν ασκεί στην πράξη την επιμέλειά του ή (β) παύει να συνοδεύεται μετά την είσοδό του στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές∙ "ασφαλής τρίτη χώρα" έχει την έννοια που αποδίδεται σ’ αυτή από το άρθρο 12Β του παρόντος Νόμου· “βεβαίωση υποβολής αίτησης” σημαίνει βεβαίωση υποβολής αίτησης που χορηγείται σε αιτητή δυνάμει της παραγράφου (β) του εδαφίου (1) του άρθρου 8· "Γραμματέας της Αρχής Προσφύγων" [Διαγράφηκε]· "Δημοκρατία" σημαίνει την Κυπριακή Δημοκρατία· “Διοικητικό Δικαστήριο” σημαίνει το δικαστήριο που ασκεί την εκ του Άρθρου 146 του Συντάγματος χορηγούμενη δικαιοδοσία και περιλαμβάνει οποιονδήποτε δικαστή αυτού∙ "διατάξεις του Δουβλίνου" σημαίνει τις διατάξεις που περιλαμβάνονται στον Κανονισμό (ΕΚ) αρ. 343/2003 του Συμβουλίου της 18ης Φεβρουαρίου 2003 για τη θέσπιση των κριτηρίων και μηχανισμών για τον προσδιορισμό του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης ασύλου που υποβάλλεται σε κράτος μέλος από υπήκοο τρίτης χώρας και στον Κανονισμό (ΕΚ) αρ. 1560/2003 της Επιτροπής της 2ας Σεπτεμβρίου 2003 για τα μέτρα εφαρμογής του Κανονισμού (ΕΚ) αρ. 343/2003 του Συμβουλίου για τη θέσπιση των κριτηρίων και μηχανισμών για τον προσδιορισμό του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης ασύλου που υποβάλλεται σε κράτος μέλος από υπήκοο τρίτης χώρας και, ειδικότερα σε σχέση με το Βασίλειο της Δανίας, τις διατάξεις που περιλαμβάνονται στον περί της Σύμβασης περί καθορισμού του κράτους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης παροχής ασύλου η οποία υποβάλλεται σε ένα από τα κράτη μέλη των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Σύμβαση του Δουβλίνου, (Κυρωτικό) Νόμο του 2004 και, σε σχέση με τη Δημοκρατία της Ισλανδίας και το Βασίλειο της Νορβηγίας, τις διατάξεις που περιλαμβάνονται στην Απόφαση του Συμβουλίου της 15ης Μαρτίου 2001 για τη σύναψη συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, της Δημοκρατίας της Ισλανδίας και του Βασιλείου της Νορβηγίας για τα κριτήρια και τους μηχανισμούς καθορισμού του κράτους που είναι αρμόδιο για την εξέταση αίτησης παροχής ασύλου που υποβάλλεται σε κράτος μέλος ή στην Ισλανδία ή τη Νορβηγία· "διεθνής προστασία" σημαίνει το καθεστώς πρόσφυγα ή/και το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας∙ "Διευθυντής" σημαίνει το Διευθυντή του Τμήματος· "δικαιούχος διεθνούς προστασίας" σημαίνει πρόσωπο στο οποίο έχει χορηγηθεί το καθεστώς πρόσφυγα ή το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας·
"εκπρόσωπος", αναφορικά με ασυνόδευτο ανήλικο, σημαίνει το Διευθυντή των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας, σύμφωνα με το εδάφιο (1Β) του άρθρου 10· "ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές" σημαίνει τις περιοχές της Δημοκρατίας στις οποίες η Κυβέρνηση της Δημοκρατίας ασκεί αποτελεσματικό έλεγχο· “Επιτροπή” σημαίνει την Επιτροπή της Ευρωπαϊκής Ένωσης· "ευρωπαϊκή ασφαλής τρίτη χώρα" έχει την έννοια που αποδίδει σε αυτόν τον όρο το άρθρο 12Βδις· “Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Υποστήριξης για το Άσυλο” σημαίνει την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Υποστήριξης για το Άσυλο, η οποία ιδρύθηκε διά του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 439/2010· "καθεστώς πρόσφυγα" σημαίνει τη δυνάμει του παρόντος Νόμου αναγνώριση υπηκόου τρίτης χώρας ή ανιθαγενούς ως πρόσφυγα· “καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας” σημαίνει τη δυνάμει του παρόντος Νόμου αναγνώριση υπηκόου τρίτης χώρας ή ανιθαγενούς ως προσώπου το οποίο δικαιούται συμπληρωματικής προστασίας∙ “Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 604/2013” σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο «Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 604/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2013 για τη θέσπιση των κριτηρίων και μηχανισμών για τον προσδιορισμό του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης διεθνούς προστασίας που υποβάλλεται σε κράτος μέλος από υπήκοο τρίτης χώρας ή από απάτριδα· “Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 603/2013” σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο “Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 603/2013 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τη θέσπιση του «Eurodac» για την αντιπαραβολή δακτυλικών αποτυπωμάτων για την αποτελεσματική εφαρμογή του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 604/2013 για τη θέσπιση των κριτηρίων και μηχανισμών για τον προσδιορισμό του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησης διεθνούς προστασίας που υποβάλλεται σε κράτος μέλος από υπήκοο τρίτης χώρας ή από απάτριδα και σχετικά με αιτήσεις της αντιπαραβολής με τα δεδομένα Eurodac που υποβάλλουν οι αρχές επιβολής του νόμου των κρατών μελών και η Ευρωπόλ για σκοπούς επιβολής του νόμου και για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1077/2011 σχετικά με την ίδρυση Ευρωπαϊκού Οργανισμού για τη Λειτουργική Διαχείριση Συστημάτων ΤΠ Μεγάλης Κλίμακας στον Χώρο Ελευθερίας, Ασφάλειας και Δικαιοσύνης”· “Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 439/2010” σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο “Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 439/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 19ης Μαΐου 2010 για την ίδρυση Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης για το Άσυλο”· “κατάθεση”, αναφορικά με αίτηση, σημαίνει την κατάθεση γραπτής αίτησης· ο όρος «καταθέτω» τυγχάνει ανάλογης ερμηνείας·
“κέντρο φιλοξενίας” σημαίνει χώρο που χρησιμοποιείται για την ομαδική φιλοξενία αιτητών· “Κλιμάκιο” σημαίνει το κατά τόπο αρμόδιο Κλιμάκιο Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως της Αστυνομίας· “κράτηση” σημαίνει περιορισμό σε ειδικό χώρο που επιβάλλεται σε αιτητή με αποτέλεσμα τη στέρηση της ελεύθερης κυκλοφορίας του· "κράτος μέλος" σημαίνει κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και περιλαμβάνει τα κράτη που αποτελούν συμβαλλόμενα μέρη στη Συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο και την Ελβετία· “μέλος της οικογένειας” σημαίνει, εφόσον η οικογένεια υπήρχε ήδη στη χώρα καταγωγής, οποιοδήποτε από τα ακόλουθα μέλη της οικογένειας του αιτητή ή του δικαιούχου διεθνούς προστασίας, το οποίο βρίσκεται στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές σε σχέση με την αίτηση: (α) Τη σύζυγο του αιτητή ή του δικαιούχου διεθνούς προστασίας, (β) τη σύντροφο με την οποία ο αιτητής ή ο δικαιούχος διεθνούς προστασίας συνάπτει σύμφωνο συμβίωσης, εφόσον το κυπριακό δίκαιο αναγνωρίζει τέτοιο σύμφωνο και του αποδίδει ισχύ και έννομα αποτελέσματα και τηρουμένων των προϋποθέσεων στις οποίες το κυπριακό δίκαιο υπαγάγει αυτή την αναγνώριση, την ισχύ και τα έννομα αποτελέσματα, (γ) τα ανήλικα και άγαμα τέκνα είτε του αιτητή είτε του αιτητή και της συζύγου του ή της κατά την παράγραφο (β) συντρόφου του είτε του δικαιούχου διεθνούς προστασίας είτε του δικαιούχου διεθνούς προστασίας και της συζύγου του ή της κατά την παράγραφο (β) συντρόφου του, ανεξαρτήτως αν τα εν λόγω τέκνα γεννήθηκαν εντός ή εκτός γάμου ή αν είναι υιοθετημένα, όπως ορίζεται στον περί Υιοθεσίας Νόμο, (δ) σε περίπτωση που ο αιτητής ή ο δικαιούχος διεθνούς προστασίας είναι ανήλικος και άγαμος, τον πατέρα, τη μητέρα ή άλλον υπεύθυνο για αυτούς βάσει νόμου ή πρακτικής της Δημοκρατίας∙ “μεταγενέστερη αίτηση” σημαίνει την περαιτέρω αίτηση διεθνούς προστασίας που υποβάλλεται δυνάμει του άρθρου 16Δ μετά τη λήψη τελικής απόφασης επί προηγούμενης αίτησης, περιλαμβανομένων περιπτώσεων όπου ο Προϊστάμενος έλαβε απόφαση σύμφωνα με το άρθρο 16Β ή 16Γ· "νομικός σύμβουλος" σημαίνει πρόσωπο που κατέχει τίτλο τριτοβάθμιων σπουδών στη Νομική, ο οποίος είναι αναγνωρισμένος από τις αρμόδιες αρχές της Δημοκρατίας, και είναι εγγεγραμμένο στο Μητρώο των Δικηγόρων που Ασκούν το Επάγγελμα· “νοσηλευτικό ίδρυμα” σημαίνει το κατά τόπο κρατικό νοσηλευτικό ίδρυμα· "Οδηγία 2005/85/ΕΚ" σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας με τίτλο "Οδηγία 2005/85/ΕΚ του Συμβουλίου της 1ης Δεκεμβρίου 2005 σχετικά με τις ελάχιστες προδιαγραφές για τις διαδικασίες με τις οποίες τα κράτη μέλη χορηγούν και ανακαλούν το καθεστώς του πρόσφυγα"·
"Οδηγία 2013/32/ΕΕ" σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο "Οδηγία 2013/32/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2013 σχετικά με τις κοινές διαδικασίες για τη χορήγηση και ανάκληση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας”, όπως διορθώθηκε· “Οδηγία 2013/33/ΕΕ” σημαίνει την πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τίτλο “Οδηγία 2013/33/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2013 σχετικά με τις απαιτήσεις για την υποδοχή των αιτούντων διεθνή προστασία”, όπως διορθώθηκε· "οικογενειακή επανένωση" σημαίνει την είσοδο και τη διαμονή στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές των μελών της οικογένειας πρόσφυγα, με τα οποία ο πρόσφυγας δημιούργησε οικογενειακό δεσμό πριν την είσοδό του στη Δημοκρατία∙ "πρόδηλα αβάσιμη αίτηση" [Διαγράφηκε]· "Προϊστάμενος" σημαίνει αρμόδιο λειτουργό ο οποίος προΐσταται της Υπηρεσίας Ασύλου και περιλαμβάνει οποιοδήποτε άλλο αρμόδιο λειτουργό της εν λόγω Υπηρεσίας που εξουσιοδοτείται από τον Υφυπουργό ή από το Υπουργικό Συμβούλιο, για να ασκεί όλες ή οποιεσδήποτε από τις εξουσίες ή να εκτελεί όλα ή οποιαδήποτε από τα καθήκοντα του Προϊσταμένου· "προστατευόμενο πρόσωπο" [Διαγράφηκε]· “πρόσφυγας” σημαίνει υπήκοο τρίτης χώρας ή ανιθαγενή, που έχει αναγνωριστεί ως πρόσφυγας σύμφωνα με το άρθρο 3∙ "πρόσωπο το οποίο δικαιούται συμπληρωματικής προστασίας" ή "δικαιούχος συμπληρωματικής προστασίας" ή "πρόσωπο στο οποίο αναγνωρίζεται καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας" σημαίνει πρόσωπο που- (α) δεν πληροί τις προϋποθέσεις για να αναγνωριστεί ως πρόσφυγας, αλλά πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 19 για την παραχώρηση συμπληρωματικής προστασίας, και (β) που δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του εδαφίου (3) του άρθρου 5∙ "προσωρινή προστασία" έχει την έννοια που αποδίδεται σ’ αυτήν από το άρθρο 20· "πρώτη χώρα ασύλου" έχει την έννοια που αποδίδει σε αυτόν τον όρο το άρθρο 12Βπεντάκις· “Πρωτόκολλο της Κωνσταντινούπολης” σημαίνει το πρωτόκολλο των Ηνωμένων Εθνών (Istanbul Protocol) για την αποτελεσματική διερεύνηση και τεκμηρίωση των βασανιστηρίων και άλλης σκληρής, απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας· "σοβαρή βλάβη" ή "σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη" έχει την έννοια που αποδίδει σε αυτόν τον όρο το εδάφιο (2) του άρθρου 19∙ “Σύμβαση” σημαίνει - (α) τη Σύμβαση η οποία αφορά τη Νομική Κατάσταση των Προσφύγων, που έγινε στη Γενεύη στις 28 Ιουλίου 1951, η οποία δεσμεύει την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας σύμφωνα με το Άρθρο 8 της Συνθήκης Εγκαθίδρυσης, και (β) το Πρωτόκολλο το οποίο κυρώθηκε με τον περί Πρωτοκόλλου επί της Νομικής Κατάστασης των Προσφύγων (Κυρωτικό) Νόμο του 1968∙
"Συμβούλιο" σημαίνει το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης· "Συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο" σημαίνει τη Συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο που υπογράφηκε στις 2 Μαίου 1992 στο Οπόρτο (ΕΕ L I της 03.01.1994, σ.3), όπως αυτή εκάστοτε τροποποιείται· “συνθήκες υποδοχής” σημαίνει όλα τα δικαιώματα τα οποία υπέχει αιτητής σύμφωνα με την παράγραφο (β) του εδαφίου (1) και το εδάφιο (2) του άρθρου 8, τα άρθρα 9Α μέχρι 9ΚΘ και τα εδάφια (1Β), (2), (2Α), (2Β), (2Γ), (2Δ) και (2Ε) του άρθρου 10· "τελική απόφαση" σημαίνει απόφαση η οποία ορίζει κατά πόσον ο υπήκοος τρίτης χώρας ή ο ανιθαγενής αναγνωρίζεται ως πρόσφυγας ή ως πρόσωπο στο οποίο παραχωρείται καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του παρόντος Νόμου και - (α) έχει παρέλθει άπρακτη η προθεσμία για άσκηση προσφυγής δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος κατά της εν λόγω απόφασης, ή (β) ασκήθηκε η προαναφερόμενη προσφυγή και εκδόθηκε πρωτόδικη απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου επ' αυτής, ανεξάρτητα από το αν μέσω της άσκησης τέτοιας προσφυγής ο αιτητής αποκτά τη δυνατότητα να παραμένει στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές μέχρις ότου εκδοθεί η σχετική δικαστική απόφαση· “Τμήμα” σημαίνει το Τμήμα Μετανάστευσης, όπως ορίζεται στο άρθρο 2 του περί Ίδρυσης Υφυπουργείου Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας και Συναφών Θεμάτων Νόμου· “υλικές συνθήκες υποδοχής” σημαίνει τις συνθήκες υποδοχής που περιλαμβάνουν - (α) οικονομικό βοήθημα για τα καθημερινά έξοδα, και (β) την παροχή στέγης, τροφής και ρουχισμού κατά τον τρόπο που προβλέπεται στο εδάφιο (1) του άρθρου 9ΙΒ· "υπήκοος τρίτης χώρας" έχει την έννοια που αποδίδει σε αυτόν τον όρο το άρθρο 2 του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται· "Υπηρεσία Ασύλου" σημαίνει την ιδρυόμενη δυνάμει του Μέρους V του παρόντος Νόμου Υπηρεσία του Υφυπουργείου Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας· “υποβολή”, αναφορικά με αίτηση, σημαίνει την έκφραση, προς αρμόδια αρχή, της επιθυμίας υπηκόου τρίτης χώρας ή ανιθαγενούς να αιτηθεί διεθνή προστασία· ο όρος «υποβάλλω» τυγχάνει ανάλογης ερμηνείας· “Υφυπουργός Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας παρά τω Προέδρω” ή “Υφυπουργός” έχει την έννοια που αποδίδουν στον όρο αυτό οι διατάξεις του άρθρου 2 του περί Ίδρυσης Υφυπουργείου Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας και Συναφών Θεμάτων Νόμου· "χώρα ιθαγένειας" ή "χώρα καταγωγής" σημαίνει τη χώρα ιθαγένειας του αιτητή ή, αν ο αιτητής είναι ανιθαγενής, τη χώρα συνήθους διαμονής του· "χώρα όπου γενικά δεν υπάρχει σοβαρός κίνδυνος καταδίωξης" έχει την έννοια που αποδίδεται σ’ αυτή από το άρθρο 12Α του παρόντος Νόμου·
6(I)/2000 6(I)/2002 53(I)/2003 67(I)/2003 9(I)/2004 241(I)/2004 112(I)/2007 122(I)/2009 9(Ι)/2013 58(Ι)/2014 59(Ι)/2014 105(I)/2016 106(I)/2016 228(I)/2025 Πρόσφυγας
Άρθρο 3
3.-(1) Ως πρόσφυγας αναγνωρίζεται το πρόσωπο που, λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγενείας του και δεν είναι σε θέση, ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο, να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής, ή πρόσωπο, που δεν έχει ιθαγένεια, το οποίο, ενώ είναι εκτός της χώρας της προηγούμενης συνήθους διαμονής του ως αποτέλεσμα αυτών των καταστάσεων, δεν είναι σε θέση ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο να επιστρέψει σ’ αυτή και στο οποίο δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 5.
6(I)/2000 112(I)/2007 Φορείς δίωξης ή σοβαρής βλάβης 3Α. Στους φορείς δίωξης ή σοβαρής βλάβης συμπεριλαμβάνονται: (α) το κράτος, (β) ομάδες ή οργανώσεις που ελέγχουν το κράτος ή ουσιώδες μέρος του εδάφους του κράτους, (γ) μη κρατικοί φορείς, εάν μπορεί να καταδειχθεί ότι οι φορείς που αναφέρονται στις παραγράφους (α) και (β), περιλαμβανομένων των διεθνών οργανισμών, δεν είναι σε θέση ή δεν επιθυμούν να παράσχουν προστασία κατά της δίωξης ή της σοβαρής βλάβης, όπως ορίζεται στο άρθρο 3Β.
112(I)/2007 Φορείς προστασίας 3Β.-(1) Προστασία μπορεί να παρέχεται από- (α) το κράτος, ή (β) ομάδες ή οργανώσεις, συμπεριλαμβανομένων διεθνών οργανισμών, που ελέγχουν το κράτος ή ουσιώδες μέρος του εδάφους του κράτους, υπό την προϋπόθεση ότι επιθυμούν να προσφέρουν προστασία σύμφωνα με το εδάφιο (2) και είναι σε θέση να το πράξουν.
112(I)/2007 59(Ι)/2014 105(I)/2016 Πράξεις δίωξης 3Γ.-(1) Οι πράξεις δίωξης κατά την έννοια του άρθρου 1Α της Σύμβασης πρέπει: (α) να είναι αρκούντως σοβαρές λόγω της φύσης ή της επανάληψης τους ώστε να συνιστούν σοβαρή παραβίαση βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ειδικά των δικαιωμάτων από τα οποία δεν χωρεί παρέκκλιση, βάσει του άρθρου 15 παράγραφος 2, της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, ή (β) να αποτελούν σώρευση διαφόρων μέτρων συμπεριλαμβανομένων παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η οποία να είναι αρκούντως σοβαρή, ούτως ώστε να θίγεται ένα άτομο κατά τρόπο αντίστοιχο με το αναφερόμενο στην παράγραφο (α).
112(I)/2007 59(Ι)/2014 Λόγοι δίωξης 3Δ.-(1) Κατά την αξιολόγηση των λόγων της δίωξης, η Υπηρεσία Ασύλου λαμβάνει υπόψη τα ακόλουθα [Σ.Σ.: βλ. Υποσημείωση αρ. 37(2) του Ν. 105(Ι)/2016]: (α) Η έννοια της φυλής περιλαμβάνει το στοιχείο του χρώματος, της καταγωγής ή το γεγονός ότι το άτομο ανήκει σε συγκεκριμένη εθνοτική ομάδα. (β) Η έννοια της θρησκείας περιλαμβάνει ιδίως την υιοθέτηση θεϊστικών, αγνωστικιστικών ή αθεϊστικών πεποιθήσεων, τη συμμετοχή σε τυπική λατρεία, σε ιδιωτικό ή δημόσιο χώρο, είτε κατά μόνας είτε σε κοινωνία με άλλους, την αποχή από τη λατρεία αυτή, άλλες θρησκευτικές πράξεις ή εκδηλώσεις απόψεων ή μορφές ατομικής ή συλλογικής συμπεριφοράς που στηρίζονται ή υπαγορεύονται από θρησκευτικές πεποιθήσεις. (γ) Η έννοια της ιθαγένειας δεν περιορίζεται μόνο στην ιδιότητα του πολίτη ή της έλλειψής της, αλλά περιλαμβάνει ιδίως την ιδιότητα του μέλους μιας ομάδας η οποία προσδιορίζεται από την πολιτιστική, εθνοτική ή γλωσσική της ταυτότητα, τις κοινές γεωγραφικές ή πολιτικές καταβολές ή τη σχέση της με τον πληθυσμό άλλης χώρας. (δ) Η ομάδα θεωρείται ως ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα όταν, μεταξύ άλλων: (i) τα μέλη της ομάδας αυτής έχουν κοινά εγγενή χαρακτηριστικά ή κοινό ιστορικό παρελθόν το οποίο δεν μπορεί να μεταβληθεί ή έχουν από κοινού χαρακτηριστικά ή πεποιθήσεις τόσο θεμελιώδους σημασίας για την ταυτότητα ή τη συνείδηση, ώστε ένα πρόσωπο να μην πρέπει να αναγκάζεται να τις αποκηρύξει και (ii) η ομάδα έχει ιδιαίτερη ταυτότητα στην οικεία χώρα, διότι γίνεται αντιληπτή ως διαφορετική ομάδα από τον περιβάλλοντα κοινωνικό χώρο.
Ανάλογα με τις συνθήκες που επικρατούν στη χώρα καταγωγής μια ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα μπορεί να περιλαμβάνει ομάδα που βασίζεται στο κοινό χαρακτηριστικό του γενετήσιου προσανατολισμού. Ο γενετήσιος προσανατολισμός δεν μπορεί να νοηθεί ότι περιλαμβάνει πράξεις που θεωρούνται αξιόποινες κατά το κυπριακό δίκαιο. Λαμβάνονται δεόντως υπόψη πτυχές συνδεόμενες με το φύλο, συμπεριλαμβανομένης της ταυτότητας του φύλου, κατά τον καθορισμό της ιδιότητας μέλους ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας ή τον προσδιορισμό χαρακτηριστικού αυτής της ομάδας. (ε) Η έννοια των πολιτικών πεποιθήσεων περιλαμβάνει ιδίως την υποστήριξη άποψης, ιδέας ή πεποιθήσεως επί ζητήματος που σχετίζεται με τους, ενδεχόμενους φορείς δίωξης που καθορίζονται στο άρθρο 3Α και με τις πολιτικές ή τις μεθόδους τους, ανεξαρτήτως του εάν ο αιτητής έχει εκδηλώσει εμπράκτως την εν λόγω άποψη, ιδέα ή πεποίθηση.
112(I)/2007 59(Ι)/2014 105(I)/2016 Βασικές αρχές για μεταχείριση προσφύγων
Άρθρο 4
6(I)/2000 112(I)/2007 59(Ι)/2014 105(I)/2016 Αποκλεισμός αιτητή
Άρθρο 5
5.-(1) Αιτητής αποκλείεται από το καθεστώς του πρόσφυγα- (α) σε περίπτωση που τυγχάνει ήδη διεθνούς προστασίας ή συνδρομής από όργανα ή οργανισμούς ή γραφεία των Ηνωμένων Εθνών άλλα από την Υπάτη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες∙ εάν η εν λόγω προστασία ή συνδρομή έχει παύσει για οποιοδήποτε λόγο, χωρίς να έχει διευθετηθεί οριστικά η κατάσταση τέτοιου προσώπου σύμφωνα με τα οικεία ψηφίσματα της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών, τέτοιο πρόσωπο δικαιούται αυτοδικαίως τα ευεργετήματα του παρόντος Νόμου∙ ή (β) σε περίπτωση που αναγνωρίζεται από τις αρμόδιες αρχές της χώρας όπου έχει μετοικήσει ως έχων τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την κατοχή της ιθαγένειας της εν λόγω χώρας ή τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις αντίστοιχα προς αυτά∙ ή (γ) σε περίπτωση που υπάρχουν σοβαροί λόγοι ότι- (i) έχει διαπράξει έγκλημα κατά της ειρήνης, έγκλημα πολέμου ή έγκλημα κατά της ανθρωπότητας, όπως τα εγκλήματα αυτά ορίζονται στις διεθνείς συμβάσεις που έχουν καταρτιστεί με σκοπό την αντιμετώπισή τους, ή (ii) έχει διαπράξει σοβαρό μη πολιτικό έγκλημα σε άλλη χώρα πριν από την έκδοση άδειας διαμονής βασισμένης στην αναγνώριση του καθεστώτος πρόσφυγα∙ για τους σκοπούς της παρούσας υποπαραγράφου, η έννοια του σοβαρού μη πολιτικού εγκλήματος περιλαμβάνει ιδιαίτερα σκληρές πράξεις, έστω και εάν διαπράττονται με υποτιθέμενο πολιτικό σκοπό, ή (iii) έχει κριθεί ένοχος για πράξεις που αντιστρατεύονται τους σκοπούς και τις αρχές των Ηνωμένων Εθνών, όπως ορίζονται στο προοίμιο και τα Άρθρα 1 και 2 του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, ή (iv) είναι ηθικός αυτουργός ή συμμετέχει άλλως πως στη διάπραξη οποιουδήποτε από τα προβλεπόμενα στις υποπαραγράφους (i) μέχρι και (iii) εγκλήματα ή πράξεις.
6(I)/2000 9(I)/2004 112(I)/2007 58(Ι)/2014 228(I)/2025 Παύση ιδιότητας του πρόσφυγα
Άρθρο 6
6.-(1) Η ιδιότητα του πρόσφυγα παύει να υφίσταται, εάν αυτός- (α) εξασφαλίσει εκ νέου οικειοθελώς την προστασία της χώρας της ιθαγένειας∙ ή (β) ανακτήσει οικειοθελώς την ιθαγένεια που απώλεσε κατά το παρελθόν∙ ή (γ) αποκτήσει νέα ιθαγένεια και απολαύει της προστασίας της χώρας που του χορήγησε τη νέα ιθαγένεια∙ ή (δ) έχει εγκατασταθεί εκ νέου οικειοθελώς στη χώρα που είχε εγκαταλείψει ή εκτός της οποίας είχε παραμείνει εξαιτίας του φόβου ότι θα υποστεί δίωξη∙ ή (ε) δεν μπορεί πλέον να εξακολουθεί να αρνείται την προστασία που του παρέχει η χώρα της ιθαγένειας, διότι έχουν παύσει να υφίστανται οι συνθήκες που οδήγησαν στην αναγνώρισή του ως πρόσφυγα∙ ή (στ) στην περίπτωση ανιθαγενούς, εάν αποκτήσει τη δυνατότητα να επιστρέψει στη χώρα της προηγούμενης συνήθους διαμονής του διότι έχουν παύσει να υφίστανται οι συνθήκες που οδήγησαν στην αναγνώρισή του ως πρόσφυγα. (1Α) Για την εφαρμογή των παραγράφων (ε) και (στ) του εδαφίου (1), εξετάζεται κατά πόσο η μεταβολή των συνθηκών είναι τόσο ουσιαστικής και μη προσωρινής φύσεως, ώστε ο φόβος του πρόσφυγα ότι θα υποστεί διώξεις να μην μπορεί πλέον να θεωρείται βάσιμος. (1Aδις) Οι παράγραφοι (ε) και (στ) του εδαφίου (1) δεν εφαρμόζονται στην περίπτωση πρόσφυγα, ο οποίος ικανοποιεί τον Προϊστάμενο, ότι λόγω της προηγούμενης δίωξής του, υπάρχουν επιτακτικοί λόγοι για τους οποίους αρνείται να χρησιμοποιήσει την προστασία που του παρέχει η χώρα της ιθαγένειας ή, στην περίπτωση ανιθαγενούς, η χώρα της προηγούμενης συνήθους διαμονής του. (1Β) Η εξέταση για την παύση της ιδιότητας του πρόσφυγα δύναται να αρχίσει εφόσον έρχονται στο φως νέα στοιχεία ή πορίσματα που δείχνουν ότι υπάρχουν λόγοι επανεξέτασης του καθεστώτος πρόσφυγα το οποίο έχει χορηγηθεί σε συγκεκριμένο πρόσωπο. (1Γ) Στην περίπτωση που ο Προϊστάμενος εξετάζει το ενδεχόμενο παύσης του καθεστώτος πρόσφυγα, μεριμνά ώστε- (α) να ενημερώνει γραπτώς το ενδιαφερόμενο πρόσωπο ότι επανεξετάζει αν το εν λόγω πρόσωπο ικανοποιεί τις απαραίτητες προϋποθέσεις για να χαρακτηρίζεται ως πρόσφυγας, καθώς και για τους λόγους της επανεξέτασης, και (β) το ενδιαφερόμενο πρόσωπο να έχει τη δυνατότητα να προβάλει, είτε στο πλαίσιο προσωπικής συνέντευξης επί της οποίας εφαρμόζεται το άρθρο 13Α και τα εδάφια (1), (2), (2Α) και (2Β) του άρθρου 18 είτε με γραπτή δήλωση, τους λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι δεν πρέπει να παύσει το καθεστώς πρόσφυγα του οποίου απολαύει:
Νοείται ότι, σε περίπτωση κατά την οποία εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου (α) του εδαφίου (7) του άρθρου 5, το ενδιαφερόμενο πρόσωπο υποχρεούται να προβάλει τους προαναφερθέντες λόγους εντός προθεσμίας δέκα (10) ημερών από την ημερομηνία κατά την οποία λαμβάνει ενημέρωση δυνάμει των διατάξεων της παραγράφου (α). (1Δ)(α) Στο πλαίσιο της διαδικασίας παύσης του καθεστώτος πρόσφυγα, ο Προϊστάμενος λαμβάνει ακριβείς και επίκαιρες πληροφορίες από διάφορες πηγές, όπως, ανάλογα με την περίπτωση, πληροφορίες από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Υποστήριξης για το Άσυλο και την Υπάτη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες, όσον αφορά τη γενική κατάσταση που επικρατεί στη χώρα ιθαγένειας του ενδιαφερόμενου προσώπου. (β) Όταν συλλέγονται πληροφορίες προκειμένου να επανεξετασθεί το καθεστώς πρόσφυγα, αυτές δεν λαμβάνονται από το φορέα δίωξης του ενδιαφερόμενου προσώπου, κατά τρόπο που θα είχε ως αποτέλεσμα να πληροφορείται απευθείας τέτοιος φορέας ότι το ενδιαφερόμενο πρόσωπο είναι πρόσφυγας του οποίου το καθεστώς είναι υπό επανεξέταση, ή να τίθεται σε κίνδυνο η σωματική ακεραιότητα του ενδιαφερόμενου προσώπου και των προσώπων που εξαρτώνται από αυτό ή η ελευθερία και η ασφάλεια των μελών της οικογένειάς του που εξακολουθούν να διαμένουν στη χώρα ιθαγένειας.
Νοείται ότι, το παρόν εδάφιο εφαρμόζεται μόνο σε σχέση με καθεστώς πρόσφυγα που χορηγήθηκε κατόπιν αίτησης η οποία κατατέθηκε μετά την 20ή Οκτωβρίου 2004. [Σ.Σ.: βλ. Υποσημείωση αρ. 37(2) του Ν. 105(Ι)/2016]. (2Α) Χωρίς επηρεασμό του καθήκοντος του πρόσφυγα, βάσει της παραγράφου (α) του εδαφίου (2) του άρθρου 16, να αποκαλύπτει κάθε σχετικό στοιχείο και να προσκομίζει κάθε σχετικό έγγραφο το οποίο έχει στη διάθεσή του, ο Προϊστάμενος καταδεικνύει στην προβλεπόμενη στο εδάφιο (2) απόφασή του, σε εξατομικευμένη βάση, ότι το ενδιαφερόμενο πρόσωπο έχει παύσει να είναι πρόσφυγας ή δεν υπήρξε ποτέ πρόσφυγας σύμφωνα με τα εδάφια (1), (1Α) και (1Αδις).
6(I)/2000 9(I)/2004 112(I)/2007 122(I)/2009 59(Ι)/2014 105(I)/2016 106(I)/2016 228(I)/2025 Ανάκληση ιδιότητας του πρόσφυγα 6Α.-(1) Η ιδιότητα του πρόσφυγα ανακαλείται, όταν ο Προϊστάμενος- (α) διαπιστώνει ότι η εκ μέρους του ενδιαφερόμενου προσώπου διαστρέβλωση ή παράλειψη γεγονότων, συμπεριλαμβανομένης της χρήσης πλαστών εγγράφων, υπήρξε αποφασιστική για τη χορήγηση του καθεστώτος πρόσφυγα∙ ή (β) διαπιστώνει ότι ο αιτητής θα έπρεπε να είχε αποκλεισθεί ή αποκλείεται από το καθεστώς πρόσφυγα, σύμφωνα με το άρθρο 5. ή (γ) θεωρεί ότι, για εύλογους λόγους, το ενδιαφερόμενο πρόσωπο συνιστά κίνδυνο για την ασφάλεια της Δημοκρατίας∙ ή (δ) θεωρεί ότι το ενδιαφερόμενο πρόσωπο συνιστά κίνδυνο για την κυπριακή κοινωνία, επειδή καταδικάστηκε τελεσίδικα για τη διάπραξη ιδιαίτερα σοβαρού εγκλήματος. (1Α) Σε περίπτωση υποβολής αίτησης από πρόσωπο το οποίο εμπίπτει σε οποιαδήποτε από τις κατηγορίες που αναφέρονται στις παραγράφους (γ) και (δ) του εδαφίου (1), ο Προϊστάμενος απορρίπτει με απόφασή του την αίτηση, σε σχέση με το καθεστώς πρόσφυγα.
112(I)/2007 122(I)/2009 59(Ι)/2014 105(I)/2016 106(I)/2016 Παραίτηση από το καθεστώς διεθνούς προστασίας 6Β. Ανεξάρτητα από τα άρθρα 6, 6Α και 19, εάν δικαιούχος διεθνούς προστασίας έχει παραιτηθεί κατά τρόπο κατηγορηματικό από την αναγνώρισή του ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας, ο Προϊστάμενος με απόφασή του ανακαλεί το καθεστώς διεθνούς προστασίας.
106(I)/2016 ΜΕΡΟΣ ΙΙ ΑΙΤΗΤΕΣ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ Είσοδος αιτητών στη Δημοκρατία
Άρθρο 7
7.-(1)Αιτητής, ο οποίος εισέρχεται ή εισήλθε στη Δημοκρατία παράνομα, δεν υπόκειται σε τιμωρία λόγω μόνο της παράνομης εισόδου ή διαμονής του, νοουμένου ότι παρουσιάζεται, χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, στις αρχές και εκθέτει τους λόγους της παράνομης εισόδου ή διαμονής του.
6(I)/2000 53(I)/2003 67(I)/2003 105(I)/2016 106(I)/2016 Δικαίωμα παραμονής και βεβαίωση υποβολής αίτησης
Άρθρο 8
8.-(1)(α) Με την επιφύλαξη του εδαφίου (1Α) του παρόντος άρθρου και με την επιφύλαξη της παραγράφου (β) του εδαφίου (4) του άρθρου 16Δ, ο αιτητής έχει, αποκλειστικά για το σκοπό της διαδικασίας, δικαίωμα παραμονής στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές, το οποίο δικαίωμα ισχύει από την ημερομηνία υποβολής της αίτησής του μέχρι- (i) την ημερομηνία κατά την οποία λήγει άπρακτη η προθεσμία που ορίζεται στο άρθρο 12Α του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου για άσκηση προσφυγής κατά απόφασης του Προϊσταμένου επί της εν λόγω αίτησης ή κατά απόφασης της Αναθεωρητικής Αρχής επί διοικητικής προσφυγής την οποία ο αιτητής τυχόν καταχώρησε ενώπιόν της, ή (ii) σε περίπτωση που ασκήθηκε η προαναφερόμενη προσφυγή εμπρόθεσμα, την ημερομηνία έκδοσης πρωτόδικης απόφασης του Διοικητικού Δικαστηρίου επ’ αυτής. (β) Εντός τριών (3) ημερών από την κατάθεση της αίτησης, ο υπεύθυνος στο χώρο κατάθεσης της αίτησης χορηγεί στον αιτητή βεβαίωση υποβολής αίτησης η οποία - (i) Εκδίδεται επ’ ονόματι του αιτητή και κατά τον τύπο που αποφασίζεται από τον Προϊστάμενο· και (ii) πιστοποιεί ότι ο αιτητής δικαιούται να παραμείνει στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές, για όσο διάστημα εξετάζεται η αίτησή του· και (iii) εάν ο αιτητής δεν δικαιούται να διακινείται ελεύθερα στο σύνολο ή σε τμήμα των ελεγχόμενων από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχών, πιστοποιεί το γεγονός αυτό· και (iv) δεν είναι απαιτητέο να πιστοποιεί την ταυτότητα του αιτητή· και (v) ισχύει καθόσον χρόνο ο αιτητής έχει δικαίωμα παραμονής στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές. (γ) Το προβλεπόμενο στην παράγραφο (α) δικαίωμα παραμονής δεν θεμελιώνει δικαίωμα για χορήγηση άδειας διαμονής. (δ) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις της παραγράφου (α), το προβλεπόμενο στην εν λόγω παράγραφο δικαίωμα παραμονής παύει να ισχύει σε περίπτωση που οι αρμόδιες αρχές της Δημοκρατίας προτίθενται να παραδώσουν ή εκδώσουν τον αιτητή - (i) σε άλλο κράτος μέλος είτε δυνάμει των περί Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης και των Διαδικασιών Παράδοσης Εκζητουμένων Μεταξύ των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκή Ένωσης Νόμων του 2004 και 2006 είτε άλλως πως, ή (ii) σε τρίτη χώρα, ή (iii) σε διεθνές ποινικό δικαστήριο. (ε) Η αναφερόμενη στην παράγραφο (δ) έκδοση αιτητή σε τρίτη χώρα επιτρέπεται μόνο εφόσον η αποφασίζουσα την έκδοση αρχή ικανοποιείται ότι η απόφαση περί της έκδοσης δεν οδηγεί σε άμεση ή έμμεση επαναπροώθηση η οποία να παραβαίνει την παράγραφο (α) του άρθρου 4 ή τις υποχρεώσεις της Δημοκρατίας βάσει του διεθνούς δικαίου ή του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
(1Α) Με την επιφύλαξη της παραγράφου (β) του εδαφίου (3) του άρθρου 10Α, σε περίπτωση απόφασης του Προϊσταμένου- (α) Με την οποία κρίνεται μια αίτηση αβάσιμη μετά την εξέτασή της σύμφωνα με το εδάφιο (4) του άρθρου 12Δ, εξαιρουμένων των περιπτώσεων κατά τις οποίες οι αποφάσεις βασίζονται στις περιστάσεις της παραγράφου (η) του εδαφίου (4) του άρθρου 12Δ, ή (β) με την οποία κρίνεται μια αίτηση απαράδεκτη, σύμφωνα με τις παραγράφους (α), (β) ή (δ) του εδαφίου (2) του άρθρου 12Βτετράκις, ή (γ) με την οποία απορρίπτεται η επανεξέταση της υπόθεσης του αιτητή αφού είχε διακοπεί σύμφωνα με το άρθρο 16Β, ή (δ) μη εξέτασης ή μη πλήρους εξέτασης της αίτησης, σύμφωνα με το άρθρο 12Βδις, ή (ε) με την οποία κρίνεται αίτηση ως προδήλως αβάσιμη σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 12ΣΤ, εξαιρουμένων των περιπτώσεων κατά τις οποίες οι αποφάσεις βασίζονται στις περιστάσεις που προβλέπονται στην παράγραφο (η) του εδαφίου (4) του άρθρου 12Δ, η δυνατότητα παραμονής του αιτητή στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές αποφασίζεται από το Διοικητικό Δικαστήριο, κατόπιν καταχώρισης σχετικής αίτησης του αιτητή η οποία εξετάζεται και αποφασίζεται το ταχύτερο δυνατό, χωρίς να απαιτείται η κλήση του αιτητή για να παραστεί, εκτός εάν το Δικαστήριο διατάξει διαφορετικά:
Νοείται περαιτέρω ότι, σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης, τα αναφερόμενα στην πρώτη επιφύλαξη μέτρα εκτελούνται. (1Β) Με την επιφύλαξη της παραγράφου (γ) του εδαφίου (4) του άρθρου 16Δ, ο αιτητής του οποίου το δικαίωμα παραμονής εξετάζεται από το Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει του εδαφίου (1Α), έχει το δικαίωμα παραμονής στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές μέχρι την απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου επί της προβλεπόμενης στο εδάφιο (1Α) αίτησής του. Χωρίς επηρεασμό του εδαφίου (4) του άρθρου 16Δ, εάν ο εν λόγω αιτητής είναι ασυνόδευτος ανήλικος αιτητής – (α) Ο Διευθυντής Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας μεριμνά ώστε, προ της καταχώρισης της προτιθέμενης αίτησης, ο ασυνόδευτος ανήλικος να έχει την απαραίτητη συνδρομή διερμηνέα και νομική συνδρομή και προθεσμία τουλάχιστον μιας εβδομάδας, ώστε ο ασυνόδευτος ανήλικος να προετοιμάσει την αίτησή του προς το Διοικητικό Δικαστήριο και να υποβάλει στο Διοικητικό Δικαστήριο τα επιχειρήματα υπέρ της αναγνώρισης του δικαιώματος παραμονής του στο έδαφος της Δημοκρατίας, εν αναμονή της πρωτοβάθμιας εκδίκασης της προσφυγής, και (β) στο πλαίσιο εξέτασης της ενώπιόν του αίτησης, το Διοικητικό Δικαστήριο εξετάζει τα πραγματικά και νομικά ζητήματα της σχετικής με τον αιτητή απόφασης του Προϊσταμένου η οποία αναφέρεται στο εδάφιο (1Α). (1Γ) Τα εδάφια (1Α) και (1Β) του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται με την επιφύλαξη του Άρθρου 26 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 604/2013.
6(I)/2000 53(I)/2003 9(I)/2004 154(I)/2005 122(I)/2009 9(Ι)/2013 58(Ι)/2014 105(I)/2016 106(I)/2016 80(I)/2018 142(I)/2020 Πεδίο εφαρμογής των άρθρων 8(1)(β) και (2), 9ΚΘ και 10(1Β) και (2) μέχρι (2Ε)
Άρθρο 9
9.-(1) Η παράγραφος (β) του εδαφίου (1) και το εδάφιο (2) του άρθρου 8, τα άρθρα 9Α μέχρι 9ΚΘ και τα εδάφια (1Β), (2), (2Α), (2Β), (2Γ), (2Δ) και (2Ε) του άρθρου 10 εφαρμόζονται - (α) Σε υπήκοο τρίτης χώρας ή ανιθαγενή, ο οποίος υποβάλλει αίτηση τις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση τις Δημοκρατίας περιοχές, περιλαμβανομένου του εδάφους, των ορίων, των χωρικών υδάτων και των ζωνών διέλευσης αυτών των περιοχών∙ (β) σε υπήκοο τρίτης χώρας ή ανιθαγενή, για τον οποίο εκκρεμεί ο καθορισμός του κράτους μέλους που είναι υπεύθυνο για την εξέταση αίτησής του σύμφωνα με τις διατάξεις του Δουβλίνου· (γ) σε μέλος της οικογένειας προσώπου που αναφέρεται στην παράγραφο (α) ή (β), το οποίο μέλος καλύπτεται από την αίτηση σε αυτή την περίπτωση, η αναφορά των προαναφερομένων άρθρων σε αιτητή θεωρείται ότι εννοεί το εν λόγω μέλος.
6(I)/2000 53(I)/2003 241(I)/2004 122(I)/2009 9(Ι)/2013 58(Ι)/2014 105(I)/2016 Ενημέρωση 9Α.-(1) Η Υπηρεσία Ασύλου εκδίδει ενημερωτικό φυλλάδιο, σε γλώσσα που κατανοεί ή ευλόγως εικάζεται ότι κατανοεί ο αιτητής, για την ενημέρωσή του αναφορικά με – (α) Τις παροχές που δικαιούται αναφορικά με τις συνθήκες υποδοχής του και τις ακολουθούμενες διαδικασίες για την πρόσβασή του στις παροχές αυτές δυνάμει του παρόντος Νόμου· (β) τις υποχρεώσεις προς τις οποίες οφείλει να συμμορφώνεται σε σχέση με τις συνθήκες υποδοχής του· (γ) τις οργανώσεις ή ομάδες προσώπων που παρέχουν ειδική νομική υποστήριξη και τις οργανώσεις οι οποίες δύνανται να συνδράμουν ή να ενημερώσουν τον αιτητή για τις υπάρχουσες συνθήκες υποδοχής του, συμπεριλαμβανομένης της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης.
105(I)/2016 Έκδοση ταξιδιωτικών εγγράφων 9Β. Ο Διευθυντής, μετά από σύσταση του Προϊσταμένου, δύναται να χορηγεί σε αιτητή τα αναγκαία ταξιδιωτικά έγγραφα, οσάκις ανακύπτουν σοβαροί ανθρωπιστικοί λόγοι οι οποίοι υπαγορεύουν την παρουσία του αιτητή σε άλλο κράτος.
105(I)/2016 Διοικητικές διατυπώσεις 9Γ. Δεν επιτρέπεται η επιβολή περιττής ή δυσανάλογης υποχρέωσης υποβολής επίσημων εγγράφων ή άλλες διοικητικές διατυπώσεις στους αιτητές, για τη χορήγηση των δικαιωμάτων που αυτοί υπέχουν δυνάμει της παραγράφου (β) του εδαφίου (1) και του εδαφίου (2) του άρθρου 8, των άρθρων 9 μέχρι 9ΚΘ και των εδαφίων (1Β), (2), (2Α), (2Β), (2Γ), (2Δ) και (2Ε) του άρθρου 10, απλώς και μόνο επειδή οι αιτητές ζητούν να τους παρασχεθεί διεθνής προστασία.
105(I)/2016 Διαμονή και ελευθερία διακίνησης 9Δ.-(1) Ο αιτητής έχει δικαίωμα ελεύθερης διακίνησης και διαμονής στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές.
105(I)/2016 Περιορισμοί στην ελεύθερη διακίνηση και διαμονή 9Ε.-(1)(α) Ανεξαρτήτως των διατάξεων των εδαφίων (1) και (2) του άρθρου 8 και των διατάξεων του άρθρου 9Δ, το Υπουργικό Συμβούλιο δύναται με απόφασή του, η οποία συνιστά κανονιστική διοικητική πράξη και δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, να- (i) περιορίζει το δικαίωμα ελεύθερης διακίνησης των αιτητών σε ορισμένες από τις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές· ή/και (ii) αποφασίζει τον τόπο διαμονής των αιτητών, για λόγους δημοσίου συμφέροντος ή δημόσιας τάξης. (β) Ανεξαρτήτως των διατάξεων των εδαφίων (1) και (2) του άρθρου 8 και των διατάξεων του άρθρου 9Δ, ο Προϊστάμενος δύναται με απόφασή του, η οποία συνιστά ατομική διοικητική πράξη και κοινοποιείται στον επηρεαζόμενο αιτητή, να- (i) περιορίζει το δικαίωμα ελεύθερης διακίνησης του αιτητή σε ορισμένες από τις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές· ή/και (ii) καθορίζει τον τόπο διαμονής του αιτητή για λόγους δημοσίου συμφέροντος ή δημόσιας τάξης ή, όταν είναι αναγκαίο, για την ταχεία επεξεργασία και αποτελεσματική παρακολούθηση της αίτησής του.
Νοείται ότι, αιτητής δικαιούται να παρουσιάζεται σε οποιαδήποτε διοικητική αρχή ή δικαστήριο της Δημοκρατίας, εφόσον η παρουσία του είναι αναγκαία, χωρίς την έκδοση της προαναφερόμενης απόφασης και ανεξάρτητα από το περιορισμό των δικαιωμάτων ελεύθερης διακίνησης ή διαμονής σύμφωνα με το εδάφιο (1).
105(I)/2016 228(I)/2025 Κράτηση αιτητών 9ΣΤ.-(1) Απαγορεύεται η κράτηση αιτητή λόγω μόνο της ιδιότητάς του ως αιτητή, καθώς και η κράτηση ανήλικου αιτητή.
105(I)/2016 228(I)/2025 Κίνδυνος διαφυγής για τους σκοπούς του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 604/2013 9ΣΤδις. Για τους σκοπούς του Άρθρου 2, στοιχείο ιδ), του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 604/2013, τηρουμένων των αρχών της αναλογικότητας και της αναγκαιότητας, οι λόγοι επί τη βάσει των οποίων εικάζεται ότι ο αιτητής ή ο υπήκοος τρίτης χώρας ή ο άπατρις που υπόκειται σε διαδικασία μεταφοράς μπορεί να διαφύγει είναι οποιοιδήποτε από τους ακόλουθους: (α) Μη συμμόρφωση με προηγούμενη απόφαση επιστροφής δυνάμει του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, (β) μη συμμόρφωση με την απόφαση μεταφοράς ή/και παρεμβολή εμποδίων στην εκτέλεση της μεταφοράς δυνάμει των διατάξεων του Δουβλίνου, (γ) ευλόγως διαπιστωθείσα πρόθεση μη συμμόρφωσης με την απόφαση μεταφοράς δυνάμει των διατάξεων του Δουβλίνου, (δ) παροχή ψευδών ή/και παραπλανητικών πληροφοριών, (ε) καταδίκη που καταγράφεται σε μητρώο της Δημοκρατίας ή άλλου κράτους και η οποία είναι τέτοια που δημιουργεί εικασία ότι το εν λόγω πρόσωπο μπορεί να διαφύγει, (στ) προηγούμενη απέλαση ή επιστροφή ή απομάκρυνση, (ζ) ψευδής δήλωση περί της διεύθυνσης συνήθους διαμονής, (η) προηγούμενη εξαφάνιση ή/και διαφυγή, (θ) εγκατάλειψη των κέντρων ή χώρων υποδοχής ή φιλοξενίας αιτητών, (ι) μη εντοπισμός στη δηλωθείσα διεύθυνση διαμονής και στον δηλωθέντα αριθμό τηλεφώνου και μη συμμόρφωση με το εδάφιο (2) του άρθρου 8 του παρόντος Νόμου, αφού προηγηθεί η δέουσα έρευνα, (ια) αβάσιμοι ισχυρισμοί στη διάρκεια συνέντευξης στο πλαίσιο των διατάξεων του Δουβλίνου, (ιβ) εσκεμμένη καταστροφή εγγράφων ταυτότητας ή ταξιδιωτικού εγγράφου κατά ή μετά την άφιξή του στη Δημοκρατία και μη συνεργασία με τις αρχές της Δημοκρατίας, ώστε να αποδειχθεί σε εύλογο βαθμό βεβαιότητας η ταυτότητα ή η εθνικότητα.
80(I)/2018 Ιατρικές εξετάσεις 9Ζ.-(1) Με την παραλαβή της βεβαίωσης υποβολής αίτησης, ο αιτητής παραπέμπεται από τον υπεύθυνο του χώρου υποβολής της αίτησης σε νοσηλευτικό ίδρυμα, για την υποβολή του στις ιατρικές εξετάσεις που καθορίζονται στον Πίνακα III.
105(I)/2016 Πρόσβαση σε μαθητεία και εκπαίδευση ανηλίκων 9Η.-(1) Ανήλικοι αιτητές και ανήλικα τέκνα αιτητών έχουν πρόσβαση στη πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια δημόσια εκπαίδευση, υπό τις ίδιες προϋποθέσεις με αυτές που ισχύουν για τους πολίτες της Δημοκρατίας, ενόσω δεν είναι εκτελεστό οποιοδήποτε μέτρο απομάκρυνσης κατ’ αυτών των ιδίων ή των γονέων τους. Η προαναφερόμενη εκπαίδευση δυνατό να παρέχεται σε κέντρο φιλοξενίας.
105(I)/2016 Πρόσβαση των αιτητών στην αγορά εργαασίας 9Θ.-(1)(α) Με την παρέλευση της χρονικής περιόδου η οποία προβλέπονται στην παράγραφο (β), εάν δεν έχει εκδοθεί απόφαση επί της αίτησης και η καθυστέρηση αυτή δεν μπορεί να αποδοθεί στο αιτητή, ο αιτητής έχει δικαίωμα πρόσβασης στην αγορά εργασίας. (β) Η χρονική περίοδος που αναφέρεται στην παράγραφο (α) αρχίζει από την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης και λήγει εννέα (9) μήνες από την εν λόγω ημερομηνία:
Νοείται ότι, το Υπουργικό Συμβούλιο, με απόφασή του η οποία δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, δύναται να ορίσει ότι η εν λόγω χρονική περίοδος λήγει σε χρονικό διάστημα μικρότερο των εννέα (9) μηνών από την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης.
105(I)/2016 228(I)/2025 Επαγγελματική κατάρτιση 9Ι.-(1) Η πρόσβαση σε επαγγελματική κατάρτιση του αιτητή που συνδέεται με σύμβαση απασχόλησης επιτρέπεται, εφόσον ο αιτητής έχει πρόσβαση στην αγορά εργασίας σύμφωνα με το άρθρο 9Θ.
105(I)/2016 Γενικοί κανόνες για την κάλυψη των υλικών συνθηκών υποδοχής των αιτητών 9ΙΑ.-(1) Οι Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας παρέχουν υλικές συνθήκες υποδοχής σε αιτητές οι οποίοι διαμένουν στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές, ώστε να εξασφαλίζουν σε αυτούς επαρκές βιοτικό επίπεδο, ικανό να διασφαλίζει τη συντήρησή τους και να προστατεύει τη σωματική και ψυχική τους υγεία.
105(I)/2016 228(I)/2025 Τρόπος παροχής υλικών συνθηκών υποδοχής 9ΙΒ.-(1) Ανεξάρτητα από το άρθρο 9ΙΑ, οι υλικές συνθήκες υποδοχής οι οποίες αναφέρονται στην παράγραφο (β) του ορισμού του όρου «υλικές συνθήκες υποδοχής» στο εδάφιο (1) του άρθρου 2, προσφέρονται σε είδος ή/και υπό τη μορφή δελτίων:
Νοείται ότι, όταν η προσφορά σε είδος ή/και υπό τη μορφή δελτίων δεν είναι εφικτή, οι υλικές συνθήκες υποδοχής δύναται να προσφέρονται υπό τη μορφή οικονομικού βοηθήματος.
105(I)/2016 Ιατροφαρμακευτική περίθαλψη 9ΙΓ.-(1) Με την επίδειξη βεβαίωσης υποβολής αίτησης, ο αιτητής, ο οποίος διαμένει στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές και ο οποίος δεν διαθέτει επαρκείς πόρους, δικαιούται- (α) Δωρεάν ιατροφαρμακευτική περίθαλψη σε όλα τα δημόσια ιατρικά ιδρύματα, η οποία περιλαμβάνει τουλάχιστον τις πρώτες βοήθειες και την αναγκαία θεραπεία ασθενειών και σοβαρών ψυχικών διαταραχών∙ και (β) δωρεάν παροχή της απαραίτητης ιατρικής ή άλλης συνδρομής, συμπεριλαμβανομένης, κατά περίπτωση, της κατάλληλης ψυχιατρικής περίθαλψης, προκειμένου για αιτητή με ειδικές ανάγκες υποδοχής.
105(I)/2016 Στέγαση 9ΙΔ.-(1) Σε περίπτωση που η στέγαση παρέχεται σε είδος, αυτή λαμβάνει μία από τις ακόλουθες μορφές ή αποτελεί συνδυασμό αυτών: (α) Χώρο που χρησιμοποιείται προς το σκοπό της στέγασης των αιτητών κατά τη διάρκεια της εξέτασης αίτησης που υποβάλλεται στα σύνορα ή σε ζώνες διέλευσης∙ (β) κέντρα φιλοξενίας που εξασφαλίζουν κατάλληλο βιοτικό επίπεδο∙ (γ) ιδιωτικές κατοικίες, διαμερίσματα, ξενοδοχεία ή άλλους χώρους προσαρμοσμένους για τη στέγαση των αιτητών.
105(I)/2016 Αρμόδια αρχή για τα κέντρα φιλοξενίας 9ΙΕ.-(1) Με την επιφύλαξη της παραγράφου (γ) του εδαφίου (2Β) του άρθρου 10, η Υπηρεσία Ασύλου έχει αποκλειστική αρμοδιότητα για τη παραπομπή και τη λήξη της φιλοξενίας αιτητών σε κέντρο φιλοξενίας, την οποία αρμοδιότητα δύναται να εκχωρεί σε λειτουργό άλλης αρμόδιας αρχής υπό την προϋπόθεση ότι η εν λόγω αρχή συναινεί.
105(I)/2016 116(I)/2019 Γενικές αρχές που διέπουν τη λειτουργία κέντρου φιλοξενίας 9ΙΣΤ.-(1) Η λειτουργία κέντρου φιλοξενίας διέπεται από τις ακόλουθες αρχές: (α) Την εξασφάλιση στους αιτητές επαρκούς βιοτικού επιπέδου, το οποίο να διασφαλίζει τη συντήρησή τους και να προστατεύει τη σωματική και ψυχική τους υγεία∙ (β) τη στέγαση ανύπανδρων γυναικών και ανδρών σε ξεχωριστά καταλύματα∙ (γ) την απαγόρευση παραπομπής ασυνόδευτων ανήλικων αιτητών∙ (δ) την προσωρινότητα της διαμονής των αιτητών μέχρι τη δημιουργία των απαραίτητων συνθηκών για τη διαμονή τους εκτός του κέντρου φιλοξενίας· (ε) την ελεύθερη διακίνηση των αιτητών από και προς το κέντρο φιλοξενίας.
105(I)/2016 Κανόνες λειτουργίας κέντρων φιλοξενίας 9ΙΖ.-(1) Τα κέντρα φιλοξενίας διέπονται τους ακόλουθους κανόνες λειτουργίας: (α) Η Υπηρεσία Ασύλου παραχωρεί στους αιτητές σε μηνιαία βάση επίδομα, το ύψος του οποίου καθορίζεται με διάταγμα του Υπουργικού Συμβουλίου, το οποίο δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, για την αντιμετώπιση άμεσων προσωπικών τους αναγκών:
Νοείται ότι, έως ότου τέτοιο διάταγμα εκδοθεί, ισχύει το διάταγμα που εκδόθηκε δυνάμει της υποπαραγράφου (β) της παραγράφου (1) του Κανονισμού 20 των περί Προσφύγων (Συνθήκες Υποδοχής Αιτητών) Κανονισμών του 2005 έως 2013, παρά την κατάργηση των εν λόγω Κανονισμών· (β) παραχωρούνται υλικά για πρόγευμα και δύο έτοιμα γεύματα την ημέρα, σύμφωνα με τις διατροφικές ιδιαιτερότητες των αιτητών· (γ) παρέχεται δωρεάν μεταφορά προς τα αστικά κέντρα το πρωί και από τα αστικά κέντρα προς τα κέντρα φιλοξενίας το απόγευμα, καθώς και οποιαδήποτε άλλη αναγκαία ή επείγουσα υπό τις περιστάσεις διακίνηση· (δ) παρέχεται ιατροφαρμακευτική περίθαλψη από νοσηλευτικό ίδρυμα, καθώς και από κάθε άλλη κρατική νοσηλευτική μονάδα, η οποία περίθαλψη καθίσταται αναγκαία υπό τις περιστάσεις· (ε) οι αιτητές οφείλουν να - (i)διατηρούν τα δωμάτιά τους και τους κοινόχρηστους χώρους των κέντρων φιλοξενίας καθαρούς· και (ii)μη φιλοξενούν πρόσωπα τα οποία δεν δικαιούνται να διαμένουν στο κέντρο φιλοξενίας· και (iii)συμμορφώνονται με τους εσωτε-ρικούς κανονισμούς λειτουργίας του κέντρου φιλοξενίας που αφορούν την ομαλή λειτουργία και την τήρηση της τάξης σε αυτό.
105(I)/2016 Συνδρομή άλλων υπηρεσιών 9ΙΗ. Με στόχο τη συντομότερη απεξάρτηση των αιτητών από το κέντρο φιλοξενίας, η Υπηρεσία Ασύλου μεριμνά ώστε οι Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας, καθώς και άλλες κυβερνητικές υπηρεσίες και μη κυβερνητικές οργανώσεις, να παρέχουν στους αιτητές - (α) Ενημέρωση και στήριξη αναφορικά με την εξεύρεση κατάλληλης στέγης και εργασίας, όπου αυτό είναι απαραίτητο· (β) στήριξη αναφορικά με ψυχοκοινωνικά προβλήματα που αντιμετωπίζουν· (γ) στήριξη για την οργάνωση της κοινωνικής τους ζωής, τη συμβουλευτική καθοδήγησή τους και τον προγραμματισμό των μελλοντικών τους ενεργειών.
105(I)/2016 Λήξη φιλοξενίας στο κέντρο φιλοξενίας 9ΙΘ.-(1) Η λήξη της φιλοξενίας σε κέντρο υποδοχής ή/και φιλοξενίας αποφασίζεται από τον Προϊστάμενο σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις: (α) Με την οικειοθελή αποχώρηση του αιτητή, εφόσον έχει εξασφαλίσει άλλες κατάλληλες συνθήκες στέγασης με δικούς του πόρους· (β) με τη πάροδο τουλάχιστον έξι (6) μηνών από την παραπομπή του αιτητή σε κέντρο φιλοξενίας, σε περίπτωση που το κέντρο φιλοξενίας είναι υπερπλήρες και είναι απαραίτητη η παραπομπή νέων αιτητών· (γ) λόγω επανειλημμένων σοβαρών παραβάσεων από τον αιτητή των κανόνων λειτουργίας κέντρου φιλοξενίας, σε περίπτωση που δεν συμμορφώνεται με τις υποδείξεις του προσωπικού κέντρου φιλοξενίας· (δ) λόγω ιδιαίτερα βίαιης συμπεριφοράς του αιτητή είτε προς το προσωπικό κέντρου φιλοξενίας είτε προς άλλους αιτητές:
Νοείται ότι, στις περιπτώσεις που προβλέπονται στις παραγράφους (β), (γ) και (δ), οι Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας παρέχουν στον αιτητή υλικές συνθήκες υποδοχής.
105(I)/2016 178(I)/2022 Προσωπικό των κέντρων φιλοξενίας 9Κ. Το προσωπικό των κέντρων φιλοξενίας διαθέτει κατάλληλη κατάρτιση αναφορικά με τις ανάγκες των αιτητών, τόσο των ανδρών όσο και των γυναικών, αλλά και των προσώπων που εμπίπτουν στις διατάξεις του άρθρου 9ΚΓ, και δεσμεύεται από την αρχή της εμπιστευτικότητας αναφορικά με οποιεσδήποτε πληροφορίες τις οποίες γνωρίζει ως εκ της άσκησης των καθηκόντων του σύμφωνα με το άρθρο 31Β.
105(I)/2016 Διαφοροποιημένες συνθήκες υποδοχής 9ΚΑ.-(1) Σε δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις, ο Προϊστάμενος με απόφασή του δύναται κατ’ εξαίρεση να καθιστά εφαρμοστέες υλικές συνθήκες υποδοχής οι οποίες είναι διαφορετικές από τις προβλεπόμενες στα εδάφια (1), (6), (8) και (9) του άρθρου 9ΙΔ, στις παραγράφους (α) και (β) του εδαφίου (7) του άρθρου 9ΙΔ, στις παραγράφους (β) και (γ) του εδαφίου (1) του άρθρου 9ΙΣΤ, στο εδάφιο (2) του άρθρου 9ΙΖ και στο άρθρο 9Κ, για εύλογη χρονική περίοδο η οποία είναι όσο το δυνατό συντομότερη, σε περίπτωση που - (α) Απαιτείται εκτίμηση των ειδικών αναγκών του αιτητή, σύμφωνα με το άρθρο 9ΚΔ∙ ή (β) έχουν εξαντληθεί προσωρινά οι συνήθεις διαθέσιμες δυνατότητες στέγασης.
105(I)/2016 Περιορισμός ή ανάκληση των υλικών συνθηκών υποδοχής 9ΚΒ.-(1) Με την επιφύλαξη του περί της Σύμβασης περί των Δικαιωμάτων του Παιδιού (Κυρωτικού) Νόμου, ο Προϊστάμενος δύναται με απόφασή του, η οποία των υλικών κοινοποιείται τόσο στον επηρεαζόμενο αιτητή όσο και στις αρμόδιες αρχές για την εκτέλεσή της - (α) Να περιορίζει ή, σε εξαιρετικές και δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις, να ανακαλεί τις υλικές συνθήκες υποδοχής, όταν ο αιτητής - (i) Δεν συμμορφώνεται είτε με την υποχρέωση ενημέρωσης για αλλαγή του τόπου διαμονής του βάσει του άρθρου 8 είτε με απόφαση ή άδεια που εκδίδεται δυνάμει του άρθρου 9Ε και τον δεσμεύει, ή (ii) δεν προσέρχεται στην προσωπική συνέντευξη που καθορίζεται από την Υπηρεσία Ασύλου εντός δύο (2) εβδομάδων από την ημερομηνία της καθορισμένης συνέντευξης ή δεν ανταποκρίνεται σε απαίτηση της Υπηρεσίας Ασύλου για παροχή πληροφοριών στο πλαίσιο της διαδικασίας εξέτασης της αίτησης εντός δύο (2) εβδομάδων από την ημερομηνία που όφειλε να ανταποκριθεί στην απαίτηση για παροχή πληροφοριών, και δεν παραχωρεί ικανοποιητικές εξηγήσεις για τις ενέργειές του αυτές, ή (iii) έχει υποβάλει μεταγενέστερη αίτηση δυνάμει του άρθρου 16Δ:
Νοείται ότι, στις περιπτώσεις που προβλέπονται στις υποπαραγράφους (i) και (ii), όταν ο αιτητής εντοπισθεί ή προσέλθει αυτοβούλως στην Υπηρεσία Ασύλου, ο Προϊστάμενος λαμβάνει δεόντως αιτιολογημένη απόφαση, βασιζόμενη στους λόγους που οδήγησαν στην εξαφάνιση του αιτητή, σχετικά με την ανανέωση της παροχής μερικών ή όλων των υλικών συνθηκών υποδοχής που είχαν περιοριστεί ή ανακληθεί· (β) να περιορίζει ή να ανακαλεί τις υλικές συνθήκες υποδοχής, όταν ο αιτητής έχει αποκρύψει τους οικονομικούς του πόρους και έχει, κατά συνέπεια, επωφεληθεί με αθέμιτο τρόπο από τις υλικές συνθήκες υποδοχής· (γ) να περιορίζει τις υλικές συνθήκες υποδοχής, όταν ο αιτητής, χωρίς δικαιολογημένη αιτία, δεν έχει καταθέσει αίτηση το συντομότερο ευλόγως δυνατό μετά την άφιξη στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές:
Νοείται ότι, για τον προσδιορισμό του προαναφερόμενου συντομότερου ευλόγως δυνατού χρονικού διαστήματος, αναφορικά με αιτητή που διαμένει ήδη στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές υπό άλλο νομικό καθεστώς, η Υπηρεσία Ασύλου λαμβάνει υπόψη το χρόνο κατά τον οποίο ο αιτητής ισχυρίζεται ότι γεννήθηκε ο βάσιμος φόβος δίωξης.
105(I)/2016 Πρόσωπα που χρήζουν ειδικής μεταχείρισης 9ΚΓ. Κατά την εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου (β) του εδαφίου (1) και του εδάφιου (2) του άρθρου 8, των άρθρων 9Α μέχρι 9ΚΘ και των εδαφίων (1Β), (2), (2Α), (2Β), (2Γ), (2Δ) και (2Ε) του άρθρου 10, οι αρμόδιες αρχές λαμβάνουν υπόψη τους την ειδική κατάσταση των ευάλωτων προσώπων, όπως οι ανήλικοι, οι ασυνόδευτοι ανήλικοι, τα πρόσωπα με ειδικές ανάγκες, οι ηλικιωμένοι, οι εγκυμονούσες, οι μονογονεϊκές οικογένειες με ανήλικα παιδιά, τα θύματα εμπορίας προσώπων, τα πρόσωπα με σοβαρές ασθένειες, τα πρόσωπα με πνευματικές διαταραχές και τα άτομα που έχουν υποστεί βασανιστήρια, βιασμό ή άλλες σοβαρές μορφές ψυχολογικής, φυσικής ή σεξουαλικής βίας, όπως γυναίκες θύματα ακρωτηριασμού των γεννητικών οργάνων.
105(I)/2016 Αξιολόγηση των ειδικών αναγκών υποδοχής και διαδικαστικών αναγκών των ευάλωτων προσώπων 9ΚΔ.-(1) Για την αποτελεσματική εφαρμογή του άρθρου 9ΚΓ, απαιτείται ατομική εκτίμηση για να διαπιστωθεί κατά πόσο συγκεκριμένο πρόσωπο είναι αιτητής με ειδικές ανάγκες υποδοχής και, εάν είναι, για να προσδιοριστούν αυτές οι ειδικές ανάγκες υποδοχής. Κατά τη διενέργεια της προαναφερόμενης εκτίμησης, απαιτείται ατομική συνεκτίμηση για να διαπιστωθεί κατά πόσο το ίδιο πρόσωπο είναι αιτητής που χρήζει ειδικών διαδικαστικών εγγυήσεων και, εάν είναι, για να προσδιοριστούν οι διαδικαστικές του ανάγκες και να τύχει της αναγκαίας υποστήριξης και των ειδικών διαδικαστικών εγγυήσεων. Οι εν λόγω εκτιμήσεις διενεργούνται χωρίς επηρεασμό της εκτίμησης των αναγκών διεθνούς προστασίας σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου.
105(I)/2016 Ανήλικοι 9ΚΕ.-(1) Οι Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας έχουν αρμοδιότητα και ευθύνη αναφορικά με ανήλικους αιτητές.
105(I)/2016 Θύματα βασανιστηρίων και βίας 9ΚΣΤ.-(1) Ο Διευθυντής των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας διασφαλίζει ότι τα πρόσωπα που έχουν υποστεί βασανιστήρια, βιασμό ή άλλες πράξεις βίας λαμβάνουν την αναγκαία περίθαλψη για τη ζημιά που προκλήθηκε από τέτοια πράξη και ιδίως πρόσβαση σε κατάλληλη ιατρική και ψυχολογική θεραπεία ή περίθαλψη.
105(I)/2016 Δυσμενείς αποφάσεις 9ΚΖ. Οποιαδήποτε δυσμενής απόφαση αρμόδιας αρχής, η οποία συνιστά ατομική διοικητική πράξη και αφορά την παροχή, απόσυρση ή τον περιορισμό πλεονεκτημάτων κατ' εφαρμογή οποιασδήποτε διάταξης εκ της παραγράφου (β) του εδαφίου (1) και του εδάφιου (2) του άρθρου 8, των άρθρων 9 μέχρι 9ΚΣΤ και των εδαφίων (1Β), (2), (2Α), (2Β), (2Γ), (2Δ) και (2Ε) του άρθρου 10, λαμβάνεται σε αντικειμενική και αμερόληπτη βάση και είναι δεόντως αιτιολογημένη.
105(I)/2016 Σύστημα προσανατολισμού, παρακολούθησης και ελέγχου του συστήματος υποδοχής 9ΚΗ. Ο Υφυπουργός παρακολουθεί και συντονίζει την ορθή εφαρμογή της παραγράφου (β) του εδαφίου (1) και του εδάφιου (2) του άρθρου 8, των άρθρων 9 μέχρι 9ΚΘ και των εδαφίων (1Β), (2), (2Α), (2Β), (2Γ), (2Δ) και (2Ε) του άρθρου 10, και για το σκοπό αυτό δύναται να εκδίδει κατευθυντήριες γραμμές προς όλες τις αρμόδιες αρχές για την καλύτερη εφαρμογή των εν λόγω άρθρων.
105(I)/2016 228(I)/2025 Υποχρεώσεις έναντι της Ευρωπαϊκής Ένωσης 9ΚΘ. Ο Προϊστάμενος, ως αρμόδια αρχή της Δημοκρατίας, εκπληρώνει τις υποχρεώσεις τις οποίες επιβάλλουν στη Δημοκρατία, ως κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα ακόλουθα Άρθρα της Οδηγίας 2013/33/ΕΕ: (α) Άρθρο 27· (β) Άρθρο 28, παράγραφος 2· (γ) Άρθρο 29, παράγραφος 1∙ (δ) Άρθρο 30, δεύτερο εδάφιο.
105(I)/2016 Ασυνόδευτοι ανήλικοι αιτητές
Άρθρο 10
(1Ζ)(α) Η Υπηρεσία Ασύλου δύναται να χρησιμοποιεί ιατρικές εξετάσεις για τον προσδιορισμό της ηλικίας ασυνόδευτου ανήλικου, στο πλαίσιο της εξέτασης της αίτησής του, όταν, μετά τις γενικές δηλώσεις ή άλλες συναφείς ενδείξεις, υπάρχουν αμφιβολίες σχετικά με την ηλικία του αιτητή. Σε περίπτωση που, μετά την διεξαγωγή της ιατρικής εξέτασης, εξακολουθούν να υπάρχουν αμφιβολίες για την ηλικία του αιτητή, τότε ο αιτητής θεωρείται ότι είναι ανήλικος. (β) Οποιαδήποτε ιατρική εξέταση πραγματοποιείται με πλήρη σεβασμό της αξιοπρέπειας του ασυνόδευτου ανήλικου, διενεργείται με την επιλογή των λιγότερο παρεμβατικών εξετάσεων και διενεργείται από κατάλληλα εκπαιδευμένους επαγγελματίες του τομέα της υγείας, ώστε να επιτυγχάνεται όσο το δυνατόν πιο αξιόπιστο αποτέλεσμα. (1Η) Σε περίπτωση χρήσης ιατρικών εξετάσεων σύμφωνα με το εδάφιο (1Ζ), η Υπηρεσία Ασύλου μεριμνά ώστε- (α) ο ασυνόδευτος ανήλικος να ενημερώνεται, πριν από την εξέταση της αίτησής του και σε γλώσσα την οποία κατανοεί ή εύλογα θεωρείται ότι κατανοεί, σχετικά με το ενδεχόμενο προσδιορισμού της ηλικίας με ιατρικές εξετάσεις∙ η ενημέρωση περιλαμβάνει πληροφορίες σχετικά με τη μέθοδο εξετάσεων, τον ενδεχόμενο αντίκτυπο των αποτελεσμάτων των ιατρικών εξετάσεων στην εξέταση της αίτησης και τον αντίκτυπο της τυχόν άρνησης του ασυνόδευτου ανήλικου να υποβληθεί σε ιατρικές εξετάσεις∙ (β) ο ασυνόδευτος ανήλικος ή/και ο εκπρόσωπός του να συναινούν στη διενέργεια εξέτασης για τον προσδιορισμό της ηλικίας του ασυνόδευτου ανήλικου∙ και (γ) η απόφαση απόρριψης αίτησης ασυνόδευτου ανήλικου, ο οποίος αρνήθηκε να υποβληθεί σε τέτοιες ιατρικές εξετάσεις, να μη βασίζεται μόνο στην άρνηση αυτή:
Νοείται ότι, σε περίπτωση άρνησης του αιτητή να συναινέσει στη διενέργεια εξέτασης, τεκμαίρεται ότι το εν λόγω πρόσωπο είναι ενήλικας και, σε οποιοδήποτε μεταγενέστερο στάδιο, ο αιτητής έχει το διακαίωμα κατάθεσης επιπρόσθετων στοιχείων ως προς την ανηλικότητα αυτού ή/και αιτήματος ιατρικής εξέτασης προσδιορισμού της ηλικίας, τα οποία η Υπηρεσία Ασύλου οφείλει να εξετάσει. (1Θ) Η άρνηση ασυνόδευτου ανήλικου να υποβληθεί σε ιατρικές εξετάσεις, για τον προσδιορισμό της ηλικίας του, δεν εμποδίζει τον Προϊστάμενο να λάβει απόφαση επί της αίτησης του ασυνόδευτου ανήλικου.
(β) οι μεταβολές κατοικίας των ασυνόδευτων ανηλίκων περιορίζονται στο ελάχιστο. (2Δ) Ο Διευθυντής των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας, αρχίζει να αναζητεί, το συντομότερο δυνατό μετά την υποβολή της αίτησης, τα μέλη της οικογένειας του ασυνόδευτου ανηλίκου, εν ανάγκη με τη βοήθεια διεθνών ή άλλων σχετικών οργανώσεων, προστατεύοντας παράλληλα το βέλτιστο συμφέρον του ασυνόδευτου ανηλίκου. Σε περίπτωση που υπάρχει κίνδυνος να απειληθεί η ζωή ή η ακεραιότητα του ασυνόδευτου ανηλίκου ή των στενών συγγενών του, ιδίως αν αυτοί διαμένουν στη χώρα καταγωγής, ο Διευθυντής των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας διασφαλίζει ότι η συλλογή, η επεξεργασία και η διαβίβαση των πληροφοριών που αφορούν τα εν λόγω πρόσωπα γίνεται εμπιστευτικά, ώστε να μη διακυβεύεται η ασφάλειά τους. (2Ε) Οι απασχολούμενοι με ασυνόδευτους ανηλίκους διαθέτουν και συνεχίζουν να λαμβάνουν κατάλληλη κατάρτιση σχετικά με τις ανάγκες των ανηλίκων και δεσμεύονται από την αρχή της εμπιστευτικότητας σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 31Β, αναφορικά με τις πληροφορίες τις οποίες γνωρίζουν ως εκ της άσκησης της εργασίας τους. (2ΣΤ) Όταν, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας διεθνούς προστασίας, προσδιοριστεί ένα πρόσωπο ως ασυνόδευτος ανήλικος, η Υπηρεσία Ασύλου δύναται- (α) Να εξετάσει την αίτηση κατά την ταχύρρυθμη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 12Δ μόνο εφόσον- (i) O αιτητής προέρχεται από χώρα η οποία πληροί τα κριτήρια για το χαρακτηρισμό της ως ασφαλούς χώρας καταγωγής, κατά την έννοια του παρόντος Νόμου, ή (ii) ο αιτητής έχει υποβάλει μεταγενέστερη αίτηση η οποία δεν είναι απαράδεκτη κατά την παράγραφο (δ) του εδαφίου (3) του άρθρου 16Δ, ή (iii) ο αιτητής μπορεί, εξαιτίας σοβαρών λόγων, να θεωρείται επικίνδυνος για την εθνική ασφάλεια ή τη δημόσια τάξη της Δημοκρατίας, ή έχει απελαθεί διά της βίας εξαιτίας σοβαρών λόγων εθνικής ασφάλειας ή δημόσιας τάξης, σύμφωνα με το κυπριακό δίκαιο∙ (β) να θεωρήσει την αίτηση απαράδεκτη, σύμφωνα με την παράγραφο (γ) του εδαφίου (2) του άρθρου 12Βτετράκις, εάν μια χώρα άλλη από κράτος μέλος θεωρείται ασφαλής τρίτη χώρα για τον αιτητή σύμφωνα με το άρθρο 12Β, εφόσον αυτό εξυπηρετεί το βέλτιστο συμφέρον του ανηλίκου.
6(I)/2000 53(I)/2003 241(I)/2004 112(I)/2007 122(I)/2009 9(Ι)/2013 105(I)/2016 106(I)/2016 86(I)/2023 Αιτητές που χρήζουν ειδικών διαδικαστικών εγγυήσεως 10Α.-(1) Η Υπηρεσία Ασύλου, εντός εύλογου χρονικού διαστήματος μετά την υποβολή της αίτησης, διαπιστώνει αν ο αιτητής είναι αιτητής που χρήζει ειδικών διαδικαστικών εγγυήσεων, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 9ΚΔ.
106(I)/2016 ΜΕΡΟΣ ΙΙΙ ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΗ ΚΑΘΕΣΤΩΤΟΣ ΠΡΟΣΦΥΓΑ, ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΚΑΙ ΔΙΑΜΟΝΗΣ ΠΡΟΣΩΡΙΝΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ Υποβολή, καταχώριση και κατάθεση αίτησης
Άρθρο 11
11.- (1) Η αίτηση απευθύνεται στην Υπηρεσία Ασύλου.
Νοείται ότι, εάν ο Διευθυντής Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας κρίνει ότι οποιοσδήποτε ενήλικας, ο οποίος προτίθεται να υποβάλει αίτηση ή είναι αιτητής, δεν διαθέτει νομική ικανότητα, ο εν λόγω Διευθυντής ενεργεί το συντομότερο δυνατό, αυτοπροσώπως ή μέσω λειτουργού των Υπηρεσιών του, ως εκπρόσωπος και συνδρομητής του εν λόγω ενήλικα.