Ο περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμος του 1967 - 24/1967
Τι αφορά αυτή η πράξη;
Αυτός ο νόμος ρυθμίζει τον τερματισμό της απασχόλησης, καθορίζοντας τα δικαιώματα των εργοδοτουμένων σε αποζημίωση και τις υποχρεώσεις των εργοδοτών σχετικά με την προειδοποίηση.
Για ποιους: Εργοδότες; Εργοδοτούμενους που εργάζονται συνεχώς για τουλάχιστον είκοσι έξι εβδομάδες.
Με μια ματιά
- Χώρα
- Κύπρος
- Τομέας δικαίου
- Εργατικό δίκαιο
- Άρθρα
- 30
- Πηγή
- cylaw.org
- Ανάκτηση κειμένου
- Ενημέρωση επεξήγησης
Τι ρυθμίζει αυτή η πράξη;
- Την αποζημίωση που δικαιούται ένας εργοδοτούμενος όταν τερματίζεται η απασχόλησή του.
- Τις περιπτώσεις όπου ένας εργοδοτούμενος δεν δικαιούται αποζημίωση.
- Τις ελάχιστες περιόδους προειδοποίησης που πρέπει να δίνει ο εργοδότης.
- Την έκδοση πιστοποιητικού απασχόλησης από τον εργοδότη.
Ποιους αφορά αυτή η πράξη;
- Εργοδότες.
- Εργοδοτούμενους που εργάζονται συνεχώς για τουλάχιστον είκοσι έξι εβδομάδες.
Ποια είναι τα βασικά σημεία;
- Εργοδοτούμενος που έχει απασχοληθεί συνεχώς για τουλάχιστον είκοσι έξι εβδομάδες δικαιούται αποζημίωση αν ο εργοδότης τερματίσει την απασχόλησή του για λόγους που δεν αναφέρονται στο άρθρο 5.
- Η αποζημίωση καταβάλλεται από τον εργοδότη μέχρι τα ημερομίσθια ενός έτους και από το Ταμείο για το ποσό που υπερβαίνει τα ημερομίσθια ενός έτους.
- Δεν δικαιούται αποζημίωση εργοδοτούμενος που έχει συμπληρώσει τη συντάξιμη ηλικία πριν τον τερματισμό της απασχόλησής του.
- Οι ελάχιστες περίοδοι προειδοποίησης από τον εργοδότη κυμαίνονται από μία εβδομάδα (για 26+ εβδομάδες απασχόλησης) έως οκτώ εβδομάδες (για 312+ εβδομάδες απασχόλησης).
Legal guide
Εργατικό δίκαιο
Κείμενο νόμου
Κείμενο νόμου
Ο περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμος του 1967 - 24/1967 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | Επικοινωνία Κατάλογος Ενοποιημένης Νομοθεσίας Ο περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμος του 1967 (24/1967) Περιεχόμενα Πλήρες Κείμενο Εκτύπωση Ιστορικό Τροποποιήσεων 24/1967 17/1968 67/1972 6/1973 1/1975 18/1977 30/1979 57/1979 82/1979 92/1979 54/1980 12/1983 167/1987 37/1988 18/1990 203/1990 52(I)/1994 61(I)/1994 26(I)/2001 111(I)/2001 70(I)/2002 79(I)/2002 159(I)/2002 212(I)/2002 110(I)/2003 111(I)/2003 89(I)/2016 218(I)/2022
ΜΕΡΟΣ I ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Συνοπτικός τίτλος
Άρθρο 1
24/1967 Ερμηνεία
Άρθρο 2
Ίνα αποφευχθή οιαδήποτε αμφιβολία περί την ερμηνείαν του ορισμού "εργοδοτούμενος" του άρθρου 2 του βασικού νόμου διά του παρόντος δηλούται ότι εις τον ορισμόν τούτον περιλαμβάνεται και παν πρόσωπον απασχολούμενον μονίμως ή προσωρινώς εις οργανικήν ή άλλην θέσιν παρ' οιωδήποτε νομικώ προσώπω δημοσίου δικαίου ή παρ' οιωδήποτε οργανισμώ δημοσίου δικαίου άνευ νομικής προσωπικότητος, ιδρυομένω προς το δημόσιον συμφέρον. "ημερομίσθιον" περιλαμβάνει πάσαν χρηματικήν αντιμισθίαν εκ της απασχολήσεως εργοδοτουμένου ή παν κέρδος εκ της τοιαύτης απασχολήσεως δεκτικόν χρηματικής αποτιμήσεως ως και την εισφοράν την καταβλητέαν εις το Κεντρικόν Ταμείον Αδειών, το ιδρυθέν δυνάμει των περί Ετησίων Αδειών μετ' Απολαβών Νόμων του 1967 έως 1979, εξαιρουμένων όμως εκτάκτων προμηθειών και κατά χάριν (ex-gratia) πληρωμών· "ορισθείσα ημέρα" σημαίνει την διά γνωστοποιήσεως, δημοσιευομένης εν τη επισήμω εφημερίδι της Δημοκρατίας, ορισθείσαν υπό του Υπουργικού Συμβουλίου ημέραν ενάρξεως της υπό εργοδοτών καταβολής εισφορών δυνάμει του παρόντος Νόμου· "πληρωμή λόγω πλεονασμού" σημαίνει πληρωμήν εκ του Ταμείου ή οιανδήποτε πληρωμήν γενομένην εν όλω ή εν μέρει, δυνάμει της επιφυλάξεως του εδαφίου (3) του άρθρου 16, εις εργοδοτούμενον του οποίου η απασχόλησις ετερματίσθη λόγω του ότι ούτος ήτο πλεονάζων· "συντάξιμη ηλικία" σημαίνει τη συντάξιμη ηλικία όπως αυτή ορίζεται στους περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμους του 1980 μέχρι 1990· "Ταμείον" σημαίνει το δυνάμει του άρθρου 24 συσταθέν υπό του Υπουργικού Συμβουλίου Ταμείον διά πλεονάζον προσωπικόν· "Υπουργός" σημαίνει τον Υπουργόν Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων.
24/1967 70(I)/2002 159(I)/2002 218(I)/2022
ΜΕΡΟΣ II ΤΕΡΜΑΤΙΣΜΟΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΕΩΣ
Δικαίωμα του εργοδοτουμένου εις αποζημίωσιν επί τω τερματισμώ της απασχολήσεως του
Άρθρο 3
3.-(1) Όταν, κατά ή μετά την έναρξιν της ισχύος του παρόντος άρθρου, ο εργοδότης τερματίζη δι' οιονδήποτε λόγον άλλον ή των εν τω άρθρω 5 εκτιθεμένων λόγων, την απασχόλησιν εργοδοτουμένου ο οποίος έχει απασχοληθή συνεχώς υπ' αυτού επί είκοσι εξ τουλάχιστον εβδομάδας, ο εργοδοτούμενος κέκτηται δικαίωμα εις αποζημίωσιν υπολογιζομένην συμφώνως προς τον Πρώτον Πίνακα:
Νοείται ότι ο εργοδότης και ο εργοδοτούμενος δύνανται δι' εγγράφου συμβάσεως συναφθείσης κατά τον χρόνον της προσλήψεως του εργοδοτουμένου να παρατείνωσι την υπό του παρόντος άρθρου προβλεπομένην περίοδον συνεχούς απασχολήσεως μέχρις ανωτάτου ορίου εκατόν τεσσάρων εβδομάδων.
Νοείται περαιτέρω ότι, προκειμένου περί εργοδοτών οι οποίοι απασχολούν πέραν των δεκαεννέα εργοδοτουμένων, σε περίπτωση κατά την οποία κριθεί ότι ο τερματισμός της απασχόλησης του εργοδοτουμένου ήταν έκδηλα παράνομος ή παράνομος και κακόπιστος, τότε το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών δύναται, αν κατά τη γνώμη του οι περιστάσεις το δικαιολογούν και ο εργοδοτούμενος το έχει ζητήσει ως θεραπεία, να διατάξει την επαναπρόσληψη του εργοδοτουμένου και ταυτόχρονα την καταβολή αποζημίωσης για τη ζημιά την οποία πράγματι ο εργοδοτούμενος υπέστη ως συνέπεια της απόλυσης του, νοουμένου ότι το ποσό αυτό δε θα υπερβαίνει τα ημερομίσθια δώδεκα μηνών.
24/1967 Απώλεια δικαιώματος εις αποζημίωσιν
Άρθρο 4
24/1967 Απόλυσις μη παρέχουσα δικαίωμα εις αποζημίωσιν
Άρθρο 5
Νοείται ότι προσωρινή ανικανότης προς εργασίαν οφειλομένη εις ασθένειαν, βλάβην, τοκετόν ή νόσον δεν θεωρείται ως εμπίπτουσα εντός της παραγράφου ταύτης. (β) όταν ο εργοδοτούμενος κατέστη πλεονάζων υπό την έννοιαν του Μέρους IV. (γ) όταν ο τερματισμός οφείληται εις ανωτέραν βίαν, πολεμικήν ενέργειαν, πολιτικήν εξέγερσιν, θεομηνίαν ή καταστροφήν των εγκαταστάσεων διά πυρκαϊάς μη οφειλομένης εις εσκεμμένην ενέργειαν ή αμέλειαν του εργοδότου· (δ) όταν η απασχόλησις τερματίζηται κατά την λήξιν συμβάσεως τακτής περιόδου, ή λόγω της υπό του εργοδοτουμένου συμπληρώσεως της κανονικής ηλικίας αφυπηρετήσεως βάσει εθίμου, νόμου, συλλογικής συμφωνίας, συμβάσεως, κανόνων της εργασίας ή άλλως:
Νοείται ότι, τηρουμένων των διατάξεων του περί Εργοδοτουμένων με Εργασία Ορισμένου Χρόνου (Απαγόρευση Δυσμενούς Μεταχείρισης) Νόμου του 2003, όταν το Διαιτητικών Δικαστήριον θεωρή ότι οιαδήποτε σύμβασις τακτής περιόδου ή οιαδήποτε σειρά συμβάσεων τακτών περιόδων δέον να θεωρηθώσιν είτε κεχωρισμένως είτε εν συνδυασμώ ως σύμβασις ακαθορίστου περιόδου, τότε η τοιαύτη σύμβασις ή η τοιαύτη σειρά συμβάσεων θεωρείται ως μη αποτελούσα σύμβασιν τακτής περιόδου διά τους σκοπούς της παρούσης παραγράφου· (ε) όταν ο εργοδοτούμενος επιδεικνύη τοιαύτην διαγωγήν ώστε να καθιστά εαυτόν υποκείμενον εις απόλυσιν άνευ προειδοποιήσεως:
Νοείται ότι όταν ο εργοδότης δεν ασκή το δικαίωμα του προς απόλυσιν εντός λογικού χρονικού διαστήματος από του γεγονότος το οποίον του παρέσχε το δικαίωμα τούτο, θεωρείται ούτος ως εγκαταλείψας το δικαίωμα του να απολύση τον εργοδοτούμενον· (στ) άνευ επηρεασμού της γενικότητος της αμέσως προηγουμένης παραγράφου, τα ακόλουθα δύνανται, μεταξύ άλλων, να αποτελέσωσι λόγον απολύσεως άνευ προειδοποιήσεως, λαμβανομένων υπ' όψιν όλων των περιστατικών της περιπτώσεως: (i) διαγωγή εκ μέρους του εργοδοτουμένου η οποία καθιστά σαφές ότι η σχέσις εργοδότου και εργοδοτουμένου δεν δύναται ευλόγως να αναμένηται όπως συνεχισθή· (ii) διάπραξις σοβαρού παραπτώματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει των καθηκόντων του· (iii)διάπραξις ποινικού αδικήματος υπό του εργοδοτουμένου εν τη εκτελέσει του καθήκοντος του, άνευ της ρητής ή σιωπηρός συγκαταθέσεως του εργοδότου του· (iν) απρεπής διαγωγή του εργοδοτουμένου κατά τον χρόνον της εκτελέσεως των καθηκόντων του· (ν) σοβαρά ή επαναλαμβανόμενη παράβασις ή παραγνώρισις κανόνων της εργασίας ή άλλων κανόνων εν σχέσει προς την απασχόλησιν.
24/1967 111(I)/2003 Βάρος αποδείξεως
Άρθρο 6
6.-(1) Καθ' οιανδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών διαδικασίαν ο υπό του εργοδότου τερματισμός απασχολήσεως του εργοδοτουμένου τεκμαίρεται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ως μη γενόμενος διά τινα των εν τω άρθρω 5 εκτιθεμένων λόγων.
24/1967 70(I)/2002 218(I)/2022 Τερματισμός υπό του εργοδοτουμένου
Άρθρο 7
7.-(1) Όταν εργοδοτούμενος νομίμως τερματίζη την απασχόλησιν του παρ' εργοδότη λόγω της διαγωγής του εργοδότου, τότε ο τερματισμός ούτος θεωρείται ως τερματισμός υπό του εργοδότου υπό την έννοιαν του άρθρου 3.
24/1967 Πιστοποιητικόν υπό του εργοδότου
Άρθρο 8
8.-(1) Εργοδοτούμενος του οποίου η απασχόλησις ετερματίσθη δι' οιονδήποτε λόγον δικαιούται να λάβη, όταν ζητήση τούτο κατά τον χρόνον του τερματισμού, πιστοποιητικόν παρά του εργοδότου καθορίζον τας ημερομηνίας της απασχολήσεως του και το είδος ή τα είδη της εργασίας εις την οποίαν απησχολήθη.
24/1967
ΜΕΡΟΣ III ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΙΣ
Περίοδος προειδοποιήσεως την οποίαν δίδει εργοδότης
Άρθρο 9
9.-(1) Κατά ή μετά την ορισθείσαν ημέραν η ελαχίστη περίοδος προειδοποιήσεως η δοθησομένη υπό του εργοδότου εις τον εργοδοτούμενον είναι ως ακολούθως: (α) όταν ο εργοδοτούμενος απησχολήθη συνεχώς δι' εικοσιέξ ή πλείονας εβδομάδας αλλ' ολιγωτέρας των πεντήκοντα δύο, περίοδος μιας εβδομάδος· (β) όταν ο εργοδοτούμενος απησχολήθη συνεχώς διά πεντήκοντα δύο ή πλείονας εβδομάδας αλλ' ολιγωτέρας των εκατόν τεσσάρων, περίοδος δύο εβδομάδων· (γ) όταν ο εργοδοτούμενος απησχολήθη συνεχώς δι' εκατόν τέσσαρας ή πλείονας εβδομάδας αλλ' ολιγωτέρας των εκατόν πεντήκοντα εξ, περίοδος τεσσάρων εβδομάδων· (δ) όταν ο εργοδοτούμενος απησχολήθη συνεχώς δι' εκατόν πεντήκοντα εξ ή πλείονας εβδομάδας αλλ' ολιγωτέρας των διακοσίων οκτώ, περίοδος πέντε εβδομάδων· (ε) όταν ο εργοδοτούμενος απασχολήθηκε συνεχώς για διακόσιες οκτώ ή περισσότερες εβδομάδες αλλά λιγότερες από διακόσιες πενήντα εννιά εβδομάδες, περίοδος έξι εβδομάδων· (στ) όταν ο εργοδοτούμενος απασχολήθηκε συνεχώς για διακόσιες εξήντα ή περισσότερες εβδομάδες αλλά λιγότερες από τριακόσιες ένδεκα εβδομάδες, περίοδος επτά εβδομάδων· (ζ) όταν ο εργοδοτούμενος απασχολήθηκε συνεχώς για τριακόσιες δώδεκα ή περισσότερες εβδομάδες, περίοδος οκτώ εβδομάδων.
Νοείται ότι όταν η απασχόλησις ήτο επί δοκιμαστικής βάσεως, ουδεμία προειδοποίησις απαιτείται εάν κατά την διάρκειαν ή το τέλος της δοκιμαστικής περιόδου οιονδήποτε μέρος αποφασίση όπως η απασχόλησις μη συνεχισθή:
Νοείται περαιτέρω ότι ουδεμία δοκιμαστική περίοδος θα είναι μακροτέρα των εκατόν τεσσάρων εβδομάδων, πάσα δε δοκιμαστική περίοδος μακροτέρα των είκοσιεξ εβδομάδων δεν εμπίπτει εντός της παρούσης επιφυλάξεως ειμή δι' εγγράφου συμφωνίας μεταξύ του εργοδότου και του εργοδοτουμένου γενομένης κατά τον χρόνον της ενάρξεως της απασχολήσεως του εργοδοτουμένου.
24/1967 89(I)/2016 Περίοδος προειδοποίησης που δίδει ο εργοδοτούμενος
Άρθρο 10
24/1967 Πληρωμή αντί προειδοποιήσεως και εγκατάλειψις του εις προειδοποίηση/δικαιώματος
Άρθρο 11
11.-(1) Εργοδότης ο οποίος δίδει προειδοποίησιν εις εργοδοτούμενον έχει το δικαίωμα να απαιτήση παρά του εργοδοτουμένου όπως ούτος αποδεχθή πληρωμήν αντί προειδοποιήσεως. Η πληρωμή αύτη υπολογίζεται συμφώνως προς τας διατάξεις του Τρίτου Πίνακος:
Νοείται ότι όταν εργοδότης ασκή το δυνάμει του παρόντος εδαφίου δικαίωμα αυτού, ο εργοδοτούμενος θεωρείται, διά τους σκοπούς των Μερών II και IV, ως απασχολούμενος μέχρι της λήξεως της περιόδου της προειδοποιήσεως την οποίαν θα ελάμβανε εάν δεν είχε λάβει πληρωμήν αντ' αυτής.
Νοείται ότι όταν εργοδοτούμενος ασκή το δυνάμει του παρόντος εδαφίου δικαίωμα αυτού, ούτος απόλλυσι το δικαίωμα του προς πληρωμήν διά το υπόλοιπον της περιόδου της προειδοποιήσεως.
24/1967 Δικαίωμα του εργοδοτουμένου δι' απουσίας διαρκούσης της περιόδου της προειδοποιήσεως..
Άρθρο 12
24/1967 Διάρκεια και συνεχές της απασχολήσεως
Άρθρο 13
24/1967 Δικαιώματα των μερών κατά την διάρκειαν περιόδου προειδοποιήσεως
Άρθρο 14
14.-(1) Κατά την διάρκειαν περιόδου προειδοποιήσεως, τα δικαιώματα αμφοτέρων των μερών διέπονται υπό των διατάξεων του Τρίτου Πίνακος·
24/1967 Δικαίωμα αμφοτέρων των μερών προς άμεσον τερματισμόν
Άρθρο 15
24/1967 Έγγραφη προειδοποίηση σε περίπτωση μετάθεσης ή μεταφοράς εργοδοτουμένου σε άλλο εργοδότη 15Α. Εργοδότης ο οποίος προτίθεται να προβεί σε οποιεσδήποτε πράξεις ή ενέργειες που θα έχουν ως αποτέλεσμα τη μετάθεση ή μεταφορά εργοδοτούμενου του σε άλλο εργοδότη, είτε μόνιμα είτε προσωρινά, οφείλει να προειδοποιήσει εγγράφως και όσο το δυνατόν πιο έγκαιρα τον εργοδοτούμενο αναφορικά με τις εν λόγω προθέσεις του, έστω και αν η μετάθεση ή μεταφορά δε θα συνεπάγεται αλλαγή των καθηκόντων ή του τόπου εργασίας του εργοδοτουμένου.
24/1967
ΜΕΡΟΣ IV ΠΛΕΟΝΑΣΜΟΣ
Δικαίωμα του εργοδοτουμένου εις πληρωμήν λόγω πλεονασμού
Άρθρο 16
16.-(1) Όταν κατά ή μετά την έναρξιν της ισχύος του παρόντος εδαφίου, η απασχόλησις εργοδοτουμένου απασχοληθέντος συνεχώς επί εκατόν τέσσαρας τουλάχιστον εβδομάδας υπό του αυτού εργοδότου τερματίζηται λόγω πλεονασμού, ο εργοδοτούμενος δικαιούται εις πληρωμήν λόγω πλεονασμού εκ του Ταμείου, υπολογιζομένην συμφώνως προς τον Τέταρτον Πίνακα:
Νοείται ότι ο Υπουργός δύναται, διά Διατάγματος δημοσιευθησομένου εις την επίσημον εφημερίδα της Δημοκρατίας, να μειώση τον υπό του παρόντος εδαφίου καθοριζόμενον αριθμόν εβδομάδων συνεχούς απασχολήσεως ούτως ώστε να ληφθώσιν υπ' όψιν τακτικαί και εποχιακαί διακυμάνσεις εις την απασχόλησιν εξ οιωδήποτε επαγγέλματι ή ειδική επιχειρήσει.
Νοείται περαιτέρω ότι, διά τους σκοπούς του παρόντος Μέρους και των εις το παρόν Μέρος αναφερομένων διατάξεων του Δευτέρου και του Τετάρτου Πίνακος, η απασχόλησις λιμενεργάτου, εγγεγραμμένου ή μη, υπό πλειόνων εργοδοτών λογίζεται ως απασχόλησις υπό ενός και του αυτού εργοδότου.
Νοείται έτι περαιτέρω ότι, για τους σκοπούς του παρόντος Μέρους και των αναφερομένων σ' αυτό διατάξεων του Δεύτερου και του Τέταρτου Πίνακα, η απασχόληση εργοδοτουμένου, ο οποίος απασχολείται κάθε χρόνο στον ίδιο εργοδότη και ο ετήσιος μέσος όρος απασχόλησης για όλη την περίοδο απασχόλησής του στον ίδιο εργοδότη είναι τουλάχιστο δεκαπέντε εβδομάδες, θεωρείται συνεχής.
24/1967 212(I)/2002 Προϋποθέσεις και τρόπος καταβολής πληρωμής λόγω πλεονασμού 16Α.-(1) Το εις πληρωμήν λόγω πλεονασμού δικαίωμα ήρτηται εκ των διά του παρόντος άρθρου προνοουμένων προϋποθέσεων, η τοιαύτη δε πληρωμή ενεργείται, εν όλω ή εν μέρει περιοδικώς ή εφ' άπαξ, ως εν τω παρόντι άρθρω προβλέπεται.
Νοείται ότι το ημερήσιον ύψος της πληρωμής λόγω πλεονασμού δεν δύναται να είναι χαμηλότερον του ύψους του επιδόματος μητρότητος, επιδόματος ασθενείας, επιδόματος ανεργίας ή επιδόματος σωματικής βλάβης, εις το οποίον, αναλόγως της περιπτώσεως, θα εδικαιούτο ο εργοδοτούμενος δυνάμει των περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμων του 1972 έως 1976, εάν αι διατάξεις των ως είρηται Νόμων δεν απηγόρευον την καταβολήν τοιούτου επιδόματος διά την αυτήν περίοδον διά την οποίαν ο εργοδοτούμενος δικαιούται εις πληρωμήν λόγω πλεονασμού.
Νοείται ότι εάν ο εργοδοτούμενος αναλάβη απασχόλησιν μετά τίνος εργοδότου μετά την συμπλήρωσιν οιασδήποτε περιόδου επαγγελματικής εκπαιδεύσεως δυνάμει σχεδίου εγκεκριμένου υπό του Υπουργού, το δυνάμει του παρόντος εδαφίου καταβλητέον εφ' άπαξ ποσόν καταβάλλεται ευθύς μετά την υπ' αυτού ανάληψιν της τοιαύτης απασχολήσεως.
Νοείται ότι ως ημέρα διακοπής της απασχολήσεως λογίζεται και οιαδήποτε ημέρα απουσίας εκ της εργασίας λόγω μητρότητος η οποία εμπίπτει εις το εν τω εδαφίω (2) του άρθρου 16 των ως είρηται Νόμων χρονικόν διάστημα.
24/1967 Έκπτωσις εκ του δικαιώματος προς λήψιν πληρωμής λόγω πλεονασμού 16Β.-(1) Πρόσωπον τι εκπίπτει του δικαιώματος προς λήψιν πληρωμής λόγω πλεονασμού δυνάμει του εδαφίου (2) του άρθρου 16Α διά χρονικόν διάστημα μέχρις εξ εβδομάδων, εάν- (α) καίτοι εκοινοποιήθη εις αυτό παρά τίνος γραφείου ευρέσεως εργασίας ή ετέρου ανεγνωρισμένου γραφείου, ή παρά τίνος εργοδότου ή εκ μέρους αυτού, η ύπαρξις θέσεως κενωθείσης ή κενωθησομένης εις κατάλληλον τινα εργασίαν αρνήται ή παραλείπη άνευ ευλόγου αιτίας να υποβάλη αίτησιν διά την θέσιν ταύτην ή αρνήται άνευ ευλόγου αιτίας να αποδεχθή ταύτην προσφερθείσαν εις αυτόν· ή (β) αμελή να επωφεληθή ευλόγου τινός ευκαιρίας προς κατάλληλον τινα απασχόλησιν· ή (γ) αρνήται άνευ ευλόγου αιτίας να τύχη επαγγελματικής εκπαιδεύσεως δυνάμει σχεδίου εγκεκριμένου υπό του Υπουργού.
24/1967 Επιφύλαξις υφισταμένων δικαιωμάτων
Άρθρο 17
Νοείται ότι διά τους σκοπούς του παρόντος άρθρου οιαδήποτε εισφορά γενομένη υπό του εργοδοτουμένου έναντι της πληρωμής εις την οποίαν ούτος δικαιούται παρά του εργοδότου ή εξ οιουδήποτε ταμείου ή άλλης διευθετήσεως λειτουργούσης διά λογαριασμόν του εργοδότου, ως και οιοσδήποτε τόκος επί τοιαύτης εισφοράς, δεν υπολογίζονται:
Νοείται περαιτέρω ότι διά τους σκοπούς του παρόντος άρθρου οιαδήποτε πληρωμή εκ ταμείου προνοίας δεν υπολογίζεται.
24/1967 Πότε εργοδοτούμενος είναι πλεονάζων
Άρθρο 18
Νοείται ότι το Δικαστήριον Εργατικών Διαφορών δυνατόν να αποφασίση ότι αλλαγή του τόπου απασχολήσεως δεν προκαλεί πλεονασμόν όταν, κατά την γνώμην του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών, είναι λογικόν ως προς τον εργοδοτούμενον ο οποίος διεκδικεί πληρωμήν λόγω πλεονασμού να αναμένηται όπως ο εργοδοτούμενος ούτος συνέχιση την απασχόλησιν του εις τον νέον τόπον απασχολήσεως· ή (γ) ένεκα οιουδήποτε των ακολούθων άλλων λόγων σχετιζομένων προς την λειτουργίαν της επιχειρήσεως: (i) εκσυγχρονισμού, μηχανοποιήσεως ή οιασδήποτε άλλης αλλαγής εις τας μεθόδους παραγωγής ή οργανώσεως η οποία ελαττώνει τον αριθμόν των αναγκαιούντων εργοδοτουμένων· (ii) αλλαγών εις τα προϊόντα ή εις τας μεθόδους παραγωγής ή εις τας αναγκαιούσας ειδικότητας των εργοδοτουμένων· (iii)καταργήσεως τμημάτων· (iv) δυσκολιών εις την τοποθέτησιν προϊόντων εις την αγοράν ή πιστωτικών δυσκολιών· (ν) ελλείψεως παραγγελιών ή πρώτων υλών· (vi) σπάνεως μέσων παραγωγής· και (vii) περιορισμού του όγκου της εργασίας ή της επιχειρήσεως.
24/1967 Περιπτώσεις μη πληρωμής λόγω πλεονασμού
Άρθρο 19
19.-(1) Εργοδοτούμενος δε δικαιούται σε πληρωμή λόγω πλεονασμού, αν πριν από την ημερομηνία του τερματισμού της απασχόλησης του συμπλήρωσε τη συντάξιμη ηλικία.
Νοείται ότι ο Υπουργός πριν από την έκδοση τέτοιου Διατάγματος συμβουλεύεται το Εργατικό Συμβουλευτικό Σώμα.
24/1967 Περιπτώσεις μη πληρωμής λόγω πλεονασμού
Άρθρο 20
Νοείται ότι το Δικαστήριον Εργατικών Διαφορών δύναται να χορηγήση πληρωμήν λόγω πλεονασμού δυνάμει του άρθρου 16 του παρόντος Νόμου, όταν ο εργοδοτούμενος δυνηθή να απόδειξη εύλογον αιτίαν, την οποίαν το Δικαστήριον Εργατικών Διαφορών ήθελε θεωρήσει ικανοποιητικήν, διά την μη αποδοχήν της προσφοράς ανανεώσεως της συμβάσεως απασχολήσεως υπό του νέου εργοδότου. (γ) αν ο εργοδότης του είναι εταιρεία εγγεγραμμένη με βάση τον περί Εταιρειών Νόμο και τον μεταθέτει σε κατάλληλη απασχόληση σε άλλη εταιρεία η οποία είναι συνδεδεμένη με την εταιρεία στην οποία απασχολείται:
Νοείται ότι για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, δύο εταιρείες θεωρούνται "συνδεδεμένες εταιρείες" αν η μια είναι θυγατρική της άλλης ή αν και οι δύο εταιρείες είναι θυγατρικές τρίτης εταιρείας· ο όρος "θυγατρική εταιρεία" έχει την έννοια που αποδίδεται σ' αυτόν από το άρθρο 148 του περί Εταιρειών Νόμου. (δ) αν πριν από τον τερματισμό της απασχολήσεως άλλος εργοδότης ο οποίος είναι εταιρεία στην οποία ο προηγούμενος εργοδότης είναι κύριος μέτοχος ή ασκεί ουσιαστικό έλεγχο προσφέρει στον εργοδοτούμενο κατάλληλη απασχόληση.
24/1967 Αναπαλλοτρίωτον πληρωμής λόγω πλεονασμού 20Α.-(1) Πάσα εκχώρησις ή επιβάρυνσις πληρωμής λόγω πλεονασμού, ως και πάσα συμφωνία προς εκχώρησιν ή επιβάρυνσιν αυτής, είναι άκυρος, εις περίπτωσιν δε πτωχεύσεως προσώπου δικαιουμένου εις πληρωμήν λόγω πλεονασμού, η πληρωμή αύτη δεν περιέρχεται εις τον σύνδικον της πτωχεύσεως ή εις οιονδήποτε έτερον πρόσωπον ενεργούν διά λογαριασμόν των πιστωτών του πτωχεύσαντος.
24/1967 Προειδοποίησις πλεονασμού εις τον Υπουργόν
Άρθρο 21
21.-(1) Ο εργοδότης κοινοποιεί στον Υπουργό οποιοδήποτε προβλεπόμενο πλεονασμό ένα τουλάχιστο μήνα πριν από την ημερομηνία που προβλέπεται να τερματιστεί η απασχόληση των επηρεαζόμενων εργοδοτουμένων.
24/1967 Δικαίωμα πλεοναζόντων εργοδοτουμένων εις επαναπρόσληψιν
Άρθρο 22
24/1967 Επιφύλαξις
Άρθρο 23
24/1967 Καθίδρυσις Ταμείου διά πλεονάζον προσωπικόν
Άρθρο 24
24.-(1) Το Υπουργικόν Συμβούλιον καθιδρύει Ταμείον διά πλεονάζον προσωπικόν.
Ειδικώτερον και άνευ επηρεασμού της γενικότητος των προηγουμένων, το Ταμείον κέκτηται την ικανότητα να υποβάλλη αιτήσεις εις το Δικαστήριον Εργατικών Διαφορών και να τυγχάνη ακροάσεως υπ' αυτού.
24/1967 Εξουσία του Υπουργικού Συμβουλίου προς έκδοσιν Κανονισμών διά την διοίκησιν του Ταμείου Εξουσία του Υπουργικού Συμβουλίου προς έκδοσιν Κανονισμών διά την διοίκησιν του Ταμείου
Άρθρο 25
25.-(1) Το Υπουργικόν Συμβούλιον εκδίδει Κανονισμούς διά την ρύθμισιν και την διοίκησιν του Ταμείου. Το Ταμείον ενεργεί πάσας τας πράξεις αυτού συμφώνως προς τους κανονισμούς:
24/1967 Εξαίρεσις εκ της φορολογίας και της προς καταβολήν δασμών και τελών χαρτοσήμου υποχρεώσεως
Άρθρο 26
24/1967 Εξαίρεσις ωρισμένων εργοδοτουμένων 26Α.-(1) Ουδέν των εν τω παρόντι Μέρει εφαρμόζεται- (α) εις την περίπτωσιν εργοδοτουμένου υπό της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου ή των Ιδρυμάτων των Ναυτικών, Στρατιωτικών και Αεροπορικών Δυνάμεων (Ν.Α.Α.Φ.Ι.), του οποίου ο βασικός τόπος απασχολήσεως ευρίσκεται εν τη Δημοκρατία, νοουμένου ότι οι όροι εργασίας αυτού περιλαμβάνουσιν όρους εν σχέσει προς πληρωμάς λόγω πλεονασμού ουχί ολιγώτερον ευεργετικούς εις τον ως άνω εργοδοτούμενον ή αι διατάξεις του παρόντος Μέρους ή των δυνάμει του παρόντος Νόμου εκδοθέντων Κανονισμών· (β) εις κατηγορίας εργοδοτουμένων αι οποίαι ήθελον καθορισθή διά Διατάγματος εκδιδομένου υπό του Υπουργού:
Νοείται ότι πριν ή εκδώση οιονδήποτε τοιούτο Διάταγμα, ο Υπουργός συμβουλεύεται το Εργατικόν Συμβουλευτικόν Σώμα και το Συμβούλιον του Ταμείου.
24/1967 Δαπάναι Διοικήσεως 26Β.-(1) Άπασαι αι δαπάναι αίτινες ήθελον διενεργηθή υπό του Υπουργού ή υφ' οιουδήποτε δημοσίου υπαλλήλου εν τη διαχειρίσει του Ταμείου καλύπτονται εκ του Παγίου Ταμείου της Δημοκρατίας.
24/1967
ΜΕΡΟΣ V ΚΥΡΩΣΕΙΣ
Αδικήματα
Άρθρο 27
27.-(1) Παν πρόσωπον το οποίον- (α)εν γνώσει του ή αμελώς υποβάλλει οιανδήποτε απαίτησιν διά πληρωμήν εκ του Ταμείου όταν τοιαύτη απαίτησις είναι ψευδής ως προς οιονδήποτε ουσιώδες στοιχείον αυτής, ή (β) εν γνώσει του ή αμελώς κάμνει προφορικώς ή εγγράφως οιανδήποτε ψευδή βεβαίωσιν εν σχέσει προς τοιαύτην απαίτησιν· ή (γ) παρουσιάζει προς εξέτασιν, εν σχέσει προς οιανδήποτε τοιαύτην απαίτησιν, οιονδήποτε έγγραφον το οποίον γνωρίζει ότι έχει εσκεμμένως παραποιηθή, είναι ένοχον αδικήματος και εν περιπτώσει καταδίκης υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £450 ή εις φυλάκισιν μη υπερβαίνουσαν τους εξ μήνας ή εις αμφοτέρας τας ποινάς ταύτας.
24/1967 Αδίκημα υπό εργοδότου εν σχέσει προς πιστοποιητικόν
Άρθρο 28
28.-(1) Εργοδότης αρνούμενος να χορηγήση το υπό του άρθρου 8 οριζόμενον πιστοποιητικόν, αφού τούτο έχει ζητηθή εγγράφως υπό εργοδοτουμένου τινός, είναι ένοχος αδικήματος και εν περιπτώσει καταδίκης υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £250.
24/1967 Αδίκημα υπό εργοδότου εν σχέσει προς προτιθέμενον πλεονασμόν
Άρθρο 29
29.-(1) Εργοδότης παραλείπων, άνευ ευλόγου αιτίας, να κοινοποιήση εις τον Υπουργόν προτιθέμενον πλεονασμόν, ως απαιτείται υπό του εδαφίου (1) του άρθρου 21, είναι ένοχος αδικήματος και εν περιπτώσει καταδίκης υπόκειται εις χρηματικήν ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας £250.
24/1967 Αδίκημα εργοδότη σε σχέση με μετάθεση ή μεταφορά εργοδοτουμένου σε άλλο εργοδότη 29Α. Εργοδότης ο οποίος παραλείπει να συμμορφωθεί με τις διατάξεις του άρθρου 15Α είναι ένοχος αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις επτακόσιες πενήντα λίρες.
24/1967
ΜΕΡΟΣ VI ΔΙΑΦΟΡΑΙ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ ΝΟΜΟΥ
Αρμοδιότης του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών
Άρθρο 30
30.-(1) Το Δικαστήριον Εργατικών Διαφορών κέκτηται αποκλειστικήν αρμοδιότητα να αποφασίζη επί απασών των εργατικών διαφορών των αναφυομένων συνεπεία της εφαρμογής του παρόντος Νόμου ή οιωνδήποτε Κανονισμών εκδοθέντων δυνάμει αυτού ή αμφοτέρων, περιλαμβανομένου και παντός παρεμπίπτοντος ή συμπληρωματικού προς τοιαύτας διαφοράς θέματος.
24/1967 Ημερομηνία ενάρξεως ισχύος 32. Η ισχύς του παρόντος Νόμου άρχεται εις ημέραν ορισθησομένην διά γνωστοποιήσεως του Υπουργικού Συμβουλίου δημοσιευομένης εις την επίσημον εφημερίδα της Δημοκρατίας.
24/1967 ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΑ ΠΡΩΤΟΙ ΠΙΝΑΞ (Άρθρον 3 και Άρθρον 16) 1. Πάσα αποζημίωσις επιδικαζομένη εις εργοδοτούμενον υπό του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών δυνάμει του άρθρου 3 υπολογίζεται ως εκτίθεται εις τον παρόντα Πίνακα.
ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΠΙΝΑΞ (Άρθρον 13 και Άρθρον 16)
Μέρος I.
ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΔΟΥ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΕΩΣ 1.-(1) Η περίοδος απασχολήσεως υπολογίζεται εις εβδομάδας.
Νοείται ότι διά τον υπολογισμόν της εις εβδομάδας περιόδου απασχολήσεως λιμενεργάτου, εγγεγραμμένου ή μη, διά το διάστημα από 1ης Ιανουαρίου, 1964, έως την 5ην Οκτωβρίου, 1980, εκάστη εβδομαδιαία εισφορά εις το Ταμείον Κοινωνικών Ασφαλίσεων, ενεργηθείσα διά την απασχόλησιν αυτού δυνάμει οιουδήποτε περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμου, προϊσχύσαντος των περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμων του 1980 μέχρι το 1987, αναλογεί προς μίαν εβδομάδα απασχολήσεως.
Νοείται περαιτέρω ότι, για τον υπολογισμό σε εβδομάδες της περιόδου απασχολήσεως εργοδοτουμένου που αναφέρεται στην τρίτη επιφύλαξη του εδαφίου (1) του άρθρου 16, οι διατάξεις των υποπαραγράφων (2)(β)(ii)(iii) και (iν) της παραγράφου 1 του παρόντος Μέρους δεν εφαρμόζονται.
Νοείται ότι όταν η επιχείρηση ή τμήμα της επιχείρησης εργοδότη μεταβιβάζεται ως έχει σε άλλο εργοδότη ή όταν ο εργοδοτούμενος μετατίθεται από μια εταιρεία σε άλλη σύμφωνα με την παράγραφο (γ) του άρθρου 20 του παρόντος Νόμου, τότε όλες οι εβδομάδες απασχόλησης στον πρώτο εργοδότη θεωρούνται κατά τον υπολογισμό της περιόδου απασχόλησης ως απασχόληση στο δεύτερο εργοδότη.
Νοείται ότι το ως είρηται διάστημα αυξάνεται κατά τον αριθμόν εβδομάδων συνεχούς απασχολήσεως του εργοδοτουμένου εν τη υπηρεσία του εργοδότου υπό του οποίου ούτος απησχολείτο κατά την 14ην Ιουλίου, 1974:
Νοείται, περαιτέρω ότι, εάν η περίοδος της απασχολήσεως του εργοδοτουμένου μεταξύ της 1ης Οκτωβρίου, 1973 και της 14ης Ιουλίου, 1974, είναι αδύνατον να αποδειχθή, το χρονικόν διάστημα το οποίον λογίζεται ως περίοδος απασχολήσεως άρχεται την 1ην Οκτωβρίου, 1973 και ουχί την 15ην Ιουλίου, 1974.
Μέρος II.
ΤΟ ΣΥΝΕΧΕΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΕΩΣ 7. Το συνεχές απασχολήσεως δεν διακόπτεται λόγω οιουδήποτε των ακολούθων: (α) απουσίας εκ της εργασίας οφειλομένης εις υπηρεσίαν εις τας ενόπλους δυνάμεις της Κυπριακής Δημοκρατίας· (β)απουσίας εκ της εργασίας οφειλομένης εις εργατικήν διαφοράν· (γ) αλλαγής εργοδότου ως εκτίθεται εν τη επιφυλάξει της παραγράφου 3 του παρόντος Πίνακος· (δ) απουσίας εκ της εργασίας λόγω ασθενείας, βλάβης, τοκετού ή νόσου· (ε) απουσίας εκ της εργασίας λόγω προσωρινής διακοπής εργασιών· (στ) απουσίας εκ της εργασίας υπό τοιαύτας συνθήκας ώστε δυνάμει διευθετήσεως ή εθίμου ή νόμου η σχέσις εργοδότου και εργοδοτουμένου θεωρείται υπό του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών ως συνεχιζομένη· (ζ) απουσίας από την εργασία λόγω απασχόλησης στο εξωτερικό σε επιχείρηση η οποία ανήκει εξ ολοκλήρου ή κατά κύριο λόγο στον εργοδότη· (η) απουσίας εκ της εργασίας επ' αδεία μετά ή άνευ απολαβών· (θ) απουσίας εκ της εργασίας οφειλομένης εις ανωτέραν βίαν, πολεμικήν ενέργειαν, πολιτικήν εξέγερσιν ή θεομηνίαν· (ι) απουσίας από την εργασία με γονική άδεια ή άδεια πατρότητας ή άδεια φροντίδας ή με άδεια για λόγους ανωτέρας βίας.
ΤΡΙΤΟΣ ΠΙΝΑΞ (Άρθρον 11 και Άρθρον 14) ΠΛΗΡΩΜΑΙ ΕΙΣ ΤΑΣ ΟΠΟΙΑΣ Ο ΕΡΓΟΔΟΤΟΥΜΕΝΟΣ ΔΙΚΑΙΟΥΤΑΙ ΔΙΑΡΚΟΥΣΗΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΔΟΥ ΤΗΣ ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΕΩΣ 1. Όταν ο εργοδοτούμενος εργάζεται αντί ωρισμένου ημερομισθίου δικαιούται εις το ωρισμένον τούτο ημερομίσθιον διαρκούσης της περιόδου της προειδοποιήσεως, εκτός εάν άλλως προβλέπεται δυνάμει του παρόντος Πίνακος.
Νοείται ότι ουδεμία εβδομάς λογίζεται ως πλήρης εβδομάς προς τον σκοπόν τούτον εκτός εάν ο εργοδοτούμενος ειργάσθη επί 18 τουλάχιστον ώρας κατά την εβδομάδα ταύτην.
Νοείται ότι ουδεμία εβδομάς λογίζεται ως πλήρης εβδομάς προς τον σκοπόν τούτον εκτός εάν ο εργοδοτούμενος ειργάσθη επί 18 τουλάχιστον ώρας κατά την εβδομάδα ταύτην.
Νοείται ότι ο εργοδότης υποχρεούται να πληρώνη τον εργοδοτούμενον ως καθορίζεται εν τη παρούση παραγράφω εάν ο εργοδοτούμενος είναι- (i) απών εκ της εργασίας του λόγω ασθενείας, τεκνογονίας, βλάβης, τοκετού ή νόσου· (ii) απών επ' αδεία· (iii) απών με γονική άδεια ή άδεια πατρότητας ή άδεια φροντίδας ή άδεια για λόγους ανωτέρας βίας (γ) οιαδήποτε πληρωμή λόγω ασθενείας καταβαλλομένη υπό του εργοδότου λογίζεται έναντι της δυνάμει της υποπαραγράφου (β) ανωτέρω υποχρεώσεως αυτού (δ) όταν η προειδοποίησις εδόθη υπό του εργοδοτουμένου, η δυνάμει της παραγράφου ταύτης υποχρέωσις του εργοδότου δεν δημιουργείται εκτός εάν και μέχρις ότου ο εργοδοτούμενος εγκαταλείψη την εργασίαν του δυνάμει της προειδοποιήσεως.
ΤΕΤΑΡΤΟΣ ΠΙΝΑΞ (Άρθρον 16 και Άρθρον 17) 1. Εργοδοτούμενος ο οποίος καθίσταται πλεονάζων υπό την έννοιαν του άρθρου 18 λαμβάνει εκ του Ταμείου πληρωμήν λόγω πλεονασμού υπολογιζομένην ως ακολούθως: (α)Διά τα πρώτα τέσσαρα έτη συνεχούς απασχολήσεως, δύο εβδομάδων ημερομίσθια δι' εκάστην περίοδον απασχολήσεως πεντήκοντα δύο εβδομάδων· (β) από του πέμπτου μέχρι και του δεκάτου έτους συνεχούς απασχολήσεως, δύο και ημισείας εβδομάδων ημερομίσθια δι' εκάστην περίοδον απασχολήσεως πεντήκοντα δύο εβδομάδων· (γ) από του ενδεκάτου μέχρι και του δεκάτου πέμπτου έτους συνεχούς απασχολήσεως, τριών εβδομάδων ημερομίσθια δι' εκάστην περίοδον απασχολήσεως πεντήκοντα δύο εβδομάδων· (δ) από του δεκάτου έκτου μέχρι και του εικοστού έτους συνεχούς απασχολήσεως, τριών και ημισείας εβδομάδων ημερομίσθια δι' εκάστην περίοδον απασχολήσεως πεντήκοντα δύο εβδομάδων· και (ε) από του εικοστού πρώτου μέχρι και του εικοστού πέμπτου έτους συνεχούς απασχολήσεως, τεσσάρων εβδομάδων ημερομίσθια δι' εκάστην περίοδον απασχολήσεως πεντήκοντα δύο εβδομάδων:
Νοείται ότι, αν η ολική περίοδος συνεχούς απασχόλησης δεν αποτελεί ακέραιο αριθμό ετών, οποιοδήποτε υπόλοιπο περιόδου απασχόλησης 26 ή περισσότερων εβδομάδων θεωρείται ένα έτος απασχόλησης.
1Α. Προκειμένου περί εργοδοτουμένου που αναφέρεται στην επιφύλαξη του όρου "εργοδοτούμενος", η πληρωμή την οποία δικαιούται είναι ίση με ποσοστό 1% του εβδομαδιαίου ημερομισθίου του πολλαπλασιαζομένου επί 52 και επί τα έτη υπηρεσίας.
Νοείται ότι, προκειμένου περί λιμενεργάτου, εγγεγραμμένου ή μη, διά τον υπολογισμόν των εβδομαδιαίων ημερομισθίων λαμβάνεται υπ' όψιν ο μέσος όρος ημερομισθίου αυτού, κατά το τελευταίον, προ της απολύσεως του, ημερολογιακόν έτος.
Νοείται ότι κατά τον υπολογισμό της εβδομαδιαίας αμοιβής οποιοδήποτε ποσό το οποίο υπερβαίνει το τετραπλάσιο του εβδομαδιαίου ποσού των βασικών ασφαλιστέων αποδοχών, όπως τούτο εκάστοτε καθορίζεται στους περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμους του 1980 μέχρι 1993, δε λαμβάνεται υπόψη.
Νοείται περαιτέρω ότι ο Υπουργός δύναται, διά διατάγματος, να προβλέψη δι' υψηλότερον ποσόν του άνω αναφερομένου ποσού.
Σημείωση 15 του Ν.67/72 5 του Ν.67/72. Η ισχύς του παρόντος Νόμου άρχεται εις ημερομηνίαν ορισθησομένην υπό του Υπουργικού Συμβουλίου διά γνωστοποιήσεως δημοσιευομένης εν τη επισήμω εφημερίδι της Δημοκρατίας.
Σημείωση 22 του Ν.1/75 2 του Ν.1/75. Η ισχύς των διατάξεων του Μέρους IV του βασικού νόμου των προνοουσών περί δικαιώματος εργοδοτουμένων εις πληρωμήν λόγω πλεονασμού εκ του Ταμείου αναστέλλεται εν σχέσει προς περιπτώσεις καθ' ας η απασχόλησις ετερματίσθη ή τερματίζεται μετά την 14ην Ιουλίου 1974.
Σημείωση 33 του Ν.1/75 3 του Ν.1/75. Ο παρών Νόμος ισχύει διαρκούσης της εκρύθμου καταστάσεως και εν πάση περιπτώσει ουχί πέραν της 31ης Δεκεμβρίου 1975 ότε και εκπνέει.
Σημείωση 42 του Ν.18/77 2 του Ν.18/77. Η ισχύς του περί Τερματισμού Απασχολήσεως (Τροποποιητικού) Νόμου του 1975, ήτις δυνάμει του περί της Προσωρινής Νομοθεσίας (Παράτασις της Ισχύος) Νόμου του 1975 και του περί της Προσωρινής Νομοθεσίας (Παράτασις της Ισχύος) Νόμου του 1976 παρετάθη μέχρι της 31ης Μαρτίου, 1977, παρατείνεται μέχρι της 17ης Απριλίου, 1977, περιλαμβανομένης.
Σημείωση 53 του Ν.18/77 3 του Ν.18/77. Ουδείς δικαιούται εις πληρωμήν λόγω πλεονασμού εφ' όσον η απασχόλησις αυτού ετερματίσθη μετά την Μην Ιουλίου, 1974, και προ της 18ης Απριλίου, 1977.
Σημείωση 613 του Ν.18/77 13 του Ν.18/77. Η ισχύς των άρθρων 1 και 2 του παρόντος Νόμου άρχεται την 1ην Απριλίου, 1977 και των άρθρων 6, 7, 8 και 9 την 18ην Απριλίου, 1977, των δε λοιπών άρθρων άρχεται την 18ην Απριλίου, 1977 και λήγει την 3ην Απριλίου, 1979.
Σημείωση 72 του Ν.30/79 2 του Ν.30/79. Η ισχύς των άρθρων 3, 4, 5, 10, 11 και 12 του περί Τερματισμού Απασχολήσεως (Τροποποιητικού) Νόμου του 1977 (Αρ. 18 του 1977) παρατείνεται μέχρι της 30ής Ιουνίου, 1979, συμπεριλαμβανομένης.
Σημείωση 82 του Ν.57/79 2 του Ν.57/79. Η ισχύς των άρθρων 3, 4, 5, 10, 11 και 12 του περί Τερματισμού Απασχολήσεως (Τροποποιητικού) Νόμου του 1977 παρατείνεται μέχρι της 28ης Οκτωβρίου, 1979, συμπεριλαμβανομένης.
Σημείωση 92 του Ν.82/79 2 του Ν.82/79. Η ισχύς των άρθρων 3, 4, 5, 10, 11 και 12 του περί Τερματισμού Απασχολήσεως (Τροποποιητικού) Νόμου του 1977 παρατείνεται μέχρι της 31ης Δεκεμβρίου, 1979, συμπεριλαμβανομένης.
Σημείωση 102 του Ν.92/79 2 του Ν.92/79. Ουδείς δικαιούται εις πληρωμήν λόγω πλεονασμού εφ' όσον η απασχόλησις αυτού ετερματίσθη μετά την 14ην Ιουλίου, 1974 και προ της 18ης Απριλίου, 1977.
Σημείωση 1112 του Ν.92/79 12 του Ν.92/79. Το δικαίωμα παντός προσώπου εις πληρωμήν λόγω πλεονασμού διά τερματισμόν απασχολήσεως γενόμενον καθ' οιονδήποτε χρόνον από της 18ης Απριλίου, 1977 μέχρι και της 9ης Δεκεμβρίου, 1979, διέπεται υπό των διατάξεων του περί Τερματισμού Απασχολήσεως (Τροποποιητικού) Νόμου του 1977.
Σημείωση 1213 του Ν.92/79 13 του Ν.92/79. Ανεξαρτήτως των διατάξεων των περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμων του 1972 έως 1979, το δικαίωμα παντός προσώπου εις επίδομα μητρότητος, επίδομα ασθενείας, επίδομα ανεργίας ή επίδομα σωματικής βλάβης δυνάμει των προειρημένων Νόμων, ουδόλως επηρεάζεται εκ της λήψεως πληρωμής λόγω πλεονασμού εκ του Ταμείου διά τερματισμόν απασχολήσεως γενόμενον κατά ή μετά την 10ην Δεκεμβρίου, 1979.
Σημείωση 1314 του Ν.92/79 14 του Ν.92/79. Η ισχύς του παρόντος Νόμου άρχεται την 10ην Δεκεμβρίου, 1979.
Σημείωση 148 του Ν.54/80 8 του Ν.54/80. Η ισχύς των διατάξεων του παρόντος Νόμου άρχεται την 6ην Οκτωβρίου, 1980.
Σημείωση 153 του Ν.12/83 3 του Ν.12/83. Η ισχύς των διατάξεων του παρόντος Νόμου άρχεται την 4ην Απριλίου, 1983.
Σημείωση 163 του Ν.37/88 3 του Ν.37/88. Η ισχύς του παρόντος Νόμου λογίζεται ότι άρχισε την 1η Ιουλίου 1987.
Σημείωση 175 του Ν.18/90 5 του Ν.18/90. Η ισχύς του παρόντος Νόμου αρχίζει στις 2 Απριλίου, 1990.
Σημείωση 1810 του Ν.52(Ι)/94.
10 του Ν.52(Ι)/94. Η ισχύς του παρόντος Νόμου αρχίζει την 1η Ιουλίου 1994 εκτός από τις παραγράφους (γ) και (δ) του άρθρου 9 των οποίων η ισχύς αρχίζει την 1η Ιανουαρίου 1995.
Σημείωση 193 του Ν.111(Ι)/2001 3 του Ν.111(Ι)/2001. Η ισχύς του παρόντος Νόμου λογίζεται ότι άρχισε την 28η Δεκεμβρίου 2000.
Σημείωση 6 του Ν.70(Ι)/2002Έναρξη της ισχύος του Ν.70(Ι)/2002 Ο παρών Νόμος [Σ.Σ.: δηλαδή ο Ν.70(Ι)/2002] τίθεται σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 2003.
Σημείωση 4 του Ν.79(Ι)/2002Έναρξη της ισχύος του Ν.79(Ι)/2002 Ο παρών Νόμος [Σ.Σ.: δηλαδή ο Ν. 79(Ι)/2002] τίθεται σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 2003.
Σημείωση 3 του Ν. 212(Ι)/2002Έναρξη της ισχύος του Ν. 212(Ι)/2002 Η ισχύς του παρόντος Νόμου [Σ.Σ.: δηλαδή του Ν. 212(Ι)/2002] λογίζεται ότι άρχισε την 1η Ιανουαρίου 2001.
Εκτύπωση Cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii και τη ConvertPLC για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο